Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Συσχετισμός Αίσθησης και Γνώσης

Α­ρι­στο­τέ­λους Με­τά τά Φυ­σι­κά Α΄
 
Αρχαίο Κεί­με­νο: «Πάντες ἄν­θρω­ποι τοῦ εἰ­δέ­ναι ὀ­ρέ­γον­ται φύ­σει. ση­μεῖ­ον δ’ ἡ τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἀ­γά­πη­σις· καὶ γὰρ χω­ρὶς τῆς χρε­ί­ας ἀ­γα­πῶν­ται δι’ αὑ­τάς, καὶ μά­λι­στα τῶν ἄλ­λων ἡ διὰ τῶν ὀμ­μά­των».
 
Απόδοση στην Νεοελληνική: Όλοι οι άνθρωποι έχουν από τη φύση τους έφεση για γνώση. Αυτό φαί­νε­ται α­πό την ι­δι­αί­τε­ρη ε­κτί­μη­ση που έ­χου­με για τις αι­σθή­σεις μας. Για­τί, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη χρη­σι­μό­τη­τά τους, μας εί­ναι προ­σφι­λείς οι ί­δι­ες οι αι­σθή­σεις, και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λες η αί­σθη­ση της ό­ρα­σης.
 
Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει
 
Αυτή είναι η πρώτη πρόταση που γράφει ο Αριστοτέλης στο βιβλίο Α των “Μετά τα Φυσικά” για να αναφέρει αμέσως ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν φυσική κλίση προς τη γνώση. Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας από μας – ανεξαρτήτως των διαφορών που μας διακρίνουν – διαθέτει μια έμφυτη δύναμη που τον ωθεί να ρωτήσει και να μάθει για όσα συμβαίνουν γύρω του. Αν, λοιπόν, η επιθυμία των ανθρώπων να μαθαίνουν υπαγορεύεται από την ιδιαίτερη φύση τους, έχουμε μια πρώτη σύνδεση ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη γνώση.
 
Στο ίδιο κείμενο η πρόταση που ακολουθεί δικαιολογεί την προηγούμενή της «Σημείον δ’ η των αισθήσεων αγάπησις» απόδοση: η φυσική έφεση ημών των ανθρώπων για γνώση αποδεικνύεται από την εκτίμηση που έχουμε στις αισθήσεις μας. Στο σημείο αυτό σχηματοποιείται μια δεύτερη σύνδεση, αυτή ανάμεσα στη γνώση και στις αισθήσεις. Από όλες τις αισθήσεις, μάλιστα, αγαπάμε ιδιαίτερα την όραση η οποία μας πληροφορεί για τις ιδιότητες των πραγμάτων.
 
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε εξ αρχής τη στενή συσχέτιση ανάμεσα στη γνώση και τις αισθήσεις, καθώς η συσχέτιση αυτή επεξηγεί όλη τη θεωρία του Αριστοτέλη για την αφετηρία και την πορεία της γνωστικής διαδικασίας. Εκκινεί κανείς από την αφετηρία και στοχεύει στο τέρμα. Τη διαδρομή αυτή θα παρακολουθήσουμε για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο φτάνει κανείς στη γνώση, στην επιστήμη ή, διαφορετικά, στο καθόλ-ΟΝ. Θα μας προβληματίσει ο βαθμός εμπλοκής αφ’ ενός της εμπειρίας και αφ’ ετέρου της καθαρής νόησης στην ανθρώπινη γνωστική διενέργεια. Με λίγα λόγια, θα εξετάσουμε πόσο εμπειριστής ή πόσο ορθολογιστής είναι ο Αριστοτέλης.
 
Η πορεία της γνωστικής επιτέλεσης είναι μια πορεία που αρχίζει από την αίσθηση, οδεύει μέσα από διαδοχικούς αναβαθμούς και καταλήγει σε αυτό που ονομάζουμε γνώση. Ας δούμε τα βήματα. Όλα τα ζώα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν από τη φύση τους την αίσθηση. Είναι ικανά να προσλαμβάνουν τα ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Η γνωστική διαδικασία, λοιπόν, εκκινεί από τις αισθήσεις, μέσω των οποίων όλα τα ζώα λαμβάνουν πληροφορίες από το εξωτερικό περιβάλλον.
 
Σε ορισμένα ζώα από την αίσθηση προκύπτει η μνήμη, η οποία σε συνδυασμό με την ακοή τα καθιστά επιδεκτικά μάθησης. Η γνωστική πορεία των ζώων, εξαιρουμένου του ανθρώπου, σταματά σε αυτό το σημείο των παραστάσεων (φαντασία) και της μνήμης. Στο είδος των ανθρώπων συμβαίνει κάτι επιπλέον. Οι πολλές αναμνήσεις του ίδιου πράγματος παράγουν την εμπειρία και στη συνέχεια οι πολλές συλλήψεις (εννοήματα) της εμπειρίας παράγουν μια καθολική πεποίθηση (υπόληψη) για τα όμοια πράγματα, δηλαδή παράγουν το καθόλΟΝ. Αυτό είναι και το τελευταίο γνωστικό στάδιο στο οποίο δημιουργείται η τέχνη και η επιστήμη που είναι ό, τι ο Αριστοτέλης ονομάζει ΓΝΩΣΗ.
 
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που δίνεται στο ίδιο χωρίο: Αν δώσω ένα φάρμακο στον Καλλία που πάσχει από μια ασθένεια και μετά στον Σωκράτη που πάσχει από την ίδια ασθένεια, θα το κάνω από εμπειρία. Αν, όμως, σχηματίσω την καθολική κρίση ότι το φάρμακο αυτό είναι κατάλληλο για όλους όσοι πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή για ένα συγκεκριμένο είδος ανθρώπων που μπορώ να ορίσω, τότε κάνω τέχνη, επιστήμη. Φαίνεται, λοιπόν, ότι στο επίπεδο της τέχνης και της επιστήμης τα όμοια πράγματα κατηγοριοποιούνται, καθορίζονται με ευκρίνεια και γίνονται αντικείμενα μιας ενιαίας θεωρίας.
 
Σε αντίθεση προς την εμπειρία, η οποία είναι περισσότερο πρακτικού χαρακτήρα και αντικρύζει το καθ’ έκαστον πράγμα ως μέρος μιας πολλαπλότητας, η τέχνη / επιστήμη αναγνωρίζει μια ενότητα πίσω από το καθ’ έκαστον πράγμα. Αυτό γίνεται με μια ξαφνική αναγωγή σε καθολικές έννοιες. Πόσο ξαφνική είναι, όμως, η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Είπαμε ότι το καθόλον δημιουργείται όταν από πολλές εμπειρίες συντεθεί μια υπόληψη για τα όμοια πράγματα. Όμως είναι εύλογο να ισχυριστούμε ότι η υπόληψη προϋποθέτει το καθόλΟΝ, διότι πώς να φτιάξει κανείς μια γενική θεωρία αν δεν έχει ήδη καθολικές έννοιες;
 
Συνεπώς, η εμπειρία μοιάζει να εμπεριέχει το καθόλΟΝ.
 
Όμως, το ίδιο συμβαίνει και με την αίσθηση;
 
Στην περίπτωση αυτή η αίσθηση δεν θα ήταν μόνο αισθητηριακή πρόσληψη, αλλά και γνώση.
 
Στη συνέχεια του ίδιου χωρίου ο Αριστοτέλης μιλά πιο ελεύθερα και συσχετίζει περαιτέρω την εμπειρία με την τέχνη. Η πραγματική ζωή αποτελείται από καθ’ έκαστον πράγματα και όλες οι πράξεις και οι μεταβολές αφορούν το καθ’ έκαστον, ενώ το καθόλΟΝ μόνο συμπτωματικά (κατά συμβεβηκός). Για παράδειγμα, όταν κανείς θεραπεύει τον Καλλία, δεν θεραπεύει τον άνθρωπο γενικά, αλλά συγκεκριμένα τον Καλλία, ο οποίος τυχαίνει να είναι άνθρωπος. Παρά το γεγονός ότι στη ζωή η πράξη αφορά το καθ’ έκαστον, η γνώση ανήκει στην τέχνη και την επιστήμη που αφορούν τα καθόλΟΝ. Μάλιστα, όλοι θεωρούν τους τεχνίτες και τους επιστήμονες σοφότερους από τους εμπειρικούς διότι οι πρώτοι γνωρίζουν την αιτία των πραγμάτων.
 
Συμπεραίνει κανείς ότι η καθολική γνώση είναι γνώση της αιτίας και ακριβώς αυτό είναι που την καταξιώνει. Κάπου εδώ ο Αριστοτέλης παύει το ζήτημα που αφορά την κατάκτηση της γνώσης στο βιβλίο Α των Μετά τα Φυσικά. Άλλωστε, ο στόχος του στην πραγματεία αυτή είναι να δείξει τι είναι η σοφία και να την ορίσει ως γνώση κάποιων αρχών και αιτίων. Αν κοιτάξουμε με προσοχή όλη τη διαδρομή για την κατάκτηση της γνώσης θα διαπιστώσουμε ότι αφ’ ενός η όδευση εκκινεί από τις αισθήσεις και αφ’ ετέρου η γνωστική εκπλήρωση τελείται μέσω της εμπειρίας.
 
Τα δυο αυτά χαρακτηριστικά συνιστούν μια σαφή διακήρυξη εμπειρισμού εκ μέρους του Αριστοτέλη. Μάλιστα, ο ρόλος της νόησης ως αυτόνομης λειτουργίας μέσα στην πορεία προς την επιστήμη είναι προς το παρόν αφανής. Έτσι, στο Α' των Μετά τα Φυσικά δεν διαφαίνεται κάποιο δείγμα ορθολογιστικής θεώρησης της γνωστικής διεκπεραίωσης, όπως την είδαμε παραπάνω. Με τη βοήθεια άλλων αριστοτελιικών έργων θα αποσαφηνιστεί η προοπτική του εμπειρισμού, αλλά επιπλέον θα αναδειχθεί και η προοπτική του ορθολογισμού όσον αφορά την εκπλήρωση του επίστασθαι.
 
Προτού αναζητήσουμε την ακριβή εμφάνιση του καθόλΟΝ, θεωρώ χρήσιμο να δούμε τι σημαίνει η έννοια καθόλΟΝ στον Αριστοτέλη. Έως τώρα είδαμε ότι στο Α' η αινιγματική αυτή λέξη παρουσιάζεται ως η καθολική υπόληψη για τα όμοια πράγματα, ως η γενική έννοια που μας επιτρέπει να κάνουμε επιστήμη. Είδαμε καθαρά ότι δεν υπάρχει επιστήμη χωρίς καθόλΟΝ και ότι η επιστήμη είναι μόνο των καθολικών πραγμάτων. Η εν λόγω έννοια εξετάζεται και μάλιστα ορίζεται στα Αναλυτικά Ύστερα.
 
“Καθ’ όλου δε λέγω ο αν κατά παντός τε υπάρχει και καθ ’αυτο και ή αυτό”

Καθολικό είναι αυτό που μπορεί να τεθεί ως κατηγορούμενο στο σύνολο κάποιου υποκειμένου.
 
Το κατά παντός σημαίνει ότι το κατηγορούμενο δεν μπορεί να αποδίδεται μόνο σε ένα μέρος του υποκειμένου και ούτε μπορεί άλλοτε να αποδίδεται και άλλοτε όχι. Είναι απαραίτητο η κατηγόρηση να ισχύει για το σύνολο του υποκειμένου και σε κάθε περίπτωση. Για παράδειγμα, στην πρόταση «ο άνθρωπος είναι ζώο» η απόδοση του κατηγορουμένου «ζώο» στο υποκείμενο «άνθρωπος» οφείλει να ισχύει πάντα και για όλους τους ανθρώπους. Σε άλλο χωρίο ο Αριστοτέλης διατείνεται με σαφήνεια ότι μπορούμε να κάνουμε επιστήμη μόνο του καθόλΟΝ.
 
Τα διάφορα επιμέρους πράγματα, ως συντεθειμένα από μορφή και ύλη, είναι φθαρτά και μεταβλητά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει απόλυτη γνώση γι’ αυτά, παρά μόνο προσωρινή και συμπτωματική. Αντίθετα, η γνώση του καθόλΟΝ είναι αιώνια. Μάλιστα, ο επιστήμονας γνωρίζει, θα λέγαμε, μόνο καθολικά και χειρίζεται τα επιμέρους πράγματα ως παραδείγματα των καθόλΟΝ. Αν ο Αριστοτέλης αναγνώριζε μια επιστήμη του καθ’ έκαστον, αυτό θα σήμαινε ότι λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του την ύλη, πράγμα αδύνατο, εφόσον η ύλη δεν είναι μια οντολογική υπόσταση, αλλά υπάρχει μόνο λογικά.
 
Στο σημείο αυτό προκύπτει μια σοβαρή δυσκολία. Αν το καθόλΟΝ τίθεται ως κατηγορούμενο σε κάποιο υποκείμενο, δεν μπορεί να είναι υπόσταση, διότι η υπόσταση δεν αποτελεί ποτέ κατηγορούμενο. Όμως για τον Αριστοτέλη, ό,τι υπάρχει πραγματικά είναι η υπόσταση, το επιμέρους αισθητό πράγμα, το τόδε τι. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα είναι το σύνολο των επιμέρους πραγμάτων. Τότε γιατί γνωρίζουμε μόνο το καθόλΟΝ; Γιατί γνωρίζουμε μόνο αφαιρέσεις των αισθητών πραγμάτων και όχι τα ίδια τα πράγματα; Πώς θα γνωρίσουμε τις πραγματικές υποστάσεις που είναι γύρω μας; Το πρόβλημα αυτό θα λυθεί στη συνέχεια όταν φωτιστεί η σχέση του καθόλΟΝ με το επιμέρους πράγμα και η ακριβής θέση του μέσα στη γνώση.
 
Σχετικά με το ζήτημα της εμφάνισης του καθόλΟΝ ας επιλέξουμε έναν πιο ασφαλή δρόμο ξεκινώντας από τη ρίζα της αριστοτελικής γνωσιολογίας για να παρακολουθήσουμε τη διακλάδωση του προβλήματος. Το σκοπό αυτό θα βοηθήσει η θεωρία της γνώσης όπως την εκθέτει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα. Επειδή τα περισσότερα αριστοτελικά έργα ξεκινούν με προτάσεις μάλλον κρίσιμες και καθοριστικές, είναι σκόπιμο να κοιτάξουμε κι εδώ με προσοχή την εναρκτήρια πρόταση.
 
Πάσα διδασκαλία και πάσα μάθησις διανοητική εκ προϋπαρχούσης γίνεται γνώσεως
 
Δηλαδή, κάθε διδασκαλία και κάθε διανοητική μαθηση παράγεται από μια προϋπάρχουσα γνώση. Για κάθε γνώση υπάρχει μια α priori γνώση που υπόκειται ως βάση, που υφίσταται ως προϋπόθεση.
 
Αυτό ισχύει και για τα δυο είδη γνώσης που είναι:
 
α) ο συλλογισμός ή αλλιώς η παραγωγή και
β) η επαγωγή.
 
Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση είναι αναγκαίο να έχουμε στη διάθεσή μας εκ των προτέρων γνωστά δεδομένα. Πρέπει να ξέρουμε ήδη ότι το πράγμα το οποίο θα γνωρίσουμε υπάρχει και επίσης να ξέρουμε τι σημαίνει (τον ορισμό του).
 
Ο Αριστοτέλης ονομάζει χαρακτηριστικά τα τέσσερα πιθανά αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας: “Το ότι, το διότι, το ει εστί και το τι εστίν”. Το καθένα από τα θέματα αυτά έχει μια συγκεκριμένη θέση στη σειρά που ακολουθεί η επιστημονική διαδικασία. Αρχικά, τίθεται το όνομα του προς εξέταση αντικειμένου και η πρώτη ερώτηση αφορά το αν υπάρχει κάποιο πράγμα που αντιστοιχεί στο όνομα αυτό (ει εστί).
 
Αν το αντικείμενο αυτό υπάρχει, πρέπει να ρωτήσουμε τι είναι, τι εστίν. Αφού γνωρίσουμε τον ορισμό του, θα μάθουμε ότι του αποδίδονται κάποια κατηγορήματα και τέλος θα αναρωτηθούμε για ποιό λόγο έχει τα κατηγορήματα αυτά (διότι). Συγκεκριμένα, για να γίνει ένας συλλογισμός πρέπει να έχουμε δεδομένες προκείμενες που εκλαμβάνονται ως γνωστές και κοινά αποδεκτές, ενώ στην περίπτωση της επαγωγής πρέπει το ατομικό πράγμα να είναι προφανές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι προτού μάθουμε οτιδήποτε πρέπει να ξέρουμε ήδη κάτι.
 
Αυτό μας οδηγεί αμέσως στον Πλάτωνα όπου η γνώση προϋπάρχει ως ανάμνηση. Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι, εφόσον έχουμε δεδομένα γνωστά στοιχεία, με κάποιο τρόπο γνωρίζουμε το συμπέρασμα από πριν, όχι βεβαίως απόλυτα και όχι όπως πρόκειται να το γνωρίσουμε. Με την αναφορά αυτή ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι αποφεύγει την παγίδα του πλατωνικού Μένωναּ την παγίδα να εγκλωβιστούμε στο παράδοξο της μάθησηςֹ δηλαδή να θεωρήσουμε ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι, αφού αν το αγνοούμε, δεν μπορούμε να το ερευνήσουμε και αν το γνωρίζουμε, τότε το ξέρουμε ήδη.
 
Πώς κινείται η γνώση στο συλλογισμό και πώς στην επαγωγή;
 
Στην περίπτωση του συλλογισμού το συμπέρασμα παράγεται από αληθείς, πρώτες, άμεσες, οικειότερες και προγενέστερες προκείμενες που λειτουργούν ως αιτίες, καθώς για να γνωρίσουμε επιστημονικά πρέπει να γνωρίσουμε την αιτία του πράγματος και να ξέρουμε ότι αυτό δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Αυτή είναι, άλλωστε, η διαφορά ανάμεσα στη γνώση και την απλή γνώμη / δόξα.
 
O συλλογισμός είναι διαδικασία παραγωγική και μεταβαίνει από το καθολικό στο μερικό
 
Αυτό σημαίνει ότι οι προκείμενες προτάσεις του είναι όσο το δυνατόν γενικότερες και οδηγούν σε γνώση συγκεκριμένου χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι τα διάφορα επιμέρους πράγματα είναι πρότερα προς ημάς, αφού τα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις και είναι τα πρώτα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή. Αντίθετα, τα καθόλου είναι φύσει πρότερα, αλλά χρειάζεται μια μακρά πορεία για να τα αδράξουμε. Συνεπώς, οι προκείμενες προτάσεις του συλλογισμού είναι οικειότερες και προγενέστερες διότι ως καθολικές είναι φύσει πρότερες.
 
Το καθοριστικό σημείο είναι ότι πρόκειται για προτάσεις άμεσες και αναπόδεικτες. Μιλάμε για προκείμενες που θέτουν σε κίνηση τον επιστημονικό συλλογισμό. Οι ίδιες, όμως, δεν παράγονται αποδεικτικά. Θα λέγαμε ότι είναι τα πρώτα, τα απλούστερα, μη αναγώγιμα στοιχεία, αυτά που δεν εξαρτούν την αλήθεια της ύπαρξής τους από ανώτερες και καθολικότερες προτάσεις. Μοιάζουν με όρια, καθώς δεν υπάρχουν άλλες προτάσεις πέρα από αυτές. Είναι οι πρώτες αρχές που δεν αποδεικνύονται και δεν χρειάζεται να αποδειχθούν.
 
Φαίνεται ότι όταν μπαίνουμε στα δύσκολα χωράφια της γνώσης συμβαίνει να φωτίζουμε κάποιες έννοιες ή προτάσεις ακριβώς επειδή συσκοτίζουμε κάποιες άλλες. Χρειαζόμαστε δεδομένα και αυτονόητα στοιχεία, προκειμένου να θεματοποιήσουμε τα ερωτήματά μας και να διεξαγάγουμε την αποδεικτική διαδικασία. Μάλιστα, αν οι πρώτες αρχές δεν ήταν πεπερασμένες σε αριθμό και αναπόδεικτες, θα οδηγούμασταν σε μια άπειρη αναγωγή από προκείμενη σε προκείμενη, όπου τίποτα δεν θα ήταν αποδεκτό ως δεδομένο και αναπόδεικτο.
 
Αν έπρεπε να δώσουμε έναν ορισμό στην έννοια του συλλογισμού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η μορφή της λογικής απόδειξης. Για να παραχθεί το συμπέρασμα οι προκείμενες πρέπει να είναι τουλάχιστον δυο. Η πρώτη και καθολικότερη είναι η μείζων πρόταση και η δεύτερη είναι η ελάσσων. Η αποδεικτικότητα του συμπεράσματος εναπόκειται στις προκείμενες. Αν οι προκείμενες είναι αληθείς, το συμπέρασμα θα είναι οπωσδήποτε αληθές. Το σώμα του αποδεικτικού συλλογισμού περιλαμβάνει συγκεκριμένους όρους που έχουν είτε θέση υποκειμένου είτε θέση κατηγορήματος.
 
Κάποιοι θα είναι οι άκροι όροι και μια λέξη θα είναι ο μέσος όρος. Ας δούμε το παράδειγμα:
 
Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.
Ο Σωκράτης είναι θνητός.
 
Το πιο σημαντικό είναι να δούμε το μέσο όρο του συλλογισμού και τη λειτουργία του
 
Η λέξη «άνθρωπος» είναι ο όρος που υπάρχει κοινός στις προκείμενες και απουσιάζει από το συμπέρασμα. Είναι ο συνενωτικός και διαμεσολαβητικός όρος που επικαθορίζει τη διαπροτασιακή σχέση. Μεσολαβεί και αιτιολογεί το συμπέρασμα. Γι’ αυτό και ο μέσος όρος είναι πάντα η αιτία του συμπεράσματος. Στο παράδειγμα που έχουμε ο συλλογισμός εκκινεί από μια αληθή προκείμενη καθολικού χαρακτήρα που αφορά το σύνολο των ανθρώπων. Με γέφυρα τη διαμεσολαβητική αιτία της λέξης «άνθρωπος» που βρίσκεται και στη δεύτερη αληθή προκείμενη αποδεικνύεται με εγκυρότητα το συμπέρασμα το οποίο είναι εξειδικευμένου περιεχομένου. Αφορά, δηλαδή, ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, τον Σωκράτη.
 
Έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε κατά πόσο η πλατωνική διαίρεση αποτελεί την ιδρυτική πράξη του αριστοτελικού συλλογισμού. Στον Πολιτικό συναντάμε ένα πολύ καλό παράδειγμα της μεθόδου με την οποία μπορούμε να ορίσουμε μια γενική έννοια. Ο Πλάτωνας θέλει να ορίσει την έννοια της «πολιτικής» και την καθιστά διαιρετική βάση. Την επιμερίζει σε ειδικότερες κατηγορίες από τις οποίες ασχολείται κάθε φορά με αυτήν που προσδιορίζει την αρχική του έννοια. Την κατηγορία αυτή διαιρεί περαιτέρω και με τον ίδιο τρόπο έως ότου εξαντλήσει τη δυνατότητα της διαίρεσης καταλήγει στην έσχατη έννοια.
 
Με αργούς βηματισμούς και χωρίς καμιά παράλειψη σχηματοποιείται η διακλάδωση που οδηγεί από την καθολική έννοια στη μερική. Είναι η πλατωνική πορεία κατάβασης από το αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο, από την ιδέα σε κάτι περισσότερο αισθητό για να επιτευχθεί ένας ορισμός. Είναι η υπό πλατωνική προοπτική αποδεικτικότητα που τείνει να γεφυρώσει εννοιολογικά το χάσμα νοητού-αισθητού. Έχω τη γνώμη πως δεν θα ήταν αδόκιμο να διαβάσουμε ομοιότητες ανάμεσα σε αυτήν την γνωσιολογική διαδρομή και τον αποδεικτικό συλλογισμό του Αριστοτέλη.
 
Και στις δυο περιπτώσεις υπάρχει ένα νοηματικό συνεχές που εκφέρει την έκπτυξη του καθολικού στη διαφορά. Οι υπερκείμενες καθολικές έννοιες και κρίσεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη αντιστοίχως αναλύονται αποδεικτικά στο συγκεκριμένο.
 
Ας επανέλθουμε, όμως, στις πρώτες και αναπόδεικτες αρχές που προϋποτίθενται για να διεξαχθεί ένας συλλογισμός.
 
Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα αφετηριακά σημεία της γνώσης:
 
α) Τα αξιώματα, όπως είναι η αρχή της αντίφασης και η αρχή του αποκλειόμενου τρίτου. Πρόκειται για προτάσεις που οπωσδήποτε πρέπει να γνωρίζει κάποιος προτού προχωρήσει στην επιστημονική διαδικασία της απόδειξης. Τα αξιώματα δεν συνιστούν προκείμενες του συλλογισμού, αλλά κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα εκδιπλωθεί η απόδειξη και είναι κοινά σε περισσότερες από μια επιστήμες.
 
β) Οι θέσεις είναι προτάσεις διαφορετικές για κάθε επιστήμη. Όταν αφορούν την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη του πράγματος λέγονται υποθέσεις και όταν αφορούν το τι είναι το πράγμα λέγονται ορισμοί. Τα Αναλυτικά Ύστερα Β περιλαμβάνουν εκτενή περιγραφή της έννοιας του ορισμού και σύγκρισή του με το συλλογισμό. Όπως είναι αναμενόμενο, οι ορισμοί δεν αποδεικνύονται, αλλά είναι οι αφετηριακές αρχές της απόδειξης.

Συνοπτικά αναφέρω τα τρία είδη ορισμών που διακρίνει ο Αριστοτέλης
 
α) οι αναπόδεικτοι ορισμοί που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες ως θεμελιώδεις έννοιες,
β) οι αιτιολογικοί ορισμοί που είναι οιονεί απόδειξη και
γ) οι ονοματικοί ορισμοί που δηλώνουν τι σημαίνει η λέξη του πράγματος.
 
Είναι φανερό ότι αυτές οι πρώτες και καθολικές προκείμενες, που είναι η προϋπάρχουσα γνώση του συλλογισμού, συλλαμβάνονται με κάποιο διαφορετικό γνωστικό τρόπο από αυτόν της αποδεικτικής παραγωγής. Εδώ το αρχικό μας πρόβλημα γίνεται σαφέστερο και αρχίζει για πρώτη φορά να διαφαίνεται μια πιο συγκεκριμένη λύση. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, την έννοια που θα μας βοηθήσει.
 
Το δεύτερο είδος γνώσης που αναγνωρίζει ο Αριστοτέλης: την επαγωγή. Η επαγωγή είναι η αντίστροφη πορεία του παραγωγικού συλλογισμού, δηλαδή η κίνηση που προβαίνει από το μερικό στο καθολικό. Είναι εμπειρική δραστηριότητα, κατά την οποία η αίσθηση συλλέγει επιμέρους περιπτώσεις με σκοπό να γενικεύσει. Η παρατήρηση πολλών ή όλων των ατομικών περιπτώσεων οικοδομεί ένα καθολικό συμπέρασμα. Αν η απαρίθμηση είναι πλήρης, δηλαδή αν εξαντλεί το σύνολο των αισθητών περιπτώσεων, έχουμε τέλεια επαγωγή. Όταν η εμπειρική απαρίθμηση είναι ελλιπής, τότε η επαγωγή είναι ατελής και το συμπέρασμά της αβέβαιο.
 
Φαίνεται, λοιπόν, ότι το δεύτερο είδος γνώσης προηγείται και προϋποτίθεται για να διεξαχθεί το πρώτο. Η επαγωγή μας οδηγεί από την αίσθηση στις καθολικές προτάσεις και αντιστρόφως ο συλλογισμός εκκινεί από αυτές για να μας αποδείξει ένα συμπέρασμα μερικού χαρακτήρα. Έτσι, η γνώση μοιάζει να είναι διπλής κατεύθυνσης: να πορεύεται από το μερικό στο καθολικό και έπειτα από το καθολικό στο μερικό.
 
Κατά την επαγωγική πράξη η αίσθηση οπωσδήποτε δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά που κάνει ο συλλογισμός, γιατί δεν γνωρίζει την αιτία. Δεν μπορεί να δει τα καθόλου που είναι αιώνια και άφθαρτα και συνεπώς δεν μας χορηγεί επιστημονική γνώση. Αντικείμενο της αίσθησης είναι τα αισθητά ατομικά πράγματα που βρίσκονται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο και υπόκεινται στην αλλαγή (των γαρ καθ’ έκαστον η αίσθησις). Το καθόλΟΝ είναι το τέρμα στο οποίο θα φτάσει η αίσθηση. Σύμφωνα με το παράδειγμα που αναφέρει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα, αν ρωτήσουμε τι είναι έκλειψη της σελήνης ή ποια είναι η αιτία της έκλειψης, και στις δυο περιπτώσεις ζητούμε την αιτία του εν λόγω φαινομένου, δηλαδή το μέσο όρο του συλλογισμού στον οποίο θα προέβαινε κανείς εν προκειμένω.
 
Σε περίπτωση, όμως, που βρισκόμασταν στη σελήνη δεν θα κάναμε αυτές τις ερωτήσεις διότι η αίσθησή μας θα μας πληροφορούσε για το φαινόμενο της έκλειψης, ότι δηλαδή εκείνη τη στιγμή η γη θα έκρυβε τη σελήνη από τον ήλιο. Τότε, με την αίσθηση θα αποκτούσαμε γνώση του καθόλΟΝ (εκ γαρ του αίσθεσθαι και το καθ’ όλου εγνετο αν ημιν ειδέναι). Βεβαίως, το να βρεθεί κανείς στη σελήνη και να δει από κοντά τη γη να της στερεί το φως δεν του χορηγεί αμέσως την αιτία της έκλειψης, αλλά μόνο μέσα από μια πορεία που πρέπει να εξελιχθεί.
 
Έτσι, αν λείψει η αίσθηση, θα λείψει και η επιστήμη, αφού οι καθολικές αλήθειες που επεξεργάζεται η τελευταία προκύπτουν μέσω επαγωγής από την αισθητηριακή πρόσληψη.
 
Συνεπώς, δεν υπάρχει γνώση χωρίς επαγωγή. Όμως, δεν υπάρχει επαγωγή χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Άρα, δεν υπάρχει γνώση χωρίς αισθητηριακή αντίληψη. Με έναν κατά τέτοιο τρόπο αριστοτελικά σχηματιζόμενο συλλογισμό καταλαβαίνουμε το λόγο για τον οποίο οι άνθρωποι αγαπούν, όπως είδαμε (Μετά τα Φυσικά, Α') τις αισθήσεις τους.
 
Όμως, καθώς είναι πολύ δύσκολο να εξετάζονται όλα τα επιμέρους παραδείγματα, η επαγωγή είναι συνήθως ατελής. Αυτό φαίνεται να είναι πρόβλημα γιατί μας εμποδίζει να τη θεωρήσουμε ασφαλή μέθοδο. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να την καταστήσουμε με κάποιο τρόπο αξιόπιστη, διότι αυτή μας προσπορίζει τις καθολικές έννοιες με τις οποίες συγκροτείται η επιστήμη. Πράγματι, θα δούμε στη συνέχεια με περισσότερες λεπτομέρειες πώς στέκεται ο Αριστοτέλης απέναντι στη μέθοδο της επαγωγής και πώς της αναθέτει το δύσκολο έργο του σχηματισμού των πρώτων αρχών.
 
Στο τελευταίο μέρος Β19 των Αναλυτικών Ύστερων, ο Αριστοτέλης διατυπώνει με ακρίβεια το ερώτημα σχετικά με τον τρόπο σύλληψης των πρώτων αρχών. Στο χωρίο αυτό συναντάμε τις πιο σαφείς σκέψεις που μπορούν να μας λύσουν το πρόβλημα, βεβαίως πάντοτε μέσα στο γνωστό πλαίσιο της αριστοτελικής αμφισημίας. Είναι ήδη μερικώς σκοτεινή η έννοια των πρώτων αρχών και μια παραχώρηση εκ μέρους μας να μην την εξετάσουμε περαιτέρω. Ο Αριστοτέλης μοιάζει να αρκείται στις πληροφορίες που μας δίνει κι εμείς δικαιολογημένα ταυτίζουμε τις πρώτες αρχές με τα αφετηριακά σημεία του συλλογισμού, δηλαδή με τα αξιώματα, τις υποθέσεις και τους ορισμούς. Ταυτόχρονα, οι πρώτες αρχές αναφέρονται και σε έννοιες που πρέπει να είναι οι πιο γενικές και απλές, όπως είναι οι κατηγορίες. Φαίνεται, πάντως, ότι όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται στα καθόλΟΝ δεν εννοεί μόνο καθολικές έννοιες, αλλά και καθολικές κρίσεις.
 
Να, λοιπόν, τα πρώτα ερωτήματα του Αριστοτέλη. Η γνώση των πρώτων αρχών είναι επιστημονική; Είναι έμφυτη ή επίκτητη; Ποια είναι η γνωστική λειτουργία που μας τη χορηγεί; Ακολουθούν αμέσως οι απαντήσεις. Οφείλουμε να απορρίψουμε την υπόθεση ότι η γνώση των πρώτων αρχών είναι έμφυτη διότι αν ήταν, θα έπρεπε να την αντιλαμβανόμαστε. Όμως, δεν καταλαβαίνουμε την ύπαρξή της. Για παράδειγμα, τα βρέφη δεν φαίνεται να έχουν την ικανότητα να γνωρίζουν με αφηρημένο τρόπο.
 
Όμως, η γνώση των πρώτων αρχών δεν μπορεί να είναι ούτε επίκτητη, γιατί τότε θα έπρεπε να προκύπτει από μια προϋπάρχουσα γνώση. Τελικά, ο Αριστοτέλης διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος διαθέτει μια ικανότητα που του χορηγεί αργότερα τη γνώση των αρχών. Έτσι, η τελευταία δεν είναι παραγόμενη γνώση γιατί δεν προκύπτει από κάπου, αλλά εξαρτάται από την άσκηση της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας. Η λειτουργία αυτή εδράζεται στην αίσθηση που έχουν όλα τα ζώα, δηλαδή την ικανότητα να διακρίνουν ατομικά αισθητηριακά δεδομένα. Από την αίσθηση η οποία διαχωρίζει τα φαινόμενα αρχίζει η γνωστική όδευση προς την κατανόηση.
 
Η πορεία, δηλαδή, εκκινεί από τα πιο οικεία προς ημάς στα πιο δύσκολα προς ημάς, τα οποία είναι, όμως, τα φύσει πρότερα. Το επόμενο στάδιο είναι η μνήμη που ενυπάρχει σε ορισμένα ζώα. Είναι η ικανότητα να διατηρούν το αισθητό πράγμα ως νοητική εικόνα, ως φάντασμα, ως αποτύπωμα μετά το πέρας της αισθητηριακής πρόσληψης. Η επανάληψη πολλών αναμνήσεων του ίδιου πράγματος δημιουργεί σε ορισμένα πάλι ζώα μια εμπειρία εναποθέτοντας στην ψυχή τους ένα καθόλου. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των αναμνήσεων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάθος της εμπειρίας.
 
Το καθόλΟΝ που βρίσκεται σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε παρελθούσες παρατηρημένες περιπτώσεις και δεν επιτρέπει ακόμα στον εμπειρικό να σχηματίσει καθολικές προτάσεις. Η πορεία φτάνει στο τέρμα της όταν το καθόλΟΝ δημιουργεί την τέχνη – αν πρόκειται για το γίγνεσθαι – και την επιστήμη – αν πρόκειται για το είναι. Είναι η στιγμή που η παρουσία του καθολικΟΝ μέσα στο νου χάρις στις διαδοχικές εντυπώσεις του συγκεκριμένου πράγματος σχηματοποιεί την έννοια, την καθολική πεποίθηση για τα όμοια πράγματα, όπως είδαμε και στο Α των Μετά τα Φυσικά. Είναι φανερό ότι και σε αυτό το απόσπασμα έχουμε μια συνεπή περιγραφή της ίδιας γνωστικής διαδικασίας που μας ανέλυσε ο Αριστοτέλης στο Α' . Εδώ είναι πιο ξεκάθαρη η φυσική κλίση του ανθρώπου προς τη γνώση, αφού είναι η σύσταση της ανθρώπινης ψυχής που διαθέτει τη δυνατότητα των παραπάνω γνωστικών μεταβάσεων.
 
Ο Αριστοτέλης συνεχίζει με μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση σαν να μην είναι μόνο ο Πλάτωνας που χρησιμοποιεί μεταφορές. Το πέρασμα από τα καθ’ έκαστον στο καθόλΟΝ μοιάζει με ένα στράτευμα που ενώ είχε τραπεί σε φυγή την ώρα της μάχης, επανασυντάσσεται σιγά σιγά, έως ότου επιστρέψει στην αρχική κατάσταση της απόλυτης πειθαρχίας του. Την απαραίτητη μετάβαση από την αταξία στην τάξη ακολουθεί και η αίσθηση. Τα ασύνδετα ατομικά δεδομένα συγκλίνουν σταδιακά προς μια ομοιότητα μεταξύ τους μέχρι να απομείνει το κοινό τους στοιχείο που είναι ένα καθόλΟΝ.
 
Ομοίως, οι άτακτοι στρατιώτες είναι διασκορπισμένα και ασύνδετα άτομα που οδηγούνται στην εξ-ομοίωσή τους για να γίνουν ένα κοινό σώμα, καλύτερα μια κοινή γενική έννοια: στρατός. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης μιλάει για μια επιστροφή του στρατού στην αρχική του κατάσταση σαν να προηγείται η τάξη της αταξίας. Πράγματι, όπως ξέρουμε ήδη, παρόλο που δεν μπορούμε να συλλάβουμε εξ αρχής το καθόλου, αλλά συλλαμβάνουμε πρώτα τα επιμέρους αισθητά πράγματα, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο του καθ’ έκαστον. Έτσι, η απόκτηση της γενικής έννοιας είναι μια επιστροφή στο φύσει πιο οικείο.
 
Η διαδρομή από τα συγκεκριμένα πράγματα στο καθόλΟΝ περιγράφεται ως επαγωγή
 
Μάλιστα, η πορεία μπορεί να συνεχιστεί από κάποια καθόλΟΝ σε ακόμα πιο γενικές έννοιες μέσα από διαδοχικές αφαιρέσεις. Για παράδειγμα, από τον Σωκράτη μπορούμε να φτάσουμε στο είδος «άνθρωπος» και ακόμα στο γένος «ζώο». Τώρα που είδαμε και την περιγραφή της επαγωγικής μεθόδου στα Αναλυτικά Ύστερα μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα εκ νέου. Πόσο ξαφνική είναι η εμφάνιση του καθόλΟΝ; Γνωρίζουμε ότι η αίσθηση βλέπει μόνο τα καθ’ έκαστον. Αυτό σημαίνει ότι για να μεταβούμε στην καθολική έννοια πρέπει να γεφυρώσουμε κάποιο χάσμα.
 
Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν υποθέσουμε ότι το καθόλΟΝ δεν εμφανίζεται εκ του μηδενός ή δια μαγείας, αλλά με κάποιο τρόπο υπάρχει ήδη από το πρώιμο στάδιο της αίσθησης. Αρκεί να εννοήσουμε καλύτερα την έννοια του καθόλΟΝ. Αν θυμηθούμε τη σύσταση μιας αριστοτελικής κρίσης και τη σχέση του υποκειμένου με το κατηγορούμενο, θα δούμε ότι το καθόλΟΝ είναι ακριβώς το κατηγορούμενο που αποδίδεται ως ιδιότητα στο τόδε τί υποκείμενο πράγμα. Στην προοπτική αυτή, η καθολική έννοια που απομονώνουμε από τα επιμέρους αισθητά πράγματα στο τελευταίο στάδιο της επαγωγής είναι η κοινή τους ιδιότητα.
 
Επομένως, όταν προσλαμβάνουμε αισθητηριακά ένα πράγμα, το καθόλΟΝ ενοικεί σε αυτό ως το κοινό χαρακτηριστικό που το πράγμα μοιράζεται και με άλλα πράγματα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να έχουμε καθαρή και αρθρωμένη κατανόησή του, προτού φτάσουμε στο τελευταίο στάδιο, αυτό της τέχνης και της επιστήμης. Κάθε καθολική έννοια υπάρχει συμπτωματικά ως ιδιότητα ενός υποκειμένου και η αίσθηση έρχεται σε επαφή μαζί της μόνο κατά συμβεβηκός. Έτσι, όταν κανείς βλέπει τον Καλλία βλέπει τον άνθρωπο Καλλία.
 
Από τις αισθητηριακές πληροφορίες πραγματώνεται προοδευτική αφαίρεση με σκοπό να διαχωριστεί η κοινή έννοια από τα συγκεκριμένα πράγματα και να συλληφθεί ως καθολική, ως Ένα «πέρα» από τα πολλά. Το τελευταίο στάδιο είναι η στιγμή που γίνεται η καθαρή αναγωγή και αποσπάται η μορφή από την υλική της εκδήλωση.
 
Οι παραπάνω περιγραφές σχετικά με τη μέθοδο που αποκτάται το καθόλΟΝ καταδεικνύουν την εμπειρική σκέψη του Αριστοτέλη. Είναι σαφής ο πρωτεύων ρόλος της αίσθησης, η οποία αντικρύζει συμπτωματικά το καθολικό και δίνει το έναυσμα για την μετέπειτα αναγνώρισή του. Έτσι, η επαγωγή περιγράφεται ως η κατεξοχήν εμπειρική δραστηριότητα τόσο στο Α των Μετά τα Φυσικά όσο και στα Αναλυτικά Ύστερα. Ενώ, όμως, ο αριστοτελικός εμπειρισμός είναι καθαρός στο Α', στα Αναλυτικά Ύστερα μια ορθολογική πλευρά αφήνει τα ίχνη της.
 
Στην τελευταία παράγραφο του έργου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο νους είτε για να φωτίσει περισσότερο το τοπίο είτε για να το συσκοτίσει. Στις τελευταίες σειρές ενός γραπτού κειμένου περιμένουμε, συνήθως, λόγια που συγκεφαλαιώνουν ή ανασυγκροτούν τα προηγούμενα. Φαίνεται, όμως, πως ο Αριστοτέλης άνοιξε καινούριους λογαριασμούς λέγοντας ότι:
 
επεί δ’ ουδέν αληθέστερον ενδέχεται είναι επιστήμης η νουν, νους αν είη των αρχών…

Τελικά είναι ο νους αυτός που συλλαμβάνει ή κατανοεί τις πρώτες αρχές διότι είναι το ακριβέστερο και αληθέστερο γένος που υπάρχει μετά την επιστήμη.
 
Όπως είδαμε, δεν μπορεί να υπάρχει επιστήμη των πρώτων αρχών, αφού οι αρχές δεν αποδεικνύονται, αλλά γίνονται αντικείμενο σύλληψης από το νου. Κι επειδή οι πρώτες αρχές είναι περισσότερο γνωρίσιμες από τα συμπεράσματα μιας απόδειξης, είναι λογικό να γίνεται η σύλληψή τους με έναν τρόπο ασφαλέστερο και ανώτερο από την επιστήμη. Έτσι, αρχή της επιστήμης είναι ο νους.
 
Η επίδραση του νου στο χώρο της γνώσης μεταφράζεται ως κατανόηση των αρχών ή ως ενορατικός λόγος που συλλαμβάνει τις αρχές. Η ενορατική λειτουργία οφείλεται στη φυσική δυνατότητα του νου να κατανοεί την τάξη του εξωτερικού κόσμου. Στο σημείο αυτό εγείρονται αναπόφευκτα θεμελιώδη ερωτήματα. Ποια η σχέση του νου με την επαγωγή; Έρχονται σε αντιπαράθεση; Με ποιο τρόπο συλλαμβάνεται τελικά το καθόλου;
 
Ο Αριστοτέλης μοιάζει να μετεωρίζεται ανάμεσα στον πλατωνισμό της νεότητάς του και στον εμπειρισμό που καταβάθος υποστηρίζει. Ο νους είναι η τέλεια λειτουργία της ψυχής και συλλαμβάνει ενορατικά την αλήθεια των πρώτων αρχών από τις οποίες θα ξεκινήσει η απόδειξη. Μέσα στους αναβαθμούς της επαγωγικής διαδρομής η μορφή αποχωρίζεται σταδιακά την ύλη και προετοιμάζεται το έδαφος για την περαιτέρω αφαίρεση που θα πραγματοποιήσει τελικά ο νους.
 
Εδώ οι μελετητές βλέπουν το μεγάλο πρόβλημα που αφορά τη σύλληψη του καθόλΟΝ και κάποιοι επιχειρούν να συμβιβάσουν την εμπειρική με την ορθολογική όψη του ζητήματος. Ο Ross , αν και δεν φαίνεται να προβληματίζεται ιδιαίτερα από μια ενδεχόμενη αντίφαση, προβαίνει στον παρακάτω διαχωρισμό. Η επαγωγή αφορά τη μετάβαση από το επιμέρους στο γενικό, ενώ η ενόραση είναι η ανθρώπινη λειτουργία που συλλαμβάνει το καθόλΟΝ. Από το πρίσμα αυτό, ο νους και η επαγωγή είναι ονόματα για διαφορετικά πράγματα και δεν αλληλοαναιρούνται. Η επαγωγή περιγράφει ολόκληρη τη διαδρομή, το σύνολο των στιγμών έως την απόκτηση του καθόλΟΝ. Όμως, η τελική και καθοριστική πράξη διενεργείται από την ύψιστη ικανότητα του ανθρώπου: το νου.
 
Ο Barnes αφιερώνει αρκετό χώρο και χρόνο στο πρόβλημα της σύλληψης των πρώτων αρχών. Υποθέτει ότι η αδυναμία της επαγωγής να μας οδηγήσει από μόνη της στη γνώση των αρχών καθιστά αναγκαία την παρουσία της ενόρασης. Καταχρηστικά, ίσως, ο Barnes χρησιμοποιεί τον όρο ενορατική επαγωγή για να συνδέσει και στην πράξη τις δυο επίμαχες έννοιες. Ωστόσο, διαχωρίζει τον εαυτό του από όσους αναγνωρίζουν στο νου ένα ενορατικό ενέργημα, ένα ενορατικό βλέμμα που ορά τις αλήθειες. Θεωρεί ότι και ο νους μοιάζει περισσότερο με την αίσθηση όταν ενεργεί, εφόσον πραγματεύεται ατομικά πράγματα. Αυτό καθιστά τη χρήση της έννοιας «ενόραση» άστοχη.
 
Ο Barnes συμβιβάζει την επαγωγή με το νου ισχυριζόμενος ότι η κάθε έννοια αντιπροσωπεύει μια διαφορετική λειτουργία. Η επαγωγή σημαίνει τον τρόπο, τη μέθοδο, τη διαδικασία. Ο νους είναι η έξη, η ανθρώπινη ικανότητα. Αν μεταφράζαμε με τη λέξη ενόραση θα εννοούσαμε το νου ως μέθοδο και θα τον συγχέαμε με την επαγωγή. Καλύτερα, λοιπόν, ο νους είναι κατανόηση. Έτσι, ο νους που κατανοεί τις πρώτες αρχές είναι η αρχή της γνώσης. Μέσα από τη θεώρηση αυτή, ο Barnes αναγνωρίζει τον εμπειρικό χαρακτήρα της μεθόδου με την οποία συλλαμβάνεται το καθόλΟΝ, αλλά δεν θεωρεί ορθολογική παρέμβαση την επίδραση του νου, εφόσον ο τελευταίος δεν συνιστά τη μέθοδο, αλλά την ανθρώπινη γνωστική λειτουργία.
 
Η σχέση του επιμέρους με το καθόλου και μια ίσως πιο ορθολογική κλίση του Αριστοτέλη φαίνεται με έναν διαφορετικό τρόπο στο Περί Ψυχής. Στην πραγματεία αυτή η ανθρώπινη ψυχή είναι μια ψυχή που περνά σταδιακά από την άγνοια στη γνώση αναγνωρίζοντας τη σύστασή της και τη συμβατότητά της με τον εξωτερικό κόσμο. Ο Αριστοτέλης χειρίζεται το δίδυμο αίσθηση – νους σε συνδυασμό με το άλλο γνωστό δίδυμο δυνάμει – ενεργεία. Κάτι είναι δυνάμει όταν υπάρχει μόνο ως δυνατότητα και δεν έχει ακόμα πραγματωθεί.
 
Ενεργεία είναι αυτό που θέτει σε πραγματική κίνηση τη λειτουργία του εκπληρώνοντας το σκοπό του (σε εντελέχεια). Είναι, θα λέγαμε, η δυνατότητα που έγινε πραγματικότητα. Ας δούμε μια πρώτη σύγκριση ανάμεσα στην αίσθηση και στο νου. Η ενεργεία αίσθηση ασχολείται με τα καθ’ έκαστον, ενώ η επιστήμη με τα καθόλΟΝ. Τα ατομικά πράγματα ανήκουν στον εξωτερικό κόσμο και η ύπαρξή τους είναι απαραίτητη για να λειτουργήσει η αίσθηση. Αντίθετα, τα καθόλΟΝ υπάρχουν με κάποιο τρόπο μέσα στην ψυχή κι έτσι ο νους τα νοεί κατά βούληση χωρίς να εξαρτάται από κάτι εξωτερικό. Έτσι, η εντελέχεια της αίσθησης είναι εξαρτημένη, ενώ του νου ανεξάρτητη.
 
Το συγκεκριμένο επιχείρημα μου μοιάζει προβληματικό καθώς, θέτει την αίσθηση και το νου σε απόλυτη διάζευξη, σαν να μην είναι η αίσθηση απαραίτητη προϋπόθεση για την μετέπειτα λειτουργία του νου. Τα καθόλΟΝ είναι, βεβαίως, φύσει πρότερα, αλλά δεν παύουν να βρίσκονται εντός των αισθητών αντικειμένων. Φαίνεται ότι ο νους αξιώνει εδώ μια ειδική αυτονομία έναντι της αίσθησης, ώστε να εξαρθεί αργότερα η ξεχωριστή θέση του. Ας μην είμαστε, όμως, βιαστικοί. Η συνέχεια ξετυλίγει σκέψεις για την ύπαρξη των πέντε αισθήσεων.
 
Κάθε αίσθηση έχει κάποιο μέγεθος που αντιστοιχεί σε ένα αισθητήριο όργανο. Αν λείπει κάποια αίσθηση, θα λείπει και το αισθητήριό της. Επίσης, τα αισθητήρια όργανα είναι συντεθειμένα από τα πρωταρχικά στοιχεία: νερό και αέρας. Όλα τα υγιή ζώα διαθέτουν τις πέντε αισθήσεις και μάλιστα αν οι ιδιότητες του κόσμου είναι αυτές και τα σώματα των όντων τέτοια δεν μπορεί να υπάρχει έκτη αίσθηση. Όμως, πώς συλλαμβάνονται τα συμπτωματικά κοινά αισθητά, όπως είναι η κίνηση, η στάση, το σχήμα, το μέγεθος, ο αριθμός και η ενότητα;
 
Ο Αριστοτέλης απαντά ότι γι’ αυτά δεν υπάρχει ιδιαίτερο αισθητήριο όργανο κι επομένως ούτε επιπλέον αίσθηση που να τα συλλαμβάνει. Αν υπήρχε ξεχωριστή αίσθηση για τα κοινά αισθητά, θα τα αισθανόμασταν τυχαία με τις άλλες αισθήσεις, όπως για παράδειγμα αισθανόμαστε όχι ότι ο γιος του Κλέωνα είναι γιος του Κλέωνα, αλλά ότι είναι λευκός και τυχαίνει αυτός ο λευκός να είναι γιος του Κλέωνα. Όμως, τα κοινά αισθητά δεν τα συλλαμβάνουμε κατά συμβεβηκός, αλλά με την κοινή αίσθηση.
 
Δεν πρόκειται για μια έκτη αίσθηση πέρα από τις πέντε, αλλά για την κοινή φύση των πέντε αισθήσεων. Όταν δυο ειδικές αισθήσεις στρέφονται ταυτόχρονα σε ένα πράγμα, η καθεμιά αισθάνεται το ιδιαίτερο αισθητό της άλλης ως μια κοινή αίσθηση. Κατά την πορεία τους στο αισθητό πράγμα οι δυο αισθήσεις μοιάζουν να συνενώνονται σε μια μοναδική που αναγνωρίζει τα δυο αισθητά χαρακτηριστικά τα οποία υπάρχουν ταυτόχρονα στο πράγμα. Κρίσιμο είναι ότι κάθε αίσθηση ως κοινή αίσθηση αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και την πράξη της.
 
Για να αποφύγουμε μια άπειρη αναγωγή από αίσθηση σε αίσθηση, είναι αναγκαίο να καταλήξουμε σε μια αίσθηση που συλλαμβάνει εαυτήν. Η κοινή αίσθηση διακρίνει τα διαφορετικά αισθητά χαρακτηριστικά, όπως το λευκό και το γλυκό και δίνει την ενότητα στην αισθητηριακή μας γνώση. Διακρίνει ότι τα αισθητά τώρα διαφέρουν και αντιλαμβάνεται ότι τώρα τα διακρίνει.
 
Η πράξη της αυτοκατανόησης υπό την έννοια μιας ανακλαστικής ενέργειας που επιστρέφει στον εαυτό της μοιάζει με νοητικό ενέργημα στο επίπεδο των καθόλΟΝ. Η κοινή αίσθηση έχει πράγματι έναν καθολικό χαρακτήρα. Αισθάνεται τα κοινά χαρακτηριστικά των αισθητών, δηλαδή τις όμοιες ιδιότητές τους. Είναι η συνενωτική δύναμη των επιμέρους ειδικών αισθήσεων που διαβάζει το καθόλΟΝ μέσα στα ατομικά πράγματα. Έτσι, η κοινή αίσθηση φαίνεται αρχικά να προβληματίζει ως προς την ενότητα της γνώσης που μας παρέχει. Το αισθητό αντικείμενο της κοινής αίσθησης είναι ταυτόχρονα αδιαίρετο και διαιρετό.
 
Είναι ένα μεμονωμένο αντικείμενο με πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά που εντοπίζει η κοινή αίσθηση. Η τελευταία είναι ομοίως και μια και πολλαπλή. Ενώ είναι αδιαίρετη και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της σε αδιαίρετο χρόνο, την ίδια στιγμή κινείται με διαφορετικές κινήσεις σε διάφορες κατευθύνσεις (π.χ. στο γλυκό και στο πικρό), σαν να είναι ταυτόχρονα και ένα και δυο πράγματα.
Καθώς είναι η κοινή φύση των πέντε αισθήσεων που λειτουργεί ως μια αίσθηση, αποτελεί και η ίδια ένα καθόλου, ενώ όταν ετεροιώνεται λειτουργεί εξατομικευμένα. Το πρόβλημα λύνεται στο μέτρο που η κοινή αίσθηση σε δυναμικότητα είναι μια και μόνη, ενώ σε εντελέχεια επιμερίζεται σε διακριτές κατευθύνσεις σαν να αισθητοποιείται ατομικά. Είναι το Ένα που δυνάμει ενοποιεί την πολλαπλότητα.
 
Μετά το καθόλΟΝ της κοινής αίσθησης έχει ενδιαφέρον να δούμε την εντονότερη σχέση του νου με το καθολικό. Ο νους είναι το μέρος της ψυχής που διανοείται, πιστεύει και δεν είναι ποτέ σε εντελέχεια πριν αρχίσει να σκέφτεται. Είναι αρχικά η δύναμη που μπορεί να δέχεται επίδραση από τα νοητά. Ο νους δεν έχει αισθητήριο όργανο και είναι χωριστός από το σώμα. Είναι το μόνο μέρος της ψυχής όπου κατοικούν οι ιδέες ως δυναμικότητες και όχι ως υποστάσεις, όπως υποδεικνύει ο Πλάτωνας.

Η ψυχή αντιλαμβάνεται αφ’ ενός τα αισθητά μεγέθη και αφ’ετέρου την ουσία τους.
 
Η πρώτη δουλειά είναι έργο της αίσθησης η οποία αισθάνεται τα ένυλα αισθητά πράγματα, ενώ ο νους συλλαμβάνει τις ουσίες τους. Αντικείμενο του νου είναι, λοιπόν, οι άυλες μορφές των πραγμάτων, τα νοητά αντικείμενα που έχουν αποχωριστεί την ύλη τους και συλλαμβάνονται στην καθολικότητά τους. Ήδη από τα Αναλυτικά Ύστερα ξέρουμε ότι ο νους συλλαμβάνει τα καθόλΟΝ. Από αυτό το πρίσμα, ο νους ως δύναμη είναι χωριστός από τα νοητά, εφόσον συνιστά τη δυνατότητα της ύπαρξής τους. Όμως, όταν νοεί ταυτίζεται με τα νοητά και αυτή ακριβώς είναι η σημαντική πράξη του.
 
Τι ακριβώς συμβαίνει και ο νους στην εντελέχειά του είναι τα ίδια τα σκεπτά πράγματα; Όταν ο νους ενεργεί και νοεί τα νοητά αντικείμενα στο επίπεδο της θεωρίας νοεί και τον ίδιο τον εαυτό του. Έτσι, μοιάζει να εκβάλλει στην ετερότητα, καθώς σκέπτεται τα νοητά πράγματα και να επιστρέφει την ενέργειά του εις εαυτόν. Άρα, όταν ο νους είναι νοητός θεωρεί και κατανοεί τον εαυτό του. Αυτή η αναστοχαστική ενέργεια ταυτίζει τη θεωρητική γνώση με το αντικείμενό της. Το ίδιο ακριβώς θέμα αναπτύσσει ο Αριστοτέλης και στο Λ των Μετά τα Φυσικά: Εαυτόν δε νοεί ο νους κατά μετάληψιν του νοητού.
 
Το νοητό, δηλαδή το καθόλΟΝ υπάρχει ως δυνατότητα μέσα στα υλικά αισθητά πράγματα. Με τον τρόπο αυτό συνδέεται η ύλη με τη νοητή μορφή και τα εξωτερικά πράγματα είναι δυνάμει κατανοητά. Κατά την πορεία προς τη γνώση οι μορφές αποσυνδέονται από την ύλη και επιβάλλονται στο νου. Όμως, ο Αριστοτέλης μιλάει για δυο τύπους νου. Όπως μέσα στη φύση υπάρχει η ύλη για κάθε γένος και η ενεργητική αιτία που το πραγματώνει, έτσι και μέσα στην ψυχή υπάρχει ο παθητικός νους που εν είδη ύλης γίνεται όλα τα νοητά και ο ενεργητικός νους που πραγματώνει τον παθητικό.
 
Ο παθητικός νους είναι αυτός που συλλαμβάνει τις νοητές μορφές των πραγμάτων και χωρίς αυτόν δεν υπάρχει ατομική σκέψη. Ο ενεργητικός νους θέτει σε λειτουργία τον παθητικό. Είναι η συνθήκη του μέσου που επιτρέπει στις νοητές μορφές να επιδράσουν στη νόηση. Είναι ο τρίτος όρος δίπλα στον παθητικό νου και το πράγμα. Αναλογεί στη δραστική αιτία που ιδρύει τα πράγματα, καθώς είναι το ενεργό που ήδη γνωρίζει. Είναι η μορφή που προϋπάρχει ως ενέργεια για να μπορεί να κάνει τη δυνατότητα πραγματικότητα.
 
Είναι η πρώτη πραγματικότητα της ανθρώπινης σκέψης που ήδη γνωρίζει και καθιστά ενεργή τη δυνατότητα του παθητικού νου. Μάλιστα, ενώ ο παθητικός νους είναι φθαρτός και θνητός, ο ενεργητικός είναι θεϊκός κι αθάνατος. Ο ενεργητικός νους προηγείται του παθητικού χρονικά και οντολογικά, διότι η ενέργεια προηγείται πάντα της δύναμης. Κατά πρώτον, προηγείται ως ορισμός, αφού είναι πιο απλό να είναι κανείς από το να μπορεί να είναι. Επίσης, για να μπορεί κάτι πρέπει πρώτα να είναι κάτι. Έτσι, η δυνατότητα πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει από κάτι που ήδη υπάρχει.
 
Η ενέργεια, λοιπόν, προϋποτίθεται χρονικά, γιατί μόνο κάτι που υπάρχει ενεργεία μπορεί να παραγάγει τη δυνατότητα. Η ενέργεια είναι, ακόμα, η ουσία, η μορφή ή το τέλος (σκοπός) της δύναμης και αυτό δικαιολογεί την οντολογική της προτεραιότητα, καθώς η μορφή προϋπάρχει της ύλης ως τελικό αίτιο, ως σκοπός. Αυτό που υπάρχει δυνάμει δεν μπορεί να είναι αιώνιο, αλλά μόνο προσωρινό. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρχει χρειάζεται το αιώνιο. Η ενέργεια είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη ακριβώς επειδή είναι αιώνια. Είναι η πρώτη και η τελευταία πραγματικότητα ή καλύτερα η πραγματικότητα που δεν τελειώνει ποτέ. Η προοπτική αυτή μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αν και στο άτομο προηγείται χρονικά η επιστήμη ως δυνατότητα έναντι της ενεργής επιστήμης, φύσει και απολύτως προηγείται η επιστήμη στην εντελέχειά της.
 
Συμπερασματικά, θα είχα να παρατηρήσω ότι το Περί Ψυχής δείχνει να συμπληρώνει τα Αναλυτικά Ύστερα στο μέτρο που εμφανίζει το καθόλου τόσο μέσα στην αίσθηση υπό τη μορφή της κοινής αίσθησης, όσο και στο νοητό αντικείμενο του παθητικού νου. Στο Περί Ψυχής δεν τίθεται θέμα επαγωγής ή ενόρασης, αλλά φαίνεται έντονα πώς το καθόλου ενυπάρχει εμμενώς στις εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής.
 
Η έννοια της αυτοκατανόησης στις περιπτώσεις της κοινής αίσθησης που αντιλαμβάνεται τον εαυτό της και του παθητικού νου που νοεί εαυτόν φανερώνει μια ορθολογική ροπή εκ μέρους του Αριστοτέλη. Κάνοντας μια ανασυγκρότηση της έννοιας του καθόλΟΝ θα λέγαμε ότι τα καθόλΟΝ δεν είναι οι μορφές που υπάρχουν πέρα/πάνω από τα πράγματα και υποστασιοποιούνται ως ιδέες, όπως συμβαίνει στον Πλάτωνα. Είναι οι κοινές ιδιότητες που ενυπάρχουν στα επιμέρους αισθητά πράγματα και μπορούν να λειτουργήσουν ως μέση έννοια στο συλλογισμό. Αυτό σημαίνει ότι η γνώση του καθόλΟΝ είναι η γνώση του καθολικού που ανήκει στο επιμέρους.
 
Όπως είδαμε, το καθόλΟΝ είναι φύσει πρότερο από το καθ’ έκαστον. Έτσι, ως γενικές έννοιες διαιρούνται σε επιμέρους ατομικές και αν γνωρίζουμε τις πρώτες, τότε γνωρίζουμε και τις δεύτερες. Το καθόλΟΝ είναι ο απαραίτητος κανόνας για να υπάρξει η γνώση, διαφορετικά θα προσκρούαμε σε ατομικά ασύνδετα πράγματα. Και είναι, βεβαίως, αντικείμενο του διανοήματος και όχι της αίσθησης. Ως φύσει πρότερο το καθόλΟΝ θα έπρεπε να είναι ενέργεια. Όμως, ενέργεια, δηλαδή πραγματική υπόσταση είναι μόνο το επιμέρους πράγμα, αυτό το συντεθειμένο από ύλη και μορφή. Έτσι, η γνώση του καθόλΟΝ είναι δυνατότητα.
 
Για παράδειγμα, όταν βλέπει κανείς ένα αντικείμενο, βλέπει πραγματικά το συγκεκριμένο χρώμα του, ενώ το χρώμα γενικά το βλέπει μόνο κατά σύμπτωση. Θέλω να πιστεύω ότι ως εδώ έγινε μια επαρκής προσέγγιση της έννοιας του καθόλΟΝ και της θέσης που έχει μέσα στη διαδρομή της ανθρώπινης ψυχής προς τη γνώση. Η συνεργασία της ανθρώπινης ψυχής με τον αισθητό κόσμο απλώνει τις γέφυρες για την αναγωγή στις καθολικές αρχές και η μελέτη αυτής της συνεργασίας εκ μέρους μας καταυγάζει τους δρόμους και τους τρόπους της αναγωγής αυτής. Είναι αλήθεια ότι δεν μας αρκεί να παρατηρούμε τα φαινόμενα. Θέλουμε να ξέρουμε και γιατί συμβαίνουν.
 
Το «γιατί» είναι αυτό που αναζητούμε για να κατανοήσουμε. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε μας και τον κόσμο τόσο ως ερωτηματικό όσο και ως απαντητικό «γιατί». Όμως, η μελέτη της συνεργασίας ανάμεσα στην ανθρώπινη ψυχή και τον εξωτερικό κόσμο γίνεται ακριβώς με την ίδια συνεργασία. Η πράξη της κατανόησης του κόσμου είναι μια πράξη κατανόησης της ίδιας της κατανόησης, δηλαδή της φιλοσοφικής σκέψης.
 
Φαίνεται ότι για να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη, πρέπει να κάνουμε κι εμείς φιλοσοφία. Μια και ο αναστοχασμός είναι από τα δυσκολότερα εγχειρήματα, ας μείνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, στις συμβιβαστικές λύσεις του Ross και του Barnes. Ας αρκεστούμε στην προσπάθεια να κατανοήσουμε την κατανόηση, αυτήν την δύσκολη έννοια που παρουσιάζει ο Αριστοτέλης στη “σκοτεινή” γνωσιολογία του. Άλλωστε, ο νους είναι «σημαντικότερος» από την επιστήμη.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἀσπὶς Ἡρακλέους (168-196)

Ἐν δὲ συῶν ἀγέλαι χλούνων ἔσαν ἠδὲ λεόντων
ἐς σφέας δερκομένων, κοτεόντων θ᾽ ἱεμένων τε.
170 τῶν καὶ ὁμιληδὸν στίχες ἤισαν, οὐδέ νυ τώ γε
οὐδέτεροι τρεέτην, φρῖσσόν γε μὲν αὐχένας ἄμφω.
ἤδη γάρ σφιν ἔκειτο μέγας λῖς, ἀμφὶ δὲ κάπροι
δοιοί, ἀπουράμενοι ψυχάς· κατὰ δέ σφι κελαινὸν
αἷμ᾽ ἀπελείβετ᾽ ἔραζ᾽· οἳ δ᾽ αὐχένας ἐξεριπόντες
175 κείατο τεθνηῶτες ὑπὸ βλοσυροῖσι λέουσιν·
τοὶ δ᾽ ἔτι μᾶλλον ἐγειρέσθην κοτέοντε μάχεσθαι,
ἀμφότεροι, χλοῦναί τε σύες χαροποί τε λέοντες.
Ἐν δ᾽ ἦν ὑσμίνη Λαπιθάων αἰχμητάων
Καινέα τ᾽ ἀμφὶ ἄνακτα Δρύαντά τε Πειρίθοόν τε
180 Ὁπλέα τ᾽ Ἐξάδιόν τε Φάληρόν τε Πρόλοχόν τε
Μόψον τ᾽ Ἀμπυκίδην, Τιταρήσιον, ὄζον Ἄρηος
Θησέα τ᾽ Αἰγεΐδην, ἐπιείκελον ἀθανάτοισιν·
ἀργύρεοι, χρύσεια περὶ χροῒ τεύχε᾽ ἔχοντες.
Κένταυροι δ᾽ ἑτέρωθεν ἐναντίοι ἠγερέθοντο
185 ἀμφὶ μέγαν Πετραῖον ἰδ᾽ Ἄσβολον οἰωνιστὴν
Ἄρκτον τ᾽ Οὔρειόν τε μελαγχαίτην τε Μίμαντα
καὶ δύο Πευκεΐδας, Περιμήδεά τε Δρύαλόν τε,
ἀργύρεοι, χρυσέας ἐλάτας ἐν χερσὶν ἔχοντες.
καί τε συναΐγδην ὡς εἰ ζωοί περ ἐόντες
190 ἔγχεσιν ἠδ᾽ ἐλάτῃς αὐτοσχεδὸν ὠριγνῶντο.
Ἐν δ᾽ Ἄρεος βλοσυροῖο ποδώκεες ἕστασαν ἵπποι
χρύσεοι, ἐν δὲ καὶ αὐτὸς ἐναρσφόρος οὔλιος Ἄρης,
αἰχμὴν ἐν χείρεσσιν ἔχων, πρυλέεσσι κελεύων,
αἵματι φοινικόεις ὡς εἰ ζωοὺς ἐναρίζων,
195 δίφρου ἐπεμβεβαώς· παρὰ δὲ Δεῖμός τε Φόβος τε
ἕστασαν ἱέμενοι πόλεμον καταδύμεναι ἀνδρῶν.

***
Εκεί κι αγέλες κάπρων άγριων βρίσκονταν και λιονταριών
που αλληλοκοιτάζονταν κι ορμούσαν οργισμένα.
170 Κινούσαν οι γραμμές τους μαζικά, καμιά απ᾽ τις δυο πλευρές
δε δείλιαζε απ᾽ το φόβο, μα ανόρθωναν τις χαίτες τους στο σβέρκο.
Κιόλας ένα λιοντάρι μέγα κείτονταν και γύρω του δυο κάπροι,
έχοντας χάσει τις ζωές τους. Και μαύρο αίμα έσταζε απ᾽ αυτούς
κατάχαμα. Κι αυτοί με τους λαιμούς στη γη πεσμένους
κείτονταν σκοτωμένοι από τα βλοσυρά λιοντάρια.
Μα και οι δυο πλευρές, οι άγριοι κάπροι και τα λιοντάρια με τα λαμπρά
τα μάτια, ακόμα περισσότερο διεγείρονταν για μάχη οργισμένα.
Ήταν εκεί και μάχη δοριμάχων Λαπιθών
γύρω από τον Καινέα, το βασιλιά τους, το Δρύαντα και τον Πειρίθοο
180 τον Οπλέα, τον Εξάδιο, τον Φάληρο, τον Πρόλοχο,
το Μόψο, γιο του Άμπυκα, Τιταρήσιο, βλαστό τού Άρη,
και το Θησέα, γιο του Αιγέα, όμοιο με τους αθανάτους.
Από ασήμι ήταν κι είχαν τα όπλα γύρω από το κορμί τους χάλκινα.
Οι Κένταυροι απ᾽ την άλλη ενάντιοι συγκεντρώνονταν
γύρω απ᾽ το μέγα Πετραίο και τον οιωνοσκόπο Άσβολο,
τον Άρκτο, τον Ούρειο, το Μίμαντα με τη μαύρη χαίτη,
και τους δυο του Πευκέα γιους, τον Περιμήδη και τον Δρύαλο,
190 ασημένιοι, έλατα χρυσά στα χέρια τους κρατώντας.
Κι όλοι μαζί ορμητικά, σαν να ᾽ταν ζωντανοί,
από κοντά με απλωμένα δόρατα κι έλατα πολεμούσαν.
Στέκανε εκεί και τα γοργόποδα άλογα του βλοσυρού τού Άρη,
χρυσά, εκεί κι ο ίδιος ο λαφυροφόρος ο ολέθριος Άρης.
Δόρυ στα χέρια κράταγε, ενθάρρυνε τους πεζομάχους,
από το αίμα κόκκινος, σαν να φονεύει ζωντανούς.
Μέσα σε δίφρο επέβαινε. Δίπλα του έστεκαν ο Δείμος και ο Φόβος,
με πόθο στη μάχη να χωθούνε των ανθρώπων.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Λυσιστράτη (1043-1071)

ΧΟ. οὐ παρασκευαζόμεσθα [στρ. α]
τῶν πολιτῶν οὐδέν᾽, ὦνδρες,
1045 φλαῦρον εἰπεῖν οὐδὲ ἕν,
ἀλλὰ πολὺ τοὔμπαλιν πάντ᾽ ἀγαθὰ καὶ λέγειν καὶ
δρᾶν· ἱκανὰ γὰρ τὰ κακὰ καὶ τὰ παρακείμενα.
ἀλλ᾽ ἐπαγγελλέτω πᾶς ἀνὴρ καὶ γυνή,
1050 εἴ τις ἀργυρίδιον δεῖ-
ται λαβεῖν, μνᾶς ἢ δύ᾽ ἢ τρεῖς·
ὡς ἔσω ᾽στὶν
κἄχομεν βαλλάντια.
κἄν ποτ᾽ εἰρήνη φανῇ,
1055 ὅστις ἂν νυνὶ δανείση-
ται παρ᾽ ἡμῶν,
ἢν λάβῃ μηκέτ᾽ ἀποδῷ.

ἑστιᾶν δὲ μέλλομεν ξέ- [στρ. β]
νους τινὰς Καρυστίους, ἄν-
1060 δρας καλούς τε κἀγαθούς.
κἄστιν ἔτνος τι· καὶ δελφάκιον ἦν τί μοι, καὶ
τοῦτο τέθυχ᾽, ὥστε γεύσεσθ᾽ ἁπαλὰ καὶ καλά.
1065 ἥκετ᾽ οὖν εἰς ἐμοῦ τήμερον· πρῲ δὲ χρὴ
τοῦτο δρᾶν λελουμένους αὐ-
τούς τε καὶ τὰ παιδί᾽, εἶτ᾽ εἴ-
σω βαδίζειν,
μηδ᾽ ἐρέσθαι μηδένα,
ἀλλὰ χωρεῖν ἄντικρυς
ὥσπερ οἴκαδ᾽ εἰς ἑαυτῶν
1070 γεννικῶς, ὡς
ἡ θύρα κεκλείσεται.

***
ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (Μαζί)
Δεν το βάλαμε στο νου μας [στρ. 1]
άσκημο να πούμε λόγο
για κανένανε πολίτη.
Μοναχά καλό θα πούμε και θα κάνουμε ολονώ σας.
Φτάνουν τα παρόντ᾽, ας φύγουν τα μελλούμενα κακά.
Κάθε σερνικός και κάθε θηλυκός να το δηλώσει,
1050 αν ανάγκη έχει από χρήμα
κατοστάρικα, δυο, τρία,
έχει μέσα το ταμείο
κι έχουμε όλοι μας σακούλες.
Κι όταν θα μονοιάσει ο κόσμος,
όποιος τώρα δανειστεί
όβολο δε θα ξοφλήσει
κι όλα καλοφαγωμένα.

Έχουμε μουσαφιρέους, [στρ. 2]
να φιλέψουμε στο σπίτι,
1060 της Καρύστου κερατάδες.
Έχω φάβα, του γαλάτου γουρουνόπουλο σφαγμένο,
να χορτάστε τρυφερούλι, τραγανό ψητό της σούβλας.
Όλους σήμερα στο σπίτι σάς καλώ να μουζουριάστε.
Μα νωρίς, αφού λουστείτε,
σεις και τα παιδιά σας μπάτε
μέσα, η τάβλα ετοιμασμένη.
Και κανέναν μη ρωτάτε,
μα τραβάτε κατευθείαν
στο φαγί και στο πιοτό,
1070 σα στο σπίτι σας, και σβέλτα,
γρήγορα θα κλείσ᾽ η πόρτα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΑΝΤΕΙΣ - ΟΙΝΩΝΗ

Νέος ο Πάρης, ερωτεύθηκε την Οινώνη, μια Νύμφη της Ίδης. Πατέρας της ήταν ο Κεβρηνός (ποτάμιος θεός, παραπόταμος του Σκάμανδρου) ή ο Οινέας και η ίδια είχε το χάρισμα της μαντικής και της γνώσης των ιαματικών βοτάνων, ιδιότητες που της έδωσε ο Απόλλωνας ως έπαθλο για την παρθενία της. Με την Οινώνη ο Πάρης απέκτησε ένα γιο, τον Κόρυθο, την εγκατέλειψε όμως για την Ελένη.

Η Οινώνη τον προειδοποίησε για την εξέλιξη:
 
Αυτή κατείχε τη μαντική από τη Ρέα και προειδοποιούσε τον Αλέξανδρο να μην κάνει πανιά για την Ελένη. Επειδή δεν τον έπειθε, του είπε σε περίπτωση που τραυματισθεί να καταφύγει σε αυτήν· γιατί μόνο αυτή μπορούσε να τον θεραπεύσει. Όταν αυτός άρπαξε την Ελένη από τη Σπάρτη και η Τροία βρισκόταν σε πόλεμο, τραυματισμένος από τον Φιλοκτήτη με τα τόξα του Ηρακλή, επέστρεψε στην Οινώνη, στην Ίδη. Αυτή όμως, από μνησικακία, αρνήθηκε να τον θεραπεύσει. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, την ώρα που μεταφερόταν στην Τροία, πέθανε, ενώ η Οινώνη, μετανιωμένη, έφερε τα φάρμακα που θα τον θεράπευαν, τον βρήκε όμως νεκρό και κρεμάστηκε. (Απολλόδωρος 3.12)
 
Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, όταν ο Πάρης τραυματίσθηκε θανάσιμα από τον Φιλοκτήτη προς το τέλος του πολέμου, ήταν η Ελένη που πήγε στο όρος Ίδη να ικετεύσει την Οινώνη να τον γιατρέψει. Η Οινώνη αρνήθηκε, η Ελένη επέστρεψε άπραγη στην Τροία, ο Πάρης πέθανε την ίδια μέρα και η Νύμφη της Ίδης, μετανιωμένη, έπεσε στη νεκρική πυρά. Νωρίτερα ο Πάρης είχε σκοτώσει τον γιο που είχαν αποκτήσει μαζί, τον Κόρυθο, γιατί, ωραιότερος από τον πατέρα του, τον ερωτεύτηκε η Ελένη και τον κάλεσε στους θαλάμους της (Παρθέν., Ερωτ. Παθ. 34 και Ελλάνικος 1a,4,F.29.2-1a,4,F.29.6). Οινώνη και Πάρης θάφτηκαν μαζί στην τρωική Κεβρήνη.
 
Στην πιο εκτεταμένη αφήγηση του μύθου, στα Μεθ' Όμηρον του Κόιντου Σμυρναίου, ο ίδιος ο Πάρης πήγε στο βουνό για να παρακαλέσει την Οινώνη να τον γιατρέψει· μετά την άρνησή της πέθανε στους πρόποδες του βουνού κατά την επιστροφή του.
 
Ο Οβίδιος περιλαμβάνει ένα φανταστικό γράμμα της Οινώνης προς τον Πάρι στη συλλογή του Ηρωίδες. Στην ίδια αυτή επιστολή, την Πέμπτη, ο Πάρης εμφανίζεται τόσο ερωτευμένος με την Οινώνη που χαράζει το όνομά της στα δέντρα.

Είσαι σίγουρος πως αν κοιτάξεις γύρω σου θα δεις ευτυχισμένα παιδιά;

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ ΑλήθειαΠρόσφατα διαπίστωσα πως μας λείπουν ευτυχισμένα παιδιά. Παιδιά που δεν αναγκάζονται να απορρίψουν την παιδική τους αθωότητα και να εγκλωβιστούν στον καθωσπρεπισμό που τους επιβάλλει η ανάγκη των ενήλικων γονιών τους. Μας λείπουν παιδιά, που συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται και να αλληλεπιδρούν με τον κόσμο γύρω τους με τον δικό τους μοναδικό συναισθηματικό πλούτο, με ενσυναίσθηση και κατανόηση.

Οι γονείς επιδιώκοντας διαρκώς να ξεχωρίσουν και να αναδειχθούν, υπονομεύουν, άθελά τους πολλές φορές, τον πολυσήμαντο και πολυδιάστατο ψυχισμό των παιδιών τους. Λάθος ιεραρχίες αναγκών οδηγούν σε μία διαρκή καταπίεση των παιδιών, τα οποία καταλήγουν να αντιμετωπίζουν τους συνομήλικούς τους με ανταγωνισμό και να εμπλέκονται σε συνεχείς αναμετρήσεις ήθους, καλών τρόπων, εξυπνάδας και πρωτιάς. Γεμίσαμε με παιδιά που αδυνατούν να συμπεριφερθούν με αυθορμητισμό και κρύβονται διαρκώς μέσα σε δωμάτια δραστηριοτήτων.
 
Το τίμημα είναι πάντα βαρύ. Παιδιά που περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ανέμελης ζωής τους τιμωρημένα, γιατί δε φέρθηκαν καλά στο πάρτι του συμμαθητή τους ή που βρίσκονται σε μία διαρκή σχέση ανταλλαγής με τον γονιό, αφού για να λάβει την επιβράβευση πρέπει προηγουμένως να έχει φέρει εις πέρας όλο το πρόγραμμα που προτάσσει ο ανάλογος πίνακας επιβράβευσης. Παιδιά που ξέρουν να διαβάζουν και να μετρούν από την ηλικία των πέντε ετών, αλλά που μένουν ατάραχα μπροστά στον πόνο του συμμαθητή τους ή που περιθωριοποιούν με ευκολία εκείνον που αμαυρώνει την εικόνα τους στα μάτια των γονιών τους.
 
Δε χρειαζόμαστε άλλα παιδιά επιστήμονες. Χρειαζόμαστε παιδιά που με εκείνη την ιδιαίτερη ειλικρίνεια που τα διακατέχει κάποιες φορές, θα σου μιλήσουν για αυτό που τους φαίνεται παράξενο, γιατί δεν το έχουν γνωρίσει. Χρειαζόμαστε παιδιά που παίρνουν από το χέρι τον αδύναμο και του δίνουν αξία, γιατί δοκιμάζουν με το μυαλό τους να έρθουν στη θέση του. Χρειαζόμαστε παιδιά με ζωντάνια, δραστήρια, που το μυαλό τους τρέχει ελεύθερο και τα πόδια τους προσπαθεί να το φτάσει, που αδιαφορούν στο να είναι ξεχωριστά, που πληγώνονται όταν πληγώνουν και που χαίρονται όταν βλέπουν γελαστούς τους όμοιούς τους.
 
Μπορεί να μας λείπουν ευτυχισμένα παιδιά, διαθέτουμε όμως πληθώρα γονέων που δηλώνουν υπερήφανοι για τις δεξιότητες των παιδιών τους στο σχολείο και τις δραστηριότητες, που κοινοποιούν τα αποδεικτικά των αριστείων σε κάθε μέσο κοινωνικής δικτύωσης και που σε κάθε ευκαιριακή συζήτηση δε θα παραλείψουν να σου πουν λεπτομερώς για τα λόγια επιβράβευσης των καθηγητών τους. Εκείνο όμως που τις περισσότερες φορές απουσιάζει είναι το αληθινό χαμόγελο στα πρόσωπα των επιτυχημένων, κατά τα λοιπά,  παιδιών και η μοναδικότητα που, επιδέξια, σχεδόν δεξιοτεχνικά, κρύφτηκε κάτω από έναν σωρό με υπογεγραμμένες επιβραβεύσεις.
 
Το σπουδαιότερο πράγμα που οφείλουμε σαν γονείς να διδάξουμε στα παιδιά μας είναι η αποδοχή και η ισότητα. Και για να οδηγηθεί ένα παιδί εκεί πρέπει να ακολουθήσει τον μονόδρομο της αγάπης, έναν δρόμο που μόνο ο γονιός μπορεί να χαράξει, καταβάλλοντας σοβαρή προσπάθεια να είναι ένα υγιές πρότυπο.
 
Πριν λίγες μέρες, ρώτησα ένα παιδί, τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Το παιδί, σε ηλικία μόλις 9 χρονών, μου απάντησε πως θα γίνει αστροναύτης, γιατί ο κόσμος μας εδώ είναι δύσκολος και σίγουρα θα υπάρχει ένας άλλος που οι μεγάλοι δε ζητούν συνεχώς πράγματα από τα παιδιά.
 
Τότε συνειδητοποίησα, κάπως άχαρα, πως εμείς οι ίδιοι οι γονείς έχουμε επιδοθεί σε μία άδικη αντιστροφή ρόλων: είμαστε οι ανώριμοι ενήλικες, που ζητάμε από τα παιδιά μας να μας επιβραβεύουν με τις δικές τους διακρίσεις, επειδή τα φέραμε στον κόσμο και είχαν την ευκαιρία να είναι δικοί μας απόγονοι. Πιστέψτε με, εδώ κρύβεται περισσότερη ματαιοδοξία απ᾽ όση φανταζόμαστε!

Πολιτισμός και Ψυχανάλυση

Ο Φρόυντ κάποτε είπε πως ο πολιτισμός ξεκίνησε την πρώτη φορά που ο άνθρωπος απάντησε με μία προσβολή και όχι πετώντας μία πέτρα. Άραγε, πόσο πολιτισμένος είναι ο σύγχρονος άνθρωπος;

Για να απαντήσουμε με όσον το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε πως διαχωρίζονται αυτές οι δύο πράξεις και τι συμβολίζουν έτσι ώστε να ορίσουμε την έννοια του πολιτισμού, αλλά και άρα να καταλάβουμε τι ακριβώς είναι αυτό που διαχωρίζει τον πολιτισμένο από τον απολίτιστο άνθρωπο. Είναι βέβαιο ότι πρόκειται για ένα βαθιά υπαρξιακό ερώτημα το οποίο μπορούμε να προσεγγίσουμε από πολλές πλευρές. Θα προσπαθήσω να εξετάσω το ζήτημα από την ψυχολογική του πλευρά και όσο απλούστερα γίνεται μέσα από το πρίσμα της ψυχανάλυσης.

Τα ένστικτα ως έννοια αποτελούν βασικό και θεμέλιο λίθο τόσο στην ψυχαναλυτική θεωρία όσο και στην πρακτική εφαρμογή της και χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: Τα Ένστικτα της Ζωής και τα Ένστικτα του Θανάτου. Το κατά πόσο αυτή η κατηγοριοποίηση είναι ακριβής είναι ένα ακόμα σημαντικό ερώτημα που χρήζει περισσότερης μελέτης και ανάλυσης, αλλά δεν είναι του παρόντος. Στο πλαίσιο όμως της εξερεύνησή της έννοιας του πολιτισμού είναι απαραίτητο να αναφέρουμε πώς αυτά εκφράζονται και τι ρόλο παίζουν στην συμπεριφορά μας.

Η ψυχανάλυση και ο Φρόυντ σίγουρα δεν ήταν η πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να κατανοήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά και ειδικότερα η πρώτη φορά που η ψυχή μας παρουσιάστηκε ως ένα σύνολο τριών μερών, αναπόσπαστα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ο Πλάτωνας είχε ονομάσει αυτά τα μέρη Λογιστικόν, Επιθυμιτικόν και Θυμοειδές και ελάχιστα διαφέρουν ως έννοιες από αυτό που στην σύγχρονη εποχή αντίστοιχα ονομάζουμε Εγώ, Αυτό και Υπερεγώ. Ίσως, εύλογα, να πρέπει να αναρωτηθούμε όμως ποια η σχέση όλων αυτών με τα ένστικτα και τον πολιτισμό, αλλά η απάντηση είναι κρυμμένη σε αυτό που αυτές οι έννοιες συμβολίζουν.

Πιο συγκεκριμένα, το Εγώ αποτελεί το υπολογιστικό μέρος της ψυχής. Είναι αυτό που είναι υπευθυνο για τον έλεγχο της πραγματικότητας. Το Υπερεγώ αποτελεί την ηθική πυξίδα μας. Είναι η φωνή που θα μας μιλήσει πριν οποιαδήποτε απόφαση και θα μας πει αν είναι σωστό ή όχι να κάνουμε κάτι. Τέλος, το Αυτό είναι η έκφραση των ενστίκτων, των εσωτερικών ορμών του ανθρώπου, που σε γενικές γραμμές είναι είτε καταστροφικά (θυμός, επιθετικότητα), είτε δημιουργικά (αγάπη, αυτοσυντήρηση). Με τα ένστικτα γεννιόμαστε, ενώ το υπερεγώ είναι κάτι που μετέπειτα δημιουργείται μέσω της αλληλεπίδρασής μας με τον εξωτερικό κόσμο. Το εγώ είναι επίσης επίκτητο, σχηματίζεται από την εξισορρόπηση των λοιπών δυο μερών και αποτελεί το κομμάτι της ψυχής που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το ποιοι είμαστε.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως δεν υπάρχει τίποτα το στατικό σε αυτήν την εξίσωση. Αντιθέτως, εγώ, αυτό και υπερεγώ βρίσκονται σε μια συνεχή και δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Σε μια συνεχή μάχη εξουσίας αν θέλετε, μια μάχη της οποίας το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ δεδομένο, αλλά που προκύπτει από το πώς και κυρίως κατά πόσο αυτά τα κομμάτια θα έρθουν σε ισορροπία μεταξύ τους. Το εγώ είναι ο κρίκος που μας συνδέει με την πραγματικότητα και αποσκοπεί στην επίτευξη μακροπρόθεσμων στόχων, σε αντίθεση με το αυτό το οποίο αποσκοπεί στην άμεση επίτευξη και εν τέλει απόλαυση. Το υπερεγώ είναι ο κανόνας, ο ηθικός φραγμός, που θα οριοθετήσει το παιχνίδι μεταξύ των άλλων δυο.

«Θέλω να φάω σοκολάτα» θα πει το Αυτό. «Πρέπει να φας πρώτα το φαγητό σου», θα πει το Υπερεγώ. «Μα θέλω σοκολάτα τώρα!». «Αν φας όλο το φαγητό σου πρώτα, θα σου δώσω δυο σοκολάτες μετά. Μπορείς αν θες να φας την σοκολάτα τώρα και το φαγητό σου αργότερα, αλλά μετά δεν θα έχεις δεύτερη σοκολάτα». Μπορεί αρκετοί από εμάς να ταυτιστούμε με το ρομαντικό παράδειγμα της σοκολάτας, αλλά τι συμβαίνει άραγε όταν το ένστικτο είναι καταστροφικής και όχι δημιουργικής φύσης; Τι συμβαίνει στην περίπτωση του έντονου θυμού; Τι συμβαίνει στην περίπτωση που μας κυριεύει οργή γιατί πιστεύουμε πως κάποιος μας αδίκησε ή γιατί μας τραυμάτισε σωματικά ή ψυχικά σε τέτοιο βαθμό που η μόνη δίκαιη αντίδραση φαίνεται να είναι η βία; Τι συμβαίνει στην περίπτωση που ποθούμε κάτι που δεν μπορούμε να έχουμε;

Τα λεγόμενα καταστροφικά ένστικτα έχουν έναν και μόνο σκοπό: να καταστρέψουν, να εκμηδενίσουν, να πάψουν την ύπαρξη. Δεν ενδιαφέρονται για κάτι άλλο. Στο πλαίσιο αυτού που σήμερα εξετάζουμε, του πολιτισμού, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Και γι αυτόν τον λόγο έχουμε τους νόμους και τους κανόνες κάθε πολιτείας, οι οποίοι φροντίζουν ως προς τον έλεγχο τέτοιων πιθανοτήτων με ποινές ανάλογες (θεωρητικά έστω) του αποτελέσματος της αδυναμίας μας να ελέγξουμε αυτά τα ένστικτά μας. Διαφορετική ποινή επιφέρει η εξύβριση, διαφορετική η χειροδικία, διαφορετική η κλοπή, διαφορετική ο βιασμός, διαφορετική ο φόνος. Μπορεί σε αυτό το σημείο δίκαια να αναρωτιέται κάποιος μήπως και προσομοιώνουμε την εξύβριση με τον φόνο. Φυσικά και δεν το κάνουμε. Αντιθέτως, το πόσο διαφορετικά είναι αυτά τα παραδείγματα φανερώνει εν τέλει το ότι απλά υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα εξισορρόπησης, ελέγχου και έκφρασης των ορμών και των ενστίκτων. Το γεγονός ότι έχουμε νομοθετήσει για όλα αυτά φαίνεται μάλλον να επιβεβαιώνει το εγγενές του χαρακτήρα τους.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο δεύτερό μας ερώτημα, τι φαίνεται να είναι ο πολιτισμός για την ψυχανάλυση; Πολιτισμό θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε την καταπίεση των ορμών και των ενστίκτων, δημιουργικών ή καταστροφικών. Στο παράδειγμα της αρχής του άρθρου, το ότι θα βρίσουμε είναι πιο πολιτισμένο από το να πετάξουμε μια πέτρα, και το να μιλήσουμε ήρεμα είναι κατά αυτήν την έννοια πιο πολιτισμένο από το να βρίσουμε. Το ότι κάποιος ποθήσει μια γυναίκα δεν σημαίνει πως επειδή ίσως μπορεί είναι ελεύθερος να ικανοποιήσει αυτήν του την ορμή. Το ότι κάποιος έχει οργή επειδή ο γείτονάς του δεν του επιτρέπει να κοιμηθεί τα βράδια δεν σημαίνει πως μπορεί να τον σκοτώσει έτσι ώστε να απαλλαγεί από την φασαρία. Τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουν θέση σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αρμόζουν σε έναν πολιτισμένο άνθρωπο και πολλοί θα τις χαρακτήριζαν ίσως και βάρβαρες. Τέτοιες συμπεριφορές φανερώνουν έναν άνθρωπο, θα λέγαμε, έρμαιο των ενστίκτων και όχι κύριο της λογικής σκέψης.

Ας αναλογιστούμε τώρα και το πρώτο ερώτημα που θέσαμε: Πόσο πολιτισμένος είναι ο σύγχρονος άνθρωπος; Και λέω να αναλογιστούμε γιατί δεν θα επιχειρήσω να απαντήσω εδώ κάτι τόσο σύνθετο, αλλά εν τέλει και τόσο προσωπικό πιστεύοντας πως μπορώ να καλύψω με την απάντηση μου όλους. Πιστεύω πως μια τέτοιου απάντηση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων το πολιτισμικό περιβάλλον και η ηθική του καθενός από εμάς. Επακολούθως, το μόνο που θα μπορούσα να προσφέρω είναι μια πολύ προσωπική απάντηση.

Ελπίζω όμως να αφήσω στον αναγνώστη δύο πράγματα: το πρώτο είναι συνειδητοποίηση του πόσο σημαντική είναι η αναζήτηση της εσωτερικής ισορροπίας και εσωτερική ισορροπία δεν σημαίνει η άρνηση της αλήθειας, όσο άβολη και αν είναι, αλλά η επαφή με τον εαυτό μας. Δεν είμαστε μόνο λογική. Δεν είμαστε μόνο ένστικτα. Δεν είμαστε μόνο «πρέπει» και κανόνες. Είμαστε όλα αυτά μαζί και εδώ έγκειται η τεράστια συνεισφορά της ψυχανάλυσης, του Φρόυντ, του Καντ, του Νίτσε, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και πολλών άλλων στοχαστών: μπορεί να μην κατάφεραν, ίσως, να ανακαλύψουν την μία και μοναδική αλήθεια, ή να εξηγήσουν επαρκώς τα ερωτήματα που βασανίζουν αιώνες τώρα την ανθρωπότητα, αλλά μας έδειξαν την σημαντικότητα του διαλόγου, εσωτερικού ή εξωτερικού. Το δεύτερο και κυριότερο που ελπίζω να αφήσω στους αναγνώστες; το ότι να θέτουμε το ερώτημα είναι, αν όχι περισσότερο, τουλάχιστον το ίδιο σημαντικό με το να βρίσκουμε την απάντηση.

Ολοκληρώνοντας λοιπόν, εδώ βρίσκεται και η τόσο προσωπική μου απάντηση και αλήθεια: Θα συνεχίσουμε να είμαστε πολιτισμένοι όσο συνεχίζουμε να θέτουμε ερωτήματα τόσο στον εαυτό μας, όσο και στους άλλους. Θα συνεχίσουμε να είμαστε πολιτισμένοι για όσο αναζητούμε απαντήσεις σε αναπάντητα ερωτήματα. Θα συνεχίσουμε να είμαστε πολιτισμένοι για όσο δεν πιστεύουμε, αλλά αναρωτιόμαστε. Πολιτισμός=Διάλογος.

Oι άνθρωποι που πετυχαίνουν, είναι αυτοί που σηκώνονται δυνατότεροι όταν πέφτουν

Υπάρχει μια Αγγλική παροιμία που λέει πως «η ανάγκη είναι η μητέρα της επινόησης». Αν νιώθουμε αυτή την έντονη επιθυμία – αυτή την ανάγκη – να κάνουμε κάτι, θα βρούμε τον τρόπο να τα καταφέρουμε. Η ανάγκη μας κάνει δυνατότερους. Από πολλές απόψεις.

Αυτό που μας κάνει αυτό που είμαστε, που χτίζει το χαρακτήρα και διαμορφώνει την προσωπικότητά μας δεν είναι μόνο οι περιστάσεις και οι πράξεις μας ως αντίδραση σε αυτές, αλλά το πώς αντιμετωπίζουμε τα όσα μας φέρνει η ζωή.

Πιο συγκεκριμένα, το πώς αποφασίζει ο καθένας να ζει τη ζωή του. Είναι η απάντηση στο ερώτημα του τι είναι αυτό που μας γεμίζει, που μας βοηθάει να επιβιώνουμε όταν νιώθουμε πως δεν μπορούμε άλλο, τι μας πλημμυρίζει με χαρά, μας κάνει να τα ξεχνάμε όλα, μας φέρνει γέλιο και ευτυχία. Και με ποιους θέλουμε να τα μοιραζόμαστε όλα αυτά.

Ανάμεσα στις ερωτήσεις που κάνουμε στον εαυτό μας είναι και οι ανάγκες που έχουμε και από τις οποίες εξαρτάται η συμπεριφορά μας. Γιατί ο κάθε ένας από μας έχει διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές αντιλήψεις και διαφορετικές προτεραιότητες για αυτές.

Ο Αμερικανός ψυχολόγος Abraham Maslow ήταν αυτός ο οποίος διενήργησε κλινικές έρευνες ώστε να αποκωδικοποιήσει τους παράγοντες που παρακινούν τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Είναι γνωστότερος για τη θεωρία ιεράρχησης των αναγκών (την πυραμίδα αναγκών του Μάσλοου) που υποστηρίζει ότι υπάρχουν πέντε επίπεδα αναγκών, από τα οποία εξαρτάται όλη σχεδόν η συμπεριφορά μας.

Αυτά ταξινομούνται ιεραρχικά, ξεκινώντας από τις φυσιολογικές ανάγκες επιβίωσης στη βάση της πυραμίδας (οξυγόνο, νερό, τροφή, υγεία, βασικά αγαθά), περνάει στην ανάγκη για ασφάλεια και σιγουριά μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ζούμε, έπειτα στις κοινωνικές ανάγκες – την ανάγκη για κοινωνικοποίηση, κοινωνική αποδοχή και φιλικών σχέσεων – στις ανάγκες αναγνώρισης και αυτοεκτίμησης που αποκτούνται μέσω της φήμης, του σεβασμού, της επιρροής, της δύναμης, της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας, και κορυφώνονται στην ανάγκη για αυτοπραγμάτωση – την αίσθηση προσωπικής εξέλιξης και επιτυχίας, ικανοποίησης και πληρότητας, πως έχεις γίνει αυτό που ονειρεύεσαι.

Η άνοδος στην ιεραρχία αναγκών του Maslow μοιάζει σαν την ανάβαση μιας κλίμακας σκαλί-σκαλί, αφού αντιλαμβανόμαστε το επόμενο επίπεδο αναγκών μόνο αφού κατορθώσουμε να ολοκληρώσουμε το προηγούμενο. Κάπως έτσι καταφέρνουμε να εξελισσόμαστε. Σταδιακά. Συνειδητά. Με κόπο και προσπάθεια.

Μερικές φορές όμως πρέπει να νιώσουμε πως έχουμε χαθεί για να μπορέσουμε να ξαναβρούμε τον εαυτό μας και να διαπιστώσουμε τι πραγματικά χρειαζόμαστε – τι και ποιους έχουμε ανάγκη. Το να το αντιληφθούμε αυτό, είναι το πρώτο βήμα στην αυτοπραγμάτωση, στη συνεχή μας πρόοδο και βελτίωση, στην κατανόηση πως ο κόσμος θα γίνει καλύτερος αν πρώτα αλλάξουμε εμείς. Ο καθένας ξεχωριστά.

Γιατί οι άνθρωποι που επιτυγχάνουν σε αυτό τον κόσμο είναι αυτοί που σηκώνονται δυνατότεροι όταν πέφτουν, που αναζητούν τις συνθήκες που θέλουν για να γίνουν καλύτεροι, κι αν δεν τις βρουν, έχουν το κουράγιο και τη θέληση να τις διαμορφώσουν μόνοι τους.

Σταμάτα να αναζητάς την ευτυχία, στο ίδιο μέρος που την έχασες

Αλήθεια, εσύ πού αναζητάς την ευτυχία; Στη σχέση που τελείωσε; Στη σχέση που θα έπρεπε να έχει τελειώσει; Στη σχέση που αρνείσαι να τελειώσεις;

Στη σχέση που τελείωσε ο σύντροφός σου, η σύντροφός σου και εσύ αρνείσαι να το αποδεχτείς και να συνεχίσεις; Στη σχέση που εσύ προσπαθείς να σώσεις, χωρίς να δέχεσαι το τέλος της;

Και γιατί τελικά δυσκολευόμαστε τόσο πολύ; Και γιατί άραγε αναζητάμε την ευτυχία σε σχέσεις που δεν επιλέγουμε να τελειώσουμε. Σε σχέσεις που παλεύουμε να σώσουμε ή σε σχέσεις που λαθροβιώνουν γιατί εμείς δεν παίρνουμε την απόφαση;

Γιατί αναζητάμε την ευτυχία σε ανθρώπους που θα συμβουλεύαμε έναν φίλο μας να χωρίσει; Μήπως αναζητάμε μέσα από αυτές τις σχέσεις μας τον ρόλο μας;

Μήπως θέλουμε να σώζουμε; Μήπως θέλουμε να συμβουλεύουμε; Μήπως γινόμαστε ψυχολόγοι του άλλου; Μήπως εμείς τελικά είμαστε αυτοί που συντηρούν τους πολλαπλούς ρόλους στη σχέση;

Και γιατί άραγε δεν αποδεχόμαστε ότι συνεχίζοντας έτσι, στην πραγματικότητα εμείς χάνουμε στιγμές από τη ζωή μας; Γιατί φοβόμαστε να πάρουμε μία απόφαση και μουδιάζουμε μπροστά στην αλλαγή;

Είναι άραγε ο φόβος της απώλειας, ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος της απόρριψης και της εγκατάλειψης; Είναι ο εγωισμός μας; Μήπως είναι άραγε το αίσθημα ότι αποτύχαμε;

Ήταν όμως τελικά αποτυχία και τι ορίζουμε ως αποτυχία; Γιατί μπορεί το λάθος και η αποτυχία να ήταν η παραμονή μας σε αυτή τη σχέση. Μπορεί το λάθος μας να ήταν ο εγκλωβισμός μας σε μία σχέση την οποία εμείς νιώθαμε ότι παλεύουμε να σώσουμε και ο άλλος είχε ήδη παρατήσει. Άρα, τελικά υπάρχουν πάντα πολλές οπτικές για να δούμε ένα γεγονός.

Η σχέση όμως είναι διάδραση. Η σχέση είναι ουσιαστική επικοινωνία, σεβασμός και θαυμασμός. Η σχέση δεν χρειάζεται πειθώ. Εξάλλου, όταν προσπαθούμε να πείσουμε τον άλλον να μείνει μαζί μας, δεν είναι σχέση, μία διαδικασία marketing είναι, στην οποία εμείς μειώνουμε τον εαυτό μας.

Να επενδύεις σε ανθρώπους και σε σχέσεις που επενδύουν και σε σένα. Να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να διεκδικείς την ευτυχία σε ανθρώπους που προσπαθούν να σε κάνουν ευτυχισμένο, ευτυχισμένη.

Τι είναι ακριβώς μια ιδέα και πώς δημιουργείται;

Υπάρχουν πολλές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε στην καθομιλουμένη για να χαρακτηρίσουμε τις καλές ιδέες: τις ονομάζουμε φαεινές, πρωτότυπες, δημιουργικές, ευρηματικές. Συμμετέχουμε σε ομαδικές συσκέψεις και κάνουμε ανακαλύψεις, έχουμε στιγμές έμπνευσης τύπου «εύρηκα» και στιγμές θείας φώτισης ή αποκάλυψης. Κάτι υπάρχει σε αυτή την έννοια που ωθεί τη γλώσσα μας στην υπερβολή και το λεξιλόγιό μας αγωνίζεται να αναπαράγει την καινοτομία που περιγράφει.

Παρ’ όλα αυτά, μέσα στην υπερβολή τους, καμιά τους δεν συλλαμβάνει τι ακριβώς είναι μια ιδέα στο πιο στοιχειώδες επίπεδο. Μια καλή ιδέα είναι ένα δίκτυο. Ένας συγκεκριμένος αστερισμός νευρώνων – χιλιάδων νευρώνων – που πυροδοτούνται για πρώτη φορά συγχρόνως μέσα στον εγκέφαλο μας και μια ιδέα εμφανίζεται αίφνης στη συνείδησή μας.

Μια νέα ιδέα δεν είναι παρά ένα δίκτυο κυττάρων τα οποία εξερευνούν την παρακείμενη δυνατότητα των συνδέσεων που μπορούν να πραγματοποιηθούν στον εγκέφαλό μας. Αυτό ισχύει είτε η συγκεκριμένη ιδέα είναι ένας νέος τρόπος λύσης κάποιου σύνθετου προβλήματος φυσικής, η φράση με την οποία κλείνει ένα μυθιστόρημα ή το στοιχείο για μια λογιστική εφαρμογή. Αν πρόκειται να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε το μυστήριο της γέννησης των καλών ιδεών, θα πρέπει κατ’ αρχάς να απαλλαγούμε από την εξής κοινή παρεξήγηση: μια ιδέα δεν είναι ένα μοναδικό πράγμα, είναι κυρίως συγκυρία.

Όταν σκεπτόμαστε τις ιδέες στην ενδημική τους κατάσταση των δικτύων νευρώνων, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις ακόλουθες δυο βασικές προϋποθέσεις.

Πρώτον, το τεράστιο εύρος του δικτύου: δεν γίνεται αποκάλυψη με την πυροδότηση τριών μόνο νευρώνων. Το δίκτυο πρέπει να πυκνοκατοικείται. Ο εγκέφαλός μας διαθέτει γύρω στα 100 δισεκατομμύρια νευρώνες, που είναι ένας εντυπωσιακός αριθμός. Όλοι αυτοί οι νευρώνες όμως θα ήταν άχρηστοι στη δημιουργία ιδεών (καθώς και όλων των άλλων επιτευγμάτων του ανθρώπινου νου) αν δεν είχαν την ικανότητα να πραγματοποιούν τόσο σύνθετε συνδέσεις μεταξύ τους.

Ένας κοινός νευρώνας συνδέεται με χίλιους άλλους, οι οποίοι είναι σκορπισμένοι στον εγκέφαλο, πράγμα που σημαίνει ότι το μυαλό ενός ενήλικα περιέχει 100 τρισεκατομμύρια ξεχωριστές συνδέσεις νευρώνων, δηλαδή είναι το μεγαλύτερο και πιο σύνθετο δίκτυο στον κόσμο.

Δεύτερον, το δίκτυο πρέπει να είναι εύπλαστο, ικανό να υιοθετήσει νέες διαρθρωτικές δομές. Ένα πυκνό δίκτυο που δεν μπορεί να σχηματίσει νέα σχήματα είναι εκ των προτέρων ανίκανο να αλλάξει και εξίσου ανίκανο να ψηλαφίσει τα όρια της παρακείμενης δυνατότητας.

Όταν μια νέα ιδέα εμφανιστεί στο μυαλό μας, η αίσθηση της καινοτομίας που κάνει αυτή την εμπειρία τόσο καταπληκτική σχετίζεται άμεσα με τα κύτταρα του εγκεφάλου μας: μια ολοκαίνουρια συναρμογή νευρώνων έχει ενωθεί για να κάνει τη σκέψη δυνατή. Αυτές οι διαδικασίες γίνονται από τα γονίδια και από προσωπική πείρα: ορισμένες συναρμογές βοηθούν στη ρύθμιση των χτύπων της καρδιάς και προκαλούν ανακλαστικές αντιδράσεις, άλλες ζωντανεύουν αναμνήσεις των μπισκότων που τρώγαμε όταν είμαστε παιδιά, και άλλες μας βοηθούν να εφεύρουμε έναν υπολογιστή με δυνατότητες προγραμματισμού.

Οι συναρμογές είναι το κλειδί για τη σοφία, γι’ αυτό η όλη αντίληψη της απώλειας νευρώνων από τη στιγμή της ενηλικίωσής μας είναι παραπλανητική. Αυτό που μετράει δεν είναι απλώς ο αριθμός των νευρώνων μέσα στον εγκέφαλό μας, αλλά οι μυριάδες συνδέσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους.

Φυσικά, οτιδήποτε συμβαίνει στο μυαλό μας είναι κυριολεκτικά ένα δίκτυο. Το να θυμηθούμε να κόψουμε τα νύχια των ποδιών μας προϋποθέτει ένα δίκτυο από νευρώνες οι οποίοι ενεργούν κάπως συντεταγμένα. Αυτό όμως δεν συνιστά θεία φώτιση.

Φαίνεται ότι οι καλές ιδέες διαθέτουν ορισμένες πρότυπες υπογραφές, τις οποίες μπορούμε να διακρίνουμε στα δίκτυα που τις γεννούν. Το δημιουργικό μυαλό συμπεριφέρεται διαφορετικά από το μυαλό που εκτελεί ένα παλίλλογο έργο. Οι νευρώνες επικοινωνούν με διαφορετικούς τρόπους. Τα δίκτυα αποκτούν συγκεκριμένες μορφές.

Πώς όμως θα ωθήσουμε το μυαλό μας προς αυτά τα πιο δημιουργικά δίκτυα; Η απάντηση είναι, καθώς φαίνεται, απολαυστικά κλασματική: για να κάνουμε το μυαλό μας πιο καινοτόμο, πρέπει να το τοποθετήσουμε μέσα σε περιβάλλοντα που μοιράζονται τις ίδιες πρότυπες υπογραφές: δίκτυα ιδεών ή ανθρώπων που μιμούνται τα νευρικά δίκτυα ενός εγκεφάλου, ο οποίος ερευνά τα όρια της παρακείμενης δυνατότητας.

Ορισμένα περιβάλλοντα ενισχύουν τη φυσική ικανότητα του μυαλού να κάνει νέες συνδέσεις. Τέτοιες όμως συνδέσεις είναι πολύ παλαιότερες από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, παλιότερες ακόμα κι από τους νευρώνες. Μας πηγαίνουν πίσω, για μια ακόμα φορά, στην αρχή της ίδιας της ζωής.

Σωκράτης: Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η έπαρση

Ο Σωκράτης, ο Έλληνας Αθηναίος φιλόσοφος και μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού και παγκόσμιου πνεύματος και πολιτισμού και ένας από τους ιδρυτές της Δυτικής φιλοσοφίας, γεννήθηκε το 470 π. Χ.

Πιθανότατα σπούδασε αστρονομία και γεωμετρία όταν ήταν νέος. Ήταν ανάμεσα στους Αθηναίους που πολέμησαν στην μάχη της Αμφίπολης, στην μάχη στο Δήλιο της Βοιωτίας και στην πολιορκία της Ποτίδαιας. Αν και πριν την συμμετοχή του στον Πελοποννησιακό πόλεμο δεν είχε σχέση με την πολιτική η εμπειρία του στην διάρκεια του πολέμου τον ώθησε να είναι ενεργό μέρος στην πολιτική ζωή της πόλης του. Βέβαια το πραγματικό του ενδιαφέρον σε όλη την διάρκεια της ζωής του ήταν η φιλοσοφία. Ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά κείμενα, θεωρώντας ότι ένα κείμενο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για την στείρα μάθηση ενός σχολείου, αλλά δεν ήταν διόλου χρήσιμο για την τόνωση της ίδιας της έρευνας.

Η φιλοσοφία του Σωκράτη ασχολείται κατά κύριο λόγο με τον άνθρωπο και τις σχέσεις του στην κοινότητα την οποία ζει. Ο Σωκράτης απέρριψε εντελώς να ασχοληθεί με την μελέτη της φύσης όπως οι Σοφιστές. Οι πρώτοι φιλόσοφοι λοιπόν αναζητούσαν την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, ενώ ο Σωκράτης αναζήτησε την αρχή κάθε ηθικής έννοιας, που δεν επηρεάζεται από ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες αλλά ούτε από τη δυνατότητα της αντίληψης του κάθε ανθρώπου. Αναζήτησε δηλαδή το απόλυτο και απέρριψε το σχετικό, μελέτησε την ηθική ουσία και απέρριψε τα ηθικά φαινόμενα.

Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που διείσδυσε εις βάθος στη μελέτη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου. Μίλησε πρώτος για την ψυχή ως την πραγματική ουσία του ανθρώπου και την αρετή ως αυτό που επιτρέπει την πλήρωση της ανθρώπινης φύσης μέσα από την διαρκή αναζήτηση και βελτίωση της ψυχής. Ο Σωκράτης επιθυμούσε να δημιουργήσει μία στέρεα θεωρία που θα ορίζει οριστικά και αμετάκλητα τις έννοιες του καλού, της αρετής και της σοφίας.

Για τον Σωκράτη η πρώτη προϋπόθεση για την επίτευξη της γνώσης, είναι το ίδιο το άτομο να αναγνωρίσει την άγνοιά του. Προσποιούμενος λοιπόν τον αδαή συζητούσε προσπαθώντας να παίξει τον ρόλο της συνείδησης. Έκανε ερωτήσεις, ειρωνευόταν και προσπαθούσε να εκμαιεύσει την αλήθεια από τον συνομιλητή του. Πολλές φορές βύθιζε τον άνθρωπο που συζητούσε μαζί του σε σκέψεις και τον γέμιζε με αμφιβολίες ωθώντας τον έτσι να αναζητήσει νέες αλήθειες. Αυτή η διαδικασία γίνεται μέσω του διαλόγου και είναι αυτό που ο Σωκράτης έλεγε μαιευτική μέθοδος, θεωρώντας πως φέρνει στον άνθρωπο την αληθινή γνώση.

Ο Σωκράτης δεν δημιούργησε ποτέ σχολή. Δίδασκε μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας, σε εξωτερικούς και σε εσωτερικούς χώρους τους ανθρώπους που ήθελαν να τον ακούσουν. Ο λόγος του Σωκράτη ελεύθερος, ανατρεπτικός, αντίθετος στην παραδοσιακή θρησκεία, ενάντια στους κανόνες και τις πεποιθήσεις της εποχής τον έφερε αντιμέτωπο με τις αρχές. Κατηγορήθηκε για ασέβεια προς τους θεούς και για διαφθορά των νέων. Αρνούμενος να αναιρέσει τις απόψεις του επιβεβαίωσε την ορθότητα της διδασκαλίας του ενώπιον των δικαστών και αποδέχθηκε στωικά την ποινή του, το θάνατο.

Ενώ ανάμενε 30 μέρες την εκτέλεση της απόφασης (γιατί ο νόμος απαγόρευε την εκτέλεση της θανατικής ποινής πριν από την επιστροφή του ιερού πλοίου από τις γιορτές της Δήλου) οι φίλοι, οι σύντροφοι και οι μαθητές του καθημερινά προσπαθούσαν με κάθε δυνατό μέσο να τον παρακινήσουν να φύγει, αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας ότι ο ίδιος είχε κηρύξει την πίστη στη δικαιοσύνη και τον σεβασμό του νόμου.

Έτσι το 399 π. Χ. σεβόμενος την δικαιοσύνη και τους νόμους ήπιε το κώνειο και πέθανε μιλώντας στους μαθητές του.

Τους μεν κενούς ασκούς η πνοή διίστησι, τους δ’ ανοήτους, το οίημα.
μτφ.: Τα άδεια σακιά τα φουσκώνει ο αέρας και τους ανόητους η έπαρση

Ο Σωκράτης είπε:
Ού τό ζήν περί πλείστου ποιητέου, αλλά τό εύ ζήν.
(Δεν πρέπει να βάζουμε σε ανώτερη μοίρα την πεζή ζωή, αλλά την έντιμη, ηθική,
ανώτερη ζωή).

Αισχρόν δε μήδεν πράττε, μηδέ μανθάνε

Ούτε να πράττης ,ούτε να μανθάνης κάτι το αισχρόν

Αν έχεις κάτι δύσκολο να κάνεις, ανάθεσέ το σε έναν τεμπέλη. Θα βρει έναν εύκολο τρόπο να το κάνει.

Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν ξέρουν ότι δεν ξέρουν αυτά που δεν ξέρουν.

Πήγαινε να δεις ένα ακρωτήρι, ένα βουνό, μια θάλασσα κι ένα ποτάμι και τα είδες όλα!

Σε συμβουλεύω να παντρευτείς. Αν βρεις μια καλή γυναίκα, θα είσαι ευτυχισμένος. Αν όχι, θα γίνεις φιλόσοφος.

Εν οίδα ότι ουδέν οίδα.

Δεν είμαι Αθηναίος, ούτε Έλληνας πολίτης, αλλά πολίτης του κόσμου.

Εκείνος που περισσότερο μοιάζει με Θεό είναι εκείνος που δεν εξαρτάται από τίποτα.

Ο μέν δειλός τής πατρίδος, ό δέ φιλόδοξος τής πατρώας ουσίας εστί προδότης.
(Ο δειλός γίνεται προδότης της πατρίδας του, ενώ ο φιλόδοξος της πατρικής
κληρονομίας).

Η αγάπη προς τις διακρίσεις παροτρύνει προς τα καλά και τα έντιμα.

Αρχή της σοφίας είναι η γνώση της άγνοιας.

Η παιδεία, καθάπερ ευδαίμων χώρα, πάντα τ’ αγαθά φέρει.

Αι μεν ποδήρες εσθήτες τα σώματα, αι δε υπέρμετροι περιουσίαι τας ψυχάς εμποδίζουσιν.

Τοίς νόμοις γάρ τών πολιτών εμμενόντων, οί πόλεις ισχυρόταταί τε καί ευδαιμονέσταται γίγνονται.
(Όταν οι πολίτες μένουν σταθεροί στους νόμους, οι πόλεις γίνονται και πιο
ισχυρές και πιο ευτυχισμένες).

Το ασήμι και η πορφύρα είναι χρήσιμα στους τραγωδούς, όχι στη ζωή.

Ο άνθρωπος πράττει κακώς από άγνοια.

Αγαθοί άνθρωποι δε γίνονται μόνο με επιστήμη αλλά και με ορθή γνώμη.

Κάθε πράξη που γίνεται με δικαιοσύνη είναι αρετή

Πρέπει να προκαλούμε την κρητική των κωμικών, γιατί αν μιλήσουν για κάτι πραγματικό, μας βοηθούν να το διορθώσουμε, διαφορετικά μας αφήνουν αδιάφορους.

Καλό είναι οι νέοι να καθρεπτίζονται συνεχώς, έτσι ώστε αν είναι ωραίοι, να γίνονται αντάξιοι του εαυτού τους, και αν είναι άσχημοι να προσπαθούν να συγκαλύψουν την ασχήμια με μόρφωση.

Είτε αν παντρευτείς, είτε αν δεν παντρευτείς, ό,τι και αν κάνεις από τα δυο, θα μετανιώσεις.

Το καλό ξεκίνημα δεν είναι βέβαια ασήμαντο πράγμα, ούτε όμως σημαίνει πολλά πράγματα.

Ο χορός είναι εξάσκηση που βοηθάει στη σωματική ευεξία.

Υπάρχει ένα μόνο καλό, η γνώση και ένα κακό, η αμάθεια.

Το σπουδαιότερο απόκτημα είναι οι ελεύθερες ώρες.

Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες

Όταν ο Πεισίστρατος πήρε τη δύναμη στα χέρια του, ο Σόλωνας, μη μπορώντας πια να πείσει τον λαό, πήγε και άφησε τα όπλα του μπροστά στο οίκημα του στρατηγού λέγοντας “Πατρίδα μου, σε βοήθησα με λόγια και με έργα” – και αμέσως απέπλευσε για την Αίγυπτο και την Κύπρο, από όπου και επισκέφθηκε τον Κροίσο.

 Τότε ήταν που ο Κροίσος τον ρώτησε: “Ποιον θεωρείς ευτυχισμένο;”, και εκείνος του απάντησε: “Τον Τέλλο τον Αθηναίο, τον Κλεόβη και τον Βίτωνα”, και όσα άλλα πασίγνωστα λένε οι παλιές ιστορίες.

 Κάποιοι λένε ότι ο Κροίσος κάθισε ολοστόλιστος στον θρόνο του και τον ρώτησε αν είδε ποτέ στη ζωή του ωραιότερο θέαμα, και εκείνος απάντησε: “Ναι, πετεινούς, φασιανούς και παγώνια· γιατί αυτά έχουν όλα τους τα λαμπερά στολίδια από τη φύση, χίλιες φορές πιο όμορφα”.

 Φεύγοντας από εκεί πήγε στην Κιλικία, όπου και ίδρυσε μια πόλη που της έδωσε το όνομα Σόλοι – απ’ το δικό του όνομα. Εκεί εγκατέστησε και κάτι λίγους Αθηναίους, που σιγά σιγά, καθώς περνούσε ο καιρός, αλλοιώθηκε η γλώσσα τους – γι’ αυτούς ήταν που πλάστηκε η λέξη σολοικίζω*.

 Οι κάτοικοι αυτής της πόλης λέγονται Σολείς, ενώ οι κάτοικοι των Σόλων της Κύπρου λέγονται Σόλιοι.

 Και όταν έμαθε ότι ο Πεισίστρατος ήταν ήδη τύραννος, έγραψε στους Αθηναίους τα εξής:
Από δική σας δειλία και αμυαλιά σας χτυπούν οι φουρτούνες·

 όχι μομφές στους θεούς· δεν είναι φταίχτες· εσείς οι ίδιοι αρματώσατε τούτους εδώ και τρανέψατε τόσο· έτσι, απ’ αυτά, στην πικρή πέσατε τώρα σκλαβιά· ίδια αλεπού πονηρά περπατάει ο καθένας σας χώρια, μα όλοι σαν πάτε μαζί, τότε σας πιάνει αμυαλιά· οι γαλιφιές σας πλανεύουν, και δίνετε πίστη στα λόγια, όμως καμιά προσοχή στα έργα δεν δίνετ’ εσείς.

 Αυτά έγραψε ο Σόλωνας. Ο Πεισίστρατος, από την άλλη, έστειλε στον Σόλωνα, που βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του, την ακόλουθη επιστολή:

Ο Πεισίστρατος στον Σόλωνα
Δεν είμαι ο μόνος Έλληνας που επιδίωξε την τυραννίδα, αλλά η τυραννίδα δεν είναι κάτι που δεν μου ταιριάζει: είμαι από τη γενιά των Κοδριδών. Στην πραγματικότητα ξαναπήρα τα προνόμια που οι Αθηναίοι είχαν ορκιστεί ότι θα δώσουν στον Κόδρο και στους απογόνους του, και ύστερα τους τα αφαίρεσαν. Κατά τα άλλα δεν κάνω κανένα κακό ούτε στους θεούς ούτε στους ανθρώπους, αλλά αφήνω τους Αθηναίους να ζουν ως πολίτες σύμφωνα με τους νόμους που εσύ θέσπισες γι’ αυτούς. Ζουν μάλιστα καλύτερα παρά αν ζούσαν σε δημοκρατία. Σε κανέναν δεν επιτρέπω να συμπεριφέρεται υβριστικά· και εγώ ο τύραννος δεν διεκδικώ για τον εαυτό μου τιμές και προνόμια περισσότερα από αυτά που είχαν καθοριστεί και για τους παλαιότερους βασιλείς. Ο κάθε Αθηναίος ξεχωρίζει από ό,τι παράγει το ένα δέκατο, όχι για μένα, αλλά για τη δημιουργία ενός αποθέματος, από το οποίο θα είναι δυνατό να αντιμετωπίζονται τα έξοδα για τις δημόσιες θυσίες και για τις άλλες τυχόν κοινές εκδηλώσεις, καθώς και για την περίπτωση που θα βρεθούμε σε πόλεμο.

 Εγώ πάντως δεν σε κατηγορώ που αποκάλυψες τα σχέδιά μου, και ο λόγος είναι ότι τις αποκαλύψεις σου τις έκανες πιο πολύ από αγάπη για την πόλη παρά από έχθρα για μένα, και, ακόμη, γιατί αγνοούσες τι είδους διακυβέρνηση επρόκειτο να εγκαθιδρύσω εγώ στην πόλη. Γιατί, αν το ήξερες, θα έδειχνες ίσως ανοχή απέναντί μου καθώς ανελάμβανα την εξουσία, και ούτε θα έφευγες από την πατρίδα.

 Γύρισε λοιπόν πίσω στην πατρίδα, δείχνοντάς μου εμπιστοσύνη όταν λέω – ας είναι και δίχως όρκο – ότι ο Σόλωνας δεν πρόκειται να πάθει κανένα κακό από τον Πεισίστρατο. Γιατί – να το ξέρεις – ούτε και κανένας άλλος από τους εχθρούς μου έπαθε οποιοδήποτε κακό. Και αν το βρεις σωστό να είσαι ένας από τους φίλους μου, θα έχεις την πρώτη θέση ανάμεσα στους φίλους μου· γιατί δεν διακρίνω μέσα σου κανένα δόλο και καμιά κακοπιστία· αν, πάλι, θέλεις να ζήσεις αλλιώς στην Αθήνα, θα έχεις την άδειά μου. Μη στερηθείς την πατρίδα σου εξαιτίας μου.
Αυτά έγραψε στο γράμμα του ο Πεισίστρατος.

Ο Σόλωνας στον Πεισίστρατο
Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν πρόκειται να πάθω κανένα κακό από σένα. Γιατί και πριν γίνεις τύραννος ήμουν φίλος σου, και τώρα δεν είμαι εχθρός σου περισσότερο από οποιονδήποτε Αθηναίο που δεν του αρέσει το τυραννικό πολίτευμα.

 Ο καθένας ας αποφασίσει για λογαριασμό του, σύμφωνα με την κρίση του, αν είναι καλύτερο γι’ αυτόν να κυβερνιέται από έναν μόνο άνθρωπο ή να ζει σε τόπο που έχει δημοκρατία.

 Εν πάση περιπτώσει παραδέχομαι ότι εσύ είσαι από όλους τους τυράννους ο καλύτερος.

 Όσο για την επιστροφή μου στην Αθήνα, δεν βλέπω ότι θα ήταν σωστό για μένα: φοβούμαι μήπως με κατηγορήσει κανείς ότι, ενώ θέσπισα ίσα πολιτικά δικαιώματα για όλους τους Αθηναίους, και ενώ, μπορώντας να ήμουν εγώ τύραννος, δεν το θεώρησα σωστό, τώρα επιστρέφω και επιδοκιμάζω αυτά που κάνεις εσύ.
-----------------------------------
 *Μιλώ ή γράφω λανθασμένα

Άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο

Οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται βαθύτατα για τα συστήματα των πεποιθήσεων. Πολλοί φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουίλιαμ Τζέιμς, έχουν επισημάνει τον ζωτικό ρόλο που παίζουν οι πεποιθήσεις μας – για καλό ή κακό – στην καθημερινή μας ζωή.

 Ο Χομπς παρατήρησε ότι ο ανθρώπινος κόσμος κυβερνάται από τη γνώμη. Οι γνώμες είναι απλώς ανώριμες πεποιθήσεις για θέματα που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας. Μια φιλοσοφική εξέταση ενός συστήματος πεποιθήσεων προϋποθέτει την προσπάθεια να καταλάβεις όχι μόνο το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης πώς κατέληξαν να το πιστεύουν, τι λόγους έχουν να πιστεύουν αυτό, πώς οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τον τρόπο που ζούνε και μέχρι ποιο σημείο οι πεποιθήσεις τους είναι η πηγή της ευαρέσκειάς τους, της δυσαρέσκειάς τους ή της ασθένειάς τους αντίστοιχα.

 Ένα εκπληκτικό πράγμα σχετικά με τις ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι ότι άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο ή κάτι μη συμβατό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανθρώπινες πράξεις οι οποίες είναι και αυτές αντιφατικές ή ασύμβατες.

 Για παράδειγμα, ο παγανιστής Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρωνας εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή πίστευαν στο χριστιανισμό.

 Μερικούς αιώνες αργότερα, η Ιερά Εξέταση εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή δεν πίστευαν στη δική της ερμηνεία του χριστιανισμού.

 Το αν ο Νέρωνας ή οι ιεροεξεταστές ήταν τρελοί ή απλώς παραπλανημένοι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

 Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Επαναστατικού Πολέμου, αυτοί που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θεωρούνται ήρωες σε δεκατρείς αποικίες, αλλά κρίνονταν προδότες από το βρετανικό στέμμα. Εάν συλλαμβάνονταν, οι Αμερικανοί “Ιδρυτές Πατέρες” θα είχαν κρεμαστεί επί εσχάτη προδοσία.

 Είχαν μήπως αυτοκτονικές τάσεις αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη; Βεβαίως όχι. Ήταν θαρραλέοι άντρες, οι οποίοι έπραξαν μετά από πολλή ενδοσκόπηση και δημόσια διαμάχη, και οι οποίοι εφάρμοσαν βαθιές φιλοσοφικές αρχές ακόμη και με τον τρόπο που ενήργησαν.

 Εν τω μεταξύ, αυτά τα ακραία και βίαια παραδείγματα αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τον ζωτικό ρόλο των πεποιθήσεων στη διακυβέρνηση της πορείας της ανθρώπινης ζωής, αλλά και το πώς οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων διέπουν την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Το να καταλάβει κανείς όλα αυτά είναι μια φιλοσοφική διεργασία. Το να καταλάβει πως οι πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων, μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή καλύτερη – ή χειρότερη – επίσης είναι μια φιλοσοφική διεργασία.

 Για την ιστορία: Δεν είμαι ηθικός σχετικιστής. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν την ελευθερία να πιστεύουν και να λατρεύουν τον δικό τους θεό ή θεούς με τον δικό τους τρόπο ή τρόπους, αλλά μια τέτοια ελευθερία δεν θα έπρεπε ποτέ να περιλαμβάνει την ελευθερία του να βλάπτεις ή να σκοτώνεις αυτούς που πιστεύουν σε άλλους θεούς.

 Επομένως ανέχομαι τις απόψεις των άλλων ανθρώπων, όσο μπορώ να ανέχομαι και αυτούς τους ίδιους. Έτσι ταυτίζομαι συναισθηματικά με τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες – οι οποίοι πέθαναν για την πίστη τους, αλλά δεν προσπάθησαν να δολοφονήσουν άλλους για αυτή –, ενώ καταδικάζω τον Νέρωνα και την Ιερά Εξέταση σαν δολοφόνους που δεν πρέπει να τους ανεχόμαστε.

 Η αποδοκιμασία μου δεν έχει να κάνει με τον παγανισμό, τον χριστιανισμό ή τον ισλαμισμό: Έχει να κάνει με το προμελετημένο κακό, το οποίο πάντα αυξάνει και ποτέ δεν μειώνει τα βάσανα στον κόσμο.

 Και αυτό δεν είναι σχετικισμός.

 Αν οι απόψεις σου σε κάνουν να έχεις δυσαρέσκειες, και αν δεν έχεις την απαραίτητη φιλοσοφική καθοδήγηση για να αντιμετωπίσεις τη δυσαρέσκειά σου εποικοδομητικά, τότε είσαι υπεύθυνος που δεινοπαθείς χωρίς να χρειάζεται, και πιθανώς γιατί εξάπλωσες καταστροφικά την δυσαρέσκειά σου σε άλλους, σαν κάποιο μολυσματικό ιό του μυαλού.

 Πιστεύω ακράδαντα ότι ορισμένες απόψεις προκαλούν περισσότερη δυσαρέσκεια από άλλες· και ότι μερικές είναι πιο βλαπτικές από άλλες.

 Ούτε αυτό όμως είναι ηθικός σχετικισμός.

 Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βλάψετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο. Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βοηθάς είναι καλό. Και αυτό είναι απόλυτο επίσης.

 Το πώς επιλέγετε να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους εξαρτάται από την κρίση σας.
Και αυτό είναι σχετικό.

Προσδιορίστηκε για πρώτη φορά η γεωμετρία ενός ηλεκτρονίου που δίνει τη δυνατότητα ελέγχου του σπιν του

Φυσικοί στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας μπόρεσαν να δείξουν για πρώτη φορά πώς μοιάζει ένα ηλεκτρόνιο σε ένα τεχνητό άτομο. Μια μέθοδος που πρόσφατα αναπτύχθηκε τους επιτρέπει να δείξουν την πιθανότητα παρουσίας ενός ηλεκτρονίου στο χώρο. Αυτό επιτρέπει να βελτιωθεί ο έλεγχος του σπιν του ηλεκτρονίου, που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ως η μικρότερη μονάδα πληροφορίας σε έναν μελλοντικό κβαντικό υπολογιστή. Τα πειράματα δημοσιεύθηκαν στο Physical Review Letters και η σχετική θεωρία στο Physical Review B.

Το σπιν ενός ηλεκτρονίου είναι ένας πολλά υποσχόμενος υποψήφιος για να χρησιμοποιηθεί ως η μικρότερη μονάδα πληροφορίας (qubit) ενός κβαντικού υπολογιστή. Ο έλεγχος και η αλλαγή του σπιν αυτού ή η σύζευξή του με άλλα σπιν είναι μια πρόκληση για την οποία εργάζεται μεγάλος αριθμός ερευνητικών ομάδων σε όλο τον κόσμο. Η σταθερότητα ενός σπιν και η διεμπλοκή διαφορετικών σπιν εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη γεωμετρία των ηλεκτρονίων – η οποία προηγουμένως ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί πειραματικά.

Επιστήμονες στις ομάδες με επικεφαλείς τους καθηγητές Dominik Zumbühl και Daniel Loss από το Τμήμα Φυσικής και το Ελβετικό Ινστιτούτο Νανοτεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας έχουν ανακαλύψει μια μέθοδο με την οποία μπορούν να προσδιορίσουν χωρικά τη γεωμετρία του ηλεκτρονίου σε κβαντικά σημεία. Ένα κβαντικό σημείο είναι μια δυναμική παγίδα που επιτρέπει ελεύθερα ηλεκτρόνια να περιορίζονται σε μια περιοχή η οποία είναι περίπου 1000 φορές ευρύτερη από αυτή ενός φυσικού ατόμου. Επειδή τα παγιδευμένα ηλεκτρόνια συμπεριφέρονται παρόμοια με τα δεσμευμένα σε ένα άτομο ηλεκτρόνια, τα κβαντικά σημεία είναι γνωστά επίσης και ως «τεχνητά άτομα».

Το ηλεκτρόνιο συγκρατείται στο κβαντικό σημείο από ηλεκτρικά πεδία. Ωστόσο, κινείται μέσα στο χώρο και με διαφορετικές πιθανότητες που ανταποκρίνονται σε μια κυματοσυνάρτηση, παραμένει σε ορισμένες θέσεις μέσα στο χώρο περιορισμού του.

Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν φασματοσκοπικές μετρήσεις για να προσδιορίσουν τα ενεργειακά επίπεδα στο κβαντικό σημείο και μελέτησαν τη συμπεριφορά των επιπέδων αυτών σε μαγνητικά πεδία διαφορετικών εντάσεων και προσανατολισμών. Βασιζόμενοι στο θεωρητικό μοντέλο τους, μπόρεσαν να προσδιορίσουν την πυκνότητα πιθανότητας του ηλεκτρονίου και έτσι τη κυματοσυνάρτησή του με ακρίβεια στη κλίμακα του υπο-νανομέτρου. «Για να το θέσουμε απλά, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη μέθοδο για να δείξουμε πως μοιάζει ένα ηλεκτρόνιο για πρώτη φορά», εξηγεί ο Loss.

Οι ερευνητές, οι οποίοι εργάζονται στενά με συναδέλφους στη Ιαπωνία, τη Σλοβακία και τις ΗΠ, έτσι κερδίζουν μια καλύτερη κατανόηση του συσχετισμού μεταξύ της γεωμετρίας του ηλεκτρονίου και του σπιν του ηλεκτρονίου, που θα πρέπει να είναι για όσο το δυνατό περισσότερο σταθερό και γρήγορα μεταβαλλόμενο για χρήση ως ένα qubit. «Μπορέσαμε όχι μόνο να χαρτογραφήσουμε το σχήμα και τον προσανατολισμό του ηλεκτρονίου, αλλά επίσης να ελέγξουμε την κυματοσυνάρτηση σύμφωνα με την διαμόρφωση των εφαρμοζόμενων ηλεκτρικών πεδίων. Αυτό μας δίνει τη ευκαιρία να βελτιστοποιούμε τον έλεγχο των σπιν με πολύ κατευθυνόμενο τρόπο», λέει ο Zumbühl.

Ο χωρικός προσανατολισμός του ηλεκτρονίου παίζει επίσης ρόλο στη διεμπλοκή των διαφόρων σπιν. Παρόμοια με τη σύνδεση δυο ατόμων σε ένα μόριο, η κυματοσυνάρτηση δυο ηλεκτρονίων πρέπει να βρίσκεται σε ένα επίπεδο για επιτυχή διεμπλοκή. Με τη βοήθεια της μεθόδου που αναπτύχθηκε, μεγάλος αριθμός προηγούμενων μελετών μπορεί να κατανοηθούν καλύτερα και η απόδοση των σπιν-qubit μπορεί να βελτιστοποιηθεί στο μέλλον.

Η διαφωνία στις μετρήσεις της σταθεράς Hubble μπορεί να επιλυθεί προσθέτοντας μια έξτρα μορφή σκοτεινής ενέργειας

Ο ρυθμός με τον οποίο το σύμπαν διευρύνεται, που περιγράφηκε από τη σταθερά του Hubble, έχει για πολύ καιρό δυσκολία να προσδιοριστεί ως ποσότητα. Οι δυο σημερινές στρατηγικές για τον προσδιορισμό της σταθεράς Hubble συγκρούονται και η τάση αυτή μοιάζει μόνο να γίνεται χειρότερη μετά από την κάθε διάθεση δεδομένων. Μια νέα θεωρία υποστηρίζει τώρα ότι η λύση θα μπορούσε να είναι η πρόσθεση ενός άλλου τύπου σκοτεινής ενέργειας που θα έχει για λίγο επιταχύνει το σύμπαν πολύ καιρό πριν εμφανιστούν οι γαλαξίες.

Η σταθερά Hubble μπορεί να βρεθεί «τοπικά» μετρώντας την ταχύτητα με την οποία κινείται ένα αντικείμενο (συνήθως ένας υπερκαινοφανής) που απομακρύνεται από εμάς και διαιρώντας την από την απόστασή του. Ένας άλλος τρόπος να εκτιμηθεί η σταθερά Hubble περιλαμβάνει την συναγωγή δεδομένων από το πρώιμο σύμπαν από την κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου (CMB). Ενώ οι δυο τεχνικές παράγουν παρόμοιες εκτιμήσεις, οι τιμές διαφέρουν με στατιστική σημαντικότητα 4σ.

Στην παραγωγή της εκτίμησης της CMB, οι ερευνητές έχουν υποθέσει ένα «τυπικό» κοσμολογικό μοντέλο, στο οποίο η πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας είναι σταθερή κατά τη διάρκεια του χρόνου. Για να επιλύσουν την αβεβαιότητα Hubble, ο Marc Kamionkowski του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, στο Maryland και οι συνεργάτες του φαντάστηκαν μια δεύτερη κατανομή της σκοτεινής ενέργειας που προέρχεται από ένα αποκαλούμενο βαθμωτό πεδίο που έχει μια χρονικά μεταβαλλόμενη πυκνότητα ενέργειας. Εστιάζοντας στους τύπους των δυναμικών του βαθμωτού πεδίου, η ομάδα περιέγραψε παραμέτρους αυτών των δυναμικών που θα μπορούσαν να δώσουν αρκετή επιτάχυνση στο πρώιμο σύμπαν για να φέρει την εκτίμηση από την CMB της σταθεράς Hubble σε συμφωνία με την τοπική μέτρηση. Οι ερευνητές πρόβλεψαν ότι η σύντομη επιτάχυνση από αυτό το βαθμωτό πεδίο θα μπορούσε να παραγάγει αμυδρές, αλλά ανιχνεύσιμες, υπογραφές στην CMB που οι μελλοντικές επισκοπήσεις θα μπορούσαν να παρατηρήσουν.

Ποιός μας έδωσε τις πεποιθήσεις μας;

Ένας βοσκός είχε πάρα πολλά αρνάκια. Τόσα που δεν φαντάζεσαι. Κάθε μέρα φυσικά έσφαζε και μερικά απ’ αυτά. Τα προβατάκια με το λίγο μυαλό που ‘χαν, προσπαθούσαν να ξεφύγουν, διότι όσο προβατάκια και αν ήταν, κάποιο ελάχιστο ένστικτο επιβίωσης το είχαν.
 
Ο βοσκός λοιπόν παρατήρησε ότι πολλά απ’ τα πρόβατά του χανόντουσαν, άλλα τρέμανε από τον φόβο τους και άλλα φεύγανε προς το δάσος όπου τα έτρωγαν οι λύκοι. Κατάλαβε λοιπόν ότι χρειαζότανε πολλούς υπηρέτες για να τα φυλάνε, πράγμα που θ’ ανέβαζε κατά πολύ τα έξοδα του. Τότε σκέφτηκε κάτι πολύ απλό.
 
 
Υπνώτισε τα αρνάκια του και τους φόρτωσε εμφυτεύσεις
 
Τους έδινε στο καθένα διαφορετικό μυαλό. Στο ένα έλεγε «Δεν είσαι αρνί εσύ, εσύ είσαι άνθρωπος». Στο άλλο έλεγε «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για το αν θα σε φάνε, εσύ είσαι λιοντάρι» Σε κάποιο άλλο είπε «Δεν θα σε σκοτώσουν εσένα όπως τα άλλα, εσύ είσαι τίγρης». μετά απ' αυτό όλα τ’ αρνάκια άρχισαν να συμπεριφέρονται, ανάλογα με τις εμφυτεύσεις και τα έγγραμα που τους είχε δώσει.
 
Ο Βοσκός όχι μόνο βρήκε την ησυχία του και ηρέμησε, διότι δεν έφευγε κανένα αρνάκι πλέον απ' το μαντρί, αλλά μπορούσε και να σκοτώσει κάποια, χωρίς τα άλλα να ανησυχούν, αφού πίστευαν πλέον πως το ένα ήταν λιοντάρι ή τίγρης. Επίσης τους είχε εμφυτεύσει τον Παράδεισο και την Κόλαση για να είναι πειθήνια και να περιμένουν κάποια ανταμοιβή.
 
Πολλά μάλιστα γελούσαν και λέγανε «χα-χα κοίτα τι παθαίνουν τα αρνάκια»
Τώρα πια κανένα δεν δραπέτευε, όλα ήταν υποτακτικά κι υπάκουα.
1-2 προβατάκια όμως αναρωτιούνταν
«Ποιός μας έδωσε τις εμφυτεύσεις που έχουμε;»
 
Οι Βολαδόρες – Τα Αρπακτικά (Don Juan Matus)
 
-Τι είναι αυτό, δον Χουάν, ρώτησα. Βλέπω παντού γύρω μου σκιές, σκιές που ξεγλιστρούν.
– Α, είναι το σύμπαν στην ολότητά του, απάντησε. Ασύγκριτο, μη γραμμικό, πέρα από το βασίλειο της σύνταξης. Οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού ήταν οι πρώτοι που διέκριναν αυτές τις φευγαλέες σκιές, κι έτσι παρακολούθησαν τις κινήσεις τους. Τις είδαν όπως τις βλέπεις κι εσύ, και τις είδαν επίσης σαν ενέργεια που ρέει στο σύμπαν. Και ανακάλυψαν κάτι υπερβατικό.
Σώπασε και με κοίταξε. Οι παύσεις του ήταν πολύ καίριες. Σώπαινε πάντα όταν εγώ ένιωθα να κρέμομαι από μια κλωστή.
 
-Τι ανακάλυψαν δον Χουάν; τον ρώτησα.
-Ανακάλυψαν πως έχουμε έναν ισόβιο σύντροφο, απάντησε με όση σαφήνεια μπορούσε. Ένα αρπακτικό, που ανέβηκε από τα βάθη του κόσμου και πήρε τον έλεγχο της ζωής μας. Τα ανθρώπινα όντα είναι αιχμάλωτοί του. Τούτο το αρπακτικό, που είναι πολλοί άρπαγες μαζί, είναι κύριος και αφέντης μας. Μας έκανε υπάκουους, αβοήθητους. Όταν πάμε να διαμαρτυρηθούμε, καταπνίγει τις διαμαρτυρίες μας. Κι όταν θελήσουμε να δράσουμε ανεξάρτητα, απαιτεί να μη δράσουμε καθόλου. Το γυροφέρνω τόση ώρα για να σου πω ότι κάτι μας κρατά αιχμαλώτους. Κι είμαστε όντως αιχμάλωτοι, δεσμώτες! Αυτό ήταν ένα ενεργειακό γεγονός για τους σαμάνους του Μεξικού.
– Και γιατί μας κυρίευσε αυτό το αρπακτικό με τον τρόπο που μου περιγράφεις δον Χουάν; τον ρώτησα. Κάποια λογική εξήγηση πρέπει να υπάρχει.
-Υπάρχει μια εξήγηση, μου αποκρίθηκε τότε σοβαρά. Και είναι η απλούστερη εξήγηση στον κόσμο. Αυτές οι οντότητες μας κυρίευσαν επειδή είμαστε η τροφή τους και μας απομυζούν ανελέητα γιατί είμαστε τα μέσα συντήρησής τους. Κι όπως εμείς εκτρέφουμε κοτόπουλα σε ορνιθοτροφεία, έτσι και τα αρπακτικά εκτρέφουν εμάς σε ανθρωποτροφεία. Έτσι έχουν πάντα άφθονο φαγητό.
– Οχι, όχι, όχι, άκουσα τον εαυτό μου να κραυγάζει. Είναι παράλογο δον Χουάν. Είναι τερατώδες αυτό που λες. Απλώς δεν μπορεί να ‘ναι αλήθεια, για τους μάγους τους κοινούς ανθρώπους ή οποιονδήποτε άλλο!
 
-Γιατί όχι; έκανε ήρεμα ο δον Χουάν. Γιατί όχι; επειδή σε εξοργίζει;
 
-Ναι, με εξοργίζει! απάντησα αμέσως. Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι τερατώδεις!
-Καλά, μου είπε, όμως δεν τα άκουσες όλα ακόμη. Περίμενε λίγο, να δεις πως θα νιώσεις. Θα σε βομβαρδίσω. Θα κάνω δηλαδή στο μυαλό σου τρομακτικές επιθέσεις, ασύλληπτες εφόδους. Και μη θαρρείς πως μπορείς να σηκωθείς και να φύγεις, γιατί είσαι εγκλωβισμένος. Όχι γιατί σε κρατάω εγώ αιχμάλωτο, αλλά επειδή υπάρχει κάτι μέσα σου που θα σε εμποδίσει να φύγεις, ενώ ένα άλλο κομμάτι σου θα γίνει αληθινά έξω φρενών. Γι' αυτό, θωράκισε τον εαυτό σου.
Κάνω έκκληση στο αναλυτικό σου μυαλό, είπε ο δον Χουάν. Σκέψου για μια στιγμή και πες μου: Πως εξηγείς την αντίφαση ανάμεσα στη νοημοσύνη του ανθρώπου που μηχανεύεται, οργανώνει και κατασκευάζει και την ηλιθιότητα των συστημάτων των πεποιθήσεων και δοξασιών του ή την ηλιθιότητα της αντιφατικής συμπεριφοράς του; Οι μάγοι πιστεύουν ότι τα αρπακτικά μας έχουν δώσει τα συστήματα πεποιθήσεων που ασπαζόμαστε, τις ιδέες μας για το καλό και το κακό, τα κοινωνικά μας ήθη. Τα αρπακτικά είναι που δημιούργησαν τις ελπίδες τις προσδοκίες μας, το όραμα της επιτυχίας, τον εφιάλτη της αποτυχίας. Αυτά τα αρπακτικά μας έδωσαν την πλεονεξία, την απληστία και τη δειλία μας. Είναι τα αρπακτικά αυτά που μας κάνουν αυτάρεσκους, κοινότοπους και εγωπαθείς.
-Μα πως μπορούν να τα κάνουν όλα αυτά, δον Χουάν; τον ρώτησα, ενώ τα λόγια του μ’ είχαν θυμώσει ακόμη περισσότερο. Τι κάνουν δηλαδή; Τα ψιθυρίζουν στ’ αυτί μας όλα αυτά όταν κοιμόμαστε;
-Όχι δεν το κάνουν έτσι. Αυτό είναι βλακώδες! Απάντησε χαμογελώντας ο δον Χουάν. Είναι απείρως πιο ικανά και συγκροτημένα. Για να μας κρατούν υπάκουους, μειλίχιους κι ανίσχυρους, τα αρπακτικά χρησιμοποιούν ένα καταπληκτικό τέχνασμα – καταπληκτικό από άποψη στρατηγικής φυσικά. Είναι ένα φρικτό τέχνασμα για όσους το υφίστανται. Μας έδωσαν το μυαλό τους! Μ’ άκουσες; Τα αρπακτικά μας έδωσαν το μυαλό τους, που έγινε και δικό μας.
Το μυαλό των αρπακτικών είναι ταραγμένο, αντιφατικό, σκυθρωπό, πλημμυρισμένο από το φόβο μην αποκαλυφθεί από στιγμή σε στιγμή. Ξέρω πως μολονότι δεν πείνασες ποτέ, συνέχισε, ανησυχείς για το πως θα εξασφαλίσεις την τροφή σου, κάτι που δεν είναι παρά η ανησυχία του αρπακτικού που φοβάται μήπως ανά πάσα στιγμή αποκαλυφθεί το τέχνασμά του και του αρνηθούν την τροφή που έχει τόση ανάγκη. Μέσω του ανθρωπίνου νου, που άλλωστε είναι ο δικός τους νους, τα αρπακτικά εισάγουν στη ζωή των ανθρώπινων όντων οτιδήποτε τα εξυπηρετεί. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνουν να αποκτήσουν λίγη ασφάλεια, που λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι στο φόβο τους.
-Δεν είναι ότι δεν μπορώ να δεχτώ τη φαινομενική αξία όσων λες δον Χουάν, είπα. Θα μπορούσα, αλλά υπάρχει κάτι τόσο αηδιαστικό σ’ αυτό τον ισχυρισμό, που με απωθεί και με αναγκάζει να κρατήσω αντίθετη στάση, να επιχειρήσω να σε αντικρούσω. Αν είναι αλήθεια πως μας τρώνε πως το κάνουν;
Μου εξήγησε ότι οι μάγοι βλέπουν τα ανθρώπινα όντα σαν παράξενες, φωτεινές σφαίρες ενέργειας, που καλύπτονται ολόκληρες από ένα λαμπερό περίβλημα, κάτι σαν λούστρο, σαν επίχρισμα, ένα κάλυμμα που εφαρμόζει σφιχτά στο κουκούλι της ενέργειάς τους. Συνέχισε λέγοντας πως αυτό το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης είναι που καταναλώνουν τα αρπακτικά, και πως όταν ένα ανθρώπινο ον φτάσει στην ενηλικίωση, το μόνο που απομένει από αυτό το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης είναι μια στενή λωρίδα που φτάνει από το έδαφος ως τις άκρες των δαχτύλων των ποδιών.
Αυτή η λωρίδα επιτρέπει στην ανθρωπότητα να επιζήσει, μόλις και μετά βίας. Σαν να ‘βλεπα όνειρο, άκουσα τον δον Χουάν Μάτους να μου εξηγεί ότι, απ’ όσο ήξερε, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό είδος που διαθέτει το λαμπερό περίβλημα της επίγνωσης έξω από το φωτεινό του κουκούλι. Γίνεται επομένως εύκολο θύμα μιας διαφορετικής επίγνωσης όπως είναι η σκληρή επίγνωση του αρπακτικού.
Στη συνέχεια έκανε την πιο δυσοίωνη δήλωση που είχα ακούσει ποτέ από τα χείλη του. Μου είπε ότι αυτή η στενή λωρίδα επίγνωσης αποτελεί τον πυρήνα της αυτοανάκλασης, όπου εγκλωβίζεται αμετάκλητα ο άνθρωπος. Με τον επιδέξιο χειρισμό της αυτοανάκλασης, της μοναδικής λάμψης επίγνωσης που αφήνουν στον άνθρωπο τα αρπακτικά δημιουργούν αναλαμπές επίγνωσης, τις οποίες στη συνέχεια καταναλώνουν με αδίστακτο, ληστρικό τρόπο. Μας φορτώνουν με ανόητα προβλήματα που αναγκάζουν εκείνες τις αναλαμπές επίγνωσης να γεννηθούν, και κατορθώνουν μ’ αυτό τον τρόπο να μας κρατούν ζωντανούς, ώστε να μπορούν να τρέφονται από την ενεργειακή αναλαμπή των ψευδοανησυχιών μας.
-Τον ρώτησα: γιατί οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού, όπως και όλοι οι σύγχρονοι σαμάνοι, μολονότι βλέπουν τα αρπακτικά δεν κάνουν τίποτα γι’ αυτό;
-Δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε γι’ αυτό εσύ ή εγώ, μου απάντησε θλιμμένα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποκτήσουμε αυτοπειθαρχία και να τη φτάσουμε σ’ ένα σημείο όπου δε θα μπορούν να μας αγγίξουν. Πως μπορείς να ζητήσεις από τους συνανθρώπους σου να ακολουθήσουν μια τόσο αυστηρή αυτοπειθαρχία; Θα σε περιγελάσουν και θα σε γελοιοποιήσουν, ενώ οι πιο επιθετικοί θα σε μαυρίσουν στο ξύλο. Κι όχι τόσο επειδή δεν θα σε πιστέψουν.
Κάπου στα βάθη κάθε ανθρώπινου όντος υπάρχει η προγονική γνώση της ύπαρξης των αρπακτικών. Το ξέρουν τα σπλάχνα σου… Οι σαμάνοι του αρχαίου Μεξικού είδαν τα αρπακτικά. Τα ονόμασαν ιπτάμενους επειδή κάνουν βουτιές στον αέρα. Δεν είναι όμορφο θέαμα. Μεγάλες, αδιαπέραστες σκιές που σκίζουν τον αέρα. Μετά προσγειώνονται βαριά στο έδαφος. Οι σαμάνοι προβληματίστηκαν πολύ για το πότε εμφανίστηκαν στη γη. Είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος ήταν κάποτε ένα τέλειο ον, ικανό να επιτελέσει με θαυμαστή διορατικότητα άθλους επίγνωσης που στις μέρες μας έχουν τη μορφή μύθων και θρύλων. Κι έπειτα όλα χάθηκαν κι έχουμε τώρα έναν άνθρωπο σε καταστολή.
Τι λες τώρα, δον Χουάν; τον ρώτησα άψυχα.
 
-Αυτό που λέω είναι πως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε κάποια συνηθισμένα αρπακτικά. Είναι πολύ έξυπνα, πολύ συγκροτημένα. Χρησιμοποιούν πολύ μεθοδικά το σύστημα που θα μας εξουδετερώσει. Ο άνθρωπος, το μαγικό ον που προορίζεται να γίνει, παύει να είναι πλάσμα μαγικό. Δεν είναι παρά ένα κομμάτι κρέας. Δεν υπάρχουν πια άλλα όνειρα γι’ αυτόν, πέρα από τα όνειρα ενός ζώου αναθρεμμένου για να γίνει κάποτε ένα κομμάτι κρέας, κοινότοπα, συμβατικά, ηλίθια. -Carlos Castaneda

Οι Πεποιθήσεις είναι ΕΜΦΥΤΕΥΣΕΙΣ. Κάθε φορά που ανησυχείς για οτιδήποτε αληθινό ή φανταστικό, ταΐζεις τα αρπακτικά-αφέντες. Για σκέψου ποιοι ή τι σε κάνουν να είσαι ΜΟΝΙΜΑ ΑΝΗΣΥΧΟΣ και να έχεις ΦΟΒΟ ΘΕΟΥ; Ενός Θεού δειλού που είναι μόνο για σφαλιάρες, εσύ τον φοβάσαι, σε εκπαίδευσαν να τον φοβάσαι. Ο φόβος που πηγάζει απ’ τον εγωισμό σου και το πόσο σημαντικός είσαι, είναι αυτός που σε κάνει μπριζολάκι. Κυριολεκτικά κι ουχί μεταφορικά!!
ΑΛΛΑ
Είναι γεγονός πως όταν ο άνθρωπος βαδίζει στο μονοπάτι του Πολεμιστή-Ταξιδιώτη, του Πνευματικού Αριστοκράτη, τότε παύει να είναι τροφή τους, τουλάχιστον παύει να είναι τροφή ευχάριστη. Δεν είναι και τόσο δυνατά για τον Πνευματικό Αριστοκράτη, το αντίθετο μάλιστα, είναι δειλά φοβισμένα τυφλά και ανίσχυρα μπροστά στην Δύναμη και την αυστηρή άσκηση του Πολεμιστή.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἀσπὶς Ἡρακλέους (139-167)

Περιγραφή της ασπίδας του Ηρακλή

Χερσί γε μὴν σάκος εἷλε παναίολον, οὐδέ τις αὐτὸ
140 οὔτ᾽ ἔρρηξε βαλὼν οὔτ᾽ ἔθλασε, θαῦμα ἰδέσθαι.
πᾶν μὲν γὰρ κύκλῳ τιτάνῳ λευκῷ τ᾽ ἐλέφαντι
ἠλέκτρῳ θ᾽ ὑπολαμπὲς ἔην χρυσῷ τε φαεινῷ
[λαμπόμενον, κυάνου δὲ διὰ πτύχες ἠλήλαντο].
ἐν μέσσῳ δ᾽ ἀδάμαντος ἔην Φόβος οὔ τι φατειός,
145 ἔμπαλιν ὄσσοισιν πυρὶ λαμπομένοισι δεδορκώς·
τοῦ καὶ ὀδόντων μὲν πλῆτο στόμα λευκαθεόντων,
δεινῶν, ἀπλήτων, ἐπὶ δὲ βλοσυροῖο μετώπου
δεινὴ Ἔρις πεπότητο κορύσσουσα κλόνον ἀνδρῶν,
σχετλίη, ἥ ῥα νόον τε καὶ ἐκ φρένας εἵλετο φωτῶν
150 οἵτινες ἀντιβίην πόλεμον Διὸς υἷι φέροιεν.
[τῶν καὶ ψυχαὶ μὲν χθόνα δύνουσ᾽ Ἄιδος εἴσω
αὐτῶν, ὀστέα δέ σφι περὶ ῥινοῖο σαπείσης
Σειρίου ἀζαλέοιο κελαινῇ πύθεται αἴῃ.]
Ἐν δὲ Προΐωξίς τε Παλίωξίς τε τέτυκτο,
155 ἐν δ᾽ Ὅμαδός τε Φόνος τ᾽ Ἀνδροκτασίη τε δεδήει,
[ἐν δ᾽ Ἔρις, ἐν δὲ Κυδοιμὸς ἐθύνεον, ἐν δ᾽ ὀλοὴ Κὴρ
ἄλλον ζωὸν ἔχουσα νεούτατον, ἄλλον ἄουτον,
ἄλλον τεθνηῶτα κατὰ μόθον ἕλκε ποδοῖιν·
εἷμα δ᾽ ἔχ᾽ ἀμφ᾽ ὤμοισι δαφοινεὸν αἵματι φωτῶν,
160 δεινὸν δερκομένη καναχῇσί τε βεβρυχυῖα.]
Ἐν δ᾽ ὀφίων κεφαλαὶ δεινῶν ἔσαν, οὔ τι φατειῶν,
δώδεκα, ταὶ φοβέεσκον ἐπὶ χθονὶ φῦλ᾽ ἀνθρώπων
[οἵτινες ἀντιβίην πόλεμον Διὸς υἷι φέροιεν].
τῶν καὶ ὀδόντων μὲν καναχὴ πέλεν, εὖτε μάχοιτο
165 Ἀμφιτρυωνιάδης· τὰ δ᾽ ἐδαίετο θαυματὰ ἔργα·
στίγματα δ᾽ ὣς ἐπέφαντο ἰδεῖν δεινοῖσι δράκουσι·
κυάνεοι κατὰ νῶτα, μελάνθησαν δὲ γένεια.

***
Στα χέρια του ασπίδα πήρε πολυποίκιλτη, που κανείς ποτέ
140 χτυπώντας δεν την έσκισε, ούτε την έσπασε, θαυμάσια να τη βλέπεις.
Γύρω₋γύρω ολόκληρη με τίτανο, άσπρο ελεφαντόδοντο,
με ήλεκτρο κρυφόλαμπε και με λαμπρό χρυσό
[άστραφτε, και ζώνες από κύανο τη διατρέχανε.]
Στο κέντρο της υπήρχε Φόβος αδαμάντινος, ακατονόμαστος,
που λοξοκοίταζε με μάτια λαμπρά απ᾽ τη φωτιά.
Το στόμα του γεμάτο δόντια κάτασπρα,
δεινά, απλησίαστα, και πάνω στο βλοσυρό του μέτωπο
η Έριδα η φοβερή πετούσε, τον τάραχο της μάχης των αντρών ξεσήκωνε,
η σκληρή. Αυτή το νου και το μυαλό κυρίευε όσων αντρών
150 σηκώνανε αγώνα κατά πρόσωπο στο γιο τού Δία.
[Εκείνων οι ψυχές χώνονται στη γη, στον Άδη μέσα,
ενώ τα οστά στη μαύρη γη σαπίζουν,
αφού το δέρμα λιώσει γύρω τους ο φλογερός ο Σείριος.]
Κι ήταν ακόμη δουλεμένη επάνω της η Καταδίωξη, το Πισωγύρισμα,
φλεγόταν η Βοή, ο Φόνος, η Ανδροκτονία,
[ορμούσε η Έριδα κι η Ταραχή, κα η ολέθρια του θανάτου Μοίρα
άλλον βαστώντας ζωντανό, που μόλις τραυματίστηκε, άλλον απλήγωτο,
άλλον νεκρό, από τα πόδια έσερνε στο θόρυβο της μάχης μέσα.
Κι ήταν το ρούχο της στους ώμους ματωμένο από το αίμα των ανδρών,
160 καθώς κοιτούσε φοβερά και με κραυγές βρυχιόταν.]
Ήταν επάνω και δώδεκα φιδιών κεφάλια, φοβερών, ακατονόμαστων,
που τρέπαν σε φυγή πάνω στη γη τα πλήθη των ανθρώπων,
[όσων σηκώνανε αγώνα κατά πρόσωπο στο γιο τού Δία.]
Τρίζαν τα δόντια τους, σαν πολεμούσε ο γιος
του Αμφιτρύωνα. Κι αυτά τα θαυμαστά στολίδια φλέγονταν.
Κάτι κηλίδες φαίνονταν να δεις στα φοβερά τα φίδια επάνω,
που ήταν στη ράχη κυανά και μαύρα στα σαγόνια.