Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού

Από όλες τις ιστορίες της Βίβλου, η ιστορία της Γέννησης του Ιησού έχει προκαλέσει τα πιο σαρκαστικά σχόλια. Πείτε το μισογυνισμό, αν θέλετε, αλλά οι περισσότερες κακολογίες έχουν εκτοξευτεί κατά της ιστορίας της σύλληψης του Ιησού και της σεξουαλικής αγνότητας της Μαρίας από οποιοδήποτε άλλο θαύμα της Καινής Διαθήκης.

Για πολλούς σύγχρονους, η παρθενία της Μαρίας είναι μύθος και η παντοτινή της παρθενία (το δόγμα πως η Μαρία δεν είχε ποτέ σεξουαλικές επαφές με τον Ιωσήφ) είναι απόλυτη φαντασία. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα το νέο σε αυτές τις αντιδράσεις: Οι Μύθοι και οι Θρύλοι για την Μαρία «ήταν στην κυκλοφορία» από την πρώιμη Εκκλησία-και κάποιοι από αυτούς είναι ιδιαίτερα σκανδαλώδεις.

Η διερεύνηση της Παρθενίας της Μαρίας μπορεί να προκαλέσει εγκαύματα τρίτου βαθμού (δες στο παράρτημα)

Από την εποχή της πρώιμης Εκκλησίας υπήρχαν αυτοί που αναρωτιούνταν για την παρθενία της Μαρίας. Κάποιες ραββινικές και ρωμαϊκές πηγές προτείνουν πως ο Ιησούς ήταν γιος ενός Ρωμαίου στρατιώτη ονόματι Παντέρα. Σύμφωνα με αυτές τις κριτικές, η Μαρία επινόησε την ιστορία της παρθενίας προκειμένου να αποκρύψει το γεγονός ότι απάτησε τον μνηστήρα της με κάποιο μέλος της στρατιωτικής κατοχής που καταπίεζε τον λαό της. Αυτή η εξήγηση φαίνεται απίθανη για τον λόγο και μόνο ότι σαν κάτοικος της Γαλιλαίας δεν θα ερχόταν ποτέ σε επαφή με Ρωμαίους στρατιώτες, εντούτοις οι αρχαίοι Χριστιανοί αναγνώστες πήραν την ιστορία στα σοβαρά.

Μία ιστορία του δεύτερου αιώνα που ήταν γνωστή ως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου γεμίζει αρκετά κενά στη βιογραφία της Μαρίας. Μας λέει για τα παιδικά της χρόνια, όπου είναι μια αφοσιωμένη παρθένα και ήταν 16 όταν συνέλαβε τον Ιησού. Σε αυτή την εκδοχή της γέννησης, ο Ιωσήφ δεν την κατηγορεί απλά που ατίμωσε τον εαυτό της, αλλά αποκρίνεται στον ισχυρισμό της ότι δεν “γνώρισε” ποτέ άλλον άντρα με την ερώτηση “Τότε από που προέρχεται αυτό στην μήτρα σου;”

Αλλά ο Ιωσήφ τελικά την πιστεύει αντίθετα με μια γυναίκα που την έλεγαν Σαλώμη. Η Σαλώμη, που συναντάει την μαία που εξέτασε την Μαρία, δηλώνει, “Στο όνομα του ζωντανού Κυρίου του Θεού μου, αν δεν βάλω το δάκτυλό μου να την εξετάσω, δεν θα πειστώ ότι μια παρθένα γέννησε.” Η Μαρία ετοιμάζει τον εαυτό της για αυτή την γυναικολογική εξέταση και η Σαλώμη κάνει το τεστ. Το χέρι της κυριολεκτικά πιάνει φωτιά και παίρνει την μορφή ενός αγγέλου (μαζί με κάποιες ισχυρές δηλώσεις μεταμέλειας από την Σαλώμη) πριν θεραπευτεί.
 
Η Παρθενική Γέννηση δεν είναι η Άμωμος σύλληψη

Μία από τις πιο διαδεδομένες παρανοήσεις της ιστορίας των Χριστουγέννων είναι πως η φράση “άμωμη σύλληψη” αποτελεί έναν εκλεπτυσμένο τρόπο αναφοράς στην παρθενική γέννηση. Για την ακρίβεια, όχι. Είναι μια αναφορά στην σύλληψη της ίδιας της Μαρίας. Σύμφωνα με μεταγενέστερους μύθους (που διατηρήθηκαν σε ένα άλλο απόκρυφο κείμενο που καλείται το Ψευδο-ευαγγέλιο του Ματθαίου), οι γονείς της Μαρίας πέρασαν ένα χρόνο χωριστά πριν τη γέννηση της. Σε κάποιες εκδοχές της ιστορίας η σύλληψη της Μαρίας έγινε όταν ένας άγγελος εμφανίστηκε στη μητέρα της, ενώ σε μια άλλη όταν οι γονείς της “αγκαλιάστηκαν σφιχτά” αφού επανενώθηκαν, μετά από καιρό, στην χρυσή πύλη της Ιερουσαλήμ.

Αν αναρωτιέστε από που προέρχονται αυτοί οι θρύλοι, έχει να κάνει με την μεσαιωνική συζήτηση γύρω από τη φυσική κατάσταση της Μαρίας και τη σύνδεση της αμαρτίας με το σεξ. Ήδη από εκείνη την εποχή οι άνθρωποι πίστευαν πως η αρχική αμαρτία (που ο Ιησούς δεν είχε διαπράξει) περνούσε από πρόσωπο σε πρόσωπο μέσω της σεξουαλικής επαφής. Αυτό έθεσε την ερώτηση για το αν η Μαρία ήταν δέσμια αυτού του αμαρτήματος ή αν ήταν “άμωμη” (άσπιλη). Το 1438 ο Πάπας Πιος ΙΧ υιοθέτησε επίσημα την άποψη πως η σύλληψη της Μαρίας έγινε με άσπιλο τρόπο, αλλά η άποψη αυτή έγινε επίσημο δόγμα το 1854.

Η μητέρα της μπορεί να είχε παντρευτεί τρεις φορές

Η ίδια η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρει ποτέ τα ονόματα των γονέων της Μαρίας, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση η μητέρα της ήταν η Άννα και πατέρας της ο Ιωακείμ. Η Άννα πρωτοεμφανίζεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και σταδιακά εξελίχτηκε σε μια αξιοσέβαστη μεσαιωνική Αγία. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του βίου της είναι πως παντρεύτηκε τρεις φορές (τεχνικά καλείται θεωρία του τρινούβιου). Γιατί; Προκειμένου να λυθεί το ζήτημα των πολλών αδερφών του Ιησού που αναφέρονται στη Βίβλο. Αν η Μαρία ήταν μια δια βίου παρθένα, πως ο Ιησούς είχε αδέρφια; Η απάντηση, σύμφωνα με τον μεταφραστή της Βίβλου του πέμπτου αιώνα, Ιερώνυμο, ήταν πως επρόκειτο για ξαδέρφια του Ιησού (και είναι αλήθεια πως στον αρχαίο κόσμο τα ξαδέρφια θεωρούνταν συχνά ως αδέρφια). Τότε θα αναρωτηθεί κάποιος: Ποιοι ήταν οι θείοι και οι θείες του Ιησού; Προφανώς τα αδέρφια της Μαρίας.

Μέσα από αυτή την αλυσίδα των υποθέσεων αναπτύχθηκε μία παράδοση κατά την οποία η Άννα ξαναπαντρεύτηκε δύο φορές μετά τον θάνατο του Ιωακείμ, γεννώντας ακόμα δύο “Μαρίες”: την Μαρία του Κλωπά και την Μαρία Σαλώμη. Δεν αστειεύομαι: αυτή η παράδοση διατείνεται πως η Άννα ονόμασε όλες τις κόρες της Μαρίες. Η θεωρία τελικά καταδικάστηκε τον δωδέκατο αιώνα όταν οι θεολόγοι ένιωσαν πως δεν παρουσίαζε την Άννα με τον καλύτερο τρόπο.

Δεν ένιωσε πόνο στη γέννα

Η γέννα ενός παιδιού είναι μια ιδιαίτερα επώδυνη εμπειρία. Οι μητέρες ίσως να έχουν προσέξει πως στην Αναγεννησιακή τέχνη η Μαρία παρουσιάζεται σε μια άψογη φυσική κατάσταση αμέσως μετά την γέννηση του Ιησού. Ντροπιάζει ακόμα και την Δούκισσα του Καίμπριτζ. Δεν υπάρχει αίμα, ιδρώτας ή οτιδήποτε άλλο που να θαμπώνει την εικόνα της Αγίας Οικογένειας. Αυτή δεν είναι απλά μια μη ρεαλιστική πλευρά της υψηλής τέχνης αλλά μια ολόκληρη θεολογική παράδοση. Η παράδοση υποστηρίζει πως ο πόνος κατά την εμπειρία της γέννας είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας της Εύας στον κήπο της Εδέμ. Γι’ αυτόν τον λόγο η Μαρία απεικονίζεται ως ατάραχη, ήρεμη και χαρούμενη. Οι μεσαιωνικές περιγραφές της εμπειρίας της σχετικά με την σύλληψη, την εγκυμοσύνη και την γέννα της, είναι συνήθως χαρούμενες και κάποιες φορές ερωτικές.
 
Δεν είχε καμία εμπειρία πόνου ή βασάνου κατά τον θάνατό της. Για την ακρίβεια ίσως να μην πέθανε ποτέ

Αν και η Μαρία έζησε την φρικτή εμπειρία της απώλειας ενός παιδιού, ο θρύλος υποστηρίζει πως η ίδια δεν βίωσε μεγάλο φυσικό πόνο. Μάλιστα σε κάποιες παραδόσεις δεν πέθανε καν. Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες για το τέλος της Μαρίας πάνω στη Γη. Κάποιες την θέλουν να πέφτει σε βαθύ ύπνο (και μετά να ανασταίνεται και να αναλήπτεται στους ουρανούς ), ενώ άλλες εστιάζουν στην ανάληψή της (προφανώς χωρίς να έχει προηγηθεί θάνατος).

Η επίσημη παράδοση, που είναι γνωστή ως η Μετάσταση της Θεοτόκου, είναι δημοφιλής στην Ανατολική ορθόδοξη και καθολική εκκλησία. Η ιδέα ότι έπεσε σε βαθύ ύπνο υπονοούσε πως δεν βασανίστηκε καθόλου. Το δόγμα της Ανάληψης της Μαρίας είναι διαδεδομένο στους χριστιανούς. Σε κάθε θεωρία, oι θιασώτες είναι ξεκάθαροι για το γεγονός πως παρόλο που πέθανε, η Μαρία δεν βίωσε ποτέ πόνο που σχετίζεται με τον θάνατο.

Οι προχριστιανικές ρίζες της Μετάστασης της Παναγίας

Αν και η Ανάληψη της Παναγίας πέρασε στο Βυζαντινό εορτολόγιο στα τέλη του 6ου αιώνα από τον Αυτοκράτορα Μαυρίκιο, μόλις το 1950 ορίστηκε επίσημα δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από τον Πάπα Πίο ΧΙΙ. Για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, βέβαια, αποτελεί απλά μέρος της Ιεράς Παράδοσης, παράδοση που τις απαρχές της μπορούμε να εντοπίσουμε όχι στα λόγια του Τιμόθεου των Ιεροσολύμων, όπως πιστεύουν αρκετοί (καθώς η λεπτομερής έρευνα του Bernard Capelle το 1949 έδειξε πως δεν πρόκειται για κάποιο ιερέα του 4ου αιώνα, αλλά για ανώνυμο Βυζαντινό συγγραφέα που έζησε κάπου ανάμεσα στον 6ο και 8ο αιώνα), αλλά στο λεγόμενο απόκρυφο Liber Requiei Mariae (Το Βιβλίο για την Ανάπαυση της Μαρίας). Το τελευταίο σήμερα σώζεται μονάχα στα Αιθιοπικά και χρονολογείται τον 4ο αιώνα, είναι όμως πολύ πιθανό ως προφορική παράδοση να ξεκινάει ένα αιώνα νωρίτερα. Όλες οι μετέπειτα εκδοχές, αν και εμπλουτίζουν την αρχική διήγηση, φαίνεται να έχουν ως βάση εκείνο ακριβώς το απόκρυφο ευαγγέλιο γραμμένο από κάποιο άγνωστο συγγραφέα.
 
Όπως είδαμε προηγουμένως, η αγιογραφική απεικόνιση της Κοιμήσεως και της Ανάληψης της Παναγίας, αποτελεί μια σύνθεση απόκρυφων πηγών παρά ιστορικών μαρτυριών. Βέβαια, σκοπός της αγιογραφικής τέχνης δεν είναι να αποτυπώσει την ιστορία, παρά να ιστορίσει την πνευματοποίηση του κόσμου. Και το επιτυγχάνει αυτό μέσα από τη θεολογική χρήση των χρωμάτων και των μορφών, γεγονός που σημαίνει πως το εικόνισμα παραμένει στο μεταφορικό επίπεδο, ώστε αλλάζοντας τη συμπαγή πραγματικότητα να της εκμαιεύσει τη μεταφυσική της σημασία.
 
Παρ’ όλα αυτά, όμως, αν στο επεισόδιο με την Τίμια Ζώνη της Παρθένου μπορούμε να εντοπίσουμε προχριστιανικές ρίζες, μήπως το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και με το γενικότερο θέμα της Μετάστασης;
 
Το 161, στο Monte Citorio της Ρώμης, θα αναγερθεί το λεγόμενο Colonna di Antonino Pio, ένα μαρμάρινο μνημείο με το οποίο ο αυτοκράτορας Antoninus Pius θα απαθανατίσει την Αποθέωση της πρόσφατα χαμένης του συζύγου Annia Galeria Faustina. Με τον όρο αυτό -αποθέωση-, οι αρχαίοι Έλληνες (η λέξη εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Πολύβιο, χρησιμοποιείται όμως με τη σημασία που της αποδόθηκε αργότερα από τον Κικέρωνα) και μετέπειτα οι Ρωμαίοι, περιέγραφαν το πέρασμα ενός θνητού σε ένα επίπεδο ύπαρξης πιο κοντά στους θεούς. Σε αντίθεση, βέβαια, με τους τελευταίους, ο αφηρωϊσμός στους Έλληνες δεν κατέτασσε τους θνητούς στον Όλυμπο, τους ομοίαζε όμως με τους Θεούς, αφού αγαλλίαζαν και αποκτούσαν ευεργετικές δυνάμεις για τους ζωντανούς. Ο αφηρωϊσμός των νεκρών αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα των ελληνιστικών χρόνων και συγκεκριμένα των γεωγραφικών περιοχών που ήταν κάτω από την επιρροή των Μακεδόνων, ενώ ένα από χαρακτηριστικά του ήταν η χάραξη της επιγραφής «ήρως χρηστέ χαίρε» στις επιτύμβιες στήλες. Το χαίρειν θεωρείται πως ήταν μέρος μιας αγγελίας που οδηγεί στην ηρωοποίηση, έτσι όπως την υπόσχονταν ποικίλες λατρείες στην αρχαιότητα και ιδιαίτερα τα ορφικά ελάσματα, που έδιναν οδηγίες στο νεκρό για την επίτευξη της μακάριας αθανασίας. Στην αυτοκρατορική εποχή, όμως, ο αφηρωϊσμός γίνεται ο κανόνας, φτάνοντας μέχρι και την Ρώμη, όπου οι αυτοκράτορες θεοποιούνταν (divus) τις περισσότερες φορές για πολιτικούς λόγους, που εύλογα προκαλούσαν αρνητικά σχόλια ακόμη και μεταξύ των Ρωμαίων (βλ. το σατιρικό Αποκολοκύνθωσις του Σενέκα).
 
Αυτό που μας ενδιαφέρει, όμως, στην περίπτωση της Faustina, είναι πως η ανάγλυφη παράσταση της Αποθέ-ωσης παριστάνει την ανάληψη της αυτοκράτειρας στην πλάτη ενός genius, ενός φτερωτού προστατευτικού πνεύματος (βλ. Αιών) που οδηγεί την ίδια και το σύζυγο της στον ουρανό. Η σκηνή πλαισιώνεται από δυο αετούς που παραδοσιακά έχουν την αποστολή της μεταφοράς των θνητών. Αυτό ισχύει στην περίπτωση της αποθέωσης του αυτοκράτορα Titus που στην αψίδα που εγέρθηκε στα τέλη του 1ου αιώνα προς τιμή του, στη Via Sacra της Ρώμης, παριστάνεται ίσως για πρώτη φορά η ανάληψη αυ-τοκράτορα στην πλάτη ενός αετού. Σε παλαιότερες παραστάσεις αποθέωσης, όπως αυτή του Ιούλιου Καίσαρα στο λεγόμενο βωμό του Belvedere (π. 2 π.α.χ.χ), βλέπουμε το στρατηγό ανεβασμένο σε άρμα να ξεκινά την ανοδική του πορεία προς τον θεό Caelus. Ο τελευταίος με το μανδύα του σχηματίζει το ουράνιο στερέωμα, καθώς ο ίδιος αντιστοιχεί στον ελληνικό Ουρανό, το Δία αλλά και τον (υπερβατικό) Όλυμπο, όπως μας εξηγεί ο Marcus Terentius Varro.
 
Μερικά χρόνια πριν την Faustina, μια άλλη αυτοκράτειρα θα αποθεωθεί με δικό της ανάγλυφο που θα στήσει ο σύζυγός της το 137 στη Ρώμη. Πρόκειται για το consecratio της Vibia Sabina, της οποίας το πνεύμα αφού θα απελευθερωθεί από την νεκρική πυρά, μεταφέρεται στην πλάτη ενός θηλυκού genius της Αιωνιότητας στον ουρανό. Τη σκηνή παρακολουθούν με θαυμασμό άνδρες όπως ο Αδριανός, που παριστάνεται με τη χαρακτηριστική στάση της δαχτυλοδειξίας. Το ορθωμένο χέρι που δείχνει ψηλά, κατευθύνει το βλέμμα του θεατή στην πηγή αλλά και τον σκοπό όλων των πραγμάτων. Το μάτι θα αναζητήσει στον ουρανό και τον ήλιο αυτή την αρχή και δεν θα είναι λάθος. Ο εσωτερικός οφθαλμός, όμως, γνωρίζει καλύτερα πως ο ουρανός αλλά και ο ήλιος αυτός, δεν είναι παρά είδωλα μιας άλλης πνευματικής αρχής. Ως έτσι, το ορθωμένο δάχτυλο δηλώνει τη ροπή των πραγμάτων προς τα άνω, στις ανώτερες καταστάσεις ύπαρξης, σε εκείνες της καταστάσεις ενότητας, όπως ένα είναι και το δάχτυλο που ορθώνεται (δηλαδή στέκει ορθά, επομένως ορθώνεται δια της ορθοπραξίας).
 
Τα προαναφερθέντα ανάγλυφα -όπως και πολλά ακόμη- αλλά και οι λεπτομερείς περιγραφές που σώθηκαν από τους ιστορικούς Cassius Dio και Ηρωδιανό, μαρτυρούν πως η αυτοκρατορική αποθέωση δεν περιοριζόταν σε έργα τέχνης, αλλά και σε ειδικές τελετουργίες, όπου στηνόταν μεγάλη πυρά, γύρω από την οποία βάδιζαν οι ιερείς που μετέφεραν και απέδιδαν δώρα και θυμιάματα. Λόγοι που εξυμνούσαν τον αποθανόντα προφέρονταν με στόμφο, ενώ ένα κέρινο ομοίωμα του νεκρού έλιωνε στη φωτιά που είχε ανάψει από πυρσούς που έφερε ο νέος αυτοκράτορας και το κοινό που παρακολουθούσε την ιεροπραξία. Η τελετή ολοκληρωνόταν με την απελευθέρωση ενός αετού, το πέταγμα του οποίου σήμανε το ταξίδι της ψυχής του νεκρού στον ουρανό, πορεία που συχνά αποτελούσε οιωνό για το μέλλον της Ρώμης και του καινούργιου της άρχοντα.
 
Τα στοιχεία της πυράς και του αετού έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς παραπέμπουν στους ελληνικούς μύθους του Ηρακλή και του Γανυμήδη. Όπως τραγουδά ο Οβίδιος στις Μεταμορφώσεις του (1ος αιώνας), όταν η Δηιάνειρα η σύζυγος του Ηρακλή τυφλώθηκε από ζήλια, του πρόσφερε ένα δηλητηριασμένο χιτώνα να φορέσει. Εκείνος αδυνατώντας να αντέξει άλλο τον πόνο στις σάρκες του, χτίζει μια πυρά στην κορυφή του βουνού Οίτη για να πεθάνει. Στις φλόγες, λοιπόν, παραδίδει ότι θνητό υπήρχε από την πλευρά της μητέρας του Αλκμήνης, ενώ το αθάνατο ανέβηκε σε άρμα που το έσερναν τέσσερα άλογα και κατευθύνθηκε στον Όλυμπο όπου ο πατέρας του ο Δίας του πρόσφερε μια θέση ανάμεσα στους θεούς.

Σχετικά με το Γανυμήδη, διαβάζουμε στην Ιλιάδα πως οι θεοί τον ανέβασαν στον Όλυμπο για να γίνει αθάνατος και οινοχόος του Δία -ανάληψη που έγινε με την αρπαγή ενός αετού, μας πληροφορεί ο ψευδο Υγίνος- όχι γιατί ήταν ο πιο όμορφος ανάμεσα στους θνητούς, μας εξηγεί ο Ξενοφώντας στο Συμπόσιό του, αλλά λόγω της ψυχής του, γεγονός που βεβαιώνει και το όνομά του από το γάνυται και το μήδεα, που σημαίνουν «χαίρομαι να ακούω σοφές σκέψεις». Αυτό που χάρισε δηλαδή την αθανασία στον νεαρό πρίγκιπα της Τροίας, δεν είναι το ότι ήταν ηδησώματος, αλλά ηδηγνώμων.

Οι θνητοί αυτοί, βέβαια, δεν ήταν οι μοναδικοί που αναλήφθηκαν στον αρχαίο Όλυμπο… Όπως γράφει ο ψευδο-Απολλόδωρος στη Βιβλιοθήκη του (1ος αιώνας), όταν οι πύρινες γλώσσες κάλυψαν το σώμα της Σεμέλης, ο γιος της Διόνυσος κατέβηκε στον Άδη για να την ανεβάσει αργότερα στον Όλυμπο ως Θυώνη (από το θύω που σημαίνει κι- νούμαι ορμητικά από όπου και το θυάς δηλαδή η μαινάδα). Ο Παυσανίας αμφιβάλει αν πέθανε πραγματικά η Θηβαία πριγκίπισσα, ο Νόννος όμως στα Διονυσιακά του (5ος αιώνας) ξεκαθαρίζει πως η μητέρα του θυρσοφόρου πέρασε τις πύλες του Ολύμπου, όχι πριν, αλλά μετά το θάνατο της.

Παρόμοια ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι, 1ος αιώνας) εξιστορεί πως μια μυστηριώδης νεφέλη εξαφάνισε τον Ρωμύλο κατά την διάρκεια δημόσιων τελετών, ενώ μάρτυρες τον είδαν να υψώνεται την ίδια ώρα που μια φωνή τον αποκαλούσε Κυρίνο (ένα από τα μετέπειτα επίθετα του Ιανού).

Με τη σειρά του ο Απουλήιος, στο Asinus aureus (2ος αιώνας), ανεβάζει στο βουνό των θεών την κόρη του βασιλιά της Σικελίας, τη Ψυχή με τα φτερά του Έρωτα (παραπέμποντας ασφαλώς εδώ στην Πλατωνική αντίληψη για την πτέρωση της ψυχής και την ένωσή της με το θείο δια του μέγα δαίμων Έρωτα). Ενώ ο ψευδο Υγίνος με την σειρά του, μας πληροφορεί πως ανάμεσα στους θνητούς που έγιναν αθάνατοι, ήταν και η Αριάδνη, που όταν την εγκατέλειψε ο Θησέας στη Νάξο, την ερωτεύτηκε ο Διόνυσος. Ο Οβίδιος συμπληρώνει εδώ λέγοντας πως την κόρη του Μίνωα ο θεός την ανέβασε ψηλά στον ουρανό, μεταμορφώνοντάς την και δίνοντάς της καινούργιο όνομα – Libera (ελευθερία). Σε δίσκο από τερακότα που βρέθηκε στο Βρινδήσιο (1ος αιώνας π.α.χ.χ;) βλέπουμε το θεϊκό ζευγάρι να ανέρχεται στους ουρανούς πάνω σε άρμα που το οδηγεί ο Έρωτας με την συντροφιά του Ερμή, ενώ μια μεγάλη κύλικα από το Ρούβο απεικονίζει την ανάληψη της Αριάδνης με δυο φτερωτούς έρωτες που κρατάνε μυητικά σύμβολα, μια Αιωνική δάδα και μια Ισιδιακή situla.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε πως η μεταμόρφωση για την οποία έκανε λόγο ο Οβίδιος νωρίτερα, δεν αφορά μόνο το χάρισμα της αθανασίας στην Αριάδνη, αλλά και την τοποθέτηση του στέμματος που της πρόσφερε ο θεός στον ουρανό, ως αστερισμό του Βόρειου Στέφανου. Ο μεταθανάτιος καταστερισμός, δηλαδή η μεταμόρφωση των θνητών σε αστέρια – όπως συνέβη με την Καλλιστώ, τους Διόσκουρους, τον Ωρίωνα, τον Ασκληπιό (που αν και αναστήθηκε από τον Απόλλωνα ο Δίας τον μεταμόρφωσε στον αστερισμό του Οφιούχου) κ.α.- συνάδει με την ευρύτερη αντίληψη των αρχαίων περί ταύτισης των άστρων με τις ευδαίμονες ψυχές (βλ. χαρακτηριστικά Τίμαιος 42β), στοιχείο που φαίνεται να μην αγνοεί η Ιουδαϊκή γραμματεία (βλ. επίσης Ενώχ 104:2, 2 Έσδρας 7:97, 2 Μπαρούχ 51:10), καθώς ο προφήτης Δανιήλ βάζει τον άγγελο να λέει πως την έσχατη μέρα της ανάστασης των νεκρών «οι συνετοί θα λάμψουν σαν το λαμπρό στερέωμα, κι εκείνοι που βοήθησαν πολλούς να μείνουν πιστοί, θα λάμψουν επίσης σαν αστέρια για πάντα» (12:3). Εδώ, αξίζει να σημειώσουμε πως και το στοιχείο του αετού που συναντήσαμε σε τόσα παραδείγματα αποθέωσης στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη, υπάρχει εξίσου στην Ιουδαϊκή Γραφή και πιο συγκεκριμένα στο βιβλίο της Εξόδου (19:4), όπου το σύμβολο αποκτά λυτρωτική σημασία.

Ο αετός συγκεντρώνει τις λειτουργίες του φωτός και της φωτιάς, είναι ο φορέας της φώτισης του Δία, καθώς του φέρνει το νέκταρ στο Δικταίο Άντρο για να ξεδιψάσει. Αργότερα, κατά το Μεσαίωνα, θα γίνει ο ίδιος ο Ιησούς, καθώς είναι ικανός να αντικρίζει τον Ήλιο (το θείο, τον Πατέρα) χωρίς να ταλαντεύεται και να ανέρχεται στα ουράνια.

Με βάση, λοιπόν, όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε πως οι βασικές ιδέες που βρίσκουμε στην Κοίμηση και την Ανάληψη της Παναγίας δεν περιορίζονται στο χριστιανικό φαντασιακό, παρά τις συναντάμε τόσο στη Ρώμη όσο και στην Ελλάδα, γεγονός που σημαίνει πως η διαμόρφωση της δοξασίας της Μετάστασης της Παρθένου εκκολάφτηκε σε ένα προ αιώνων διαμορφωμένο θρησκειολογικό πλαίσιο, που ιδιαίτερα στους Αυτοκρατορικούς χρόνους (1ος αιώνας π.α.χ.χ – 3ος αιώνας) βρισκόταν σε ακμή.

ΔΕΣ: Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ. (Μαμή με το δάκτυλό της διαπιστώνει την παρθενία της 12χρονης Μαριάμ)

Αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στη φύση της για να ερευνήσω, δεν θα πιστέψω ότι μια παρθένος γέννησε  ΒΛΕΠΕ ΚΕΦ. 19:3

ΠΡΩΤΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ

1.1. Στις ιστορίες των δώδεκα φυλών του Ισραήλ’ γίνεται λόγος για τον Ιωακείμ, που ήταν πολύ πλούσιος και συνήθιζε να προσφέρει διπλά τα δώρα του στο Ναό, λέγοντας: «Ας είναι ένα μέρος της περιουσίας μου για το λαό και ένα άλλο αφιερωμένο στον Κύριο μου για να συγχωρεί τις αμαρτίες μου και για τον εξιλασμό μου». 2. Πλησίαζε η ημέρα τον Κυρίου η μεγάλη και οι υιοί Ισραήλ πρόσφεραν τα δώρα τους. Στάθηκε τότε μπροστά του ο Ρουβείμ και του είπε: «Δεν σου επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, αφού δεν έκανες απογόνους στον Ισραήλ». 3. Ο Ιωακείμ τότε λυπήθηκε πολύ και πήγε στα βιβλία των δώδεκα φυλών του Ισραήλ μονολογώντας: «Θα κοιτάξω προσεκτικά στα βιβλία των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, για να διαπιστώσω αν είμαι ο μόνος που δεν έκανα απογόνους στον Ισραήλ». Ερεύνησε και βρήκε ότι όλοι οι δίκαιοι ανάστησαν απογόνους στον Ισραήλ. Θυμήθηκε και τον πατριάρχη Αβραάμ που την έσχατη ώρα του χάρισε ο Θεός υιό, τον Ισαάκ. 4. Λυπήθηκε πολύ ο Ιωακείμ και δεν εμφανίστηκε στη γυναίκα του, αλλά κατευθύνθηκε στην έρημο, όπου έστησε τη σκηνή του, νήστεψε επίσης σαράντα μερόνυχτα μονολογώντας: «Δεν θα κατεβώ ούτε για φαγητό ούτε για ποτό, έως ότου με επισκεφτεί ο Κύριος, ο Θεός μου, και θα είναι τροφή και ποτό η προσευχή μου».

2. 1. Η γυναίκα του η Άννα θρηνούσε δύο θρήνους και οδυρόταν δύο οδυρμούς, έλεγε: «Θα οδύρομαι για τη χηρεία μου, θα οδύρομαι για την ατεκνία μου». 2. Πλησίαζε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και της είπε η δούλη της η Ιουδίθ: «Έως πότε θα ταπεινώνεις τον εαυτό σου; Να έφτασε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και δεν επιτρέπεται να πενθείς. Πάρε, λοιπόν, αυτή τη μαντίλα που μου έδωσε η κυρία του εργαστηρίου, δεν αρμόζει άλλωστε σε εμένα να τη φορώ, γιατί εγώ είμαι δούλα, ενώ αυτή έχει βασιλικά χαρακτηριστικά». 3. Και η Άννα της αποκρίθηκε: «Φύγε από κοντά μου, και εγώ δεν τα προκάλεσα αυτά, αλλά ο Κύριος με ταπείνωσε, μήπως όμως κάποιος πανούργος σου χάρισε το μαντήλι και ήρθες να μοιραστείς μαζί μου την αμαρτία σου;" Και η Ιουδίθ απάντησε: «Γιατί να σε καταραστώ, αφού ο Κύριος έκλεισε τη μήτρα σου για να μην δώσεις καρπό στον Ισραήλ»; 4. Στεναχωρήθηκε πολύ η Άννα. Πέταξε από πάνω της τα πένθιμα ρούχα, έλουσε το κεφάλι της και ντύθηκε τα νυφικά της φορέματα. Κατά την ένατη ώρα κατέβηκε στον κήπο να περπατήσει. Είδε μια δάφνη, κάθισε κάτω από αυτήν και ικέτεψε με τέτοια θερμά λόγια τον Κύριο: «Θεέ των πατέρων μας, ευλόγησε με και εισάκουσε τη δέηση μου, όπως ευλόγησες τη μήτρα της Σάρρας και της έδωκες υιό, τον Ισαάκ».

3. 1. Καθώς έστρεψε τα μάτια της προς τον ουρανό, είδε μια φωλιά σπουργιτιών μέσα στη δάφνη και θρήνησε μέσα της λέγοντας: «Αλίμονο σε μένα, ποιος με γέννησε; ποιά μήτρα με έφερε στον κόσμο; Γεννήθηκα καταραμένη ανάμεσα στους υιούς Ισραήλ και με χλεύασαν στο Ναό του Κυρίου. 2. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε στα πετεινά του ουρανού, αφού ακόμη και τα πετεινά του ουρανού είναι γόνιμα ενώπιον Σου, Κύριε. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε στα θηρία της γης, γιατί ακόμη και τα θηρία είναι γόνιμα ενώπιον Σον, Κύριε. 3. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε σε αυτά τα (τρεχούμενα) νερά, αφού ακόμη και τα νερά είναι γόνιμα ενώπιον Σου, Κύριε. Αλίμονο, σε ποιον έμοιασα εγώ; δεν έμοιασα ούτε σε τούτη εδώ τη γη, γιατί ακόμη και τούτη η γη προσφέρει τους καρπούς της στον κατάλληλο καιρό και Σε ευλογεί, Κύριε».

4. 1. Και να ένας άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε μπροστά της και της είπε: «Άννα, Άννα, ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση σου, θα συλλάβεις και θα γεννήσεις και θα μιλούν για το σπέρμα σου σε όλη την οικουμένη». Και η Άννα αποκρίθηκε: «Ζει Κύριος, ο Θεός μου, εάν γεννήσω, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρω ως δώρο στον Κύριο, τον Θεό μου, να τον υπηρετεί όλες τις ημέρες της ζωής του». 2. Ήλθαν τότε δύο αγγελιοφόροι και της είπαν: «Να, ο Ιωακείμ, o άνδρας σου, έρχεται με τα πρόβατα του». Άγγελος Κυρίου είχε κατεβεί σε αυτόν και του είπε: «Ιωακείμ, Ιωακείμ, ο Κύριος, ο Θεός εισάκουσε τη δέηση σου, κατέβα λοιπόν από αυτόν τον τόπο, γιατί η γυναίκα σου θα συλλάβει». 3. Κατέβηκε τότε ο Ιωακείμ, κάλεσε τους βοσκούς του και τους παράγγειλε: «Φέρτε εδώ δέκα προβατίνες χωρίς κηλίδα ή ψεγάδι για να τις προσφέρω θυσία στον Κύριο, το Θεό μου, φέρτε μου επίσης δώδεκα μοσχάρια τρυφερά για να τα προσφέρω στους ιερείς και τη γερουσία και φέρτε μου τέλος και εκατό κατσίκια για όλο το λαό». 4. Και να ο Ιωακείμ έφθασε με τα κοπάδια του και η Άννα στάθηκε στην πύλη, σαν είδε τον Ιωακείμ να έρχεται, έτρεξε και κρεμάστηκε στο λαιμό του λέγοντας: «Τώρα ξέρω καλά ότι ο Κύριος, ο Θεός μου έδωκε πλούσια την ευλογία Του, γιατί να που η χήρα δεν θα είναι πια χήρα και να που η άτεκνος θα συλλάβει». Ο Ιωακείμ ξεκουράστηκε την πρώτη ημέρα στο σπίτι του.

5. l. Την επόμενη μέρα πρόσφερε τα δώρα του αναλογιζόμενος: «Αν ο Κύριος, ο Θεός, μου δώσει χάρη, θα μου (το) φανερώσει το πέταλο του ιερέα». Πρόσφερε, λοιπόν, ο Ιωακείμ τα δώρα του και παρατηρούσε το πέταλο του ιερέα καθώς ανέβηκε στο θυσιαστήριο του Κυρίου και δεν είδε τίποτε να μαρτυρεί αμαρτία εναντίον του. Και είπε ο Ιωακείμ: «Τώρα ξέρω ότι ο Κύριος μου έδωσε τη χάρη του και συγχώρησε όλα τα αμαρτήματα μου». Έτσι κατέβηκε δικαιωμένος από το Ναό του Κυρίου και γύρισε στο σπίτι του. 2. Εν τω μεταξύ συμπληρώθηκαν οι μήνες της και τον ένατο μήνα η Άννα γέννησε. Ρώτησε τη μαία: «Τι γέννησα»; Και εκείνη της αποκρίθηκε: «Κορίτσι». Είπε τότε η Άννα: «Η ψυχή μου σήμερα ευφράνθηκε όσο ποτέ άλλοτε» και την έβαλε στο κρεβάτι. Όταν συμπληρώθηκαν οι μέρες της, η Άννα πλύθηκε, έδωσε στο παιδί της το μαστό της για να θηλάσει και την ονόμασε Μαριάμ.

6. 1. Μέρα με τη μέρα το κορίτσι μεγάλωνε και όταν έγινε έξι μηνών, την κράτησε η μητέρα της όρθια για να δει αν στέκεται. Η Μαριάμ έκανε επτά βήματα και έπεσε στην αγκαλιά της. Την άρπαξε τότε η Άννα, τη σήκωσε υψηλά και είπε: «Ζει Κύριος, ο Θεός μου δεν θα περπατήσεις στη γη, έως ότου σε οδηγήσω στο Ναό του Κυρίου». Και διαμόρφωσε στο υπνοδωμάτιο της ένα εξαγνισμένο χώρο, όπου τίποτε το μολυσμένο ή ακάθαρτο δεν επέτρεπε να περάσει. Κάλεσε επίσης τις αμόλυντες θυγατέρες των Εβραίων για να παίζουν μαζί της. 2. Όταν το κορίτσι έγινε ενός έτους, ο Ιωακείμ έκανε γιορτή μεγάλη. Κάλεσε τους ιερείς, τους γραμματείς, τη γερουσία και όλο το λαό του Ισραήλ. Παρουσίασε τότε ο Ιωακείμ την κόρη του στους ιερείς και την ευλόγησαν λέγοντας: «Θεέ των πατέρων μας, ευλόγησε αυτήν την κόρη και χάρισε της όνομα ξακουστό και αιώνιο σε όλες τις γενιές». Και ο λαός αποκρίθηκε: «Γένοιτο, γένοιτο, αμήν». Την παρουσίασε επίσης στους αρχιερείς και αυτοί την ευλόγησαν λέγοντας: «Θεέ των πατέρων μας, στρέψε το βλέμμα Σου σε αυτή την κόρη και ευλόγησε την με την έσχατη και ολοκληρωτική ευλογία, που ανώτερη της δεν υπάρχει». 3. Την πήρε στην αγκαλιά της η μητέρα της και την οδήγησε στον εξαγνισμένο χώρο του υπνοδωματίου της, όπου της έδωσε το μαστό της για να θηλάσει. Και έψαλε η Άννα αυτό το άσμα στον Κύριο, τον Θεό: «Θα ψάλω ένα άσμα στον Κύριο, τον Θεό μου, γιατί με σπλαχνίστηκε και με απάλλαξε από τη ντροπή των εχθρών μου. Μου έδωσε ο Κύριος καρπό της δικαιοσύνης Του, μοναδικό και πολλαπλάσιο ενώπιον Του. Ποιος θα αναγγείλει στους υιούς της φυλής Ρουβείμ ότι η Άννα θηλάζει; Ακούστε, ακούστε, οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ ότι η Άννα θηλάζει». Κι αφού την έβαλε να αναπαυτεί στον εξαγνισμένο χώρο, βγήκε και υπηρετούσε τους καλεσμένους. Όταν τελείωσε το δείπνο, έφυγαν γεμάτοι αγαλλίαση, δοξάζοντας τον Θεό του Ισραήλ.

7. 1. Καθώς περνούσαν οι μήνες, το παιδί μεγάλωνε. Όταν έγινε δύο ετών, είπε ο Ιωακείμ στην Άννα: «Ας την οδηγήσουμε στο ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε, μήπως μας στείλει ο Κύριος την οργή Του και δεν γίνει δεκτό τότε το Δώρο μας». Η Άννα τότε απάντησε: «Ας περιμένουμε το τρίτο έτος, για να μην αποζητήσει το κορίτσι τον πατέρα ή την μητέρα». Και o Ιωακείμ είπε: «Ας περιμένουμε». 2. Όταν έγινε τριών χρόνων το κορίτσι, είπε ο Ιωακείμ: «Προσκαλέστε τις αμόλυντες θυγατέρες των Εβραίων να πάρουν από μια λαμπάδα, που θα κρατούν αναμμένη, ώστε να μην στραφεί το κορίτσι προς τα πίσω και μείνει αιχμάλωτη η καρδιά της μακριά από το Ναό του Κυρίου». Έτσι έκαναν, λοιπόν, ώσπου ανέβηκαν στο ναό του Κυρίου, όπου ο ιερέας την υποδέχτηκε, την ασπάστηκε, την ευλόγησε και είπε: «Ο Κύριος δόξασε το όνομα σου σε όλες τις γενιές. Μέσα από εσένα θα αποκαλύψει o Κύριος στις έσχατες ημέρες τη λύτρωση Του στους Ισραηλίτες». 3. Ο ιερέας την έβαλε να καθίσει στον τρίτο αναβαθμό του θυσιαστηρίου. Ο Κύριος, ο Θεός, της έδωσε χάρη και χόρεψε (με τα πόδια της) και όλος ο λαός του Ισραήλ την αγάπησε.

8. l. Οι γονείς της επέστρεψαν γεμάτοι θαυμασμό και δοξάζοντας τον δεσπότη Θεό, γιατί η κόρη τους δεν στράφηκε προς τα πίσω. H δε Μαρία ζούσε στο Ναό του Κυρίου τρεφόμενη σαν περιστέρι και έπαιρνε την τροφή της από το χέρι αγγέλου. 2.Όταν έγινε δώδεκα ετών, έκαναν συμβούλιο οι ιερείς συζητώντας: «Να η Μαρία έγινε δωδεκαετής ζώντας στο Ναό του Κυρίου, τι να κάνουμε λοιπόν με αυτήν για να μην μολύνει τον ιερό χώρο του Κυρίου»; Και είπαν στον αρχιερέα: «Εσύ στέκεσαι μπροστά στο θυσιαστήριο του Κυρίου, είσελθε, λοιπόν, και ό,τι σου αποκαλύψει ο Κύριος αυτό θα κάνουμε». 3. Ο αρχιερέας φόρεσε το δωδεκακώδωνο άμφιο εισήλθε στα άγια των αγίων και προσευχήθηκε για αυτήν. Και να άγγελος Κυρίου του παρουσιάστηκε και είπε: «Ζαχαρία, Ζαχαρία, βγες έξω και συγκέντρωσε τους χήρους του λαού να φέρει ο καθένας ένα ραβδί και σε όποιον ο Κύριος δείξει κάποιο σημάδι, αυτού θα γίνει γυναίκα». Βγήκαν οι κήρυκες σε όλη την περιοχή της Ιουδαίας, ήχησε η σάλπιγγα του Κυρίου και έτρεξαν όλοι.

9. 1. Ο Ιωσήφ έριξε το σκεπάρνι και πήγε να τους συναντήσει. Όταν συγκεντρώθηκαν, πήγαν με τα ραβδιά στον αρχιερέα. Εκείνος πήρε τα ραβδιά όλων, εισήλθε στο Ναό και προσευχήθηκε. Αφού τελείωσε την προσευχή, πήρε τα ραβδιά, βγήκε και τους τα παρέδωσε. Κανένα όμως σημάδι δεν υπήρχε σε αυτά. Το τελευταίο ραβδί το πήρε ο Ιωσήφ και να ένα περιστέρι ξεπήδησε από το ραβδί και πέταξε πάνω στο κεφάλι του Ιωσήφ. Ο ιερέας είπε τότε στον Ιωσήφ: «Σε σένα έλαχε ο κλήρος να παραλάβεις την παρθένο του Κυρίου υπό την προστασία σου». 2. Ο Ιωσήφ όμως απάντησε: «Έχω γιους και είμαι γέρος, ενώ αυτή είναι νεαρή, θα με περιγελάσουν οι υιοί Ισραήλ». Και ο ιερέας αποκρίθηκε στον Ιωσήφ: «Φοβήσου τον Κύριο, τον Θεό σου, και θυμήσου τι έκανε ο Θεός στον Δαθάν, τον Αβειρών και τον Κορέ, πως δηλαδή σχίστηκε η γη και τους κατάπιε εξαιτίας της αντιλογίας τους. Και τώρα φοβήσου και εσύ Ιωσήφ, μήπως συμβούν αυτά στο σπίτι σου». 3. Φοβήθηκε ο Ιωσήφ και την παρέλαβε υπό την προστασία του. Και είπε ο Ιωσήφ στη Μαρία: «Να, σε παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου και τώρα σε αφήνω στο σπίτι μου, πηγαίνω να χτίσω τις οικοδομές μου και θα επιστρέψω κοντά σου: Ο Κύριος θα σε διαφυλάξει».

10. 1. Συσκέφθηκαν οι ιερείς και είπαν: «Ας κάνουμε ένα παραπέτασμα για τον Ναό του Κυρίου». Και ο ιερέας πρόσταξε: «Καλέστε μου αμόλυντες παρθένες από τη φυλή του Δαβίδ». Οι υπηρέτες πήγαν και αναζήτησαν και βρήκαν επτά παρθένες. Θυμήθηκε τότε ο ιερέας και το κορίτσι, την Μαριάμ, που καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και ήταν αμόλυντη ενώπιον του Θεού. Πήγαν τότε οι υπηρέτες και την έφεραν. 2. Τις οδήγησαν στο Ναό του Κυρίου και είπε ο ιερέας: «Ρίξτε κλήρο ποιά θα υφάνει το χρυσό και ποιά τον αμίαντο, ποιά το λινό και ποιά το μετάξι, ποιά το υακίνθινο και ποιά το κόκκινο και ποια την αληθινή πορφύρα». Κληρώθηκε στη Μαριάμ η αληθινή πορφύρα και το κόκκινο, τα πήρε και πήγε σπίτι της. Εκείνο τον καιρό έχασε τη λαλιά του ο Ζαχαρίας και τον αντικατέστησε ο Σαμουήλ, έως ότου ο Ζαχαρίας ξαναμίλησε. Η Μαρία πήρε το κόκκινο και άρχισε να κλώθει.

11. 1. Πήρε την στάμνα και πήγε να τη γεμίσει νερό. Και να μια φωνή της λέει «Χαίρε κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά Σου, ευλογημένη Συ εν γυναιξίν». Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της δεξιά αριστερά, για να καταλάβει από που έρχεται αυτή η φωνή. Κατατρομαγμένη γύρισε σπίτι της, τακτοποίησε τη στάμνα, πήρε την πορφύρα, κάθισε στην καρέκλα της και έκλωθε. 2. Και να άγγελος Κυρίου στάθηκε μπροστά της και της είπε: «Μη φοβάσαι Μαριάμ, βρέθηκε περίσσεια η χάρη του Θεού, που είναι Κύριος των πάντων, για σένα, γι’ αυτό θα συλλάβεις από το λόγο του». Όταν το άκουσε αυτό αναρωτήθηκε: Θα συλλάβω εγώ απο τον Κύριο, τον ζώντα Θεό, και θα γεννήσω όπως γεννά κάθε γυναίκα; 3. Και ο άγγελος Κυρίου αποκρίθηκε: «Όχι έτσι Μαριάμ, γιατί δύναμη Κυρίου θα σε καλύψει. Γι’ αυτό και το άγιο παιδί θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, αυτός θα σώσει το λαό από τις αμαρτίες του. Και η Μαριάμ απάντησε: «Ιδού η δούλη Κυρίου ενώπιον Του, ας γίνει αυτό που λες». 12. 1. Αφού τελείωσε την πορφύρα και το κόκκινο, τα πήγε στον ιερέα, αυτός την ευλόγησε και είπε; «Μαριάμ, ο Κύριος δόξασε το όνομά σου, θα είσαι ευλογημένη σε όλες τις γενιές της γης». 2. Γεμάτη χαρά η Μαριάμ πήγε στην Ελισάβετ, τη συγγένισσα της, και χτύπησε την πόρτα. Ακούγοντας το χτύπο η Ελισάβετ, παραμέρισε το κόκκινο νήμα, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε. Όταν είδε τη Μαριάμ, την ευλόγησε και είπε: «Πώς μου έγινε αυτή η τιμή να με επισκεφτεί η μητέρα του Κυρίου μου; Γιατί να, αυτό που κρατώ στα σπλάχνα μου σκίρτησε και σε ευλόγησε. Η Μαρία, εν τω μεταξύ, είχε λησμονήσει τα μυστήρια για τα οποία της μίλησε ο αρχάγγελος Γαβριήλ και ατενίζοντας τον ουρανό είπε: «Ποία είμαι εγώ Κύριε που όλες οι γενιές με ευλογούν;». 3. Έμεινε τρεις μήνες στην Ελισάβετ. Μέρα όμως με τη μέρα η κοιλιά της μεγάλωνε. Φοβήθηκε η Μαριάμ, γύρισε στο σπίτι της και κρυβόταν απο τους υιούς Ισραήλ. Ήταν τότε δεκαέξι ετών όταν συνέβαιναν αυτά τα μυστήρια.

13. 1. Ήταν στον έκτο μήνα, όταν τελικά ήλθε ο Ιωσήφ από τις οικοδομικές του ασχολίες και μπαίνοντας στο σπίτι του, την βρήκε έγκυο. Χτύπησε το πρόσωπο του και ρίχτηκε κάτω σε ένα σάκκο, έκλαψε πικρά και είπε: «Με τι πρόσωπο θα αντικρίσω τον Κύριο, τον Θεό μου; Ποία προσευχή να κάνω γι’ αυτήν την κόρη; Παρθένο την παρέλαβα από το Ναό του Κυρίου, του Θεού μου, και δεν την προφύλαξα. Ποιος μου έστησε παγίδα; Ποιος έκανε αυτήν την πονηρία μέσα στο ίδιο μου το σπίτι και μόλυνε την παρθένο; Μήπως σε εμένα επαναλήφθηκε η ιστορία του Αδάμ; Γιατί όπως ακριβώς την ώρα που δοξολογούσε ο Αδάμ το Θεό, ήρθε ο όφις βρίσκοντας μόνη την Εύα και την εξαπάτησε, έτσι ακριβώς συνέβη και σε μένα». 2. Σηκώθηκε ο Ιωσήφ από το σάκκο, κάλεσε την Μαριάμ και της είπε: «Τι είναι αυτό που έκανες ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου, που σε φρόντιζε; Γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και που έπαιρνες τροφή από χέρι αγγέλου»; 3. Εκείνη έκλαψε πικρά λέγοντας: «Είμαι αμόλυντη εγώ και με άνδρα δεν είχα σχέσεις». Ρώτησε τότε ο Ιωσήφ: «Από που λοιπόν συνέλαβες τον καρπό της κοιλίας σου;» Και αυτή απάντησε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, δεν ξέρω από που είναι».

14. 1.O Ιωσήφ φοβήθηκε πολύ, απομακρύνθηκε και έπεσε σε περισυλλογή, τι να κάνει με αυτή. Και αναλογίστηκε: «Εάν κρύψω το αμάρτημά της, θα βρεθώ να αντιμάχομαι το νόμο του Κυρίου». Εάν πάλι την φανερώσω στους υιούς Ισραήλ, φοβούμαι μήπως υπάρχει κάτι το αγγελικό σε αυτήν και βρεθώ να έχω παραδώσει έναν αθώο στο θάνατο. Τι να κάμω με αυτή; Κρυφά θα τη διώξω μακριά μου». Με τέτοιες σκέψεις τον πρόλαβε η νύκτα. 2. Και να άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στο όνειρό του και του λέγει: «Μη φοβηθείς αυτό το κορίτσι, γιατί αυτό που βρίσκεται στα σπλάχνα της προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει υιό και θα τον ονομάσεις Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό από τα αμαρτήματα του». Σηκώθηκε τότε ο Ιωσήφ από τον ύπνο και δόξασε τον Θεό που του χάρισε την ευλογία αυτή, και πρόσεχε την Μαριάμ.

15. 1. Τον καιρό εκείνο ήρθε σ' αυτόν ο γραμματέας Άννας και του είπε: «Τι συνέβη και δεν φάνηκες στη σύναξη μας;» Ο Ιωσήφ του απάντησε: «Ήμουν ταλαιπωρημένος από το ταξίδι και ξεκουράστηκα την πρώτη μέρα». Στράφηκε τότε και είδε ο Άννας τη Μαριάμ έγκυο. 2.Φεύγει τρέχοντας προς τον ιερέα και του λέει: «Ο Ιωσήφ, για τον οποίον εσύ δίνεις μαρτυρία, παρανόμησε πολύ σοβαρά». Ρώτησε τότε ο ιερέας: «Γιατί μου το λες αυτό;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Την παρθένο που παρέλαβε από το Ναό του Κυρίου, τη μόλυνε, ολοκλήρωσε το γάμο με αυτήν κρυφά και δεν το φανέρωσε στους υιούς Ισραήλ». Αναρωτήθηκε τότε ο ιερέας: «Έκανε τέτοιο πράγμα ο Ιωσήφ;». «Στείλε υπηρέτες και θα βρεις έγκυο την παρθένο", απάντησε ο Άννας ο γραμματέας. Πήγαν οι υπηρέτες και τη βρήκαν στην κατάσταση που περιέγραψε ο Άννας. Οδήγησαν τότε αυτήν και τον Ιωσήφ στο δικαστήριο. 3. Είπε ο ιερέας: «Μαρία, γιατί το έκανες αυτό; γιατί ταπείνωσες τον εαυτό σου ξεχνώντας τον Κύριο, τον Θεό σου; Εσύ που ανατράφηκες στα άγια των αγίων και λάμβανες τροφή από χέρι αγγέλου, εσύ που άκουσες τους ύμνους και χόρεψες μπροστά στο Θεό, γιατί το έκανες αυτό;». Εκείνη έκλαψε πικρά λέγοντας: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, είμαι καθαρή ενώπιον Του και δεν έχω σχέση με άντρα». 4. Είπε τότε ο ιερέας στον Ιωσήφ: «Γιατί το έκανες αυτό;» Ο Ιωσήφ απάντησε: «Ζει Κύριος, εγώ είμαι καθαρός με αυτήν». Και ο ιερέας πρόσθεσε: «Μην παίρνεις ψεύτικο όρκο αλλά φανέρωσε την αλήθεια· ολοκλήρωσες κρυφά το γάμο μαζί της, δεν το φανέρωσες στους υιούς Ισραήλ, αλλά και δεν έσκυψες το κεφάλι σου στο κραταιό (θεϊκό) χέρι, για να ευλογηθεί το σπέρμα σου». Ο Ιωσήφ έμεινε σιωπηλός.

16. 1. Είπε ο ιερέας: «Δώσε πίσω την παρθένο που παρέλαβες από το Ναό του Κυρίου». Τότε ο Ιωσήφ άρχισε να κλαίει. Ο ιερέας συνέχισε: «Θα σας δώσω να πιείτε το ''ύδωρ της ελέγξεως του Κυρίου'' που θα φανερώσει ενώπιον σας τις αμαρτίες σας». 2. Πήρε ο ιερέας και έδωσε στον Ιωσήφ να πιεί, στέλνοντας τον στο βουνό. Και επέστρεψε σώος. Έδωσε και στη Μαριάμ να πιει στέλνοντάς την στο βουνό. Και επέστρεψε σώα. Θαύμασε τότε όλος ο λαός , αφού δεν βρέθηκε αμαρτία σε αυτούς. 3. Και είπε ο ιερέας: «Αφού ο Κύριος δεν αποκάλυψε αμαρτίες σε σας, ούτε εγώ σας κατακρίνω» και τους άφησε ελεύθερους. Πήρε ο Ιωσήφ τη Μαριάμ και επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος και δοξάζοντας το Θεό του Ισραήλ.

17. 1. Ο βασιλιάς Αύγουστος εξέδωσε διαταγή να απογραφούν όλοι όσοι κατάγονται από τη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Και αναλογίστηκε ο Ιωσήφ: «Εγώ θα απογράψω τους γιους μου, με αυτό το κορίτσι όμως τι να κάνω; Πώς θα την απογράψω; Ως γυναίκα μου; Ντρέπομαι. Ως θυγατέρα μου; Μα όλοι οι υιοί Ισραήλ γνωρίζουν καλά ότι δεν είναι κόρη μου. Αυτή είναι η ημέρα του Κυρίου, ας ενεργήσει όπως θέλει». 2. Έστρωσε το υποζύγιο, την έβαλε να καθίσει, πήρε τα γκέμια ο γιος του και ο Ιωσήφ ακολουθούσε. Πορεύτηκαν κοντά τρία μίλια έτσι. Σε μια στιγμή ο Ιωσήφ στράφηκε και είδε τη Μαρία σκυθρωπή και αναλογίστηκε: «Ίσως ο καρπός της την κάνει να πονά». Γυρίζει πάλι ο Ιωσήφ και την είδε να γελά, και είπε: «Μαρία, τι συμβαίνει; Το πρόσωπο σου το βλέπω πότε γελαστό και πότε σκυθρωπό». Η Μαρία απάντησε: «Είναι επειδή βλέπω ενώπιον μου δύο λαούς, έναν που κλαίει και θρηνεί και έναν που χαίρεται και αναγαλλιάζει». 3. Είχαν διασχίσει τη μισή διαδρομή και είπε η Μαριάμ: «Κατέβασε με από το υποζύγιο, επειδή αυτό που υπάρχει μέσα μου με πιέζει να εξέλθει». Την κατέβασε από το υποζύγιο και της είπε: «Πού να σε πάω και πού να σκεπάσω τη ντροπή σου; Ο τόπος είναι έρημος».

18. 1. Εκεί βρήκε ένα σπήλαιο, την έβαλε μέσα και άφησε τους γιους του να την φροντίζουν. Κατόπιν βγήκε να αναζητήσει μαμή στα μέρη της Βηθλεέμ. 2. Εγώ ο Ιωσήφ περπατούσα και όμως δεν προχωρούσα, έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και είδα τον αέρα πλημμυρισμένο με φως, σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό και τον είδα σταματημένο και τα ουράνια πουλιά ακίνητα. Και κοίταξα προς τη γη και είδα χάμω μια σκάφη και εργάτες ανασηκωμένους με τα χέρια μέσα στη σκάφη· όσοι έτρωγαν δεν έτρωγαν και όσοι σήκωναν το κεφάλι δεν μπορούσαν να το κατεβάσουν, όσοι πάλι άνοιγαν το στόμα τους δεν μπορούσαν να το κλείσουν, αλλά ολονών τα πρόσωπα ήταν στραμμένα προς τον ουρανό. Είδα και πρόβατα να περνούν και τα πρόβατα στάθηκαν ακίνητα και, όταν σήκωσε το χέρι του ο βοσκός για να τα χτυπήσει, έμεινε υψηλά. Και έριξα τα μάτια μου στον χείμαρρο και διέκρινα τα στόματα των μικρών προβάτων ανοιχτά χωρίς να πίνουν. Και ξαφνικά όλα εξακολούθησαν την πορεία τους.

19. 1. Και να μια γυναίκα που κατέβαινε από το βουνό με ρώτησε: «Άνθρωπε που πηγαίνεις;» Εγώ απάντησα: "Ψάχνω μαμή Εβραία». Εκείνη μου αποκρίθηκε: «Και ποια είναι η ετοιμόγεννη στο σπήλαιο;» Εγώ απάντησα: «Η μνηστή μου». Μου είπε: «Δεν είναι σύζυγός σου;» Εγώ αποκρίθηκα: «Είναι η Μαριάμ που ανατράφηκε στο Ναό του Κυρίου και μου έλαχε ως γυναίκα υπό την προστασία μου. Φυσικά, λοιπόν, δεν είναι σύζυγός μου, αλλά έχει συλλάβει καρπό από το Άγιο Πνεύμα». «Είναι αλήθεια αυτό;». «Έλα και δες», απάντησε ο Ιωσήφ και η μαμή πήγε μαζί του. 2. Σταμάτησαν όταν έφτασαν στο χώρο του σπηλαίου και να ένα φωτεινό σύννεφο επεσκίαζε το σπήλαιο και η μαμή αναφώνησε: «Γέμισε από δόξα η ψυχή μου σήμερα, παράδοξα είδαν τα μάτια μου, γιατί σωτήρας γεννήθηκε στον Ισραήλ». Ξάφνου το σύννεφο υποχώρησε από το σπήλαιο και φως μεγάλο έλαμψε μέσα στο σπήλαιο, ώστε ήταν αδύνατον να αντέξουν τα μάτια μας. Σε λίγο και εκείνο το φως έσβησε, ώσπου φάνηκε το βρέφος που ήρθε και πήρε το μαστό της μητέρας του, της Μαρίας. Και η μαμή ανεβόησε: «Μεγάλη μέρα για μένα σήμερα που είδα το καινούργιο αυτό θέαμα». 3. Βγαίνοντας η μαμή από το σπήλαιο συνάντησε τη Σαλώμη και της είπε: "Σαλώμη, Σαλώμη, καινούργιο θέαμα έχω να σου διηγηθώ, μια παρθένος γέννησε παιδί που δεν το χωρά η φύση της». Και η Σαλώμη απάντησε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, μα αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στη φύση της για να ερευνήσω, δεν θα πιστέψω ότι μια παρθένος γέννησε».

20. 1. Μπήκε στο σπήλαιο η μαμή και είπε στη Μαριάμ: «Πάρε την κατάλληλη θέση, γιατί μεγάλη φιλονικία υπάρχει γύρω από εσένα». Έβαλε η Σαλώμη το δάκτυλό της στη φύση και έκραξε: «Αλίμονο στην αμαρτία και στην απιστία μου που θέλησα να δοκιμάσω τη δύναμη του ζώντος Θεού και να το χέρι μου αποκόπτεται με φωτιά». 2. Έπεσε στα γόνατα τότε λέγοντας στο Δεσπότη: «Θεέ των πατέρων μου, θυμήσου ότι είμαι απόγονος του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, κατάταξε με ανάμεσα στους πτωχούς, Συ γνωρίζεις δέσποτα, ότι έκανα θεραπείες στο όνομα σου και από Εσένα λάμβανα την ανταπόδοση μου». 3. Και να άγγελος Κυρίου ήρθε και της είπε: «Σαλώμη, Σαλώμη, σε άκουσε ο Κύριος, πρόσφερε το χέρι σου στο παιδί και κράτησέ το στην αγκαλιά, έτσι θα σωθείς και θα χαρείς». 4. Προσήλθε τότε η Σαλώμη, κράτησε το παιδί και είπε: «Θα προσκυνήσω Αυτό γιατί γεννήθηκε μεγάλος βασιλιάς στον Ισραήλ». Αμέσως θεραπεύτηκε η Σαλώμη, και βγήκε συγχωρημένη από το σπήλαιο. Και τότε φωνή ακούστηκε να λέει: «Σαλώμη, Σαλώμη, μην αναγγείλεις όσα παράδοξα είδες, μέχρι να μπει το παιδί στα Ιεροσόλυμα».

21. 1. Και να ο Ιωσήφ ετοιμάστηκε να φύγει προς την Ιουδαία και θόρυβος ξέσπασε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας· ήλθαν μάγοι ρωτώντας: «Πού βρίσκεται ο νεογέννητος βασιλιάς των Ιουδαίων; Είδαμε το αστέρι Του να ανατέλλει στην ανατολή και ήρθαμε να Τον προσκυνήσουμε». 2. Όταν το άκουσε ο Ηρώδης, ταράχτηκε και έστειλε υπηρέτες στους μάγους. Έστειλε και κάλεσε τους αρχιερείς και τους ανέκρινε ρωτώντας: «Πώς αναφέρονται τα σχετικά με τον Χριστό; Πού γεννιέται;» Εκείνοι απάντησαν: «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, έτσι έχει γραφτεί». Αφού τους απέλυσε, ανέκρινε τους μάγους ρωτώντας: «Τι σημάδι είδατε για το γεννημένο βασιλιά;» Οι μάγοι απάντησαν: «Είδαμε ένα υπερμεγέθη αστέρα που έλαμψε και συσκότισε τους υπολοίπους, ώστε να μην φαίνονται· έτσι εμείς αντιληφθήκαμε ότι γεννήθηκε βασιλιάς στον Ισραήλ και ήλθαμε να τον προσκυνήσουμε». Είπε τότε ο Ηρώδης: «Πηγαίνετε και αναζητήστε τον και αν τον βρείτε, ειδοποιήστε και εμένα, για να τον προσκυνήσω». 3. Έφυγαν οι μάγοι και να ο αστέρας που είχαν δει στην ανατολή, τους οδηγούσε έως ότου έφτασαν στο σπήλαιο, και στάθηκε στην κορυφή του. Είδαν τότε οι μάγοι το παιδί με τη μητέρα Του και έβγαλαν από τους σάκκους τους χρυσό, λίβανο και σμύρνα. 4. Αφού οι μάγοι πήραν οδηγίες από άγγελο να μην μπούνε στην Ιουδαία, από άλλο δρόμο πορεύτηκαν για την πατρίδα τους.

22. 1. Όταν κατάλαβε ο Ηρώδης ότι τον ξεγέλασαν οι μάγοι, οργίστηκε και έστειλε φονιάδες παραγγέλνοντας τους: «Σκοτώστε τα βρέφη από δύο χρονών και κάτω». 2. Όταν άκουσε η Μαριάμ ότι σκοτώνουν τα βρέφη, φοβισμένη πήρε το παιδί, το σπαργάνωσε και το έκρυψε σε ένα παχνί βοδιών. 3. Η δε Ελισάβετ όταν πληροφορήθηκε ότι ψάχνουν τον Ιωάννη, τον άρπαξε και κατευθύνθηκε προς την ορεινή περιοχή, ψάχνοντας χώρο για να τον κρύψει, αλλά χώρος για κρύψιμο δεν υπήρχε. Αναστέναξε τότε η Ελισάβετ με δυνατή φωνή και είπε: «Όρος Θεού δέξου τη μητέρα με το παιδί της». Και επειδή η Ελισάβετ δεν μπορούσε να ανέβει, αμέσως σκίστηκε το όρος και την δέχτηκε. Υπήρχε φως που τους φώτιζε, γιατί άγγελος Κυρίου ήταν μαζί τους και τους προστάτευε.

23. 1. Ο Ηρώδης έψαχνε τον Ιωάννη και έστειλε υπηρέτες στον Ζαχαρία ρωτώντας: «Πού έκρυψες τον γιο σου; «Αυτός τους αποκρίθηκε: «Εγώ είμαι λειτουργός του Θεού και βρίσκομαι στο Ναό του Κυρίου, δεν ξέρω που είναι ο γιος μου». 2. Έφυγαν οι υπηρέτες και ανακοίνωσαν στον Ηρώδη όλα αυτά. Οργισμένος ο Ηρώδης είπε: «Ο γιος του θα βασιλέψει στο Ισραήλ». Έστειλε πάλι υπηρέτες σε αυτόν ρωτώντας: «Πες την αλήθεια, που είναι ο γιος σου; Γνωρίζεις καλά ότι η ζωή σου είναι στα χέρια μου». 3. Και είπε ο Ζαχαρίας: «Μάρτυρας του Θεού θα γίνω αν χύσεις το αίμα μου, γιατί την ψυχή μου θα τη δεχτεί ο Δεσπότης, αφού αίμα αθώο χύνεις στα πρόθυρα του Ναού του Κυρίου». Στο γλυκοχάραμα σκότωσαν τον Ζαχαρία, οι υιοί όμως του Ισραήλ δεν γνώριζαν το φόνο.

 24. 1. Αλλά την ώρα του ασπασμού έφυγαν οι ιερείς και δεν πήραν την ευλογία του Ζαχαρία σύμφωνα με την τάξη. Στάθηκαν λοιπόν οι ιερείς περιμένοντας να ασπαστούν τον Ζαχαρία κατά την διάρκεια της προσευχής και να δοξάσουν τον Ύψιστο. 2. Αργούσε να φανεί και όλοι φοβήθηκαν, ένας μάλιστα από αυτούς τόλμησε και μπήκε, και είδε δίπλα στο θυσιαστήριο ξεραμένο αίμα και ακούστηκε μια φωνή να λέει: «Ο Ζαχαρίας φονεύτηκε και δεν θα εξαλειφθεί η μνήμη του φόνου, έως ότου έρθει αυτός που θα αποδώσει δικαιοσύνη». Όταν άκουσε αυτά φοβήθηκε, βγήκε έξω και ανήγγειλε τα συμβάντα στους ιερείς. 3. Τόλμησαν τότε και εισήλθαν και είδαν τι είχε γίνει, μέχρι και οι αψίδες του Ναού γέμισαν με τους εκκωφαντικούς θρήνους των ιερέων που ξέσχισαν τα ρούχα τους από πάνω έως κάτω. Το σώμα του όμως δεν το βρήκαν παρά μόνο το αίμα του που είχε γίνει σαν πέτρα. Έντρομοι βγήκαν έξω και ανήγγειλαν στο λαό ότι ο Ζαχαρίας είχε φονευτεί. Το έμαθαν όλες οι φυλές του λαού, τον πένθησαν και τον θρήνησαν για τρία μερόνυκτα. 4. Μετά από τρεις ημέρες συσκέφτηκαν οι ιερείς για τον αντικαταστάτη του και ο κλήρος έλαχε στον Συμεών. Αυτός είχε πληροφορηθεί από το άγιο Πνεύμα ότι δεν θα έβλεπε θάνατο έως ότου δει τον Μεσσία σαρκωμένο.

25. Εγώ ο Ιάκωβος που έγραψα την ιστορία αυτή στην Ιερουσαλήμ, όταν δημιουργήθηκε θόρυβος με το θάνατο του Ηρώδη, αποσύρθηκα στην έρημο ώσπου καταλάγιασε ο θόρυβος στην Ιερουσαλήμ, δοξάζοντας τον Δεσπότη Θεό που μου έδωσε τη χάρη και τη σοφία να συγγράψω αυτή την ιστορία. Ας είναι η χάρις σε όσους σέβονται τον Κύριο Ιησού Χριστό του οποίου η δόξα ας παρατείνεται στους αιώνες. Αμήν.

Τελειότητα

Με ρωτάς, αδερφέ μου, πότε θά φτάσει ο άνθρωπος στην τελειότητα. Άκουσε την απάντησή μου:

Ο άνθρωπος πλησιάζει την τελειότητα σαν νιώθει πως είναι ένας άπειρος χώρος και μια θάλασσα χωρίς ακτή,

Μια αιώνια φωτιά, ένα άσβηστο φως

Ένας απαλός άνεμος ή μια ορμητική καταιγίδα, ένας ουρανός με βροχές και κεραυνούς.

Ενα τραγουδιστό ρυάκι, ένα παραπονιάρικο ρεματάκι, ένα ολάνθιστο δέντρο την άνοιξη, ή ένα γυμνό δεντράκι το φθινόπωρο, ένα βουνό που υψώνεται ή μια κοιλάδα που κατεβαίνει, ένας γόνιμος κάμπος ή μια έρημος.

Όταν ο άνθρωπος τα νιώθει ολ’ αυτά, έχει κιόλας φτάσει στα μισά του δρόμου προς την τελειότητα.

Μα, για να φτάσει στο σκοπό του, πρέπει μετά να καταλάβει πώς είναι παιδί που εξαρτιέται από τη μάνα του, πατέρας πού νιώθει υπεύθυνος για τη φαμίλια του, νέος πού χάνεται με τον έρωτα, γέρος πού παλεύει ενάντια στον παρελθόν πιστός λάτρης στο ναό του, εγκληματίας στη φυλακή του, φιλόλογος μέσα στις περγαμηνές του, ψυχή γεμάτη άγνοια, που σκουντουφλά ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας της και την αφεγγιά της μέρας της,

Καλόγρια πού πονά ανάμεσα στα λουλούδια της πίστης της και τ’ αγκάθια της μοναξιάς της, πόρνη πιασμένη ανάμεσα στα φιδίσια δόντια της αδυναμίας της και τ' άγρια νύχια της ανάγκης, φτωχός παγιδευμένος ανάμεσα στην πίκρα του και την υποταγή τουλουμίσιος αιχμαλωτισμένος ανάμεσα στην απληστία και τη συνείδησή του, ποιητής ανάμεσα στο μισοσκόταδο της δύσης του και τις αχτίνες της αυγής του.

Αυτός που μπορεί να νιώσει, να δει και να καταλάβει ολ’ αυτά τα πράγματα, μπορεί να φτάσει στην τελειότητα.

Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;

Κάποτε σε ένα βασίλειο ζούσε ένας υπηρέτης που ήταν μονίμως χαρούμενος. Όλη μέρα τραγουδούσε, έκανε πλάκες και όλοι γύρω του, διασκέδαζαν μαζί του. Κάποια στιγμή, ο βασιλιάς φανερά εκνευρισμένος με τη χαρά του υπηρέτη του, τον ρώτησε «Πώς γίνεται εγώ, ένας βασιλιάς, να έχω όλα τα πλούτη και να είμαι λυπημένος ενώ εσύ ένας υπηρέτης να είσαι χαρούμενος;» Ο υπηρέτης απάντησε «Γιατί να μην είμαι; Έχω την υγεία μου, την οικογένειά μου, στέγη και φαγητό. Τι άλλο θα μπορούσα να ζητήσω;». Τον βασιλιά δεν τον έπεισε η εξήγηση του υπηρέτη. Φώναξε έναν σοφό σύμβουλό του, εξηγώντας του την κατάσταση.

Ο σοφός του εξήγησε πως ο υπηρέτης είναι χαρούμενος γιατί δεν είχε μπει στον κύκλο του 99.

Θα μπορούσε να τον βάλει αλλά θα έχανε για πάντα το χαμόγελό του και τη θέση του θα έπαιρνε ένας μίζερος υπηρέτης. Ο βασιλιάς σκέφτηκε, αφού δε γέλαγε ο ίδιος, δε θα έπρεπε να γελάει κανείς. Έτσι, ζήτησε από το σοφό να βάλει τον υπηρέτη του στον κύκλο του 99. Ο σοφός ζήτησε ένα πουγκί  με 99 χρυσά νομίσματα, ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο και το άφησε έξω από το σπιτάκι του υπηρέτη. Ανοίγοντας την πόρτα ο υπηρέτης βρήκε το πουγκί. Αμέσως σχηματίστηκε έκπληξη στο πρόσωπό του, φόβος και ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω.

Μπήκε γρήγορα στο σπίτι του. Άδειασε το περιεχόμενο και χρυσά νομίσματα έπεσαν στο πάτωμα. Δεν πίστευε αυτό που έβλεπε! Ένας θησαυρός, όλος δικός του. Άρχισε να παίζει με τα νομίσματα και να τα τοποθετεί σε στοίβες των δέκα.  Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, … ταυτόχρονα, έκανε και το άθροισμα. Που είναι το τελευταίο; Μέτρησε πάλι τις στοίβες για να βρει το λάθος, τίποτα. Δεν μπορεί, τα νομίσματα έπρεπε να ήταν εκατό.

Τα ενενήντα εννέα ήταν πολλά αλλά του έλειπε ένα.

Συνεχώς σκεφτόταν, τι θα έπρεπε να κάνει για να αγοράσει ακόμα ένα χρυσό νόμισμα. Θα έπρεπε να βρει και δεύτερη δουλειά. Θα έβαζε τη γυναίκα του να δουλέψει και θα έκαναν σκληρή οικονομία στο σπίτι. Έτσι, σε έξι χρόνια θα είχαν αγοράσει το εκατοστό νόμισμα και μετά θα ήταν άρχοντας! Τους μήνες που ακολούθησαν ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδιά του. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κοιμόταν λίγο αλλά επέμενε στην απόφασή του.

Ο υπηρέτης είχε μπει στον κύκλο του ενενήντα εννέα. Επειδή δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και τη μιζέρια του, ο βασιλιάς τον έδιωξε από το παλάτι. Ο σοφός που ήταν μάρτυρας σε όλα αυτά είπε στο βασιλιά «Σας το είπα ότι θα τον διώχνατε αν τον έβαζα στον κύκλο του 99. Ο κύκλος είναι μία «ιδεολογία» που την έχουμε όλοι. Πάντα κάτι να μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι. Και δυστυχώς, μόνο αν είμαστε ικανοποιημένοι μπορούμε να απολαύσουμε όσα έχουμε».

Εισαγωγή στην Βιογεωμετρία

Η Βιογεωμετρία είναι μια σύγχρονη περιβαλλοντική επιστήμη που ιδρύθηκε από τον Αιγύπτιο αρχιτέκτονα κι επιστήμονα Δρ. Ιμπραήμ Καρίμ (PhD, D.Sc. FIT, Zurich), κατά την διάρκεια ενός ερευνητικού ταξιδιού που ξεκίνησε πριν από σαράντα πέντε χρόνια.
 
Η Βιογεωμετρία είναι μια γλώσσα σχεδιασμού της ενεργειακής ποιότητας των σχημάτων, των χρωμάτων, των ήχων, και των προτάσεων που αποσκοπούν στην αντήχηση και την ενίσχυση ενός φυσικού συνδυασμού ενεργειακής ποιότητας που εισάγει ισορροπία στις ενεργητικές λειτουργίες των βιολογικών συστημάτων.
 
Η πρωτοποριακή έρευνα του Dr. Karim εντόπισε έναν συνδυασμό ενεργειακής ποιότητας κοινής σε όλα τα «power-spots» της Γης που εισάγει ισορροπία ενεργειακής ποιότητας σε όλα τα ενεργειακά συστήματα που ζουν εκεί. Η BioGeometry χρησιμοποιεί τις ενεργειακές αρχές των σχημάτων και των γεωμετρικών αναλογιών για να αντηχεί και να ενισχύσει ένα συγκεκριμένο φυσικό αρμονικό πρότυπο ενεργειακής συσχέτισης ή «ενεργειακής ποιότητας». Η βιογεωμετρική χρησιμοποιεί τις ενεργειακές αρχές του σχήματος και των γεωμετρικών αναλογιών για να αντηχεί και να ενισχύσει ένα συγκεκριμένο φυσικό, αρμονικό πρότυπο ενεργειακής συσχέτισης ή «ενεργειακής ποιότητας». Αυτή η βασική ενεργειακή ποιότητα βρίσκεται στο κέντρο του ενεργειακού συστήματος της γης, του σύμπαντος, και όλων των ζωντανών όντων.
 
Από την αυγή της ανθρωπότητας υπήρξαν εκείνες οι τοποθεσίες στην Γη που έχουμε κρατήσει ως ειδικές πνευματικές και θεραπευτικές τοποθεσίες.
 
Τι κάνει τέτοιες τοποθεσίες τόσο ξεχωριστές; Αυτές οι θέσεις είναι τα ενεργειακά κέντρα της Γης και λόγω του φυσικού τους σχεδιασμού υπάρχει μια συγκέντρωση ενός φυσικού συνδυασμού εξισορρόπησης ενέργειας-ποιότητας που τώρα ονομάζουμε «BioGeometry Three» ή απλά «BG3».
 
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι η εισαγωγή της BG3 σε οποιοδήποτε βιολογικό σύστημα ενέργειας ξεκινά μια διαδικασία αυτόματης ισορροπίας ενεργειακής ποιότητας.
 
Αυτό το “centering effect” εισάγει ισορροπία στην διαδικασία ενεργειακής αλληλεπίδρασης μεταξύ των αμέτρητων άλλων αρμονικών μοτίβων μέσα σε οποιοδήποτε ενεργό ενεργειακό σύστημα. Η BioGeometry χρησιμοποιεί μορφές, βασισμένες στο σύστημα BG3 Harmonic Proportions, το οποίο αντηχεί και ενισχύει αυτή την φυσική εναρμόνιση της ενεργειακής ποιότητας του BG3.
 
Η βιογεωμετρική χρησιμοποιεί τις ενεργειακές αρχές των γεωμετρικών αναλογιών για να εισάγει την ισορροπία στις βασικές ενεργειακές αρμονικές των βιολογικών συστημάτων, στο συνολικό πλαίσιο των περιβαλλοντικών ενεργειακών αλληλεπιδράσεων.
 
Το φαινόμενο της Βιογεωμετρίας της ενεργειακής ποιότητας είναι μια σχέση μεταξύ του περιβαλλοντικά ισορροπημένου περιβάλλοντος Βιογεωμετρίας και των βιολογικών συστημάτων μέσα σε αυτό. Μια κύρια αποστολή του πλαισίου περιβαλλοντικής έρευνας BioGeometry ήταν η έρευνα και η ανάδειξη αυτής της επίδρασης μεταξύ μιας ποικιλίας βιολογικών συστημάτων (ανθρώπων, φυτών και ζώων) μέσω ανεξάρτητης επιστημονικής έρευνας.
 
Η επιστήμη της Βιογεωμετρίας έχει γίνει σημείο αναφοράς στην εναρμόνιση του περιβαλλοντικού ηλεκτρο-Μαγνητικού και του geopathic στρες. Τα έργα περιβαλλοντικής εναρμόνισης των Ελβετικών χωριών Hemberg και Hirschberg, που ανέθεσε η Ελβετική κυβέρνηση και σε συνεργασία με τον πάροχο τηλεπικοινωνιών SwissCom, παρουσίασαν αξιοσημείωτη θετική επίδραση τόσο στο περιβάλλον, όσο και στους δείκτες ευεξίας και ποιότητας ζωής των κατοίκων.
 
Αυτά τα προγράμματα οδήγησαν σε επίσημη προβολή στο Ελβετικό Κοινοβούλιο σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία από τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία (EMF) και συνέβαλαν στην αναγνώριση της ηλεκτροευαισθησίας (γνωστής ως ηλεκτρική υπερευαισθησία ή EHS) ως αλλεργική αντίδραση σε αυξημένη έκθεση σε EMF. Περαιτέρω έρευνα Βιογεωμετρίας επιβεβαίωσε αυτή την συσχέτιση με βελτιωμένους δείκτες ευεξίας και ποιότητας ζωής, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των παραδοσιακών σημείων φυσιολογικής καταπόνησης.
 
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Βιογεωμετρία δεν αποτελεί μορφή ιατρικής διάγνωσης ή θεραπείας, αλλά προσφέρει μια νέα μεθοδολογία των επιστημονικών λύσεων σε μια νέα σειρά περιβαλλοντικών προκλήσεων που απειλούν την ποιότητα ζωής και την ευημερία μας.
 
Τα 3 πιο σημαντικά πράγματα στην ζωή
 
Το πιο σημαντικό είναι ο προσωπικός μου ορισμός της ελευθερίας. Ορίζω την ελευθερία όχι σαν να έχεις τις ιδέες σου και να έχεις την ευκαιρία να τις εκφράσεις ελεύθερα, τότε είσαι κρατούμενος της άποψης σου, κρατούμενος των ιδεών σου. Για μένα, η ελευθερία είναι η δυνατότητα να βγείτε από την φυλακή από την άποψή σας και να κινηθείτε γύρω από όλα όσα υπάρχουν. Με αυτόν τον τρόπο θα δείτε όλες τις άλλες πτυχές της ζωής και στην συνέχεια μπορείτε να χορέψετε μεταξύ τους και στην συνέχεια να αποκτήσετε μια νέα σοφία προς την ζωή και αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορείτε να κάνετε. Να κινηθείτε από την άποψή σας. Αγκαλιάστε τα πάντα. Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα.
 
Το δεύτερο είναι ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν τους δικαστές, τους 42 δικαστές και όταν πεθάνατε, πήγατε σε αυτούς κι ο καθένας τους, σας ρωτάει μια ερώτηση. Μία από τις ερωτήσεις ήταν ότι «δώσατε στο σώμα σας σε μεγαλύτερη ηλικία ότι σας έδωσε όταν ήσασταν νέος;» Όταν ήσασταν παιδί που δεν καταλάβαινε πολλά, κάνατε πολλά λάθη και το σώμα σας τα στήριζε και ήταν κοντά σας βοηθώντας σας. Τώρα στα γηρατειά, κάνετε το ίδιο για την υγεία του σώματός σας; Πληρώνετε πίσω ότι σας έκανε σε όλη σας τη ζωή; Βλέπετε, αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό πράγμα που οφείλετε στο σώμα σας. Αυτό είναι το πράγμα που οφείλουμε στο σώμα μας και νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό.
 
Ένα άλλο πράγμα είναι ότι ζούμε στο περιβάλλον. Εάν κοιτάξετε το περιβάλλον γύρω σας, θα βρείτε σχήματα. Θα βρείτε σχήματα που το θεϊκό χέρι, φανταστείτε ότι το θεϊκό χέρι κρατά το θεϊκό στυλό και αντλεί όλα αυτά τα σχήματα, την φύση των δέντρων, τα βουνά, τα πάντα. Όλα αυτά τα σχήματα που σχεδιάζονται. Είναι ένα θεϊκό χειρόγραφο. Ποιος από εμάς μπορεί να διαβάσει αυτή την γλώσσα; Μιλάμε μόνο μεταξύ μας ως ανθρώπινα όντα, αλλά ζούμε στην φύση και δεν μιλάμε την γλώσσα της. Πρέπει να δούμε το σωστό, στο χειρόγραφο και να προσπαθήσουμε να το διαβάσουμε με τις καρδιές μας. Εάν το κάνετε αυτό, τότε είμαι βέβαιος ότι η καρδιά θα είναι πολύ πιο ευτυχισμένη στην θέση της.

Θέτις και Ηω Αρχέτυπη Θεϊκή Προστασία

Η Θέτις ήταν μία από τις Νηρηίδες της ελληνικής μυθολογίας
 
Η Θέμις ανήκε στους Τιτάνες, τα παιδιά της Γαίας και του Ουρανού. Αποτελούσε την ανθρωπόμορφη προσωποποίηση της φυσικής και της ηθικής τάξης καθώς και της εθιμοτυπίας. Η λέξη θέμις παράγεται από το ρήμα τίθημι και δηλώνει αυτό που έχει τεθεί, το ισχύον.
 
Ο Δίας την επιθύμησε, αλλά εκείνη απέρριψε τις προσφορές του. Η θεά Θέμις αποκάλυψε κατόπιν πως η Θέτις θα έφερνε στον κόσμο έναν γιο που θα ήταν δυνατότερος από τον πατέρα του. Φοβούμενος για την εξουσία του, ο Δίας έδωσε στην Θέτιδα ως σύζυγο ένα θνητό, τον Πηλέα.
 
Στους γάμους του Πηλέα και της Θέτιδας παρευρέθηκαν όλοι οι θεοί, εκτός από την Έριδα, εκείνη που έριξε το μήλο της προτίμησης ανάμεσα στις θεές και στάθηκε η ουσιαστική αιτία για να εκτυλιχθεί το νήμα του Τρωικού πολέμου.
 
Η Θέτις σύμφωνα με το μύθο γέννησε ένα γιο, τον Αχιλλέα, τον οποίο προσπάθησε ανεπιτυχώς να καταστήσει αθάνατο. Σε μια άλλη εκδοχή του μύθου άλειψε το σώμα του νηπίου με αμβροσία και το έβαλε επάνω στη φωτιά, προκειμένου να καούν τα θνητά μέρη. Όταν διακόπηκε από τον τρομαγμένο πατέρα του παιδιού, εγκατέλειψε οργισμένη την εστία της. Σε μια μεταγενέστερη εκδοχή φέρεται να βυθίζει το παιδί στον ποταμό της Στύγας, κρατώντας το από τη φτέρνα. Όλα τα σημεία που άγγιξε ο ποταμός έγιναν άτρωτα. Η φτέρνα όμως έμεινε στεγνή και ο Αχιλλέας απέκτησε το τρωτό σημείο του, έμβλημα της θνητότητάς του.
 
Οι Θεές της Αυγής
 
Τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μια σύνδεση διάφορων θεαινών, διακριτών στην ελληνική και ινδουϊστική μυθολογία, με το πρωτότυπο μιας πρωτο-ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, την Αουσός μία από τις πολλές θηλυκές θεότητες της άνοιξης. Αντιπρόσωποι αυτής της σημαντικής ινδοευρωπαϊκής μορφής που περισσότερο από οποιεσδήποτε άλλες εκπροσωπούν τις λειτουργίες της στις αντίστοιχες ποιητικές παραδόσεις τους είναι η ινδουϊστική Ούσας και η ελληνική Ηώς.
 
Οι ιδιότητες αυτών των θεαινών, οι οποίες τους συνδέουν με το πρωτότυπό τους, παράγουν μια ακόμα μεγαλύτερη κληρονομιά στο ελληνικό έπος, έως ότου επικεντρώνονται και πάλι στην Αφροδίτη. Αναλύοντας τα στοιχεία που μοιράζονται μεταξύ τους η Αφροδίτη και η Ηώς ως απογόνοι της ινδοευρωπαϊκής θεάς της Αυγής, αναγνωρίζουμε μοτίβα σημαντικά στην ιστορία της Θέτιδας.
 
Κυρίαρχη ανάμεσά τους είναι η ένωση της αθάνατης θεάς με ένα θνητό εραστή. Όπως και η Ούσας στους βεδικούς ύμνους, η Ηώς ενώνεται με διάφορους εραστές, μεταξύ των οποίων ο Τιθωνός, που είναι και προεξέχων στην επική ποίηση. Η Αφροδίτη σχετίζεται με πολλούς, ιδιαίτερα τον Αγχίση και η Θέτις ενώνεται με τον Πηλέα. Αν και η έκβαση μιας σχέσης αγάπης μεταξύ μιας αθάνατης και ενός θνητού μπορεί να είναι εν τέλει αγαθοεργή, το χαρακτηριστικό του εξαιρετικού πάθους σε μια τέτοια ιστορία είναι ξεκάθαρο.
 
Σε αυτές τις περιπτώσεις στην εγγενή ένταση που προκαλείται ως αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ των αθανάτων και των θνητών περιλαμβάνεται και μια συγκεκριμένη και θεμελιώδης σχέση μεταξύ των άχρονων θεών και του χρόνου. Η λειτουργία της θεάς της Αυγής στις ινδοευρωπαϊκές θρησκευτικές παραδόσεις, και συνεπώς η εγγενής λειτουργία της Ηούς, είναι το πρότυπο για αυτή τη σύνδεση.
 
Η ΗΩ ελέγχει τον ΧΡΟΝΟ
 
Η Ηώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, από μία άποψη δημιουργεί το χρόνο.
Όπως στην Οδύσσεια 5.390.
 
Καθώς φέρνει την ημέρα σε ύπαρξη, στην πραγματικότητα ελέγχει το χρόνο. Ο χρόνος, όμως, ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γερνώντας τους. Ωστόσο, η θεά η ίδια είναι πάντα εκείνη που ανανεώνεται. Το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη») εκφράζει την αντίθεση μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί στους ανθρώπους η δραστηριότητά της, και την ελευθερία της σε σχέση με αυτές τις συνέπειες. Από την ανθρώπινη άποψη δεν είναι απλά αθάνατη, είναι ο φορέας της διαδικασίας μέσω της οποίας εκπληρώνεται η έννοια της θνητότητας.
 
Στην Ιλιάδα, η σύγκριση των δραστηριοτήτων της Θέτιδας με την πρώτη αυγή απεικονίζει το πνεύμα της συσχέτισής της με την Ηώ και τη σχέση της με το χρόνο, με ιδιότητες δηλαδή που κληρονόμησε από την ινδοευρωπαϊκή παράδοση. Στην Ιλιάδα, η Θέτις λέγει στον Αχιλλέα ότι θα ζητήσει την πανοπλία του από τον Ήφαιστο κατά την Αυγή: «γιατί θα επιστρέψω την Αυγή, με την ανατολή του ήλιου». Επίσης, όταν η Θέτις ταξιδεύει στον Όλυμπο για να ζητήσει από τον Δία χάρη για τον Αχιλλέα, χρησιμοποιείται το επίθετο (ηερίη) για την περιγραφή της:
 
Εγέρθηκε από της θάλασσας το κύμα
νωρίς το πρωί ανέβηκε στον μέγα ουρανό
και στον Όλυμπο.
 
Το έργο της Ηούς
 
Η θεότητα αυτή κατά την Ελληνική Μυθολογία ήταν καθημερινή πρόδρομος του Ήλιου στον οποίον και άνοιγε κάθε αυγή με τα ρόδινα χέρια της τη «Θύρα της Ανατολής». Έπειτα στεφανοφορούνταν με άνθη που την εφοδίαζαν πτηνά και με πολύπτυχο πέπλο ανέβαινε στο τέθριππο άρμα της ρίχνοντας άνθη και με υδρίες σκορπούσε ροδόσταμο στη Γη («πρωινή δρόσος»), της οποίας οι σταγόνες άστραφταν σαν διαμάντια στις πρώτες ακτίνες του Ήλιου που την ακολουθούσε.
 
Αυτό ήταν το καθημερινό έργο της Ηούς, της πανέμορφης αυτής θεότητας που εξύμνησαν αρχαίοι Έλληνες ποιητές, που με θαυμασμό περιέγραψαν τα ροδόχροα δάκτυλά της, τον χιονόλευκο λαιμό της, τους θαυμαστούς οφθαλμούς της, το απαστράπτοντα πέπλο της (εικόνα λυκαυγούς) συνοδεύοντας το όνομά της με πλήθος θαυμαστικών επιθέτων ή επιφωνημάτων, όπως φάενναν, βοώπιν, ευπλόκαμον, κροκόπεπλον, λευκόπτερον, ροδόπηχυν (Αιολική διάλεκτος: βροδόπαχυν), ροδοστεφή, ροδόσφυρον, ροδοδάκτυλον, χρυσήνιον, χρυσόθρονον, χρυσοπέδιλον κ.ά...
 
Όπως διαφαίνεται σε κάθε καλοπροαίρετο ερευνητή της Ελληνικής Μυθολογίας, όλοι οι ελληνικοί μύθοι είναι αλληγορική και εκλαϊκευμένη αναφορά σε πρώιμες παρατηρήσεις. Και εν προκειμένω οι μύθοι της Ηούς το επιβεβαιώνουν. Το όνομά της ως «ηριγένεια θεά» (γεννημένη το πρωί) έχει την ίδια ετυμολογία με την λατινική Aurora, απόγονη του Υπερίονα, (=εκείνου που πορεύεται πάνω από τη Γη), και της «Ευρυφάεσσας» (= η διαχέουσα τη λάμψη της μακριά), ή της «Θείας» (= η τρέχουσα στον ουρανό) και οι συγγένειές της με τον Ήλιο, τη Σελήνη, τον Φαέθοντα, τον αρχαίο Εωσφόρο που ως πτερωτός «δαίμων» προηγείται του άρματος του Ηλίου, αλλά και τα επίθετά της, ομολογούν την ταύτισή της με την ανθρωπόμορφη ιδεατή αντίληψη της αυγής.
 
«Ροδοδάκτυλος» και «χρυσοδάκτυλος» είναι οι πρώτες ακτίνες του Ηλιου, χρυσόθρονος, χρυσήνιος, κροκόπεπλος, τα πρώτα χρώματα του ουρανού λίγο πριν τη ανατολή του Ήλιου. Αλλά και το «ερωτόληπτον» των μύθων της σε συνδυασμό με τη βραχεία απόλαυση παντός ωραίου τον οποίον αγάπησε δεν ξεφεύγει της πραγματικότητας. Οι ήρωες και οι κυνηγοί που φεύγουν από τα «άγρια χαράματα», που θα λέγαμε σήμερα, στους μύθους φαίνονται να απάγονται από τη θεά και να ερωτοτροπούν μ΄ αυτή! Ενώ εκείνη συνεχίζει μέχρι σήμερα να σκορπά γύρω της την παρατηρούμενη πρωινή δρόσο και θα συνεχίζει.
 
Απεικονίσεις στην τέχνη
 
Εικόνα επάνω: Η Ηώς εικονίζεται στην τέχνη ως μία ωραιότατη νέα, άλλοτε με φτερά και άλλοτε πάνω σε χρυσό άρμα που το σέρνουν άσπρα άλογα, να ραίνει τη Γη με δροσιά. Στις παραστάσεις που σώζονται (αγγεία κυρίως), εμφανίζεται να έχει φτερά, κάτι που είναι λογικό, ως θεότητα που ακολουθεί τον Ήλιο και ταξιδεύει στον ουρανό. Ο αστεροειδής 221 Ηώς (221 Eos), που ανακαλύφθηκε το 1882, πήρε το όνομά του από το πρόσωπο αυτό της ελληνικής μυθολογίας.
 
Η Ήρα επιπλήττει το Δία για τη συναίνεσή του στις παρακλήσεις της Θέτιδας λέγοντας:
 
Μα τώρα πολύ φοβάμαι πως σε κέρδισε,
η αργυρόποδη Θέτις,
η κόρη του αρχαίου θαλασσινού,
γιατί νωρίς το πρωινό κάθησε μαζί σου
κι αγκάλιασε τα γόνατά σου.
 
Εκτός από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται για τη Θέτιδα, το ιερίη απαντάται στην Ιλιάδα μόνο μία φορά (3.7). Όπως και το επίθετο της Ηούς (ηριγένεια, «πρωτο-γέννητη»), σχετίζεται πιθανώς με το (ήρι=ενωρίς). Η χρήση του ιερίη και το ταξίδι της Θέτιδας νωρίς την αυγή υποδεικνύουν τη σχέση της με την Ηώ ηριγένεια και συνεπώς τη σχέση της δύναμής τους με το χρόνο, τον καθοριστικό παράγοντα της ανθρώπινης ζωής.
 
Βέβαια, ορισμένα στοιχεία κοινών μοτίβων των θεοτήτων που μοιράζονται τη μυθολογία της θεάς της Αυγής διατηρούνται και στην Ιλιάδα; Έτσι και το αρχέτυπο της προστασίας του θνητού ήρωα αντιπροσωπεύει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι θείες μητέρες ή ερωμένες, οι οποίες κληρονομούν τη μυθολογία της θεάς της Αυγής ή αφομοιώνονται σε αυτήν με το πέρασμα του χρόνου. Στις διάφορες παραλλαγές του εκτός από την Ηώ και τη Θέτιδα στο Αιθιοπίς, περιλαμβάνει την Καλυψώ στην Οδύσσεια και την Αφροδίτη στον Ομηρικό Ύμνο στην Αφροδίτη και στην Ιλιάδα. Τούτη η παράδοση είναι πολύ γνωστή στην Ιλιάδα, όπου σε δύο δραματικά επεισόδια η Αφροδίτη παρεμβαίνει για να προστατέψει τους αγαπημένους της από τον άμεσο κίνδυνο, αρπάζοντάς τους από τη μάχη στην κρίσιμη στιγμή. Στη Γ’ Ραψωδία σώζει τον Πάρη, τη στιγμή που πρόκειται να νικηθεί από τον Μενέλαο.
 
Η ανακάλυψη της ταυτότητας
 
Η απομάκρυνση του ήρωα από τον κίνδυνο, όμως, και η προστασία του από το θάνατο, δημιουργεί ένα παράδοξο εμφανές τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια. Προστατεύοντας έναν ήρωα από το θάνατο, τού αφαιρείς τη δυνατότητα για μια ηρωική ζωή. Κατά τον ίδιο τρόπο η Καλυψώ, η οποία συγκρίνει την πρόθεσή της προς τον Οδυσσέα με την απαγωγή του Ωρίωνα από την Ηώ, θέλει να σαγηνεύσει τον Οδυσσέα και να του προσφέρει την αθανασία.
 
Αλλά αυτό θα σήμαινε αναπόφευκτα την απώλεια του στόχου του, την άρνηση του ταξιδιού, εν τέλει την άρνηση της ταυτότητάς του. Από μία άποψη -εγγενή στην Οδύσσεια και την Ιλιάδα- κάτι τέτοιο θα σήμαινε εξάλειψη της ηρωικής αναζήτησης, άρνηση του έπους. Η Καλυψώ «η συγκαλύπτρια», χρησιμοποιεί πειστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά της να κρύψει τον Οδυσσέα από τη θνητότητα. Η έσχατη αποτυχία της υποδεικνύει τη δέσμευση του ήρωα με τη θνητή ύπαρξή του, την ηρωική του ταυτότητα αλλά και τη συμμετοχή των θεών στις ανθρώπινες αξίες.

Η Θέτις ενεργεί εξ ονόματος του Αχιλλέα στην Ιλιάδα μόνον αφού επιβεβαιώνει επανειλημμένα τη γνώση ότι πρέπει να πεθάνει και τελικά, στη Σ΄ ραψωδία εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αυτό πρόκειται να συμβεί σύντομα. Γνωρίζοντας την αδυναμία του Αχιλλέα, κατανοεί ότι δεν μπορεί να σωθεί και τότε προσπαθεί να τον προστατέψει. Ζητά από τον Ήφαιστο να του φτιάξει νέα πανοπλία, για να αντικαταστήσει την παλιά που φορούσε ο Πάτροκλος και χάθηκε εξαιτίας του Έκτορα.
 
Αντίθετα από τις προσπάθειες διάσωσης με τις οποίες η Αφροδίτη απομακρύνει τον προστατευόμενό της από τον κίνδυνο, η Θέτις «προστατεύει» τον Αχιλλέα παρέχοντάς του τα μέσα να επιστρέψει στη μάχη, από την οποία δεν πρόκειται να γυρίσει ζωντανός. Η ασπίδα, ύψιστο σύμβολο «της ασφάλειας», γίνεται όργανο του πεπρωμένου του. Τούτη η χάρη από τον Ήφαιστο αντιστοιχεί στην αρχική χάρη που ζήτησε η θεά από το Δία. Όπως η συναίνεση του Δία προς τη Θέτιδα δεσμεύει τον Αχιλλέα στην Τροία και στο θάνατό του, έτσι και η εκπλήρωση των όσων οφείλει ο Ήφαιστος στη Θέτιδα γίνεται όργανο της καταστροφής του γιου της και τον φέρνει πλησιέστερα στο θάνατο.
 
Ο ημίθεος ήρωας συνδέεται πλέον αξεδιάλυτα με τη μη ανθρώπινη τελειότητα και τα θεϊκά επίπεδα, αλλά αντί να προβάλλει την ανύψωσή του στη σφαίρα της θεότητας, η Ιλιάδα αναδεικνύει την οδυνηρή θνητή πτυχή του, που ασκεί μια σχεδόν ισοπεδωτική επιρροή στις προσδοκίες του ήρωα για αθανασία. Τούτη η πτυχή διατηρεί την ανθρώπινη αυθεντικότητά της, αλλά δεν είναι πλέον εγγυήτρια για την επίτευξη της αθανασίας. Άλλωστε, πριν από την επίτευξη της αθανασίας, προβάλλει απαιτητικά η ανάγκη της αυτογνωσίας.
 
Με αυτόν τον τρόπο προβάλλει μια επιπρόσθετη διάσταση στην επίκληση και την προσαρμογή των πτυχών της μυθολογίας της Θέτιδας στο έπος της Ιλιάδας, καθώς και των διαφορετικών μοτίβων που αναγνωρίσαμε πιο πάνω. Η «παραβίαση των προσδοκιών», η όποια είναι τόσο αποτελεσματική σε ατομικό επίπεδο, παρέχει το υλικό της εμπειρίας του Αχιλλέα, όπως το απεικονίζει το ποίημα. Σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της Ιλιάδας, ο Αχιλλέας ζει την παραβίαση των προσδοκιών του, εκείνων που προκύπτουν από τη θέση του, το γεγονός δηλαδή ότι είναι γιος της θεάς.
 
Οι προσδοκίες στην προκειμένη περίπτωση θέλουν το γιο μιας θεάς να κινείται πέρα απο τους κοινούς συμβιβασμούς των θνητών. Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Αχιλλέας δεν μπορεί να κατακτήσει την Τροία μόνος του μαζί με τον φίλο του τον Πάτροκλο και επιπλέον υφίσταται την οδύνη της απώλειας και τη γνώση της θνητότητάς του. Το έπος βέβαια χρησιμοποιεί τη Θέτιδα για την καταγραφή τούτης της αναγνώρισης, καθώς ρωτά στο θρήνο του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο:
 
Γιατί κλαίς παιδί μου;
Ποια θλίψη την καρδιά σου πλάκωσε;
Μίλα και μη την κρύβεις. Πραγματικά, για σένα
εκπληρώθηκαν όλα τούτα από τον Δία,
όπως προσευχήθηκες νωρίτερα,
τα χέρια σου υψώνοντας.
Σε τούτα τα λόγια απαντά ο Αχιλλέας:
Μητέρα μου, όλα αυτά εκπλήρωσε ο Ολύμπιος,
αλλά τι το καλό έχουν για μένα, αφού ο σύντροφός μου
Ο αγαπημένος είναι νεκρός;
 
Η θλίψη για την οποία μιλά εδώ ο Αχιλλέας -και που αποτελεί τη μερίδα του βασάνου και της ηθικής του πρόκλησης- αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη εμπειρία του ίδιου του ποιήματος, σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι αναγκάζονται συχνά να αναθεωρούν δραστικά τις σκέψεις και τις ενέργειές τους. Η ανακάλυψη της ταυτότητας από μέρους του Αχιλλέα –των αξιών, της ηθικής με την ευρύτερη έννοια- είναι αδιαχώριστη από την κατανόηση της θνητότητας. Τούτη η ανακάλυψη γίνεται απαραίτητη και αποκτά νόημα μόνο αν αποκλειστεί η αθανασία.
 
Η μάχη ως πλαίσιο αναφοράς για τα γεγονότα που αφηγείται το έπος είναι πολύ πιθανό να προήλθε ως ρύθμιση για τις περιγραφές των εξαιρετικών άθλων που περιλαμβάνουν τη φυσική ανδρεία και που υποδεικνύουν μια ιεραρχία των ηρώων. Αλλά εκεί όπου η εισαγωγή της αντίθεσης ζωής και θανάτου σε άλλα έπη διατηρεί έναν λίγο-πολύ φιλολογικό χαρακτήρα ή χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς για την καταγραφή κάποιων ιδεών, στην Ιλιάδα γίνεται αφεαυτής υποκείμενο.
 
Ο ηρωισμός του Αχιλλέα προκύπτει όχι τόσο επειδή τον διακρίνουν οι άθλοι του, αλλά γιατί η μάχη εξυπηρετεί ως ρύθμιση στην οποία κάθε επιλογή, κάθε δράση, γίνεται ιδιαίτερα σημαντική — ένα πεδίο στο οποίο η ζωή του είναι περισσότερο συνδεδεμένη με τη ζωή των άλλων και συνεπώς είναι απόλυτα αναγκαίος ο ορισμός του εαυτού.
 
Η δύναμη της Θέτιδας
 
Καθορίζοντας τη Θέτιδα μέσω μιας επιλεκτικής παρουσίασης της μυθολογίας της, η Ιλιάδα κάνει τη ρητή, εμφατική χρήση των ιδιοτήτων της ως μητέρας τροφού –κουροτρόφου- και προστάτιδας. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτή η όψη της μυθολογίας της Θέτιδας -η μητρική, προστατευτική της δύναμη- έτσι όπως προσαρμόζεται στην Ιλιάδα, αναδεινύει μία από τις κεντρικές ιδέες του έπους, την αδυναμία ακόμα και του μέγιστου των ηρώων.
 
Ημίθεος όπως είναι ο Αχιλλέας, δεν μπορεί να αποφύγει το θάνατο. Ταυτόχρονα, η Ιλιάδα στρέφει την προσοχή μας στο ρόλο της Θέτιδας στο θεογονικό μύθο της διαδοχής. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια το έπος αυτο-καθορίζεται, προβάλλοντας και έναν από τους σκοπούς του, που είναι η αφήγηση του θεογονικού μύθου και των λεπτομερειών της διαδικασίας διαδοχής στο θεϊκό πάνθεο.
 
Ο Πίνδαρος στην Ισθμιακή Ωδή 8 του αποκαλύπτει τη Θέτιδα ως μορφή με κοσμικές δυνατότητες, της οποίας η ύπαρξη και μόνον υπόσχεται βαθύτατες συνέπειες για τους Θεούς. Όχι μόνο παράγει τη σύγκρουση μεταξύ του Δία και του Ποσειδώνα εξαιτίας της αγάπης τους για εκείνην, αλλά η δυνατότητά της να φέρει ένα γιο μεγαλύτερο από τον πατέρα του απειλεί ολόκληρη τη θεία τάξη. Ο ανταγωνισμός που ξεσηκώνει ανάμεσα στο Δία και τον Ποσειδώνα λόγω της αγάπης τους για εκείνη δεν έχει προηγούμενο, αλλά η μεγαλύτερη δύναμή της δε βρίσκεται εκεί.
 
Η Θέμις συμβουλεύει το Δία και τον Ποσειδώνα να μην παντρευτούν τη Θέτιδα, όχι γιατί θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός τους μπορεί να αποβεί επικίνδυνος, αλλά μάλλον γιατί ένας τέτοιος γάμος μεταξύ της Θέτιδας και οποιουδήποτε Ολύμπιου «ανάμεσα στους αδελφούς του Δία» θα ήταν αφεαυτού καταστροφικός. Αν το θέμα ήταν απλά να τελειώσει η σύγκρουση μεταξύ των αδελφών, τότε η λύσις θα ήταν να αποδοθεί η Θέτις στον έναν από τους δύο. Αν παντρευόταν τον έναν η Θέτις τότε ο άλλος δε θα μπορούσε να την πλησιάσει και η σύγκρουση θα σταματούσε και η πιθανότητα να υτπάρξει ένας δεύτερος ανταγωνισμός δε θα υπήρχε ούτε ως δυνατότητα.
 
Όμως αυτό που φοβάται η Θέμις είναι περισσότερο η «εξορία» του Δία από έναν πιθανό διάδοχο, ισχυρότερο του πατέρα του, τα αποτελέσματα δηλαδή ενός πεταλισμού. Η Θέμις, φύλακας της κοινωνικής τάξης, προσπαθεί προφανώς όχι απλά να αποτρέψει μια φιλονικία που προκαλείται από κάποια ερωτική αντιζηλία μεταξύ αδελφών (φιλονικία πάντα αναστρέψιμη), αλλά ένα καταστροφικό νείκος (φιλονικία) σε κλίμακα διαδοχής γενεών. Αυτό είναι που η Θέτις έχει τη δύναμη να προκαλέσει και εδώ θεμελιώνεται και η δύναμή της έναντι των θεωρητικά υπέρτερων Ολύμπιων.
 
Η συντριπτική υπεροχή της Θέτιδας, όπως αποκαλύπτει ή 8η Ισθμιακή Ωδή, αποτελεί τον πυρήνα του Προμηθέα Δεσμώτου του Αισχύλου. Στην τραγωδία η Γαία (προσδιορισμένη ως Θέμις) γνωστοποιεί στο γιο της Προμηθέα το μυστικό της μελλοντικής συντριβής του Δία, ότι δηλαδή η Θέτις, με την οποία ο Δίας σχεδιάζει «να ενωθεί», πρόκειται να γεννήσει ένα παιδί που θα είναι δυνατότερο από τον πατέρα του. Είναι αυτή η απειλή την οποία υπαινίσσεται ο Προμηθέας, με αυξανόμενη σαφήνεια, σε ολόκληρη την τραγωδία.
 
Τούτη η γνώση είναι παράλληλα, η ασφάλειά του στην προσπάθειά του να δεσμεύσει τον Δία. Αν και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πώς ακριβώς η κατοχή αυτής της γνώσης μπορεί να είχε εξυπηρετήσει τον Προμηθέα στην τριλογία συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι η πλοκή και η δραματική ένταση του Προμηθέως Δεσμώτου οργανώνεται γύρω από τη γνώση των Τιτάνων ότι η Θέτις είναι η απάντηση στη μόνη ερώτηση που απασχολεί τον Δία. Το μυστικό της Θέτιδας παρουσιάζεται στο Προμηθεύς Δεσμώτης ως αναπόφευκτα συνδεδεμένο με την επιβίωση του Δία, η διακυβέρνησή του και το μέλλον του είναι εγκλωβισμένα στη μοιραία δύναμή της.
 
Παρόλο που ο κίνδυνος ενάντια στον Δία από την απόπειρα της Ήρας, της Αθηνάς και του Ποσειδώνα (1.396) αποτράπηκε από τη Θέτιδα, είναι η ίδια που παρουσιάζεται ως μέγιστη πρόκληση ενάντια στην υπεροχή του, σύμφωνα με το μύθο όπως συναντάται στον Πίνδαρο και τον Αισχύλο. Η φράση της Ιλιάδας (1.404) περιγράφει τον Αχιλλέα μέσα στα πλαίσια αυτής της παράδοσης της πάλης των επερχόμενων γενεών με τις προηγούμενες.
 
Ήρωες Ημίθεοι
 
Η Ιλιάδα, λοιπόν, μας δίνει μια φαινομενικά ασυμβίβαστη εικόνα. Πώς μπορεί να συμφιλιωθεί η κοσμική δυνατότητα της Θέτιδας με το περιορισμένο status της στην Ιλιάδα; Η αρχική μας εντύπωση είναι πως πρόκειται για θεότητα δεύτερης τάξης, της οποίας η θέση είναι κατώτερη από εκείνη των σημαντικότερων θεοτήτων του έπους. Η εκφρασμένη θλίψη της και η επαναλαμβανόμενη αδυναμία της μποστά στην οδύνη του γιου της την κάνουν να φαίνεται ευάλωτη με έναν τρόπο που δεν προσιδιάζει στους θεούς. Σε σύγκριση με την αγωνία της Θέτιδας, ένα επεισόδιο όπως το πλήγωμα της Αφροδίτης στην Ραφωδία Ε’ (334ff.) είναι παροδικό, και χρησιμεύει για να διευκρινίσει απλώς ότι οι Ολύμπιοι βρίσκονται πέρα από τον φευγαλέο ανθρώπινο πόνο. Δεν υπάρχει τίποτα, οπουδήποτε στην αθάνατη σφαίρα της Ιλιάδας, συγκρίσιμο με την περίλυπη απομόνωση της Θέτιδας.
 
Η λύση που υπονοείται στη μυθολογία της Θέτιδας, προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ της σταθερότητας της θείας τάξης και της μεταβλητότητας της ανθρώπινης τάξης, όπου κάθε γενεά πρέπει να δημιουργεί την επόμενη. Νύξεις που υπενθυμίζουν την εχθρότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Θεών, λοιπόν –ακόμα και αν υπογραμμίζουν απλά το ρόλο των Θεών ως θεατών στα ανθρώπινα πάθη- συνδέουν τη θεία και την ανθρώπινη φύση με μια βαθιά αμοιβαία σχέση.
 
Ο καρπός της σχέσης του θεϊκού με το ανθρώπινο είναι σχεδόν πάντα στην παγκόσμια μυθολογία ο ημίθεος ήρωας, δηλαδή ο άνθρωπος που αναζητά μέσω της ανάληψης και της εκπλήρωσης του ηρωικού προτύπου τη θεϊκή του φύση. Είναι λοιπόν αδύναμη η Θέτις στην προστασία της ή απλά επιζητώντας την πραγματική αθανασία του γιου της τον ρίχνει ξανά στη μάχη; Η ουσία εδώ δεν είναι να αποφύγει ο ήρωας το θάνατο, αλλά να ζήσει σύμφωνα με τους κανόνες της ηρωικής ζωής. Τότε μόνο το αναπόφευκτο τέλος γίνεται ανάληψη στους μεγάλους ουρανούς των Ολύμπιων.

Η Θέμις στη μυθολογία είναι εκείνη που θεσμοθετεί
 
Ο Ησίοδος δεν θα μπορούσε διαφορετικά μια τέτοια τιτάνια αλληγορικής σημασίας θεότητα να μη τη συμπεριλάβει στους πρώτους θεούς κόρη του πρώτου θεϊκού ζεύγους του Ουρανού και της Γαίας η οποία στη συνέχεια εμφανίζεται ως η δεύτερη σύντροφος του Δία. Ο γάμος του μαζί της σηματοδότησε, μετά την κατάποση της πρώτης του συζύγου Μήτιδος, τη σταθεροποίηση της βασιλείας του πιο δυνατού από όλους τους θεούς. Μια βασιλεία που από εκείνη τη στιγμή ήταν εγγύηση σταθερών κανόνων που ισχύουν για θνητούς και θεούς.
 
Το δίκαιο που αντιπροσωπεύει είναι ιερό και ισχύει και για τους θεούς και είναι ανώτερο ακόμη και από τη βούλησή τους. Ως θεά είχε τρισυπόστατη εκπροσώπηση ως θεά φυσικής τάξης, θεά της ηθικής τάξης και προφήτις θεά, ιδιότητα που την κληρονόμησε από την μητέρα της Γαία.
 
Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω θυγατέρες της Θέμιδος ως εκπροσωπούσα τη φυσική τάξη φέρονταν οι Ώρες (= οι εποχές με το τυπικό της ακριβούς εναλλαγής των,), ως εκπροσωπούσα την ηθική τάξη φέρονταν η Ευνομία, η Δίκη, και η Ειρήνη, που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας, καθώς και οι Μοίρες, (η Κλωθώ, η Λάχεση και η Άτροπος) που προσωποποιούσαν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου και στις οποίες ο πατέρας τους Δίας τις είχε αναθέσει να διανέμουν στους ανθρώπους τα αγαθά, και τέλος ως εκπροσωπούσα την προφητεία φέρονταν οι Νύμφες καθώς και η παρθένα Αστραία, επίσης προσωποποίηση της δικαιοσύνης.
 
Αρχικά η Θέμις έχοντας κληρονομήσει την μαντική ικανότητα από την μητέρα της αντικατέστησε εκείνη πρώτη στο Μαντείο των Δελφών. Όταν όμως γεννήθηκε ο Απόλλωνας επέδειξε προς αυτόν ιδιαίτερη αγάπη και στοργή και σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή πρώτη του πρόσφερε τροφή, θεωρούμενη έτσι και τροφός του Απόλλωνα παραδίδοντάς του αργότερα το εν λόγω Μαντείο.
 
Ο Όμηρος σύμφωνα με τα έπη του τονίζει ότι η Θέμις εκτελεί παρά τον Δία καθήκοντα κήρυκος και ότι εξ ονόματός του συγκαλούσε τα συμβούλια των ολυμπίων θεών και ότι επόπτευε την τάξη κατά τις τελετές των συμποσίων τους. Επίσης ότι αυτή κάθε φορά εξαγγέλλει τις αποφάσεις του Δία εξ ου και αποκαλούνταν «Διός θέμιστες» όπως έτσι λέγονταν οι νόμοι και οι αποφάσεις που δημιουργούσαν οι άνθρωποι κατ΄ εικόνα της δικαιοσύνης του Ολύμπου.
 
Με αυτές τις αντιλήψεις ο Ησίοδος έπλασε στη Θεογονία του την Θέμιδα, ως σύζυγο του Δία, αφού η ιδέα της τάξης είναι συνυπάρχουσα ιδιότητα του υπέρτατου θεού. Έτσι παρουσιάζεται η Θέμις προστάτιδα του δικαίου και της φιλοξενίας και τιμωρός κάθε παράβασης επ΄ αυτών, ιδιαίτερα κατά του Πάριδος που καταπάτησε τις αρχές, με τον Τρωικό πόλεμο που συναποφάσισε με τον Δία.
 
Η Θέμις προσαγορεύονταν άλλοτε Ιχναία θεά, δηλαδή θεά που αναζητεί ίχνη αδικοπραξιών, καθώς και Πανδερκής θεά εκ του γεγονότος ότι τίποτε δεν της διέφευγε. Επί του τελευταίου κάποιοι μυθογράφοι θεώρησαν την Θέμιδα κόρη του Ήλιου υπό το φως του οποίου ουδέν αποκρύπτεται. Μάλιστα λεγόταν πως η Θέμις έβλεπε τα πάντα πριν ακόμα τα δουν οι άνθρωποι. Από αυτό κρινόταν επίσης και ως μάντης θεά. Επ΄ αυτού ο Αισχύλος αναγνωρίζει την Θέμιδα μητέρα του προορατικού Προμηθέα.
 
Ιερά της Θέμιδος υπήρχαν στη Θεσσαλία, Αττική, Βοιωτία και Ολυμπία.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1095b-1096a)

[V] Ἡμεῖς δὲ λέγωμεν ὅθεν παρεξέβημεν. τὸ γὰρ ἀγαθὸν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν οὐκ ἀλόγως ἐοίκασιν ἐκ τῶν βίων ὑπολαμβάνειν οἱ μὲν πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι τὴν ἡδονήν· διὸ καὶ τὸν βίον ἀγαπῶσι τὸν ἀπολαυστικόν. τρεῖς γάρ εἰσι μάλιστα οἱ προύχοντες, ὅ τε νῦν εἰρημένος καὶ ὁ πολιτικὸς καὶ τρίτος ὁ θεωρητικός. οἱ μὲν οὖν πολλοὶ παντελῶς ἀνδραποδώδεις φαίνονται βοσκημάτων βίον προαιρούμενοι, τυγχάνουσι δὲ λόγου διὰ τὸ πολλοὺς τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις ὁμοιοπαθεῖν Σαρδαναπάλλῳ.

οἱ δὲ χαρίεντες καὶ πρακτικοὶ τιμήν· τοῦ γὰρ πολιτικοῦ βίου σχεδὸν τοῦτο τέλος. φαίνεται δ᾽ ἐπιπολαιότερον εἶναι τοῦ ζητουμένου· δοκεῖ γὰρ ἐν τοῖς τιμῶσι μᾶλλον εἶναι ἢ ἐν τῷ τιμωμένῳ, τἀγαθὸν δὲ οἰκεῖόν τι καὶ δυσαφαίρετον εἶναι μαντευόμεθα. ἔτι δ᾽ ἐοίκασι τὴν τιμὴν διώκειν ἵνα πιστεύσωσιν ἑαυτοὺς ἀγαθοὺς εἶναι· ζητοῦσι γοῦν ὑπὸ τῶν φρονίμων τιμᾶσθαι, καὶ παρ᾽ οἷς γινώσκονται, καὶ ἐπ᾽ ἀρετῇ· δῆλον οὖν ὅτι κατά γε τούτους ἡ ἀρετὴ κρείττων. τάχα δὲ καὶ μᾶλλον ἄν τις τέλος τοῦ πολιτικοῦ βίου ταύτην ὑπολάβοι. φαίνεται δὲ ἀτελεστέρα καὶ αὕτη· δοκεῖ γὰρ ἐνδέχεσθαι καὶ καθεύδειν ἔχοντα τὴν ἀρετὴν ἢ ἀπρακτεῖν διὰ βίου, καὶ πρὸς τούτοις

[1096a] κακοπαθεῖν καὶ ἀτυχεῖν τὰ μέγιστα· τὸν δ᾽ οὕτω ζῶντα οὐδεὶς ἂν εὐδαιμονίσειεν, εἰ μὴ θέσιν διαφυλάττων. καὶ περὶ μὲν τούτων ἅλις· ἱκανῶς γὰρ καὶ ἐν τοῖς ἐγκυκλίοις εἴρηται περὶ αὐτῶν. τρίτος δ᾽ ἐστὶν ὁ θεωρητικός, ὑπὲρ οὗ τὴν ἐπίσκεψιν ἐν τοῖς ἑπομένοις ποιησόμεθα. ὁ δὲ χρηματιστὴς βίαιός τις ἐστίν, καὶ ὁ πλοῦτος δῆλον ὅτι οὐ τὸ ζητούμενον ἀγαθόν· χρήσιμον γὰρ καὶ ἄλλου χάριν. διὸ μᾶλλον τὰ πρότερον λεχθέντα τέλη τις ἂν ὑπολάβοι· δι᾽ αὑτὰ γὰρ ἀγαπᾶται. φαίνεται δ᾽ οὐδ᾽ ἐκεῖνα· καίτοι πολλοὶ λόγοι πρὸς αὐτὰ καταβέβληνται. ταῦτα μὲν οὖν ἀφείσθω.

***
[5] Ας συνεχίσουμε λοιπόν την κουβέντα μας από το σημείο στο οποίο κάναμε την παρέκβασή μας.

Με κριτήριο τις μορφές με τις οποίες ζουν τη ζωή τους οι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος, οι πιο χοντροκομμένοι δηλαδή άνθρωποι, φαίνεται ότι θεωρούν αγαθό και ευδαιμονία (πράγμα, φυσικά, απολύτως, αναμενόμενο) την ηδονή· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι αυτοί προτιμούν τη ζωή των απολαύσεων. Τρεις είναι, πράγματι, οι κυριότεροι τρόποι ζωής: ένας αυτός που είπαμε μόλις τώρα, ένας άλλος όταν η ζωή είναι στην υπηρεσία της πόλης, και ένας τρίτος όταν η ζωή είναι αφιερωμένη στη σπουδή και στη μελέτη.

Ο πολύς λοιπόν κόσμος έχει ολωσδιόλου τα χαρακτηριστικά των σκλάβων, καθώς δίνει την προτίμησή του σε έναν τρόπο ζωής που προσιδιάζει στα ζώα: αν μιλούμε γι᾽ αυτούς, είναι γιατί πολλοί από τους ανθρώπους της εξουσίας παρουσιάζουν τις ίδιες προτιμήσεις με τον Σαρδανάπαλλο.

Οι ραφιναρισμένοι διανοητές και οι άνθρωποι της πράξης δίνουν την προτίμηση τους στην τιμή· αυτό είναι, πράγματι, χοντρικά το τέλος της ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης. Είναι όμως φανερό ότι ένα τέτοιο τέλος είναι μάλλον εξωτερικό και επιφανειακό, για να είναι αυτό που εμείς διερευνούμε. Κατά την κοινή, πράγματι, αντίληψη η τιμή είναι κάτι που εξαρτάται πιο πολύ από αυτούς που την προσφέρουν παρά από αυτούς που τη δέχονται, το αγαθό όμως αισθανόμαστε ότι είναι κάτι προσωπικά δικό μας, κάτι που δύσκολα μπορεί να μας αφαιρεθεί.

Έπειτα την τιμή φαίνεται ότι την επιδιώκουν οι άνθρωποι για να βεβαιωθούν οι ίδιοι ότι είναι αγαθοί. Αυτός είναι και ο λόγος που επιδιώκουν να τιμώνται από τους ανθρώπους που διαθέτουν φρόνηση, και από αυτούς που τους γνωρίζουν· κάτι παραπάνω: η τιμή που τους γίνεται θέλουν να οφείλεται στην αρετή τους, κάτι που, επομένως, κάνει φανερό ότι, κατά τη γνώμη τους τουλάχιστο, η αρετή είναι κάτι ανώτερο — ίσως θα έλεγε κανείς ότι αυτή μάλλον είναι το τέλος μιας ζωής που βρίσκεται στην υπηρεσία της πόλης.

Όμως ακόμη και αυτή δεν είναι ένα πλήρες τέλος, αφού μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι ο κάτοχός της είναι δυνατό να κοιμάται, ή μια ολόκληρη ζωή να μην κάνει τίποτε· κάτι παραπάνω:

[1096a] να περάσει τη ζωή του υποφέροντας και μέσα σε πολύ μεγάλες δυστυχίες — τον άνθρωπο που ζει μια τέτοια ζωή κανείς δεν θα τον έλεγε ευδαίμονα, εκτός και αν ήθελε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο μια συγκεκριμένη θέση. Εν πάση περιπτώσει, φτάνουν αυτά που είπαμε· άλλωστε για το θέμα αυτό μιλήσαμε αρκετά σε πλατύτερα διαδεδομένα έργα μας.

Τρίτος τρόπος ζωής είναι ο αφιερωμένος στη σπουδή και στη μελέτη. Αυτόν θα τον εξετάσουμε αργότερα.

Όσο για τη ζωή που είναι αφιερωμένη στην εξασφάλιση χρημάτων, αυτή εμπεριέχει κάτι το βίαιο, και ο πλούτος —το πράγμα είναι ολοφάνερο— δεν είναι το αγαθό που ψάχνουμε εμείς να βρούμε· δεν είναι, πράγματι, παρά ένα αγαθό που προσφέρει χρήσιμες υπηρεσίες· αυτό θα πει: ένα αγαθό που το επιδιώκει κανείς για χάρη κάποιου άλλου αγαθού. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει μάλλον να θεωρήσει κανείς τέλη αυτά που μνημονεύσαμε πρωτύτερα: γιατί την αγάπη τους σ᾽ αυτά οι άνθρωποι τη δείχνουν γι᾽ αυτό που αυτά είναι. Και όμως είναι φανερό ότι ούτε και αυτά είναι, στην πραγματικότητα, τέλη — παρόλο που πολλά επιχειρήματα έχουν διατυπωθεί και διαδοθεί για την υποστήριξή τους. Εμείς όμως ας μην απασχοληθούμε τώρα με το θέμα αυτό.

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (801-858)

ΠΙ. ταυτὶ τοιαυτί. ΕΥ. μὰ Δί᾽ ἐγὼ μὲν πρᾶγμά πω
γελοιότερον οὐκ εἶδον οὐδεπώποτε.
ΠΙ. ἐπὶ τῷ γελᾷς; ΕΥ. ἐπὶ τοῖσι σοῖς ὠκυπτέροις.
οἶσθ᾽ ᾧ μάλιστ᾽ ἔοικας ἐπτερωμένος;
805 ΠΙ. εἰς εὐτέλειαν χηνὶ σύ γε γεγραμμένῳ.
ΕΥ. σὺ δὲ κοψίχῳ γε σκάφιον ἀποτετιλμένῳ.
ΠΙ. ταυτὶ μὲν ᾐκάσμεσθα κατὰ τὸν Αἰσχύλον
«τάδ᾽ οὐχ ὑπ᾽ ἄλλων, ἀλλὰ τοῖς αὑτῶν πτεροῖς.»
ΧΟ. ἄγε δὴ τί χρὴ δρᾶν; ΠΙ. πρῶτον ὄνομα τῇ πόλει
810 θέσθαι τι μέγα καὶ κλεινόν, εἶτα τοῖς θεοῖς
θῦσαι μετὰ τοῦτο. ΕΥ. ταῦτα κἀμοὶ συνδοκεῖ.
ΧΟ. φέρ᾽ ἴδω, τί δ᾽ ἡμῖν τοὔνομ᾽ ἔσται τῇ πόλει;
ΠΙ. βούλεσθε τὸ μέγα τοῦτο τοὐκ Λακεδαίμονος
Σπάρτην ὄνομα καλῶμεν αὐτήν; ΕΥ. Ἡράκλεις·
815 σπάρτην γὰρ ἂν θείμην ἐγὼ τἠμῇ πόλει;
οὐδ᾽ ἂν χαμεύνῃ πάνυ γε κειρίαν γ᾽ ἔχων.
ΠΙ. τί δῆτ᾽ ὄνομ᾽ αὐτῇ θησόμεσθ᾽; ΕΥ. ἐντευθενὶ
ἐκ τῶν νεφελῶν καὶ τῶν μετεώρων χωρίων
χαῦνόν τι πάνυ. ΠΙ. βούλει Νεφελοκοκκυγίαν;
ΧΟ. ἰοῦ ἰοῦ·
820καλόν γ᾽ ἀτεχνῶς ‹σὺ› καὶ μέγ᾽ ηὗρες τοὔνομα.
ΕΥ. ἆρ᾽ ἐστὶν αὑτηγὶ Νεφελοκοκκυγία,
ἵνα καὶ τὰ Θεογένους τὰ πολλὰ χρήματα
τά τ᾽ Αἰσχίνου ᾽σθ᾽ ἅπαντα; ΠΙ. καὶ λῷστον μὲν οὖν
τὸ Φλέγρας πεδίον, ἵν᾽ οἱ θεοὶ τοὺς γηγενεῖς
825 ἀλαζονευόμενοι καθυπερηκόντισαν.
ΧΟ. λιπαρὸν τὸ χρῆμα τῆς πόλεως. τίς δαὶ θεὸς
πολιοῦχος ἔσται; τῷ ξανοῦμεν τὸν πέπλον;
ΕΥ. τί δ᾽ οὐκ Ἀθηναίαν ἐῶμεν πολιάδα;
ΠΙ. καὶ πῶς ἂν ἔτι γένοιτ᾽ ἂν εὔτακτος πόλις,
830 ὅπου θεὸς γυνὴ γεγονυῖα πανοπλίαν
ἕστηκ᾽ ἔχουσα, Κλεισθένης δὲ κερκίδα;
ΧΟ. τίς δαὶ καθέξει τῆς πόλεως τὸ Πελαργικόν;
ΠΙ. ὄρνις. ΧΟ. ἀφ᾽ ἡμῶν; τοῦ γένους; ΠΙ. τοῦ Περσικοῦ,
ὅσπερ λέγεται δεινότατος εἶναι πανταχοῦ,
835 Ἄρεως νεοττός. ΕΥ. ὦ νεοττὲ δέσποτα·
ὡς ὁ θεὸς ἐπιτήδειος οἰκεῖν ἐπὶ πετρῶν.
ΠΙ. ἄγε νυν σὺ μὲν βάδιζε πρὸς τὸν ἀέρα
καὶ τοῖσι τειχίζουσι παραδιακόνει,
χάλικας παραφόρει, πηλὸν ἀποδὺς ὄργασον,
840 λεκάνην ἀνένεγκε, κατάπεσ᾽ ἀπὸ τῆς κλίμακος,
φυλακὰς κατάστησαι, τὸ πῦρ ἔγκρυπτ᾽ ἀεί,
κωδωνοφορῶν περίτρεχε καὶ κάθευδ᾽ ἐκεῖ.
κήρυκα δὲ πέμψον τὸν μὲν εἰς θεοὺς ἄνω,
ἕτερον δ᾽ ἄνωθεν αὖ παρ᾽ ἀνθρώπους κάτω,
845 κἀκεῖθεν αὖθις παρ᾽ ἐμέ. ΕΥ. σὺ δέ γ᾽ αὐτοῦ μένων
οἴμωζε παρ᾽ ἔμ᾽. ΠΙ. ἴθ᾽, ὦγάθ᾽, οἷ πέμπω σ᾽ ἐγώ.
οὐδὲν γὰρ ἄνευ σοῦ τῶνδ᾽ ἃ λέγω πεπράξεται.
ἐγὼ δ᾽ ἵνα θύσω τοῖσι καινοῖσιν θεοῖς,
τὸν ἱερέα πέμψοντα τὴν πομπὴν καλῶ.
850παῖ παῖ, τὸ κανοῦν αἴρεσθε καὶ τὴν χέρνιβα.

ΧΟ. ὁμορροθῶ, συνθέλω, [στρ.]
συμπαραινέσας ἔχω
προσόδια μεγάλα σεμνὰ προσιέναι θεοῖ-
σιν, ἅμα δὲ προσέτι χάριτος ἕνε-
855 κα προβάτιόν τι θύειν.
ἴτω ἴτω ἴτω δὲ Πυθιὰς βοά,
συναυλείτω δὲ Χαῖρις ᾠδᾷ.

***
Ξαναγυρίζουν ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, με φτερά στους ώμους· ακολουθούν οι δύο δούλοι.ΠΙΣ., καμαρώνοντας τα φτερά του.
Έτσι λοιπόν. ΕΥΕ. Ποτέ, μα την αλήθεια,
πράμα τόσο γελοίο εγώ δεν είδα.
ΠΙΣ. Για τί γελάς; ΕΥΕ. Για τα γοργόφτερά σου.
Έτσι που τα φοράς, ξέρεις πώς μοιάζεις;
ΠΙΣ. Εσύ σα ζωγραφιά πανάθλιας χήνας.
ΕΥΕ. Κοτσύφι εσύ, άκρη άκρη κουρεμένο.
ΠΙΣ. Λοιπόν του Αισχύλου ο στίχος μάς ταιριάζει:
«Το ᾽βραμε απ᾽ τα φτερά μας, όχι απ᾽ άλλους.»
ΚΟΡ. Πες τώρα τί θα κάμουμε. ΠΙΣ. Το πρώτο,
ένα όνομα να δώσουμε στην πόλη
810 τρανό και ξακουστό, και μια θυσία
έπειτα στους θεούς. ΕΥΕ. Σύμφωνος είμαι.
ΚΟΡ. Λοιπόν πώς θα τη βγάλουμε την πόλη;
ΠΙΣ. Θέλετε να την πούμε Σπάρτη, που είναι
ένα όνομα σπουδαίο, λακωνικό;
ΕΥΕ. Τί; Σπάρτη εγώ την πόλη μου να βγάλω;
Σα να μου λες για στρώμα να έχω σπάρτα.
ΠΙΣ. Σαν τί όνομα λοιπόν; ΕΥΕ. Απ᾽ τους ουράνιους
τόπους παρμένο, απ᾽ τις νεφέλες τούτες·
ένα όνομα έτσι ανάλαφρο και κούφιο.
ΠΙΣ. Νεφελοκοκκυγία! Σ᾽ αρέσει; ΚΟΡ. Γεια σου!
820 Όνομα μεγαλείο κι ωραίο, αλήθεια.
ΕΥΕ. Νεφελοκοκκυγία! Σ᾽ αυτή την πόλη
θα χτίζουνε τους πύργους τους οι ψεύτες
κι οι φαντασμένοι. ΠΙΣ. Μάλλον θα ᾽ναι η χώρα
όπου οι θεοί θα λένε, κορδωμένοι,
πως νίκησαν τους Γίγαντες. ΚΟΡ. Τί πόλη
λαμπρή! Και πολιούχος της ποιός θα ᾽ναι;
Για ποιόν θεό οι γιορτές κι οι προσφορές μας;
ΕΥΕ. Την Αθηνά προτείνω την Πολιάδα.
ΠΙΣ. Τί προκοπή, μωρέ, θα δει μια χώρα
που αρματωσιά φορεί μια θεά, μια κόρη,
830 κι έχει άντρες που αργαλειού κρατούν σαΐτα;
ΚΟΡ. Ποιός θα ᾽ναι στην Ακρόπολη, στο κάστρο;
ΠΙΣ. Πουλί. ΚΟΡ. Τί σόι; ΠΙΣ. Κοκόρι κι όχι κόρη·
πουλί που κοκορεύεται και ξέρει
να πολεμά, ξεπεταρούδι του Άρη.
ΕΥΕ. Ω αφέντη κλωσσοπούλι! Του ταιριάζει
να ᾽ναι θεός στους βράχους θρονιασμένος.
ΠΙΣ. Μα τώρα τράβα εσύ προς τον αέρα
και βόηθα αυτούς που χτίζουνε το τείχος·
δίνε χαλίκι, ανέβαζε σκαφίδι,
840 γυμνός τη λάσπη δούλευε, γκρεμίσου
από τη σκάλα, βάλε βάρδιες, έχε
παραχωμένη τη φωτιά, τριγύρνα
με κουδούνι στο χέρι για να ελέγχεις
τις φρουρές μας, και πλάγιαζε εκεί χάμω.
Στείλε έναν κράχτη στους θεούς απάνω,
στείλε έναν άλλο στους ανθρώπους κάτω
και πες του νά ᾽ρθει εκείθε εδώ σ᾽ εμένα.
ΕΥΕ., δυσαρεστημένος.
Και κάθου εσύ και βόγκα, να σ᾽ ακούω.
ΠΙΣ. Γιά πήγαινε, καλέ μου, όπου σε στέλνω·
χωρίς εσένα δεν τελειώνει το έργο.
Ο Ευελπίδης φεύγει.
Στους νέους θεούς θυσία θα κάμω· νά ᾽ρθει
ιερέας εδώ, οδηγός της λιτανείας.
Στους δούλους.
850 Κάνιστρο κι αγιασμού νερό εσείς φέρτε.
Φεύγει, όπως και οι δούλοι.

ΧΟΡ. Συμφωνούμε και το θέλουμε κι εμείς,
ναι, το θέλει κι η καρδιά μας ν᾽ ακουστούνε
ύμνοι λιτανείας προς τους θεούς,
ύμνοι επίσημοι μεγάλοι·
αλλά θα ᾽ναι πιο καλόβουλοι οι θεοί,
κι ένα ζώο αν τους προσφέρουμε θυσία.
Δελφικό παιάνα ας ψάλουμε, κι ο αυλός
την ιερή να συνοδεύει μελωδία.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΓΑΛΙΝΘΙΑΔΑ

ΓΑΛΙΝΘΙΑΔΑ
(ζώο, νυφίτσα)
 
Της Γαλινθιάδας η μεταμόρφωση ήταν αποτέλεσμα τιμωρίας για ατόπημα απέναντι σε θεότητες. Όμως τελικά τιμήθηκε από θεούς και ανθρώπους, γιατί με τα ψέματα που διατύπωσε δεν είχε κακή πρόθεση.
 
Η Γαλινθιάδα είναι κόρη του Θηβαίου Προίτου, φίλη της Αλκμήνης, της κόρης του Ηλεκτρύωνα και ερωμένης του Δία. Όταν ήταν η Αλκμήνη να γεννήσει τον Ηρακλή, η Ήρα όρισε στις Μοίρες και την Ειλείθυια, τις θεότητες του τοκετού, να απέχουν από τη διαδικασία και να μην βοηθήσουν τη μεγάλη αντίζηλό της να γεννήσει. Εκείνες όχι μόνο δεν βοήθησαν την Αλκμήνη, αλλά έμειναν με σταυρωμένα, με «δεμένα» χέρια και πόδια για εννιά μερόνυχτα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μουρμουρίζοντας ξόρκια που εμπόδιζαν την γέννηση.
 
Η Γαλινθιάδα λυπήθηκε την Αλκμήνη και φοβούμενη για τις συνέπειες που μπορεί να είχαν επάνω της οι πόνοι ανήγγειλε στις θεές ότι η Αλκμήνη, με εντολή του Δία και παρά την απουσία τους, είχε γεννήσει ένα παιδί και ότι τα προνόμιά τους καταλύονταν. Έκπληκτες οι θεές σηκώθηκαν από τη θέση που «έδενε» την Αλκμήνη· αυτό επέτρεψε στην έγκυο γυναίκα να ελευθερωθεί από τους πόνους και να φέρει στον κόσμο τον Ηρακλή.
 
Έτσι, το ψέμα αποκαλύφθηκε και, όπως ήταν επόμενο, οι θεές εκδικήθηκαν την ψεύτρα νέα και τη μεταμόρφωσαν σε νυφίτσα, καταδικασμένη να ζει σε κρυψώνες κάτω από τη γη, να συλλαμβάνει από τα αυτιά και να γεννά από το στόμα που είχε ξεστομίσει το ψέμα που τις ξεγέλασε. Όμως η Εκάτη λυπήθηκε το ζώο και το έκανε ακόλουθό της και ιερό της ζώο. Από ευγνωμοσύνη ο Ηρακλής έκτισε ιερό προς τιμή της, της αφιέρωσε άγαλμα πλάι στο σπίτι όπου ο ήρωας είχε γεννηθεί και της προσέφερε θυσίες. Αυτές τις θυσίες τις κράτησαν και οι Θηβαίοι και κατά τη γιορτή του Ηρακλή θυσίαζαν το πρωί πρώτα στη Γαλινθιάδα.

Άγχος, κίνδυνος ή ευκαιρία

Το άγχος ως μια φυσική διεργασία του ανθρώπινου ψυχισμού ενεργοποιείται κάθε φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι καινούργιο, άγνωστο, μπροστά σε μια ενδεχόμενη αλλαγή ή σε ένα γεγονός που έρχεται απροσδόκητα και αιφνιδιαστικά να διαταράξει τους ρυθμούς της καθημερινότητάς μας. Τι το κάνει όμως, από μια φυσική και ίσως δημιουργική διεργασία, να μας «αρρωσταίνει»;

Ζούμε στην εποχή της κυριαρχίας του άγχους, το οποίο θα λέγαμε ότι αποτελεί και την πιο «μοδάτη» διαγνωστική κατηγορία. Ό,τι δηλαδή δεν εντάσσεται σε μια οργανική ακολουθία αποδίδεται εκεί. «Δεν έχεις τίποτα, άγχος είναι!!!», είναι μια φράση που ακούγεται συχνά, τόσο από τους ειδικούς, όσο και στην καθημερινότητα. Το ερώτημα όμως παραμένει: τι έχω; Όπως παραμένουν και τα σωματικά συμπτώματα που πολλές φορές ακολουθούν το αυξημένο άγχος.

Συνήθως λοιπόν δεν ξέρουμε τι να κάνουμε με αυτή την «ασθένεια», κι ό,τι μας λένε δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται θετικά, συμβουλές δηλαδή του τύπου απλώς ηρέμησε, δες τη ζωή αλλιώς, χαλάρωσε, γυμνάσου, κάνε ταξίδια, δεν έχουν θετικό αντίκτυπο, ενώ πολλές φορές αγχώνουν περισσότερο.

Που οφείλεται το άγχος


Πως δημιουργείται επομένως το άγχος, πως ξεφεύγει από τον έλεγχό μας και κυρίως πως μπορεί να γίνει δημιουργικό; Το άγχος με βεβαιότητα αυξάνεται στις περιπτώσεις που ο άνθρωπος εγκαταλείπει τον εαυτό του στη μοίρα του και συνεπώς ως αντίδοτο μπορεί να λειτουργήσει η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης. Είναι εντυπωσιακό, βέβαια, πως σήμερα, στην εποχή των μεγάλων επιστημονικών ανακαλύψεων και της συνεχόμενης ροής πληροφοριών, κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται όπως σκεφτόντουσαν και οι άνθρωποι, πριν ακόμη τους Πυθαγόρειους φιλοσόφους, τότε που αποτελούσε κοινή πεποίθηση πως η μοίρα και οι θεοί ρυθμίζανε την ανθρώπινη ζωή. Μοίρα όμως δεν είναι η εναπόθεση της ζωής μας σε κάτι έξω από εμάς, αλλά η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης όλων των επιλογών μας, ανάμεσα στα αμετάκλητα γεγονότα της γέννησης και του θανάτου, στα οποία και μόνο δεν μπορούμε να παρέμβουμε.

Μοίρα μας είναι οι επιλογές μας

Το άγχος είναι παράγωγο της μη ανάληψης αυτής ακριβώς της προσωπικής ευθύνης που αναπτύσσεται στο διάκενο μιας αμφιθυμίας, να επιθυμούμε και ταυτόχρονα να φοβόμαστε τις αλλαγές. Μοιάζει παράδοξο αλλά αγαπάμε τη σταθερότητα και την αλλαγή με το ίδιο πάθος.

Δεν έχουμε μάθει όμως να κινούμαστε συνθετικά μέσα σε αυτές τις έννοιες και μέσα από τις συνθέσεις να δημιουργούμε νέα νοήματα. Ειδικά στην ελληνική κοινωνία των διχαστικών διλημμάτων, οι εσωτερικές διχοτομήσεις και οι εμφύλιοι μέσα μας, μας οδηγούν κάθε φορά σε μια μονοσήμαντη θέαση της πραγματικότητας.

Όπως συμβαίνει να παρακολουθούμε ταυτόχρονα την οθόνη της τηλεόρασης, του τάμπλετ, του κινητού, έτσι ζούμε και τη ζωή μας, δημιουργώντας στιγμιότυπα, ασύνδετα μεταξύ τους και κενά νοήματος. Είναι, θα λέγαμε σαν η ζωή να είναι αποσπασματική, ένα φιλμ με μπερδεμένα καρέ, δίχως ροή. Δίχως όμως αίσθηση μιας βιογραφικής συνέχειας οι άνθρωποι νιώθουν μετέωροι, θυμωμένοι, πικραμένοι. Άνθρωποι σπασμένοι, που τα «σπάνε», θυμώνουν ή προσπαθούν να είναι επιτυχημένοι, αρκεί να μη νιώσουν το κενό της αμφιθυμίας τους και την αποσπασματικότητα της ζωής τους.

Κύριο γνώρισμα αυτής της παραδοχής είναι ο κατακερματισμένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που ενώ έχει την πληροφόρηση, δεν κατέχει τη γνώση και δεν μπορεί να συνθέτει και να δημιουργεί συγκροτημένες αφηγήσεις για τον εαυτό και τον κόσμο.

Το άγχος μπορεί να γίνει οδηγός


Το άγχος, λοιπόν, αυτός ο μικρός ο μέγας μοχλός της αλλαγής, θετικής ή αρνητικής μας φανερώνει την ψυχή μας, μας δίνει μια εικόνα των ψυχικών διεργασιών κι ως εκ τούτου είναι ένας πολύτιμος οδηγός.

Κάθε αλλαγή επιφέρει άγχος και κάθε φορά που χρειάζεται να αλλάξουμε αγχωνόμαστε. Εκεί ακριβώς είναι που ο άνθρωπος αναπτύσσει αμυντικές λειτουργίες για να παραμείνει στη σταθερότητα μιας κατάστασης, που έχει επιλέξει, ακόμη κι αν αυτή του είναι δυσάρεστη. Το άγχος της μετάβασης είναι πιο τρομακτικό από τη μούχλα της σταθερότητας.

Άγχος μας προκαλούν και οι θετικές αλλαγές, γιατί ζητούν από μας επαναπροσδιορισμό και μετακίνηση. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν κερδίσει κάποιος το τζόκερ, δεν γλυτώνει από την ανάγκη, την επιθυμία, την εν γένει υποχρέωση των εσωτερικών αλλαγών. Το παράδοξο που συμβαίνει εξάλλου πολύ συχνά σε αρκετούς ανθρώπους είναι λίγο μετά από μια επιτυχία να λυγίζουν, ή να αρρωσταίνουν ψυχικά και σωματικά. Ανασύρω στη μνήμη μου τα λόγια πολλών θεραπευόμενων που μου λένε πως παθαίνουν κρίσεις πανικού σε μια περίοδο που όλα τους πάνε καλά, που όλες οι ορατές τους επιθυμίες έχουν γίνει πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει απλώς επειδή δεν έχουν γίνει οι εσωτερικές αλλαγές, αυτές που μπορούν να στηρίξουν και τις επερχόμενες ή υφιστάμενες εξωτερικές αλλαγές.

Η προσωπική ευθύνη της αναγνώρισης του άγχους


Αυτή όμως είναι η μοίρα μας όπως λέγαμε παραπάνω, δηλαδή, να διαχειριστούμε υπό την οπτική της προσωπικής ευθύνης, ό,τι -θετικό ή αρνητικό- μας προκαλεί άγχος. Και πως θα το πετύχουμε αυτό, μα βλέποντας τι σημαίνει για μας το άγχος, κάνοντας τις δικές μας αναγνώσεις, βγαίνοντας από την παιδική κρυψώνα της αποφυγής της πραγματικότητας ώστε αντί να μεταθέτουμε, να καταστέλλουμε, να μεταστρέφουμε, απλά να δράσουμε. Δρω σημαίνει ρισκάρω και να αποτύχω, αλλά και να είμαι έτοιμος για την επιτυχία… Όταν δεν δρω, αγχώνομαι, είναι μια καινούργια ρήση που θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε.

Η ζωή δίχως σκοπό δεν έχει νόημα, και ο σκοπός δίχως νόημα μπορεί να είναι τραυματικός. Ως εκ τούτου, όσο κατευθύνουμε τη ζωή μας προς ένα σκοπό με νόημα, τόσο επιτρέπουμε να ορίζουμε εμείς το πεπρωμένο μας. Ασφαλώς μπορεί να μην γνωρίζουμε τι θα συμβεί στο μέλλον, έχουμε όμως τη δυνατότητα να επιλέξουμε πώς θέλουμε να δράσουμε σε κάθε τι που μας φέρνει η ζωή. Η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης είναι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του άγχους, σε αντίθεση με τις αποσπασματικές λύσεις της αποφυγής του, της μετάθεσης σε εξωγενής παράγοντες ή/και της καταφυγής στο αλκοόλ, στις ουσίες, στο φαγητό, στα ηρεμιστικά, κλπ.

Μιλώντας για αντιμετώπιση και αξιοποίηση του άγχους σημαντικό είναι λοιπόν να κατανοούμε τις ρίζες του. Σε αυτή την περίπτωση το άγχος μπορεί να γίνει όχημα επανανοηματοδότησης της ύπαρξης με νέα δεδομένα και οι πηγές του άγχους να γίνουν πηγές αυτογνωσίας, διεύρυνσης και θετικών αλλαγών

Ουμπέρτο Έκο: Ο ανόητος και ο βλάκας

Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις.

Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια.

Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός.

Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση.

Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει.

Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο.

Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών.

«Και ο βλάκας;».

«Α, ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς.

Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν.

Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι».

«Πράγμα που ισχύει».

«Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους»

«Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί».

«Εξαιρείται κανείς;»

«Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ.»
 
Ουμπέρτο Έκο, Εκκρεμές του Φουκώ

Bertrand Russell: Η Θέση του Έρωτα στην Ανθρώπινη Ζωή

Ο έρωτας είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την επιθυμία για σεξουαλική επαφή∙ είναι το σπουδαιότερο μέσο για να ξεφύγουν από τη μοναξιά που πληγώνει τους πιο πολλούς άντρες και γυναίκες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους.

Στους πιο πολλούς ανθρώπους υπάρχει ένας βαθιά ριζωμένος φόβος για τον κρύο εξωτερικό κόσμο και για την πιθανή σκληρότητα του πλήθους.

Υπάρχει μια λαχτάρα για στοργή που συχνά κρύβεται κάτω από την τραχύτητα, τη χοντροκοπιά και το απότομο φέρσιμο στους άντρες ή κάτω από την γκρίνια και το καυγάδισμα στις γυναίκες.

Ο δυνατός αμοιβαίος έρωτας, όσο διαρκεί, εξαφανίζει αυτά τα αισθήματα, γκρεμίζει τα σκληρά τείχη του εγώ και δημιουργεί ένα νέο πλάσμα που αποτελείται από δύο ενωμένα σε ένα.

Η φύση δεν έφτιαξε τα ανθρώπινα όντα για να ζουν μόνα, γιατί δεν μπορεί να εκπληρώσει το βιολογικό σκοπό της παρά μόνο με τη συνεργασία των ανθρώπων∙ και οι πολιτισμένοι άνθρωποι δεν μπορούν να ικανοποιήσουν ολοκληρωτικά το σεξουαλικό τους ένστικτο χωρίς αγάπη.

Το ένστικτο δεν ικανοποιείται ολοκληρωτικά παρά μόνο όταν στην ερωτική σχέση μπαίνει ολάκερη η ύπαρξη του ανθρώπου, ψυχική και σωματική.

Εκείνοι που δεν έχουν γνωρίσει τη βαθιά οικειότητα και την έντονη συντροφικότητα της ευτυχισμένης αμοιβαίας αγάπης έχουν χάσει το καλύτερο πράγμα που μπορεί να δώσει η ζωή∙ ασυνείδητα, αν όχι συνειδητά, το αισθάνονται αυτό και η απογοήτευση που γεννιέται τους οδηγεί προς το φθόνο, την καταπίεση και τη σκληρότητα.

Ο κόσμος ενωμένος με την Ορθή Λογική

Για όσους επιθυμούν να ακολουθήσουν τον δρόμο του ορθολογισμού, ελπίζω αυτό το κείμενο να τους βοηθήσει.

Ο ορθολογιστής είναι απαλλαγμένος από τις φοβίες των παρανοϊκών δογμάτων. Μην ακολουθείτε τις παρανοϊκές λατρείες, μην γιορτάζετε τις παρανοϊκές γιορτές. Ακόμα και αν όλοι γύρω σας τις γιορτάζουν, εσείς να τις αποφεύγετε. Μην σας ενδιαφέρει πως θα σας δουν, μην σας ενδιαφέρει αν δεν σας συμπαθούν, επειδή δεν συμμετέχετε. Ο αυθεντικός ορθολογιστής νιώθει μέσα του γαλήνη, ο κάλπικος ζει με την ταραχή για το πώς θα τον βλέπουν οι άλλοι.

Μην παριστάνετε πως πιστεύετε στις παρανοϊκές λατρείες, για να σας βλέπουν με καλό μάτι αυτοί που τις πιστεύουν, γιατί έτσι διαιωνίζετε την παράνοια. Στις τελετουργίες και τις γιορτές τους, να εργάζεστε κανονικά. Η υποκρισία δεν είναι σεβασμός, αλλά άσκηση προς την ασυνέπεια και την ανευθυνότητα.

Δεν έχετε ανάγκη τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Δεν σας προστατεύουν, δεν σας σώζουν. Μόνο οι πράξεις σας μπορούν να σας εξελίξουν, μόνο η εργατικότητά σας, μόνο η επιμέλεια που δείχνετε, μόνο η δημιουργικότητα που βγάζετε, μόνο η ευθύνη που τηρείτε, μόνο ο πραγματισμός που αντιλαμβάνεστε, μόνο η ρεαλιστική λογική σκέψη που έχετε, μόνο η αυτάρκεια που καταφέρνετε, μέσα από την εγκράτεια σας.

Απελευθερωθείτε από τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων. Πάρτε μια μαύρη σακούλα των σκουπιδιών και γεμίστε την με όλες τις εικόνες, τα φυλαχτά και τα μαντζούνια. Όταν πλέον δεν θα έχετε αφήσει κανένα τρελό μπιχλιμπίδι, πάρτε την σακούλα και πετάξτε την στα σκουπίδια. Αφού αδειάσετε πρώτα το μυαλό σας από αυτά τα σκουπίδια, θα αδειάσετε και το σπίτι σας, θα απελευθερώσετε την ζωή σας.

Όταν κάτι δεν το γνωρίζετε να το παραδέχεστε με θάρρος λέγοντας «Δεν το γνωρίζω». Μετά να μελετάτε για να το μάθετε. Όταν μελετώντας γνωρίσετε τις αιτίες και την φύση αυτού που δεν γνωρίζετε, τότε δεν θα ζείτε στην άγνοια και δεν θα χρειάζεστε μυθεύματα για να καλύπτετε την άγνοιά σας.

Η προσευχή του ορθολογιστή δεν είναι να παπαγαλίζει μαγικά λόγια, αλλά να μελετά. Δεν μπορείτε να σκεφτείτε όταν δεν γνωρίζετε και δεν γνωρίζετε όταν δεν μελετάτε. Μελετώ ώστε να έχω ορθή σκέψη.

Κανένας άνθρωπος δεν είναι κατώτερος από την φύση του, κατρακυλά μόνο όταν ζει μέσα στην δεισιδαιμονία και την ανορθολογικότητα. Όποιος θεωρεί την γυναίκα κατώτερη δεν είναι ορθολογιστής, αλλά παραμένει σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Όποιος θεωρεί πως είναι ανώτερος, εξαιτίας εθνικότητας, παραμένεις σκλάβος των παρανοϊκών δογμάτων. Η ανωτερότητα δεν πηγάζει από το αίμα, αλλά από το μυαλό. Ο ορθολογιστής για να φτάσει το άριστο, θέτει τον εαυτό του σε συστηματικό εσωτερικό αυτοέλεγχο, αξιολογώντας τις πράξεις του και τελειοποιώντας τον εαυτό του. Γι’ αυτό, να έχετε ως αδέλφια σας τους ανθρώπους που ζουν με τρόπο ορθολογιστικό, γιατί η εθνικότητα, η γλώσσα και το χρώμα δεν είναι εμπόδια όταν ενώνει η ορθή λογική.

Μέσα από την ορθή λογική, οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με αρμονία και να συνεργάζονται, γιατί δεν διακατέχονται από παρανοϊκές φαντασιώσεις. Ο συναισθηματικός παραλογισμός χωρίζει τους ανθρώπους, κατασκευάζοντας αιτίας εκεί που δεν υπάρχουν, διαστρεβλώνοντας έτσι την πραγματικότητα και τον ρεαλισμό. Όταν ο άνθρωπος το αντιληφθεί αυτό, θα νιώσει σαν τον τυφλό που μπόρεσε να δει και θα καταλάβει πως τα μπιχλιμπίδια των παρανοϊκών δογμάτων που κρατά ως φυλαχτά και λάβαρα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ανούσια υλικά αντικείμενα, που δεν έχουν πραγματική αξία. Θα καταλάβει τον χρόνο που έχασε και τους πόρους που ξόδεψε σε αυτές τις τρέλες. Τους ανθρώπους που έχασαν ανούσια τη ζωή τους στο βωμό τρελών θεωριών και αυτούς που ακόμα μάχονται υπνωτισμένοι στο όνομα του παραλογισμού.

Η διαπίστωση αυτής της κατάστασης είναι το πραγματικό πέρασμα από την ανωριμότητα, στην ωριμότητα, από την τρέλα, στην ορθή λογική. Από έναν κόσμο κομματιασμένο, σε έναν κόσμο ουσιαστικά ενωμένο. Και σας παρουσιάζω σχηματικά αυτή την ενότητα, μέσα από δύο γεωμετρικά σύμβολα, έτσι ώστε να έχετε στο μυαλό σας εύκολα την ουσία αυτού του κειμένου. Με τον κύκλο να θυμάστε την ενότητα και πως μπορεί αυτή να γίνει αποτελεσματική πράξη μέσα από την ορθή λογική και με το τετράγωνο να θυμάστε την ορθή λογική, όπου ο χαρακτήρας σας θα διαπλαστεί μεθοδικά, μέσα από την μελέτη, την επιμέλεια και την εργατικότητα σε ότι κάνετε.

Έτσι, όταν κάποιος σας ζητήσει να του εξηγήσετε, πως μπορεί ο κόσμος να είναι ενωμένος με την ορθή λογική, θα του δείξετε το σχήμα και το κείμενο, ώστε να καταλάβει την ουσία βαθιά μέσα του και να την κάνει πράξη. Όλο το κείμενο και το σχήμα ως βοηθητική απεικόνιση, είναι άχρηστα, εάν δεν υπάρξει πράξη. Ο ορθολογιστής ζει με πρακτική και όχι με φαινομενική αποτελεσματικότητα.

Πώς οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι κάποια χαρακτηριστικά είναι εγγενή, σίγουρα δεν θα μπορούσαμε να βάλουμε σ’ αυτήν την κατηγορία την αγένεια.

Κανείς άνθρωπος δεν γεννιέται με τη διάθεση να είναι προσβλητικός κι αντιπαθής, επομένως κανένα παιδί που χαρακτηρίζεται απ’ τον κοινωνικό του περίγυρο ή/και τους δικούς του «αγενές» δεν το έχει επιλέξει.

Μπορεί να παπαγαλίζει τη συμπεριφορά που βλέπει, να φωνάζει έτσι άρρητα «προσέξτε με» ή να ενθαρρύνεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο απ’ το περιβάλλον του να συμπεριφέρεται χοντροκομμένα.

Πώς οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή

Καλώς ή κακώς το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη συμπεριφορά ενός παιδιού βαραίνει τους ώμους των γονιών του κι όπως περήφανα επισημαίνουμε τα σπουδαία του προτερήματα, καταφανώς κληρονομημένα από εμάς, έτσι πρέπει και να ‘χουμε αυτιά και μάτια ανοιχτά για τα ελαττώματα που εμείς δημιουργήσαμε –κι εμείς θα εξαλείψουμε.

Πώς, λοιπόν, οι γονείς κάνουν τα παιδιά τους αγενή;

Σύνδρομο Διάδοχου Θρόνου…

Καμιά φορά, για διάφορους λόγους που δεν εξετάζονται εδώ (και τώρα), οι γονείς θεωρούν ότι τα παιδιά τους είναι το κέντρο του σύμπαντος, παραμερίζοντας τόσο τις προσωπικές τους ανάγκες όσο και τα δικαιώματα του καημένου του (άσχετου με τα παιδιά τους) κοσμάκη.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η αγάπη πρέπει να ‘χει χαλινάρι και η φροντίδα όριο, ωστόσο ένα παιδί που μαθαίνει ότι τα «θέλω» του είναι διαταγή για τους γονείς, πιθανότατα θα θεωρήσει δεδομένο ότι το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε άλλο γνωρίσει.

…Και το ανάποδό του

Ωστόσο, ακόμα πιο πιθανό απ’ το να είναι το παιδί αγενές επειδή είναι «κακομαθημένο» είναι το ακριβώς αντίθετό του: να εκφράζει, δηλαδή, την ανάγκη του για προσοχή, φροντίδα κι αγάπη μέσα από συμπεριφορά «απρεπή». Η ελλειμματική φροντίδα ή η κάπως τσιγγούνικη αγάπη μπορεί να οδηγήσουν εύκολα ένα παιδί σε συναισθηματική κατάσταση θυμού.

Ακόμα κι αν το τοποθετήσουμε σε συνθήκες ενηλίκων, τα πράγματα δεν αλλάζουν πολύ: ένας άνθρωπος που πεινάει για αγάπη επειδή τη στερήθηκε είναι, συχνά, ένας άνθρωπος αψύς. Για πολλούς ανθρώπους συναισθηματικά διψασμένους, η «άσχημη» συμπεριφορά είναι ο ευκολότερος τρόπος να εκφράσουν το έλλειμμά τους. Σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο εύκολο είναι για ένα παιδί να μετουσιώσει το θυμό και τον καημό του σε αγένεια.

«Χαχα, Γιωργάκη κάνε πώς μουτζώνουμε!»

Ίσως έχετε ήδη συναναστραφεί με τέτοιους γονείς: είναι εκείνοι οι άνθρωποι που θεωρούν φοβερά χαριτωμένο να βλέπουν το ροδαλό τους τρίχρονο να ξεστομίζει βρισιές και, αντί να αγνοήσουν/ να κατακρίνουν/ να διαχειριστούν αυτήν του τη συμπεριφορά, γελούν ευχαριστημένοι. Κι όπως είναι φυσικό, ένα παιδί που νιώθει ότι χειροκροτείται από το κοινό του επιδεικνύοντας μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, θα την επανάλαβει για να ξαναχειροκροτηθεί.

Καθ΄ ομοίωση

Υπάρχει, άραγε, σιγουρότερος τρόπος να γίνει ένα παιδί αγενές απ' το να έχει αγενείς γονείς; Η μίμηση είναι ένα απ' τα βασικότερα χαρακτηριστικά της παιδικής συμπεριφοράς κι ανάπτυξης. Αν θες να κάνει ή να μην κάνει κάτι το παιδί σου, κάν'το ή μην το κάνεις -νόμος.

Εάν, λοιπόν, είσαι το είδος του ανθρώπου που βρίζει στα φανάρια τους οδηγούς επειδή άργησαν δύο νανοσεκόντ να ξεκινήσουν, που μιλάει με αγένεια στους σερβιτόρους και τους υπαλλήλους των μαγαζιών, που πετάει το σκουπίδι του όπου βρει, που διακόπτει, φωνάζει, αρνείται να ακούσει άλλη άποψη, διαολοστέλνει τους διαφωνούντες και θεωρεί ότι κάθε μέρος είναι τσιφλίκι του, τότε πώς, από πού, γιατί να γίνει το παιδί σου άνθρωπος γλυκομίλητος κι ευγενικός;

Τι συμβαίνει σ’ έναν εγκέφαλο που είναι διαπαιδαγωγημένος μέσα στα προβλήματα;

Δεν μπορεί ποτέ να λύνει προβλήματα, το μόνο που μπορεί είναι να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα.

Από την παιδική ηλικία είμαστε εκπαιδευμένοι να ζούμε με προβλήματα κι έτσι, όντας μέσα στα προβλήματα , δεν μπορούμε ποτέ να λύσουμε τελείως ένα πρόβλημα.

Μόνο ένας ελεύθερος εγκέφαλος, που δεν είναι διαμορφωμένος να ζει με προβλήματα, μπορεί να λύσει προβλήματα. Είναι από τα μόνιμα εμπόδιά μας το να έχουμε προβλήματα όλη την ώρα. Οπότε ο εγκέφαλός μας δεν είναι ποτέ ήσυχος, δεν είναι ελεύθερος να παρατηρεί.

Για να βρεις, λοιπόν, έναν τρόπο ζωής όπου θα μπορείς να αντιμετωπίζεις προβλήματα, να τα λύνεις και να μην παγιδεύεσαι μέσα σ αυτά, χρειάζεται πολύ μεγάλη παρατηρητικότητα, προσοχή και επίγνωση για να φροντίζεις να μην εξαπατάς τον εαυτό σου ούτε ένα δευτερόλεπτο.

Κατ’ αρχάς, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει τάξη. Και μπαίνει τάξη μόνο όταν δεν υπάρχουν προβλήματα, όταν υπάρχει ελευθερία – όχι ελευθερία να κάνεις ότι σ’ αρέσει, γιατί αυτή δεν είναι ελευθερία. Το να διαλέγεις ανάμεσα στον έναν γκουρού και στον άλλον γκουρού ή ανάμεσα σε τούτο το βιβλίο και σ’ εκείνο, αυτό είναι μια άλλη μορφή σύγχυσης. Όπου υπάρχει επιλογή δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν έχεις καθαρό μυαλό, τότε δεν υπάρχει επιλογή, αλλά άμεση αντίληψη και σωστή δράση.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1095a-1095b)

[IV] Λέγωμεν δ᾽ ἀναλαβόντες, ἐπειδὴ πᾶσα γνῶσις καὶ προαίρεσις ἀγαθοῦ τινὸς ὀρέγεται, τί ἐστὶν οὗ λέγομεν τὴν πολιτικὴν ἐφίεσθαι καὶ τί τὸ πάντων ἀκρότατον τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν. ὀνόματι μὲν οὖν σχεδὸν ὑπὸ τῶν πλείστων ὁμολογεῖται· τὴν γὰρ εὐδαιμονίαν καὶ οἱ πολλοὶ καὶ οἱ χαρίεντες λέγουσιν, τὸ δ᾽ εὖ ζῆν καὶ τὸ εὖ πράττειν ταὐτὸν ὑπολαμβάνουσι τῷ εὐδαιμονεῖν· περὶ δὲ τῆς εὐδαιμονίας, τί ἐστιν, ἀμφισβητοῦσι καὶ οὐχ ὁμοίως οἱ πολλοὶ τοῖς σοφοῖς ἀποδιδόασιν. οἳ μὲν γὰρ τῶν ἐναργῶν τι καὶ φανερῶν, οἷον ἡδονὴν ἢ πλοῦτον ἢ τιμήν, ἄλλοι δ᾽ ἄλλο — πολλάκις δὲ καὶ ὁ αὐτὸς ἕτερον· νοσήσας μὲν γὰρ ὑγίειαν, πενόμενος δὲ πλοῦτον· συνειδότες δ᾽ ἑαυτοῖς ἄγνοιαν τοὺς μέγα τι καὶ ὑπὲρ αὐτοὺς λέγοντας θαυμάζουσιν. ἔνιοι δ᾽ ᾤοντο παρὰ τὰ πολλὰ ταῦτα ἀγαθὰ ἄλλο τι καθ᾽ αὑτὸ εἶναι, ὃ καὶ τούτοις πᾶσιν αἴτιόν ἐστι τοῦ εἶναι ἀγαθά. ἁπάσας μὲν οὖν ἐξετάζειν τὰς δόξας ματαιότερον ἴσως ἐστίν, ἱκανὸν δὲ τὰς μάλιστα ἐπιπολαζούσας ἢ δοκούσας ἔχειν τινὰ λόγον. μὴ λανθανέτω δ᾽ ἡμᾶς ὅτι διαφέρουσιν οἱ ἀπὸ τῶν ἀρχῶν λόγοι καὶ οἱ ἐπὶ τὰς ἀρχάς. εὖ γὰρ καὶ ὁ Πλάτων ἠπόρει τοῦτο καὶ ἐζήτει, πότερον ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ἢ ἐπὶ τὰς ἀρχάς ἐστιν ἡ ὁδός, ὥσπερ

[1095b] ἐν τῷ σταδίῳ ἀπὸ τῶν ἀθλοθετῶν ἐπὶ τὸ πέρας ἢ ἀνάπαλιν. ἀρκτέον μὲν γὰρ ἀπὸ τῶν γνωρίμων, ταῦτα δὲ διττῶς· τὰ μὲν γὰρ ἡμῖν τὰ δ᾽ ἁπλῶς. ἴσως οὖν ἡμῖν γε ἀρκτέον ἀπὸ τῶν ἡμῖν γνωρίμων. διὸ δεῖ τοῖς ἔθεσιν ἦχθαι καλῶς τὸν περὶ καλῶν καὶ δικαίων καὶ ὅλως τῶν πολιτικῶν ἀκουσόμενον ἱκανῶς. ἀρχὴ γὰρ τὸ ὅτι, καὶ εἰ τοῦτο φαίνοιτο ἀρκούντως, οὐδὲν προσδεήσει τοῦ διότι· ὁ δὲ τοιοῦτος ἔχει ἢ λάβοι ἂν ἀρχὰς ῥᾳδίως. ᾧ δὲ μηδέτερον ὑπάρχει τούτων, ἀκουσάτω τῶν Ἡσιόδου·

οὗτος μὲν πανάριστος ὃς αὐτὸς πάντα νοήσῃ,
ἐσθλὸς δ᾽ αὖ κἀκεῖνος ὃς εὖ εἰπόντι πίθηται.
ὃς δέ κε μήτ᾽ αὐτὸς νοέῃ μήτ᾽ ἄλλου ἀκούων
ἐν θυμῷ βάλληται, ὃ δ᾽ αὖτ᾽ ἀχρήιος ἀνήρ.

***
[4] Ας ξαναβρούμε λοιπόν τη συνέχεια του λόγου μας και, αφού κάθε γνώση και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης αποβλέπει σε κάποιο αγαθό, ας θέσουμε το ερώτημα: «Ποιός είναι ο στόχος της πολιτικής τέχνης και επιστήμης και ποιό είναι το κορυφαίο όλων των αγαθών που μπορεί κανείς να πετύχει με τις πράξεις του;».

Σε επίπεδο λέξης οι πιο πολλοί συμφωνούν μεταξύ τους: είναι η «ευδαιμονία»· έτσι τη λέει ο πολύς κόσμος, έτσι και οι πιο ραφιναρισμένοι στοχαστές, και ταυτίζουν με την «ευδαιμονία» την «καλή ζωή» και την «καλή πράξη/ενέργεια». Για το τί είναι όμως η ευδαιμονία, επικρατεί μεγάλη διχογνωμία, και ο πολύς κόσμος δεν δίνει στη λέξη το περιεχόμενο που της δίνουν οι σοφοί.

Ο πολύς κόσμος φέρνει με την «ευδαιμονία» στο μυαλό του κάτι το φανερό και χειροπιαστό, την ηδονή, ας πούμε, ή τον πλούτο ή την τιμή: ο καθένας κάτι διαφορετικό· δεν είναι, μάλιστα, λίγες οι φορές που ένα και το αυτό άτομο εννοεί τώρα αυτό και ύστερα πάλι κάτι άλλο: την υγεία, όταν αρρωστήσει, τον πλούτο, αν είναι φτωχός. Έχοντας συνείδηση της άγνοιάς τους οι άνθρωποι θαυμάζουν αυτούς που λένε κάτι που ακούγεται σπουδαίο και που είναι πάνω από τη δική τους αντιληπτική ικανότητα. Κάποιοι ήταν της γνώμης ότι πέρα από τα πολλά αυτά αγαθά υπάρχει και ένα άλλο, ένα αγαθό καθεαυτό, που είναι η αιτία τού να είναι αγαθά και όλα αυτά που μνημονεύσαμε.

Να εξετάσουμε όλες τις γνώμες που έχουν διατυπωθεί σχετικά, δεν έχει μάλλον κανένα νόημα. Θα αρκεσθούμε λοιπόν στις πιο διαδεδομένες και σ᾽ αυτές που θεωρούνται ότι έχουν περιεχόμενο που επιδέχεται κάποια συζήτηση.

Να μη ξεχνούμε, πάντως, ότι ο συλλογισμός και η επιχειρηματολογία που ξεκινάει από τις πρώτες αρχές διαφέρει από τον συλλογισμό και την επιχειρηματολογία που καταλήγει σ᾽ αυτές. Πολύ σωστά αντιμετώπιζε το πρόβλημα αυτό και ο Πλάτωνας, που έθετε το ερώτημα αν ο δρόμος ήταν από ή προς τις πρώτες αρχές — ακριβώς όπως

[1095b] στο στάδιο: από τους κριτές προς το σημείο της στροφής ή ανάποδα; Είναι φανερό ότι πρέπει να ξεκινούμε από τα γνωστά, μόνο που αυτά τα «γνωστά» λέγονται με διπλό νόημα: «γνωστά σε μας» και «γνωστά γενικά». Εμείς ίσως πρέπει να ξεκινούμε από τα γνωστά σε μας.

Γι᾽ αυτό και το άτομο που πρόκειται να ακούσει με ικανοποιητικά αποτελέσματα λόγους για το ωραίο, για το δίκαιο και γενικά για τα θέματα με τα οποία ασχολείται η πολιτική επιστήμη πρέπει να έχει μεγαλώσει και ανατραφεί με καλές συνήθειες. Γιατί αρχή είναι το ότι, και αν αυτό θεωρηθεί από αυτόν ικανοποιητικά φανερό, δεν θα χρειαστεί επιπλέον και το διότι· ένα τέτοιο όμως άτομο έχει ή μπορεί εύκολα να αποκτήσει τις αρχές. Όσο γι᾽ αυτόν που ούτε τις έχει ούτε μπορεί να τις αποκτήσει, αυτός ας ακούσει τους ακόλουθους στίχους του Ησίοδου:

 Ο πιο καλός απ᾽ όλους είν᾽ ο που τα πάντ᾽ από μόνος του νοεί.
Καλός είναι κι αυτός που πείθεται στις συμβουλές των άλλων.
Όμως αυτός που ούτ᾽ από μόνος του νοεί ούτε και δέχεται
τις συμβουλές των άλλων, βάρος της γης, θαρρώ, αυτός πως είναι.