Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Ο Θουκυδίδης αφιερώνει σημαντικό μέρος της Ιστορίας του στην παρουσίαση συζητήσεων που έγιναν δημόσια. Αποδίδει ίση σημασία στον διάλογο που διεξάγεται ενώπιον συλλογικών σωμάτων, επιφορτισμένων με την ευθύνη της λήψης αποφάσεων, και στις ενέργειες που πηγάζουν από τις αποφάσεις αυτές. Οι λόγοι των Κερκυραίων και των Κορινθίων στο 1° Βιβλίο (1.32-43) σχεδόν υπερβαίνουν σε έκταση την αφήγηση που ακολουθεί (1.44-55), ενώ τα γεγονότα που ακολουθούν μετά τον διάλογο για την τύχη της Μυτιλήνης (3.37-48) δεν καταλαμβάνουν περισσότερο από μία σελίδα των εκδόσεων της Οξφόρδης (3-49-50). Παρ’ όλα αυτά, ο Θουκυδίδης είναι ιδιαίτερα προσεκτικός, ώστε πουθενά να μη δώσει την εντύπωση ότι η τεχνική ενός ρήτορα διαδραμάτιζε από μόνη της ρόλο καθοριστικό στη διαμόρφωση της πολιτικής στις πολιτικές κοινότητες της εποχής του. Δίχως αμφιβολία, όσοι λάμβαναν τον λόγο έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό, ενώ και ο ίδιος ο ιστορικός καταβάλλει σημαντική προσπάθεια προκειμένου να εφοδιάσει όλους τους λόγους που περιέλαβε στο έργο του με τα δέοντα, τα κατάλληλα για κάθε περίσταση ρητορικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα επιχειρήματα. Είχε ωστόσο την άποψη ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων την ώρα που ψηφίζουν καθορίζεται από πολύ βαθύτερα και πιο σύνθετα αίτια από ό,τι η δύναμη του προφορικού λόγου (ο Θουκυδίδης επισημαίνει λ.χ. ότι οι λόγοι δεν έπαιζαν μείζονα ρόλο στην απόφαση των Σπαρτιατών να κηρύξουν τον πόλεμο στην Αθήνα: 1.88, βλ. και 1.23.6).

Πώς λοιπόν κατέληγαν σε αποφάσεις τα πολυπληθή σώματα, και ιδιαίτερα οι συνελεύσεις των δημοκρατικών πόλεων όπως η Αθήνα; Το έργο του Θουκυδίδη περιέχει έναν μεγάλο όγκο πληροφοριών σχετικά με την πολιτική επικοινωνία και τον ρόλο της κοινής γνώμης στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε το φαινόμενο της αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτικών ηγετών και κοινού, σε μια προσπάθεια να δείξουμε πώς ο Θουκυδίδης συνέλαβε και αποτύπωσε τους μηχανισμούς της λήψης αποφάσεων στις Ελληνικές πόλεις-κράτη του 5ου αιώνα.
 
Ο έλεγχος του δημοσίου λόγου:
Κοινή γνώμη, δημόσιες αγορεύσεις και η αφήγηση του Θουκυδίδη
Οι αντιδράσεις του κοινού βρίσκονται πολύ συχνά στο επίκεντρο της αφήγησης, και φαίνεται ότι όντως απασχολούσαν αδιάκοπα πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους. Σε καιρό πολέμου η κοινή γνώμη επιδεικνύει ξεχωριστή ευαισθησία για τα ζητήματα της νίκης, της ήττας και της στρατιωτικής διοίκησης. Ο Νικίας απέκτησε μεγάλη φήμη χάρη στις επιτυχίες του ως στρατηγός στον Αρχιδάμειο πόλεμο,[1] γεγονός που εξηγεί την (όψιμη) είσοδό του στον πολιτικό στίβο τα επόμενα έτη. Από την άλλη πλευρά πάλι, η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του Αλκιβιάδη από το κοινό οδηγεί τελικά στην κα­θαίρεσή του. Το γεγονός τονίζεται εύλογα από τον Θουκυδίδη, που επισημαίνει την πλήρη διάσταση αυτής της συμπεριφοράς με τις στρατιωτικές ικανότητες του Αλκιβιάδη: ‘…κράτιστα διαθέντι τά τοῦ πολέμου...’ [… αν και … ήταν άριστος για τα πολεμικά ζητήματα …] 6.15-4.[2] Οι στρατηγοί ήταν υποχρεωμένοι να υπολογίζουν τον αντίκτυπο που θα είχαν οι ενέργειες τους στην Αθήνα.[3] Το 426 ο Δημοσθένης απέφυγε να επιστρέφει στην Αθήνα ύστερα από μια αποτυχημένη επιχείρηση στην Αιτωλία. Παρέμεινε στην περιοχή της Ναυπάκτου ‘φοβούμενος την οργή των Αθηναίων’ (3.98.5). Ο Δημοσθένης ήταν προφανώς γνώστης συμβάντων, όπως αυτά που περιγράφονται στο 2.70: οι Αθηναίοι στρατηγοί που είχαν συνθηκολογήσει με την πολιορκημένη Ποτείδαια (χειμώνας του 429) κατηγορήθηκαν από τους Αθηναίους ότι δεν επέβαλαν αρκετά σκληρούς όρους στην εξουθενωμένη πόλη. Και στις δύο περιπτώσεις η κριτική κατά των επικεφαλής φαίνεται δικαιολογημένη, στον βαθμό που η αφήγηση μας επιτρέπει να κρίνουμε.[4] Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί τον ρόλο της κοινής γνώμης, έστω και αν στις περιπτώσεις που αναφέραμε δεν φαίνεται η αντίδρασή της να έφθασε μέχρι τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Όταν πάλι ο Θουκυδίδης θεωρεί μια απόφαση λανθασμένη, ενδέχεται να την αποσιωπά ολοκληρωτικά. Η αφήγηση υποδηλώνει ότι η στρατηγία τού ιδίου στην Βόρειο Ελλάδα υπήρξε άμεμπτη, παρά την απώλεια της Αμφίπολης που πέρασε στα χέρια του Βρασίδα (4.103-108). Η εξορία του Θουκυδίδη θα αναφερθεί αργότερα (5.26.5, σε συμφραζόμενα που παραπέμπουν στον ευεργετικό της αντίκτυπο στη σύνταξη του έργου), όμως η αφήγηση στο 4° Βιβλίο στερεί από τους Αθηναίους την ευκαιρία να καταδικάσουν τον ιστορικό ως στρατηγό. Η εκδοχή του ιστορικού δεν επιδέχεται αντίλογο.
 
Πίσω από τις επιλεκτικές αναφορές και τις σημαίνουσες παραλείψεις στην παρουσίαση των δημόσιων αντιπαραθέσεων μπορεί κανείς να διακρίνει μια αρχή που διέπει τη σύνθεση του έργου. Ο Περικλής δεν έχει αντίπαλο στο έργο του Θουκυδίδη, ενώ καμία από τις δύο συμβουλευτικές δημηγορίες του δεν συνοδεύεται από έναν αντίλογο, παρά το γεγονός ότι ο ιστορικός αναφέρεται με συντομία στην ύπαρξη διαφορετικών απόψεων (1.139.4)[5] ή εχθρικών προς αυτόν αισθημάτων (2.59.3, 2.65.2-3). Επιπλέον, μέχρι τον θάνατο του Περικλή κανένας άλλος Αθηναίος δεν εμφανίζεται στην Ιστορία ως αξιόλογος πολιτικός.[6] Καταδικάζοντας κάθε άλλη φωνή σε σιγή, το έργο του Θουκυδίδη μετατρέπεται σε εύγλωττη μαρτυρία της πεποίθησης του συγγραφέα: ἐγίγνετό τε λόγῳ μέν δημοκρατία ἔργῳ δέ ὑπό τοῦ πρώτου ἀνδρός ἀρχή 2.65.9 [έτσι η πολιτεία φαινομενικά ήταν δημοκρατία, ενώ στην πραγματικότητα την κυβερνούσε ο πρώτος της πολίτης]. Ο Περικλής παρουσιάζεται ως ο πιο επιτυχημένος πολιτικός όσον αφορά τον έλεγχο της κοινής γνώμης. Ή αιτία ήταν ότι ο Περικλής, αντλώντας δύναμη από το κύρος και την πολιτική κρίση του, και καθώς ήταν ολοφάνερο πως δεν δεχόταν δώρα, επιβαλλόταν στο πλήθος χωρίς να του στερεί την ελευθερία του. Και περισσότερο τους κατηύθυνε παρά τον κατηύθυναν, γιατί τη δύναμή του δεν τη στήριζε σε μεθόδους ανάρμοστες λέγοντας αυτά που θα ευχαριστούσαν το πλήθος, αλλά με το κύρος του μπορούσε και να αντιταχθεί στις ορέξεις τους’ (2.65.8). Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια ανίχνευση των τεχνικών που επέτρεψαν μια τέτοια κυριαρχία στο πλαίσιο του δημοκρατικού συστήματος της Ελληνικής πόλεως, όπως αυτές εκτίθενται στο έργο του Θουκυδίδη.
 
Ο έλεγχος του πλήθους
Ο έλεγχος των διαύλων της επικοινωνίας
Όπως ο Θουκυδίδης διατηρεί πλήρως τον έλεγχο της αφήγησής του, έτσι και οι πρωταγωνιστές στο έργο του πρέπει να ελέγχουν τις πολιτικές διεργασίες, ώστε να διασφαλίσουν την επίτευξη των στόχων τους. Σε μια δημοκρατική πόλη οι κύριοι δίαυλοι επικοινωνίας με το κοινό ήταν τα συλλογικά πολιτικά σώματα, που κάποτε ταυτίζονταν με το σύνολο των πολιτών, όπως στην Αθηναϊκή εκκλησία. Όταν ο Περικλής βρισκόταν αντιμέτωπος με την εχθρότητα ενός μεγάλου μέρους των πολιτών, απέφευγε να συγκαλέσει την εκκλησία του δήμου, έτσι ώστε να ελαχιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των διαμαρτυριών εναντίον του (2.22.1).[7] Δεν έδινε στο πλήθος την ευκαιρία να μετατραπεί σε όχλο.[8] Ο Περικλής ήταν πεπεισμένος ότι οι αντίπαλοί του θα ήταν σε θέση να βλάψουν το κύρος του, σε περίπτωση που τους παραχωρούσε το βήμα. Όταν τα πλήθη πιστεύουν ότι έχουν υποστεί βλάβη (στις λεγόμενες καταστάσεις ‘μετά την καταστροφή’), έχουν την τάση να προσάπτουν μομφές σε εκείνους που θεωρούν υπεύθυνους.[9] Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, αποφεύγοντας την αρνητική δημοσιότητα. Οι πράξεις του βρίσκονται σε συμφωνία με τη βασική αρχή των δημοσίων σχέσεων: μεγιστοποίηση της θετικής δημοσιότητας και ελαχιστοποίηση της αρνητικής.[10]
 
Αντίθετα, η αναχώρηση του Αλκιβιάδη για τη Σικελία με την ιδιότητα του επικεφαλής της εκστρατείας τού στερεί κάθε δυνατότητα να διατηρήσει την κατάσταση υπό έλεγχο. Ενώ είχε λάβει υποσχέσεις ότι δεν θα δικαζόταν ερή­μην για κατηγορίες που εκκρεμούσαν, μόλις αναχώρησε, οι αντίπαλοί του βρήκαν την ευκαιρία να προκαλέσουν την καταδίκη του, στερώντας έτσι από την πόλη τις υπηρεσίες τού πιο καταλλήλου ηγέτη της επιχείρησης (6.29, 6.61).
 
      Ο έλεγχος των διαδικασιών ήταν επομένως το κλειδί για τον έλεγχο του δημόσιου λόγου, στο μέτρο που ήταν δυνατόν να επηρεασθούν τα γεγονότα. Οι Μήλιοι αξιωματούχοι φοβούνταν ότι οι επικεφαλής της Αθηναϊκής δύναμης θα ήταν ικανοί να παραπλανήσουν τους κατοίκους του νησιού και γι’ αυτό δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να απευθυνθούν στο πλήθος. Το σκεπτικό τους εκτίθεται από τους Αθηναίους: ὅπως δή μή ξυνεχεῖ ῥήσει οἱ πολλοί ἐπαγωγά καί ἀνέλεγκτα ἐσάπαξ ἀκούσαντες ἡμῶν ἀπατηθῶσιν 5.85 [για να μην παρασυρ­θεί το πλήθος από τα πειστικά επιχειρήματα που θα εκθέταμε σε μια συνεχή αγόρευση και τα οποία δεν θα μπορούσαν να ελέγξουν]. Έτσι, οι άρχοντες των Μηλίων συνομίλησαν με τους Αθηναίους απεσταλμένους κεκλεισμένων των θυρών: Η μοναδικότητα του Διαλόγου των Μηλίων στο έργο του Θουκυδίδη υπογραμμίζει την ασυνήθιστη αυτή διαδικασία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο δήμος θα κρατούσε την ίδια ‘περήφανη’ στάση, που, όπως φροντίζουν να δηλώσουν οι Αθηναίοι, και όπως θα αντιληφθεί από τα ίδια τα γεγονότα ο αναγνώστης, σήμαινε την βέβαιη εκτέλεση όλων των ανδρών και την αιχμαλωσία γυναικών και παιδιών. Η πλειονότητα των θυμάτων της Μήλου δεν είχε καν τη δυνατότητα επιλογής[11] – την ώρα του πολέμου, ωστόσο, ακόμη και σύγχρονες δημοκρατίες καταφεύγουν στη λογοκρισία.
 
Ο έλεγχος του περιεχομένου της επικοινωνίας
Ο όρος ἀνέλεγκτα, τον οποίον χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι απεσταλμένοι στη Μήλο, στρέφει την προσοχή μας προς μια κρίσιμη παράμετρο διαδικασίας λήψης αποφάσεων: τον έλεγχο των διαθέσιμων πληροφοριών. Μιλώντας στους κατοίκους των πόλεων της Χαλκιδικής, ο Βρασίδας προβάλλει ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με τις πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις στα Μέγαρα (4.66- 74), σε μια προσπάθεια να καλλιεργήσει παραπλανητικές εντυπώσεις ως προς την πολεμική ισχύ και το ηθικό Αθηναίων και Σπαρτιατών.[12] Το ακροατήριό του δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει ή να αντικρούσει όσα τους έλεγε, σε αντίθεση με τους αναγνώστες της Ιστορίας, οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ψεύδεται (4.85.7, 4.108.5). Τα λόγια του Βρασίδα χαρακτηρίζονται ευθέως επαγωγά (με έναν όρο δηλαδή που χρησιμοποιούν και οι Αθηναίοι στη Μήλο) και ἐφολκά (4.108.5). Η άγνοια από μέρους των ακροατηρίων του επιτρέπει στον Βρασίδα να χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα και τεχνάσματα σε διαφορετικές πόλεις (4.120.3).
 
Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε πηγές πληροφόρησης, οι πολιτικοί ηγέτες ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση πληροφοριών και γνώσεων. Ο Περικλής ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την άγνοια του ακροατηρίου του. Οι λόγοι του πληροφορούσαν, συμβούλευαν, εξηγούσαν, προέβλεπαν γεγονότα, προειδοποιούσαν.[13] Αντίθετα ο Αλκιβιάδης εξαπατούσε τους Αθηναίους, δημιουργώντας ψευδείς προσδοκίες και πείθοντάς τους λ.χ. να επιτεθούν στη Σικελία, έναν τόπο μακρινό, για τον οποίο δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα (6.1).[14] Ο ιστορικός αφιερώνει μια αυτοτελή ενότητα, τη λεγάμενη Σικελική αρχαιολογία (6.205), στην ιστορία και τους κατοίκους της νήσου, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο στον αναγνώστη τη δυνατότητα να συλλάβει το μέγεθος της άγνοιας των Αθηναίων.[15] Ο αναγνώστης για πρώτη φορά ακούει για τον Αλκιβιάδη με αφορμή το τέχνασμα που επινόησε για να προωθήσει τη σύναψη συνθήκης με το Άργος και να υπονομεύσει τις διαπραγματεύσεις του Νικία με τη Σπάρτη (5.43-46). Το τέχνασμα συνίσταται στην παρεμπόδιση της ροής πληροφοριών προς τους συμπολίτες του: πείθει τους απεσταλμένους της Σπάρτης να αποσιωπήσουν στον λόγο τους προς τους Αθηναίους το γεγονός ότι έχουν πλήρη εξουσιοδότηση να διαπραγματευθούν και να συμφωνήσουν τους όρους της συνθήκης ειρήνης με τους Αθηναίους. Τους διαβεβαίωσε ότι θα ήταν καλύτερο να εξασφαλίσει ο ίδιος μια τέτοια απόφαση. Αντί γι’ αυτό εκ- μεταλλεύθηκε τη δημόσια δήλωση των Σπαρτιατών ότι δεν είχαν τέτοια εξουσιοδότηση προκειμένου να στρέψει τους Αθηναίους εναντίον τους, ώστε να απορρίψουν τη συμφωνία.
 
Υπάρχουν περιπτώσεις που οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να υπερασπιστούν την αξιοπιστία των πληροφοριών τους. Η πληροφορία είναι δύναμη και ως τέτοια προκαλεί συχνά τον φόβο: ο Κλέων επέμενε να αμφισβητεί την ορθότητα των πληροφοριών σχετικά με τις κακουχίες του Αθηναϊκού αποσπάσματος στην Πύλο, σκοπεύοντας να συντηρήσει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ευνοούσε τους Αθηναίους. Η στάση του, παρ’ όλα αυτά, υπαγορευόταν από μια καιροσκοπική τακτική. Ο Κλέων γνώριζε πολύ καλά ότι οι Αθηναίοι δεν θα παρέμεναν απληροφόρητοι επί πολύ χρόνο και έτσι βρέθηκε σε δίλημμα: ή θα ορίζονταν νέοι απεσταλμένοι, οι οποίοι θα διαπίστωναν την πραγματική κατάσταση, ή θα αποστελλόταν ο ίδιος επί τόπου με μια επικουρική δύναμη. Γνωρίζοντας ότι η αποκάλυψη της αλήθειας θα αποδείκνυε την ανευθυνότητά του, ο Κλέων επέλεξε τη δεύτερη λύση. Όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, η αδυναμία του προκάλεσε τα γέλια των Αθηναίων (4.27-28). Το γέλιο αποκαλύπτει περιφρόνηση και καταστρέφει την εικόνα σοβαρότητας του ρήτορα – στη συγκεκριμένη περίπτωση γελοιοποιεί τον ισχυρισμό του ότι έκρινε ορθά τα νέα από το πεδίο της μάχης. Στην περίπτωση του Κλέωνα ο χλευασμός του από το πλήθος φαίνεται δικαιολογημένος. Υπάρχει μία ακόμη περίπτωση στην Ιστορία στην οποία ένας πολιτικός έρχεται αντιμέτωπος με τα γέλια του πλήθους, σε εκείνην όμως την περίπτωση η γελοιοποίηση είναι άδικη. Ο Συρακούσιος Ερμοκράτης αξιοποίησε στο έπακρο πληροφορίες από διάφορες πηγές (πολλαχόθεν, 6.21.1) ότι το Αθηναϊκό ναυτικό έπλεε προς τη Σικελία: αντιδρώντας ακαριαία και συνετά, απηύθυνε έκκληση προς όλους τους Σικελούς να συνεργασθούν και να αρχίσουν να ετοιμάζονται με σοβαρότητα για τον πόλεμο (6.33-34). Παρ’ όλα αυτά βρίσκει απέναντι του τον δήμο των Συρακουσών διχασμένο. Αρκετοί πολίτες αμφέβαλλαν για την αξιοπιστία των ειδήσεων, ενώ άλλοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της απειλής. Ο δημαγωγός Αθηναγόρας προσπάθησε να δυσφημίσει τον Ερμοκράτη, ισχυριζόμενος ότι εκφόβιζε το πλήθος με ιδιοτελή κίνητρα. Μάλιστα, ορισμένοι από το ακροατήριο προσπάθησαν να παρασύρουν το πλήθος σε γέλια σε βάρος του Ερμοκράτη. Χρειάστηκε η παρέμβαση ενός στρατηγού, ώστε να κλείσει ομαλά η σύνοδος της εκκλησίας (6.41). Σε αυτή τη σκηνή ο Ερμοκράτης, τον οποίον αργότερα ο Θουκυδίδης επαινεί με θέρμη για τη σύνεση και την ανδρεία του (6.72), αποδείχτηκε ανίκανος να πείσει το πλήθος για μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση. Αυτό το επεισόδιο επιβεβαιώνει την προβληματική αλληλεπίδραση μεταξύ του πλήθους και του Ερμοκράτη και είναι συμπτωματικό για τα πολιτικά ήθη που επικρατούσαν στις Συρακούσες εκείνη την εποχή.[16] Παρ’ όλα αυτά, ο αναγνώστης καταγράφει το γεγονός ότι δεν ήταν ο Ερμοκράτης, αλλά ο ανώνυμος στρατηγός εκείνος που τελικά διέσωσε την κατάσταση.
 
Σε τέτοιες περιστάσεις η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και τις φήμες, τις ανεπιβεβαίωτες πεποιθήσεις του καθενός,[17] ήταν δύσκολη, καθώς δεν υπήρχαν θεσμοθετημένα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τεχνολογίες της πληροφόρησης. Έτσι, έσχατο κριτήριο προσανατολισμού των ανθρώπων παρέμενε σε στιγμές αμφιβολίας η αποτελεσματική τους επικοινωνία με τον ηγέτη. Αυτή σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το κύρος του πολιτικού και την ικανότητά του να χειρίζεται το πλήθος.
 
Θεωρητική άποψη της ψυχολογίας του πλήθους
Ο Θουκυδίδης είχε αντιληφθεί πόσο σημαντικό ήταν για τους πολιτικούς να κατέχουν ειδικές γνώσεις για τη συμπεριφορά των μαζών. Σε αντίθεση με τον Κλέωνα, ο οποίος κατά τη συζήτηση για την Πύλο φαίνεται περισσότερο να υπόκειται ο ίδιος στον έλεγχο του πλήθους παρά να ασκεί έλεγχο επάνω του, ένας καλός πολιτικός δεν πρέπει να αυτοσχεδιάζει –  πριν από όλα πρέπει να είναι γνώστης των ιδιορρυθμιών της ψυχολογίας των μαζών. Το έργο του Θουκυδίδη μελετά την ανθρώπινη συμπεριφορά, στην οποία ο ιστορικός διακρίνει χαρακτηριστικά κατά το μάλλον ή ήττον σταθερά, που πηγάζουν από την ίδια την ανθρώπινη φύση.[18] Ο Θουκυδίδης αναφέρεται ρητά στη συλλογική συμπεριφορά και την ψυχολογία του όχλου (3.8) ως αντικείμενα ειδικής παρατήρησης.[19] Προσπαθεί ‘να αναγνωρίσει διαδικασίες που παρουσιάζονται με μεγάλη συχνότητα’.[20] Ο Περικλής ενσαρκώνει και ως προς αυτό το σημείο τον ιδανικό αναλυτή. Στηριζόμενος στη μελέτη της συλλογικής συμπεριφοράς μπορεί με ευχέρεια να κάνει εμπεριστατωμένες προβλέψεις. Επιχειρεί να αποτρέψει τις μεταπτώσεις στη διάθεση του κόσμου,[21] κάνοντας λόγο ανοικτά γι’ αυτό το ενδεχόμενο, και προλαβαίνει ή απαλύνει τις αντιδράσεις του ακροατηρίου επανερχόμενος στη συζήτηση του θέματος και υπενθυμίζοντας διαρκώς ότι ο ίδιος έχει σταθερές απόψεις (1.140.1, 1.141.1, 1.144.1, 2.61.2, 2.62.1, 2.64.1). Αυτός ο μετα-επικοινωνιακός, ελιτίστικος λόγος αποτελεί προσπάθεια εκλογίκευσης της συλλογικής συμπεριφοράς.[22] Με τη διδαxή και τη λογική ανάλυση ο Περικλής προσπαθεί να αποθαρρύνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες από την πλευρά του πλήθους και να μετατρέψει τη μάζα σε ένα σώμα υπεύθυνων ατόμων.
 
Ο τρόπος με τον οποίο ο Περικλής χειρίζεται τον Αθηναϊκό λαό είναι εντελώς διαφορετικός από τις μεθόδους των επιγόνων του, οι οποίοι κολάκευαν τον δήμο (2.65.10) και προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την υποστήριξή του υποθάλποντας την απληστία του! Από τους επιγόνους του Περικλή ο Νικίας διακατέχεται από μόνιμη ανησυχία για τις διαθέσεις των Αθηναίων, η γνώση του όμως σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά είναι στατική και επιπόλαια. Του λείπει η βαθύτερη κατανόηση της δυναμικής των κοινωνικών φαινομένων, η οποία θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον όχλο. Πριν από τη Σικελική εκστρατεία αποτιμά εσφαλμένα τον πιθανό αντίκτυπο της δεύτερης δημηγορίας του και προκαλεί έτσι την αντίθετη αντίδραση από εκείνην που επεδίωκε (6.24). Στη σύσκεψη των στρατηγών στη Σικελία η πρότασή του για την τακτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί είναι θεμελιωμένη στη μοιρολατρική υπόθεση ότι οι Αθηναίοι στρατιώτες, οι οποίοι πιεστικά ζητούσαν την επιστροφή στην πατρίδα, θα κατηγορούσαν αργότερα τους αρχηγούς τους ότι αποφάσισαν την επιστροφή του στρατεύματος έχοντας δωροδοκηθεί (7.48.4).[23] Ο φόβος της κοινής γνώμης τον καθιστά ανάπηρο. Αναφερόμενος διαρκώς στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά την επικοινωνία του με τους ανθρώπους, φαίνεται σαν να προσπαθεί να εξορκίσει το πρόβλημα παρά να το αντιμετωπίσει. Την ίδια στιγμή ορίζει το πρόβλημα με τρόπο πολύ στενό, περιορίζοντας τις αναφορές του στον Αθηναϊκό λαό (αλλά εννοώντας αναμφιβόλως τον δήμο). Η υποτιθεμένη ιδιαιτερότητα των Αθηναίων τού γίνεται εμμονή – και μετατρέπεται σε εφιάλτη (6.9.3, 7.14.4., 7.48.2, 7.48.4). Δαιμονοποιώντας τους Αθηναίους, ο Νικίας αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη φύση είναι σταθερή. Η αποτυχία του είναι ενδεχομένως σύμπτωμα της αριστοκρατικής του νοοτροπίας, καθώς οι αναφορές του στους Αθηναίους έχουν μια περιφρονητική χροιά. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έκδηλο στην τελευταία του αποστροφή προς το ηττημένο στράτευμα, όταν με τραγικό τρόπο συγκρίνει την προηγούμενη ευημερία του με τα δεινά πάθη του παρόντος. Ο Νικίας υπαινίσσεται ότι αξίζει μια τέτοια τύχη πολύ λιγότερο από τους κοινούς στρατιώτες του:[24] νῦν ἐν τῷ αὐτῷ κινδύνῳ τοῖς φαυλοτάτοις αἰωροῦμαι (‘αλλά τώρα, να που βρίσκομαι κι εγώ στον ίδιο κίνδυνο με τους πιο ταπεινούς από σας’, 7.77.2). Σε αντίθεση με τον Περικλή ο αριστοκράτης Νικίας δεν είναι σε θέση να δείξει σεβασμό για το πλήθος, την πηγή της εξουσίας σε μια δημοκρατική πολιτεία. Ο Νικίας φαίνεται να αγνοεί ότι η αναγνώριση και η αποδοχή των κανόνων της πολιτικής επικοινωνίας είναι αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία στην πολιτική πράξη.[25]
 
Επικοινωνιακές δεξιότητες: τα σωστά λόγια τη σωστή στιγμή
Ηγέτες που φιλοδοξούν να ελέγχουν την κοινή γνώμη πρέπει να γνωρίζουν πότε και πώς θα παρουσιάσουν τις ιδέες τους σε ένα ακροατήριο. Ο Θουκυδίδης σκιαγραφεί την εικόνα χαρισματικών ηγετών, όπως ο Αλκιβιάδης και ο Βρασίδας, οι οποίοι είναι πειστικοί σε όλες τους τις εμφανίσεις, ακόμα και όταν εξαπατούν το ακροατήριό τους. Ο Αλκιβιάδης δηλώνει με αυτοπεποίθηση ότι ο φλογερός ενθουσιασμός του είναι σε θέση να εμπνεύσει ένα ακροατήριο και να το κάνει να υιοθετήσει τα επιχειρήματά του.[26] Ο Κλέων έχει εκ διαμέτρου αντίθετη ιδιοσυγκρασία και η αλληλεπίδρασή του με το πλήθος ήταν πάντα προβληματική. Σύμφωνα με το εισαγωγικό σχόλιο του ιστορικού που συνοδεύει την πρώτη του εμφάνιση στο έργο (3-36.6) ήταν ο μεγαλύτερος θιασώτης της βίας στην πόλη (βιαιότατος) και αυτός που την εποχή εκείνη έπειθε περισσότερο (πιθανότατος)’.[27] Ο αναγνώστης όμως γίνεται απλώς μάρτυρας της εξασθένησης αυτής της επιρροής, καθώς επίσης και της απόρριψης μιας πολιτικής υπέρμετρης βίας κατά των εχθρών και όσων συμμάχων αποστατούσαν. Η συζήτηση για τη Μυτιλήνη ήταν μια εκκωφαντική προσωπική ήττα του Κλέωνα, πράγμα που δείχνει ανάγλυφα ο Θουκυδίδης με τη λεπτομερή παρουσίαση της προσπάθειας του δημαγωγού να διατηρήσει σε ισχύ την αρχική απόφαση. Άλλη ευκαιρία για δημόσια αγόρευση δεν θα του δοθεί στο έργο. Στη συζήτηση για την Πόλο η εικόνα του ως δημόσιου άνδρα καταρρακώνεται, καθώς αυτό που γίνεται έκδηλο είναι ότι προσπαθεί απεγνωσμένα να συγκαλύψει την ανεπάρκειά του (επίσης 5.16.1). Οι πιο συνετοί πολίτες παίρνουν την εκδίκησή τους για τα περιφρονητικά του σχόλια στο 3.37.3: ‘Τα φαντασμένα αυτά λόγια (ενν. του Κλέωνα) προκάλεσαν και μερικά γέλια. Οι φρονιμότεροι, όμως, ήταν ικανοποιημένοι ότι ένα από τα δυο θα γινόταν οπωσδήποτε. Ή θα γλύτωναν από τον Κλέωνα – και αυτό θεωρούσαν πιθανότερο – ή αν διαψεύδονταν οι προβλέψεις τους, τότε θα αιχμαλώτιζαν τους Λακεδαιμονίους’ (4.28.5). Είναι αξιοσημείωτο ότι στο στρατιωτικό απόσπασμα που στάλθηκε στην Πύλο υπό τον Κλέωνα δεν περιλαμβάνονταν Αθηναίοι (αυτό δηλώνεται σαφώς στο 4.28.4), και επίσης ότι πριν από τη μάχη στην Αμφίπολη ακούμε τους στρατιώτες να συγκρίνουν ‘την «τόση απειρία» και την «τόση δειλία»’ με την ‘μεγάλη εμπειρία και την μεγάλη τόλμη’ του Βρασίδα· μαθαίνουμε επίσης ότι τον είχαν ακολουθήσει απρόθυμα (5-7.2)
 
Υπάρχουν επίσης ηγέτες οι οποίοι έχουν ορθές απόψεις, αλλά δεν είναι σε θέση να τις επιβάλουν. Ο Δημοσθένης, και κυρίως ο Νικίας, στρατηγοί με επιτυχίες κατά τον Αρχιδάμειο πόλεμο, αποτελούν εύγλωττα παραδείγματα για αυτό.
 
Στην αρχή του 4ου Βιβλίου διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι απέστειλαν δυνάμεις στη Δυτική Ελλάδα. Πρόκειται για την εκστρατεία που επρόκειτο να καταλήξει στη μεγάλη επιτυχία της Πύλου. Ωστόσο, μολονότι η εκκλησία είχε εξουσιοδοτήσει τον Δημοσθένη να χρησιμοποιήσει την εκστρατευτική δύναμη όπως αυτός έκρινε – παρά το γεγονός δεν είχε ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του ως στρατηγός (4.2.4)[28] – οι στρατηγοί και οι στρατιώτες αντιμετώπισαν με θυμηδία τις εισηγήσεις του. Απέρριψαν την πρότασή του να προσορμισθούν στην Πύλο, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκαν να κάνουν, όταν τους υποχρέωσε η κακοκαιρία (4.3.1). Αφού τελικά κατέπλευσαν εκεί, έστω και αν αυτό συνέβη από τύχη, ο Δημοσθένης πρότεινε την ανέγερση τείχους. Οι άλλοι’, σημειώνει ο Θουκυδίδης, ‘είπαν ότι υπάρχουν αρκετά έρημα ακρωτήρια στην Πελοπόννησο, εάν ήθελε να ανεβάσει το κόστος για την πόλη περιτειχίζοντας κάποιο από αυτά’. Αφού δεν ήταν σε θέση να πείσει ούτε τους στρατηγούς ούτε τους στρατιώτες, παρέμεινε εκεί άπρακτος, μέχρι που οι στρατιώτες, έχοντας βαρεθεί από την απραξία, βάλθηκαν να κτίζουν το οχυρό (4.33-4.4.1).
 
Ο Δημοσθένης σκιαγραφείται ως Ανήμπορος να κατευθύνει ένα ακροατήριο διά της πειθούς. Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες των άλλων, ανίκανος να επηρεάσει τη ροή των γεγονότων. Οι προτάσεις του απορρίπτονται δύο φορές, εφαρμόζονται όμως κατά σύμπτωση ή όταν ο χρόνος είναι κατάλληλος.
 
Ο Νικίας έχει να αντιμετωπίσει ακόμη σοβαρότερα προβλήματα επικοινωνίας. Παρά την ευθυκρισία του οι παρεμβάσεις του τείνουν να εκδηλώνονται τη λάθος στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι αγωνίζεται πάντοτε για υποθέσεις χαμένες. Επιτρέπει στα γεγονότα να εξελιχθούν και όταν επιχειρεί να παρέμβει, είναι ήδη πολύ αργά. Δεν ελέγχει ποτέ το πλήθος – το πλήθος είναι αυτό που τον ελέγχει.[29] Προσπαθεί να καλλιεργήσει σχέσεις με τη Σπάρτη, τη στιγμή που ο Αλκιβιάδης έχει ήδη υπονομεύσει κάθε προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση και έχει προωθήσει συμμαχία με τον εχθρό της Σπάρτης, το Άργος. Η αποτυχία του εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια και προξενεί την πρώτη ρωγμή στην εικόνα του ως επιτυχημένου στρατιωτικού και υποστηρικτή της ειρήνης (5.46.3). Ενώ άλλοι κατορθώνουν να έχουν τον χρόνο σύμμαχό τους, για τον Νικία οι συνθήκες είναι πάντοτε αντίξοες. Προσπαθεί να αποτρέψει τη Σικελική εκστρατεία, ενώ οι υποστηρικτές της έχουν ήδη προετοιμάσει το έδαφος κατάλληλα. Η αποστροφή του προς τον πρύτανιν στο τέλος της πρώτης του δημηγορίας (6.14) ισοδυναμεί με αποδοχή της αποτυχίας του να πείσει τον λαό (και έτσι στην περίπτωση αυτή δεν συμβαίνει αυτό που είχε συμβεί μετά τις συζητήσεις για την Κέρκυρα, 1.44.1, ή τη Μυτιλήνη, όταν η αρχική απόφαση είχε αναθεωρηθεί). Η δεύτερη δημηγορία του στη διάρκεια της συζήτησης φέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που προσδοκούσε. Ενισχύει την αίσθηση ασφάλειας του πλήθους και εντείνει την επιθυμία τους για περιπέτειες (6.24).
 
       Ο Νικίας είχε ίσως απόλυτα δίκιο να κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για υπερβολική φιλοδοξία και καιροσκοπισμό, όταν ο τελευταίος εισηγήθηκε την εκστρατεία κατά της Σικελίας (6.12.206.13). Παρ’ όλα αυτά, ήταν ήδη πολύ αργά για να ματαιωθεί η εκστρατεία. Εξάλλου, ο χρόνος δεν ήταν πια ο κατάλληλος για την εξουδετέρωση του αντιπάλου του, και ο Νικίας άθελά του συντελεί στην υπονόμευση του Αλκιβιάδη σε μια στιγμή που η εκστρατεία έχει ήδη αποφασισθεί και ο Αλκιβιάδης πρόκειται να είναι ένας από τους επικεφαλής. Τελικά, ο Αλκιβιάδης καθαιρείται, και αυτό θα συμβάλει καθοριστικά στην αποτυχία της επιχείρησης.
 
Η αποφυγή διχασμού
Οι προηγούμενες διαπιστώσεις μας οδηγούν να διακρίνουμε μια ακόμη βασική αρχή που χαρακτηρίζει τον υπεύθυνο πολιτικό: η ορθή πολιτική είναι ασυμβίβαστη με τη διχόνοια (βλ. και τον λόγο του Ερμοκράτη στη Γέλα, 4.59-64). Η άστοχη διαίρεση του ακροατηρίου σε ομάδες από τον Νικία (οι μεγαλύτεροι στην ηλικία υποτίθεται ότι ήταν με το μέρος του, ενώ οι νεότεροι ήταν εχθρικοί προς αυτόν) προσφέρει στον Αλκιβιάδη την ευκαιρία να υποστηρίζει την ιδέα της ενότητας και της ομόνοιας. Ο Αλκιβιάδης συγκαλύπτει έτσι την εχθρότητα που έτρεφε για τον Νικία, υιοθετώντας ένα συναινετικό προσωπείο. Καλεί τον Νικία να συνεργασθεί μαζί του και τον λαό να εκμεταλλευθεί τις ικανότητες όλων (6.18.6). Φυσικά, τα λόγια αυτά δεν αποτελούν παρά ένα ρητορικό τέχνασμα. Σε αντίθεση με τον Περικλή ο Αλκιβιάδης δεν έχει – και, πολύ περισσότερο, δεν επιθυμεί να έχει – την υποστήριξη του συνόλου των πολιτών. Αντίθετα, αντλεί τη δύναμή του από μια συγκεκριμένη μερίδα του ακροατηρίου του, έχοντας μάλιστα οργανώσει από πριν ομάδες υποστηρικτών του.[30]
 
Ο Κλέων αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του πολιτικού ο οποίος για να επιβιώσει χρειάζεται τη σύγκρουση. Πάντοτε προσωποποιεί τις πολιτικές διαμάχες και επιτίθεται κατά των αντιπάλων του (ή εάν δεν υπάρχουν αντίπαλοι, τους κατασκευάζει ο ίδιος), προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του. Στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, θέλοντας να αποφύγει μια προσωπική ήττα λόγω της αναθεώρησης της πρώτης απόφασης, επιτίθεται με πάθος εναντίον όλων όσοι διαφωνούν μαζί του. Αργότερα, θα επιτεθεί σφοδρά στους απεσταλμένους της Σπάρτης που μεταφέρουν έκκληση για ειρήνη (4.22.2), διότι οι προσωπικές του φιλοδοξίες εξυπηρετούνται καλύτερα από τη συνέχιση του πολέμου. Είναι προσβλητικός προς τους αγγελιαφόρους από την Πύλο (4.27.3), έτσι ώστε να αποσπάσει την προσοχή των Αθηναίων από τη δική του ευθύνη για το ναυάγιο των ειρηνευτικών συνομιλιών. Λόγω της αντιπάθειας που τρέφει για τον Νικία εξευτελίζει τους στρατηγούς ασκώντας ανούσια κριτική (4.27.4-5).
 
Το κύριο χαρακτηριστικό της κοινής γνώμης είναι η αστάθεια, και αυτή εντείνεται σε συνθήκες πόλωσης.[31] Στους Αχαρνείς ο Αριστοφάνης ασκεί κριτική στους συμπολίτες του, επειδή αλλάζουν εύκολα γνώμη (μετάβουλοι, Αχ. 632). Ο Περικλής, όπως και άλλοι ρήτορες, προσπαθούν να αμβλύνουν αυτή την τάση προβάλλοντας τη σταθερότητα των δικών τους απόψεων (1.140.1, 2.61.2, βλ. επίσης 2.13.2· για τον Κλέωνα: 3.38.1). Αντίθετα, οι πολιτικοί που καλλιεργούν τη διχόνοια θέτουν την πόλη σε κίνδυνο, διότι η διατήρηση της τάξης αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας στη συνέλευση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη μάχη, ενώ η κατάρρευση της τάξης οδηγεί σε καταστροφή.[32] Η στάσις πρέπει να αποφεύγεται με οποιοδήποτε τίμημα. Η διχόνοια εύκολα μπορεί να βλάψει και τους ίδιους τους πολιτικούς που την υποδαυλίζουν, διότι από τη στιγμή που το πάθος θα υπερισχύσει της λογικής, οι άνθρωποι καθίστανται ανεξέλεγκτοι. Η ψυχολογική βία την οποία ασκούν οι οπαδοί του Αλκιβιάδη θα παραχωρήσει σύντομα τη θέση της στην τρομοκρατία των αντιπάλων τους. Και στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη, η πρώτη, οριακή νίκη του Κλέωνα μετατρέπεται σε ήττα. Στο σημείο αυτό μπορούμε να κάνουμε τη σύγκριση με τον Περικλή, ο οποίος, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με τις διχαστικές τάσεις του ανήσυχου πλήθους, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποκαταστήσει την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των Αθηναίων. Ο Επιτάφιος αποτελεί την κορυφαία έκφραση αυτού του εγχειρήματος.
 
Προσωπικό κύρος
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη αυτός που θέλει να επιτυγχάνει στη συμβουλευτική ρητορεία πρέπει να χαρακτηρίζεται από φρόνηση, ηθική ακεραιότητα και διάθεση να προωθήσει τα συμφέροντα του ακροατηρίου του: τοῦ μεν οὖν αὐτούς εἶναι πιστούς τούς λέγοντας τρία ἐστί τά αἴτια – τοσαῦτα γάρ ἐστι δι’ ἅ πιστεύομεν ἔξω τῶν άποδείξεων. Ἔστι δέ αὐτά φρόνησις καί ἀρετή καί εὔνοια (Υπάρχουν τρεις λόγοι, για τους οποίους οι ομιλητές γίνονται πιστευτοί – γιατί τόσα είναι αυτά που μας κάνουν να δείχνουμε εμπιστοσύνη, πέρα από τις αποδείξεις: η φρόνηση, ο ενάρετος χαρακτήρας και η φιλική διάθεση’· Ρητ. 1378 a 6-8). Αυτές οι ιδιότητες αποδεικνύονται και στο έργο του Θουκυδίδη σημαντικές για κάθε πολιτικό. Καθώς ο Θουκυδίδης δεν είναι λογογράφος αλλά ιστορικός, οι εκφάνσεις αυτών των ιδιοτήτων δεν περιορίζονται στο κείμενο των δημηγοριών, όπως επιτάσσει ο φιλόσοφος (1356a6-10), αλλά διαχέονται επίσης στην αφήγηση, στα συνοπτικά σχόλια που εισάγουν τους ομιλητές, στα προσωπικά σχόλια του συγγραφέα και. τις ανακεφαλαιώσεις της δράσης ηγετικών προσωπικοτήτων που συναντούμε στο έργο. Σύνεση (ξύνεσις) και ηθική ακεραιότητα (ἀρετή) είναι οι όροι που επανέρχονται στα λιγοστά χωρία στα οποία ο Θουκυδίδης διατυπώνει επαίνους για συγκεκριμένα πρόσωπα. Η αφήγηση περιλαμβάνει επίσης πλούτο πληροφοριών σχετικά με τις προθέσεις των δημόσιων ανδρών, τις οποίες μπορούμε να συγκρίνουμε με τις θέσεις που υποστηρίζουν δημόσια.
 
Σύνεση
Μαζί με τη χρήση τεχνικών επιχειρηματολογίας[33] η ορθή κρίση για μια κατάσταση και η διεισδυτική ανάλυση της δυναμικής που επηρεάζει το μέλλον είναι οι βασικές εκφάνσεις της ξυνέσεως κατά τον Θουκυδίδη. Η πεμπτουσία της περιέχεται στο εγκώμιο του Θεμιστοκλή: τῶν τε παραχρῆμα δι’ ἐλάχίστης βουλῆς κράτιστος γνώμων καί τῶν μελλόντων ἐπί πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστος εἰκαστής· καί ἅ μέν μετά χεῖρας ἔχοι, καί ἐξηγήσασθαι οἷός τε, ὧν δ΄ ἄπειρος εἴη, κρῖναι ἱκανῶς οὐκ ἀπήλλακτο, τό τε ἄμεινον ἤ χεῖρον ἐν τῷ ἀφανεῖ ἔτι προεώρα μάλιστα (1.138.3)[34] [ήταν σε θέση να κρίνει ταχύτατα ποια ήταν η καλύτερη λύση για τα προκείμενα ζητήματα και να προβλέπει τα μέλ­λοντα να συμβούν. Είχε την ικανότητα να εξηγεί καθαρά τις υποθέσεις που διαχειριζόταν, αλλά και όταν ακόμα δεν ήξερε ένα ζήτημα, ήταν πάντα σε θέση να εκφέρει μια σωστή κρίση και ήταν ικανός να προβλέπει τα ευνοϊκά ή αντί­ξοα στοιχεία που κρύβει το άδηλο μέλλον.] Η ξύνεσις του Περικλή (2.34.6) είναι ευδιάκριτη σε κάθε σημείο της αφήγησης, τόσο στους λόγους του όσο και στις πράξεις του (επίσης 1.140.1) και έτσι επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός ότι ήταν λέγειν τε και πράσσειν δυνατώτατος (1.139.4). Ο Θουκυδίδης εκθειάζει την πρόνοιάν του στον σχεδιασμό της πολεμικής τακτικής των Αθηναίων (2.65.5-6). Ο Περικλής στους υπολογισμούς του συνεκτιμά το παράλογο στοιχείο και αφήνει όσο γίνεται λιγότερα πράγματα στην τύχη. Στη δημηγορία που εκφωνεί πριν από την έκρηξη του πολέμου προσπαθεί να προετοιμάσει τους Αθηναίους με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν και τις απρόβλεπτες εξελίξεις.[35]
 
Διάφορες πτυχές της ξυνέσεως εκδηλώνονται στις σκέψεις, τους λόγους και τις πράξεις διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών στο έργο του Θουκυδίδη,[36] όμως η ορθότητα της κρίσης ενός ομιλητή δεν εκτιμάται πάντα. Μια χαρακτηριστική περίπτωση πρόβλεψης η οποία τείνει να αγνοηθεί, είναι η έγκαιρη προειδοποίηση – οι φόβοι του Νικία σχετικά με τη Σικελική εκστρατεία συνιστούν το κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Η αγνόηση των προειδοποιήσεων είναι στερεότυπο θέμα της λογοτεχνίας (συμπεριλαμβανομένης και της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας), ενώ η σύγχρονη κοινωνιολογία επιβεβαιώνει ότι ‘προειδοποιήσεις για πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι δεν έχουν άμεση γνώση ή εμπειρία είναι ενδεχόμενο να αγνοούνται ως στερούμενες πραγματική βάση’.[37]
 
Η ορθή κρίση (ή η έλλειψή της) αποτελεί βασικό συστατικό της ευφυΐας, όπως την εννοεί ο Θουκυδίδης, έστω και εάν δεν κυριαρχεί πάντοτε στις δημηγορίες σε ευθύ λόγο. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σύντομα σε μη συνετούς ηγέτες, οι οποίοι διατυπώνουν εσφαλμένες εκτιμήσεις για την πραγματικότητα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου, και στον χειρισμό του πλήθους.
 
Ενώ η εμπειρία (πείρα) βοηθά στη διατύπωση ορθών προγνώσεων, η επιφανειακή διάγνωση ιστορικών αναλογιών και η καταχρηστική επίκληση ιστορικών παραδειγμάτων είναι μια χαρακτηριστική πλάνη που προσιδιάζει ιδιαίτερα στις μάζες, αλλά κατευθύνει επίσης τη σκέψη ορισμένων πολιτικών. Η συμμετοχή του Αλκιβιάδη στην ιεροσυλία των Μυστηρίων οδήγησε τους Αθηναίους στην εσφαλμένη υποψία ότι ο ίδιος ήταν επίσης ένοχος για τον ακρωτηριασμό των Ερμών (6.61.1). Παρομοίως, αβάσιμες πεποιθήσεις σχετικά με την τυραννίδα των Πεισιστρατιδών υπέβαλαν παραπλανητικές ιστορικές αναλογίες, οι οποίες με τη σειρά τους προκάλεσαν υπερβολικούς φόβους πολιτικών συνωμοσιών και, εν τέλει, οδήγησαν στην ανάκληση του Αλκιβιάδη από τη Σικελία. Η εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα έκανε πολλούς Έλληνες να πιστέψουν ότι όλοι οι Σπαρτιάτες συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο: πρῶτος γάρ ἐξελθών καί δόξας εἶναι κατά πάντα ἀγαθός ἐλπίδα ἐγκατέλιπε βέβαιον ὡς καί οἱ ἄλλοι τοιοῦτοί εἰσιν, ‘καθώς ήταν ο πρώτος που μετακινήθηκε από τη Σπάρτη και έδινε την εντύπωση ότι είναι από όλες τις απόψεις ενάρετος, δημιούργησε τη βέβαια προσδοκία ότι και οι άλλοι είναι όπως αυτός’ (4.81.3).[38] Μετά την Πύλο η αυτοπεποίθηση των Αθηναίων βρίσκεται στο απόγειό της: τα πάντα τους φαίνονται τώρα δυνατά: οὕτω τῇ παρούςῃ εὐτυχίᾳ χρώμενοι ἠξίουν σφίσι μηδέν ἐναντιοῦσθαι, ἀλλά καί τά δυνατά ἐν ἴσῳ καί τά ἀπορώτερα μεγάλῃ τε ὁμοίως καί ἐνδεέστερᾳ παρασκευῇ κατεργάζεσθαι. Αἰτία δ’ ἦν ἡ παρά λόγον τῶν πλεόνων εὐπραγία αὐτοῖς ὑποτιθεῖσα ἰσχύν τῆς ἐλπίδος, 4.65.4. [Ήταν τόση η πεποίθησή τους ότι κάθε επιχείρησή τους θα ετύχαινε, ώστε δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν καμιά αποτυχία. Είχαν την αξίωση να έχουν παντού επιτυχίες και στα όσα ήσαν δυνατά και στα εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει τις ετοιμασίες τους όπως έπρεπε ή όχι. Η αιτία ήταν οι πολλές και απροσδόκητες επιτυχίες τους που τους είχαν δημιουργήσει μεγάλες ελπίδες]. Με τη σειρά τους οι Σπαρτιάτες διακατέχονται από τον φόβο μήπως τους βρει και πάλι παρόμοια συμφορά (4.55·3). Ενώ όμως οι συνετοί πολιτικοί κατευνάζουν τις παράλογες ελπίδες του πλήθους (πρβλ. 2.65.9 για τον Περικλή), πολιτικοί όπως ο Κλέων τις συμμερίζονται και τις ενισχύουν. Η απρόβλεπτη επιτυχία στην Πύλο κάνει τον Κλέωνα να πιστεύει ότι η ίδια τακτική θα εγγυηθεί νέους στρατιωτικούς θριάμβους. Για αυτό εναντιωνόταν σε κάθε πρωτοβουλία για ειρήνη. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, συμπεριφερόταν όπως ένας χαρτοπαίκτης που παρασύρεται από την τύχη του και συνεχίζει να παίζει μέχρι να χάσει τα πάντα.
 
Ο Κλέων αποδίδει παραδειγματική αξία σε ορισμένα γεγονότα, και μάλιστα αυτό του γίνεται σχεδόν εμμονή. Σύμφωνα με τον τρόπο σκέψης του η σκληρή τιμωρία των Μυτιληναίων θα λειτουργούσε ως αποτρεπτικό παράδειγμα για επίδοξους αποστάτες.[39] Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός και μόνο ότι χρησιμοποιεί αναλογίες και παραδείγματα μαρτυρεί περιορισμένη δυνατότητα κατανόησης των ιστορικών συνθηκών και των αλλαγών που συντελούνταν.[40] Αφού οι Λακεδαιμόνιοι είχαν προηγουμένως ζητήσει ειρήνη, ο Κλέων και οι Αθηναίοι ανέμεναν ότι η πολιτική τους θα παρέμενε αμετάβλητη (4.21.2)· και όσο μια νέα πρόταση ειρήνης καθυστερούσε, οι Αθηναίοι κυριεύονταν από φόβο, πιστεύοντας ότι οι Σπαρτιάτες τώρα αισθάνονταν (και ήταν) πιο ισχυροί (4.27.2). Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο: όταν μετά τα γεγονότα της Πύλου οι Σπαρτιάτες επιδιώκουν και πάλι τη σύναψη ειρήνης, η πρότασή τους ενισχύει για μια ακόμη φορά την αυτοπεποίθηση των Αθηναίων, οι οποίοι την απορρίπτουν, διεκδικώντας περισσότερα (4.41.4).
 
Είναι φανερό ότι ηγέτες που εκφράζουν λογικές απόψεις και πείθουν τον αναγνώστη δεν είναι εξίσου αποτελεσματικοί στο να πείθουν το πλήθος. Η σύνθεση και η οικονομία του έργου απαιτούν προικισμένους ηγέτες, όπως ο Περικλής, αλλά και τραγικούς προάγγελους συμφορών, όπως ο Νικίας. Το δραματικό του σχέδιο χρειάζεται επίσης ανθρώπους που παρά τις ορθές απόψεις τους αδυνατούν να πείσουν με την πρώτη προσπάθεια το ακροατήριό τους, όπως ο Συρακούσιος Ερμοκράτης· χρειάζεται και ανερμάτιστους δημαγωγούς που εξασφαλίζουν την πρόσκαιρη υποστήριξη των μαζών, όπως ο Κλέων. Η αλληλεπίδραση μεταξύ ηγετών και πλήθους αντικατοπτρίζει τις περιπέτειες της λογικής στη διάρκεια ενός πολέμου. Ο πόλεμος αρχίζει ως αναγκαιότητα, αλλά συνεχίζεται ως επιλογή. Ανανεώνεται, τέλος, από την επιθυμία.
 
Αρετή
Δεν είναι πάντα δυνατόν να διακρίνει κανείς μεταξύ του διανοητικού σφάλματος και της έλλειψης ήθους, καθώς στη ρίζα τους βρίσκεται μια παρόμοια πνευματική νωχέλεια: το πάθος υπερισχύει της λογικής. Η επιδίωξη του Κλέωνα για νέες επιτυχίες μετά την Πύλο πηγάζει από την πλεονεξίαν του. Προηγουμένως η πλεονεξία είχε προβληθεί από τον Θουκυδίδη ως μια από τις βασικές αιτίες της στάσεως και όλων των συνακόλουθων δεινών (3.82.8). Τώρα αποδεικνύεται ότι είναι το πρωταρχικό κίνητρο για τη συνέχιση του πολέμου. Ο Κλέων μοιράζεται τον ίδιο φιλόδοξο χαρακτήρα με τον Σπαρτιάτη αντίπαλό του, τον Βρασίδα, μολονότι ο δεύτερος είναι χαρισματικός ηγέτης και ακολουθεί εμφανώς μετριοπαθέστερη πορεία πλεύσης. Και ο Βρασίδας, ωστόσο, αντιμάχεται την ειρήνη επιθυμώντας περισσότερη δόξα, η οποία πιστεύει ότι θα προέλθει από μια νέα σειρά νικηφόρων επιχειρήσεων. Όπως έχουμε διαπιστώσει, ο λαός της Αθήνας είχε προσβληθεί από τον ιό της πλεονεξίας των ηγετών του (4.21.3, 4.27.4), παρ’ όλη την περιορισμένη εκτίμησή του για τις ικανότητές τους. Αντίθετα, οι στρατιωτικές πρωτοβουλίες του Βρασίδα έρχονται σε αντίθεση με την επιφυλακτικότατα των αξιωματούχων της Σπάρτης (4.108.7). Μόλις όμως εκλείπουν οι δύο πολεμοχαρείς ηγέτες, οι Αθηναίοι προσχωρούν στην πολιτική του Νικία, ο οποίος επιζητεί την ειρήνη παρά τις διαδοχικές επιτυχίες που είχε γνωρίσει ως στρατηγός. Ο Νικίας επιθυμεί περισσότερο να ‘σώσει την καλή του τύχη’ με τον έγκαιρο τερματισμό της σύγκρουσης, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποσυρθεί τη στιγμή που η φήμη του βρίσκεται στα ύφη (5.16.1). Επαινώντας τον Νικία περισσότερο για την ἀρετην παρά για την ξύνεσίν του (7.86.5) ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνει αναδρομικά το ηθικό έρεισμα της πολιτικής του. Επομένως, η αφήγηση της επίπονης πορείας προς την ειρήνη επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώσει μια ηθική κρίση για τους πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ότι όλοι οι πολίτες επιθυμούσαν την ειρήνη δεν χρειάζεται να τονισθεί ιδιαίτερα.
 
Το πάθος είναι το βασικό κίνητρο του άλλου αντιπάλου του Νικία στην Ιστορία, του Αλκιβιάδη, της πιο αντιφατικής προσωπικότητας στο έργο του Θουκυδίδη. Ο Αλκιβιάδης είναι εθισμένος στην εξουσία, τις τιμές και τα υλικά αγαθά. Ο συνδυασμός ενός φιλοδόξου χαρακτήρα με εξαιρετικές ικανότητες εξηγεί την ασυνήθιστη σταδιοδρομία του. Η (δικαιολογημένη) αυτοπεποίθησή του και η διάθεσή του να εντυπωσιάζει – η Αχίλλειος πτέρνα του – τον ωθούν να παραγνωρίζει τα όρια. Ο Θουκυδίδης συμψηφίζει όλες τις εκδηλώσεις του εγωισμού του Αλκιβιάδη στον όρο παρανομία – περιφρόνηση του νόμου και της ευπρέπειας (6.15-4, 6.28.2). Η εκζήτηση και η υπερβολή αποτελούν τρόπο ζωής για τον Αλκιβιάδη (ταῖς ἐπιθυμίαις μείζοσιν ἤ κατά τήν ὑπάρχουσαν οὐσίαν ἐχρῆτο [έκανε πολυτελή ζωή, ανώτερη από τα μέσα του]), διακατέχει μάλιστα και το πολιτικό του όραμα (οἱ γάρ Ἕλληνες καί ὑπέρ δύναμιν μείζω ἡμῶν τήν πόλιν ἐνόμισαν, [οι Έλληνες αποδίδουν τώρα στην πολιτεία μας μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι πραγματικά έχει], 6.16.2). Το αποτέλεσμα είναι να καταστεί τρωτός: η επιρροή του στο πλήθος και η έκδηλη ιδιωτική του πολυτέλεια προκαλούν τον φθόνον των αντιπάλων του και τον φόβον των κοινών πολιτών.
 
Εκτός από τον φθόνο και τον φόβο, η καχυποψία του πλήθους είναι ένας άλλος παράγοντας που υποσκάπτει την επιρροή αδύνατων ηθικά χαρακτήρων, όπως ο Αλκιβιάδης ή ο Κλέων. Η καχυποψία είναι μια παράλογη αντίδραση των ανθρώπων και είναι σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπισθεί ευθέως, καθώς είναι δύσκολο να διαψεύσει κανείς αποτελεσματικά φήμες και ανησυχίες. Έτσι εύκολα οι υποψίες μπορούν να διογκωθούν ως προς την ένταση (6.61.4 για τις υποψίες σε βάρος του Αλκιβιάδη) ή και το εύρος των ζητημάτων που καλύπτουν. Τα έσχατα επακόλουθα της ηθικής διαφθοράς καταγγέλλονται εύστοχα από τον Διόδοτο: ὁ γάρ διδούς φανερῶς τι ἀγαθόν ἀνθυποπτεύεται ἀφανώς πῃ πλέον ἕξειν (3.43.3) [αυτός που ανοιχτά προσφέρει κάτι καλό, αντιμετωπίζεται με καχυποψία μήπως αποκτήσει κρυφά κάποιο πλεονέκτημα]: η απληστία των πολιτικών θεωρείται πλέον δεδομένη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό: η απληστία των Αθηναίων πολιτικών οδηγεί στην τιμωρία των στρατηγών Πυθόδωρου, Σοφοκλή και Ευρυμέδοντα, οι οποίοι είχαν προχωρήσει στη σύναψη συνθήκης τερματίζοντας τις επιχειρήσεις στη Σικελία το 424 (4.65.3). Οι Αθηναίοι καταδίκασαν τους στρατηγούς για δωροδοκία, ενώ η αφήγηση του Θουκυδίδη διαψεύδει σιωπηρά αυτήν την κατηγορία.
 
Η υπερβολική προκατάληψη απέναντι στους πολιτικούς ηγέτες είναι χαρακτηριστική μιας κοινωνίας η οποία βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Πλειστοάναξ επιδιώκει την ειρήνη με τους Αθηναίους, διότι συνειδητοποιεί ότι σε καιρό πολέμου οι αρχηγοί ύστερα από κάθε αντιξοότητα είναι εκτεθειμένοι στη δυσφήμιση (5.17.1). Τη μεγαλύτερη, βέβαια, ευθύνη για τη δυσφήμιση και τη διαβολήν την έχουν οι ίδιοι οι πολιτικοί. Ο Κλέων υπήρξε διαβόητος για πρακτικές αυτού του είδους (5-16.1). Τόσο ο Κλέων όσο και ο Αθηναγόρας, ο άλλος δημαγωγός του οποίου τη φωνή ακούμε στην Ιστο­ρία, προσπαθούν να μειώσουν τους αντιπάλους τους αμφισβητώντας εκ των προτέρων την τιμιότητά τους (κέρδει ἐπαιρόμενος 3.38.2).[41] Η αφήγηση του Θουκυδίδη δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για το πόσο βλαπτική ήταν η επιρροή τέτοιων δημαγωγών στο πλήθος και για το πόσους κινδύνους εγκυμονούσαν οι ενέργειες τους για την εύρυθμη λειτουργία μιας πολιτικής κοινότητας.[42]
 
Στον κόσμο του Θουκυδίδη η ηθική ακεραιότητα πιο εύκολα διαψεύδεται παρά επιβεβαιώνεται, πιο εύκολα διακηρύσσεται με λόγια παρά μετατρέπεται σε πράξη. Η άσκηση μιας πολιτικής της ισχύος, η διεξαγωγή του πολέμου και η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον όπως αυτό της ελληνικής πόλης δεν είναι τομείς στους οποίους εκδηλώνεται συνήθως η αρετή.
 
Προθέσεις
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός (που συμφωνεί και με όσα διαβάζουμε στο κεφάλαιο 2.65) ότι οι περισσότερες σημαντικές πολιτικές μορφές της Ιστορίας θέτουν τους προσωπικούς τους στόχους πάνω από το δημόσιο συμφέρον. Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε ότι οι πολεμοχαρείς στρατηγοί Κλέων και Βρασίδας και οι ειρηνοποιοί Νικίας και Πλειστοάναξ ακολουθούσαν με συνέπεια τα προσωπικά τους σχέδια, ακόμη και όταν κατά περίπτωση συνέβαινε η πολιτική τους να επιδοκιμάζεται από τον Θουκυδίδη ή να εγκρίνεται από τις πόλεις τους. Όταν ο Νικίας κατηγορεί τον Αλκιβιάδη για προσωπική φιλοδοξία και πλεονεξία,[43] ο δεύτερος υπεραμύνεται της συμπεριφοράς του με τη δικαιολογία ότι συντελούσε στην ενίσχυση της πόλης. Σύμφωνα με την ερμηνεία του η νέα στρατιωτική επιχείρηση θα απέφερε στην πόλη σημαντικά οφέλη, εξασφαλίζοντας παράλληλα στον ίδιο μια σειρά από προσωπικά κέρδη. Από αυτή την άποψη η επιχείρηση εμφανίζεται ως ένα συμβόλαιο μεταξύ του φιλόδοξου πολιτικού και του άπληστου δήμου. Με την απόφασή τους οι Αθηναίοι νομιμοποιούν τις αξιώσεις του Αλκιβιάδη. Όταν όμως αργότερα τον καταδικάζουν, γίνεται φανερό ότι ‘πολλοί πολίτες συγχέουν τα ιδιωτικά και τα δημόσια ζητήματα’.[44] Η αναντιστοιχία ανάμεσα στις αντιλήψεις του Αλκιβιάδη και του πλήθους έχει ιδεολογικές ρίζες. Ο Αλκιβιάδης προωθεί ένα παρωχημένο, αριστοκρατικό πρότυπο ηγεσίας, στο οποίο η καταγωγή νομιμοποιεί την αξίωσή του για εξουσία, άποψη ασύμβατη με δημοκρατικές αρχές.[45] Επιπλέον ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει ότι η επιδίωξη προσωπικού κέρδους ήταν συνυφασμένη με μεγάλους κινδύνους για την πόλη της Αθήνας στη μετά τον Περικλή εποχή (2.65.7).
 
Σε ορισμένες περιπτώσεις ένας ομιλητής αναγκάζεται να διευκρινίσει την πραγματική διάθεσή του απέναντι στο ακροατήριό του. Στην αρχή της ομιλίας του στη Σπάρτη ο Αλκιβιάδης διασκεδάζει αμφιβολίες και αντικρούει προκαταλήψεις, οι οποίες υπέθετε ότι υπήρχαν μεταξύ των ακροατών του και οι οποίες ίσως τους εμπόδιζαν να εκτιμήσουν πλήρως τις συμβουλές του (6.89.1). Αργότερα τονίζει ότι κύριό του μέλημα δεν είναι να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες, αλλά να ενεργήσει με τρόπο εχθρικό προς τον δήμον των Αθηναίων, πράγμα στο οποίο πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι ειλικρινής (6.92.3). Ο Περικλής διακηρύσσει την προσήλωσή του σε ένα ηγετικό πρότυπο που συνδυάζει την ορθή κρίση με μια προσπάθεια αυτή να γίνει γνωστή στους πολίτες: ὅ τε γάρ γνούς καί μή σαφῶς διδάξας ἐν ἴσῳ καί εἰ μή ἐνεθυμήθη ὅ τε ἔχων ἀμφότερα, τῇ δέ πόλει δύσνους, οὐκ ἄν ὁμοίως τι οἰκείως φράζοι 2.60.6 [εκείνος που ξέρει τι πρέπει να γίνει κι όμως δεν έχει την ικανότητα να πείσει τους άλλους, είναι σαν μην ξέρει τίποτε. Όποιος έχει και τα δύο αυτά χαρίσματα, αλλά δεν έχει φιλοπατρία, δεν μπορεί να δώσει τις συμβουλές που πρέπει]. Δύο ομιλητές που οι ίδιοι παραδέχονται ότι επιθυμούν να βοηθήσουν την πόλη τους, ο Αρχίδαμος και ο Διόδοτος, δεν εκθειάζουν απλώς το ιδανικό της εὐβουλίας (ορθές συμβουλές, υγιής κρίση, σύνεση σύμφωνα με το LSJ, λ. I.) (1.84.3, 3.44.1), αλλά με τη λεπτομερή επιχειρηματολογία προς τους συμπολίτες τους προσφέρουν έμπρακτο παράδειγμά της.[46] Στο συνέδριο των Σικελών στη Γέλα ο Ερμοκράτης ο Συρακούσιος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ακροατήριο αποτελούμενο και από εχθρούς και από φίλους. Απευθύνει λοιπόν θερμή έκκληση για συνετή και απροκατάληπτη διαβούλευση, ώστε να επικρατήσει αυτό που απαιτεί το κοινό συμφέρον. Το εὖ βουλεύεσθαι (4.59.4, 4.62.1) και το σωφρονεῖν (4.60.1, 4.61.1., 4.64.4) παρουσιάζονται από τον ομιλητή ως προαπαιτήσεις για τη συμφιλίωση όλων των Σικελών. Η αξιοπιστία και η καλή διάθεση του ίδιου του ομιλητή προκύπτει από την επισήμανσή του ότι αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη πόλη του νησιού (4.59.1,4.64.1), η οποία ως εκ τούτου εξαρτάται λιγότερο από τη βοήθεια άλλων.[47] Μια δόλια επίκληση του εὖ βουλεύεσθαι γίνεται και από τον Αθηναγόρα, τον Συρακούσιο δημαγωγό, ο οποίος αμφισβητεί την ορθότητα της πληροφορίας ότι ο Αθηναϊκός στόλος πλησιάζει (6.36.3). Αποδίδει ύπουλες προθέσεις σε όσους διαφωνούν με τις απόψεις του (το ρήμα βούλεσθαι επαναλαμβάνεται σε φράσεις οι οποίες επιχειρούν να υπονομεύσουν την ειλικρίνεια των άλλων: 6.36.1, 6.36.2, 6.38.2, 6.38.4, 6.38.5, 6.40.1). Στην πράξη η διαβολή γίνεται ένδειξη για τη δική του έλλειψη ακεραιότητας (πρβλ. και 2.65.11). Η επιθετικότητα κατά του ακροατηρίου είναι το αποκορύφωμα της ανέντιμης παρουσίας του Αθηναγόρα (6.39.2), ένα χαρακτηριστικό το οποίο μοιράζεται με τον Κλέωνα (3.39). Η παραπλανητική τους ρητορεία σκοπό έχει να αιφνιδιάσει το ακροατήριο και να το υποτάξει στον ομιλητή. Εδώ ακριβώς έγκειται η ποιοτική διαφορά της από την εποικοδομητική κριτική του Περικλή, με την οποία ο ρήτορας προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη διάσταση απόψεων ανάμεσα στον ίδιο και το ακροατήριό του, κάνοντας αναφορά στις κοινές αποφάσεις του παρελθόντος (1.140.1, 2.60.4., 2.64.1). Αυτές οι κοινές αποφάσεις αποτελούν ένα διαφορετικό είδος συμβολαίου μεταξύ του ηγέτη και του λαού από εκείνο που επισημάναμε προηγουμένως στην περίπτωση του Αλκιβιάδη. Ο Περικλής συνδέει εντελώς την προσωπική του τύχη με εκείνην της πόλης (2.60.2-4).[48]
 
Ο πιο αποτελεσματικός ρήτορας ως προς τη διαφήμιση των προθέσεων του στο έργο του Θουκυδίδη είναι με απόσταση ο Βρασίδας.[49] Ανέσυρε το παραδοσιακό σύνθημα της Σπαρτιατικής πολιτικής, την απελευθέρωση της Ελλάδας, το οποίο αποδείχτηκε πολύ ελκυστικό για τους Έλληνες του Βορρά. Ο αναγνώστης, παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνεται ποτέ σε αμφιβολία ως προς τις αληθινές προθέσεις του Βρασίδα. Η ρητορεία του καυτηριάζεται από τον ιστορικό ως δόλια και υστερόβουλη, αλλά τα ακροατήριά του δεν το αντιλαμβάνονται. Οι άνευ προηγουμένου τιμές που αποδόθηκαν στον Βρασίδα στην Αμφίπολη αποτυπώνουν την καταπληκτική εντύπωση που άφηνε στους άλλους Έλληνες αυτός ο καθόλου χαρακτηριστικός Σπαρτιάτης. Το μίσος όλων για την Αθήνα και η αναζήτηση ενός ισχυρού συμμάχου διευκόλυναν τον Βρασίδα στο να πεί­θει ότι ο ίδιος ήταν διαφορετικός. Όσο και αν μοιάζει εξωπραγματικό, οι Έλληνες είχαν γοητευθεί από την εξιδανικευμένη εικόνα της Σπάρτης: μια αντίληψη, η οποία δεν ήταν αναγκαστικά αληθής, αλλά υποκαθιστούσε την πραγματικότητα.
 
Δημόσια εικόνα
Το βασικό χαρακτηριστικό me δημόσιας εικόνας είναι η εξάρτησή της από τη γνώμη των άλλων και όχι από την πραγματικότητα. Μπορεί να γίνει υποκατάστατο της γνώσης,[50] και έτσι είναι δυνατόν να είναι ανακριβής, ή ακόμη και λανθασμένη. Όταν λείπει η γνώση και η πληροφόρηση, οι διαδόσεις, οι φήμες και οι εντυπώσεις είναι πολύ πιο αποτελεσματικές. Οι φήμες καθίστανται συστατικό ενός συνόλου κοινών αντιλήψεων που κυκλοφορούν στο εσωτερικό μιας ομάδας και ενισχύουν τους δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της.
 
Αντίθετα με την εντύπωση που επικρατεί, η Αθήνα δεν ήταν μια κοινωνία όπου όλοι γνώριζαν όλους (face-to-face society).[51] Οι πολίτες συνήθως δεν γνώριζαν προσωπικά όλα τα δημόσια πρόσωπα, και συνεπώς η δημόσια εικόνα των προσώπων αυτών έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη σταδιοδρομία τους. Ο πιο επιτυχημένος πολιτικός από την άποψη της δημόσιας επικοινωνίας ήταν αναμφισβήτητα ο Περικλής. Η επανεκλογή του ως στρατηγού για δεκατέσσερα συνεχή έτη ήταν ένα απαράμιλλο επίτευγμα, αποτέλεσμα του συνδυασμού πολλών παραγόντων. Όπως είδαμε, ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει πολλούς από αυτούς τους παράγοντες, ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Περικλής ήταν υπεράνω xρημάτων (χρημάτων δέ διαφανῶς ἀδωρότατος, 2.65-8). Οι προεκτάσεις αυτής της διαπίστωσης είναι περισσότερο πολιτικές παρά ηθικές. Αν ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει την ακεραιότητα του Περικλή, δεν το κάνει μόνο για να τονίσει ότι ως πολιτικός ήταν έντιμος, αλλά και επειδή αυτό το χαρακτηριστικό ήταν ιδιαίτερα έκδηλο και συντελούσε στην πρωτοφανή αποδοχή του από το πλήθος. Για τον Περικλή είχε ιδιαίτερη σημασία η συγκρότηση μιας δημόσιας εικόνας στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η συγκεκριμένη ιδιότητα· αυτήν ακριβώς την εικόνα στη συνέχεια θα προσπαθήσει να μεγεθύνει, να υπερασπιστεί και να ελέγξει.
 
Όταν οι Αθηναίοι εξέφραζαν δυσφορία για τις συνθήκες διαβίωσης που τους επέβαλε ο πόλεμος, ο Περικλής βρέθηκε στην ανάγκη να υπερασπιστεί την πολιτική του παραπέμποντας στην εικόνα του: ‘Και όμως οργίζεσθε με έναν άνθρωπο όπως εγώ, που μπορώ καλύτερα από τον καθέναν, πιστεύω, να καταλάβω τι πρέπει να γίνει σε κάθε περίσταση και να σας το εξηγήσω, αγαπώ την πόλη και είμαι υπεράνω χρημάτων’ (2.60.5). Βέβαια, η ανωτερότητα σε σχέση με τα χρήματα ήταν ζήτημα μάλλον άσχετο με το θέμα της συζήτησης, δηλαδή την υπευθυνότητα του Περικλή για τον πόλεμο και την αμυντική του στρατηγική. Παρ’ όλα αυτά, ο Περικλής επικαλείται και πάλι την εικόνα του, η οποία λειτουργούσε ως ‘σήμα κατατεθέν’ της πολιτείας του.
 
Και σε άλλα σημεία της Ιστορίας ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει το πόσο σημαντικό ήταν για τον Περικλή να αποδείξει την ανωτερότητά του απέναντι στα υλικά αγαθά: Όταν οι Πελοποννήσιοι συγκεντρώνονταν ακόμα στον Ισθμό και προτού εισβάλουν στην Αττική, ο Περικλής του Ξανθίππου, που ήταν τότε ένας από τους Δέκα Στρατηγούς των Αθηναίων, βλέποντας ότι επίκειται η εισβολή, φοβήθηκε μήπως ο Αρχίδαμος, που τύχαινε να είναι φίλος του, για να του κάνει χάρη, δώσει από δική του πρωτοβουλία διαταγή να μην καταστραφούν τα κτή­ματά του είτε ακόμα και μετά από διαταγή των Λακεδαιμονίων για να τον εκθέσουν στους Αθηναίους, όπως το είχαν προσπαθήσει, απαιτώντας να εξαγνιστεί η πολιτεία από το Κυλώνειο άγος. Για τον λόγο αυτόν ο Περικλής ανακοίνωσε στην Εκκλησία του Λαού ότι ο Αρχίδαμος ήταν φίλος του, αλλά ότι αυτό δεν θα προκαλούσε καμιά βλάβη στα συμφέροντα της πολιτείας και ότι, αν ο εχθρός δεν κατέστρεφε τα κτήματά του και τα εξοχικά του, τότε τα χάριζε στο Δημόσιο για να μην δημιουργηθεί, από τον λόγον αυτόν, καμιά υποψία εναντίον του’ (2.13.1). Και πάλι γίνεται εδώ εμφανής η συνειδητή μέριμνα του Περικλή να προβάλει και να διαφυλάξει συγκεκριμένες όψεις της δημόσιας εικόνας του.[52] Η εικόνα μπορεί εύκολα να καταστραφεί, ακόμη και άδικα. Ο Περικλής είχε καλή γνώση αυτών των μηχανισμών, όπως φυσικά και οι αντίπαλοί του. Η εικόνα ενός πολιτικού είναι σαν να έχει δική της ζωή, και μπορεί να επηρεασθεί από τρίτους.
 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι και άλλες πηγές επιβεβαιώνουν τη σημασία της δημόσιας εικόνας για τη σταδιοδρομία του Περικλή. Ο Βίος Περικλεούς του Πλουτάρχου περιέχει κάποιες πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή του Περικλή, θέμα που ο Θουκυδίδης θεωρούσε ότι δεν ανήκει στο πεδίο του έργου του: ὁδόν τε γάρ ἐν ἄστει μίαν ἑωρᾶτο τήν ἐπ’ ἀγοράν καί τό βουλευτήριον πορευόμενος, κλήσεις τε δείπνων καί τήν τοιαύτην ἅπασαν φιλοφροσύνην καί συνήθειαν ἐξέλιπεν, ὡς ἐν οἷς ἐπολιτευσατο χρόνοις μακροῖς γενομένοις πρός μηδένα τῶν φίλων ἐπί δεῖπνον ἐλθεῖν πλήν Εὐρυπτολέμου τοῦ ἀνεψιοῦ γαμοῦντος ἄχρι τῶν σπονδών παραγενόμενος εὐθύς ἐξανέστη’ ,7.4. [τον έβλεπαν να ακολουθεί ένα δρόμο, αυτόν που οδηγούσε στην αγορά και το βουλευτήριο. Απαρνήθηκε τις προσκλήσεις σε δείπνο και τις φιλικές συναναστροφές και τις παρέες αυτού του είδους, ώστε στα χρόνια που βρισκόταν στην πολιτική, που ήταν μάλιστα πολλά, δεν πήγε για δείπνο σε κανέναν από τους φίλους του. Πήγε μόνο στου εξαδέλφου του του Ευρυπτόλεμου, όταν παντρευόταν. Έμεινε μέχρι να γίνουν οι σπονδές και αμέσως μετά σηκώθηκε κι έφυγε]. Σε αυτό το παράδειγμα είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε χαρακτηριστικά, τα οποία είχαμε διαπιστώσει νωρίτερα: σταθερότητα και επιμονή για τη δημιουργία μιας δημόσιας εικόνας, ακόμη και αν αυτό απαιτεί χρόνο, όπως επίσης προσοχή ώστε να μη δοθεί καμία αφορμή για την καταστροφή αυτής της εικόνας – πράγμα το οποίο ήταν δυνατόν να συμβεί ανά πάσα στιγμή.
 
Οι απόψεις που ο Θουκυδίδης βάζει στο στόμα του Περικλή βρίσκονται στο ίδιο μήκος κύματος. Μιλώντας προς τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια των διπλωματικών διεργασιών που προηγήθηκαν του πολέμου, ο στρατηγός επιμένει ότι ακόμη και η μικρότερη υποχώρηση εκ μέρους των Αθηναίων θα εκληφθεί ως αδυναμία και θα τονώσει το φρόνημα του αντιπάλου. Αντίθετα, πώς θα κατέβαλαν οι Αθηναίοι το ηθικό των Σπαρτιατών; Ο Περικλής προτείνει: καί εἰ ᾤμην πείσειν ὑμᾶς, αὐτούς ἄν ἐξελθόντας ἐκέλευον αὐτά δῃῶσαι καί δεῖξαι Πελοποννησίοις ὅτι τούτων γε ἕνεκα οὐχ ύπακούσεσθε, 1.143.5 [και αν πίστευα ότι μπορώ να σας πείσω, θα σας έλεγα να τρέξετε, σεις οι ίδιοι, να τα καταστρέψετε για να δείξετε στους Πελοποννησίους ότι δεν θα υποκύψετε για να τα σώσετε]. Ο Περικλής εμμέσως εισηγείται μια ενέργεια με υπολογίσιμο κόστος, η οποία δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο σκοπό εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων. Η δημόσια εικόνα αντιμετωπίζεται ως αυθύπαρκτη πραγματικότητα.
 
Μια άλλη πηγή μας δίνει μια επιπλέον δυνατότητα να επιβεβαιώσουμε τη μαρτυρία του Θουκυδίδη: ένα απόσπασμα, το οποίο αποδίδεται στον σοφιστή Πρωταγόρα, σύγχρονο του Περικλή, και το οποίο παραδίδεται στο ψευδο-πλουτάρχειο σύγγραμμα Παραμυθητικός προς Ἀπολλώνιον (118e). Πρόκειται και πάλι για ένα γεγονός της ιδιωτικής ζωής του Περικλή, συγκεκριμένα για την αντίδρασή του στον θάνατο των δύο γιων του, του Παράλου και του Ξανθίππου, εξαιτίας του λοιμού: τῶν γάρ υἱέων νεηνιῶν ὄντων καί καλῶν, ἐν ὀκτώ δέ ταῖς πάσησιν ἡμέρησιν ἀποθανόντων, νηπενθέως ἀνέτλη. Εὐδίης γάρ εἴχετο ἐξ ἧς πολλόν ὤνητο κατά πᾶσαν ἡμέρην εἰς εὐποτμίην καί ἀνωδυνίην καί τήν ἐν τοῖς πολλοῖσι δόξαν, πᾶς γάρ τις μιν ὁρῶν τά ἑαυτοῦ πένθεα ἐρρωμένως φέροντα, μεγαλόφρονά τε καί ἀνδρεῖον ἐδόκει εῖναι καί ἑαυτοῦ κρείσσω, κάρτα εἰδώς τήν ἑαυτοῦ ἐν τοιοῖσδε πράγμασιν ἀμηχανίην’ (Πρω­ταγόρας, απ. Β 9 DK) [Οι δύο γιοί του πέθαναν παλικάρια νέα και ωραία μέσα σε οκτώ μέρες όλες κι όλες. Εκείνος όμως άντεξε σφίγγοντας την καρδιά του. Κράτησε την ψυχική του γαλήνη, κι αυτό τον ωφέλησε πολύ, προκαλώντας καθημερινά την καλή του τύχη, διώχνοντάς του τον πόνο και χαρίζοντάς του την εκτίμηση του κόσμου. Γιατί ο καθένας τον έβλεπε να υπομένει με εσωτερική δύναμη τον πόνο του και τον θεωρούσε άνθρωπο με ισχυρό φρόνημα και γενναία ψυχή και δυνατότερο από τον ίδιο, ξέροντας καλά τη δική του απόγνωση σε ανάλογες περιστάσεις]. Μια λίγο διαφορετική εκδοχή βρίσκουμε και στον Βίο του Πλουτάρχου (36.9). Ο βιογράφος αναφέρει ότι ο Περικλής επέδειξε καρτερία πενθώντας πολλούς συγγενείς και φίλους τους οποίους είχε χάσει από τον λοιμό, μεταξύ των οποίων ο γιος του Ξάνθιππος και η αδελφή του. Αλλά στο άκουσμα του θανάτου του Παράλου, του μοναδικού νόμιμου γιού του, λύγισε και ξέσπασε σε θρήνο για μοναδική φορά στη ζωή του. Είναι προφανώς άνευ σημασίας να θέσουμε το ερώτημα ποια από αυτές τις εκδοχές είναι αυθεντική. Το ενδιαφέρον έγκειται στις ιδέες και τις αντιλήψεις που εκφράζει η κάθε μία από αυτές. Η εκδοχή του Πρωταγόρα φαίνεται να προσαρμόζει τα γεγονότα στις ανάγκες μιας γενικότερης ιδέας την οποία υπηρετεί. Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τον αντίκτυπο της στάσης του Περικλή στους συγχρόνους του. Αυτή η στάση ενισχύει την εκτίμηση του κόσμου χάρη στην ψυχολογική αντίδραση την οποία προκαλεί σε όσους τον παρατηρούν.
 
Η απόδοση του αποσπάσματος στον Πρωταγόρα μας φέρνει εμμέσως αντιμέτωπους με τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας συζήτησης. Η ιδέα, την οποίαν εκφράζει εδώ ο Πρωταγόρας, ότι δηλαδή κάθε πολίτης συγκρίνει τον Περικλή με τον εαυτό του και αξιολογούσε τη στάση του χρησιμοποιώντας ως μέτρο τον εαυτό του ανακαλεί ασφαλώς τη βασική γνωσιολογική αρχή του συγγραφέα, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος κρίνει τα πάντα – και επομένως και τους άλλους ανθρώπους – με μέτρο τον εαυτό του (πά­ντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος). Η ανθρώπινη αντίληψη – και ίσως, κατ’ επέκταση, η ανθρώπινη κρίση – γίνεται μέτρο της γνώσης. Το ενδιαφέρον του Πρωταγόρα για τον Περικλή δείχνει όχι απλώς ότι ο σοφιστής βρήκε στο περιστατικό αυτό ένα πρόσφορο παράδειγμα για την ορθότητα της διδασκαλίας του, αλλά ενδεχομένως αποκαλύπτει, αντίστροφα, την επίδραση του Πρωταγόρα στη σκέψη του ίδιου τον Περικλή.
 
Αυτό θα επιβεβαιωθεί από έναν συλλογισμό που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του ίδιου του Περικλή στο προοίμιο του Επιτάφιου: χαλεπόν γάρ τό μετρίως εἰπεῖν ἐν ᾧ μόλις καί ἡ δόκησις τῆς ἀληθείας βεβαιοῦται. ὅ τε γάρ ξυνειδώς καί εὔνους ἀκροατής τάχ΄ ἄν τι ἐνδεεστέρως πρός ἅ βουλεύεταί τε καί ἐπίσταται νομίσειε δηλοῦσθαι, ὅ τε ἄπειρος ἐστιν ἅ καί πλεονάζεσθαι, δια φθό­νον, εἴ τι ὑπέρ τῇ αὐτοῦ φύσιν ἀκούοι. μέχρι γάρ τοῦδε ἀνεκτοί οἱ ἔπαινοί εἰσι περί ἑτέρων λεγόμενοι, ἐς ὅσον ἄν καί αὐτός ἕκαστος οἴηται ἱκανός εἶναι δρᾶσαί τι ὧν ἤκουσεν. τῷ δέ ὑπερβάλλοντι αὐτῶν φθονοῦντες ἤδη καί ἀπιστοῦσιν (2.35.2) [Δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς όπως ταιριάζει σε θέμα που χρειάζεται κόπος για να γίνει πιστευτή και η απλή αλήθεια. Γιατί ο ευνοϊκός ακροατής που ξέρει τα πράγματα θα θεωρήσει τα όσα ακούει κατώτερα από όσα θέλει και περιμένει ν’ ακούσει, ενώ ο ακροατής που δεν τα ξέρει θα νομίσει, από φθόνο, πως λέγονται υπερβολές, αν τύχει κι ακούσει κάτι που είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του. Τον έπαινο για τους άλλους τον ανεχόμαστε τόσο μόνο όσο πιστεύουμε πως κι εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να τον αξίζουμε. Καθετί που είναι ανώτερο μας, από φθόνο, δεν το πιστεύουμε], Η διαδικασία που περιγράφεται στον Επιτάφιο και στο απόσπασμα του Πρωταγόρα είναι ακριβώς η ίδια. Ο άνθρωπος αξιολογεί τη συμπεριφορά των άλλων με γνώμονα την εικόνα που έχει για τις δικές του δυνατότητες, για τα δικά του όρια. Και στις δύο περιπτώσεις ο αποδέκτης της εικόνας αποτελεί το μέτρο της αξιολόγησης. Στο απόσπασμα του Πρωταγόρα ο Περικλής εξασφαλίζει την αποδοχή των άλλων, καλλιεργώντας τους την εντύπωση ότι είναι καλύτερος. Η δημόσια εικόνα του τους πείθει για αυτό.
 
Στο έργο του Θουκυδίδη γίνεται εμφανής όχι τόσο η επίδραση του Πρωταγόρα στον ιστορικό όσο στον Περικλή. Οι τεχνικές που σύμφωνα με τον Θουκυδίδη διέπουν τη δημιουργία, συντήρηση και υπεράσπιση της εικόνας ενός πολιτικού έναντι του πλήθους συμφωνούν με τις γνωσιολογικές αρχές του σοφιστή, αν δεν αποτελούν και συνειδητή εφαρμογή τους. Ένα απόσπασμα από τον τελευταίο λόγο του Περικλή λειτουργεί ως ένα ακόμα παράλληλο στο πρωταγόρειο απόσπασμα και στην άποψη ότι η καρτερία σε αντίξοες περιστάσεις εκλαμβάνεται από τους γύρω ως τεκμήριο υπεροχής σε σχέση με τους ίδιους: μήτε ἔνδηλοί ἐστε τοῖς παροῦσι πόνοις βαρυνόμενοι, ὡς οἵτινες πρός τάς ξυμ­φοράς γνώμῃ μέν ἥκιστα λυποῦνται, ἔργῳ δέ μάλιστα ἀντέχουσιν, οὗτοι καί πόλεων καί ἰδιωτῶν κράτιστοί εἰσιν (2.64.6) [μην δείχνετε ότι οι τωρινές συμφορές σάς έχουν καταβάλει. Άριστοι είναι εκείνοι – είτε πρόκειται για πολιτεία είτε πρόκειται για ανθρώπους – που δεν κλονίζεται το ηθικό τους από τις συμφορές, εκείνοι που δείχνουν τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη δράση].
 
Συμπέρασμα
Είδαμε ότι η στρατηγική δημοσίων σχέσεων του Περικλή, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, δεν βασιζόταν στον αυτοσχεδιασμό, αλλά ακολουθούσε συγκεκριμένη μέθοδο,[53] παρέμενε προσηλωμένη σε συγκεκριμένους στόχους και προ πάντων εκμεταλλευόταν τη γνωσιοθεωρία της εποχής του στην πιο ριζοσπαστική μάλιστα εκδοχή της. Στο πρόσωπο του Θουκυδίδη ο Περικλής βρίσκει έναν εξαιρετικά οξυδερκή παρατηρητή, που όχι μόνο διέκρινε τους μηχανισμούς της πολιτικής επικοινωνίας, όπως λειτουργούσαν στον κόσμο γύρω του, αλλά κατανόησε επίσης τη σημασία τους. Ακόμη περισσότερο, οι δυνατότητες της πολιτικής επικοινωνίας προσέφεραν στον ιστορικό ένα περαιτέρω μέσο εξατομίκευσης και χαρακτηρισμού των πρωταγωνιστών του έργου του. Η αλληλεπίδραση ενός ηγέτη με το πλήθος είναι δυνατόν να γνωρίσει διαβαθμίσεις με γνώμονα διάφορα κριτήρια: από τον απόλυτο έλεγχο μέχρι την έλλειψη επιρροής από την ηγεσία που εμπνέει χάρη στο κύρος μέχρι τον ανεύθυνο λαϊκισμό ή την ιδιοτελή χειραγώγηση, από τη δημόσια αποδοχή μέχρι την παραίτηση.
 
Αν ο R. Collingwood χαρακτήρισε τον Θουκυδίδη πατέρα της ψυχολογικής ιστοριογραφίας,[54] προετοιμάζοντας ουσιαστικά το έδαφος για μια σειρά από σημαντικές μελέτες που διερεύνησαν αυτήν την πτυχή του έργου του, σημερινοί μελετητές, όπως ο J. Ober στον ανά χείρας τόμο, χαρακτηρίζουν τον Θουκυδίδη πατέρα της πολιτικής επιστήμης. Όπως δείχνει και η συζήτηση που προηγήθηκε, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν μπορεί παρά να καλύπτει και τη συνεισφορά του Θουκυδίδη στη μελέτη της ανατομίας και λειτουργίας της πολιτικής επικοινωνίας.
---------------------
[1] Βλ. Geske (2005). Πάντως ο Νικίας δεν επαινείται ποτέ από τον Θουκυδίδη για τις στρατιωτικές του ικανότητες· πρβλ. Kallet (2001) 151-59.
[2] Οι μεταφράσεις είναι δικές μου.
[3] Για την επιρροή των στρατιωτών στις αποφάσεις και διαταγές των στρατηγών τους βλ. Hamel (1998) 71-73.
[4] Για τον Δημοσθένη βλ. Stahl (1066) 130 κ.ε. για την Ποτείδαια Kallet (1993) 120-23.
[5] Η πληροφορία αυτή επιτείνει την εντύπωσή μας για την αποτελεσματικότητα του Περικλή ως ρήτορα (1.140-144)· μετά την εκφώνηση της δημηγορίας η αποδοχή των απόψεών του από τους Αθηναίους είναι πλήρης (1.145).
[6] Μέχρι την εμφάνιση του Κλέωνα στο 3° Βιβλίο δεν υπάρχουν αναφορές στην ηγετική παρουσία κάποιου άλλου πολιτικού ή σε σύγκληση της εκκλησίας του δήμου. Πρβλ. Connor (1984) 76 κ. ε.: ‘Στο πρώτο μέρος του βιβλίου [2ου] δόθηκε μεγάλη έμφαση στη διαδικασία με την οποία η Αθήνα λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις σχετικά με τον πόλεμο… Αποκτούμε μια αίσθηση των διαθέσεων που επικρατούσαν στους Αθηναίους πολίτες και ρίχνουμε μια ματιά στη συνέλευση τη στιγμή της λειτουργίας της. Μετά το κεφάλαιο 65 η αφήγηση αναφέρει τις σημαντικότερες αποφάσεις, αλλά δεν λέγονται πολλά για τη διαδικασία με την οποία αυτές λαμβάνονταν. Η συνέλευση εξαφανίζεται, και μαζί της τα άτομα που επεδίωκαν να κυριαρχήσουν σε αυτήν’· βλ. επίσης Rood (1998) 136 κ.ε. Για ‘τις επιλογές, τη συμπύκνωση και τις παραλείψεις’ που χαρακτηρίζουν τους λόγους βλ. Hornblower (1987) 55
[7] Δεν διαθέτουμε επαρκή στοιχεία από αλλού, ώστε να υιοθετήσουμε την εύλογη υπόθεση (πρβλ. 2.59.3) ότι ο Περικλής ενεργούσε με την ιδιότητά του ως στρατηγού. Για αυτό το πρόβλημα βλ. Hamel (1998) 5-12.
[8] Σύμφωνα με τη διάκριση που εισηγείται η V.J. Hunter (1988/89) 18 με τη σημ. 6 (όπου και η σχετική βιβλιογραφία) όχλος είναι μια ομάδα η οποία συναθροίζεται και τείνει να ομογενοποιηθεί. Ο όρος ‘μάζα’ αφορά ένα σύνολο ανθρώπων που είναι πολύ εκτεταμένο, ώστε να συναθροισθεί.
[9] Marx – McAdam (1994) 68 κ.ε.
[10] McNair (1995) 7.
[11] Αντίθετα με τους Αθηναίους στη Μήλο ο Βρασίδας είχε την ευκαιρία να απευθυνθεί στον λαό των πόλεων της Βόρειας Ελλάδας και κατόρθωσε να τον πείσει να εγκαταλείψει τους συμμάχους του. Η επιτυχία του οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εξαπάτηση και στον εκφοβισμό μέσω απειλών (4.87.2-5· βλ. επίσης 4.88.1: οι Ακάνθιοι ανησυχούσαν για τη συγκομιδή). Τα ακροατήρια του Βρασίδα παρουσιάζουν τη χαρακτηριστική συμπεριφορά του όχλου: ‘οι πολίτες ξεσηκώθηκαν ακόμη περισσότερο και ήθελαν να αποστατήσουν’ (ἐπήρθησαν, πρβλ. Connor [1984] 135, σημ. 68), επιθυμούσαν να είναι οι πρώτοι που θα το κάνουν (4.108.4), εκτίμησαν εσφαλμένα το μέγεθος της Αθηναϊκής δύναμης (4.108.4), παρασύρονταν από ευσεβείς πόθους και απωθούσαν κάθε αρνητικό ενδεχόμενο (4.108.6). Ο Βρασίδας δημιουργεί ψευδείς προσδοκίες και υποθάλπει άλογη συμπεριφορά (4.108.6)· πρβλ. επίσης Connor (1984) 131, σημ. 57. Εξάλλου, στην Αμφίπολη οι άνθρωποι σταματούν να υπακούουν στον Αθηναίο στρατηγό εκεί (4.106.2· για την παράλειψη του ονόματος του πρβλ. Hornblower, Comm. 2.337).
[12] Για τα παραπλανητικά στοιχεία της ομιλίας του Βρασίδα βλ. Debnar (2001) 188 κ.ε., 192-Price (2001) 251-54.
[13] Πρβλ. 2.60.6· βλ. Yunis (1991).
[14] Οι Εγεσταίοι, οι οποίοι είχαν επισήμως καλέσει τους Αθηναίους να επέμβουν στη Σικελία, χρησιμοποιούν λόγια τα οποία χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον Θουκυδίδη ως ἐπα­γωγά καί οὐκ ἀληθῆ (6.8.2). Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζει μια υπερβολικά μονόπλευρη εικόνα των συνθηκών στη Σικελία (6.17.2-6)· πρβλ. Stahl (1973) 64 κ.ε. Αντιπαράβαλλε το 6.93.1: οι Σπαρτιάτες δείχνουν εμπιστοσύνη στον Αλκιβιάδη, ‘διότι πίστεψαν ότι είχαν ακούσει τον άνθρωπο ο οποίος διέθετε την πιο ακριβή πληροφόρηση’.
[15] Βλ. Stahl (1973) 70-72· Tsakmakis (1995a) 159-75.
[16] Πρβλ. Connor (1984) 168-71.
[17] Φήμες οι οποίες κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα (άκογι) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της μαζικής υστερίας που οδήγησε στην ανάκληση του Αλκιβιάδη. Ο φόβος των Αθηναίων για την τυραννίδα ενισχύθηκε από λανθασμένες ιστορικές εικασίες· βλ. Τsakmakis (1995a) 186 κ.ε. Οι φήμες υπόκεινται σε αλλαγές και παραμορφώσεις που είναι τριών ειδών: διαγραφή λεπτομερειών (‘ισοπέδωση’), προϊούσα οργάνωση της ύλης γύρω από ένα δεσπόζον θέμα (‘όξυνση’) και παρουσίαση του μηνύματος με τρόπο που να το καθιστά συμβατό με προϋπάρχουσες ατομικές και συλλογικές απόψεις (‘αφομοίωση’)· βλ. Marx – McAdam (1994) 27. Το επεισόδιο των Πεισιστρατιδών περιέχει πολλές λεπτομέρειες, θέματα και δομές δράσης που αγνοούνται στη διαδεδομένη εκδοχή του περιστατικού· στόχος του είναι να αμφισβητήσει την απλοϊκή σύνδεση της τυραννίδας με τη βία.
[18] Βλ. Rechenauer (1991) 144-57.
[19] Η σημασία αυτού του γεγονότος δεν αναιρείται από την παρατήρηση της V.J. Hunter (1998/89) ότι ο Θουκυδίδης δεν συγγράφει μια ‘κοινωνιολογία’ του όχλου, αλλά εφαρμόζει τους κανόνες της ατομικής ψυχολογίας στη συμπεριφορά του.
[20] Πρόκειται για πολύ φιλόδοξο στόχο, ακόμη και για σύγχρονους ερευνητές, καθώς δεν εξαντλείται στην εξέταση στατικών τεκμηρίων, αλλά απαιτεί την κατανόηση κοινωνικών δυναμικών βλ. Marx – McAdam (1994) 25f.
[21] Είναι προετοιμασμένος για τις αντιδράσεις τους: 2.59.3 – 2.60.1· πρβλ. 1.140.1.
[22] Δεδομένου ότι ο Περικλής δεν έχεt αντίπαλο στις δημόσιες αγορεύσεις του, ο πραγματικός του αντίπαλος είναι το πλήθος: ο βαθμός αποδοχής της ηγεσίας του είναι o  μόνος μεταβλητός παράγοντας. Η αντίσταση στην επιχειρηματολογία του Περικλή εκφράζεται ως αντιπαράθεση συναισθήματος-λογικής (2.65.1: ὀργή – γνώμη, 2.65 3-4: ὀργή – νομίζειν· βλ. ολόκληρο τον τελευταίο λόγο του Περικλή). Με παρόμοιο τρόπο η εγκατάλειψη της πολιτικής του Περικλή περιγράφεται ως αποτέλεσμα ηθικής διαφθοράς ή ως ελάττωμα των ηγετών, οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα συναισθήματα και τα πάθη των μαζών (2.65.10).
[23] Φαντάζει ειρωνικό το γεγονός ότι ο Νικίας τελικά εκτελείται, επειδή οι Συρακούσιοι θα φοβηθούν μήπως δωροδοκήσει τους φρουρούς του (7.86.4)
[24] Ο Νικίας δεν είναι σε θέση να σκεφθεί με όρους πολιτικούς. Η πολιτική του κρίση δεν μπορεί ποτέ να αποσυνδεθεί από τη στενή μέριμνα για την προσωπική του σταδιοδρομία (5.16.1, 6.9.2.).
[25] Κατά παρόμοιο τρόπο ο Κλέων δεν διστάζει να εισηγηθεί τη διάκριση μεταξύ συνετών και ασήμαντων πολιτών (φαυλότεροι, 3.37.3) στο ακροατήριό του (για να εκφράσει, ωστόσο, την αποδοκιμασία του για τους πρώτους· πρβλ. Rengakos [1984] 58-63‘ Connor [1971] 94-96· Hornblower, Comm. 1.424), με σκοπό να εξυπηρετήσει τις άμεσες βλέψεις του στη διάρκεια της συζήτησης για τη Μυτιλήνη. Χαρακτηριστικό είναι ότι στη συνέχεια της επιχειρηματολογίας του αρνείται μια θεμελιώδη αρχή της πολιτικής επικοινωνίας σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, τον δημόσιο διάλογο, υπερτονίζοντας τα αρνητικά επακόλουθα της ρητορικής πειθούς· πρβλ. Connor (1984) 82 κ.ε.
[26] Ποβλ. 6.1 7.1 (για την υποστήριξη της συμμαχίας εναντίον της Σπάρτης: 5.45.3).
[27] Βία και πειθώ είναι όροι αντίθετοι στην ελληνική σχεφη ποβλ. Buxton ί 1982) 58-63. Αυτή, ωστόσο, η αντίφαση χαρακτηρίζει ευρύτερα την πολιτική ζωή της εποχής στην Αθήνα: η πειθώ κυριαρχούσε μέσω της ρητορικής στα εσωτερικά των Αθηναίων, ενώ η βία ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της πολιτικής τους απέναντι στους συμμάχους.
[28] Πρβλ. Hornblower. Comm. 2.152.
[29] Στη διένεξη για την Πύλο γίνεται ο ίδιος θύμα της δυναμικής που αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ενώ στη Σικελική εκστρατεία ορίζεται επικεφαλής παρά τη θέλησή του (6.8.4).
[30] Η αξιοπιστία της αφήγησης στο σημείο αυτό υποστηρίζεται από αντίστοιχα φαινόμενα που επισημαίνονται στην αφήγηση της επιστροφής του Αλκιβιάδη στην Αθήνα από τον Ξενοφώντα (Ελλ. 1-4. 18-20).
[31] Πρβλ. επίσης Zaller (1992) 53-75.
[32] Πρβλ. Pouncey (1986)
[33] Πρβλ. Hornblower (1987) 73-110· Thomas (2000) 168-212· Kallet (στον ανά χείρας τόμο).
[34] Ο Θεμιστοκλής είναι ο μόνος πολιτικός ο οποίος στο έργο του Ηροδότου εμφανίζεται ενώπιον της συνέλευσης και πείθει τους πολίτες να υιοθετήσουν τις προτάσεις του (Ηρόδ. 8.109.2-8.110.1· η στρατιωτική του παρακέλευση στο 8.83 είναι επίσης αποτελεσματική).
[35] Αναγνώριση της σύνεσης και της ευφυΐας άλλων πολιτικών από τον Θουκυδίδη: 2.97.6· 4.81.2· 6.54.5· 6.72.2· 8.68.1. Επίσης βλ. Rood (1998α) 184, σημ. 8.
[36] Διεξοδικά πραγματεύεται το θέμα ο Edmunds (1975). Για τη συσχέτιση σκέψεων, προβλέψεων, προθέσεων και γεγονότων βλ. V.J. Hunter (1973α)· Stahl (1973)· Schneider (1974) 69-125.
[37] Marx – McAdam (1994) 69.
[38] Η βοήθεια του Βρασίδα προς τη Σκιώνη ενεθάρρυνε τους Μενδαίους να αποστατήσουν από τους Αθηναίους (4.123.2). Η έντονη εντύπωση των κατορθωμάτων του Βρασίδα είναι ακόμη ζωντανή και στους Μηλίους (5.110). Οι Μυτιληναίοι εξάλλου δηλώνουν ότι αποστάτησαν σκεπτόμενοι το παράδειγμα της μεταχείρισης άλλων συμμάχων από τους Αθηναίους (3.10.6, 3.11.8· πρβλ. επίσης την έκκληση προς τους Σπαρτιάτες στα χωρία 3.13.2 και 3.13.7). Η δημηγορία των Μυτιληναίων αξιοποιεί ευρέως ρητορικές τεχνικές του συρμού, αλλά δεν εμποδίζει τους Λακεδαιμονίους να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι Μυτιληναίοι δεν έλεγαν την αλήθεια και ζητούσαν πράγματα αδύνατα (3.16.2· επίσης HTC 2.268-69 στο 3.13.4).
[39] Πρβλ. 3.39.3: Παράδειγμα δέ αὐτοῖς οὔτε αἱ ταῶν πέλας ξυμφοραί ἐγένοντο (‘δεν έχουν διδαχθεί ούτε από το παράδειγμα των γειτόνων τους’)· το παράδειγμα απαντά στους ισχυρισμούς των Μυτιληναίων (3.10.6, 3.11.8), αλλά αντικρούεται από τον Διόδοτο στο 3.47.3: προδειξάντων ὑμῶν τήν αὐτήν ζημίαν τοῖς τε ἀδικοῦσιν ὁμοίως κεῖσθαι καί τοῖς μή (‘γιατί εσείς θα έχετε προλάβει να δείξετε ότι η ίδια ποινή επιβάλλεται και σε εκείνους που είναι ένοχοι και σε όσους δεν είναι’). Η χρήση του παραδείγματος ταιριάζει με μια ρητορική χρήση του παρελθόντος, η οποία παραγνωρίζει τις πραγματικές σχέσεις ισχύος. Οι Πλαταιείς υπενθυμίζουν στους Σπαρτιάτες ότι θεωρούνται παράδειγμα ανδραγαθίας (3.57.1· βλ. και 3.59.1 για την ιδέα της φήμης). Οι Μήλιοι προειδοποιούν ότι η τιμωρία των Αθηναίων σε περίπτωση ήττας θα είναι παραδειγματική για άλλους ηγεμόνες (5.90).
[40] Πρβλ. τις προσεκτικές παραινέσεις του Κνήμου και του Βρασίδα (2.87.1) και τον αντίστοιχο λόγο του Φορμίωνα προς τους Αθηναίους (2.89): Ο Φορμίων έχει επίγνωση των δυσκολιών και δεν ολισθαίνει προς μια επιπόλαια ρητορική εκμετάλλευση της προηγούμενης νίκης των Αθηναίων.
[41] Βλ. επίσης Connor (1984) 170 με τη σημ. 30.
[42] Αντίθετα, η υπερβολικά πρόστυχη συμπεριφορά ενός πολιτικού είναι δυνατόν να προκαλέσει την αποστροφή των πολιτών, όπως στην περίπτωση του Υπέρβολου· βλ. 8.73.3.
[43] 6.12· για τις δημηγορίες πριν από τη Σικελική εκστρατεία πρβλ. Kallet (2001) 24-48.
[44] Connor (1984) 164.
[45] Για αυτή την ιδέα βλ. Crane (1996) 118-26. Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που εξηγεί τις ιδέες τις οποίες εκφράζει ο Αλκιβιάδης· 5-43.2· 6.16.1· 6.89.4. Ο Αλκιβιάδης επιμένει να θεμελιώνει τις αξιώσεις του στην παραδοσιακή έννοια της ἀξίας: ἀξιοῦν: 6.92.2, 6.92.5· ἀνταξιοῦν: 6.16.1· ἀξίως: 6.16.2.
[46] Σύγκριση μπορεί να γίνει στο σημείο αυτό με την απουσία επιχειρημάτων στον λόγο του Σθενελαΐδα ή με την επιθετική στάση του Κλέωνα προς το ακροατήριό του.
[47] Πρβλ. Landmann (1932) 23-27.
[48] Πρβλ. επίσης 2.64.6 με το σχόλιο του Hornblower, Comm. 1.340· βλ. Rusten (1989) 197 κ.ε. Για τις διαφορές μεταξύ Περικλή και Αλκιβιάδη πρβλ. Price (2001) 2S4-6V
[49] Βλ. Debnar (2001) 172,183-93.
[50] McNair (1995) 42 κ.ε.
[51] Βλ. Ober (1989) 31-33.
[52] Ορισμένες πηγές αναφέρονται σε μομφές κατά του Περικλή για δωροδοκία, δια- ψεύδονται όμως έμμεσα στην Ιστορία του Θουκυδίδη: πρβλ. Will (2003) 238 και σημ. 52. Για τη δωροδοκία στην Αθηναϊκή πολιτική βλ. Ober (1989) 236-38.
[53] Πρβλ. επίσης Connor (1971) 127 κ.ε. Για τον Νικία και τη δημόσια εικόνα του βλ. Geske (2005) 84.
[54] Collingwood (1961) 20.

Η κοινωνική και οικονομική κρίση του 3ου π.Χ. αιώνα

Ας επιβιβαστούμε στη μηχανή του χρόνου και ας βρεθούμε στα μέσα του 3ου π.χ. αιώνα. Μια εποχή με αρκετά έως επικίνδυνα κοινά σημεία με τη σημερινή εποχή. Παρατεταμένη οικονομική και κοινωνική κρίση, καθώς και κρίση θεσμών – αξιών, τεράστιο οικονομικοκοινωνικό χάσμα ανάμεσα σε έχοντες και μη έχοντες, διεύρυνση των αγορών και συσσώρευση πλούτου ως αποτέλεσμα της δράσης των επιγόνων του Μ. Αλεξάνδρου, ωστόσο ο πλούτος μένει στα χέρια ελαχίστων τη στιγμή που η φτώχεια παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις.

Ένας συναρπαστικός αιώνας, παρόμοιος με την σύγχρονη οικονομική κρίση των ημερών μας. Ίσως συμπεράνουμε πως η ιστορία κάνει κύκλους. Ίσως! Εντούτοις, αυτό είναι βέβαιο, πως αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε εκείνη την περίοδο, που πιθανόν να μας ωφελήσει ως προς την κατανόηση του παρόντος.

Μετά τον θάνατο των επιγόνων του Αλεξάνδρου υπάρχει μια αποσαφηνισμένη κατάσταση στην Α. Μεσόγειο: οι Πτολεμαίοι δεν άλλαξαν καθόλου την ζωή της Αιγύπτου και απομυζούν τον κόπο και το αίμα των εργατών του Νείλου. Η Αλεξάνδρεια, χωνευτήρι των λαών θα γνωρίσει τεράστια εμπορική ανάπτυξη. Εδώ θα γεννηθεί ο λεγόμενος κοσμοπολιτικός άνθρωπος, ο απολιτικός που θα ολοκληρωθεί με την δημιουργία της χριστιανικής θρησκείας. Το ελληνικό πνεύμα γονιμοποιεί το τελματωμένο της Μέσης Ανατολής για να ξεπεταχτούν νέες θρησκείες.

Οι Σελευκίδες μένουν περισσότερο πιστοί στο πνεύμα του Αλεξάνδρου δημιουργώντας ελληνιστικές πόλεις και προσπαθώντας να εξελληνίσουν, τουλάχιστο, την αριστοκρατία του τεράστιου κράτους τους. Λόγω όμως των ετερόκλητων λαών της επικρατείας τους θα μεταφέρουν την έδρα τους στην Αντιόχεια της Συρίας, πόλη χωρίς μεγάλη επιρροή στο διεθνές εμπόριο, αν και είναι μεγάλο εμπορικό κέντρο.

Στο Αιγαίο έχουμε σταθεροποίηση του Μακεδονικού κράτους, έπειτα από την κατάληψη της εξουσίας από τον οίκο των Αντιγονιδών. Επίσης σε σημαντικά κράτη αναδεικνύονται η Πέργαμος στην ΒΔ Μικρά Ασία και η Ρόδος.

Στην Πελοπόννησο μεγαλύτερη δύναμη αναδεικνύεται η Αχαϊκή Συμπολιτεία, με στήριγμα τους Πτολεμαίους. Στην Στερεά Ελλάδα οι Αιτωλοί γίνονται δύναμη εφάμιλλη των Μακεδόνων. Ο στρατός τους αποτελείται από ντόπιους που επιδίδεται στην πειρατεία και την λαφυραγώγηση. Από την άλλη η Αθήνα, ως παραγωγός όπλων επιθυμεί να τα έχει καλά με τα πολεμικά κράτη.

Η κυριότερη προτεραιότητα των κρατών είναι να ελέγχουν τους δυο μεγάλους εμπορικούς δρόμους της Μεσογείου: ο πρώτος έρχεται από τη Δυτική Μεσόγειο μέσω του κορινθιακού κόλπου και ο δεύτερος από την Μαύρη Θάλασσα και τα παράλια της Μικράς Ασίας. Όποιος δεν ελέγχει αυτούς τους δρόμους οδηγείται σε μαρασμό. Ο κόσμος του Αιγαίου ασφυκτιά από τον υπερπληθυσμό και την παρατεταμένη κρίση του δουλοκτητικού συστήματος. Η συσσώρευση του τεράστιου πλούτου από τις άρχουσες τάξεις, έπειτα από τις κατακτήσεις των διαδόχων και επιγόνων, επιφέρει μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα παντού και φυσικά δεν εξαιρείται ούτε η κλειστοφοβική Σπάρτη.

Στην Σπάρτη λοιπόν, έχουν απομείνει μόνο 100 οικογένειες με δικαίωμα ψήφου και άλλες 700 που θα είχαν δικαίωμα εφόσον κατείχαν κλήρους γης, αλλά δεν τους διαθέτουν. Η σύγκληση της Απέλλας δεν έχει πλέον νόημα. Οι 100 οικογένειες δίνουν τους 30 της γερουσίας και εναλλάσσονται στο αξίωμα του εφόρου. Επομένως, από τη στιγμή που σταμάτησαν και οι μισθοφορικές εκστρατείες, όσοι δεν είχαν κλήρο δυστύχησαν! Στη Λακωνία το καθεστώς δουλείας δεν ευδοκίμησε, εξαιτίας του πυκνού πληθυσμού. Οι δούλοι χρησιμοποιούνται μόνο ως υπηρετικό προσωπικό, ενώ η απόσταση Σπαρτιατών – Περιοίκων – Ειλώτων έχει μικρύνει και καθώς ξεπέφτουν, όλο και περισσότεροι Σπαρτιάτες έχουν και πιο στενές σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν, παρατηρείται ένα καθεστώς καταπίεσης που ασκείται από τις 100 οικογένειες πάνω στις εξαθλιωμένες κοινωνικές ομάδες.

Γενικότερα, κάτι παρόμοιο επικρατεί και στα υπόλοιπα ελληνικά κράτη. Οι αναπτυγμένες περιοχές (Κόρινθος, Άργος, Σικυώνα, Μεγαλόπολη) αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης από τη στιγμή που το κέντρο του εμπορίου μεταφέρθηκε στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικά η Κόρινθος είναι σε απόγνωση, αφού έχει απολέσει το μονοπώλιο του εμπορίου με τη Δύση, λόγω της ισχυροποίησης, καταρχάς των Ιλλυριών και μετέπειτα των Ρωμαίων. Η υπόλοιπη Πελοπόννησος έχει πάνω κάτω τα ίδια προβλήματα με την Σπάρτη, ιδιαίτερα οι αγροτικές περιοχές. Η ιδιοκτησία της γης έχει περιέλθει σε χέρια λίγων και επειδή κλήρος σημαίνει πολιτικά δικαιώματα και συμμετοχή στα κοινά, την εξουσία, λίγο πολύ, την κρατά σφιχτά η αριστοκρατία της γης.

Αντίθετα στις αναπτυγμένες πόλεις κυβερνούν τύραννοι που στηρίζονται στις μακεδονικές φρουρές, τις οποίες, βέβαια, πληρώνει η κάθε πόλη. Στο Άργος των 100.000 χιλ. κατοίκων και στην Κόρινθο των 500.000 χιλ. το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με τη γη, διότι η πλειοψηφία ζει από το εμπόριο και την μεταποίηση. Και αφού οι εμπορικοί δρόμοι κυριαρχούνται από άλλες δυνάμεις, π.χ. Πτολεμαίοι, Σελευκίδες, Μακεδόνες, Ρόδος, η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Επομένως, η κρίση χτυπά το εμπόριο και τα εργαστήρια, και επειδή απασχολούν χιλιάδες δούλους, όταν δένουν τα καράβια και σταματά η παραγωγή, θα πρέπει κάποιος να θρέψει αυτούς, αφού είναι ιδιοκτησία των πλουσίων εμπόρων και βιομηχάνων. Αποτέλεσμα λοιπόν, μια διαρκής διαπάλη ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς.

Στις αγροτικές περιοχές τα κοινωνικά προβλήματα και οι αγώνες είναι ξεκάθαρα: από τη μια οι καταπιεσμένες μάζες και από την άλλη οι γαιοκτήμονες. Όμως, στις δουλοκτητικές πόλεις το πρόβλημα είναι πιο περίπλοκο. Οι δούλοι είναι η μεγάλη πλειοψηφία και είτε δουλεύουν είτε όχι δε νιώθουν σε τόσο μεγάλο βαθμό την οικονομική πίεση των αφεντικών τους. Αντιθέτως, οι φτωχοί ελεύθεροι εργάτες, που βρίσκουν απασχόληση στα ναυπηγεία, στο στόλο και στα εργαστήρια, βιώνουν έντονα την εξαθλίωση.

Έτσι, οι περισσότερες μεγάλες πόλεις προσπαθούν να ενταχθούν σε έναν ευρύτερο πολιτειακό σχηματισμό, επειδή το εμπόριό τους δεν ήταν τοπικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα η Κόρινθος κοιτάζει όλο και πιο έντονα προς τη Δύση και τους Ρωμαίους, παραμερίζοντας σιγά – σιγά τη συνεργασία με τους Πτολεμαίους, αφού ελπίζει πως η αγορά του ρωμαϊκού κράτους θα γίνει δική της. Εν αντιθέσει, η Αθήνα που εξειδικεύεται πλέον σε παραγωγή όπλων, προσκολλάται στα συμφέροντα της Μακεδονίας και της Αιτωλικής Συμπολιτείας, διότι και οι δυο, ως μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις, χρειάζονται οπλισμό. Το ίδιο συμβαίνει και με το Άργος που η σίγουρη αγορά του είναι το εσωτερικό της Πελοποννήσου και οι μακεδονικές φρουρές. Η Μεγαλόπολη των 40.000χιλ κατοίκων επιβιώνει με τη γύρω περιοχή και την Μεσσηνία, έχοντας μεγάλους εχθρούς την Σπάρτη και τους Αιτωλούς.

Μέσα στις δουλοκτητικές πόλεις, ομάδες συμφερόντων διεκδικούν την εξουσία και τύραννοι την καταλαμβάνουν. Όταν η κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, ξεσηκώνεται η αντίπαλη ομάδα, ανατρέπει τον τύραννο, συνήθως τον σκοτώνει, νέος τύραννος παίρνει την αρχή, αλλά βασικά συνεχίζεται το ίδιο έργο: μια μορφή κοινωνικού αγώνα που όμως είναι πέρα από τα συμφέροντα των λαϊκών μαζών! Η κατάσταση γίνεται εκρηκτική. Δημεύεται η περιουσία του παλαιού τυράννου και των οπαδών του. Όσοι γλιτώνουν τη σφαγή καταφεύγουν σε άλλες πόλεις, όπου από εκεί οργανώνουν νέα πραξικοπήματα. Αυτοί με τη σειρά τους πράττουν τα ίδια και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Κάπου εδώ εμφανίζεται και ο Άρατος που ήταν γιος ανατρεπόμενου τυράννου (Κλεινίας) και οργανώνοντας πραξικόπημα πήρε την εξουσία στη Σικυώνα.

Ο Άρατος θα διαδραματίσει πρωτεύοντα ρόλο στην διεθνή “σκακιέρα” της εποχής, διότι θα αποδειχθεί ο πιο στυγνός υποστηρικτής του σάπιου, τελματώδους και αναχρονιστικού κατεστημένου των καιρών του. Για όλο το δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα Π.Χ. θα είναι αυτός που θα ηγηθεί των συμφερόντων της πλούσιας δουλοκτητικής τάξης υπηρετώντας δουλικά τα συμφέροντα του εκάστοτε ισχυρού μονάρχη. Πρώτα, θα ενσωματώσει την Σικυώνα (30.000 χιλ) με την Αχαϊκή Συμπολιτεία και θα προωθήσει τα συμφέροντα των Πτολεμαίων, αφού θα είναι πρόθυμος να αποδεχθεί πάσης φύσεως δωροδοκία. Καταλαμβάνει την Κόρινθο και προσπαθεί να αποκόψει τις κτήσεις των Μακεδόνων στην Αττική και την Πελοπόννησο. Εκκαθαρίζει τον κορινθιακό και καταλαμβάνει την Λοκρίδα ως και την Ναύπακτο. Απ’ αυτό το σημείο και έπειτα οι Αιτωλοί θα γίνουν φανατικοί εχθροί της Αχαϊκής Συμπολιτείας.

Με την εκκαθάριση του Κορινθιακού και Σαρωνικού κόλπου, οι Πτολεμαίοι γίνονται κύριοι του εμπορικού δρόμου. Όλες οι παραλιακές πόλεις, από φόβο, θα προσχωρήσουν στους Αχαιούς, εκτός του Άργους που έχει άλλα συμφέροντα. Ο Άρατος, φοβούμενος να έχει στις πλάτες του το Άργος με την ισχυρή μακεδονική φρουρά, οργανώνει δυο ανεπιτυχή πραξικοπήματα και θα κηρύξει αργότερα απροσχημάτιστα τον πόλεμο. Μα δε θα καταφέρει τίποτα. Αλλά ο φιλομακεδόνας τύραννος του Άργους Αριστόμαχος, μόλις πληροφορείται τον θάνατο του Αντίγονου Γονατά, ισχυρού βασιλιά της Μακεδονίας, και την αναταραχή που προκύπτει στην Πέλλα, υπολογίζει πως η δύναμη της εξαντλείται και έτσι εντάσσει το Άργος στην Αχαϊκή Συμπολιτεία.

Ο Δημήτριος Β΄ διαδέχεται τον πατέρα του στο θρόνο, ενώ ταυτόχρονα λήγει και ο πόλεμος των Ρωμαίων με τους Καρχηδόνιους με νίκη των πρώτων. Οι Ρωμαίοι, σύμμαχοι των Πτολεμαίων, διεξάγουν το εμπόριο μεταξύ τους μέσω Αφρικής. Η κατάσταση για τις ελληνικές πόλεις έχει εκτραχυνθεί. Αυτές ασφυκτιούν από τον εμπορικό αποκλεισμό, ενώ τα κοινωνικά προβλήματα που προέρχονται από τον οικονομικό στραγγαλισμό είναι οξυμμένα περισσότερο από ποτέ. Βρισκόμαστε στο 241 Π.Χ. Το ποτήρι θα ξεχειλίσει. Στο ερώτημα, ο ελληνικός κλασσικός κόσμος θα καταφέρει να ανταπεξέλθει σε αυτή την κρίση, κανείς δεν θα είναι σε θέση να δώσει απάντηση. Ή μήπως όχι; Η απάντηση θα έρθει από την, κατά τ’ άλλα, συντηρητική Σπάρτη.

Αν με σκεφτείς, κοίταξε δίπλα σου

Πάντα υπήρχαν, πάντα υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν λόγοι που μας χωρίζουν. Αναρίθμητες αιτίες και άλλες τόσες αφορμές μας οδηγούν σε τέλματα χωρίς επιστροφή και το ξέρεις.

Μια οδυνηρή απώλεια, ένα μη αναστρέψιμο στιγμιαίο λάθος, ένας ξαφνικός μικρός θάνατος, μάσκες οξυγόνου σε κατάλευκα κρεβάτια νοσοκομείων με υγρούς πράσινους τοίχους, το κενό σε ένα βλέμμα, το «γιατί» σε ένα ανεκπλήρωτο πάθος, ο φόβος.

Πάντα υπήρχαν, πάντα υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν λόγοι που μας χωρίζουν λοιπόν.

Ίσως γιατί έφυγες νωρίς και από εκεί ψηλά προσεύχεσαι για μένα, ίσως γιατί δείλιασα εγώ μπροστά σε ένα κατακόκκινο, ολόψυχο «α’ πληθυντικό» και το έβαλα στα πόδια, ίσως γιατί οι συναισθηματικές αποστάσεις που διανύουμε περισσότερο οδηγούν σε βίους παράλληλους παρά στο «μαζί», ίσως γιατί τελικά η μεγάλη μας πρόκληση να είναι η ίδια η ζωή.

Ξέρεις… δεν τη συνηθίσαμε όπως θα μας άξιζε. Υπήρξαμε λίγο κουτοί και τα «κουτιά» που μας φύτεψαν από νωρίς στο κεφάλι, υπερίσχυσαν. Και περάσανε χρόνια αρκετά μέχρι να καταλάβουμε στο τέλος πως ζωή τελικά, είναι όλα αυτά.

Να ανθίζουν λουλούδια στο τσιμέντο, να επαναστατούμε για έναν έρωτα αλήτη, να πηγαίνουμε κόντρα στις προσωπικές μας αντιστάσεις και να μας υπερβαίνουμε, να υψώνουμε γέφυρες, αντί για τοίχους που όλο και πιο κοντά μας φέρνουν και όλα αυτά να συμβαίνουν με πάθος. Με συναίσθημα. Με αυθεντικότητα. Γιατί μόνο έτσι αξίζει.

Για όλα αυτά που μας χωρίζουν λοιπόν ας τσουγκρίσουμε, ας πιούμε στην υγειά τους και ας γελάσουμε λίγο κρυφά, ειρωνικά. Όλα αυτά που μας ενώνουν είναι πολλά περισσότερα.

Μοίρασμα, στιγμές, λάθη, πάθη, νοσταλγίες, μελωδίες, αγκαλιές.

Ακόμα και αν εκεί ψηλά που είσαι δε μπορώ να σου σφίξω ζεστά τα χέρια, είσαι εδώ. Ακούω τη φωνή σου και το γέλιο σου. Έχω την αίσθηση σου και τις γλυκές σου ρυτίδες γύρω από τα μάτια κοιτάζω απέναντί μου.

Ακόμα και αν είσαι σε άλλη αγκαλιά, είσαι εδώ. Μας ενώνουν μυστικά, πράγματα που γνωρίζουμε εμείς και μόνο και μοιραστήκαμε μέσα από όνειρα, ιδέες και φαντασία. Ξέρεις εκεί, δε μπαίνει φρένο πραγματικότητας.

Ακόμα και αν πέταξες μακριά, πολλά χιλιόμετρα για μια νέα ζωή, είσαι εδώ. Ακούω στο κεφάλι μου ακόμα τα γέλια μας κάτι βράδια σε ταράτσες και αισθάνομαι τα μάτια μου να γεμίζουν με τη σκέψη σου και μόνο. Να είσαι καλά και… μαζί σου.

Αν με σκεφτείς, κοίταξε δίπλα σου. Σε όποιο σύμπαν, ουρανό, χώρα, αγκαλιά και πόλη. Γιατί ίσως οι συνθήκες δε θα είναι κατάλληλες ποτέ για να σου πω «ευχαριστώ» για όλα όσα μας ενώνουν και πίστεψέ με, είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα μας χωρίζουν.

Γιατί ακόμα και αν μας χώρισαν, πάντοτε όλα συνεχίζονται και η καρδιά γνωρίζει. Γνωρίζει πως ό,τι αφήνει «στίγμα», ζει μέσα σου για πάντα και πως τελικά είναι πάντα δίπλα σου κι ας έφυγε, κι ας φύγει…

Αντιμετωπίζοντας απογοητευτικές σχέσεις: Αλλάξτε τις προσδοκίες σας

«Αν δεν μπορείς να αλλάξεις τις συνθήκες, άλλαξε την οπτική σου»: ένα ρητό που έχουμε ακούσει σε διάφορες παραλλαγές, αρκετά παλιό, αλλά πάντα επίκαιρο και σχετικό, όπως και με αυτό το άρθρο. Ασχέτως του πόσο νιώθετε ότι έχετε έλεγχο της ζωής σας, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν ανά πάση στιγμή και αν μάλιστα είστε σε σχέση, οι συνθήκες μπορεί να αλλάξουν τόσο γρήγορα, που να μην το αντιληφθείτε καν.

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε τις δικές μας σκέψεις, συναισθήματα και πεποιθήσεις, ακόμα κι αν είμαστε με κάποιον άνθρωπο σε σχέση για πολλά, πολλά χρόνια· παραμένουμε διαφορετικοί. Στις υγιείς σχέσεις, ο αμοιβαίος σεβασμός είναι απαραίτητος και αυτός ο σεβασμός πρέπει να μπορεί να υπάρχει και να επιβιώνει, ακόμα και όταν οι προοπτικές ή οι πεποιθήσεις διαφέρουν κατά πολύ. Αν βρεθείτε σε μια σχέση, στην οποία δεν υφίσταται αμοιβαίος σεβασμός, είναι δύσκολο να φανταστείτε ότι θα υπάρξει και αμοιβαία- αυθεντική αγάπη.

Γι’ άλλη μια φορά, αν δεν περιμένετε ο/η σύντροφός σας να σας συμπεριφερθεί με τον ίδιο σεβασμό που εσείς του/της δείχνετε, η απομάκρυνσή σας από αυτή θα σας ωφελήσει σίγουρα περισσότερο, από το να αλλάξετε τις προσδοκίες σας πέρα από τα όρια της λογικής. Το να εξαναγκάσουμε κάποιον να αλλάξει χωρίς τη θέλησή του είναι πραγματικά άτοπο και αδύνατο και ακόμα και το να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε γενικά κάποιον αποδεικνύεται συχνά αρνητικό για όσους εμπλέκονται στη διαδικασία (τουλάχιστον όσον αφορά στις σχέσεις). Συνεπώς, το κλειδί είναι να καταλάβετε πραγματικά πότε αξίζει να μεταβάλλετε τις προσδοκίες σας και πότε δεν αξίζει.

1. Να έχετε πλήρη αντίληψη της πραγματικότητας

Χρειάζεται να αποδεχτείτε την πραγματικότητα· του πώς σκέφτεται, μιλά και πράττει ο/η σύντροφός σας. Αναλογιστείτε το πότε νιώθετε ευτυχισμένοι και ήρεμοι σε μια σχέση με ένα άλλο άτομο και αποφασίστε να προχωρήσετε σε κάτι άλλο ή να προσαρμόσετε αυτό που ήδη έχετε ανάλογα.

2. Ποτέ μη χειραγωγείτε

Η βαθιά σας επιθυμία για αποδοχή και επιβεβαίωση μπορεί να σας βάλει σε πειρασμό να συμπεριφερθείτε χειριστικά. Είναι σημαντικό όμως να αποτινάξετε αυτή τη σκέψη από πάνω σας. Μια τέτοια συμπεριφορά στο τέλος συνήθως μας αφήνει να νιώθουμε άδειοι και ψεύτικοι (και δεν έχει καμία αξία εξάλλου το να χειραγωγούμε κάποιον στο να μας αποδεχτεί).

3. Απελευθερωθείτε

Αποδεχτείτε το παρελθόν, αλλά και το παρόν, απελευθερώστε κάθε βάρος και σφάλμα που έχετε στο νου σας και προχωρήστε μπροστά θετικά και παραγωγικά. Μένοντας στο εδώ και τώρα και απελευθερώνοντας τα άγχη σας, θα έχετε μεγαλύτερη επίγνωση του ποιοι είστε, ποιοι πρόκειται να είστε και τι τύπος συντρόφου πραγματικά επιθυμείτε να έχετε δίπλα σας σε όλη αυτή τη διαδρομή.

4. Εστιάστε σε φίλους και αγαπημένους

Με λίγα λόγια, εστιάστε όλη σας την προσοχή στους ανθρώπους που σας κάνουν να νιώθετε ότι πραγματικά αγαπιέστε και αξίζετε- ασχέτως του αν αυτές οι σχέσεις είναι πλατωνικές ή ερωτικές.

5. Αγαπήστε τον εαυτό σας

Μη διστάζετε να χαρίζετε στον εαυτό σας κοπλιμέντα και στήριξη, είτε το κάνετε φωναχτά, είτε απλώς στο νου σας. Χτίστε μια σταθερή αυτοπεποίθηση, δώστε δύναμη στον εαυτό σας και γίνετε το άτομο που θέλετε να αγαπήσετε και που αξίζει να παλεύετε γι’ αυτό. Μπείτε σε μια σχέση χωρίς προσδοκίες και απομακρυνθείτε όταν πειστείτε ότι το σενάριο δεν θα είναι και πολύ διασκεδαστικό, απολαυστικό και ήρεμο στο άμεσο, αλλά και έμμεσο μέλλον.

Μαθαίνοντας να εμπιστεύομαι το χρόνο στη ζωή μου

Αν είστε πρόθυμοι να αφιερώσετε τον απαραίτητο χρόνο και ενέργεια, μπορείτε να μάθετε πώς να συμφιλιωθείτε τόσο με το χρόνο, όσο και με την ίδια τη ζωή. Για πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό τον στόχο θα χρειαστεί να μειώσουν λίγο την ταχύτητα με την οποία ζουν· να ζουν την κάθε μέρα χωρίς να εξαναγκάζουν ή να πιέζουν καταστάσεις και να κρατούν ρεαλιστικό πρόγραμμα και προσδοκίες. Σε αντίθεση με τη δημοφιλέστερη πεποίθηση, δεν υπάρχει καμία μαγική ηλικία, η οποία ξαφνικά να χαρίζει στον άνθρωπο την χρήσιμη γνώση για το Σύμπαν ή την ίδια τη ζωή. Επίσης, δεν επιθυμούν όλοι οι άνθρωποι να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά και δεν είναι και ωφέλιμο να ισχύει αυτό για όλους· η αποδοχή του χρόνου και της ζωής σημαίνει επίσης αποδοχή της αντισυμβατικότητας και της ανθρώπινης διαφορετικότητας.

Ο χρόνος και η ζωή σχετίζονται με την αλλαγή και το καινούριο και όλα τα όντα πάνω στη Γη συνεχώς αλλάζουν και εξελίσσονται. Χρειάζεται λοιπόν να το έχετε αυτό στο νου σας και να βάλετε στόχο να μαθαίνετε συνεχώς νέα πράγματα κάθε μέρα, έτσι ώστε να εξελίσσεστε προς τη σωστή κατεύθυνση και με το σωστό για εσάς τρόπο. Αυτή η ανάγκη γίνεται ακόμα πιο αληθινή και ευκολότερη να την αντιληφθείτε, όσο μεγαλώνετε. Επιπλέον, γίνεται επίσης πιο φανερό ότι ο χρόνος και η ζωή συχνά φαίνεται να βρίσκονται σε δυσαρμονία για ορισμένους ανθρώπους σε ορισμένες καταστάσεις και γίνεται επίσης εμφανές ότι ο χρόνος και η ζωή σπάνια συγχρονίζονται τέλεια για κάποιον υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Είναι σημαντικό να έχετε επίγνωση του γεγονότος ότι σχεδόν κάθε απόφαση ή πράξη που κάνετε έχει τη δυναμική να κάνει το μέλλον σας πιο απολαυστικό, γαλήνιο ή επιτυχημένο· όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, κάθε απόφαση ή πράξη έχει επίσης την ικανότητα να επιδεινώσει το μέλλον σας. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα αν πιστεύετε ότι όταν τα αστέρια ευθυγραμμιστούν ή όταν η μοίρα το επιτρέψει, η ζωή σας θα βελτιωθεί αμέσως και σημαντικά, αλλά είναι ομολογουμένως πλήρως αναποτελεσματικό να στηρίζεστε αποκλειστικά σε αυτά. Γι’ άλλη μια φορά, πρέπει να πούμε ότι η επιβράδυνση των ρυθμών της ζωής είναι συνήθως απαραίτητη, αλλά επίσης απαιτείται κάποια πρόοδος και δράση, ακόμα και αν αυτές ισούνται με μικρά βηματάκια κάθε φορά.

Συμπεραίνουμε εύκολα λοιπόν οτι μερικές φορές η αναμονή αποτελεί ένα αναπόφευκτο μέρος της ζωής μας. Επιπλέον, η υπομονή είναι μια εξαιρετικά πολύτιμη αρετή και σχετίζεται άμεσα με την αναμονή, για την οποία μιλάμε. Αυτά τα δύο στοιχεία επίσης συνδέονται και με την πίστη, η οποία παίζει σημαντικό ρόλο. Και δεν αναφερόμαστε στη θρησκευτική πίστη, αλλά και στην πίστη στον εαυτό σας. Γιατί ακόμα και αν έχετε συμφιλιωθεί με το χρόνο, υπάρχουν φορές που οι αναποδιές είναι αρκετά εκνευριστικές.

Ένα άλλο κρίσιμο μάθημα που χρειάζεται να μάθετε για το χρόνο και τη ζωή είναι ότι όταν ο χρόνος τελειώνει, αυτό δεν σημαίνει ότι έρχεται και το τέλος της ζωής σας ή του κόσμου. Ακόμα κι αν εκείνη τη στιγμή σας φαίνεται καταστροφικό, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος και η ζωή συχνά δεν ευθυγραμμίζονται, άνθρωποι, πράγματα και καταστάσεις καθυστερούν. Σε σχεδόν κάθε περίπτωση, ο ήλιος θα ανατείλει και αύριο, ό,τι κι αν συμβεί και το αύριο θα έρθει. Τις περισσότερες φορές, δεν ανταγωνίζεστε κανέναν άλλο στη ζωή πραγματικά πέρα από τον ίδιο σας τον εαυτό και με τις προσδοκίες και τα στάνταρ που εσείς θέτετε σε εσάς. Ομοίως, το μόνο άτομο που κυνηγάτε σε αυτή τη ζωή είναι ο εαυτός σας.

Μόλις σταματήσετε αυτό το είδος ανταγωνισμού και σύγκρισης, αυτό το συνεχές κυνήγι- ο χρόνος και η ζωή θα προχωρήσουν ήπια και απαλά.

Το ηφαίστειο που βράζει μέσα μου

Μην αναρωτιέστε τι μου συμβαίνει, εδώ και καιρό η ψυχή μου προσπαθεί να κατευνάσει αυτό που μέσα μου βράζει. Φουντώνει ένα ηφαίστειο και είναι έτοιμο να ξεσπάσει.

Μέσα στο κεφάλι μου πλανιέται ένα τεράστιο «άντε γ…» σε όλους αυτούς που έντεχνα εδώ και καιρό προσπαθούν να με εντυπωσιάσουν με το τίποτα που είναι. Τους βαρέθηκε η ψυχή μου, όλο δηθενιά και επίδειξη, ρε φίλε. Πόσο βαρετοί και ανιαροί όμως.

Δεν τους θέλω, γρήγορα μακριά μου. Η μαυρίλα της ψυχής τους με τρομάζει, η εμφάνιση τους μου προκαλεί λύπη και ταυτόχρονα θυμό.

Έτσι λειτουργώ εγώ, περίεργα και αλλόκοτα, αυτοί οι άνθρωποι μου τελειώνουν γρήγορα, χωρίς να το προσπαθήσουν και πολύ. Αρκούν κάτι λόγια που ειπώθηκαν χωρίς ίχνος ντροπής.

Ανόητα μικρά ανθρωπάκια σας έθιξε η συμπεριφορά μου και δεν βλέπετε το δικό σας νέφος ντροπής που απλώνεται όπου βρεθείτε. Μπάζει κακία, ζήλια και μίσος από παντού.

Το χάος σας εξαπλώνεται και το προκαθορισμένο καλούπι σας δυστυχώς δεν λέει να σπάσει.

Σας εύχομαι να πιάσει τόπο η ευχή που σας έδωσα στην αρχή, μπας και οι ψυχές σας ηρεμήσουν και διώξουν την μαυρίλα από μέσα τους

Βάλε φωτιά

Βάλε φωτιά σε ό,τι σε καίει, σε ό,τι σου τρώει την ψυχή.

Σε προκαλεί να ξυπνήσεις. Να αφήσεις την αδράνεια που σε διακατέχει.

Σε ξεσηκώνει. Σε ταρακουνά λέγοντάς σου να σταματήσεις να συμβιβάζεσαι με ό,τι σε τρώει, με ό,τι σε καταστρέφει εσωτερικά. Με οτιδήποτε σου ρουφά την ενέργεια και σε κρατά αλυσοδεμένο εμποδίζοντάς σε να κάνεις αυτό που αναζητά η ψυχή σου για να είναι ήρεμη.

Ζούμε σ' έναν κόσμο που θέλει ανθρώπους χωρίς βούληση. Χωρίς όνειρα. Ανθρώπους που δεν είναι άνθρωποι στην ουσία. Που αυτοαποκαλούνται «άνθρωποι» μόνο για να μη μένει η λέξη «άνθρωπος» στο λεξικό αχρησιμοποίητη.

Σ' έναν κόσμο που ανατρέφει όντα χωρίς αξίες, χωρίς χαρακτήρα, χωρίς προσωπικότητα. Όντα που μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένα από το ίδιο καλούπι. Όχι εξωτερικά, αλλά εσωτερικά.

Αυτό που δείχνουμε εξωτερικά πηγάζει από το μέσα μας. Για το πώς είναι η όψη μας ευθύνεται το περιεχόμενο μέσα μας. Είναι οι σκέψεις μας αυτές που καθορίζουν τη διάθεσή μας. Η ενέργειά μας καθορίζεται από αυτό που σκεφτόμαστε.

Ζώντας με φόβο μήπως αυτό που επιθυμούμε δε γίνει αποδεκτό από τον περίγυρό μας, χάνουμε την ουσία της δικής μας ζωής. Αφήνοντας τα πρέπει και τα δεν πρέπει των άλλων να καθορίζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις μας, ακολουθώντας τις νόρμες που κάποιοι κάποτε θέσπισαν θέλοντας να καθορίζουν και να ελέγχουν τις ζωές μας, τελικά αφήνουν εμάς με κάτι μέσα μας να τρέφεται λίγο λίγο από το είναι μας.

Γιατί πριν πράξουμε το οτιδήποτε να αναζητούμε την έγκριση των άλλων; Γιατί να μην εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας; Γιατί να μην αφήνουμε την ψυχή μας να μας παρακινεί όπως εκείνη θέλει προς την κατεύθυνση που θα είναι εκείνη ήρεμη; Γιατί να καταπιέζουμε τα δικά μας θέλω μόνο και μόνο για να ταιριάξουμε με τα θέλω και τα πρέπει των άλλων και να μην επικοινωνούμε τα όσα πραγματικά νιώθουμε;

Όχι. Μη συμβιβάζεστε. Βγείτε από το δρόμο που άλλοι χαράζουν για εσάς χωρίς την έγκρισή σας. Φτιάξτε το δικό σας δρόμο. Εργαλείο σας η ψυχή σας.

Σταματήστε να ικανοποιείτε τα πιστεύω των άλλων. Αυτά είναι για αυτούς. Ακολουθήστε τα δικά σας. Αν όχι, να μην παραπονιέστε ότι κάτι σας φταίει. Μην παραπονιέστε για ό,τι δεν σας αρέσει από αυτά που τα μάτια σας βλέπουν γύρω σας.

Αν κάτι δεν σας αρέσει, απλά μην το ακολουθείτε. Αν κάτι δεν σας αρέσει, απλά αλλάξτε τον τρόπο που κοιτάζετε. Σε ό,τι δίνετε αξία, δίνετε και δύναμη για να σας ελέγχει.

Αποδυναμώστε οτιδήποτε σας περιορίζει. Οτιδήποτε δεν σας αφήνει να δράσετε όπως εσείς θέλετε. Η ζωή σας είναι δική σας. Μην την αφήνετε να περνά μένοντας αδρανείς.

Μη σκοτώνετε τις επιθυμίες σας για να δίνετε σώμα σε εκείνες των άλλων. Κάψτε ό,τι σας καίει. Διαφορετικά αφήστε το να σας κάνει εκείνο πρώτο στάχτη. Να θυμάστε όμως πως με την συγκατάθεσή σας θα σας εξαφανίσει.

Αν θες να κόψεις δρόμο, γίνε κοφτερός σαν μαχαίρι

Σταμάτα να είσαι ψευτο-καλούλης! Γίνε σκληρός, δηλαδή αληθινός, πρώτα με τον εαυτό σου. Συνεπής, υπεύθυνος, στοχευμένος, λιτός, φλογερός, άπληστος και μαζί ολιγαρκής.

Κάθε στιγμή ζωής είναι μια μάχη, μια απόφαση, μια γεμάτη νόημα επιλογή.

Μην υποτιμάς καμιά στιγμή, κανένα σου λόγο, καμιά σου σκέψη, κανέναν και τίποτα.

Ζύγισε τους ανθρώπους και τα πράγματα σαν να είναι ο θησαυρός σου.

Δεν υπάρχει καθόλου χρόνος και ενέργεια για πέταμα.

Κάθε σκέψη και πράξη σου σε προετοιμάζει για τον σκοπό της ζωής σου.

Μάθε να θέτεις συγκεκριμένους στόχους που ετοιμάζουν «άπιαστους» σκοπούς, δηλαδή σκοπούς που σε υπερβαίνουν, εσένα και τις δυνατότητές σου.

Μάθε να λες πολλά «όχι».
Το «όχι» σου να είναι «όχι».
Να γίνει δεύτερή σου φύση.
«Όχι» ασήμαντα και σημαντικά, ανώδυνα κι επώδυνα.
Στον εαυτό σου και στους άλλους.
Μάθε, μέσα από τα «όχι» σου, να μην λογαριάζεις ακριβά την γνώμη των άλλων.
Χτίσε με γερές πέτρες την γνώμη σου, ψήλωσε και δυνάμωσε το εγώ σου.
Τόσο, ώστε να θελήσεις ολόψυχα να το εγκαταλείψεις.
Όταν έρθει η στιγμή, να το παραδώσεις για τον ακριβό μαργαρίτη.
Ο δρόμος της ψυχής σου προς το Μεγάλο «ΝΑΙ», είναι στρωμένος με πολλά μικρά και μεγάλα «Όχι».
Αν θες πολλά, γίνε πολύς.
Αν θες λίγα, συνέχισε να σαι λίγος.

Πάντως, πάρε απόφαση.

Βιοφιλία σημαίνει αγάπη της ζωής

Ο αντίθετος από τον νεκρόφιλο προσανατολισμό είναι ο βιόφιλος. Η ουσία του είναι η αγάπη της ζωής, σε αντιδιαστολή με την αγάπη του θανάτου. Όπως η νεκροφιλία, η βιοφιλία δεν αποτελείται από ένα μόνο γνώρισμα, αλλά αντιπροσωπεύει έναν ολόκληρο προσανατολισμό, έναν ολοκληρωμένο τρόπο ύπαρξης. Εκδηλώνεται στις σωματικές λειτουργίες του ατόμου, στα συναισθήματά του, στις σκέψεις του, στις χειρονομίες του. Ο βιόφιλος προσανατολισμός βρίσκει έκφραση στον ολοκληρωμένο άνθρωπο. Η πιο στοιχειώδης μορφή αυτού του προσανατολισμού εκφράζεται στην τάση όλων των ζωντανών οργανισμών να ζήσουν. Αντίθετα με την υπόθεση του Φρόιντ σχετικά με το “ένστικτο του θανάτου”, συμφωνώ με την υπόθεση που κάνουν πολλοί βιολόγοι και φιλόσοφοι ότι είναι μια έμφυτη ιδιότητα κάθε ζωντανής ύλης να ζει, να διατηρεί την ύπαρξή της. Όπως το εξέφρασε ο Σπινόζα: “Οτιδήποτε αυθύπαρκτο πασχίζει να διατηρήσει τη δική του ύπαρξη” (Ηθική, ΙΙΙ, Προτ. VI). Αποκάλεσε αυτή την προσπάθεια την ουσία του εν λόγω πράγματος (Στο ίδιο, Προτ. VII).

Παρατηρούμε αυτή την τάση για ζωή σε κάθε ζωντανή ύλη γύρω μας· στο γρασίδι που διαπερνά την πέτρα για να βρει φως και να ζήσει· στο ζώο που θα πολεμήσει μέχρι τέλους για να ξεφύγει από τον θάνατο· στον άνθρωπο που θα κάνει σχεδόν τα πάντα για την αυτοσυντήρησή του.

Η τάση της αυτοσυντήρησης και η πάλη κατά του θανάτου αποτελούν την πιο στοιχειώδη μορφή του βιόφιλου προσανατολισμού και είναι κοινή σε κάθε ζωντανή ύλη. Στον βαθμό που είναι μια τάση συντήρησης της ζωής και πάλης κατά του θανάτου, αντιπροσωπεύει μόνο μία πτυχή της παρόρμησης προς τη ζωή. Η άλλη πτυχή είναι πιο θετική: η ζωντανή ύλη έχει την τάση να αφομοιώνει και να ενώνεται· την τάση να συγχωνεύεται με διαφορετικές και αντίθετες οντότητες και να αναπτύσσεται με δομημένο τρόπο. Η ενοποίηση και η αφομοιωτική ανάπτυξη αποτελούν χαρακτηριστικά όλων των διεργασιών της ζωής, όχι μόνο αναφορικά με τα κύτταρα αλλά και με τα συναισθήματα και τη σκέψη.

Η πιο στοιχειώδης έκφραση αυτής της τάσης είναι η συνένωση μεταξύ κυττάρων και οργανισμών, από τη μη σεξουαλική κυτταρική συνένωση μέχρι τη σεξουαλική ένωση στα ζώα και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο η σεξουαλική ένωση βασίζεται στην έλξη μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού πόλου. Το δίπολο αρσενικό-θηλυκό αποτελεί τον πυρήνα αυτής της ανάγκης συνένωσης, από την οποία εξαρτάται η ζωή του ανθρώπινου είδους. Φαίνεται ότι γι’αυτόν τον λόγο η φύση έχει προσφέρει στον άνθρωπο την πιο έντονη ηδονή στη συνένωση των δύο πόλων. Κανονικά, το βιολογικό αποτέλεσμα αυτής της συνένωσης είναι η δημιουργία ενός νέου όντος. Ο κύκλος της ζωής αποτελείται από την ένωση, τη γέννηση και την ανάπτυξη· όπως ο κύκλος του θανάτου αποτελείται από τη διακοπή της ανάπτυξης, την αποσύνθεση, την παρακμή.

Εντούτοις, ακόμη και το σεξουαλικό ένστικτο, παρότι βιολογικά υπηρετεί τη ζωή, δεν είναι απαραίτητο ότι ψυχολογικά αποτελεί έκφραση βιοφιλίας. Φαίνεται να μην υπάρχει σχεδόν κανένα έντονο συναίσθημα που το σεξουαλικό ένστικτο να μην μπορεί να το έλξει και να αναμειχθεί μαζί του. Η ματαιοδοξία, η επιθυμία για πλούτη ή για περιπέτεια, ακόμη και η έλξη του θανάτου μπορούν κατά κάποιο τρόπο να θέσουν το σεξουαλικό ένστικτο υπό τις υπηρεσίες τους. Γιατί συμβαίνει αυτό αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Θα ήταν δελεαστικό να σκεφτεί κανείς ότι ήταν μια πονηριά της φύσης να κάνει το σεξουαλικό ένστικτο τόσο εύπλαστο, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί από οποιοδήποτε είδος έντονης επιθυμίας, ακόμη και από εκείνες που βρίσκονται σε αντίθεση με τη ζωή. Αλλά, ανεξάρτητα από τον λόγο, το γεγονός της πρόσμειξης της σεξουαλικής επιθυμίας και της καταστροφικότητας είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο. (Ο Φρόιντ αναφέρθηκε σε αυτή την πρόσμειξη, ιδιαίτερα στη συζήτηση του συγκερασμού του ενστίκτου του θανάτου με το ένστικτο της ζωής, όπως εμφανίζεται στον σαδισμό και τον μαζοχισμό.) Ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η νεκροφαγία και η κοπροφαγία είναι διαστροφές όχι επειδή παρεκκλίνουν από τα τα αποδεκτά πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά ακριβώς επειδή σημαίνουν τη μια στοιχειώδη διαστροφή: την πρόσμειξη ζωής και θανάτου.

Την πλήρη εκδίπλωση της βιοφιλίας τη συναντάμε στον δημιουργικό προσανατολισμό. Το άτομο που αγαπάει ολοκληρωτικά τη ζωή έλκεται από τη διαδικασία της ζωής και της ανάπτυξης σε όλες τις σφαίρες. Προτιμά να φτιάχνει αντί να συντηρεί. Έχει τη δυνατότητα να θαυμάζει και προτιμά να βλέπει κάτι καινούριο από την ασφάλεια του να βρίσκει επιβεβαίωση στο παλιό. Η προσέγγισή του στη ζωή είναι λειτουργική και όχι μηχανική. Βλέπει το σύνολο και όχι μόνο τα μέρη, τις δομές αντί για τα αθροίσματα. Επιθυμεί να διαπλάσει και να επηρεάσει μέσω της αγάπης, της λογικής και του παραδείγματός του· όχι δια της βίας, τεμαχίζοντας πράγματα ή μέσω του γραφειοκρατικού τρόπου διοίκησης των ανθρώπων σαν να ήταν πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή και όλες τις εκδηλώσεις της και όχι μόνο τις συγκινήσεις.

Η βιοφιλική ηθική έχει τη δική της αρχή περί Καλού και Κακού. Καλό είναι ό,τι υπηρετεί τη ζωή- Κακό είναι ό,τι υπηρετεί τον θάνατο. Το Καλό είναι σεβασμός για τη ζωή- ό,τι ενισχύει τη ζωή, την ανάπτυξη, την εξέλιξη. Κακό είναι ό,τι πνίγει τη ζωή, την περιορίζει, την κόβει κομμάτια. Η χαρά είναι αρετή και η θλίψη αμαρτία. Έτσι, από την οπτική της βιοφιλικής ηθικής η Βίβλος, αναφέρει ως βασικό αμάρτημα των Εβραίων: “γιατί δεν υπηρέτησες τον Κύριο τον Θεό σου με ευφροσύνη και χαρά στην καρδιά για όλα τα αναρίθμητα αγαθά που σου έδωκε” (Δευτερονόμιο 28:47). Η συνείδηση του βιόφιλου ατόμου είναι τέτοια που αναγκάζει τον εαυτό του να αποφεύγει το κακό και να κάνει το καλό. Δεν πρόκειται για το υπερεγώ που περιγράφει ο Φρόιντ, το οποίο είναι ένας αυστηρός επιτηρητής που χρησιμοποιεί τον σαδισμό κατά του εαυτού του για χάρη της αρετής. Η βιόφιλη συνείδηση παρακινείται από την έλξη της για τη ζωή και τη χαρά. Η ηθική προσπάθεια συνίσταται στην ενίσχυση της πλευράς του εαυτού του που αγαπά τη ζωή. Γι’αυτόν τον λόγο ο βιόφιλος δεν εμμένει στη μεταμέλεια και στις τύψεις, τα οποία αποτελούν εντέλει μόνο διαφορετικές πτυχές αυτοαπέχθειας και θλίψης. Στρέφεται γρήγορα προς τη ζωή και προσπαθεί να κάνει καλό. Η Ηθική του Σπινόζα αποτελεί σαφές παράδειγμα βιοφιλικής ηθικής. “Η ηδονή αφ’εαυτή δεν είναι κακή, αλλά καλή- αντιθέτως, ο πόνος αφ’εαυτός είναι κακός”. (Ηθική, ΙV, Προτ. XLI.) Και στο ίδιο πνεύμα: ” Ένας ελεύθερος άνθρωπος στοχάζεται τον θάνατο λιγότερο από οτιδήποτε άλλο- και η σοφία του αποτελεί διαλογισμό όχι του θανάτου αλλά της ζωής”.

Η αγάπη για τη ζωή αποτελεί το υπόβαθρο διάφορων εκφάνσεων της ουμανιστικής φιλοσοφίας. Σε διαφορετικές νοητικές μορφές αυτές οι φιλοσοφίες διακατέχονται από το ίδιο πνεύμα με εκείνο του Σπινόζα· εκφράζουν την αρχή ότι ο λογικός άνθρωπος αγαπά τη ζωή, ότι η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή, ότι ο στόχος του ανθρώπου στη ζωή είναι να έλκεται από ό,τι είναι ζωντανό και να διαχωρίζει τον εαυτό του από ό,τι είναι νεκρό και μηχανικό.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Αυτονομία μέσα από την μυθολογία

Για την αυτονομία έχουν γραφτεί πολλοί τόμοι και πλήθος αναλύσεων. Το περίεργο είναι πως αυτές οι αναλύσεις θάλλουν όσο ποτέ κατά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η αποξένωση του ανθρώπινου γένους από την μάνα γη είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά στην ιστορία του. Σε μια δύσκολη εποχή, επομένως, η ανάγκη της αυτονομίας ήρθε αυτόματα, σαν αγαθό βασικό για την συνέχεια της ζωής, όπως το οξυγόνο.

Οι στοχαστές, ωστόσο, ανέλυσαν και μίλησαν για το φαινόμενο πολλάκις και στο παρελθόν. Αιώνες πριν, σε μια εποχή επίσης δύσκολη, όταν η διαφθορά και δολιότητα κυβερνούσαν και πάλι, κάποιος «τρελός» φιλόσοφος -Επίκουρος το όνομά του- πήρε μερικούς στην αρχή, στην συνέχεια χιλιάδες φίλους και βγήκε έξω από τα τείχη της πόλης, πράξη «ιερόσυλη» για τα δεδομένα της εποχής. Εκεί έφτιαξε τον δικό του κήπο και δίδαξε την αυτάρκεια ως οδό προς την πλήρωση και την ευδαιμονία.

Αν θα θέλαμε να δώσουμε ένα ορισμό της αυτονομίας, θα λέγαμε πως είναι η ικανότητα των ανθρώπων να δρουν γνωρίζοντας ότι αυτοί οι ίδιοι δημιουργούν τους θεσμούς, καθορίζουν τους νόμους χωρίς εξωτερικούς και εσωτερικούς περιορισμούς και δεν εξαρτώνται από κανέναν και τίποτα, ότι είναι ελεύθεροι.

 Πριν από την ανάπτυξη της έλλογης σκέψης και της φιλοσοφίας ήταν ο μύθος που καθοδηγούσε τους ανθρώπους στον δρόμο της αυτονομίας.

Πώς όμως οι μύθοι, ένα σύνολο ιστοριών χαμένοι στην μνήμη και τον χρόνο, αποτυπωμένοι πολύ πριν από την χρήση της έλλογης σκέψης, της φιλοσοφίας και του στοχασμού, μπορούν να διδάξουν την αυτονομία;

Πώς μπορεί ο μύθος να συνδεθεί με την αυτάρκεια και στην συνέχεια με την απελευθέρωση από τα δεσμά των εκάστοτε κρατούντων;

«Εν αρχή ην ο μύθος και ο μύθος ην προς τους θεούς και οι θεοί ήταν ο λόγος ο πρώτος». Με τον μύθο ανατέλλει η συνείδηση. Η συνείδηση που θέλει και που μάχεται να καταλάβει. Να νοήσει το σύμπαν, τα φαινόμενα, και να πράξει, να συμμετάσχει σ‘ αυτό. Οι άνθρωποι δεν βρίσκονται έξω και πάνω από το περιβάλλον. Άρρηκτη η σχέση μας με το φυτικό και ζωικό βασίλειο. Αν ένα από τα στοιχεία αυτής της σχέσης βεβηλωθεί, τότε διαπράττεται ύβρις. Οι μυθοποιοί -μέλη του απλού σοφού λαού- το γνώριζαν αυτό και μας άφησαν παρακαταθήκη τον μύθο του Ερυσίχθονα. Ας ξετυλίξουμε, λοιπόν, το κουβάρι του συγκεκριμένου μύθου.

 Ο Ερυσίχθονας ήταν βασιλιάς στην Θεσσαλία και είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη για την σκληρότητα του, την αυθαιρεσία του και τον οξύθυμο χαρακτήρα του. Πλεονέκτηςόπως ήταν, θέλοντας να νοιώσει ακόμα σπουδαιότερος, αποφάσισε να κτίσει ένα μεγαλόπρεπο παλάτι, το οποίο όμως για να κτιστεί χρειαζόταν μεγάλη ποσότητα ξυλείας. Αποφάσισε να κόψει τα δέντρα από το δάσος της περιοχής του.Σύμφωνα, όμως με την αρχαιοελληνική αντίληψη σε κάθε δέντρο ζούσε και μία νύμφη, μια αμαδρυάς. Οι αμαδρυάδες περνούσαν τον καιρό τους παίζοντας και τραγουδώντας στα δάση. Προστάτιδά τους η θεά Δήμητρα, η θεά της γεωργίας, η τροφός θεά, και γι‘ αυτό οι άνθρωποι έκοβαν δέντρα μόνο όταν αυτό ήταν απόλυτα απαραίτητο. Όταν κάποιος έκοβε ένα δέντρο, η αμαδρυάς που ζούσε σ‘ αυτό έχανε την ζωή της και τότε η θεά θρηνούσε.

Οι υπήκοοι του Ερυσίχθονα βλέποντας το μέγεθος της πλεονεξίας του και την ύβρη που διέπραττε, αποφάσισαν να τον μεταπείσουν εκφράζοντας τους φόβους τους για το ενδεχόμενο να ξεσπάσει η οργή της Δήμητρας. Ο Ερυσίχθονας, όμως, άπληστος καθώς ήταν, συνέχισε προστάζοντας να κόψουν ακόμη περισσότερα. Ήρθε όμως η στιγμή που κόπηκε και το γηραιότερο δέντρο σ‘ εκείνο το δάσος και η νύμφη που ζούσε εντός του, λίγο πριν ξεψυχήσει, τον προειδοποίησε πως θα τιμωρηθεί. Όντως, η θεά Δήμητρα πρόσταξε ευθύς την θεά Πείνα να τον επισκεφτεί. Η Πείνα υπάκουσε αμέσως κάνοντας τον Ερυσίχθονα να πεινάει συνεχώς. Υπέφερε καθώς έβλεπε ότι η πείνα του δεν μπορούσε να κορεστεί με κανέναν τρόπο, όσο κι αν έτρωγε. Σύντομα άρχισε να ξοδεύει όλη του την περιουσία για να μπορεί να έχει χρήματα και να αγοράζει φαγητό. Στο τέλος αναγκάστηκε να πουλήσει το παλάτι του, τους δούλους του, ακόμα και την όμορφη μοναχοκόρη του. Λιμοκτονώντας άρχισε να σκίζει και να τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Το τέλος του δεν άργησε να έρθει, ένα τέλος φρικτό.

Ποιος όμως άραγε είναι ο Ερυσίχθονας;

Ο Ερυσίχθονας είναι ο ισχυρός της εποχής του που εξουσιάζει στην περιοχή του με τον πλούτο του. Αλαζόνας, άπληστος, υβριστής.Οι σκέψεις και οι πράξεις του ματαιόδοξες. Οι νύμφες είναι η ζωή, είναι η φύση, μέσα από το τραγούδι των νυμφών οι άνθρωποι βρίσκουν την χαρά σε περιόδους που η φύση ευδοκιμεί, τους δίνει τα αγαθά της και δεν κινδυνεύει. Η Δήμητρα είναι η επόπτρια της ζωής, είναι η ζωοδόχος μήτρα-γη (δα-μήτηρ). Οι υπήκοοι εκπροσωπούν τις τύψεις του αλαζόνα ανθρώπου που κατά βάθος γνωρίζει τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά άπληστος καθώς είναι, δεν τις ακούει. Η θεά Πείνα, τέλος, είναι η τιμωρία του, είναι η Νέμεσις. Είναι αυτή που θα στερήσει τα πάντα στους υβριστές της ζωής.

  Τι μας διδάσκει ο μύθος; Μας διδάσκει πως τροφοδότης της ζωής είναι η γη: η μέγιστη ζωοδόχος, δεν είναι καθόλου τυχαίο που θεοποιήθηκε και υμνήθηκε. «Ω θεά Γαία, συ η μητέρα των μακαρίων θεών και των θνητών ανθρώπων, που τρέφεις τα πάντα και δίδεις τα πάντα», μας λέει ο ορφικός ύμνος στην Γαία. Φαίνεται πως οι αρχαίοι είχαν έντονη και ουσιώδη οικολογική αντίληψη. Άρα, ο μύθος είναι σήμερα επίκαιρος όσο ποτέ. Μόνο που αρνούμαστε να διδαχθούμε. Σύγχρονοι Ερυσίχθονες υπάρχουνε πολλοί. Με σημαία το πρόσκαιρο κέρδος, η πείνα τους ακόρεστη. Χωρίς καμία αιδώ.

 Ήδη έχουμε περάσει στην περίοδο που καταγράφονται οι σπόροι σε καταλόγους και απαγορεύεται η ανταλλαγή ή πώλησή τους από τους αγρότες, με απώτερο σκοπό να αγοράζονται μόνο οι τυποποιημένοι των πολυεθνικών. Έχουν δημιουργηθεί παγκόσμιες τράπεζες σπόρων από πολυεθνικές και πολυδισεκατομμυριούχους. Οι τράπεζες αυτές παίρνουν σπόρουςαπ‘ όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και τους κλειδώνουν στις τεράστιες αποθήκες τους. Εκτιμάται από επιστήμονες πως σε 50 χρόνια το 70% των φυτικών ειδών ή θα έχουν εκλείψει ή θα είναι προς εξαφάνιση. Γιατί τους μαζεύουν; Μήπως για να καταλυθεί κάθε απόπειρα αυτονομίας; Μην έχοντας η ανθρωπότητα τον τρόπο να τραφεί, παύει να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της, να διαχειρίζεται η ίδια τις ανάγκες της. Αν μας απασχολεί το πρόβλημα της αυτονομίας, το οποίο ξεκινά από την πιο βασική συνθήκη για την επίτευξή της, την τροφή- άρα εντέλει τους σπόρους-, θα έπρεπε ίσως να σκεφτούμε πώς θα μπορούσε κάποιος να ζήσει και να αυτονομηθεί σε μια γη που θα είναι μολυσμένη.

Μέσα στο δάσος του Ερυσίχθονα μπορεί άραγε να υπάρξει τροφή και ευημερία;

Το επίτευγμα του ελληνικού πνεύματος έχει και χρηστική αξία. Μας βοηθά να κατανοήσουμε το μυστήριο της φύσης και να το ερμηνεύσουμε. Μέσα στο Ελληνικό Σύμπαν η Φύση περιλαμβάνει όλο το ζωικό και φυτικό βασίλειο και ο άνθρωπος δεν είναι κάτι έξω και πάνω από το περιβάλλον του. Πάντα υπήρχε μια σχέση που αποτελούσε το αδιάσπαστο όλο. Ωστόσο αυτή η σχέση είναι σε διάσπαση. Η Φύση μολύνθηκε από κομμάτι του ίδιου της του εαυτού. Τον άνθρωπο. Διασπάστηκε και νοσεί.

Στο παρακάτω απόσπασμα από τον διάλογο ανάμεσα στον Κλεόδωρο και τονΣόλωνα, η καταστροφή του περιβάλλοντος επιφέρει εντέλει κατάργηση στις τιμές, τις σπονδές και τις απαρχές στους θεούς:

«Και όπως ο Θαλής λέει ότι, αν καταστραφεί η Γη θα υπάρχει σύγχυση σε ολόκληρο το σύμπαν, έτσι και η κατάργηση της τροφής συνεπιφέρει διάλυση του σπιτιού. Γιατί την ίδια στιγμή καταργείται και η φωτιά της Εστίας, η ίδια η Εστία, οι κρατήρες του κρασιού, οι υποδοχές και οι φιλοξενίες, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο δείχνουν την αγάπη του ανθρώπου προς τον άνθρωπο και είναι τα πρώτα δείγματα της κοινωνικής του σχέσης. Για να το πω καλύτερα: καταστρέφεται ολόκληρη η ζωή, εάν βέβαια η ζωή δεν είναι παρά μια αδιάλειπτη πορεία του ανθρώπου, που οδηγεί στην διεκπεραίωση μιας σειράς πράξεων, τις πιο πολλές από τις οποίες τις προκαλούν η ανάγκη της τροφής και οι προσπάθειες για την εξασφάλισή της. Φοβερό είναι επίσης, φίλε μου, και αυτό που θα προκύψει σε βάρος της ίδιας της γεωργίας γιατί, αν αυτή καταστραφεί και λείψει, θα μας αφήσει άσχημη και ακάθαρτη πάλι την Γη, γεμάτη -λόγω της έλλειψης καλλιέργειας- από άκαρπα δέντρα και από ρεύματα νερού που θα τρέχουν πάντα ανεξέλεγκτα. Μαζί της θα καταστραφούν και όλες οι τέχνες και όλα τα ανθρώπινα έργα, για τα οποία αυτή είναι η αρχή και αυτή που τους παρέχει την βάση και το υλικό. Αν λείψει αυτή και αυτά όλα εξαφανίζονται».

Ανακεφαλαιώνοντας θα λέγαμε πως η μυθοποιός δύναμη είναι αυτή που αρχικά ερμήνευσε τον εσωτερικό και εξωτερικό μας κόσμο. Και παραμένει ζωντανή. Οι μύθοι είναι ζωντανοί. Η πρόκληση να είμαστε αυτάρκεις και αυτόνομοι είναι καθημερινά παρούσα. Αρκεί να θυμηθούμε πως η πλεονεξία απέναντι στην μητέρα φύση είναι καταστροφή της ίδιας μας της ύπαρξης. Αρκεί να θυμηθούμε πως η αυτάρκεια είναι η οδός προς την ευδαιμονία και πως τα μεγάλα παλάτια επιφέρουν δυστυχία και απέραντη πείνα. Η μεγαλομανία είναι ύβρις και η ύβρις, όπως λέει η μυθολογία μας, είναι η Κόρη του κορεσμού. Σαν «χορτάσει» ο άνθρωπος πέφτει σε νωθρότητα και αποζητά συνεχώς και περισσότερη τροφή. Ακόρεστος. Ο Ερυσίχθονας δυστυχώς μας επισκέπτεται συχνά. Σε άλλους παραμένει λίγο, στους περισσότερους μια ολόκληρη ζωή.

Όμως θαρρώ πως η αξιοπρέπεια και η αυτονομία μας ξεκινούν και τελειώνουν σε ένα κομμάτι γης. Σε έναν κήπο, είτε του Επίκουρου, είτε της Νίκης. Στον κήπο μας, στην γη μας, στην τροφή μας. Αν χαρίσουμε στον εαυτό μας το βασικότερο υλικό για την ύπαρξή μας, την τροφή, θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα προς την ελευθερία μας, προς την αυτονομία.

Κλείνοντας τον διάλογό του με τον Σόλωνα ο Κλεόδωρος λέει: «την ψυχή λοιπόν ας την αφήσουμε να χαίρεται κάποιες άλλες ανώτερες ηδονές, για το σώμα όμως είναι αδύνατον να βρούμε άλλη ηδονή πιο δικαιολογημένη από την ηδονή της τροφής και αυτό δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην το ξέρει».

Πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη οι αδύνατοι άνθρωποι

Στις ημέρες μας επικρατεί μια λογική πως αν κάποιος χάσει βάρος, αυτόματα θα γίνει πιο… ευτυχισμένος, όμως μια νέα έρευνα από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σεούλ αποκαλύπτει ότι οι πιο αδύνατοι άνδρες και γυναίκες, είναι πιθανότερο να  παρουσιάσουν διαταραχές στην ψυχική τους υγεία.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 183 μελέτες και κατέληξαν ότι η παχυσαρκία μπορεί να αυξάνει αναλογικά τον κίνδυνο κατάθλιψης στις γυναίκες, όμως κάτι παρόμοιο ισχύει και για τους λιποβαρείς ανθρώπους, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες.

Όπως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι ερευνητές, «το χαμηλό βάρος και η παχυσαρκία αυξάνουν τον κίνδυνο της κατάθλιψης. Στην κλινική πρακτική, οι ειδικοί ιατροί οφείλουν να δίνουν περισσότερη προσοχή στην ψυχική υγεία των ανθρώπων που είναι λιποβαρείς», ενώ τονίζουν ότι το σημερινό πρότυπο ενός πολύ αδύνατου σώματος επηρεάζει τις γυναίκες περισσότερο από ότι τους άντρες, κάτι που προκαλεί περισσότερη ψυχολογική δυσχέρεια στις ίδιες, γεγονός που μπορεί με τη σειρά του να οδηγήσει ακόμα και σε κατάθλιψη. Από την άλλη, οι υπέρβαροι άνδρες παρουσιάζουν μειωμένο κίνδυνο για εκδήλωση κατάθλιψης.

Σημειώνεται ότι τα συγκεκριμένα ευρήματα, θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη διαχείριση της διαταραχής της ψυχικής υγείας, με τον Agnes Ayton, αντιπρόεδρο της Σχολής Διατροφικών Διαταραχών του Royal College of Psychiatrist, να δηλώνει: «Αυτή η μεγάλη μελέτη επιβεβαιώνει ότι η σωστή διατροφή είναι εξαιρετικά σημαντική για τη σωματική και τη ψυχική υγεία. Είναι ένα σημαντικό εύρημα, καθώς τα άτομα με διατροφικές διαταραχές συχνά υποθέτουν ότι η απώλεια βάρους θα βελτιώσει την ευτυχία τους. Η μελέτη αυτή, όμως, δείχνει ότι η αλήθεια βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο, καθώς ο υποσιτισμός έχει επιζήμια αποτελέσματα στη διάθεση των ανθρώπων», συμπληρώνοντας ότι η διατήρηση ενός υγιούς βάρους είναι απαραίτητη για την καλή ψυχική υγεία.

H κλιματική αλλαγή εξαφάνισε τους Ασσύριους και όχι οι πόλεμοι

Ο ασσυριακός πολιτισμός είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε εξαιτίας περιβαλλοντικών και πληθυσμιακών παραγόντων και όχι εξ αιτίας των πολέμων και της καθοριστικής ήττας και υποδούλωσής τους από τους Μήδους.

Μία νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα κατέληξε για πρώτη φορά στο συμπέρασμα ότι η επί αιώνες ισχυρή ασσυριακή αυτοκρατορία υπέκυψε στις παρατεταμένες ξηρασίες που την έπληξαν, μειώνοντας δραματικά τις πηγές τροφίμων της, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτησή τους λόγω του συνεχώς αυξανόμενου πληθυσμού.

Η έως τώρα κυρίαρχη αντίληψη είναι ότι το κράτος των Ασσυρίων αποδυναμώθηκε θανάσιμα εξαιτίας εμφυλίων πολέμων και πολιτικών αναταραχών, όπως αυτές που σήμερα συμβαίνουν στη Συρία και στο βόρειο Ιράκ, την ίδια ακριβώς περιοχή που ήταν το επίκεντρο της ασσυριακής επικράτειας.
Όμως ο ανθρωπολόγος Άνταμ Σνάιντερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια - Σαν Ντιέγκο  που έκανε τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Climate Change» («Κλιματική Αλλαγή»), αφού μελέτησαν τα υπάρχοντα αρχαιολογικά, ιστορικά και παλαιοκλιματολογικά στοιχεία, πιστεύουν ότι οι περιβαλλοντικοί και δημογραφικοί - πληθυσμιακοί παράγοντες είναι αυτοί που έπαιξαν πιθανότατα τον καθοριστικό ρόλο.

Τον 9ο αιώνα π.Χ. η ασσυριακή αυτοκρατορία, ξεκινώντας από το σημερινό βόρειο Ιράκ, άρχισε να επεκτείνεται συνεχώς στο μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Εγγύς Ανατολής, φθάνοντας στο απόγειό της στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., οπότε είχε γίνει πλέον η κυρίαρχη στρατιωτική και πολιτική υπερδύναμη στην περιοχή. Όμως, έως το τέλος του ίδιου αιώνα οι Ασσύριοι γνώρισαν μια ραγδαία εξασθένηση, κάτι που μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της αρχαίας ιστορίας, το οποίο συνεχίζει να απασχολεί τους ερευνητές.

Το 612 π.Χ. η ασσυριακή πρωτεύουσα Νινευί -κοντά στη σημερινή Μοσούλη- καταστράφηκε από μια συμμαχία Βαβυλωνίων και Μήδων και έκτοτε οι Ασσύριοι εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο. Οι περισσότεροι επιστήμονες τείνουν να αποδίδουν τη γρήγορη ασσυριακή πτώση σε εσωτερικές πολιτικές και στρατιωτικές συγκρούσεις, όμως η νέα μελέτη δίνει εξίσου μεγάλη -αν όχι μεγαλύτερη- έμφαση στην απότομη αύξηση του πληθυσμού (λόγω της μετεγκατάστασης πληθυσμών από τις γειτονικές κατακτημένες περιοχές) και στις ξηρασίες, που από κοινού αποσταθεροποίησαν το ασσυριακό καθεστώς.

Τα πιο πρόσφατα κλιματικά δεδομένα για εκείνη την εποχή δείχνουν ότι επικράτησε ολοένα μεγαλύτερη ξηρασία στην Εγγύς Ανατολή κατά το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Η κατάσταση έφθασε στο χειρότερο σημείο το 657 π.Χ., όταν μια τρομερή ξηρασία έπληξε την ασσυριακή αυτοκρατορία, υποσκάπτοντας την πολιτική και οικονομική σταθερότητά της μέσα σε μόλις μία πενταετία. Οι εμφύλιοι πόλεμοι που, αναπόφευκτα, ακολούθησαν έδωσαν τη χαριστική βολή.

Οι ερευνητές επισήμαναν ότι οι σύγχρονες κοινωνίες καλά θα κάνουν να λάβουν υπόψη τους τέτοια συμβάντα και να αλλάξουν «γραμμή πλεύσης», αν θέλουν να μη βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοιες καταστάσεις.

Αρχαίοι Έλληνες οπλίτες - Η ισχύς εν τη ενώσει!

Ο οπλίτης στην αρχαιότητα, ο στρατιώτης δηλαδή του πεζικού με βαρύ οπλισμό που πολεμούσε σε σχηματισμό φάλαγγας, ήταν ο κατεξοχήν πολεμιστής της κλασικής Ελλάδας. Όπως και σε πολλές άλλες εκφάνσεις της ζωής στην αρχαία Ελλάδα ο τρόπος πολέμου και ο τύπος του στρατιώτη που επικράτησε αντανακλούσε τη βαθύτερη φιλοσοφία και ιδεολογία του κλασικού κόσμου.

Στη θέση των ομηρικών ηρώων που μονομαχούσαν υστερόβουλα μεταξύ τους προς απόκτηση προσωπικής δόξας εμφανίστηκε κατά τον 7ο αιώνα ο πειθαρχημένος Έλληνας οπλίτης της πόλης-κράτους που πολεμούσε πάντα μέσα από τις τάξεις της φάλαγγας για να προασπίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας του. Η αντίληψη της γενναιότητας και της στρατιωτικής ικανότητας επομένως άλλαξε κατά την κλασική εποχή. Το ατομικό ηρωικό μοντέλο αντικαταστάθηκε από το συλλογικό εκπαιδευμένο σώμα.

Όπως αναφέρει και ο Ευριπίδης στον Ηρακλή μαινόμενο, γενναίος δεν είναι αυτός που αγωνίζεται επιδέξια με τόξα για την επίτευξη δόξας αλλά αυτός που κρατάει σταθερά τη θέση του στο πεδίο της μάχης και είναι έτοιμος να δεχτεί τις πληγές.

Για να κατανοήσουμε τα κύρια χαρακτηριστικά του Έλληνα οπλίτη είναι απαραίτητο να εξετάσουμε τον κύριο τρόπο με τον οποίο πολεμούσε, δηλαδή μέσα από το σχηματισμό της φάλαγγας. Ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τη λέξη φάλαγξ ήταν ο Όμηρος και στο ποίημά του είχε τη σημασία της οργανωμένης γραμμής μάχης. Ωστόσο η αναφορά αυτή ήταν καθαρά αναχρονιστική καθώς ήδη από τα αρχαϊκά χρόνια που πιθανότατα συνετέθησαν τα έπη φαίνεται ότι είχε καθιερωθεί αυτός ο τρόπος πολέμου.

Η τακτική ήταν πολύ απλή στη σύλληψή της: επάλληλες σειρές από βαριά οπλισμένους πεζικάριους σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους έρχονταν σε μετωπική σύγκρουση με την αντίπαλη φαλαγγιτική ομάδα οπλιτών. Η πρώτη σειρά μόνο πολεμούσε ενώ οι πίσω σειρές μόνο έσπρωχναν με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ρήγματος στις γραμμές του αντίπαλου.

Κάθε οπλίτης κάλυπτε με την ασπίδα την αριστερή μόνο πλευρά του και τη δεξιά του διπλανού (παραστάτη) του. Η πιο εύλογη απορία που μπορεί να έχει ο σημερινός μελετητής είναι η εξής: έστω και ένα μικρό σώμα από ιππείς ή τοξότες που μπορούσε να υπερκεράσει τον αναγκαστικά αργό και μη ευέλικτο σχηματισμό της φάλαγγας θα έφερνε την καταστροφή στα νώτα ή στη δεξιά ακάλυπτη πλευρά του ζυγού. Ήδη ο Θουκυδίδης είχε παρατηρήσει ότι στις μάχες η φάλαγγα είχε τη τάση να στρίβει προς τα δεξιά καθώς ασυναίσθητα κάθε οπλίτης προσπαθούσε να καλύψει τη δεξιά πλευρά του.

Η απάντηση βρίσκεται στη στρατιωτική λογική που ακολουθούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και στις πολύ συγκεκριμένες συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου. Σκοπός ενός πολέμου κατά την εποχή των ελληνικών πόλεων-κρατών δεν ήταν η απόλυτη καταστροφή της αντίπαλης πόλης αλλά η υποταγή της, ο εξαναγκασμός της στους επιθυμητούς όρους μιας συμφωνίας, η υφαρπαγή των οικονομικών πόρων της.

Η ολοκληρωτική καταστροφή μιας πόλης θα τάραζε την ευαίσθητη ισορροπία του αρχαίου κόσμου, μία ισορροπία δυνάμεων που πράγματι όταν διαταράχθηκε με τις ακρότητες του Πελοποννησιακού πολέμου σήμανε την αρχή του τέλους για τον κλασικό πολιτισμό.

Οι οπλίτες προέρχονταν από τις μεσαίες τάξεις των ελεύθερων πολιτών, δηλαδή την πιο σημαντική και ανερχόμενη πολιτική δύναμη των πόλεων-κρατών. Οι οπλίτες, με εξαίρεση τους Σπαρτιάτες, δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν πολίτες που έκαναν το χρέος τους προς την πατρίδα.

Επομένως επιδίωξη των αρχαίων ήταν να αποφεύγουν τις πολύνεκρες μάχες, οι οποίες θα αποστερούσαν από την εκάστοτε πόλη το πιο ζωτικό οικονομικά και πολιτικά κομμάτι της: τη μεσαία τάξη (χαρακτηριστικά ο Θουκυδίδης τονίζει ότι οι ελεύθεροι πολίτες είναι το απαραίτητο κύτταρο κάθε πολιτειακής οργάνωσης: «άνδρες γαρ πόλις»).

Είναι ενδεικτικό επίσης ότι όταν μία παράταξη τρέπονταν σε φυγή οι αντίπαλοι στρατιώτες σπάνια την καταδίωκαν. Αυτό που προείχε ήταν η νίκη στη μάχη και όχι η διάλυση του εχθρού. Η πολεμική σύρραξη έπρεπε να είναι σύντομη, ευθεία, αποφασιστική και όχι αντίθετα μακροχρόνια, βασισμένη σε περίπλοκες τακτικές κινήσεις και αμφιλεγόμενη. Οι κανόνες με βάση τους οποίους οι Έλληνες διεξήγαν τους πολέμους τους διέπονταν από την αρχή της ελαχιστοποίησης της αιματοχυσίας χωρίς όμως την ίδια στιγμή να αποστερούν τη μάχη από το στοιχείο του προσωπικού αγώνα όπως υπογράμμιζε και ο Ευριπίδης στο απόσπασμα που προαναφέραμε.

 Ο πόλεμος υπηρετούσε τα δημοκρατικά συμφέροντα της πόλης (διαφύλαξη του ανθρώπινου υλικού, συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των πολεμιστών-πολιτών) και όχι το αντίθετο (ολοκληρωτική υπεροχή με κάθε μέσο και κόστος). Ο σχηματισμός της φάλαγγας παρόλα τα εμφανή και εγγενή ελαττώματά της αντανακλούσε και ανταποκρινόταν στην ελληνική νοοτροπία σύμφωνα με την οποία «ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα» αλλά, όπως το διατύπωσε ο Αριστοτέλης, «στην άμιλλα ενυπάρχει και η νίκη». Τέλος πρέπει να σημειώσουμε ότι σχεδόν όλοι οι γνωστοί φιλόσοφοι και ποιητές της αρχαιότητας είχαν υπηρετήσει σε κάποια στιγμή ως οπλίτες. Ορισμένοι, όπως ο Αισχύλος, τη θεωρούσαν ως την πιο ένδοξη στη ζωή τους.

Ο ΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ο οπλισμός διακρίνεται σε αμυντικό και επιθετικό, αλλά από όσα έχουμε αναφέρει έως τώρα πρέπει να έχει γίνει φανερό ότι το βάρος του οπλισμού έπεφτε στην αμυντική θωράκιση του πολεμιστή. Η λέξη οπλίτης προέρχεται από το όπλον που σήμαινε αρχικά την ασπίδα, επομένως οπλίτης ήταν αυτός που έφερε την ασπίδα, το κύριο στοιχείο της εξάρτυσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις περισσότερες πολυάριθμες ζωγραφικές ή γλυπτικές παραστάσεις των οπλιτών οι τελευταίοι αναπαρίστανται μόνο με τρία στοιχεία: ασπίδα, κράνος και δόρυ. Άλλα μέρη του οπλισμού ήταν: οι επωμίδες, οι κνημίδες, ο θώρακας και το ξίφος.

Οι οπλίτες συνήθως φόραγαν την πανοπλία τους λίγο πριν τη μάχη καθώς ο εξοπλισμός ήταν ιδιαίτερα βαρύς (έφτανε τα 22-27 κιλά). Κάθε οπλίτης έπρεπε ο ίδιος να φροντίζει για την προμήθεια και τη συντήρηση του ατομικού του οπλισμού, υποχρέωση αρκετά πολυέξοδη. Κάποιοι γονείς μεταβίβαζαν τα όπλα τους στους γιους τους (κυρίως την ασπίδα η οποία διέθετε ιδιαίτερη συμβολική διακόσμηση) ενώ η πιο σύνηθες πηγή εξοπλισμού ήταν η λαφυραγωγία. Αυτές οι πρακτικές όμως επέτειναν την ανομοιομορφία κάθε στρατεύματος με αποτέλεσμα ορισμένες φορές να μην αναγνωρίζονται μεταξύ του στον αναβρασμό της μάχης οι φίλιοι οπλίτες και να συμπλέκονται.
 
Γνωρίζουμε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν οι πρώτοι που καθιέρωσαν μία ομοιόμορφη εμφάνιση χαράζοντας το γράμμα «Λ» στις ασπίδες τους.Ασπίς: «Ήταν συνήθως στρογγυλή, με διάμετρο περίπου 0,9 μ, μπρούτζινη ή χάλκινη ή αποτελούνταν από επάλληλους δίσκους δέρματος ραμμένους μεταξύ τους και στερεωμένους σε ξύλινο ή μεταλλικό σκελετό. Η εξωτερική πλευρά ήταν πάντοτε κυρτή και έφερε στο κέντρο τον ομφαλόν, που μερικές φορές είχε κάποια παράσταση, το επίσημον, ή κάποιο ρητό. Αρχικά τα επίσημα ήταν ατομικά και χρησίμευαν στην αναγνώριση του κατάφρακτου οπλίτη μέσα από την πανοπλία του.

 Με την επικράτηση όμως των δημοκρατικών πολιτευμάτων το επίσημον έγινε ομοιόμορφο και αντιπροσωπευτικό της πόλης. Η εσωτερική πλευρά είχε μία λωρίδα με υποδοχή στο μέσο της ασπίδας (πόρπαξ), από όπου ο οπλίτης περνούσε το βραχίονα, και ένα δερμάτινο ιμάντα (αντιλαβή ή όχανον) στο εσωτερικό χείλος, από όπου περνούσε το αριστερό χέρι. Χωρίς αυτά η ασπίδα ήταν άχρηστη και οι ανατιθέμενες ασπίδες ήταν υποχρεωτικά χωρίς αντιλαβές και πόρπακες, για να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ενδεχόμενη στάση κατά του Δήμου.

Εκτός μάχης ένας τελαμών (λουρί) επέτρεπε να την κρεμούν στους ώμους, όπως τα σακίδια σήμερα. Στην περίμετρό της υπήρχε η ίτυς, ένα στεφάνι, που προσέθετε ακαμψία και σταθερότητα στην κατασκευή. Μερικές φορές την ασπίδα την επιμήκυναν προς τα κάτω με ένα είδος ποδιάς από δέρμα, για να προστατεύει τα πόδια του οπλίτη από τα εχθρικά τοξεύματα».

Η μοίρα «παίζει» μαζί μας; Είμαστε παιδιά της τυχαιότητας ή γρανάζια ενός ευρύτερου σχεδίου;

Δυστυχώς απάντηση δεν υπάρχει.
Ακόμη και η κβαντική φυσική, κορόνα της τύχης, θα μπορούσε να αποδειχθεί «συνωμοσία»

Στον κόσμο της κβαντικής φυσικής η τυχαιότητα βασιλεύει με τον πλέον καταφανή τρόπο.

«Ω, είμαι το αναγέλασμα της Μοίρας» λέει ο Ρωμαίος. Ησύχασε, μεγάλε εραστή. Όλοι είμαστε. Ή μήπως όχι;

Ο Ρωμαίος, έχοντας σκοτώσει τον Τυβάλτη και συνειδητοποιώντας ότι θα πρέπει να φύγει από τη Βερόνα για να γλιτώσει τον θάνατο, εξέφραζε μια άποψη κοινή στην εποχή του Σαίξπηρ: ότι είμαστε όλοι μαριονέτες και κάποια ανώτερη αρχή κινεί τα νήματα. Η τύχη – και πόσω μάλλον οι δικές μας αποφάσεις – παίζει μικρό ρόλο στην εξέλιξη των κοσμικών σχεδίων.

Ακόμη και διαδικασίες που ενέχουν εγγενώς την τύχη εθεωρούντο προκαθορισμένες. Πολύ προτού τα ζάρια χρησιμοποιηθούν στα τυχερά παιχνίδια είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούνται ως μέσο μαντείας. Οι αρχαίοι στοχαστές πίστευαν ότι οι θεοί καθόριζαν το αποτέλεσμα της κάθε ζαριάς: η φαινομενική τυχαιότητα προέκυπτε από την άγνοιά μας σχετικά με τις θείες προθέσεις.

Παραδόξως η σύγχρονη επιστήμη αρχικά έκανε ελάχιστα για να αλλάξει αυτή την άποψη. Ο Ισαάκ Νεύτων συνέθεσε νόμους για την κίνηση και τη βαρύτητα που συνέδεαν τα πάντα στον κόσμο με έναν μηχανισμό τον οποίο κινούσε ένα ουράνιο χέρι. Η κίνηση των άστρων και των πλανητών ακολουθούσε τους ίδιους αυστηρούς κανόνες με ένα κάρο που το τραβούσε ένας γάιδαρος. Σε αυτό το κουρδιστό Σύμπαν κάθε φαινόμενο είχε μια ανιχνεύσιμη αιτία.

Οι προθέσεις του Παντοδύναμου
Αν και το Σύμπαν του Νεύτωνα άφηνε ελάχιστο χώρο για την τυχαιότητα, παρείχε τουλάχιστον εργαλεία ώστε να προβλέψει κάποιος τις προθέσεις του Παντοδύναμου. Αν είχατε όλα τα σχετικά δεδομένα που αφορούν το ρίξιμο του ζαριού που κρατάτε στα δάχτυλά σας – πορεία, ταχύτητα, σκληρότητα της επιφάνειας και ούτω καθ’ εξής – θα μπορούσατε θεωρητικά να υπολογίσετε ποια πλευρά του ζαριού θα καταλήξει στο επάνω μέρος. Στην πράξη το έργο αυτό είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Δείχνει όμως ότι η τυχαιότητα δεν είναι τίποτε το εγγενές – είναι απλώς μια αντανάκλαση της έλλειψής μας σε πληροφορίες.

Η πίστη στην κοσμική προβλεψιμότητα, της οποίας ηγήθηκε ο γάλλος μαθηματικός και φυσικός Πιερ-Σιμόν ντε Λαπλάς, διακήρυξε, έναν αιώνα μετά τον Νεύτωνα, ότι μια επαρκής πληροφόρηση μπορεί να προβλέψει οτιδήποτε πρόκειται να συμβεί στο Σύμπαν – και, πηγαίνοντας αντίστροφα, να σας πει όλα όσα έχουν συμβεί ως πίσω, στις κοσμικές απαρχές.

Πρόκειται για μια λαμπρή αλλά και μάλλον ανησυχητική ιδέα. Αν τα πάντα είναι πραγματικά προβλέψιμα, τότε ασφαλώς όλα είναι προκαθορισμένα και η ελεύθερη βούληση είναι μια ψευδαίσθηση; Ο Ρωμαίος, με άλλα λόγια, έχει δίκιο. Ισως και να είναι έτσι, λέει ο φυσικός Βαλέριο Σκαράνι, ο οποίος μελετά την τυχαιότητα και τα όριά της στο Κέντρο Κβαντικών Τεχνολογιών στη Σιγκαπούρη. «Κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι μια μοναδική αιτιώδης αλυσίδα καθορίζει τα πάντα – πείτε τη Θεό, Μεγάλη Εκρηξη ή ρομπότ του Matrix» λέει. «Τότε δεν υπάρχει τυχαιότητα».

Η σύνδεση ανάμεσα σε ένα Σύμπαν το οποίο παραδέχεται την τυχαιότητα και ένα Σύμπαν το οποίο παραδέχεται την ελεύθερη βούληση είναι παλιά, λέει ο κ. Σκαράνι. Τον 13ο αιώνα ο μεγάλος χριστιανός φιλόσοφος Θωμάς ο Ακινάτης επέμενε ότι ένα τέλειο Σύμπαν θα πρέπει να περιέχει την τυχαιότητα για να επιτρέπει στους ανθρώπους την αυτονομία τους. Αυτή όμως υπήρχε εκεί επίσης για να τους περιορίζει. Ο Θεός έπλασε τους ανθρώπους με ικανότητες κατώτερες των θεϊκών, επομένως πρέπει να υπάρχει μια σφαίρα γεγονότων έξω από τον έλεγχό μας.

Χάος και ελεύθερη βούληση
Μόνο περίπου δύο αιώνες μετά τον Νεύτωνα κάποιοι άρχισαν να αμφισβητούν σοβαρά την έννοια ενός προβλέψιμου κόσμου. Το 1859 ο σκωτσέζος φυσικός Τζέιμς Κλαρκ Μάξγουελ εστίασε την προσοχή στις τεράστιες διαφορές που υπήρχαν στα αποτελέσματα που μπορούν να προκύψουν από μικροσκοπικούς παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τις συγκρούσεις των μορίων.

Αυτή ήταν η αρχή της θεωρίας του χάους. Στην πιο οικεία εκδοχή της το φαινόμενο της πεταλούδας – ότι, δηλαδή, το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας στη Βραζιλία μπορεί να πυροδοτήσει έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας, όπως το έθεσε ο θεωρητικός του χάους Εντουαρντ Λόρεντς το 1972 – φαίνεται να αποκαθιστά το απρόβλεπτο στον κόσμο.

Οταν ένα σύστημα είναι αρκετά πολύπλοκο, η παραμικρή κατά προσέγγιση τιμή όταν δουλεύετε στα όρια του ρολογιού, του βαρομέτρου ή του χάρακά σας ή το παραμικρό «στρογγύλεμα» σε έναν υπολογισμό μπορεί να επηρεάσει δραστικά το αποτέλεσμα. Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη την πρόβλεψη του καιρού. Η μελλοντική κατάστασή του εξαρτάται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό από την αρχική μέτρηση – και δεν μπορούμε να έχουμε ποτέ μια τέλεια αρχική μέτρηση.

Επομένως οι μικρές, ανθρώπινης κλίμακας, αποφάσεις μπορεί πράγματι να έχουν σημασία για το ευρύτερο πλαίσιο. Η δεινή θέση του Ρωμαίου ανάγεται πίσω, στις αρχικές συνθήκες που τον έφεραν στην ίδια αίθουσα με την Ιουλιέτα – ή και πιο πίσω. Αν ωστόσο το πάμε υπερβολικά μακριά, μπορεί να τις αναγάγουμε πιο πίσω ακόμη και από όταν οι πρόγονοί μας κατέβηκαν από τα δέντρα, το οποίο φαίνεται να αντιβαίνει σε κάθε λογική έννοια ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου.

Σε κάνει να ξύνεις το κεφάλι σου, αυτό είναι αλήθεια – προς το παρόν όμως ξύνουμε μόνο την επιφάνεια.
Αυτό γιατί, ενώ φαίνεται να ζούμε σε μια πραγματικότητα όπου οι αιτίες οδηγούν σε προβλέψιμα αποτελέσματα, αν σκάψουμε λίγο πιο βαθιά, βλέπουμε ότι μάλλον τα πράγματα δεν λειτουργούν καθόλου έτσι. Η κβαντική θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε σταδιακά από τις αρχές του 20ού αιώνα, είναι η λειτουργική θεωρία μας για την πραγματικότητα στα πιο βασικά της – και απορρίπτει εντελώς την ακλόνητη βεβαιότητα. «Σε εμάς φαίνεται, μέσω των κβαντικών πειραμάτων, ότι η φύση είναι θεμελιωδώς τυχαία» λέει ο Εϊντριαν Κεντ, μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.

Ο μισοβαμμένος καθρέφτης
Αν ρίξετε ένα μεμονωμένο φωτόνιο σε έναν μισοεπαργυρωμένο καθρέφτη, αυτό μπορεί να περάσει μέσα από αυτόν ή να ανακλαστεί: οι κβαντικοί κανόνες δεν μας δίνουν τρόπο για να προβλέψουμε εκ των προτέρων τι θα συμβεί. Αν δώσετε σε ένα ηλεκτρόνιο δύο σχισμές σε έναν τοίχο για να περάσει από μέσα τους, αυτό θα διαλέξει τυχαία.

Αν περιμένετε ένα μεμονωμένο ραδιενεργό άτομο να εκπέμψει ένα σωματίδιο, μπορεί να περιμένετε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου ή έναν αιώνα. Αυτή η μάλλον αδιάφορη στάση απέναντι στις κλασικές βεβαιότητες ίσως μάλιστα να ευθύνεται ακόμη και για το ότι βρισκόμαστε εδώ. Ενα κβαντικό κενό που δεν περιέχει τίποτε μπορεί τυχαία και αυθόρμητα να παραγάγει κάτι. Μια τέτοια απρόσεκτη ενεργειακή διακύμανση ίσως να εξηγεί με τον καλύτερο τρόπο πώς ξεκίνησε το Σύμπαν μας.

Το να εξηγήσουμε την εξήγηση είναι δυσκολότερο. Δεν γνωρίζουμε από πού προήλθαν οι κβαντικοί κανόνες. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι τα μαθηματικά πίσω τους, τα οποία είναι ριζωμένα στην αβεβαιότητα, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα όταν την παρατηρούμε από πολύ κοντά. Αυτά ξεκινούν με την εξίσωση του Σρέντινγκερ, η οποία περιγράφει πώς οι ιδιότητες ενός κβαντικού σωματιδίου εξελίσσονται στον χρόνο.

Η θέση ενός ηλεκτρονίου, για παράδειγμα, δίδεται από ένα «πλάτος» το οποίο απλώνεται στον χώρο και υπάρχει ένα σύνολο μαθηματικών κανόνων που μπορείτε να εφαρμόσετε για να βρείτε την πιθανότητα με την οποία οποιαδήποτε συγκεκριμένη μέτρηση θα τοποθετήσει το ηλεκτρόνιο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση.

Αυτό δεν αποτελεί εγγύηση ότι το ηλεκτρόνιο θα βρίσκεται σε αυτή τη θέση ανά πάσα στιγμή. Αν όμως κάνετε επαναλαμβανόμενα την ίδια μέτρηση, επανατοποθετώντας το σύστημα κάθε φορά, η κατανομή των αποτελεσμάτων θα ταιριάζει με τις προβλέψεις της εξίσωσης του Σρέντινγκερ. Τα επαναλαμβανόμενα, προβλέψιμα μοτίβα του κλασικού κόσμου είναι τελικά το αποτέλεσμα πολλών μη προβλέψιμων διαδικασιών.

Περνάμε μέσα από τον τοίχο
Οι επιπτώσεις είναι ενδιαφέρουσες. Ας πούμε ότι θέλετε να περάσετε μέσα από έναν τοίχο: η κβαντική θεωρία λέει ότι αυτό είναι δυνατόν. Κάθε ένα από τα άτομα που σας αποτελούν έχει μια θέση η οποία θα μπορούσε – τυχαία – να αποδειχθεί ότι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του τοίχου όταν αυτό θα αλληλεπιδράσει.

Η πιθανότητα αυτού του ενδεχομένου είναι υπερβολικά μικρή και η πιθανότητα ότι όλα τα άτομα που σας αποτελούν θα τοποθετηθούν ταυτόχρονα στην άλλη πλευρά του τοίχου είναι απειροελάχιστη. Ενα γερό καρούμπαλο είναι το άθροισμα όλων των άλλων πιθανοτήτων. Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα.

Ο Αϊνστάιν εκνευριζόταν ιδιαίτερα από αυτή την πιθανοκρατική προσέγγιση γεγονότων του πραγματικού κόσμου, κάνοντας μάλιστα και τη διάσημη παρατήρηση ότι είναι σαν να λέμε ότι ο Θεός παίζει ζάρια. Υπέθετε ότι θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες πληροφορίες που μας λείπουν και οι οποίες θα μπορούσαν να μας πουν το αποτέλεσμα των μετρήσεων εκ των προτέρων.

Οι κρυφές πραγματικότητες
Το 1964 ο φυσικός Τζον Μπελ ανέπτυξε έναν τρόπο εξέτασης της ύπαρξης τέτοιων «κρυφών μεταβλητών». Η ιδέα του έχει εφαρμοστεί έκτοτε ξανά και ξανά χρησιμοποιώντας κυρίως διεμπλεγμένα ζεύγη φωτονίων.

Τα διεμπλεγμένα σωμάτια αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό του κβαντικού κόσμου. Εχουν αλληλεπιδράσει μεταξύ τους κάποια στιγμή στο παρελθόν και τώρα εμφανίζονται να έχουν κοινές ιδιότητες με τρόπο ώστε μια μέτρηση στο σωμάτιο Α να επηρεάζει ακαριαία το αποτέλεσμα που παίρνουμε από μια μέτρηση στο σωμάτιο Β και αντίστροφα.

Τι κρύβεται πίσω από αυτό; Οι λεπτομέρειες των τεστ του Μπελ είναι πολύπλοκες, η βασική αρχή όμως μοιάζει με ένα άθλημα στο οποίο δύο ομάδες πειραματιζόμενων παίζουν με διαφορετικούς κανόνες. Η ομάδα Αλφα υποθέτει ότι οι κβαντικές συσχετίσεις οφείλονται σε κάποια κρυφή ανταλλαγή πληροφοριών και κάνει τις μετρήσεις της με βάση αυτή την υπόθεση. Η ομάδα Βήτα, από την άλλη πλευρά, υποθέτει ότι οι συσχετίσεις υλοποιούνται τυχαία με τη μέτρηση.

Και η ομάδα Βήτα κερδίζει πάντα. Οι αλλόκοτες συσχετίσεις που κβαντικού κόσμου απορρέουν από θεμελιώδη τυχαιότητα.

Ή μήπως όχι; Οι φυσικοί εξακολουθούν να διερευνούν το ενδεχόμενο να υπάρχουν στον τρόπο που κάνουμε τις κβαντικές μετρήσεις κάποιες «τρύπες» οι οποίες θα μπορούσαν να στρεβλώνουν τα αποτελέσματα και να προσποιούνται την τυχαιότητα – το γεγονός ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε την κατάσταση των φωτονίων με ακρίβεια 100%, π.χ., ή ακόμη και το ζήτημα του αν έχουμε ελεύθερη βούληση στην επιλογή των μετρήσεων που κάνουμε. «Νομίζω ότι είναι πρόωρο να λέμε ότι έχουμε κλείσει όλες τις σημαντικές «τρύπες» του Μπελ» λέει ο κ. Κεντ.

Είναι πιθανόν κάποτε οι παραξενιές της κβαντικής θεωρίας να εξηγηθούν, ίσως συμβιβάζοντας κάποια άλλη αγαπημένη αρχή όπως η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Ή ίσως κάποιος να εμφανίσει μια πιο εμπνευσμένη, μη τυχαία θεωρία η οποία θα αναπαράγει όλες τις προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας και θα κάνει παράλληλα κάποιες ισχυρότερες. «Αυτή η υποθετική θεωρία θα πρέπει να είναι μια νέα θεωρία – μια διάδοχος της κβαντικής θεωρίας και όχι μια εκδοχή της» επισημαίνει ο κ. Κεντ.

Ο Τέρι Ρούντολφ, φυσικός από το Imperial College του Λονδίνου, συμφωνεί. Η κβαντική θεωρία είναι η απόλυτη θεωρία μας για τη φύση και φαίνεται να υποδεικνύει ότι το Σύμπαν είναι τυχαίο, δεν υπάρχει όμως εγγύηση για αυτό. «Δεν νομίζω ότι θα μπορέσουμε ποτέ να το αποδείξουμε» λέει.
Αν είναι έτσι, ίσως θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί ότι η τυχαιότητα είναι μια ψευδαίσθηση – και μαζί της ίσως και η ελεύθερη βούλησή μας. «Τότε η κβαντική φυσική είναι απλώς μέρος της μεγάλης συνωμοσίας» λέει ο κ. Σκαράνι.

Αναγελάσματα της Μοίρας; Ισως δεν έχουμε την ελευθερία να αποφασίσουμε περί αυτού.

Ο μετεωρολόγος
Κεν Μιλν, επικεφαλής των αριθμητικών μοντέλων της επιστήμης πρόγνωσης του καιρού στη Μετεωρολογική Υπηρεσία της Βρετανίας

Πώς κάνετε πρόγνωση του καιρού;
«Δημιουργούμε ένα μοντέλο το οποίο αναπαριστά την τρέχουσα κατάσταση της ατμόσφαιρας με βάση πολλές παρατηρήσεις. Το μοντέλο κάνει προβολή και υπολογίζει πώς μπορεί να εξελιχθεί η ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα της πρόγνωσης είναι πολύ ευαίσθητο σε μικρά λάθη στην αρχική φάση του, και έτσι τρέχουμε ένα συνολικό μοντέλο με βάση στοχαστικές προγνώσεις (ensemble). Αντί να τρέχουμε το μοντέλο μια φορά, κάνουμε μια σειρά από μικρές αλλαγές στο αρχικό μοντέλο και το ξανατρέχουμε πολλές φορές ώστε να έχουμε μια ομάδα προγνώσεων. Μερικές μέρες τα αποτελέσματα είναι όμοια, γεγονός που μας χαρίζει υψηλό ποσοστό βεβαιότητας για την πρόγνωση. Αλλες τα αποτελέσματα μπορεί να διαφέρουν ριζικά, οπότε πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί».

Πόσο σίγουροι μπορεί να είστε για τις προγνώσεις σας;
«Το επίπεδο βεβαιότητας διαφέρει από μέρα σε μέρα και από πρόγνωση σε πρόγνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να έχουμε μεγάλες διαφορές μεταξύ των προγνώσεων του ensemble. Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα αφορά συχνά τις μεγάλες καταιγίδες και τα άλλα δραματικά φαινόμενα του καιρού τα οποία ενδιαφέρουν το κοινό, καθώς η ατμόσφαιρα πρέπει να βρίσκεται σε μια ευαίσθητη, ασταθή κατάσταση ώστε να παραχθούν τέτοια φαινόμενα. Η χαοτική φύση του συστήματος της ατμόσφαιρας επιβάλλει πράγματι θεμελιώδη όρια στην ικανότητα πρόγνωσης. Σε ό,τι αφορά την πρόγνωση του καιρού από μέρα σε μέρα, το όριο αυτό είναι μεταξύ 10 ημερών και δύο εβδομάδων με χρήση προγνώσεων με βάση τις πιθανότητες».

Από το 2011 η βρετανική Μετεωρολογική Υπηρεσία άρχισε να παρουσιάζει προγνώσεις σχετικά με την πιθανότητα βροχής. Ηταν μια απόφαση αμφιλεγόμενη;
«Το συζητούσαμε επί μακρόν. Οι Αμερικανοί κάνουν τέτοιες προγνώσεις εδώ και χρόνια και είναι πλέον αποδεκτές στη χώρα. Το επιχείρημα υπέρ είναι ότι συχνά δεν μπορείς – για πολλούς επιστημονικούς λόγους – να πεις πέρα από κάθε αμφιβολία αν θα βρέξει ή όχι. Ετσι δίνεις στον πληθυσμό πολύ καλύτερη πληροφόρηση αν του πεις την πιθανότητα βροχής. Παρότι αναγνωρίζουμε πως ορισμένοι άνθρωποι βρίσκουν τις πιθανότητες δύσκολες στην κατανόηση, πολλοί άνθρωποι τις καταλαβαίνουν και παίρνουν καλύτερες αποφάσεις χάρη σε αυτές».

Τα όρια της επιστημονικής αλήθειας

Η επιστημονική αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο είναι όμηρος τόσο του πλαισίου αναφοράς μας στον χωρόχρονο όσο και της γλώσσας που χρησιμοποιούμε για να την εκφράσουμε.

Ακόμη και να μπορούσαμε να ταξιδέψουμε σε άλλο Σύμπαν, δύσκολα θα καταφέρναμε να αντιληφθούμε την αλλαγή!

Έχουμε κλείσει ήδη την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα και το θέμα μιας ερμηνείας της επιστημονικής αλήθειας και των ορίων της είναι πάντοτε επίκαιρο με δεδομένη τη φρενήρη εξέλιξη της θετικής επιστήμης και των τεχνολογιών αιχμής στο σύνολό τους. Τα ερωτήματα «βάθους» ωστόσο παραμένουν αναπάντητα:

Υπάρχει ανάγκη μιας μεταφυσικής οντότητας-δημιουργού του γνωστού τουλάχιστον Σύμπαντος;
Γιατί τελικά να υπάρχει κάτι παρά τίποτα;

Υπάρχει όντως κάποιο αινιγματικό σωμάτιο Higgs ή τουλάχιστον κάτι που είναι «σαν το σωμάτιο Higgs», το οποίο αναμένεται μέσω του ομώνυμου πεδίου να δώσει μια εμπειρική -επιστημολογική βάση στην ασυμβατότητα των παρατηρήσεων ανάμεσα στο κβαντικό και στο μακροσκοπικό επίπεδο πραγματικότητας;

Είναι η Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης μια πλήρης θεωρία για το Σύμπαν με την έννοια ότι μπορεί να ενσωματώσει θεωρητικά οποιεσδήποτε νέες παρατηρήσεις ή είναι απλώς ένα θεωρητικό μοντέλο που περιγράφει ως ένα σημείο επιτυχώς το τρέχον παρατηρησιακό – επιστημολογικό εποικοδόμημα;

Όλα τα παραπάνω ερωτήματα ανάγονται ιστορικά περίπου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν οι θετικές επιστήμες οδηγήθηκαν μέσα από μια σειρά θεωρητικών προβληματισμών που προκάλεσε η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνικής μετά την πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα σε νέους ριζοσπαστικούς προσανατολισμούς.

Ήταν η εποχή της εισαγωγής της κβαντομηχανικής θεωρίας από τον Μαξ Πλανκ, η εποχή της εισαγωγής της ειδικής και μία δεκαετία περίπου αργότερα της γενικής σχετικότητας από τον Α. Αϊνστάιν, η εποχή της κρίσης των θεμελίων των μαθηματικών και της προσπάθειας συνεπούς θεμελίωσής τους από τους Ράσελ – Γουάιτχεντ μέσω του συστήματος της Principia Mathematica.

Υπό μία έννοια, μάλιστα, δεν ήταν άσχετες οι ανατροπές στο κλασικό επιστημολογικό εποικοδόμημα με τη γενικότερη επανάσταση στον χώρο της τέχνης και της αισθητικής, ιδιαίτερα στον χώρο των αναπαραστατικών τεχνών.

Για παράδειγμα, η τάση της αφαίρεσης των μορφών και του μινιμαλισμού στη σύγχρονη τέχνη δεν μπορεί παρά να ιδωθεί, ιστορικά τουλάχιστον, παράλληλα με την αφαιρετική τάση στα μαθηματικά και τη θεωρητική φυσική, με την αναζήτηση των υποκείμενων μαθηματικών δομών και των μορφολογικών τους αναλλοίωτων, τάση που υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξή τους καθ’ όλον τον 20ό αιώνα.

Ωστόσο, αυτές οι ριζικές ανατροπές δεν μπορούσαν παρά να δώσουν νέο περιεχόμενο στην ιστορικά φορτισμένη σχέση της επιστήμης με τη φιλοσοφία και την αναλυτική λογική.

Υπό το πρίσμα αυτό και με προϋπάρχουσα την αντιιδεαλιστική παράδοση του διαλεκτικού υλισμού είτε του θετικισμού του Ογκ. Κοντ, η συμβολή νέων φιλοσοφικών προσεγγίσεων – π.χ., της φαινομενολογικής – στη δόμηση ενός ανοικτού μοντέλου που είναι ικανό να «διαλεχθεί» με το επίκαιρο επιστημολογικό εποικοδόμημα στο σύνολό του είναι ακριβώς η ανάδειξη του ρόλου του συνειδότος υποκειμένου στη συγκρότηση μιας αντικειμενικής πραγματικότητας και το πλαίσιο ερμηνείας που εξ αυτού του λόγου καθορίζει.

Αυτό το πλαίσιο ερμηνείας δίνει και το εύρος του πεδίου μέσα στο οποίο μπορεί το υποκείμενο να θέτει καλώς εννοούμενα οντολογικά ερωτήματα ώστε να αναμένει καλά θεμελιωμένες απαντήσεις. Είναι χαρακτηριστικό να τονιστεί εδώ ότι η εναλλακτική αναλυτική θεωρία του Βαν Ορμαν Κουάιν εισάγει τον υπο-καθορισμό των επιστημονικών θεωριών, ακόμα και των τυπικο-λογικών, όπως η αναλυτική λογική και τα μαθηματικά, ως προς την εμπειρία και τον τρόπο πρόσληψης και συγκρότησής της τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Με άλλα λόγια, το μη μονοσήμαντο της επιστημονικής αλήθειας όπως αυτή τυποποιείται μέσω των αντίστοιχων θεωριών συνδέεται με το μέτρο κατά το οποίο η συγκρότηση της ίδιας της εμπειρίας επικαθορίζει το περιεχόμενο και τη φόρμα των θεωριών.

Αναφερόμενοι ειδικότερα στην έννοια του φαινομενολογικού ορίζοντα, νοούμενου όχι με τη συνηθισμένη έννοια του φυσικού ορίζοντα αλλά με την έννοια του πεδίου που καθορίζεται από την αποβλεπτικού τύπου συνείδηση του υποκειμένου κατά την εναργή παρουσία του στον κόσμο αλλά και από την ίδια τη φύση ως προ-αναγωγικό του πεδίο.

Τα όρια του ορίζοντα αυτού είναι μεν αναλλοίωτα καθ’ όσον αναφέρονται στη συνειδησιακή δομή του υποκειμένου και τον τρόπο συγκρότησης της πραγματικότητας από αυτό, είναι ωστόσο μετατοπίσιμα στον βαθμό που μετατοπίζεται το αποβλεπτικό του πεδίο.

Πώς θα ήταν το ταξίδι σε άλλο Σύμπαν;
Πιο απλά, αν υποθέσουμε ότι ευσταθούν κάποιες σύγχρονες κοσμολογικές θεωρίες που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν άλλα παράλληλα ή εξωτικά σύμπαντα και σε κάποιο πολύ μακρινό μέλλον οι μελλοντικοί μας απόγονοι θα είχαν τις τεχνολογικές δυνατότητες να ταξιδέψουν ως εκεί, ποτέ δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι όντως βρίσκονται σε κάποιο άλλο Σύμπαν και όχι στο δικό μας.

Κι αυτό γιατί στον βαθμό που θα εξακολουθούσαν να είναι άνθρωποι με την ιδιαίτερη «αρχιτεκτονική» ενσωματωμένης συνείδησης και ορισμένου τύπου συγκρότησης της αντικειμενικής πραγματικότητας, θα μπορούσαν μόνο να ισχυριστούν ότι αυτό το οποίο βλέπουν ή αλληλεπιδρούν είναι απλώς μια επέκταση του δικού τους «ορίζοντα» όπως τον είχαν συγκροτήσει με όρους αμοιβαιότητας στο Σύμπαν-μήτρα τους.

Αυτή είναι εξάλλου και η επικρατούσα σήμερα τάση ερμηνείας των τεσσάρων θεμελιωδών σταθερών της φυσικής (και όχι κατά κοινή παρανόηση παγκόσμιων σταθερών), δηλαδή της «παγκόσμιας» σταθεράς της βαρύτητας G, της σταθεράς Πλανκ h, της ταχύτητας του φωτός c και της σταθεράς του Μπόλτσμαν κ. Οι σταθερές αυτές, δηλαδή, εκφράζουν εγγενώς τα όρια της ανθρώπινης γνώσης που είναι μεν αναπόφευκτα και μη αλλοτριώσιμα αλλά που ταυτόχρονα μετατοπίζονται όπως ο φαινομενολογικός ορίζοντας.

Είναι γεγονός ότι οι τέσσερις αυτές σταθερές αρθρώνουν την ύπαρξη των «γραμμών οριζόντων» που μας χωρίζουν από το άπειρα μικρό και το άπειρα μεγάλο. Η ταχύτητα του φωτός c, π.χ., είναι κατά τη γενική σχετικότητα το ανώτατο όριο ταχύτητας στο Σύμπαν γιατί η άρνησή της θα οδηγούσε σε φαινόμενα ακαριαίας επίδρασης από απόσταση και σε παράλογα αποτελέσματα όπως το νοητικό πείραμα Αϊνστάιν – Ποντόλσκι – Ρόουζεν (υπάρχει ωστόσο ένσταση με πειραματικές αξιώσεις γι’ αυτή τη θέση).

Η σταθερά του Πλανκ h εκφράζει ένα κατώτατο όριο δράσης στο Σύμπαν με την έννοια μιας ελάχιστης δράσης που πρέπει να παραχθεί από μια συσκευή μέτρησης ώστε να έχουμε «απόκριση» του μετρούμενου κβαντικού αντικειμένου (ΔΑ •ΔΕ≥ h , – πρώτη ανισότητα του Χάιζενμπεργκ).

Το κβαντικό κατώφλι της συνείδησης
Εν ολίγοις, οι σταθερές της σχετικότητας G και c έχουν σχέση με το αδύνατο του ορισμού ενός απόλυτου χώρου και ενός απόλυτου χρόνου στο Σύμπαν, ενώ οι σταθερές h και κ μπορεί να θεωρηθεί ότι ορίζουν τα όρια του υποατομικού Σύμπαντος με την ταυτόχρονη άρση μιας αιτιοκρατούμενης και καλώς ορισμένης πραγματικότητας.

Μια σύγχρονη ερμηνεία, στο πλαίσιο της κβαντικής βαρύτητας, της σταθεράς «παγκόσμιας» έλξης G, σε συνδυασμό με τις σταθερές h και c, οδηγεί στις έννοιες του χρόνου και του μήκους Πλανκ και την υποψία ότι ο ίδιος ο χωρόχρονος έχει κβαντική δομή με συνεπαγόμενη μια α-κατανόητη μη περαιτέρω «διαιρεσιμότητά» του.

Με αυτό το δεδομένο, είναι σημαντική η μεταθεωρητική θέση ότι ο τρόπος συγκρότησης της πραγματικότητας από ένα υποκείμενο-φορέα αυτοσυγκροτούμενης χρονικής συνείδησης οριοθετεί όχι μόνο το «βάθος» της παρατήρησης εντός του φυσικού κόσμου αλλά και τα όρια της τυπικής γλώσσας των αντίστοιχων λογικο-μαθηματικών θεωριών.

Η κατάσταση κβαντικής περιπλοκής (quantum entanglement) θεωρείται από πολλούς θεωρητικούς της κβαντομηχανικής ότι εκφράζει ακριβώς το κατώφλι μιας φυσικής κατάστασης «απρόσιτης» στην εξαντικειμένισή της από τη συνείδηση του υποκειμένου μέσω του τριγώνου κβαντικό γεγονός – συσκευή μέτρησης – νοούν υποκείμενο.

Αντίστοιχα σε τυπικο-λογικό επίπεδο είναι σήμερα ανοικτό στη μαθηματική κοινότητα κατά πόσο προτάσεις που αναφέρονται στο μαθηματικό συνεχές και στις ιδιότητές του ή το «ακαθόριστο» άπειρο είναι εν τέλει αναλυτικού χαρακτήρα και ως τέτοιες μπορεί κανείς να τις χειρισθεί.

Είναι γνωστό ότι η αρχή της επαληθευσιμότητας των επιστημονικών θεωριών (Σχολή της Βιέννης) προσέκρουσε στην ένσταση του Καρλ Πόπερ για το μάταιο της επιβεβαίωσης των λεγόμενων καθολικών προτάσεων μιας τυπικής θεωρίας μέσω της επιστημονικής τους επαλήθευσης.

Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την εγκυρότητα μιας καθολικής μαθηματικής πρότασης, πολύ περισσότερο μιας καθολικής εμπειρικής πρότασης της Φυσικής, αν δεν προϋποθέσουμε μια ad hoc επ’ άπειρον επέκταση του πεδίου και της «μορφολογίας» της φυσικής μας εμπειρίας, την οποία ωστόσο δεν έχουμε κανέναν εμπειρικό τρόπο να αποδείξουμε; Η άρνηση, για παράδειγμα, μιας τέτοιας καθολικής πρότασης στα σύνολο των πραγματικών αριθμών (αρχιμήδεια ιδιότητα) μας οδηγεί στο «εξωτικό» σύμπαν των μη συμβατικών πραγματικών αριθμών.

Η ποπεριανή υποκατάσταση της αρχής της επαληθευσιμότητας με το κριτήριο της διαψευσιμότητας όπου αρκεί μία και μόνο εμπειρική διάψευση μιας τυπικής πρότασης για να απορριφθεί εκφράζει ακριβώς και τους εγγενείς περιορισμούς της ανθρώπινης γνώσης. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αντικειμενική πραγματικότητα ανεξάρτητη του τρόπου συγκρότησής της και, αν υπάρχει τέτοια, δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί παρά μόνο διαμεσολαβούμενη και διυποκειμενικώς οριζόμενη μέσω των υποκειμένων-φορέων συνείδησης που είναι όλοι οι άνθρωποι.

Όμηροι του χωροχρόνου και της γλώσσας
Αν η επιστήμη είναι η εξαντικειμένιση της εμπειρίας, τότε η φυσική εμπειρία υπεκφεύγει της πλήρους επιστημονικής της σύλληψης κατά το «έλλειμμα» της συγκρότησής της σε μια αντικειμενική δομή εντός ενός αντικειμενικού χωροχρόνου και την επακόλουθη αφαίρεσή της στο πλαίσιο μιας τυπικής μαθηματικής θεωρίας.

Κατ’ ακολουθίαν, η επιστημονική αλήθεια συναρτάται εγγενώς (κατά τον Κουάιν στο γνωστό έργο του «Word and Object») με το εκφραστικό εύρος του νοητικού σχήματος και της γλώσσας διά των οποίων αυτή διαμεσολαβείται. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι τόσο τα μαθηματικά μοντέλα όσο και οι θεωρητικές εξιδανικεύσεις της Φυσικής έχουν αποδειχθεί διαχρονικά ιδιαίτερα αποτελεσματικά εργαλεία στην εν τοις πράγμασι περιγραφή των φυσικών φαινομένων, τουλάχιστον σε μια ευρεία γκάμα τους.

Εν τέλει, αν τα μεγάλα ερωτήματα της μη πληρότητας των μαθηματικών θεωριών κατά Κ. Γκέντελ και της μη αποφασισιμότητας κρίσιμων εικασιών για το μαθηματικό άπειρο (βλ., π.χ., θεωρία των «πολυ-συμπάντων» του Γ. Χ. Γούντιν) έχουν μια υποκείμενη κοινή συνιστώσα με τα μεγάλα ανοικτά προβλήματα της θεωρητικής φυσικής – κβαντομηχανικής θεωρίας – κοσμολογίας, αυτή είναι εύλογο να υποτεθεί ότι είναι η αναγωγή στον θεμελιώδη τρόπο συγκρότησης του πεδίου αναφοράς τους και στην υποκειμενική αρχή του, η οποία δεν είναι άλλη από την ανθρώπινη συνείδηση με την (αυτοσυγκροτούμενη) χρονικότητά της εντός του κόσμου-φορέα νοήματος που την περιβάλλει.

Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του ανθρώπου-φορέα συνείδησης σε σχέση με τον φυσικό κόσμο που τον «διαπερνά» και ταυτόχρονα τον υπερβαίνει και η έννοια του μετατοπίσιμου αλλά αναπαλλοτρίωτου κοσμικού ορίζοντα που επάγει η αρχιτεκτονική αυτή καθορίζουν τα όρια της επιστημονικής γνώσης για τον κόσμο αλλά και το εύρος των καλώς τιθέμενων ερωτημάτων σε σχέση με τον κόσμο αυτόν.

Υπό το πρίσμα αυτό, ερωτήματα που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε μεταφυσικά ή τελεολογικά όπως, λ.χ., η αναζήτηση ενός υπέρτατου όντος δημιουργού του Σύμπαντος στερούνται νοήματος. Μάλλον εδώ πρέπει να μένουμε σιωπηλοί με τη βιτγκενσταϊνιανή έννοια της λέξης.

Οι Σοφιστές - Το κίνημα της Σοφιστικής

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (5 – 4 αι. π.Χ.)
 
Περίοδος αποκρυστάλλωσης των πρώτων φιλοσοφικών εννοιών.
 
Το κίνημα της Σοφιστικής εκδηλώθηκε στην κοινωνία που βγήκε από τους περσικούς πολέμους με τις ανάγκες της για νέα παιδεία.
 
Στην έρευνα οι Σοφιστές μετατόπισαν το κέντρο του βάρους από τον κόσμο στον άνθρωπο. Έτσι αυτοί πρώτοι μελέτησαν μεθοδικά όχι μόνο τη γνώση και την πράξη του ανθρώπου, την ψυχολογία και τη συμπεριφορά του ως ατόμου, αλλά και τις σχέσεις του και τη θέση του μέσα στο κοινωνικό σύνολο, όπως επίσης και την ίδια την κοινωνία, τα κοινωνικά φαινόμενα και τον πολιτισμό. Οι ίδιοι οι Σοφιστές ως πολίτες ανέπτυξαν έντονη δημόσια δραστηριότητα και πήγαιναν από πόλη σε πόλη, για να μεταδώσουν τις γνώσεις τους ως επαγγελματίες και με αμοιβή. Δίδασκαν κυρίως ρητορική, διαλεκτική, ηθική, πολιτική θεωρία, υφολογία, μυθολογία, μουσική θεωρία, αστρονομία και μετεωρολογία. Σκοπός τους ήταν να κάνουν τους μαθητές τους όσο γίνεται πιο ικανούς στη σκέψη, στο λόγο και στην πράξη, για να έχουν όσο γίνεται μεγαλύτερη επιτυχία στη ζωή και να συμβάλουν στις κοινωνικές εξελίξεις.
 
Πρωταγόρας    
Ο Πρωταγόρας (490/485-420/415 π.Χ.) ξεκίνησε από τη θέση του Ηράκλειτου για τη γενική μεταβλητότητα και πίστευε ότι όλα τα πράγματα υπόκεινται σε αδιάκοπη μεταβολή. Γι’ αυτό, έλεγε, δεν μπορούμε να πούμε για κανένα πράγμα ότι είναι έτσι ή αλλιώς, αλλά μόνο πώς μας φαίνεται το κάθε πράγμα στην κάθε στιγμή, δηλαδή να κάνουμε μόνο σχετικές κρίσεις. Έτσι ο Πρωταγόρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος, για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν». (Απόσπ. 1: «Πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως έστιν, των δε μη όντων ως ουκ έστιν»). Τόσο χαρακτηριστική όσο και συνεπής με τη γνωσιοθεωρία του είναι και η στάση του απέναντι στο φαινόμενο της θρησκείας: «Για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποιας λογής είναι· γιατί πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να μάθουμε και η αδηλότητα και το ότι σύντομος είναι ο βίος του ανθρώπου». («Περί μεν θεών ουκ έχω ειδέναι, ουθ’ ως εισίν ουθ’ ως ουκ εισίν ούθ’ όποιοι τινές ιδέαν- πολλά γάρ τα κωλύοντα ειδέναι η τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου»).
 
Ο Γοργίας (490/483-380/376 π.Χ.) αντέδρασε βίαια στη νοοκρατία της ελεατικής φιλοσοφίας (που, στο όνομα ενός υπερβατικού όντος, παρουσίαζε τα φυσικά γεγονότα περίπου ως παραισθήσεις και φαντασιώσεις) και υπερασπίστηκε την κοινή λογική και την καθημερινή πείρα των πρακτικών ανθρώπων ως μοναδικά κριτήρια για τη γνώση, αρνούμενος κάθε αλήθεια πέρα από τα φυσικά πράγματα και τις σχέσεις τους. Έτσι στη θεωρία των Ελεατών ότι μόνο το ον υπάρχει και ότι μόνο αυτό μπορούμε να κατανοούμε και γι’ αυτό να μιλούμε, ο Γοργίας, με το έργο του «Περί του μη όντος ή Περί φύσεως», χρησιμοποιώντας την ίδια τη συλλογιστική των Ελεατών, απάντησε αντιστρέφοντας τα επιχειρήματά τους και καταλήγοντας στο γενικό συμπέρασμα ότι το ον ούτε υπάρχει ούτε νοείται ούτε ανακοινώνεται, γιατί αυτό που ανακοινώνουμε είναι λόγια, όχι το ον.
Με το ίδιο πνεύμα, στο «Ελένης εγκώμιον», δείχνοντας πόσο άδικος είναι ο «μώμος» της Ελένης, «ήτις είτ’ ερασθεϊσα είτε λόγω πεισθείσα είτε βία αρπασθείσα είτε υπό θείας ανάγκης αναγκασθείσα έπραξεν α έπραξεν», ο Γοργίας άφησε να διαφανεί ότι οι κρίσεις μας στηρίζονται όχι σε αντικειμενικές αλήθειες αλλά σε τρέχουσες, αναπόδεικτες και συχνά αλληλοαναιρούμενες αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Αυτή την πραγματικότητα την υποδήλωσε ακόμα πιο χαρακτηριστικά με την «Υπέρ Παλαμήδους απολογία», όπου βέβαια φαίνεται ότι η κρίση για την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας» δεν έχει στηριχτεί ούτε σε αποδείξεις ούτε καν σε γεγονότα, που απλούστατα δεν υπάρχουν.
 
Με την απόρριψη του κριτηρίου μιας απόλυτης αλήθειας ο Γοργίας, πιστεύοντας ότι ο άνθρωπος έχει όχι γνώση αλλά μόνο γνώμη για την πραγματικότητα, συγκέντρωσε την προσοχή του στη ρητορική, που γι’ αυτόν ήταν «πειθούς δημιουργός», δηλαδή μέθοδος για να διατυπώνει ο άνθρωπος τη γνώμη του με τρόπο πειστικό και να πετυχαίνει αυτό που επιδιώκει κάθε φορά. Έτσι ο Γοργίας μελέτησε πρώτος το λόγο και την επίδρασή του στον ψυχισμό του ανθρώπου. Ο λόγος, είπε, «δυνάστης μέγας εστίν, ος σμικροτάτω σώματι και αφανεστάτω θειότατα έργα αποτελεί· δύναται γάρ και φόβον παύσαι και λύπην αφελείν και χαράν ενεργάσασθαι και έλεον επαυξήσαι». Σχετικά, ο Γοργίας διαπίστωσε πρώτος ότι ο λόγος επενεργεί στην ψυχή όπως τα φάρμακα στο σώμα και τόνισε ότι ακριβώς σ’ αυτή την αρχή στηρίζονται όλες οι «επωδές», που μεταχειρίζονται η τέχνη, η μαγεία και η θρησκεία, για να «γοητεύσουν» την ψυχή και να τη «μεταστήσουν» στην κατάσταση που θέλουν.
 
Θετικές και αρνητικές συνέπειες της σοφιστικής. Διδασκαλία με διάλογο
Συμμετέχοντας στον κοινωνικό προβληματισμό, που εγκαινιάστηκε ακριβώς στην εποχή του, ο Αντιφών διατύπωσε ανάμεσα σε άλλες και τις ακόλουθες σκέψεις: Φύση και νόμος είναι αντίθετα. Πολλά από εκείνα που αναφέρονται στο νόμο είναι αντίθετα με τη φύση («πολεμίως τη φύσει»). Τα φυσικά είναι αναγκαία και έμφυτα, τα του νόμου θετά και συμφωνημένα. Τα φυσικά είναι ελεύθερα και συμφέροντα για τη συντήρηση της ζωής, τα του νόμου είναι «δεσμά της φύσεως». Η φύση δεν διακρίνει Έλληνες και βαρβάρους, ελεύθερους και δούλους. Για την ευτυχία του ο άνθρωπος πρέπει να δίνει προτεραιότητα στο φυσικό δίκαιο έναντι του θετού δικαίου.
 
Άλλοι σοφιστές με ευρύτερη απήχηση στην κοινωνία της εποχής τους ήταν ο Πρόδικος, ο Θρασύμαχος, ο Κριτίας, που ασχολήθηκε πρώτος με τις μορφές των πολιτευμάτων, τις ανακαλύψεις και την ιστορία του πολιτισμού, και ο Ιππίας, ο «εγκυκλοπαιδιστής» της Σοφιστικής. Αυτός έγραψε εισαγωγές στη διαλεκτική, στη γεωμετρία, στην αστρονομία, στη μουσική, στη ρυθμική και καταπιάστηκε με προβλήματα θεωρίας της τέχνης, προϊστορίας και γλωσσολογίας.
 
Η σημασία της Σοφιστικής έγκειται στο ότι αυτή έφερε στο επίκεντρο της μελέτης τον άνθρωπο, τη γνώση και την πράξη του, έθεσε από την αρχή το γνωσιολογικό πρόβλημα, θεμέλιωσε τη διαλεκτική και τη λογική, εγκαινίασε την ψυχολογία, ενδιαφέρθηκε για τα κοινωνικά προβλήματα και μελέτησε την καταγωγή της γλώσσας, της τέχνης και του πολιτισμού γενικότερα. Η Σοφιστική όμως, πολεμώντας τη μυθοκρατική και τη δογματική σκέψη της παλαιότερης κοινωνίας, θεωρήθηκε ως ένα βαθμό υπεύθυνη για έντονα αντικοινωνικές τάσεις μηδενισμού και αμοραλισμού, μέσα σε μια γενικότερη αμφισβήτηση, ρευστότητα και αβεβαιότητα, που επέτεινε την ανάγκη να οριστούν οι έννοιες των πραγμάτων κατά το δυνατό πάνω σε βάση γενικότερα αποδεκτή. Μέσα από αυτήν την ανάγκη βγήκε ο Σωκράτης.