Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Η πλάνη και η απάτη της χριστιανικής εσχατολογίας

Μέρος Α’

Αποδείξεις από τα «τα ιερά» χριστιανικά κείμενα ότι η Β΄ Παρουσία του Ιησού θα έπρεπε να είχε συμβεί κατά την διάρκεια του πρώτου αποστολικού αιώνα. Πλαστογραφήσεις εκκλησιαστικών συγγραφέων, και η εξέλιξη του εσχατολογικού* δόγματος, προκειμένου να δικαιολογηθούν τα ψεύδη του Ιησού.

Α'. Εσχατολογία στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό


Εσχατολογία είναι ο λόγος για τα έσχατα. Τα «έσχατα», είναι η περίοδος που προηγείται της παλιγγενεσίας, δηλαδή της ανακαινίσεως της κτίσης και της θεϊκής διακυβέρνησης. Για να καταλάβουμε τον ρόλο αυτής της διδασκαλίας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας τρία πράγματα: α) την εκ του μηδενός δημιουργία, β) τον τρόπο κατανόησης της έννοιας «χρόνος» και γ) ότι είναι μια προσπάθεια απάντησης στο πρόβλημα του «κακού» και της «θεοδικίας». Συνέπεια του Ιουδαϊσμού είναι ο Χριστιανισμός. Λογικό και επόμενο, εφόσον μοιράζονται κοινά «ιερά» κείμενα, να έχουν κοινά σημεία αλλά και ορισμένες διαφορές. Όσον αφορά την δημιουργία, και οι δύο θρησκείες δέχονται (εξ «αποκαλύψεως») ένα εξωτερικό αίτιο (τον Θεό), που δημιουργεί από το τίποτα και προνοεί και συντηρεί την δημιουργία του. Δηλαδή, ο κόσμος, δεν είναι ένα σύστημα αυτοσυντηρούμενο και αιώνιο. Έχει την ανάγκη του Δημιουργού του. Κατά τα «έσχατα», θα ολοκληρωθεί το θεϊκό σχέδιο. Θα εξαλειφθεί το κακό και η φθορά, με την αναδημιουργία του κόσμου. Διαβάζουμε στο βιβλίο «Ησαίας»: «ο ουρανός καινός και η γη καινή α εγώ ποιώ μένει ενώπιον μου λέγει Κύριος» (Ησαΐας, 66:22). Και στην «Β΄ Πέτρου», «καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β΄ Πέτρου, 3:13). Όσον αφορά τον χρόνο, υπάρχει μια διαφοροποίηση. Ο Ιουδαϊσμός τον κατανοεί ως «γραμμικό». Ο Χριστιανισμός, υιοθετώντας την «εκ του μηδενός δημιουργία», κατά ανάγκην υιοθετεί και την αντίληψη του χρόνου ως ευθεία γραμμή. Έχει αρχή ο κόσμος και οδεύει κάπου. Το «τέλος», νοείται ως το τέλος της ανθρώπινης διακυβέρνησης και την αρχή της θεϊκής. Στον Χριστιανισμό όμως, μεταπλάθεται η έννοια του «Μεσσία» και γίνεται «πάσχων». Συνεπώς, προστίθεται άλλη μια νοητή κάθετος και ο χρόνος κατανοείται πλέον ως «σταυρικός». Αυτό συμβολίζει την κάθοδο του Μεσσία στον κόσμο και το σχήμα που δημιουργείται, το πάθος του. Και οι δύο αυτές οπτικές, βλέπουν τα έσχατα ως μια περίοδο «ανταμοιβής» των πιστών, και «κατάκρισης» των ασεβών. Τότε θα φανεί η δικαιοκρισία του Θεού, και τότε θα θριαμβεύσει το «καλό» έναντι του «κακού». Στον μεν Ιουδαϊσμό, ο Μεσσίας θα έρθει ένδοξα να ανυψώσει το Ισραήλ και να το ελευθερώσει από τους φυσικούς εχθρούς του, στον δε Χριστιανισμό θα έρθει για όλους «εκ δευτέρου χωρίς αμαρτίας οφθήσεται τοις αυτόν απεκδεχομένοις εις σωτηρίαν» (Προς Εβραίους, 9:28). Όπως σημειώνει ο καθηγητής Γ. Πατρώνος, «Ο κατ’ εξοχήν Χριστός Κυρίου θεωρείται ο εν τω μέλλοντι αναμενόμενος Μεσσίας, ίνα κυρίως σώσει τον Ισραήλ και ανυψώσει τον λαόν μεταξύ των εθνών, ώστε να καταστή η Ιερουσαλήμ ιερά πόλις και έδρα του αιωνίου βασιλείου αυτού» (Μεσσιανικές και Εσχατολογικές προσδοκίες της μεσοδιαθηκικής περιόδου, περιοδικό «Θεολογία», τ. ΜΓ, 1972, τεύχη 3-4).

Κάποιοι από τους οπαδούς του Ιησού, θεώρησαν ότι ο Ιησούς ήταν ο αναμενόμενος «Μεσσίας». Για να το στηρίξουν, βρήκαν κάποια κομμάτια από τις Γραφές, τα οποία είτε πλαστογράφησαν είτε παρερμήνευσαν, προκειμένου να δικαιολογήσουν την πίστη τους στην μεσσιανικότητα του Ιησού. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι η εποχή εκείνη, ήταν εποχή έντονου κοινωνικού αναβρασμού. Εποχή πολλών «χριστών», πολλών «μεσσιών». Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης στα οποία αποτυπώνονται οι πρώτες πεποιθήσεις που αφορούν το θέμα μας, έχουν σαφείς επιρροές από την Ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία. Γράφει πάλι ο ίδιος καθηγητής…
Η περί των εσχάτων διδασκαλία της Αποκαλυπτικής καίτοι προήλθε δια μιας ιστορικής εξελίξεως εκ του περιεχομένου της προφητείας και διαφέρει ουσιωδώς του υψηλού προφητικού κηρύγματος μας παρουσίασε σημαντικόν αριθμόν θεμάτων, ως είδομεν, άτινα ενδιαφέρουν αμέσως και τους συγγραφείς την Κ. Διαθήκης. Το δε γεγονός ότι εν τω συνόλω της αποκαλυπτικής ταύτης φιλολογίας ευρίσκομεν το υπόβαθρον της διατυπώσεως των πλείστων εσχατολογικών πεποιθήσεων της Κ. Διαθήκης καθιστά το θέμα της παρούσης εργασίας λίαν ενδιαφέρον. Η πλήρης και ορθή κατανόησις της Κ. Διαθήκης είναι αδύνατος άνευ της γνώσεως ουχί μόνον των βιβλίων της Π. Διαθήκης αλλά και των αποκρύφων αυτής, καθώς επίσης και ολοκλήρου της αποκαλυπτικής γραμματείας, διότι εν αυτοίς περιλαμβάνονται άπασαι αι εκδηλώσεις του μεσσιανικού και εσχατολογικού πνεύματος της εποχής (ο. π).
Εφόσον, λοιπόν, υπάρχει σύνδεση μεταξύ ορθόδοξων ιουδαϊκών βιβλίων (Παλαιά Διαθήκη), απόκρυφων ιουδαϊκών βιβλίων, αποκαλυπτικής ιουδαϊκής γραμματείας, και βιβλίων Καινής Διαθήκης, επομένως υπάρχει σύνδεση και ως προς την αντίληψη για τη φύση αυτής της «βασιλείας», αλλά και του χρονικού πλαισίου εντός του οποίου πραγματοποιείται. Οι αρχικοί οπαδοί του Ιησού ανέμεναν την επικείμενη έλευση του Ιησού και οραματίζονταν την «βασιλεία» κατά έναν τρόπο περισσότερο υλιστικό από αυτό που θεωρήθηκε αργότερα.

Β'. Το «επικείμενο τέλος» και ο αμφιταλαντευόμενος πλαστογράφος «Λουκάς»


Οι έσχατες ημέρες αρχίζουν από τον πρώτο αποστολικό αιώνα. «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ» (Προς Εβραίους, 1:1-2). Το πότε τελειώνουν, ας αφήσουμε να μας το πουν τα ευαγγέλια:
«Μετὰ δὲ τὸ παραδοθῆναι τὸν Ἰωάννην ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Γαλιλαίαν κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ καὶ λέγων ὅτι Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ• μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Κατά Μάρκον, 1:14-15).

«Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν Μετανοεῖτε• ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Κατά Ματθαίον, 4:17).

Οι φράσεις-κλειδιά σε αυτά τα χωρία του πρώιμου κηρύγματος του Ιησού, είναι το «πεπλήρωται ο καιρός» και «ήγγικεν η βασιλεία του Θεού». Και τα δύο, οριοθετούν την έλευση της «βασιλείας» κατά ορατό τρόπο, στην διάρκεια του πρώτου αιώνα. Η «βασιλεία» είναι που πλησιάζει, και όχι εμείς στην βασιλεία.

Αυτός ο «αποκαλυπτικός» χαρακτήρας του κηρύγματος του Ιησού, αντανακλά το κλίμα της εποχής στην Παλαιστίνη, αλλά και τις αρχικές πεποιθήσεις για τον Ιησού. Η αποκαλυπτική γραμματεία βρίθει από αναφορές περί του επικείμενου «τέλους», και τα γραπτά του Ιώσηπου μαρτυρούν επίδοξους «Μεσσίες», δηλαδή «Χριστούς», που υπόσχονταν την άμεση αποκατάσταση του Ισραήλ και την συντριβή των δυνάμεων του «κακού» (Ρώμη και ειδωλολατρία). Η εποχή της διακυβέρνησης του Θεού μέσω του «κεχρισμένου» του, ήταν πλησίον.

Όταν απέστειλε τους δώδεκα, τους παρήγγειλε τα επόμενα: «Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων, Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε• πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ· πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Κατά Ματθαίον, 10:7).

Η εντολή είναι ξεκάθαρη. Δεν πρέπει να πάνε στους εθνικούς και στους Σαμαρείτες. Η αποκλειστικότητα του κηρύγματος στους Ιουδαίους, ενισχύει αυτό που γράφτηκε παραπάνω. Βεβαίως, στο ίδιο ευαγγέλιο, ο Ιησούς φέρεται να αποστέλλει τους μαθητές στα έθνη, μετά την «ανάστασή» του. Αυτά, προστέθηκαν αργότερα, όταν πλέον το συγκεκριμένο κίνημα ανοίχθηκε στα έθνη. Στο βιβλίο των «Πράξεων», υπήρχε μεγάλη διχογνωμία στο αν έπρεπε οι απόστολοι να κηρύξουν στους εθνικούς. Ας θυμηθούμε την περίπτωση του Πέτρου, που αρχικά είχε ενδοιασμούς στο αν έπρεπε να κηρύξει στον Κορνήλιο και τους δικούς του, που ήταν εθνικοί. Αλλά και στην πρώτη αποστολική σύνοδο, συζητήθηκε το αν έπρεπε τελικά να προχωρήσουν στα έθνη, πέρα από τους προσήλυτους στον Ιουδαϊσμό. Εάν ο Ιησούς τους είχε δώσει την εντολή, τότε δεν θα υπήρχε λόγος ούτε να αμφιβάλλουν ούτε να το συζητούν.

Ο συγγραφέας του κατά «Λουκάν» ευαγγελίου, ο οποίος γράφει μεταγενέστερα σε σχέση με τους συγγραφείς του «κατά Μάρκον» και «κατά Ματθαίον», επεξεργάζεται το σημείο όπου ο Ιησούς αποστέλλει τους δώδεκα, απαλείφοντας κάθε απαγόρευση για κήρυγμα στους μη Ιουδαίους. Ο ίδιος συγγραφέας, ενίοτε εμφανίζεται αμφιταλαντευόμενος όσον αφορά την φύση της «βασιλείας των ουρανών». Είναι μια εσωτερική κατάσταση, ή είναι κάτι ανεξάρτητο από τον άνθρωπο και παρατηρείται; Πολύ πιθανόν, αυτή η στάση του να οφείλεται στο ανεκπλήρωτο της ελεύσεως της «βασιλείας» με την κυριολεκτική της σημασία. Όταν αναφέρεται στις εντολές του Ιησού προς τους εβδομήντα αποστόλους, γράφει: «και λέγετε αὐτοῖς Ἤγγικεν ἐφ’ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ» (Κατά Λουκάν, 10:9).

Η φράση κλειδί είναι το «εφ’ υμάς». Τώρα η βασιλεία δεν πλησιάζει γενικά, αλλά ειδικά σε εσάς. Σε άλλο σημείο, πάλι από τον ίδιο συγγραφέα, ο Ιησούς ερωτάται από τους Ιουδαίους περί της βασιλείας: «Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως· οὐδὲ ἐροῦσιν Ἰδού, ὧδε ἤ ἰδού, Ἐκεῖ Ἰδού, γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (17:20-21).

Στο ερώτημα «πότε έρχεται» (ορατά), ο Ιησούς φέρεται να απαντά κάτι ξένο και μη οικείο με την παραδοσιακή ιουδαϊκή διδασκαλία. Η βασιλεία δεν έρχεται μετά παρατηρήσεως. Είναι μέσα μας. Δεν έρχεται εξωτερικά, ούτε προσδιορίζεται τοπικά. Αυτό έρχεται σε αντίφαση με το ρητό του Ιησού, όπως μας το παρουσιάζει ο συγγραφέας του «κατά Ματθαίον». «Μακάριοι οἱ πραεῖς ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν» (5:5). Είναι το πρώτο ψήγμα το οποίο αργότερα θα γίνει καθεστώς στην χριστιανική σκέψη. Ειδικά, όταν φτάσουμε στον 4ο αιώνα και μετά, όπου η Εκκλησία γίνεται δύναμη και συμπορεύεται με την πολιτική εξουσία. Τότε η βασιλεία γίνεται «πνευματική», μακρινή, και σταματάει το «εγγύς ο Κύριος».

Στο ίδιο συμπέρασμα μπορεί να καταλήξει κανείς, αφού συγκρίνει την διατύπωση στα εξής χωρία:

«μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ» (Κατά Ματθαίον, 16:27-28).

«Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» (Κατά Μάρκον, 9:1).

«ὃς γὰρ ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων· λέγω δὲ ὑμῖν ἀληθῶς εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων οἳ οὐ μὴ γεύσονται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ» (Κατά Λουκάν, 9:26-27).

Είναι τα λόγια που υποτίθεται ότι είπε ο Ιησούς. Αφορούν την βασιλεία του Θεού. Στην πρώτη περίπτωση, «μέλλει» να έλθει σύντομα και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην δεύτερη περίπτωση, «έρχεται» με δύναμη. Στο κατά «Λουκάν», η διατύπωση είναι ασθενέστερη («όταν έλθει»), ενώ λείπει η αναφορά στην αποκατάσταση. Να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι αυτά δεν σχετίζονται με την «μεταμόρφωση» που αναφέρεται στα αμέσως επόμενα. Οι απολογητές για να αντιπαρέλθουν τον σκόπελο της μη εκπλήρωσης (και) αυτής της υποσχέσεως του Ιησού, εφόσον πέθαναν όλοι οι μαθητές αλλά ο Ιησούς δεν ήρθε εκ δευτέρου, θεωρούν ότι η «βασιλεία» για την οποία γίνεται λόγος εδώ, είναι η θέαση του Ιησού «εν δόξη». Όμως, κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί. Διότι, ούτε ήρθε κάποια αποκατάσταση (όπως αναφέρεται στο «κατά Ματθαίον» με την απόδοση στον καθένα κατά την πράξη του), ούτε πέθανε κάποιος από τους μαθητές μέχρι τότε. Διότι, σύμφωνα με τα ευαγγέλια, η μεταμόρφωση έλαβε χώρα είτε έξι μέρες μετά (Ματθαίος/Μάρκος), είτε οκτώ (Λουκάς). Τους είπε όμως ότι έως τότε, κάποιοι δεν θα γεύονταν θάνατο. Που σημαίνει ότι κάποιοι τον γεύθηκαν. Η τοποθέτηση, επομένως, της ελεύσεως της Βασιλείας μερικές μέρες αργότερα ως «μεταμόρφωσης του Ιησού», είναι άστοχη και άσχετη με τα συμφραζόμενα.

Στο βιβλίο «Πράξεις», οι μαθητές ρωτάνε λίγο πριν την «ανάληψη» του Ιησού: «Κύριε εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;» (1:6).

Το ερώτημα αυτό έχει δύο στοιχεία. Μιλάει για άμεσο χρόνο, και αναφέρεται στο Ισραήλ. Μάλιστα, στην αποκατάσταση στο Ισραήλ. Αυτό θυμίζει πολύ έντονα την ιουδαϊκή αποκαλυπτική, όπου η βασιλεία είναι μια αποκατάσταση του Ισραήλ στην θέση που πρέπει, κατά τους Ιουδαίους. Οι μαθητές δεν ρωτάνε ούτε αυθαίρετα ούτε άσχετα σε σχέση με όσα γνώριζαν. Οι ίδιοι ζουν σε ένα περιβάλλον αποκαλυπτικό με την εσχατολογία να είναι βαθιά ριζωμένη μέσα τους. Αυτές οι αντιλήψεις, αντανακλούν τις πρώτες πεποιθήσεις, που αργότερα θα παραποιηθούν και θα πλαστογραφηθούν από τον Παύλο και από τους υπόλοιπους διαμορφωτές της χριστιανικής πίστης. Ο Ιησούς απαντά, «Οὐχ ὑμῶν ἐστιν γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ» (1:7). Ο συγγραφέας του «κατά Λουκάν» με τον συγγραφέα των «Πράξεων», είναι το ίδιο πρόσωπο. Όπως είχε αναφερθεί και παραπάνω, οι αντιλήψεις του συγκεκριμένου συγγραφέα είναι λιγότερο ενθουσιαστικές από ότι στους άλλους. Ο Ιησούς δεν λέει αν είναι κοντά ή μακριά ο καιρός. Είναι στην αποκλειστική εξουσία του Πατρός. Αυτή η απάντηση όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα είπε ο Ιησούς ενώπιον του θρησκευτικού συνεδρίου που τον δίκαζε. Διότι ο συγγραφέας του «κατά Ματθαίον» αναφέρει ότι ο Ιησούς τούς είχε πει ότι «από τώρα» θα τον έβλεπαν να κάθεται στα δεξιά της Δυνάμεως και να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού. Δηλαδή, θα έβλεπαν οι ίδιοι στην εποχή τους, τόσο την ανάληψη όσο και την Β΄ Παρουσία του: «λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ» (26:64).

Αυτό όμως δεν έγινε και το γνωρίζει ο συγγραφέας των «Πράξεων», που δρα σε μεταγενέστερη εποχή, όπου πιθανώς είχαν πεθάνει και οι άνδρες του συνεδρίου. Έτσι εξηγείται όχι μόνο η απάντηση του Ιησού που καταγράφει (ή καλύτερα επινοεί), αλλά και η πλαστογραφία στην οποία προβαίνει. Παίρνει λοιπόν το παραπάνω χωρίο και το παραποιεί. Έτσι, στο «κατά Λουκάν» ευαγγέλιο, η απάντηση του Ιησού είναι διαφορετική: «Απὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ θεοῦ» (22:69). Τώρα πλέον, οι άνδρες του συνεδρίου δεν έχουν σχέση ούτε με την ανάληψη ούτε με την Β’ Παρουσία.

Γ'. Είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ο προφήτης Ηλίας;


Ένα ακόμα σημείο από τα ευαγγέλια που έχει άμεση σχέση με το θέμα μας, είναι η ταύτιση του Ιωάννη του Βαπτιστή με τον Ηλία. Το σημείο αυτό δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα, αν και είναι πάρα πολύ διαφωτιστικό. Τα ευαγγέλια αντιφάσκουν και σε αυτό. Ο συγγραφέας του «κατά Ματθαίον» βάζει τον Ιησού να λέει ότι είναι. Ο συγγραφέας του «κατά Ιωάννην», βάζει τον Βαπτιστή να το αρνείται (1:19-27). Ο συγγραφέας του «κατά Λουκάν», λέει ότι δεν είναι το αυτό πρόσωπο, αλλά ότι έχουν το ίδιο πνεύμα (1:17).

Ο Ιησούς ταυτίζει τον Ιωάννη με τον Ηλία:

«ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν· πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν• καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν Ἠλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι» (Κατά Ματθαίον, 11:12-14).

«καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες Τί οὖν οἱ γραμματεῖς λέγουσιν ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον· δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς, Ἠλίας μὲν ἔρχεται πρῶτον καὶ ἀποκαταστήσει πάντα• λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Ἠλίας ἤδη ἦλθεν καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν αὐτὸν ἀλλ’ ἐποίησαν ἐν αὐτῷ ὅσα ἠθέλησαν• οὕτως καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει πάσχειν ὑπ’ αὐτῶν· τότε συνῆκαν οἱ μαθηταὶ ὅτι περὶ Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶπεν αὐτοῖς» (Κατά Ματθαίον, 17:10-13).

Και στα δύο χωρία ταυτίζεται ο Ιωάννης με τον Ηλία, και υπάρχει συσχέτιση με τα έσχατα, την βασιλεία των ουρανών. Για να καταλάβουμε αυτήν την σύνδεση, πρέπει να ανατρέξουμε στο βιβλίο «Μαλαχίας» της Παλαιάς Διαθήκης. Εκεί αναφέρεται ότι θα έλθει ο Ηλίας ο Θεσβίτης, λίγο πριν την Ημέρα του Κυρίου την Μεγάλη. Αυτή η μέρα περιγράφεται ως ημέρα εκδίκησης επί τους ασεβείς και θριάμβου για τους Ιουδαίους. Ας δούμε τα ίδια τα χωρία…
Διοτι ιδου ημερα Κυριου ερχεται καιομενη ως κλιβανος και φλεξει αυτους και εσονται παντες οι αλλογενεις και παντες οι ποιουντες ανομα καλαμη και αναψει αυτους η ημερα η ερχομενη λεγει Κυριος παντοκρατωρ και ου μη υπολειφθη εξ αυτων ριζα ουδε κλημα και ανατελει υμιν τοις φοβουμενοις το ονομα μου ηλιος δικαιοσυνης και ιασις εν ταις πτερυξιν αυτου και εξελευσεσθε και σκιρτησετε ως μοσχαρια εκ δεσμων ανειμενα και καταπατησετε ανομους διοτι εσονται σποδος υποκατω των ποδων υμων εν τη ημερα η εγω ποιω λεγει Κυριος παντοκρατωρ μνησθητε νομου Μωυση του δουλου μου καθοτι ενετειλαμην αυτω εν Χωρηβ προς παντα τον Ισραηλ προσταγματα και δικαιωματα και ιδου εγω αποστελλω υμιν Ηλιαν τον Θεσβιτην πριν ελθειν ημεραν κυριου την μεγαλην και επιφανη ος αποκαταστησει καρδιαν πατρος προς υιον και καρδιαν ανθρωπου προς τον πλησιον αυτου μη ελθω και παταξω την γην αρδην.
(Μαλαχίας, 4:1-6)
Το μήνυμα είναι εσχατολογικό, αφορά το Ισραήλ και ερμηνεύεται από τον Ιησού (ή τον ανώνυμο ευαγγελιστή) ότι η Ημέρα Κυρίου είναι ήδη οι ημέρες από την εμφάνιση του Ιωάννη του Βαπτιστή μέχρι την εποχή του Ιησού. Κατά συνέπεια, η βασιλεία των ουρανών έπρεπε να είχε έρθει ήδη από τότε, και μάλιστα με τρόπο εμφανή, όπως περιγράφει η περικοπή. Δεν συνέβη τίποτα.

Δ'. Το σημάδι της παρουσίας και η «γενεά αύτη» – Ο Χρυσόστομος πλαστογραφεί τα περί της «τελευταίας» γενεάς


Οι μαθητές καθώς έδειχναν στον Ιησού τα οικοδομήματα του ιερού στην Ιερουσαλήμ, τα θαύμαζαν. Ο Ιησούς τους είπε ότι δεν θα έμενε πέτρα πάνω στην πέτρα. Αυτό έκανε εντύπωση στους μαθητές και όταν πήγαν στο Όρος των Ελαιών, τον ρώτησαν κατ’ ιδίαν, «πότε ταῦτα ἔσται καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Κατά Ματθαίον, 24:3). Διαβάζοντας κανείς ολόκληρο το κεφάλαιο, πουθενά ο Ιησούς στην διδασκαλία που αναπτύσσει πάνω στο ερώτημα των μαθητών, δεν ξεχωρίζει την εποχή της καταστροφής του ιερού από την εποχή της συντέλειας. Ξεκινάει την διδασκαλία του λέγοντας στους μαθητές να μην πλανηθούν, καθώς πολλοί θα εμφανιστούν που θα ισχυριστούν ότι είναι ο Χριστός. Αυτό αντανακλά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής, όπου πολλοί είχαν εμφανιστεί διεκδικώντας τον τίτλο του «Μεσσία». Η συγκεκριμένη μερίδα οπαδών, όμως, έπρεπε να πιστεύει στον «συγκεκριμένο Χριστό». Ο συγγραφέας του «κατά Λουκάν», προσθέτει: «Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὃτι Ἐγώ εἰμι καί Ὁ καιρὸς ἤγγικεν μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν» (21:8). Στην συνέχεια, τους μιλάει για πολέμους, πείνες, λοιμούς, σεισμούς. Οι άλλοι προσθέτουν ταραχές και φόβητρα από τον ουρανό. Αυτά είναι «ἀρχὴ ὠδίνων» (24:8). Αυτά που έχει πει ως τώρα, δεν είναι τα «σημεία», αλλά ο χρονικός προσδιορισμός στο «πότε». Άλλωστε, ένα και μοναδικό σημείο θα δώσει για την παρουσία του και την συντέλεια. Θα το δούμε παρακάτω. Στην συνέχεια, τους διδάσκει (τί άλλο!) ότι θα περάσουν θλίψεις και ταλαιπωρίες, θα τους μισούν όλα τα έθνη για το όνομά του. Θα αυξηθούν οι ψευδοπροφήτες, θα ψυχρανθεί η αγάπη, και πολλοί θα πλανηθούν (24:9-13). Οι άλλοι προσθέτουν ότι θα πρέπει να σταθούν ενώπιον βασιλέων και αρχόντων για να δώσουν την μαρτυρία τους υπέρ του Χριστού.

Στον στίχο 14, ο Ιησούς τους λέει κάτι πολύ σημαντικό: «καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος» (24:14). Στο σημείο αυτό, θα μπορούσε η χριστιανική απολογητική να ισχυριστεί ότι ο Ιησούς μιλώντας για το κήρυγμα της βασιλείας σε όλα τα έθνη, απομακρύνει το ενδεχόμενο σύνδεσης της συντέλειας με την εποχή του. Αυτό δεν είναι σωστό, γιατί το ερμηνεύουμε με τα σημερινά δεδομένα. Όμως την εποχή εκείνη, δεν είχαν την ίδια αντίληψη με μας για τον κόσμο και την οικουμένη. Για παράδειγμα, ο συντάκτης της «Προς Κολοσσαείς» επιστολής, θεωρεί ότι ήδη το ευαγγέλιο έχει κηρυχθεί σε όλον τον κόσμο, ασχέτως ότι ακόμα δεν ήξεραν για την ύπαρξη ούτε της Αμερικής, ούτε της Αυστραλίας: «τοῦ εὐαγγελίου οὗ ἠκούσατε τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ τῇ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν» (1:23). Συνεπώς, συνδέοντας ο Ιησούς την μαρτυρία του ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο με το τέλος, όχι μόνο δεν αναφέρεται σε κάποια άλλη μακρινή εποχή, αλλά επιπλέον προσδιορίζει το «τέλος» στην γενεά που τον άκουγε. Τους μιλάει για την καταστροφή του Ναού και της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και για το «βδέλυγμα της ερημώσεως» (24:15-28).

Αυτά, ιστορικά συνέβησαν περίπου το 70 κ. ε. Ωστόσο, δεν πρέπει να μας εκπλήττει αυτό. Ο συγγραφέας του ευαγγελίου γράφει μετά τα γεγονότα, εκ του ασφαλούς. Απόδειξη για αυτό, είναι ότι σε άλλο σημείο του ευαγγελίου, αναφέρει ο Ιησούς στους Φαρισαίους ότι ο Ζαχαρίας ο γιος του Βαραχίου, φονεύθηκε από αυτούς μεταξύ του Ναού και του θυσιαστηρίου (Κατά Ματθαίον, 23:35). Αυτό συνέβη μεν, αλλά συνέβη λίγο πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ και της καταστροφής του Ναού, σύμφωνα με τον Ιώσηπο: «Οἱ δὲ ἤδη διαμεμισηκότες τὸ φονεύειν ἀνέδην εἰρωνεύοντο δικαστήρια καὶ κρίσεις. Καὶ δή τινα τῶν ἐπιφανεστάτων ἀποκτείνειν προθέμενοι Ζαχαρίαν υἱὸν Βαρούχου» (Ιουδαϊκοί πόλεμοι, βιβλίο 4, 5:4). Πρόκειται σαφώς περί αναχρονισμού, εφόσον υποτίθεται ότι ο Ιησούς το λέει περίπου στο 32-33 κ.ε., ενώ αυτό συνέβη πάνω από τριάντα χρόνια αργότερα.

Συνεχίζοντας, να σημειωθεί ότι ο Ιησούς λέει ρητά ότι οι μαθητές θα ζούσαν όταν θα συνέβαιναν αυτά: «Ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως…» (24:15). Αλλά και παρακάτω: «ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν Ἰδού, ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστίν, μὴ ἐξέλθητε• Ἰδού, ἐν τοῖς ταμείοις μὴ πιστεύσητε• ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (24:26-27). Αφού τους απάντησε στο «πότε» θα καταστραφεί ο Ναός, έρχεται τώρα να τους πει για το σημείο: «Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς» (24:29-30).

Να προσεχθεί ιδιαίτερα, ότι μετά την θλίψη εκείνων των ημερών (όπου θα ζουν οι μαθητές), ευθέως θα σκοτιστεί ο ήλιος και η σελήνη, και τότε θα φανεί το σημείο του Υιού του ανθρώπου στον ουρανό. Συνεπώς, όλα αυτά γίνονται στην εποχή των μαθητών, όπως λέει και παρακάτω: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται» (24:34). Η γενεά αυτή, των ανθρώπων που άκουγαν. Μία γενεά είναι η χρονική διαφορά μεταξύ πατέρα και γιού. Δεν είναι κάτι σταθερό, αλλά κατά την κοινή λογική, πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 30-40 χρόνια. Έστω, 50. Όπως και να το κάνουμε, η γενεά δεν θα μπορούσε να υπερβεί τον πρώτο αποστολικό αιώνα. Στο «κατά Λουκάν», προστίθεται: «ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν» (21:28). «Οὕτως καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ» (21:31). Κι ενώ τα πράγματα είναι τόσο καθαρά, αλλά άβολα για την Εκκλησία, οι πατέρες έρχονται να ερμηνεύσουν ότι γενεά, είναι η γενεά των πιστών, και όχι των αποστόλων. Σύμφωνα με την παρερμηνεία του Χρυσοστόμου, «Πως ουν, φησίν, είπεν, “η γενεά αύτη”; Ου περί της τότε λέγων, αλλά περί της των πιστών» (ΕΠΕ τ. 12, ομιλία 77, «Εις το κατά Ματθαίον»). Συνεπώς, εξαλείφεται η ψευδοπροφητεία του Ιησού, πλαστογραφώντας το νόημα.

Παρατηρούμε ότι στην πραγματικότητα, πουθενά δεν δίδεται συγκεκριμένη χρονολογία για την καταστροφή του Ναού. Επίσης, και το «σημείο» για την συντέλεια που δίνει ο Ιησούς, δεν είναι συγκεκριμένο. Σύμφωνα με την ερμηνευτική παράδοση της Εκκλησίας, είναι ο σταυρός. Παρακάτω, ο Ιησούς μέσω παραβολών, προσπαθεί επιμελώς να αποφύγει συγκεκριμένες ημερομηνίες. Έτσι πάντα λειτουργούσαν και λειτουργούν οι «προφήτες» και οι «προφητείες» τους.

Ε'. Οι άνδρες του συνεδρίου θα έβλεπαν την «Ανάληψη» και την «Δευτέρα Παρουσία» του Ιησού – Η πλαστογραφία του «Λουκά» και του Ζιγαβηνού


Ο Ιησούς αναφέρει ρητά στους άνδρες του συνεδρίου που τον δίκαζε, ότι θα τον έβλεπαν να έρχεται στην Δευτέρα Παρουσία του…
καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν; ὁ δὲ ἰησοῦς ἐσιώπα. καὶ ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ. λέγει αὐτῷ ὁ ἰησοῦς, σὺ εἶπας: πλὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.
(Κατά Ματθαίον, 26:62-64)
Ο συγγραφέας του «κατά Λουκάν» παίρνει την απάντηση του Ιησού όπως είναι διατυπωμένη στα προγενέστερα ευαγγέλια και την τροποποιεί πλαστογραφώντας την στο κείμενό του. Γράφει: «ἀπὸ τοῦ νῦν δὲ ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ θεοῦ» (Κατά Λουκάν, 22:69). Αφαιρεί την αναφορά στην «ανάληψη» και στην «Β΄ Παρουσία», καθώς και την σύνδεση αυτών των «γεγονότων» με τους άνδρες του συνεδρίου. Ο μεσαιωνικός θεολόγος Ευθύμιος Ζιγαβηνός, του οποίου τις ερμηνείες περιλαμβάνει στα υπομνήματά του ο Π. Τρεμπέλας, υπομνηματίζοντας το «Κατά Ματθαίον», γράφει…
Απάρτι, αντί του, Μετά μικρόν. Δηλοί δε τον μέχρι της αναστάσεως αυτού καιρόν. Όψεσθέ με, τον παρ’ υμών αναιρούμενον, καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως της του Θεού, ήγουν σύνθρονον τω Θεώ Πατρί. Έτι δε και ερχόμενον κατά την Δευτέραν Παρουσίαν επί των νεφελών του ουρανού, ως Θεόν. Όψεσθε δε είπεν, ουχ ως δυναμένων ούτως ιδείν αυτόν, αλλ’ ως διαμαρτυρόμενος· η και προς τους μέλλοντας εξ αυτών πιστεύειν ο λόγος. Το δε Όψεσθε δηλοί και το, Γνώσεσθε. Φησί δε και ο Λουκάς ότι Από του νυν έσται ο Υιός του ανθρώπου καθήμενος εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού, τουτέστι, Βραχύς ο καιρός της κατ’ εμού επιβουλής· ουκ εις μακράν γαρ ανώτερος των επιβουλευόντων γενήσομαι.
(PG τ. 129, σ. 697)
Τι κάνει εδώ ο μεσαιωνικός μας θεολόγος; Ενώ ορθά αποδίδει το «απ’ άρτι» ως «μετά μικρόν» (=μετά από λίγο) και ορθά μας λέει ότι αυτά τα λόγια απευθύνονται στους άνδρες του συνεδρίου (διότι δεν μπορεί να κάνει και αλλιώς), μετά μας λέει ότι ο Ιησούς δεν το είπε κυριολεκτώντας, αλλά διαμαρτυρόμενος! «Όψεσθε δε είπεν, ουχ ως δυναμένων ούτως ιδείν αυτόν, αλλ’ ως διαμαρτυρόμενος». Μετά, επιχειρεί μια παρερμηνεία, αφού «Το δε Όψεσθε δηλοί και το, Γνώσεσθε». Τώρα πλέον ο Ιησούς (σύμφωνα με την θεολογική αυτή ερμηνεία), δεν εννοούσε ότι θα τον έβλεπαν, αλλά θα το γνώριζαν. Και προς επίρρωσην αυτού, ο Ζιγαβηνός προχωράει και σε μια άλλη πονηριά. Φέρνει το παράλληλο χωρίο του «κατά Λουκάν», που σχολιάσαμε πριν. Όμως, αν ήθελε ο Ζιγαβηνός να είναι συνεπής ως προς τα κείμενα που ερμηνεύει και αφού χρησιμοποιεί την εκ παραλλήλου μέθοδο ερμηνείας, θα έπρεπε να αναφέρει και αυτό που γράφει ο συγγραφέας του «κατά Μάρκον»: «ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον μετὰ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ» (14:62).

Στ'. Εσχατολογία στο «κατά Ιωάννην» και στην «Α΄ Ιωάννου»


Στο «κατά Ιωάννη» ευαγγέλιο βλέπουμε μια διαφορετική εσχατολογία. Είναι το τελευταίο χρονικά ευαγγέλιο, γραμμένο προς τα τέλη του πρώτου αιώνος, και είναι απολύτως «φυσιολογικό» ο συγγραφέας του να μην συνδέει τα έσχατα με τα γεγονότα της άλωσης της Ιερουσαλήμ. Πουθενά δεν αναφέρεται σε αυτά (σε αντίθεση με τους προγενέστερούς του συνοπτικούς), αλλά στην εσχατολογία του ασχολείται με την «ανάσταση» και τον «αντίχριστο», του οποίου η δράση θα προηγηθεί της βασιλείας. Αυτά αναφέρονται περισσότερο στις επιστολές. Τις εσχατολογικές πλάνες του βιβλίου της «Αποκαλύψεως», θα τις δούμε ξεχωριστά, εφόσον δεν ανήκει στον συγγραφέα του ευαγγελίου και των τριών καθολικών επιστολών.

«μὴ θαυμάζετε τοῦτο ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Κατά Ιωάννην, 5:28-29).

Το χωρίο αυτό δεν μπορεί να εκληφθεί μεταφορικά, σε αντίθεση με το προηγούμενο χωρίο «ἔρχεται ὥρα καὶ νῦν ἐστιν ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται» (στ. 25). Εδώ, «νεκροί» είναι οι πνευματικά νεκροί. Όσοι από αυτούς ακούσουν την φωνή του Υιού του Θεού, θα ζήσουν. Στο παραπάνω χωρίο όμως, γίνεται αναφορά σε αυτούς που είναι στα μνήματα. Όλοι θα ακούσουν το πρόσταγμα της ανάστασης (όχι μόνο οι δεκτικοί) και θα πορευθούν είτε στην ανάσταση της ζωής είτε στην ανάσταση της κρίσεως. Στην εσχατολογία του συγγραφέα, δεν υφίσταται κρίση για τους πιστούς (3:18/ 5:24), σε αντίθεση με την παραβολή της τελικής κρίσης, όπως παρουσιάζεται στο «κατά Ματθαίον», κεφάλαιο 25. Εκεί η κρίση γίνεται για όλους, μόνο βάση των έργων. Η φράση «έρχεται ώρα», δεν θα έπρεπε να μας κάνει να νομίζουμε ότι αναφέρεται στο άμεσο μέλλον. Η εσχατολογία του είναι μια θολή εσχατολογία. Και σε άλλα σημεία του ευαγγελίου του αναφέρεται σε αυτήν την ημέρα, η οποία τοποθετείται κάπου όχι συγκεκριμένα. Κάπου κοντά και ταυτόχρονα μακριά. Κοντά ως όραμα, αλλά μακριά, εφόσον σε κάθε περίπτωση ο πιστός μέλλει να αναστηθεί από τον Ιησού.

«πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (6:40).

«οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (6:44).

Η στιχομυθία του Ιησού με την Μάρθα είναι χαρακτηριστική, όσον αφορά την «έσχατη» μέρα: «εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν Κύριε εἰ ἦς ὧδε ὁ ἀδελφός μου• οὐκ ἂν ἐτεθνήκει ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν θεὸν δώσει σοι ὁ θεός· λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς Ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου· λέγει αὐτῷ Μάρθα Οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ» (11:21-24).

Ο Ιησούς της λέει ότι θα αναστηθεί ο Λάζαρος. Η Μάρθα απαντά ότι ξέρει ότι θα αναστηθεί στην γενική ανάσταση, την έσχατη μέρα. Ενώ ο Ιησούς είναι παρών, το μυαλό της Μάρθας πάει για πολύ αργότερα. Η «έσχατη μέρα», φράση κλειδί στην εσχατολογία του συγγραφέα, είναι ταυτόχρονα επικείμενη και μακρινή. Ξεκάθαρη και θολή. Παρέχει άμεσα ελπίδα και απαιτεί αναμονή.

Πριν την έλευση της βασιλείας, επίκειται η δράση του αντίχριστου. Στις επιστολές παρατηρούμε το ίδιο μοτίβο. Η βασιλεία είναι κοντά και μακριά: «Παιδία ἐσχάτη ὥρα ἐστίν καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν» (Α΄ Ιωάννου, 2:18).

Είναι έσχατη ώρα, και ο αντίχριστος έρχεται (δεν ήρθε). Όμως, ήδη από τώρα (τότε), πολλοί αντίχριστοι υπάρχουν. Εδώ, η «έσχατη ώρα» δεν σημαίνει τον αμέσως μετά ερχομό του Ιησού. Προηγείται ο αντίχριστος που «έρχεται», ακόμα δεν έχει εμφανιστεί. Σαν να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο ο συγγραφέας και μαζί με αυτό να τονώσει την ελπίδα των πιστών. Ως αντίχριστους, προδρόμους του αντίχριστου, θέτει τους «αιρετικούς». «οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος ὁ ἀρνούμενος τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν» (2:22). Όπως κι αν έχει, τίποτα δεν εκπληρώθηκε. Η «έσχατη» ώρα ολοένα και μακραίνει. Ιστορικά, βλέπουμε ότι οι «αιρέσεις» υπεραυξήθηκαν σε σχέση με την τότε εποχή, αλλά ο αντίχριστος ακόμα έρχεται. Το «πνεύμα του αντίχριστου» ήταν ήδη παρόν από τότε (Α΄ Ιωάννου, 4:3), αλλά ο αντίχριστος ως πρόσωπο ποτέ δεν εμφανίστηκε.

Μέρος Β

Αποδείξεις για την πλάνη της εσχατολογίας από τις επιστολές, το βιβλίο της «Αποκάλυψης», και τα γραπτά των τριών πρώτων αιώνων. Η πλαστογράφηση της πραγματικότητας από τους εκκλησιαστικούς.

Α'. «ὁ Κύριος ἐγγύς» («Προς Φιλιππησίους», 4:5), και επιπλέον χριστιανικές απάτες


Το ίδιο πνεύμα, ότι δηλαδή «εγγύς ο Κύριος», υπάρχει και στα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Παύλος γράφει στους Κορίνθιους τα εξής: «ἰδού, μυστήριον ὑμῖν λέγω• πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα ἐν ἀτόμῳ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι• σαλπίσει γάρ καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι» (Α’ Προς Κορινθίους, 15:51-52).

Ο Παύλος θέτει «την έσχατη σάλπιγγα» που θα σημάνει την ανάσταση των νεκρών, στην εποχή του. Κατά την διάρκεια της ζωής του και της ζωής των Κορινθίων πρόκειται να γίνει η ανάσταση και η μεταμόρφωση των σωμάτων. Ούτε ο Παύλος ούτε οι παραλήπτες της επιστολής θα πέθαιναν. Όμως, ο πανδαμάτωρ χρόνος απέδειξε ότι το «μυστήριο» του Παύλου ήταν μία πλάνη.


Το ίδιο γράφει και στους Θεσσαλονικείς: «ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν Παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας•ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι θεοῦ καταβήσεται ἀπ’ οὐρανοῦ καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα» (Α΄ Προς Θεσσαλονικείς, 4:15-17).

Ο Παύλος αναφέρει ότι δεν θα προλάβουν να πεθάνουν, διότι θα κατέβει ο Ιησούς για να αναστήσει πρώτα τους πιστούς. Μετά, «εμείς» οι ζωντανοί, θα αρπαχθούμε στις νεφέλες για να συναντήσουμε εκεί τον Κύριο. Ο Παύλος δεν μιλάει γενικά, αλλά συγκεκριμενοποιεί το πράγμα, εφόσον βάζει μέσα σε αυτά τα «γεγονότα» που θα λάβουν χώρα άμεσα, τον εαυτόν του και έναν σωρό κόσμο. Αξιοπρόσεκτο είναι, ότι ο Ιησούς «έρχεται-κατεβαίνει» και οι ζώντες πιστοί αρπάζονται. Αργότερα, όταν θα έχουν περάσει οι αιώνες και τίποτα δεν θα έχει γίνει, όπως θα δούμε, οι εκκλησιαστικοί πατέρες μιλώντας για «συντέλεια», αναφέρονται στον βιολογικό θάνατο. Τώρα πια, η κίνηση είναι από την πλευρά του πιστού που πεθαίνοντας πάει στον ουρανό, και η βασιλεία καθίσταται ένα μακρινό όραμα…
Ας υποθέσουμε ότι η συντέλεια γίνεται ύστερα από είκοσι χρόνια, ύστερα από τριάντα, ύστερα από εκατό• τι σχέση έχει αυτό για μας; Δεν είναι η συντέλεια του καθενός το τέλος της ζωής του; Γιατί ασχολείσαι και αγωνιάς για το κοινό τέλος όλων;
(Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία 9η εις την προς Θεσσαλονικείς, ΕΠΕ τ. 22)
Στην ίδια επιστολή, στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, γράφει:
Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν ἀδελφοί οὐ χρείαν ἔχετε ὑμῖν γράφεσθαι· αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται· ὅταν γὰρ λέγωσιν Εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος ὥσπερ ἡ ὠδὶν τῇ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ καὶ οὐ μὴ ἐκφύγωσιν· ὑμεῖς δέ ἀδελφοί οὐκ ἐστὲ ἐν σκότει ἵνα ἡ ἡμέρα ὑμᾶς ὡς κλέπτης καταλάβῃ• πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας οὐκ ἐσμὲν νυκτὸς οὐδὲ σκότους• ἄρα οὖν μὴ καθεύδωμεν ὡς καὶ οἱ λοιποί ἀλλὰ γρηγορῶμεν καὶ νήφωμεν.
(Α’ Προς Θεσσαλονικείς, 5:1-6).
Τους λέει ότι δεν είναι ανάγκη να τους γράψει για τους χρόνους και τους καιρούς, διότι ξέρουν ότι η Ημέρα του Κυρίου θα έρθει όπως ο κλέφτης την νύχτα. Δηλαδή, ξαφνικά. Θα γίνονταν όμως σίγουρα στην γενιά τους, όπως είδαμε παραπάνω.

Ενδιαφέρον έχει η «Β΄ Προς Θεσσαλονικείς» επιστολή, που πλαστογραφείται αργότερα στο όνομα του Παύλου, για να δικαιολογήσει όσα δήθεν παρανοήθηκαν στην πρώτη. Είναι εμφανής η προσπάθεια μετάθεσης του «επικείμενου» ερχομού για το μέλλον. Στο δεύτερο κεφάλαιο της επιστολής, ο πλαστογράφος, γράφει στους Θεσσαλονικείς να μην αναστατώνονται από επιστολές που αναφέρουν ότι πλησίασε η Ημέρα. Δηλαδή, μια πλαστή επιστολή απαξιώνει μια αυθεντική! «Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον», τους γράφει, γιατί πρέπει πρώτα να έρθει η αποστασία και να αποκαλυφθεί ο αντίχριστος (2:1-4). Αυτά όμως που τους γράφει εδώ, δεν αναφέρθηκαν από τον Παύλο σε κανένα σημείο της επιστολής του. Για να δικαιολογηθεί η απουσία, ο άγνωστος συντάκτης προσποιούμενος τον Παύλο, τους λέει ότι όσα δεν τους έγραψε στην πρώτη επιστολή, τους τα είχε πει προφορικά. «Οὐ μνημονεύετε ὅτι ἔτι ὢν πρὸς ὑμᾶς ταῦτα ἔλεγον ὑμῖν;» (2:5).

Τους γράφει παρακάτω τα εξής:
καὶ νῦν τὸ κατέχον οἴδατε εἰς τὸ ἀποκαλυφθῆναι αὐτὸν ἐν τῷ ἑαυτοῦ καιρῷ· τὸ γὰρ μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας• μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται·καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος ὃν ὁ Κύριος ἀναλώσει τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ καταργήσει τῇ ἐπιφανείᾳ τῆς παρουσίας αὐτοῦ.
(Β’ Προς Θεσσαλονικείς, 2:6-8).

Η Παρουσία του Κυρίου προϋποθέτει την αποκάλυψη του ανόμου, δηλαδή του αντίχριστου. Όταν θα φύγει από την μέση «ο κατέχων», τότε θα αποκαλυφθεί ο άνομος. Το πράγμα είναι τώρα διαφορετικό σε σχέση με όσα γράφτηκαν στην πρώτη επιστολή. Ο άγνωστος συντάκτης, συσκοτίζει τα πράγματα παρά τα διαφωτίζει, στην προσπάθειά του να εξαλείψει τις αμφιβολίες για την Δευτέρα Παρουσία που καθυστερεί. Κινούμενος στην ομίχλη, δεν λέει καθαρά τι εννοεί με την λέξη «κατέχον».

Προτάθηκαν πολλές διαφορετικές ερμηνείες, όχι μόνο κατά τους πρώτους αιώνες, αλλά μέχρι και σήμερα. Ο Χρυσόστομος πάντως ήταν υπέρ της άποψης ότι «ο κατέχων» ήταν η ρωμαϊκή εξουσία.
Τί άραγε σημαίνει το «κατέχον»; […] Άλλοι λένε ότι είναι η χάρη του Πνεύματος, άλλοι πάλι η ρωμαϊκή εξουσία, με τους οποίους εγώ βέβαια συμφωνώ. Γιατί; Γιατί, αν ήθελε να πει το Πνεύμα, δεν θα το έλεγε με ασάφεια, αλλά φανερά, γιατί και τώρα αυτόν τον εμποδίζει η χάρη του Πνεύματος, δηλαδή τα χαρίσματα. Άλλωστε θα έπρεπε ήδη να είχε έλθει, αν επρόκειτο να έρθει, αφού εξέλειπαν τα χαρίσματα, καθόσον από παλιά έχουν εκλείψει. Επειδή όμως το λέγει αυτό για την ρωμαϊκή εξουσία, εύλογα έκανε υπαινιγμό, και στην αρχή ομιλεί σκοτεινά· γιατί ασφαλώς δεν ήθελε να επισύρρει περιττές έχθρες και ανωφελείς κινδύνους.
(Ομιλία 4 στην Β’ Προς Θεσσαλονικείς, ΕΠΕ τ. 23)
Η ρωμαϊκή εξουσία όμως πέρασε, και τίποτα δεν έγινε.

Στην προς «Ρωμαίους», γράφει ο Παύλος: «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν· ἡ νὺξ προέκοψεν ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» (Προς Ρωμαίους, 13:11-12).

Ο Χρυσόστομος και ο Φώτιος, αμφότεροι πλαστογραφούν ξανά τα πράγματα. Ο Χρυσόστομος εξηγεί:
Τί όμως σημαίνει αυτό που λέγει, «είναι ώρα να σηκωθούμε από τον ύπνο»; Δηλαδή, κοντά είναι η ανάσταση, κοντά η φοβερή κρίση, κοντά η ημέρα που καίγεται σαν φούρνος, και πρέπει πλέον να απαλλαγούμε από την αδιαφορία. Γιατί τώρα είναι πιο κοντά η σωτηρία μας, παρά τότε που πιστέψαμε. Βλέπεις πως παρουσιάζει σ’ αυτούς τώρα την ανάσταση; Γιατί καθώς περνάει ο χρόνος, λέγει, ξοδεύεται ο καιρός της παρούσας ζωής, ενώ έρχεται πιο κοντά ο καιρός της μέλλουσας ζωής.
(Ομιλία 25 στην Προς Ρωμαίους, ΕΠΕ τ. 17)
Ο Φώτιος σχολιάζει κατά τον ίδιο τρόπο το εδάφιο. Γράφει:
Γιατί έχει συντομευθεί ο χρόνος της ζωής μας και πρέπει εμείς, αν κοιμόμαστε και δεν κάνουμε τίποτα, να σηκωθούμε, ώστε και τώρα, σαν από ύπνο. Γιατί είναι φανερό ότι τώρα είμαστε προς το τέλος της ζωής μας, γιατί τότε μάλλον αποκαλύπτεται στους άξιους η σωτηρία και η απόλαυση των αγαθών.
(Ερμηνεία στην Προς Ρωμαίους, ΕΠΕ τ. 14).

Δεν πλησιάζει πλέον η βασιλεία στους ζώντες ανθρώπους, όπως κήρυττε ο Ιησούς, αλλά ο άνθρωπος στην βασιλεία…μετά θάνατον.

Β'. Επιπλέον στοιχεία από την «Προς Εβραίους», την επιστολή του Ιακώβου, την «Ά Πέτρου», την «Αποκάλυψη» και τους αποστολικούς πατέρες – Πλαστογράφηση Οικουμένιου, Θεοφύλακτου και Νικοδήμου Αγιορείτου


«τι γαρ μικρον οσον ο ερχομενος ηξει και ου χρονιει» (Προς Εβραίους, 10:37).

Ο συγγραφέας της επιστολής είναι πεπεισμένος ότι ο ερχόμενος Ιησούς δεν αργεί.

Ο Χρυσόστομος σχολιάζει: «Είπε ότι όταν θα κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη, τότε θα έλθει το τέλος· και να, φθάσαμε πλέον προς το τέλος. Διότι το ευαγγέλιο έχει κηρυχθεί στο μεγαλύτερο μέρος της οικουμένης· άρα λοιπόν το τέλος πλησιάζει» (Ομιλία 21 στην Προς Εβραίους, ΕΠΕ, τ. 25).

Ο Κύριος ολοένα και…μακραίνει. Άλλη η εποχή του Χρυσοστόμου και άλλη η εποχή της συγγραφής της υπό σχολιασμό επιστολής: «ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικεν» (Ιακώβου, 5:8).

Ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, δέχεται ότι αναφέρεται στην Δευτέρα Παρουσία: «Λέγει να υπομένετε και να μακροθυμείτε έως ότου να έλθει η Δευτέρα Παρουσία…» (Ερμηνεία στις επτά καθολικές επιστολές, σ. 61, έκδοση 1806). Παρ’ όλα αυτά, αποφεύγει να σχολιάσει το «ήγγικεν». Στην υποσημείωση, στην ίδια σελίδα, παρουσιάζει την ερμηνεία τριών πατέρων της Εκκλησίας, του Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, του Οικουμένιου, και του Χρυσοστόμου: «Παρουσίαν του Κυρίου εννοεί ο Αδελφόθεος και τον εις τα Ιεροσόλυμα ερχομόν των Ρωμαίων. Οίτινες μετά ολίγον έμμελον να έλθουν τότε, και να αιχμαλωτίσουν αυτά. […] Ερχομός γαρ λέγεται και η έλευσις του Θεού, ο θυμός και η οργή αυτού. Κατά τον Χρυσορρήμονα…».

Ο Ιάκωβος (πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων, σύμφωνα με την παράδοση) περίμενε την Δευτέρα Παρουσία στην εποχή του. Οι κατοπινοί, μετέτρεψαν την «παρουσία του Κυρίου» σε «ερχομό των Ρωμαίων», και στην οργή του Θεού. Ο Ιάκωβος στήριζε την ελπίδα των αδικούμενων στον ερχομό του Ιησού και την απόδοση της δικαιοσύνης. Επειδή δεν έγινε αυτό, αργότερα ερμήνευσαν ότι δήθεν εννοούσε την άλωση της Ιερουσαλήμ, και ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδόθηκε δικαιοσύνη.

«ἰδού, κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν» (Ιακώβου, 5:9).

Ο Νικόδημος ερμηνεύει: «Αινιγματωδώς φανερώνει τον θάνατον. Ός τις αιφνιδίως και παρ’ ελπίδα πολλαίς φοραίς έρχεται» (ο. π. σ. 62).

Ο Κριτής Ιησούς, μετατρέπεται σε… «θάνατο». Αλλάζοντας έννοιες και λέξεις, γίνεται προσπάθεια αλλοίωσης των αρχικών νοημάτων!

«ἀποδώσουσιν λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. Εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη ἵνα κριθῶσιν μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκὶ ζῶσιν δὲ κατὰ θεὸν πνεύματι. Πάντων δὲ τὸ τέλος ἤγγικεν» (Α’ Πέτρου 4:5-7).

Νικόδημος: «Όλοι ομού εις το αυτό τέλος έχουν να καταντήσουν, και όλοι έχουν να αποθάνουν» (ο. π. σ. 129). Το τέλος πλησίασε, μετατρέπεται στο προσωπικό τέλος.

Και στο βιβλίο της «Αποκάλυψης» συνεχίζεται το ίδιο.

«Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ θεός δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει καὶ ἐσήμανεν ἀποστείλας διὰ τοῦ ἀγγέλου αὐτοῦ τῷ δούλῳ αὐτοῦ Ἰωάννῃ» (1:1).

«Ἰδού, ἔρχεται μετὰ τῶν νεφελῶν καὶ ὄψεται αὐτὸν πᾶς ὀφθαλμὸς καὶ οἵτινες αὐτὸν ἐξεκέντησαν καὶ κόψονται ἐπ’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς ναί ἀμήν» (1:7).

«ἰδού, ἔρχομαι ταχύ» (3:11)

«Οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοί καὶ κύριος ὁ θεὸς τῶν ἁγίων προφητῶν ἀπέστειλεν τὸν ἄγγελον αὐτοῦ δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει· ἰδού, ἔρχομαι ταχύ» (22:6-7).

«Μὴ σφραγίσῃς τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου ὅτι ὁ καιρὸς ἐγγύς ἐστιν» (22:10).

«Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα, Ναί ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναί, ἔρχου, κύριε Ἰησοῦ» (22:20).

Το βιβλίο αυτό είναι γεμάτο από εικόνες και σύμβολα. Η ουσία του πράγματος (χωρίς να μπλέκουμε με ερμηνείες και αποσυμβολισμούς -κατά τους αιώνες που ακολούθησαν έκτοτε, δόθηκαν πολλές και διαφορετικές ερμηνείες), είναι ότι όλα όσα λέει, θα έπρεπε να είχαν συμβεί από τότε.

Ο Ιουστίνος πίστευε ότι «βραχύ» θα έρθει ο Ιησούς. Λέει λοιπόν στον Ιουδαίο Τρύφωνα να πιστέψει στις αποδείξεις που του φέρνει από τις Γραφές, περί το 135: «Επειδή από τε των Γραφών και των πραγμάτων τας τε αποδείξεις και τας ομιλίας ποιούμαι, έλεγον, μη υπερτίθεσθε μηδέ διστάζετε πιστεύσαι τω απεριτμήτω εμοί. Βραχύς ούτος υμίν περιλείπεται προσηλύσεως χρόνος· εάν φθάση ο Χριστός ελθείν, μάτην μετανοήσατε, μάτην κλαύσατε· ου γαρ εισακούσεται υμών» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 28.2, ΕΠΕ τ. 1).

Σε άλλο σημείο του ίδιου έργου: «Από των εθνών απάντων δια της πίστεως της του Χριστού θεοσεβείς και δίκαιοι γενόμενοι, πάλιν παραγενησόμενον αυτόν προσδοκώμεν» (ο. π. 52.4). «Παραγενησόμενος», σημαίνει «βρίσκομαι κοντά», «καταφθάνω».

Δέχεται ότι στην εποχή του θα εγκαθιδρύσει ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ χιλιόχρονη επίγεια Βασιλεία, ένα θέμα αμφιλεγόμενο από τους πρώτους Χριστιανούς, όπως αναφέρει στο κεφάλαιο 80. Αμφιλεγόμενο, διότι κάποιοι δέχονταν κατά γράμμα αυτήν την βασιλεία στην Ιερουσαλήμ, άλλοι αλληγορικά.

«Εγώ δε, και ει τινές εισίν ορθογνωμόνες κατά πάντα Χριστιανοί, και σαρκός ανάστασιν γενήσεσθαι επιστάμεθα και χίλια έτη εν Ιερουσαλήμ οικοδομηθείση και κοσμηθείση και πλατυνθείση, ως οι προφήται Ιεζεκιήλ και Ησαίας και οι άλλοι ομολογούσι» (ο. π. 80.5).

Μετά τα χίλια έτη, θα γίνει η γενική ανάσταση και η κρίση. «Χίλια έτη ποιήσειν εν Ιερουσαλήμ τους τω ημετέρω Χριστώ πιστεύσαντας, και μετά ταύτα την καθολικήν και, συνελόντι φάναι, αιώνιαν ομοθυμαδόν άμα πάντων ανάστασιν γενήσεσθαι και κρίσιν» (ο. π. 81.4).

Ο Ιππόλυτος Ρώμης, γράφει το 200 στο έργο του «Περί Χριστού και Αντίχριστου» με αφορμή το ερώτημα του Θεόφιλου εκ μέρους των χριστιανών αν η Ρώμη ήταν το κράτος του Αντίχριστου και αν θα καθυστερούσε το τέλος της εξουσίας του. Εκεί απαντά: «Ταύτα σοι παρέστησα δια βραχέων αρυσάμενος, Θεόφιλε, όπως φυλάσσων μετάπίστεως τα γεγραμμένα, και προβλέπων τα εσόμενα, απρόσκοπον εαυτόν και Θεώ και ανθρώποις φυλάξης, προσδεχμενος την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν του Θεού και Σωτήρος ημών, εν η αναστήσας τους αγίους ημών συν αυτοίς ευφρανθήσεται δοξάζων Πατέρα» (κεφ. 67). Σε άλλο έργο του το 204 «Εις τον Δανιήλ», γράφει το πότε θα γίνει η Β΄ Παρουσία. «Από γενέσεως ουν Χριστού δει ψηφίζειν πεντακόσια έτη τα επίλοιπα εις συμπλήρωσιν εξακισχιλίων ετών, και ούτως έσται το τέλος» (κεφ. 6).

Ο Ειρηναίος της Λυών το 185, τοποθετεί την συντέλεια στο έτος 6000 από Αδάμ…
Ὅσαις γὰρ ἡμέραις ἐγένετο ὁ κόσμος, τοσαύταις χιλιονταέτεσι συντελεῖται· καὶ διὰ τοῦτό φησιν ἡ γραφή· «Καὶ συνετελέσθησαν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ πᾶς ὁ κόσμος αὐτῶν. Καὶ συνετέλεσεν ὁ Θεὸς τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἕκτῃ τὰ ἔργα αὐτοῦ ἃ ἐποίησε καὶ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ.» Τοῦτο δ’ ἔστι καὶ τῶν προγεγονότων διήγησις, ὡς ἐγένετο, καὶ τῶν ἐσομένων προφητεία. Εἰ γὰρ «ἡμέρα Κυρίου ὡς χίλια ἔτη», ἐν δὲ ἓξ ἡμέραις συνετελέσθη τὰ γεγονότα, φανερὸν ὅτι ἡ συντέλεια αὐτῶν τὸ ἑξακισχιλιοστὸν ἔτος ἐστίν.
(Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, βιβλίο 5, κεφ.29. παράγραφος 3)
Αμφότερες οι χρονολογίες έχουν παρέλθει κατά αιώνες.

Κατά τον συντάκτη του βιβλίου «Ποιμένας του Ερμά», περί το 120- 140, όταν ολοκληρωθεί η πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας (που παραλληλίζεται με πύργο), τότε θα είναι το τέλος:

«Επηρώτων δε αυτήν περί των καιρών, ει ήδη συντέλεια εστίν. Η δε ανέκραγε φωνή μεγάλη λέγουσα· Ασύνετε άνθρωπε, ουχ οράς τον πύργον έτι οικοδομούμενον; Ως εάν ουν συντελεσθή ο πύργος οικοδομούμενος, έχει τέλος. Αλλά ταχύ οικοδομηθήσεται» (Όραση 3η, 9).

Στην επιστολή (δήθεν) Βαρνάβα, περί το 100-130…
Το Σάββατον λέγει εν αρχή της κτίσεως· και εποίησεν ο θεός εν εξ ημέραις τα έργα των χειρών αυτού, και συνετέλεσεν εν τη ημέρα τη εβδόμη και κατέπαυσεν εν αυτή και ηγίασεν αυτήν’’. Προσέχετε τέκνα, τι λέγει το, «συνετέλεσεν εν εξ ημέραις». Τούτο λέγει, ότι εν εξακισχιλίοις έτεσιν συντελέσει Κύριος τα σύμπαντα. Η γαρ ημέρα παρ’ αυτώ χίλια έτη
(15.3-4)
Δηλαδή, 6.000 χρόνια μετά την δημιουργία, που είναι κοντά.

«Εγγύς η ημέρα εν η συναπολείται πάντα τω πονηρώ. Εγγύς ο Κύριος και ο μισθός αυτού» (ο. π. 21:3).

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας συμβουλεύει τον Πολύκαρπο Σμύρνης, μεταξύ 107-117, «Τους καιρούς καταμάνθανε. Τον υπέρ καιρόν προσδόκα».(Αποστολικοί πατέρες, ΕΠΕ, τ. 4). Αν δεν τον περίμεναν την εποχή τους, δεν θα είχε νόημα η προσδοκία. Άλλωστε, κατά τον δεύτερο αιώνα, είναι ακόμα σε εγρήγορση οι πιστοί. Σε αυτό βοηθά ψυχολογικά και το γεγονός ότι ακόμα δεν είναι εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι χωρίζουν τον κόσμο σε “εμείς” και οι “άλλοι”, κάτι που τους συσφίγγει και τους δίνει ενθουσιασμό.

Στο έργο «Διδαχή των Αποστόλων», γραμμένο μεταξύ 100-110, αναφέρεται η προσεχής έλευση του Ιησού…
Γρηγορεῖτε ὑπὲρ τῆς ζωῆς ὑμῶν• οἱ λύχνοι ὑμῶν μὴ σβεσθήτωσαν, καὶ αἱ ὀσφύες ὑμῶν μὴ ἐκλυέσθωσαν, ἀλλὰ γίνεσθε ἕτοιμοι• οὐ γὰρ οἴδατε τὴν ὥραν, ἐν ᾗ ὁ κύριος ἡμῶν ἔρχεται. 2 Πυκνῶς δὲ συναχθήσεσθε ζητοῦντες τὰ ἀνήκοντα ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν• οὐ γὰρ ὠφελήσει ὑμᾶς ὁ πᾶς χρόνος τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐὰν μὴ ἐν τῷ ἐσχάτῳ καιρῷ τελειωθῆτε.
(16.1-2)
Να επαγρυπνούν, οι λύχνοι τους να μην σβήσουν, να γίνονται έτοιμοι διότι δεν ξέρουν την ακριβή ώρα που έρχεται ο Κύριος. Να συγκεντρώνονται μαζί συχνά, διότι δεν θα τους ωφελήσει όλος ο χρόνος της πίστεώς τους αν δεν τελειωθούν τον έσχατο καιρό.

Γ'. Τα παράπονα των πιστών και η χριστιανική δικαιολογία «μία ημέρα ως χίλια έτη»


Ήδη από τότε, υπήρξαν πιστοί που άρχισαν να αμφιβάλλουν. Ας δούμε τον προβληματισμό και την απάντηση του άγνωστου συντάκτη της «Β΄ Πέτρου»…
ἐλεύσονται ἐπ’ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐπιθυμίας πορευόμενοι καὶ λέγοντες Ποῦ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία τῆς παρουσίας αὐτοῦ ἀφ’ ἡς γὰρ οἱ πατέρες ἐκοιμήθησαν πάντα οὕτως διαμένει ἀπ’ ἀρχῆς κτίσεως. […] Ἓν δὲ τοῦτο μὴ λανθανέτω ὑμᾶς ἀγαπητοί ὅτι μία ἡμέρα παρὰ κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καὶ χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία· οὐ βραδύνει ὁ κύριος τῆς ἐπαγγελίας ὥς τινες βραδύτητα ἡγοῦνται ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι. Ἥξει δὲ ᾗ ἡμέρα κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ…
(3:3-10)
Οι πιστοί που προβληματίζονται και ρωτούν, χαρακτηρίζονται «εμπαίκτες». Δηλαδή, άνθρωποι που κοροϊδεύουν, και ζουν σύμφωνα με τις δικές τους επιθυμίες και όχι με τις επιταγές των ταγών τους. Ακολουθείται και εδώ ο στιγματισμός προσώπων, μια συνήθης μέθοδος των χριστιανών συγγραφέων, προκειμένου να σπιλώσει τους ιδεολογικούς του αντιπάλους ώστε να αποδυναμωθεί όσο γίνεται περισσότερο ο αντίλογός τους. Αυτοί οι άνθρωποι ρωτούν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Που είναι η υπόσχεση της Παρουσίας του; Το ερώτημα επιβεβαιώνει ότι ήταν κοινή πεποίθηση στους χριστιανούς ότι η Δευτέρα Παρουσία θα γίνονταν στην εποχή τους. Από τότε που πέθαναν οι πατέρες, όλα μένουν όπως ήταν από την αρχή. Καμία μεταβολή, καμία εξέλιξη στα πράγματα. Ακριβώς το ίδιο που θα μπορούσε να ειπωθεί και σήμερα και σε κάθε αιώνα. Και η δικαιολογία πάντα η ίδια. «Μία μέρα είναι χίλια έτη, και χίλια έτη ως μια μέρα» για τον Κύριο. Ο χρόνος δεν πρέπει πλέον να εκλαμβάνεται κατά γράμμα. Το «ρολόι» του Θεού μετράει διαφορετικά. Με αυτόν τον τρόπο διευρύνονται τα οροθέσια, και δικαιολογείται για άλλη μια φορά η μη πραγματοποίηση των υποσχέσεων του Ιησού.

Ο Κλήμης Ρώμης αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με τον συντάκτη της «Β΄ Πέτρου» επιστολής»· έπρεπε να απαντήσει στο γιατί καθυστερεί η έλευση του Κυρίου. Έτσι, γράφει το έτος 95- 98:
Διο μη διψυχώμεν, μηδέ ινδαλλέσθω η ψυχή ημών επί ταις υπερβαλλούσας και ενδόξοις δωρεαίς αυτού. Πόρρω γενέσθω αφ’ ημών η γραφή αύτη, όπου λέγει· ‘’Ταλαίπωροιεισίν οι δίψυχοι, οι διστάζοντες τη ψυχή, οι λέγοντες ταύτα ηκούσαμεν και επί των πατέρων ημών, και ιδού γεγηράκαμεν και ουδέν ημίν τούτων συνβέβηκεν.
(Προς Κορινθίους, 23:2-3)
Τους προτρέπει να μην διστάζουν, να μην αμφιβάλλουν, αλλά να πιστεύουν, διότι «ταύτα πάντα βεβαιοί η εν Χριστώ πίστις» (ο. π. 22:1). «Επ’ αληθείας ταχύ και εξαίφνης τελειωθήσεται το βούλημα αυτού, συνεπιμαρτυρούσης και της γραφής ότι “ταχύ ήξει και ου χρονιεί”, και εξαίφνης ήξει Κύριος εις τον ναόν αυτού, και ο άγιος ον υμείς προσδοκάτε» (ο. π. 23:5).

Επίλογος


Η εσχατολογία των τριών πρώτων αιώνων είναι σε αρμονία. Η συντέλεια του παρόντος εξουσιαστικού συστήματος και η «Βασιλεία» αναμένεται να έρθει σύντομα. Τα πράγματα όμως αλλάζουν στο χρόνο. Ο Ιησούς δεν φάνηκε, και η Εκκλησία απέκτησε δύναμη κατεξουσιαστική. Η Εκκλησία προετοιμάζει τον πιστό για να συναντήσει τον Ιησού μετά θάνατον.Η ερχόμενη βασιλεία των ουρανών αντικαταστάθηκε από την χριστιανική αυτοκρατορία στην γη. Ένας Θεός, ένας επίγειος αυτοκράτορας. Η μία «αλήθεια» δεν μπορεί να ανεχθεί διαφορετικές απόψεις. Οι «αιρετικοί» διώκονται κρατικά (με τα έδικτα) και εκκλησιαστικά (με αφορισμούς-καταδίκες). Η φιλοσοφία όπου εξυπηρετεί υιοθετούνται στοιχεία της, όπου εκφράζει αντίθετες απόψεις διώκεται (π.χ. τα αναθέματα), και οι φορείς της χαρακτηρίζονται επίσης «αιρετικοί», «άθεοι», «πλανεμένοι».

Όπως αναφέρει ο βυζαντινολόγος Α. Βασίλιεφ, «Η ιδέα της επί γης Βασιλείας ήταν τελείως νέα και αντίθετη προς τη βασική αρχή του Χριστιανισμού πως η Βασιλεία του Θεού δεν είναι του κόσμου τούτου και ότι πλησιάζει σύντομα το τέλος του κόσμου» (Ιστορία Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ. Α΄, σ. 79).

Ο Ευσέβιος Καισαρείας, στον εγκωμιαστικό του λόγο «Εις Κωνσταντίνον Τριακονταετηρικός», εξυμνεί την δυναστεία του Κωνσταντίνου. Η «θεόδοτη» διακυβέρνηση των Χριστιανών Αυτοκρατόρων «θείων προφητών αποπληροί θεσπίσματα, α δη πάλαι και πρόπαλαι ωδέ πη εβόα και διαλήψονται την βασιλείαν άγιοι υψίστου» (3.2, ΕΠΕ τ. 4). Δηλαδή, είναι εκπλήρωση των προφητών που είπαν ότι την βασιλεία θα την αναλάβουν οι άγιοι του Υψίστου.

Σε άλλο σημείο του λόγου, ότι «της ουρανίου Βασιλείας εικόνι κεκοσμημένος, άνω βλέπων κατά την αρχέτυπον ιδέαν τους κάτω διακυβερνών ιθύνει, μονάρχου δυναστείας μιμήματι κραταιούμενος. […] Μοναρχία δε της πάντων υπέρκειται συστάσεως και διοικήσεως. Αναρχία γαρ μάλλον και στάσις η εξ ισοτιμίας αντιπαρεξαγομένη πολυαρχία. Διο δη εις Θεός αλλ’ ου δύο ουδέ τρις έτι πλείονες…» (ο. π. 3.6). Δηλαδή, ο επίγειος βασιλιάς και η βασιλεία του είναι εικόνα της ουράνιας. Όπως εκεί δεν επικρατεί αναρχία, έτσι πρέπει και εδώ. Και αυτό επιτυγχάνεται με την μοναρχία. Ο βασιλιάς χαρακτηρίζεται «φίλος του Θεού», και «εικόνα» του Θεού Λόγου, που διακυβερνά και κατευθύνει τα πάντα «κατά μίμηση» εκείνου (ο. π. 2.6). Σε όσες υπερβολές και αν προβαίνει ο αυλοκόλακας Ευσέβιος, δεν παύει να εκφράζει μια νέα διαμορφωθείσα κατάσταση.

Στα ευαγγέλια «Κατά Μάρκον» (1:14-15) και «Κατά Ματθαίον» (4:17/10:7), ο καιρός έχει ήδη συμπληρωθεί και πλησιάσει. Κάποιοι από τους μαθητές δεν θα πέθαιναν, διότι η βασιλεία θα έρχονταν στον καιρό τους («Κατά Μάρκον», 9:1 – «Κατά Ματθαίον» 16:27-28 – «Κατά Λουκάν», 9:26-27). Ο Ιησούς είπε πολύ καθαρά ότι οι άνδρες του θρησκευτικού συνεδρίου που τον ανέκρινε, θα έβλεπαν την Δευτέρα Παρουσία («Κατά Ματθαίον», 26:64). Μάλιστα, η γενεά που άκουγε το εσχατολογικό του κήρυγμα, θα ζούσε τα «γεγονότα» («Κατά Ματθαίον», 24:34). Ο ίδιος ο Ιησούς, τοποθέτησε την «Ημέρα του Κυρίου», στην εποχή την δική του («Κατά Ματθαίον», 11:12-14/17.10-13 – Μαλαχίας, 4:1-6).

Ο Παύλος που γράφει κάποιες δεκαετίες πριν τα ευαγγέλια, λέει ότι τόσο αυτός όσο και οι παραλήπτες των επιστολών του, θα είναι ζωντανοί όταν θα έρθει πάλι ο Ιησούς (Α΄ Προς Κορινθίους, 15:51-52/Α΄ Προς Θεσσαλονικείς 4:15-17).

Στις τελευταίες δεκαετίες του πρώτου αιώνα, το ίδιο μήνυμα επαναλαμβάνεται. Είναι έσχατη ώρα (Ά Ιωάννου, 2:18), πλησίασε η Β΄ Παρουσία (Ιακώβου, 5:8), δεν αργεί ο Ιησούς (Προς Εβραίους, 10:37), έρχεται γρήγορα (Αποκάλυψη, 1:1/1:7/3:11/22:6-7/22:10). Παρ’ όλα αυτά, δεν λείπουν και οι αμφιβάλλοντες πιστοί που αντιμετωπίζονται εχθρικά (Β΄ Πέτρου, 3:3-10) και υποτιμητικά (επιστολή Κλήμη προς Κορινθίους) από τους εκκλησιαστικούς ηγήτορες.

Και τον δεύτερο αιώνα, το ίδιο. Ο Ιησούς έρχεται «βραχύ» (Ιουστίνος), «ταχύ» (Ποιμένας του Ερμά). Είναι «εγγύς» (επιστολή Βαρνάβα).

Αν και έχουμε τόσες πολλές και τόσο ξεκάθαρες μαρτυρίες, οι σημερινοί χριστιανοί συνεχίζουν την ίδια πλαστογράφηση και παραποίηση των ίδιων τους των κειμένων. Από τον 4ο-5ο αιώνα και μετά, το κήρυγμα αλλάζει. Κανείς δεν περιμένει πια πραγματικά τον Ιησού. Και αν υπήρχαν ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτές έχουν εκλείψει. Και φαίνεται από την ζωή των ίδιων των Χριστιανών.

Ο Ιερόθεος Βλάχος, αναφέρει απολογητικά τα παρακάτω. Ο αναγνώστης ας βγάλει τα συμπεράσματά του…
Επίσης ο Χριστιανισμός δεν μεταθέτει απλώς το πρόβλημα στο μέλλον, ούτε περιμένει την απόλαυση της Βασιλείας των Ουρανών μετά την ιστορία και μετά το τέλος του χρόνου. Το μέλλον στον Χριστιανισμό βιώνεται στο παρόν και η Βασιλεία του Θεού αρχίζει από αυτήν την ζωή. Βασιλεία του Θεού, κατά την πατερική ερμηνεία, είναι η Χάρη του Τριαδικού Θεού, η θεωρία του ακτίστου Φωτός. Εμείς οι Ορθόδοξοι δεν περιμένουμε το τέλος της ιστορίας και του χρόνου, αλλά με την εν Χριστώ ζωή τρέχουμε προς το τέλος της ιστορίας και έτσι βιώνουμε αυτά που πρόκειται να συμβούν στην μετά την Δευτέρα Παρουσία ζωή από τώρα.
(Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, κεφ. 1)
--------------------------------------
* Η Εσχατολογία είναι τομέας της Θεολογίας που ασχολείται με τα έσχατα γεγονότα της ιστορίας του κόσμου ή την κατάληξη του ανθρώπινου γένους, που διατυπώνεται συνήθως ως «συντέλεια του κόσμου», και των προσδοκιών που σχετίζονται με αυτά. Ευρύτερα, η εσχατολογία καλύπτει επίσης έννοιες που αφορούν την τελική κατάσταση του κάθε ατόμου, όπως η Μεσσιανική εποχή και η Ημέρα της Κρίσης, η μετά θάνατον ζωή, ο Παράδεισος, η Κόλαση, το Καθαρτήριο, η ανάσταση των νεκρών και η ψυχή.

Η διάκριση μεταξύ «Τέλους των Αιώνων» και «Συντέλειας του Κόσμου» έχει ιδιαίτερη θεολογική σημασία, γιατί σε πολλές θρησκείες οι τελευταίες μέρες μπορούν να περιλαμβάνουν την καταστροφή του πλανήτη (ή όλων των έμβιων όντων), αλλά με την ανθρώπινη φυλή να επιζεί σε κάποια νέα μορφή, τελειώνοντας την τρέχουσα "εποχή" υπάρξεως και αρχίζοντας μία νέα.

Οι περισσότερες θρησκείες έχουν δόγματα που υποστηρίζουν ότι τα "επιλεγμένα" ή "άξια" μέλη της μιας και αληθινής πίστης θα σωθούν από την επερχόμενη κρίση και την οργή του Θεού. Θα εισέλθουν στον παράδεισο πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από την κρίση ανάλογα με το εσχατολογικό πλαίσιο της κάθε θρησκείας.

Βουδιστική Εσχατολογία

 

Στην εποχή του ο Βούδας είχε προβλέψει ότι οι διδασκαλίες του θα εξαφανίζονταν μετά από 500 έτη. Σύμφωνα με το Σούττα Πιτάκα (Sutta Pitaka), οι "δέκα ηθικές πορείες της συμπεριφοράς" θα εξαφανιστούν και οι άνθρωποι θα ακολουθήσουν τις δέκα ανήθικες έννοιες της κλοπής, της βίας, της δολοφονίας, του ψεύδους, της κακής ομιλίας, της μοιχείας, της προσβλητικής και ανόητης συζήτησης, της έντονης και αρρωστημένης επιθυμίας, της αχαλίνωτης πλεονεξίας με συνέπεια να κυριαρχήσει η ένδεια και το τέλος των κοσμικών νόμων του αληθινού Ντάρμα.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, ο χρόνος της απώλειας των διδασκαλιών επεκτάθηκε σε 5.000 έτη. Σχολιαστές όπως ο Βουδαγκόσα προέβλεψαν βαθμιαία εξαφάνιση των διδασκαλιών του Βούδα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου, το αραχάτς (arahats) δεν θα εμφανιζόταν πλέον στον κόσμο. Αργότερα, το περιεχόμενο των αληθινών διδασκαλιών του Βούδα θα εξαφανιζόταν και μόνο η μορφή τους θα συντηρούνταν. Τέλος, ακόμη και η μορφή του Ντάρμα θα ξεχνιόταν. Κατά τη διάρκεια του τελικού σταδίου, ο ίδιος ο Βούδας θα λησμονούσε τη μορφή του και το τελευταίο των λειψάνων του θα μαζευόταν στη Μποντ Γκάγια και θα αποτεφρωνόταν. Έπειτα από κάποιο διάστημα ένας νέος Βούδας με το όνομα Μαιτρέγια θα παρουσιαζόταν για να ανακαινίσει τις διδασκαλίες του Βουδισμού και να ανακαλύψει πάλι την πορεία προς το νιρβάνα. Ο Μαιτρέγια θεωρείται ότι κατοικεί αυτήν την περίοδο στον ουρανό Τουσίτα, όπου αναμένει την τελική αναγέννησή του στον κόσμο.

Η πτώση του Βουδισμού στον κόσμο και η ενδεχόμενη αποκατάστασή του από τον Μαιτρέγια είναι σύμφωνη με τη γενική μορφή της βουδιστικής κοσμολογίας. Όπως και οι Ινδουιστές έτσι και οι Βουδιστές πιστεύουν γενικά σε έναν κύκλο δημιουργίας και καταστροφής, του οποίου η τρέχουσα εποχή αντιπροσωπεύει μόνο το τελευταίο βήμα. Ο ιστορικός Βούδας Σακυγιαμούνι (563 – 422 π.Χ.) είναι μόνο ο τελευταίος σε μία σειρά από Βούδες που ξετυλίγεται στο παρελθόν.

Η πίστη στην πτώση και την εξαφάνιση του Βουδισμού στον κόσμο έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη του Βουδισμού από την εποχή του Βούδα. Στο βουδισμό Βατζραγιάννα και διάφορες άλλες μορφές εσωτερικού βουδισμού, η χρήση του τάντρα δικαιολογείται από την εκφυλισμένη κατάσταση του παρόντος κόσμου. Η ανατολική ασιατική πίστη για την πτώση του Ντάρμα (αποκαλούμενου μάππο στα ιαπωνικά) συνέβαλε στην εμφάνιση του Βουδισμού του Αγνού Βασιλείου. Μέσα στην παράδοση Θεραβάντα, η συζήτηση για το εάν το νιρβάνα ήταν ακόμα εφικτό στη σημερινή εποχή βοήθησε στη δημιουργία του Τάγματος Νταμαγιούτ στην Ταϊλάνδη.

Χριστιανική Εσχατολογία

 

Οι μαθητές του Χριστού είχαν πιστέψει εσφαλμένα ότι ήταν πολύ κοντά χρονικά το τέλος του κόσμου νομίζοντας ότι θα ερχόταν κατά τη διάρκεια ζωής τους. Ο Ιησούς στο Μαρκ. 13.8 σύγκρινε το τέλος του κόσμου με τον πόνο της γέννας μιας μητέρας και η εικόνα υπονοούσε ότι ο κόσμος ήδη εγκυμονούσε την καταστροφή του αλλά κανένας πέρα από το Θεό δεν ξέρει πότε ακριβώς θα συμβεί. Όταν οι νεοφώτιστοι του Παύλου στη Θεσσαλονίκη διώχτηκαν από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, θεώρησαν ότι το τέλος είχε έρθει. Στα 130 ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας δήλωσε ότι ο Θεός καθυστερούσε το τέλος του κόσμου επειδή επιθυμούσε για το Χριστιανισμό να γίνει μια παγκόσμια θρησκεία. Το 250 ο Κυπριανός έγραψε ότι οι χριστιανικές αμαρτίες εκείνου του καιρού ήταν ένα προοίμιο και μια απόδειξη ότι το τέλος ήταν κοντά. Ταυτόχρονα, ψευδόχριστοι (ψευδομεσσίες) και ψευδοπροφήτες προωθούσαν και έτρεφαν ανυπόστατες προσδοκίες όσον αφορά το επικείμενο τέλος.

Εκκλησιαστικοί ηγέτες αλλά και διάφορες χριστιανικές ομάδες προσπαθούσαν να προσδιορίσουν το τέλος του κόσμου με βάση τις πληροφορίες της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Ως αποτέλεσμα, ένας από τους υπολογισμούς υπεδείκνυε ότι το τέλος θα συνέβαινε το 202. Τον 3ο αιώνα ως ημερομηνία της "συντέλειας του κόσμου" προτάθηκε το 500. Σε αυτή την ημερομηνία κατέληξε ο επίσκοπος Ρώμης Ιππόλυτος στην ερμηνεία της προφητείας του Δανιήλ, υπολογίζοντας ότι το τέλος θα έρθει στη συμπλήρωση των 6.000 ετών από καταβολής κόσμου, η οποία είχε λάβει χώρα 5.500 έτη προ Χριστού[1]. Εκείνη την περίοδο αρχίζει να εμφανίζεται μια σαφή πολεμική κατά αυτής της μορφής εσχατολογίας.

Ερμηνεύοντας τις Γραφές, οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων τοποθετούσαν το τέλος του κόσμου μέσα στη διάρκεια ζωής τους ή σύντομα μετά από αυτή. Στους πρόσφατους αιώνες μέχρι και σήμερα χριστιανικές ομολογίες και προσωπικότητες έχουν ερμηνεύσει παρόμοια Βιβλικές προφητείες, οι οποίες εδράζονται σε ένα συνδυασμό των τραγωδιών που συμβαίνουν παγκόσμια και της ερμηνείας χωρίων της Βίβλου.

Το ζήτημα εάν οι πραγματικοί πιστοί θα δουν το τέλος προκαλεί διαμάχες σε προτεσταντικούς κύκλους. Επίσης, σε κύκλους της Ορθόδοξης Εκκλησίας γίνονται κατά καιρούς προσπάθειες προσδιορισμού των «εσχάτων ημερών» με σημείο αναφοράς το χρόνο εμφάνισης του Αντιχρίστου[2].

"Αποκατάσταση των πάντων" 


Η θεολογική αυτή φράση χρησιμοποιήθηκε από ορισμένους Πατέρες και Εκκλησιαστικούς συγγραφείς, στην προσπάθεια τους να προσεγγίσουν το μυστήριο των εσχάτων (εσχατολογία) και ειδικότερα, τον τρόπο, με τον οποίο θα ολοκληρωθεί το θείο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου και της αποκαταστάσεως της Δημιουργίας στο "αρχαίο της κάλλος". Πρόκειται για μια θεολογική διδασκαλία που την εκπροσωπούν κυρίως οι Ωριγένης, Γρηγόριος Νύσσης και Μάξιμος Ομολογητής (αλλά και οι Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Δίδυμος ο Τυφλός, Ευάγριος ο Ποντικός, Διόδωρος Ταρσού, Θεόδωρος Μοψουεστίας κ.ά.).
  • Κατά τον Ωριγένη το πυρ της κολάσεως δεν είναι τιμωρό, αλλά "καθάρσιο" και ιαματικό. Επομένως υπάρχει η κόλαση ως θεραπευτήριο, δεν είναι όμως αιώνια και το Σχέδιο του Θεού θα ολοκληρωθεί τελικά με την αποκατάσταση όλων των δημιουργημάτων, ακόμη και των αμαρτωλών ανθρώπων και των δαιμόνων.
  • Ο Γρηγόριος Νύσσης, στηριζόμενος σε χωρία όπως τα Ματθ. 18:34 (ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοίς βασανισταίς έως ού αποδώ πάν το οφειλόμενον αυτώ) και Α' Κορ. 15:28 (όταν δε υποταγή αυτώ τα πάντα, τότε και αυτός ο υιός υποταγήσεται τώ υποτάξαντι αυτώ τα πάντα, ίνα ή ο Θεός τα πάντα εν πάσιν), αποδέχεται ότι το πυρ της κολάσεως καίει τις ψυχές μαζί με την κακία. Η κακία θα δαπανηθεί, θα εκλείψει, ενώ η ψυχή θα καθαρθεί.
  • Ο Μάξιμος Ομολογητής δέχεται την αποκατάσταση, αλλά διευκρινίζει τη θεωρία του Ωριγένη και του Νύσσης: ο αφανισμός του κακού και η σιγή της κόλασης σημαίνει αποβολή της μνήμης του κακού και αποκατάσταση των δυνάμεων της ψυχής που έχουν διαβρωθεί. Όλες οι ψυχές που έχουν ξεστρατίσει, και είναι υπό το κράτος της κακίας, με την παράταση των αιώνων θα αποβάλουν τις μνήμες της κακίας και το κακό, ως μη όν, δεν θα έχει καμιά δύναμη ούτε και μνήμη. Η λήθη του κακού είναι ο αφανισμός του. Έτσι ο Θεός θα φανεί, κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, πως είναι αναίτιος του κακού.
Η συγκεκριμένη διδασκαλία παρουσιάζει προβλήματα δογματικής ακρίβειας σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία και περισσότερο αποτελεί θεολογούμενο δηλ. διδασκαλία με πιθανότητα αληθείας (που διατυπώνεται στα πλαίσια της υποκειμενικής ελευθερίας ως προς την ενασχόληση με τα θεία), σε αντίθεση με το δόγμα που παρέχει βεβαιότητα αληθείας. Η διδασκαλία αυτή δεν γίνεται επίσημα αποδεκτή από την Εκκλησία διότι θεωρείται πως δεν στηρίζεται στην Αγία Γραφή και πως δεν κηρύσσεται ομόφωνα από όλους τους Πατέρες ώστε να υπάρχει «Συμφωνία Πατέρων».

Ινδουϊστική Εσχατολογία


Οι ινδουϊστικές προφητείες διακηρύσσουν ότι ο κόσμος θα περιέλθει στο χάος και την εξαθλίωση. Θα υπάρξει έπειτα μια στροφή του κόσμου προς τη διαστροφή, την πλεονεξία και τη διαπάλη.

Αυτή η κατάσταση θα ακολουθηθεί από την εμφάνιση μίας ενσαρκωμένης εκδήλωσης της θεότητας, "ο Κύριος θα φανερωθεί ως αβατάρα Kalki...Θα καθιερώσει την ευθύτητα επάνω στη γη και οι διάνοιες των ανθρώπων θα γίνουν τόσο καθαρές όσο το κρύσταλλο...Ως επακόλουθο θα έρθει η Sat ή το Krta Yuga (χρυσή εποχή)."

Ισλαμική Εσχατολογία


Η ισλαμική εσχατολογία άπτεται θεμάτων όπως το τέλος του κόσμου και η έσχατη κρίση της ανθρωπότητας. Η εσχατολογία είναι μια από τις τρεις κύριες δοξασίες του Ισλάμ, σε παραβολή με τη μοναδικότητα του Αλλάχ και την προφητεία. Όπως και οι άλλες θρησκείες της αρχαίας σημιτικής παράδοσης, το Ισλάμ διδάσκει τη σωματική ανάσταση των νεκρών, την εκπλήρωση ενός θείου σχεδίου για τη δημιουργία, και την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής. Ο δίκαιος ανταμείβεται με τις απολαύσεις του Παραδείσου ενώ ο φαύλος τιμωρείται στην Κόλαση. Αυτές οι αρχές εξετάζονται σε μεγάλο μέρος του Κορανίου καθώς επίσης και στην ισλαμική προφητική παράδοση.

Ιουδαϊκή Εσχατολογία


Στον Ιουδαϊσμό, το τέλος του κόσμου καλείται acharit hayamim (τέλος των ημερών). Τα ταραχώδη γεγονότα θα ανατρέψουν την παλαιά παγκόσμια τάξη, δημιουργώντας μια νέα τάξη στην οποία ο Θεός θα αναγνωρίζεται ως απόλυτος κυρίαρχος σε όλη την οργανική και ανόργανη κτίση. Ένας από τους σοφούς συγγραφείς του Ταλμούδ λέει: «ας έρθει το τέλος των ημερών, αλλά μακάρι εγώ να μη ζω για να το δω», επειδή θα επιφέρει πολλές συγκρούσεις και πόνο.

Το Ταλμούδ, στην πραγματεία Avodah Zarah, δηλώνει ότι αυτός ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα υπάρξει μόνο για έξι χιλιάδες έτη. Το εβραϊκό ημερολόγιο (luach) λειτουργεί υποθέτοντας ότι ο χρόνος αρχίζει με τη δημιουργία του κόσμου από το Θεό στη Γένεση. Πολλοί άνθρωποι (ειδικότερα Εβραίοι συντηρητικοί και μεταρρυθμιστές και οι περισσότερες Χριστιανικές ομολογίες) πιστεύουν ότι τα έτη της Τορά, της εβραϊκής Βίβλου, είναι συμβολικά. Σύμφωνα με τις αρχαίες εβραϊκές διδασκαλίες που εξακολουθούν να διδάσκονται από τους σημερινούς ορθόδοξους Εβραίους, τα έτη είναι κυριολεκτικά και πέρα για πέρα σύμφωνα σε όλο το χρόνο, με 24 ώρες ανά ημέρα και μέσο όρο 365 ημερών ετησίως. Ο υπολογισμός των ετών, φυσικά, γίνεται με δίσεκτα έτη, για να ισοσκελίσουν τη διαφορά μεταξύ του σεληνιακού και του ηλιακού ημερολογίου, δεδομένου ότι το εβραϊκό ημερολόγιο είναι βασισμένο και στα δύο. Κατά συνέπεια το έτος 2005 είναι ίσο με 5765 έτη από τη δημιουργία στο εβραϊκό ημερολόγιο. Σύμφωνα με αυτόν τον υπολογισμό, το τέλος των ημερών θα πραγματοποιηθεί το έτος 2240.

Κατά την ιουδαϊκή παράδοση το τέλος του κόσμου θα σημάνει:
  • Σύναξη όλων των Εβραίων της διασποράς στο γεωγραφικό Ισραήλ.
  • Κατατρόπωση όλων των εχθρών του Ισραήλ.
  • Οικοδόμηση του τρίτου εβραϊκού ναού στην Ιερουσαλήμ και επανάληψη των θυσιών και των τελετών σε αυτόν.
  • Ανάσταση των νεκρών
  • Ο Εβραίος Μεσσίας θα γίνει ο νέος βασιλιάς του Ισραήλ. Θα διαιρέσει τους Εβραίους του Ισραήλ στις πρότερες φυλετικές ομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Γωγ, βασιλιάς της Μαγώγ, θα επιτεθεί στο Ισραήλ. Η ταυτότητα του Γωγ και του έθνους της Μαγώγ είναι άγνωστη. Η Μαγώγ θα διεξάγει μια μεγάλη μάχη, στην οποία θα αφανιστούν πολλοί και από τις δύο πλευρές, αλλά ο Θεός θα επέμβει και θα σώσει τους Εβραίους. Αυτή είναι η αποκαλούμενη μάχη του Αρμαγεδώνα. Ο Θεός, που θα έχει συντρίψει αυτόν τον τελικό εχθρό μια για πάντα, θα εξοβελίσει όλο το κακό από την ανθρώπινη ύπαρξη. Μετά το έτος 6000 (κατά το εβραϊκό ημερολόγιο), η έβδομη χιλιετία θα είναι μια εποχή αγιότητας, γαλήνης, πνευματικής ζωής και παγκόσμιας ειρήνης, αποκαλούμενης Olam Haba ("μελλοντικός κόσμος"), όπου όλοι οι άνθρωποι θα γνωρίζουν το Θεό άμεσα.

Υποσημειώσεις

  1. «Οἱ γὰρ χρόνοι ἀπὸ καταβολῆς κόσμου καὶ ἀπὸ Ἀδὰμ καταριθμούμενοι εὔδηλα ἡμῖν παριστῶσι τὰ ζητούμενα. Ἡ γὰρ πρώτη παρουσία τοῦ κυρίου ἡμῶν ἡ ἔνσαρκος, ἐν ᾗ γεγέννηται ἐν Βηθλεέμ, ἐγένετο πρὸ ὀκτὼ καλανδῶν ἰανουαρίων, ἡμέρᾳ τετράδι, βασιλεύοντος Αὐγούστου τεσσαρακοστὸν καὶ δεύτερον ἔτος, ἀπὸ δὲ Ἀδὰμ πεντακισχιλιοστῷ καὶ πεντακοσιοστῷ ἔτει· […] Δεῖ οὖν ἐξ ἀνάγκης τὰ ἑξακισχίλια ἔτη πληρωθῆναι, ἵνα ἔλθῃ τὸ σάββατον͵ ἡ κατάπαυσις, ἡ ἁγία ἡμέρα, ἐν ᾗ κατέπαυσεν ὁ θεὸς ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ, ὧν ἤρξατο ποιεῖν. Τὸ σάββατον τύπος ἐστὶν καὶ εἰκὼν τῆς μελλούσης βασιλείας τῶν ἁγίων, ἡνίκα συμβασιλεύσουσιν τῷ Χριστῷ, παραγινομένου αὐτοῦ ἀπ΄ οὐρανῶν, ὡς Ἰωάννης ἐν τῇ Ἀποκαλύψει αὐτοῦ διηγεῖται. Ἡμέρα γὰρ κυρίου ὡς χίλια ἔτη. Ἐπεὶ οὖν ἐν ἓξ ἡμέραις ἐποίησεν ὁ θεὸς τὰ πάντα, δεῖ τὰ ἑξακισχίλια ἔτη πληρωθῆναι· οὐδέπω γὰρ πεπλήρωνται, ὡς Ἰωαννῆς λέγει· Οἱ πέντε ἔπεσον, ὁ εἷς ἔστιν, τοῦτ΄ ἔστιν ὁ ἕκτος, ὁ ἄλλος οὔπω ἦλθεν, τὸν ἄλλον δὲ λέγων τὸν ἕβδομον διηγεῖται, ἐν ᾧ ἔσται ἡ κατάπαυσις. Ἀλλὰ πάντως ἐρεῖ τις· πῶς μοι ἀποδείξεις εἰ πεντακισχιλιοστῷ καὶ πεντακοσιοστῷ ἔτει ἐγεννήθη ὁ σωτήρ; Εὐκόλως διδάχθητι, ὦ ἄνθρωπε· τὰ γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ πάλαι ὑπὸ Μωϋσέως περὶ τὴν σκηνὴν γεγενημένα τύποι καὶ εἰκόνες τῶν πνευματικῶν ἐτελοῦντο μυστηρίων, ἵνα ἐλθούσης ἐπ΄ ἐσχάτων τῆς ἀληθείας ἐν Χριστῷ, ταῦτα πεπληρωμένα νοῆσαι δυνηθῇς. […] ἵνα δειχθῇ τὰ πεντακισχίλια πεντακόσια ἔτη, ἐν ᾧ χρόνῳ παρὼν ὁ σωτὴρ ἐκ τῆς παρθένου τὴν κιβωτόν, τὸ ἴδιον σῶμα, ἐν τῷ κόσμῳ προσήνεγκεν χρυσίῳ καθαρῷ κεχρυσωμένην ἔνδοθεν μὲν τῷ λόγῳ, ἔξωθεν δὲ τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ. Ώστε ἀποδέδεικται ἡ ἀλήθεια καὶ πεφανέρωται ἡ κιβωτός. Ἀπὸ γενέσεως οὖν Χριστοῦ δεῖ ψηφίζειν πεντακόσια ἔτη τὰ ἐπίλοιπα εἰς συμπλήρωσιν τῶν ἑξακισχιλίων ἐτῶν, καὶ οὕτως ἔσται τὸ τέλος. Ότι δὲ πέμπτῳ καὶ ἡμίσει καιρῷ παρῆν ὁ σωτὴρ ἐν τῷ κόσμῳ φέρων τὴν ἄσηπτον κιβωτόν, τὸ ἴδιον σῶμα, λέγει ὁ Ἰωάννης ἦν δὲ ὥρα ἕκτη, ἵνα τὸ ἥμισυ τῆς ἡμέρας ἐπιδείξῃ, ἡμέρα δὲ κυρίου χίλια ἔτη· τούτων οὖν τὸ ἥμισυ γίνεται πεντακόσια». (Ιππόλυτος Ρώμης, Σχολιολόγιο Εις τον Δανήλ 4.23, 24)
  2. Σχετικές προβλέψεις είχαν αναφερθεί στην εμφάνιση του Αντιχρίστου κατά την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα των ΗΠΑ στις 19 Ιουλίου 1996. Πιο πρόσφατα, ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Κοσμά του Αιτωλού της Μητρόπολης Κορίνθου, κ. Μάξιμος Βαρβάρης, ισχυρίσθηκε ότι «ο Αντίχριστος γεννήθηκε το 1983 και θα εμφανιστεί το 2013 για να κυβερνήσει το κόσμο για 7 περίπου χρόνια». (Ο Αντίχριστος Ήλθεν 1983-2013, 2006, απόσπασμα εδώ στον ιστότοπο patrokosmas.gr)

ΔΕΣ:

Δευτέρα Παρουσία: Η μωρία της νεκραναστάσεως

Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων

Oι αμαρτίες του Χριστιανισμού

Ιερές παραχαράξεις

Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών

Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες

Η διαχρονική απάτη των «προφητειών» ως εργαλείο για την χειραγώγηση του θρησκευόμενου όχλου

Η Αποκάλυψη του Ιωάννη – Ένα αρρωστημένο κι αλλόκοτο «προφητικό» κείμενο, ύμνος στην παράνοια, την καταστροφολογία και την αιμοδιψία

Παυλικός Χριστιανισμός - Ο Χριστός του απόστολου Παύλου

Ο μύθος της χριστιανικής αγάπης

Η ιλαροτραγωδία στην «θεόπνευστη» Αγία Γραφή - «Ιερής» ανοησίας το ανάγνωσμα

ΕΠΙΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΞΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Επιγένεση είναι η διαδικασία μέσω της οποίας πραγματοποιείται η ανάπτυξη σαν διαφοροποίηση και διάκριση ενός αρχικά αδιαφοροποίητου συνόλου. Ο Έρικ Λίνεμπεργκ την περιγράφει ως εξής: Η ωρίμανση μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια αλληλουχία καταστάσεων. Σε κάθε κατάσταση, ο αναπτυσσόμενος οργανισμός έχει την ικανότητα να δεχτεί ορισμένα δεδομένα προς επεξεργασία- διαλύεται και ανασυντίθεται με τέτοιο τρόπο, που εξελίσσεται σε μια νέα κατάσταση. Η νέα αυτή κατάσταση ευαισθητοποιεί τον οργανισμό σε καινούργια και διαφορετικού είδους δεδομένα, η αποδοχή των οποίων τον μετατρέπει σε ακόμα μία περαιτέρω κατάσταση, που ανοίγει το δρόμο σε διαφορετικά δεδομένα κ.ο.κ. Είναι η ιστορία της εμβρυολογικής εξέλιξης, παρατηρήσιμης στη μορφοποίηση του σώματος, όπως επίσης και σε ορισμένες πλευρές της συμπεριφοράς. Κάθε φάση της ωρίμανσης είναι ασταθής. Είναι επιρρεπής σε αλλαγή προς δεδομένες κατευθύνσεις, αλλά απαιτεί ένα έναυσμα από το περιβάλλον.

Ο ψυχολόγος Έρικ Έρικσον έχει καθορίσει τις βασικές συγκρούσεις και τους μετασχηματισμούς στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας από τη βρεφική ηλικία μέχρι τα γεράματα, χρησιμοποιώντας αυτή τη θεωρία. Διατύπωσε μια επιγενετική θεωρία ανάπτυξης της προσωπικότητας. Παρατήρησε ότι υπήρχε μια γενική βάση για την εξέλιξη της προσωπικότητας και πως από αυτή αναδύονται τμήματα, “έχοντας κάθε τμήμα μια χρονική περίοδο ιδιαίτερης κυριαρχίας, μέχρι ν’ αναδυθούν όλα τα τμήματα για να σχηματίσουν το λειτουργικό σύνολο”. Περιέγραψε αυτά τα τμήματα ως γενικές φάσεις, όπου κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων της εξέλιξης εμφανίζονται ορισμένα γνωρίσματα του “εγώ”. Ο Έρικσον αισθάνθηκε ότι όλες οι φάσεις υπήρχαν σε κάποια μορφή από την αρχή, αλλά κάθε μία είχε την κρίσιμη περίοδο ανάπτυξής της μέσα από μια σειρά περιόδων αλληλοσχετιζόμενης ανάπτυξης.

Ο Αβραάμ Μάσλοου, τον οποίο ανέφερα πρωτύτερα, ήταν ο πρωτοπόρος της μελέτης της ανάπτυξης στην αυτοπραγμάτωση και στο ολοκληρωμένο ανθρώπινο ον. Απομόνωσε και μελέτησε ένα είδος παρόρμησης σ’ ολόκληρη τη ζωή που φαινόταν να σπρώχνει το άτομο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης σε ολοκληρωμένο άνθρωπο. Βρήκε ότι μέσα απ’ όλες τις φάσεις της ζωής μια ισχυρή δύναμη προωθεί τα ανθρώπινα όντα προς την ενότητα της προσωπικότητας, για να γίνουν πιο ολοκληρωμένα όντα.

Συνεπαίρανε ότι,
Ο άνθρωπος επιδεικνύει με το δικό του τρόπο μια πίεση προς όλο και μια πιο ολοκληρωμένη Ύπαρξη, όλο και μεγαλύτερη τέλεια πραγμάτωση του ανθρωπισμού του, ακριβώς με την ίδια φυσική, επιστημονική έννοια που μπορούμε να πούμε ότι μια βελανιδιά “πιέζει προς την κατεύθυνση” του να γίνει δρυς, ή ότι μια τίγρις μπορεί να παρατηρηθεί ότι “πιέζει προς” το να είναι τιγρίσια, ή ένα άλογο προς το να είναι αλογίσιο. Σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει διαμορφωθεί μέσα στον ανθρωπισμό, ούτε έχει διδαχθεί να είναι ανθρώπινος. Ο ρόλος του περιβάλλοντος είναι τελικά να του επιτρέψει ή να τον βοηθήσει να πραγματώσει τις ανθρώπινές του δυνατότητες, και όχι τις περιβαλλοντικές δυνατότητες. Το περιβάλλον δεν του δίνει δυνατότητες και ικανότητες· τις έχει σε στοιχειώδη ή εμβρυακή μορφή, όπως ακριβώς έχει εμβρυακά χέρια και πόδια. Και η δημιουργικότητα, ο αυθορμητισμός, η ατομικότητα, η αυθεντικότητα, η φροντίδα για τους άλλους, η ικανότητα ν’ αγαπάει, η επιδίωξη της αλήθειας είναι εμβρυακές δυνατότητες που ανήκουν στο βιολογικό του είδος, ακριβώς τόσο, όσο και τα χέρια, τα πόδια, ο εγκέφαλος και τα μάτια του.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του Μάσλοου ήταν η εξερεύνηση και ανάπτυξη του μοναδικού, ολοκληρωμένα κατανοητού ανθρώπινου όντος. Τα αντικείμενα που επέλεξε για μελέτη ήταν γενικά ηλικιωμένοι άνθρωποι, που είχαν ήδη περάσει τις περισσότερες φάσεις της ζωής και είχαν πετύχει φανερά στη διαδικασία της ζωής ως ώριμα πρόσωπα. Μελέτησε την αυτοπραγμάτωση, κύρια, ως μια τελική φάση. Φυσικά υπάρχει θαυμασμός στην παρατήρηση και τη μελέτη προσώπων που έχουν φτάσει σε μεγάλη ηλικία έχοντας, σε μεγάλο βαθμό, κατανοήσει την υπόστασή τους. Όλοι έχουμε γνωρίσει τέτοιους ανθρώπους, άτομα που ζουν. όπως περιγράφει ο Μάσλοου, με ικανότερη αίσθηση της πραγματικότητας, μεγαλύτερη ευρύτητα αντιλήψεων, αυθορμητισμό, πιο στέρεη ταυτότητα, μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δημιουργικότητα, πιο δημοκρατική νοοτροπία, όπως επίσης και μεγαλύτερη ικανότητα ν’ αγαπούν.

Για μένα, το να ζει κανείς ολοκληρωμένα σε κάθε φάση είναι η πραγματική πρόκληση. Βρίσκεται στη δυνατότητα να ζούμε τη ζωή μας και να πραγματώνουμε τον εαυτό μας κάθε στιγμή, ζώντας την κάθε στιγμή και κατανοώντας την ολότητά της. Ο κόσμος έχει μια διαφορετική όψη, και γι’ αυτό ένα διαφορετικό νόημα και σκοπό σε κάθε στιγμή της ζωής. Είναι φανερό, για παράδειγμα, ότι η αγάπη που μαθαίνει κάποιος στην παιδική ηλικία είναι ριζικά διαφορετική και έχει μικρή σχέση με αυτή που βιώνει ο ώριμος άνθρωπος. Το ίδιο συμβαίνει με την εξάρτηση, την πίστη, την ηθική και την υπευθυνότητα.

Κάθε Φάση εμπεριέχει τις δικές της μοναδικές σημασίες, απαιτήσεις και δυνατότητες. Μπορούν να πραγματωθούν μόνον, αν κάθε φάση βιώνεται και κατανοείται πλήρως.

Το ζήτημα λοιπόν είναι, όχι μόνο τι σημαίνει να είσαι ένας ολοκληρωμένος ενήλικας, αλλά πιο ειδικά, τι συνιστά ένα ολοκληρωμένο παιδί, έφηβο, ενήλικα, εραστή και υπερήλικα.

Η σημασία της εξίσωσης του Αϊνστάιν E=mc2

Ξέρουμε ότι η εξίσωση E=mc2 του Αϊνστάιν είναι τρομακτικά σημαντική, και ότι έχει κάποια σχέση με την ατομική βόμβα. Αλλά τι σημαίνει πραγματικά για εμάς, τους απλούς ανθρώπους, στην καθημερινή μας ζωή;

Ειλικρινά, όχι πολλά πράγματα. Αλλά με αυτό δε θέλω να πω ότι, δεν είναι μια από τις πιο σημαντικές ιδέες που έχει συλλάβει ο ανθρώπινος νους. Αν και έχει να κάνει με καθημερινά πράγματα που συμβαίνουν κάτω από τη μύτη μας, είναι πάρα πολύ μικρά για να τα προσέξουμε, εκτός κι αν τραβήξουν την προσοχή μας όπως εκείνη η βόμβα που αναφέρεις, η οποία είναι επιβεβαιωμένα το πιο αποτελεσματικό τέχνασμα όλων των εποχών για να τραβά την προσοχή.

Αυτή η πιο διάσημη από όλες τις εξισώσεις, πρωτογράφτηκε στο χαρτί από τον Αλμπερτ Αϊνστάιν το 1905 ως ένα μικρό μέρος των θεωριών του περί σχετικότητας. Μεταξύ πολλών άλλων, ο Αϊνστάιν ανακάλυψε ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ μάζας και ενέργειας. (Ενέργεια είναι η ικανότητα να κάνεις κάτι να συμβεί, ενώ μάζα είναι ουσιαστικά η ποσότητα της ύλης ενός υλικού αντικειμένου.)

Ενστικτωδώς, θα θέλαμε πολύ να πιστέψουμε ότι η ενέργεια είναι ενέργεια και η ύλη είναι ύλη, τελεία και παύλα. Όμως ο Αϊνστάιν ανακάλυψε ότι ενέργεια και μάζα είναι πράγματι δύο διαφορετικές αλλά εναλλασσόμενες όψεις της ίδιας παγκόσμιας ύλης, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε μάζα-ενέργεια επειδή δεν υπάρχει πιο κατάλληλος όρος. Η εκπληκτικά απλή εξίσωση του Αϊνστάιν είναι ο μαθηματικός τύπος υπολογισμού τού πόση ενέργεια είναι ισοδύναμη με πόση μάζα, και αντίστροφα.

(Για όσους δεν τα πηγαίνουν καλά με τα μαθηματικά: Αν m είναι μια ποσότητα μάζας και Ε είναι η ισότιμη ποσότητα ενέργειας, η εξίσωση λέει ότι μπορείς να υπολογίσεις αυτή την ποσότητα ενέργειας πολλαπλασιάζοντας απλώς το m επί έναν αριθμό που συμβολίζεται ως c , Ο αριθμός c είναι αδιανόητα τεράστιος — αντιπροσωπεύει την ταχύτητα του φωτός στο τετράγωνο — άρα μπορείς να πάρεις μια τεράστια ποσότητα ενέργειας από μια μικροσκοπική ποσότητα μάζας.)

Ο λόγος που η εξίσωση του Αϊνστάιν δεν έχει μεγάλη σχέση με την καθημερινότητα (με μια μεγάλη εξαίρεση την οποία θα αναφέρουμε) είναι ότι όλες οι συνηθισμένες καθημερινές δραστηριότητές μας που έχουν σχέση με την παραγωγή ενέργειας, όπως ο μεταβολισμός του φαγητού που τρώμε και η καύση κάρβουνου και βενζίνης, είναι καθαρά χημικές διαδικασίες, και, σε όλες τις χημικές διαδικασίες, οι ποσότητες μάζας από τις οποίες προήλθε η ενέργεια είναι εντελώς μικροσκοπικές.

Πόσο μικροσκοπικές; Λοιπόν, ακόμη κι αν ανατινάξουμε μια λίβρα ΤΝΤ, η οποία όπως θα συμφωνείς κι εσύ είναι μια χημική διαδικασία που απελευθερώνει μια αρκετά σημαντική ποσότητα ενέργειας, όλη αυτή η ενέργεια προέρχεται από τη μετατροπή μόνο ενός δισεκατομμυριοστού του γραμμαρίου (είκοσι τρισεκατομμυριοστά της ουγκιάς) μάζας. Αν είχαμε τη δυνατότητα να ζυγίσουμε το ΤΝΤ πριν από την έκρηξη κι έπειτα μαζεύαμε όλο τον καπνό και τα αέρια μετά την έκρηξη, θα ανακαλύπταμε ότι το συνολικό βάρος τους είναι ένα δισεκατομμυριοστό του γραμμαρίου λιγότερο.

Αυτή η μικρή διαφορά είναι υπερβολικά μακριά από την αντίληψή μας. Είναι σχεδόν αδύνατο να μετρήσουμε μια τόσο μικροσκοπική διαφορά ακόμη και με την πιο ευαίσθητη ζυγαριά του κόσμου. Άρα, ενώ η εξίσωση του Αϊνστάιν εφαρμόζεται χωρίς εξαίρεση σε όλες τις διαδικασίες που περιλαμβάνουν ενέργεια — και μην ακούσεις κανέναν που σου λέει ότι αυτό δεν ισχύει — δεν έχει καμία επίπτωση στην καθημερινή μας ζωή.

Αυτό ισχύει για όλες τις χημικές διαδικασίες. Οι πυρηνικές διαδικασίες, από την άλλη, όπως οι αντιδράσεις πυρηνικής σύντηξης που συμβαίνουν στον ήλιο και η αντίδραση της πυρηνικής σχάσης του ατόμου που συμβαίνει στην ατομική βόμβα, έχουν διαφορετικές υποθέσεις. Επειδή όλη πρακτικά η μάζα του κόσμου κατοικεί στους απίστευτα τεράστιους πυρήνες των ατόμων, σε μια πυρηνική διαδικασία απελευθερώνονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας, άτομο προς άτομο, απ’ ότι σε μια χημική διαδικασία. Δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερες.

Αυτό που πραγματικά κάνει, όμως, την ατομική βόμβα παγκόσμιο πρωταθλητή στην απελευθέρωση ενέργειας είναι κάτι που ονομάζεται αλυσιδωτή αντίδραση. Αυτή είναι μια διαδικασία κατά την οποία η διάσπαση του κάθε ατόμου δημιουργεί δύο ακόμη διασπάσεις, και καθεμία από εκείνες δημιουργεί άλλες δύο, και καθεμία από εκείνες τις τέσσερις δημιουργεί άλλες δύο, και καθεμία από εκείνες τις οκτώ δημιουργεί άλλες δύο και ούτω καθεξής, ως ότου φτάσουμε να έχουμε έναν απίστευτα τεράστιο αριθμό ατόμων που διασπώνται, και όλες αυτές οι διασπάσεις έχουν πυροδοτηθεί από μια εναρκτήρια διάσπαση ενός ατόμου. Όταν έχεις έναν απίστευτα τεράστιο αριθμό ατόμων να διασπώνται μέσα σε ένα απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα, με το καθένα από αυτά να παράγει ενέργεια δισεκατομμυρίων απλών χημικών αντιδράσεων, η έκρηξη που έχεις στα χέρια σου ισοδυναμεί με κόλαση.

Δεν είναι όλες οι αλυσιδωτές αντιδράσεις βλαβερές. Αν ελέγξουμε την ταχύτητα με την οποία μια αλυσιδωτή αντίδραση πυρηνικής διάσπασης του ατόμου πολλαπλασιάζεται από μόνη της, έχουμε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα, η ενέργεια απελευθερώνεται αρκετά σταδιακά ώστε να παράγει ενέργεια που βράζει νερό, το οποίο δημιουργεί ατμό που οδηγεί τουρμπίνες, οι οποίες οδηγούν γεννήτριες που παράγουν ηλεκτρισμό για να ανάβεις τη λάμπα κάτω από την οποία πιθανώς διαβάζεις αυτό βιβλίο.

Αυτή είναι η σημασία της εξίσωσης του Αϊνστάιν για εμάς τους απλούς ανθρώπους.

Η ΝΑSA εντόπισε τους πιο μακρινούς γαλαξίες - Βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε τεράστιες φυσαλίδες

Εκπληκτική ανακάλυψη από τη NASA, που προκαλεί σοκ και δέος!

Όπως ανακοίνωσε η Αμερικανική Διαστημική Υπηρεσία, εντοπίστηκαν οι πιο μακρινοί -γνωστοί- γαλαξίες, σε απόσταση 13 δισεκατομμυρίων ετών φωτός μακριά από τη Γη, οι οποίοι είναι ακόμη εγκλωβισμένοι σε τεράστιες φυσαλίδες ύλης.

Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η τριάδα των γαλαξιών, που «βαπτίστηκε» EGS77, είναι ακόμη... έμβρυα, που μόλις «τώρα» βγαίνουν από τη λεγομένη «κοσμική σκοτεινή εποχή».

Για να το εξηγήσουμε καλύτερα, οι συγκεκριμένοι γαλαξίες χρονολογούνται από τότε που το σύμπαν ήταν «μόλις» 680 εκατομμυρίων ετών. Το Big Bang άφησε πίσω του μια παχιά, θολή «σούπα» από άτομα υδρογόνου και σχεδόν καθόλου φως. Σταδιακά, μετά από 500 εκατ. χρόνια, άρχισε η εποχή του απιονισμού.

Τότε, ολοένα και περισσότεροι επεκτεινόμενοι γαλαξίες άρχισαν να «καίνε» την ομίχλη, χωρίζοντας τα άτομα υδρογόνου σε φυσαλίδες πλάσματος, επιτρέποντας έτσι στο φως να ταξιδέψει παντού.

«Σκεφτείτε τον πάγο που λιώνει στην επιφάνεια μιας λίμνης την άνοιξη», είπε αξιωματούχος της NASA, που παρουσίασε και την απεικόνιση σε ένα εντυπωσιακό, ειδικό τρισδιάστατο βίντεο.

Η τριάδα των γαλαξιών, λοιπόν, που απέχει, περίπου, 13 δισεκατομμύρια έτη φωτός από εμάς, φεύγει τώρα από αυτή την εποχή του σκότους, με τις τρεις αλληλεπικαλυπτόμενες φυσαλίδες κοσμικού πλάσματος να απομακρύνουν την ομίχλη και το φως να απελευθερώνεται...

Το Κόκκινο Κουμπί

Πριν χρόνια έλεγα «ας έβρισκα το κόκκινο κουμπί, να το πατήσω να καθαρίσει ο πλανήτης από τα ανθρώπινα καρκινώματα» κι ένας φίλος που με άκουγε τότε, σκεφτόταν ότι είμαι υπερβολική και σε συνέχεια μου απαντούσε «Θα πέθαινες κι εσύ»

…Σήμερα χρόνια μετά, εξακολουθητικά είμαι φαν του «κόκκινου κουμπιού» κι ο φίλος μου επίσης.
 
Δεν έχω κανένα απολύτως θέμα με τον Θάνατο, ειδικά όταν δεν ξέρουμε ούτε τι είναι Θάνατος, ούτε τι είναι Ζωή, ούτε γιατί η Ζωή είναι πιο σημαντική από τον Θάνατο, ούτε γιατί πρέπει να αποφεύγουμε τον Θάνατο και να επιλέγουμε την Ζωή… πέρα απ’ το ό,τι παπαγαλίζει ο κάθε μαλάκας.
 
Λοιπόν, τις εμφυτεύσεις δεν τις πιστεύω, τις χλευάζω και τις γελοιοποιώ.
Δεν διαθέτω ίχνος πίστης σε οτιδήποτε.
 
Είτε το γνωρίζω κάτι, είτε δεν το γνωρίζω. Τελεία και παύλα.
 
Αν θέλεις να δεις πολλά μαϊμουδάκια της Ουτοπίας πήγαινε σε μια οποιαδήποτε εκκλησία, σ’ ένα γήπεδο, σε μια συναυλία. Είναι χαμένο από χέρι το μαϊμουδάκι, αλλά αυτό υπάρχει νομίζοντας ότι είναι αθάνατο (LOL) ενώ απλώς υπάρχει (=υπό της αρχής)  για να καταλήξει μεζεδάκι στον Κύριο κι 'Αρχοντα που λατρεύει, προσκυνάει κι υπακούει, σεβαστικό, ταπεινό και δουλικό, ενώ ταυτόχρονα μιλάει για ελευθερία βούλησης, αθανασία, ανεξαρτησία, όλον, αγάπη, δημοκρατία, διαλογισμό, πνευματικότητα αγγέλους, αρχαγγέλους, διαβόλους και τριβόλους.. κι όλες αυτές τις αφηρημένες αρλούμπες- meme που το ταΐζουν για να το κρατούν υπό έλεγχο, χωρίς  δική του Βούληση δηλ. ένα άβουλο ον.
 
Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον.
 
Διαθέτει τόση βούληση, όση, μπορεί να έχει ένα υποκείμενο στις πεποιθήσεις του για την αναπαραγωγή, για την υγεία, την τροφή, τις σκέψεις, τις λέξεις, τα συναισθήματα…
 
Τα μαϊμουδάκια είναι αγκιστρωμένα στις διάφορες αηδίες, τα διανοητικά σκουπίδια που πουλάνε σε ιλουστρασιόν συσκευασία, οι οργανωμένες θρησκείες -από τα επίσημα ιερατεία, μέχρι τα δήθεν ανεπίσημα, φτιαγμένα ειδικά για τους αμφισβητίες- και οι επαγγελματίες προπαγανδιστές είτε Κρόουλι και Μπλαβάτσκυ, είτε Εσσε, Φρομ, Οσσο, Ουσπένσκι, Γκουρτζιεφ … και κάθε μιαρό καθίκι, είναι όλοι τους ΦΟΒΙΣΜΕΝΑ υποκείμενα, που ούτε καν πλησιάζουν την έννοια «ΑΝΘΡΩΠΟΣ» γι’ αυτό τρέμουν από φόβο και να Ζήσουν και να Πεθάνουν …κι εννοείται πως οι όμοιοί τους, φοβισμένοι κι άνοοι τους λατρεύουν.
 
Νόμιμα εκλεγμένες ηγεσίες (κράτη, πολιτικές, οικονομία, θρησκεία) δεν υπάρχουν κι αυτό που αποκαλούν ως δημοκρατία, ψηφοφορία, βούληση του λαού… και λοιπές αρλούμπες αναλόγου κάλλους, είναι μια διαχρονική δικτατορία του κερατά. Αυτά τα ενεργούμενα που βλέπει το πόπολο, ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που το κυβερνούν αληθινά, ούτε οι μαριονέτες που δείχνουν ως πλούσιους, έχουν καμία σχέση με την αληθινή Ελίτ του πλανήτη. Τώρα, για το ποιος ευθύνεται για τον εκφυλισμό των μαϊμούδων της ουτοπίας; Σίγουρα όχι οι μαϊμούδες … είναι σαν να λες «ποιος ευθύνεται που οι μαϊμούδες στην ζούγκλα είναι μαϊμούδες»… ε, μα, ο Δημιουργός τους.
 
Φυσικά, οι επαγγελματίες προπαγανδιστές της «Mystery Babylon» για να κάνουν συνένοχο με τον Δημιουργό τις «μαϊμούδες της ουτοπίας» επινόησαν την «ελεύθερη βούληση» … Πόση Βούληση μπορεί να έχει ένα Άβουλο ον; Μόνο ένστικτα έχει, ορμέμφυτα και παρορμήσεις. Τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας ελεύθερης βούλησης ή έστω καν βούλησης, (άσε την ελευθερία, είναι ανεκδοτολογική λέξη) τα βλέπουμε γύρω μας μέσα στην φυλακή του Δημιουργού. Αντί λοιπόν να γκρεμίσουν τον Δημιουργό και την Δημιουργία του στο Χάος, απ’ όπου ξεπήδησε, οι ανθρώπινες μαϊμούδες τον λατρεύουν και τον θεοποιούν.
 
ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΕΣ λοιπόν.

Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

Ι. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

· Πολλοί άνθρωποι αξιολογούν την ιδέα της προόδου με ποσοτικά κριτήρια· τη συνδέουν συνήθως με τη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας και με την τεχνολογική πρόοδο ή με την πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού.
· Πιο ειδικά θεωρούν ως πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας την ποσότητα των επιτευγμάτων ή φαινομένων που συνεπάγεται η ανάπτυξη της τεχνο-επιστήμης.
· Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η διάδοση της επιστήμης συντελεί στη διάλυση εδραιωμένων προκαταλήψεων ή εσφαλμένων πεποιθήσεων και στην κατάκτηση ενός συνόλου πεποιθήσεων ή αντιλήψεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται για τον ορθολογικό και προοδευτικό τους χαρακτήρα.
· Ακόμη υποστηρίζεται, με ένα τρόπο πολύ αφηρημένο, πως η επιστήμη με τις τεχνολογικές της εφαρμογές μπορεί να επιλύσει εν πολλοίς ή και οριστικά τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.
· Τα στοιχεία που αναφέρονται συνήθως προς επαλήθευση των πιο πάνω ισχυρισμών ή θεωρήσεων είναι περίπου τα εξής: α) τα επίπεδα διαβίωσης είναι τα υψηλότερα από κάθε άλλη περίοδο του παρελθόντος· β) η προσδοκία της μακροζωίας είναι πιο μεγαλύτερη από ποτέ· γ) τα επίπεδα υγείας και διατροφής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά· δ) οι πιο πολλές ασθένειες έχουν νικηθεί· ε) τα ταξίδια και οι επικοινωνίες γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα· στ) η γνώση αυξάνεται με τους πιο γοργούς ρυθμούς· ζ) καθημερινά παρατηρείται μια επαναστατική αλλαγή στις συνήθειες, τα ήθη, τις κοσμοαντιλήψεις, στις πεποιθήσεις κ.λπ.
· Γενικώς, οι αποτιμήσεις της εποχής μας περί προόδου δεν είναι μονοσήμαντες. Οι μεν ταυτίζουν την τεχνολογική πρόοδο με την πρόοδο ως καθολικό φαινόμενο, οι δε την θεωρούν ως μια πρόοδο σε ποσότητες, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες για τον άνθρωπο.
· Τέτοιες αρνητικές συνέπειες είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υποβάθμισή του, η καταστροφή των παραδοσιακών ηθών, η υποταγή των ανθρώπων στην εξουσία των μηχανών και των ασημαντοτήτων, η αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων, η καλπάζουσα ανθρώπινη δυστυχία κ.λπ.
· Αναμφισβήτητα καμιά άποψη δεν μπορεί να υιοθετείται απόλυτα: η ποσοτικοποίηση της θετικής ή αρνητικής προόδου είναι δεδομένη. Η πρόοδος εμφανίζεται να έχει αντιφατικό χαρακτήρα.
· Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς πρέπει να αποτιμά ο σημερινός άνθρωπος την πρόοδο και την εξέλιξη του τεχνολογικού πολιτισμού;
· Για να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει να ξεκινά από αυτό που υπάρχει και αναπαράγεται συνεχώς:
· Σήμερα όλα «είναι περισσότερα»· α) ποσοτικοποίηση θετικής προόδου: ειδικοί, μηχανές, υπολογιστές, πληροφορίες, γνώσεις, επικοινωνίες, τεχνικοί, επιστήμονες κ.α. β) ποσοτικοποίηση της αρνητικής προόδου: ορισμένες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί ή υποχωρήσει, εμφανίζονται όμως άλλες και με ταχύ ρυθμό, οι πόλεμοι «ευδοκιμούν», ο αμοραλισμός αυξάνεται, μαζοποίηση ανθρώπων, αμετρία κ.λπ.
· Η πρόοδος, στην αυθεντική της σύλληψη, δεν είναι μόνο και κύρια αυτή η ποσοτικοποίηση ούτε πολύ περισσότερο ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός.
· Απεναντίας συνιστά θεμελιώδη εκδήλωση και ιδιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
· Κάθε επίτευγμα ενσωματώνεται και οφείλει να ενσωματώνεται στον πολιτισμό και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ανθρώπου. Άρα προϋποθέτει την ποιοτική του αξιοποίηση.
· Με δεδομένη την πιο πάνω περιγραφή πώς πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, που λαμβάνει χώρα ραγδαία αλλά δεν παύει να γεμίζει τη ζωή μας με αντιθέσεις και αντιφάσεις;
· Με κριτικό μάτι και με διαλεκτική αποτίμηση του θετικού και του αρνητικού, της ποιότητας και της ποσότητας, της ανθρωπιάς και της τεχνολογίας.
· Είτε κανείς είναι παρατηρητής των επιστημονικών επιτευγμάτων και των τρόπων, με τους οποίους αυτά εισάγονται ή εφαρμόζονται στη ζωή μας, είτε συμμετέχει –έμμεσα ή άμεσα– πρέπει να καλλιεργεί την ευαισθησία του, να διέπεται από ανώτερες αρχές, να αναπτύσσει την πνευματικότητά του και να αποκτά αισθητικό κριτήριο.
· Τότε μπορούμε να διακρίνουμε το θετικό και το αρνητικό που μας επιφυλάσσει η μια ή η άλλη πολιτισμική εξέλιξη.
· Από άποψη αρχής, ο πολιτισμός οφείλει να λειτουργεί λυτρωτικά και απελευθερωτικά, κάτι που παραμένει το ζητούμενο.
· Ο διαχωρισμός πνευματικού και υλικού πολιτισμού σημαίνει ότι ο κόσμος αποξενώνεται από τον άλλο του εαυτό.
· Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται στη συνέχεια μοιραίος και για τη διχοτόμηση της ανθρώπινης ουσίας ανάμεσα σε στεγνή, αναίσθητη εξειδίκευση και σε ευαίσθητη πνευματικότητα.
· Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων (Adorno).
· Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
· Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
· Τελικά κάθε περίοδος της ζωής μας απηχεί μια ουσιαστική πρόοδο ή εξέλιξη, όταν αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες (υλικές και πνευματικές) της κοινωνίας με απώτερο στόχο όχι μόνο το ζειν αλλά το ευ ζειν.

ΙΙ. Κείμενα

1. «Οι μηχανές γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες στη μορφή τους, όλο και πιο ασκητικές, μυστικιστικές και για όλο και πιο λίγους μυημένους. Περιπλέκουν τη γη με έναν απέραντο ιστό λεπτών δυνάμεων, ρευμάτων και τάσεων. Το σώμα τους γίνεται όλο και πιο πνευματικό, όλο και πιο σιωπηλό. Αυτοί οι τροχοί, κύλινδροι και μοχλοί δεν μιλούν πια. Καθετί αποφασιστικό αποσύρεται στην εσωτερικότητά τους».

2. «Έχει δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ εφαρμοσμένης επιστήμης και τεχνολογίας· και αυτό είναι λογικό, γιατί η διάκριση αυτή δεν έγινε ποτέ με σαφήνεια. Η διαφορά τους στηρίζεται κυρίως στον τύπο προσέγγισης. Ο εκπρόσωπος της εφαρμοσμένης επιστήμης ασχολείται με την ανακάλυψη εφαρμογών για την καθαρή θεωρία. Ο τεχνολόγος έχει ένα πρόβλημα που βρίσκεται λίγο πιο κοντά στην πρακτική».

3. «Ο τεχνικός είναι πάντα ένας ειδικός και δεν μπορεί καθόλου να ισχυριστεί ότι ελέγχει κάποια τεχνική εκτός από τη δική του. Εκείνοι για τους οποίους η τεχνολογία αντλεί το νόημά της από τον ίδιο τον εαυτό της πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουν τις αξίες που δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουν. Και μάλιστα ποτέ δεν θα τις αναζητήσουν».

Ηράκλειτος - Ευριπίδης: το παράλογο θεών και ανθρώπων

Το αγεφύρωτο χάσμα: ανάμεσα στον λογισμό και τον παραλογισμό

§1

Ηράκλειτος

Β 5
«καθαίρονται δ᾽ ἄλλως αἵματι μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλὸν ἐμβὰς πηλῷ ἀπονίζοιτο. μαίνεσθαι δ᾽ ἂν δοκοίη, εἴ τίς μιν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο οὕτω ποιέοντα. καὶ τοῖς ἀγάλμασι δὲ τουτέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεοὺς οὔδ᾽ ἥρωας οἵτινές εἰσιν».

Εξαγνίζονται [από το αίμα] με καθαρμούς και μολύνονται με άλλο αίμα, σαν κάποιον που βούτηξε στη λάσπη και μετά προσπαθεί να ξεπλυθεί με λάσπη. Για τρελό θα τον έπαιρνε, αν κανείς τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Και στ’ αγάλματα τούτα προσεύχονται, σαν κάποιον που θα ήθελε να συνομιλήσει με τους τοίχους/με τους ναούς, χωρίς να έχει ιδέα τι είναι οι θεοί και οι ήρωες.

§2

Ερμηνεία ‒ κατανόηση:

Ι. Ποιοι επιζητούν μια τέτοιου είδους κάθαρση; Οι πολλοί, που δεν είναι μυημένοι στον καθολικό Λόγο και ζουν λες κι έχουν ιδιωτική σκέψη (απ. 2). Έτσι αρέσκονται στις ψευδαισθήσεις ενός εξαγνισμού, ήτοι μιας λατρείας του θείου, η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα στο Λόγο παρά μόνο σχετίζεται με τα είδωλα, με τα αγάλματα των παραδοσιακών θεών. Μοιάζουν με εκείνους που προσπαθούν να ξεπλύνουν τη λάσπη τους με λάσπη. Τούτη η μέθοδος ή ο τρόπος μας θυμίζει, στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής, τους πολιτικούς τεντιμπόηδες και τυχοδιώκτες της καθεστωτικής «αριστεράς», που στη συμφεροντολογική τους σύμπνοια με τα γνωστά παραμάγαζα της ακροδεξιάς, έχουν καθιδρύσει στην Ελλάδα το πιο βρώμικο σύστημα φασιστικής εξουσίας από τότε που δημιουργήθηκε το νεοελληνικό κράτος και ξεπλένουν, κάθε φορά, τον δικό τους οντολογικό βούρκο με βούρκο: είναι παράφρονες και ζητούν, μέσα από την παραφροσύνη τους, λογισμό από τους άλλους στα μέτρα αυτής της παραφροσύνης· δηλαδή ζητούν από τους άλλους να νομιμοποιούν την εν λόγω παραφροσύνη ως τον ύψιστο στοχασμό της κοινωνίας και της πολιτείας.

ΙΙ. Είναι τρελό, μας λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι να σκέφτονται ότι μπορούν να ευχαριστήσουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, τους θεούς. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια παραφροσύνη, που δεν είναι άσχετη με το ότι και οι ίδιοι οι θεοί, όπως τους φαντάζονται οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρωπομορφικά, είναι άφρονες και παράφρονες σαν αυτούς. Οι άνθρωποι και οι θεοί τους βρίσκονται πολύ μακριά από το θείο, το οποίο μπορεί να συλληφθεί μόνο σε εναρμόνιση με τον καθολικό Λόγο.

§3

Ευριπίδης

Ι. Μια τέτοια παραφροσύνη των θεών της κλασσικής εποχής φέρνει στο φως ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (στ. 380-390), όπου η Ιφιγένεια παρουσιάζεται να συμμερίζεται τον ορθό Λόγο ενάντια στον παραλογισμό των καθημερινών φαντασιώσεων των θνητών:

«Της θεάς μας τα καμώματα δεν μου αρέσουν·
αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει φόνου αίμα
ή και λεχώνα ή πεθαμένο,
τον διώχνει απ’ το βωμό της ως μολυσμένο·
αυτήν θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.
Αδύνατο η Λητώ, του Δία η γυναίκα
να γέννησε ένα τόσο ανόητο πλάσμα.
Ούτε όσα λένε για τα δείπνα του Τάνταλου,
πως δήθεν οι θεοί γευτήκανε τις σάρκες
του παιδιού του, πιστεύω· οι ντόπιοι πάλι
θαρρώ πως είναι αιμοχαρείς και ζητούν
στη θεά να αποδώσουν τ’ άγρια ένστικτά τους·
κανένας θεός δεν πιστεύω πως είναι κακός


Ο παραλογισμός, η παραφροσύνη των θεών της λαϊκής θρησκείας, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο αλλά και τον Ευριπίδη, αντανακλά το παραλήρημα και τη δεισιδαιμονία των ανθρώπων, ελλείψει πνευματικής καλλιέργειας, ακόμη και τη σκληρότητά τους, τη μοχθηρία τους.

ΙΙ. Δεδομένου ότι αυτό που κυβερνά, κατά τον Ηράκλειτο και τον Ευριπίδη, τον κόσμο είναι ο στοχαστικός Λόγος, ό,τι ο Λόγος διακρίνει στη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά και των θεών, που οι ίδιοι κατασκευάζουν/φαντάζονται, είναι άλογο. Τούτο το άλογο δεν είναι το διαλεκτικά αντίθετο προς τον Λόγο, έτσι ώστε να συνάπτεται στο φιλοσοφικό παιγνίδι της ενότητας των αντιθέσεων, παρά ένα μηδέν , ένα τίποτα, κάτι το άκυρο.

ΙΙΙ. Καθώς το άλογο είναι ένα τίποτα, η πίστη σ’ αυτούς ή εκείνους τους θεούς ‒ή σε επίπεδο πολιτικής: σ’ αυτούς ή εκείνους τους πολιτικούς‒ δεν προσφέρει τίποτα θετικό, καμιά δυνατότητα εύρεσης της αλήθειας παρά μόνο αυταπάτες και στο τέλος καταστροφή. Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν να επιδείξουν πολλές συμπεριφορές τέτοιας υφής, οι οποίες όχι μόνο είναι ένα τίποτα αλλά και ενεργά αρνητικές: επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα. Οι πολλοί έτσι μετατρέπονται σε έναν βάρβαρο όχλο, που στο όνομα των ειδώλων του: θρησκευτικών, πολιτικών κ.λπ. σκοτώνουν και σκοτώνονται. Αυτή είναι η μοίρα του δουλόφρονου πλήθους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1354a-1355a)

ΒΙΒΛΙΟ Α'

Εισαγωγή: κεφ. 1

[1354a] [I] Ἡ ῥητορική ἐστιν ἀντίστροφος τῇ διαλεκτικῇ· ἀμφότεραι γὰρ περὶ τοιούτων τινῶν εἰσιν ἃ κοινὰ τρόπον τινὰ ἁπάντων ἐστὶ γνωρίζειν καὶ οὐδεμιᾶς ἐπιστήμης ἀφωρισμένης· διὸ καὶ πάντες τρόπον τινὰ μετέχουσιν ἀμφοῖν· πάντες γὰρ μέχρι τινὸς καὶ ἐξετάζειν καὶ ὑπέχειν λόγον καὶ ἀπολογεῖσθαι καὶ κατηγορεῖν ἐγχειροῦσιν. τῶν μὲν οὖν πολλῶν οἱ μὲν εἰκῇ ταῦτα δρῶσιν, οἱ δὲ διὰ συνήθειαν ἀπὸ ἕξεως· ἐπεὶ δ᾽ ἀμφοτέρως ἐνδέχεται, δῆλον ὅτι εἴη ἂν αὐτὰ καὶ ὁδῷ ποιεῖν· δι᾽ ὃ γὰρ ἐπιτυγχάνουσιν οἵ τε διὰ συνήθειαν καὶ οἱ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου τὴν αἰτίαν θεωρεῖν ἐνδέχεται, τὸ δὲ τοιοῦτον ἤδη πάντες ἂν ὁμολογήσαιεν τέχνης ἔργον εἶναι.

Νῦν μὲν οὖν οἱ τὰς τέχνας τῶν λόγων συντιθέντες οὐδὲν ὡς εἰπεῖν πεπορίκασιν αὐτῆς μόριον· αἱ γὰρ πίστεις ἔντεχνόν εἰσι μόνον, τὰ δ᾽ ἄλλα προσθῆκαι· οἱ δὲ περὶ μὲν ἐνθυμημάτων οὐδὲν λέγουσιν, ὅπερ ἐστὶ σῶμα τῆς πίστεως, περὶ δὲ τῶν ἔξω τοῦ πράγματος τὰ πλεῖστα πραγματεύονται· διαβολὴ γὰρ καὶ ἔλεος καὶ ὀργὴ καὶ τὰ τοιαῦτα πάθη τῆς ψυχῆς οὐ περὶ τοῦ πράγματός ἐστιν, ἀλλὰ πρὸς τὸν δικαστήν· ὥστ᾽ εἰ περὶ πάσας ἦν τὰς κρίσεις καθάπερ ἐν ἐνίαις γε νῦν ἐστι τῶν πόλεων καὶ μάλιστα ταῖς εὐνομουμέναις, οὐδὲν ἂν εἶχον ὅ τι λέγωσιν· ἅπαντες γὰρ οἱ μὲν οἴονται δεῖν οὕτω τοὺς νόμους ἀγορεύειν, οἱ δὲ καὶ χρῶνται καὶ κωλύουσιν ἔξω τοῦ πράγματος λέγειν, καθάπερ καὶ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ, ὀρθῶς τοῦτο νομίζοντες· οὐ γὰρ δεῖ τὸν δικαστὴν διαστρέφειν εἰς ὀργὴν προάγοντας ἢ φθόνον ἢ ἔλεον· ὅμοιον γὰρ κἂν εἴ τις ᾧ μέλλει χρῆσθαι κανόνι, τοῦτον ποιήσειε στρεβλόν. ἔτι δὲ φανερὸν ὅτι τοῦ μὲν ἀμφισβητοῦντος οὐδέν ἐστιν ἔξω τοῦ δεῖξαι τὸ πρᾶγμα ὅτι ἔστιν ἢ οὐκ ἔστιν, ἢ γέγονεν ἢ οὐ γέγονεν· εἰ δὲ μέγα ἢ μικρόν, ἢ δίκαιον ἢ ἄδικον, ὅσα μὴ ὁ νομοθέτης διώρικεν, αὐτὸν δή που τὸν δικαστὴν δεῖ γιγνώσκειν καὶ οὐ μανθάνειν παρὰ τῶν ἀμφισβητούντων. μάλιστα μὲν οὖν προσήκει τοὺς ὀρθῶς κειμένους νόμους, ὅσα ἐνδέχεται, πάντα διορίζειν αὐτούς, καὶ ὅτι ἐλάχιστα καταλείπειν ἐπὶ τοῖς κρίνουσι, πρῶτον μὲν ὅτι ἕνα λαβεῖν καὶ ὀλίγους ῥᾷον ἢ πολλοὺς

[1354b] εὖ φρονοῦντας καὶ δυναμένους νομοθετεῖν καὶ δικάζειν· ἔπειθ᾽ αἱ μὲν νομοθεσίαι ἐκ πολλοῦ χρόνου σκεψαμένων γίνονται, αἱ δὲ κρίσεις ἐξ ὑπογυίου, ὥστε χαλεπὸν ἀποδιδόναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ συμφέρον καλῶς τοὺς κρίνοντας. τὸ δὲ πάντων μέγιστον, ὅτι ἡ μὲν τοῦ νομοθέτου κρίσις οὐ κατὰ μέρος, ἀλλὰ περὶ μελλόντων τε καὶ καθόλου ἐστίν, ὁ δ᾽ ἐκκλησιαστὴς καὶ δικαστὴς ἤδη περὶ παρόντων καὶ ἀφωρισμένων κρίνουσιν· πρὸς οὓς καὶ τὸ φιλεῖν ἤδη καὶ τὸ μισεῖν καὶ τὸ ἴδιον συμφέρον συνήρτηται πολλάκις, ὥστε μηκέτι δύνασθαι θεωρεῖν ἱκανῶς τὸ ἀληθές, ἀλλ᾽ ἐπισκοτεῖν τῇ κρίσει τὸ ἴδιον ἡδὺ ἢ λυπηρόν. περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων, ὥσπερ λέγομεν, δεῖ ὡς ἐλαχίστων ποιεῖν κύριον τὸν κριτήν, περὶ δὲ τοῦ γεγονέναι ἢ μὴ γεγονέναι, ἢ ἔσεσθαι ἢ μὴ ἔσεσθαι, ἢ εἶναι ἢ μὴ εἶναι, ἀνάγκη ἐπὶ τοῖς κριταῖς καταλείπειν· οὐ γὰρ δυνατὸν ταῦτα τὸν νομοθέτην προϊδεῖν. εἰ δὲ ταῦθ᾽ οὕτως ἔχει, φανερὸν ὅτι τὰ ἔξω τοῦ πράγματος τεχνολογοῦσιν ὅσοι τἆλλα διορίζουσιν, οἷον τί δεῖ τὸ προοίμιον ἢ τὴν διήγησιν ἔχειν, καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον μορίων· οὐδὲν γὰρ ἐν αὐτοῖς ἄλλο πραγματεύονται πλὴν ὅπως τὸν κριτὴν ποιόν τινα ποιήσωσιν, περὶ δὲ τῶν ἐντέχνων πίστεων οὐδὲν δεικνύουσιν, τοῦτο δ᾽ ἐστὶν ὅθεν ἄν τις γένοιτο ἐνθυμηματικός. διὰ γὰρ τοῦτο τῆς αὐτῆς οὔσης μεθόδου περὶ τὰ δημηγορικὰ καὶ δικανικά, καὶ καλλίονος καὶ πολιτικωτέρας τῆς δημηγορικῆς πραγματείας οὔσης ἢ τῆς περὶ τὰ συναλλάγματα, περὶ μὲν ἐκείνης οὐδὲν λέγουσι, περὶ δὲ τοῦ δικάζεσθαι πάντες πειρῶνται τεχνολογεῖν, ὅτι ἧττόν ἐστι πρὸ ἔργου τὰ ἔξω τοῦ πράγματος λέγειν ἐν τοῖς δημηγορικοῖς καὶ ἧττόν ἐστι κακοῦργον ἡ δημηγορία δικολογίας, ὅτι κοινότερον. ἐνταῦθα μὲν γὰρ ὁ κριτὴς περὶ οἰκείων κρίνει, ὥστ᾽ οὐδὲν ἄλλο δεῖ πλὴν ἀποδεῖξαι ὅτι οὕτως ἔχει ὥς φησιν ὁ συμβουλεύων· ἐν δὲ τοῖς δικανικοῖς οὐχ ἱκανὸν τοῦτο, ἀλλὰ πρὸ ἔργου ἐστὶν ἀναλαβεῖν τὸν ἀκροατήν· περὶ ἀλλοτρίων γὰρ ἡ κρίσις, ὥστε πρὸς τὸ αὑτῶν σκοπούμενοι καὶ πρὸς χάριν ἀκροώμενοι διδόασι τοῖς ἀμφισβητοῦσιν,

[1355a] ἀλλ᾽ οὐ κρίνουσιν. διὸ καὶ πολλαχοῦ, ὥσπερ πρότερον εἶπον, ὁ νόμος κωλύει λέγειν ἔξω τοῦ πράγματος· ἐκεῖ δ᾽ αὐτοὶ οἱ κριταὶ τοῦτο τηροῦσιν ἱκανῶς. ἐπεὶ δὲ φανερόν ἐστιν ὅτι ἡ μὲν ἔντεχνος μέθοδος περὶ τὰς πίστεις ἐστίν, ἡ δὲ πίστις ἀπόδειξίς τις (τότε γὰρ πιστεύομεν μάλιστα ὅταν ἀποδεδεῖχθαι ὑπολάβωμεν), ἔστι δ᾽ ἀπόδειξις ῥητορικὴ ἐνθύμημα, καὶ ἔστι τοῦτο ὡς εἰπεῖν ἁπλῶς κυριώτατον τῶν πίστεων, τὸ δ᾽ ἐνθύμημα συλλογισμός τις, περὶ δὲ συλλογισμοῦ ὁμοίως ἅπαντος τῆς διαλεκτικῆς ἐστιν ἰδεῖν, ἢ αὐτῆς ὅλης ἢ μέρους τινός, δῆλον ὅτι ὁ μάλιστα τοῦτο δυνάμενος θεωρεῖν, ἐκ τίνων καὶ πῶς γίνεται συλλογισμός, οὗτος καὶ ἐνθυμηματικὸς ἂν εἴη μάλιστα, προσλαβὼν περὶ ποῖά τέ ἐστι τὸ ἐνθύμημα καὶ τίνας ἔχει διαφορὰς πρὸς τοὺς λογικοὺς συλλογισμούς. τό τε γὰρ ἀληθὲς καὶ τὸ ὅμοιον τῷ ἀληθεῖ τῆς αὐτῆς ἐστι δυνάμεως ἰδεῖν, ἅμα δὲ καὶ οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὸ ἀληθὲς πεφύκασιν ἱκανῶς καὶ τὰ πλείω τυγχάνουσι τῆς ἀληθείας· διὸ πρὸς τὰ ἔνδοξα στοχαστικῶς ἔχειν τοῦ ὁμοίως ἔχοντος καὶ πρὸς τὴν ἀλήθειάν ἐστιν.

***
[1354a] [1] Η ρητορική βρίσκεται σε αναλογική σχέση με τη διαλεκτική: και οι δυο τους ασχολούνται με θέματα που, κατά κάποιο τρόπο, αποτελούν μέρος των γνώσεων όλων των ανθρώπων και δεν ανήκουν στο περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης ειδικής επιστήμης. Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι, λίγο πολύ, οι άνθρωποι ασκούν και τη μία και την άλλη. Όλοι, πράγματι, ως έναν βαθμό, οι άνθρωποι δοκιμάζουν και να κριτικάρουν ή να υποστηρίξουν ένα επιχείρημα και να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ή να γίνουν κατήγοροι. Μόνο που οι περισσότεροι άνθρωποι τα κάνουν όλα αυτά άλλοι στην τύχη και άλλοι από μια συνήθεια/ικανότητα που την απέκτησαν με άσκηση. Από τη στιγμή όμως που και οι δύο αυτοί τρόποι είναι δυνατοί, είναι φανερό ότι τα πράγματα αυτά μπορούν να γίνουν και με την εφαρμογή μιας ορισμένης μεθόδου. Μπορούμε, πράγματι, να ψάξουμε με το μυαλό μας και να βρούμε γιατί κάποιοι πετυχαίνουν ενεργώντας από συνήθεια και άλλοι ενεργώντας στην τύχη· όλοι τότε θα βρεθούμε σύμφωνοι ότι αυτού του είδους η διερεύνηση είναι, στην πραγματικότητα, το έργο μιας τέχνης.

Εν πάση περιπτώσει όλοι οι ως τώρα συντάκτες εγχειριδίων ρητορικής τέχνης ένα μικρό μόνο μέρος αυτής της τέχνης μάς έχουν προσφέρει· γιατί, πραγματικά, οι αποδείξεις είναι το μόνο πράγμα που εμπίπτει στην περιοχή της τέχνης — όλα τα άλλα είναι συμπληρώματα· οι συγγραφείς όμως αυτοί δεν λένε τίποτε για τα ενθυμήματα, που είναι το «σώμα» της απόδειξης, και ασχολούνται κατά κύριο λόγο με πράγματα που βρίσκονται έξω από το θέμα: η διαβολή, ο οίκτος, η οργή και τα άλλα πάθη της ψυχής δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση· απλώς απευθύνονται στον δικαστή. Αν, επομένως, όλες οι δίκες διεξάγονταν με τον τρόπο που διεξάγονται σήμερα σε μερικές πόλεις, και μάλιστα στις ευνομούμενες, οι συγγραφείς αυτοί δεν θα είχαν απολύτως τίποτε να πουν. Γιατί όλοι οι άνθρωποι ή πιστεύουν ότι αυτό πρέπει να το ορίζουν ρητά οι νόμοι ή το κάνουν οι ίδιοι πράξη και απαγορεύουν να μιλάει κανείς έξω από το θέμα (έτσι γίνεται στον Άρειο Πάγο) — και φυσικά έχουν το δίκαιο με το μέρος τους· γιατί, βέβαια, δεν πρέπει να διαστρέφουμε τους δικαστές παρασύροντας τους σε οργή ή σε φθόνο ή σε οίκτο· αυτό θα ήταν σαν να στραβώναμε τον χάρακα που πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε. Έπειτα είναι φανερό ότι το μόνο που έχουν να κάνουν οι διάδικοι είναι να αποδείξουν ότι το συγκεκριμένο γεγονός είναι ή δεν είναι έτσι, ότι συνέβη ή δεν συνέβη· για το αν είναι όμως σημαντικό ή ασήμαντο, δίκαιο ή άδικο, την απόφαση —στον βαθμό που δεν υπάρχει καθοριστικός λόγος του νομοθέτη— θα την πάρει πια μόνο ο δικαστής, και δεν είναι καθόλου δουλειά των διαδίκων να του τα μάθουν.

Το πιο σωστό λοιπόν είναι οι καλώς κείμενοι νόμοι να προβλέπουν οι ίδιοι όλες τις δυνατές περιπτώσεις και να αφήνουν όσο γίνεται λιγότερες στη διάκριση των δικαστών, δεδομένου ότι, πρώτον, είναι πιο εύκολο να βρεις έναν ή λίγους ανθρώπους —παρά πολλούς—

[1354b] που να σκέφτονται σωστά και να είναι σε θέση να νομοθετούν και να δικάζουν, και, δεύτερον, οι νόμοι είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας σκέψης και διερεύνησης, ενώ οι δικαστικές αποφάσεις λαμβάνονται εκείνη τη στιγμή, και άρα είναι δύσκολο για τους κριτές να ορίζουν με τον τρόπο που πρέπει το δίκαιο και το συμφέρον· από όλα όμως το πιο σημαντικό είναι ότι οι αποφάνσεις του νομοθέτη δεν αναφέρονται σε επιμέρους περιπτώσεις, αλλά αφορούν στο μέλλον και έχουν γενικό χαρακτήρα, ενώ το μέλος της εκκλησίας του δήμου και ο δικαστής αποφασίζουν για συγκεκριμένα θέματα του παρόντος· συχνά μάλιστα οι αποφάσεις τους επηρεάζονται από φιλίες, από έχθρες και από το προσωπικό τους συμφέρον, με αποτέλεσμα να μην είναι πια σε θέση να διακρίνουν —στον βαθμό που πρέπει— την αλήθεια και η κρίση τους να επισκοτίζεται από ό,τι είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο προσωπικά στους ίδιους. Πρέπει λοιπόν —το ξαναλέμε— να αφήνουμε τον μικρότερο δυνατό αριθμό περιπτώσεων στην απόλυτη κρίση του δικαστή· εκείνο που δεν μπορούμε παρά να το αφήνουμε στην κρίση των δικαστών είναι το αν συνέβη ή δεν συνέβη το πράγμα, το αν πρόκειται ή δεν πρόκειται να συμβεί, το αν είναι ή δεν είναι έτσι· γιατί ο νομοθέτης δεν μπορεί, βέβαια, να τα προβλέψει όλα αυτά.

Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα, τότε είναι φανερό ότι οι συγγραφείς των ως τώρα εγχειριδίων ρητορικής μιλούν για ξένα προς τη ρητορική θέματα, όταν ορίζουν π.χ. τί πρέπει να περιέχει το προοίμιο ή η διήγηση ή το καθένα από τα άλλα μέρη του ρητορικού λόγου. Πραγματικά, το μόνο πράγμα με το οποίο ασχολούνται στις πραγματείες τους αυτές είναι το πώς θα φέρουν τον δικαστή σ᾽ αυτήν ή σ᾽ εκείνη την κατάσταση· για τις έντεχνες αποδείξεις ούτε κουβέντα! Και όμως το στοιχείο αυτό είναι το μόνο που μπορεί να σε κάνει ικανό για ενθυμήματα. Αυτός είναι ο λόγος που, μολονότι είναι ίδια η μέθοδος που εφαρμόζεται στον συμβουλευτικό και στον δικανικό λόγο, και μολονότι τα θέματα που πραγματεύεται ο συμβουλευτικός λόγος είναι ανώτερης ποιότητας και παρουσιάζουν μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον από ό,τι οι ιδιωτικές συναλλαγές, εντούτοις οι συγγραφείς αυτοί δεν λένε τίποτε για τον πρώτο και όλοι τους προσπαθούν να περιγράψουν την τεχνική του δικανικού λόγου. Η εξήγηση βέβαια είναι ότι στον συμβουλευτικό λόγο δεν συμφέρει και τόσο να μιλάς έξω από το θέμα· επίσης ο συμβουλευτικός λόγος προσφέρεται λιγότερο για πανουργίες και απάτες από ό,τι ο δικανικός, επειδή κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού. Στην περίπτωση του συμβουλευτικού λόγου ο ακροατής είναι κριτής θεμάτων που τον αφορούν, και επομένως το μόνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι τα πράγματα είναι όπως τα λέει ο συμβουλευτικός ρήτορας. Στους δικανικούς όμως λόγους αυτό δεν είναι αρκετό· στην περίπτωση αυτή σημασία έχει να κερδηθεί ο ακροατής· γιατί τώρα η κρίση είναι για θέματα άλλων, και οι δικαστές, καθώς δεν έχουν ενδιαφέρον παρά για τα προσωπικά τους μόνο θέματα και ακούν για προσωπική τους μόνο ευχαρίστηση, άγονται και φέρονται από τους διαδίκους:

[1355a] στην πραγματικότητα δεν κρίνουν. Γι᾽ αυτό και σε πολλά μέρη, όπως το είπα και πρωτύτερα, ο νόμος απαγορεύει στους δικανικούς ρήτορες να μιλούν έξω από το θέμα τους· στους συμβουλευτικούς όμως λόγους οι ίδιοι οι ακροατές φροντίζουν για τη σωστή τήρηση αυτού του πράγματος.

Αφού λοιπόν είναι φανερό ότι η ρητορική τέχνη ως σύστημα έχει να κάνει με τους τρόπους δημιουργίας πειθούς· ότι όταν λέμε «τρόπος δημιουργίας πειθούς» εννοούμε ένα είδος απόδειξης (γιατί τότε κυρίως πειθόμαστε, όταν θεωρήσουμε ότι κατιτί έχει αποδειχθεί)· ότι η ρητορική απόδειξη είναι το ενθύμημα, το οποίο —για να το πούμε με δυο λέξεις— είναι το κυριότερο μέσο δημιουργίας πειθούς· ότι το ενθύμημα είναι ένα είδος συλλογισμού και ότι είναι έργο της διαλεκτικής (εν γένει της διαλεκτικής ή κάποιου ειδικού μέρους της) η σπουδή και μελέτη όλων γενικά των συλλογισμών, γίνεται φανερό ότι αυτός που είναι σε θέση να σκεφτεί και να ξέρει με τον καλύτερο τρόπο από τί υλικό ξεκινώντας και ποιά πορεία ακολουθώντας διαμορφώνεται ένας συλλογισμός, αυτός θα είναι και ο πιο ικανός να διαμορφώνει και να χειρίζεται ενθυμήματα, φτάνει να μάθει επιπλέον με τί ασχολείται το ενθύμημα και ποιές διαφορές παρουσιάζει από τους λογικούς συλλογισμούς. Πραγματικά, προϋποθέτει την ίδια διανοητική ικανότητα το να διακρίνει κανείς τόσο το αληθινό όσο και το αληθοφανές· οι άνθρωποι, εξάλλου, είναι από την ίδια τους τη φύση προικισμένοι με την ικανότητα να συλλαμβάνουν την αλήθεια, και τις πιο πολλές φορές έχουν σ᾽ αυτό επιτυχίες· γι᾽ αυτό και η ικανότητα για αναζήτηση και ανεύρεση των κοινά παραδεκτών γνωμών είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου που έχει την ίδια ικανότητα και ενσχέσει με την αλήθεια.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (957-1008)

ΟΡ. σοφόν τι χρῆμα τοῦ διδάξαντος βροτοὺς
λόγους ἀκούειν τῶν ἐναντίων πάρα.
ἐγὼ γὰρ εἰδὼς τῶνδε σύγχυσιν δόμων
960 ἔριν τε τὴν σὴν καὶ γυναικὸς Ἕκτορος
φυλακὰς ἔχων ἔμιμνον, εἴτ᾽ αὐτοῦ μενεῖς
εἴτ᾽ ἐκφοβηθεῖσ᾽ αἰχμαλωτίδος φόνῳ
γυναικὸς οἴκων τῶνδ᾽ ἀπηλλάχθαι θέλεις.
ἦλθον δὲ σὰς μὲν οὐ σέβων ἐπιστολάς,
965 εἰ δ᾽ ἐνδιδοίης, ὥσπερ ἐνδίδως, λόγον,
πέμψων σ᾽ ἀπ᾽ οἴκων τῶνδ᾽. ἐμὴ γὰρ οὖσα πρὶν
σὺν τῷδε ναίεις ἀνδρὶ σοῦ πατρὸς κάκῃ,
ὃς πρὶν τὰ Τροίας ἐσβαλεῖν ὁρίσματα
γυναῖκ᾽ ἐμοί σε δοὺς ὑπέσχεθ᾽ ὕστερον
970 τῷ νῦν σ᾽ ἔχοντι, Τρῳάδ᾽ εἰ πέρσοι πόλιν.
ἐπεὶ δ᾽ Ἀχιλλέως δεῦρ᾽ ἐνόστησεν γόνος,
σῷ μὲν συνέγνων πατρί, τὸν δ᾽ ἐλισσόμην
γάμους ἀφεῖναι σούς, ἐμὰς λέγων τύχας
καὶ τὸν παρόντα δαίμον᾽, ὡς φίλων μὲν ἂν
975 γήμαιμ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρῶν, ἔκτοθεν δ᾽ οὐ ῥᾳδίως,
φεύγων ἀπ᾽ οἴκων ἃς ἐγὼ φεύγω φυγάς.
ὁ δ᾽ ἦν ὑβριστὴς ἔς τ᾽ ἐμῆς μητρὸς φόνον
τάς θ᾽ αἱματωποὺς θεὰς ὀνειδίζων ἐμοί.
κἀγὼ ταπεινὸς ὢν τύχαις ταῖς οἴκοθεν
980 ἤλγουν μὲν ἤλγουν, συμφορὰς δ᾽ ἠνειχόμην,
σῶν δὲ στερηθεὶς ᾠχόμην ἄκων γάμων.
νῦν οὖν, ἐπειδὴ περιπετεῖς ἔχεις τύχας
καὶ ξυμφορὰν τήνδ᾽ ἐσπεσοῦσ᾽ ἀμηχανεῖς,
ἄξω σ᾽ ἐς οἴκους καὶ πατρὸς δώσω χερί.
985 τὸ συγγενὲς γὰρ δεινόν, ἔν τε τοῖς κακοῖς
οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον οἰκείου φίλου.
ΕΡ. νυμφευμάτων μὲν τῶν ἐμῶν πατὴρ ἐμὸς
μέριμναν ἕξει, κοὐκ ἐμὸν κρίνειν τόδε.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα τῶνδέ μ᾽ ἔκπεμψον δόμων,
990 μὴ φθῇ με προσβὰς δῶμα καί μολὼν πόσις,
ἢ πρέσβυς οἴκους μ᾽ ἐξερημοῦσαν μαθὼν
Πηλεὺς μετέλθῃ πωλικοῖς διώγμασιν.
ΟΡ. θάρσει γέροντος χεῖρα· τὸν δ᾽ Ἀχιλλέως
μηδὲν φοβηθῇς παῖδ᾽, ὅσ᾽ εἰς ἔμ᾽ ὕβρισεν.
995 τοία γὰρ αὐτῷ μηχανὴ πεπλεγμένη
βρόχοις ἀκινήτοισιν ἕστηκεν φόνου
πρὸς τῆσδε χειρός· ἣν πάρος μὲν οὐκ ἐρῶ,
τελουμένων δὲ Δελφὶς εἴσεται πέτρα.
ὁ μητροφόντης δ᾽, ἢν δορυξένων ἐμῶν
1000 μείνωσιν ὅρκοι Πυθικὴν ἀνὰ χθόνα,
δείξω γαμεῖν σφε μηδέν᾽ ὧν ἐχρῆν ἐμέ.
πικρῶς δὲ πατρὸς φόνιον αἰτήσει δίκην
ἄνακτα Φοῖβον· οὐδέ νιν μετάστασις
γνώμης ὀνήσει θεῷ διδόντα νῦν δίκας,
1005 ἀλλ᾽ ἔκ τ᾽ ἐκείνου διαβολαῖς τε ταῖς ἐμαῖς
κακῶς ὀλεῖται· γνώσεται δ᾽ ἔχθραν ἐμήν.
ἐχθρῶν γὰρ ἀνδρῶν μοῖραν εἰς ἀναστροφὴν
δαίμων δίδωσι κοὐκ ἐᾷ φρονεῖν μέγα.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Σοφός ήταν ο λόγος εκεινού που δίδαξε
ότι θα πρέπει κανείς ν᾽ ακούει το καθετί
από το ίδιο το στόμα των ανθρώπων
που έχουνε τις διαφορές. Γνωρίζοντας κι εγώ
την αναστάτωση που υπάρχει μες σ᾽ αυτό το σπίτι,
960 την έχθρα ανάμεσα σε σένα και τη σύζυγο
του Έκτορα, περίμενα για να δω τί θα κάνεις,
αν θα μείνεις στο σπίτι ετούτο, ή μήπως, φοβισμένη
από το φέρσιμο της σκλάβας, θα ᾽θελες να φύγεις.
Κι ήρθα χωρίς να περιμένω μήνυμά σου
για να σε στείλω απ᾽ το παλάτι ετούτο μακριά,
αν μου ᾽δινες, όπως και μου ᾽δωσες, την αφορμή
με τα ίδια σου τα λόγια.
Ήσουνα κάποτε γυναίκα μου, κι αν τώρα
συγκατοικείς εδώ μ᾽ αυτόν τον άντρα,
αίτιος είναι ο κακόπιστος πατέρας σου,
που πριν να πάει στην Τροία, σ᾽ έδωσε σε μένα,
κι ύστερα σ᾽ έταξε σ᾽ αυτόν που σ᾽ έχει σήμερα
970 αν θα κατόρθωνε να πάρει την Τρωάδα.
Κι όταν ο γιος του Αχιλλέα εγύρισε,
δεν κράτησα κακία στον πατέρα σου,
παρακαλούσα όμως τον άλλον να παραιτηθεί
από ένα τέτοιο πάντρεμα, και του ανιστόρησα
τις συμφορές μου και τη μοίρα μου, και του είπα
πως μόνο απ᾽ τη δική μας τη φαμίλια
και δύσκολα από ξένες οικογένειες
θα μπορούσα να πάρω γυναίκα,
διωγμένος καθώς είμαι από το σπίτι μου.
Μα εκείνος μ᾽ έβριζε για της μητέρας μου τον φόνο,
με χλεύαζε μιλώντας για τις Ερινύες,
κι εγώ, ταπεινωμένος απ᾽ τις συμφορές
του σπιτιού μου, πονούσα, ναι, πονούσα,
980 μα έκανα υπομονή στη δυστυχία μου
κι όταν στερήθηκα κι εσένα, είπα να φύγω.
Τώρα λοιπόν που κακοτύχησες και βυθισμένη
σε τέτοια συμφορά, δεν ξέρεις τί να πράξεις,
θα σε πάρω από δω και θα σε παραδώσω
στα χέρια του πατέρα σου. Είναι μεγάλη
της συγγένειας η δύναμη και μες στη δυστυχία
τίποτα πιο πολύτιμο απ᾽ τον καλό συγγενή.
ΕΡΜΙΟΝΗ
Για τις παντρειές μου θα νοιαστεί ο πατέρας μου,
εγώ δεν επιτρέπεται ν᾽ αποφασίσω.
Μα όσο μπορείς πιο γρήγορα, να με στείλεις μακριά,
990 μη με προλάβει ο άντρας μου γυρίζοντας,
ή μη με κυνηγήσει ο γέροντας Πηλέας,
με τα γοργά του τ᾽ άλογα, όταν μάθει
ότι παράτησα το σπίτι του παιδιού του.
ΟΡΕΣΤΗΣ
Το χέρι ενός γέροντα μην το φοβάσαι. Κι ούτε
του Αχιλλέα τον γιο, που αδιάντροπα μου μίλησε.
Το χέρι αυτό που βλέπεις του έστησε,
με γερά βρόχια, φονική παγίδα,
που τώρα δεν θα φανερώσω. Μα όταν γίνει
αυτό που είναι να γίνει, θα το μάθει
ο βράχος των Δελφών. Εγώ,
ο μητροκτόνος, θα του μάθω, —αν μείνουν
πιστοί στον όρκο τους οι φίλοι μου
1000 στη χώρα της Πυθίας—
να μην κοιτάει να πάρει σύζυγό του εκείνην
που έχει δοθεί σ᾽ εμένανε με υπόσχεση.
Πικρά θα μετανιώσει, που αποτόλμησε
να ζητήσει τον λόγο απ᾽ τον Απόλλωνα
για του πατέρα του τον φόνο. Κι ούτε θα ωφελήσει
που άλλαξε γνώμη και κοιτάζει τώρα
να εξιλεώσει τον θεό· από κείνον,
αλλά και για το φέρσιμό του προς εμένα,
θα βρει τέλος κακό. Θα δει τότε
ποιόν είχε εχθρό. Την τύχη των ανθρώπων
οι οργισμένοι θεοί μεταλλάζουνε
και η έπαρση θα βρει την τιμωρία της.
(Φεύγει με την Ερμιόνη.)

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΕΜΕΛΗ

ΣΕΜΕΛΗ
(αθάνατη)
 
Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,
σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,
έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.
(Ησ., Θεογ. 943-945)
 
Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας, στον γάμο των οποίων παρευρέθηκαν οι θεοί. Ήταν αδελφή του Πολύδωρου, γενάρχη των Λαβδακιδών, και της Αυτονόης, της Ινώς και της Αγαύης -η παράδοση θέλει έναν ακόμη αδελφό, τον Ιλλυριό. Οι αδελφές της παντρεύτηκαν θνητούς, τον Αρισταίο η πρώτη, τον Αθάμαντα η δεύτερη, τον Εχίονα η τρίτη, ενώ εκείνη είχε την τύχη / ατυχία να την ερωτευτεί ο Δίας και, κρυφά από την Ήρα, να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνη το έμαθε και με δόλο έσυρε τη Σεμέλη στον θάνατο. Καθώς ο Δίας είχε συγκατανεύσει να ικανοποιήσει όποιο αίτημα του προέβαλλε η αγαπημένη του, η Ήρα της υπέβαλε την επιθυμία να του ζητήσει να πάει κοντά της με τη μορφή που εκείνος είχε όταν ζητούσε την αγάπη της Ήρας -«μόνο με μένα παίρνει την πραγματική μορφή του», είπε η σύζυγος στην ερωμένη προκαλώντας την, παίρνοντας, σύμφωνα μόνο με τον Οβίδιο τη μορφή γριάς τροφού της (3.243 κ.ε.*). Ο Δίας, επειδή δεν μπορούσε να πάρει πίσω τον λόγο του, έφτασε στην κάμαρά της πάνω σε άρμα αστράπτοντας και βροντώντας, έριξε μάλιστα και κεραυνό. Η Σεμέλη έμεινε από τον φόβο της και, πεθαίνοντας, απέβαλε το έξι μηνών μωρό της, όμως ο Δίας το άρπαξε από τη φωτιά και το έραψε στον μηρό του.
 
Μετά τον θάνατο της Σεμέλης οι άλλες κόρες του Κάδμου διέδωσαν ότι η Σεμέλη με κάποιον θνητό είχε κοιμηθεί και είχε πει ψέματα για τον Δία, και πως γι' αυτόν τον λόγο κατακεραυνώθηκε. Οι συνέπειες και στις τρεις αδελφές από τη φημολογία που έσπειραν αλλά και από το γεγονός ότι η μια, η Ινώ, δέχτηκε να αναθρέψει τον Διόνυσο, προκαλώντας την οργή της Ήρας, η άλλη, η Αγαύη, αρνήθηκε τη θειότητα του Διόνυσου, προκαλώντας την οργή του θεϊκού ανεψιού της, ήταν οδυνηρές για τις ίδιες και για τους γιους τους. Η Αγαύη σε κατάσταση μανίας διαμελίζει τον γιο της Πενθέα, ο γιος της Αυτονόης ο Ακταίωνας διαμελίζεται από τα σκυλιά του και μεταμορφώνεται σε ελάφι, η Ινώ μαζί με τον γιο της Μελικέρτη πέφτουν στη θάλασσα. Όσο για το μωρό που ο Δίας έραψε στον μηρό του, όταν συμπληρώθηκε ο χρόνος που απαιτούνταν, ο Δίας έκοψε τα ράμματα και έφερε στον κόσμο τον Διόνυσο που όταν μεγάλωσε αναζήτησε τη μητέρα του στον Κάτω Κόσμο. Έτσι η Σεμέλη αναστήθηκε και ανέβηκε στον Όλυμπο με το όνομα Θυώνη.
 
Άλλες εκδοχές θέλουν το αίτημα προς τον Δία να διατυπώνεται από τη Σεμέλη χωρίς την παρέμβαση της Ήρας, μόνο από το παράπονο της νεαρής κοπέλας ότι αυτός που έλεγε ότι την αγαπούσε στην πραγματικότητα την περιφορνούσε, αφού πλάγιαζε μαζί της κρυμμένος και χωρίς κουβέντα (Διόδ. 4.2**).
 
Μια ναξιακή εκδοχή θέλει τον Δία να επιλέγει το νησί της Νάξου για να αφήσει το παιδί του και να το μεγαλώσουν οι εγχώριες Νύμφες, η Φιλία, η Κορωνίδα και η Κλείδη. Η ίδια παράδοση βάζει τον Δία να κατακεραυνώνει τη Σεμέλη, γιατί δεν επιθυμούσε το παιδί του να γεννηθεί από θνητή γυναίκα αλλά και οι δυο γονείς του να είναι αθάνατοι, ο ίδιος ως πατέρας που γονιμοποίησε τη Σεμέλη και ο ίδιος που σαν γυναίκα κυοφόρησε το παιδί (Διόδ. 5.52). Μια λακωνική παραλλαγή θέλει τον Κάδμο να εκθέτει ζωντανούς σε μια κιβωτό την κόρη και το παιδί της. Η κιβωτός ξεβράστηκε στη λακωνική γη, στην πόλη που μέχρι τότε λεγόταν Ὀρειᾶται και μετά Βρασιαί, ακριβώς για το γεγονός ότι εκεί εκβράστηκε το ξύλινο κιβώτιο. Οι Βρασιώτες έκαναν μια επιβλητική κηδεία στη Σεμέλη που στο μεταξύ είχε πεθάνει και ανέθρεψαν τον Διόνυσο στον τόπο τους· εκεί λέγανε ότι τον ανέλαβε η Ινώ ως τροφός του (Παυσ. 3.24). Λεγόταν, ακόμη, ότι υπήρχε άβατος ναός της Σεμέλης στον Κιθαιρώνα, όπου βρισκόταν και ο τάφος της, ενώ και στη Θήβα έδειχναν τον τάφο της στον ναό του Διόνυσου Λυσίου. Άβατο ήταν και το κεραυνοβολημένο δωμάτιο στο ερειπωμένο παλάτι του Κάδμου.
 
Περισσότερο ορθολογικές αναγνώσεις (Χάρακας, 1ος αι. μ.Χ.) θέλουν τον Κάδμο να θεωρεί τον Διόνυσο θεϊκό, τυχερό παιδί, γιατί σώθηκε από τη φωτιά, και οι άνθρωποι να ονομάζουν τη Σεμέλη Θυώνη για τον ίδιο λόγο, επειδή κάηκε από τη φωτιά που θεωρούνταν μέσο εξαγνισμού.
---------------------------
*Η Ήρα στη Σεμέλη
 
Ο Οβίδιος (3.273 κ.ε.) επινοεί λεπτομέρεις για το πώς η Ήρα εμφανίστηκε στη Σεμέλη και την έπεισε να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της σε όλη του τη δόξα και να την πείσει ότι είναι αυτός και όχι κάποιος άνδρας που παριστάνει τον θεό, για να έχει τον έρωτά της:
Τότε σηκώθηκε από τον θρόνο της και κρυμμένη μέσα σε σύννεφο ήρθε στο κατώφλι της Σεμέλης. Αλλά προτού βγάλει το σύννεφο από πάνω της μεταμορφώθηκε σε γριά γυναίκα, τα μαλλιά της γκριζάρισαν, το δέρμα της οργώθηκε από ρυτίδες, τα πόδια της κύρτωσαν, το βήμα της έγινε ασταθές. Έκανε τη φωνή της να ακούγεται σαν από ηλικιωμένο άνθρωπο και προσποιήθηκε ότι ήταν η Βερόη, η τροφός της Σεμέλης από την Επίδαυρο. Έτσι, όταν έφτασαν και στο όνομα του Δία στο μέσο μιας μακριάς συνομιλίες, η Ήρα αναστέναξε και είπε: «Εύχομαι για το καλό σου, να είναι πραγματικά ο Δίας, αλλά η όλη ιστορία με βάζει σε υποψίες. Πολλοί άνδρες έχουν μπει στα υπνοδωμάτια αγνών γυναικών στο όνομα των θεών. Δεν αρκεί να είναι ο Δίας: πρέπει να δώσει μια απόδειξη της αγάπης του, αν πραγματικά είναι αυτός. Παρακάλεσέ τον να αναλάβει όλες τις δυνάμεις του, προτού σε αγκαλιάσει, και να εμφανιστεί σε όλη του τη δόξα, όπως όταν η Ήρα τον καλωσορίζει στον ουρανό.»
 
**Σεμέλη και Δίας
 
Και ο Δίας ερωτεύτηκε τη Σεμέλη για την ομορφιά της και, καθώς πλάγιαζε μαζί της κρυφά και χωρίς κουβέντα, αυτή νόμιζε ότι την περιφρονούσε. Γι' αυτό τον παρακάλεσε να την αγκαλιάσει και να της φέρεται ερωτικά όπως κάνει με την Ήρα. Έτσι, ο Δίας την πλησίασε, όπως ταίριαζε σ' ένα θεό, με βροντές και αστραπές, και φανέρωσε τον εαυτό του, καθώς την αγκάλιαζε. Και η Σεμέλη, που ήταν έγκυος, δεν μπόρεσε να αντέξει το μεγαλείο της θείας παρουσίας και απέβαλε, ενώ η ίδια πέθανε από τη φωτιά. Έπειτα ο Δίας πήρε το παιδί και το παρέδωσε στον Ερμή με την εντολή να το μεταφέρει στη σπηλιά που είναι στη Νύσα.
(Διόδ. 4.2)

Ξεσπάμε στους γονείς μας επειδή ξέρουμε πως θα μας συγχωρήσουν

Η αγάπη συγχωρεί και της συγχωρούν, αν όχι τα πάντα, σχεδόν τα πάντα. Έτσι μόνο μπορεί να υπάρξει έχοντας καλοσύνη μέσα της και κατανόηση. Έχει κι ανεκτικότητα, όμως, η αγάπη. Ενδέχεται, μάλιστα, κάποιες φορές να ανέχεται και περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.

Λαμβάνοντας αγάπη μάς δίνεται η ευκαιρία να δούμε κι εμείς πιο ελεύθερα και ν’ αντιδρούμε μη σκεπτόμενοι τις συνέπειες των πράξεών μας, θεωρώντας δεδομένη τη συγχώρεση.

«Ξεσπάμε σ’ αυτούς που αγαπάμε περισσότερο» λέει ο πολύς ο κόσμος, ξεχνάει να πει όμως ότι ξεσπάμε σ’ αυτούς γιατί θεωρούμε δεδομένο ότι δε θα μας παρεξηγήσουν, δε θα θυμώσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαφανιστούν από τη ζωή μας. Δε θα ξεσπάσεις τις φωνές και τα νεύρα σου σ’ έναν συνάδελφο από τη δουλειά ούτε σ’ ένα φίλο που δε βλέπεις κάθε μέρα, θα τα εκφράσεις όλα αυτά όμως ελεύθερα στους γονείς σου.

Πόσες φορές έχεις θυμώσει στους γονείς σου και πάνω στα νεύρα σου έχεις πει πράγματα που δεν εννοούσες απλώς και μόνο επειδή είχες την άνεση και τη σιγουριά ότι μετά από λίγο θα σε συγχωρέσουν και θα κάνουν ότι δε συνέβη ποτέ; Με το χέρι στην καρδιά, αμέτρητες! Έτσι δεν έκανες πάντα όμως; Έτσι δεν κάνουν όλοι; Ξεσπάς εκεί που σε παίρνει θεωρώντας την αγάπη και την κατανόησή τους δεδομένη.

Πολλά ήταν τα βράδια και οι στιγμές μέσα στην μέρα που έπιασες τον εαυτό σου να κλαίει και να οδύρεται επειδή κάποιος δε σου φέρθηκε όπως άξιζες, επειδή κάποιος πλήγωσε την καρδούλα σου ή είπε πράγματα που δε σ’ άρεσαν. Υποστήριζες με πάθος ότι εσύ έκανες ό, τι καλύτερο μπορούσες, δεν είχες τίποτα άλλο να δώσεις, να προσπαθήσεις για τον υποτιθέμενο έρωτά σου. Τόσες θυσίες, λες, για χάρη του κι αυτός ούτε ένα ευχαριστώ!

Αργά ή γρήγορα, κάπως έτσι έφτασες στο κλισέ ότι οι άνθρωποι είναι αχάριστοι όταν τους δίνουμε αυτό που θέλουν ή και ακόμα παραπάνω από όσα αξίζουν. Κάπως έτσι, αποφάσισες την επόμενη φορά να πετρώσεις λίγο την καρδούλα σου και να μην ανεχτείς τόσα, να μη συγχωρέσεις τόσο απλά. Δεν αναλογίστηκες ποτέ, όμως, ότι όσο εσύ κάθεσαι και κλαίγεσαι για τον έρωτα που δεν κατέληξε όπως ήθελες και ξεσπάς στους γονείς και την οικογένειά σου πληγώνεις τις δικές τους καρδιές και καταρρακώνεις τα δικά τους συναισθήματα.

Έχεις ξεχάσει ότι έχεις γνωρίσει ήδη δυο ανθρώπους που σου έμαθαν ότι η αγάπη δεν έχει όρια και μπορεί να συγχωρέσει τα πάντα. Αυτοί οι άνθρωποι ακούν στα προσωνυμία «μαμά, μπαμπάς» και μεγαλύτερη από τη δική τους αγάπη δε θα γνωρίσεις. Αυτοί ήταν που θυσίασαν τα πάντα για χάρη σου χωρίς να ζητήσουν ποτέ τίποτα για αντάλλαγμα παρά μόνο την ευτυχία στο πρόσωπό σου, δε σου είπαν ποτέ ότι έκαναν ό, τι καλύτερο μπορούσαν για σένα γιατί θεωρούσαν ότι πάντα μπορούσαν να σου προσφέρουν κάτι παραπάνω.

Τα νεύρα και τον θυμό σου που ξεσπούσες πάνω τους, την αχαριστία ή την αδιαφορία που κάποιες φορές τους χάριζες, δε τα θεωρούσαν ως δικό σου σφάλμα αλλά ως αποτυχία των δικών τους προσπαθειών να σου χαρίσουν τη ζωή που ονειρευόσουν! Την επόμενη φορά που θα υποστηρίξεις ότι είναι υποχρέωσή τους να σε συγχωρούν, θυμήσου ότι είναι και δική σου να δείχνεις πότε-πότε την αγάπη που νιώθεις! Κλαιγόμαστε μόνο για την καρδιά μας που πληγώνουν και αδιαφορούμε για τις καρδιές που πληγώνουμε. Και ξέρεις κάτι, όσο κι αν ξεσπάμε, όσο κι αν θυμώνουμε, αυτοί πάλι δίπλα μας θα είναι για να τ’ αντέξουν. Μα είναι στ’ αλήθεια το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Σκέψου το.

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος

Ο απόλυτος έλεγχος πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός. Και είναι πάντα καταστροφικός.

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που αφορούν την αγάπη θέλει δυο ανθρώπους που αγαπιούνται αληθινά να είναι συνέχεια μαζί, να ακολουθούν το ίδιο μονοπάτι, να έχουν τους ίδιους στό­χους και τα ίδια ενδιαφέροντα, οι ζωές τους είναι αιώνια συνυφασμένες και η κάθε στιγμή του ενός μακριά από τον άλλο να μοιάζει με αιωνιότητα. Ακόμα κι αν αυτό ήταν δυνατό, εμένα μου φαίνεται τρομερά ανιαρό.

Είναι πολύ φυσικό να θέλουμε να μοιραζόμαστε πράγματα ή τη ζωή μας με το/τη σύντροφό μας, να θέλουμε να νιώθουμε δε­μένοι και προστατευμένοι. Αυτό γίνεται πρόβλημα μόνο όταν η αγάπη μετατρέπεται σε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Όσοι επικεντρώνουν την αγάπη τους σε ένα μόνο πρόσωπο έχουν πρόβλημα σχέσεων γενικά.

Θα έπρεπε να είναι ανακούφιση μάλλον παρά απειλή το να ανακαλύπτουμε πως εκείνοι που αγαπάμε έχουν την ικανότητα να αγαπούν κι άλλους ανθρώπους και να αγαπιούνται. Θα έπρεπε να είμαστε ευγνώμονες που έχουν ενδιαφέροντα πέρα από εμάς, που είναι αυτάρκεις και αυτοδύναμοι.

Είμαστε πραγματικά ικανοί να αγαπάμε πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μειώνεται εκείνο που έχουμε να δώσουμε. Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερες εμπειρίες αγάπης έχουμε, είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν, τόσο περισσότερα κομίζουμε στην προσωπική μας σχέση.

Η αγάπη δεν ξεθωριάζει όταν μοιράζεται μάλλον γίνεται πιο φωτεινή και σίγουρα βελτιώνεται με την πείρα.

Το παράδοξο του να πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε.

Αποτελεί ένα από τα παράδοξα της αγάπης το ότι συχνά πληγώνουμε περισσότερο αυτούς που αγαπάμε περισσότερο. Επισημαίνουμε συνεχώς τα λάθη τους, επικρίνουμε τις αποφάσεις τους, αμφισβητούμε τα συμπεράσματά τους. Κάποιες φορές, βάζουμε σ’ εκείνους πιο υψηλά στάνταρ απ’ ό,τι στον εαυτό μας. Δεν είναι κακό να θέλουμε τα πρόσωπα που αγαπάμε να κάνουν το καλλίτερο που μπορούν, αλλά αυτό δε θα το πετύχουμε ποτέ με τις επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια.

Η κριτική είναι μια σύνθετη και δύσκολη τέχνη, που δεν πρέπει να γίνεται με ελαφριά καρδιά. Μπορεί να είναι εποικοδομητική, αλλά μπορεί να είναι και ισοπεδωτική.

Την επόμενη φορά που θα μπούμε στον πειρασμό να πούμε «Το πρόβλημα με σένα είναι ότι…» θα πρέπει ίσως να το ξανασκεφτούμε και να αναρωτηθούμε γιατί το κάνουμε!

Το σχόλιό μας θα έχει πραγματικά κάποιο θετικό αποτέλεσμα ή μήπως είναι καλύτερα να σωπάσουμε; Θα ωφελήσει αν μιλήσουμε ή θα μειώσουμε ένα ανθρώπινο πλάσμα ή μήπως θα χάσουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο;

Η αγάπη ανάβει περισσότερες φωτιές απ’ όσες σβήνει το μίσος.

Η ομορφιά της ευθραυστότητας

Μια ηλιόλουστη μέρα, ενώ καθόμασταν προστατευμένοι στην πυκνή σκιά ενός τεράστιου δέντρου, μια φίλη με ρώτησε σε τι έχω αφιερώσει τη ζωή μου. Της απάντησα προσφέροντάς της ένα αγριολούλουδο, μια μικρούλα μαργαρίτα: «Στο να προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων».

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία έχουμε δικαίωμα να ζούμε μόνο αν είμαστε τέλειοι. Φαίνονται απαγορευμένες οι ανεπάρκειες, οι αδυναμίες, οι ευθραυστότητες. Όσοι ψεύδονται στον εαυτό τους δραπετεύουν προσωρινά από τη χώρα των αποτυχημένων κατασκευάζοντας πανοπλίες τελειότητας.
  
Υπάρχει όμως κι άλλος τρόπος για να σωθούμε, μπορούμε να φτιάξουμε, όπως εσύ, μια άλλη, πολύ γόνιμη, χώρα, τη χώρα εκείνων που μπορούν να είναι εύθραυστοι. Η ελαφρότητα των πουλιών εξαρτάται από το βάρος των φτερών τους, είναι μια δυνατό ελαφρότητα, δεν είναι αποτέλεσμα επιπολαιότητας αλλά σκληρού αγώνα. Εσύ έζησες μέσα σε ένα σώμα με πολύ βαριά φτερά, κι ελευθερώθηκες, έγινες πιο ελαφρύς απ’ όλους, για να μας κάνεις να πετάμε.

Αυτή η κοπέλα, κάτω από το δέντρο, τα ‘χασε. Στη σιωπηρή της ερώτηση: «τι σημαίνει προστατεύω την ομορφιά των εύθραυστων πραγμάτων και γιατί να το κάνω;» που τη διατύπωσε στο αλφάβητο της σιωπής με το οποίο τίθενται οι πιο δύσκολες ερωτήσεις, απάντησα: «Γιατί αυτό που είναι ιερό, στην αρχή είναι πάντα εύθραυστο, όπως ο σπόρος που έκρυβε τα δυνατά και πλατιά κλαδιά στη σκιά των οποίων καθόμαστε τώρα και μιλάμε».

Την είδα να φωτίζεται, γιατί διαισθάνθηκε ότι η δική της ευθραυστότητα δεν ήταν λάθος, αλλά ένα ταξίδι με συντροφιά όλους τους άλλους, και μένα μαζί. Ένα από τα μυστικά για να θεραπευόμαστε και να θεραπεύουμε, είναι η φιλία, κι εσύ δεν αναζήτησες τίποτα περισσότερο από τους φίλους.

Κι ενώ διέσχιζες την έρημο της μοναξιάς σου βρήκε για φίλους όλους τους ανθρώπους, μαζί κι εμένα. Χωρίς φίλους η τέχνη της ευθραυστότητας είναι ανέφικτη. Μήνες αργότερα, εκείνη η κοπέλα μού έδειξε τη μαργαρίτα, αποξηραμένη πια αλλά ανέπαφη, φυλαγμένη στο κασελάκι των λουλουδιών της μνήμης: τις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου. Την είχε κρατήσει για να θυμάται τη φιλία μας και το μυστικό της τέχνης της ζωής μας, να προστατεύουμε τα εύθραυστα πράγματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ: Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες

Από μια υψηλή νόηση, μέχρι αυτή που πλησιάζει τη μωρία, οι διαβαθμίσεις είναι ατέλειωτες. Είναι κατ’ αρχήν και ο πνευματικός ορίζοντας του καθενός πολύ διαφορετικός, δηλαδή από αυτόν της απλής αντίληψης του παρόντος, που έχει ακόμα και το ζώο, σε αυτόν ο οποίος περιλαμβάνει την επόμενη ώρα ή ακόμα την επόμενη μέρα, την εβδομάδα, το έτος, τη ζωή, τους αιώνες, τις χιλιετίες, μέχρι αυτόν μιας συνείδησης η οποία σχεδόν διαρκώς έχει παρόντα τον, αν και θαμπά ανατέλλοντα, ορίζοντα του απείρου. Οι σκέψεις του καθενός σε κάθε περίπτωση παίρνουν τον χαρακτήρα που αναλογεί στον πνευματικό του ορίζοντα.

Ακόμα, εκείνη η διαφορά της ευφυΐας διαφαίνεται στην ταχύτητα της σκέψης τους, η οποία είναι σημαντική και τόσο διαφορετικά διαβαθμισμένη, όπως τα σημεία από το κέντρο μέχρι την εξωτερική γραμμή ενός περιστρεφόμενου δίσκου. Ο ορίζοντας των συμπερασμάτων και αιτιών μέχρι τον οποίο μπορεί να φτάσει η σκέψη του καθενός, φαίνεται να βρίσκεται σε μια ορισμένη σχέση με την ταχύτητα της σκέψης του· γιατί η μεγαλύτερη ένταση της δύναμης της σκέψης διαρκεί γενικώς μόνο ένα πολύ σύντομο διάστημα, και μόνο όσο διαρκεί, μια σκέψη μπορεί να προσπελαστεί στην πλήρη της ενότητα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό το κατά πόσο η νόηση, σε ένα τόσο σύντομο διάστημα, μπορεί να την παρακολουθήσει, δηλαδή πόσο δρόμο μέσα σε αυτήν μπορεί να διανύσει.

Τέλος, η μεγάλη ατομική διαφορά της ευφυΐας, για την οποία μιλάμε, γίνεται φανερή κατά τον καλύτερο τρόπο στον βαθμό διαύγειας της αντίληψης, και συνεπώς στη σαφήνεια της όλης σκέψης. Στον έναν είναι ήδη αντίληψη ενός αντικειμένου ό,τι στον άλλον είναι η κάποια στροφή της προσοχής του προς αυτό- ο ένας έχει ήδη τελειώσει και έχει φτάσει στον σκοπό, όταν ο άλλος ακόμα βρίσκεται στην αρχή- αυτό που στον έναν είναι η λύση, στον άλλον είναι το πρόβλημα. Αυτό απορρέει από την ποιότητα της σκέψης και της γνώσης, που αναφέραμε ήδη προηγουμένως. Όπως στα δωμάτια ο βαθμός φωτεινότητας είναι διαφορετικός, έτσι και στα κεφάλια.

Επομένως, σε σχέση με τη νόηση, η φύση είναι εξόχως αριστοκρατική. Οι διαφορές που έχει δημιουργήσει σε αυτήν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που δημιουργούν η γέννηση, τα πλούτη, οι διαφορές των κοινωνικών ομάδων σε οποιαδήποτε χώρα- αλλά, όπως και σε άλλες αριστοκρατίες, έτσι και σε αυτή της φύσης αντιστοιχούν πολλές χιλιάδες αγροίκοι σε έναν ευγενή, πολλά εκατομμύρια σε έναν άρχοντα, και ο μεγάλος σωρός είναι απλός όχλος, συρφετός, λωποδύτες, στενόμυαλοι, ποταποί. Όμως ανάμεσα στη σειρά των διαφορών της φύσης και αυτής των κοινωνικών υπάρχει μια κραυγαλέα αντίθεση, για την εξισορρόπηση της οποίας θα πρέπει να ελπίσουμε σε μια χρυσή εποχή. Στο μεταξύ, και εκείνοι που βρίσκονται πολύ ψηλά στη σειρά της νόησης που επέβαλε η φύση, και οι άλλοι στην κοινωνική σειρά, έχουν κοινό το ότι συνήθως βρίσκονται σε ευγενή απομόνωση, την οποία υπονοεί ο Μπάιρον όταν λέει:

«Τη μοναξιά των βασιλέων να νιώθω, όμως χωρίς την εξουσία που τους επιτρέπει να φέρουν το στέμμα».
(Prophecy of Dante, κεφ. 1, στίχ.166)

Γιατί η νόηση είναι μια αρχή που διαφοροποιεί και διαχωρίζει- οι διάφορες διαβαθμίσεις της προσφέρουν στον καθένα πολύ περισσότερο διαφορετικές αντιλήψεις από ό,τι η απλή μόρφωση, με συνέπεια, κατά κάποιο τρόπο, καθένας να ζει σε έναν άλλο κόσμο, στον οποίο μόνο τους ομοίους του συναντά άμεσα, στους άλλους, όμως, μόνο από μακριά μπορεί να πει κάτι και να προσπαθήσει να τους γίνει κατανοητός. Μεγάλες διαφορές στον βαθμό και στην εξέλιξη της διανοητικής ικανότητας ανοίγουν από άνθρωπο σε άνθρωπο ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο μόνο η καλοσύνη της καρδιάς μπορεί να γεφυρώσει, η οποία, αντίθετα προς τη διανοητική ικανότητα, είναι η ενοποιητική αρχή που ταυτίζει κάθε άλλον με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ενότητα όμως παραμένει ηθική- δεν μπορεί να γίνει διανοητική. Ακόμα και με αρκετά παρόμοιο βαθμό μόρφωσης, η συζήτηση ανάμεσα σε ένα μεγάλο πνεύμα και ένα συνηθισμένο μυαλό μοιάζει με το συντροφικό ταξίδι ενός άνδρα που κάθεται σε ένα ζωηρό άλογο, με έναν πεζοπόρο. Το ταξίδι θα γίνει και για τους δύο σε λίγο οχληρό, και με τον χρόνο αδύνατο. Για μια μικρή διαδρομή βέβαια, μπορεί ο έφιππος να κατέβει από το άλογο για να βαδίσει με τον άλλον, αν και η ανυπομονησία του αλόγου του θα του δημιουργήσει προβλήματα.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Οι ατέλειες της νόησης και η μεγαλοφυΐα

Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε

Γίνετε ένας Θαυμάσιος Στοχαστής. Δεσμευτείτε να κάνετε κάθε σκέψη σας μία πανέμορφη πραγματικότητα. Αφιερωθείτε στο να βρίσκετε εντυπωσιακές έννοιες και ιδέες και σκέψεις που να είναι ξεκάθαρα αριστουργήματα.

Το έχετε ακούσει εκατοντάδες φορές με άλλους τόσους διαφορετικούς τρόπους: Γίνεστε αυτό που σκέφτεστε. Και οι σκέψεις που χρησιμοποιείτε μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Να περιμένετε να σας συμβούν εξαιρετικά πράγματα και θα σας συμβούν. Το λένε οι εμψυχωτές. Το λένε οι δάσκαλοι. Το λένε οι σοφοί. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί;

Νομίζω ότι τελικά κατανοώ γιατί είναι ακριβής αυτή η ιδέα. Δεν είναι κάποια μυστικιστική φιλοσοφία. Είναι απλή λογική. Ορίστε, λοιπόν: Οι ενέργειές σας κάθε μέρα δημιουργούν τα αποτελέσματα της ζωής σας. Κι αφού πριν από κάθε ενέργειά σας υπήρξε μια σκέψη (η σκέψη είναι πράγματι ο πρόγονος της απόδοσης), αυτά στα οποία επικεντρώνεστε καθοδηγούν την πραγματικότητά σας.

«Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε»

Ως ανθρώπινο ον ποτέ δεν θα δράσετε με τρόπο σπουδαιότερο από τις σκέψεις σας. Αν έχετε σπουδαία όνειρα, η συμπεριφορά σας θα ακολουθήσει. Αν σκέφτεστε μικροπράγματα, θα κάνετε και μικροπράγματα.

Η έννοια αυτή εξαπλώνεται ορμητικά σε κάθε διάσταση της ζωής μας.

Αν σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, οι μέρες σας θα περνούν ανοιχτόκαρδα. Και αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά αληθινά δημιουργεί την πραγματικότητά σας, επειδή οι άνθρωποι κάνουν καλά πράγματα για τους καλούς ανθρώπους.

Αν σκέφτεστε ότι σας αξίζουν τα καλύτερα, οι ενέργειες σας θα αντανακλούν αυτή την εμπιστοσύνη. Οι καλύτερες ενέργειες θα οδηγήσουν τότε σε καλύτερα αποτελέσματα.

Αν περιμένετε ότι στη σταδιοδρομία σας ή στην κοινότητά σας θα φτάσετε σε επίπεδο παγκόσμιας κλάσης, τότε αυτός ο λαμπρός τρόπος σκέψης θα διαμορφώσει τον τρόπο που εργάζεστε καθώς και τον τρόπο που ζείτε. Και αυτή η εξαιρετική συμπεριφορά θα προκαλέσει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ελπίζω ότι μπόρεσα να διατυπώσω αυτή την ιδέα με σαφήνεια. Επειδή πιστεύω ότι είναι μια πολύ μεγάλη ιδέα που όμως την αγνοούμε. Οι σκέψεις σας πραγματικά διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Η μόρφωσή σας διαμορφώνει τον κόσμο σας. Εκείνα στα οποία εστιάζετε θα επεκταθούν. Κι εκείνα με τα οποία ασχολείστε είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα καθορίσουν τη μοίρα σας.

Tο κοπάδι, σαν τέτοιο, παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα

Σε τι παράξενη κατάσταση βρισκόμαστε εμείς οι άνθρωποι! Καθένας από εμάς βρίσκεται εδώ για μια σύντομη επίσκεψη· δεν γνωρίζει για ποιο σκοπό, αν και μερικές φορές νομίζει ότι τον αισθάνεται. Αλλά από την οπτική γωνία της καθημερινής ζωής, χωρίς να εμβαθύνουμε, υπάρχουμε για τον συνάνθρωπο μας – καταρχάς για αυτούς στων οποίων τα χαμόγελα και την ευημερία στηρίζεται όλη η ευτυχία μας και αμέσως μετά για όλους αυτούς που δεν γνωρίζουμε προσωπικά και με την μοίρα των οποίων είμαστε ενωμένοι με τον δεσμό της συμπόνοιας. Εκατό φορές κάθε μέρα, θυμίζω στον εαυτό μου ότι η εσωτερική και εξωτερική ζωή μου εξαρτάται από την εργασία των άλλων ανθρώπων, ζωντανών και νεκρών, και ότι πρέπει να υπερβάλω εαυτόν για να μπορέσω να δώσω στο ίδιο μέτρο με το οποίο έχω λάβει και συνεχίζω να λαμβάνω. Με ελκύει η απλή ζωή και συχνά καταπιέζομαι από το αίσθημα ότι απορροφώ μια μη αναγκαία ποσότητα από την εργασία των συνανθρώπων μου. Θεωρώ τις ταξικές διαφορές αντίθετες προς την δικαιοσύνη και, σε τελική ανάλυση, βασισμένες στον εξαναγκασμό. Θεωρώ επίσης ότι η απέριττη ζωή κάνει καλό σε όλους, φυσικά και πνευματικά.

Σίγουρα πιστεύω στην ανθρώπινη ελευθερία με την φιλοσοφική έννοια. Όλοι δρουν όχι μόνο υπό την επιρροή ενός εξωτερικού καταναγκασμού αλλά επίσης σύμφωνα και με μια εσωτερική ανάγκη. Η ρήση του Σοπενχάουερ, ότι «ο άνθρωπος μπορεί να δρα όπως αυτός θέλει, αλλά όχι να θέλει όπως αυτός θέλει» αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για εμένα από την νεότητα μου και μια συνεχή παρηγοριά και μια αμείωτη πηγή υπομονής στις δυσκολίες της ζωής, της δικιάς μου και των άλλων. Αυτό το συναίσθημα φιλεύσπλαχνα μετριάζει την αίσθηση υπευθυνότητας που τόσο εύκολα μπορεί να σε παραλύσει, και μας εμποδίζει στο να πάρουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους πολύ σοβαρά· συντελεί σε μια άποψη της ζωής στην οποία το χιούμορ, προπαντός, έχει την θέση που του αρμόζει.

Το να αναρωτιέσαι το νόημα ή το αντικείμενο της ύπαρξης σου ή της δημιουργίας γενικά μου έμοιαζε πάντα παράλογο από αντικειμενικής απόψεως. Και όμως ο καθένας έχει συγκεκριμένα ιδανικά που καθορίζουν την κατεύθυνση των προσπαθειών του και των κρίσεων του. Υπό αυτήν την έννοια ποτέ δεν κοίταξα την ευκολία και την ευτυχία σαν αυτοσκοπούς – μια τέτοια ηθική βάση βρίσκω ως πιο αρμόζουσα για ένα κοπάδι γουρούνια. Τα ιδανικά που φώτισαν τον δρόμο μου και κατ’ επανάληψη μου έδωσαν κουράγιο να αντιμετωπίζω την ζωή πρόσχαρα, ήταν η Αλήθεια, η Καλοσύνη και η Ομορφιά. Χωρίς την αίσθηση συντροφικότητας με ανθρώπους του ιδίου πνεύματος, της ενασχόλησης με τον στόχο, τον αιώνια ανέφικτο στον τομέα της τέχνης και της επιστημονικής έρευνας, η ζωή θα μου φαινόταν κενή. Τα συνηθισμένα αντικείμενα της ανθρώπινης προσπάθειας – ιδιοκτησία, εξωτερική επιτυχία, πολυτέλεια – μου φαινόντουσαν πάντα άξια περιφρονήσεως.

Η παθιασμένη αίσθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και υπευθυνότητας πάντα αντιπαραβαλλόταν παράξενα με την σαφή μου ελευθερία από την ανάγκη για απευθείας επαφή με άλλα ανθρώπινα όντα και κοινότητες. Βαδίζω το δικό μου δρόμο και ποτέ δεν άνηκα στη χώρα μου, το σπίτι μου, τους φίλους μου ή ακόμα και στην οικογένεια μου, με όλη μου την καρδιά· αντιμέτωπος με όλους αυτούς τους δεσμούς ποτέ δεν έχασα το επίμονο αίσθημα της απόσπασης, της ανάγκης για μοναξιά – ένα αίσθημα που αυξάνεται με τα χρόνια. Οι άνθρωποι αποκτούν απότομα συνείδηση, χωρίς να το μετανιώσουν, των ορίων της πιθανότητας για αμοιβαία κατανόηση και συμπόνοια με τους συνανθρώπους τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος χωρίς αμφιβολία χάνει ένα μέρος της εγκαρδιότητας και της αθωότητας· από την άλλη, είναι κατά πολύ περισσότερο ανεξάρτητος από απόψεις, συνήθειες και κρίσεις των συνανθρώπων του και αποφεύγει τον πειρασμό να βασιστεί σε τέτοια ανασφαλή θεμέλια.

Το πολιτικό ιδεώδες μου είναι αυτό της δημοκρατίας. Ας είναι ο κάθε άνθρωπος σεβαστός σαν άτομο και κανένας να μην γίνεται είδωλο. Είναι μια ειρωνεία της μοίρας ότι εγώ ο ίδιος έχω γίνει αποδέκτης υπερβολικού θαυμασμού και σεβασμού από τους συνανθρώπους μου χωρίς εγώ ούτε να ευθύνομαι και ούτε να το αξίζω. Η αιτία για αυτό ίσως να είναι η επιθυμία, ανέφικτη για τους πολλούς, να κατανοήσουν την μία ή δύο ιδέες τις οποίες έχω με τις ασθενικές δυνάμεις μου επιτύχει μέσω ακατάπαυστου αγώνα. Γνωρίζω πολύ καλά ότι είναι απαραίτητο για την επιτυχία κάθε σύνθετου εγχειρήματος, ότι ένας άνθρωπος θα πρέπει να κάνει την σκέψη και να κατευθύνει και γενικά να φέρει την ευθύνη. Αλλά αυτοί που καθοδηγούνται δεν πρέπει να αναγκάζονται, θα πρέπει να μπορούν να διαλέγουν τον αρχηγό τους. Ένα αυταρχικό σύστημα καταναγκασμού, κατά την άποψη μου, σύντομα αποσυντίθεται. Γιατί η δύναμη πάντα έλκει ανθρώπους χαμηλής ηθικής, και πιστεύω ότι είναι ένας αμετάβλητος κανόνας ότι τους ιδιοφυείς τυράννους, τους διαδέχονται αχρείοι. Γι’ αυτό το λόγο πάντα εναντιώθηκα στα ολοκληρωτικά συστήματα. Αυτό το οποίο έχει επιφέρει δυσφήμιση στην επικρατούσα σημερινή μορφή δημοκρατίας της Ευρώπης δεν μπορεί να αποδοθεί στην ιδέα της δημοκρατίας, αλλά στην έλλειψη σταθερότητας των αρχηγών των κυβερνήσεων και στον απρόσωπο χαρακτήρα του εκλογικού συστήματος. Πιστεύω ότι από αυτήν την άποψη οι ΗΠΑ έχουν οργανωθεί καλύτερα. Έχουν ένα υπεύθυνο Πρόεδρο που εκλέγεται για μια επαρκή περίοδο και έχει επαρκή αρμοδιότητα για να είναι υπεύθυνος στις πράξεις του. Από την άλλη, αυτό που εκτιμώ στο δικό μας πολιτικό σύστημα είναι η πιο εκτεταμένη πρόνοια που υπάρχει για το άτομο σε περίπτωση ασθένειας ή ανάγκης. Αυτό που πραγματικά αξίζει στην παρέλαση της ανθρώπινης ζωής μου φαίνεται ότι δεν είναι η Πολιτεία αλλά το δημιουργικό, ευαίσθητο άτομο, η ατομικότητα· αυτή μόνη της δημιουργεί το ευγενές και το μεγαλειώδες, ενώ το κοπάδι σαν τέτοιο παραμένει αμβλύ στη σκέψη και αμβλύ στο συναίσθημα.

Αυτό το θέμα με φέρνει στο χειρότερο γνώρισμα της φύσης του κοπαδιού, το θρησκευτικό σύστημα, το οποίο απεχθάνομαι. Το ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντλήσει ευχαρίστηση στο να σέρνετε στις διάφορες είναι αρκετό για να με κάνει να τον περιφρονήσω. Ο μεγάλος εγκέφαλος του, του δόθηκε από λάθος· μια σπονδυλική στήλη ήταν όλο κι όλο ότι χρειαζόταν. Αυτό το σημάδι πανώλης του πολιτισμού θα έπρεπε να καταργηθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ηρωισμός από θεϊκή εντολή, παράλογη βία, και όλες οι δηλητηριώδεις ανοησίες που κάνει στο όνομα της θρησκείας – πόσο τα μισώ όλα αυτά! Ο πόλεμος μου φαίνεται ένα πρόστυχο και ποταπό πράγμα. Και όμως, παρ’ όλα αυτά, τόσο υψηλή είναι η άποψη μου για την ανθρώπινη φυλή που πιστεύω ότι αυτή η λάμια θα είχε από καιρό εξαφανιστεί, αν ο υγιής νους των εθνών δεν είχε συστηματικά διαφθαρεί από τα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που ενεργοποιούνται μέσω των σχολείων και του Τύπου.

Το ωραιότερο πράγμα που μπορούμε να έχουμε την εμπειρία του είναι το μυστηριώδες. Είναι το θεμελιώδες συναίσθημα το οποίο βρίσκεται στο λίκνο της αληθινής τέχνης και της αληθινής επιστήμης. Αυτός που το γνωρίζει και δεν μπορεί πια να το θαυμάσει, να αισθανθεί έκπληξη, είναι σαν νεκρός, ένα σβησμένο κερί. Η εμπειρία του μυστηρίου – ακόμα κι αν ήταν αναμεμειγμένη με φόβο – ήταν αυτή που προκάλεσε την θρησκεία. Η γνώση της ύπαρξης πραγμάτων στα οποία δεν μπορούμε να διεισδύσουμε, των εκδηλώσεων της βαθύτερης λογικής και της πιο αστραποβολούσας ομορφιάς, τα οποία είναι προσβάσιμα στη λογική μας στις πιο βασικές τους μορφές – είναι αυτή η γνώση και αυτό το συναίσθημα που συνιστούν την πραγματικά θρησκευτική συμπεριφορά· υπό αυτήν την έννοια και μόνο υπό αυτήν, είμαι ένας βαθύτατα φιλοσοφημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να συλλάβω ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματα του, ή έχει θέληση του ίδιου είδους μ’ αυτή που εμείς αντιλαμβανόμαστε στους εαυτούς μας. Ένας άνθρωπος που μπορεί να επιζήσει του φυσικού θανάτου του είναι επίσης πέρα από την κατανόηση μου, ούτε θα επιθυμούσα να ήταν αλλιώς· τέτοιες ιδέες είναι για τους φόβους ενός παράλογου εγωισμού αδύναμων ψυχών. Είναι αρκετό για εμένα το μυστήριο της αιωνιότητας της ζωής, και ο υπαινιγμός της θαυμαστής δομής της πραγματικότητας, μαζί με την ειλικρινή προσπάθεια να κατανοήσω ένα μέρος, που δεν μπορεί ποτέ να είναι τόσο μικρό, του λόγου που αποκαλύπτει τον εαυτό του στη φύση.

Επιστήμη: Αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπους

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα περίπλοκο σύστημα νευρώνων που ανταλλάσσουν πληροφορίες μέσω ηλεκτρικών και χημικών σημάτων.

Στη νέα μελέτη όμως, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science», μάδα νευροεπιστημόνων ανακάλυψε έναν καινούριο τρόπο εγκεφαλικής επικοινωνίας που μπορεί να είναι το μεγάλο κλειδί για όσα μας κάνουν ανθρώπους. Οι ερευνητές εντόπισαν και μερικά κύτταρα στον ανθρώπινο εγκέφαλο που μεταδίδουν σήματα με τρόπους που δεν ανιχνεύτηκαν στα αντίστοιχα κύτταρα ποντικιών.

Και είναι αυτές οι αποδείξιμες διαφορές του ανθρώπου σε σχέση με τους εγκεφάλους άλλων θηλαστικών που μας βοηθούν να υποδείξουμε τις ιδιαιτερότητες του δικού μας εγκεφάλου.

Στους δενδρίτες των νευρώνων, τις διακλαδιζόμενες κυτταρικές προεξοχές των εγκεφαλικών κυττάρων δηλαδή, εστίασαν την προσοχή τους και εντόπισαν άγνωστες ως τα σήμερα δράσεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ συγκεκριμένων δενδριτών.

Σήματα που δεν είναι ούτε χημικά ούτε ηλεκτρικά δηλαδή και μεταφέρονται μέσω ιόντων ασβεστίου.

Ηράκλειτος: Ενότητα των αντιθέτων και ο κόσμος

Ηράκλειτος ο Εφέσιος
                              
Β 64:

«τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός, τουτέστι κατευθύνει, κεραυνὸν τὸ πῦρ λέγων τὸ αἰώνιον. Λέγει δὲ καὶ φρόνιμον τοῦτο εἶναι τὸ πῦρ καὶ τῆς διοικήσεως τῶν ὃλων αἴτιον·»

Τα πάντα κυβερνά ο Κεραυνός, δηλαδή τα κατευθύνει, ονομάζοντας κεραυνό το πυρ το αιώνιο. Επί πλέον λέει ότι αυτό το πυρ διαθέτει φρόνηση και είναι η αιτία της διακυβέρνησης του σύμπαντος κόσμου.

Ερμηνεία ‒ κατανόηση

τὰ δὲ πάντα: εννοεί όλα τα υπαρκτά πράγματα χωρίς καμιά διάκριση, εξαίρεση ή διαχωρισμό σε επίπεδο χώρου, χρόνου, ποιότητας, ποσότητας, εκδήλωσης ή φανέρωσης, απόκρυψης ή συγκάλυψης, παρουσίας ή απουσίας. Ο φιλόσοφος αναφέρεται σε ό,τι υπάρχει· σε ό,τι είναι παρόν και έχει ενέργεια και ζωή, σε καθετί που συμβαίνει και εγγράφεται στη συνείδηση της ιστορίας· διότι καθετί δεν είναι ένα μεμονωμένο Kάτι παρά συνημμένο με το αντίθετό του, δηλαδή μια αυτοκαθοριζόμενη ολότητα πραγμάτων: «πάντα διὰ πάντων» (Β41).

οἰακίζει: ως προς την νοηματική της ουσία η λέξη είναι συνώνυμη με τη λέξη κυβερνᾶν (Β41). Ο Λόγος κυβερνά τα πάντα.

Κεραυνός: με τούτη τη λέξη ο Ηράκλειτος δεν θέλει να υποδηλώσει τη θεότητα και πιο ειδικά τον Δία. Παρερμηνείες τέτοιου είδους δεν έχουν έρεισμα· διότι, αν ίσχυε ότι «ο Δίας κυβερνά τα πάντα» ή κάτι τέτοιο, τότε ο Ηράκλειτος δεν θα προχωρούσε πέρα από αυτές κι άλλες παρόμοιες κοινοτοπίες των πολλών. Απεναντίας υποδηλώνει τη φωτιά και μάλιστα την κεραυνοβόλα δύναμή της, την εκρηκτική της φύση, νοούμενη μεταφορικά ως σταθερά δεσπόζουσα ρυθμιστική δύναμη όλων όσων συμβαίνουν στον κόσμο και όχι ως μια οποιαδήποτε μεταφυσική ή ακόμη και φυσική αρχή. Για τον Χάιντεγκερ, ο Κεραυνός ισοδυναμεί με τον Κεραυνό του Είναι, με το ίδιο δηλ. το Είναι ως κυβερνήτη του κόσμου και ως αυτόν, συνακόλουθα, που έχει Λόγο για τον κόσμο, που υπαγορεύει την κατά Λόγο τάξη και αρμονία μέσα από τους κεραυνούς της γλώσσας, ως της Εστίας του Είναι.

Τον Ηράκλειτο δεν τον ενδιαφέρει η αναζήτηση κάποιας αρχής, γιατί ο κόσμος είναι «αείζωο πυρ» (Β30) και δεν δημιουργήθηκε από καμιά φυσική ή μεταφυσική αρχή, δηλ. από κανέναν άνθρωπο ή θεό (Β30). Ο κεραυνός, έτσι όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, δεν έρχεται απ’ έξω για να διασαλεύσει την εσωτερική τάξη του κόσμου, αλλά αποτελεί οργανικό στοιχείο της σοφίας που διέπει τούτη την τάξη· αναλογικά λοιπόν συμβολίζει το τέλος ενός κύκλου ζωής και την απαρχή ενός άλλου, στο πλαίσιο της αδιάκοπης μεταβολής του κόσμου και αλληλοδιαδοχής των κύκλων του.

Κάτι παρόμοιο με τη διαλεκτική του Λόγου στον Χέγκελ, η οποία νοείται από τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο ως κύκλος των κύκλων. Κατ’ αυτό το πνεύμα, ως καθαρή φωτιά, κυβερνά τα αντίθετα μέσα από τα αντίθετα, τα οποία όλα μαζί συνθέτουν αυτό τον κόσμο. Γιατί όμως ο Ηράκλειτος δεν αναφέρει το καθαρό «πυρ» παρά εστιάζει την προσοχή του στον κεραυνό; Επειδή θέλει να δείξει και να αναδείξει τον κυρίαρχο, τον κατευθυντήριο ρόλο του κεραυνού· να τον σκεφτεί, με άλλα λόγια, ως εκείνο τον κυβερνήτη του κοσμικού σκάφους που περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα δεν κινεί, δεν κατευθύνει απλώς το εν λόγω σκάφος, αλλά το εκθέτει και στο πέλαγος της πιο μεγάλης αστάθειας, των πιο απροσδόκητων αλλαγών και των συνεχών διακυμάνσεων· δηλ. το φέρνει σε μια κατάσταση, η οποία μεταβάλλεται συνεχώς και κάθε φορά προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1461b-1462b)

[XXVI] Πότερον δὲ βελτίων ἡ ἐποποιικὴ μίμησις ἢ ἡ τραγική, διαπορήσειεν ἄν τις. εἰ γὰρ ἡ ἧττον φορτικὴ βελτίων, τοιαύτη δ᾽ ἡ πρὸς βελτίους θεατάς ἐστιν ἀεί, λίαν δῆλον ὅτι ἡ ἅπαντα μιμουμένη φορτική· ὡς γὰρ οὐκ αἰσθανομένων ἂν μὴ αὐτὸς προσθῇ, πολλὴν κίνησιν κινοῦνται, οἷον οἱ φαῦλοι αὐληταὶ κυλιόμενοι ἂν δίσκον δέῃ μιμεῖσθαι, καὶ ἕλκοντες τὸν κορυφαῖον ἂν Σκύλλαν αὐλῶσιν. ἡ μὲν οὖν τραγῳδία τοιαύτη ἐστίν, ὡς καὶ οἱ πρότερον τοὺς ὑστέρους αὐτῶν ᾤοντο ὑποκριτάς· ὡς λίαν γὰρ ὑπερβάλλοντα πίθηκον ὁ Μυννίσκος τὸν Καλλιππίδην ἐκάλει, τοιαύτη δὲ δόξα καὶ περὶ Πινδάρου

[1462a] ἦν· ὡς δ᾽ οὗτοι ἔχουσι πρὸς αὐτούς, ἡ ὅλη τέχνη πρὸς τὴν ἐποποιίαν ἔχει. τὴν μὲν οὖν πρὸς θεατὰς ἐπιεικεῖς φασιν εἶναι ‹οἳ› οὐδὲν δέονται τῶν σχημάτων, τὴν δὲ τραγικὴν πρὸς φαύλους· εἰ οὖν φορτική, χείρων δῆλον ὅτι ἂν εἴη. πρῶτον μὲν οὐ τῆς ποιητικῆς ἡ κατηγορία ἀλλὰ τῆς ὑποκριτικῆς, ἐπεὶ ἔστι περιεργάζεσθαι τοῖς σημείοις καὶ ῥαψῳδοῦντα, ὅπερ [ἐστὶ] Σωσίστρατος, καὶ διᾴδοντα, ὅπερ ἐποίει Μνασίθεος ὁ Ὀπούντιος. εἶτα οὐδὲ κίνησις ἅπασα ἀποδοκιμαστέα, εἴπερ μηδ᾽ ὄρχησις, ἀλλ᾽ ἡ φαύλων, ὅπερ καὶ Καλλιππίδῃ ἐπετιμᾶτο καὶ νῦν ἄλλοις ὡς οὐκ ἐλευθέρας γυναῖκας μιμουμένων. ἔτι ἡ τραγῳδία καὶ ἄνευ κινήσεως ποιεῖ τὸ αὑτῆς, ὥσπερ ἡ ἐποποιία· διὰ γὰρ τοῦ ἀναγινώσκειν φανερὰ ὁποία τίς ἐστιν· εἰ οὖν ἐστι τά γ᾽ ἄλλα κρείττων, τοῦτό γε οὐκ ἀναγκαῖον αὐτῇ ὑπάρχειν. ἔπειτα διότι πάντ᾽ ἔχει ὅσαπερ ἡ ἐποποιία (καὶ γὰρ τῷ μέτρῳ ἔξεστι χρῆσθαι), καὶ ἔτι οὐ μικρὸν μέρος τὴν μουσικήν [καὶ τὰς ὄψεις], δι᾽ ἧς αἱ ἡδοναὶ συνίστανται ἐναργέστατα· εἶτα καὶ τὸ ἐναργὲς ἔχει καὶ ἐν τῇ ἀναγνώσει καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων· ἔτι τῷ ἐν ἐλάττονι μήκει τὸ τέλος

[1462b] τῆς μιμήσεως εἶναι (τὸ γὰρ ἀθροώτερον ἥδιον ἢ πολλῷ κεκραμένον τῷ χρόνῳ, λέγω δ᾽ οἷον εἴ τις τὸν Οἰδίπουν θείη τὸν Σοφοκλέους ἐν ἔπεσιν ὅσοις ἡ Ἰλιάς)· ἔτι ἧττον μία ἡ μίμησις ἡ τῶν ἐποποιῶν (σημεῖον δέ, ἐκ γὰρ ὁποιασοῦν μιμήσεως πλείους τραγῳδίαι γίνονται), ὥστε ἐὰν μὲν ἕνα μῦθον ποιῶσιν, ἢ βραχέως δεικνύμενον μύουρον φαίνεσθαι, ἢ ἀκολουθοῦντα τῷ τοῦ μέτρου μήκει ὑδαρῆ· λέγω δὲ οἷον ἐὰν ἐκ πλειόνων πράξεων ᾖ συγκειμένη, ὥσπερ ἡ Ἰλιὰς ἔχει πολλὰ τοιαῦτα μέρη καὶ ἡ Ὀδύσσεια ‹ἃ› καὶ καθ᾽ ἑαυτὰ ἔχει μέγεθος· καίτοι ταῦτα τὰ ποιήματα συνέστηκεν ὡς ἐνδέχεται ἄριστα καὶ ὅτι μάλιστα μιᾶς πράξεως μίμησις. εἰ οὖν τούτοις τε διαφέρει πᾶσιν καὶ ἔτι τῷ τῆς τέχνης ἔργῳ (δεῖ γὰρ οὐ τὴν τυχοῦσαν ἡδονὴν ποιεῖν αὐτὰς ἀλλὰ τὴν εἰρημένην), φανερὸν ὅτι κρείττων ἂν εἴη μᾶλλον τοῦ τέλους τυγχάνουσα τῆς ἐποποιίας. περὶ μὲν οὖν τραγῳδίας καὶ ἐποποιίας, καὶ αὐτῶν καὶ τῶν εἰδῶν καὶ τῶν μερῶν, καὶ πόσα καὶ τί διαφέρει, καὶ τοῦ εὖ ἢ μὴ τίνες αἰτίαι, καὶ περὶ ἐπιτιμήσεων καὶ λύσεων, εἰρήσθω τοσαῦτα.

***
[26] Ποια μορφή μίμησης είναι άραγε η καλύτερη, η εποποιική ή η τραγική; Νά ένα ερώτημα που θα μπορούσε κανείς να θέσει.

(Λένε) λοιπόν:

Αν καλύτερη είναι αυτή που προσιδιάζει λιγότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, και αν λιγότερο προσιδιάζει στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους αυτή που απευθύνεται στο καλύτερο κοινό, τότε αυτή που μιμείται τα πάντα είναι αυτή που κατεξοχήν προσιδιάζει —το πράγμα είναι φανερό— στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους. Με την ιδέα δηλαδή ότι το κοινό δεν θα καταλάβαινε τίποτε αν οι ίδιοι δεν έκαναν κάποιες προσθήκες, οι ηθοποιοί κάνουν ένα πλήθος από κινήσεις — σαν τους κακούς αυλητές, που κυλιούνται όταν χρειαστεί να μιμηθούν τις περιστροφές του δίσκου ή τραβολογούν τον κορυφαίο αν παίζουν στον αυλό τη Σκύλλα.

Στην περίπτωση λοιπόν της τραγωδίας τα πράγματα είναι ακριβώς όπως οι παλαιότεροι ηθοποιοί έκριναν τους νεότερούς τους: ο Μυννίσκος ονόμαζε τον Καλλιππίδη «πίθηκο» εξαιτίας του πλήθους των υπερβολών στο παίξιμό του· η ίδια γνώμη επικρατούσε και για τον Πίνδαρο.

[1462a] Σε όποια λοιπόν σχέση βρίσκονται αυτοί προς τους παλαιότερους ηθοποιούς βρίσκεται και η τραγική τέχνη —ως σύνολο— προς την επική ποίηση. Λένε λοιπόν ότι η επική ποίηση απευθύνεται σε καλλιεργημένο κοινό, σε ένα κοινό που δεν έχει καμιά ανάγκη από χειρονομίες και πόζες, ενώ η τραγική ποίηση απευθύνεται σε ακαλλιέργητο κοινό. Αν λοιπόν η τραγωδία προσιδιάζει περισσότερο στους κοινούς και ακαλλιέργητους ανθρώπους, είναι φανερό ότι είναι η χειρότερη.

Πρώτη απάντηση σ᾽ αυτά είναι η ακόλουθη: Η κατηγορία αυτή δεν στρέφεται εναντίον της ποίησης αλλά εναντίον της υποκριτικής — μήπως τάχα δεν μπορεί να υπερβάλλει κανείς στις χειρονομίες και στις πόζες και όταν απαγγέλλει επική ποίηση (περίπτωση Σωσίστρατου) και όταν τραγουδάει σε διαγωνισμό, όπως έκανε ο Μνασίθεος από τον Οπούντα; Δεύτερον: Δεν πρέπει να αποδοκιμάζεται κάθε κίνηση, όπως δεν αποδοκιμάζεται γενικά ο χορός, παρά μόνο ο χορός των μικρότερης αξίας ηθοποιών — κάτι που το κατηγορούσαν και στον Καλλιππίδη, όπως το κατηγορούν και σε άλλους σήμερα, με την παρατήρηση ότι μιμούνται κατώτερης ποιότητας γυναίκες. Τρίτον: Η τραγωδία πετυχαίνει να επιτελέσει το έργο της και χωρίς κινήσεις, ακριβώς όπως και η επική ποίηση: η ποιότητα και η αξία της γίνεται φανερή και με την απλή ανάγνωση. Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει από κάθε άλλη άποψη, δεν είναι, φυσικά, απαραίτητο να το έχει και αυτό. Τέταρτον: Η τραγωδία έχει όλα όσα έχει η επική ποίηση (ακόμη και του επικού μέτρου η χρήση είναι στην τραγωδία επιτρεπτή), και ακόμη ως σημαντικό μέρος της έχει τη μουσική [και τα θεαματικά στοιχεία], μέσω της οποίας πετυχαίνεται με τον πιο εναργή τρόπο η τέρψη. Πέμπτον: Έχει επίσης την ενάργεια και ως ανάγνωσμα και ως παράσταση. Έκτον: Στην τραγωδία ο στόχος [1462b] της μίμησης πετυχαίνεται με μικρότερο μήκος (το πυκνό είναι πιο τερπνό από αυτό που η «ανάμειξή» του με τη μεγάλη χρονική διάρκεια το «αραιώνει» — θέλω με αυτό να πω κάτι σαν να απλώναμε τον Οιδίποδα του Σοφοκλή σε τόσους επικούς στίχους όσους έχει η Ιλιάδα). Έβδομον: Η μίμηση των επικών ποιητών έχει λιγότερη ενότητα (απόδειξη αποτελεί το ότι μια οποιαδήποτε επική μίμηση προσφέρει υλικό για περισσότερες τραγωδίες), με αποτέλεσμα, αν στο ποίημά τους περιλάβουν έναν μόνο μύθο, αυτός ή θα φαίνεται —με τη σύντομη παρουσίασή του— κολοβωμένος ή —ακολουθώντας την κλίμακα του επικού μέτρου— θα φαίνεται νερουλός. Εννοώ, φυσικά, την περίπτωση που το επικό ποίημα αποτελείται από πολλές πράξεις, ακριβώς όπως η Ιλιάδα έχει πολλά τέτοια μέρη —το ίδιο και η Οδύσσεια—, που και από μόνα τους έχουν κάποιο μέγεθος —και όμως τα ποιήματα αυτά είναι δομημένα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και είναι, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, μίμηση μιας πράξης.

Αν λοιπόν η τραγωδία υπερέχει σε όλα αυτά, και ακόμη στο ποιητικό της αποτέλεσμα (γιατί οι δύο αυτές μορφές ποίησης πρέπει να προκαλούν όχι μια οποιαδήποτε τέρψη αλλά αυτήν που είπαμε), είναι φανερό, λέω, ότι είναι ανώτερη από την επική ποίηση, μια και αυτή πετυχαίνει τον (ποιητικό) σκοπό της περισσότερο από ό,τι εκείνη τον δικό της.

Για την τραγωδία λοιπόν και για την επική ποίηση, θέλω να πω: για την ουσία τους, για τα είδη τους και για τα μέρη τους, για το πόσα είναι αυτά και σε τι διαφέρουν μεταξύ τους· ακόμη για τις αιτίες της επιτυχίας και της αποτυχίας τους, για τις επικρίσεις που δέχτηκαν και για τις απαντήσεις που δόθηκαν σ᾽ αυτές, ας θεωρηθούν αρκετά τα όσα είπαμε.