Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Τι υπήρχε πριν την Μεγάλη Έκρηξη;

Κάθε φορά που ένας κοσμολόγος δίνει μια δημόσια διάλεξη, πάντα κάποιος από το ακροατήριο σηκώνει το χέρι του για να ρωτήσει: «και τι υπήρχε πριν από την Μεγάλη Έκρηξη;»
 
«Υπάρχει μία στάνταρ απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς», λέει ο Glenn Starkman, φυσικός στο πανεπιστήμιο Case Western Reserve. «Λέμε πως η ερώτηση δεν έχει νόημα, όπως ακριβώς δεν έχει νόημα να ρωτάμε, ‘τι βρίσκεται νοτιότερα από τον Νότιο Πόλο».
 
Ο λόγος είναι ο εξής: Αν μαζί με την Μεγάλη Έκρηξη ξεκίνησε κι ο ίδιος ο χρόνος, τότε δεν έχει νόημα να ρωτάμε τι υπήρχε πριν, γιατί απλά δεν υπάρχει «πριν». Αλλά και ο ίδιος ο Starkman γνωρίζει ότι η απάντηση αυτή δεν είναι ικανοποιητική.
 
Σήμερα διαθέτουμε μια θεωρία για το τι συνέβη σχεδόν αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη. Κατά την διάρκεια των πρώτων ελάχιστων κλασμάτων δευτερολέπτου της ύπαρξης του σύμπαντος, το «πληθωριστικό» μοντέλο μας λέει ότι το σύμπαν επεκτάθηκε σαν ένα μπαλόνι, πολλαπλασιάζοντας το μέγεθός του ξανά και ξανά μέχρι να φτάσει στον «κανονικό» ρυθμό διαστολής του. Όμως, αν επιχειρήσουμε να κοιτάξουμε πίσω, πριν τον πληθωρισμό, προς την «χρονική στιγμή μηδέν» – η γενική σχετικότητα «καταρρέει».
 
Οι περισσότεροι φυσικοί θεωρούν ότι σ’ αυτή την «εποχή της κβαντικής βαρύτητας» το σύμπαν ήταν περίπου 10 24 φορές μικρότερο από ένα άτομο και είχε θερμοκρασία περί τους 10 32 βαθμούς Κέλβιν. Σ’ αυτές τις συνθήκες ο χώρος και ο χρόνος συμπεριφέρεται σαν το νερό που κοχλάζει, ενώ υπάρχουν θεωρητικοί φυσικοί που προσπαθούν να τις περιγράψουν με τα μαθηματικά. Με κάποιο τρόπο, ο χρόνος όπως τον ξέρουμε αναδύθηκε από την κατάσταση της σχεδόν άπειρης πυκνότητας που επικρατούσε. Ή μπορεί ο χρόνος να υπήρχε ήδη και αυτό που αναδύθηκε ήταν το «βέλος» του χρόνου, που δείχνει προς το μέλλον.
 
Η επικράτηση της θεωρίας του Big Bang, ωστόσο, δεν σημαίνει πως δεν εμφάνισε και δεν εμφανίζει ακόμη σημαντικότατα προβλήματα. Η ίδια η εξέλιξή της, άλλωστε, και η εξακολουθητική τροποποίηση πολλών από τα θεμελιώδη αρχικά χαρακτηριστικά της το φανερώνει. Η ειδική «ρύθμιση» των πρόσθετων στοιχείων -όπως η σκοτεινή ύλη, η σκοτεινή ενέργεια ή ο πληθωρισμός, δηλαδή η πρόταση πως σε μια αρχική, απειροελάχιστη χρονικά, φάση αμέσως μετά την «αρχή», η ταχύτητα διαστολής υπήρξε ασύλληπτα μεγαλύτερη από αυτήν του φωτός1– ώστε να συμφωνήσουν με τις παρατηρήσεις είναι ενδεικτική.
 
Αν δούμε συνοπτικά το καθιερωμένο σενάριο μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε τον αυθαίρετο χαρακτήρα πολλών από τις βασικές προσαρμογές. Έτσι, εκεί που όλα ξεκίνησαν με ένα πολύ απλό μοντέλο, βάσει του οποίου το αρχικό ανεξήγητο συμβάν της Μεγάλης Έκρηξης ακολούθησε η διαστολή του Σύμπαντος και η «τακτοποιημένη» εμφάνιση της ακτινοβολίας και της ύλης, των στοιχειωδών σωματιδίων και της νουκλεοσύνθεσης, των ατόμων και των μορίων, για να ακολουθήσει η δημιουργία των γαλαξιών, των άστρων και των αστρικών συστημάτων, τα κενά που ανέκυψαν λόγω κυρίως των παρατηρήσεων μεγάλης κλίμακας έκαναν αναγκαία τη ριζική τροποποίησή του.
 
Προστέθηκε, λοιπόν, και η αρχική πληθωριστική φάση, κατά την οποία μια μικρή περιοχή του αρχέγονου Σύμπαντος -το σημερινό αστρονομικό μας Σύμπαν- διογκώθηκε σε μέγεθος κατά ένα γκούγκολ (10100, δηλαδή ο αριθμός 1 ακολουθούμενος από 100 μηδενικά!) μέσα σε ένα δισεκατομμυριοστό του δισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού (10-30) του δευτερολέπτου. Μετά από αυτήν την δραματική παρεμβολή τα πράγματα ακολούθησαν το δρόμο τους, όπως περίπου το αρχικό μοντέλο περιέγραφε.
 
Ένα βασικό σενάριο δέχεται πως ο πληθωρισμός κράτησε μόλις 10-30 δευτερόλεπτα και στο χρόνο αυτό το Σύμπαν διπλασιάζονταν κάθε 10-35  δευτερόλεπτα, με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί 100.000 φορές μέσα στα 10-30 δευτερόλεπτα. Η εισαγωγή της ιδέας του πληθωρισμού υπήρξε αναγκαία προκειμένου να απαντηθούν τα τρία μεγάλα αινίγματα της σύγχρονης κοσμολογίας: της ομοιογένειας, της ελάχιστης αναγκαίας ανομοιογένειαςκαι της επιπεδότητας του σημερινού Σύμπαντος, όπως προκύπτει από όλες τις παρατηρήσεις και έμεναν ολοκληρωτικά ανεξήγητα στο πλαίσιο της αρχικής εκδοχής της Μεγάλης Έκρηξης.
 
Αλλά το πρόβλημα με την περιγραφή της γέννησης του σύμπαντος είναι ότι πρόκειται για ένα γεγονός που συνέβη μόνο μια φορά και δεν υπήρχε κανείς για να κάνει παρατηρήσεις εκεί,  αλλά και το ότι δεν υπάρχει μια πλήρης θεωρία κβαντικής βαρύτητας για την περιγραφή του χωροχρόνου στις εξαιρετικά τεράστιες πυκνότητες ύλης-ενέργειας που κυριαρχούσαν όταν πραγματοποιήθηκε το Big Bang.
 
Όμως κάποιο φυσικοί πιστεύουν ότι ο χρόνος δε ξεκίνησε με την Μεγάλη Έκρηξη, αλλά ότι αναδύθηκε με κάποιο τρόπο όταν το σύμπαν έφθασε σε κάποιο βαθμό πολυπλοκότητας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το σύμπαν κάνει κύκλους, μια αιώνια διαδοχή διαστολών και συστολών. Αν αυτό το «κυκλικό» μοντέλο είναι σωστό, η Μεγάλη Έκρηξη δεν αποτελεί την αρχή, αλλά την μετάβαση από μια προηγούμενη εποχή.

 
Μια άλλη πιθανότητα είναι το σύμπαν μας να είναι ένα από αμέτρητα «σύμπαντα φυσαλίδες» που εμφανίζονται συνεχώς σε ένα «πολυσύμπαν».
 
Άραγε, έχουμε φτάσει κοντά στην απάντηση της ερώτησης «τι υπήρχε πριν;»
Ο Starkman λέει πως όχι. Και είναι ασαφές το πότε οι αστρονομικές παρατηρήσεις θα δώσουν στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Ίσως, αν κατασκευάζαμε έναν τεράστιο ανιχνευτή βαρυτικών κυμάτων στο διάστημα, θα υπήρχε η ελπίδα να ανιχνεύσουμε τα αρχέγονα βαρυτικά κύματα που δημιουργήθηκαν από την Μεγάλη Έκρηξη.
 
Στο Σύμπαν μας είναι μέλος ενός ζεύγους Συμπάντων (ενός ζεύγους τρισδιάστατων βρανών), εμβαπτισμένων σε ένα πολυδιάστατο συνεχές. Ένα μικροσκοπικό κενό κατά μήκος μιας 4ης διάστασης χωρίζει τον καθημερινό τρισδιάστατο «κόσμο» μας -όλα τα πράγματα που μπορούμε να αγγίξουμε, να αισθανθούμε ή να δούμε- από έναν άλλο, απρόσιτο και τρισδιάστατο «κόσμο», τον οποίο δεν μπορούμε να νιώσουμε με τις αισθήσεις μας. Τα άτομα και το φως μπορούν να κινηθούν κατά το ύψος, το μήκος και το πλάτος αυτού του κόσμου, όμως οι νόμοι της θεωρίας των χορδών απαγορεύουν την κίνησή τους στην πρόσθετη διάσταση. Ο δεύτερος κόσμος διαθέτει τις δικές του μορφές ύλης και φωτός, αλλά ούτε αυτές μπορούν να διασχίσουν την τέταρτη διάσταση Το αποτέλεσμα είναι οι δύο κόσμοι να παραμένουν πλήρως απομονωμένοι ο ένας από τον άλλο, με μία εξαίρεση: αλληλεπιδρούν με τη μεσολάβηση της δύναμης της βαρύτητας», κατά μήκος της τέταρτης διάστασης. Με αυτόν τον τρόπο έλκει ο ένας κόσμος τον άλλο, με αποτέλεσμα να προσεγγίζουν και να συγκρούονται μεταξύ τους σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το γεγονός της σύγκρουσης είναι αυτό που λέμε Μεγάλη Έκρηξη. Όλα τ’ άλλα έπονται κανονικά!
 
Αέναο σύμπαν: Τι υπήρχε πριν από τη μεγάλη έκρηξη; Πωλ Στάινχαρντ, Νιλ Τούροκ (εκδ. Αβγό) Οι δύο κοσμολόγοι προτείνουν μια διαφορετική, επαναστατική κοσμολογία: αυτό που θεωρούσαμε ως σήμερα «στιγμή της δημιουργίας», ήταν απλώς ένα επεισόδιο ενός άπειρου κύκλου τιτάνιων συγκρούσεων ανάμεσα στο δικό μας σύμπαν και σ’ έναν παράλληλο κόσμο. Η Μεγάλη Έκρηξη δεν ήταν η αρχή του χρόνου, αλλά μια γέφυρα από ένα παρελθόν γεμάτο ατελείωτα επαναλαμβανόμενους κύκλους εξέλιξης, κάθε ένας από τους οποίους συνοδευόταν από τη δημιουργία νέας ύλης και το σχηματισμό νέων γαλαξιών, αστέρων και πλανητών.
 
Σε μια άλλη θεωρία  του Δικέφαλου Χρόνου (Two-Headed Time), που ανέπτυξαν οι Sean Carrol και Alan Guth. ο χρόνος υπήρχε πάντα. Αλλά σε αντίθεση με το στατικό μοντέλο του σύμπαντος που οραματίστηκαν οι Αριστοτέλης, ο Νεύτωνας και Αϊνστάιν, αυτό το σύμπαν αλλάζει καθώς οι αιώνες διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Η εξέλιξη του σύμπαντος είναι συμμετρική ως προς τον χρόνο, έτσι ώστε η συμπεριφορά του σύμπαντος πριν από την Μεγάλη Έκρηξη να είναι μια κατοπτρική εικόνα της εξέλιξής του μετά την Μεγάλη Έκρηξη.  Μέχρι πριν 14 δισεκατομμύρια χρόνια, το σύμπαν συρρικνωνόταν. Έφτασε σε ένα ελάχιστο μέγεθος κατά το Big Bang (στο οποίο ο χρόνος t = 0) και έκτοτε διαστέλλεται από τότε.
 
Εάν σκέφτεστε τον χρόνο σαν έναν μακρύ δρόμο και το Big Bang ως μια κοιλότητα κάπου στον δρόμο αυτό, τότε ένα σημάδι στην κοιλότητα (Big Bang) που θα σας δείχνει την κατεύθυνση προς το μέλλον, θα έχει δύο βέλη που δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Εξ ου και το όνομα Two-Headed Time. Κοντά στην ίδια την κοιλότητα, που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο βέλη, ο χρόνος δεν θα είχε σαφή κατεύθυνση. Ο χρόνος θα ήταν μπερδεμένος.
 
Σύμφωνα με τους Carroll και Guth, η θεωρία του Δικέφαλου Χρόνου (Two-Headed Time) θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο περίπλοκη και περίεργη. Το σημείο του ελάχιστου μεγέθους και της μέγιστης τάξης του σύμπαντος (ελάχιστης εντροπίας) μπορεί να μην ήταν η Μεγάλη Έκρηξη του σύμπαντος μας, αλλά η Μεγάλη Έκρηξη άλλου σύμπαντος, κάποιο είδος Μεγάλου Πρωτοσύμπαντος. Το σύμπαν μας, και ίσως ένας άπειρος αριθμός από σύμπαντα, θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από αυτό το γονικό σύμπαν και κάθε ένα από τα σύμπαντα θα μπορούσε να έχει το δικό του Big Bang. Η διαδικασία της ωοτοκίας των νέων Κόσμων από ένα γονικό σύμπαν ονομάζεται Αιώνιος Πληθωρισμός.
 
Η ιδέα αυτή αναπτύχθηκε από τους κβαντικούς κοσμολόγους στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Εν συντομία, ένα ασυνήθιστο ενεργειακό πεδίο (αλλά αυτό που επιτρέπεται από τη φυσική) στο Πρωτοσύμπαν δρα σαν αντιβαρύτητα και προκαλεί μια εκθετικά γρήγορη επέκταση. Αυτό το ασυνήθιστο ενεργειακό πεδίο έχει διαφορετικές δυνάμεις σε διάφορες περιοχές του χώρου. Κάθε τέτοια περιοχή επεκτείνεται σε κοσμικές διαστάσεις και το ενεργειακό πεδίο γίνεται συνηθισμένη ύλη, σχηματίζοντας ένα νέο σύμπαν που είναι κλεισμένο και τελείως εκτός επαφής με το πρωτοσύμπαν που το γέννησε.
 
Στην εικόνα  των Carroll–Guth η τάξη του σύμπαντος έχει τη μέγιστη τιμή της κατά την Μεγάλη Έκρηξη. Η αταξία αυξάνεται και πριν και μετά την Μεγάλη Έκρηξη. Έτσι το μέλλον προχωρά από την Μεγάλη Έκρηξη προς δυο κατευθύνσεις. Ένας παρατηρητής που ζει στο συστελλόμενο σύμπαν βλέπει την Μεγάλη Έκρηξη στο παρελθόν του όπως ακριβώς κι εμείς. Το γεγονός ότι θυμόμαστε το παρελθόν μας κι όχι το μέλλον μας σχετίζεται με τις συνθήκες του Big Bang.
 
Σύμφωνα με τους Carroll και Guth, η θεωρία του δικέφαλου χρόνου μπορεί συνδυαστεί με τον αιώνιο πληθωρισμό – μια ιδέα που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 – που οδηγεί σε μια διαδικασία αναπαραγωγής πολλών νέων συμπάντων…
 
Άλλοι κβαντικοί κοσμολόγοι πάλι προτείνουν παρόμοια μοντέλα. Είναι σαν το μεγάλο ελατήριο-παιχνίδι που πέφτει στο πάτωμα, φτάνει στη μέγιστη συμπίεση κατά την κρούση με το έδαφος, και στη συνέχεια αναπηδά πίσω σε μεγαλύτερες διαστάσεις. Λόγω των αναπόφευκτων τυχαίων διακυμάνσεων που απαιτεί η κβαντική φυσική, το προκύπτον σύμπαν δεν θα ήταν μια ακριβής κατοπτρική εικόνα του διαστελλόμενου σύμπαντος.
 
Αλλά μην χαίρεστε ότι θα μπορούσαμε εύκολα να βρούμε την απάντηση σε όλα αυτά.  Ένα μεγαλεπήβολο πείραμα για την απόδειξη της σωστής θεωρίας θα χρειαστεί δεκαετίες για να στηθεί.

Ο Αριστοτέλης, η πολιτεία και η τυραννία

Ο Αριστοτέλης προτού προχωρήσει στην παρουσίαση του πολιτεύματος που ονομάζει πολιτεία ξεκαθαρίζει: «Αν και δεν είναι η πολιτεία παρεκβατικό πολίτευμα ούτε επίσης και τα μόλις προαναφερθέντα είδη της αριστοκρατίας, τα ταξινομήσαμε με αυτή τη σειρά, διότι στην πραγματικότητα όλα αυτά τα πολιτεύματα υπολείπονται σε σχέση με το πιο σωστό πολίτευμα».
 
            Το γεγονός ότι «το πιο σωστό πολίτευμα» δεν κατονομάζεται ούτε προσδιορίζεται τοπικά ή χρονικά καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για κάποιο υπαρκτό, εφαρμοσμένο τρόπο διακυβέρνησης, αλλά για το πολίτευμα που ο Αριστοτέλης έχει στο μυαλό του ως ιδανικό. Με άλλα λόγια το αποκαλούμενο ως απόλυτα σωστό είναι προσωπική θεωρητική κατασκευή που αυτομάτως υποβιβάζει όλα τα άλλα, αφού δεν πρόκειται για απόλυτα σωστά, αλλά για κατά συνθήκη σωστά, σύμφωνα με τον τρόπο που πραγματώνονται. Είναι δηλαδή η αναγκαστική απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη. Υπό αυτή την έννοια ο διαχωρισμός των πολιτευμάτων σε ορθά και στρεβλά δεν αναιρείται. Τα ορθά είναι πράγματι ορθά και τα στρεβλά είναι πράγματι στρεβλά με τη διευκρίνιση ότι αναφερόμαστε στην πρακτική διάστασή τους. Κι αυτό ακριβώς εννοεί ο Αριστοτέλης με τον όρο «αληθινές παρεκβάσεις», προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι αναφέρεται στην πολιτειακή εφαρμογή όλων αυτών κι όχι σε θεωρητικές κατασκευές προς αναζήτηση του ιδανικού πολιτεύματος: «Επίσης υπολογίζονται στις παρεκβάσεις, αλλά οι αληθινές παρεκβάσεις είναι παρεκβάσεις αυτών, όπως αρχικά είπαμε». Και οι παρεκβάσεις είναι της βασιλείας η τυραννία, της αριστοκρατίας η ολιγαρχία και της πολιτείας η δημοκρατία.
 
            Η πολιτεία είναι το πολίτευμα που παρουσιάζει στοιχεία και ολιγαρχικά και δημοκρατικά: «Γιατί, με απλά λόγια, η πολιτεία είναι μείξη ολιγαρχίας και δημοκρατίας». Το κατά πόσο αυτή η μείξη είναι πετυχημένη ή όχι μπορεί κανείς να το διαπιστώσει από το δυσδιάκριτο του καθορισμού του νέου πολιτεύματος: «Κριτήριο ότι έχουν συνδυαστεί σωστά η δημοκρατία και η ολιγαρχία είναι όταν το ίδιο το πολίτευμα (που προκύπτει από τη μείξη) αφήνει περιθώρια να αποκαλείται και δημοκρατία και ολιγαρχία. Φαίνεται ότι εκείνοι που το αποκαλούν έτσι, το παθαίνουν αυτό, επειδή ο συνδυασμός των στοιχείων είναι πετυχημένος».
 
            Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της Σπάρτης: «Αυτό συμβαίνει και στο χαρακτηρισμό του πολιτεύματος των Λακεδαιμονίων». Τα δημοκρατικά στοιχεία του σπαρτιατικού πολιτεύματος δε φαίνονται μόνο στη δυνατότητα του λαού να εκλέγει τους πέντε εφόρους ή να διεκδικεί αυτό το αξίωμα ο κάθε πολίτης ξεχωριστά «λαός εκλέγει τη μία από τις δύο μεγάλες αρχές και στην άλλη μετέχει (εκλέγει τη γερουσία και μετέχει στην αρχή των εφόρων)» αλλά και στο γεγονός ότι ο τρόπος της οργάνωσης του κράτους σε πολλά (άκρως καθοριστικά) ζητήματα τίθεται πάνω από τις ταξικές διαφορές: «Πολλοί ισχυρίζονται ότι πρόκειται για δημοκρατία, γιατί η οργάνωσή του περιέχει πολλά δημοκρατικά στοιχεία, όπως πρώτα πρώτα η ανατροφή των παιδιών (την ίδια ανατροφή έχουν τα παιδιά των πλουσίων με τα παιδιά των φτωχών και την ίδια αγωγή δέχονται που θα δέχονταν και τα φτωχά παιδιά)».
 
            Από τη στιγμή που έχει ήδη καταστεί σαφές ότι, πέρα από τη δυνατότητα της συμμετοχής, η δημοκρατία και η ολιγαρχία διαχωρίζονται από τον τρόπο διαχείρισης των ταξικών διαφορών, είναι φανερό ότι τα στοιχεία που αμβλύνουν τις ταξικές διαφορές είναι στοιχεία δημοκρατικά, ενώ εκείνα που τις οξύνουν είναι ολιγαρχικά. Κατά συνέπεια ένα δημοκρατικό πολίτευμα θα ήθελε ένα εκπαιδευτικό σύστημα ανεπηρέαστο από την ταξική ανισότητα παρέχοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους ή, για να το θέσουμε αντιστρόφως, όσο περισσότερο αναπαράγεται η ταξική ανισότητα και στην εκπαίδευση, τόσο πιο ολιγαρχικό είναι και το πολίτευμα. Το κατά πόσο το σπαρτιατικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα διατηρεί το φιλελεύθερο πνεύμα που αρμόζει σε μια δημοκρατία δεν απασχολεί τον Αριστοτέλη. (Στο όγδοο και τελευταίο βιβλίο των Πολιτικών θα αναφερθεί ξανά στο σύστημα εκπαίδευσης των Λακεδαιμονίων εστιάζοντας στο γεγονός ότι είναι κοινό για όλους και ότι εκφράζει τα ιδεώδη της πόλης, όπως πρέπει να κάνει ένα σύστημα εκπαίδευσης). Αυτό που προβάλλεται ως καθαρά δημοκρατικό στοιχείο είναι η άμβλυνση των ταξικών διαφορών που δεν αφορά μόνο τη σχολική – παιδική ηλικία, αλλά ολόκληρη τη ζωή του Σπαρτιάτη: «Το ίδιο και στην εφηβική ηλικία και όταν γίνονται άντρες, με τον ίδιο τρόπο ζουν (γιατί δεν ξεχωρίζει καθόλου ο πλούσιος από το φτωχό). Έτσι όλοι τρώνε την ίδια τροφή στα συσσίτια και τα ενδύματα του πλούσιου είναι τέτοια που θα μπορούσε να τα κατασκευάσει και να τα φορέσει οποιοσδήποτε φτωχός».
 
            Από την άλλη δε θα ήταν παράλογο να χαρακτηρίσει κανείς το πολίτευμα της Σπάρτης ολιγαρχία: «Άλλοι ωστόσο έχουν τη γνώμη ότι πρόκειται για ολιγαρχία (το πολίτευμα των Λακεδαιμονίων), επειδή περιέχει πολλά ολιγαρχικά στοιχεία, όπως ότι όλες οι αρχές είναι αιρετές και καμία κληρωτή, ότι λίγοι αποφασίζουν τις ποινές του θανάτου και της εξορίας και πολλά άλλα τέτοια». Ο συγκεντρωτισμός στην εξουσία είναι σαφώς δείγμα ολιγαρχικό. Το γεγονός ότι το αιρετό όλων των αξιωμάτων συγκαταλέγεται στα ολιγαρχικά στοιχεία, αναδεικνύει το χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατικής ισότητας, αφού, από θέση αρχής, θεωρούταν όλοι οι πολίτες ικανοί να διαχειριστούν την εξουσία – όπως και να κρίνουν επάξια ένα καλλιτεχνικό έργο. Η αθηναϊκή δημοκρατική αγωγή, από μόνη της, ήταν ικανή εγγύηση για την ποιότητα των πολιτών. Στη Σπάρτη αυτού του είδους η ισότητα δε φαίνεται να ήταν αποδεκτή, γι’ αυτό και κανένα αξίωμα δεν αποτελούσε αντικείμενο κλήρωσης. Η ψηφοφορία αφορούσε την ανάδειξη του άξιου – ή έστω του αξιότερου: «Όμως το πολίτευμα με το σωστό συνδυασμό χρειάζεται να φαίνεται ότι έχει στοιχεία και από τα δύο πολιτεύματα και συγχρόνως κανένα από αυτά, να διατηρείται με τα δικά του μέσα και όχι με τη συνδρομή εξωτερικών παραγόντων».
 
              Το βέβαιο είναι ότι η ολιγαρχία, η δημοκρατία και η αριστοκρατία καθορίζονται από τη βούληση των περισσότερων, αρκεί να έχουν πολιτικά δικαιώματα: «Κοινός τόπος όλων των πολιτευμάτων είναι η αποδοχή της αρχής πλειοψηφίας στη λήψη των αποφάσεων. Διότι και στην ολιγαρχία και στην αριστοκρατία και στις δημοκρατίες κυρίαρχη ισχύ έχει ό,τι αποφασίσει η πλειοψηφία αυτών που έχουν πολιτικά δικαιώματα». Οι πολιτειακές παρεξηγήσεις ξεκινούν από το γεγονός ότι για τους περισσότερους το μοναδικό κριτήριο που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη στο διαχωρισμό των πολιτών είναι ο πλούτος. Χωρίζοντας τους σε πλούσιους και φτωχούς, αναγκαστικά εστιάζουν στην ολιγαρχία και τη δημοκρατία, αφού η ολιγαρχία προβάλλει ως βασικό πρόταγμα τον πλούτο και η δημοκρατία την ελευθερία. Και στις δύο περιπτώσεις δε δίνεται η πρέπουσα σημασία στο στοιχείο της αρετής, που αφορά πρωτίστως την αριστοκρατία, αφού από τη μια στη δημοκρατία η ισοπεδωτική ισότητα απαξιώνει τον άριστο και από την άλλη στην ολιγαρχία η αρετή ταυτίζεται με την ευπρέπεια που προβάλλουν οι άνθρωποι του πλούτου: «… οι εύποροι φαίνεται ότι έχουν εκείνα για τα οποία αδικούν οι άδικοι, και γι’ αυτό αποκαλούνται ευπρεπείς, με εξαιρετικό ήθος και επιφανείς».
 
            Η διαστρέβλωση αυτή σε συνδυασμό με την αρχή της πλειοψηφίας που επιβάλλει τις επιθυμίες των πολλών (αρκεί βέβαια να πληρούν τα κριτήρια ώστε να είναι πολίτες κι εδώ στηρίζεται ο μηχανισμός του αποκλεισμού που επιβάλλουν οι ολιγαρχίες), δίνουν πολλές φορές την ψευδαίσθηση της πολιτείας: «Αυτό σε πάρα πολλές πόλεις εκλαμβάνεται <κακώς> ως κάποιο είδος πολιτείας, γιατί λαμβάνεται υπόψη μόνο ο συνδυασμός των ευπόρων και των απόρων, δηλαδή του πλούτου και της ελευθερίας, καθώς σε πάρα πολλές πόλεις φαίνεται ότι οι εύποροι παίρνουν τις θέσεις των ευπρεπών και σπουδαίων στο ήθος ανθρώπων».
 
            Το ζήτημα της αρετής περνά σε δεύτερη μοίρα αλλοιώνοντας τον τρόπο που οι πολλοί αντιλαμβάνονται τα πολιτεύματα: «Επειδή όμως τρία είναι τα στοιχεία που απαιτούν ίσο μερίδιο στο πολίτευμα, η ελευθερία, ο πλούτος και η αρετή (το τέταρτο, η ευγενική καταγωγή, ακολουθεί τα δύο, γιατί η ευγενική καταγωγή είναι πατρογονικός πλούτος και αρετή), γίνεται φανερό ότι τον ένα συνδυασμό από τους δύο, αυτόν των ευπόρων και των απόρων, πρέπει να τον ονομάσουμε πολιτεία και το συνδυασμό με τα τρία στοιχεία αριστοκρατία και μάλιστα αυτόν από τα άλλα είδη αριστοκρατίας εκτός από το αληθινό και άριστο είδος της», (θα λέγαμε ιδανικό που γίνεται αντιληπτό μόνο ως ιδέα). Και βέβαια αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «συνδυασμό ευπόρων και απόρων» δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνύπαρξη που καταφέρνει να υπερπηδήσει τις ταξικές διαφορές εξασφαλίζοντας την αρμονία και τη συνοχή της πόλης. Γι’ αυτό και η αρχή της πλειοψηφίας δίνει πολλές φορές την ψευδαίσθηση της πολιτείας. Γιατί  πολλές φορές ισχύει στρεβλά (μην ξεχνάμε ότι αφορά μόνο τους ελεύθερους πολίτες), ενώ άλλες, αν και ισχύει, δεν μπορεί να συγκαλύψει τις έντονες κοινωνικές διαμάχες. Γι’ αυτό προτείνεται ως πολιτεία το πολίτευμα της Σπάρτης. Γιατί οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να διαμορφώσουν έναν τέτοιο τρόπο ζωής, ώστε οι ταξικές διαφορές να έχουν δευτερεύουσα σημασία ή τουλάχιστον να μην επιφέρουν την πόλωση και το διχασμό ανάμεσα στους πολίτες.
 
            Η αριστοκρατία αφορά την αρμονική συνύπαρξη και των φτωχών και των πλουσίων και των αρίστων. Είναι δηλαδή το πολίτευμα που όχι μόνο καταφέρνει να ξεπεράσει τις ταξικές διαφορές, αλλά επιλύνει και το ζήτημα της αξιοκρατίας, αφήνοντας το δρόμο ανοιχτό για την ανάδειξη του πραγματικά ικανότερου. Πρόκειται σαφώς για το τελειότερο σύστημα, αφού εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή αρμονία εκμεταλλευόμενο τους καταλληλότερους ανθρώπους προς όφελος της πόλης. Κι αυτή ακριβώς είναι η λεπτή διαφορά που την ξεχωρίζει από την πολιτεία. Όμως, από τη στιγμή που η πολιτεία καταφέρνει να διασφαλίσει την αρμονία ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς είναι απολύτως φανερό ότι καταφέρνει να αποδώσει την έννοια της αξιοκρατίας, αφού ο πλούτος του άλλου μπορεί να γίνει σεβαστός μόνο αν αποδοθεί στην αξία του. Ο άδικος πλούτος, ο πλούτος που επήλθε σε βάρος του κοινού συμφέροντος και διατηρείται ως απόρροια της ανίσχυρης, κι ως εκ τούτου κατευθυνόμενης, δικαιοσύνης, στην περίπτωση της πολιτείας, δε θα μπορούσε να γίνει ανεκτός.
 
            Από αυτή την άποψη η πολιτεία δεν θα μπορούσε να έχει υπόσταση αν δεν κατοχύρωνε, ως προϋπόθεση, την αναγνώριση της αξίας του άλλου. Κι εδώ ερχόμαστε και πάλι μπροστά στην ανάγκη της δικαιοσύνης και του νόμου, αφού χωρίς αυτά θα ήταν αδύνατο να υπάρξει εμπιστοσύνη, απαραίτητη αφετηρία της αναγνώρισης. Το να τονιζόταν ότι και η αριστοκρατία βασίζεται πρωτίστως πάνω στο δυνατό θεσμό της δικαιοσύνης θα ήταν μάλλον περιττό: «Υπάρχει ακόμη η αντίληψη ότι είναι αδύνατον να ευνομείται πόλη που δεν την κυβερνά η αριστοκρατία αλλά η φαυλοκρατία, όπως και μια πόλη που δεν ευνομείται, να την κυβερνά η αριστοκρατία. Η ευνομία δε συνίσταται στη σωστή μεν θέσπιση των νόμων, αλλά στη μη συμμόρφωση των πολιτών σε αυτούς. Γι’ αυτό και ευνομία σημαίνει: πρώτον ότι οι πολίτες συμμορφώνονται στους θεσπισμένους νόμους και δεύτερον ότι οι νόμοι στους οποίους υπακούν οι πολίτες είναι σωστά θεσπισμένοι». Γι’ αυτό και το τελικό συμπέρασμα του Αριστοτέλη: «Τέλος έγινε φανερό ότι δεν απέχουν πολύ μεταξύ τους η αριστοκρατία και η πολιτεία». Κι αυτός είναι και ο λόγος που το πολίτευμα της Σπάρτης προτείνεται ως πρότυπο για την κατανόηση και της πολιτείας και της αριστοκρατίας: «Αριστοκρατικό είναι» (εννοείται το πολίτευμα) «και αν αποβλέπει στα δύο μόνο από αυτά, στην αρετή και στο λαό, για παράδειγμα το σπαρτιατικό πολίτευμα, και υπάρχει μείξη των δύο στοιχείων, της δημοκρατίας και της αρετής».
 
            Κι αν για τον καθορισμό της πολιτείας η έννοια της μείξης των στοιχείων της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας θεωρείται ασαφής, ο Αριστοτέλης παραθέτει το παράδειγμα του εισοδήματος προκειμένου να τη διαφωτίσει: «Για παράδειγμα στις δημοκρατίες η συμμετοχή κάποιου στην εκκλησία του δήμου δεν προϋποθέτει κανένα εισόδημα ή εξαιρετικά ελάχιστο, στις ολιγαρχίες όμως πολύ μεγάλο. Κανένας από τους δύο αυτούς θεσμούς δε μπορεί να είναι κοινός, παρά μόνον αν οριστεί ο μέσος όρος των εισοδημάτων αυτών». Κι αν αυτό δεν είναι αρκετά διαφωτιστικό προτείνεται επίσης ο συνδυασμός των δύο συστημάτων: «δηλαδή η αξιοποίηση μερικών στοιχείων από τον ολιγαρχικό νόμο και μερικών από το δημοκρατικό. Εννοώ, για να δώσω ένα παράδειγμα, ότι στις δημοκρατίες οι αρχές είναι κληρωτές αλλά στις ολιγαρχίες αιρετές. Και είναι γνώρισμα της δημοκρατίας να μην απαιτείται εισόδημα για την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων, αντίθετα με την ολιγαρχία που επιβάλλει ως όρο το εισόδημα. Θεσμός αριστοκρατίας και πολιτείας προκύπτει, αν συνδυάσουμε παίρνοντας ένα στοιχείο από κάθε πολίτευμα. Έτσι από την ολιγαρχία αξιοποιείται το ότι οι αρχές είναι αιρετές και από τη δημοκρατία ότι δεν απαιτείται εισόδημα».
 
            Η μεσότητα, ως πάγια αριστοτελική οπτική, δε θα μπορούσε να απέχει από τη διαμόρφωση των πολιτικών αντιλήψεων. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο πολιτεύματα που προτείνονται ως καλύτερα προέρχονται από το συνδυασμό της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας εστιάζοντας στη διαμόρφωση του μέσου όρου. Ο μέσος όρος λειτουργώντας ως απόλυτη αναζήτηση του σωστού, είτε στην περίπτωση του καθορισμού του εισοδήματος είτε στη συγκρότηση του θεσμικού πλαισίου των πολιτευμάτων, είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας της πολιτειακής ισορροπίας. Εξάλλου, το πολίτευμα, ως τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας, θα ήταν αδύνατο να μην επιδράσει εξισορροπητικά, αφού η αρμονία, στην οποία και στοχεύει, δεν είναι τίποτε άλλο από την εξισορρόπηση των διαρκώς αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Πετυχημένο είναι το πολίτευμα που επιφέρει τη συνοχή κι αυτός είναι ο δρόμος της καθολικής αποδοχής. Το πολίτευμα που κινείται στα άκρα εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα δε θα μπορούσε παρά να φέρει τη δυσαρέσκεια, δηλαδή την επιθυμία για αλλαγή και την εκούσια αποχή των πολιτών απ’ τις διαδικασίες: «να μην είναι περισσότεροι εκείνοι που επιθυμούν την αποχή τους από το πολίτευμα (αυτό το στοιχείο θα βρισκόταν και στο φαύλο πολίτευμα) ούτε και κάποια μερίδα της πόλης να επιθυμεί άλλο πολίτευμα».
 
            Η ακραία εκδοχή της εξουσίας που αποσκοπεί μόνο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτών που την ασκούν είναι η τυραννία: «είναι δικαιολογημένο να μιλήσουμε για την τυραννίδα στο τέλος, επειδή έχει τα γνωρίσματα του πολιτεύματος στο μικρότερο βαθμό από όλα τ’ άλλα πολιτεύματα, ενώ εμείς ερευνούμε σχετικά με το πολίτευμα». Η τυραννία, ως θλιβερή πολιτειακή εκδοχή δεν μπορεί παρά να εκφράζει την καταπίεση του λαού προς όφελος του τυράννου. Καταλύονται όλες οι ελευθερίες και κάθε έννοια δικαιοσύνης και ισότητας στερείται νοήματος. Επί της ουσίας δε μιλάμε για πολίτευμα, αφού δεν τίθεται κανένα θέμα υπεράσπισης των κοινωνικών αξιών. Το μόνο που μένει είναι ο φόβος και η υποκρισία της δήθεν νομιμότητας. Τα πρώτα δύο είδη της τυραννίας αφορούν τη βαρβαρική βασιλεία και την αισυμνητία: «Ωστόσο τα δύο αυτά είδη τυραννίδας διαφοροποιούνται μεταξύ τους. Εμφανίζονταν ως βασιλείες, επειδή είχαν σύνταγμα και η άσκηση της μοναρχικής εξουσίας είχε τη λαϊκή συγκατάθεση, και ως τυραννίδες, γιατί η εξουσία ασκούνταν αυταρχικά και αυθαίρετα».
 
            Το χειρότερο είδος τυραννίας είναι το τρίτο, αφού λειτουργεί περισσότερο καταπιεστικά: «Τέτοιου είδους τυραννίδα συνιστά κατ’ ανάγκη η μοναχική άσκηση της εξουσίας από έναν, ο οποίος εξουσιάζει τους όμοιούς του και τους καλύτερους από αυτόν αδιακρίτως, αποβλέποντας προς το συμφέρον του και μόνο και όχι προς το συμφέρον των αρχομένων. Για το λόγο αυτό είναι ανεπιθύμητη από το λαό, γιατί κανένας ελεύθερος άνθρωπος δεν υπομένει εκούσια μια τέτοια εξουσία».
 
            Κι αυτή ακριβώς είναι και η υποθήκη της ανατροπής της. Καμία τυραννία δε μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρο, γιατί είναι αδύνατο να γίνει ανεκτή. Το πολίτευμα που δεν έχει τη λαϊκή συγκατάθεση είναι καταδικασμένο. Γι’ αυτό και οι πιο επαίσχυντοι δικτάτορες παριστάνουν τους νομιμόφρονες. Μήπως και τηρηθούν τα προσχήματα. Η τυραννίδα είναι η καταστροφή της πολιτείας. Είναι η μόνιμη απειλή και μπορεί να υλοποιηθεί μόνο όταν το πολίτευμα διαστρεβλώνεται, είτε από την άποψη της ισοπεδωτικής δημοκρατίας είτε από την πλευρά της άμετρα συγκεντρωτικής ολιγαρχίας. Γι’ αυτό οι πολίτες πρέπει να είναι σε διαρκή εγρήγορση. Γι’ αυτό πρέπει να ελέγχουν αδιάκοπα τους διαχειριστές της εξουσίας. Γιατί σε τελική ανάλυση, ο λαός είναι ο μόνος εγγυητής του πολιτεύματος.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (226.1-230.1)

226. ΠΟΙΜΗΝ ΠΑΙΖΩΝ [226.1] ποιμὴν ἐξελαύνων αὐτοῦ τὴν ποίμνην ἀπό τινος κώμης πορρωτέρω διετέλει τοιαύτῃ παιδιᾷ χρώμενος. ἐπιβοώμενος γὰρ τοὺς κωμήτας ἐπὶ βοήθειαν ἔλεγεν, ὡς λύκοι τοῖς πρόβασιν ἐπῆλθον. δὶς δὲ καὶ τρὶς τῶν ἐκ τῆς κώμης ἐκπλαγέντων καὶ ἐκπηδησάντων, εἶτα μετὰ γέλωτος ἀπαλλαγέντων, συνέβη τὸ τελευταῖον λύκον ἐπελθεῖν τῇ ἀληθείᾳ. ἀποτεμνομένης δὲ αὐτοῦ τῆς ποίμνης καὶ αὐτοῦ ἐπὶ βοήθειαν βοῶντος ἐκεῖνοι ὑπολαβόντες αὐτὸν παίζειν κατὰ τὸ ἔθος ἧττον ἐφρόντιζον. καὶ οὕτως συνέβη αὐτὸν ἀπολέσαι τὰ πρόβατα.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοῦτο κερδαίνουσιν οἱ ψευδόμενοι τὸ μηδέ, ὅταν ἀληθεύωσι, πιστεύεσθαι.

227. ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ
[227.1] πορευομένοις τισὶν ἐπὶ πρᾶξίν τινα κόραξ ὑπήντησε τὸν ἕτερον τῶν ὀφθαλμῶν πεπηρωμένος. ἐπιστραφέντων δὲ αὐτῶν καί τινος ὑποστρέψαι παραινοῦντος —τοῦτο γὰρ σημαίνειν τὸν οἰωνόν— ἕτερος ὑποτυχὼν εἶπεν· «καὶ πῶς οὗτος ἡμῖν δύναται τὰ μέλλοντα μαντεύεσθαι, ὃς οὐδὲ τὴν ἰδίαν πήρωσιν προεῖδεν, ἵνα φυλάξηται;»
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ἐν τοῖς ἰδίοις ἄβουλοι καὶ εἰς τὰς τῶν πέλας συμβουλίας ἀδόκιμοί εἰσιν.

228. ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
[228.1] Προμηθεὺς κατὰ πρόσταξιν Διὸς ἀνθρώπους ἔπλασε καὶ θηρία. ὁ δὲ Ζεὺς θεασάμενος πολλῷ πλείονα τὰ ἄλογα ζῷα ἐκέλευσεν αὐτὸν τῶν θηρίων τινὰ διαφθείραντα ἀνθρώπους μετατυπῶσαι. τοῦ δὲ τὸ προσταχθὲν ποιήσαντος συνέβη τοὺς ἐκ τούτων πλασθέντας τὴν μὲν μορφὴν ἀνθρώπων ἔχειν, τὰς δὲ ψυχὰς θηριώδεις.
πρὸς ἄνδρα σκαιὸν καὶ θηριώδη ὁ λόγος εὔκαιρος.

229. ΠΗΡΑΙ ΔΥΟ
[229.1] Προμηθεὺς πλάσας ἀνθρώπους δύο πήρας ἐξ αὐτῶν ἀπεκρέμασε, τὴν μὲν ἀλλοτρίων κακῶν, τὴν δὲ ἰδίων. καὶ τὴν μὲν τῶν ὀθνείων ἔμπροσθεν ἔταξε, τὴν δὲ ἑτέρων ὄπισθεν ἀπήρτησεν. ἐξ οὗ δὴ συνέβη τοὺς ἀνθρώπους τὰ μὲν ἀλλότρια κακὰ ἐξ ἀπόπτου κατοπτάζεσθαι, τὰ δὲ ἴδια μὴ προσορᾶσθαι.
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα πολυπράγμονα, ὃς ἐν τοῖς ἑαυτοῦ πράγμασι τυφλώττων τῶν μηδὲν προσηκόντων κήδεται.

230. ΠΑΙΣ ΛΟΥΟΜΕΝΟΣ
[230.1] παῖς ποτε λουόμενος ἔν τινι ποταμῷ ἐκινδύνευσεν ἀποπνιγῆναι· ἰδὼν δέ τινα ὁδοιπόρον τοῦτον ἐπὶ βοήθειαν ἐφώνει. ὁ δὲ ἐμέμφετο τῷ παιδὶ ὡς τολμηρῷ. τὸ δὲ μειράκιον εἶπε πρὸς αὐτόν· «ἀλλὰ νῦν μοι βοήθει, ὕστερον δὲ σωθέντι μέμφου».
ὁ λόγος εἴρηται πρὸς τοὺς ἀφορμὴν καθ᾽ ἑαυτῶν διδόντας †ἀδικεῖσθαι.

***
226. Ο βοσκός που έκανε φάρσες.
[226.1] Ήταν ένας βοσκός που συνήθως σαλαγούσε το κοπάδι του έξω από το χωριό και το πήγαινε κάπου πιο μακριά. Αυτουνού, που λέτε, του άρεσε να διασκεδάζει ολοένα με το εξής χωρατό. Έβαζε τις φωνές στους συγχωριανούς του να τρέξουν σε βοήθεια, με το πρόσχημα ότι τάχα είχαν επιτεθεί λύκοι στο κοπάδι του. Τούτο συνέβη δυο και τρεις φορές — οι χωριανοί σήμαιναν συναγερμό και ορμούσαν έξω από το χωριό, και μετά βέβαια τον άφηναν και επέστρεφαν γελώντας. Ώσπου στο τέλος ήρθε η μοιραία ώρα και ο λύκος έπεσε στα αλήθεια πάνω στο κοπάδι του χωρατατζή. Καθώς το θηρίο κατασπάραζε τα ζωντανά του, ο βοσκός έβαλε τις φωνές κράζοντας βοήθεια. Έλα όμως που οι άλλοι νόμισαν ότι τους έκανε πάλι φάρσα, κατά τη συνήθειά του, και συνεπώς δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Καταλαβαίνετε λοιπόν τί συνέβη: ο χιουμορίστας βοσκός έχασε όλα τα πρόβατά του.
Το δίδαγμα του μύθου: Ο ψεύτης ένα μόνο κέρδος βγάζει — να μην τον πιστεύει ο κόσμος ούτε όταν λέει αλήθεια.

227. Οι ταξιδιώτες και ο κόρακας.
[227.1] Μια φορά κάτι άνθρωποι ταξίδευαν για δουλειές, όταν ξάφνου απάντησαν στον δρόμο τους κάποιο κοράκι με το ένα του μάτι βγαλμένο. Τούτο, βέβαια, τους κίνησε την προσοχή, και μάλιστα ένας τους πρότεινε να γυρίσουν πίσω — αυτό, βλέπετε, θεωρείται πως σημαίνει ο συγκεκριμένος οιωνός. Κάποιος άλλος όμως σάρκασε: «Σιγά και μην είναι σε θέση τούτο το συφοριασμένο να προμαντέψει το δικό μας μέλλον. Αν είναι έτσι, γιατί δεν προέβλεψε το δικό του στράβωμα, ώστε να το γλιτώσει;».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όποιος είναι απερίσκεπτος στις δικές του υποθέσεις δεν είναι κατάλληλος να δίνει συμβουλές ούτε στους άλλους.

228. Ο Προμηθέας και το ανθρώπινο γένος.
[228.1] Μια φορά και έναν καιρό ο Προμηθέας, με εντολή του Δία, δημιούργησε τους ανθρώπους και τα ζώα. Εκ των υστέρων, που λέτε, ο Δίας διαπίστωσε ότι τα άλογα ζώα είχαν βγει πολύ περισσότερα. Γι᾽ αυτό διέταξε τον Τιτάνα να ξεπαστρέψει μερικά θηρία και να μεταπλάσει το υλικό τους σε ανθρώπους. Ο Προμηθέας φυσικά υπάκουσε στη διαταγή. Κοιτάξτε λοιπόν ποιό ήταν το αποτέλεσμα: Όσοι κατασκευάστηκαν από αυτά τα πλάσματα έχουν ανθρώπινη μορφή, αλλά η ψυχή τους είναι ψυχή θηρίου.
Τούτος ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο άγριο και ανήμερο σαν θεριό.

229. Τα δύο δισάκια.
[229.1] Μια φορά και έναν καιρό ο Προμηθέας δημιούργησε την ανθρωπότητα. Πάνω σε κάθε άνθρωπο, που λέτε, κρέμασε δύο δισάκια: το ένα περιείχε τα ελαττώματα των άλλων, το άλλο εκείνα του ίδιου του φορέα. Μόνο που ο Προμηθέας τοποθέτησε το σακούλι με τα ξένα κακά από τη μπροστινή μεριά, ενώ το άλλο το ανάρτησε από πίσω από την πλάτη μας. Καταλαβαίνετε λοιπόν το αποτέλεσμα: Κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα μειονεκτήματα των άλλων από μίλια μακριά. Τα δικά του όμως δεν τα έχει μπροστά του για να τα δει.
Αυτόν τον μύθο ταιριάζει να τον απευθύνουμε σε άνθρωπο κουτσομπόλη και αδιάκριτο, ο οποίος δεν έχει μάτια για τις δικές του υποθέσεις, παρά κοιτάζει να ανακατώνεται σε όσα δεν τον αφορούν.

230. Το αγόρι που έκανε μπάνιο.
[230.1] Ήταν μια φορά ένα αγόρι που έκανε μπάνιο μέσα στο ποτάμι και κινδύνευσε να πνιγεί. Βλέποντας λοιπόν έναν περαστικό, του έβαλε φωνή: «Βοήθεια, βοήθεια!». Αμέσως ο διαβάτης άρχισε να κατσαδιάζει το παιδί για την παράτολμη πράξη του. Όμως ο μικρός έκραξε: «Βρε μπάρμπα, δώσε μου ένα χέρι τώρα, και μετά, άμα σωθώ, με μαλώνεις με την άνεσή σου».
Τούτος ο μύθος απευθύνεται σε όσους δίνουν από μόνοι τους αφορμή για κατάκριση.

Μη συμβιβάσεις τη μοναξιά σου με τίποτα λιγότερο από τον έρωτα

Πάει καιρός απο τη τελευταία σου σχέση. Κάθεσαι και μετράς τους μήνες.
Έκλεισες ένα χρόνο και κάτι μόνος σου.
Το αστείο είναι οτι το πρώτο καιρό, μετά απο αυτή,τη τελευταία σου σχέση, ήθελες να βρεις κάποιον.Θες απο αντίδραση,για να πείσεις τον εαυτό σου οτι το ξεπέρασε,θες γιατί πιστεύεις οτι έτσι θα το ξεπεράσεις,θες ακόμα γιατί απλά σου λείπει το να έχεις κάποιον στο πλάι σου; Ίσως-και το χειρότερο είναι αυτό-για να μπεις στο μάτι του πρώην ή της πρώην.

Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως ξαφνικά διαπιστωνεις ότι έχεις καιρό να σκεφτείς το ενδεχόμενο μιας σχέσης. Νιώθεις καλά με τον εαυτό σου κι είσαι περήφανος γι’αυτό! Δεν είναι πλέον κάτι που σε αγχώνει και το αναζητάς.
Και όχι, δεν σκοπεύεις να μείνεις μόνος για την υπόλοιπη ζωή σου! Πως να το κάνουμε όμως, περνάς καλά!
Με τους φίλους σου,την οικογένεια σου,με τον εαυτό σου τον ίδιο. Τα βρήκες μαζί του και νιώθεις καλά. Νιώθεις πλήρης.

Δεν καταλαβαίνω γιατί το αίσθημα της πληρότητας μπορεί να πηγάζει μόνο μέσα απο μια σχέση…
Εξάλλου προσωπικά πιστεύω πως μια σχέση πρέπει να απαρτίζεται απο ανθρώπους ολόκληρους. Είναι λάθος να αναζητάς το άλλο σου μισο.
Το άλλο σου ολόκληρο να ψάχνεις! Έναν άνθρωπο που θα μπορεί χωρίς εσένα αλλά δεν θα θέλει.
Εκείνον που δεν ψάχνει απλά κάποιον να του γεμίσει τα κενά αλλά κάποιον να τον εμπνέει!
Ενώ λοιπόν εσύ είσαι στα καλύτερα σου και το απολαμβάνεις, θα έρθει κάποιος, που με ένα βλέμμα γεμάτο συμπόνια,θα σε ρωτήσει, γιατί είσαι ακόμα μόνος σου. Προφανώς αυτός ο άνθρωπος σε νοιάζεται αλλά ο τόνος στη φωνή και το βλέμμα του,σου λένε ότι κάτι δεν πάει καλά με`σενα… Γιατί δε σε ρωτάει, πως και δεν έχεις σύντροφο στη ζωή σου αυτή τη περίοδο;

Πάνω κάτω είναι η ίδια ερώτηση. Μπορεί και να μου πείτε στη διατύπωση θα κολλήσουμε;
Ναι, στη διατύπωση! Αυτή η μικρή διαφορά αλλάζει όλο το νόημα. Ο προσδιορισμός μόνος,δείχνει μια κατάσταση. Κάτι που εσύ ανέχεσαι παθητικά. Η ερωτηση πως και δεν έχεις σύντροφο, δείχνει επιλογή!
Γιατί ολοφάνερα είναι επιλογή σου. Επίσης αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι φανατικός εργένης. Για να προχωρήσεις όμως ξανά σε μια σχέση και να παραχωρήσεις σε κάποιον άλλο τη μοναξιά σου, θέλεις να νιώσεις κάτι.

Αυτό το κατι που θα πεις, ναι τώρα αξίζει να μοιραστώ τη μοναξιά μου.
Και δεν είναι ότι δεν έχεις ευκαιρίες αλλά δεν έχεις συναντήσει, αυτό που πλέον ξέρεις ότι θέλεις.
Δεν έχεις φτιάξε το ιδανικό στο μυαλό σου και το κυνηγάς, γιατί πολλοί θα βιαστούν να σε κατηγορήσουν, απλά δεν έχεις συναντήσει ακόμα τα μάτια που θα σε κεντρίσουν. Το χαμόγελο που θα σε παρακινούσε να κάνεις τα πάντα για να το προκαλείς.
Αυτό θες και δεν έχεις σκοπό να συμβιβαστείς! Γιατί να συμβιβαστείς άλλωστε. Ποιος σε πιέζει και τι.
Η κοινωνία που αν φτάσεις τα τριάντα και δεν έχεις παντρευτεί, σου περνάει πως πρέπει να βιαστείς; Βγες τότε λοιπόν.

Ξαμολήσου να βρεις την τέλεια νύφη ή τον τέλειο γαμπρό.
Αν ο έρωτας περάσει κι εκτίμηση δεν υπάρχει, μην στεναχωριέσαι, υπάρχουν και οι παράλληλες σχέσεις.
Μήπως θα σε πιέσουν οι φίλοι κι οι γνωστοί που θέλουν να σε δουν ευτυχισμένο; Γιατί είμαι δυστυχισμένος και δεν το ξέρω;
Σε μια σχέση με κάποιον, λιγότερο απο αυτό που,ας πουμε, έχεις φανταστεί θα σε κάνει λιγότερο δυστυχισμενο;
Όλα αυτά σου τριβελίζουν το μυαλό και θέλοντας και μη, θα μπεις κι εσύ στο τρυπάκι.Θα ψαχτείς σε σχέσεις εφήμερες, θα συμβιβαστείς με εκείνες που δεν βγάζουν πουθενά. Τελικά θα καταλήξεις εκεί απ’όπου ξεκίνησες.
Θες απλά να ερωτευτείς…

Μη συμβιβαστείς με τίποτα λιγότερο απ’τον έρωτα!

O ψυχαναγκασμός πηγάζει από συναισθηματικό κενό

Ψυχαναγκασμοί. Από πού πηγάζουν; Ποιος τους δημιουργεί και τι μας προκαλούν; Περίεργη λέξη, περίεργα και τα συμπτώματα. Λίγο πολύ όλοι μας έχουμε κάποιου είδους ψυχαναγκασμό. Ίσως είναι κάτι απλό, ίσως κάτι πιο σύνθετο. Είναι αυτή η ιδέα, η επιθυμία να κάνουμε κάτι, να πραγματοποιηθεί κάτι με το δικό μας τρόπο σε καθημερινή βάση. Για να το προσαρμόσουμε και λίγο πιο επιστημονικά, ο ψυχαναγκασμός ανήκει στις αγχώδεις διαταραχές και χαρακτηρίζεται από την παρουσία ιδεοληψιών ή έμμονων ιδεών.

Το άτομο που εμφανίζει συμπτώματα ψυχαναγκασμού ουσιαστικά διακατέχεται από την ιδέα ότι πρέπει να κάνει κάτι άμεσα, γρήγορα, ότι αν δε γίνει αυτό που επιθυμεί ακριβώς όπως το έχει σχεδιάσει στο μυαλό του ή όπως νομίζει ότι είναι το ορθό, κυριεύεται από άγχος και δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ο ψυχαναγκασμός μας οδηγεί στην πραγματοποίηση κινήσεων και πράξεων, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας πλέον και επιβάλλουμε στον εαυτό μας να τις πραγματοποιήσει, διαφορετικά νιώθουμε ότι είμαστε έξω από τα νερά μας. Ότι κάτι δεν ταιριάζει, κάτι λείπει. Δημιουργείται ένα κενό, ένα αίσθημα ανικανοποίητου, και μόνο όταν προβούμε στις ενέργειες που θέλαμε, το άγχος αρχίζει να καταλαγιάζει.

Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι τόσο τρομακτικά, όσο μπορούμε να τα έχουμε υπό έλεγχο και να μη μας επηρεάζουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο ψυχαναγκασμός δεν είναι ανησυχητικός κι απλώς συνδυάζεται με την ιδιοσυγκρασία και την καθημερινότητα κάθε ατόμου. Συχνά είδη ψυχαναγκασμού είναι το τελετουργικό πλύσιμο των χεριών κάθε φορά που θα αγγίξουμε κάτι για να αποφύγουμε τα μικρόβια, το κλείδωμα της πόρτας και ο επανέλεγχος αυτού, το κλείσιμο των ηλεκτρικών συσκευών και η ταξινόμηση με συγκεκριμένο τρόπο.

Όλοι μας βιώνουμε στην καθημερινότητά μας τέτοιου είδους ψυχαναγκασμούς κι αυτό πηγάζει από τα συναισθηματικά κενά που βιώνουμε. Όταν νιώθουμε ανασφάλεια για τον εαυτό μας σε οποιοδήποτε τομέα ή αν μας κατακλύζουν συναισθήματα θλίψης, στενοχώριας, δεν υπάρχει ισορροπία στον ψυχικό και συναισθηματικό μας κόσμο. Αυτό αυτόματα δίνει τα δικά του σήματα στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα να εξωτερικεύεται τελικά με κινήσεις ανούσιες και πράξεις επαναλαμβανόμενες κι ανώφελες, που εκφράζουν το άγχος μας.

Σε κάθε περίπτωση όσο πιο πλήρεις αισθανόμαστε και πιο συναισθηματικά ικανοποιημένοι, αποφεύγουμε να αναλωνόμαστε σε ψυχαναγκαστικές κινήσεις οι οποίες μας προκαλούν άγχος και στρες. Τα προβλήματα δυστυχώς στον επαγγελματικό τομέα, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις και η προσπάθεια μου καταβάλουμε για την αντιμετώπιση τους, τελικώς οδηγούν στη δημιουργία συναισθηματικών κενών και σε έναν πλήρη αποσυντονισμό του εαυτού μας.

Το ζητούμενο στην παρούσα φάση και σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ο ψυχαναγκασμός που εκδηλώνουμε να μην έχει ακραία συμπτώματα. Γιατί όταν ξεφύγει από τον έλεγχο μας οδηγεί τις περισσότερες φορές σε κατάθλιψη και συναισθηματικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται δύσκολα. Στην ήπια μορφή του, αυτήν που εμφανίζεται σχεδόν σε όλους μας, και που προκαλείται από την ανισορροπία του ψυχικού μας κόσμου, είναι ακίνδυνος. Παραμένει στη ζωή μας χωρίς να μας επηρεάζει σημαντικά, απλώς μας «πονοκεφαλιάζει» λίγο.

Το μυστικό σίγουρα είναι η συναισθηματική πληρότητα και γαλήνη. Ο μικρόκοσμος μας να αποτελείται από ανθρώπους που μας αγαπούν πραγματικά και μας γεμίζουν. Να εξωτερικεύουμε την ενέργεια μας σε καθετί που μας κάνει χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Να παίρνουμε και να δίνουμε αγάπη. Να αποφεύγουμε καταστάσεις τοξικές. Όταν φύγει το συναισθηματικό κενό, είμαστε ισορροπημένα άτομα. Γι’ αυτό πρέπει να αγαπάμε τον εαυτό μας και να μην αφήνουμε κανένα να μας υποτιμά και να μας πληγώνει.

Γήρας αμήχανο

Η γενιά των γονιών μας γέρασε, και γερνά ακόμα, ξαφνιασμένη από τη μοναξιά, για την οποία δεν είχε προετοιμαστεί καταλλήλως.

 
Κι όμως, ήταν εκείνη που αγωνίστηκε πολύ για την αξιοπρεπή καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας, για την ανεξαρτησία της από τα μεγάλα σόγια, από τους πατριάρχες και τις βασιλομήτορες που είχαν λόγο σε όλα κι ανακατεύονταν στη μοίρα και την καθημερινότητα των νέων ζευγαριών.
 
Η γενιά των γονιών μας χώρισε τα τσανάκια της όσο μπόρεσε, έδωσε τη μάχη της, πλήρωσε χρυσά τα τριάρια και τα δυάρια της ελευθερίας της κι όταν τα χρόνια πέρασαν, άρχισε να νοσταλγεί τα σπίτια του χωριού με τις προσθήκες και τα πανoπτικά που θα τους επέτρεπαν, αφού πια είχαν γεράσει, να έχουν εκείνοι την εποπτεία ή, έστω, τη θέα των κατιόντων. Αλλά είναι αργά πια να γκρεμιστούν οι τοίχοι και να ξαναχτιστεί η οικογένεια, να ξαναδεθεί με όλα τα δεσμά που μάτωσε να αποτινάξει.
 
Βέβαια, υπάρχουν πάντα μερικοί που δεν χρειάστηκε να περάσουν τέτοιες δοκιμασίες. Από παιδιά βολεύτηκαν εύκολα στις καταστάσεις που τους έλαχαν, θα έλεγε μάλιστα κανείς, κρίνοντας από την οικοδομική δραστηριότητα των προαστίων, πως υπάρχει ειδική μεσογειακή ευκολία στην προσαρμογή των μελών της οικογένειας στον σύγχρονο γενικό οικοδομικό κανονισμό με τα πανταχόθεν ελεύθερα οροφοδιαμερίσματα εσωτερικής γενεακής εξάρτησης, αλλά δεν παύουν να είναι λίγοι.
 
Ισως υπήρξαν οι πιο προνοητικοί, αυτοί που ήξεραν το μέτρο, ζύγισαν τις κερδισμένες αποστάσεις και τη χαμένη επιτήρηση και βρήκαν τη χρυσή τομή ή έστω κάτι που της μοιάζει. Οι πιο πολλοί πέρασαν το μεγάλο ξάφνιασμα, πώς ερημώνει έτσι το σπίτι όταν μεγαλώνουν τα παιδιά κι αργούν να κάνουν εγγόνια, πώς να τα προσελκύσεις πίσω, τι να μαγειρέψεις, πώς να καλλιεργήσεις την ανάγκη που ήδη ξεπεράστηκε. Δύσκολα ζητήματα για γέρους ανθρώπους, συχνά αναπάντητα για όποιον δεν προνόησε από νωρίς να τα λύσει.
 
Καθώς γερνούν οι άνθρωποι που θυμούνται ακόμα κάποιον παππού τους να περιλαμβάνεται στο τοπίο του πατρικού σπιτιού, παραξενεύονται που δεν υπάρχει γύρω τους κόσμος, που δεν έχουν τη θέση εκείνου.
 
Η δική μας γενιά, που μεγάλωσε χωρίς πολύ κόσμο γύρω της, στην εξασφαλισμένη ανεξαρτησία της πυρηνικής οικογένειας, θα πρέπει να επινοήσει κάτι πρωτότυπο για τα γεράματά της, έναν καινούργιο τρόπο ζωής. Μόνο που οι πρωτοτυπίες ταιριάζουν στη νεότητα, κι εκεί θα ξανασυναντήσει την αμηχανία.

Καρτέσιος: η κορυφαία μορφή του ορθολογισμού

Ο Ρενέ Ντεκάρτ ή Καρτέσιος (René Descartes) γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1596 στην μικρή πόλη La Haye en Touraine της Γαλλίας. Ήταν φιλόσοφος, μαθηματικός και επιστήμονας φυσικών επιστημών. Θεωρείται σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, καθώς φέρεται ως δάσκαλος και ταυτόχρονα θύμα του Διαφωτισμού. Αναφέρεται συχνά ως εκείνος που συνέλαβε την πιο ακραία μορφή σκεπτικισμού.

Ο Ρενέ Ντεκάρτ έφερε τις θεωρίες του στον κόσμο, αλλάζοντας την πορεία της φιλοσοφίας και των επιστημών. Από τον ίδιο, έχουμε να θυμόμαστε το περίφημο “σκέφτομαι άρα υπάρχω”. Από την ύπαρξη και άλλων φιλοσόφων της εποχής, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά τη σύντομη “επίσκεψή” μας σε αυτόν τον κόσμο.
 
Προσπάθησε και κατόρθωσε να απεγκλωβίσει τη φιλοσοφία από τον σχολαστικισμό, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος.
 
Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Οι ιδέες του, όμως, έγιναν στόχος του εμπειρισμού που επικράτησε μακροπρόθεσμα. Αλλά και οι βασικές ιδέες του λειτούργησαν σε πείσμα των προθέσεών του. Θέτοντας τα όρια μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου και αντιμετωπίζοντάς τον ως επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης, βοήθησε στην επικράτηση του υλισμού έναντι της πνευματοκρατίας.
 
Υλιστές του 18ου αιώνα όπως ο Ντήτριχ Χόλμπαχ (Dietriech von Holbach, 1723-89) και ο εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό, χρησιμοποίησαν τη γεωμετρική αντίληψη του Θεού που αποσύρεται μετά τη δημιουργία. Συνδυάζοντας την άποψή του με τη μηχανιστική ερμηνεία του ζωικού βασιλείου, προώθησαν την υλιστική θεώρηση του κόσμου.
 
O Καρτέσιος – ή Renatus Cartesius, στην λατινική απόδοση τον ονόματος του, πράγμα που συνηθιζόταν στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, οπότε τα λατινικά ήταν η διεθνής γλώσσα των λογίων – γεννήθηκε το 1596 σε μια μικρή πόλη της κεντροδυτικής Γαλλίας.
 
O Καρτέσιος, του οποίου η συμβολή στα μαθηματικά υπήρξε άκρως σημαντική θεωρείται ως ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, μια και ήταν εκείνος που πέτυχε να απελευθερώσει τον στοχασμό από τον σχολαστικισμό, τη διδασκαλία που επί αιώνες διαμορφώθηκε στις σχολές των πανεπιστημίων της δυτικής Ευρώπης και κρατούσε δέσμια την εξέλιξη της γνώσης.
 
Σε αντίθεση, δηλαδή, προς τη διδασκαλία του σχολαστικισμού, σύμφωνα με την οποία η γνώση, για να είναι έγκυρη, θα έπρεπε να συνάδει προς την πίστη στον θεό και τις θεωρίες τον Αριστοτέλη, ο Καρτέσιος υποστήριξε ότι ο άνθρωπος όφειλε, για να βρει την αλήθεια, να βασιστεί αποκλειστικά στις δυνάμεις του νου.
 
Προς τούτο, κατά τον Καρτέσιο, έπρεπε να απαλλαγεί κανείς από κάθε προκατάληψη, από κάθε συμπέρασμα που στηρίζεται σε θεωρίες και αντιλήψεις άλλων, όσο αξιόλογοι κι αν συμβαίνει να είναι αυτοί, και να μην διακατέχεται από τη βιασύνη να φτάσει άρον-άρον στην αλήθεια, αλλά υπομονετικά και συστηματικά να ελέγχει το κάθε βήμα του προς τη γνώση χωρίς να αφήνει κενά, να κάνει παλινδρομήσεις και να προβαίνει σε περιττές συλλήψεις ή εκδοχές, και να μην δέχεται τίποτε σαν σωστό, αν δεν διαπιστώσει ότι, τελικά, αυτό παρουσιάζεται στον νου με τόση σαφήνεια και ευκρίνεια, ώστε να είναι αδύνατον να το αμφισβητήσει οποιοσδήποτε.
 
O Καρτέσιος, θέλοντας να βρει μια τέτοια πέραν πάσης αμφιβολίας αλήθεια, πάνω στην οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να θεμελιώσει με ασφάλεια τη διδασκαλία του, αποφάσισε να ακολουθήσει την τακτική των οπαδών του σκεπτικισμού : να αμφισβητεί, δηλαδή, όπως εκείνοι, το καθετί. Ναι, λέει ο Καρτέσιος, μπορώ, πράγματι, να αμφιβάλλω για όλα. Για να αμφιβάλλω, όμως, σχετικά με κάτι, θα πρέπει να έχω βάλει το μυαλό μου να σκεφτεί ότι αυτό που μου προβάλλεται έτσι ενδέχεται να είναι κι αλλιώς, γιατί, διαφορετικά, αν ήμουν ένας παθητικός δέκτης, ένα υποκείμενο που δεν σκέφτεται, θα υιοθετούσα χωρίς καμιά διάθεση αντίστασης εκείνο που προβάλλεται σαν πραγματικό. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα μου να αμφιβάλλω υποδηλώνει το γεγονός ότι σκέφτομαι, το οποίο, με τη σειρά του, συνεπάγεται κατ’ ανάγκην το γεγονός ότι υπάρχω. Γιατί, πώς θα μπορούσα να αμφιβάλλω, αν δεν υπήρχα; Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
 
Αυτή είναι η προφανής αλήθεια, κατά τον Καρτέσιο, που ουδείς έχει τη  δυνατότητα  να αμφισβητήσει. Έτσι ο Καρτέσιος μεταχειρίζεται μεν, όπως οι οπαδοί του σκεπτικισμού, την αμφιβολία, με διαφορετικό, όμως, σκοπό από αυτούς. Αντί για τη στείρα άρνηση, στην οποία στοχεύουν οι οπαδοί του σκεπτικισμού, ο Καρτέσιος επιχείρησε μέσω της αμφιβολίας να κατοχυρώσει μια πέραν πάσης αμφισβήτησης αλήθεια, την βεβαιότητα για την ύπαρξη του εαυτού του.
 
Έχοντας, λοιπόν, εξασφαλίσει τη βεβαιότητα της ύπαρξης του εαυτού του ο Καρτέσιος προχωρεί στη συνέχεια στην ανατροπή της αμφιβολίας για τα πράγματα γύρω του. Οτιδήποτε παρατηρούμε στον κόσμο, το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, οι οποίες είναι γεγονός ότι μας εξαπατούν. Για παράδειγμα, μια ράβδος μισοβυθισμένη σε ένα δοχείο με νερό έχομε την εντύπωση πως πρόκειται για μία λυγισμένη ράβδο, ενώ είναι ίσια.
 
Επειδή η σύνεση απαιτεί να μην εμπιστεύεται κανείς εκείνους που τον εξαπατούν, ο Καρτέσιος, ως εχέφρων άνθρωπος που ήθελε να λογίζεται, υπέθεσε ότι όλα όσα παρατηρεί γύρω του μπορεί, επειδή τα συλλαμβάνει μέσω των αισθήσεων, να είναι απατηλά. Το χειρότερο δε, υποστήριξε, είναι να πιστεύει ότι όσα του προσφέρουν οι αισθήσεις είναι όπως υπάρχουν στην πραγματικότητα – σαν να υπήρχε μέσα του ένας κακόβουλος δαίμονας που ήθελε να τον παραπλανά.
 
Μοναδική ελπίδα του για να αντιμετωπίσει τον κακόβουλο αυτόν δαίμονα δεν θα μπορούσε να είναι παρά κάποιος με μεγαλύτερη δύναμη από τον ίδιο, ήγουν ο Θεός, ο οποίος, ένεκα της άπειρης καλοσύνης που διαθέτει, δεν θα ήταν διατεθειμένος να τον αφήνει να ζει σε μια ολοκληρωτική πλάνη.
 
Το ζήτημα, βέβαια, είναι αν υπάρχει πράγματι ο Θεός. O Καρτέσιος, ακολουθώντας την αρχή που ο ίδιος έβαλε σαν κανόνα στη ζωή του, να μην υιοθετεί, δηλαδή, τίποτε αν δεν το έχει ερευνήσει ο ίδιος έτσι, που να του παρουσιάζεται τόσο ολοφάνερο στον νου, ώστε να μην μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς, ήταν επόμενο να μην συναινέσει στην άποψη ότι ο Θεός υπάρχει μόνο και μόνο επειδή μια τέτοια πεποίθηση του παραδόθηκε, αλλά να αποδεχθεί την ύπαρξη^ του Θεού εφόσον μπορούσε να την αποδείξει. Προσπάθησε, λοιπόν, να σκεφτεί ένα επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού, το οποίο, κατά τη γνώμη του, δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Και πιο ήταν αυτό;
 
Μέσα στη ψυχή μας, παρατήρησε ο Καρτέσιος, μεταξύ των ιδεών και των εννοιών υπάρχουν και ορισμένες που δεν τις σχηματίσαμε μόνοι μας – σε αντίθεση, ας πούμε, με την ιδέα του κόκκινου χρώματος, που την αποκτήσαμε κοιτώντας διαφορά κόκκινα αντικείμενα – αλλά υπήρχαν εξαρχής μέσα μας, πριν από τη γέννηση μας, είναι, δηλαδή, έμφυτες, όπως η ιδέα της τελειότητας, την οποία εμείς, ως πεπερασμένα και ατελή πλάσματα, δεν θα μπορούσαμε να την έχομε σχηματίσει.
 
H ιδέα της τελειότητας θα πρέπει να έχει εμφυτευτεί μέσα μας από κάποιο τέλειο ον. Και ως τέλειο ον ορίζεται ο Θεός, Ακόμη και τον άθεο, αν τον ρωτήσεις τι σημαίνει η λέξη «Θεός”, θα σου πει ότι είναι ένα τέλειο ον, το οποίο, απλώς, ο ίδιος θεωρεί οτι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Έτσι, όμως, ο άθεος φαίνεται να αντιφάσκει. Γιατί, κατά τον Καρτέσιο, τέλειο είναι ένα ον που δεν του λείπει τίποτε. Έτσι, ο Θεός, ως τέλειο ον, θα πρέπει να διαθέτει και άπειρη καλοσύνη και παντοδυναμία και τέλεια σοφία και … και… και ύπαρξη. Γιατί αν ο Θεός δεν υπήρχε, θα ήταν ένα τέλειο ον το οποίο δεν είναι τέλειο, πράγμα αντιφατικό και, ως εκ τούτου, αδύνατον υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ.
 
Όπως, δηλαδή, δεν μπορεί, επειδή είναι αντιφατικό, να υπάρξει πουθενά και ποτέ ένα τρίγωνο που δεν έχει τρεις γωνίες, έτσι δεν μπορεί να υποστηριχθεί πουθενά και ποτέ ότι ο Θεός δεν υπάρχει, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ισοδυναμούσε με το να προβεί κανείς στην αντιφατική διατύπωση ότι ένα τέλειο ον δεν είναι τέλειο. Άρα, ο Θεός υπάρχει κατ' ανάγκην.
 
Έτσι, κατά τον Καρτέσιο, από τη στιγμή που είμαστε υποχρεωμένοι να δεχτούμε ότι ο Θεός υπάρχει, έχομε κάθε δικαίωμα να υποθέτομε ότι, όσο κι αν ο κακόβουλος δαίμονας μέσα μας θέλει να μας εξαπατά, δεν είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε μέσα σε ολοκληρωτική πλάνη.
 
O Θεός, ο οποίος, ως εκ της παντοδυναμίας του, έχει την ικανότητα να επιβληθεί στον κακόβουλο δαίμονα και να περιορίσει τη δράση τον, δεν θα ήθελε ποτέ, ένεκα της άπειρης καλοσύνης του, να πλανιόμαστε σε κάθε περίπτωση. Τούτο απλά σημαίνει ότι δεν μπορεί όλες οι παραστάσεις που μας προσφέρουν οι αισθήσεις για τα πράγματα γύρω μας να είναι απατηλές. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι ποιες από ης παραστάσεις των αισθήσεων μας είναι απατηλές και ποιες ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που καλείται ο καθένας μας να το ξεδιαλύνει, να κρίνει, δηλαδή, μόνος τον ποιες από τις παραστάσεις των αισθήσεων του είναι απατηλές και ποιες αντιστοιχούν στην πραγματικότητα.
 
O Καρτέσιος, απλώς, υποδεικνύει στον καθένα μας ποια είναι τα κριτήρια που θα πρέπει να χρησιμοποιήσει, για να διακρίνει τις μεν από ης δε. Και τα κριτήρια της αλήθειας δεν είναι άλλα από τη σαφήνεια και την ευκρίνεια.
 
Αν, για παράδειγμα, βλέποντας μια σκιά μέσα στο μισοσκόταδο υποθέσω ότι είναι άνθρωπος, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα καλόγερο των ρούχων, η αιτία της πλάνης μου είναι πως δεν μπορώ να δω σαφώς και ευκρινώς. Από τη στιγμή, όμως, που θα ανάψω το φως και η εικόνα που βλέπω θα αποκτήσει σαφήνεια και ευκρίνεια, μπορώ βάσιμα να ισχυριστώ ότι υπάρχει απέναντι μου ένας καλόγερος ρούχων, και όχι ένας άνθρωπος.
 
Αυτή, λοιπόν, σε γενικές γραμμές, είναι η θεωρία τον Καρτέσιου για την πραγματικότητα, στην οποία διέκρινε τρεις κατηγορίες όντων: τον Θεό που, ως άυλος  είναι καθαρό πνεύμα, τον κόσμο των ανόργανων σωμάτων, των φυτών και των ζώων, τα οποία συνίστανται σε σώματα, και τους ανθρώπους, που συντίθενται από σώμα και από ψυχή.
 
O Καρτέσιος διέκρινε ριζικά τους ανθρώπους από τα ζώα θεωρώντας ότι τα τελευταία αυτά είναι όπως οι μηχανές –  σώματα, δηλαδή, που επιτελούν ορισμένες λειτουργίες, όπως η αναπνοή, η κυκλοφορία τον αίματος, η θρέψη κ.τ.λ, χάρη στις οποίες συντηρούνται αυτά στη ζωή – χωρίς τη δυνατότητα να έχουν σκέψεις ή αισθήματα που δεν συνδέονται με το σώμα , σε αντίθεση με τους ανθρώπους, στους οποίους πίσω από το σώμα, τη μηχανή που επιτελεί τις απαραίτητες για να συντηρηθούν στη ζωή λειτουργίες, υπάρχει και η ψυχή, μια άυλη οντότητα, που συνιστά, σε τελευταία ανάλυση, και την ουσία τους.
 
Είναι γνώρισμα των μεγάλων φιλοσόφων, πέρα από την αναμφισβήτητη συμβολή τους στην εξέλιξη των ιδεών, οι θεωρίες των να αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων, αντιπαραθέσεων και αμφισβήτησης. Έτσι, μπορεί μεν ο Καρτέσιος να θεωρείται ο πατέρας της νεότερης φιλοσοφίας, καθόσον με τη μέθοδο που υπέδειξε απεγκλώβισε τον στοχασμό από το δίχτυ της διδασκαλίας του σχολαστικισμού, παράλληλα, όμως, οι θεωρίες του, όπως εκείνες για την ύπαρξη έμφυτων ιδεών, για τη σχέση σώματος και ψυχής ή για την ύπαρξη του Θεού, δημιούργησαν έντονο προβληματισμό, συνεχίζοντας ως σήμερα να αποτελούν αφορμή για συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και να κρατούν, έτσι, ζωντανή την παρουσία του στη μνήμη μας.
 
Τα τελευταία λόγια που ο Καρτέσιος πεθαίνοντας ψιθύρισε ήταν: «ψυχή μου πρέπει να φύγεις».
 
O σκεπτικισμός σαν συστηματική άρνηση της αλήθειας και της γνώσης εμφανίζεται στο πλαίσιο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με δυο μορφές: ως ακαδημαϊκός σκεπτικισμός, σύμφωνα με τον οποίο δεν υπάρχει αλήθεια και, ως εκ τούτου, είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να τη γνωρίσει και ως πυρρωνισμός, σύμφωνα με τον οποίο οποία άποψη κι αν υιοθετήσει κανείς, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη, η οποία, με τη σειρά της, μπορεί να ανατραπεί από κάποια άλλη άποψη και ούτω καθεξής στο διηνεκές. Έτσι ώστε, αν θα ήθελε κανείς να έχει την ησυχία του, το καλύτερο είναι να μπει μην στο παιχνίδι αυτό της αναζήτησης της αλήθειας, να επέχει.
 
Πέθανε στις 11 Φεβρουαρίου του 1650 στην Στοκχόλμη.
------------------
Αποφθέγματα Καρτέσιου: 
  • “Γεννιόμαστε ελεύθεροι και έλλογοι, όχι όμως με την έννοια ότι εξαρχής ασκούμε αυτές τις δύο ιδιότητες: η ηλικία που φέρνει τη μία, φέρνει και την άλλη”. Με άλλα λόγια, “ο άνθρωπος γεννιέται, όπως αποδείχθηκε με το δικαίωμα της τέλειας ελευθερίας”
  • Από όλα τα πράγματα, η ορθοφροσύνη είναι αυτή που είναι διανεμειμένη πιο ακριβοδίκαια, γιατί ο καθένας βρίσκει πως είναι τόσο καλά εφοδιασμένος με ορθοφροσύνη, ώστε κι εκείνοι ακόμα που ικανοποιούνται δυσκολότατα σε κάθε άλλο πράγμα, δεν έχουν τη συνήθεια να ποθούν περισσότερη απ’ όση έχουν.
  • Δεν αρκεί να έχει κανείς καλό μυαλό, το κυριότερο είναι να το χρησιμοποιεί καλά.
  • Οι μεγαλύτερες ψυχές είναι ικανές για τις μεγαλύτερες κακίες όσο και για τις μεγαλύτερες αρετές.
  • Εκείνοι που περπατούν πάρα πολύ σιγά μπορούν, αν ακολουθούν πάντα τον ίδιο δρόμο, να προχωρήσουν πολύ περισσότερο από εκείνους που τρέχουν, μα που απομακρύνονται από αυτόν.
  • Το να συναναστρέφεται κανείς ανθρώπους των περασμένων αιώνων είναι περίπου το ίδιο με το να ταξιδεύει.
  • Σαν ένας άνθρωπος που περπατεί μόνος και μέσα στο τρισκόταδο, αποφάσισα να πηγαίνω τόσο αργά και να χρησιμοποιώ σε όλα τόση περίσκεψη ώστε, κι αν ακόμα προχωρούσα πολύ λίγο, τουλάχιστον θα φυλαγόμουν καλά από τα πεσίματα.
  • Διαιρώ την καθεμιά από τις δυσκολίες που εξετάζω σε όσα τεμάχια είναι δυνατόν και χρειάζεται για να λυθεί καλύτερα.
  • Καθώς η ενέργεια της σκέψης, με την οποία πιστεύουμε κάτι, διαφέρει από εκείνη με την οποία γνωρίζουμε πως το πιστεύουμε, υπάρχουν συχνά η μία χωρίς την άλλη.
  • Σκέπτομαι, άρα υπάρχω. ~ Αρχές της Φιλοσοφίας (1644)  
    • Cogito, ergo sum.
  • Μπορώ να αμφιβάλλω για όλα τα πράγματα που με περιβάλλουν και για όλα όσα σκέφτομαι, Οι άνθρωποι συχνά σφάλλουν στους συλλογισμούς τους ακόμα και σε απλά θέματα και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύω ότι οι αισθήσεις μου δεν με ξεγελούν ή ότι οι σκέψεις μου δεν είναι παρά σαν τα όνειρά μου όταν κοιμάμαι. Μπορώ να αμφιβάλλω λοιπόν για όλα όσα σκέφτομαι και πιστεύω, αλλά για ένα πράγμα σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αμφιβάλλω, δηλαδή για το ότι αμφιβάλλω.

Nα συνυπάρχεις με άτομα που σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος άνθρωπος

Ο κάθε άνθρωπος ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες έχει μεγαλώσει διαμορφώνει το χαρακτήρα του! Κάποιοι από αυτούς εμπνέουν σεβασμό ενώ ταυτόχρονα τους χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος!

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων , διακρίνεται από τον χειμαρρώδη χαρακτήρα τους, τους μη εκλεπτυσμένους τρόπους τους, οι οποίοι όμως εντάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία στο κοινωνικό σύνολο λόγω του ότι φαίνονται πιο προσιτοί και λιγότερο σνομπ! Κάποιες φορές, προκαλούν φόβο με το δυναμισμό τους και κατά συνέπεια τον σεβασμό αφού με τον τρόπο τους δηλώνουν άμεσα ότι’’ δεν σηκώνουν και πολλά’’.

Τι γίνεται όμως όταν ένας άνθρωπος από πρώτη κατηγορία βρεθεί μόνος αντιμέτωπος σε μια συζήτηση που υπερτερεί ως προς την δεύτερη κατηγορία και το αντίστροφο;

Σαφώς θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση αν λάβουμε υπόψιν ότι είτε θα τον θεωρήσουν σνομπ και διανοούμενο είτε αναιδή και χειμαρρώδη και θα προκαλέσει άθελα του την αντιπάθεια! Για να αποφύγουμε αυτές τις δυσάρεστες συνέπειες πρέπει να κρατάμε ουδέτερη στάση στην όποια συζήτηση χωρίς να γινόμαστε απόμακροι και αντιπαθητικοί! Και θα θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση από την σιωπή όταν διαφωνούμε σε κάτι αφού το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση θα παρεκτραπεί εις βάρος μας!

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συναναστρεφόμαστε με άτομα τα οποία μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι και με αυτό τον τρόπο να μπορέσουμε ανεβάσουμε το επίπεδο μας! Η συναναστροφή μας με άτομα τα όποια δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας μόνο κακό μπορούν να μας κάνουν αφού μας βγάζουν έναν «κακό εαυτό», ο οποίος βγαίνει ασυναίσθητα ως μια προσπάθεια άμυνας ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την δυσαρέσκεια την οποία έχουμε αισθανθεί.

Το κλειδί για την θεραπεία των ψυχολογικών τραυμάτων

Αποτέλεσμα εικόνας για Το κλειδί για την θεραπεία των ψυχολογικών τραυμάτωνΗ τοξική ντροπή και άλλοι συναισθηματικοί μηχανισμοί προσαρμογής από βαθιά τραύματα της παιδικής ηλικίας συχνά κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται πως δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τον πόνο που βίωσαν όταν ήταν μικρά και αθώα ανθρώπινα όντα. Η τραυματική κακοποίηση-είτε είναι σεξουαλική, φυσική ή συναισθηματική- προκαλεί μόνιμες αλλαγές στο νευρικό σύστημα και στη χημεία του εγκεφάλου. Δεν είναι περίεργο το ότι βρίσκουμε δύσκολο να αλλάξουμε την κοσμοθεωρία μας και να θεραπευτούμε. Υπάρχει ένας τρόπος για να το κάνουμε, αν και μπορεί να μην είναι όπως τον φαντάζεστε.

Όταν κάποιος βιώνει ένα τραύμα σε μικρή ηλικία, η φυσιολογική αναπτυξιακή διαδικασία αλλάζει πολύ. Τείνει να διαμερίζει και να αποθηκεύει τα συναισθήματα που νιώθει όταν είναι μικρός επειδή είναι πολύ επίπονα για να τα αποδεχτεί τη στιγμή που συμβαίνουν. Ενώ αυτό μπορεί να οδηγήσει σε όλων των ειδών προβλήματα αργότερα στη ζωή από φυσικές αρρώστιες έως ψυχολογικές δυσκολίες που απομακρύνουν το συναισθηματικό φορτίο είναι ένας μηχανισμός προσαρμογής. Είναι επίσης ένας καλός γιατί μας βοηθά να επιβιώσουμε.

Δυστυχώς, μέχρι να νιώσουμε, να συγχωρήσουμε και να ενσωματώσουμε το τραύμα θα προκαλέσει στη γνωστική και στη φυσιολογική λειτουργία του ατόμου μεγάλες δυσκολίες.

Τείνουμε να μην μπορούμε να επεξεργαστούμε συγκεκριμένες εμπειρίες όταν είμαστε μικροί, για το πως λειτουργεί ο κόσμος, γιατί κάποιοι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο και αντίθετα επανερχόμαστε σε μια πρωτόγονη κωδικοποίηση. Μπορείτε να σκεφτείτε αυτή την κωδικοποίηση σε μορφή συμβόλων και φυσικών αισθήσεων ως στενογραφία για τον εγκέφαλο και για το σώμα.

Όταν αυτά τα σημάδια ενεργοποιούνται κάπως πολύ αργότερα, αφού έχει συμβεί το αρχικό τραύμα τα νιώθουμε στο σώμα ως άγχος, πονοκέφαλοι, ταχυπαλμίες, εφιάλτες και άλλες μορφές κωδικοποιημένης μνήμης.

Ενώ αυτές οι αναμνήσεις μένουν σε μη επεξεργασμένη, κωδικοποιημένη μορφή, πιθανώς να βιώσουμε ξαφνικά ενοχλητικά συναισθήματα, πανικό υψηλού επιπέδου και άγχος. Δεν γνωρίζουμε συνειδητά το γιατί αισθανόμαστε έτσι αλλά οι φυσικές αισθήσεις και οι συμβολισμοί στα όνειρα είναι πραγματικά και όχι ευχάριστα.

Τότε είναι που ίσως πρέπει να δράσουμε ενάντια σε αυτόν τον φυσικό και συναισθηματικό πόνο που νιώθουμε, όπου δεν καταλαβαίνουμε τις αντιδράσεις μας. Ίσως να απελευθερώσουμε οργή ή να φωνάξουμε ανεξέλεγκτα σε κάποιον αθώο γύρω μας ή να προκαλέσουμε ένα μικρό καβγά με έναν αγαπημένο μας. Νιώθουμε πως πρέπει να προστατεύσουμε αυτά τα πληγωμένα μέρη βιαίως, επειδή δεν είχαν θεραπευτεί ποτέ. Θα είναι σαν να ξανά-ανοίγουμε μια πληγή και να επιτρέπουμε στο αναβλύζων αίμα να ρεύσει προς τα έξω ξανά.

Αν και υπάρχει πιθανόν ένας μικρός αληθινός κίνδυνος, αισθανόμαστε κίνδυνο και επιθυμούμε να απομακρυνθούμε από τον πόνο- αλλά αυτό είναι ένα από τα παράδοξα του πόνου. Όσο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από αυτόν, εκείνος θα γίνεται δυνατότερος μέχρι να μπορέσουμε να αποδεχτούμε αυτό που μας συνέβη και να το δούμε στο λαμπερό φως της πλήρους συνείδησης, θα ελέγχει τις συναισθηματικές επαναλαμβανόμενες πράξεις μας στο παρόν. Αν παρατηρήσατε είπα επαναλαμβανόμενες πράξεις και όχι σκέτες πράξεις. Αυτό γιατί δεν αντιδρούμε στο τώρα όπως συμβαίνει αλλά μέσω των τραυμάτων του παρελθόντος.

Σε κάποιους ανθρώπους, το τραύμα που βίωσαν ήταν τόσο δριμύ που πραγματικά διαχωρίστηκαν από το σώμα τους. Νιώθουν παράλυτοι ή «ανύπαρκτοι» για να αντιμετωπίσουν τον πόνο. Αυτή η «παράλυση» μπορεί να είναι ένα αίσθημα αποκοπής από την αγάπη ή από την οικειότητα στις σχέσεις ή ένα διανοητικό «χώρισμα» για να μην είναι παρόντες στον πόνο που εμφανίζεται στην επιφάνεια. Άλλοι καταφεύγουν στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ, στα ψώνια, στο σεξ, σε φυσικές δραστηριότητες ή στη δουλειά τους για να αγνοήσουν τον πόνο που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια.

Ωστόσο, καμία από αυτές τις τακτικές δεν λειτουργούν. Μπορεί να παρέχουν μια προσωρινή ανακούφιση αλλά δεν επιτρέπουν στον πόνο να απελευθερωθεί και έτσι με τον καιρό, το σώμα μας καταρρέει, το μυαλό γίνεται αδύναμο και τελικά αρχίσουμε να ζούμε με τρόπους που δεν βγάζουν νόημα επειδή είναι αυτοκαταστροφικοί. Πρέπει ριζικά να αποδεχτούμε αυτόν τον πόνο προτού μας κυριεύσει.

Ο εγωισμός όπως και ο νους μας, μπορεί να μας εξαπατήσει. Μπορεί να χειραγωγήσει τα συναισθήματα μας. Μπορεί να μας πει ότι δουλεύουμε 60 ώρες την εβδομάδα ή ότι χρεώνουμε το 30ο ζευγάρι παπούτσια στην πιστωτική κάρτα επειδή «αξίζουμε να έχουμε ωραία πράγματα.» Ο εγωισμός μπορεί να μας πει ότι χρειαζόμαστε αλκοόλ και ναρκωτικά για να διασκεδάσουμε αλλά εγκαίρως το σώμα θα αποκαλύψει την αλήθεια που ο εγωισμός προσπαθεί να κρύψει.

Μπορούμε επίσης να καλύψουμε τα συμπτώματα του πόνου με φαρμακευτική αγωγή, ή με δίαιτες αλλά αυτά τα «κόλπα» επίσης θα αποτύχουν όσο δεν αποδεχόμαστε αυτό που μας συνέβη και θα εξυπηρετήσουν μόνο στο να ναρκώσουν τα συναισθήματα που δε θέλουμε να νιώθουμε.

Μέσα μας βρίσκεται αυτό το αθώο παιδί που περιμένει να είμαστε αρκετά δυνατοί, θαρραλέοι και συγχωρητικοί ώστε να αντιμετωπίσουμε όποιο τρομερό τραύμα υπομείναμε. Δε θα δεχτεί συμβιβασμούς ή δικαιολογίες αλλά περιμένει υπομονετικά την μέρα που θα είμαστε ξανά ελεύθεροι-να αγαπάμε χωρίς επιφυλάξεις και να ζούμε στην απόλυτη ελευθερία.

Μαθαίνουμε να παρατηρούμε όλες τις σκέψεις καθώς εμφανίζονται χωρίς να τις κρίνουμε. Δεν έχει σημασία αν είναι η κλασική πρακτική, ή η πνευματική- η μέθοδος είναι η ίδια. Επιτρέπουμε σε όλα τα συναισθήματα, στις φυσικές αισθήσεις, στις διανοητικές εικόνες ακόμα και στις μυρωδιές ή στα ψυχικά φαινόμενα να εμφανιστούν στην επιφάνεια και να χαθούν. Σε αυτή τη πρακτική μαθαίνουμε, με ένα βήμα τη φορά, να επιτρέπουμε σε όλα τα συναισθήματα μας να υπάρχουν χωρίς άρνηση.

Ίσως δεν θυμόμαστε τι ήταν αυτό ακριβώς που μας έκανε να μαζευτούμε στον εαυτό μας αλλά μπορούμε να νιώσουμε τον πόνο, ένα αίσθημα πανικού στη καρδιά ή να δούμε παράξενα πολύχρωμα φώτα να εμφανίζονται όταν συγκεκριμένες αναμνήσεις εγείρονται από τα σκοτεινά βάθη του υποσυνείδητου. Σιγά σιγά ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη και το τραύμα αρχίζουν να «αφαιρούνται» από το σώμα μας καθώς επιτρέπουμε στον εαυτό μας να τα γνωρίσει. Περιέργως με το να επιτρέψουμε σε αυτούς τους φόβους και στους πόνους να υπάρχουν, τους απελευθερώνουμε. Όπως και ο ποιητής Rumi έγραψε κάποτε: «Η θεραπεία για τον πόνο είναι μέσα στον πόνο.»

Πώς θεραπεύουμε τον εαυτό μας από τα τραύματα του παρελθόντος που κάνουν την ζωή μας να βρίσκεται σε αδράνεια στο τώρα; Ριζικά αποδεχόμαστε τον πόνο. Με αυτόν τον τρόπο, αφήνει το σώμα, το μυαλό και την καρδιά μας και γινόμαστε ελεύθεροι.

Έμπνευση, εφαρμογή και διάδοση της τεχνολογίας στην κοινωνία

Η τεχνολογία αυτοτροφοδοτείται. Η τεχνολογία δημιουργεί πιο προωθημένη τεχνολογία, κι αυτό το διαπιστώνουμε αν ρίξουμε μια ματιά στην εξέλιξη των μεταρρυθμίσεων. Οι τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις συντελούνται σε τρία στάδια, αλληλοσυνδεόμενα μέσα σε έναν αυτο-ενισχυόμενο κύκλο. Πρώτα έρχεται η δημιουργική, εφικτή έμπνευση. Δεύτερη, η πρακτική εφαρμογή της. Τρίτο, είναι το στάδιο της διάδοσής της στην κοινωνία.

Η διαδικασία ολοκληρώνεται, ο κύκλος κλείνει, όταν η εξάπλωση της τεχνολογίας που ενσωματώνει τη νέα ιδέα, με τη σειρά της, συμβάλλει στην παραγωγή νέων, δημιουργικών ιδεών. Σήμερα, υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις ότι ο χρόνος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα στάδια αυτού του κύκλου έχει συντομευτεί.

Συνεπώς, δεν είναι μια απλή αλήθεια ότι, όπως συχνά αναφέρεται, το 90% όλων των επιστημόνων που έζησαν στο παρελθόν είναι ακόμα ζωντανοί και νέες επιστημονικές εφευρέσεις επιτυγχάνονται καθημερινά. Αυτές οι νέες ιδέες υλοποιούνται πολύ ταχύτερα σήμερα απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθώς ο χρόνος ανάμεσα στην αρχική σύλληψη και στην πρακτική χρήση έχει μειωθεί δραστικά. Πρόκειται για μια χτυπητή διαφορά ανάμεσα σε μας και τους προγόνους μας. Ο Απολλώνιος εκ Πέργης ανακάλυψε τις κωνικές τομές, αλλά χρειάστηκαν 2.000 χρόνια για να εφαρμοστούν στα προβλήματα μηχανικής. Πέρασαν, κυριολεκτικά, αιώνες, από την εποχή που ο Παράκελσος ανακάλυψε ότι ο αιθέρας μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν αναισθητικό, μέχρι την εποχή που άρχισε να χρησιμοποιείται γι’ αυτό το σκοπό.

Ακόμα και πιο πρόσφατα, υπάρχουν τα ίδια δείγματα καθυστέρησης. Το 1836 εφευρέθηκε μία μηχανή, που θέριζε, αλώνιζε, έδενε το άχυρο σε δεμάτια και έριχνε σπόρο σε σάκους. Αυτή η μηχανή βασιζόταν σε τεχνολογία τουλάχιστον είκοσι χρόνων παλαιότερη από εκείνης της εποχής. Εν τούτοις, αυτή η αλωνιστική μηχανή δε διοχετεύτηκε στην αγορά, παρά μόνο έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του ’30. Η πρώτη Αγγλική πατέντα γραφομηχανής κυκλοφόρησε το 1714, αλλά πέρασαν άλλα 150 χρόνια μέχρι οι γραφομηχανές να διατεθούν στο εμπόριο. Ένας ολόκληρος αιώνας μεσολάβησε από εποχή που ο Νίκολας Άπερτ ανακάλυψε τον τρόπο κονσερβοποίησης της τροφής, μέχρι η κονσερβοποίηση να καταστεί απαραίτητη στη βιομηχανία τροφίμων.

Σήμερα, τέτοιες καθυστερήσεις από την ιδέα μέχρι την υλοποίησή της είναι αδιανόητες. Κι αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε πιο ανυπόμονοι ή λιγότερο νωθροί απ’τους προγόνους μας, αλλά ότι με την πάροδο του χρόνου έχουμε επινοήσει όλων των ειδών τα κοινωνικά εργαλεία για να επισπεύδουμε τις εξελίξεις. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο στάδιο του μεταποιητικού κύκλου —ανάμεσα στην ιδέα και την εφαρμογή- έχει μειωθεί δραστικά. Ο Φρανκ Λυν, για παράδειγμα, μελετώντας είκοσι, μείζονος  σημασίας, μεταρρυθμίσεις, όπως την ψύξη των τροφών, τα αντιβιοτικά, τα κλειστά κυκλώματα και το συνθετικό δέρμα, ανακάλυψε ότι από την αρχή αυτού του αιώνα, ο μέσος χρόνος που απαιτείται ώστε μια πολύ σημαντική εφεύρεση να πάρει χρήσιμη τεχνολογική μορφή, έχει μειωθεί κατά περισσότερο από 60%. Σήμερα, μια μεγάλη και επεκτεινόμενη βιομηχανία έρευνας και ανάπτυξης στοχεύει στην περαιτέρω μείωση αυτής της καθυστέρησης.

Αλλά αν απαιτείται λιγότερος χρόνος για να πλασαριστεί μια νέα ιδέα στην αγορά, απαιτείται επίσης λιγότερος χρόνος για να κατακτήσει την κοινωνία. Έτσι το μεσοδιάστημα ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο στάδιο του κύκλου —ανάμεσα στην εφαρμογή και την εξάπλωση έχει, με τον ίδιο τρόπο, μειωθεί, και ο ρυθμός εξάπλωσης αυξάνεται με φανταστική ταχύτητα. Αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία άφθονων συσκευών οικιακής χρήσης. Ο Ρόμπερτ Γιανγκ, στο Ερευνητικό Ινστιτούτο του Στράτφορντ, μελέτησε το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την πρώτη εμπορική εμφάνιση μιας νέας -ηλεκτρικής συσκευής, μέχρι η κατασκευαστική εταιρεία να αγγίξει το ανώτερο σημείο παραγωγικότητας ως προς το συγκεκριμένο προϊόν.

Ο Γιανγκ. διαπίστωσε ότι για ένα σύνολο συσκευών που παρουσιάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από το 1920 – συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρικής σκούπας, της ηλεκτρικής κουζίνας και του ψυγείου— το μέσο χρονικό διάστημα από την παρουσίαση μέχρι τη μέγιστη παραγωγή ήταν τριάντα τέσσερα χρόνια. Αλλά για ένα άλλο σύνολο, αποτελούμενο από την ηλεκτρική φριτέζα, την τηλεόραση και τον συνδυασμό πλυντηρίου-στεγνωτηρίου, που παρουσιάστηκε κατά την περίοδο 1939-1959, το χρονικό διάστημα ήταν μόνο οκτώ χρόνια. Η καθυστέρηση είχε μειωθεί περισσότερο από 76%. «Το μεταπολεμικό σύνολο συσκευών», δήλωσε ο Γιανγκ, «κατέδειξε χαρακτηριστικά τη ραγδαία επιταχυνόμενη φύση των σταδίων του σύγχρονου κύκλου».

Ο αυξανόμενος ρυθμός της εφεύρεσης, αξιοποίησης και εξάπλωσης με τη σειρά του, επιταχύνει το σύνολο του κύκλο , ακόμη περισσότερο. Διότι οι νέες μηχανές ή τεχνικές δεν απλώς ένα προϊόν, αλλά μια πηγή νέων, δημιουργικών ιδεών.

Κάθε καινούρια μηχανή ή τεχνική μεταβάλλει, κατά μία έννοια όλες τις υπάρχουσες μηχανές και τεχνικές, επιτρέποντάς μας να τις ενοποιήσουμε μέσα από νέους συνδυασμούς. Ο αριθμός των πιθανών συνδυασμών αυξάνεται γεωμετρικά καθώς ο αριθμός των νέων μηχανών ή μεθόδων αυξάνεται αριθμητικά. Πράγματι, ο κάθε νέος συνδυασμός μπορεί να θεωρηθεί σαν μία νέα υπερ-μηχανή.

Ο υπολογιστής, για παράδειγμα, συνέβαλε στην επιτυχία μιας υψηλού επιπέδου προσπάθειας σε σχέση με το διάστημα. Συνδεδεμένος με συσκευές αντίληψης, με εξοπλισμό επικοινωνιών και πηγές ενέργειας, ο υπολογιστής έγινε τμήμα ενός σχηματισμού που σαν συλλογική μορφή απετέλεσε μια μοναδική νέα υπερ-μηχανή —μια μηχανή που εισβάλλει στο πέραν του ηλιακού συστήματος διάστημα και το εξερευνά. Αλλά μηχανές ή μέθοδοι που προορίζονται να συνδυαστούν με νέους τρόπους, πρέπει να τροποποιηθούν, να προσαρμοστούν, να βελτιωθούν ή, διαφορετικά, να αντικατασταθούν. Κατ ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή ακριβώς η προσπάθεια να ενσωματώσουμε τις μηχανές σε υπερ-μηχανές, μας υποχρεώνει να προχωρήσουμε σε ακόμη πιο προωθημένες τεχνολογικές μεταρρυθμίσεις.

Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να κατανοήσουμε ότι η τεχνολογική μεταρρύθμιση δε συνδυάζει και δεν ανασυνθέτει απλώς μηχανές και τεχνικές. Σημαντικές νέες μηχανές —κάνουν πολύ περισσότερα από το να προτείνουν ή να επιβάλλουν αλλαγές σε άλλες μηχανές— προβάλλουν πρωτότυπες λύσεις στα κοινωνικά, φιλοσοφικά, ακόμη και προσωπικά προβλήματα. Μεταλλάσσουν το συνολικό πνευματικό περιβάλλον του ανθρώπου —τον τρόπο που σκέφτεται και αντικρίζει τον κόσμο.

Όλοι διδασκόμαστε από το περιβάλλον μας, ανιχνεύοντάς το συνεχώς —αν και κάπως ασυνείδητα— προκειμένου να υιοθετήσουμε κάποια πρότυποι. Αυτά τα πρότυπα δεν είναι μόνο οι άλλοι άνθρωποι. Είναι, ολοένα και περισσότερο, οι μηχανές. Με την παρουσία τους, ο άνθρωπος υπόκειται διακριτικά σε παράλληλες θεωρήσεις συγκεκριμένων κατευθύνσεων. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι το σύμπαν εμφανίστηκε πριν τη Νευτωνική κοσμική εικόνα, σαν ένας μεγάλος, ομοιάζων με ρολόι μηχανισμός, μια φιλοσοφική αντίληψη που είχε τον απώτατο αντίκτυπο της στην πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου. Από αυτήν την εικόνα του σύμπαντος σαν ένα μεγάλο ρολόι, εμφανίστηκαν και οι ιδέες για την αιτία και το αποτέλεσμα, καθώς και για τη σπουδαιότητα των εξωτερικών έναντι των εσωτερικών ερεθισμάτων, τα οποία διαμορφώνουν την καθημερινή συμπεριφορά όλων μας σήμερα. Το ρολόι επηρέασε επίσης και την αντίληψή μας για το χρόνο, έτσι ώστε η θεώρηση ότι η ημέρα υποδιαιρείται σε είκοσι τέσσερα ίσα μέρη των εξήντα λεπτών το καθένα, έχει γίνει, στην κυριολεξία, ένα κομμάτι από μας.

Πρόσφατα, ο κομπιούτερ συνέτεινε σ’ έναν καταιγισμό ανανεωμένων ιδεών για τον άνθρωπο, σαν ένα τμήμα σε αλληλεπίδραση με μεγαλύτερα συστήματα, για την ψυχολογία του, τον τρόπο που μαθαίνει, που θυμάται, που αποφασίζει. Στην ουσία, κάθε πνευματική διεργασία, από την πολιτική επιστήμη μέχρι την ψυχολογία τη; οικογένειας, έχει κατακλυστεί από ένα κύμα υποθέσεων, που διακρίνονται από φαντασία και που ενεργοποιούνται απ’ την εφεύρεση και εξάπλωση του υπολογιστή, του οποίου η επίδραση ακόμη δεν έχει φανεί. Κι έτσι, ο μεταρρυθμιστικός κύκλος, αυτοτροφοδοτούμενος, επιταχύνεται.

Ωστόσο, εάν η τεχνολογία πρόκειται να θεωρηθεί σαν μία κινητήρια δύναμη, ένας ισχυρός επιταχυντής, τότε η γνώση πρέπει να θεωρηθεί σαν το καύσιμό του. Οπότε φτάνουμε στην ουσία της επιταχυντικής διαδικασίας στην κοινωνία, καθώς ο κινητήρας τροφοδοτείται καθημερινά με ολοένα και πιο πλούσια καύσιμα.

ΑΛΒΙΝ ΤΟΦΛΕΡ, ΤΟ ΣΟΚ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Όποια δοκιμασία κι αν περάσει κανείς, οι δείκτες ικανοποίησης επανέρχονται πολύ γρήγορα στο αρχικό τους επίπεδο

Ένα άλλο θεμελιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης είναι η απίστευτη ικανότητα προσαρμογής. Οι πολικές αρκούδες και οι καφέ αρκούδες αποτελούν δύο διαφορετικά είδη: αν διασταυρωθούν, δεν μπορούν να γεννήσουν. Ο άνθρωπος, αντίθετα, έχει πραγματοποιήσει μακρές μεταναστεύσεις προς Βορρά και Νότο, και κατόρθωσε να προσαρμοστεί- δεν μεταλλάχθηκε. Οι Εσκιμώοι και οι Πυγμαίοι ανήκουν στο ίδιο είδος, το ανθρώπινο, και μπορούν να κάνουν παιδιά αν διασταυρωθούν. Στον τομέα της ανθρώπινης ψυχολογίας, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει εδώ και καιρό αυτό το βασικό χαρακτηριστικό, δηλαδή την προσαρμογή στα γεγονότα της ζωής, είτε είναι ευτυχή είτε τραγικά. Όποια δοκιμασία κι αν περάσει κανείς, οι δείκτες ικανοποίησης επανέρχονται πολύ γρήγορα στο αρχικό τους επίπεδο.

Ο άνθρωπος φαίνεται να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις, πράγμα καθησυχαστικό και ταυτόχρονα απελπιστικό. Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους τόπους, το ποσοστό των ευτυχισμένων και των δυστυχισμένων ανθρώπων είναι αξιοσημείωτα σταθερό. Η σταθερότητα αυτή οφείλεται, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό, στην εκπληκτική ικανότητα του ανθρώπου να προσαρμόζεται και να μιμείται. Κάθε πλούτος, κάθε πρόοδος, είναι σχετικά, και διαλύονται γρήγορα στη σύγκριση με τους άλλους. Όταν τίθεται σε εκατομμυριούχους το ερώτημα σε ποιο επίπεδο πλούτου θα αισθάνονταν «πραγματικά άνετα», όλοι απαντούν με τον ίδιο τρόπο, όποιο κι αν είναι το επίπεδο στο οποίο έχουν φτάσει: ο διπλάσιος πλούτος από αυτόν που ήδη κατέχουν… Ο πυρήνας του προβλήματος έγκειται πάντως στο ότι οι άνθρωποι δεν λαμβάνουν υπόψη την ικανότητα προσαρμογής τους. Νομίζουν ότι θα μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι αν τους έδιναν (λίγα) παραπάνω, ότι στην περίπτωση αυτή θα ήταν χορτάτοι, αλλά κάνουν λάθος. Η ενδεχόμενη αύξηση του πλούτου μάς κάνει πάντα να ονειρευόμαστε, αλλά όταν έρχεται δεν τη θεωρούμε ποτέ αρκετή. Ο λόγος είναι ότι συγκρίνουμε το μελλοντικά μας εισόδημα με τις σημερινές μας προσδοκίες, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ότι τούτες οι προσδοκίες μοιραία εξελίσσονται… Αυτό είναι το βασικό κλειδί της (μάταιης) αναζήτησης της ευτυχίας. Για τον Καντ, η ευτυχία είναι ένα «ιδανικό της φαντασίας και όχι της λογικής».

Πίσω από τη μέση σταθερότητα των επιπέδων ευτυχίας, όμως, υπάρχουν ορισμένες ουσιαστικές παράμετροι που την επηρεάζουν με συστηματικό τρόπο. Η πιο παράδοξη είναι η σχέση ανάμεσα στην ευτυχία και την ηλικία. Μοιάζει με την καμπύλη του γράμματος U: οι νέοι και οι ηλικιωμένοι είναι πολύ πιο ευτυχισμένοι από τους μεσήλικες. Από τα 25 ως τα 50 χρόνια , η ευτυχία δεν παύει να υποχωρεί, για να αρχίσει στη συνέχεια να ανεβαίνει… Οι 70χρονοι είναι το ίδιο ευτυχισμένοι με τους 30χρονους. Συναντάμε (κατά μέσο όρο) στους 80χρονους τη χαρά που αισθάνονταν στα 18 τους! Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο αποτέλεσμα; Η εγγύτητα του θανάτου δεν προκαλεί απόγνωση; Οι οικονομολόγοι δεν είναι ασφαλώς οι πιο αρμόδιοι να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα. Η διάκριση που προτείνει ο Bruno Frey μας βοηθά πάντως να κατανοήσουμε τους παράγοντες που παίζουν ρόλο. Τα γηρατειά απελευθερώνουν τον άνθρωπο από ένα βάρος, τη συσσώρευση άχρηστων αγαθών, και αποδίδουν ξανά στα εγγενή αγαθά τη θέση που τους αρμόζει.

Ο Μίλαν Κούντερα εκστασιάζεται, στις Προδομένες διαθήκες, με το «ύστερο» έργο του Μπετόβεν. Προς το τέλος της ζωής του, ο δάσκαλος συνθέτει σονάτες που έρχονται σε ρήξη με τους παραδοσιακούς κώδικες της σύνθεσης. Σύμφωνα με τον Κούντερα, πρόκειται για το έργο μιας ιδιοφυΐας που έχει απελευθερωθεί από το βάρος της υποχρέωσης να είναι ιδιοφυΐα, από την πίεση να αρέσει…

ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΟΕΝ, HOMO ECONOMICUS

Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’ αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.

Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο.

Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.

Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας.

Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα. Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: «Ποιος ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…»

Και αμέσως διορθώνει: «Στη δική μου παραλία».

«Kι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες…» Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στο ακροθαλάσσι, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα… Ίσως γι’ αυτό, όπως βγαίνει από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.

Ο ψαράς σκέφτεται: «Δεν είμαι στα καλά μου».

Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες.

Ο ψαράς ξανά σκέφτεται «μα ποιος να είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…»

Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στη θάλασσα.

Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!

Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!

Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ-πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ-πλαφ!…

Διασκεδάζει… ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει… πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί… και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.

Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.

Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.

Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι έχει ήδη βγει ο ήλιος.

Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.

Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα.

Και σκέφτεται: «Τι χαζός που ήμουνα!»

Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό… Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί… να λυπάται για τις χαμένες πέτρες… Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος… είναι τρελός, είναι ηλίθιος…

Μετά σκέφτεται… Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει… Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται…

Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.

Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα… συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του. Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.

Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του.

Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντοτε τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά… Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας, και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα;

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα; Παρατήρησε με πόση ταχύτητα ξεχνιούνται τα πάντα` παρατήρησε το χάος της άπειρης αιωνιότητας πριν και μετά από σένα` τον κενό αντίλαλο των επευφημιών, το ευμετάβολον και το άκριτον εκείνων που δείχνουν να σε παινεύουν και τη σμικρότητα του τόπου μες στον οποίο συμβαίνουν όλα τούτα. Η γης ολάκερη δεν είναι παρά ένα σημείο. Και πόσο μικρή δεν είναι ετούτη η γωνίτσα της όπου κατοικούμε; Κι εδώ, ποιοι θα είναι και πόσοι αυτοί που θα σε παινέψουν;

Μη ξεχνάς, λοιπόν, να καταφεύγεις σε τούτο το χωραφάκι του εαυτού σου, και πάνω απ’ όλα, ούτε να παρασύρεσαι ούτε να εντείνεις υπερβολικά τις προσπάθειές σου. Να ‘σαι ελεύθερος και ν’ αντικρίζεις τα πράγματα σαν άντρας, σαν άνθρωπος, σαν πολίτης, σαν θνητό ον. Κι ανάμεσα στα όπλα που θα ‘χεις σε ετοιμότητα, ας είναι και τα εξής δύο: Πρώτον, η πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν αγγίζουν την ψυχή αλλά στέκουν ήρεμα έξω απ’ αυτήν, ενώ οι ενοχλήσεις προέρχονται μόνο από τις γνώμες που σχηματίζονται εντός μας. Και δεύτερον, ότι όλα όσα βλέπεις, αλλάζουν στη στιγμή και παύουν πια να υπάρχουν` και να θυμάσαι διαρκώς σε πόσες τέτοιες μεταβολές υπήρξες μάρτυρας εσύ ο ίδιος. Ο κόσμος είναι μεταβολή, η ζωή είναι δοξασίες.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
 

Το Δαχτυλίδι του Γύγη

Το Δαχτυλίδι του Γύγη είναι μυθικό αντικείμενο που αναφέρεται από τον φιλόσοφο Πλάτωνα, στο Βιβλίο 2 της Πολιτείας (2.359d–2.360d).Το δαχτυλίδι έδινε στον ιδιοκτήτη του την ικανότητα να γίνεται αόρατος με τη θέλησή του. Μέσα από την ιστορία του δαχτυλιδιού, η Πολιτεία αναλύει το αν ένα ιδιοφυές άτομο θα ήταν ηθικό, αν δεν είχε την ανησυχία ότι θα πιαστεί και θα τιμωρηθεί λόγω άδικων πράξεων.

Ο Πλάτων με το στόμα του αδελφού του Γλαύκωνα, επινοεί ένα μύθο.

Ένας βοσκός του βασιλιά της Λυδίας ονόματι Γύγης βρίσκει τυχαία ένα μαγικό δακτυλίδι μετά από δύο καταστρεπτικά φυσικά φαινόμενα.

Την ώρα που έβοσκε τα πρόβατα του άρχοντα του, έπιασε φοβερή καταιγίδα και έγινε τόσο δυνατός σεισμός, ώστε άνοιξε η γη κάτω απ’ τα πόδια του. Κατέβηκε στο χάσμα που δημιουργήθηκε και εκεί μέσα στα σπλάχνα της γης, είδε ένα μεγάλο χάλκινο κούφιο άλογο. Από κάποια ανοίγματα στα πλευρά του κοίταξε μέσα του και διαπίστωσε ότι εκεί ήταν ξαπλωμένος ένας νεκρός με διαστάσεις σχεδόν γιγαντιαίες. Και το σημαντικότερο, φορούσε στο χέρι του ένα χρυσό δακτυλίδι. Ο Γύγης το πήρε και ανέβηκε πάλι στην επιφάνεια.

Κάποια μέρα διαπίστωσε ότι το πολύτιμο εύρημά του είχε μία αξιοπερίεργη μαγική δυνατότητα. Περιστρέφοντας την πέτρα του («σφενδόνην» την ονομάζει ο Πλάτωνας) προς το εσωτερικό της παλάμης του, γινόταν αόρατος και εμφανιζόταν πάλι, γυρίζοντας το δακτυλίδι προς την αντίστροφη φορά.

Ο ταπεινός βοσκός είχε λοιπόν στα χέρια του ένα τεράστιο όπλο. Μπορούσε να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, χωρίς να γίνεται αντιληπτός και κυρίως, χωρίς να τιμωρείται ή έστω να επιπλήττεται. Έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη φορέας μιας τουλάχιστον παράδοξης και απρόσμενης δύναμης, η οποία μπορούσε να λειτουργήσει προς όφελός του, πάντα όμως υπό το βάρος μιας έστω και λανθάνουσας αδικίας, που μπορούσε να φτάσει κι ως το έγκλημα.

Και πραγματικά έτσι έγινε. Ο ασήμαντος μέχρι τότε Γύγης έγινε εραστής της βασίλισσας και με τη βοήθειά της σκότωσε τον αφέντη του και πήρε ο ίδιος την εξουσία. Κατέλαβε λοιπόν μια θέση που του χάρισε η δύναμη ενός χρυσού κρίκου, χωρίς να υπολογίσει τα αθέμιτα μέσα που χρησιμοποίησε, αλλά με μοναδικά κίνητρα – συνηθισμένα στην ανθρώπινη φύση – τη δόξα και τον πλούτο.

Ο Γλαύκωνας, που διηγείται τη φανταστική αυτή ιστορία, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τελικά είναι στη φύση του ανθρώπου να αδικεί, όταν μάλιστα ξέρει εκ των προτέρων ότι δε θα υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του. Και αυτό γιατί η κοινή λογική ενός ανθρώπου λέει ότι η δικαιοσύνη δεν είναι τελικά ένα αγαθό στη ζωή μας, αφού η εφαρμογή της προσκρούει στο προσωπικό μας συμφέρον και είναι ανασταλτικός παράγοντας, τις περισσότερες φορές, για τα οποιασδήποτε ποιότητας κέρδη μας. Για όλους μας λοιπόν το βασανιστικό ερώτημα «αδικείν η αδικείσθαι;» γίνεται πολύ απλό. Και η απάντηση στη συνείδησή μας δεν είναι τουλάχιστον μία ανώδυνη ουδετερότητα, αλλά μία συνειδητή επιλογή συμφέροντος: «αδικείν» και μάλιστα αν είναι δυνατόν ατιμώρητα.

Ένα δακτυλίδι λοιπόν έγινε η αιτία να διαφθαρεί ένας απονήρευτος βοσκός και να περάσει από το φως του ενάρετου στη σκιά του εγκληματία. Ένα αντικείμενο γίνεται η φυλακή μιας συνείδησης, ο μοχλός καταστροφής μιας έντιμης ζωής, το παραδεισένιο μήλο, που όμως ως γνωστόν καταδικάζει τον άνθρωπο να ζει αιώνια στο σκοτάδι της αμαρτίας. Αμαρτία που ο Πλάτωνας ονομάζει αδικία, δηλαδή άρση της δικαιοσύνης.

Καταρχήν, θεμελιώνεται ανθρωπολογικά η αξία της αδικίας και ερμηνεύεται ιστορικοκοινωνικά η προέλευση της δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος επιθυμεί εκ φύσεως την αδικία, για τα οφέλη που αυτή του προσφέρει· επειδή όμως σε μια κατάσταση γενικευμένης αδικίας είναι αδύνατο να δρέπει κανείς τους καρπούς της αδικίας του, χωρίς ταυτοχρόνως να υφίσταται τη βλάβη από την αδικία των συνανθρώπων του, η ανθρωπότητα προχώρησε σ’ έναν συμβιβασμό, ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου, που ορίζει πως κανείς δεν θα αδικεί, ούτε θα αδικείται. Κατά συνέπεια, η αδικία αποτελεί στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, ενώ αντιθέτως η δικαιοσύνη εντάσσεται στην περιοχή των ανθρώπινων συμβάσεων.

Από την παραπάνω παραδοχή του συμβατικού χαρακτήρα της δικαιοσύνης απορρέει αναγκαστικά το επόμενο συμπέρασμα του Γλαύκωνα: κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του, επειδή αναγνωρίζει την αξία της δικαιοσύνης, αλλά από ανάγκη, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να αδικεί χωρίς να αδικείται. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ο Γλαύκωνας , καλεί τους συνομιλητές του να κάνουν ένα διανοητικό πείραμα. Προτείνει να παραχωρήσουν σ’ έναν δίκαιο κι έναν άδικο απεριόριστη εξουσία, ώστε να μπορούν να κάνουν ό,τι επιθυμούν, και στη συνέχεια να παρακολουθήσουν τη συμπεριφορά τους. Θα διαπίστωναν λοιπόν τότε πως και οι δύο θα έπαιρναν τον ίδιο δρόμο προς την αδικία, γιατί η ανθρώπινη φύση επιδιώκει την πλεονεξία, και μόνο με βίᾳ εξαναγκάζεται να παραδεχθεί την ισοτιμία όλων των ανθρώπων.Το διανοητικό πείραμα αποσαφηνίζεται στη συνέχεια με τον μύθο του Γύγη.

Ο Γλαύκωνας προτείνει στους ακροατές του να φανταστούν πως ο δίκαιος και ο άδικος του πειράματός τους κατέχουν ένα δακτυλίδι σαν εκείνο του Γύγη και να αναρωτηθούν πώς θα συμπεριφερόντουσαν. Η πιθανότερη εκδοχή είναι πως κανείς δεν θα μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς της αδικίας και να αποφύγει να ενεργεί σαν θεός, εκπληρώνοντας οποιαδήποτε επιθυμία του. Κατά συνέπεια, το διανοητικό πείραμα επιβεβαιώνει πλήρως τη θέση που μεταφέρει ο Γλαύκωνας, χωρίς να την αποδέχεται (όπως φροντίζει να μας υπενθυμίσει: μέγα τοῦτο τεκμήριον ἂν φαίη τις, ὡς φήσει ὁ περὶ τοῦ τοιούτου λόγου λέγων), πως κανείς δεν είναι δίκαιος με τη θέλησή του, αλλά από ανάγκη (οὐδεὶς ἑκὼν δίκαιος, σαφής η αντίθεση με το σωκρατικό δόγμα οὐδεὶς ἑκὼν κακός). Κι αυτό συμβαίνει γιατί ο καθένας θεωρεί την αδικία ωφελιμότερη από τη δικαιοσύνη σε ατομικό επίπεδο. Η θέση την οποία εκθέτει στην Πολιτεία ο Γλαύκωνας επιχειρεί να συνθέσει σε μια ενιαία θεωρία τις αντίθετες αρχές της φύσης και του νόμου ως ρυθμιστών της ανθρώπινης πράξης. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο άνθρωπος ακολουθεί τη φύση του και προτιμά την αδικία, όταν δεν υπάρχει κίνδυνος να αποκαλυφθεί, και αντιθέτως υποτάσσεται υποχρεωτικά στους κανόνες της δικαιοσύνης, που υπαγορεύουν τον αμοιβαίο σεβασμό, όποτε η συμπεριφορά του γίνεται αντιληπτή. Ο διπλός αυτός καθορισμός της ανθρώπινης πράξης είναι αναγκαστικός· οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Όπως ο Θουκυδίδης, έτσι και ο Γλαύκωνας δεν εισηγείται μια ηθική θεωρία, παρά μόνο περιγράφει τους παράγοντες που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Στη συνέχεια της Πολιτείας ο Σωκράτης θα κληθεί να ανασκευάσει τη θεωρία που παρουσίασε ο Γλαύκωνας και να αποδείξει πως η αξία της δικαιοσύνης δεν απορρέει μόνο από τις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά και από την ίδια την ανθρώπινη φύση, ότι ταιριάζει στη φύση του ανθρώπου να συμπεριφέρεται δίκαια. Ο Σωκράτης θα πετύχει να θεμελιώσει ανθρωπολογικά τη δικαιοσύνη με τη θεωρία του για την τριμερή διαίρεση της ανθρώπινης ψυχής, που τις σχέσεις των μορίων της θα πρέπει να τις διέπει η δικαιοσύνη. Θα εισηγηθεί, συνεπώς, μια περιγραφή της ανθρώπινης φύσης εντελώς αντίθετη από εκείνη του Γλαύκωνα. Σε ανταπόκριση προς αυτή την πλατωνική ψυχολογία θα οικοδομηθεί στη συνέχεια η δίκαιη πλατωνική πολιτεία.