Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Το αγεφύρωτο χάσμα Ελληνισμού και Χριστιανισμού

1. Εισαγωγή Είναι γεγονός ότι η χριστιανική θεολογία διαμόρφωσε τα δόγματά της διαπράττοντας λογοκλοπή όρων και ιδεών από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Πολλοί αρέσκονται να μιλούν για «δάνεια» αντί «λογοκλοπής». Φρονώ ότι ο πρώτος όρος είναι αδόκιμος και διαστρέφει την ιστορική αλήθεια. Όποιος δανείζεται, επιστρέφει το «δάνειο». Οι εκκλησιαστικοί όμως συγγραφείς όχι μόνο δεν έπραξαν τούτο, αλλά επιπλέον δυσφήμησαν με τον χειρότερο τρόπο το ελληνικό πνεύμα, αποδίδοντας τα ελληνικά επιτεύγματα στους Εβραίους και στους χριστιανούς. Οι αποδείξεις θα παρουσιαστούν παρακάτω από πρωτογενείς πηγές. Βέβαια, οι σημερινοί θεολόγοι, σε εποχή που τα πράγματα έχουν πλέον ξεκαθαριστεί, παραδέχονται το σφάλμα των πατέρων.

Οι φιλοσοφικοί όροι λοιπόν, σε αρκετά σημεία πήραν διαφορετικό νόημα στην θεολογία. Ο Χριστιανισμός, έχοντας ιδιοποιηθεί τα ιουδαϊκά θρησκευτικά κείμενα, νομοτελειακά ασπάζεται εβραϊκές ιδέες, τις οποίες παρουσιάζει μεταπλασμένες και παραμορφωμένες. Αυτό συμβαίνει κυρίως κατά τα πρώτα χρόνια, όπως αντανακλάται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης (ή επί το ορθότερο «Κενής»), αλλά και στα συγγράμματα των «αποστολικών πατέρων». Αργότερα, όταν πια άρχισε προοδευτικά και με την αυτοκρατορική στήριξη να γίνεται εξουσία, περίοδος που συμπίπτει (όχι τυχαία) με την περίοδο της αποκρυστάλλωσης των χριστιανικών δογμάτων και της καταδίκης των ετεροφρονούντων, από τον 4ο αιώνα και εφεξής, χρειάστηκε να παρουσιάσει προς τα έξω την χριστιανική πίστη με «φιλοσοφικό» τω τρόπω. Αυτό που κατάφερε, ήταν να παρουσιάσει μία θεολογική καρικατούρα και σίγουρα μία νόθα «φιλοσοφία», που καμία σχέση δεν έχει με την πολυποίκιλη Ελληνική σοφία.

Ως εκ τούτου, δεν είναι ορθό να γίνεται λόγος περί «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού και «ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων, ούτε βεβαίως να παρουσιάζονται χριστιανοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς ως «προστάτες της ελληνικής παιδείας και των γραμμάτων», όπως ο Ιωάννης ο λεγόμενος «Χρυσόστομος», ο Βασίλειος ο επονομαζόμενος «Μέγας», και ο Γρηγόριος ο «Θεολόγος».

Στο άρθρο, θα παρουσιαστούν με όσο το δυνατόν τεκμηριωμένο λόγο, α) οι λόγοι που είναι αδύνατη η σύζευξη Ελληνισμού-Χριστιανισμού, β) τί είναι η φιλοσοφία και τί είναι ο Χριστιανισμός, γ) η μεταξύ τους διαφορά, δ) η διαφορετική σημασία των όρων «δόγμα» και «αίρεση» στην φιλοσοφία και στον Χριστιανισμό, ε) οι απόψεις των άγνωστων συγγραφέων της Βίβλου για την αληθινή και την ψευδή σοφία, στ) η θέση των πρώτων απολογητών του Χριστιανισμού και οι δόλιες παρερμηνείες τους.

Επίσης, θα παρουσιαστούν, α) η νοθεία της ελληνικής σκέψης που συντελέστηκε κατά τους επόμενους αιώνες όταν η φιλοσοφία έγινε θεραπαινίδα της θεολογίας, και β) η περιφρονητική στάση των εκκλησιαστικών «πατέρων» έναντι της φιλοσοφίας.

Σκοπός του άρθρου είναι να απαντήσει πρώτα σε όλους εκείνους που θεωρούν ότι ο Χριστιανισμός είναι η συνέχεια της ελληνικής σκέψεως και δεύτερον, να δείξει το πόσο πολύ καταπολεμήθηκε ο Ελληνισμός από τους χριστιανούς εκκλησιαστικούς συγγραφείς, δείχνοντάς το μέσα από τα ίδια τους τα κείμενα.

2. Γιατί είναι αδύνατη η σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού;
Ελληνισμός και Χριστιανισμός πρεσβεύουν δύο διαφορετικές κοσμοθεάσεις. Η οποιαδήποτε προσπάθεια συνενώσεώς τους έχει ως αποτέλεσμα την νοθεία. Και το πνευματικό μέγεθος που νοθεύεται είναι ο Ελληνισμός, εφόσον ο Χριστιανισμός είναι που θεωρείται «αποκάλυψη». Κάτι τέτοιο, επιχειρήθηκε από τους πρώτους απολογητές, που ήταν διανοούμενοι που δέχτηκαν χριστιανικές διδασκαλίες. Για αυτούς και τα άτοπα που έγραψαν, θα γίνει λόγος παρακάτω.

Γράφοντας για Ελληνισμό, δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην φυλή, αλλά κυρίως στην ιδέα, τις αξίες, και την παιδεία που απορρέει από τον Ελληνισμό. Βεβαίως, δεν μπορεί να είναι άλλη η πηγή όλων αυτών, παρά οι ίδιοι οι Έλληνες. Η αρχαία διάκριση «πας μη Έλλην, βάρβαρος» είχε αξία κάποτε διότι πράγματι αντανακλούσε μία αλήθεια. Σήμερα όμως δεν έχει καμία πρακτική ή θεωρητική αξία. Δυστυχώς, η πνευματική διαφορά που διαχωρίζει τους αρχαίους Έλληνες από τους σημερινούς Νεοέλληνες είναι αβυσσαλέα. Το μεταξύ τους χρονικό διάστημα, το πληρώνει η Ρωμαιοκρατία και η Τουρκοκρατία. Μετά την πτώση της Αχαϊκής Συμπολιτείας το 146 π. κ. ε και την υποταγή στους Ρωμαίους κατακτητές μέχρι και την επίσημη αναγνώριση του νεοελληνικού κράτους το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, μεσολάβησαν πάρα πολλά που νόθευσαν και αλλοίωσαν την πολιτιστική ταυτότητα του Έλληνα. Από κυρίαρχος και πρωτοπόρος, κατάντησε ραγιάς. Και όχι μόνο επειδή υποδουλώθηκε σε άλλους λαούς, αλλά έγινε ραγιάς και δούλος στο φρόνημα.

Αργότερα, η επιβολή του Χριστιανισμού ήταν καταλυτική. Αιώνες επί αιώνων πλύσης εγκεφάλου από το Χριστιανικό κήρυγμα, ο Νεοέλληνας κατάντησε ο έσχατος πάντων. Το ομηρικό «αιέν αριστεύειν», δηλαδή «πάντα να αριστεύεις», αντικαταστάθηκε από το ευαγγελικό «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» και ο ορθολογισμός, από την πίστη στο υπερβατικό.

Χωρίς να θέλω να εξωραΐσω τα πράγματα παρουσιάζοντας τον Ελληνισμό ως το τέλειο, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι όντως ο Ελληνισμός κατά την αρχαιότητα έπαιξε πολύ ρόλο στην πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας, ώστε δικαίως ο Νίτσε να γράψει ότι «Οι Έλληνες είναι οι δικαιωτές του φιλοσόφου, γιατί μόνο ανάμεσά τους αυτός δεν ήταν ποτέ κομήτης» (Η φιλοσοφία στα χρόνια της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, εκδόσεις Gutenberg, σ. 48).

Όσοι από τους βαρβάρους -δηλαδή τους μη Έλληνες- επηρεάζονταν από το ελληνικό αξιακό σύστημα και την ελληνική σκέψη, καλούνταν «ελληνιστές». Ο Διογένης ο Λαέρτιος γράφει, ότι «Οι Έλληνες λοιπόν, είναι εκείνοι που δημιούργησαν τη φιλοσοφία, της οποίας και αυτό το όνομα, δεν αποδίδεται ξενικά» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων, εκ. Πάπυρος, σ. 25). Και μαζί με την φιλοσοφία, τα γράμματα, τις τέχνες, την ποίηση, τις επιστήμες, και τους υπόλοιπους τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται το ανθρώπινο πνεύμα.

Ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός δεν θα μπορέσουν ποτέ να βρουν κοινό σημείο επαφής, να «αλληλοπεριχωρηθούν» όπως αρέσκονται να λένε οι σύγχρονοι απολογητές, διότι η «ουσία» τους είναι εκ θεμελίων αντίθετη. Δεν ανακατεύεται, όπως δεν ανακατεύεται το νερό με το λάδι.

Η λεγόμενη «αλληλοπεριχώρηση», είναι στην ουσία μια επιλεκτική χρήση φιλοσοφικών στοιχείων που προσαρμόζεται στον Εβραϊκό τρόπο αντίληψης, και ο λεγόμενος «ελληνοχριστιανικός» πολιτισμός, ένα επίπλαστο και κίβδηλο δόγμα, χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Αυτή η επιλεκτική χρήση στοιχείων από την ελληνική φιλοσοφική σκέψη, δεν υπήρχε εξ αρχής στον Χριστιανισμό. Οι γνώμες διίσταντο κατά τους πρώτους αιώνες. Με την αποκρυστάλλωση των δογμάτων από τον 4ο αιώνα και εξής, αρχίζει να παγιώνεται από τους εκκλησιαστικούς η εκλεκτική χρήση της φιλοσοφίας, χωρίς τούτο να σημαίνει και γνήσια συνέχισή της. Έχουμε σαφέστατα νοθεία, εφόσον στον χριστιανισμό κυριαρχεί η εβραϊκή σκέψη, δεδομένου ότι οι θεωρητικοί του Χριστιανισμού θεολογούν έχοντας ως βάση τις «ιερές» Γραφές των Ιουδαίων, και τα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

Όπως γράφει και ο καθηγητής πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλος,
Οι Πατέρες κατά συνέπεια θεολόγησαν έχοντας θεμέλιο τη Γραφή. Το μέγιστο μέρος του σπουδαίου έργου τους αφορούσε τις όψεις της αλήθειας που απαντούν στην Γραφή. Και τούτο διότι στην συνείδηση των Πατέρων η Γραφή αποτελούσε το θεόπνευστο βιβλίο που εξέφραζε τη γνήσια και μοναδική πραγματικότητα.
(Παπαδόπουλος Α΄ τόμος, σ. 37, εκδόσεις Παρουσία)
Δυνατό παράδειγμα αποτελεί ο Γρηγόριος ο Νύσσης, ο κατεξοχήν φιλοσοφών εκκλησιαστικός πατέρας ο οποίος κάποτε δέχτηκε και την επίπληξη του Αθανασίου Αλεξανδρείας ακριβώς επειδή είχε επιδοθεί στην μελέτη της θύραθεν σκέψεως. Ακόμα και αυτός, είναι εξαρτημένος από τις «θεόπνευστες αλήθειες» της Βίβλου. Η όπια χρήση της φιλοσοφίας, γίνεται επιλεκτικά.

Γράφει, ότι…
εμείς είμαστε άμοιροι τέτοιας εξουσίας, του να λέγουμε δηλαδή ό, τι θέλουμε, εφόσον χρησιμοποιούμε ως κανόνα και νόμο παντός δόγματος την Αγία Γραφή, αποβλέποντες αναγκαίως προς αυτήν, τούτο δεχόμεθα μόνο, ό, τι είναι σύμφωνο με τον σκοπό των γεγραμμένων.
(Άπαντα, Διάλογος Περί ψυχής και αναστάσεως, ΕΠΕ 1, σ. 253)
Οι βασικές αντιθέσεις που δεν επιτρέπουν τις «ελληνοχριστιανικές» συνθέσεις, μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

1. Ο Ελληνισμός έχει ως εργαλείο τον ορθό λόγο. Ο Χριστιανισμός την «θεία αποκάλυψη». Για αυτόν τον λόγο, ένας δογματικός Αριστοτέλης είναι σε θέση να αμφισβητήσει ακόμα και τον εαυτό του αν αποδειχθεί λάθος, γράφοντας ότι «πάντα γαρ ενδέχεται και άλλως έχειν» (Ηθικά Νικομάχεια, 1140a 40), σε αντίθεση με έναν δογματικό εκκλησιαστικό δάσκαλο που θα πρέπει να ερμηνεύει πάντα με τα «θεοπνεύστως» παραδεδομένα δόγματα, εφόσον ο 19ος κανόνας της ΣΤ΄ «οικουμενικής» συνόδου ρητά αναφέρει: «μη παρεκβαίνοντας τους ήδη τεθέντας όρους, ή την εκ των θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν» (Πηδάλιο Νικόδημου αγιορείτη, έκδοση 4η υπό Απ. Φερετόπουλου, σ. 195).

Παρακάτω, θα γίνει λόγος για την διαφορά του «δόγματος» και της «αίρεσης» στον Ελληνισμό και στον Χριστιανισμό.

2. Ο Ελληνισμός διακρίνεται από τα ποικίλα ρεύματα σκέψης. Συνεπώς, η σκέψη δεν μπαίνει σε «καλούπια», αλλά είναι ελεύθερη. Οι διαφωνίες και οι διαφορές αποτελούν υγιή φαινόμενο, εφόσον κανείς δεν διεκδικεί την απόλυτη αλήθεια. Στον Χριστιανισμό, η διαφορετική άποψη αναθεματίζεται. Κάθε τι που αποκλίνει από το δόγμα, καλείται «αίρεση». Οι διαφωνίες των φιλοσόφων και οι «κόντρες» τους, δεν έχουν χαρακτήρα καταδίκης και αναθέματος όπως στον Χριστιανισμό.

3. Ο Ελληνισμός διακρίνεται από τον διάλογο και την πειθώ. Ο Χριστιανισμός από αυτό που επιβάλλει η εξουσία, είτε θρησκευτική είτε πολιτική. Παράδειγμα είναι η προοδευτική επικράτηση μιας μερίδας του αρχικά πολυμορφικού Χριστιανισμού, και των απόψεών του, τα οποία έγιναν «θεία δόγματα» κατά τον 4ο–6ο αιώνα.

4. Ο Ελληνισμός δεν επιβάλλει τις ιδέες του. Διακρίνεται από πνεύμα ελευθερίας. Ο Χριστιανισμός επιβάλλει τα δόγματά του (βλ. τα σχετικά έδικτα των χριστιανών αυτοκρατόρων, που επεβλήθησαν ως νόμοι του κράτους).

5. Ο Ελληνισμός δεν έχει καμία σχέση με το εβραϊκό μοντέλο σκέψης, κάτι με το οποίο όμως σχετίζεται άμεσα ο Χριστιανισμός, ως «αποστατήσαντα» τέκνο του Ιουδαϊσμού. Για παράδειγμα, η χριστιανική αντίληψη περί της εκ του μη όντος δημιουργίας, είναι εβραϊκής προελεύσεως. Ασυμβίβαστη με την ελληνική που δέχεται ότι η ύλη υπάρχει από πάντα. Ο χρόνος κατά την εβραϊκή αντίληψη είναι ευθύγραμμος με αρχή και τέλος, κατά την χριστιανική «σταυρικός»(!) και κατά την ελληνική κυκλικός, άνευ αρχής και τέλους. Η φιλοσοφία δέχεται την διαμόρφωση των όντων από κάποια προϋπάρχουσα κοσμική ύλη και όχι από ύλη που δημιουργήθηκε από το τίποτα, τάχα από ένα εξωσυμπαντικό Ον. (βλ. Πλατωνικό διάλογο «Τίμαιος», την κοσμογονία του Ησιόδου και λοιπές κοσμογονίες, τους προπλατωνικούς κ.α). Ακόμα και η χρήση των λέξεων «φύση» και «κτίση», δείχνει την διαφορετική κοσμοαντίληψη. «Φύση» ιερή και αιώνια από την μία μεριά, «κτίση» δούλη με χρονική αρχή από την άλλη. Ο άνθρωπος λαμβάνει εντολή από τον «Πλάστη» να «κατακυριεύσει» στην κτίση! (Γένεση, 1:28).

6. Ο Ελληνισμός έχει κέντρο την φύση και τον άνθρωπο. Κινείται δηλαδή λογικώς και φυσιολογικώς. Ο Χριστιανισμός, τον κατασκευασμένο «θεάνθρωπο» Ιησού. Κινείται επομένως, στο ψεύδος και στην απάτη.

3. Τί είναι η φιλοσοφία και τί είναι ο Χριστιανισμός
Κατά καιρούς, από την αρχαιότητα μέχρι την εποχή μας, έχουν δοθεί διάφορες σημασίες στον όρο «φιλοσοφία», ανάλογα με το πνευματικό υπόβαθρο εκείνου που έδινε την ερμηνεία. Όλες όμως συγκλίνουν στο εξής· ότι φιλοσοφία είναι «το φιλείν, αγαπάν την σοφίαν ήτοι την γνώσιν, την μόρφωσιν προς το ειδέναι». Επίσης, είναι «έρευνα, ζήτησις προς εύρεσιν της αληθείας αναφορικώς προς τα επιστητά ή και προς τα κατά θεωρίαν μόνον ληπτά» (Μέγα Λεξικό όλης της Ελληνικής γλώσσης, Δ. Δημητράκου, τ. ΙΕ΄, σ. 7643, εκδόσεις Δομή).

Αφετηρία της φιλοσοφίας, είναι το «απορείν» και το «θαυμάζειν, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος στο σημαντικό έργο του «Περί του Ει του εν Δελφοίς»: «Επεί δε του φιλοσοφείν, έφη, το ζητείν αρχήν, του δε ζητείν το θαυμάζειν και απορείν» (Ηθικά Πλουτάρχου, τ. 10, σ. 192, Κάκτος). Θαυμάζω και απορώ, και αρχίζω να φιλοσοφώ, ζητώντας την εξήγηση.

Ας θυμηθούμε την παύλεια ρήση που θα εξετάσουμε και παρακάτω. «Έλληνες σοφίαν ζητούσιν». Επομένως, η φιλοσοφία είναι μια καθαρά ανθρώπινη προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου, με βάση την λογική και την παρατήρηση.

Από την άλλη μεριά, ο Χριστιανισμός ισχυρίζεται ότι είναι η «αποκάλυψη» του αληθινού Θεού στον άνθρωπο. Σύμφωνα με τον «άγιο» Μακάριο τον Αιγύπτιο, «Ο Χριστιανισμός είναι βρώση και πόση, και όσο κάποιος τρώγει απ’ αυτόν, περισσότερο διεγείρεται ο νους από τη γλυκύτητα, γίνεται ασυγκράτητος και αχόρταγος, και επιδιώκει με απληστία να τρώει» (Ομιλία ΙΖ΄, ΕΠΕ τ. 7, Μακάριος ο Αιγύπτιος, σ. 325, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Σύμφωνα με τον μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου Βλάχου, δεινού ερμηνευτή της φιλοκαλικής παραδόσεως, «ο Χριστιανισμός δεν είναι ούτε φιλοσοφία ούτε θρησκεία με την έννοια που χαρακτηρίζουν τις φυσικές θρησκείες, αλλά είναι κυρίως θεραπεία. Είναι θεραπεία του ανθρώπου από τα πάθη του για να φθάση στην συνέχεια σε κοινωνία και ενότητα με τον Θεό» (Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, κεφ. 1, εκδόσεις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου).

Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι ο Χριστιανισμός είναι η βίωση της «θείας εμπειρίας» (κάτι που ισχυρίζονται και όλες οι υπόλοιπες θρησκείες), θεραπεία (κάτι που δεν ισχύει από την στιγμή που ακόμα και στην καρδιά της ορθόδοξης πνευματικότητας, στο λεγόμενο «άγιο» όρος, παίρνουν ψυχοφάρμακα), και δυνατότητα μετοχής στην κατά χάρη θέωση. Αυτό το τελευταίο, αν εξαιρέσουμε την χριστιανική διάκριση «κτιστού-ακτίστου», υπήρχε ήδη στους πλατωνικούς και στους νεοπλατωνικούς φιλοσόφους.

4. Ποια η διαφορά της φιλοσοφίας από τον Χριστιανισμό, σύμφωνα με τους ίδιους τους χριστιανούς

Σε αυτό το σημείο, ας εξετάσουμε τι λένε επώνυμοι θεολόγοι, λόγιοι κληρικοί, και καθηγητές της δογματικής.

Παναγιώτης Τρεμπέλας
Άλλως όμως έχει το πράγμα ως προς την θεολογίαν ήτις ουδέποτε υπήρξε κυριολεκτικώς μέρος της φιλοσοφίας, έχει δε το υποκείμενον αυτήν εκ θείας αυθεντίας, ουχί απλώς ως τι ιστορικώς δεδομένον αυτή, αλλ’ ως ιστορικώς αποκεκαλυμμένον εκ θεού. Την περί του όντως Όντος γνώσιν αυτής, την περί του παντός θεωρίαν, την περί θεού και ανθρώπου, την περί προορισμού του ανθρώπου και περί της συστάσεως αυτού, την περί του τελικού αιτίου των πάντων γνώσιν και πληροφορίαν αυτής η θεολογία δεν αποκτά δια των εκζητήσεων του ανθρωπίνου λόγου, αλλά προσλαμβάνει αυτήν έτοιμην και πλήρη δια της πίστεως προς τας εκ θείας αποκαλύψεως αληθείας.
(Εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας, εκδόσεις Σωτήρ, σ. 183)
Ο «όσιος» Ιουστίνος Πόποβιτς, αρχιμανδρίτης και καθηγητής δογματικής…
Όλοι οι ευρωπαϊκοί ουμανισμοί, από τους προ της Αναγεννήσεως, της Αναγεννήσεως και περαιτέρω, οι προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, επιστημονικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί, επεδίωκον εν γνώσει ή εν αγνοία και αδιακόπως επιδιώκουν, ένα πράγμα: να αντικαταστήσουν την πίστιν εις τον Θεάνθρωπον με την πίστιν εις τον άνθρωπον, να αντικαταστήσουν το Ευαγγέλιον του Θεανθρώπου με το ευαγγέλιον κατ’ άνθρωπον, την φιλοσοφίαν κατά Θεάνθρωπον με την φιλοσοφίαν κατ’ άνθρωπον, την κουλτούραν κατά Θεάνθρωπον με την κουλτούραν κατ’ άνθρωπον. με μίαν λέξιν, να αντικαταστήσουν την ζωήν κατά Θεάνθρωπον με την ζωήν κατ’ άνθρωπον.
(Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδόσεις Ορθόδοξος κυψέλη)
Μητροπολίτης Ναυπάκτου, κ. Ιερόθεος Βλάχος…
Κυρίως η διαφορά του Χριστιανισμού από την φιλοσοφία φαίνεται στο σημείο ότι η δεύτερη είναι στοχασμός ανθρώπινος ενώ ο Χριστιανισμός είναι αποκάλυψη Θεού.

Οι αιρέσεις που συντάραξαν την Εκκλησία του Χριστού οφείλονται σ’ αυτήν την αλαζονική έπαρση της λογικής. Γι’ αυτό τονίζεται από τους Πατέρας ότι οι άγιοι δεν θεολογούν αριστοτελικώς, δηλαδή με τη λογική και την φιλοσοφία, αλλά αλιευτικώς, δηλαδή με την εμπειρία, ύστερα από εσωτερική κάθαρση και αποκάλυψη του νου.
(Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, εκδόσεις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου)
Στυλιανός Παπαδόπουλος, καθηγητής πατρολογίας…
Απορρίπτουμε την γνωστή αντίληψη ότι ο σκοπός των Πατέρων ήταν η σύνδεση του χριστιανισμού με τον ελληνισμό ή και η ένδυση του μηνύματος της Βίβλου με τις μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας.
(Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, τόμος Α΄, σ. 55, εκδόσεις Παρουσία)

Οι Πατέρες υποχρεωμένοι να είναι παραδοσιακοί, γίνονται φορείς και μόνον ερμηνευτές της αληθείας, την οποία μάλιστα δεν απέκτησαν με ζήτηση επίπονη, αλλά έλαβαν από την Εκκλησία ή την αποκάλυψη του Θεού. Με τους φιλοσόφους συμβαίνει το αντίθετο.
Οι φιλόσοφοι αναζητούν με άπειρη αγωνία την αλήθεια, που οι Πατέρες έχουν έτοιμη.
(ο. π. σ. 58)
5. Δόγμα και αίρεση στην φιλοσοφία και στον Χριστιανισμό
Στην φιλοσοφία οι λέξεις «δόγμα» και «αίρεση» έχουν διαφορετική σημασία σε σχέση με την χριστιανική θεολογία. Αυτή την διαφορά μπορούμε να την καταλάβουμε εύκολα, αν σκεφτούμε ότι η θεολογία διεκδικεί την «μόνη αλήθεια».

Ο Διογένης ο Λάερτιος, στους «Βίους των φιλοσόφων», αναφέρει τα εξής· «Οι φιλόσοφοι διαιρούνται ακόμη εις δογματικούς και σκεπτικούς. Και όσοι μεν αποφαίνονται ότι τα πράγματα είναι γνωριστά και καταληπτά, λέγονται δογματικοί· όσοι αναστέλλουν την σκέψη τους για τα πράγματα, επειδή είναι ακατάληπτα, αυτοί είναι σκεπτικοί» (Βιβλίο Α΄, εκδόσεις Πάπυρος, σ. 33).

Ο Σέξτος ο Εμπειρικός, στις «Πυρρώνειες Υποτυπώσεις», γράφει: «Για όσους ερευνούν κάποιο αντικείμενο το φυσιολογικό είναι ή να το ανακαλύψουν ή να αρνηθούν ότι μπορούν να το ανακαλύψουν και να παραδεχτούν ότι δεν το αντιλαμβάνονται με βεβαιότητα ή να επιμένουν στην έρευνα. Για τούτο ίσως και στην περίπτωση των αντικειμένων έρευνας της φιλοσοφίας άλλοι ισχυρίστηκαν ότι βρήκαν το αληθές, άλλοι αποφάνθηκαν ότι τούτο είναι αδύνατον να γίνει αντιληπτό με βεβαιότητα και άλλοι το αναζητούν ακόμη. Ότι το βρήκαν θεωρούν αυτοί που ιδιαιτέρως αποκαλούνται δογματικοί…» (Άπαντα Σέξτου, τ. 1, σ. 43, Κάκτος).

Από αυτά, καθίσταται σαφές ότι «δόγμα» στην φιλοσοφία, είναι ο καρπός του ανθρώπινου στοχασμού. Είναι γνώμη και φρόνιμα που διαμορφώνεται κατόπιν ενδελεχούς ερεύνης.

Στην χριστιανική θεολογία όμως, δεν είναι απλά η γνώμη. Ας δούμε τι αναφέρει ο δογματολόγος καθηγητής Ι. Καρμίρης…
Η δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής πρώτον και είτα των αρχαίων οικουμενικών συνόδων μετά των υπ’ αυτών επικυρωθεισών και ούτως οικουμενικόν προσκτησαμένων κύρος τοπικών συνόδων αποτελεί το περιεχόμενον της πίστεως του ορθοδόξου χριστιανικού κόσμου και την αδαμάντινην βάσιν του ορθοδόξου δογματικού συστήματος, ως και πάντων των μεταγενεστέρων δογματικοσυμβολικών κειμένων της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας. Την υψίστη ταύτη σημασίαν ευλόγως αποδίδουσι οι Ορθόδοξοι εις τας επτά αρχαίας Οικουμενικάς Συνόδους, διότι πιστεύουσι ότι αύται εδογμάτισαν υπό την επίπνοιαν και επιστασίαν του αγίου Πνεύματος επί τη βάσει της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως…
(Δογματικά και συμβολικά μνημεία, τ. Α΄, σ. 110)
Ο Α. Αλεβιζόπουλος, γνωστός απολογητής και «αιρεσιολόγος», γράφει…
Τα δογματικά κείμενα της Εκκλησίας μας ονομάζονται «όροι», γιατί οριοθετούν την πίστη. […] Τα δόγματα της Εκκλησίας δεν αποτελούν ανθρώπινη ανακάλυψη, αλλά αποκάλυψη του Υιού. Για αυτό υπερβαίνουν τις διανοητικές ικανότητες του ανθρώπου.
(Η Ορθοδοξία μας, εκδόσεις Διάλογος, σ. 59)
Αυτά ήταν υποχρεωτικά για όλους, στο θεοκρατικό Βυζάντιο. Για παράδειγμα, ο Ι. Καρμίρης αναφέρει: «Ο Ιουστινιανός Α΄ εθεώρει τα μεν δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων ως τον λόγον του Θεού, τους δε κανόνας αυτών ως νόμους του Κράτους. Δια ταύτα οι αυτοκράτορες εδημοσίευον τας συνοδικάς αποφάσεις και περιέβαλλον δια του αυτού και τους πολιτικούς νόμους κύρος» (Δογματικά και συμβολικά μνημεία, τ. Α΄, σ. 113).

Το ίδιο και με την έννοια «αίρεση». Στην φιλοσοφία, είναι η προτίμηση, η εκλογή μεταξύ πολλών. Έτσι, έχουμε πολλές και διαφορετικές φιλοσοφικές αιρέσεις, όπου κατατάσσονται οι δογματικοί. Για παράδειγμα, αναφέρει ο Σέξτος ο Εμπειρικός: «Σχολή (κείμενο: αίρεσιν) είναι προσχώρηση σε αριθμό δογμάτων, που εξαρτώνται λογικά το ένα από το άλλο» (Πυρρώνειες Υποτυπώσεις, Α΄, σ. 51, Κάκτος). Στην χριστιανική θεολογία, είναι η απόκλιση από την παραδεδομένη «αλήθεια». Όπως γράφει ο Βασίλειος Καισαρείας στον Αμφιλόχιο Ικονίου, «Αιρέσεις μεν, τους παντελώς απερρηγμένους και κατ’ αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους» (Πηδάλιο, σ. 475, Έκδοση 1886).

6. Οι απόψεις των συγγραφέων της Βίβλου για την «αληθινή» σοφία
Αφού διευκρινίστηκαν τα παραπάνω, ας δούμε τι θεωρεί η Βίβλος ως «σοφία» αληθινή και ψευδή, για να μπούμε περισσότερο στην χριστιανική νοοτροπία. Η αληθινή «σοφία», έχει άμεση σχέση με τον Γιαχβέ. «Παρ’ αυτώ σοφία και δύναμις, αυτώ βουλή και σύνεσις» (Ιώβ, 12:13). «Πάσα σοφία παρά Κυρίου» (Σοφία Σειράχ, 1:1). Κανένας θνητός δεν ξέρει που να την βρει· «η δε σοφία πόθεν ευρεθή, ποιός δε τόπος εστίν της επιστήμης ουκ οίδεν βροτός, οδόν αυτής ουδέ μη ευρεθή εν ανθρώποις» (Ιώβ, 28:12-13). Για αυτό, μόνο ο θεός την δίνει, «Κύριος δίδωσιν σοφίαν» (Παροιμίες, 2:6). Στις εντολές του, βρίσκεται η «σοφία»· «Δέδειχα υμίν δικαιώματα και κρίσεις καθά ενετείλατό μοι Κύριος ποιήσαι ούτως εν τη γη εις ην υμείς εισπορεύεσθε εκεί κληρονομείν αυτήν και φυλάξεσθε και ποιήσετε ότι αύτη η σοφία υμών και η σύνεσις εναντίον πάντων των εθνών όσοι εάν ακούσωσιν πάντα τα δικαίωματα ταύτα και ερούσιν, ιδού λαός σοφός και επιστήμων το έθνος το μέγα τούτο» (Δευτερονόμιο, 4:5-6). Επίσης, βρίσκεται στον σεβασμό του Γιαχβέ· «ιδού η θεοσέβεια εστίν σοφία» (Ιώβ, 28:28) και στον φόβο του, καθώς «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμός, 110:10 & Παροιμίες, 1:7, 9:10). Επίσης, δίδεται στον πιστό μέσω της προσευχής· «Επεκαλεσάμην, και ελθέ μοι πνεύμα σοφίας» (Σοφία Σολομώντος, 7:7). Και σχετίζεται άμεσα με αποκάλυψη· «Ρίζα σοφίας τίνι απεκαλύφθη;» (Σοφία Σειράχ, 1:6). Κατά τον συγγραφέα της προς Κολοσσαείς επιστολής, «εν ω εισίν πάντες οι θησαυροί της σοφίας και γνώσεως απόκρυφοι» (2:3). Δηλαδή, στον Χριστό είναι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως. Αργότερα, ο ίδιος ο Χριστός θα θεωρηθεί ως η Σοφία που ενσαρκώθηκε…

7. Οι απόψεις των συγγραφέων της Βίβλου για την «ψεύτικη» σοφία
Αντιθέτως, ψευδής σοφία χαρακτηρίζεται η σοφία άνευ του Θεού. Στο βιβλίο της Γενέσεως, στο κεφάλαιο 3, οι «πρωτόπλαστοι» διώχνονται από την Εδέμ και γίνονται αντικείμενα κατάρας από τον Θεό, επειδή γεύθηκαν από τον καρπό της γνώσεως του καλού και του κακού. Στον μύθο της Βαβέλ, ο Θεός φθονεί την εφευρετικότητα του ανθρώπου, φοβάται μη τυχών με την γνώση κατορθώσει και άλλα, και για αυτό αποφασίζει να επιφέρει σύγχυση στην γλώσσα τους. Επίσης, αφαιρεί την σοφία των ανθρώπων με… φύσημα, «ενεφύσησεν γαρ αυτοίς και εξηράνθησαν, απώλοντο παρά το μη έχειν αυτούς σοφίαν» (Ιώβ, 4:21). Όποιος μισεί τον φόβο του Θεού, μισεί την σοφία, όπως μας λέει ο Παροιμιαστής· «εμίσησαν γαρ σοφίαν, τον δε φόβον του Κυρίου ου προείλαντο» (Παροιμίες, 1:29). Η μελέτη του φυσικού κόσμου χαρακτηρίζεται ως «πονηρός περισπασμός», από το βιβλίο που κατατάσσεται από τους θεολόγους ως μέρος της Εβραϊκής σοφίας(!)· «και έδωκα την καρδίαν μου του εκζητήσαι και του κατασκέψασθαι εν τη σοφία περί πάντων των γινομένων υπό τον ουρανόν, ότι περισπασμόν πονηρόν έδωκεν ο θεός τοις υιοίς του ανθρώπου του περισπάσθαι εν αυτώ» (Εκκλησιαστής, 1:13). Για αυτόν τον λόγο, αποτρέπεται ο άνθρωπος από την γνώση, διότι «ο προστιθεις γνωσιν προσθησει αλγημα», δηλαδή πόνο (ο.π. 1:18). Οι λόγοι των σοφών χαρακτηρίζονται ως «βούκεντρα» και «καρφιά» φυτεμένα (ο.π. 12:11). Ο άνθρωπος πρέπει να φυλάγεται από το να γράφει πολλά βιβλία, καθώς αυτά δεν έχουν τέλος, και η πολλή μελέτη είναι κούραση στο σώμα (ο.π. 12:12). Σε άλλο σημείο, ο Γιαχβέ απειλεί ότι θα κάνει να χαθεί η σοφία των σοφών. «Απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών κρύψω» (Ησαΐας, 29:14). Σε άλλο σημείο, μας καθίσταται σαφές ότι οι σοφοί ντράπηκαν διότι αποδοκίμασαν τον λόγο του Κυρίου. «Ησχύνθησαν σοφοί και επτοήθησαν και εάλωσαν ότι τον λόγον Κυρίου απεδοκίμασαν, σοφία τις εστίν εν αυτοίς» (Ιερεμίας, 8:9). Ο άγνωστος συγγραφέας της προς Κολοσσαείς επιστολής, δίνει οδηγίες στους πιστούς να προσέχουν από τις πλάνες της φιλοσοφίας που καλείται και «κενή απάτη». «Βλεπετε μη τις υμας εσται ο συλαγωγων δια της φιλοσοφιας και κενης απατης κατα την παραδοσιν των ανθρωπων κατα τα στοιχεια του κοσμου και ου κατα Χριστον» (Κολοσσαείς, 2:8).

Η πιο συνοπτική, όμως, παρουσίαση της αντίθεσης μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, που μάλλον σκοπίμως αποσιωπούν οι θιασώτες των δήθεν «ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων, βρίσκεται σε περικοπές από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολής του Παύλου.
γεγραπται γαρ· “απολω την σοφιαν των σοφων και την συνεσιν των συνετων αθετησω· που σοφος, που γραμματευς, που συζητητης του αιωνος τουτου”· ουχι εμωρανεν ο θεος την σοφιαν του κοσμου; επειδη γαρ εν τη σοφια του θεου ουκ εγνω ο κοσμος δια της σοφιας τον θεον, ευδοκησεν ο θεος δια της μωριας του κηρυγματος σωσαι τους πιστευοντας. Επειδη και Ιουδαιοι σημεια αιτουσιν και Ελληνες σοφιαν ζητουσιν· ημεις δε κηρυσσομεν Χριστον εσταυρωμενον ιουδαιοις μεν σκανδαλον εθνεσιν δε μωριαν, αυτοις δε τοις κλητοις ιουδαιοις τε και ελλησιν χριστον θεου δυναμιν και θεου σοφιαν· οτι το μωρον του θεου σοφωτερον των ανθρωπων εστιν και το ασθενες του θεου ισχυροτερον των ανθρωπων· βλεπετε γαρ την κλησιν υμων αδελφοι οτι ου πολλοι σοφοι κατα σαρκα ου πολλοι δυνατοι ου πολλοι ευγενεις, αλλα τα μωρα του κοσμου εξελεξατο ο θεος ινα καταισχυνη τους σοφους και τα ασθενη του κοσμου εξελεξατο ο θεος ινα καταισχυνη τα ισχυρα και τα αγενη του κοσμου και τα εξουθενημενα εξελεξατο ο θεος τα μη οντα ινα τα οντα καταργηση οπως μη καυχησηται πασα σαρξ ενωπιον του θεου· εξ αυτου δε υμεις εστε εν Χριστω Ιησου ος εγενηθη σοφια ημιν απο θεου δικαιοσυνη τε και αγιασμος και απολυτρωσι ινα καθως γεγραπται ο καυχωμενος εν Κυριω καυχασθω.
(Α΄Κορινθίους, 1:19-31)
Ο παύλειος λόγος είναι «καταπέλτης» και σαφής. Με βάση αυτά, κατανοούμε τα εξής:

1. Με βάση την ερμηνεία του σε περικοπή από το βιβλίο του «Ησαία» (κεφάλαιο 33,18), ο Θεός έκανε ανόητη την σοφία του κόσμου. Συνεπώς, άχρηστη.

2. Αν μελετήσουμε τα παραπάνω εδάφια προσεκτικά, παρατηρούμε ότι μιλάει για τρείς ομάδες ανθρώπων. Τους Ιουδαίους (και γενικότερα όσους έχουν τον ιουδαϊκό τρόπο σκέψης), τους Έλληνες και όσους έχουν τον ελληνικό (προσέξτε ότι εναλλάσσονται οι όροι «έθνεσι» και «έλλησιν»), και μια νέα κατηγορία που αποτελείται από Ιουδαίους και Έλληνες αλλά δέχονται τον Ιησού ως την «σοφία» του Θεού. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν αρνηθεί τις προγονικές τους παραδόσεις και αυτό εκφράζεται με την φράση, «Ιουδαιοι σημεια αιτουσιν και Ελληνες σοφιαν ζητουσιν· ημεις δε κηρυσσομεν Χριστον εσταυρωμενον ιουδαιοις μεν σκανδαλον εθνεσιν δε μωριαν, αυτοις δε τοις κλητοις ιουδαιοις τε και ελλησιν Χριστον Θεου δυναμιν και θεου σοφια». Ως γνωστόν, οι Έλληνες δεν είχαν καμία σχέση με τον «μεσσιανισμό», ενώ οι Ιουδαίοι είχαν άλλη αντίληψη περί του «Μεσσία» σε σχέση με τον Χριστιανισμό.

3. Σε άλλο σημείο από τις επιστολές του Παύλου, μας εξηγείται με ποιο τρόπο γίνεται αυτή η απάρνηση του Ελληνισμού και οτιδήποτε αυτή η έννοια περιλαμβάνει, όπως και η απάρνηση του Ιουδαϊσμού που αφορά Ιουδαίους και ιουδαΐζοντες, προκειμένου να υπάρξει ένα μίγμα ομοιογενές. Ο τρόπος είναι με το βάπτισμα και την ένταξη στην Εκκλησία. «Όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Ουκ εν Ιουδαίος ουδέ Έλλην· ουκ ενί δούλος, ουδέ ελεύθερος· ου ενί άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού. Ει δε υμείς Χριστού, άρα του Αβραάμ σπέρμα εστέ, και κατ’ επαγγελίαν κληρονόμοι» (Γαλάτας, 3:27-29).

Παρ’ όλα αυτά, ο Παύλος δεν παραλείπει να συνδέσει τις θεωρίες του με την Παλαιά Διαθήκη, εξ ου και η αναφορά στον Αβραάμ. Όσοι λοιπόν μπαίνουν στην «ποίμνη» δια του βαπτίσματος, ενδύονται τον Χριστό και είναι πνευματικοί απόγονοι του Αβραάμ, του γενάρχη των Εβραίων κατά την Παλαιά Διαθήκη. Η προσπάθεια του Παύλου να παρουσιάσει μια νέα εκδοχή του Ιουδαϊσμού που θα περιλαμβάνει και μη Εβραίους, είναι εμφανής. Πριν από αυτά, έχει πει ότι ο Νόμος του Μωυσή δόθηκε ως παιδαγωγός, αλλά επειδή «ήρθε ο Χριστός», δεν είμαστε πλέον υπό τον Νόμο (ο.π. στ. 23-26).

4. Επίσης, δίνει τα εκ διαμέτρου αντίθετα χαρακτηριστικά Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Ο Ελληνισμός ζητά ενεργητικά, ενώ ο Ιουδαϊσμός «αιτεί», που σημαίνει ότι περιμένει παθητικά ουρανόθεν τις απαντήσεις δια θείων σημείων.

5. Η σοφία των πιστών είναι ο «Χριστός», που ντροπιάζει την ελληνική σοφία που στηρίζεται στον ορθό λόγο. Πέρα από αυτά, υπάρχουν και άλλα σημεία. «Η πιστις υμων μη η εν σοφια ανθρωπων» (Α΄ Κορινθίους, 2:4). χριστιανική πίστη και ανθρώπινη σοφία, σε πλήρη αντίθεση. Σε άλλο σημείο, αναφέρει ότι οι διαλογισμοί των σοφών είναι μάταιοι (Α΄ Κορινθίους, 3:20). Στην πλαστογραφημένη επιστολή (δήθεν) του Ιάκωβου, του «πρώτου» επισκόπου Ιερουσαλήμ, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της «άνωθεν κατερχομένης σοφίας» και της επίγειας, που χαρακτηρίζεται «δαιμονική» (Ιακώβου, 3:15).

8. Οι πρώτοι απολογητές διαστρέφουν τους Έλληνες φιλοσόφους και διανοούμενους για να τους παρουσιάσουν ως προ Χριστού «χριστιανούς».
Οι απολογητές ήταν οι πρώτοι λόγιοι χριστιανοί που προσπάθησαν να συστήσουν την νέα θρησκεία, παρουσιάζοντάς την ως μια νέα φιλοσοφία που ωστόσο έχει αρκετά κοινά σημεία με τις πρότερες παραδόσεις. Παρ’ όλα αυτά, είναι ανώτερη διότι περιέχει κάτι που δεν έχουν οι άλλες· την τελειότητα και την ολοκλήρωση. Κινήθηκαν σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση σε σχέση με τον Παύλο, διότι αυτό…τους εξυπηρετούσε.

Γράφει ο Παναγιώτης Τρεμπέλας…
Κοινή θέσις, υποστηριζομένη υπό πάντων των Απολογητών, είναι, ότι το Ευαγγέλιον περιέχει την νέαν και τελείαν φιλοσοφίαν, περί της αλήθειας της οποίας εγγυάται η μαρτυρούσα περί αυτής θεία Αποκάλυψις. Η ιδέα αύτη, ότι ο χριστιανισμός είναι φιλοσοφία, παρατηρεί ο Fisher, διήκει δια πάσης της απολογητικής γραμματείας (Εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας, εκδόσεις Σωτήρ, σ. 5).
Για παράδειγμα, αναφέρει ο καθηγητής Πατρολογίας Π. Χρήστου, ότι «Η θεολογία του Αριστείδου διαμορφώνεται και διατυπώνεται υπό την επίδρασιν της φιλοσοφικής του προελεύσεως και της χριστιανικής του πίστεως» (Πατρολογία Β΄ τόμος, εκδόσεις Κυρομάνος, σελ. 536). Σύμφωνα με τον απολογητή Αθηναγόρα, οι φιλόσοφοι και οι ποιητές κινήθηκαν στοχαστικά με την έμπνευση του Θεού. «Ποιηταί γαρ και φιλόσοφοι, ως και τοις άλλοις, επέβαλον στοχαστικώς, κινηθένετες μεν κατά συμπάθειαν της παρά του Θεού πνοής» (ο. π σελ. 580).

Ο Ιουστίνος, διαστρέφοντας τους Έλληνες διανοητές, τους παρουσιάζει ως «προ Χριστού χριστιανούς». Ισχυρίζεται ότι «λέγουμε τα ίδια με τους Έλληνες» (Άπαντα Ιουστίνου, Α΄ Απολογία, 24:1, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς), και ότι «οι διαβιώσαντες συμφώνως προς τον Λόγον είναι χριστιανοί, ακόμη και αν θεωρήθηκαν άθεοι, όπως στους Έλληνες ο Σωκράτης και ο Ηράκλειτος» (ο.π. 46:3). Όποιος έχει μελετήσει τους ίδιους τους φιλοσόφους, καταλαβαίνει τα χονδροειδή ψεύδη του χριστιανού απολογητή (ίσως κάποια στιγμή ασχοληθούμε ειδικότερα με το θέμα). Ο ίδιος αναγνωρίζει, ήδη από τον δεύτερο αιώνα, τις ομοιότητες μεταξύ του Χριστιανισμού και του θύραθεν περιβάλλοντος, τις οποίες αποδίδει στους δαίμονες. Όπως γράφει στην πρώτη του «Απολογία» προς τον αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή, περίπου το 150, «μάλιστα αποδεικνύουμε ότι οι μύθοι αυτοί έχουν λεχθή κατ’ ενέργεια των φαύλων δαιμόνων προς εξαπάτηση και παραπλάνηση του ανθρωπίνου γένους» (ο. π. σελ. 169). Αυτή η θέση του όμως έρχεται σε αντίθεση με την θεωρία του περί του σπερματικού λόγου, που αναφέρει στην δεύτερη «Απολογία» του, το 160, προς τον φιλόσοφο και μέλος της διακυβέρνησης της αυτοκρατορίας, Μάρκο Αυρήλιο, κατά την οποία «όσα κατά καιρούς διακήρυξαν καλώς και βρήκαν οι φιλόσοφοι και νομοθέτες, φιλοτεχνήθηκαν από αυτούς δι’ ευρέσεως και θεωρίας κατά μέρος του λόγου» (ο. π σελ. 218). Δηλαδή, από την μία μεριά υποστηρίζει ότι οι ομοιότητες οφείλονται στους δαίμονες προς παραπλάνηση, και από την άλλη στον Θεό μέσω του σπερματικού λόγου. Δηλαδή, ο λόγος της αλήθειας δόθηκε σπερματικά σε κάποιους προκειμένου να εκφράσουν αλήθειες που αργότερα θα ολοκλήρωνε το χριστιανικό κήρυγμα. Σε άλλα σημεία αναφέρει κάτι διαφορετικό από αυτά. Ότι η αλήθεια δόθηκε στον Μωυσή και στους προφήτες, και οι φιλόσοφοι τα πήραν από εκείνον. «Ταύτα λέχθηκαν και μεταξύ των Ελλήνων και μεταξύ όλων των εθνών, όπου πληροφορούνταν ότι οι προφήτες προκήρυσσαν ότι θα πιστευθή περισσότερο ο Χριστός» (ο. π σελ. 169). Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Κλήμης Αλεξανδρείας, που γράφει: «Από κάθε φιλοσοφία η αρχαιότατη είναι η εβραϊκή φιλοσοφία» (Άπαντα Κλήμη Αλεξανδρείας, Στρωματείς λόγος Α΄, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς, ΕΠΕ 3, σ. 123).

Η Εκκλησία, βλέποντας αργότερα τα τραγικά αδιέξοδα και τις αντιφάσεις αυτών των απόψεων, δεν τις υιοθέτησε. Στο πρώτο τόμο της πατρολογίας του, αναφέρει ο Σ. Παπαδόπουλος: «Πρέπει να σημειώσωμε ότι το ένα από τα δύο θέματα που απασχόλησαν τον Ιουστίνο, το θέμα της ενότητος της αληθείας (σπερματικός λόγος και Λόγος) και της καταλλαγής του Χριστιανισμού με τη φιλοσοφική σκέψη, δεν λύθηκε ικανοποιητικά από τον ιερό συγγραφέα μας και η θεολογία του επί του προκειμένου δεν έγινε η θεολογία της Εκκλησίας» (σελ. 235). Στην επόμενη σελίδα (την 236), γράφει: «Συχνά καταγγέλλει ότι όσα ορθά είπαν οι Έλληνες φιλόσοφοι τα έλαβαν από τους προφήτες της ΠΔ κι επομένως είναι “ημών των χριστιανών”. Αλλά σε καμία περίπτωση δε μας εξηγεί το λόγο, για τον οποίο οι Έλληνες αναγκάστηκαν να δανεισθούν από τους προφήτες, παρά το γεγονός ότι η σπερματική αλήθεια υπήρχε πάντοτε και για όλους». Στον τρίτο τόμο της δογματικής και συμβολικής θεολογίας, ο καθηγητής δογματικής Ν. Ματσούκας, αναφέρει: «Οι πρώτοι χριστιανοί απολογητές του δευτέρου αιώνα, δεν έχουν δίκαιο υποστηρίζοντας ότι ο Πλάτων, λόγου χάρη, και άλλοι σοφοί της Αρχαίας Ελλάδας είχαν συλήσει τις ιδέες του Μωυσή» (σελ. 105).

Έχουμε αναφερθεί εκτεταμένα στο χάσμα μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού και έχουμε δείξει ότι αυτό οφείλεται στην ουσία των δύο αυτών μεγεθών που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο αναφοράς. Αυτό το  έχουμε στηρίξει κυρίως σε πρωτογενείς πηγές και δευτερευόντως σε θέσεις επιφανών ορθοδόξων. Ακόμα, έχουμε δει τι θεωρείται σοφία «αληθινή» και τι «ψεύτικη» μέσα από τα κείμενα των αγνώστων συντακτών και διασκευαστών των βιβλίων της Βίβλου, προκειμένου να κατανοήσουμε την κατοπινή πατερική σκέψη, την ποτισμένη στα «θεία» αυτά διδάγματα, με σκοπό να αντιληφθούμε σαφέστερα τι εννοούν οι θεωρητικοί του Χριστιανισμού όταν αναφέρονται στην «φιλοσοφία». Σε αυτό το μέρος, θα ολοκληρώσουμε την μικρή μελέτη μας, αναφερόμενοι στην νοθεία της ελληνικής σκέψης που επιχειρήθηκε κατά την εκχριστιανισμένη ρωμαϊκή περίοδο της ιστορίας.
 
1. Η νοθεία της ελληνικής σκέψης από τον Χριστιανισμό – Όταν η φιλοσοφία έγινε θεραπαινίδα της φιλοσοφίας, επί Βυζαντίου
Η εκλεκτική θέση ορισμένων από τους πρώτους απολογητές του Χριστιανισμού, όπως δείξαμε στο προηγούμενο μέρος, που ήταν αντίθετη με την καταδικαστική θέση του Παύλου ως προς την φιλοσοφία, έδωσε το έναυσμα στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς να νοθεύσουν επισήμως την έννοια της «φιλοσοφίας», κάνοντας λόγο για «κατά Χριστόν φιλοσοφία», «ημετέρα φιλοσοφία» διακρινόμενη σαφώς από την «θύραθεν». Τέτοιες διακρίσεις θα είναι πια πολύ συχνές στην χριστιανική γραμματεία. Η φιλοσοφία πια κατευθύνεται στα «θεία», με αφετηρία την Βίβλο.

Ο «άγιος» Διάδοχος Φωτικής, φτάνει στο σημείο να γράψει στα «Κεφάλαια Γνωστικά», ότι «Δεν υπάρχει τίποτε πτωχότερο από μια διάνοια που φιλοσοφεί τα θεία εκτός Θεού» (Άπαντα, Φ. ΕΠΕ 9, σελ. 119, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς). Όπως είχε πει και ο Ευσέβιος Καισαρείας στην «Ευαγγελική προπαρασκευή», «ο Χριστιανισμός, ούτε Ελληνισμός ων ούτε Ιουδαϊσμός, αλλά τις καινή και αληθής θεοσοφία» (1,5,12).

Φιλοσοφία θεωρείται πλέον η ίδια η θεολογία, και μάλιστα η χριστιανική. Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να ισχυριστούμε τα περί συνθέσεως, είναι ότι ο Χριστιανισμός πήρε στοιχεία κυρίως από τον Αριστοτελισμό και τον Πλατωνισμό. Όμως, η ελληνική φιλοσοφία δεν αποτελείται μόνο από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Υπάρχει πλήθος ρευμάτων και σχολών, όπως ο Επικουρισμός, οι σοφιστές, οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι, οι ατομικοί κ.ά.

Αυτές οι ενέργειες έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία του νόθου. Αυτό το νόθο, αποκαλείται από τους εκκλησιαστικούς «νέα φιλοσοφία»(!).

Ο γνωστός για τις ανθελληνικές του θέσεις, πρωτοπρεσβύτερος και νυν «κεκοιμημένος» Ι. Ρωμανίδης, γράφει, ότι «Ο Γεώργιος Φλορόφσκι ορθώς υποστηρίζει ότι οι Έλληνες Πατέρες εδημιούργησαν μίαν νέαν φιλοσοφίαν, πολύ διάφορον του Πλατωνισμού και του Αριστοτελισμού, η οπουδήποτε άλλου συστήματος σκέψεως» (Το προπατορικό αμάρτημα, σ. 25, εκδόσεις Πουρναρά).

Όπως αναφέρει σχετικά ο λόγιος αρχιμανδρίτης Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος…
Ο Έλλην έχει βεβαίως την θέσιν αυτού (ως και πας λαός) εν τω Χριστιανισμώ. Η θέσις όμως αυτή είναι θέσις οπαδού και μαθητού και ταπεινού υπηρέτου και ουχί θέσις συνεταίρου! Αν δε προπαρεσκεύασεν ούτως ή άλλως το έδαφος δια την διάδοσιν του Χριστιανισμού, εαυτόν πρώτον ωφέλησε, διότι απηλλάγη εκ του βορβόρου και ανυψώθη εξ αθλιότητος ασύλληπτου.
(Περί τας «Ελληνοxριστιανικάς συνθέσεις», Άρθρα – Μελέται Επιστολαί. Τόμος Α’, Αθήνα 1986)
Αλλά και ο καθηγητής πατρολογίας, Στυλιανός Παπαδόπουλος, που αναφέρει…
Δια να συναντήσουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς τον άνθρωπο του κόσμου μίλησαν τη γλώσσα του. Εάν συγχρόνως δεν νόθευσαν την αλήθεια του Ευαγγελίου, συνέβη διότι οι συγγραφείς μας είχαν βαθειά συνείδηση της απόλυτης διαφοράς μεταξύ των δύο μεγεθών, του χριστιανισμού και της θύραθεν ποικίλης σκέψεως. Όσο καλύτερα ο συγγραφέας γνώριζε κι αναγνώριζε τη διαφορά αυτή, τόσο γνησιότερη διαφύλαττε τη χριστιανική αλήθεια. Στο θέμα δημιουργήθηκε συχνά παρεξήγηση με διπλή κατεύθυνση. Η μία οδήγησε προς την απόλυτη απόρριψη της πνευματικής γλώσσας της εποχής, η άλλη προς την αδιάκριτη και χωρίς προϋποθέσεις πρόσληψή της. [..] Στο προκείμενο θέμα ορθόδοξοι αποδείχτηκαν όσοι διέθεταν βαθειά γνώση και συνείδηση τόσο των πραγμάτων όσο και των ορίων, στα οποία μπορούσε να κινηθεί ο κήρυκας του Ευαγγελίου. Αυτοί ήσαν κατ’ εξοχήν οι Πατέρες και Διδάσκαλοι. Χρησιμοποίησαν την ορολογία, τις δομές σκέψεως, και κήρυξαν με τη βοήθεια των παραστάσεων της εποχής τους, αλλά στις κρίσιμες για την αλήθεια στιγμές άφηναν να νοηθεί ή σημείωναν ότι η ορολογία εδώ είχε άλλο περιεχόμενο, οι δομές και οι παραστάσεις στο χώρο της Εκκλησίας έχουν συμβατικό χαρακτήρα.
(Ά Τόμος Πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, εκδόσεις Παρουσία, σελ. 52-53)
Ο ιστορικός Γ. Κορδάτος…
Η επικράτηση του Χριστιανισμού ανέβασε τη θεολογία πάνω από κάθε εμπειρία και επιστήμη. Έτσι η θεολογία, μια που κηδεμόνευσε όλα τα είδη του Λόγου, στάθηκε τροχοπέδη στην ελεύθερη σκέψη, γι’ αυτό έφερε και τον πνευματικό μαρασμό
(Ακμή και παρακμή του Βυζαντίου, σ. 153, εκδ. Μπουκουμάνη)
Όσο και αν στα χρόνια αυτά παρατηρήθηκε μεγάλη επίδοση στην μελέτη των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων και ποιητών, οι πιο πολλοί διανοούμενοι του Βυζαντίου δεν μπόρεσαν να χειραφετηθούν από την θεολογούσα φιλοσοφία. […] Οι πιο πολλοί βυζαντινοί φιλόσοφοι και ελληνιστές μελετούσαν τα αρχαία κείμενα για να βρουν επιχειρήματα που να αποδείχνουν αλάνθαστα τα δόγματα της ορθοδοξίας. Η φιλοσοφία, όπως και στην Δύση, κατήντησε υπηρέτρια της θεολογίας.
(ο. π. σ. 374)
Αλλά και ο δογματολόγος Χρήστος Ανδρούτσος, αναφέρεται στην υποταγή της φιλοσοφίας στην θεολογία. Την υποταγή δηλαδή της ελεύθερης σκέψης στα δόγματα: «Η δε υπηρεσία αύτη του ανθρωπίνου λόγου ανεγνωρίσθη έκπαλαι ως αναγκαία και απαραίτητος επικουρία εις κατοχύρωσιν των θείων αληθειών κατά της απιστίας» (Δογματική της Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, Χρήστου Ανδρούτσου, σ. 19)

Ας δούμε τώρα, ορισμένες πατερικές περικοπές που δείχνουν την επιλεκτική χρήση της φιλοσοφίας…

Ο Ιουστίνος, σύμφωνα με την θέση του «σπερματικού λόγου», διακρίνει τα «καλώς λεχθέντα» από τα (προφανώς) «κακά λεχθέντα» των φιλοσόφων. Τα μεν πρώτα είναι χριστιανικά(!), τα δε δεύτερα είναι απορριπτέα.
Όχι ότι τα διδάγματα του Πλάτωνος είναι ξένα προς τα του Χριστού, αλλά διότι δεν είναι εντελώς όμοια, όπως ούτε τα των άλλων, των Στωικών, των ποιητών και των συγγραφέων. Διότι ο καθένας από αυτούς βλέποντας εκ του σπερματικού θείου λόγου ό, τι ήταν συγγενές με την φύση του, καλώς αποφάνθηκε. Λέγοντας όμως πράγματα ενάντια προς αλλήλους σε κυριότατα σημεία, φαίνονται ότι δεν έχουν αποκτήσει επιστήμη και γνώση αναμφισβήτητη. Όσα λοιπόν έχουν λεχθεί από όλους καλώς, ανήκουν σε μας τους Χριστιανούς.
(ΕΠΕ 1, Β΄ Απολογία, σελ. 226, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρείας, που πολλές φορές προβάλλεται ως παράδειγμα εκκλησιαστικού διδασκάλου που προσπαθεί να συμφιλιώσει την ελληνική φιλοσοφία με τον Χριστιανισμό, όχι μόνο τα ξεχωρίζει, αλλά θεωρεί επιπλέον ότι ο Χριστιανισμός είναι ανώτερος. Γράφει…
Διακρίνεται η ελληνική αλήθεια από τη δική μας, αν και βέβαια έχει το ίδιο όνομα, και ως προς το ύψος της γνώσης, και ως προς την εγκυρότερη απόδειξη, και ως προς τη θεία δύναμη, και ως προς τα όμοια. Γιατί εμείς είμαστε θεοδίδακτοι, εφόσον διδαχτήκαμε πράγματι τα ιερά γράμματα από τον Υιό του Θεού.
(Στρωματείς, Λόγος Α΄, ΕΠΕ 3, σ. 121, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Σε άλλο σημείο, αναφέρεται…
Είτε λοιπόν λένε κάπου κάπου ότι οι Έλληνες διατύπωσαν κάτι από την αληθινή φιλοσοφία, και αυτά ήταν μια εκδήλωση της θείας οικονομίας.
(ο. π. σ. 115)
Για την επιλεκτικότητα του Κλήμη Αλεξανδρείας, μαρτυρεί και ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο οποίος γράφει ότι, «Εις τους Στρωματείς λοιπόν όχι μόνο προβαίνει σε στρώση εκ της θείας Γραφής, αλλά επίσης μνημονεύει και ό, τι ωφέλιμο έχει λεχθεί από τους Έλληνες κατά την κρίση του» (Άπαντα Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΕΠΕ 2, σ. 251, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Κλήμης αναφέρεται ως παράδειγμα εκκλησιαστικού δασκάλου, ο οποίος προσπάθησε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με τον Χριστιανισμό. Όμως δεν το έκανε χωρίς να παραχαράξει τον πρώτο. Τα μη ωφέλιμα που δεν μνημόνευσε στα έργα του, προφανώς ήσαν ασυμβίβαστα με τον Χριστιανισμό.

Ο Βασίλειος Καισαρείας, ένας από τους «μεγάλους» Καππαδόκες Πατέρες, αναφέρεται και αυτός στην επιλεκτική χρήση της φιλοσοφίας. «Στην ζωή αυτή λοιπόν οδηγούν οι άγιες Γραφές, με το να μας παιδαγωγούν με απόρρητες αλήθειες» (Προς τους νέους· Πως μπορούν να ωφεληθούν από τα ελληνικά γράμματα, ΕΠΕ 7, σ. 321).

Και συνεχίζει:

«Και εμείς ας είμαστε σώφρονες, αφού αποκομίσουμε απ’ αυτά όσον μας είναι οικείο και συγγενεύει προς την αλήθεια, τα υπόλοιπα θα τα παρατρέξουμε. Και , όπως, όταν κόβουμε από την τριανταφυλλιά το άνθος, παραμερίζουμε τα αγκάθια, έτσι και στην περίπτωση των συγγραμμάτων αυτών, αφού καρπωθούμε από αυτά όσον είναι χρήσιμο, ας προφυλαχθούμε από το βλαβερό» (ο. π. σ. 327).

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, αναφέρεται και αυτός στην μίξη της χριστιανικής θεολογίας με στοιχεία της ελληνικής σκέψης. Από την ανάγνωση ολόκληρης της σχετικής παραγράφου, γίνεται φανερό ότι αναφέρεται στα διατάγματα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, όπου απαγόρευε στους χριστιανούς να διδάσκουν τα ελληνικά μαθήματα. Και τούτο, διότι θεωρούσε (ο Ιουλιανός) υποκριτικό να διδάσκει κανείς κάτι το οποίο δεν αποδέχεται, αλλά να το κάνει μόνο και μόνο για βιοποριστικούς λόγους. Από τα λόγια του Σωκράτη, προκύπτει η επιλεκτικότητα όσων στοιχείων είναι συμβατά με τα χριστιανικά δόγματα, και η απόρριψη όσων δεν είναι. Για παράδειγμα, η επικούρεια φιλοσοφία -εξίσου ελληνική- απορρίπτεται διότι προωθεί την απρονοησία του Θεού. Άξιο παρατηρήσεως είναι ότι ταυτίζει την «ελληνική παιδεία» με τα όσα «φιλοσόφησαν οι Έλληνες», δείχνοντας έτσι τον εθνικό χαρακτήρα του ονόματος «Έλληνες» και όχι τον θρησκευτικό. Δεν θα είχε κάποια λογική συνέπεια αν το «Ελληνική» σήμαινε…«ειδωλολατρική», καθώς λέει ότι «πολλοί γαρ των παρ’ Έλλησι φιλοσοφησάντων ου μακράν του γνώναι τον Θεόν εγένοντο».

Επίσης, ότι χαρακτηρίζονται ως «πολέμιοι», δηλαδή ως «εχθροί», όσοι έχουν αντίθετες απόψεις από τις χριστιανικές. Το κριτήριο είναι πάντα η «αποκαλυπτική αλήθεια», και εντοπίζεται στην φράση «το δε καλόν και την αλήθειαν έχοντες, πάντα προσλαμβάνομεν δοκιμάζοντες».
Η Ελληνική παίδευσις ούτε παρά του Χριστού, ούτε παρά των αυτού μαθητών ή ως θεόπνευστος εδέχθη, ή ως επιβλαβής εξεβλήθη. Και τούτο, ως ηγούμαι, ουκ απρονοήτως εποίησαν· πολλοί γαρ των παρ’ Έλλησι φιλοσοφησάντων ου μακράν του γνώναι τον Θεόν εγένοντο. Και γαρ και προς τους απρονοησίαν εισάγοντας, οίον Επικούρειους, ή άλλως εριστικούς, μετά της λογικής επιστήμης γενναίως απήντησαν, την αμάθειαν αυτών ανατρέποντες…
(Εκκλησιαστική Ιστορία, 3.16).
Τούτο δε ουκ αν πεισόμεθα, ειμή όπλα των πολεμίων κτησαίμεθα, και εν τω κτάσθαι μη τα των πολεμίων φρονώμεν, αλλά το μεν κακόν εκτρεπόμεθα, το δε καλόν και την αλήθειαν έχοντες, πάντα προσλαμβάνομεν δοκιμάζοντες· το γαρ καλόν, ένθα αν η, ίδιον της αληθείας εστί.
(ο. π. 3,16)
Είναι ενδεικτικό και το απόσπασμα του Γρηγορίου Παλαμά, από τον Α’ Λόγο «Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων», όπου η φιλοσοφία είναι καλή…μόνο όπου εξυπηρετεί τα «θεία δόγματα»…
Εάν όμως κάποιος, επειδή η φιλοσοφία είναι φυσική, λέγει ότι αυτή δόθηκε από τον Θεό, είναι σωστό αυτό που λέγει και δεν διαφωνεί με μας και δεν εξαιρεί από την κατηγορία αυτούς που την χρησιμοποίησαν κακώς και τέλος την κατάντησαν στο παρά φύση· αυξάνει μάλιστα περισσότερο την καταδίκη αυτών, γιατί δεν χρησιμοποίησαν με τρόπο αγαπητό στο Θεό τα δοσμένα από αυτόν. Άλλωστε και ο δαιμόνιος νους, αφού έχει δημιουργηθεί από τον Θεό, έχει κατά φυσικό τρόπο τη φρόνηση του Θεού, αλλά δεν θα πούμε ότι έχει από τον Θεό και την ενέργειά του, αν και έχει από τον Θεό τη δυνατότητα της ενέργειας· γι’ αυτό και δίκαια θα χαρακτηρίζονταν αυτή παραφροσύνη μάλλον, παρά φρόνηση. Έτσι λοιπόν, και ο νους των έξω φιλοσόφων είναι θείο δώρο έχοντας έμφυτη τη φρόνιμη σοφία, επειδή όμως εκτράπηκε εξ αιτίας των διαβολών του πονηρού, μετασχηματίστηκε σε μωρή και πονηρή και ανόητη σοφία, σαν προϊσταμένη τέτοιων δογμάτων. Και αν κάποιος πάλι έλεγε ότι ούτε η επιθυμία και η γνώση των δαιμόνων είναι κάτι εντελώς κακό, γιατί αυτοί ποθούν να υπάρχουν και να ζουν και να σκέπτονται, πρώτον βέβαια δίκαια θα αντακούσει πάλι από εμάς εκείνο, ότι δεν δυσανασχετεί δικαιολογημένα, όταν εμείς αποκαλούμε δίκαια την ελληνική σοφία μαζί με τον Αδελφόθεο δαιμονιώδη, επειδή είναι γεμάτη από έριδα και περιέχει κάθε σχεδόν φαύλο δόγμα, εφόσον μάλιστα έχει εκπέσει και από τον σκοπό της, τη θεογνωσία δηλαδή· γιατί και έτσι θα γίνει μέτοχη του αγαθού κατά το τελευταίο και αμυδρό απήχημα. Έπειτα απαιτούμε να σκεφθεί αυτός και αυτό, ότι κανένα κακό δεν είναι κακό, καθότι υπάρχει, αλλά καθότι εξέπεσε από την κατάλληλη και πρέπουσα ενέργεια και τον σκοπό της ενέργειας. Ποιο είναι λοιπόν το έργο και ο σκοπός εκείνων που αναζητούν τη σοφία του Θεού στα κτίσματα; Δεν είναι η εύρεση της αλήθειας και η δοξολογία του Δημιουργού; Είναι φανερό στον κάθε ένα. Αλλά η γνώση των έξω φιλοσόφων απέτυχε και στα δύο. Υπάρχει όμως και κάτι χρήσιμο σε αυτήν για μας; Βεβαιότατα. Άλλωστε και στα αφαιρούμενα από τις σάρκες των φιδιών υπάρχει πολύ δραστικό και θεραπευτικό υλικό και οι γιατροί θεωρούν άριστο και χρησιμότατο αντίδοτο το παρασκεύασμα από αυτά. Και στα δηλητήρια που παρασκευάζονται προς εξαπάτηση αναμιγνύονται και τα γλυκύτερα από τα φαγώσιμα, επειδή μπορούν να συγκαλύψουν την περίτεχνη κατασκευή. Υπάρχει λοιπόν κάτι χρήσιμο σε αυτά, και ίσως μάλιστα πολύ, σαν μέλι που αναμίχθηκε με κώνειο, αλλά υπάρχει και πολύς φόβος, μήπως, ξεχωριζόμενο από εκεί το χρήσιμο, παραληφθεί μαζί κατά λάθος κάποιο θανατηφόρο υπόλειμμα.
(Άπαντα Γρηγορίου Παλαμά, ΕΠΕ 2, σελ. 87- 91, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Όπως αναφέρει ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης, στο έργο του «Οδηγός»…
Έπρεπε όμως πριν από όλα να γνωρίζουν, ότι η παράδοση της καθολικής Εκκλησίας δεν συμφωνεί, ούτε ακολουθεί σε όλα τους φιλοσοφικούς όρους των Ελλήνων, ιδιαίτερα μάλιστα στο μυστήριο για τον Χριστό και στο λόγο για την αγία Τριάδα. Αντίθετα συμβαδίζει, όπως πρέπει στον Θεό, με κάποιο ιδιαίτερο, ευαγγελικό και αποστολικό κανόνα.
(Φιλοκαλία τ. 13 Α΄, σ. 39, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Αν δεν ακολουθεί σε όλα, άρα ακολουθεί σε ορισμένα. Όμως, το λυπηρότερο της όλης υποθέσεως, είναι ότι οι εκκλησιαστικοί πατέρες καταφρόνησαν και καταδίκασαν την ελληνική σκέψη στην ουσία της. Αυτό θα καταδειχθεί μέσα από τα έργα των ιδίων.

2. Στην πραγματικότητα οι εκκλησιαστικοί πατέρες ήταν περιφρονητές της αρχαίας ελληνικής σκέψης – Αποδείξεις από τα πατερικά κείμενα
Ο λόγιος αρχιμανδρίτης, Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, με ειλικρίνεια συνοψίζει την πατερική γραμμή…
Τόσον η ταπεινότης μου, όσον και πολλοί άλλοι, δεν βλέπομεν συγγενείας και συζεύξεις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, αλλά χάσματα και αβύσσους. Ο δεύτερος, ως νομίζομεν, είναι άρνησις και καταδίκη της ουσίας του πρώτου.

 Η ελληνική σοφία λαμβανομένη αυτοτελώς (άνευ ουδεμιάς, δηλαδή, συγκρίσεως προς το ευαγγέλιον), είναι αξία τιμής, ενίοτε δε και θαυμασμού. Έχει ποιαν τινα αξίαν και ωφέλειαν, ως έχει και το φέγγος των αστέρων εν τη νυκτί, οπότε ο ήλιος απουσιάζει. Αλλ’ όπως, ανατελλούσης της ημέρας και του ηλίου φαινομένου, το φέγγος των αστέρων εκμηδενίζεται πάμπαν, ούτω και ενώπιον του άδυτου και ανεσπέρου της Αληθείας Ηλίου, του Σωτήρος Χριστού, η ελληνική σοφία, ως και πάσα ανθρώπινη σοφία, αποδεικνύεται μωρία απύθμενος. Εμωράνθησαν πλέον (ως ψάλλομεν εν τω Ακαθίστω) οι δεινοί συζητηταί, άμα δ’ εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί. Άσοφοι οι φιλόσοφοι εδείχθησαν, άλογοι δ’ οι τεχνολόγοι ηλέχθησαν. Διεσπάσθησαν αι των Αθηναίων σοφών και ρητόρων πλοκαί, και μόνον των αλιέων της Γαλιλαίος αι σαγήναι δεν έμειναν κεναί. Οσάκις λοιπόν οι Πατέρες χαρίζονται εις την Ελληνικήν σοφίαν και βλέπουσιν ωφέλειαν τινα εις αυτήν, λαμβάνουσιν αυτήν αυτοτελώς.

Και ότι η ελληνική σοφία, αυτοτελώς κρινομένη, έχει αξίαν τινά, είναι αναμφισβήτητον. Υπάρχει όμως χωρίον των μεγάλων Πατέρων, ένθα αυτή επαινείται, θεωρούμενη εν συγκρίσει προς τον Χριστιανισμόν; Υπάρχει χωρίον των Πατέρων ομιλούν περί του δυνατού συζεύξεως Ελληνικού και Χριστιανικού πνεύματος, περί του δυνατού συγκράσεως ελληνικών και Χριστιανικών στοιχείων; Οι Πατέρες, οσάκις βλέπουσι την Ελληνικήν σοφίαν εν αντιπαραβολή και συγκρίσει προς τον Χριστιανισμόν, δεν πλέκουσι δι’ αυτήν στεφάνους, αλλά μαστίγια, δεν ευρίσκουσιν αυτήν σοφίαν, αλλά μωρίαν και άνοιαν, δεν ετοιμάζουσι δι’ αυτήν θρόνους παρά ή, έστω, υπό τον θρόνον του Χριστιανισμού (ως πράττομεν ημείς δια των «Ελληνοχριστιανικών» συνθέσεων), αλλά βάραθρα, εις ά και καταρρίπτουσιν αυτήν ως ματαίαν και άχρηστον.
(Περί τας «Ελληνοxριστιανικάς συνθέσεις», Άρθρα – Μελέται Επιστολαί. Τόμος Α’. Αθήνα 1986)
Ας ξεκινήσουμε από τους τρεις «Ιεράρχες», τους σημαντικότερους Πατέρες που θεωρούνται ως τιμητές των γραμμάτων και της ελληνικής παιδείας.

Ο πρωτοπρεσβύτερος Ι. Ρωμανίδης, ο άνθρωπος που συνετέλεσε στην στροφή της ορθόδοξης θεολογίας στην Ελλάδα στους αρχαίους εκκλησιαστικούς Πατέρες, γράφει σχετικά για τους τρεις «Ιεράρχες» των ελληνικών γραμμάτων:
Εδώ στην Ελλάδα το μόνο κριτήριο μεγαλειότητος είναι το αν είναι κάτι από την αρχαία Ελλάδα. Γι’ αυτό και η εορτή των Τριών Ιεραρχών εδώ στην Ελλάδα έχει πάρει αυτήν την μορφή που έχει, ότι δηλαδή οι Τρεις Ιεράρχες είναι συνεχιστές του μεγάλου Ελληνικού πνεύματος της αρχαίας Ελλάδος. Αν όμως διαβάσει κανείς τους Τρεις Ιεράρχες και προ παντός τον ιερό Χρυσόστομο, θα δη ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνέχεια επικρίνει τους αρχαίους Έλληνες. Ο Χρυσόστομος είναι μεγάλος «υβριστής» των αρχαίων Ελλήνων. Για τον Χρυσόστομο δηλαδή το όνομα Έλληνας, που είχε καταλήξει να σημαίνει ειδωλολάτρης, είναι μία βρισιά και τίποτε άλλο. Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος, όπως και ο Γρηγόριος ο Νύσσης δεν πάνε πολύ πίσω στο θέμα αυτό.
(Πατερική θεολογία, κεφ. 16, εκδόσεις Παρακαταθήκη)
Κατά τον Γρηγόριο Νύσσης, ο θείος λόγος είναι ανώτερος της φιλοσοφίας…
Κάθε ανθρώπινη σοφία και γνώση των όντων και κάθε δύναμη διανοητική και αντιληπτική φαντασία βρίσκεται σε αδυναμία να σταθεί συγκρινόμενη δίπλα στην απλούστερη τροφή των θείων διδασκαλιών. Το γάλα δηλαδή προέρχεται από τους μαστούς και είναι τροφή των νηπίων, ενώ το κρασί το απολαμβάνουν οι ωριμότεροι για τόνωση και θερμότητα. Αλλά όμως το τέλειο της εξωτερικής σοφίας είναι ευτελέστερο από τη διδασκαλία του θείου λόγου για τα νήπια.
(Ερμηνεία στο Άσμα Ασμάτων, ΕΠΕ 7, σ. 45, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Ο Βασίλειος Καισαρείας, του οποίου η φιλοσοφική παιδεία προβάλλεται από τους ημιμαθείς ως δήθεν απόδειξη των «ελληνοχριστιανικών συνθέσεων», παραλληλίζει το κάλλος της θύραθεν διδαχής με το κάλλος της πόρνης!

«Διότι όσο προτιμότερο είναι το κάλλος των αγνών γυναικών από το κάλλος των πορνών, τόση είναι και η διαφορά της δική μας διδαχής από την έξω» (Άπαντα Βασιλείου, Εξαήμερος, ΕΠΕ 4, σ. 135, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Σε άλλο σημείο, με θλίψη και απογοήτευση αναφέρεται στα νεανικά του χρόνια όπου μαθήτευσε στην ελληνική φιλοσοφία. Χαμένα χρόνια, σύμφωνα με τον ίδιο τον Βασίλειο τον «Μέγα»…
Εγώ δαπάνησα πολύ χρόνο εις την ματαιότητα και αφάνισα σχεδόν όλη την νεότητά μου εις την ματαιοπονία, εις την οποία διέτριψα ασχολούμενος με την πρόσληψη των διδαγμάτων της υπό του Θεού μωρανθείσας σοφίας. Όταν κάποτε, σαν να σηκώθηκα από βαθύ ύπνο, κοίταξα μεν προς το θαυμαστό φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, είδα το άχρηστο της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων, θρήνησα για την ελεεινή μου ζωή και ευχήθηκα να μου προσφερθεί χειραγωγία, για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσέβειας.
(Άπαντα Βασιλείου Καισαρείας, Επιστολή προς Ευστάθιο Σεβαστηνό, ΕΠΕ 2, σ. 71, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Ο Ιωάννης ο «Χρυσόστομος», πρωτοστάτης και υποκινητής των χριστιανικών βανδαλισμών, αφού έπειθε τις πλούσιες χριστιανές να προσφέρουν τον «οβολό» της καταστροφής, αναφέρει ότι από το στόμα των Ελλήνων βγαίνουν λόγοι μάταιοι και ακάθαρτοι.

«Οι λόγοι που απορρέουν από το στόμα των Ελλήνων είναι μάταιοι και ακάθαρτοι» (Άπαντα Ι. Χρυσοστόμου, Ομιλία 4η Εις την Α΄ Κορινθίους, ΕΠΕ 18, σ. 113, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Ελληνισμός παρουσιάζεται ως ληστής που κλέβει ψυχές, αλλά καταλύθηκε από την δύναμη του Χριστού!

«Ο μεν γαρ Ελληνισμός πανταχού της γης εκταθείς και τας απάντων ανθρώπων ψυχάς κατάσχων, ούτως ύστερον μετά την τοσαύτην ισχύν και την επίδοσιν υπό της του Χριστού κατελύθη δυνάμεως» (Ομιλία εις Μακάριον Βαβύλαν, ΕΠΕ 34, σ. 428, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Σε άλλα σημεία, γράφει:
«Γιατί λοιπόν μεγαλοφρονείς για το θέμα, για το οποίο έπρεπε να ντρέπεσαι; Εάν δηλαδή η σοφία αυτή πολεμά τον σταυρό και μάχεται τα ευαγγέλια, δεν πρέπει να επαίρεσαι για αυτήν, αλλά απεναντίας να αισθάνεσαι ντροπή· διότι η αιτία για την οποία οι απόστολοι δεν υπήρξαν κατά κόσμο σοφοί, δεν είναι η αδυναμία του χαρίσματος, αλλά η πρόνοια να μην βλαφτεί το κήρυγμα».
(Άπαντα Ι. Χρυσόστομου, Ομιλία 3η εις την Α΄ Κορινθίους, ΕΠΕ 18, σ. 71, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
«Όπου λοιπόν υπάρχει η σοφία του Θεού, δεν χρειάζεται πλέον η ανθρώπινη σοφία» (Άπαντα Χρυσοστόμου, Ομιλία 4η εις την Α΄ Κορινθίους, ΕΠΕ 18, σ. 93, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Γρηγόριος Νύσσης, άλλος ένας εκκλησιαστικός διδάσκαλος που προβάλλεται ως συμφιλιωτής της ελληνικής σκέψης με τον Χριστιανισμό, γράφει..
Γιατί αληθινά είναι άγονη η εξωτερική μόρφωση που πάντοτε έχει ωδίνες και ποτέ δεν γεννά ζωντανό παιδί. Ποιος είναι ο καρπός των πολύχρονων πόνων της που μας έδειξε άξιος για τόσους και τέτοιους πόνους; Δεν είναι όλοι ανεμογεννήματα κι όλοι ανολοκλήρωτοι που αποβάλλονται πριν φτάσουν στο φως της θεογνωσίας, που θα μπορούσαν ίσως να γίνουν άνθρωποι, αν δεν κλείνονταν καθόλου στους κόλπους της άγονης σοφίας. […] Αν ασχολούμαστε κατά τον καιρό της μόρφωσής μας με τους εξωτερικούς λόγους, να μη μένουμε δίχως το γάλα της Εκκλησίας.
(ΕΠΕ 9, σ. 193, Στον βίο του Μωυσή, λόγος Β΄, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Άγονη, λοιπόν, η θύραθεν σοφία, άνευ των Γραφών.

Ο Γρηγόριος ο «Θεολόγος», θεωρεί ότι οι επιστημονικές γνώσεις είναι άχρηστες: «Να θυμάσαι το εξής· ότι δηλαδή από όλους αυτούς που εξάγουν συμπεράσματα, ή ασχολούνται με την γεωμετρία ή την αστρονομία, δεν θα ωφεληθεί καθόλου η ζωή μας» (Εις Ήρωνα τον φιλόσοφο, Άπαντα Γρηγορίου, ΕΠΕ 3, σ. 263).

Ο εκκλησιαστικός επίσκοπος Θεοδώρητος Κύρου, εξιστορώντας τα σχετικά με την δοξασία του Αρείου, θεωρεί ότι «ο παμπόνηρος και βάσκανος δαίμων» πλάνησε με την Ελληνική φιλοσοφία «άνδρας της μεν Χριστιανικής προσηγορίας ηξιωμένους, φιλοτιμία δε και κενή δόξη δεδουλωμένους», τους οποίους και «όργανα τούτους των οικείων απέφηνε τεχνασμάτων». Με αυτόν τον τρόπο «την Ελληνικήν πλάνην δήλη γεγενημένην και φωραθέντα τα ποικίλα των δαιμόνων τεχνάσματα», κατόρθωσε να κάνει ορισμένους χριστιανούς όχι πια να λατρεύουν την κτίση όπως στα προχριστιανικά χρόνια, αλλά «τον Ποιητήν και δημιουργόν συνταχθήναι τη κτίσει κατασκευάσας» (Τόμος Α΄ εκκλησιαστικής ιστορίας). Αποκαλεί την ελληνική κοσμοαντίληψη ως «πλάνην» και «δαιμόνων τεχνάσματα». Δηλαδή, συνδέει τις αποκλίσεις από το «ορθόδοξο» δόγμα με επιρροές από τους αρχαίους Έλληνες φιλόσοφους. Από αυτό φαίνονται δύο πράγματα: Αφενός υπήρχε εποχή όπου δεν έχουμε ακόμα αυστηρά καθορισμένα δόγματα πίστεως, παρά μόνο ποικίλες θεολογικές απόψεις και αφετέρου ότι η ελληνική σκέψη επηρεάζει ακόμα τους χριστιανούς θεολόγους. Στο ίδιο έργο, αναφέρεται στον Εφραίμ τον Σύριο και τον Δίδυμο τον τυφλό. Για τον πρώτο αναφέρει ότι «τους πολυσχιδείς των Ελλήνων διήλεγξε πλάνους», και για τον δεύτερο ότι «ποιητικών και ρητορικών μετέλαχε παιδευμάτων, αριθμητικής τε και γεωμετρίας και αστρονομίας και των Αριστοτέλους συλλογισμών και της Πλάτωνος ευεπείας», αλλά «ουχ ως αλήθειαν εκπαιδεύοντα, αλλ’ ως όπλα της αληθείας κατά του ψεύδους γιγνόμενα» (ο. π. τ. 4).

Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος, διευκρινίζει την διαφορά της «αληθινής» σοφίας της οποίας η δύναμη έγκειται από την θεία δύναμη, από την σοφία των Ελλήνων που βρίσκεται μόνο στον λόγο. Ένα άλλο Πατερικό χωρίο, όπου καθίσταται φανερό, ότι η «πραγματική» φιλοσοφία έχει πια ταυτιστεί με την θεολογία.
Διότι εκείνοι είναι πραγματικά σοφοί και πολεμιστές και ανδρείοι και φιλόσοφοι του Θεού που οδηγούνται και ποιμαίνονται ως προς τον εσωτερικό άνθρωπο από την θεϊκή δύναμη. Διότι οι φιλόσοφοι των Ελλήνων μαθαίνουν λόγους, ενώ άλλοι είναι «απαίδευτοι στον λόγο», ευφραίνονται και νιώθουν αγαλλίαση με την χάρη του Θεού, και είναι άνδρες θεοσεβείς. Ας ξεχωρίσουμε λοιπόν ποιοι είναι καλύτεροι. «Με έργα και θεία δύναμη», λέγει, «εγκαθίσταται η βασιλεία του Θεού στις ψυχές» όχι με λόγια, αλλά με έργα και θεία δύναμη (ΙΖ΄ ομιλία, Φιλοκαλία τ. 7, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τον «Ασκητικό λόγο» του Νείλου του μοναχού…
Επιχείρησαν πολλοί, και Εθνικοί και Ιουδαίοι, να φιλοσοφήσουν. Μόνο όμως οι μαθητές του Χριστού προσπάθησαν να μάθουν την αληθινή φιλοσοφία, γιατί, μόνο αυτοί είχαν δάσκαλο τη Σοφία (το Χριστό), που έδειξε με έργα την επιμέλεια και την εργασία της αληθινής φιλοσοφίας. Οι πρώτοι, δηλ. οι Έλληνες, σαν να έπαιζαν δράμα πάνω στη σκηνή φόρεσαν ξένο προσωπείο, έχοντας άδειο όνομα φιλοσοφίας, χωρίς να έχουν την αληθινή φιλοσοφία και επιδεικνύοντας τη φιλοσοφικότητά τους με το να φορούν τρίβωνα και να έχουν γενειάδα και ραβδί. […] Γιατί, φιλοσοφία είναι ορθή τοποθέτηση του χαρακτήρα, ενωμένη με αληθινή γνώση περί του Όντος, δηλαδή Θεού. Απ’ αυτή πλανήθηκαν και οι δύο, Ιουδαίοι και Έλληνες, γιατί αποποιήθηκαν την Σοφία που ήρθε από τον ουρανό και προσπάθησαν να φιλοσοφήσουν χωρίς Χριστό, που είναι ο μόνος που μας έδειξε με έργο και με λόγο την αληθινή φιλοσοφία.
(Φιλοκαλία των Νηπτικών, εκδόσεις Το περιβόλι της Παναγίας, τόμος Α΄, σ. 235)
Στον «Ακάθιστο» ύμνο, που ψάλλεται από τους χριστιανούς προς τιμήν της «Θεοτόκου» σε όλους τους ορθόδοξους ναούς κατά τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αναφέρονται μεταξύ των άλλων, και οι εξής «χαιρετισμοί»:
Χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα· Χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα· Χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί· Χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί· Χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα· Χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα.
Με αυτά τα ανιστόρητα και πλήρη γελώτων άσματα, ευφραίνονται όσοι τα καταλαβαίνουν από το χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Ο Τατιανός, ένας Σύριος απολογητής και μέγας ανθέλληνας αλλά και νοθευτής των ευαγγελίων (το «Διατεσσάρων» ευαγγέλιο -μια νοθευμένη σύνθεση των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων σε ένα- ήταν σε χρήση από την χριστιανική Εκκλησία ως τον 5ο αιώνα), στο έργο του «Λόγος προς Έλληνας» το οποίο «ο Ευσέβιος εξεχώρισεν από όλα τα συγράμματα του Τατιανού (…) δια να τον επαινέση ιδιαιτέρως ως κάλλιστον και ωφελιμώτατον και να τον χαρακτηρίση ως διαβόητον» (Τατιανός, Απολογητές, ΕΠΕ 2, εισαγωγή, εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς), γράφει τα εξής:

«Μη έχετε τόσον εχθρικήν διάθεσιν προς τους βαρβάρους, ω Έλληνες, μήτε να περιφρονείτε τα δόγματά των. Διότι ποιος θεσμός σας δεν ανάγει την σύστασίν του εις τους βαρβάρους;» (ο. π σ. 29).

«Διότι τι αξιόλογον διετυπώσατε φιλοσοφούντες; Ποιος δε από τους πολύ σπουδαίους απέφυγε την αλαζονείαν;»
(σελ.31).

Οι Έλληνες έχουν αλλόκοτη γνώμη και ακολουθούν τους δαίμονες.

«Τοιούτοι τινές εστέ και υμείς , ω Έλληνες, ρήμασι μεν στώμυλοι (= ευφραδείς), γνώμιν δε έχοντες αλλόκοτον (…) ισχυροίς νομίζοντες τοις δαίμοσι κατακολουθείν» (ο. π σ. 54).

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας, επίσκοπος του 2ου αιώνος, στα έργα του «Προς Αυτόλυκον», αφενός κάνει χρήση του όρου «Έλληνες» σε επίπεδο έθνους, αφετέρου καθυβρίζει και μάλιστα ονομαστικά.

Αναφέρεται στο πρώτο βιβλίο: «Ει δε και Έλληνας είποις και τα λοιπά έθνη, σέβονται λίθους και ξύλα και την λοιπήν ύλην» (Απολογητές ΕΠΕ 2, σ. 340, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Μωρός και κενός ο ελληνικός λόγος, και αν υπάρχει κάτι αληθινό, είναι ανακατεμένο με την πλάνη:

«Δοκεί δε τα υπό των φιλοσόφων ή συγγραφέων και ποιητών ειρημένα αξιόπιστα μεν είναι παρά το φράσει κεκαλλωπίσθαι· μωρός δε και κενός ο λόγος αυτών δείκνυται, ότι πολλή μεν πληθύς της φλυαρίας αυτών εστίν, το τυχόν δε της αληθείας εν αυτοίς ουχ ευρίσκεται. Και γαρ ει τι δοκεί αληθές δι’ αυτών εκπεφωνήσθαι, σύγκρασιν έχει τη πλάνη» (ο. π. σ. 384).

Για τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας, τον λεγόμενο «στύλο της Ορθοδοξίας», ο σταυρός του Ιησού είναι ανώτερος της ελληνικής σκέψης, η οποία χαρακτηρίζεται ως «αληθοφανής», πράγμα που σημαίνει ότι στο βάθος της είναι ψεύτικη.
Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων έγραψαν πολλά με αληθοφάνεια και τέχνη· παρουσίασαν λοιπόν κάτι τόσο μέγα όσο ο σταυρός του Χριστού; Διότι μέχρι του θανάτου των τα σοφίσματά των είχαν την αληθοφάνεια, αλλά και όσα θεωρούσαν όταν ήσαν ζώντες, ότι έχουν ισχύν, ήσαν αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ των και φιλονικούσαν μεταξύ των δια την θεωρία των.
(Άπαντα Αθανασίου, Περί Ενανθρωπήσεως, ΕΠΕ 1, σ.359, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Πότε μωράθηκε η σοφία των Ελλήνων, παρά όταν η αληθής Σοφία του θεού φανερώθηκε επί της γης;
(ο. π. σ. 347).
Η σοφία των Ελλήνων δεν προκόβει πια και η υπάρχουσα στο εξής εξαφανίζεται.
(ο. π. σ. 369)
Όσοι εκ των Ελλήνων προσχωρούν ακόμη και τώρα στην Εκκλησία, αφού εγκαταλείψουν την δεισιδαιμονία των ειδώλων, δεν λαμβάνουν την ονομασία εκ του ονόματος αυτών οι οποίοι τους κατηχούν, αλλά του Σωτήρα, και αρχίζουν να ονομάζονται αντί Έλληνες Χριστιανοί.
(Άπαντα Αθανασίου, Κατά Αρειανών Α΄, ΕΠΕ 2, σ. 35, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Σημειώνουμε εδώ, ότι όχι μόνο δεν συμβιβάζονται, αλλά ακόμα και το όνομα αλλάζει.

«Έτσι και οι Έλληνες, αν και ομολογούν με το στόμα τον Θεόν, όμως υπόκεινται στην κατηγορία της αθεΐας (κείμενο: «αθεότητος έχουσι το έγκλημα»), διότι δεν γνωρίζουν τον πραγματικά υπάρχοντα και αληθινό Θεό» (ο. π. σ. 335).

Απορίας άξιο, το πώς υπάρχουν άνθρωποι που τολμούν να λένε ότι ο Χριστιανισμός είναι συνέχεια του Ελληνισμού, προάγγελος, από την στιγμή που ξεκάθαρα ο Αθανάσιος λέει ότι οι Έλληνες δεν είχαμε ιδέα περί του αληθινού θεού. Τα ίδια αναφέρει και αλλού.

«Οι Έλληνες και οι αιρετικοί δεν έχουν θεογνωσία, αλλά μόνη η καθολική Εκκλησία» (Άπαντα Αθανασίου, Προς Μαρκελλίνο, ΕΠΕ 5, σ. 53, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Ευσέβιος Καισαρείας, διαχωρίζει εντελώς την διδασκαλία των φιλοσόφων (που χαρακτηρίζονται «άθεοι»), από αυτήν των Γραφών.
Εγκαταλείψαντες τας αγίας Γραφάς του Θεού, ασχολούνται ε την γεωμετρία, με την δικαιολογία ότι είναι εκ της γης, λαλούν περί της γης και αγνοούν τον ερχόμενο από άνω. Ο Ευκλείδης λοιπόν γεωμετρεί φιοπόνως ανάμεσα σε μερικούς από αυτούς, ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος, θαυμάζονται, ενώ ο Γαληνός ίσως και προσκυνείταιαπό μερικούς. Τι χρειάζεται και να πούμε ότι αυτοί οι οποίοι κάνουν κατάχρηση των τεχνών των απίστων χάριν της διδασκαλίας της αιρέσεώς τους και απαλλάσσουν την άδολη πίστη των θείων Γραφών με την πανουργία των αθέων, δεν είναι ούτε πλησίον της πίστεως;
(Άπαντα Ευσεβίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, ΕΠΕ 2, σ. 215, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, σε αλληγορική φράση του Γρηγορίου του «Θεολόγου» που αναφέρει ότι «δεν ανέχομαι μια πηγή να φράζει και το χείμαρρο να κυλά», εξηγεί ότι «πηγή είναι η ευαγγελική διδασκαλία, που πάντα αναβλύζει με την πίστη, ενώ χείμαρρος η εξωτερική φιλοσοφία, που αντλεί την πειθώ της μόνο από το λόγο» (Απάντα Μάξιμου, Ερωταποκρίσεις, ΕΠΕ 14 Α΄, σ.155, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς). Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία δεν είναι ανεκτή στο να κυλά.

Για τον ίδιο τον Μάξιμο, αναφέρεται στον βίο του, ότι «ασκήθηκε με πολλή επιμέλεια στη γραμματική και την άλλη εκπαίδευση, τη ρητορική και την τέχνη του λόγου την έφτασε στο ακρότατο σημείο, και άκουσε μαθήματα φιλοσοφίας με τόση φιλοπονία, ώστε κανένα δεν άφησε να τον πλησιάσει έστω κι από μακριά». Η επιλεκτική χρήση της, ωστόσο, φαίνεται λίγο παρακάτω, όπου αναφέρεται: «Όμως όχι έτσι όπως τύχαινε και χωρίς διάκριση, αλλά, αφού απομάκρυνε και απέβαλε το σοφιστικό της μέρος και ό, τι σχετιζόταν με απάτη και παραλογισμούς, αποδέχθηκε ό, τι αναφερόταν σε λόγους και δόγματα και λογικές μεθόδους και αποδείξεις» (Εις τον βίο του Μάξιμου του Ομολογητού, σ. 279, ΕΠΕ 15Γ, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Ο Φώτιος, αν και είναι από τις λιγοστές εξαιρέσεις λόγιου χριστιανού ιεράρχη που αγαπά την ελληνική φιλοσοφία, εντούτοις στα έργα του φαίνεται η διάκριση της «καθ’ ημάς» φιλοσοφίας (δηλαδή της χριστιανικής) και της «θύραθεν» (Αμφιλόχια, Μυριόβιβλος).

Αναφερόμενος στον Ανδρονικιανό, γράφει ότι «είναι της φιλοσοφίας εραστής στο ήθος, στη σκέψη και στη μορφή του λόγου του, ως προς την πίστη όμως είναι Χριστιανός» (Άπαντα Φωτίου, Μυριόβιβλος, ΕΠΕ 5, σ. 59, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Στην «Ευαγγελική Προπαρασκευή», ο Ευσέβιος αντιδιαστέλλει τον Εβραϊσμό από τον Ελληνισμό, λέγοντας ότι οι χριστιανοί προτίμησαν την εβραϊκή σκέψη! Συνεπώς και εδώ φαίνεται το ασυμβίβαστο. «Τισί ποτέ λόγοις την καθ’ Εβραίους φιλοσοφίαν της Ελληνικής προτετιμήκαμεν» (Α,1). Και στην θεολογία το ίδιο: «Μη άνευ λόγου σώφρονος δευτέρα θέμενοι τα της Ελλήνων φιλοσοφίας, την παρ’ Εβραίους θεολογίαν προτετιμήκαμεν» (Δ 1).

Ο Αναστάσιος ο Σιναίτης γράφει: «Ούτε ο διάβολος θα τολμήσει να προτιμήσει την Ελληνική σοφία πάνω από την Μωσαική και προφητική και ευαγγελική και αποστολική παράδοση» (Άπαντα Αναστασίου Σιναίτη, Οδηγός, Φιλοκαλία τ. 13 Α΄, σ. 119, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Στο ψευδεπίγραφο βιβλίο των «Αποστολικών Διαταγών», οι χριστιανοί προτρέπονται στα εξής:
Να μένεις μακριά από τα εθνικά βιβλία. Τι σου χρειάζονται άλλωστε τα ξένα λόγια ή οι νόμοι ή οι ψευδοπροφήτες, τα οποία μάλιστα και απομακρύνουν από την πίστη τους ελαφρόμυαλους; Τι δηλαδή σου λείπει στο νόμο του Θεού, για να στραφείς προς εκείνα τα ειδωλολατρικά παραμύθια; Γιατί είτε ιστορικά γεγονότα θέλεις να διαβάσεις, έχεις τα βιβλία των Βασιλειών· είτε φιλοσοφικά και ποιητικά, έχεις τους Προφήτες, τον Ιώβ και τον συγγραφέα των Παροιμιών, στους οποίους βρίσκεις περίσσεια σκέψη ποιήσεως και σοφίας, γιατί είναι λόγια του μόνου σοφού Κυρίου. Εάν πάλι έχεις όρεξη για ασματικά κείμενα, έχεις τους Ψαλμούς· εάν θέλεις να μάθεις για τη δημιουργία των αρχαίων, έχεις τη Γένεση· είτε, τέλος, θέλεις να γνωρίσεις νόμους και εντολές, έχεις τον ένδοξο Νόμο του Κυρίου. Μείνε με δύναμη λοιπόν μακριά από όλα τα ξένα και διαβολικά.
(Αποστολικοί Πατέρες, ΕΠΕ 1,σ. 43)
Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ισχυρίζεται ότι ο φιλοσοφικός λόγος είναι ασύνετος. «Των Ελλήνων σοφοίς γραώδη και ασύνετον λόγον» (Ερμηνεία στον Ησαία, ΕΠΕ 17, σ. 265, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς).

Τα ελληνικά δόγματα είναι αλλόκοτα και μη πρέποντα σε έναν φιλόθεο νου: «Ο μεν ουν φιλόθεος νους και των αλλοκότων απηλλαγμένων δογμάτων Ελληνικής τε ως πορρωτάτω δεισιδαιμονίας αναφυγώ» (Εις τον κατά Ιωάννην ευαγγέλιον, τ. Ε΄)

Τα άπαντα των Ελλήνων είναι ψευδή: «Ψευδή δε και των Ελλήνων άπαντα, σοφία και λόγοι» (Εις τους Ψαλμούς, ια΄)

Οι σοφοί των Ελλήνων δεν δίδαξαν τίποτα το αναγκαίο: «Οι παρ’ Ελλησι σοφοί ουδέν των αναγκαίων ημάς δίδαξαν. […] Η γαρ πνευματική ευτροφία ανθίστασθαι αυτών ποιεί και ακαθάρτοις πνεύμασι και της εν πλάνης δασκάλοις». (Εις τους Ψαλμούς, κβ΄)

Και κλείνουμε το άρθρο με τα λόγια του «κατεξοχήν δογματολόγου» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον Ιωάννη Δαμασκηνό…
Τα προσκυνούμε και τα αγκαλιάζουμε και τα καταφιλούμε και τα ασπαζόμαστε με τα μάτια και τα χείλη και την καρδιά, όπως επίσης και ολόκληρη την Παλαιά και Καινή Διαθήκη και τους λόγους των αγίων και διακεκριμένων πατέρων, ενώ τα αισχρά και βδελυρά και ακάθαρτα γραφόμενα των καταραμένων Μανιχαίων και των Ελλήνων και των άλλων αιρέσεων, τα αποστρεφόμαστε και τα απορρίπτουμε, επειδή περιέχουν ψεύτικα και μάταια πράγματα και έχουν εφευρεθεί για τη δόξα και χαρά του Διαβόλου και των δαιμόνων του.
(Άπαντα Ι. Δαμασκηνού, Περί εικόνων Β΄ λόγος, ΕΠΕ 3, σ. 125, εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς)
Συμπληρωματικές απαντήσεις εις τα περί ελληνοχριστιανικών συνθέσεων – Απαντήσεις σε νέα ψευδο-επιχειρήματα

Έχουμε παρουσιάσει χωρία από τους πατέρες της Εκκλησίας στα οποία είτε αποκηρύσσουν την ελληνική φιλοσοφία στο σύνολό της, είτε μέρος της -με την προϋπόθεση ότι οτιδήποτε αποδεκτό δεν μπορεί να μπει παραπάνω από την «αποκάλυψη» όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στις Γραφές. Πιο συγκεκριμένα, παρουσιάσαμε αποσπάσματα από «πατέρες της ερήμου» (όπως τον Διάδοχο Φωτικής, τον Αναστάσιο τον Σιναϊτη), από τους πρώτους απολογητές (όπως τον Ιουστίνο) και από πατέρες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο ως προς τη διαμόρφωση των ορθόδοξων χριστιανικών δογμάτων (όπως τον Βασίλειο Καισαρείας, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Αθανάσιο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Νύσσης, Γρηγόριο τον Θεολόγο, Ιωάννη «Χρυσόστομο», Γρηγόριο Παλαμά). Πάντα με την συμμαρτυρία επιφανών καθηγητών της πατρολογίας και της δογματικής (Στ. Παπαδόπουλο, Παν. Χρήστου, Χρ. Ανδρούτσο) και επιφανών σύγχρονων εκκλησιαστικών (Ι. Ρωμανίδη, Φλορόφσκι, Επ. Θεοδωρόπουλου, Ι. Βλάχου. Α. Αλεβιζόπουλου). Ως εκ τούτων, οι πατέρες της Εκκλησίας δεν μπορούν να θεωρούνται συνεχιστές της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως διατείνονται οι νεο-απολογητές. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως παραποιητές της.

Ένα νέο ψευδο-επιχείρημα που διαβάζουμε στους απολογητικούς ιστοτόπους, είναι ότι στην πατερική παράδοση διατηρείται η φιλοσοφία ως μέθοδος γνώσης του κόσμου. Και αυτό όμως είναι λάθος. Όπως έχουμε πάλι δείξει (στα ανωτέρω αναφερθέντα άρθρα), η μόνη μέθοδος κατανόησης του κόσμου που δέχονται οι Γραφές, είναι αυτή που συμφωνεί με την «αποκάλυψη» του Θεού. Δηλαδή, η θεολογία δεν αφορά μόνο την «εμπειρική» γνώση για τον Θεό που δίδεται κατά χάρη στους «καθαρούς τη καρδία» (όπως διδάσκει η ορθόδοξη νηπτική- μυστική παράδοση), αλλά αφορά εξίσου και τον «κτιστό» κόσμο. Αυτό το είχαμε αποδείξει με εδάφια από τα ίδια τα κείμενα. Κάθε άλλη προσέγγιση αποδοκιμάζεται. 

Είχαμε γράψει…

Η μελέτη του φυσικού κόσμου χαρακτηρίζεται ως «πονηρός περισπασμός», από το βιβλίο που κατατάσσεται από τους θεολόγους ως μέρος της Εβραϊκής σοφίας (!)· «και έδωκα την καρδίαν μου του εκζητήσαι και του κατασκέψασθαι εν τη σοφία περί πάντων των γινομένων υπό τον ουρανόν, ότι περισπασμόν πονηρόν έδωκεν ο θεός τοις υιοίς του ανθρώπου του περισπάσθαι εν αυτώ» (Εκκλησιαστής 1,13). Για αυτό το λόγο, αποτρέπεται ο άνθρωπος από την γνώση, διότι «ο προστιθεις γνωσιν προσθησει αλγημα», δηλαδή πόνο (ο. π 1,18). Οι λόγοι των σοφών χαρακτηρίζονται ως «βούκεντρα» και «καρφιά» φυτεμένα (ο. π 12,11). Ο άνθρωπος πρέπει να φυλάγεται από το να γράφει πολλά βιβλία, καθώς αυτά δεν έχουν τέλος, και η πολλή μελέτη είναι κούραση στο σώμα (ο. π 12, 12). Σε άλλο σημείο, ο Γιαχβέ απειλεί ότι θα κάνει να χαθεί η σοφία των σοφών. «Απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών κρύψω» (Ησαίας 29,14). Σε άλλο σημείο, μας καθίσταται σαφές ότι οι σοφοί ντράπηκαν διότι αποδοκίμασαν τον λόγο του Κυρίου. «Ησχύνθησαν σοφοί και επτοήθησαν και εάλωσαν ότι τον λόγον Κυρίου απεδοκίμασαν, σοφία τις εστίν εν αυτοίς» (Ιερεμίας, 8,9).

Εφόσον οι εκκλησιαστικοί πατέρες θεολογούν με βάση τις Γραφές, έπεται ότι δεν μπορούν να υπερβούν και τα παραπάνω. Εκτός από αυτά, ο συγγραφέας της «προς Εβραίους» επιστολής της Καινής Διαθήκης, είναι κατηγορηματικός ως προς την απόρριψη των επιστημονικών μεθόδων (για την εποχή εκείνη) και την υιοθέτηση της πίστης για την ερμηνεία του φυσικού κόσμου. «Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι θεοῦ εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τά βλεπόμενα γεγονέναι» (11:3).

Σε αυτά, μπορούμε να προσθέσουμε επιπλέον στοιχεία από το πολύ γνωστό έργο του Βασιλείου «Εξαήμερος». Ο καθηγητής Στέργιος Σακκός, στην εισαγωγή του έργου, αναφέρει: «Ο Μ. Βασίλειος δεν ασχολείται αποκλειστικώς με την ερμηνείαν του κειμένου της Γραφής· παρουσιάζει, και είτε δέχεται είτε αποκρούει, τας φιλοσοφικάς και επιστημονικάς αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων… Φαίνεται καλώς ότι εμελέτησε πολύ και ήντλησε πληροφορίας εκ των βιβλίων κυρίως μεν τεσσάρων, Αριστοτέλους, Πλουτάρχου, Αιλιανού, και Διογένους Λαερτίου» (Άπαντα Βασιλειου, τ. 4σ. 18, εκδ. ΕΠΕ).

Αυτό το κάνει με γνώμονα τις Γραφές. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι ότι ο Βασίλειος μέμφεται τους ατομικούς φιλοσόφους και την ατομική θεωρία, πάνω στην οποία βασίζεται όλη η σύγχρονη φυσική, επειδή δεν συμφωνεί με… τον Μωυσή.

Διότι αυτοί που αγνόησαν τον Θεό, δεν παραδέχτηκαν ότι εις την γένεση του παντός επιστατεί μια σκεπτόμενη Αιτία, αλλά αναλόγως προς την αρχική άγνοιά τους συνήγαγαν και τα επακολουθούντα συμπεράσματά των. Για αυτό άλλοι μεν κατέφυγαν εις την άποψιν ότι οι υποδομές του κόσμου είναι υλικές, υποστηρίζοντας ότι η αιτία του παντός είναι τα υλικά στοιχεία του κόσμου. Άλλοι φαντάστηκαν ότι η ορατή φύση αποτελείται από άτομα και αδιαίρετα σωματίδια, και από όγκους και πόρους· και ότι, καθώς τα αδιαίρετα σωματίδια άλλοτε μεν ενώνονται μεταξύ τους άλλοτε δε αποχωρίζονται απ’ αλλήλων, συντελείται η γένεση και η φθορά. Και ότι η ισχυρότερη συμπλοκή ατόμων των διαρκέστερων μαζών γίνεται η αιτία της διατηρήσεως του κόσμου. Πραγματικά ιστό αράχνης υφαίνουν αυτοί που τα γράφουν αυτά, αυτοί που θέλουν ως θεμέλια του ουρανού και της γης και της θάλασσας τόσο λεπτά και σχεδόν ανύπαρκτα αρχικά σωματίδια.
(ο. π. σ . 29)

Παρόμοια σημεία μπορούμε να βρούμε και άλλα, όπου ο Βασίλειος απορρίπτει τις επιστημονικές απόψεις όταν αυτές αντιτίθενται στο «ιερό γράμμα».

Όταν ο Βασίλειος προσπαθεί να εξηγήσει τον κύκλο του νερού, επικαλείται κάποια ασαφή χωρία των Γραφών (ασαφή, διότι οι συγγραφείς τους δεν ασχολήθηκαν επιστημονικά με το θέμα), ανατρέχει σε ό,τι είπαν σχετικά οι αρχαίοι φιλόσοφοι. Παρ’ ότι δεν έχει κανέναν λόγο να διαφωνήσει μαζί τους, εντούτοις θέτει υψηλότερα την «απλότητα» των Γραφών. Ενώ παραδέχεται το κάλλος των φιλοσοφικών λόγων, παρόλα αυτά (σε σύγκριση με τις Γραφές), το υποβιβάζει σε κάλλος «πορνών»!

Δεν θέλω κανείς να συγκρίνει τα απλά και απέριττα αυτά πνευματικά λόγια με τις πολύπλοκες θεωρίες αυτών που φιλοσόφησαν περί ουρανού. Διότι όσον προτιμότερο είναι το κάλλος των αγνών γυναικών από το κάλλος των πορνών, τόση είναι η διαφορά της δικής μας διδαχής από την έξω. Διότι οι μεν εξωτερικοί επικολλούν στα λόγια τους την πειστικότητα με βεβιασμένο τρόπο, ενώ τα δικά μας τα περιβάλλει η αλήθεια γυμνή από τεχνάσματα.
(ο. π. σ. 135)

Ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, αιώνες μετά τον Βασίλειο, δίνει απόλυτη αυθεντία στον Μωυσή, γράφοντας:

Γνωρίζουμε επίσης την αρχή και όλων εκείνων που συνέγραψαν για οτιδήποτε, και δεν βλέπουμε κανέναν από αυτούς να ξεπερνά την γένεση του κόσμου και του χρόνου, την οποία ιστόρησε ο Μωυσής. Και ο ίδιος ο Μωυσής, που περιέγραψε την αρχή της γενέσεως του κόσμου, πρόσφερε αναντίρρητες μαρτυρίες της φιλαλήθειάς του με τόσα εξαίσια έργα και λόγια, ώστε όλο σχεδόν το γένος των ανθρώπων να το καταστήσει ευπειθές και να το πείσει να περιγελά τους σοφιζόμενους τα αντίθετα. (ΕΠΕ 8, σ. 75)

Μάλιστα, ο Παλαμάς αν και διακρίνει μεταξύ πνευματικής και φυσικής γνώσης, εντούτοις θεωρεί ότι από την θεολογία, «την διδασκαλία του Πνεύματος» όπως λέει, λάβαμε όχι μόνο την πνευματική γνώση, αλλά και την φυσική. Δηλαδή, ένας από τους μεγαλύτερους εκκλησιαστικούς πατέρες και θεολόγους, διαψεύδει τους νεο-απολογητές.

Προσέξτε τι γράφει:

Δια του νου συλλέγουμε από την αίσθηση και τη φαντασία όχι μόνο τα σχετικά με τη σελήνη, αλλά και τα σχετικά με τον ήλιο, τις εκλείψεις του και τους συνδυασμούς κατ’ αυτές, τις παραλλαγές των άλλων πλανητών του ουρανού και τις διαστάσεις και τους πολυειδής σχηματισμούς κατ’ αυτές, και γενικά όσα από τα πράγματα στον ουρανό γνωρίζουμε, κι επιπλέον τους λόγους της φύσεως, όλες τις μεθόδους και τις τέχνες και γενικά κάθε γνώση όλων των πραγμάτων, συγκεντρωμένη από μερικές καταλήψεις· και καμία γνώση δεν θα μπορούσε ποτέ να ονομαστεί πνευματική, αλλά μάλλον φυσική, που δεν χωρεί τα πνευματικά. Από πού μάθαμε για τον Θεό; Από πού μάθαμε για όλον τον κόσμο; Από πού μάθαμε για τους εαυτούς μας κάτι βέβαιο και απλάνευτο; Όχι από τη διδασκαλία του Πνεύματος; Διότι αυτή μας δίδαξε ότι μόνο ο Θεός είναι ο όντως ων και πάντοτε ων και αμετάβλητος ων, που ούτε από τα μη όντα έλαβε την ύπαρξη ούτε προς το μη ον απέρχεται, και ότι είναι τρισυπόστατος και παντοδύναμος, ο οποίος σε έξι ημέρες παρήγαγε με το λόγο τα όντα από τα μη όντα, μάλλον δε τους έδωσε υπόσταση μέσα σε μία στιγμή, όπως λέγει ο Μωυσής· ¨στην αρχή έκανε ο θεός τον ουρανό και τη γη¨, τον ακούσαμε να λέγει, όχι όμως αδειανό ούτε χωρίς να υπάρχουν τα ενδιάμεσα. Διότι η γη ήταν ανάμικτη με ύδωρ, το καθένα από τα δύο στοιχεία ήταν παραγωγικό αέρος και ζώων μαζί και φυτών κατά τα είδη τους, ο δε ουρανός ήταν γεμάτος από τα διάφορα φώτα και πυρά, με τα οποία είναι στερεωμένο το σύμπαν. Έτσι λοιπόν, ¨ο θεός έκανε στην αρχή τον ουρανό και τη γη¨, σαν ύλη παντοδόχο που φέρει μέσα της τα πάντα εν δυνάμη, ραπίζοντας πολύ σωστά από πολύ πιο πριν εκείνους που κακώς νομίζουν ότι η ύλη προϋφίσταται καθ’ εαυτήν». (ο. π. σ. 97)

Μια ακόμα θεωρία που επικαλούνται οι νεο-απολογητές, είναι η θέση που διετύπωσαν ορισμένοι από τους πρώτους χριστιανούς απολογητές, περί «σπερματικού» λόγου. Ότι δηλαδή, ο Θεός άφησε να διαρρεύσει μέρος της «θείας αλήθειας» στα ανήσυχα πνεύματα που έζησαν στην προχριστιανική εποχή. Κατεξοχήν εκφραστής αυτής της θέσης, είναι ο Ιουστίνος στην απολογία του προς τον Μάρκο Αυρήλιο το 160 κ.ε. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να δικαιολογήσει τις τρομερές ομοιότητες μεταξύ εθνικού κόσμου και Χριστιανισμού. Ασφαλώς, αυτή η θεωρία αποτέλεσε διορθωτική κίνηση της αρχικής του θεωρίας που θέλει τις ομοιότητες να οφείλονται σε διαβολική πλάνη ή σε λογοκλοπή των ελλήνων φιλοσόφων από τον Μωυσή. Αυτό είχε διατυπωθεί σε προγενέστερη απολογία του προς τον Αντωνίνο τον Ευσεβή, το 150 κ.ε. Η θεωρία λοιπόν των «προ Χριστού χριστιανών», έχει καταρριφθεί ήδη από τους δημιουργούς της, ενώ έχει απορριφθεί από τους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς (όπως ο Ειρηναίος με την θεολογία της ανακεφαλαιώσεως), και φυσικά από τους σύγχρονους θεολόγους. Μόνο οι νέο- απολογητές έμειναν να την προασπίζονται, όταν είναι προς το συμφέρον της εκκλησίας.

Για του λόγου το ασφαλές, γράφει ο Π. Χρήστου στην εισαγωγή των έργων του Ιουστίνου τα εξής: «Εις την πρώτην απολογίαν ο Ιουστίνος είχεν ισχυρισθή ότι μερικοί Έλληνες φιλόσοφοι και ποιηταί επλησίασαν κατά καιρούς την αλήθειαν δια δανεισμού από τους προφήτας ή εμπνεύσεως υπό των δαιμόνων. Ήδη όμως αναπτύσσει διάφορον θεωρίαν, την περί σπερματικού λόγου, της οποίας η διαμόρφωσις απήτει μεταβολήν εμπειρίας και παρέλευσιν ορισμένου χρόνου από της προηγούμενης απολογίας, εις την οποίαν μόνον εις ασαφής υπαινιγμός απαντάται» (ΕΠΕ 1, σελ. 47). Την ανεπάρκεια και το προβληματικό των δύο αυτών προσωπικών θέσεων του Ιουστίνου αναφέρουν τόσο ο καθηγητής πατρολογίας Σ. Παπαδόπουλος, όσο και ο καθηγητής Δογματικής Ν. Ματσούκας.

Στο πρώτο τόμο της πατρολογίας του, αναφέρει ο Σ. Παπαδόπουλος: «Πρέπει να σημειώσωμε ότι το ένα από τα δύο θέματα που απασχόλησαν τον Ιουστίνο, το θέμα της ενότητος της αληθείας (σπερματικός λόγος και Λόγος) και της καταλλαγής του Χριστιανισμού με τη φιλοσοφική σκέψη, δε λύθηκε ικανοποιητικά από τον ιερό συγγραφέα μας και η θεολογία του επί του προκειμένου δεν έγινε η θεολογία της Εκκλησίας» (σελ. 235).

Στην επόμενη σελίδα (την 236), γράφει: «Συχνά καταγγέλλει ότι όσα ορθά είπαν οι Έλληνες φιλόσοφοι τα έλαβαν από τους προφήτες της ΠΔ κι επομένως είναι “ημών των χριστιανών”. Αλλά σε καμία περίπτωση δε μας εξηγεί το λόγο, για τον οποίο οι Έλληνες αναγκάστηκαν να δανεισθούν από τους προφήτες, παρά το γεγονός ότι η σπερματική αλήθεια υπήρχε πάντοτε και για όλους».

Στον τρίτο τόμο της δογματικής και συμβολικής θεολογίας, ο καθηγητής Ν. Ματσούκας, αναφέρει: «Οι πρώτοι χριστιανοί απολογητές του δευτέρου αιώνα, δεν έχουν δίκαιο υποστηρίζοντας ότι ο Πλάτων, λόγου χάρη, και άλλοι σοφοί της Αρχαίας Ελλάδας είχαν συλήσει τις ιδέες του Μωυσή» (σελ. 105).

Τέλος, ένα ακόμα επιχείρημα που προτάσσουν, είναι οι εικονογραφήσεις-τοιχογραφίες Ελλήνων φιλοσόφων σε χριστιανικούς ναούς, κάτι που σχετίζεται με όσα γράψαμε περί του «σπερματικού» λόγου. Θεωρείται σπουδαίο και δυνατό επιχείρημα υπέρ της συμπόρευσης Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν μπορεί να σταθεί, όπως είδαμε. Εφόσον έχουμε τα ίδια τα πατερικά γραπτά που καταδικάζουν την φιλοσοφική σκέψη (ή στην καλύτερη των περιπτώσεων την νοθεύουν παίρνοντας το ένα και απορρίπτοντας το άλλο για χάρη των Γραφών και της Εβραϊκής σκέψης), έπεται ότι αλλού πρέπει να αναζητηθεί ο λόγος.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας τα εξής:

1. Η απεικόνιση των αρχαίων φιλοσόφων σε ναούς σχετίζεται (κυρίως) με την δήθεν προοιώνιση της ελεύσεως του Χριστού. Με την ενσάρκωση του Θεού-Λόγου.
2. Αυτή η συσχέτιση βασίζεται σε πλαστογραφημένα κείμενα που χρονολογούνται τον 5ο μετα-χριστιανικό αιώνα.
3. Σύμφωνα με την εργασία της Γ. Μυλωνά που παρουσιάστηκε στο Β΄ Πανελλήνιο Συμπόσιο «Η Αριστοτελική Σκέψη» το 1987 στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής, το φαινόμενο της απεικόνισης το συναντούμε από τον 16ο αιώνα και εξής. Δηλαδή, πολύ αργότερα, όταν το φαινόμενο των ελληνοχριστιανικών συνθέσεων γίνεται ολοένα εντονότερο.
4. Σημαντικό στοιχείο των εικονογραφιών αυτών, είναι όσα γράφονται στα ειλητάρια που κρατούν οι φιλόσοφοι.

Βλέπουμε δηλαδή, ότι η Εκκλησία προσπαθεί να οικειοποιηθεί τους μεγάλους αρχαίους άνδρες. Αυτό είναι πλαστογράφηση της φιλοσοφίας και της ίδιας της ιστορίας. Είναι απάτη, και καταδεικνύεται εύκολα. Το κλειδί είναι τα ειλητάρια και το τι γράφεται σε αυτά.

Για παράδειγμα, σε τοιχογραφία της Μονής Βατοπεδίου, παρουσιάζεται ο Απόλλων να «προφητεύει» την γέννηση του Χριστού. Αναγράφεται στο ειλητάριο του: «Εγώ γαρ εφετμεύω, τρισένα μόνον υψιμέδοντα θεόν· ουν λόγος άφθιτος εν αδαή κόρη έγκυμος έσεται».

Ο Πλάτων (στην ίδια Μονή), παρουσιάζεται να λέει: «Ο παλαιός νέος και ο νέος ο αρχαίος, ο πατήρ εν τω γόνω και ο γόνος εν τω πατρί. Το εν διαιρείται εις τρία και τα τρία εις εν».

Ο Αριστοτέλης (πάλι στην ίδια Μονή), παρουσιάζεται να λέει: «Ακάματος φύσει θεού γέννησις εξ αυτού γαρ ο αυτός ουσιούται λόγος».

Ο Σοφοκλής σε νάρθηκα του παρεκκλησίου της Πορταϊτίσσης στην Μονή Ιβήρων, παρουσιάζεται να λέει: «Εστί θεός άναρχος, απλούς τη φύσει».

Και δεν είναι μόνο αυτοί. Πολλοί ακόμα αρχαίοι Έλληνες στοχαστές παρουσιάζονται με ενδυμασίες και μηνύματα που δεν είναι δικά τους. Ακόμα και οι Σίβυλλες επιστρατεύτηκαν, παρότι έχει πλέον αποδειχτεί ότι οι χρησμοί που έχουμε σήμερα στα χειρόγραφα είναι προϊόν πλαστογραφίας και παραχάραξης.

Πολλές αποδιδόμενες ρήσεις στους αρχαίους φιλοσόφους, όπως παρουσιάζονται στις τοιχογραφίες, όχι μόνο δεν βρίσκονται πουθενά στα έργα τους, όχι μόνο έρχονται σε ευθεία αντίθεση με όσα έχουμε σήμερα γραπτώς στα χέρια μας από τα σωζόμενα έργα τους, αλλά είναι –πραγματικά- δημιουργημένα «εκ του μηδενός». Για αυτόν τον λόγο, κανείς δεν δίνει ποτέ και πουθενά καμία παραπομπή σε κάποιο αρχαίο σύγγραμμά τους.

Για παράδειγμα, υπάρχει ένα εκκλησιαστικό έργο με τίτλο «Περί του Ναού και περί των διδασκαλείων και των θεάτρων των εν Αθήναις», γραμμένο δήθεν από τον Αθανάσιο Αλεξανδρείας. Σε αυτό, υποτίθεται ότι διασώζονται χρησμοί κάποιου αρχαίου μάντη Απόλλωνα, ο οποίος έκανε τους χρησμούς αφού πρώτα έκτισε ναό στον βωμό στον οποίο έγραψε «τω αγνώστω θεώ». Τότε συγκεντρώθηκαν οι σοφοί για να τον ρωτήσουν. Και τότε προανήγγειλε τα περί του Χριστού και της Μαρίας. Όμως, στην πραγματικότητα το συγκεκριμένο έργο είναι του 5ου αιώνος, νόθο, και αγνώστου προελεύσεως.

Το αστείο είναι ότι βάζει μαζί σοφούς άνδρες που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και που είναι αδύνατο να συνάντησε ο ένας τον άλλο. Κατ’ επέκταση, καμία ρήση δεν αντιστοιχεί πραγματικά στα πρόσωπα αυτά. Συγκεκριμένα, φέρονται να συναντήθηκαν ο Βίας ο Πριηνεύς (625-540 π.κ.ε.), ο Σόλων (639-559 π.κ.ε.) ο Χείλων ο Λακεδαιμόνιος (600-520 π.κ.ε.), ο Θουκυδίδης (460-398 π.κ.ε.), ο Μένανδρος (342-292 π.κ.ε.), Πλάτων (427-347 π.κ.ε.).

Οι χριστιανοί όμως δεν διστάζουν να υπερασπίζονται τέτοια ψεύδη με τόσο ανέντιμα μέσα, χάριν της…«αλήθειας» (τους).

ΔΕΣ:
 Άγιοι καταστροφείς

Hegel: ελευθερία και πολιτικο-θρησκευτική αποξένωση

Πολιτική και θρησκευτική αποξένωση των ανθρώπων

§1 Η θρησκεία ως θεραπαινίδα του πολιτικού ωφελιμισμού

     Ι. Κατά την περίοδο που ο Χέγκελ εργάζεται ως παιδαγωγός στη Βέρνη 1793–1797) αναζητεί μια συνυφασμένη με την ενεργο-πραγματικότητα (Wirklichkeit) διά-βαση προς την ενδοκοσμική-πολιτική δύναμη του πνεύματος, η οποία θα τον οδηγήσει, σε εύλογο χρόνο, στις μεγάλες συλλήψεις της Φαινομενολογίας του πνεύματος και της επιστήμης της Λογικής. Τα νεανικά του κείμενα, κατά ταύτα, δεν αναγγέλλουν κάποιο είδος φιλοσοφίας της θρησκείας, όπως τα σχετικά με τη θρησκεία ύστερα κείμενά του, αλλά επιδίδονται στην καλλιέργεια μιας κατ’ εξοχήν πολιτικής σκέψης, εναρμονισμένης με το πνεύμα της εποχής και ικανής να μεθερμηνεύσει, να μετα-μορφώσει πολιτικο-φιλοσοφικά την εγκόσμια συνθήκη του ανθρώπου: α) γενικά υπό τον αστερισμό της Γαλλικής επανάστασης και του πνεύματος της ελευθερίας που αυτή εξέπεμπε· β) πιο ειδικά υπό την ανάπτυξη μιας κριτικά διεισδυτικής κοινωνικοπολιτικής σκέψης, που θέτει ευθέως υπό στοχαστική αμφισβήτηση την αναποτελεσματική λειτουργία των κοινωνικοπολιτικών θεσμών, συμπεριλαμβανομένου και του θεσμού της θρησκείας. Η κάθε είδους κριτική της θρησκείας, αυτή την περίοδο, είναι αλληλένδετη με την κριτική της πολιτικής.

     ΙΙ. Έτσι, η στοχαστική οδός της Βέρνης διέρχεται μέσα από την κριτική της θρησκείας και της πολιτικής. Ο νεαρός Χέγκελ ασκεί δριμύτατη κριτική στον χριστιανισμό για τη μετατροπή του σε θετική θρησκεία, δηλαδή σε μια θετική πίστη με το αρνητικό νόημα ότι αυτή επιβάλλει την εξωτερική αυθεντία, στην υπηρεσία του θεσμικά παντοδύναμου πολιτικού ωφελιμισμού, και καταπνίγει τα αισθήματα των ατόμων, την ελεύθερη-δημιουργική φαντασία τους, ότι έχει τυποποιήσει την αρετή και συναφώς, αντί να υπηρετεί την ελευθερία του πνεύματος, την έννοια του θείου εντός του ανθρώπου, υπηρετεί τα ιδιοτελή συμφέροντα της πολιτικής και του κράτους. Τα ιδιοτελή συμφέροντα συνδέονται με την ταχύτατη μεταποίηση του όλου πολιτικού συστήματος σε δεσποτεία, μια εξέλιξη που αντιστρατεύεται ευθέως τη συγκρότηση της ελεύθερης υποκειμενικότητας.

    ΙΙΙ. Επομένως η κριτική του στην πολιτική αφορά μια πολιτική που χρησιμοποιεί τη θρησκεία για ιδιοτελείς σκοπούς και παραμένει δέσμια σκοταδιστικών αντιλήψεων, θεσμισμένων σε κυρίαρχη ιδεολογία και ανασχετικών οποιασδήποτε προσπάθειας για την ανάπτυξη της αυτονομίας του ανθρώπου, μέσα από την αξιοποίηση και των αληθινά θείων ενοράσεων της χριστιανικής θρησκείας. Η φιλοσοφική προβληματική του Χέγκελ, κατά την περίοδο αυτή, συνοψίζεται στην πραγμάτωση των πιο ελεύθερων δυνάμεων της υποκειμενικότητας σε συνδυασμό με την ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών, πολιτική έκφραση της οποίας θα είναι το κράτος με τον χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής πολιτείας και όχι τον βίαιο και αλλοτριωτικό για τους πολίτες σύγχρονο κράτος. Έκτοτε, όταν ο Χέγκελ κάνει λόγο για το κράτος, έχει πάντα κατά νου την αρχαία πολιτεία ‒βλ. Αριστοτέλης σχετικές αναρτήσεις στο παρόν ιστολόγιο για την πολιτεία‒ υπό μια νεωτερική μορφή. Ως προϋπόθεση λοιπόν για την ευόδωση αυτής της προβληματικής είναι η ερμηνεία και η κατανόηση της ισχύουσας κατάστασης των ανθρώπων ως κατάστασης αποξενωμένων ανθρώπων.

§2 Μετάφραση αποσπασμάτων

1. «Ένα από τα πιο ευάρεστα αισθήματα των χριστιανών είναι να συγκρίνουν την ευτυχία τους και τη φωτεινή τους γνώση με τη δυστυχία και το σκότος των εθνικών· και ένας από τους κοινούς τόπους, με οδηγό τον οποίο οι πνευματικοί, θρησκευτικοί ποιμένες προτιμούν να οδηγούν τα πρόβατά τους στον λειμώνα της αυταρέσκειας και της περήφανης ταπεινοφροσύνης, είναι να καθιστούν αρκετά ζωντανή μπρος στα μάτια τους αυτή την ευτυχία, την ίδια στιγμή δε οι τυφλοί εθνικοί να εξαφανίζονται συνήθως ως το μέγα κακό. Οι εν λόγω ποιμένες εκφράζουν ιδιαίτερα την λύπησή τους για το ότι η θρησκεία των εθνικών δεν παρηγορεί τα μέλη της, δεν τους υπόσχεται καμιά άφεση αμαρτιών, τους αποστερεί από την πίστη σε μια θεία πρόνοια, που να κατευθύνει τα πεπρωμένα τους σε συνετούς και αγαθοεργούς σκοπούς».

1.1 Σχόλιο: Ο Χέγκελ καταφέρεται, με λεπτή ειρωνεία, ενάντια στο πνεύμα του χριστιανισμού, η κρατική θέσμιση του οποίου μεταχειρίζεται τους πιστούς ως πρόβατα και επιχειρεί αντίστοιχα να φενακίσει τη συνείδησή τους, υπό τη μορφή του ποιμνίου των πιστών, με ψευδαισθήσεις περί ευτυχίας που διασφαλίζει η αυθεντία του Κυρίου. Την ίδια στιγμή εξοβελίζει ως περιφρονητέα την αρχαία θρησκεία, η οποία για τον Χέγκελ αποτελούσε ύψιστη πολιτισμική και καλλιτεχνική πράξη. Ο άνθρωπος έτσι, από τα πρώτα βήματα της ζωής του, υφίσταται μια θρησκευτική αλλοτρίωση ως προοίμιο για την μετέπειτα καθολική του αποξένωση από τον εαυτό του και την εγκόσμια συνθήκη του. Καθολική αποξένωση: θρησκευτική, πολιτική, ιδεολογική, πνευματική.

2. «Ο εκτοπισμός της θρησκείας των εθνικών από την χριστιανική θρησκεία συνιστά μια από τις πιο θαυμαστές επαναστάσεις και η αναζήτηση των βαθύτερων αιτίων της πρέπει να απασχολήσει τον σκεπτόμενο ιστοριοδίφη. Πριν από τις μεγάλες, κατάδηλες, εξόφθαλμες επαναστάσεις πρέπει να προηγείται μια σιωπηλή, μυστική επανάσταση στο εσωτερικό του πνεύματος της εποχής, μια επανάσταση που δεν μπορεί να είναι ορατή σε κάθε μάτι, τουλάχιστο για τους συγχρόνους και είναι δύσκολο να παριστάνεται με λέξεις όσο και να συλλαμβάνεται, να κατανοείται. Η άγνοια αυτών των επαναστάσεων στο εσωτερικό του κόσμου του πνεύματος καθιστά το αποτέλεσμα αξιοθαύμαστο. Μια επανάσταση σαν αυτή που αφορά στο πώς μια αυτόχθονη, πανάρχαιη θρησκεία εκτοπίζεται από μια ξένη, η οποία λαμβάνει χώρα άμεσα στο βασίλειο του πνεύματος, πρέπει ακόμη πιο άμεσα να αναζητήσει τις αιτίες της στο ίδιο το πνεύμα της εποχής».

2.1 Σχόλιο: Στο παραπάνω απόσπασμα συναντούμε ορισμένες βασικές έννοιες και αρχές, πάνω στις οποίες θα θεμελιωθεί η περαιτέρω ανάπτυξη της εγελιανής φιλοσοφίας. Πρώτον, βασικά θεμέλια: η έννοια του πνεύματος και του πνεύματος της εποχής. Δεύτερον, κάθε αλλαγή, μεταλλαγή, ριζική αλλαγή, επανάσταση προϋποθέτει τη θεωρία της, όπως ένα οικοδόμημα προϋποθέτει το σχέδιο του αρχιτέκτονα. Αυτή η θεωρία στον Χέγκελ αποτυπώνεται στο μόρφωμα του πνεύματος. Άρα το πνεύμα, συμπεριλαμβανομένου εδώ και του νου ως υπάλληλου στοιχείου του πνεύματος, είναι παρόν μέσα στην ιστορία του ανθρώπου, ως η συνειδητή έκφραση του δια–μορφωνόμενου εκάστοτε πνευματικού πολιτισμού, εδώ ας πούμε η αρχαία θρησκεία με όλες τις πνευματικές, πολιτικές-κοινωνικές και πολιτισμικές της καταβολές και προβολές. Συγχρόνως αυτό είναι παρόν, καθότι πνεύμα που ενεργοποιεί καθημερινά τον άνθρωπο, ως η αναγκαία εκδήλωση ανάπτυξης, αλλαγής, μετασχηματισμού του εαυτού του. Στη βάση ακριβώς αυτού του μετασχηματισμού του εαυτού του ανθρώπου, ως πνευματικού ατόμου και ως κόσμου του πνεύματος, πρέπει να συλλαμβάνεται και να κατανοείται και ο χριστιανισμός, καθότι γέννημα των νέων καιρών. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να οριοθετεί το αρνητικό και το θετικό στην εν λόγω θρησκεία και να αποτιμά τη συμβολή της σε σχέση πάντοτε με την επιζητούμενη συγκρότηση της ελεύθερης, ήτοι της φιλοσοφικής συνείδησης, που στη Φαινομενολογία του πνεύματος αποκορυφώνεται στην απόλυτη Γνώση.  

Το κυνήγι για τα λεπτοκουάρκ έχει ξεκινήσει με διάφορες μελέτες δεδομένων από συγκρούσεις στο CERN

Η ύλη συνίσταται από στοιχειώδη σωμάτια και το Καθιερωμένο Πρότυπο της σωματιδιακής φυσικής καθορίζει ότι τα σωμάτια αυτά οργανώνονται σε δυο οικογένειες: τα λεπτόνια (όπως τα ηλεκτρόνια και τα νετρίνα) και τα κουάρκ (που συγκροτούν τα πρωτόνια και τα νετρόνια). Στο Καθιερωμένο Πρότυπο, οι δυο αυτές οικογένειες είναι τελείως διακριτές, με διαφορετικά ηλεκτρικά φορτία και κβαντικούς αριθμούς, όμως έχουν τον ίδιο αριθμό γενεών (παρακάτω εικόνα). Ωστόσο, ορισμένες θεωρίες που πηγαίνουν πέρα από το Καθιερωμένο Πρότυπο, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων «μεγάλων ενοποιημένων θεωριών», προβλέπουν ότι τα λεπτόνια και τα κουάρκ συγχωνεύονται σε υψηλές ενέργειες για να γίνουν λεπτοκουάρκ. Αυτά τα λεπτοκουάρκ προτείνονται σε θεωρίες προσπαθώντας να ενοποιήσουν τρεις θεμελιώδεις δυνάμεις: την ισχυρή, την ασθενή και την ηλεκτρομαγνητική.

Τέτοιες «ενοποιήσεις» δεν είναι ασυνήθιστες στη φυσική. Ο ηλεκτρισμός και ο μαγνητισμός ήταν τα δυο μέρη της περίφημης ενοποίησης του 19ου αιώνα σε μια δύναμη γνωστή ως ηλεκτρομαγνητισμός, μέσω των κομψών μαθηματικών εξισώσεων του Maxwell. Στην περίπτωση των λεπτοκουάρκ, τα υβριδικά αυτά σωμάτια θεωρούνται ότι έχουν τις ιδιότητες τόσο των λεπτονίων όσο και των κουάρκ, καθώς και τον ίδιο αριθμό γενεών. Αυτό δεν θα τα επέτρεπε μόνο να «χωρίζονται» σε δυο τύπους σωματίων, αλλά θα επέτρεπε επίσης τα λεπτόνια να αλλάζουν σε κουάρκ και το αντίστροφο. Πράγματι, ανωμαλίες που ανιχνεύθηκαν από το πείραμα LHCb καθώς και από τα Belle και Babar σε μετρήσεις των ιδιοτήτων των Β μεσονίων θα μπορούσαν επίσης να εξηγηθούν με την ύπαρξη αυτών των υποτιθέμενων σωματίων.

Αν τα λεπτοκουάρκ υπάρχουν, θα είναι πολύ βαριά και γρήγορα μετασχηματιζόμενα, ή «διασπώμενα», σε περισσότερο σταθερά λεπτόνια ή κουάρκ. Προηγούμενα πειράματα στα SPS και LEP στο CERN, το HERA στο DESY (Deutsches Elektronen-Synchrotron) και το Tevatron στο Fermilab έχουν ψάξει σε διασπάσεις για τη πρώτη – και δεύτερη – γενιά σωματίων. Έρευνες για τη τρίτη γενιά λεπτοκουάρκ (LQ3) για πρώτη φορά διενεργήθηκαν στο Tevatron και τώρα διενεργούνται στον LHC (Large Hadron Collider). Καθώς τα λεπτοκουάρκ θα μετασχηματίζονταν σε λεπτόνιο και κουάρκ, οι ερευνητές στον LHC ψάχνουν για αποκαλυπτικές υπογραφές στις κατανομές αυτών των «προϊόντων διάσπασης». Στην περίπτωση της τρίτης γενιάς λεπτοκουάρκ, το λεπτόνιο θα μπορούσε να είναι ταυ ή ταυ-νετρίνο ενώ το κουάρκ θα μπορούσε να είναι top ή bottom.
Σε πρόσφατη εργασία, χρησιμοποιώντας δεδομένα που συλλέχθηκαν το 2016 σε μια ενέργεια σύγκρουσης των 13 TeV, η συνεργασία CMS (Compact Muon Solenoid) στον LHC παρουσίασε τα αποτελέσματα ερευνών για την τρίτη γενιά λεπτοκουάρκ, όπου κάθε LQ3 που παρήχθη στις συγκρούσεις αρχικά μετασχηματίστηκε σε ένα ζεύγος ταυ-top.

Επειδή οι επιταχυντές σύγκρουσης παράγουν ταυτόχρονα σωμάτια και αντισωμάτια, η CMS ιδιαίτερα έψαξε για την παρουσία λεπτοκουάρκ και αντιλεπτοκουάρκ σε γεγονότα σύγκρισης που περιέχουν τα υπολείμματα top κουάρκ, αντι-top κουάρκ, ταυ λεπτονίου και ενός αντι-ταυ λεπτονίου. Παραπέρα, επειδή τα λεπτοκουάρκ δεν έχουν εμφανιστεί ποτέ πριν και οι ιδιότητές τους παραμένουν ένα μυστήριο, οι φυσικοί βασίζονται σε σύνθετους υπολογισμούς που βασίζονται σε γνωστές παραμέτρους για να ψάξουν για αυτά. Αυτές οι παράμετροι περιλαμβάνουν την ενέργεια των συγκρούσεων και τα αναμενόμενα επίπεδα υποβάθρου, που περιορίζονται από τις πιθανές τιμές για τη μάζα και το σπιν των υποθετικών σωματίων. Μέσω αυτών των υπολογισμών, οι επιστήμονες μπορούν να εκτιμήσουν πόσα λεπτοκουάρκ μπορεί να έχουν παραχθεί σε ένα ιδιαίτερο σύνολο δεδομένων συγκρούσεων μεταξύ πρωτονίων και πόσα μπορεί να έχουν μετασχηματιστεί στα τελικά προϊόντα που οι ανιχνευτές τους μπορούν να ψάξουν.

«Τα λεπτοκουάρκ έχουν γίνει μια από τις πιο προκλητικές ιδέες για την επέκταση των υπολογισμών μας, καθώς τα καθιστά πιθανά για την εξήγηση διάφορων παρατηρούμενων ανωμαλιών. Στο LHC κάνουμε κάθε προσπάθεια είτε για να αποδείξουμε είτε να αποκλείσουμε την ύπαρξή τους», αναφέρει στην ιστοσελίδα του CERN ο Roman Kogler, φυσικός στο CMS ο οποίος εργάζεται σε αυτή την έρευνα.

Μετά το ξεκαθάρισμα των γεγονότων σύγκρουσης ψάχνοντας για ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η συνεργασία CMS δεν είδε υπέρβαση στα δεδομένα που θα μπορούσε να δείξει την ύπαρξη της τρίτης γενιάς λεπτοκουάρκ. Οι επιστήμονες έτσι μπόρεσαν να συμπεράνουν ότι τα όποια LQ3 που μετασχηματίζονται αποκλειστικά σε ζεύγος top-ταυ θα χρειάζεται να είναι τουλάχιστον μάζας 900 GeV ή περίπου πέντε φορές βαρύτερα από το top κουάρκ, το πιο μεγάλης μάζας σωμάτιο που έχει παρατηρηθεί.

Τα όρια που τέθηκαν από την CMS στη μάζα των τρίτης γενιάς λεπτοκουάρκ είναι τα στενότερα μέχρι τώρα. Η συνεργασία CMS έχει επίσης ερευνήσει για τρίτης γενιάς λεπτοκουάρκ που μετασχηματίζονται σε ταυ λεπτόνιο και bottom κουάρκ, συμπεραίνοντας ότι τέτοια λεπτοκουάρκ θα πρέπει να είναι μάζας τουλάχιστον 740 GeV. Ωστόσο είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό το αποτέλεσμα προέρχεται από την εξέταση μόνο ενός κλάσματος δεδομένων του LHC στα 13 TeV, από το 2016. Περαιτέρω έρευνες από CMS και ATLAS που λαμβάνει υπόψη δεδομένα από το 2017 καθώς και τον επερχόμενο γύρο του 2018 θα σιγουρέψει ότι το LHC μπορεί να συνεχίζει να ελέγχει τις θεωρίες σχετικά με τη θεμελιώδη φύση του σύμπαντός μας.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Δομή της Αρχαίας Κωμωδίας - Χορός: Λόγος και δράση

1. Κυρίαρχος στην Αρχαία Κωμωδία, ο Χορός έμπαινε εντυπωσιακά στην ορχήστρα με την Πάροδο, μονοπωλούσε το θέαμα και το λόγο στις μία ή δύο Παραβάσεις, και αποχωρούσε πανηγυρικά, τελευταίος, στην Έξοδο. Στο μεταξύ, από τη μια συμμετείχε κανονικά στην πλοκή συζητώντας, απειλώντας, επαινώντας, δρώντας ως εἷς τῶν ὑποκριτῶν, από την άλλη εκτελούσε στο ακέραιο τα τραγουδιστικά και χορευτικά του καθήκοντα, πλαισιώνοντας τις ιαμβικές σκηνές, συμμετέχοντας στους Επιρρηματικούς Αγώνες και παρεμβάλλοντας όπου αλλού χρειαζόταν ένα περισσότερο ή λιγότερο σχετικό με την υπόθεση τραγουδάκι.
 
2. Κινητικός από τη φύση του ο Χορός παρουσιαζόταν συχνά έντονα επιθετικός, όπως στους Αχαρνείς, στους Ιππείς, στους Όρνιθες, ως ένα σημείο και στις Θεσμοφοριάζουσες. Ξεχωριστή περίπτωση ο διχασμένος Χορός στη Λυσιστράτη, όπου τα δύο ημιχόρια, άντρες από τη μια γυναίκες από την άλλη, πρώτα συμπλέκονται και ύστερα συμφιλιώνονται.
 
3. Στους Επιρρηματικούς Αγώνες ο Χορός μετέχει, είτε ως απλός παρατηρητής, όπως στους Βατράχους, είτε ως παρατηρητής και κριτής, όπως στους Ιππείς και στις Νεφέλες, είτε ως ένας από τους δύο αντιπάλους, όπως στους Αχαρνείς και στους Όρνιθες, όπου τόσο οι γερο-καρβουνιάρηδες όσο και τα πουλιά επικρατούν στη σκηνή της μάχης, αλλά μετά τη Διαλλαγή, στον αγώνα των λόγων, αλλάζουν γνώμη και στάση. Τη γνώμη του αλλάζει ο Χορός των δικαστών και στους Σφήκες, όπου ο αγώνας είναι ανάμεσα στον Φιλοκλέωνα και τον Βδελυκλέωνα.
 
4. Την εποχή της Μέσης Κωμωδίας, η συμμετοχή του Χορού στη δράση διαπιστώνουμε ότι μειώθηκε αισθητά. Μπορεί στις Εκκλησιάζουσες ο Χορός να μετέχει ολόψυχα στη συνωμοσία, αλλά από τη μέση του έργου και πέρα ο ρόλος του περιορίζεται σε δυο μονόστιχες παρεμβάσεις (1127 και 1134) και στο τραγούδι της Εξόδου. Ακόμα περισσότερο στον Πλούτο, μπορεί ο Χορός να συμμετέχει στη χαρά για την ίαση του θεού (257κκ.) και στη συνέχεια να πετά εδώ κι εκεί μια κουβέντα, αλλά πέντε φορές συναντούμε στο κείμενο την ένδειξη ΧΟΡΟΥ, απόδειξη ότι κιόλας το 388 π.Χ. ο Αριστοφάνης δε θεώρησε απαραίτητο να συνθέσει και να καταγράψει κάποια ιδιαίτερα για το έργο χορικά τραγούδια. Αργότερα, την εποχή της Νέας Κωμωδίας θυμίζουμε ότι αυτή η πρακτική γενικεύεται.
 
5. Η συμμετοχή του Χορού στο λόγο παρουσιάζει εξαιρετική ποικιλία. Τα περισσότερα λυρικά μέρη ο Χορός τα τραγουδούσε. Διαφορετικά, όταν είτε ο Χορός είτε στο όνομά του κάποιος κορυφαίος έπαιρνε μέρος στο διάλογο, οι παρεμβάσεις του ήταν κατά κανόνα απαγγελτικές - ίσως καλύτερα: ρυθμικά ομιλητικές, όπως και των υποκριτών. Τρίτος τρόπος εκφοράς, ανάμεσα στο τραγούδι και την απαγγελία, η παρακαταλογή: μουσική απαγγελία, recitativo, τρόπος παρόμοιος με την τραγουδιστή ανάγνωση των ιερών κειμένων στην Εκκλησία.
 
6. Τα τραγουδιστικά μέρη ξεχωρίζουν από τα ποικίλα λυρικά τους μέτρα· τα διαλογικά και τα παρακαταλογικά μέρη με την κατά στίχο σύνθεση σε ιαμβικούς, τροχαϊκούς και αναπαιστικούς ρυθμούς. Και όμως, δε μας είναι πάντα δυνατό, μερικές μάλιστα φορές είναι σχεδόν αδύνατο, να κρίνουμε με βεβαιότητα αν ένα συγκεκριμένο κείμενο πρέπει ν᾽ αποδοθεί σε ολόκληρο το Χορό, σ᾽ ένα μέρος του, ή σε κάποιον από τους κορυφαίους· και ακόμα δυσκολότερο είναι μερικές φορές να προσδιορίσουμε τον τρόπο εκφοράς του, αν δηλαδή στην παράσταση ακουγόταν ως τραγούδι, ως μουσική απαγγελία, ή ως ομιλία ρυθμική.
 
7. Για το Χορό γενικά, βλ. T.B.L. Webster, The Greek Chorus, London: Methuen 1970, M. Kaimio, The Chorus of Greek Drama within the Light of the Person and Number, Elsinki (δ.δ.) 1970, Ν.Χ. Χουρμουζιάδης, Περί Χορού: ο ρόλος του ομαδικού στοιχείου στο αρχαίο δράμα, Αθήνα: Καστανιώτης 1998· βλ. και Γ.Μ. Σηφάκης, «Αριστοτέλους Ηθ. Νικ. 4,2,1123a 19-24 , και ο Χορός της Κωμωδίας στον τέταρτο αιώνα», μτφ. Τ. Γιάννου (από αγγλικό άρθρο του 1971), στον τόμο Γ.Μ. Σηφάκης, Μελέτες για το αρχαίο θέατρο, Ηράκλειο: Π.Ε.Κ. 2007.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (532-567)

Σχετική εικόναΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΧΟ. ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, νῦν ‹γὰρ› Περσῶν
τῶν μεγαλαύχων καὶ πολυάνδρων
στρατιὰν ὀλέσας
535 ἄστυ τὸ Σούσων ἠδ᾽ Ἀγβατάνων
πένθει δνοφερῷ κατέκρυψας·
πολλαὶ δ᾽ ἁπαλαῖς χερσὶ καλύπτρας
κατερεικόμεναι
διαμυδαλέους δάκρυσι κόλπους
540 τέγγουσ᾽, ἄλγους μετέχουσαι.
αἱ δ᾽ ἁβρόγοοι Περσίδες ἀνδρῶν
ποθέουσαι ἰδεῖν ἀρτιζυγίαν,
λέκτρων [τ᾽] εὐνὰς ἁβροχίτωνας,
χλιδανῆς ἥβης τέρψιν, ἀφεῖσαι,
545 πενθοῦσι γόοις ἀκορεστοτάτοις.
κἀγὼ δὲ μόρον τῶν οἰχομένων
αἴρω δοκίμως πολυπενθῆ.

— νῦν γὰρ δὴ πρόπασα μὲν στένει [στρ. α]
γαῖ᾽ Ἀσὶς ἐκκενουμένα.
550 Ξέρξης μὲν ἄγαγεν, ποποῖ,
Ξέρξης δ᾽ ἀπώλεσεν, τοτοῖ,
Ξέρξης
δὲ πάντ᾽ ἐπέσπε δυσφρόνως
βαρίδεσσι ποντίαις.
τίπτε Δαρεῖος μὲν οὕ-
555 τω τότ᾽ ἀβλαβὴς ἐπῆν,
τόξαρχος πολιήταις,
Σουσίδαις φίλος ἄκτωρ;

πεζοὺς γάρ σφε καὶ θαλασσίους [ἀντ α]
ὁμόπτεροι κυανώπιδες
νᾶες μὲν ἄγαγον, ποποῖ,
560 νᾶες δ᾽ ἀπώλεσαν, τοτοῖ,
νᾶες
πανωλέθροισιν ἐμβολαῖς,
διὰ δ᾽ Ἰαόνων χέρας.
τυτθὰ δ᾽ ἐκφυγεῖν ἄνακτ᾽
565 αὐτὸν ὡς ἀκούομεν
Θρῄκης ἂμ πεδιήρεις
δυσχίμους τε κελεύθους.

***
ΠΡΩΤΟ ΣΤΑΣΙΜΟ

ΧΟΡΟΣ
Παντοδύναμε Δία, τώρα που έφτειρες
το περήφανο αμέτρητο στράτευμα
των Περσών, μες στα Σούσα κι Εκβάτανα
πένθος άπλωσες μαύρο.
Μύριες τώρα γυναίκες ξεσκίζουνε
με τ᾽ αδύναμα χέρια τους πέπλους των
και με δάκρυα ποτάμια ολομούσκευτους
πλημμυρούνε τους κόρφους των,
540 που όλες έχουνε μέρος στο πένθος.
Κι οι Περσίδες οι νύφες οι αβρόκλαυτες
να ιδούν πίσω ποθώντας τα ταίρια τους
τ᾽ απαλόστρωτ᾽ αφήνουν κρεβάτια τους
– αναγάλλια της ξέγνοιαστης νιότης των –
και θρηνούν με πιο αχόρταγο κλάμα.
Μα κ᾽ εγώ των αντρών που χαθήκανε
τιμή φέρνω στο θάνατο,
πολυπένθητο θάνατο αλήθεια.

Τώρα πέρα για πέρα θρηνεί
της Ασίας η χώρα π᾽ αδειάζει,
550 τους οδήγησ᾽ ο Ξέρξης, αλί!
τους εχάλασ᾽ ο Ξέρξης, αλί.
κι όλα τα ᾽φερ᾽ ο Ξέρξης στραβά δίχως γνώση
με τα πλοία που πήε ν᾽ αρματώσει.
Γιατί πώς κι ο Δαρείος ποτέ στον καιρό του
δεν προξένησε βλάβη καμιά στο λαό του,
ο Δαρείος βασιλιάς τοξοκράτης
των Σουσίων ο καλός πρωτοστάτης.

Τους πεζούς μας και ναύτες μαζί
σαν κοπάδι πουλιών μαυροφτέρουγο
560 τα καράβια οδήγησανε, αλί!
τα καράβια εχαλάσανε, αλί!
μ᾽ αυτήν πὄχουνε πάθει την πλέρια
συμφορά στων Ιώνων τα χέρια.
Τόσο, που όπως ακούω, μετά βιας
κι ο ίδιος έχει σωθεί ο βασιλιάς
από μέσα από της Θράκης τους καμπίσιους
και χειμωνόδαρτους δρόμους βουνίσιους.

Σικελική εκστρατεία: η ύβρις των Αθηναίων

Η πρώτη επέμβαση των Αθηναίων στο νησί έγινε την περίοδο 427-424. Οι παρατηρήσεις του Θουκυδίδη σχετικά με αυτή την πρώτη εκστρατεία αποδεικνύουν για ακόμα μια φορά το βάθος της σκέψης του: οι Αθηναίοι έστειλαν πλοία για να εμποδίσουν το σικελικό σιτάρι να φτάσει στην Πελοπόννησο και ταυτόχρονα για να κάνουν μια πρώτη δοκιμή, ένα τεστ (πρόπειρα) προκειμένου να δουν αν θα ήταν δυνατό να καταλάβουν τη Σικελία (Ιστορία, Γ΄, 86.4). Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε εδώ το ότι ο Θουκυδίδης γνωρίζει καλά το στοιχείο που Freud θα το αποκαλέσει υπερκαθορισμό των ανθρώπινων πράξεων. Στη φυσική μια αιτία προκαλεί ένα αποτέλεσμα, και δεν χρειάζεται να ψάξουμε περισσότερο. Ο υπερκαθορισμός των ανθρώπινων πράξεων σημαίνει ότι κάποιο πράγμα συμβαίνει για περισσότερους από ένα λόγους, όχι αναγκαστικά ορθολογικούς, όπως στο όνειρο ένα στοιχείο αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Η επιθυμία τους να εκστρατεύσουν στη Σικελία περιλαμβάνει εντελώς ορθολογικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να αναχθούν σε ζητήματα στρατηγικής και είναι δικαιολογημένα – πολεμάμε τους Σπαρτιάτες, πρέπει λοιπόν να τους εμποδίσουμε να τροφοδοτηθούν με σιτάρι από τη Σικελία· σκέφτονται όμως ότι ίσως θα μπορούσαν επίσης να κατακτήσουν το νησί. Και εδώ, μπορεί μεν να μην βυθίζονται στον άκρατο ανορθολογισμό, αλλά ενταφιάζουν εν πάση περιπτώσει τη στρατηγική του Περικλή, κατά τον οποίο οι Αθηναίοι δεν έπρεπε να προσπαθήσουν να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στη διάρκεια του πολέμου.
 
Αυτοί, εντούτοις αποφασίζουν το 416 να πραγματοποιήσουν την εκστρατεία, η οποία κατέληξε στη σχεδόν ολοσχερή καταστροφή του στόλου και του στρατού τους. Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι μόνο μια αλληλουχία απρόβλεπτων στοιχείων ανέτρεψε την όλη υπόθεση· μπορεί επίσης να σκεφτεί, όπως ο πολύ συνετός Νικίας, ότι η επιχείρηση ήταν πολύ παρακινδυνευμένη. Τα επιχειρήματά του δεν ήταν αβάσιμα: ακόμα και αν υποθέταμε ότι η εκστρατεία θα ήταν νικηφόρα, πως θα μπορούσαν να κρατηθούν σε ένα νησί τόσο εκτεταμένο και τόσο μακρινό, ποιο θα ήταν το προσδοκώμενο όφελος; (ΣΤ΄, 11.1) όμως δεν τον ακούν, και εκείνος δεν τολμά να αντικρούσει κατά μέτωπο τη γνώμη της πλειονότητας. Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε σε μια καμπή. Κατά τον Finley, η αποτυχία της εκστρατείας δεν ήταν αναπόφευκτη. Πράγματι, υπεισέρχονται και εδώ τα τυχαία γεγονότα και το παρά λογον του πολέμου.
 
Όταν ο αθηναϊκός στόλος φτάνει στη Σικελία, βρίσκεται τουλάχιστον ένας στρατηγός, ο Λάμαχος, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρέπει να εφορμήσουν εναντίον των Συρακουσών και να επωφεληθούν από τον αιφνιδιασμό· καθώς όμως είναι ο μόνος που έχει αυτή την άποψη (ΣΤ΄, 49), αυτή η στρατηγική, η οποία ήταν πιθανώς σωστή, δεν εφαρμόστηκε. Ας υποθέσουμε όμως ότι εφαρμόζονταν. Και μετά; Η κατάκτηση, κατά τη γνώμη μου, δεν είχε καθόλου προοπτική, και αυτό από καθαρά στρατηγική άποψη και ανεξάρτητα από κάθε άλλη πολιτική ή ηθική θεώρηση. Εδώ ακριβώς ψηλαφούμε το κύριο τραγικό στοιχείο της υπόθεσης, την ύβριν των Αθηναίων. Πέφτουν στην παγίδα αυτού που στο σημερινό αγγλοσαξονικό στρατιωτικό ιδίωμα αποκαλείται overextension: Υπάρχουν όρια, και στην υπόθεση της Σικελίας δεν χωρά αμφιβολία ότι ξεπεράστηκαν.
 
Ας επανέλθουμε στον πρώτο λόγο του Νικία στην αρχή του βιβλίου ΣΤ΄ (9-14). Η Εγέστα, μια σικελική πόλη, ζητά τη βοήθεια των Αθηναίων εναντίον του γειτονικού της Σελινούντα. Η υπόθεση προκαλεί παθιασμένο ενδιαφέρον στην Αθήνα, όπου βασιλεύει κλίμα ευφορίας. Ό,τι  κάνουν στέφεται από επιτυχία· νίκησαν στον Δεκαετή πόλεμο, το πρώτο μέρος του πολέμου το οποίο λαμβάνει τέλος το 421· η πόλη ακμάζει και οι πολίτες πιστεύουν ότι τα πάντα είναι δυνατά. Η συνέλευση ψήφισε ήδη την αποστολή εξήντα πλοίων υπό την αρχηγία του Αλκιβιάδη, του Νικία και του Λαμάχου. Στη συνέχεια, θα γίνει δεύτερη συνάθροιση. Ο πρώτος λόγος του Νικία δεν είναι ασφαλώς ισάξιος του Επιτάφιου, αλλά είναι καλά δομημένος: πρόκειται για υπενθύμιση των θεμελιωδών στοιχείων της στρατηγικής του Περικλή. Αν αποτύχουμε ή συναντήσουμε δυσκολίες στη Σικελία, οι εχθροί μας θα ξαναρχίσουν τις εχθροπραξίες. Θα έπρεπε μάλλον να ασχοληθούμε με τους Χαλκιδείς ή άλλους οι οποίοι αποστάτησαν· μια νίκη μας δεν θα εξασφαλίσει την εξουσία μας σε μακρινούς και πολυπληθείς λαούς. Ακολουθεί μια παρατήρηση, όπου γίνεται λόγος για ψυχολογία: «Για εμάς, αντιθέτως, απέναντι στους εκεί  Έλληνες, το καλύτερο για να τους εντυπωσιάσουμε θα ήταν να μην εμφανιστούμε επιτόπου ή, το πολύ, να επιδείξουμε τις δυνάμεις μας και να επιστρέψουμε αμέσως (κανένας δεν αγνοεί ότι τίποτε δεν εντυπωσιάζει τόσο όσο αυτό που είναι μακριά και του οποίου η φήμη δεν έχει δοκιμαστεί πολύ)· αν όμως μας συμβεί η παραμικρή αποτυχία, αμέσως θα μας αψηφήσουν και θα μας ορμήσουν μαζί με τους εδώ Έλληνες – αυτή ακριβώς είναι η δική σας περίπτωση σήμερα, Αθηναίοι, απέναντι στους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους τους: έχοντας υπερισχύσει πέραν πάσης προσδοκίας απέναντί τους και παρά τους αρχικούς σας φόβους, ιδού που φτάσατε να τους περιφρονείται, ώστε να στρέφετε τις βλέψεις σας στη Σικελία» (ΣΤ΄, 11.4-5).
 
Και μια ιδιαίτερα επίκαιρη άποψη: για τη φήμη σας, η απουσία είναι ότι καλύτερο· προσπαθήστε να μην εμφανιστείτε, να αποχωρήσετε κ.λπ., κυρίως δεν είναι αναγκαίο να κάνετε εντυπωσιακές πράξεις. Εντούτοις, υπερισχύει ο λόγος του Αλκιβιάδη. Εξάλλου, οι Αθηναίοι ήταν ήδη πεπεισμένοι· ο καθένας είχε τους λόγους του και όλοι ήταν εξίσου ενθουσιώδεις. Η ειρωνεία και αυτήν ακόμα την ιστορία, είναι ότι ο Νικίας προσπαθεί με τον δεύτερο λόγο να κάνει τους Αθηναίους να υποχωρήσουν, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι θα χρειαστούν ακόμα πιο σημαντικά μέσα για να επιτύχει αυτή η επιχείρηση. Οι Αθηναίοι τα παραχωρούν – και το τίμημα θα είναι βαρύτερο (ΣΤ΄, 16-26).

Μας κομπλάρουν οι δύσκολοι στόχοι;

Πώς φαντάζεσαι τον άνθρωπο που θέλεις δίπλα σου; Ποια στοιχεία αναζητάς στο χαρακτήρα του; Θα έκανες τα πάντα γι’ αυτόν αν τα έφερνε έτσι η ζωή και τον συναντούσες μπροστά σου μια μέρα; Πάρε μια βαθιά ανάσα και μη βιαστείς να απαντήσεις «ναι».

Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω –βάλε με κι εμένα στη λίστα– θ’ απαντούσαν στις ερωτήσεις πως αναζητούν έναν άνθρωπο γεμάτο χαρίσματα, με ισχυρό χαρακτήρα, δυνατό μυαλό και γεμάτα πάθος συναισθήματα, έτοιμα να τα δωρίσουν μόνο σ’ εκείνους. Μέχρι εδώ καλά. Δεν είναι κακό να λες τις επιθυμίες σου. Κακό είναι πως εννιά στις δέκα φορές δε θα πράξουμε έτσι όπως θα θέλαμε κι οι απαντήσεις στις παραπάνω ερωτήσεις θ’ αλλάξουν. Εμείς, βέβαια, θα συνεχίσουμε ν’ απαντάμε τα ίδια, αλλά οι πράξεις μας δε θα πείθουν κανέναν. Ούτε εμάς τους ίδιους…

Ο «φόβος της δέσμευσης» είναι ένα φαινόμενο πολύ συχνό στις μέρες μας, αλλά η δέσμευση με κάποιον που έχουμε αξιολογήσει ως «καλύτερο» από εμάς φαντάζει για κάποιους ακόμη πιο τρομακτική διαδικασία. Κι ενώ δηλώνουμε συνεχώς πως μας αξίζει το καλύτερο, όταν βρεθούμε τελικά απέναντί του, ακινητοποιούμαστε. Στην καλύτερη περίπτωση αυτό, γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που τρέχουν προς την αντίθετη κατεύθυνση και μάλιστα με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

«Ευτυχώς που δεν ανήκω σε αυτούς εγώ» αναφώνησες μέσα σου μόλις και θα σε αφήσω να το πιστεύεις. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως όλα αυτά που δε μας συμφέρουν τα κάνουν οι άλλοι. Ας μιλήσουμε για εκείνους, λοιπόν. Για όλους όσοι εύχονται να κατακτήσουν στο παιχνίδι των σχέσεων έναν «δύσκολο στόχο», αλλά όταν βρίσκονται στην πίστα του παιχνιδιού που πρέπει να τον αντιμετωπίσουν, αποφασίζουν να τα παρατήσουν. Από φόβο μη χάσουν ή από έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους;

Τι να ‘ναι αυτό που μας κάνει ν’ αποφεύγουμε να προσεγγίσουμε τον άνθρωπο που επιθυμούμε όσο τίποτα άλλο να μας πλησιάσει; Γιατί μας κομπλάρει ο ικανός αντίπαλος και γιατί επιτρέπουμε στο μυαλό μας να σαμποτάρει με κάθε τρόπο την αξία του; Τι λαμβάνει σαν απειλή το «εγώ» μας και μας στερεί τους καλύτερους; Κι αν ήταν όντως καλοί για εμάς, θα τους αντιμετωπίζαμε ως καλύτερους ή ως ίσους;

Πολλές οι ερωτήσεις κι οι εκδοχές των ανθρώπων ακόμη περισσότερες. Καμία οπτική, όμως, δε θ’ αγνοήσει στην ανάλυσή της πως μια τέτοια συμπεριφορά μαρτυρά πολλά για την αυτοεκτίμησή του ανθρώπου που δειλιάζει μπροστά στη διεκδίκηση κάποιου που επιθυμεί. Όλοι νιώθουμε ανίσχυροι μπροστά στα δυνατά αισθήματα, αλλά καλό θα ήταν ν’ αποφασίσουμε πως πιο πολύ τα επιθυμούμε παρά τα φοβόμαστε.

Νιώθουμε αδύναμοι απέναντι σε μια πιο ισχυρή προσωπικότητα από εμάς, αλλά είναι οι δυνατές προσωπικότητες εκείνες που μας αλλάζουν ριζικά. Και τις περισσότερες φορές μας αλλάζουν προς το καλύτερο. Κι ενώ είμαστε γεμάτοι φόβο κι ανασφάλειες για να μπλέξουμε με τους ισχυρούς, αγνοούμε πως δύναμη σημαίνει ακριβώς αυτό: Να μη φοβηθείς να ενωθείς, ν’ αφήσεις να φανερωθούν οι ελλείψεις ή οι ατέλειες του χαρακτήρα σου σε κάποιον άλλον, να έχεις το θάρρος να διεκδικήσεις εκείνο που μοιάζει άπιαστο, ακόμη κι αν είσαι γεμάτος αμφιβολίες για το αποτέλεσμα.

Δύναμη σημαίνει να παραδεχθείς πως ίσως και να σε φοβίζει το γεγονός πως συναντάς στον άλλον τον εαυτό σου. Πως οπισθοχωρείς από αντίδραση, πως δεν απολαμβάνεις το είδωλό σου σε ξένο καθρέπτη. Αντιδράς με πείσμα πεντάχρονου κι αρνείσαι να δεχθείς στον απέναντι όλα όσα υπάρχουν σε σένα. Δε σου αρέσει που πρέπει να τα αντιμετωπίσεις, γιατί θα πρέπει να παραδεχθείς πως αυτά που σε απωθούν είναι όλα όσα σε απωθούν και στον εαυτό σου. Θα πρέπει μαζί του να ξορκίσεις κι εσύ κάθε φόβο, κάθε άμυνα και να σταθείς γυμνός πλάι του, έχοντας αφήσει στην άκρη την πανοπλία σου. Χάνεις έναν αντίπαλο κι αποκτάς έναν σύμμαχο. Κι εσύ, για χρόνια είχες αντίπαλο μέχρι και τον ίδιο σου τον εαυτό, πώς να συμμαχήσεις τώρα;

Αισθανόμαστε γυμνοί απέναντι στα δυνατά μυαλά, στις ισχυρές προσωπικότητες. Είναι που ξέρουμε πως δεν μπορούμε ν’ ασκήσουμε καμία εξουσία πάνω τους, ούτε καν εκείνη τη γλυκιά, των συναισθημάτων. Θα είναι δίπλα μας για όσο απολαμβάνουν αυτό που είμαστε και θα εξετάζουν καθημερινά αν αξίζει η παραμονή τους εδώ. Κι αυτό μας τρομοκρατεί, ε;

Μας τρομοκρατεί που πρέπει να κρατάμε συνεχώς το ενδιαφέρον τους αμείωτο, που πρέπει να γινόμαστε καλύτεροι και να παλεύουμε με τους φόβους και τις ανασφάλειές μας συνεχώς. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται ψηλά στην αξιολόγησή μας είναι μια διαρκής υπενθύμιση σ’ εμάς για το ότι πρέπει να βρεθούμε στο ίδιο επίπεδο μ’ εκείνον. Όχι γιατί μας το ζήτησε, αλλά γιατί οι ίδιοι το επιθυμούμε. Όπως επιθυμούσαμε και να τον συναντήσουμε.

Ήρθε και δεν πρέπει να του επιβεβαιώσουμε με κάθε τρόπο πως δεν αξίζουμε να είμαστε πλάι του. Δεν πρέπει ν’ απωθήσουμε κάθε μας συναίσθημα για εκείνον, από φόβο πως δεν είμαστε αρκετοί γι’ αυτόν. Δεν πρέπει να κρυφτούμε πίσω από ρόλους που δε θέλουμε να παίξουμε, όπως εκείνον της αδιαφορίας, για να προστατευτούμε απ’ τους λογισμούς που βίαια εισέρχονται στο κεφάλι μας και μας δίνουν την πεποίθηση πως είμαστε γεμάτοι από ελλείψεις και μια σχέση μαζί του δε θα πετύχαινε ούτως ή άλλως.

Αυτό είναι κάτι που δε θα το μάθουμε ποτέ αν δεν μπούμε στο παιχνίδι. Στο παιχνίδι των σχέσεων που μπορεί να νομίζεις πως έχει δύο μόνο άκρα –«κερδίζω» και «χάνω»–, αλλά δεν είναι έτσι. Μην αγνοείς πως εκτός απ’ το «απόψε χάσαμε, μωρό μου, κι οι δυο» υπάρχει κι η πιθανότητα να κερδίσετε κι οι δύο. Και το να κερδίσεις αυτό που πάντα ήθελες, ακόμη κι αν έχει το βαρύ τίμημα να προσπαθείς κάθε μέρα για να το κρατάς, είναι κάτι που άλλοι το αναζητούν μια ζωή. Ξέρεις πόσοι ψάχνουμε εκείνο που θ’ αξίζει να διαλύσεις κάθε φόβο κι ανασφάλεια για να είσαι μαζί του, ανεξαρτήτως της διάρκειας που θα έχει η σχέση αυτή;

Σταμάτα, λοιπόν, ν’ απομακρύνεσαι από όσους σ’ ενδιαφέρουν ακόμη κι αν υστερείς σε κάτι απέναντί τους. Ελλείψεις όπως αυτή της αυτοεκτίμησης ή του θάρρους γιατρεύονται εύκολα αν ανοίξεις την καρδιά σου. Άσε τις ανησυχίες και τις ανασφάλειές σου να βρουν καταφύγιο στην αγκαλιά μιας άλλης δυνατής καρδιάς και μη σκεφτείς στιγμή να υποχωρήσεις απ’ τη διεκδίκησή της.

Το ν’ απομακρύνεσαι απ’ όσα αγαπάς είναι μεγαλύτερο μαρτύριο. Θα τυραννιέσαι μια ζωή από σκέψεις κι ενοχές πως στην ερώτηση για το αν θα έκανες τα πάντα για να κατακτήσεις τον δύσκολο στόχο που επιθυμείς, απάντησες σε όλους «ναι» αλλά σ’ εσένα «όχι»…

Ίσως πάλι να είσαι εσύ ο πιο έξυπνος κι ο καλύτερος. Που κατάλαβες έγκαιρα πως αυτός που αξιολόγησες ως «δύσκολο στόχο» είχε έναν και μόνο στόχο. Να σε κάνει να πιστέψεις πως πληροί τα κριτήρια της κλίμακας που έχεις μέσα σου φτιάξει, ενώ στην ουσία δεν τα πλησίασε ποτέ. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι πως δεν αντέχεις να προσεγγίσεις τους καλύτερους αλλά πως το ένστικτό σου σε κάνει ν’ απομακρύνεσαι για να προστατευτείς από εκείνους που λανθασμένα εξιδανίκευσες στην αρχή και καλό είναι να μην αγνοείς αυτή τη φωνή.

Με την άλλη όμως, που σου φωνάζει με σιγουριά «αυτός/ή είναι!», θα κάνεις κάτι επιτέλους;

Περιγεννητικές Ψυχολογικές διαταραχές

Η περιγεννητική περίοδος, δηλαδή η περίοδος από τη σύλληψη έως και μετά τον τοκετό, είναι περίοδος μεγάλης αλλαγής για την γυναικά. Η εγκυμοσύνη και ο τοκετός είναι από τα πιο σημαντικά – αν όχι το πιο σημαντικό- γεγονότα στη ζωή μιας γυναίκας. Μία γυναίκα ενδέχεται να διανύσει πολλές φάσεις κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά την έλευση του νέου μέλους της οικογένειας.

Περνάει από τη φάση της αβεβαιότητας, της προσαρμογής, της προετοιμασίας και μετά τον τοκετό, από εκείνες της εξάντλησης, της πρόκλησης και της συνήθειας. Κατά τη διάρκεια των φάσεων αυτών ενδέχεται να προκύψει μία πληθώρα στρεσογόνων παραγόντων, οι οποίοι λειτουργούν ως πιθανά εκλυτικά αίτια για διάφορες ψυχικές διαταραχές. Ουσιαστική η νέα μητέρα καλείται να διαμορφώσει μία νέα ταυτότητα, συμπεριλαμβάνοντας τη νέα αίσθηση του σώματός της, τον επαγγελματικό, το συντροφικό- σεξουαλικό εαυτό της αλλά και το νέο της κοινωνικό ρόλο, ο οποίος οδηγεί σε αβεβαιότητα και σε ανάληψη νέων ευθυνών, σχετιζόμενων με το νέο, πλήρως εξαρτώμενο από τη μητέρα, μέλος της οικογένειας.

Η αιτιολογία των περιγεννητικών ψυχικών διαταραχών είναι πολυπαραγοντική

Περιλαμβάνει:
α) Βιολογικούς παράγοντες: Συσχετίζονται με την επίδραση ορμονών και νευροδιαβιβαστών, την προσπάθεια του οργανισμού να προσαρμοστεί στο stress και την αυξημένη δραστηριότητα του άξονα υποθάλαμος- υπόφυση- επινεφρίδια. Επιπλέον, ο τοκετός οδηγεί σε μία απότομη πτώση των επιπέδων ορισμένων ορμονών (οιστρογόνων και προγεστερόνης), με επακόλουθα συμπτώματα ουσιαστικά “στέρησης” του οργανισμού και σταδιακή επάνοδό τους στα φυσιολογικά επίπεδα μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Πρόκειται συνολικά για μια ορμονική απορρύθμιση. Στις σωματικές διαταραχές του οργανισμού προστίθενται η έλλειψη ύπνου, καθώς και δυσφορικές ενοχλήσεις που αφορούν στους πόνους της γαλουχίας, της καισαρικής τομής ή της σχισμής του περινέου κτλ.

β) Προδιαθεσικούς παράγοντες: Προηγούμενα καταθλιπτικά επεισόδια αυξάνουν την πιθανότητα περιγεννητικής κατάθλιψης, η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο σε περίπτωση γενετικής προδιάθεσης στην οικογένεια της γυναίκας ή εμφάνισης ψυχοπαθολογίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

γ) Ψυχολογικούς παράγοντες: Η στάση αναμονής της γυναίκας και οι απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό της ενδέχεται να προκαλέσουν μία ψυχολογική επιβάρυνση. Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα αποτελούν μία πρόκληση για τη γυναίκα καθώς συντελούν μία σημαντική αλλαγή στην ταυτότητά της οδηγώντας συχνά σε έντονη αμφιθυμία. Συχνά γεννιούνται συναισθήματα αμφισβήτησης του εαυτού, ενοχών και ανεπάρκειας. Επιπλέον επιβαρυντικοί παράγοντες είναι οι περιπτώσεις μίας ανεπιθύμητης ή επιπεπλεγμένης κύησης με συνακόλουθο άγχος ως προς την υγεία του εμβρύου- του νεογνού.

δ) Κοινωνικούς παράγοντες: έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος, οικονομικά προβλήματα, συγκρούσεις, επαγγελματικά ζητήματα ενδεχόμενου περιορισμού της καριέρας. Η έλευση του παιδιού οδηγεί αναπόφευκτα στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του ζευγαριού και σε ορισμένες περιπτώσεις σε προβλήματα επικοινωνίας και αίσθημα απομόνωσης της γυναίκας.

Οι μορφές των περιγεννητικών ψυχικών διαταραχών 

1.Τα λεγόμενα “baby blues”: Πρόκειται για ένα αίσθημα δυσφορίας και δυσπραγίας που βιώνουν γυναίκες μετά τον τοκετό. Ξεκινά ήδη 2-4 μέρες μετά και αφορά στο 50 έως 80% των νέων μητέρων. Συμπεριλαμβάνει συμπτώματα όπως ευερεθιστότητα, συναισθηματική αστάθεια, κόπωση, θλίψη και συχνά επεισόδια με κλάμα, διαταραχές του ύπνου και ανησυχία. Δεν πρόκειται για μία κλινική κατάσταση εξού και η αντιμετώπισή της συνίσταται σε ηρεμία και κατανόηση.

2.Περιγεννητική και επιλόχειος κατάθλιψη: Αφορά σε 10-15% των γυναικών με έναρξη συνήθως 6-12 εβδομάδες μετά τον τοκετό, αν και υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις που ξεκινάν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι διαταραχές του ύπνου αποτελούν το σημαντικότερο σύμπτωμα, ακολουθούμενες από σωματικές ενοχλήσεις, κόπωση, κοινωνική απομόνωση, αίσθημα ενοχών, ανεπάρκειας και ντροπής, ανηδονία, ευερεθιστότητα και θυμό, διαταραχές της συγκέντρωσης, έντονο φόβο αποτυχίας, καθώς και ιδεοψυχαναγκασμούς. Η κατάσταση αυτή μπορεί να διαταράξει την αλληλεπίδραση και το δεσμό μητέρας- παιδιού, να οδηγήσει στην παραμέληση του νεογνού και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε αυτοκτονικό ιδεασμό.

3.Αγχώδεις και ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές: Οι επιλόχειες αγχώδεις διαταραχές εμφανίζονται εξίσου συχνά με την επιλόχειο κατάθλιψη και αφορούν σε άγχος γύρω από το ρόλο της μητέρας και γύρω από το παιδί.

Οι ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές εμφανίζονται είτε αυτούσια είτε ως σύμπτωμα της κατάθλιψης και αφορούν συνήθως σε ιδεοψυχαναγκασμούς. Πρόκειται για επίμονες, βασανιστικές σκέψεις, οι οποίες αφορούν συχνά είτε σε λάθη που ενδέχεται να οδηγήσουν στο θάνατο του παιδιού είτε και σε έντονες εικόνες της μητέρας π.χ. να πνίγει το παιδί ή να το ρίχνει από την κούνια κτλ. Όλες αυτές οι σκέψεις αντιτίθενται στα αισθήματα και τις επιθυμίες της μητέρας, με αποτέλεσμα αυτή να υποφέρει και να προσπαθεί να αναπτύξει αντισταθμιστικές συμπεριφορές για να αποφύγει “το κακό” (π.χ. κρύβοντας τα μαχαίρια από το σπίτι ή αποφεύγοντας να μείνει μόνη με το νεογνό).

4.Μετατραυματική διαταραχή: Εμφανίζεται σε περιπτώσεις, τραυματικού βιώματος (υποκειμενικού συχνά) κατά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό και ανεπαρκούς δυνατότητας της γυναίκας να επεξεργαστεί και να συζητήσει το βίωμά της.

5.Ψυχωτικά επεισόδια- επιλόχεια ψύχωση: Εμφανίζεται στο 0,1% των γυναικών, συνήθως μέσα στις δύο εβδομάδες από τον τοκετό. Η συμπτωματολογία περιλαμβάνει παρανοϊκό ιδεασμό κυρίως με ιδέες επιβολής και συσχέτισης, ψευδαισθήσεις, έντονη ανησυχία, καχυποψία, σύγχυση, παράλογους φόβους, διαταραχές του ειρμού. Η ασθενής μπορεί να αισθάνεται ότι δε θέλει να φροντίσει το παιδί ή ακόμη και να αρνείται τη γέννηση. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει κίνδυνος αυτοκτονικότητας αλλά και προσπάθειας της μητέρας να βλάψει το νεογνό. Η επιλόχεια ψύχωση αποτελεί μία επείγουσα ψυχιατρική κατάσταση που απαιτεί άμεση φαρμακευτική αντιμετώπιση.

6.Διαταραχές σε σχεσιακό επίπεδο (bonding disorder): Ελλιπές μητρικό συναίσθημα, παθολογικός θυμός απέναντι στο βρέφος ή και απόρριψή του.

Η θεραπεία των διαταραχών αυτών είναι διπλά σημαντική, γιατί εμπλέκονται πέραν της ψυχικής υγείας της μητέρας και τα βιώματα του νεογνού. Περιλαμβάνει ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις, φαρμακευτική θεραπεία σε περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο και λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία θηλασμού, κοινωνική υποστήριξη καθώς και ομάδες αυτοβοήθειας.

Όταν κρατιόμαστε σε ό,τι μας φθείρει

Ο έρωτας και η αγάπη είναι ένα καλό παράδειγμα που δείχνει το πώς συμπεριφερόμαστε απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο να «πονέσουμε» συναισθηματικά… Πώς αποφεύγουμε συχνά καταστάσεις τις οποίες θα ήταν πολύ χρήσιμο να ζήσουμε ή αντίθετα, αποφεύγουμε να αφήσουμε καταστάσεις τις οποίες είναι απαραίτητο να αφήσουμε.
 
Ο Ιπποκράτης έλεγε χαρακτηριστικά: «πριν θεραπεύσεις κάποιον, ρώτησέ τον αν είναι πρόθυμος να αφήσει όλα εκείνα που τον κάνουν να αρρωσταίνει…»
 
Δύσκολο να συνδυαστεί ο έρωτας με τη διάρκεια στο χρόνο… Η χημεία και το πάθος δε διευκολύνουν την εξερεύνηση χαρακτηριστικών της προσωπικότητας καθώς το άλλο πρόσωπο εξιδανικεύεται ταχύτατα… Η αρχική εντύπωση παίζει το μεγαλύτερο ρόλο… Πολύ γρήγορα, πάνω σε λίγα χαρακτηριστικά που μας αρέσουν, χτίζονται και προσθέτονται πολλά από αυτά που οι ίδιοι ασυνείδητα επιθυμούμε να υπήρχαν… Αυτό συμβαίνει γιατί η φύση ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αναπαραγωγή και όχι τόσο για τη συντροφικότητα… ή το φόβο της μοναξιάς (άρα του θανάτου) που έχει ο άνθρωπος.
 
Έτσι… μετά από λίγο καιρό, οι χημικές ουσίες που προκαλούν την ερωτική προσκόλληση «καίγονται» και εξατμίζονται, δίνοντας σιγά σιγά τέλος στους μηχανισμούς προβολής και εξιδανίκευσης του άλλου. Το ταίρι μας μένει πια χωρίς το αρχικό στέμμα της προβολής των επιθυμιών μας. Οι άνθρωποι μένουν πια ελεύθεροι από τα «μάγια» των χημικών ουσιών, να γνωριστούν πραγματικά. Αν στο σημείο αυτό δεν ταιριάξουν, το βιώνουν επώδυνα και ως αποτυχία… Αυτό που αποθηκεύεται και μένει φρέσκο στη μνήμη τους είναι ο «πόνος»… Συχνά, μέγιστος σκοπός γίνεται πια η αποφυγή του.

Αν ο Έρωτας δεν ήταν δημιούργημα του δικού μας μυαλού το οποίο χρειάζεται ένα άλλο πρόσωπο για να πάρει υλική μορφή, δεν θα παρατηρούσε κανείς ξανά και ξανά το ίδιο αποτέλεσμα στην επαφή μας με πρόσφατα χωρισμένους ερωτευμένους:
 
Το ταχύτερο ξεθώριασμα της εξιδανίκευσης του άλλου προσώπου…
 
Τις ασυνείδητες ανάγκες που ζητούσε ο ερωτευμένος από τον έρωτα μέσα από το άλλο πρόσωπο…
 
Την αποκάλυψη της αναζήτησης αναγνώρισης της αξίας μας στο πρόσωπο που ερωτευόμαστε… Θέση και αξία που απέκτησε από τη στιγμή που η δική μας επιθυμία επενδύθηκε στο πρόσωπο του… Θέση που οι ίδιοι του είχαμε δώσει για να λάβουμε περισσότερη αξία από αυτό…
 
Η φύση σχεδίασε τα πάντα με σκοπό την δημιουργία των καλύτερων απογόνων και έτσι έδωσε στα θηλυκά την αποστολή να προσπαθούν να διαλέξουν το πιο ισχυρό γονιδιακά αρσενικό… Δόθηκε στη γυναίκα η δυνατότητα ελέγχου της σεξουαλικής ορμής, κάνοντάς την έτσι ικανή και υπεύθυνη να επιλέξει που θα την αφήσει «ελεύθερη» με τα ακόλουθα συναισθήματά της συντροφικότητας… Πιθανότατα επειδή η γυναίκα προορίζεται να φέρει και να μεγαλώσει παιδιά στον κόσμο, ερωτεύεται σπανιότερα και πιο δυναμικά. Αν απειληθεί η ασφάλεια του περιβάλλοντος όπως την έχει συνηθίσει το μυαλό μας, δυσκολεύεται να επενδύσει συναισθηματικά.
 
Στην καθημερινή πρακτική, πολλές γυναίκες που αντιμετώπιζαν ανασφάλεια με την εργασία τους, απέφευγαν ή και ανέβαλλαν συστηματικά τη συναισθηματική επένδυση σε κάποιο σύντροφο… Η επαγγελματική τους ζωή γινόταν προαπαιτούμενο της συναισθηματικής επένδυσης. Ειδάλλως, ένιωθαν ότι οι απαιτήσεις μιας σχέσης θα πρόσθεταν αρνητικό φορτίο στο ήδη υπάρχον εργασιακό άγχος.
 
Η αυτοπροστασία αυτή όμως από ενδεχόμενο «πόνο», είχε μία άμεση και βαρύτερη επίδραση στην ψυχική τους διάθεση από τον πόνο από τον οποίο φαινομενικά προφύλασσε… Το σεξουαλικό ένστικτο και το δημιούργημα του, το συναίσθημα της συντροφικότητας, είναι ένας νόμος της φύσης ο οποίος δεν καταπιέζεται, ούτε υποκαθίσταται… Καταπιεσμένα συναισθήματα φέρνουν πάντοτε περισσότερη δυσαρέσκεια από τον ενδεχόμενο πόνο που μπορεί να ερχόταν αν τα ζούσαμε. Είναι σύνηθες να αποφεύγουμε έναν πόνο που φανταζόμαστε μεγαλύτερο επειδή μας είναι άγνωστος, και να προτιμούμε τον ήδη γνωστό και μικρότερο σε ένταση, παρότι σε βάθος χρόνου μας φθείρει περισσότερο.
 
Η συναισθηματική επένδυση σε ένα νέο πρόσωπο μπορεί να αποφεύγεται με διάφορα τεχνάσματα του μυαλού
 
Σχέσεις του παρελθόντος οι οποίες προφανώς δεν λειτούργησαν, ή η άρνηση ότι δεν λειτούργησαν εξιδανικεύονται συχνά σαν αντίβαρο στην αποφυγή μιας νέας συναισθηματικής επένδυσης…
 
Το κλείσιμο στον εαυτό επίσης, προκειμένου ένα άτομο να αποφύγει τον ενδεχόμενο πόνο μιας νέας σχέσης. Μια συμπεριφορά όμως που το καθιστά σταδιακά όλο και πιο ευαίσθητο στον πόνο…
 
Όταν αποφεύγουμε να ρισκάρουμε να εμπιστευθούμε, το τίμημα που πληρώνουμε για την αποφυγή του πόνου, είναι η πτώση της ψυχικής διάθεσης. Ως κοινωνικά όντα, χρειαζόμαστε τις εγκεφαλικές χημικές ουσίες που δημιουργούνται από την ανθρώπινη επαφή και την εμπιστοσύνη.
 
Ένας άνθρωπος με μέτρια ψυχική διάθεση είναι πολύ πιο ευάλωτος σε απογοητεύσεις με αποτέλεσμα να αποφεύγει να βρεθεί σε περιβάλλοντα που θα βελτίωναν τη διάθεσή του… Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου η διάθεση του «κατεβαίνει» σαν μία κατηφορική σπειροειδής σκάλα.
 
Η σταδιακή εξοικείωση με το ενδεχόμενο ενός φανταστικού πόνου επιδρά έτσι ώστε να πάψει η φοβία του. Όταν ζήσουμε κάτι, κατανοούμε ότι ο φόβος έκανε τον πόνο να φαντάζει μεγαλύτερος. Αυτό είναι ένα μάθημα που θα οδηγήσει σε καλύτερες επιλογές στο μέλλον.
 
Στα επιτυχημένα και ιδιαίτερα αγαπημένα ζευγάρια διαπιστώνεται πάντοτε η μεγαλύτερη αυτογνωσία του κάθε συντρόφου. Συχνά ακούγεται ότι η συμπεριφορά μας επηρεάζεται και οδηγείται από τους άλλους… Οι άλλοι όμως απλά βοηθούν να εκδηλωθούν πλευρές του εαυτού μας οι οποίες υπάρχουν μέσα μας. Απλά συμβαίνει να μην τις γνωρίζουμε… Οι άλλοι είναι η ευκαιρία μας να πάρουμε ένα χρήσιμο μάθημα για τον εαυτό μας…
 
Η εικόνα της ανάβασης ενός λόφου ταιριάζει αρκετά… Οι άνθρωποι που μας δείχνουν τα μονοπάτια, είναι οι σχέσεις που κάνουμε. Κάποιες φορές, κάποιο μονοπάτι μπορεί να είναι αδιέξοδο και τότε χρειάζεται να το εγκαταλείψουμε. Ο άνθρωπος που θα μας οδηγήσει στην κορυφή του λόφου, δεν θα είναι απαραίτητα ο πρώτος που θα σχετιστούμε.  Συχνά μένουμε στάσιμοι στο ανέβασμα, από φόβο αν όντως θα βρούμε τον άνθρωπο που θα μα οδηγήσει στην κορυφή. Ο φόβος του ενδεχόμενου πόνου προκαλεί το σταμάτημα αυτό… Φτάνοντας όμως στην κορυφή του λόφου, πάντοτε αντικρίζουμε τη θάλασσα, τη βαθύτερη γνώση του εαυτού μας… Και ο δρόμος είναι πια εύκολος και κατηφορικός…

Ο Πυθαγόρας και η αναζήτηση του νοήματος

Το άτομο αυτό και οι μαθητές του είχαν υποστηρίξει ότι η ίδια η επιστήμη αποτελεί άσκηση ανεύρεσης νοήματος. Στην πραγματικότητα, όσο αγνότερη είναι η επιστήμη, τόσο ισχυρότερες είναι οι επιγνώσεις της – γι’ αυτό και αγαπούσαν τα μαθηματικά. Το άτομο αυτό ονομαζόταν Πυθαγόρας.

Από όλα τα παράδοξα που θυμόμαστε για τους αρχαίους φιλοσόφους, τίποτε δεν είναι πιο παράδοξο από όσα σχετίζονται με τον Πυθαγόρα. Είναι ένας μυστηριώδης άνδρας, ουσιαστικά ένας μυθικός άνδρας, όπως έχουν ισχυριστεί ορισμένοι λόγιοι – όμως, από την άλλη οι λόγιοι ασχολούνται με κάτι πολύ αμφισβητήσιμο. Για παράδειγμα, το μέσα μέρος του μηρού του λέγεται ότι ήταν φτιαγμένο από χρυσάφι. Λέγεται ότι τα ποτάμια του μιλούσαν. Λέγεται ότι είχε φωτογραφική μνήμη και μπορούσε να ανακαλέσει τις λεπτομέρειες όλων όσα του συνέβησαν σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και σε προηγούμενες ζωές του, επίσης, διότι πίστευε στη μετενσάρκωση της ψυχής. Η μνήμη αυτή αποτελούσε δώρο του θεού Ερμή.

Και αφού αναφερόμαστε στην εγκράτεια, ήταν πολύ παράξενος και με το φαγητό του ακόμη. Σιχαινόταν τα μπαρμπούνια, όπως και τα’ αυγά. Συμβούλευε οι άνθρωποι να κάνουν έρωτα μόνο τον χειμώνα και ποτέ το καλοκαίρι. Όμως, αν θα θέλατε να τον ακολουθήσετε, η αποχή αυτή θα ήταν το λιγότερο για το οποίο θα έπρεπε να αντιδράσετε. Οι πιθανοί μαθητές του έπρεπε να παραμείνουν σιωπηλοί για πέντε χρόνια. Κατόπιν, έπρεπε να τον ακούν να μιλά χωρίς να τον βλέπουν: σαν τις νυχτερίδες, ο Πυθαγόρας κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα.

Ταξιδεύοντας στο ιωνικό νησί της Σάμου σήμερα, τη γενέτειρα του Πυθαγόρα, δεν θα μπορούσατε να αμφισβητήσετε την ιστορικότητά του. Η πρωτεύουσα ονομάζεται Πυθαγόρειο. Στην αποβάθρα, τους επισκέπτες χαιρετά ένα εμπνευσμένο, γεωμετρικό άγαλμα του φιλοσόφου, μαθηματικού και μουσικού του έκτου αιώνα π.Χ. (όπως υποθέτουμε). Αναπαριστά το θεώρημα που έχει λάβει το όνομα του Πυθαγόρα, το χέρι του σοφού δείχνει την επάνω γωνία ενός τριγώνου, συμπληρώνοντας έτσι τις τρεις πλευρές. Στη χάλκινη βάση, υπάρχουν χαραγμένα αποσπάσματα σε σχέση με την αρμονία του Σύμπαντος που είναι γνωστή και ως ‘’μουσική των σφαιρών’’.

Κάποτε ένα από τα πλουσιότερα νησιά του Αιγαίου, η Σάμος, και κοντά στη Μικρά Ασία, τη σημερινή Τουρκία, η ιστορία αναφέρει ότι ο νεαρός Πυθαγόρας ταξίδεψε από εκεί σε όλη τη Μεσόγειο – «ταξιδεύοντας μεταξύ των Χαλδαίων και των Μάγων», όπως αναφέρει ο Διογένης Λαέρτιος – και έφθασε στην Αίγυπτο, τη χώρα του ηλιακού θεού Ρα. Εκεί, ανακάλυψε ένα μείγμα μυστικισμού και γεωμετρίας, που συμβολίζεται με εκπληκτικό τρόπο από τις Μεγάλες Πυραμίδες της Γκίζας. Θα τον γοήτευε για την υπόλοιπη ζωή του. Έφθασε να πιστεύει ότι οι σφαίρες και οι κύκλοι αποτελούν τα ωραιότερα αντικείμενα και ότι η γη και το στερέωμα πρέπει να είναι και αυτά σφαιρικά, όχι κυλινδρικά ή επίπεδα όπως πίστευαν τότε. Έφθασε να πιστεύει ότι οι ζυγοί αριθμοί μπορούν να θεωρηθούν θηλυκοί, κυκλικοί και θερμοί και οι μονοί αρσενικοί, γωνιώδεις, ανώμαλοι. Μοιάζει τρελό, μέχρι να προσέξετε ότι οι μονοί αριθμοί είναι κάποιες φορές παράξενοι. Για παράδειγμα, όλοι οι πρώτοι αριθμοί, εκτός από το 2, είναι μονοί και οι πρώτοι αριθμοί – οι αριθμοί εκείνοι που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και τη μονάδα – είναι πράγματι παράξενοι.

Η μορφή του Πυθαγόρα αποτέλεσε αντικείμενο που συνήρπασε πολλές διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι τον τιμούσαν ως φιλόσοφο και τον διεκδικούσαν ως δικό τους, επειδή είχε ζήσει σε ‘’ιταλικό’’ έδαφος. Οι ερωτευμένες με την αισθητική ψυχές της Αναγέννησης ταυτίζονταν μαζί του μέσω της προσωποποιημένης Μουσικής, επειδή υποτίθεται ότι εκείνος ανακάλυψε τη σχέση μεταξύ της μουσικής και των μαθηματικών διαστημάτων ενώ έπαιζε μ’ ένα μονόχορδο: όταν μειώσουμε το μήκος της χορδής, η νότα ανεβαίνει κατά ένα τέλειο διάστημα οκτάβας.

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν τα μαθηματικά απαραίτητο βήμα προς την αποκάλυψη των απλών φαινομένων, στην πορεία προς την ανακάλυψη της αξίας των πραγμάτων. Στις συμμετρίες και στα σχήματά της, η μαθηματική ανάλυση παρουσίαζε σημαντικές αλήθειες για την πραγματικότητα. Οι αριθμοί είναι, κατά κάποιον τρόπο, υπερβατικοί: το ένα συν ένα θα έκανε δύο, άσχετα από το αν θα υπήρχαμε εμείς ή όχι, ή ακόμη κι αν υπήρχε το Σύμπαν. Γι’ αυτό, θεωρείται ότι όταν ο Πυθαγόρας ανακάλυψε το περίφημο θεώρημά του, του φάνηκε προφανές να αναζητήσει έναν βωμό και να θυσιάσει ένα βόδι. Είχε ανοίξει για την ανθρωπότητα ένα παράθυρο προς τον κόσμο των θεών. Είχε διακρίνει κάτι από το νόημα των πραγμάτων.

Ο ίδιος ο Πλάτων έκανε πολλά για να διατηρήσει ζωντανή την άποψη του Πυθαγόρα ότι τα μαθηματικά βρίσκονται στη βάση όλων όσα γνωρίζουμε για το Σύμπαν. Σε μία από τις πλέον Πυθαγόρειες στιγμές του, στον διάλογο Τίμαιος, ο Πλάτων βεβαιώνει:

Το όραμα της ημέρας και της νύχτας και των μηνών και του κύκλου των
ετών δημιούργησε την τέχνη των αριθμών. Μας έδωσε όχι μόνο την έννοια
του χρόνου, αλλά και τα μέσα για να μελετήσουμε τη φύση του Σύμπαντος,
από όπου αναδύθηκε κάθε φιλοσοφία σε κάθε πλευρά της
.

Στην Πολιτεία του Πλάτωνος, τα μαθηματικά περιγράφονται ως η δύναμη που ζωογονεί ένα όργανο της ψυχής που αξίζει χίλια «κανονικά μάτια», επειδή αποτελεί έναν βαθύτερο τρόπο για να βλέπουμε την αλήθεια. Αποσαφηνίζει τα πράγματα. Ο αρχαίος μαθηματικός μπορεί να θεωρηθεί αρχιτέκτων των αριθμών: χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά εργαλεία – ένα ορθογώνιο τρίγωνο κι έναν χάρακα – δημιούργησε κάτι πραγματικά όμορφο.

Αυτά τα επιχειρήματα παρείχαν ευφάνταστη και μακροχρόνια ώθηση στην επιστήμη. Ο αστρονόμος Γιοχάνες Κέπλερ αναφέρει τον Πυθαγόρα ως «παππού όλων των οπαδών του Κοπέρνικου». Ο Γαλιλαίος πίστευε ότι το Σύμπαν «είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών». Ο Μπέρτραντ Ράσελ έλεγε ότι «Τα μαθηματικά, αν ειδωθούν σωστά, διαθέτουν όχι μόνο την αλήθεια, αλλά και ύψιστη ομορφιά – μία ομορφιά ψυχρή και αυστηρή, όπως αυτή της γλυπτικής».

Στην πραγματικότητα, η πρόταση των Πυθαγορείων είναι πιο περίπλοκη. Υπάρχει μία δύναμη στα μαθηματικά που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις ιδιότητες που παρέχουν στα ανθρώπινα όντα την αίσθηση νοήματός τους. Κι όμως, η φύση αυτής της δύναμης παραμένει μυστήριο. Οι άνθρωποι είναι απολύτως λογικό να συμπεράνουν ότι δεν λέει τίποτε για την ύπαρξη του Θεού. Άλλωστε, ένα συν ένα κάνει δύο, όχι επειδή το λέει κάποιος θεός, αλλά επειδή έτσι είναι. Ο μαθηματικός Τζων βαν Νιούμαν το θέτει ως εξής: «Στα μαθηματικά δεν κατανοείς πράγματα. Απλώς τα συνηθίζεις». Από την άλλη, ο βιολόγος Ρίτσαρντ Ντώκινς, σημαντικός πρεσβευτής του αθεϊσμού για πολλούς: «Η περιπλοκότητα των ζωντανών οργανισμών αντιστοιχεί με τη λεπτή αποτελεσματικότητα του φαινόμενου σχεδίου τους». Υποστηρίζει ότι η ίδια η Φύση βρίσκει τον τρόπο να ανεβεί αυτό που αποκαλεί «απίθανο βουνό» και δεν είναι λιγότερο αξιοσημείωτη γι’ αυτό.

Το τι ακριβώς πιστεύετε για τα μαθηματικά, πιθανότατα αποτελεί ζήτημα της προσωπικής σας πίστης ή της έλλειψης πίστης. Ο γρίφος του θαύματος του Γουίγκνερ και της Πυθαγόρειας γεωμετρίας είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο ίδιος: τελικά, δεν γνωρίζουμε γιατί υπάρχουν νόμοι, γιατί τα μαθηματικά λειτουργούν, ή γιατί μπορούμε να ανακαλύψουμε τόσα πολλά για το Σύμπαν. Εν τούτοις, το θέμα είναι ότι μπορούμε. Επιπλέον, υπάρχει κάτι ιδιαίτερα όμορφο σ’ όλα αυτά. Η διαίσθηση ότι ο Κόσμος είναι ένας χώρος με νόημα για τους ανθρώπους είναι σωστή. Η εικόνα του Πυθαγόρα μας θυμίζει ότι η επιστήμη, αντί να υποσκάπτει αυτήν την ευαισθησία, μπορεί, στην πραγματικότητα, να την υποστηρίξει.

Η καθαρή και απλή αλήθεια σπάνια είναι καθαρή και ποτέ δεν είναι απλή

Η αφετηρία των περισσότερων τριβών μεταξύ των ανθρώπινων πλασμάτων είναι ότι πιστεύουμε πως η αλήθεια μας είναι αλάνθαστη και βρίσκεται πάνω από την αλήθεια κάθε άλλου ανθρώπου. Η στάση αυτή μας κάνει να φερόμαστε με ακαμψία και να δείχνουμε ελάχιστη συναισθηματική κατανόηση για τους άλλους.

Το να βαδίζεις στη ζωή με βεβαιότητες είναι ο καλύτερος τρόπος να καταλήξεις θυμωμένος με όλο τον κόσμο.

Για να καταπολεμήσει τον πειρασμό της μονοσήμαντης σκέψης, ο διάσημος ψυχολόγος Έντουαρντ ντε Μπόνο μας προτείνει τα παρακάτω εργαλεία για να αναπτύξουμε την παράπλευρη σκέψη.

Να αλλάξουμε την ορθολογική ανάλυση με πρόκληση. Αντί να εκτιμούμε πώς είναι τα πράγματα, ας παίξουμε με το πώς θα μπορούσαν να είναι αν…

Να είμαστε αυθόρμητοι και να «ανοίγουμε τα φράγματα» για να μπαίνουν κάθε είδους ιδέες.

Να αφήνουμε κατά μέρος τις παλιές εκτιμήσεις ή κρίσεις, δηλαδή: να παράγουμε ιδέες χωρίς προκαταλήψεις.

Να αποδεχόμαστε όλους τους πιθανούς δρόμους και να αποφεύγουμε τις ετικέτες στην άσκηση της σκέψης.
 

Αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς: αυθεντική πηγή απέραντου πνευματικού πλούτου

Κάθε τόσο στην Ελλάδα ανακαλύπτουμε, τις περισσότερες φορές με μεγάλη καθυστέρηση, έναν ξένο συγγραφέα, πότε Γάλλο, πότε Ιταλό, πότε Ισπανό, πότε Λατινοαμερικάνο. Τότε μεταφράζονται μανιωδώς τα έργα τους κι εμείς οι αναγνώστες τα αγοράζουμε εξίσου μανιωδώς. Και οι ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ συγγραφείς παραμένουν πάντοτε άγνωστοι. Τόσο κοντινοί μας, τόσο οικείοι, αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακρινοί, πιο μακρινοί κι από τον τελευταίο Λατινοαμερικάνο συγγραφέα που ανακαλύψαμε. Ολόκληρη η αρχαιοελληνική λογοτεχνία είναι για μας τους Έλληνες άγνωστη γη. Πώς το καταφέραμε αυτό; Πώς δημιουργήθηκε αυτή η αποξένωση και το δέος; Φταίει η σχολαστική, μουχλιασμένη, αποξηραμένη από κάθε χυμό και αποστειρωμένη διδασκαλία τους στα γυμνάσια και στα πανεπιστήμια; Φταίει όλο αυτό το άγονο πνεύμα της προσπάθειας να γραπωθούμε από τους αρχαίους «ημών» προγόνους για να αποδείξουμε ότι αξίζουμε κι εμείς κάτι; Φταίνε οι ελάχιστες μεταφράσεις, πολλές από τις οποίες, πιο δυσνόητες κι από το ίδιο το πρωτότυπο, μεγάλωσαν το δέος και την απόστασή μας απ’ αυτούς; Όλα φταίνε και ίσως και άλλα.

Το γεγονός είναι πως τα έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας δεν τα είδαμε ποτέ ως αναγνώσματα. Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς είναι καταχωρημένοι στο μυαλό μας περίπου σαν ονόματα δρόμων. Κι όμως αντιπροσωπεύουν έναν ολόκληρο κόσμο που σφύζει από ζωή, πνεύμα, χιούμορ, κάπως αλλιώτικο, κάπως παράξενο, γοητευτικό, συγκινητικά ανθρώπινο και επίκαιρο.
Είναι σαν να γύρισε ένας διακόπτης, σαν να χάθηκε μια αίσθηση του κόσμου που υπήρχε, αλλιώτικη από τη δική μας.

Γιατί να μη γίνουν κάποτε και για μας οι ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟΙ ανάγνωσμα; Γιατί να μη γνωρίσουμε αυτό τον Μεγάλο κόσμο; Να τους αγαπήσουμε και να τους πλησιάσουμε. Να τους ανακαλύψουμε κι αυτούς όπως και τους ξένους (γιατί έχουν γίνει πιο ξένοι κι από τους ξένους για μας), χωρίς να ζητάμε απ’ αυτούς τίποτα περισσότερο από μια πνευματική απόλαυση. Ούτε προγονολατρείες, ούτε συντακτικές αναλύσεις.

Εκείνο που χρειάζεται είναι σύγχρονες μεταφράσεις (τόσο στη γλώσσα όσο και στο πνεύμα), που να μη βαραίνουν και να μην τρομάζουν τους αναγνώστες, μεταφράσεις σαν κι αυτές που διαβάζουν εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο εκτός από την Ελλάδα.

Σήμερα που οι κάθε είδους θεωρητικοί δογματισμοί καταρρέουν και ξαναρχίζουν έντονοι προβληματισμοί για την πορεία της Ευρώπης και του κόσμου, η ανοιχτή και ανήσυχη ελληνική σκέψη περνά πάλι σε πρώτο πλάνο, όχι για να δώσει έτοιμες λύσεις, αλλά για να μας κάνει να στοχαστούμε με φρέσκο, σύγχρονο μυαλό πάνω στα ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο.

Ενισχύοντας την Τεχνητή Νοημοσύνη – Πώς ο εγκέφαλος συνδυάζει τις μνήμες για να λύσει προβλήματα

Οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να συνδυάζουν δημιουργικά τις μνήμες τους για να λύνουν προβλήματα και να παραγάγουν νέες γνώσεις, μια διαδικασία που εξαρτάται από τις μνήμες για ιδιαίτερα γεγονότα, γνωστή ως επεισοδιακή μνήμη. Όμως παρόλο που η επεισοδιακή μνήμη έχει μελετηθεί εκτεταμένα στο παρελθόν, οι τρέχουσες θεωρίες δεν μπορούν εύκολα να εξηγήσουν πώς οι άνθρωποι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις επεισοδιακές μνήμες τους για να φθάσουν σε αυτές τις νέες γνώσεις.

Τα αποτελέσματα έρευνας μιας ομάδας νευροεπιστημόνων και ερευνητών της τεχνητής νοημοσύνης στην DeepMind, στο Πανεπιστήμιο Otto von Guericke του Μαγδεμβούργου και στο Γερμανικό Κέντρο για Νευροεκφυλιστικές Ασθένειες (DZNE), που δημοσιεύθηκε στο Neuron στις 19 Σεπτεμβρίου, ανοίγουν ένα παράθυρο στον τρόπο με τον οποίο ο ανθρώπινος εγκέφαλος συνδέει ατομικές επεισοδιακές μνήμες για να λύσει προβλήματα. Για παράδειγμα, κάποιος βλέπει μια γυναίκα να οδηγεί ένα αυτοκίνητο στο δρόμο του. Την επόμενη ημέρα, βλέπει έναν άνδρα να οδηγεί ακριβώς το ίδιο αυτοκίνητο στο δρόμο του. Αυτό μπορεί να πυροδοτήσει τη μνήμη της γυναίκας που είδε την προηγούμενη ημέρα και μπορεί να συμπεράνει ότι το ζευγάρι ζει μαζί, δεδομένου ότι μοιράζονται το αμάξι.

Οι ερευνητές προτείνουν έναν νέο εγκεφαλικό μηχανισμό που θα επέτρεπε να ανασυρθούν μνήμες για να πυροδοτήσουν την ανάκληση επιπρόσθετων, σχετικών αναμνήσεων με αυτό τον τρόπο. Ο μηχανισμός αυτός επιτρέπει την ανάκληση πολλαπλά συνδεδεμένων μνημών, που μετά θα επιτρέψουν τον εγκέφαλο να δημιουργήσει νέα είδη γνώσεων όπως αυτές. Όπως με τις καθιερωμένες θεωρίες της επεισοδιακής μνήμης, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι μεμονωμένες μνήμες αποθηκεύονται ως ξεχωριστά ίχνη μνήμης σε μια περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται ιππόκαμπος. «Οι επεισοδιακές μνήμες μπορούν να σου πουν αν έχεις συναντήσει κάποιον πριν ή πού έχεις παρκάρει το αμάξι σου», λέει ο Raphael Koster, ερευνητής στην DeepMind. «Το σύστημα του ιππόκαμπου υποστηρίζει αυτού του τύπου τη μνήμη, που είναι κρίσιμο για γρήγορη μάθηση».

Οι μεμονωμένες μνήμες αποθηκεύονται στον ιππόκαμπο.

Αντίθετα με τις καθιερωμένες θεωρίες, η νέα θεωρία εξερευνά μια παραμελημένη ανατομική σύνδεση που εκβάλει από τον ιππόκαμπο προς τον ενδορινικό φλοιό όμως μετά αμέσως περνά πίσω μέσα σε αυτόν. Είναι αυτή η επαναλαμβανόμενη σύνδεση, θεωρούν οι ερευνητές, που επιτρέπει τις μνήμες να ανασύρονται από τον ιππόκαμπο για να πυροδοτήσουν την ανάκληση των επιπρόσθετων, σχετικών αναμνήσεων. Οι ερευνητές επινόησαν έναν τρόπο να ελέγξουν τη θεωρία αυτή λαμβάνοντας υψηλής ανάλυσης σαρώσεις λειτουργικού MRI, 7 Τέσλα, από 26 νέα άτομα – άνδρες και γυναίκες – καθώς εκτελούν μια εργασία που απαιτούσε από αυτά να οδηγηθούν σε νέες γνώσεις από ξεχωριστά γεγονότα.

Στους εθελοντές επιδείχθηκαν ζευγάρια φωτογραφιών: μια ενός προσώπου και μια ενός αντικειμένου ή μιας τοποθεσίας. Κάθε ξεχωριστό αντικείμενο και ξεχωριστή τοποθεσία εμφανίστηκε σε δυο ξεχωριστά ζευγάρια φωτογραφιών, κάθε ένα από τα οποία περιελάμβανε ένα διαφορετικό πρόσωπο. Αυτό σήμαινε ότι κάθε ζευγάρι φωτογραφιών συνδυάστηκε με ένα άλλο ζευγάρι μέσω της εικόνας του αντικειμένου ή της τοποθεσίας που μοιράζονταν τα δυο ζεύγη φωτογραφιών. Στη δεύτερη φάση του πειράματος, οι ερευνητές έλεγξαν εάν οι συμμετέχοντες μπορούσαν να συνάγουν την έμμεση σύνδεση μεταξύ αυτών των συνδεδεμένων ζευγαριών φωτογραφιών δείχνοντας ένα πρόσωπο και ζητώντας από τους συμμετέχοντες να διαλέξουν μεταξύ δυο άλλων προσώπων. Μια από τις επιλογές – η σωστή – είχε συνδυαστεί με την εικόνα του ίδιου αντικειμένου ή της ίδιας τοποθεσίας και μια επιλογή δεν είχε συνδυαστεί.

Οι ερευνητές έκαναν την υπόθεση ότι το παρουσιαζόμενο πρόσωπο θα πυροδοτούσε την ανάκληση του συνδυασμένου με αυτό αντικειμένου ή τοποθεσίας και έτσι θα προκαλούσε ανάφλεξη εγκεφαλικής δραστηριότητας που θα περνούσε έξω από τον ιππόκαμπο προς τον ενδορινικό φλοιό. Ουσιωδώς, οι ερευνητές ανέμεναν επίσης να δουν στοιχεία ότι η δραστηριότητα αυτή μετά θα πέρναγε πίσω στον ιππόκαμπο για να πυροδοτήσει την ανάκληση του σωστά συνδεδεμένου προσώπου. «Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένες τεχνικές που αναπτύξαμε στο εργαστήριό μας στο Μαγδεμβούργο, μπορέσαμε να ξεχωρίσουμε τα μέρη του ενδορινικού φλοιού που παρέχουν το εισιόν στον ιππόκαμπο», αναφέρει ο Yi Chen, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Otto von Guericke. «Αυτό μας επέτρεψε να μετρήσουμε με ακρίβεια τα μοτίβα της δραστηριότητας των εισιόντων στον ιππόκαμπο και των εξερχομένων από αυτόν, ξεχωριστά».

Οι ερευνητές διαμόρφωσαν έναν αλγόριθμο υπολογιστή για να διακρίνει μεταξύ των δραστηριοτήτων για σκηνές και αντικείμενα μέσα σε αυτές τις περιοχές των εισιόντων και των εξερχομένων. Ο αλγόριθμος μετά εφαρμόστηκε όταν εμφανίζονταν στην οθόνη μόνο πρόσωπα. Αν ο αλγόριθμος έδειχνε την παρουσία πληροφορίας της σκηνής ή του αντικειμένου σε αυτές τις δοκιμές, θα μπορούσε να είναι ενεργοποιημένη από τις ανασυρόμενες μνήμες των συνδεδεμένων φωτογραφιών με σκηνή ή αντικείμενο. «Τα δεδομένα έδειξαν ότι όταν ο ιππόκαμπος ανασύρει μια μνήμη, δεν το κάνει απλά περνώντας την στον υπόλοιπο εγκέφαλο», λέει ο Dharshan Kumaran της DeepMind. «Αντί αυτού ανακυκλώνει την δραστηριότητα πίσω στον ιππόκαμπο, πυροδοτώντας την ανάκληση άλλων σχετικών αναμνήσεων».

Οι ερευνητές θεωρούν τα αποτελέσματα του αλγόριθμου ως μια σύνθεση νέων και παλιών θεωριών. Πιστεύουν δε ότι τα αποτελέσματα τη έρευνάς τους θα μπορούσαν να βοηθήσουν την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) να μαθαίνει ταχύτερα στο μέλλον. «Ενώ υπάρχουν πολλοί τομείς όπου η ΤΝ είναι ανώτερη, οι άνθρωποι έχουν ακόμη το πλεονέκτημα όταν οι εργασίες εξαρτώνται από την ευέλικτη χρήση της επεισοδιακής μνήμης», αναφέρει ο Martin Chadwick, ένας άλλος ερευνητής στην DeepMind. «Αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που επιτρέπουν τον άνθρωπο να το κάνει αυτό, ελπίζουμε να μπορέσουμε να τους αναπαραγάγουμε στα συστήματα ΤΝ, παρέχοντάς τα πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες για γρήγορη λύση νέων προβλημάτων».

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Δομή της Αρχαίας Κωμωδίας - Χορός

1. H λέξη χορός -απ᾽ όπου τα παράγωγα χορεύω, χορευτής, χορηγός, χοροδιδάσκαλος κλπ.- φαίνεται πιθανό να συγγενεύει ετυμολογικά με το χῶρος, και να σημαίνει τόπο ανοιχτό, πλατεία, χοροστάσι! - και είναι δύσκολο ν᾽ αποφασίσουμε αν η αρχική έννοια ήταν «ομάδα χορευτών» ή «τόπος για χορό» ( P. Chantraine). Σίγουρο είναι μόνο ότι ετυμολογικά, στο ξεκίνημά του, ο θεατρικός Χορός συνδεόταν περισσότερο με την όρχηση, λιγότερο με το τραγούδι.
 
2. Τον Χορό της Κωμωδίας τον αποτελούσαν είκοσι τέσσερις χορευτές, που φορούσαν προσωπείο και παρίσταναν μια κατηγορία θεϊκών όντων, όπως οι Νεφέλες του Αριστοφάνη, οι Γοργόνες του Ηνίοχου, οι Κύκλωπες του Καλλία κ.ά., αντρών, όπως οι Αχαρνείς και οι Ιππείς του Αριστοφάνη, οι Αιπόλοι του Άλεξη κ.ά., γυναικών, όπως οι Θεσμοφοριάζουσες και οι Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, οι Αρτοπώλιδες του Έρμιππου κ.ά., ή και ζώων, όπως οι Όρνιθες του Αριστοφάνη και οι Αίγες του Κρατίνου. Σε άλλες περιπτώσεις ο Χορός παρίστανε περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένες έννοιες, προσωποποιημένες, όπως οι Πόλεις και οι Νόμοι του Κρατίνου, οι Νίκες του Πλάτωνα κ.ά.
 
3. Όποτε χρειαζόταν ο Χορός χωριζόταν σε δύο ἡμιχόρια, συνήθως ταυτόσημα, αλλά καμιά φορά διαφορετικά, όπως στη Λυσιστράτη, όπου ουσιαστικά συνυπάρχουν δύο Χοροί, ένας των ηλικιωμένων γυναικών κι ένας γερόντων. Ανάμεσα στους χορευτές διακρίνονταν ο κορυφαῖος του συνόλου ή/και οι κορυφαῖοι των δύο ημιχορίων· και πάλι τίποτα δεν εμπόδιζε, ανάλογα με τις ανάγκες του έργου, ο Χορός να χωριζόταν και σε μικρότερες ομάδες, όπως σίγουρα στην Ειρήνη (459κκ.), και από τους χορευτές να ξεχώριζαν πότε ο ένας πότε ο άλλος, ανάλογα με τις ικανότητές τους στο χορό, στο τραγούδι και στην απαγγελία.
 
4. Ντυμένος ήταν ο Χορός είτε ομοιόμορφα, όπως υποθέτουμε στους Αχαρνείς, είτε όχι, όπως σίγουρα στους Όρνιθες, όπου ο σκευοποιός είχε βάλει τα δυνατά του με τη μάσκα, με τα φτερά και τα χρώματα, να δώσει στον κάθε χορευτή την όψη ενός συγκεκριμένου πουλιού. Ανάλογα με το έργο, αλλά και με τις δυνατότητες και τη βούληση του χορηγού, ήταν και η πολυτέλεια της αμφίεσης. Από τη μια ο Αριστοφάνης μαρτυρεί ότι τον παλιό καιρό ὁ χορὸς …ὠρχεῖτ᾽ ἂν ἐναψάμενος δάπιδας καὶ στρωματόδεσμα, … φορώντας τσόλια και στρωματόπανα (απόσπ. 264 Κ.-Α.), από την άλλη ο Αριστοτέλης κατηγορεί όποιον στην εποχή του …κωμῳδοῖς χορηγῶν επιδείκνυε τον πλούτο του ἐν τῇ παρόδῳ πορφύραν εἰσφέρων … (Ηθικ. Νικ. 1123a)· πβ. τη μαρτυρία του Πλουτάρχου, ότι οἱ χορηγοὶ τοῖς χορευταῖς ἐγχέλεια καὶ θριδάκια (μαρουλάκια) καὶ σκελίδας (μπριζόλες)καὶ μυελὸν παρατιθέντες, εὐώχουν ἐπὶ πολὺν χρόνον φωνασκουμένους καὶ τρυφῶντας (Ηθικ. 349b). Σπάνιο δεν ήταν οι χορευτές να φορούν στην πρώτη τους εμφάνιση ένα μακρύ ιμάτιο, που κάποια στιγμή το έβγαζαν (ἀποδύεσθαι), για να αιφνιδιαστούν και να θαυμάσουν οι θεατές τη σκευή τους, όπως στους Σφήκες, όταν ξεσκεπάζονταν τα κεντριά (408κκ.), ή/και για να έχουν άνεση να χορέψουν, όπως στις Θεσμοφοριάζουσες (655κκ.) - γυμνὸν γὰρ ποιοῦσιν τὸν χορὸν οἱ κωμικοὶ ἀεί, ἵνα ὀρχεῖται (Σχόλ. Ειρ. 729, κ.ά.).
 
5. Χορὸν κωμῳδῶν ὀψέ ποτε ὁ ἄρχων ἔδωκεν, ἀλλ᾽ ἐθελονταὶ ἦσαν, έγραψε ο Αριστοτέλης (Ποιητ. 1449b), επιβεβαιώνοντας ότι πριν από το 486 π.Χ. οι κωμικές παραστάσεις ήταν ερασιτεχνικές και οι χορευτές τους εθελοντές χορευταράδες και τραγουδιστές. Αργότερα, στο πλαίσιο των δραματικών αγώνων, ήταν οι Δήμοι που έστελναν διαλεχτούς νέους να επανδρώσουν τους Χορούς, ήταν ο ἐπώνυμοςρχων που τους διάθετε στους ποιητές, ήταν τέλος και ο χορηγός που εκάλυπτε τα έξοδά τους και που μετά την παράσταση είχε την υποχρέωση να τους κάνει τραπέζι - ιδιαίτερα πλούσιο, αν το έργο, μαζί του και ο χορηγός, είχαν πάρει το πρώτο βραβείο. Αρχικά, την εξάσκηση του Χορού την αναλάβαινε, μαζί με όλες τις άλλες έγνοιες, ο ποιητής· αργότερα, όταν μία μετά την άλλη οι θεατρικές λειτουργίες εξειδικεύονταν, με την εξάσκηση του Χορού επιφορτιζόταν ξεχωριστός χοροδιδάσκαλος.
 
6. Όταν πάλι ο Αριστοτέλης έγραψε ότι καὶ τὸν χορὸν … ἕνα δεῖ ὑπολαμβάνειν τῶν ὑποκριτῶν, καὶ μόριον εἶναι τοῦ ὅλου, καὶ συναγωνίζεσθαι (Ποιητ. 1456a), ότι δηλαδή ο Χορός πρέπει ν᾽ αποτελεί οργανικό μέρος του δράματος και να συμμετέχει σαν να ήταν ένας από τους υποκριτές, είχε στο νου του τις τραγωδίες της εποχής του, όπου οι ποιητές, συνεχίζοντας στην κατεύθυνση που είχε χαράξει ο Ευριπίδης, συνήθιζαν να δίνουν στον Χορό ἐμβόλιμα τραγούδια, ουσιαστικά άσχετα με την υπόθεση του έργου. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για πολλές κωμωδίες της Μέσης και για όλες τις κωμωδίες της Νέας, όπου ο Χορός και τα τραγούδια του αποτελούσαν πάντα κάτι σαν διάλειμμα, εμβόλιμο (intermèzzo) ανάμεσα στις πέντε πράξεις του έργου. Αντίθετα, στην Αρχαία Κωμωδία, ο Χορός συμμετέχει ενεργά στην πλοκή, τα τραγούδια του είναι κατά κανόνα σχετικά με την υπόθεση, και μόνη του διαφορά από τα πρόσωπα που παριστάνουν οι υποκριτές είναι ότι δεν παριστάνει μόνο, αλλά και αντιπροσωπεύει και εκφράζει μιαν ομάδα.
 
7. Η Κωμωδία ξεκίνησε από τον κῶμο, θυμίζουμε μια παρέα λαϊκούς γλεντοκόπους, που μεταμφιεσμένοι, για να μη γνωρίζονται, και προστατευμένοι από την εθιμική ελευθεριότητα της διονυσιακής λατρείας, τριγύριζαν αναστατώνοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο με την ξαδιαντροπιά και την ελευθεροστομία τους, κατηγορώντας τους κάθε λογής φαύλους και καυτηριάζοντας τα κακώς κείμενα. Την ίδια, καθαρτική στη βάση της, κοινωνική λειτουργία συνέχισε να εκτελεί ο Χορός στην Αρχαία Κωμωδία, όπου η παρουσία του ήταν κεντρική, η κρίση του αποφασιστική, και η θεατρική του ταυτότητα έδινε στα έργα το όνομά τους. Θα ήταν λάθος να το θεωρήσουμε τυχαίο, ότι ο κωμικός Χορός είχε διπλάσια μέλη από τον τραγικό.
 
8. Στην υποδειγματική μελέτη του Νίκου Χουρμουζιάδη, Περί Χορού: ο ρόλος του ομαδικού στοιχείου στο αρχαίο δράμα, ο υπότιτλος εξαίρει την ομαδική φύση του Χορού, όπως όχι μόνο στην Κωμωδία, αλλά και στην Τραγωδία και στο Σατυρικό συνυπάρχει και διαλέγεται με τα θεατρικά πρόσωπα. Στο αττικό δράμα των χρόνων της ακμαίας Δημοκρατίας, ο Χορός αντιπροσωπεύει τη φωνή του λαού, εκφράζει τη γνώμη των πολλών ανώνυμων, διαφωνεί ή συμφωνεί, επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει, οπωσδήποτε διαλέγεται και συχνά συγκρούεται με τους επώνυμους χαρακτήρες του έργου. Συνάμα, από μιαν άλλη άποψη, ο Χορός λειτουργεί όπως το ηχείο στα έγχορδα όργανα: υποδέχεται, ενισχύει και διαδίδει τα πάθη των χορδών - των ανεξάρτητων χαρακτήρων του δράματος.
 
9. Με τη βαθμιαία αποδυνάμωση της Δημοκρατίας, όσο λιγόστευε η συμμετοχή του λαού στα πολιτικά δρώμενα, φυσικό ήταν και στα θεατρικά δρώμενα ο ρόλος του Χορού να υποβαθμίζεται ολοένα, ώσπου μετά το θάνατο του Μεγαλέξανδρου και την επικράτηση των μοναρχικών πολιτευμάτων, στα χρόνια της Νέας Κωμωδίας, ο κάποτε κυρίαρχος Χορός περιορίστηκε σε μια ανούσια, καθαρά διακοσμητική παρουσία. Δεν είναι σύμπτωση ότι ο Δημήτριος ο Φαληρέας, διορισμένος από τον βασιλιά Κάσσανδρο της Μακεδονίας πρώτος ἐπιστάτης της Αθήνας (317-307 π.Χ.), ήταν αυτός που καταργησε οριστικά το θεσμό της Χορηγίας.
 
10. Για το Χορό γενικά, βλ. T.B.L. Webster, The Greek Chorus, London: Methuen 1970, M. Kaimio, The Chorus of Greek Drama within the Light of the Person and Number, Elsinki (δ.δ.) 1970, Ν.Χ. Χουρμουζιάδης, Περί Χορού: ο ρόλος του ομαδικού στοιχείου στο αρχαίο δράμα, Αθήνα: Καστανιώτης 1998· βλ. και Γ.Μ. Σηφάκης, «Αριστοτέλους Ηθ. Νικ. 4,2,1123a 19-24 , και ο Χορός της Κωμωδίας στον τέταρτο αιώνα», μτφ. Τ. Γιάννου (από αγγλικό άρθρο του 1971), στον τόμο Γ.Μ. Σηφάκης, Μελέτες για το αρχαίο θέατρο, Ηράκλειο: Π.Ε.Κ. 2007.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (515-531)

515 ΧΟ. ὦ δυσπόνητε δαῖμον, ὡς ἄγαν βαρὺς
ποδοῖν ἐνήλου παντὶ Περσικῷ γένει.
ΒΑ. οἲ ᾽γὼ τάλαινα διαπεπραγμένου στρατοῦ·
ὦ νυκτὸς ὄψις ἐμφανὴς ἐνυπνίων,
ὡς κάρτα μοι σαφῶς ἐδήλωσας κακά.
520 ὑμεῖς δὲ φαύλως αὔτ᾽ ἄγαν ἐκρίνατε.
ὅμως δ᾽, ἐπειδὴ τῇδ᾽ ἐκύρωσεν φάτις
ὑμῶν, θεοῖς μὲν πρῶτον εὔξασθαι θέλω·
ἔπειτα, γῇ τε καὶ φθιτοῖς δωρήματα,
ἥξω λαβοῦσα πέλανον ἐξ οἴκων ἐμῶν—
525 ἐπίσταμαι μὲν ὡς ἐπ᾽ ἐξειργασμένοις,
ἀλλ᾽ ἐς τὸ λοιπὸν εἴ τι δὴ λῷον πέλοι.
ὑμᾶς δὲ χρὴ ᾽πὶ τοῖσδε τοῖς πεπραγμένοις
πιστοῖσι πιστὰ ξυμφέρειν βουλεύματα·
καὶ παῖδ᾽, ἐάν περ δεῦρ᾽ ἐμοῦ πρόσθεν μόλῃ
530 παρηγορεῖτε, καὶ προπέμπετ᾽ ἐς δόμους,
μὴ καί τι πρὸς κακοῖσι προσθῆται κακόν.

***
ΧΟΡΟΣ
Ω δαίμονα σκληρότατε, με πόσο βάρος
πήδηξες πάνω στων Περσών όλο το γένος!
ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Αλίμονό μου η άμοιρη, πάει ο στρατός μας.
Αχ, όνειρ᾽ ολοφάνερο που είδα τη νύχτα,
πόσο ξάστερα μόδειξες τις συμφορές μας!
520 μα πέσατ᾽ όξω κι όξω εσείς, οι ονειροκρίτες…
Μα μια που τέτοια απόφαση με τη δική σας
τη γνώμη επήρα, θέλω πρώτα να προσπέσω
στους θεούς με προσευχές κι ύστερα απ᾽ τα παλάτια
θα πάω να φέρω για τη Γη και τους νεκρούς μας
να τους προσφέρω πέλανα, ναι μεν, το ξέρω,
για πράματα που τέλειωσαν, μα ίσως και δώσουν
καλύτερ᾽ από δω και μπρος να μας ερθούνε.
Μα και σεις πρέπει σ᾽ αυτά επάνω που μας τύχαν
πιστές για τους πιστούς κυρίους βουλές να βρείτε.
Κι αν τύχει φτάσει ο γιος μου εδώ πριν από μένα,
530 παρηγοράτε τον εσείς, κι ως τα παλάτια
να τονε συνοδέψετε, μήπως στα τόσα
προστέσει τα κακά κι άλλο κανένα επάνω.