Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Το παράδοξο του Επίκουρου και η ανεπιτυχής προσπάθεια απάντησης από τους απολογητές

Εισαγωγή

 Στην απολογητική ιστοσελίδα της ΟΟΔΕ, διαβάζουμε ένα άρθρο τους, που υποτίθεται ότι αναιρεί το «παράδοξο του Επίκουρου». Θεωρώ ότι έχει ενδιαφέρον να απαντήσουμε στο άρθρο τους, μιας και είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, ώστε να καταδειχτεί όχι μόνο το παράλογο των χριστιανικών θεολογικών ισχυρισμών, αλλά επιπλέον να φανεί η ανωτερότητα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης έναντι της ανεπαρκούς χριστιανικής πίστεως. Θα απαντήσουμε παραθέτοντας και «σπάζοντας» το άρθρο τους κομμάτι-κομμάτι, ώστε να γίνεται κατανοητό που δίδεται η απάντηση κάθε φορά. Οι ισχυρισμοί της ΟΟΔΕ, βρίσκονται εντός παραθέσεως.

Το επικούρειο παράδοξο

Στην διδασκαλία του Επίκουρου, παρατίθεται ως εξής…
Ο Θεός, είπε (ο Επίκουρος), είτε θέλει να απομακρύνει το κακό και δεν μπορεί, είτε μπορεί και δεν θέλει, είτε ούτε θέλει ούτε μπορεί, είτε και θέλει και μπορεί. Εάν θέλει και δεν μπορεί, είναι ανίσχυρος, πράγμα που δεν ταιριάζει σε θεό• εάν μπορεί και δεν θέλει, τότε είναι ζηλόφθονος, το οποίο επίσης είναι ξένο προς τον θεό• εάν ούτε θέλει ούτε μπορεί, είναι και ζηλόφθονος και ανίσχυρος και ως εκ τούτου δεν είναι θεός• εάν (τέλος) και θέλει και μπορεί, το οποίο μόνον στον θεό αρμόζει, τότε από που προέρχεται το κακό ή γιατί δεν το απομακρύνει;
Επίσης, υπάρχει ένα ακόμα απόσπασμα από το έργο του Σέξτου του Εμπειρικού «Πυρρώνειες Υποτυπώσεις». Το αναφέρουμε και αυτό, διότι το αναφέρει και η ΟΟΔΕ στο άρθρο της.

Ο Σέξτος, στο τρίτο βιβλίο, αναφέρεται στο ζήτημα της υπάρξεως του Θεού και προσπαθεί με την ισοσθένεια των λόγων (δηλαδή, με το να υπάρχουν δύο ή περισσότερες διαφορετικές και αντίθετες μεταξύ τους απόψεις για το ίδιο θέμα), να δείξει ότι πρέπει πολλές φορές να αναστέλλουμε την κρίση μας και να τηρούμε αυτό που έλεγαν οι Σκεπτικοί, την «εποχή», μη εκφέροντας δογματική κρίση. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, γίνεται μνεία περί της θεϊκής πρόνοιας.

Στην διδασκαλία του Σέξτου, παρατίθεται ως εξής…
Αυτός που λέει ότι υπάρχει θεός, ισχυρίζεται ότι ο θεός είτε προνοεί για τα εγκόσμια, είτε ότι δεν προνοεί και ότι, αν προνοεί, προνοεί είτε για τα πάντα, είτε για κάποια πράγματα. Αλλά αν προνοούσε για τα πάντα, δεν θα υπήρχε το κακό και η κακία στον κόσμο. Όμως λένε ότι τα πάντα είναι μεστά από κακία. Άρα, δεν μπορούμε να πούμε ότι ο θεός προνοεί για τα πάντα. Αν όμως προνοεί για κάποια πράγματα, τότε γιατί για άλλα προνοεί και για άλλα όχι; Δηλαδή, ο θεός και θέλει και μπορεί να προνοεί για τα πάντα, ή θέλει αλλά δεν μπορεί, ή μπορεί αλλά δεν θέλει, ή ούτε θέλει ούτε μπορεί. Αλλά εάν ήθελε και μπορούσε θα προνοούσε για τα πάντα, αλλά όμως δεν προνοεί για τα πάντα σύμφωνα με τα προλεγόμενα. Ωστόσο εάν θέλει και δεν μπορεί, είναι πιο αδύναμος από την αιτία που δεν μπορεί να προνοεί για όσα δεν προνοεί. Είναι όμως αντίθετο με την έννοια του θεού να είναι πιο αδύναμος από κάτι άλλο. Εάν πάλι μπορεί να προνοεί για τα πάντα και δε θέλει, τότε θα μπορούσε να θεωρηθεί κακόβουλος. Αν όμως ούτε θέλει ούτε μπορεί, είναι και κακόβουλος και ανίσχυρος, πράγμα που αποτελεί ασέβεια να λέγεται για τον θεό. Άρα ο θεός δεν προνοεί για τα εγκόσμια.
(Πυρρώνειες Υποτυπώσεις, βιβλίο 3, 9-11)
Οι χριστιανοί φωτοσβέστες, η επικούρεια σκέψη και ο Σκεπτικισμός

ΟΟΔΕ:
Τα παραπάνω τα εξετάσαμε για ιστορικούς λόγους, χωρίς να επηρεάζουν την απάντηση που θα δώσουμε στο άρθρο αυτό, μια και ουσιαστικά και τα δύο κείμενα λένε το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια, και το Αθεϊστικό επιχείρημα στηρίζεται πάνω στα δύο αυτά κείμενα, έστω και αν διαστρέφει το νόημα τού “Παραδόξου τού Επίκουρου”.
Αφού, λοιπόν, παρουσίασαν τα δύο αυτά αξιόλογα αποσπάσματα, αμέσως προσπαθούν να προκαταλάβουν τον αναγνώστη, με το να πουν ότι υπάρχει «διαστροφή» του παραδόξου από πλευράς των αθεϊστών. Βέβαια αυτός ο ισχυρισμός δεν ισχύει, διότι κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι ο Επίκουρος ήταν άθεος. Ο Επίκουρος δεν δέχονταν ότι υπάρχει θεϊκή Πρόνοια, καθώς το «θεϊκό», ως απόλυτα μακάριο, δεν έχει καμία ανάμιξη με τον κόσμο. Αυτοί που διέστρεψαν τον Επίκουρο (και όχι μόνο) κατά την πολεμική τους, ήταν οι χριστιανοί Πατέρες. Όποιος είχε διαφορετική άποψη, χαρακτηρίζονταν ως «άθεος». Και έτσι συμπεριφέρθηκαν οι εκκλησιαστικοί (και συμπεριφέρονται ακόμα και σήμερα), ορμώμενοι από το σχετικό χωρίο που παρατίθεται από τον άγνωστο συντάκτη της καθολικής επιστολής «Α' Ιωάννου». Εκεί διαβάζουμε:

 «πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ τὸν πατέρα ἔχει» (κεφ.2:23) Όποιος αρνείται τον «Χριστό», επομένως δεν είναι χριστιανός, αρνείται και τον Πατέρα

Ο Επίκουρος ήταν πολυγραφότατος. Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο, έγραψε σε πάνω από τριακόσιους κυλίνδρους. Σήμερα έχουμε πολύ λίγα σωζόμενα έργα, τα οποία οφείλουμε στον ίδιο τον Διογένη και στους συνεχιστές της επικούρειας σκέψεως. Υπέστησαν ανελέητο διωγμό από τους χριστιανούς φωτοσβέστες Πατέρες της Εκκλησίας. Ο πανεπιστημιακός Γάλλος καθηγητής ιστορίας Ζώρζ Μινουά, γράφει ότι,

«Αλλοιωμένος από τους πολεμίους του, θα παραμείνει επί μακρόν το μαύρο πρόβατο του Χριστιανισμού, που θα τον προβάλει ως οιονεί διαβολικό δόγμα, ένα κράμα αθεΐας, ακραιφνούς υλισμού και ανηθικότητας. Όλοι οι άπιστοι χαρακτηρίζονται ως “χοίροι του Επίκουρου”, ενώ ο Επικουρισμός συνιστά έναν εύχρηστο κάλαθο αχρήστων, προκειμένου κάποιος ανεξέταστα να απαλλαγεί από όλους τους σκεπτικιστές και τους ελευθέριους, με τον προσβλητικό χαρακτηρισμό τους ως επικούρειων» (Η ιστορία της αθεΐας, σ. 75).

Το επικούρειο «παράδοξο» και το απόσπασμα από τις «Πυρρώνειες Υποτυπώσεις» αναφέρονται στο θέμα της θεϊκής Πρόνοιας. Ο μεν Επίκουρος, δεν την δέχονταν, χωρίς όμως να απορρίπτει την ύπαρξη του θείου στοιχείου. Ο ίδιος γράφει για παράδειγμα·

 «Οι θεοί υπάρχουν. […] Ό, τι φρονούν οι πολλοί για τους θεούς δεν είναι γνώση αλλά προλήψεις, από όπου, στους κακούς προκαλούνται από τους θεούς οι μεγαλύτερες βλάβες και οι ωφέλειες στους καλούς» (Επιστολή προς Μενοικέα, σ. 157).

Αλλού αναφέρεται, «Το μακάριο και άφθαρτο ον ούτε το ίδιο γνωρίζει ενοχλήσεις ούτε σε άλλους προξενεί ενοχλήσεις, ώστε δεν επηρεάζεται από θυμούς ούτε από ευχαριστίες» (Κύριες Δόξες, σ. 167).

Ο δε Σέξτος, ως Σκεπτικός, δεν μπορούσε να εκφέρει δόγμα για τα άδηλα, όπως το ζήτημα της ύπαρξης ή μη του θεού. Μπορούσε απλά να τηρήσει την «εποχή», επικεντρώνοντας την προσοχή στο φαινόμενο, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το αν υπάρχει ή όχι πρόνοια. Οι Σκεπτικοί διέκριναν τα πρόδηλα από τα άδηλα.

Στην κατηγορία των προδήλων, ανήκαν όλα εκείνα για τα οποία δεν χρειάζονταν κάποιος να αποφανθεί αν ισχύουν ή όχι. Αυτά ήταν προφανή και δεν ήταν η αποδοχή τους ή μη αποτέλεσμα κρίσης. Αυτά ήταν τα πάθη (όπως η πείνα, η δίψα, το να κρυώνει κανείς, κ.ο.κ.). Στην κατηγορία των άδηλων ανήκαν όλα εκείνα των οποίων αγνοούμε την ουσία, αλλά η κρίση μας για αυτά εξαρτάται μόνο από το φαινόμενο που παρουσιάζουν. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτοι στις κρίσεις μας. Μάλιστα στο συγκεκριμένο έργο, ο Σέξτος παραθέτει 15 επιχειρήματα (τρόπους) με βάση τα οποία δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τελείως την κρίση μας, άρα δεν είναι φρόνιμο να δογματίζουμε. Στο θέμα των θρησκευτικών παραδόσεων ή στα ήθη και τα έθιμα, οι Σκεπτικοί δεν είχαν πρόβλημα να τα ακολουθούν. Έτσι, μπορούσε ο Σκεπτικός, αν ήθελε, να θρησκεύει. Όμως, δεν ήταν σε θέση να δογματίσει αν πράγματι υπάρχει ο Θεϊκός παράγοντας ή όχι. Ήταν άδηλο.

Όπως γράφει ο Σέξτος,

«Ακολουθώντας την κοινή άποψη, χωρίς να διατυπώνουμε δόγματα, υποστηρίζουμε ότι υπάρχουν θεοί, λατρεύουμε θεούς και λέμε ότι προνοούν» (Πυρρώνειες Υποτυπώσεις, βιβλίο 3, σ. 89).

Όταν όμως είναι να διατυπωθεί κάποιο δόγμα, η απάντηση ήταν,«ας ομογνωμονήσουν πρώτα εκείνοι και ας συμφωνήσουν τι λογής είναι ο Θεός κι έπειτα, αφού μας τον σκιαγραφήσουν όπως είναι, ας αξιώσουν από εμάς να λάβουμε την έννοια θεού» (ο. π. σ. 91). «Είναι ακατάληπτο αν υπάρχει θεός» (ο. π. σ. 95).

Οι Σκεπτικοί, το ζήτημα της ύπαρξης του θεού δεν το αποκόπτουν από το ζήτημα της θείας Πρόνοιας, όπως κάνει ο Επίκουρος. Συνυπολογίζοντας και το κακό που υπάρχει στον κόσμο, ο Σέξτος κλείνει ως εξής το απόσπασμα: «Με βάση αυτά συνάγουμε ότι κατ’ ανάγκη ασεβούν ίσως όσοι υποστηρίζουν με βεβαιότητα ότι υπάρχει θεός, διότι αν υποστηρίζουν ότι προνοεί για τα πάντα, θα αποφανθούν ότι ο θεός είναι αίτιος των κακών, ενώ αν υποστηρίζουν ότι προνοεί για ορισμένα ή για τίποτα, θα αναγκαστούν να χαρακτηρίσουν τον θεό ή φθονερό ή αδύναμο, και τούτη είναι προφανώς στάση ασεβών» (ο. π. σ. 95).

Ο απολογητής Λακτάντιος και η διαστροφή του «παραδόξου»

ΟΟΔΕ:
Όταν κάποιος ξεκινάει με λάθος αξιώματα, είναι λογικό να συναντάει παράδοξα και αδιέξοδα στους συλλογισμούς του. Γι’ αυτό, πριν απαντήσουμε στο “παράδοξο τού Επίκουρου”, είναι ανάγκη να δούμε μερικά από τα λάθη τού συλλογισμού, ώστε στη συνέχεια να γίνει κατανοητή και προφανής η λύση.

Ο Λακτάντιος έχοντας εντοπίσει ένα βασικό σφάλμα τού “Επικούρειου Παραδόξου”, μόνο περιληπτικά και εν μέρει απαντάει σε αυτόν τον συλλογισμό, ότι το νομιζόμενο “κακό”, στην πραγματικότητα είναι καλό, επειδή έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει απ’ αυτό, αφ’ ενός δια τής συγκρίσεως να εκτιμάει το καλό, αφ’ ετέρου αποκτάει σοφία, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί τη θεόδοτη λογική του στα προβλήματα, γι’ αυτό και ο Θεός το επιτρέπει.
Το σκεπτικό του αρθρογράφου θα έχουμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε παρακάτω. Στο σημείο αυτό, θα αρκεστούμε στο να πούμε ότι έχει μεγάλη διαφορά αν τα αξιώματα που χρησιμοποιεί κάποιος για να αναπτύξει την σκέψη του είναι συναφή με την παρατήρηση και την λογική, ή αν αυτά είναι συνυφασμένα με την πίστη. Η πίστη, όπως την ορίζει η ίδια η Καινή Διαθήκη είναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Προς Εβραίους, 11:1). Για αυτόν τον λόγο, οι χριστιανοί επί αιώνες ήταν ικανοποιημένοι με τον ισχυρισμό ότι «ο Θεός» δημιούργησε το σύμπαν. «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι θεοῦ εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τά βλεπόμενα γεγονέναι» (ο. π. στ. 3).

Ασχέτως αν σήμερα επιχειρούν να εκσυγχρονιστούν και να παρουσιάσουν άλλη εικόνα από αυτήν που είχαν επί αιώνες, αλλάζοντας προσωπείο. Αυτό όμως, ουδέποτε ικανοποίησε την αρχαία ελληνική σκέψη. Ήδη οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι καθώς και άλλοι Προσωκρατικοί, είχαν επιχειρήσει –αιώνες πριν την επιβολή του Χριστιανισμού- να ερμηνεύσουν τον φυσικό κόσμο. Να εκλογικεύσουν τον μύθο, που ασφαλώς είχε και έχει την αξία του. Όπως για παράδειγμα, ο Θαλής, που δεν λέει κάτι διαφορετικό από τον Όμηρο ως προς την πρώτη αρχή, που και οι δύο την θεωρούν υλική (το νερό).

Το μεγαλύτερο μέρος της απάντησής τους, οι απολογητές το στηρίζουν αξιωματικά στην πεποίθησή τους ότι η Βίβλος και η θεολογία είναι το κριτήριο των πάντων. Τέτοιες αντιλήψεις υπήρχαν στον Μεσαίωνα, όταν η θεολογία κηδεμόνευε όλα τα είδη του λόγου. Αυτά όμως έχουν ξεπεραστεί από την περίοδο της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, εκτός από εκεί όπου επικρατεί η θεοκρατία.

Όσον αφορά τον χριστιανό απολογητή Λακτάντιο, ήταν ένας πρώην εθνικός που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και ήταν δάσκαλος του γιου του Κωνσταντίνου, του Κρίσπου. Ο πατρολόγος Στυλιανός Παπαδόπουλος, αναφέρει ότι, «Ο Λακτάντιος δεν είναι αξιόπιστη πηγή» (Β΄ τόμος, σ. 96). Και πώς να είναι, εφόσον μέχρι και τους λεγόμενους «σιβυλλικούς χρησμούς» έφερνε ως απόδειξη της «αλήθειας» του Χριστιανισμού. Σήμερα βέβαια, η έρευνα έχει αποδείξει ότι αυτοί είναι αποτέλεσμα ιουδαιο-χριστιανικής παραχαράξεως. Εδώ λοιπόν, ο Λακτάντιος ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΥΕΙ πλήρως τα πράγματα. Το «παράδοξο του Επίκουρου» δεν αναφέρεται στο «νομιζόμενο κακό», αλλά στο κακό. Δηλαδή, δεν αναφέρεται σε καταστάσεις που μπορεί να μην είναι ευχάριστες αλλά έχουν παιδαγωγική αξία.

Το «παράδοξο του Επίκουρου» πουθενά δεν περιορίζεται μόνο στον άνθρωπο. Δηλαδή, θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην περίπτωση της εξαφάνισης των δεινοσαύρων που οφείλεται σε φυσική καταστροφή, όπου δεν υπήρχε ακόμα το ανθρώπινο είδος. Η θεϊκή Πρόνοια, αν υπήρχε, θα έπρεπε να εργάζεται όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά για ΚΑΘΕ ΚΤΙΣΜΑ, εφόσον όλα δημιουργήθηκαν από το τίποτα.

Στην επικούρεια σκέψη, ο σκοπός της ζωής είναι η «ηδονή». Ο «πόνος» πρέπει να αποφεύγεται. Τί εννοεί όμως ο Επίκουρος;

Γράφει στον Μενοικέα:

«Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτές των απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονται ή κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάει κανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται η ψυχή» (σ. 163).

Όμως, αναγνωρίζει ο Επίκουρος, ότι μερικές φορές πρέπει ο άνθρωπος να αποφεύγει τις «ηδονές» και να προτιμά τον «πόνο». Διότι δεν πρέπει να είναι κοντόφθαλμος αλλά να βλέπει μακριά…

«Για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακαρίας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθό σύμφυτο με μας, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση και αποφυγή και σε αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σαν κανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό. Και επειδή αυτή είναι το πρώτο και έμφυτο αγαθό , γι’ αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταν από αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλές ηδονές, εφόσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή, όταν υπομείνουμε πολύ χρόνο τους πόνους» (σ. 161).

Επομένως, ο Επίκουρος διακρίνει το κακό (τον πόνο) από το «νομιζόμενο κακό» (τον πόνο που όμως θα οδηγήσει στην ηδονή). Ο Λακτάντιος και κατ’ επέκταση ο αρθρογράφος της ΟΟΔΕ, ήδη προβαίνουν σε μια ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ του παράδοξου, προκειμένου να φέρουν τα πράγματα στα μέτρα τα δικά τους για να «απαντήσουν».

ΟΟΔΕ:
Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα τα προβλήματα τού παραπάνω επιχειρήματος: 
α. Λάθος αντίληψη τού “κακού” που είναι “μη ον”. Το πρώτο και βασικό λάθος αυτών που υιοθετούν τον παραπάνω συλλογισμό τού Επίκουρου, (ή όποιου τέλος πάντων τον εφηύρε), είναι αυτό που αντιλήφθηκε αμέσως και ο Λακτάντιος. Επειδή συγχέουν το “κακό” με το “δυσάρεστο”.

Οι άνθρωποι αυτοί, κάθε τι δυσάρεστο και αποφευκτέο, το θεωρούν “κακό”. Και ο λόγος γι’ αυτό, είναι επειδή ξεκινούν με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο. Και κάθε τι που ο άνθρωπος το θεωρεί δυσάρεστο, κοπιαστικό, επίπονο, άδικο, ζημιογόνο ή καταθλιπτικό, το αποκαλούν “κακό”.
Όπως δείξαμε παραπάνω, ο Επίκουρος δέχεται ότι από ένα κακό ή μια δυσάρεστη κατάσταση, μπορεί να προκύψει κάτι καλό. Η διαφορά είναι ότι ο Επίκουρος δεν το εφαρμόζει για ΚΑΘΕ ΚΑΚΟ, όπως κάνουν οι χριστιανοί για να δικαιολογήσουν τα πάντα, αλλά σαφώς αναφέρει στην συνέχεια της επιστολής του προς τον Μενοικέα, ότι,

«Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχει συγγενική φύση με μας είναι καλό, δεν προτιμάται όμως κάθε ηδονή. Όπως ακριβώς κάθε πόνος είναι κακό, όμως από την φύση του δεν είναι αποφευκτός κάθε πόνος. Όλα όμως αυτά επιβάλλεται να κριθούν με συγκριτική μεταξύ τους κλίμακα και προσεκτικό καταλογισμό του τι είναι από τα συμφέροντα και του τι δεν είναι» (σ. 161).

Συνεπώς, τίποτα «δυσάρεστο, κοπιαστικό, επίπονο, άδικο, ζημιογόνο ή καταθλιπτικό», δεν θεωρείται εξορισμού ως «κακό». Ούτε το «δυσάρεστο» ταυτίζεται με το «αποφευκτέο» πάντα.

Ποιοί ξεκινούν αξιωματικά;

ΟΟΔΕ:
Αφού όμως ο λόγος γίνεται περί τού Θεού και όχι περί τού ανθρώπου, το σημείο αναφοράς μας για τον ορισμό τού “κακού”, πρέπει να είναι ο Ίδιος ο Θεός, ως η πρώτη αιτία των πάντων. Και με βάση αυτό το σημείο αναφοράς, πρέπει κατ’ ανάγκην να θεωρήσουμε ως ΚΑΛΟ, οτιδήποτε έχει προνοήσει Εκείνος να συμβεί στον κόσμο, έστω και αν είναι κατά τους ανθρώπους δυσάρεστο ή άδικο, ή ζημιογόνο. Επειδή κάποιος λόγος κρύβεται πίσω από το κάθε τι, που το κάνει να αποβαίνει σε κάτι καλό σε βάθος χρόνου, για το κοινωνικό σύνολο, και για την επίτευξη της βουλής τού Θεού.
Κατά τα άλλα, εμείς ξεκινάμε αξιωματικά. Εδώ, ο αρθρογράφος της ΟΟΔΕ τί κάνει; Δεν ξεκινά αξιωματικά, και μάλιστα βασιζόμενος σε μια ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ, ότι «o Θεός είναι η πρώτη αιτία»; Τί είπαμε ότι είναι η πίστη; «ἐλπιζομένων ὑπόστασις πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Προς Εβραίους, 11:1). Αυτό θα το γράφουμε ξανά και ξανά, μέχρι να τυπωθεί στα μυαλά όλων των ιδεαλιστών, ότι αυτά που λένε δεν βασίζονται σε στέρεα θεμέλια. Όσα ισχυρίζονται οι πιστοί, λαμβάνουν «υπόσταση» μόνο μέσα στην ελπίδα τους, και θεωρούν ότι αποδεικνύουν πράγματα που δεν βλέπονται, μέσω της πεποιθήσεως σε κάποια «θεόπνευστη αυθεντία» ή «αποκάλυψη».

Εισάγοντας λοιπόν, ένα πλάσμα της φαντασίας τους, τον Θεό, και ερμηνεύοντας τα συμβάντα ως «αποτέλεσμα της βουλής του», θέτοντας και το θέμα του χρόνου (για να ανάγουν τα πάντα στο μακρινό μέλλον ώστε κανείς να μην μπορεί να τους ελέγξει), έχουν «μονά-ζυγά» δικά τους. Έτσι, είναι σε θέση να ισχυρίζονται από την μία μεριά ότι ο καρκίνος εξυπηρετεί στο να γεμίσει ο Παράδεισος, και από την άλλη να διαφημίζουν «θαυματουργές» εικόνες και κειμήλια για προφανείς οικονομικούς λόγους. Τα παιδιά που λιώνουν από τον καρκίνο είναι «μακάρια» διότι πάνε στον Παράδεισο (όπως έλεγε ο Παΐσιος) και από την άλλη είναι δοκιμασία για τους γονείς τους, προκειμένου να φανεί η γνησιότητα της πίστης τους. Αλλά στην περίπτωση της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι (ένα από χιλιάδες παραδείγματα που μπορεί να αναφέρει κανείς), γιατί ο Θεός επέτρεψε να γίνει αυτό το μεγάλο κακό και να την πληρώσουν (και να την πληρώνουν ακόμα και σήμερα), άνθρωποι αθώοι; Ποιό καλό προέκυψε σε βάθος χρόνου; Διότι σήμερα, μετά από 73 χρόνια, είμαστε σε θέση να δούμε αν αυτό ήταν κακό ή «νομιζόμενο κακό». Για άλλη μια φορά, βλέπουμε ότι οι θεολογικοί ισχυρισμοί είναι ωραίοι και καλοί αλλά μόνο στην θεωρία. Στον πραγματικό κόσμο, δεν έχουν κανένα αντίκτυπο.

Στους απολογητές, συμφέρει να τα βάζουν όλα μαζί, χωρίς να διακρίνουν τις περιπτώσεις. Έτσι, στην πραγματικότητα απαντούν μονόπλευρα, θεωρώντας αξιωματικά και εκ των προτέρων, ότι το οτιδήποτε συμβαίνει, θα φέρει οπωσδήποτε κάποιο καλό αποτέλεσμα. Ουσιαστικά, είναι όσα ο Θεός αφήνει να επιτρέπονται (μέσα στην Πρόνοιά του και αυτό). Δεν βλέπουμε πουθενά στο άρθρο τους, οι απολογητές της ΟΟΔΕ, να αναφέρονται σε ΠΡΟΝΟΗΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ του Θεού, αλλά μόνο στην ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ του Θεού, που απλά επιτρέπει το ένα και το άλλο. Και αυτά, αξιώματα είναι.

Το κακό ως «μη ον» και ο αποπροσανατολισμός από αυτά που συμβαίνουν

ΟΟΔΕ:
Επίσης, ο ανωτέρω συλλογισμός είναι λάθος και για τον λόγο ότι παραβλέπει το γεγονός ότι το “κακό” είναι ΜΗ ΟΝ, δηλαδή ανύπαρκτο. Κακό δεν είναι κάτι υπαρκτό, αλλά ανυπαρξία καλού, μια και το “ον” είναι το καλό, το αντίθετο τού κακού, που είναι “μη ον”. Όπως ανυπαρξία φωτός είναι το σκοτάδι, ανυπαρξία ζωής ο θάνατος, ανυπαρξία σθένους η ασθένεια, ανυπαρξία νόησης η ανοησία, κλπ.
Κατά την ίδια σκέψη, το κακό, η δυστυχία, η κοινωνική αδικία, οι αρρώστιες, οι φυσικές καταστροφές, και γενικά όλο αυτό που καλούμε «πόνο» και δεινά, είναι…ανύπαρκτα, διότι είναι η απουσία των αντίθετών τους. Ας μελετήσει ο αρθρογράφος τα στατιστικά της UNISEF τότε.

Αν πάλι αυτά τα δεινά υπάρχουν, τότε γιατί τα επιτρέπει ο Θεός; Τί καλό μπορεί να βγει από αυτά, και πού είναι; Αν πάλι αυτά επιτρέπονται μέσα στα πλαίσια της θείας βούλησης, άρα ο Θεός επιτρέπει άλλους να αδικούνται και άλλους να γίνονται καλύτεροι. Αν ο Θεός επιτρέπει το κακό για παιδαγωγικούς λόγους, αν δηλαδή το κακό είναι «νομιζόμενο κακό» ή «ανύπαρκτο», τότε ποιός ακριβώς παιδαγωγείται από όλα αυτά; Αν παιδαγωγείται αυτός που βοηθά, τότε τί συμβαίνει με αυτόν που πάσχει; Και γιατί να πάσχει αυτός και όχι κάποιος άλλος; Από πού καθορίζονται οι ρόλοι αυτοί; Αν το κακό είναι «νομιζόμενο» και «ανύπαρκτο» εφόσον επιτρέπεται «επειδή κάποιος λόγος κρύβεται πίσω από το κάθε τι, που το κάνει να αποβαίνει σε κάτι καλό σε βάθος χρόνου, για το κοινωνικό σύνολο», τότε γιατί ο κόσμος αντί να βελτιώνεται, στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο; Είτε ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τον θείο σκοπό, είτε ο θεός απέτυχε, είτε και τα δύο, είτε στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα από αυτά. Εφόσον το «κακό» έχει αντίκτυπο, έστω και αν λογιστεί ως «μη ον», ως απουσία του αντίθετού του, δεν αναιρούνται ωστόσο οι συνέπειές του.

ΟΟΔΕ:
Λαμβάνοντας λοιπόν ως σημείο αναφοράς τον Ίδιο τον Θεό ως πρώτη αρχή, καταλήγουμε κατ’ ανάγκην στο συμπέρασμα ότι Εκείνος είναι το όντως Ον, το όντως Καλό, και η έλλειψή Του είναι το “μη ον”, δηλαδή το κακό.

Κατ’ ανάγκην λοιπόν ορίζεται το κακό, ως “έλλειψη Θεού”, ως οτιδήποτε απομακρύνει από το όντως καλό, τον Θεό. Και αυτό με τη σειρά του σημαίνει, ότι αν κάτι, έστω και επίπονο, ή δυσάρεστο, ή ζημιογόνο, ή οτιδήποτε άλλο, έχει ως αποτέλεσμα την προσέγγιση της Θεότητας, ουσιαστικά είναι καλό και όχι κακό. Και οτιδήποτε, αν και ευχάριστο ή κερδοφόρο, απομακρύνει από τον Θεό, αυτό είναι κακό και όχι καλό.
Για να σταθεί όμως σε στέρεες βάσεις όλο αυτό το σκεπτικό, το οποίο είναι το ίδιο σε όλους τους ιδεαλιστές ήδη από την αρχαιότητα με μικρές διαφοροποιήσεις, πρέπει να αποδειχτεί η «πρώτη αρχή». Άνευ αυτής, όλη η επιχειρηματολογία καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Για αυτόν τον λόγο, οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι που έθεσαν τις βάσεις των σύγχρονων επιστημών αλλά και όλοι οι υλιστές, ποτέ δεν αναζήτησαν την πρώτη αρχή σε ένα πλάσμα της φαντασίας, αλλά στην ίδια την ύλη και στους νόμους που την διέπουν. Επομένως, το όλο πρόβλημα βρίσκεται στους ιδεαλιστές που ξεκινούν αξιωματικά ότι υπάρχει μια πνευματική «πρώτη αρχή», ο θεός, και ότι το οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει γιατί επιτρέπεται για το καλό που θα φανεί εις «βάθος χρόνου». Τότε είναι που ξεκινούν και τα αδιέξοδα, καθώς όχι μόνο τίποτα δεν επιβεβαιώνεται από όσα λένε, αλλά μάλλον και τα αντίθετα συμβαίνουν.

Ας σταθούμε λίγο και στο άλλο που λένε: Αν «το κακό είναι η έλλειψη του θεού» και «το οτιδήποτε απομακρύνει από αυτόν», μήπως το ότι επιτρέπονται όλα αυτά τα δεινά -που στα μάτια ημών των «αδαών» και «αθεολόγητων» φαντάζουν ως έλλειψη της θεϊκής Πρόνοιας-, δεν αποτελεί άραγε αιτία απομακρύνσεως από την «πρώτη αρχή»; Δηλαδή, μήπως αυτό που ενεργεί ο Θεός έχει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από το προσδοκώμενο; Κακό, διότι γίνεται αιτία άνθρωποι να απιστούν προς αυτόν. Δεν θα ήταν καλύτερα, αν ο Θεός έδειχνε την παρουσία του μέσω εκείνων των ενεργειών που θα αποδείκνυαν πέραν πάσης αμφιβολίας, την ίδια του την ύπαρξη; Όχι γιατί εκείνος θα το είχε ανάγκη, αλλά για να φέρει στα «σύγκαλά του» τον άνθρωπο που τόσο αγάπησε! Δεν θα ήταν πιο απλό και πιο αποτελεσματικό; Αυτό όμως έχει μια βασική προϋπόθεση: Την ύπαρξη του Θεού.

Και ενώ τα πράγματα είναι στην ουσία τους απλά, επειδή ακριβώς δεν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις, το «κακό» βαπτίζεται «μη ον» ή «νομιζόμενο κακό», και η έλλειψη πρόνοιας σε «παιδαγωγία» που σαφώς και ασφαλώς εντάσσεται… στην θεία Πρόνοια! Πολύ ανθρώπινα τελικά ενεργεί ο Θεός! Τόσο ανθρώπινα και μη αρμόζοντα σε έναν αληθινό Θεό, ώστε οι πιστοί πάντα να τον παραλληλίζουν με έναν γιατρό, έναν δάσκαλο, έναν γονιό. Θα περίμενε κανείς κάτι παραπάνω από ένα παντοδύναμο και πάνσοφο ον.

ΟΟΔΕ:
Ας κάνουμε λοιπόν διάκριση μεταξύ κακού και δυσάρεστου, και ας κατανοήσουμε ότι το “παράδοξο τού Επίκουρο” ουσιαστικά μιλάει για το “δυσάρεστο” και όχι για κάτι πραγματικά κακό.
Αυτό το λένε, όχι γιατί έτσι είναι, αλλά επειδή θεωρούν ότι αυτό τους βολεύει. Παραπάνω όμως, τους διαψεύδει ο ίδιος ο Επίκουρος, όπως παραθέσαμε από τα έργα του σχετικά με το «δυσάρεστο».

Η χριστιανική εσχατολογία και τα λάθη της

ΟΟΔΕ:
β. Λάθος αντίληψη τού χρόνου της δημιουργίας.
Το δεύτερο μεγάλο σφάλμα τού παραπάνω “παραδόξου”, είναι ότι αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως “τετελεσμένη πραγματικότητα”, και βάσει αυτής της αντίληψης κρίνει και συγκρίνει. Όμως ο κόσμος ΔΕΝ έχει ολοκληρωθεί. Και να ασκεί κάποιος κρίση σε ένα ημιτελές κατασκεύασμα, πριν δει το τέλος τής κατασκευής, προδίδει μυωπική αντίληψη τού κόσμου.
Μιλώντας για «ολοκλήρωση», οι χριστιανοί εννοούν ότι ακόμα δεν έχει έρθει ο ανακαινισμένος κόσμος της Βασιλείας του Θεού. Σύμφωνα με την χριστιανική αντίληψη, ο κόσμος κατασκευάστηκε «λίαν καλός» (όπως αναφέρεται στο βιβλίο της Γενέσεως). Όμως οι πρωτόπλαστοι, μη υπακούοντας στον Θεό, αντί να οδηγήσουν τον κόσμο στην τελείωσή του, τον οδήγησαν στην πτώση. Ο Υιός και Λόγος του Θεού, με την ενανθρώπισή του, υποτίθεται ότι εξαγίασε την ύλη και γενόμενος «δεύτερος Αδάμ», με την υποτιθέμενη ανάστασή του, επανέφερε τον κόσμο σε τροχιά ανόδου και τελειώσεως. Αυτή η τελείωση παρουσιάζεται στο τελευταίο βιβλίο της Βίβλου, την «Αποκάλυψη του Ιωάννη». Όλα αυτά όμως κινούνται στο θεολογικό επίπεδο. Πόση διαφορά έχει αυτό το θεολογικό κατασκεύασμα, από την Ελληνική αντίληψη που δέχεται τον κόσμο ως κάτι το αιώνιο που μετέχει στο διαρκές γίγνεσθαι, ένα σύστημα αυτοσυντηρούμενο που δεν έχει την ανάγκη της Πρόνοιας κανενός Θεού;

ΔΕΣ: Πώς εφευρέθηκε ο εβραϊκός λαός - Βιβλικές αλήθειες και το άλλοθι του «περιούσιου» λαού

Όμως, όπως έχουμε δείξει παλαιότερα, δεν υπήρξε καμία «πτώση»! Την συγκεκριμένη διδασκαλία την εισηγήθηκε ο Παύλος στην προς «Ρωμαίους» επιστολή. Ακόμα και έτσι αν ήταν, τότε γιατί χρειάζεται πάλι χρόνος (τουλάχιστον 2000 χρόνια μετά την υποτιθέμενη ενανθρώπηση), ώστε να εκπληρωθεί το θείο σχέδιο και να τελειοποιηθεί ο κόσμος; Και ενώ η υποτιθέμενη πτώση των «πρωτόπλαστων» παρέσυρε αμέσως όλη την κτίση στην φθορά, η υποτιθέμενη ενανθρώπηση δεν έκανε το αντίθετο με μιας. Και γιατί να παρασυρθεί η άλογη κτίση με την παράβαση που έκαναν δύο λογικά όντα;

Ας προσέξουμε τι γράφει ο Παύλος στους Ρωμαίους: «τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη οὐχ ἑκοῦσα ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα ἐπ’ ἑλπίδι ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ θεοῦ· οἴδαμεν γὰρ ὅτι πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καὶ συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν•οὐ μόνον δέ ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ πνεύματος ἔχοντες καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς στενάζομεν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχόμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν τοῦ σώματος ἡμῶν τῇ γὰρ ἐλπίδι ἐσώθημεν• ἐλπὶς δὲ βλεπομένη οὐκ ἔστιν ἐλπίς• ὃ γὰρ βλέπει τίς τί καί ἐλπίζει» (κεφ. 8:20-24).

Δηλαδή, ο Παύλος ισχυρίζεται ότι η κτίση υποτάχθηκε στην φθορά και τώρα στενάζει και πονά μαζί με τον άνθρωπο. Παρ’ ότι η ενανθρώπηση ήδη είχε «λάβει χώρα» όταν ο Παύλος έγραφε τα λόγια αυτά! Και πάλι βασίζεται στην ελπίδα, η οποία όπως και η πίστη, κρατούν δεμένη την ανθρώπινη αμφισβήτηση και απλά δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να δει τα πράγματα όπως έχουν.
Ενώ στην ελληνική κοσμοαντίληψη, η φθορά είναι μέρος του αέναου γίγνεσθαι. Δεν είναι αποτέλεσμα ηθική πτώσης, αλλά μέρος των φυσικών νόμων!

Στην επιστολή «Προς Κορινθίους Α’», θέτει μια σειρά «γεγονότων» που υποτίθεται ότι θα λάβουν χώρα μέχρι να γίνουν όλα αυτά. Τώρα «αναστήθηκε» ο Χριστός, γράφει ο Παύλος. Και ενώ «τῷ Ἀδὰμ πάντες ἀποθνῄσκουσιν», σε ενεστώτα χρόνο, «ἐν τῷ Χριστῷ πάντες ζῳοποιηθήσονται», σε μέλλοντα χρόνο. Θα γίνει η Δεύτερη Παρουσία του, μετά θα παραδώσει την βασιλεία στον Πατέρα και θα καταργήσει κάθε αρχή και εξουσία, ώσπου στο τέλος θα καταργηθεί και ο θάνατος (κεφ. 15:20-27).

Η ολοκλήρωση λοιπόν του κόσμου θα γίνει κατά την βασιλεία του Θεού. Όταν θα επιστρέψει ο Χριστός στην Δευτέρα Παρουσία Του. Αν και σε αυτήν την ιστοσελίδα έχουν αναρτηθεί πολύ ωραία άρθρα που αποδεικνύουν ότι όλα αυτά έπρεπε να έχουν ήδη συμβεί από τον πρώτο αποστολικό αιώνα, θα αρκεστώ σε ένα και μόνο χωρίο.

Στο «Κατά Ματθαίον», διαβάζουμε τα εξής: «καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ “Οὐδὲν ἀποκρίνῃ τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν”· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ “Ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ”· λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς “Σὺ εἶπας”• πλὴν λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ» (κεφ. 26:62-64).

Είναι από την δίκη του Ιησού ενώπιον του θρησκευτικού συνεδρίου. Ο Ιησούς δηλώνει ξεκάθαρα ότι τόσο ο αρχιερέας που τον ρωτά αν είναι «ο Χριστός, ο Υιός του Θεού», όσο και οι παρευρισκόμενοι στο συνέδριο, θα δουν τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Θεού και να έρχεται πάνω στα σύννεφα του ουρανού. Αυτά δηλώνουν την «Ανάληψη» και την «Δευτέρα Παρουσία» αντίστοιχα. Αυτά τα δύο μελλοντικά γεγονότα θα τα έβλεπαν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης.

Συνεπώς, εφόσον με την δεύτερη έλευση θα εγκαινιάζονταν η αιώνια βασιλεία του Θεού, άρα ΤΟΤΕ θα γίνονταν και η ανακαίνιση του κόσμου και η ολοκλήρωσή του. Δεν έγινε όμως τίποτα από αυτά. Οι θεολογικοί ισχυρισμοί των απολογητών πέφτουν στο κενό.

Χρόνος και κόσμος – Διαφορές μεταξύ Χριστιανισμού - Ελληνισμού

ΟΟΔΕ:
Άνθρωποι σαν τον Επίκουρο και άλλους αρχαίους φιλοσόφους, δεν γνώριζαν το δημιουργικό σχέδιο τού Θεού, για τον Μέλλοντα Αιώνα της αφθαρσίας, και νόμιζαν ότι ο κόσμος έχει συντελεστεί, και ότι αυτό που βλέπουν είναι το τελικό αποτέλεσμα της δημιουργίας. Γι’ αυτό οι άνθρωποι εκείνοι ήταν κατά ένα βαθμό δικαιολογημένοι, να αναρωτιούνται γι’ αυτό που έβλεπαν. Οι σημερινοί όμως άνθρωποι, που υιοθετούν παρόμοιο σκεπτικό, είναι εντελώς αδικαιολόγητοι, όταν εδώ και 2000 χρόνια είναι πλέον γνωστό δια τού Χριστιανικού κηρύγματος, ότι ο κόσμος κάθε άλλο παρά ολοκληρωμένος είναι.
Ευτυχώς που δεν «ήξεραν». Γιατί αν «ήξεραν», δεν θα είχαμε τότε ούτε τους Ίωνες φυσικούς φιλοσόφους, ούτε τους ατομικούς, ούτε τον Επίκουρο που υιοθέτησε την δημοκρίτεια θεωρία τροποποιώντας της σε ορισμένα σημεία, ούτε θα είχαμε ανάπτυξη και εξέλιξη των σύγχρονων επιστημών. Επίσης, ουδέποτε θεωρήθηκε από την ελληνική κοσμοαντίληψη ότι ο κόσμος είναι «δημιούργημα». Ούτε θα χρειάζονταν ποτέ κάποιος «μέλλοντας αιώνας» για να διορθώσει ο υποτιθέμενος Δημιουργός λάθη και ατέλειες.

Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός ούτε σταυρωτός. Είναι κυκλικός. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Υπάρχει ένα συνεχές γίγνεσθαι. Μόνο οι Ελεάτες φιλόσοφοι, επειδή αρνούνταν την κίνηση και την μεταβολή, αρνούνται το γίγνεσθαι. Παρ’ όλα αυτά, ούτε εκείνοι δέχονταν δημιουργία από το τίποτα.

Είτε λοιπόν θεωρούνταν αιώνιος, είτε διαμορφωμένος από προϋπάρχουσα ύλη. Για να πληροφορηθεί κανείς από πρώτο χέρι όλα σχετικά, μπορεί να μελετήσει τους Προσωκρατικούς φυσικούς φιλόσοφους, τις ελληνικές κοσμογονίες, και τον Πλάτωνα, ειδικά το έργο «Τίμαιος».
Όσο για τον κόσμο, δείξαμε προηγουμένως πότε έπρεπε να ολοκληρωθεί, με βάση τα λόγια του Ιησού. Ο Χριστιανισμός βαδίζει εκτός πραγματικότητας όσον αφορά τα θεολογικά.

Μετάθεση της λύσης στο επέκεινα (συνήθης απολογητική τακτική)

ΟΟΔΕ:
γ. Το λάθος να βλέπει κάποιος μόνο το παρόν.
Το τρίτο σφάλμα, τού Επικούρειου παραδόξου, είναι ότι αντιλαμβάνεται μόνο την παρούσα ύπαρξη τών δυσάρεστων καταστάσεων, αποτυγχάνοντας να αντιληφθεί ότι ΚΑΘΕ κατά άνθρωπον “κακό” (κυριολεκτικά, ακόμα και ο θάνατος), μπορεί να θεραπευθεί!
Όπως ένας γιατρός, προβαίνει σε μια επίπονη και δυσάρεστη εγχείρηση, με στόχο τη θεραπεία τού ασθενούς, έτσι και το κατά άνθρωπον, φαινομενικό “κακό”, δεν είναι παρά μία προσωρινή κατάσταση, που προετοιμάζει τη θεραπεία της κτίσεως σε αιώνιο ορίζοντα.
Και όπως κανείς δεν κατηγορεί τον γιατρό ως “κακό” ή “διεστραμμένο”, επειδή η θεραπεία του κάνει τον ασθενή να πονάει για κάποιο διάστημα, ώστε να τον θεραπεύσει, έτσι είναι κοντόφθαλμο και παράλογο να αναρωτιέται αν ο Θεός είναι “κακός”, επειδή επιτρέπει στον κόσμο Του δυσάρεστες καταστάσεις.
Από την στιγμή που τα δεινά συμβαίνουν σε ΤΟΥΤΗ την ζωή, είναι απολύτως λογικό να αναζητά κανείς την απάντηση σε ΤΟΥΤΗ τη ζωή. Το παράλογο θα ήταν αυτό που κάνουν οι χριστιανοί· να ανάγουν τα πάντα σε κάποια άλλη, μέλλουσα ζωή. Διότι, ακόμα και έτσι να ήταν, αν δηλαδή η λύση θα δίδονταν σε κάποιο μακρινό μέλλον, μήπως αυτό θα μπορούσε να αναδείξει κάποια θεϊκή Πρόνοια στην παρούσα ζωή; Δυσάρεστη κατάσταση είναι –μεταξύ των άλλων- και οι παθήσεις που έχουν συνάνθρωποί μας εκ γενετής. Για παράδειγμα, γεννιέται κάποιος τυφλός. Είτε η φύση μέσω των μηχανισμών της έσφαλε, είτε ο Θεός. Και στις δύο περιπτώσεις, κανείς δεν προνόησε. Και αυτό απαντά και στους πανθεϊστές, διότι και αυτοί εισάγουν την έννοια της Πρόνοιας. Όμως, σύμφωνα με την χριστιανική πίστη, ο Θεός είναι που τα κάνει αυτά. «ειπεν δε Κυριος προς Μωυσην· “τις εδωκεν στομα ανθρωπω και τις εποιησεν δυσκωφον και κωφον βλεποντα και τυφλον ουκ εγω ο θεος;”» (Έξοδος, 4:11).

Εδώ «συνέβη» η πτώση των «πρωτόπλαστων», εδώ η «ενανθρώπηση», εδώ η «σταύρωση», εδώ η «ανάσταση», αλλά η αποκατάσταση…εκεί. Γιατί είναι πολύ εύκολο κανείς να ισχυρίζεται. Το δύσκολο είναι να αποδεικνύει εμπράκτως και από την βιωμένη πραγματικότητα.

Επίσης, το παράδειγμα του γιατρού, δεν είναι ό,τι και το πιο επιτυχημένο. Διότι, α) γιατρός έχει περιορισμένες δυνατότητες ενώ ο Θεός άπειρες, και β) το να υπομένει κάποιος κάποια φαρμακευτική αγωγή δεν είναι το ίδιο με το να υφίσταται όλο αυτό που αποκαλούμε «πόνο», εφόσον τελικά πεθαίνει μέσα σε αυτό, άνευ θεραπείας. Πολύ ανθρώπινα δρα ο Θεός! Τι απογοήτευση.

ΟΟΔΕ:
Αν ο άνθρωπος βλέπει μόνο την παρούσα ζωή, ως το μοναδικό αγαθό που υπάρχει, (όπως το έβλεπαν οι αρχαίοι φιλόσοφοι, που δεν γνώριζαν την θεία αποκάλυψη για τον Μέλλοντα Αιώνα της αφθαρσίας και για την ανάσταση όλων των νεκρών), είναι φυσικό να θεωρεί τα παθήματα ως “αδικία” και “κακό”, για τον άνθρωπο εκείνον, ο οποίος θα πεθάνει χωρίς ποτέ να δικαιωθεί για όσα έπαθε ή αδικήθηκε.
Δηλαδή, μια φυσική καταστροφή που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια πολλών ανθρώπων, ή το παράδειγμα της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι που προαναφέραμε, είναι «κακά» και «αδικίες» αναλόγως αν κάποιος πιστεύει ή όχι στην μετά τον θάνατο ζωή ή στην ανάσταση; Για τους χριστιανούς, εφόσον έχουν την αποκάλυψη για τον μέλλοντα αιώνα, δεν είναι κακά αυτά ούτε αδικίες. Ή όπως το λέει ο αρθρογράφος, είναι «μη ον» ή ανύπαρκτο…

ΟΟΔΕ:
Αν όμως ο άνθρωπος αποβλέπει στον Μέλλοντα Αιώνα της αφθαρσίας, ως την τελική ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ κάθε σημερινής αδικίας και πόνου και απώλειας, τότε κατανοεί ότι ο Παντογνώστης Θεός ανέχεται πρόσκαιρες δυσάρεστες καταστάσεις, με την προοπτική μιας αιώνιας αποζημίωσης για ΟΛΟΥΣ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ τους αδικημένους.
Και αν ο αδικημένος ανήκει σε άλλη θρησκεία; Και αν είναι άθεος; Θα απολαύσει και αυτός την αιώνια αποζημίωση; Αν είναι έτσι, δεν σώζεται αυτός που πιστεύει στον Χριστό, αλλά αυτός που πάσχει άδικα, και ας μην πιστεύει στον Χριστό. Αλλά πώς θα βιώνει στον μέλλοντα αιώνα την άκτιστη θεία ενέργεια ως «φως», από την στιγμή που έμεινε αθεράπευτος και εκτός ποίμνης; Δεν θα την δέχεται ως «πυρ», όπως διδάσκει η πατερική θεολογία; Και αν υπάρχουν πνευματικές διαβαθμίσεις, αναλόγως με το μέγεθος της αδικίας που υπέστη ο καθένας, τότε ποια η θέση όλων εκείνων που σφάχτηκαν κατ’ εντολή του ίδιου Θεού, που ενώ στην Παλαιά Διαθήκη σκορπά τον θάνατο, τότε θα μοιράζει «αποζημιώσεις»; Αρκεί κανείς να αναγνώσει την Παλαιά Διαθήκη, και ειδικότερα τις σφαγές που αναφέρονται στο βιβλίο «Ιησούς του Ναυή» για την επιβεβαίωση των γραφομένων.

Ευχαριστούμε τους προγόνους μας που φιλοσόφησαν μακριά από αυτές τις γελοιότητες, ακόμα και οι ιδεαλιστές.

Η χριστιανική «απάντηση» στο παράδοξο του Επίκουρου, και η χριστιανική υποκρισία

ΟΟΔΕ:
3. Χριστιανική απάντηση στο “παράδοξο τού Επίκουρου”
Έχοντας δείξει λοιπόν τα τρία βασικά σφάλματα τού Επικούρειου συλλογισμού, είμαστε πλέον έτοιμοι να δούμε και την προφανή απάντηση, απαντώντας σε κάθε σημείο τού επικούρειου συλλογισμού:
Ο Θεός, είπε [ο Επίκουρος], είτε θέλει να απομακρύνει το κακό και δεν μπορεί, είτε μπορεί και δεν θέλει, είτε ούτε θέλει ούτε μπορεί είτε και θέλει και μπορεί…
…εάν (τέλος) και θέλει και μπορεί, το οποίο μόνον στον θεό αρμόζει, τότε από που προέρχεται το κακό ή γιατί δεν το απομακρύνει;
Ο Θεός θέλει να απομακρύνει το κακό, (δηλαδή την απομάκρυνση των κτισμάτων Του απ’ Αυτόν, που είναι το απόλυτο αγαθό), και μπορεί.
Και τότε, γιατί τα κτίσματά του ΔΕΝ τον ακολουθούν; Ακόμα και οι ίδιοι οι χριστιανοί. Για παράδειγμα, ποιος από τους χριστιανούς πουλά όλα του τα υπάρχοντα, ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΕΝΟΣ στην Πρόνοια του Θεού για αυτόν, και τα μοιράζει στους φτωχούς, όπως δίδαξε ο Ιησούς; (Κατά Λουκάν, 12:27-34). Γιατί οι περισσότεροι δεν κατανοούν το παραπάνω σκεπτικό των απολογητών; Γιατί στρέφονται στην απιστία; Και εφόσον όλο αυτό δεν έχει θετικά αποτελέσματα, γιατί ο Θεός δεν ενεργεί διαφορετικά, χάριν του ανθρώπου που αγαπά;

ΟΟΔΕ:
Επίσης, θέλει να απομακρύνει και κάθε τι άδικο και δυσάρεστο κατά άνθρωπον, (το κατά άνθρωπον “κακό”), και επίσης μπορεί να το κάνει, και θα το κάνει όταν ολοκληρωθεί η δημιουργία Του, η οποία είναι ακόμα ημιτελής.
Ο Θεός έπλασε τα πάντα “καλά λίαν” λέει η Γένεση, αλλά ΟΧΙ τέλεια. Επειδή υπολείπεται ακόμα χρόνος για την επίτευξη της ολοκλήρωσης.
Η δημιουργία βρίσκεται ακόμα στην 6η Δημιουργική ημέρα, και ολοκληρώνεται στην 8η ανέσπερη αιώνια ημέρα της αφθαρσίας τού Μέλλοντος Αιώνος.
Η ολοκλήρωση έρχεται με την δεύτερη έλευση του Ιησού. Αυτή έπρεπε να είχε ΗΔΗ γίνει. Δεν έγινε. Άρα, δεν ήρθε όταν έπρεπε να έρθει «η 8η ανέσπερη μέρα», ή «ο μελλοντικός αιώνας», ή όπως αλλιώς θέλουν να ονομάσουν την περίοδο εκείνοι οι χριστιανοί.

ΟΟΔΕ:
Αφού το ζητούμενο, δεν είναι η ηδονή τού κόσμου (όπως νόμιζε ο Επίκουρος), αλλά η μέθεξη τής Ζωής τού Θεού από τα πλάσματά Του, είναι προφανές ότι η παρούσα παροδική κατάσταση, ούτε μόνιμη είναι, ούτε οριστική, ούτε μη αναστρέψιμη.
Η παρούσα κατάσταση τού κόσμου είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακής εξελικτικής διαδικασίας σε 6 Δημιουργικές περιόδους, τις οποίες μάς αποκαλύπτει η Γένεση. Στη διάρκεια των περιόδων αυτών, η κτίση ξεκινώντας από την ανυπαρξία, αναρριχάται σταδιακά σε όλο και συνθετότερες καταστάσεις, και δεν είναι ένας στατικός κόσμος, σαν αυτόν που νόμιζε ο Επίκουρος.
Υπενθυμίζω τί είναι η ηδονή κατά τον Επίκουρο: «Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτές των απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονται ή κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάει κανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται η ψυχή» (Προς Μενοικέα, σ. 163).

Η «μέθεξη», για την οποία γίνεται λόγος από την χριστιανική θεολογία, έλκει την καταγωγή της από τον Πλάτωνα και τους Νεοπλατωνικούς, με κάποιες βεβαίως διαφοροποιήσεις που δεν είναι επί του παρόντος να αναλύσουμε εδώ.

Όπως είδαμε και πριν, η ολοκλήρωση έπρεπε να είχε ΗΔΗ γίνει. Από την στιγμή που δεν έγινε ΙΣΤΟΡΙΚΑ (και αυτό το «ιστορικά» το γράφω καταχρηστικώς), δεν μας ενδιαφέρει το θεολογικό ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΟ μέρος.

Επίσης, να διορθώσουμε τον απολογητή αρθρογράφο και στο σημείο που αναφέρει ότι ο Επίκουρος θεωρούσε τον κόσμο στατικό.

Στον Ηρόδοτο, γράφει: «Μετά από όσα έχουμε προαναφέρει, πρέπει να δεχτούμε ότι οι κόσμοι και κάθε σύνθετος οργανισμός που έχει όρια και που παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με αυτά τα οποία κάθε στιγμή βλέπουμε γύρω μας, προέρχονται από το άπειρο. Γιατί όλα αυτά μικρά ή μεγάλα έχουν αποχωριστεί από ειδικές συστροφές ατόμων. Και ξανά όλα αυτά διαλύονται, άλλα γρηγορότερα και άλλα αργότερα, τα μεν κάτω από την επήρεια μιας σειράς αιτιών, τα δε από άλλη» (σ. 117).

Επίσης, «Και συνεχώς κινούνται τα άτομα. […] Αρχή δε αυτών δεν υπάρχει, αφού τα άτομα και το κενό είναι αιώνια. […] Αλλά όμως και οι κόσμοι είναι άπειροι, τόσο οι όμοιοι με τον δικό μας όσο και οι ανόμοιοι. Επειδή τα άτομα είναι άπειρα, όπως προ ολίγου αποδείχθηκε, μπορούν να πηγαίνουν ως τις πιο μακρινές αποστάσεις· γιατί αυτού του είδους τα άτομα από τα οποία θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί ο κόσμος ή από τα οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί, δεν εξαντλούνται ούτε με ένα κόσμο ούτε με πεπερασμένο αριθμό ούτε με όσους είναι τέτοιοι ούτε με όσους είναι διαφορετικοί από τον δικό μας. Επομένως τίποτα δεν υπάρχει που να σταθεί εμπόδιο στην απειρία των κόσμων» (σ. 91).

Ο Επίκουρος λοιπόν αναφέρεται σε κόσμους (γαλαξίες και ηλιακά συστήματα) που είναι άπειρα και μεταξύ τους χωρίζονται από κενά διαστήματα (τα μετακόσμια). Αυτοί οι κόσμοι είναι είτε ίδιοι με τον δικό μας είτε διαφορετικοί, και χαρακτηρίζονται «σφαιροδειδείς», «ωοειδείς» και «αλλοιοσχήμονες», όπως ακριβώς χαρακτηρίζονται από την σύγχρονη αστροφυσική.

«Τίποτα δεν γίνεται από το μη ον. […] Αν διαλύονταν αυτό που χάνεται σε αυτό που δεν υπάρχει, θα είχαν χαθεί όλα τα πράγματα, επειδή αυτό στο οποίο θα διαλύονταν, θα ήταν το μη ον. Και όμως και το σύμπαν πάντοτε τέτοιο ήταν, όποιο είναι και τώρα, και αιωνίως τέτοιο θα είναι» (σ. 87). Μήπως δεν διατυπώνεται εδώ η αρχή της διατήρησης της ύλης;

Για την γένεση των άπειρων κόσμων, γράφει στον Πυθοκλή: «Ένας τέτοιος κόσμος μπορεί να γεννηθεί (…) όταν χύνονται κατάλληλα σπέρματα από έναν κόσμο ή μετακόσμιο ή από περισσότερους κόσμους· σιγά σιγά προστίθεται το ένα στο άλλο και διαρθρώνονται και προκαλούν αλλαγές θέσεων σε άλλο τόπο, αν τύχει, και προκαλούν ποτίσματα με κατάλληλα άτομα ως το τελικό ωρίμασμα [το κείμενο λέει “έως τελειώσεως”]» (σ. 131).

Αυτά συμβαίνουν αενάως, ασφαλώς όχι σε ένα στατικό σύμπαν.

ΟΟΔΕ:
Όσο περισσότερο η κτίση εξελίσσεται, τόσο περισσότερο πλησιάζει τον Θεό, ανεβαίνοντας από την απλή ύπαρξη στην απλή ζωή, μετά σε ζώα με εγκέφαλο, και μετά στον λογικό πλέον άνθρωπο, που ως λογικό ον, μπορεί να είναι “κατ’ εικόνα Θεού” πλασμένος.

Το επόμενο βήμα αυτής της εξελικτικής πορείας, είναι ο “κατ’ εικόνα Θεού” άνθρωπος, να γίνει και “καθ’ ομοίωσιν”, στην 7η ημέρα Κατάπαυσης των αγίων τού Θεού, κάτι όμως που προϋποθέτει την ελευθερία του σε αυτή την επιλογή.

Όμως η ελευθερία έχει ως συνέπεια και τον αντίθετο δρόμο για πολλούς ανθρώπους. Και ενώ οι άνθρωποι έχουν όλη τη θεόδοτη λογική για να κάνουν τη ζωή τους καλύτερη, πολλοί αναλώνονται σε καταστροφικές ενέργειες, τόσο για τους εαυτούς τους, όσο και για τους συνανθρώπους τους και για την κτίση.
Ο αρθρογράφος ανήκει στους λεγόμενους «εξελικτές» ορθόδοξους χριστιανούς. Για όσους δεν γνωρίζουν, εξελικτές ονομάζεται εκείνη η μερίδα των χριστιανών που προσπαθεί να συνδυάσει τον Χριστιανισμό με την εξελικτική θεωρία. Όσοι εναντιώνονται σε αυτό, καλούνται «δημιουργιστές». Μεταξύ των, έχουν ξεσπάσει κατά καιρούς μεγάλες διαμάχες, επιστρατεύοντας τόσο οι μεν όσο και οι δε, χωρία από την Βίβλο και τους Πατέρες της Εκκλησίας, προκειμένου να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Συνεπώς, το θέμα θεωρείται «θεολογούμενο». Το να βρουν κοινή πορεία πλεύσης οι χριστιανοί -που είναι διαιρεμένοι και ως προς αυτό το θέμα (καθόλου πρωτότυπο για χριστιανούς να τσακώνονται)- είναι στην ευθύνη των ιδίων και όχι ημών. Το ίδιο ισχύει και μεταξύ των σύγχρονων απολογητών.

Όμως, η κεντρική ιδέα της «ομοίωσης» με τον Θεό, αν και με μερικές διαφορές, συναντάται ήδη στην αρχαία ελληνική γραμματεία, από ιδεαλιστές φιλοσόφους πολύ πριν τα πουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Πλάτων, στο έργο του «Πολιτεία». Δεν είναι δηλαδή κάτι καινούριο. Και δεν είναι το μόνο. Ευελπιστώ στο μέλλον να συγκεντρώσω όλα εκείνα τα στοιχεία, που τα πήραν οι χριστιανοί από τους Έλληνες, τα μετέτρεψαν κάπως, και τα παρουσίασαν σαν «νέα» πράγματα, σαν «θεϊκή αποκάλυψη».

Σχετικά με το τελευταίο που αναφέρει ο αρθρογράφος, πού αλλού θα μπορούσαμε να αποδώσουμε την αποτυχία, παρά στο ότι ο «παντοδύναμος» Θεός, τελικά δεν κατάφερε να πείσει το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας; Και γιατί λέω το «μεγαλύτερο»; Διότι ο ίδιος ο Ιησούς φέρεται να λέει ότι, «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης• ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι’ αὐτῆς• ὅτί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν» (Κατά Ματθαίον, 7:13-14).

ΟΟΔΕ:
Στη διάρκεια της ιστορίας λοιπόν, όπως πολύ σωστά εξήγησε περιληπτικά ο Λακτάντιος, οι καθημερινές δυσάρεστες καταστάσεις, κάνουν πολλούς ανθρώπους σοφότερους στις ενέργειες και τις επιλογές τους, εντάσσοντάς τους στην 7η ημέρα τής ζωής τού Θεού. Αυτοί έχουν ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο προσέγγισης τού όντως Καλού, τού Θεού.
Η διαφορά όμως είναι ότι το «παράδοξο του Επίκουρου», δεν αναφέρεται στις «καθημερινές δυσάρεστες καταστάσεις», που ωφελούν τους ανθρώπους τελικά, αλλά αναφέρεται στο «κακό». Μήπως ο Επίκουρος ή όποιος διατύπωσε το παράδοξο, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει ότι ισχύει πράγματι ένα δυσάρεστο να σε κάνει σοφότερο; Μόνο ο Λακτάντιος το κατάλαβε και οι χριστιανοί; Όχι βέβαια! Απλούστατα, ο Λακτάντιος ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΥΣΕ σκόπιμα την θέση, προκειμένου να είναι σε θέση να απαντήσει. Όμως, το «παράδοξο» δεν λέει αυτό.

Η πλάνη της εσχατολογίας

ΟΟΔΕ:
Και αυτό που πλέον απομένει, είναι η Παλιγενεσία της κτίσης ολόκληρης. Καθώς ολόκληρη η κτίση θα περάσει στην 8η αιώνια ημέρα της Αφθαρσίας τού Μέλλοντος Αιώνος, εκεί η δημιουργία τού Θεού θα έχει πλέον ολοκληρωθεί, και θα είναι όχι “καλή λίαν”, αλλά “Άριστη”.
Τότε θα γίνει η ανάσταση όλων τών νεκρών, όπου θα αποζημιωθούν όλοι οι αδικημένοι, και θα λάβει ο καθένας κατά την αξία του, την ανάλογη μετοχή στο όντως Αγαθό, στις Άκτιστες Ενέργειες τού Δημιουργού.
“Επειδή, δέστε, (λέει ο Θεός), κτίζω καινούργιους ουρανούς, και καινούργια γη• και δεν θα υπάρχει μνήμη των προηγούμενων ούτε θα’ρθουν στον νου. Αλλά, ευφραίνεστε και χαίρεστε πάντοτε σ’ εκείνο που κτίζω”. (Ησαΐας 65: 17,18).
Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, με βάση όσα υποτίθεται ότι είπε ο Ιησούς στους αρχιερείς και σε όσους βρίσκονταν στο θρησκευτικό συνέδριο, όλοι αυτοί θα έβλεπαν (ζώντες…προφανώς) τον Ιησού να αναλαμβάνεται και να έρχεται πάλι στην γη για δεύτερη φορά. Επομένως, αυτά που λένε οι απολογητές, έπρεπε να είχαν γίνει εδώ και…1900 χρόνια περίπου. Προς επίρρωση των γραφομένων, έχω να προσθέσω ακόμα ένα χωρίο, από τα πολλά που μπορεί να βρει κανείς στην Καινή Διαθήκη.

Στην «Β΄ Πέτρου» αναφέρεται η δυσαρέσκεια κάποιων χριστιανών επειδή ακόμα δεν είχε γίνει τίποτα. Έτσι, οι χριστιανοί ηγέτες, αναγκάζονται να γράψουν σε αυτή την καθολική επιστολή –πίσω από το όνομα μιας «αυθεντίας», τον Πέτρο- απευθυνόμενοι σε όλες τις κοινότητες, τα εξής:

«οὐ βραδύνει ὁ κύριος τῆς ἐπαγγελίας ὥς τινες βραδύτητα ἡγοῦνται ἀλλὰ μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μὴ βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι. Ἥξει δὲ ᾗ ἡμέρα κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ ἐν ἡ οἱ οὐρανοὶ ῥοιζηδὸν παρελεύσονται στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται· τούτων οὺν πάντων λυομένων ποταποὺς δεῖ ὑπάρχειν ὑμᾶς ἐν ἁγίαις ἀναστροφαῖς καὶ εὐσεβείαις προσδοκῶντας καὶ σπεύδοντας τὴν παρουσίαν τῆς τοῦ θεοῦ ἡμέρας δι’ ἣν οὐρανοὶ πυρούμενοι λυθήσονται καὶ στοιχεῖα καυσούμενα τήκεται· καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (κεφ. 3:-13).

Δηλαδή, ανανεώνεται η υπόσχεση (όπως ακριβώς γίνεται και στην προπαγάνδα), λέγοντας ότι δεν καθυστερεί ο Θεός, αλλά «μακροθυμεί» για ΕΜΑΣ τους χριστιανούς, ώστε να έλθουν όλοι σε μετάνοια. Ποιοί; Οι χριστιανοί! Αν οι ίδιοι οι χριστιανοί δεν πείθονται, και αυτό φαίνεται από τον βίο τους, τότε πώς θα πειστεί ο κόσμος;

Η ίδια ιστορία θα επαναληφθεί μετά από μερικές δεκαετίες πάλι. Ο Κλήμης Ρώμης θα αναγκαστεί να γράψει στους Κορίνθιους, αναφερόμενος στην «Ανάσταση» που προϋποθέτει τον ερχομό του Ιησού και εντάσσεται στο πλαίσιο της προσδοκώμενης παλιγγενεσίας:

«Γι’ αυτό να μην αμφιβάλλουμε, διφορούμενοι, ούτε η ψυχή μας να διαπλάθει φανταστικές εικόνες για τις υπερβολικές και ένδοξες δωρεές του. Να μένει μακριά σας αυτό που λέγει η Γραφή· “Ταλαίπωροι είναι οι δίψυχοι, όσοι διστάζουν στην ψυχή τους, οι λέγοντες, Αυτά τα ακούσαμε και στην εποχή των γονέων μας και να τώρα γεράσαμε και τίποτα από αυτά δεν μας συνέβηκε”. Ω ανόητοι, συγκρίνετε τους εαυτούς σας με ένα δέντρο. Λάβετε το αμπέλι· πρώτα μεν πέφτουν τα φύλλα του, έπειτα γίνεται βλαστάρι, έπειτα βγάζει φύλλα , έπειτα άνθος και ύστερα από αυτά γίνεται η αγουρίδα, και έπειτα εμφανίζεται σταφύλι. Βλέπετε, ότι σε λίγο καιρό ο καρπός του αμπελιού καταλήγει σε ώριμο σταφύλι; Στα αλήθεια γρήγορα και ξαφνικά θα πραγματοποιηθεί το θέλημά Του, για το οποίο επιμαρτυρεί και επιβεβαιώνει η Γραφή λέγουσα “Γρήγορα θα έλθει ο Κύριος και δεν θα χρονοτριβήσει και ξαφνικά θα έρθει ο Κύριος στον Ναό Του, και ο Άγιος τον οποίο εσείς αναμένετε”» (Προς Κορινθίους, 23:2-5).

Το ίδιο σκεπτικό ότι «ο Κύριος έρχεται», επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Και τίποτα δεν έγινε, ούτε θα γίνει.

Σχετικά με το χωρίο του Ησαΐα, ο αρθρογράφος ΔΕΝ παραθέτει την συνέχεια. Για ποιά εποχή μιλάει ο Ησαΐας και σε ποιούς αναφέρεται;

«εσται γαρ ο ουρανος καινος και η γη καινη και ου μη μνησθωσιν των προτερων ουδ ου μη επελθη αυτων επι την καρδιαν, αλλ ευφροσυνην και αγαλλιαμα ευρησουσιν εν αυτη οτι ιδου εγω ποιω Ιερουσαλημ αγαλλιαμα και τον λαον μου ευφροσυνην και αγαλλιασομαι επι Ιερουσαλημ και ευφρανθησομαι επι τω λαω μου και ουκετι μη ακουσθη εν αυτη φωνη κλαυθμου ουδε φωνη κραυγης και ου μη γενηται εκει αωρος και πρεσβυτης ος ουκ εμπλησει τον χρονον αυτου εσται γαρ ο νεος εκατον ετων ο δε αποθνησκων αμαρτωλος εκατον ετων και επικαταρατος εσται και οικοδομησουσιν οικιας και αυτοι ενοικησουσιν και καταφυτευσουσιν αμπελωνας και αυτοι φαγονται τα γενηματα αυτων» (Ησαΐας, 65:17-19).

Αυτά τα λόγια απευθύνονται στον λαό Ισραήλ, και αναφέρονται σε μία εποχή όπου ο Θεός θα κάνει τον λαό να ξεχάσει όλες του τις ταλαιπωρίες. Θα κάνει την Ιερουσαλήμ «αγαλλίαση» και «ευφροσύνη». Δεν θα ακουστεί ποτέ ξανά κλάμα στην Ιερουσαλήμ. Ένας που είναι εκατό ετών, θα λογίζεται για νέος. Αντίθετα, ο αμαρτωλός που θα πεθαίνει στα εκατό του, θα λογίζεται ως «επικατάρατος». Θα φτιάχνουν σπίτια και θα μένουν οι ίδιοι μέσα και όχι άλλοι. Θα φυτεύουν αμπέλια, και οι ίδιοι θα απολαμβάνουν τον καρπό. Η Βασιλεία αυτή είναι υλική και κοσμική.

Αυτά, δεν αρμόζουν σε μία πνευματική Βασιλεία. Ο Παύλος είναι σαφής: «οὐ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν πνεύματι ἁγίῳ» (Προς Ρωμαίους, 14:17).

Ο Ησαΐας αναφέρεται σε μία περίοδο, όπου κατά τις ιουδαϊκές δοξασίες, ο αναμενόμενος Μεσσίας τους, θα αναδείξει τον Ισραήλ παγκόσμιο κυρίαρχο. Οι Σιωνιστές χριστιανοί, αρέσκονται πολύ στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου «Ησαΐας».

Επίσης, πρέπει να τονίσουμε ότι οι Ιουδαίοι ουδέποτε μιλούσαν για δύο παρουσίες του Μεσσία τους, μία ταπεινή και μία ένδοξη. Πάντα, σε μία ένδοξη αναφέρονταν. Η διάκριση σε δύο «Παρουσίες», είναι καθαρά χριστιανικό κατασκεύασμα, για να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι ο Ιησούς τίποτα δεν εκπλήρωσε.

Απολογητική για απελπισμένους

ΟΟΔΕ:
Να λοιπόν η απάντηση τού Θεού στο παράδοξο τού Επίκουρου. Είναι η απάντηση τού γιατρού στον καταπονημένο από την εγχείρηση ασθενή. Τού λέει: “Ξέρω ότι πονάς και ταλαιπωρείσαι. Αλλά κάνε υπομονή, γιατί αυτό είναι κάτι παροδικό. Είναι μια απαραίτητη επίπονη περίοδος, που θα σε προετοιμάσει να βιώσεις την ολοκλήρωση τής θεραπείας σου. Και όταν θα γίνεις καλά, δεν θα θυμάσαι αυτούς τους πόνους, γιατί θα αποζημιωθείς από την ευεξία της αιώνιας υγείας”.
Εδώ, θα θυμίσουμε στον αρθρογράφο όσα είχε πει αρχικά, αναφερόμενος στους αθεϊστές: «Όταν κάποιος ξεκινάει με λάθος αξιώματα, είναι λογικό να συναντάει παράδοξα και αδιέξοδα στους συλλογισμούς του». Θεωρώ, ότι καταδείχτηκε με απόλυτη σαφήνεια ποιοι ξεκινούν με λάθος αξιώματα, ποιοι βασίζονται σε θρησκευτικές πεποιθήσεις και όχι στην πραγματικότητα, και ποιοι συναντούν παράδοξα και αδιέξοδα, με αποτέλεσμα να επιδίδονται όχι μόνο σε ένα σωρό ασυναρτησίες αλλά να διαστρέφουν κιόλας τα πράγματα.

ΟΟΔΕ:
Η απάντηση είναι ότι ο Θεός και θέλει, και μπορεί, και ΗΔΗ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ για την οριστική εξαφάνιση κάθε δυστυχίας, και για την μετοχή της ανθρωπότητας στη δική του μακάρια και άφθαρτη ζωή. Επειδή η δημιουργία ακόμα συνεχίζεται και τελειοποιείται!
Την ώρα αυτή που διαβάζουμε αυτά τα λόγια περί τελειοποιήσεως, την ίδια στιγμή συμβαίνουν δυστυχήματα που έχουν ως αποτέλεσμα παιδιά να μένουν ορφανά και οικογένειες να ξεκληρίζονται. Άνθρωποι να γεννιούνται με προβλήματα, άλλοι να υφίστανται τις συνέπειες φυσικών καταστροφών. Οι «δυνατοί» του πλανήτη να επιβάλλουν την θέλησή τους και να καταπατούν τα δικαιώματα εκατομμυρίων ανθρώπων. Γυναίκες και παιδιά να είναι θύματα της διεθνούς σωματεμπορίας. Άνθρωποι να πεθαίνουν από αρρώστιες και από έλλειψη φαγητού. Το ερώτημα δεν είναι αν τα κάνει ο Θεός. Οι χριστιανοί εύκολα θα ισχυριστούν ότι ο άνθρωπος τα κάνει εντός των πλαισίων της «ελεύθερης» βουλήσεως. Το ζήτημα είναι, γιατί δεν τα αποτρέπει ο Θεός, ώστε από την μία να εκδηλωθεί η «ελεύθερη» βούληση των φαύλων, αλλά να προστατευθούν και οι αδικημένοι. Θα υπήρχε μεγαλύτερη απόδειξη της ύπαρξής του;

Αν ίσχυαν αυτά, τότε δεν θα υπήρχαν ούτε νοσοκομεία, ούτε ψυχιατρεία, ούτε ορφανοτροφεία, ούτε δικαστήρια, ούτε φυλακές, ούτε επιστήμονες θα έθεταν τον εαυτό τους στην υπηρεσία των άλλων.

ΟΟΔΕ:
Και αν κάποιος αυτά δεν τα αποδέχεται, πάντα θα βρίσκεται αντιμέτωπος με παράδοξα, και με την απελπισία μιας άδικης ζωής, χωρίς καμία αποζημίωση και χωρίς κανένα νόημα.
Το παράδοξο λοιπόν, βρίσκεται μόνο μέσα στο μυαλό όσων δεν θέλουν να αποδεχθούν την αλήθεια που μάς αποκάλυψε ο Ίδιος ο Θεός.
Κανένα παράδοξο για όποιον δεν αποδέχεται την χριστιανική διδασκαλία. Παράδοξα αποτελούν όλες οι χριστιανικές δικαιολογίες προκειμένου να συμβιβαστούν οι έννοιες του «αγαθού Θεού», του «παντογνώστη Θεού», της ύπαρξης του κακού και της Θεϊκής Πρόνοιας. Η κάθε θρησκεία και οι ιδεαλιστικές φιλοσοφίες, έχουν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης αυτών των αντινομιών. Για τους αθεϊστές, τα πράγματα είναι πιο απλά. Χωρίς να εισάγουν φανταστικά πλάσματα στην επιχειρηματολογία τους, πολύ απλά απαντούν ότι Θεός δεν υπάρχει, διότι εάν υπήρχε, δεν θα άφηνε να συμβαίνουν όλα αυτά επειδή ένα «πρωτόπλαστο» ζευγάρι έκανε ένα λάθος. Γιατί, εκεί στηρίζει η χριστιανική πίστη τα δεινά του κόσμου. Στην υποτιθέμενη «πτώση»!

Αστρονόμοι βρίσκουν ότι η σκοτεινή ύλη κυριαρχεί σε όλη την κοσμική εποχή

Αστρονόμοι από το Πανεπιστήμιο στο Austin αναφέρουν ότι έχουν σκοντάψει σε έναν εξαιρετικό μακρινό γαλαξία, που εμφανίζεται πλούσιος με σκοτεινή ύλη, ακριβώς όπως αναμενόταν από τη θεωρία που διαρκεί εδώ και καιρό. Μπορεί λοιπόν να επιβεβαιώσει μια πρόσφατα αμφισβητούμενη θεωρία σχετικά με τη σκοτεινή ύλη.

Αυτή η σύνθετη εικόνα του γεμάτου σκόνη γαλαξία DSFG850.95 που σχηματίζει νέα άστρα, δείχνει νεαρά αστέρια σε μπλε χρώμα όπως τα βλέπει ο διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, και τη σκόνη, που φαίνεται εδώ με κόκκινο χρώμα από το δίκτυο ραδιοτηλεσκοπίων στην Atacama της Χιλής, Large Millimeter / submillimeter Array.

Η σκοτεινή ύλη δεν εκπέμπει κανένα φως, αλλά είναι ανιχνεύσιμη από τη βαρυτική της έλξη σε άλλη ύλη. Ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1970 σε μελέτες σπειροειδών γαλαξιών, των οποίων οι εξωτερικές περιοχές περιστρέφονταν πολύ γρήγορα που δεν μπορούσε να οφείλεται μόνο από τα ορατά αστέρια και το αέριο στις περιοχές αυτές. Οι αστρονόμοι υποστήριξαν ότι πρέπει να υπάρχει περισσότερη μάζα που να είναι αόρατη. Δεκαετίες παρατηρήσεων των γαλαξιών έδειξαν ότι σχεδόν όλοι οι γαλαξίες περιέχουν τεράστιες ποσότητες αυτής της «σκοτεινής ύλης» και ότι στην πραγματικότητα υπάρχει περίπου πέντε φορές περισσότερη σκοτεινή ύλη από ότι υπάρχει η φυσιολογική ορατή ύλη στο σύμπαν.

Ωστόσο, μερικές πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι ορισμένοι γαλαξίες δεν ακολουθούν το ίδιο μοτίβο με τους γαλαξίες «πλούσιους σε σκοτεινή ύλη» που βρέθηκαν από τη δεκαετία του 1970. Αυτές οι μελέτες έδειξαν ότι μια χούφτα γαλαξιών που υπήρχαν πριν από περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια δεν περιέχουν την αναμενόμενη ποσότητα σκοτεινής ύλης. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι γαλαξίες εκείνη την εποχή δεν είχαν πολύ σκοτεινή ύλη αλλά την απέκτησαν αργότερα, σε κάποια στιγμή τα τελευταία 10 δισεκατομμύρια χρόνια. Εάν συμβαίνει αυτό, θα αμφισβητούσαμε τη θεμελιώδη μας κατανόηση για το πώς σχηματίζονται οι γαλαξίες.

Τώρα ο Patrick Drew και ο καθηγητής Caitlin Casey στο Austin, βρήκαν έναν πολύ μακρινό γαλαξία που εμφανίζεται πλούσιος σε σκοτεινή ύλη, ακριβώς όπως αναμενόταν από τη θεωρία που διαρκεί εδώ και καιρό. Επειδή αυτός ο γαλαξίας απέχει 9 δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά, μας λέει ότι ορισμένοι γαλαξίες περιείχαν ήδη αρκετή σκοτεινή ύλη από το μακρινό παρελθόν. Το εντυπωσιακό εύρημα φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τα άλλα αμφιλεγόμενα ευρήματα των γαλαξιών με μικρή περιεκτικότητα σε σκοτεινή ύλη.

Η ομάδα του Drew μελέτησε αυτόν τον γαλαξία ενώ χρησιμοποιούσε το Teckcope Keck στη Χαβάη για μια έρευνα για τους πιο ακραίους γαλαξίες που σχηματίζουν αστέρες στο σύμπαν, τους λεγόμενους «σκονισμένους γαλαξίες που σχηματίζουν αστέρια». Δεν σκόπευαν καθόλου να μελετήσουν τη σκοτεινή ύλη, αλλά προσπάθησαν να καταλάβουν γιατί αυτοί οι γαλαξίες παράγουν τόσα πολλά αστέρια και τόσο γρήγορα.

Αλλά ένας από τους γαλαξίες τους εξέπληξε και έστειλε το έργο τους προς μία νέα κατεύθυνση.

Λόγω της τυχαίας γωνίας με την οποία μελετήθηκε ο γαλαξίας DSFG850.95 με το τηλεσκόπιο, τα δεδομένα παρείχαν μια εξαιρετικά λεπτομερή καταγραφή της ταχύτητας περιστροφής του γαλαξία από το κέντρο του γαλαξία. Ονομάζεται «καμπύλη περιστροφής», και αυτή η μέτρηση είναι ακριβώς αυτό που χρησιμοποιούν οι αστρονόμοι για να καθορίσουν την ποσότητα της σκοτεινής ύλης σε έναν γαλαξία.

Έδειξαν αυτά τα στοιχεία στη Susan Kassin, συνάδελφό του στο Ινστιτούτο Επιστήμης Διαστημικών Τηλεσκοπίων. Η Kassin,, ειδικός σε τέτοιες μετρήσεις των καμπυλών περιστροφής, αναγνώρισε αμέσως ότι βρήκαν κάτι εξαιρετικό: Ο γαλαξίας αυτός παρατηρήθηκε όπως ήταν πριν από 9 δισεκατομμύρια χρόνια, περιέχει όλη την αναμενόμενη σκοτεινή ύλη που προβλέπει η θεωρία.

Αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια μελέτη του 2017 στο Nature , που ισχυρίστηκε ότι οι γαλαξίες σε αυτή την κοσμική εποχή, πριν από 10 δισεκατομμύρια χρόνια, «μπορεί να μην έχουν τόσο σκοτεινή ύλη και ότι είναι ουσιαστικά διαφορετικοί από τους γαλαξίες στο σημερινό σύμπαν». είπε ο Casey. «Ο γαλαξίας που βρήκαμε είναι ένα σαφές αντίθετο αυτού, όπου φαίνεται ότι η σκοτεινή ύλη συμπεριφέρεται με τον κανονικό τρόπο, όπως συμβαίνει στο σημερινό σύμπαν».

Στο τέλος, λέει ο Drew, αυτός ο γαλαξίας κάνει αυτό που αναμένεται από τους γαλαξίες και είναι η πρώτη σταθερή επιβεβαίωση πως ό, τι συμβαίνει στους γαλαξίες στο σημερινό σύμπαν, είναι το ίδιο με αυτό που συνέβη στο πρώιμο σύμπαν».

Ο Drew σχεδιάζει να συνεχίζει να παρακολουθεί τον γαλαξία με το ALMA.

Ο Μετάνθρωπος θα είναι δική μας συνέχεια

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ήμασταν ακόμα πολύ νέοι και αισιόδοξοι, διαβάζαμε μετά μανίας το βιβλίο Cyberia του Ντάγκλας Ράσκοφ, τον περίφημο οδηγό επιβίωσης στον κυβερνοχώρο, που, τότε, βρισκόταν στα σπάργανα. Εκείνη την εποχή, η τεχνολογική επανάσταση υποσχόταν τα πάντα. «Οι κανόνες της γραμμικής πραγματικότητας δεν έχουν πια καμία ισχύ. Ακόμα και οι φανατικοί οπαδοί των νόμων της φυσικής και των μαθηματικών ανακάλυψαν ότι οι αριθμοί και τα σωματίδια έχουν πάψει να συμπεριφέρονται με τον προβλέψιμο τρόπο των γραμμικών εξισώσεων», έγραφε ο Ράσκοφ.

Μιλούσε ακόμα για την ύπαρξη μιας «αθέατης επικράτειας» της οποίας μόνο η μία πλευρά ταυτίζεται με τη φυσική πραγματικότητα, και για την ανάγκη επινόησης μιας καινούργιας λέξης που θα την εκφράζει. Στο βιβλίο του αποκαλείται Κυβερία. Δεν ξέρω πόσοι κατάφεραν να μετοικήσουν στη σαγηνευτική Κυβερία που υποσχόταν ο Ράσκοφ, αλλά είναι αλήθεια ότι η τεχνολογία δεν έπαψε να εξελίσσεται και να μεταμορφώνει, διαρκώς, τις ζωές μας.

Ο ίδιος έγραφε ακόμα για παράξενους ελκυστές, άτομα που με τη βοήθεια της ονειροπόλησης αποκτούν πρόσβαση στο ευρύ δίκτυο τεχνητών κόσμων, για μεταφυσικούς χάκερ που αντλούν «παράνομα, εξωτικά ή απρόσιτα δεδομένα», για cyborgs, κυβερνοπλάσματα και ανθρωπομηχανές.

Η φαντασίωση του ανθρώπου-μηχανή δεν είναι, βέβαια, επινόηση της αισιόδοξης δεκαετίας του ’90 και της κουλτούρας του κυβερνοπάνκ. Πολλές δεκαετίες νωρίτερα, η λογοτεχνία και το σινεμά του Φανταστικού φρόντισαν να μας συστήσουν αρκετά υβριδικά όντα με ανθρώπινα χαρακτηριστικά και καρδιά μηχανής.

Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση για τον τρόπο που η εξέλιξη της τεχνολογίας επιδρά στην ανθρώπινη φύση, το πώς ο συντονισμός του ανθρώπινου μυαλού με τους υπολογιστές και τις νέες «έξυπνες μηχανές» μπορεί να επηρεάσει τις γνωστικές και αντιληπτικές μας ικανότητες, το σώμα, και τη ζωή μας, έχει υπερβεί τον χώρο της λογοτεχνίας και της τέχνης. Τέτοιου είδους ζητήματα απασχολούν, πλέον, πολύ σοβαρά κορυφαίους επιστήμονες διαφόρων ερευνητικών πεδίων σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ερευνητές μάς προϊδεάζουν για τη διαμόρφωση αυτής της νέας ανθρώπινης κατάστασης, ενώ φιλόσοφοι, πολιτικοί, και θρησκευτικοί ηγέτες, θέτουν νέα ερωτήματα, εκφράζουν φόβους, υπενθυμίζουν τα ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από τις επικείμενες προσμίξεις.

«Έχουμε φτάσει στο σημείο της ανθρώπινης Ιστορίας που υπάρχουν πια οι ρεαλιστικές προοπτικές για την ενίσχυση της γνωστικής, συναισθηματικής, αντιληπτικής και φυσικής μας ικανότητας, μέσω μιας σχεδιασμένης και άμεσης εφαρμογής ποικίλων τεχνολογικών παρεμβάσεων. Αυτές μπορεί να είναι γενετικές (τροποποίηση του ανθρώπινου DNA), προσθετικές (ενσωμάτωση εργαλείων και μηχανημάτων στο σώμα μας), φαρμακευτικές κ.ά.», γράφει στην επιθεώρηση The Philosophers Magazine o Αυστραλός φιλόσοφος Russell Blackford.

Και προσθέτει: «Ο μετα-άνθρωπος θα είναι δική μας συνέχεια, αλλά θα διαφέρει αρκετά από μας. Θα ζει πιθανόν πολύ περισσότερα χρόνια, θα είναι εξυπνότερος και πιο ευτυχισμένος. Μια ακραία παραλλαγή αυτής της εξέλιξης είναι η δυνατότητα της μεταφοράς της προσωπικότητάς μας σε ένα προηγμένο και εξαιρετικά ανθεκτικό λογισμικό, το οποίο θα διασυνδέεται ποικιλοτρόπως με τον κόσμο». Ο ίδιος δεν αγνοεί, βέβαια, το ενδεχόμενο της σύγκρουσης αυτής της προοπτικής με τα προβλήματα του πλανήτη: τον υπερπληθυσμό, τις κλιματικές αλλαγές και την εξάντληση των φυσικών πόρων.

Πολύ πρόσφατα δε, ο διάσημος Στίβεν Χόκινγκ, μαζί με τους Στούαρτ Ράσελ, καθηγητή πληροφορικής στο Μπέρκλεϊ, Μαξ Τέγκμαρκ, καθηγητή φυσικής στο ΜΙΤ, και τον νομπελίστα φυσικό, επίσης του ΜΙΤ, Φρανκ Βίλτσεκ, δημοσίευσε άρθρο στον βρετανικό Independent, όπου, με αφορμή την κινηματογραφική ταινία «Transcendence», με τους Τζόνι Ντεπ και Μόργκαν Φρίμαν, μιλά για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στη δημιουργία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Η συνύπαρξή μας με τους υπολογιστές

Για να προσεγγίσουμε καλύτερα, σε ρεαλιστική βάση, τη διαμόρφωση της νέας ανθρώπινης κατάστασης αναζητήσαμε τη βοήθεια ενός Έλληνα ειδικού. Ο Ιωάννης Τσαμαρδίνος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Κρήτης και επικεφαλής του Εργαστηρίου Βιοπληροφορικής, ΙΤΕ-ΙΠ Κρήτης, μας μίλησε για τη μελλοντική συνύπαρξη ανθρώπων και υπολογιστών.

«Μέχρι τώρα, ο άνθρωπος και όλα τα έμβια όντα του πλανήτη είναι περιορισμένα από τη βιολογία τους. Ο ανθρώπινος υπολογιστής, δηλαδή ο εγκέφαλός μας, είναι πεπερασμένης μνήμης, ταχύτητας, γνωστικών και αντιληπτικών ικανοτήτων και, δυστυχώς, με ημερομηνία λήξης», λέει ο καθηγητής. Και προσθέτει: «Κάποτε, στο απώτερο μέλλον, αυτό θα πάψει να ισχύει όταν διασυνδεθεί πλήρως με μη έμβιους υπολογιστές. Θα μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τη γνώση της ανθρωπότητας με μια μας σκέψη.

Να κάνουμε δύσκολους υπολογισμούς σε κλάσματα του δευτερολέπτου, να θυμόμαστε όλες μας τις εμπειρίες, να αντιλαμβανόμαστε και να αισθανόμαστε άμεσα τον κόσμο μέσω ηλεκτρονικών αισθητήρων, πέρα από τις πέντε αισθήσεις μας. Επιπλέον, η διασύνδεση πολλών εγκεφάλων και υπολογιστών πιθανότατα θα οδηγήσει σε ένα υπερ-διαδίκτυο, όπου συνεχώς θα ανταλλάσσονται πληροφορίες, σκέψεις, και γιατί όχι, κάποια στιγμή και συναισθήματα.

Τα σώματά μας είναι περιορισμένα σε έκταση. Συνεπώς, και η συνείδηση του εγώ μας είναι περιορισμένη. Φανταστείτε να είστε συνδεδεμένοι με ένα πλήθος από ρομπότ που τα αισθάνεστε σαν προέκταση του εαυτού σας, διάσπαρτα στον πλανήτη. Να βλέπετε ό,τι βλέπουν, να αισθάνεστε ό,τι αισθάνονται, να κινούνται με τη σκέψη σας. Η αντίληψη του “εγώ” σας, θα είναι, τότε, ευρύτατα κατανεμημένη στον χώρο και σίγουρα πολύ διαφορετική. Φανταστείτε, επίσης, τη διασύνδεσή σας με ένα αεροπλάνο. Αρκεί να το σκεφτείτε, για να αρχίσει να αντιδρά, όπως το χέρι σας.

Να νιώθετε τις επιταχύνσεις, την αλλαγή της ατμοσφαιρικής πίεσης, να βλέπετε με την κάμερά του, ή να αισθάνεστε κάτι σαν πείνα όταν πέφτει η στάθμη των καυσίμων. Δεν θα είστε ξανά ο ίδιος, αλλά δεν νομίζω ότι θα είστε περισσότερο ρομπότ. Δεν θα είστε όμως και άνθρωπος με την τυπική έννοια του όρου. Υπερβαίνοντας τους βιολογικούς του περιορισμούς και με αυξημένες γνωστικές δυνατότητες, ο άνθρωπος θα επανασχεδιάσει τον εαυτό του, φτιάχνοντας καλύτερες μηχανές-ανθρώπους που θα φτιάξουν καλύτερες μηχανές-ανθρώπους και ούτω καθ’ εξής σε έναν ατέρμονα βρόχο βελτίωσης των δυνατοτήτων μας και της κατανόησης του σύμπαντος».

Για να δούμε ποιες μπορεί να είναι, σήμερα, οι ρεαλιστικές εφαρμογές αυτής της τεχνολογίας.

«Προς το παρόν απέχουμε πολύ από την επίτευξη μιας διασύνδεσης σε επίπεδο ανώτερων γνωστικών λειτουργιών, όπου ανταλλάσσουμε με τις μηχανές μνήμες, συλλογισμούς ή συναισθήματα», τονίζει ο Ιωάννης Τσαμαρδίνος. Και προσθέτει: «Όμως, υπάρχουν εφαρμογές διασύνδεσης κατώτερων γνωστικών λειτουργιών προς υλοποίηση στο άμεσο μέλλον ή είναι ήδη στο στάδιο πρωτοτύπου. Αυτές οι εφαρμογές επικεντρώνονται στη διασύνδεση με αισθητήρες και στον έλεγχο των μηχανών με τη σκέψη. Για παράδειγμα, η διασύνδεση καμερών με το οπτικό νεύρο, ώστε να αποκτήσει την όρασή του κάποιος τυφλός ή μικροφώνων με το ακουστικό νεύρο.

Άλλες εφαρμογές περιλαμβάνουν τη σύνδεση νεύρων της σπονδυλικής στήλης σε παραπληγικούς μέσω πομποδεκτών, ώστε να επανακτήσουν τον έλεγχο του σώματός τους. Αυτή τη στιγμή διεξάγονται αρκετά πειράματα στον έλεγχο μηχανών και υπολογιστών με τη σκέψη. Είναι πιθανό στο μεσοπρόθεσμο μέλλον να μη χρειάζεται πλέον να πληκτρολογούμε στον υπολογιστή μας και απλά να σκεφτόμαστε τι θέλουμε να γράψουμε. Ήδη διάφοροι ερευνητές έχουν διασυνδέσει μαϊμούδες με ρομποτικά χέρια ώστε να μπορούν να τα κινούν με τη σκέψη, δίνοντας ελπίδες σε εκατομμύρια αναπήρων στον κόσμο».

Τα ηθικά διλήμματα
Τι είδους ηθικά διλήμματα γεννιούνται από αυτήν την εξέλιξη; «Ένας πειραματιστής που κάνει πειράματα σε μεμονωμένους νευρώνες σίγουρα θα λέγαμε ότι δεν προκαλεί πόνο» απαντά ο καθηγητής.

«Αν είναι όμως ένα δίκτυο με 100 νευρώνες; Αισθάνεται πόνο; Ένα δίκτυο με 10 εκατομμύρια; Πότε αρχίζει να αισθάνεται ένα νευρωνικό δίκτυο, πότε έχει συνείδηση, πότε το θεωρούμε εγκέφαλο, πότε έχει δικαιώματα και εμείς ηθικά κωλύματα; Ποιο είναι το όριο επέμβασής μας και διασύνδεσης με υπολογιστές σε έναν εγκέφαλο ώστε η αντίληψη του εγώ του και η συνείδησή του να μην αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα; Πότε θα πρέπει να λογίζονται οι υπολογιστές με τους οποίους διασυνδεόμαστε κομμάτια του εαυτού μας και επομένως θα πρέπει να προστατεύονται νομικά όπως και το σώμα μας; Ποια θα πρέπει να είναι τα δικαιώματα διασύνδεσής μας με τους υπολογιστές και ποιες οι απαγορεύσεις;

“Είναι βέβαιο ότι η ανθρωπότητα θα πρέπει να κάνει πρώτα πολλά λάθη, πριν μάθει να λειτουργεί ηθικά σε μια καινούργια πραγματικότητα. Η εξέλιξη και βελτίωσή μας πλέον επιτελείται με γεωμετρική πρόοδο. Θα πρέπει και η σοφία μας να συμβαδίσει”

Συνείδηση και γνώση
Τη δική του διάσταση στο θέμα δίνει ο καθηγητής Φιλοσοφίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Γιώργος Ξηροπαΐδης. Για να μιλήσει για τον μελλοντικό άνθρωπο ανατρέχει στον διάλογο του Πλάτωνα, Φαίδρο και ειδικότερα στον τρόπο που ο Πλάτωνας επιχειρεί να αποτιμήσει τη μετάβαση από τον προφορικό στον γραπτό λόγο.
«Στο τέλος του διαλόγου προκύπτει το ζήτημα της επιρροής που μπορεί να έχει ο γραπτός λόγος στις γνωστικές μας δυνάμεις και ικανότητες», λέει ο Γιώργος Ξηροπαΐδης. Και εξηγεί ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Σωκράτης αναζητά κατά πόσο ο γραπτός λόγος είναι σε θέση να αποθηκεύει και να μεταδίδει την πραγματική γνώση στις επόμενες γενιές. Επινοεί έναν μύθο και αναφέρεται στη συνομιλία του Αιγύπτιου θεού Θευθ, που ανακάλυψε τη γραφή, τα μαθηματικά, την αστρονομία και τα ζάρια, και του βασιλιά Θαμού, ο οποίος τον ρωτά για τη σημασία και τη χρησιμότητα της γραφής. 
Ο Θευθ απαντά: «Όποτε ο άνθρωπος χρειάζεται να θυμηθεί κάτι, δεν έχει παρά να ανατρέξει στον γραπτό λόγο για να θυμηθεί αυτά που έχει ξεχάσει. Ο Θαμού επισημαίνει ότι αυτός που πρέπει να κρίνει αν είναι σωστή η ανακάλυψη είναι αυτός που τη χρησιμοποιεί, ώστε να διαπιστώσει αν τον ωφελεί ή τον βλάπτει. Και εκφράζει, στη συνέχεια, τις αντιρρήσεις του, λέγοντας ότι ο γραπτός λόγος δεν είναι φάρμακο της μνήμης, αλλά φαρμάκι που οδηγεί στη λήθη, αφού οι άνθρωποι αντί να ασκούν οι ίδιοι τη μνήμη τους εκχωρούν αυτή τη δυνατότητα σε ένα τεχνικό εργαλείο».
Θεωρώ, λοιπόν, συνεχίζει ο καθηγητής, «ότι ταυτόχρονα με την τεχνολογική εξέλιξη θα πρέπει να εξελίσσονται και οι γνωστικές ικανότητες των ανθρώπων, ώστε να κατανοούν τι εξαρτήσεις, πειρασμούς και κινδύνους έχουν να αντιμετωπίσουν, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν αν κάτι είναι ωφέλιμο για τους ίδιους ή όχι. Μόνο αν έχουμε αυτή τη συνείδηση μπορεί η τεχνολογική εξέλιξη να έχει θετική σημασία».

Επιβάλλουν την εξέλιξη
Όσο για τη δημιουργία ενός νέου είδους τεχνολογικού ανθρώπου, ο Γιώργος Ξηροπαΐδης λέει: «Το ερώτημα είναι αν αυτό γίνεται ερήμην των ανθρώπων και τους επιβάλλεται, τελικά, μέσω μιας εξέλιξης που φαίνεται μονόδρομος. Μπορεί αργότερα να μας πουν ότι αν δεν έχουμε τσιπάκια στο μυαλό μας, δεν μπορούμε να είμαστε μέλη της σύγχρονης ανθρώπινης κοινωνίας. Το ζήτημα είναι, αν όλα αυτά προκύπτουν μέσα από την ελεύθερη επιλογή των ανθρώπων, με βάση κάποια ηθικά κριτήρια ή αν επιβάλλονται.

Ας θυμηθούμε το ερώτημα του Σωκράτη: Ποιος είναι ο βίος που ταιριάζει σε έναν άνθρωπο; Tι σημαίνει να είναι κανείς ανθρώπινος; Αν δεν θέσουμε εμείς αυτά τα ερωτήματα και μάς τα επιβάλλουν, ακόμα αν αποκτήσουμε τρομακτικές ικανότητες, δεν θα γερνάμε, δεν θα αρρωσταίνουμε, όλα θα παραμένουν κατασκευές που συγκαλύπτουν το απλό γεγονός ότι δεν κρίνουμε εμείς τι είναι ωφέλιμο, αλλά κάποιοι άλλοι. Γι’ αυτό επιμένω στη δυνατότητα των ανθρώπων να ορίζουν, μέσα από τον διάλογο και την ελεύθερη συναίνεση, μεταξύ τους ποιες είναι οι ηθικές αρχές στις οποίες μπορούν να βασιστούν για να κρίνουν κάθε τεχνολογική εξέλιξη.

John Locke: Πώς κουβεντιάζεται η φιλοσοφία της εμπειρίας;

John Locke: 1632–1704

Φιλοσοφία, νους και εμπειρία

§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Οι φιλόσοφοι που έχουν κάτι σπουδαίο να πουν είναι πάντοτε τέκνα της εποχής τους και ακριβώς γι’ αυτό προορίζονται να εκφράζουν το πνεύμα αυτής της εποχής. Το να εκφράζουν ένα τέτοιο πνεύμα δεν σημαίνει ότι διηγούνται απλώς γεγονότα ή επί μέρους καταστάσεις της εποχής, που έχουν βιώσει λιγότερο ή περισσότερο ως ατομικές συνειδήσεις, ή ότι γίνονται απολογητές της μιας ή της άλλης συνήθως κοινωνικο-πολιτικής συνθήκης· ούτε ακόμη ότι προσπαθούν να ιδεολογικο-ποιήσουν το δικό τους παρόν με προκαθορισμένες, έστω και καθολικές, αρχές. Απεναντίας εκκινούν από το ίδιο το Πράγμα και προχωρούν όπως απαιτεί η εσωτερική λογική του. Έτσι βρίσκονται αίφνης σε μια οδό μετα-στοχασμού, η οποία ακολουθεί κατά πόδας την εκάστοτε παρούσα λογική των πραγμάτων με ένα Πλέον·· το Πλέον μιας ανανεωμένης και γι’ αυτό μετασχηματιστικής σκέψης, που δεν αρκείται να παραφράζει την εν λόγω λογική ούτε να την αποδίδει ως μια τελική έκβαση, αλλά υπαγορεύει στάση ζωής, κοιτάζοντας προς ένα πολύ συγκεκριμένο μέλλον. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι φιλόσοφοι που λένε κάτι σπουδαίο υπερβαίνουν την εποχή τους, χωρίς να την αρνούνται αεροβατώντας· έτσι γίνονται νοητές της ανθρώπινης ιστορικότητας και μένουν στην ιστορία ως ανυπέρβλητοι νοητές Ως τέτοιοι νοητές μας ενδιαφέρουν· και ένας απ’ αυτούς είναι ο Λοκ.

§2 Η εμπειρία ως πηγή γνώσης

Είναι κοινός τόπος πως η γνώση εν γένει, ακόμη και εκείνη της τάξης της θεολογικής μεταφυσικής, δεν μπορεί να προϋπάρξει χωρίς την εμπειρία. Οποιαδήποτε μορφή γνώσης, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αρνείται τη σχέση της με την εμπειρία, είναι απλώς φαντασιοκόπημα ή αυθαίρετη ιδεοκρατία. Μια τέτοια φαντασιοκοπία ή ιδεοκρατική αυθαιρεσία είναι, ας πούμε, όλη σχεδόν η πολιτική και όχι λιγότερο ιδεολογική-«επιστημονική» «κουλτούρα» του δικού μας ελλαδικού παρόντος. Γιατί η τελευταία είναι άχρηστη; Επειδή παράγει ή αναπαράγει, ανάλογα με την περίπτωση, τους πιο ηχηρούς θορύβους της μαζικής κουλτούρας. Αλλά τι είναι εμπειρία, κατά τον Λοκ, και συναφώς, επομένως, γνώση; Πρωτίστως, εμπειρία είναι οι ιδέες εκείνες που δια-μορφώνονται συνήθως ως σκέψη/εις, ως θεωρήσεις, με βάση υπαρκτά εμπειρικά δεδομένα, προφανή και πρόδηλα στοιχεία της ζωής και ενός ανάλογου ερευνητικού παρατηρείν. Κατά το ξετύλιγμα ενός τέτοιου παρατηρείν πρωτεύοντα ρόλο παίζει η εμπειρία των αισθήσεων και ό,τι απαντά στην άμεση συνείδησή μας. Αυτό το άμεσα αποκρυσταλλωμένο μέσα μας απασχολεί και οφείλει να απασχολεί τον ανθρώπινο νου, τη νόησή μας, όταν πραγματοποιεί τη διεργασία του σκέπτεσθαι. Ετούτη η διεργασία, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνεται ασαφώς, κυριολεκτικά με κλειστά μάτια, να θεμελιώνεται σε γενικές, δογματικές, άνευ συγκεκριμένου-κατ’ αίσθηση περιεχομένου, νοητικές αρχές, οι οποίες υποτίθεται πως έχουν απεριόριστη δύναμη· αντιθέτως ευδοκιμεί, όταν αρχίζει να ανακαλύπτει τις δυνατότητες του ίδιου του νου να προχωρεί στην καθορισμένη εξέταση των πραγμάτων, με βάση τις ιδέες που ο ίδιος έχει σχηματίσει γι’ αυτά.

§3

Η φιλοσοφική γνώση, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με οποιαδήποτε μορφή συμπαντικής ή οικουμενικής –παγκοσμιοποιημένης θα λέγαμε σήμερα– γνώσης, που προβάλλει ίσως ως απεριόριστη γνωστική δυνατότητα του ανθρώπινου νου, αλλά οριοθετείται μέσα στην ιστορικότητά της ως ιστορικότητα της δι-ερευνητικής μας δυνατότητας και του τρόπου, με τον οποίο ξεδιπλώνουμε τούτη τη δυνατότητα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ιστορικότητας, οι ιδέες που περιέχει ο νους μας και με βάση τις οποίες αξίζει εκάστοτε να ενεργοποιεί το προαναφερθέν σκέπτεσθαι φέρουν τα εξής γνωρίσματα: α) δεν είναι απλές αντανακλάσεις των εξωτερικών πραγμάτων, αλλά νοητικές εσωτερικεύσεις –των εκάστοτε εμπειρικών δεδομένων– που ιδιάζουν στην ίδια τη νόηση: αποτελούν δικό της δημιούργημα και έχουν ζωή και ύπαρξη μέσα στη δική της «αποθήκη». β) δεν μπορούν να είναι έμφυτες, να ενυπάρχουν στο νου ευθύς με την πρωταρχική του ύπαρξη, ανεξάρτητες από κάθε δεδηλωμένη, σαφή, προσανατολισμένη ορισμένως νοητική διεργασία. Θα μπορούσαν να είναι έμφυτες, εγγενείς, εάν κάτι τέτοιο μας μαρτυρούσαν οι αισθήσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει μέσα στο νου. Τι συμβαίνει; Όλο το περιεχομενικό του υλικό –ιδέες, συναρμογές ιδεών κ.λπ.– προέρχεται, κατά ένα τρόπο, από συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτή εδώ, ως πνεύμα, ενεργοποιείται και δίνει στη νόηση τις ιδέες, που έχουν την απαρχή τους στις αισθήσεις. Ο ρόλος του νου, καθώς και της αντίστοιχης γνώσης, περι-ορίζεται από την αναγκαιότητα του ανθρώπου να σκέπτεται με βάση τις ανάγκες της ζωής και πάνω σ’ αυτές: να αναζητεί την οδό προς μια καλύτερη ζωή. Ένας τέτοιος περι-ορισμός θα πρέπει, κατά τον Λοκ, να είναι και η αξιωματική αρχή μιας σκεπτόμενης πολιτικής εξουσίας.

Ζήνων Κιτιεύς: Η λογική και ηθική πορεία του ανθρώπου

Στο ερώτημα αν η εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους θα μπορούσε να ήταν διαφορετική, η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. O άνθρωπος έχει εξελιχθεί διαμέσου της φυσικής επιλογής, γεγονός που καθιστά την πορεία του συγκεκριμένη.

Για να μείνουμε στο πνεύμα των όρων, εξέλιξη διαμέσου της φυσικής επιλογής σημαίνει προσαρμογή: το ότι ένα είδος εξελίσσεται, σημαίνει ότι προσαρμόζεται στο φυσικό περιβάλλον διαμέσου μίας διαδικασίας που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε οργανωμένη τυχαιότητα. Ανατρέχοντας στη δαρβινική θεωρία παρατηρούμε ότι όλα τα είδη είναι μηχανές επιβίωσης, δηλαδή οργανισμοί προγραμματισμένοι να προσαρμόζονται στο περιβάλλον προκειμένου να διαφυλάσσουν τα δομικά τους πρωτογενή βιολογικά στοιχεία, τα γονίδια.

Παρατηρώντας τη φύση διαπιστώνουμε ότι ένα είδος που εξελίσσεται προσαρμόζεται και να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις ανάγκες του περιβάλλοντός του. Αυτό σημαίνει ότι κάθε είδος μπορεί να τεθεί εκτός φυσικής επιλογής αν πάψει να εξυπηρετεί τις ανάγκες αυτές· στην περίπτωση αυτή λέμε ότι το είδος ολοκληρώνει τον βιολογικό του κύκλο. Η φύση δηλαδή απορρίπτει τα είδη που δεν επιδέχονται προσαρμοστικότητας ή που ο ρυθμός προσαρμοστικότητάς τους είναι αντίστροφα ανάλογος προς τις ανάγκες των ισορροπιών, ενώ τελειοποιεί τα είδη που μπορούν να προσαρμοστούν στις μεταβολές της.

Το γεγονός ωστόσο, ότι η φύση βρίσκεται σε διαρκή κίνηση καθιστά τον σκοπό αυτό προσωρινό: η τελειότητα, στη φύση, δεν είναι μέγεθος σταθερό, αλλά μεταβλητό που εξαρτάται από τις συνθήκες της στιγμής. Σταθερή λοιπόν στη φύση δεν είναι η τελειότητα, αλλά η αναζήτησή της. Το τι συμβαίνει στην περίπτωση του ανθρώπου, ως είδους προσανατολισμένο στην τελειότητα όχι βιολογικά, αλλά βουλητικά-ηθικά είναι ερώτημα το οποίο αν και έχει απαντηθεί από τη σύγχρονη επιστήμη, εντούτοις η μακροχρόνια παρουσία του στον πυρήνα των υπαρξιακών ερωτημάτων, τα οποία άπτονται της σφαίρας των πολιτισμικών συστημάτων το θέτει πάντοτε στο προσκήνιο του παρόντος. Γιατί;

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος μπορεί να παρατηρεί το περιβάλλον του αλλά και ταυτόχρονα να μπορεί ο ίδιος να καθίσταται αντικείμενο αυτής της παρατήρησης αποτελεί απόρροια μίας ειδικής βιολογικής λειτουργίας του, της νόησης. Η νόηση βρίσκεται εγκατεστημένη στην περιοχή ενός εξαιρετικά πολύπλοκου-αυτόνομου κεντρικού νευρικού συστήματος, το οποίο ελέγχει όλες τις περιφερειακές λειτουργίες: άκρα, στόμα, γλώσσα, ζωτικά όργανα είναι προσαρμοσμένα στις βιολογικές ανάγκες και προγραμματισμένα να λειτουργούν προς όφελος ενός και μόνο σκοπού: της διατήρησης του είδους. Η παραδοχή ότι η νοητική λειτουργία καθιστά τον άνθρωπο εξελικτικά ανώτερο, εκπορεύεται κυρίως από την ανάγκη σύνδεσης των αρχών του νου με μία βαθύτερη υπαρξιακή κατάσταση. Και πώς εκδηλώνεται αυτή η ανάγκη;

Συνέπεια της νοητικής λειτουργίας μας σε επίπεδο συνύπαρξης είναι η δημιουργία κοινωνικών συστημάτων, δηλαδή οργανωμένων ομάδων, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και της ηθικής. Στο περιβάλλον αυτό γεννιέται ο πολιτισμός, δηλαδή η εκλέπτυνση του τρόπου προσαρμογής των βιολογικών ορμών, σύμφωνα με αισθητικές και σκοποθετικές επιδιώξεις: τα υπαρξιακά ερωτήματα του σκεπτόμενου ανθρώπου βρίσκουν διέξοδο διαμέσου της αισθητικής εποπτείας και των λογικών σκοπών, ενώ οι συμπεριφορές του περιχαρακώνονται από σχέσεις αξιών, δηλαδή κανόνων, οι οποίοι περιορίζουν τις ζωτικές του ορμές προστατεύοντας τα συμφέροντα τις ομάδας. Ακριβώς εδώ αναδεικνύεται η αρετή, ως υπέρτατη ηθική αξία, τελειοποίηση ή ιδανική σχέση του μεμονωμένου ανθρώπου με την ομάδα. Πώς όμως ο πολιτισμένος άνθρωπος εξιδανικεύει τη θέση του σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον;

Η διαδικασία εξέλιξης των βιολογικών δομών του ανθρώπου ξεκίνησε πριν από την εποχή του Κατώτερου Πλειστόκαινου και ολοκληρώθηκε σχεδόν, κατά τη Μέση Παλαιολιθική εποχή. Από τότε έως σήμερα, ο άνθρωπος θεωρεί τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης σταθερές και μόνιμες. Ιστορικά δε, ο άνθρωπος, χρησιμοποιεί τη λογική και τα αποτελέσματά της, τις εμπειρίες, ως κριτήρια κατανόησης των φυσικών φαινομένων: μεταφέροντας τις παρατηρήσεις του τρόπου λειτουργίας της δικής του νοητότητας στο περιβάλλον, ο άνθρωπος επεξηγεί τα φαινόμενα εκλογικεύοντάς τα· και αντίστροφα: πειραματιζόμενος επάνω στις μεταβολές των φυσικών φαινομένων, διατυπώνει αρχές γύρω από τον τρόπο λειτουργίας του νου.

Τα αποτελέσματα της λογικής προς την αποκάλυψη της λειτουργίας των φυσικών μηχανισμών στην πορεία τις ιστορίας του, ο άνθρωπος ονομάζει πρόοδο. Η πρόοδος επομένως, ως έννοια πολιτισμική αποτελεί εκδήλωση σκόπιμων παρεμβάσεων του νου στο φυσικό περιβάλλον· τα δε αποτελέσματα της προόδου αποκαλούνται έργα: είτε διανοητικά, είτε αισθητικά, είτε ηθικά, τα έργα δεν είναι παρά αποτελέσματα σκόπιμων παρεμβάσεων του ανθρώπου στη φύση, δηλαδή πράξεων.

Είναι επομένως για τον νου, ο κόσμος των φυσικών φαινομένων, ευκαιρία για προβολή και αναπαράσταση του κλειστού του κόσμου, σε ό,τι ονομάζουμε κόσμο της καθολικά αναγνωρισμένης αισθητής πραγματικότητας: διαμέσου του κόσμου των αισθήσεων, η νοητότητα προσλαμβάνεται από τους μεμονωμένους ανθρώπους ως αισθητική εποπτεία, δηλαδή ως ατομικά επιβεβαιωμένη γνώση, για να επιστρέψει και πάλι στην αφετηρία της, ως επιβεβαιωμένη αισθητικο-λογική γνώση. Αυτή είναι η αναπαράσταση του κόσμου της νοητότητας στο περιβάλλον της αισθητής πραγματικότητας: διαλεκτική σχέση μεταξύ ατομικότητας και καθολικότητας και αντίστροφα, με κέντρο τον νου. Και ποια λειτουργία ενεργοποιεί τον αισθητικό και λογικό νου, να μετατρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των φυσικών φαινομένων σε γνώση;

Κινούν αίτιο της αισθητικής και της λογικής είναι η βούληση, η ειδική κατηγορία του νου που ωθεί όπως είπαμε τον άνθρωπο σε σκόπιμες πράξεις. Για τον λόγο αυτό, ο δρόμος της γνώσης, της προόδου, έχει προσλάβει κύρος καθολικής αξίας, δηλαδή ηθικής. Συνεπώς οι αρχές του νου, ως κριτήριο ερμηνείας της πραγματικότητας -θα έλεγε ο Πλάτων- είναι εξαρτημένες από την εικόνα που έχουμε εμείς για αυτές. Ο δε νους μας, είναι δέσμιος αυτών των εικόνων, οι οποίες δεν είναι παρά είδωλα της νοητότητας στον κόσμο των αισθήσεων. Είναι ωστόσο πράγματι, ο νους, παραγωγός σταθερών και μόνιμων συμπερασμάτων;

Οι φυσικοί νόμοι, ως είδωλα των αρχών του νου, αφορούν σε μία εξιδανικευμένη κατάσταση· και εξηγούμαι: η φύση επιζητά σταθερότητα και μονιμότητα ως κίνηση και όχι ως ακινησία: είναι άλλο η σταθερότητα διαμέσου της εξισορρόπησης και άλλο η σταθερότητα διαμέσου της αδράνειας. Εδώ θα επικαλεστώ τον συλλογισμό του Κύπριου φιλοσόφου και ιδρυτή τη Στοάς, Ζήνωνα Κιτιέα.

Ο Ζήνων προσέγγισε το πρόβλημα της γνώσης σύμφωνα με τις αρχές της Λογικής: ο διασκεπτικός νους, σύμφωνα με τον Ζήνωνα, προσλαμβάνει το υλικό της πραγματικότητας, τις εικόνες διαμέσου των αισθητηριακών οργάνων, και στη συνέχεια προωθεί αυτό το υλικό στο ηγεμονικόν, το μέρος της ψυχής όπου οι εικόνες μετατρέπονται σε προτάσεις.

Και ποιο είναι το ειδοποιό χαρακτηριστικό αυτής της μετατροπής, το σημείο διαχωρισμού των αδιάφορων για τον νου εισερχόμενων πληροφοριών από τις εικόνες που κρίνονται άξιες να μετατραπούν σε γνώσεις; Ό,τι μετατρέπει τις εικόνες σε γνώσεις είναι η φαντασία, η οποία ενεργοποιείται από το ηγεμονικόν. Το δε ηγεμονικόν κρίνει εάν η φαντασία είναι καταληπτική, δηλαδή άξια να μετατραπεί σε γνώση ή μη καταληπτική. Το αποτέλεσμα της νοητικής επεξεργασίας του νου είναι ό,τι καλούμε εννοιολογική γνώση: ο διασκεπτικός νους προσλαμβάνει τα δεδομένα των αισθήσεων, τα επεξεργάζεται και διαμορφώνει εμπειρίες.

Το ότι ο άνθρωπος θεωρεί το είδος του κορύφωση φυσικής εξέλιξης, για να επανέλθουμε στο ερώτημα εάν ο νους είναι παραγωγός σταθερών και μόνιμων συμπερασμάτων, αντίκειται στην αρχή της κίνησης. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το σημείο: το ηγεμονικόν, η λογική δραστηριότητα, κινείται από την φαντασία, την αισθητική δραστηριότητα. Τα δε χαρακτηριστικά των εννοιών, οι εμπειρίες, δεν έχουν άλλο κριτήριο επιβεβαίωσης, παρά μόνον την πάγια αρχή επιβεβαίωσης της εγκυρότητάς τους, δηλαδή το ηγεμονικόν.

Στη βάση των επιβεβαιωμένων αρχών του ηγεμονικού έχουν αναπτυχθεί θεωρίες, οι οποίες έχουν εξισώσει αυθαίρετα το γεγονός της εμφάνισης και της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους με την κορύφωση και ολοκλήρωση μίας προγραμματισμένης φυσικής και ταυτόχρονα ηθικής πορείας προς την τελείωση, δηλαδή ενός σκοπού. Ακολουθώντας κατά έναν τρόπο την επιχειρηματολογία της αριστοτελικής εντελέχειας, οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι είδος έλλογο, σημαίνει είδος τέλειο, δηλαδή είδος σταθερά και μόνιμα κυρίαρχο.

Και ποια είναι τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός κυρίαρχου είδους σύμφωνα με τις αρχές της παρατήρησης;

Κυρίαρχο μπορεί να χαρακτηριστεί το είδος, που εξαιτίας κάποιας φυσικής του ιδιαιτερότητας μπορεί να επιβάλλεται στο περιβάλλον ασκώντας έλεγχο στους πόρους. Ο έλεγχος αυτός εκδηλώνεται ως ζωτική παρόρμηση. Χωρίς αμφιβολία, η φύση, διαμέσου των επιθετικών ειδών, κατά διαστήματα ελέγχει την αναπαραγωγή - επομένως και τη φυσική πορεία- των πιο αδύναμων ειδών. Είναι ωστόσο τα επιθετικά είδη μόνιμα κυρίαρχα;

Ξεκαθαρίζοντας ότι μιλάμε για είδη και όχι για μεμονωμένα όντα, απαντούμε ότι τις περισσότερες φορές η παρουσία των επιθετικών ειδών είναι περισσότερο εφήμερη σε σχέση με την παρουσία των πιο αδύναμων. Υπάρχει μακρύς κατάλογος επιθετικών ειδών που έχουν αφανιστεί εξαιτίας της εξάντλησης βιολογικών πόρων που τα ίδια προκάλεσαν. Ακριβώς έτσι λειτουργεί τροφικά η φυσική αλυσίδα: όταν τα επιθετικά είδη αυξάνονται, οι διαθέσιμοι πόροι - στην προκείμενη περίπτωση τα πιο αδύναμα είδη- μειώνονται· όσο όμως και να μειωθούν, τα πιο αδύναμα είδη είναι επικρατέστερα, προκειμένου να αντισταθμίζονται οι απώλειές τους από την ζωτική παρόρμηση των ισχυρότερων ειδών.

Και αντίστροφα: νέα επιθετικά είδη εμφανίζονται -ή μετατρέπονται σε τέτοια κάποια πιο αδύναμα είδη- όταν τα πιο αδύναμα είδη αυξάνονται τόσο, ώστε να γίνονται απειλητικά για την ισορροπία των φυσικών πόρων. Έτσι μηχανικά και όχι συνειδητά, αυτο-προστατεύεται και αυτο-διατηρείται το φυσικό περιβάλλον. Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση του ανθρώπου που είναι ένα είδος με νου;

Αν υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος, βρεθεί σε ένα χώρο με πεινασμένα λιοντάρια, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα επιβιώσει, ακριβώς όπως ένα κοπάδι με ελάφια ή γαζέλες· υπό αυτή την έννοια, ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος. Το γεγονός όμως ότι ο άνθρωπος, όχι μόνον αποφεύγει να συνυπάρχει με λιοντάρια, αλλά ότι προβλέπει και προλαμβάνει την επίθεση λιονταριών ακολουθώντας συνειδητές και όχι μόνο ενστικτώδεις-μηχανικές τακτικές επιβίωσης, καθιστά το είδος του κυρίαρχο.

Εφόσον λοιπόν τα είδη εξελίσσονται διαμέσου των γονιδίων και το ανθρώπινο είδος δεν είναι παρά μία παράμετρος αυτής της εξέλιξης, η λογική δεν είναι παρά ένα φυσικό εργαλείο διατήρησης του ανθρώπινου είδους. Η πρόταση αυτή είναι αυταπόδεικτη, δεδομένου ότι προκύπτει κατευθείαν από την εμπειρία της βιωματικής πραγματικότητα, είναι με άλλα λόγια, πρόταση του είναι. Ωστόσο οι θεωρίες που συνδέουν την εμφάνιση του ανθρώπου με την τελειοποίηση της φυσικής διαδικασίας, αξιολογούν την ανθρώπινη κυριαρχία ως μέρος μίας σκοποθεσίας που αγγίζει τα όρια της λογικής υπέρβασης. Γιατί;

Μιλώντας για σκοπούς, αναφέρεται κανείς όπως είπαμε σε πράξεις, επομένως σε βουλήσεις, επομένως σε ηθική· εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα άλλο είδος προτάσεων, των προτάσεων του δέοντος. Όπως παρατηρεί ο David Hume, αντίθετα με τις προτάσεις του είναι οι οποίες περιγράφουν γεγονότα, οι προτάσεις του δέοντος αναφέρονται σε αξιολογήσεις γύρω από το τι είναι και τι δεν είναι αγαθό. Ζήνων

Οι οπαδοί των θεωριών που στοχάζονται επάνω σε μία φυσική πορεία με προδιαγεγραμμένη τελικότητα με κριτήριο μόνον τον άνθρωπο, προσκρούουν σε αδιέξοδα που προέρχονται από τον συμφυρμό μεταξύ των προτάσεων του είναι και του δέοντος. Στη βάση αυτής της αυθαίρετης αντίληψης για την ύπαρξη μίας προαιώνιας φυσικής σκοποθεσίας, έχουν αναπτυχθεί πολλές θεωρίες και υπό το πρίσμα του δέοντος.

Για παράδειγμα, στην θεωρία «ο άνθρωπος δεν πρέπει να διαταράσσει την αρμονία των φυσικών νόμων», είναι και δέον χρησιμοποιούνται ως ομοειδείς συνιστώσες ενός συνειρμού που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το είναι του ανθρώπου δεν πρέπει να διαταράσσει το είναι της φύσης». Ωστόσο, το είναι της φύσης και το είναι του ανθρώπου αποτελούν ένα πράγμα, δεδομένου ότι ο άνθρωπος είναι φυσικό ον· και τι είναι δέον;

Δέον είναι η καθολική εκδήλωση της κύριας παραμέτρου της πρακτικότητας του ανθρώπινου νου, της βούλησης, η οποία θέτει σκοπούς και αξιολογεί τα αποτελέσματά τους σύμφωνα με τις ανάγκες της φυσικής ζωτικότητας. Για να ολοκληρώσουμε το ζήτημα της σχέσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης παραθέτω μία πρόταση, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθολική πρόταση του είναι: το ανθρώπινο είδος είναι δημιούργημα της φύσης, επομένως οι ανθρώπινες δραστηριότητες είναι πάντοτε σύμφωνες προς τις επιδιώξεις της φύσης. Το γεγονός ότι άνθρωπος, ως έλλογο είδος μπορεί να προβλέπει και να οδηγεί τον εαυτό του σε σκόπιμες πράξεις, αποτελεί συνιστώσα του δέοντος, δηλαδή της ηθικής. Και πώς ο νους οδηγείται σε συμφυρμούς μεταξύ αξιολογικών και περιγραφικών προτάσεων;

Στο παραπάνω ερώτημα μπορούμε να απαντήσουμε εάν και εξετάσουμε την ηθική, όχι ως σκοπό της λογικής, αλλά ως λογική του σκοπού. Εδώ μπορεί και πάλι να ρίξει φως η διδασκαλία του Ζήνωνα του Κιτιέα: τι είναι η ηθική; Είναι εξισορρόπηση σύμφωνα με την εμπειρία ενός κόσμου σε κίνηση εξαιτίας μιας ατέρμονης μάχης μεταξύ ενεργητικού και παθητικού, ποιούντος και πάσχοντος;

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, ο άνθρωπος, εκτός από πάσχουσα οντότητα, δηλαδή ύλη υποταγμένη στο τεχνικόν, αποτελεί και ηθική οντότητα, δηλαδή οντότητα η οποία διαθέτει βούληση. Η βούληση είναι ό,τι οδηγεί τον άνθρωπο στην ευδαιμονία, εφόσον αυτή συναρτάται προς την αρετή. Και πώς κατακτάται η αρετή;

Ο Ζήνων θέτει ως αρχή της αρετής την αρμονία με τον Κόσμο, δηλαδή την αρμονία του ανθρώπου σε σχέση με τις αρχές της φύσης. Εφόσον η φύση δεν διαθέτει νου, επομένως δεν συνίσταται από αρχές, ό,τι οφείλει να λειτουργεί ως νους της φύσης είναι ο άνθρωπος. Και πώς ο άνθρωπος μπορεί να λειτουργήσει όχι ατομικά, επιβάλλοντας τον εαυτό του στην φύση ως κάτι ξένο και οντολογικά ανώτερο, αλλά σύμφωνα με αυτή, ως αναπόσπαστο μέρος της;

Ο νους μας, σημειώνει ο Κιτιεύς συνίσταται από λογική και από ηθική. Πρέπει, επομένως -και εδώ χρησιμοποιούμε το πρέπει όχι ως κανονιστικό δέον, αλλά ως έμφυτη τάση η οποία λειτουργεί παράλληλα και όχι σύμφωνα με το ένστικτο-, ο άνθρωπος να χρησιμοποιεί τη λογική προκειμένου να διαχωρίζει τα εννοιολογικά από τα ηθικά ζητήματα. Καλούμαστε επομένως να ενστερνιστούμε την ευδαιμονία όχι ως πόρισμα ενός κοινωνικά επιβεβλημένου δέοντος, αλλά ως άσκηση ενός πολύ συγκεκριμένου καθήκοντος, το οποίο είμαστε όλοι προορισμένοι από την φύση να υπηρετούμε: το καθήκον του ενάρετου βίου.

Στο ερώτημα γιατί η πρόοδος και οι συναφείς με αυτήν έννοιες, κοινωνικά και πολιτισμικά δεν ξεφεύγουν από τη δίνη του συμφυρμού μεταξύ των προτάσεων του είναι και των προτάσεων του δέοντος, σύμφωνα με τη δική μου οπτική και όσον αφορά στην φιλοσοφία του Κιτέα, θα απαντούσα ότι, ο άνθρωπος, τοποθετώντας το δέον πλάι στο είναι, ξεφεύγει από την ευθύνη του να αποφαίνεται καθαρά ηθικά· γιατί ηθική απόφανση σημαίνει ελεύθερη απόφανση, δηλαδή απόφανση απαλλαγμένη από κανονιστικές μεθοδεύσεις που κρύβουν μέσα τους εξω-ηθικές σκοπιμότητες.

Είναι πράγματι ευκολότερο να τοποθετούμε πλάι στο ζωτικό σφρίγος της ανθρώπινης φύσης, στο είναι, κάποιους κοινωνικούς και πολιτισμικούς κανόνες του δέοντος οι οποίοι ελέγχουν την ποιότητα και την ένταση της ζωτικής ορμής με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, από το να αφήνουμε τις βουλήσεις να εκδηλώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με τις επιδιώξεις του νου. Γιατί οι βουλήσεις δεν είναι εικόνες, αναπαραστάσεις του νου μας στο περιβάλλον των αισθήσεων, όπως περιγράψαμε, αλλά εκδηλώσεις της ανθρώπινης συνείδησης, οι οποίες είναι πάντοτε αγαθές.

Η βούληση -και κλείνω εδώ με ένα συμπέρασμα του Ιταλού φιλοσόφου Benedetto Croce που φαίνεται ακόλουθο προς τις αρχές του Ζήνωνα- είναι η εξατομικευμένη ηθική, η ηθική του μεμονωμένου ανθρώπου, σύμφωνα προς την καθαρή φύση του.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Όμηρος και ιστορία - Η «ευδείελος» Ιθάκη

Στην αναζήτηση για την ομηρική «ευδείελο» Ιθάκη, αυτή δηλαδή που φαίνεται από μακριά, συναντώνται όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που περιγράφουν το ομηρικό ζήτημα. Πολλοί ερευνητές, αλλά και απλοί άνθρωποι θεωρούν την ύπαρξή της αδιαμφισβήτητη, αφού την αναφέρει ο Όμηρος, θεωρούν αξιόπιστες τις γεωγραφικές και ιστορικές πληροφορίες που περιέχονται στα έπη και έτσι την ψάχνουν απεγνωσμένα και μάλιστα τόσο απεγνωσμένα που θυμίζουν τον ήρωα της Οδύσσειας, τον Οδυσσέα και τον πόθο του για νόστο, τον πόθο του δηλαδή να γυρίσει στο σπίτι του ή να δει, έστω, καπνό να βγαίνει από την καμινάδα του σπιτιού του.
 
Από τον 17ο αι., ήδη, Ευρωπαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες θεωρούσαν ότι η ομηρική Ιθάκη βρισκόταν στο σημερινό ομώνυμο νησί. Η άποψη αυτή παρέμεινε ισχυρή και στον 20ό αι. Την υποστήριξε και ο Ε. Σλήμαν ο οποίος, μετά από επιτόπια έρευνα, ταύτισε το 1869 την ομηρική με τη σύγχρονη Ιθάκη και την τοποθέτησε στο κέντρο του νησιού, στην περιοχή Αετός, όπου υπάρχει και ο ομώνυμος κόλπος. Την εκδοχή του Αετού υποστήριξε από το 1984, ύστερα από νέες ανασκαφές, στο πλαίσιο του προγράμματος Odyssey Project (Σχέδιο Οδυσσέας) το οποίο πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και του αμερικανικού πανεπιστημίου "Washington" του St. Louis, ο καθηγητής Σ. Συμεώνογλου. Ακολουθώντας κατά γράμμα τον Όμηρο, προσπάθησε να ταυτίσει όλες τις τοποθεσίες με βάση τις περιγραφές του, θεωρώντας, παράλληλα, ότι η Οδύσσεια περιγράφει τη μυκηναϊκή περίοδο (Συμεώνογλου 1986).
 
Οι παραπάνω ανασκαφές απέδωσαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα σε μορφή κυκλώπειας τοιχοδομίας, μια πιθανή μυκηναϊκή ακρόπολη δηλαδή, αλλά τίποτε οριστικό δεν μπορεί να λεχθεί. Πρόσφατα, μέσα στο γενικότερο κλίμα της αναζήτησης της επωνυμίας στην αρχαιολογική επιστήμη, και την αναζήτηση του παλατιού του Οδυσσέα κατά συνέπεια, προτάθηκε, με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα μιας άλλης ανασκαφής που προσομοιάζουν με τα τυπικά δείγματα των γνωστών μυκηναϊκών κέντρων, η ταύτιση και μιας ακόμα περιοχής της Ιθάκης, του Αγίου Αθανασίου με τις ομηρικές περιγραφές, αλλά το ζήτημα δεν έχει τελεσιδικήσει.
 
Ο συνεργάτης του Σλήμαν στις ανασκαφές της Τροίας W. Doerpfeld αντίθετα θεώρησε ότι αποκάλυψε την πραγματική θέση της πατρίδας του ομηρικού Οδυσσέα με τις ανασκαφές του, των αρχών του 20ου αι., στην περιοχή Στενό κοντά στο Νυδρί της Λευκάδας. Οι 33 τάφοι που βρήκε εκεί και ονόμασε «βασιλικούς» -επειδή, προφανώς, είχαν τη μορφή κυκλικού, περιφραγμένου με πέτρες, τύμβου και απέδωσαν χρυσά και ασημένια κοσμήματα, προσομοίαζαν με τα ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες- αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν οι περισσότεροι της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (3200-1900 π.Χ.), ήταν δηλαδή πολύ πρωιμότεροι των μυκηναϊκών. Δεν θα μπορούσαν, συνεπώς, οι τύμβοι αυτοί να συσχετιστούν με τα ομηρικά έπη ακόμα και αν αυτά αποδίδουν ιστορικά γεγονότα των μυκηναϊκών χρόνων.
 
Οι απόψεις του Νταίρπφελντ σχολιάστηκαν διαχρονικά και σχολιάζονται ακόμα και σήμερα θετικά και αρνητικά ως προς την εγκυρότητά τους. Είναι όμως γεγονός ότι στις αρχές του αιώνα η αμφισβήτηση της ταύτισης του σύγχρονου νησιού με το αντίστοιχο ομηρικό, δημιούργησε το λεγόμενο «ζήτημα της Ιθάκης» (Συμεώνογλου 1986: 92).
 
Η εκδοχή, η ομηρική Ιθάκη να ταυτίζεται με τη σημερινή Κεφαλονιά, κέρδισε έδαφος από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η περιοχή της Παλλικής θεωρήθηκε ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις. Μετά το 2000 μια βρετανική διεπιστημονική ομάδα με επικεφαλής έναν ερασιτέχνη αρχαιολόγο και με μέλη έναν πανεπιστημιακό καθηγητή, κλασικό φιλόλογο, και έναν πανεπιστημιακό καθηγητή, γεωλόγο, κατέληξε σε κάποια νέα συμπεράσματα. Θεωρώντας ότι η περιγραφή που παρατίθεται στα ομηρικά έπη για την Ιθάκη παρέχει τις σωστές γεωγραφικές πληροφορίες για αυτήν, υιοθέτησαν μια άποψη του αρχαίου γεωγράφου Στράβωνα (1ος αι. π.Χ.-1ος αι. μ.Χ.). Ο τελευταίος πίστευε ότι η σημερινή χερσόνησος της Παλλικής ήταν αποκομμένη από την υπόλοιπη Κεφαλονιά στην αρχαιότητα και αποτελούσε ένα νησί, το οποίο ταίριαζε στην ομηρική περιγραφή της Ιθάκης. Την εκδοχή αυτή η παραπάνω ομάδα προσπάθησε να τη θεμελιώσει με γεωλογικές και γεωμορφολογικές παρατηρήσεις στην ίδια περιοχή. Προχώρησε, έτσι, στη συγκρότηση ενός ερευνητικού προγράμματος και στη δημοσίευση των προτάσεών της το 2005. Τα μέλη της ομάδας αυτής παραδέχθηκαν, όμως, ότι λείπει η αρχαιολογική τεκμηρίωση της άποψής τους, καθώς στην ομάδα τους δεν συμμετέχουν ειδικοί αρχαιολόγοι.
 
Οι πρόσφατες (2011) αρχαιολογικές έρευνες του αρχαιολόγου Α. Βασιλάκη, αντιθέτως, αποκάλυψαν στην αντίθετη πλευρά του νησιού της Κεφαλονιάς, απέναντι από την ηπειρωτική Ελλάδα, στην περιοχή των Τζαννάτων Πόρου, ένα μυκηναϊκό οικιστικό κέντρο, όπου εντοπίστηκαν ένας περίβολος, ένας δρόμος, καθώς και αψιδωτά κτίρια. Η πιστοποίηση της μυκηναϊκής παρουσίας στην περιοχή δεν σημαίνει, βέβαια, απαραίτητα και ταύτισή της με την Ιθάκη, δείχνει όμως ότι ήταν γνωστή από τα μυκηναϊκά χρόνια με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό για την αλήθεια των πληροφοριών που παρέχονται στα ομηρικά έπη, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις συνθήκες τόσο της σύνθεσης, όσο και της διάδοσής τους.
 
Η παραπάνω παρατήρηση αναδεικνύει και όλες τις πτυχές του ζητήματος της ομηρικής Ιθάκης. Η αναζήτησή της σημαίνει και την αποδοχή δυο συνθηκών: α) ότι τα ομηρικά έπη αναφέρονταν σε μια πραγματική γεωγραφική περιοχή που ήταν γνωστή στην αρχαιότητα, β) ότι τα ομηρικά έπη περιγράφουν τη μυκηναϊκή εποχή, κάτι το οποίο, όμως, παραμένει αμφισβητούμενο. Εξάλλου, παρόλο που αρκετές από τις παραπάνω έρευνες εκλαμβάνουν ως δεδομένη την ιστορικότητα του Οδυσσέα, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται.