Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Παράγοντες που ευνοούν μια αληθινή φιλία

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ - ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ

Εξετάζοντας τη φιλία στα ευρύτερα πλαίσια της κοινωνικής ζωής, ο Αριστοτέλης προχωρά στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

[1166a] Ο τρόπος με τον οποίο φανερώνεται η αγάπη στους φίλους μας και τα γνωρίσματα με τα οποία ορίζεται η έννοια της φιλίας, προήλθαν, όπως φαίνεται, από τη συμπεριφορά απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Οι άνθρωποι νομίζουν σα φίλο τους εκείνον που επιθυμεί και κάμνει για χάρη τους το αγαθό, ή εκείνον που ποθεί την ύπαρξη και τη ζωή για τον φίλο του, συναίσθημα που κυριεύει τη μητέρα για τα παιδιά της και τους φίλους σε περίπτωση που, εξαιτίας προστριβών, δεν μπορούν να ζουν μαζί. Άλλοι θεωρούν σα φίλο αυτόν που συζεί μαζί τους και έχει τις ίδιες ορέξεις ή συμμερίζεται τις ίδιες οδύνες και ηδονές πράγμα που συμβαίνει πάλι προπαντός στις μητέρες για τα παιδιά τους.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα διάφορα αυτά γνωρίσματα, ορίζουν τη φιλία. Όλα αυτά υπάρχουν στον ενάρετο άνθρωπο σχετικά με τον εαυτό του και σε ίση μοίρα και στους άλλους ανθρώπους, εφόσον πιστεύουν ότι είναι ενάρετοι. Γιατί φαίνεται ότι η αρετή κι ο ενάρετος άνθρωπος είναι το μέτρο κάθε πράγματος, όπως είπαμε. Αυτός ο τελευταίος βρίσκεται σε αρμονική σχέση με τον εαυτό του και επιθυμεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του, κάθε φορά τα ίδια πράγματα. Γι' αυτό, λοιπόν, ποθεί το αγαθό και ό,τι του φαίνεται τέτοιο και το εκτελεί (γιατί γνώρισμα του αγαθού ανθρώπου είναι να πραγματοποιεί το αγαθό) και για χάρη του εαυτού του, για χάρη δηλ. του διανοητικού μέρους της ψυχής, που, όπως φαίνεται, αποτελεί κάθε άνθρωπο. Εκτός απ' αυτό θέλει να ζει, να διατηρεί τον εαυτό του στη ζωή και μάλιστα να διατηρεί εκείνο, με το οποίο σκέπτεται, επειδή για τον ενάρετο άνθρωπο η ύπαρξη είναι αγαθό. Κι ο καθένας ποθεί το αγαθό για τον εαυτό του και δε θέλει να μεταβάλλεται σε τρόπο, ώστε ν' απολαμβάνει με τη νέα του μορφή όλα τα αγαθά. Γιατί κι ο θεός κατέχει το αγαθό, αλλά, το κατέχει ήδη, γιατί είναι τώρα, όπως ήταν πάντοτε. Ώστε κάθε άνθρωπος φαίνεται ότι είναι εκείνο που μέσα του γεννά τη διανόηση· επίσης ο ενάρετος επιθυμεί να ζει με τον εαυτό του, γιατί βρίσκει στην κατάσταση αυτή απόλαυση. Οι αναμνήσεις των περασμένων τού είναι ευχάριστες και οι ελπίδες για το μέλλον, καλές, και είναι ακόμα οι τέτοιες ελπίδες γλυκές. Ο νους του είναι γεμάτος από αντικείμενα για μελέτη και παρατήρηση, και λυπάται και χαίρεται μαζί με τον εαυτό του. Το λυπηρό και το ευχάριστο είναι γι' αυτόν πάντοτε το ίδιο και όχι άλλη φορά άλλο, επειδή, κατά κάποιο τρόπο, δεν έχει λόγο να μετανιώνει για τις πράξεις του. Αφού, λοιπόν, τέτοια είναι τα συναισθήματα που διαθέτουν τον ενάρετο απέναντι του εαυτού του, και ότι διάκειται προς τους φίλους του όπως ακριβώς στον ίδιο τον εαυτό του (γιατί ο φίλος μας είναι ο άλλος εαυτός μας), φαίνεται ότι η φιλία έχει τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ότι φίλοι είναι εκείνοι που έχουν αυτά τα γνωρίσματα. Το ζήτημα αν είναι δυνατό να υπάρξει φιλία με τον ίδιο τον εαυτό μας, ας το αφήσουμε για την ώρα χωρίς να το εξετάσουμε. Φαίνεται ότι υπάρχει φιλία, τουλάχιστον εκεί που βρίσκονται συνδυασμένα δύο ή περισσότερα από τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναφέραμε, [1166b] κι ότι η υπερβολική φιλία μοιάζει με την αγάπη που νιώθουμε για τον ίδιο τον εαυτό μας.

Τα γνωρίσματα που είπαμε φαίνεται ότι υπάρχουν και στους πολλούς κι αν ακόμη είναι φαύλοι. Άραγε παρουσιάζουν μερικά απ' αυτά σύμφωνα με το μέτρο που τους αρέσει να πιστεύουν ότι υπάρχει στον εαυτό τους και μήπως φαντάζεται ότι είναι ενάρετος; Το ότι κανένας φαύλος ή κακοποιός δεν κατέχει τέτοια γνωρίσματα, ούτε φαίνεται να κατέχει, είναι αυτονόητο. Αλλά αυτό ισχύει σχεδόν για όλους γενικά τους ανήθικους ανθρώπους, έχει δηλ. διχασθεί ο ίδιος ο εαυτός τους, και η πλεονεξία τους στρέφεται σε αντικείμενα διαφορετικά εκείνων, που θα επεδίωκε η έπειτα από σκέψη βούλησή τους, όπως συμβαίνει και στους ακρατείς. Αυτοί προτιμούν, αντί εκείνων που φαίνονται σ' αυτούς αγαθά, τα ευχάριστα που είναι σ' αυτούς βλαβερά. Άλλοι, από δειλία ή τεμπελιά, απέχουν από το να εκτελούν ό,τι νομίζουν άριστο. Κι άλλοι πάλι, που διέπραξαν πολλά και φοβερά εγκλήματα, είναι μισητοί για την κακία τους, αποφεύγουν τη ζωή και θέτουν τέρμα σ' αυτήν αυτοκτονώντας. Οι κακοί αναζητούν τους ανθρώπους με τους οποίους μπορούν να συζούν, αλλά κυρίως αποφεύγουν τον εαυτό τους, γιατί φέρνουν πίσω στη μνήμη πολλά και φοβερά πράγματα. Κλεισμένοι στον εαυτό τους δεν αντικρύζουν παρά ένα όμοιο μέλλον, ενώ όταν συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους τα ξεχνούν όλα. Επειδή δεν υπάρχει τίποτε σ' αυτούς που να είναι αξιαγάπητο, δεν είναι φίλοι ούτε και με τον εαυτό τους. Τέτοιοι άνθρωποι δεν αισθάνονται ούτε χαρά ούτε λύπη για τον ίδιο τον εαυτό τους, γιατί η ψυχή τους επαναστατεί, και το ένα μέρος της πάσχει από την κακία τους, εξαιτίας των στερήσεών τους, και το άλλο χαίρεται, και το ένα τραβά την ψυχή προς τα εδώ, το άλλο προς τα εκεί, σα να την κομμάτιαζαν. Αφού, λοιπόν, δεν είναι δυνατό να νιώθουν συγχρόνως ηδονή κι οδύνη, η οδύνη διαδέχεται σ' αυτούς την ηδονή μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, ώστε θα επιθυμούσαν να μην την είχαν ποτέ δοκιμάσει. Γιατί οι φαύλοι είναι διαρκώς μετανιωμένοι. Ώστε φαίνεται πως ο φαύλος δεν είναι διατεθειμένος φιλικά ούτε απέναντι του εαυτού του, γιατί δεν έχει τίποτε αξιαγάπητο. Επομένως, επειδή μια τέτοια κατάσταση είναι πάρα πολύ άθλια, έχουμε υποχρέωση ν' αποφεύγουμε με όλη μας τη δύναμη την κακία και να προσπαθούμε να είμαστε ενάρετοι. Μ' αυτόν τον τρόπο θα είμαστε φίλοι του εαυτού μας και θα γινόμαστε και φίλοι των συνανθρώπων μας.

(30) Η εύνοια μοιάζει με την φιλία, αλλά δεν είναι φιλία. Εύνοια μπορεί να νιώθει κανένας και για άγνωστα πρόσωπα χωρίς να το ξεύρουν. Γι αυτό έχουμε μιλήσει και προηγουμένως. Όμως η εύνοια δεν είναι ούτε αγάπη γιατί δεν φέρνει μαζί της ούτε την ένταση ούτε την ορμή της ψυχής, χαρακτηριστικά γνωρίσματα συνυφασμένα με την αγάπη. Η αγάπη προϋποθέτει την σύναψη των συνηθισμένων σχέσεων, ενώ η εύνοια μπορεί να γεννηθεί ξαφνικά, όπως συμβαίνει με τους αθλητές, [1167a] στους οποίους χαρίζουμε την εύνοιά μας κι επιθυμούμε γι' αυτούς το έπαθλο, χωρίς όμως να συμπράττουμε μ' αυτούς, επειδή, όπως είπαμε, η εύνοια είναι γέννημα της στιγμής, και η αγάπη που υπεισέρχεται σ' αυτήν είναι επιφανειακή. Επομένως, φαίνεται ότι η εύνοια είναι η αρχή της φιλίας, όπως η αρχή του έρωτα είναι η ηδονή από την θέαση ενός προσώπου, γιατί κανείς δεν ερωτεύεται, πριν σαγηνευθεί από την μορφή αυτού του προσώπου. Πάντως αυτός που έλκεται από την ομορφιά δεν είναι ακόμη σε θέση ν' αγαπά, αλλά πρέπει να ποθεί αυτόν που λείπει και να επιθυμεί την παρουσία του. Επίσης είναι αδύνατο να δημιουργηθεί φιλία, αν δεν προηγηθεί εύνοια, αλλά η εύνοια δεν είναι ακόμη φιλία, γιατί εκείνος που διάκειται ευνοϊκά επιθυμεί μονάχα το αγαθό, αλλά δεν προσφέρει για την επίτευξή του την βοήθειά του, ούτε καταβάλλει σχετική προσπάθεια. Γι' αυτό μπορεί να ονομάσει κάποιος την εύνοια αδρανή φιλία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου φτάνει ως το σημείο συνάψεως οικογενειακών σχέσεων και γίνεται πραγματική φιλία, όχι για χάρη ιδιοτελούς συμφέροντος και απόλαυσης, γιατί ούτε και η εύνοια γεννιέται απ' αυτά. Αυτός, λοιπόν, που ευεργετήθηκε, χαρίζοντας την εύνοιά του για τις ευεργεσίες που του δόθηκαν, ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο. Κι η εύνοια εκείνου που επιθυμεί την ευημερία των συνανθρώπων του με την ελπίδα να ωφεληθεί απ' αυτήν, δεν μοιάζει να απευθύνεται στους άλλους, αλλά στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς ακριβώς δεν είναι ούτε φίλος εκείνος που περιποιείται τον φίλο του για χάρη κάποιου συμφέροντος. Συμπερασματικά, η εύνοια γεννιέται από κάποιαν αρετή και χρηστότητα, όταν δηλ. εμφανισθεί κάποιος άνθρωπος καλός, ανδρείος ή κάτι τέτοιο, όπως συμβαίνει και με τους αθλητές, όπως είπαμε.

Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι κι αυτή ένα είδος φιλίας και γι' αυτό δεν πρέπει να την συγχέουμε με την ομογνωμοσύνη (όμοια γνώμη), γιατί ομογνωμοσύνη μπορεί να υπάρχει κι εκεί που οι άνθρωποι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Επίσης δεν ονομάζει κανένας ομονοούντες εκείνους που έχουν την ίδια γνώμη για ένα ζήτημα, π.χ. για τα ουράνια φαινόμενα (γιατί η τέτοια συμφωνία γνώμης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη φιλικών δεσμών), αλλά λέει, ότι οι πόλεις ομονοούν, όταν επικρατούν οι ίδιες γνώμες σχετικά με τα κοινά συμφέροντα, όταν παίρνονται οι ίδιες αποφάσεις και πραγματοποιούνται όσα αποφασίστηκαν από κοινού. Ομόνοια, λοιπόν, υπάρχει, όταν πρόκειται για ζητήματα πάνω στο πεδίο της δράσης, και μάλιστα για ζητήματα, που είναι σπουδαία ή αποβλέπουν στο συμφέρον των δυο μερών ή όλων των πολιτών. Σύμφωνα μ' αυτά, υπάρχει, λ.χ. ομόνοια σε μια πόλη, όταν αποφασίσουν όλοι μαζί, οι αρχές να είναι αιρετές, ή όταν όλοι οι ολίτες πάρουν την απόφαση ν' αναθέσουν την διακυβέρνηση της πόλης τους στον Πιττακό αν κι ο ίδιος συμφωνούσε μ' αυτό. Αλλά αν ο καθένας θέλει να βρίσκεται επικεφαλής της πολιτείας, τότε, όπως γίνεται στις Φοίνισσες γεννιούνται έριδες. Γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει ομόνοια, μονάχα όταν τα δύο μέρη επιδιώκουν το ίδιο πράγμα, αλλά όταν επιθυμούν να το δουν πραγματοποιημένο σ' ένα και το αυτό πρόσωπο: όταν λ.χ. [1167b] ο λαός και οι ξεχωριστοί πολίτες θέλουν ν' ανατεθεί η κυβέρνηση στους «άριστους» γιατί τότε γίνεται πραγματικότητα εκείνο που όλοι επιθυμούν.

Η ομόνοια φαίνεται ότι είναι φιλία ανάμεσα στους πολίτες, όπως ακριβώς και ονομάζεται, γιατί αυτή ασχολείται με τα συμφέροντα και τις αξιώσεις της ζωής. Μια τέτοια ομόνοια συναντούμε στους ενάρετους, γιατί αυτοί ομονοούν και με τον ίδιο τον εαυτό τους και με τους συνανθρώπους των, για το λόγο ότι μένουν, κατά κάποιον τρόπο, πάντοτε οι ίδιοι. Γιατί οι θελήσεις τέτοιων ανθρώπων είναι σταθερές, και δεν κυμαίνονται εδώ κι εκεί, όπως τα ύδατα του Ευρίπου. Εκείνο που επιδιώκουν είναι το δίκαιο και το συμφέρον, και την πραγματοποίηση αυτών την ποθούν από κοινού. Οι φαύλοι δεν ομονοούν ή ομονοούν λίγο χρονικό διάστημα, όπως δεν είναι δυνατό να είναι και φίλοι, γιατί όσον αφορά όλα εκείνα που μπορούν να τους παράσχουν ωφέλεια είναι πλεονέχτες, αλλά όταν πρόκειται να καταβάλλουν κουραστικές προσπάθειες ή να αναλάβουν δημόσιες λειτουργίες, δεν κάμνουν τίποτε. Επειδή ο καθένας απ' αυτούς επιδιώκει αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον, ελέγχει τους συμπολίτες του και τους εμποδίζει ν' αποκτούν εκείνο που τους ανήκει. Άλλωστε, επειδή δεν εξυπηρετούν τα κοινά συμφέροντα η πολιτεία καταστρέφεται. Εξαιτίας των προκαλούνται έριδες μεταξύ των πολιτών, γιατί οι φαύλοι ασκούν βία, οι μεν εναντίον των δε, και αρνούνται να εκτελέσουν δίκαιες πράξεις.

Φαίνεται πως οι ευεργέτες αγαπούν εκείνους που ευεργέτησαν περισσότερο από όσο εκείνοι που ευεργετήθησαν τους ευεργέτες των, και στο σημείο αυτό υπεισέρχεται κάποιος παραλογισμός που αξίζει να τον εξετάσουμε. Οι περισσότεροι έχουν τη γνώμη ότι αυτό οφείλεται στο ότι οι πρώτοι είναι δανειστές και οι δεύτεροι οφειλέτες. Όπως λοιπόν στα δάνεια οι χρεοφειλέτες επιθυμούν να μην υπάρχει κανένας στον οποίο να χρωστούν, οι δανειστές φροντίζουν για την ευημερία των οφειλετών, έτσι κι οι ευεργέτες επιθυμούν να ζήσουν οι ευεργετηθέντες με την ελπίδα ότι αυτοί κάποτε θ' ανταποδώσουν την ευεργεσία. Αντίθετα οι ευεργετούμενοι δεν φροντίζουν ν' ανταποδώσουν την χάρη.

Ο Επίχαρμος ίσως να έλεγε ότι τίποτε στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει που να μην ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη φύση, αφού οι περισσότεροι ξεχνούν εύκολα τις ευεργεσίες και προτιμούν να ευεργετούνται παρά να ευεργετούν. Κι όμως η αιτία αυτού είναι φυσικότερη και όχι όμοια με την αποδιδόμενη στον δανειστή σχετικά με τον οφειλέτη. Γιατί εκείνο που αισθάνεται για τον οφειλέτη ο δανειστής δεν είναι αγάπη, αλλά η επιθυμία να διατηρείται ζωντανός ο οφειλέτης για να μπορέσει να του επιστρέψει το χρέος. Αντίθετα ο ευεργέτης διάκειται απέναντι στον ευεργετούμενο με φιλία και αγάπη, κι όταν αυτός ακόμη δεν είναι χρήσιμος ούτε πρόκειται να γίνει τέτοιος στο μέλλον. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σχετικά με τους καλλιτέχνες. Κάθε καλλιτέχνης αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, αν μπορούσε ν' αποκτήσει ψυχή.

[1168a] Ίσως το ίδιο να ισχύει πάρα πολύ και στους ποιητές, γιατί αυτοί υπεραγαπούν τα ποιήματά τους, σα να ήταν παιδιά τους. Κάτι τέτοιο είναι, όπως φαίνεται, και το συναίσθημα του ευεργέτη. Αυτός που ευεργετήθηκε, είναι συγχρόνως έργο του ευεργέτη, κι αυτός αγαπά περισσότερο το έργο του απ' όσο το έργο αγαπά τον δημιουργό του. Η αιτία αυτού συνίσταται στο ότι το «είναι» συμβαίνει να είναι πολυπόθητο και αξιαγάπητο, και υπάρχουμε εφόσον ενεργούμε, εφόσον δηλ. ζούμε και δρούμε. Ο δημιουργός είναι, ένεκα της δράσης του, για να εκφρασθούμε έτσι, το ίδιο το έργο του, και αγαπά το έργο του περισσότερο απ' όσο θα τον αγαπούσε το έργο του, επειδή αγαπά και την ζωή του. Αυτό είναι φυσικό, επειδή, ό,τι υφίσταται δυνάμει, αποκαλύπτεται εν ενεργεία. Συγχρόνως ο ευεργέτης βρίσκει καλό ό,τι επιτρέπει σ' αυτόν να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο και του δίνει την ευκαιρία σ' ό,τι βρίσκει απόλαυση. Αντίθετα ο ευεργετούμενος δεν βρίσκει σ' εκείνον που τον ευεργέτησε τίποτε καλό, αλλά μονάχα κάποιο συμφέρον πράγμα που του προξενεί λιγότερη ευχαρίστηση και συμπάθεια. Απολαυστική είναι η ενέργεια του παρόντος, η ελπίδα του μέλλοντος κι' η ανάμνηση του παρελθόντος. Όμως γλυκύτατη, και σε ίση μοίρα αξιαγάπητη, είναι η πραγματικότητα. Το έργο, επομένως, του δημιουργού διαιωνίζεται (γιατί το αγαθό ζει πολλά χρόνια), ενώ το χρήσιμο εκείνου που ευεργετήθηκε περνά γρήγορα. Η ανάμνηση των ηθικών πράξεων είναι γλυκειά, ενώ των χρήσιμων δεν είναι ή είναι λιγότερο τέτοια. Κι όσον αφορά την προσδοκία, φαίνεται ότι συμβαίνει το αντίθετο. Επίσης το αγαπάν μοιάζει με το ενεργείν, ενώ το αγαπάσθαι με το πάσχειν, και γι' αυτό εκείνους που υπερέχουν στη δραστηριότητα ακολουθεί η φιλία και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα.

Τέλος ο καθένας αγαπά περισσότερο ό,τι απόχτησε με κόπο. Τα χρήματα, π.χ. που κέρδισε αυτός ο ίδιος, του είναι πιο αγαπητά από εκείνα που κληρονόμησε. Και φαίνεται ότι το να ευεργετείται κάποιος είναι κάτι που δεν απαιτεί κόπο, ενώ το να ευεργετεί είναι κοπιώδες. Γι' αυτό κι οι μητέρες, αγαπούν τα παιδιά τους περισσότερο από τους πατέρες: επειδή οι πόνοι για τη γέννησή τους είναι μεγαλύτεροι κι επειδή έχουν συνείδηση ότι είναι δικά τους. Φαίνεται λοιπόν, ότι αυτό το συναίσθημα συγγενεύει και με τους ευεργέτες.

Τι απέγινε ο Οδυσσέας;

Το όνομα «Οδυσσέας» που προέρχεται από το ρήμα «ὀδύσσομαι» (οργίζομαι, μισώ κάποιον) και σημαίνει εξοργισμένος, αλλά και ο μισούμενος από τους θεούς, αυτός που έδωσε αφορμές δυσαρέσκειας, το έδωσε ο παππούς του (από την πλευρά της μητέρας του), ο Αυτόλυκος... Σύμφωνα με τον Όμηρο το όνομα σημαίνει «γιος της πέτρας», αλλά πιο πιθανό είναι να συγγενεύει ετυμολογικά με την λέξη «οδηγός». Μπορεί επίσης να προέρχεται από το ρήμα «ὀδυνάω» που σημαίνει «προκαλώ πόνο» με την έννοια «αυτός που προκαλεί και αισθάνεται πόνο». Ο Οδυσσέας εξάλλου αισθάνεται έναν διαρκή πόνο πνευματικό ή/και σωματικό - προκαλεί δηλαδή πόνο σε κάποιον άλλο και παράλληλα κάποιος άλλος σ΄αυτόν. Στον Οδυσσέα αποδίδεται μερικές φορές και το πατρωνυμικό ουσιαστικό Λαερτιάδης, δηλαδή «γιος του Λαέρτη».

Οι περισσότεροι θεωρούν ότι αφού σκότωσε τους μνηστήρες και ανακατέλαβε το βασίλειο του, "ζήσανε (με την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο), αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". Είναι όμως έτσι;

Προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του όμως η σχέση του με την Πηνελόπη δεν εξελίχθηκε καλά. Άρχισαν οι τσακωμοί καθώς η Πηνελόπη, ακούγοντας τον Οδυσσέα να της ιστορεί τα κατορθώματα και τις περιπέτειες της, ζήλεψε την Καλυψώ, στο νησί της οποίας ο Οδυσσέας είχε περάσει επτά χρόνια. Η ίδια τον περίμενε υπομονετικά και δεν υπέκυπτε στους μνηστήρες, ενώ αυτός έπεφτε από την αγκαλιά της Κίρκης και της Καλυψούς.

Τι απέγινε λοιπόν ο Οδυσσέας; Ας δούμε παρακάτω.

Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα - δώθε.
 
Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονες του περιπέτειες,για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο, για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρινής θάλασσας.

Συγκεκριμένα στο τέλος της Ι Ραψωδίας αναφέρεται:

Είπα, κ' εκείνος εύχονταν στον μέγαν Ποσειδώνα, στον αστροφόρον ουρανόν απλώνοντας τα χέρια «ω Ποσειδώνα, εισάκου με, γεωφόρε μαυροχήτη αν είμ' υιός σου αληθινά, πατέρα, μην αφήσης ο Οδυσσηάς ο πορθητής 'ς σπίτι του να φθάση Λαερτιάδης, κάτοικος της πετρωτής Ιθάκης αλλ' αν το θέλ' η μοίρα του να ιδή τους ποθητούς του, το σπίτι το καλόκτιστο, και την γλυκειά πατρίδα, ας κακοφθάση αργά πολύ και από συντρόφους έρμος, με ξένην πλώρη, και κακά 'ς το σπίτι μέσα ναύρη Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: "τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη θα συνεχίσω αύριο."
 
Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.
 
Στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση. Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους, κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρινές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.

Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.

-Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά.
-Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.
 
-Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ.
-Επτά χρόνια, απάντησε.
-Χθες έλεγες δέκα έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Τώρα έπρεπε να της απαντήσει:
 
"-Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα, αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρινού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου."

Έτσι έπρεπε να απαντήσει.... Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.

-Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξινό...

Στη διάρκεια της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας, είχε κατέβει στον Άδη για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία. Αυτός, μεταξύ άλλων, του προφήτεψε ότι θα σκοτωθεί από τη θάλασσα και από το γιο του. Ο χρησμός του Τειρεσία κρατά συνεχώς δέσμιο τον ήρωα:
 
"Πηνελόπη, πρέπει να ξαναφύγω. Ξύπνα. Ξύπνα. Γυρίζω απ’ τους νεκρούς. Πλέοντας όλο προς τη δύση, βρέθηκα στη χώρα των νεκρών, ρώτησα το νεκρό Τειρεσία για το γυρισμό μου, κι εκείνος μου ’πε πως μια δοκιμασία ακόμα με περιμένει, μια δοκιμασία φοβερή. Πρέπει να ξαναφύγω μ’ ένα κουπί στον ώμο, να πάω από πόλη σε πόλη, από χώρα σε χώρα, να περπατάω συνέχεια ωσότου συναντήσω ανθρώπους που δε γνωρίζουν τη θάλασσα. Μια μέρα, στο δρόμο μου, θ’ ανταμώσω έναν άλλον οδοιπόρο που θα με ρωτήσει: «Γιατί έχεις ένα δίκρανο στον ώμο;» Την ημέρα αυτή, και στο ίδιο μέρος, θα φυτέψω το κουπί μου στη γη. Και θα γυρίσω στην πατρίδα, στην Ιθάκη. Αργότερα είπε, όταν θα ’μαι πια γέρος, θα ’ρθει προς εμέ ο θάνατος, θα ’ρθει από τη θάλασσα. Από τη θάλασσα; Ή μακριά από τη θάλασσα;"

Η Πηνελόπη μάταια προσπαθεί να τον καθησυχάσει. Ο Οδυσσέας εξακολουθεί να ανησυχεί, να αναρωτιέται: Από πού θα ’ρθει θάνατος; Από τη θάλασσα ή μακριά απ’ τη θάλασσα; Και ποιος θα με χτυπήσει;
 
Παρακάτω στην Ψ Ραψωδία, κατά τη συνομιλία με την Πηνελόπη, λέει:

Εκείνης ο πολύγνωμος απάντησε Οδυσσέας·

«Ω τρομερή, πόσο σφοδρά με βιάζεις να τον είπω· κ' ιδού τον φανερόνω εγώ, χωρίς το ουδέν να κρύψω,αλλά ποσώς δεν θα χαρής, καθώς κ' εγώ δεν χαίρω· ότ' εις πολλαίς χώραις θνητών παράγγειλε μου εκείνος να πάρω δρόμο, φέρνοντας ίσιο κουπί μαζή μου, όσο να φθάσω 'ς τους θνητούς 'που θάλασσα δεν ξεύρουν, και οπού δεν τρώγουν φαγητό με άλατ' αρτυμένο.
 
Ούτε τα κοκκινόπλωρα καράβι' αυτοί γνωρίζουν, ούτε τα ίσια κουπιά, 'που 'ναι πτερά των πλοίων, κ' ένα σημάδι φανερό μου είπε, οπού δεν κρύβω· 'ς τον δρόμον άμ' απαντηθή μ' εμέν' άλλος οδίτης και ειπή, 'ς τον λαμπρόν ώμον μου πως έχω λιχνιστήρι, 'ς την γη να στήσω το κουπί, μου είπε, και, αφού κάμω του Ποσειδώνα βασιληά καλόδεκταις θυσίαις, κριάρι, ταύρον σφάζοντας, και χοίρον αναβάτην, να γύρω 'ς την πατρίδα μου και να δώσ' εκατόμβαις των αθανάτων, 'πώχουσι των ουρανών τους θόλους, με την σειρά του καθενός· και θάνατος θα μ' εύρη έξω απ' τα πέλαγα ελαφρός, και θα με σβύση αγάλι μες τα λαμπρά γεράματα· και ωστόσ' ολόγυρά μου θα 'ναι μακάριος ο λαός· τούτ' όλ', είπε, θα γείνουν. Υποψιάζεται τον Τηλέμαχο, τον οποίο και αποφασίζει να εξορίσει στην Κεφαλληνία. Αργότερα, όμως, το μετανιώνει, πείθεται και ηρεμεί. O Τηλέμαχος ανησυχεί, καθώς είναι βέβαιος ότι αυτός, σύμφωνα με τον χρησμό, θα σκοτώσει τον πατέρα του. Αργότερα αποχαιρετά τους γονείς του και φεύγει. Ο Οδυσσέας εκφράζει στην Πηνελόπη την λύπη αλλά και την ανακούφισή του για την φυγή του Τηλεμάχου, το κέφι του να κατέβει στη θάλασσα με τα σκυλιά, και την επιθυμία του να βρεθούν επιτέλους μόνοι το βράδυ. Ο Τειρεσίας, τον είχε επίσης συμβουλεύσει ότι για να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα έπρεπε, όταν θα γύριζε στην Ιθάκη, να φύγει από τον τόπο το να πάρει ένα κουπί στον ώμο και να ταξιδέψει στη στεριά μέχρι να βρει κάποιον που να μην γνωρίζει τη θάλασσα και τι είναι το κουπί. Εκεί να θυσιάσει στους θεούς.

Σ' αυτή τη νέα περιπλάνησή του θα συναντήσει κάποιον που θα νομίσει πως το κουπί στον ώμο του είναι λιχνιστήρι (ξύλινο, αγροτικό εργαλείο με το οποίο ξεχωρίζεται ο καρπός των σιτηρών από το άχυρο). Εκεί να σταματήσει, θυσιάζοντας στον Ποσειδώνα ένα κριάρι, έναν κάπρο κι έναν ταύρο.
Μόνο έτσι θα εξασφαλίσει τον οριστικό του πια νόστο στην Ιθάκη· όπου τον περιμένουν ήσυχα χρόνια και βαθιά γεράματα· και γύρω του όλοι οι λαοί του θα ζουν ευτυχισμένοι εκεί θα τον βρει ανώδυνος θάνατος, κάπου μακριά ωστόσο από το νερό της θάλασσας. (ἐξ ἁλὸς). Πράγματι κατά τη μυθολογία έτσι κι έγινε.Ο Οδυσσέας μετά τον φόνο των μνηστήρων έφυγε πάλι γρήγορα μ' ένα κουπί στον ώμο, για τη Θεσπρωτία της Ηπείρου. Προχωρώντας στο εσωτερικό της χώρας, συνάντησε κάποιους ανθρώπους που τον ρώτησαν γιατί κουβαλούσε μαζί του το λιχνιστήρι. Τότε κατάλαβε πως αυτός ήταν ο τόπος που έπρεπε να μπήξει το κουπί και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα.
 
Στη Θεσπρωτία ο Οδυσσέας παντρεύτηκε τη βασίλισσα Καλλιδίκη. Απέκτησε μαζί της ένα παιδί τον Πολυποίτη. Μετά τον θάνατο της Καλλιδίκης ύστερα από έναν πόλεμο των Θεσπρωτών με τους Βρύγους, ο Οδυσσέας παρέδωσε τη βασιλεία των Θεσπρωτών στον Πολυποίτη και επέστρεψε στην Ιθάκη, πιστεύοντας πως θα περάσει ήρεμα γεράματα. Στην Χρηστομάθεια του Πρόκλου διαβάζουμε τα εξής:
 
"Μετά την ταφή των μνηστήρων, ο Οδυσσέας, αφού θυσίασε στις Νύμφες, ταξίδεψε στην Ήλιδα, για να επιθεωρήσει τα βουκόλιά του. Εκεί φιλοξενήθηκε από τον Πολύξενο, από τον οποίο και έλαβε ως δώρο έναν κρατήρα. Έπειτα επέστρεψε στην Ιθάκη και τέλεσε τὰς ὑπὸ Τειρεσίου ῥηθεῖσας θυσίας. Στην συνέχεια πήγε στην Θεσπρωτία, παντρεύτηκε την βασίλισσα Καλλιδίκη, ηγήθηκε δε των Θεσπρωτών στον πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα σ’ αυτούς και τους Βρύγους. Μετά τον θάνατο της Καλλιδίκης, την εξουσία ανέλαβε ο Πολυποίτης, γιος του Οδυσσέα από την Καλλιδίκη, ο δε Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη."

Στο μεταξύ ο Τηλέγονος, γιος που απέκτησε ο Οδυσσέας με την Κίρκη, αναζητώντας τον πατέρα του αποβιβάστηκε στην Ιθάκη και οι σύντροφοί του κατέστρεψαν το νησί. Όταν ο Οδυσσέας έμαθε πως κάποιο καράβι είχε αράξει στην Ιθάκη, και πως οι ναύτες είχαν βγει έξω για λεηλασίες, έτρεξε με τον στρατό του, να τους διώξει. Χτυπήθηκε όμως από τον αρχηγό των επιδρομέων μ’ ένα κοντάρι, που αντί για σιδερένια λόγχη είχε το αγκάθι ενός σαλαχιού. Ετοιμοθάνατος μεταφέρθηκε στο παλάτι, όπου παραπονέθηκε για το μαντείο που τον είχε γελάσει, λέγοντάς του να φυλάγεται από τον γιο του, ενώ τελικά χτυπήθηκε από κάποιον ξένο. Σύντομα όμως φανερώθηκε πως ο φονιάς ήταν ο γιος του Τηλέγονος, που του είχε γεννήσει η Κίρκη, ο οποίος δεν τον γνώριζε. Η αιχμή του δόρατος, με το οποίο ο Τηλέγονος τραυμάτισε θανάσιμα τον Οδυσσέα, ήταν κατασκευασμένη από το κέντρον τρυγόνος (το σημερινό όνομα είναι «σελάχι» ή «σαλάχι»). Πρόκειται για ψάρι με πιεσμένο στη ράχη και την κοιλιά σώμα, πλακοειδή λέπια, μεγάλη ουρά σαν μαστίγιο που έχει μερικές φορές δηλητηριώδες αγκάθι, το οποίο κολυμπά γρήγορα και συνήθως κινείται σε αμμώδεις και λασπώδεις βυθούς.
 
Στην νεκρομαντεία του Τειρεσία:

«…οι προφητείες είναι πάντα διφορούμενες…» και ότι «πραγματικά, ο θάνατος βρίσκει τον Οδυσσέα από τη θάλασσα, όχι μόνο επειδή ο φονιάς είχε φθάσει στην Ιθάκη με καράβι, αλλά και γιατί το φονικό όπλο ήταν θαλασσινό».
 
Όταν ο Τηλέγονος κατάλαβε πως είχε σκοτώσει τον πατέρα του, ήταν πια αργά. Πήρε το άψυχο κορμί του, το γιο του, τον Τηλέμαχο, και την Πηνελόπη και κατευθύνθηκε στην Αία. Εκεί η Κίρκη τους έκανε όλους αθάνατους. Ο Μύθος λέει ότι η Κίρκη παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο και η Πηνελόπη τον Τηλέγονο...

Ίσως τελικά οι Ιθάκες δεν είναι φτιαγμένες για να τις φτάνουν οι άνθρωποι..είναι για να τις νοσταλγούν.

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: Συμβουλές για έναν ηθικό βίο

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΟΣ ΔΗΜΟΝΙΚΟΝ

"Στο έργο αυτό, παρατίθενται διάφορες πρακτικές διδαχές του Ισοκράτη προς κάποιον Δημόνικο για το πως θα πρέπει να είναι ένας ορθός και ηθικός τρόπος ζωής."

Κανένα να μη κάνεις φίλον πρότου εξετάσης πώς έχει συμπεριφερθή προς τους παλαιούς του φίλους· διότι πρέπει να προβλέπης ότι θα συμπεριφερθή και προς σε, όπως συμπεριεφέρθη προς εκείνους. Να γίνεσαι μεν βραδέως φίλος, αφού δε γίνης φίλος να μένης πιστός εις την φιλίαν. Διότι είναι εξ ίσου απρεπές να μη έχης κανένα φίλον και να αλλάζης πολλούς φίλους συχνά. Να μη δοκιμάζης τους φίλους σου κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκ της δοκιμής ταύτης να προέρχεται διά σε ζημία, μήτε όμως να θέλης να έχης τους φίλους σου αδοκιμάστους. Τούτο δε θα κατορθώσης, αν προσποιείσαι ενώπιον αυτών ότι έχεις ανάγκας τας οποίας δεν έχεις· [25] να ανακοινώνης εις αυτούς ζητήματα, τα οποία δύνανται να κοινολογηθούν, παρουσιάζων αυτά ως μυστικά· αν διαψευσθής εις τας ελπίδας σου, δεν θα υποστής εκ τούτου καμμίαν ζημίαν, εάν δε αι ελπίδες σου επιβεβαιωθούν, θα έχης ασφαλεστέραν γνώσιν του χαρακτήρος των φίλων σου. Να δοκιμάζης τους φίλους εις τας δυστυχίας και εις τους κοινούς κινδύνους· διότι τον μεν χρυσόν δοκιμάζομεν εις το πυρ, τους δε φίλους διακρίνομεν εις τας ατυχίας. Θα τηρήσης την αρίστην στάσιν απέναντι των φίλων σου, αν δεν περιμένης ούτοι να σου γνωρίσουν τας ανάγκας των, αλλ' αν αυθορμήτως έλθης εις βοήθειάν των, όταν αι περιστάσεις το επιβάλλουν.

[26] Να νομίζης ότι είναι εξ ίσου επαίσχυντον να νικάσαι υπό των εχθρών σου εις το κακόν και να φαίνεσαι κατώτερος των φίλων σου εις τας ευεργεσίας που σου κάμνουν. Να θεωρής ως αληθείς φίλους όχι μόνον εκείνους που λυπούνται διά τας δυστυχίας σου, αλλά και εκείνους οι οποίοι δεν σε φθονούν διά την ευτυχίαν σου· διότι πολλοί λυπούνται μεν μαζί με τους φίλους των διά τας ατυχίας των, αλλά τους φθονούν, όταν ευτυχούν. Να ενθυμήσαι τους απόντας φίλους σου ενώπιον των παρόντων, διά να φαίνεσαι ότι ουδέ τούτους λησμονείς, όταν είναι απόντες.

[27] Να θέλης να είσαι όσον αφορά την ενδυμασίαν σου φιλόκαλος και όχι καλλωπιστής. Είναι δε ίδιον γνώρισμα του μεν φιλοκάλου η μεγαλοπρέπεια, του δε καλλωπιστού το εξεζητημένον (η επίδειξις, ίνα κινηθή η περιέργεια των άλλων). Να αγαπάς ουχί την υπερβολικήν αύξησιν των υπαρχόντων αγαθών, αλλά την μετρίαν απόλαυσιν τούτων. Να καταφρονής τους φιλοχρημάτους, οι οποίοι ζητούν να συσσωρεύουν θησαυρούς και δεν γνωρίζουν να απολαύσουν εκείνους που έχουν· διότι ούτοι πάσχουν κάτι παρόμοιον με εκείνους οι οποίοι αγοράζουν ωραίον ίππον, ενώ γνωρίζουν να ιππεύουν κακώς.

[28] Προσπάθει να καθιστάς τον πλούτον σου προσοδοφόρον και χρήσιμον· είναι δε ο πλούτος χρήσιμος μεν εις τους επιθυμούντας να μεταχειρίζωνται τούτον ελευθερίως, προσοδοφόρος δε εις τους δυναμένους να αποκτούν κτήματα προσοδοφόρα. Να εκτιμάς την υπάρχουσαν περιουσίαν διά δύο λόγους, και διά να δύνασαι να πληρώσης μέγα πρόστιμον και διά να βοηθής χρηστόν φίλον όταν δυστυχή· διά τας άλλας δε ανάγκας της ζωής σου να μη προσκολλάσαι εις αυτήν υπερβολικά, αλλά να την αγαπάς με μέτρον.

Πρωτότυπο Κείμενο:

Μηδένα φίλον ποιοῦ, πρὶν ἂν ἐξετάσῃς πῶς κέχρηται τοῖς πρότερον φίλοις· ἔλπιζε γὰρ αὐτὸν καὶ περὶ σὲ γενέσθαι τοιοῦτον, οἷος καὶ περὶ ἐκείνους γέγονε. βραδέως μὲν φίλος γίγνου, γενόμενος δὲ πειρῶ διαμένειν· ὁμοίως γὰρ αἰσχρὸν μηδένα φίλον ἔχειν καὶ πολλοὺς ἑταίρους μεταλλάττειν. μήτε μετὰ βλάβης πειρῶ τῶν φίλων, μήτ’ ἄπειρος εἶναι τῶν ἑταίρων θέλε. τοῦτο δὲ ποιήσεις, ἐὰν μὴ δεόμενος τὸ δεῖσθαι προσποιῇ. [25] περὶ τῶν ῥητῶν ὡς ἀπορρήτων ἀνακοινοῦ· μὴ τυχὼν μὲν γὰρ οὐδὲν βλαβήσει, τυχὼν δὲ μᾶλλον αὐτῶν τὸν τρόπον ἐπιστήσει. δοκίμαζε τοὺς φίλους ἔκ τε τῆς περὶ τὸν βίον ἀτυχίας καὶ τῆς ἐν τοῖς κινδύνοις κοινωνίας· τὸ μὲν γὰρ χρυσίον ἐν τῷ πυρὶ βασανίζομεν, τοὺς δὲ φίλους ἐν ταῖς ἀτυχίαις διαγιγνώσκομεν. οὕτως ἄριστα χρήσει τοῖς φίλοις, ἐὰν μὴ προσμένῃς τὰς παρ’ ἐκείνων δεήσεις, ἀλλ’ αὐτεπάγγελτος αὐτοῖς ἐν τοῖς καιροῖς βοηθῇς.

[26] ὁμοίως αἰσχρὸν εἶναι νόμιζε τῶν ἐχθρῶν νικᾶσθαι ταῖς κακοποιίαις καὶ τῶν φίλων ἡττᾶσθαι ταῖς εὐεργεσίαις. ἀποδέχου τῶν ἑταίρων μὴ μόνον τοὺς ἐπὶ τοῖς κακοῖς δυσχεραίνοντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπὶ τοῖς ἀγαθοῖς μὴ φθονοῦντας· πολλοὶ γὰρ ἀτυχοῦσι μὲν τοῖς φίλοις συνάχθονται, καλῶς δὲ πράττουσι φθονοῦσι. τῶν ἀπόντων φίλων μέμνησο πρὸς τοὺς παρόντας, ἵνα δοκῇς μηδὲ τούτων ἀπόντων ὀλιγωρεῖν.

[27] Εἶναι βούλου τὰ περὶ τὴν ἐσθῆτα φιλόκαλος, ἀλλὰ μὴ καλλωπιστής. ἔστι δὲ φιλοκάλου μὲν τὸ μεγαλοπρεπές, καλλωπιστοῦ δὲ τὸ περίεργον. Ἀγάπα τῶν ὑπαρχόντων ἀγαθῶν μὴ τὴν ὑπερβάλλουσαν κτῆσιν ἀλλὰ τὴν μετρίαν ἀπόλαυσιν. καταφρόνει τῶν περὶ τὸν πλοῦτον σπουδαζόντων μέν, χρῆσθαι δὲ τοῖς ὑπάρχουσι μὴ δυναμένων· παραπλήσιον γὰρ οἱ τοιοῦτοι πάσχουσιν, ὥσπερ ἂν εἴ τις ἵππον κτήσαιτο καλὸν κακῶς ἱππεύειν ἐπιστάμενος.

[28] πειρῶ τὸν πλοῦτον χρήματα καὶ κτήματα κατασκευάζειν. ἔστι δὲ χρήματα μὲν τοῖς ἀπολαύειν ἐπισταμένοις, κτήματα δὲ τοῖς κτᾶσθαι δυναμένοις. τίμα τὴν ὑπάρχουσαν οὐσίαν δυοῖν ἕνεκεν, τοῦ τε ζημίαν μεγάλην ἐκτῖσαι δύνασθαι, καὶ τοῦ φίλῳ σπουδαίῳ δυστυχοῦντι βοηθῆσαι· πρὸς δὲ τὸν ἄλλον βίον μηδὲν ὑπερβαλλόντως ἀλλὰ μετρίως αὐτὴν ἀγάπα.

Ο ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΧΡΟΝΗ ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ

Ο Επίκουρος πίστευε ότι η αποστολή της φιλοσοφίας είναι ν' ανακουφίσει την ανθρώπινη δυστυχία. Ποια αιτία όμως βρίσκεται στη ρίζα της ανθρώπινης δυστυχίας; Ο Επίκουρος δεν είχε καμιά αμφιβολία ως προς την απάντηση στο ερώτημα αυτό: ο πανταχού παρών φόβος μας για τον θάνατο.

Η τρομακτική σκέψη του αναπόφευκτου θανάτου, επέμενε ο Επίκουρος, μας εμποδίζει ν' απολαύσουμε τη ζωή μας και δεν αφήνει καμιά ηδονή αδιατάρακτη. Επειδή καμιά δραστηριότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη λαχτάρα μας για αιώνια ζωή, οποιαδήποτε δραστηριότητα είναι εγγενώς μη ικανοποιητική. Ο Επίκουρος έγραψε ότι πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν ένα μίσος για τη ζωή - σε σημείο να φτάνουν, κατά έναν ειρωνικό τρόπο, ακόμα και στην αυτοκτονία. Άλλοι αφοσιώνονται στη φρενιτιώδη και άσκοπη δραστηριότητα, η οποία δεν έχει άλλο στόχο από την αποφυγή της οδύνης που είναι εγγενής στην ανθρώπινη μοίρα.

Ο Επίκουρος απάντησε στην ατελείωτη και ανικανοποίητη αναζήτηση καινούριων δραστηριοτήτων προτρέποντάς μας ν' αποθηκεύουμε και ν' ανακαλούμε βαθιά χαραγμένες μνήμες ευχάριστων εμπειριών. Αν μπορούμε να μάθουμε ν' αντλούμε πάλι και πάλι από αυτές τις μνήμες, υποστήριζε, τότε δεν θα έχουμε ανάγκη την ατελείωτη ηδονιστική αναζήτηση.

Ο θρύλος λέει ότι ο Επίκουρος ακολούθησε την ίδια του τη συμβουλή, και στο κρεβάτι του θανάτου του (από επιπλοκές που ακολούθησαν την εμφάνιση πέτρας στα νεφρά) διατήρησε, παρά τους αφόρητους πόνους, την αταραξία του ανακαλώντας ευχάριστες συζητήσεις που είχε κάνει στο παρελθόν με τον κύκλο των φίλων και των μαθητών του.

Η μεγαλοφυΐα του πρόλαβε μάλιστα τη σύγχρονη άποψη για το ασυνείδητο: ο Επίκουρος τόνιζε ότι οι ανησυχίες μας για τον θάνατο στους περισσότερους ανθρώπους δεν είναι συνειδητές, αλλά μπορούμε να τις συναγάγουμε από μεταμφιεσμένες εκδηλώσεις, όπως, για παράδειγμα, την ακραία θρησκευτικότητα, την ολοκληρωτική ανάλωση στη συγκέντρωση πλούτου και την τυφλή αρπακτικότητα για εξουσία και τιμές, πράγματα που προσφέρουν μια επίπλαστη εκδοχή αθανασίας.

Πώς επιχείρησε ο Επίκουρος ν' ανακουφίσει το άγχος θανάτου; Διατύπωσε μια σειρά από καλά κατασκευασμένα επιχειρήματα, τα οποία οι μαθητές του απομνημόνευαν σαν κατήχηση. Πολλά απ' τα επιχειρήματα αυτά αμφισβητήθηκαν στα 2.300 χρόνια που μεσολάβησαν, συνεχίζουν όμως να αποδεικνύονται καίρια στο πώς μπορεί κανείς να ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου. Στο κεφάλαιο αυτό θα συζητήσω τρία απ' τα πιο γνωστά του επιχειρήματα, τα οποία αποδείχτηκαν πολύτιμα στη δουλειά μου με πολλούς ασθενείς αλλά και με τον ίδιο μου τον εαυτό, για την ανακούφιση του προσωπικού μου άγχους θανάτου.

1. Η θνητότητα της ψυχής

2. Το υπέρτατο τίποτα του θανάτου

3. Το επιχείρημα της συμμετρίας

Η θνητότητα της ψυχής

Ο Επίκουρος δίδασκε ότι η ψυχή είναι θνητή και πεθαίνει μαζί με το σώμα, ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο με το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει ο Σωκράτης. Λίγο πριν από τη θανάτωσή του, εκατό χρόνια νωρίτερα, ο Σωκράτης είχε βρει παρηγοριά στην πίστη του στην αθανασία της ψυχής και στην προσδοκία ότι μετά τον θάνατο η ψυχή του θ' απολάμβανε αιώνια μια κοινότητα ανθρώπων με παρόμοιο τρόπο σκέψης, με τους οποίους θα μοιραζόταν την αναζήτηση της σοφίας. Ένα μεγάλο μέρος της θέσης του Σωκράτη -που περιγράφεται ολοκληρωμένα στον πλατωνικό διάλογο Φαίδων- υιοθετήθηκε και διατηρήθηκε από τους νεοπλατωνικούς και επρόκειτο στο μέλλον ν' ασκήσει πολύ σημαντική επιρροή στη χριστιανική κατασκευή για τη μετά θάνατον ζωή.

Ο Επίκουρος καταδίκαζε δριμύτατα τους σύγχρονούς του θρησκευτικούς ηγέτες, οι οποίοι, προσπαθώντας ν' αυξήσουν τη δύναμή τους, ενέτειναν το άγχος θανάτου των οπαδών τους προειδοποιώντας τους για τις τιμωρίες που θα επιβάλλονταν μετά θάνατον σε όσους δεν τηρούσαν συγκεκριμένους κανόνες και κανονισμούς. (Στους αιώνες που θ' ακολουθούσαν, η θρησκευτική εικονογραφία του μεσαιωνικού χριστιανισμού που απεικόνιζε τις τιμωρίες της Κόλασης -όπως στις σκηνές της Ημέρας της Κρίσεως που ζωγράφισε ο Ιερώνυμος Μπος- πρόσθεσε στο άγχος θανάτου μια αιματοβαμμένη εικαστική διάσταση.)

Αν είμαστε θνητοί κι η ψυχή μας δεν ζει μετά τον θάνατό μας, επέμενε ο Επίκουρος, τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε στο επέκεινα της ζωής. Δεν θα έχουμε συνείδηση, δεν θα νιώθουμε θλίψη για τη ζωή που χάσαμε, ούτε θα υπάρχει τίποτα να φοβηθούμε απ' τους θεούς. Ο Επίκουρος δεν αρνιόταν την ύπαρξη θεών (ένα τέτοιο επιχείρημα θα τον εξέθετε σε θανάσιμο κίνδυνο, αφού ο Σωκράτης είχε θανατωθεί με την κατηγορία του αιρετικού λιγότερο από έναν αιώνα νωρίτερα), υποστήριζε όμως ότι οι θεοί δεν ασχολούνταν με τη ζωή των ανθρώπων και μας χρησίμευαν μόνο ως πρότυπα γαλήνης και μακαριότητας, προς τα οποία θα έπρεπε να προσβλέπουμε.

Το υπέρτατο τίποτα τον θανάτου

Στο δεύτερο επιχείρημά του ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτα για μας, γιατί η ψυχή είναι θνητή και τη στιγμή του θανάτου διασκορπίζεται. Αυτό που διασκορπίστηκε δεν έχει ικανότητα αντίληψης, και οτιδήποτε δεν γίνεται αντιληπτό είναι για μας ένα τίποτα. Με άλλα λόγια: όπου είμαι εγώ, δεν είναι ο θάνατος. Όπου είναι ο θάνατος, δεν είμαι εγώ. Επομένως, έλεγε ο Επίκουρος, «γιατί να φοβόμαστε τον θάνατο, αφού δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να τον αντιληφθούμε;»

Η θέση του Επίκουρου έχει την ακριβώς αντίστροφη οπτική απ’ το ευφυολόγημα του Γούντυ Άλλεν: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο, απλώς δεν θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει». Ο Επίκουρος λέει ότι πράγματι δεν θα είμαστε εκεί, ότι δεν θα το ξέρουμε όταν θα συμβεί, γιατί ο θάνατος κι «εγώ» με τίποτα δεν γίνεται να συνυπάρχουμε. Επειδή είμαστε νεκροί, δεν γνωρίζουμε ότι είμαστε νεκροί. Σ' αυτή την περίπτωση λοιπόν, τι να φοβηθούμε;

Το επιχείρημα της συμμετρίας

Το τρίτο επιχείρημα του Επίκουρου υποστηρίζει ότι η κατάσταση της μη ύπαρξης μετά τον θάνατο είναι η ίδια κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν πριν απ' τη γέννησή μας. Παρά τις πολλές φιλοσοφικές διαφωνίες γι' αυτό το αρχαίο επιχείρημα, πιστεύω ότι εξακολουθεί να διατηρεί μεγάλη δύναμη να προσφέρει ανακούφιση στους ανθρώπους που πεθαίνουν.

Απ' τους πολλούς ανθρώπους που επαναδιατύπωσαν18 αυτό το επιχείρημα στο πέρασμα των αιώνων, κανείς δεν το έχει πει τόσο όμορφα όσο ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο μεγάλος Ρώσος μυθιστοριογράφος, στην αυτοβιογραφία του, Μίλα, μνήμη, η οποία ξεκινάει με τις εξής φράσεις: «Το λίκνο αιωρείται πάνω από μια άβυσσο, κι η κοινή λογική μας λέει ότι η ύπαρξη μας δεν είναι παρά μια σύντομη αναλαμπή φωτός ανάμεσα σε δύο αιωνιότητες σκότους. Παρότι οι δυο τους είναι όμοια δίδυμα, ο άνθρωπος κατά κανόνα βλέπει την προγεννητική άβυσσο με μεγαλύτερη γαλήνη από την άβυσσο προς την οποία κατευθύνεται (με περίπου τεσσερισήμισι χιλιάδες παλμούς την ώρα)».

Προσωπικά μου έχει φανεί ανακουφιστική σε πολλές περιπτώσεις η σκέψη ότι οι δύο καταστάσεις μη ύπαρξης -ο χρόνος πριν απ' τη γέννησή μας και ο χρόνος μετά τον θάνατό μας- είναι πανομοιότυπες κι ότι νιώθουμε τόσο μεγάλο φόβο για τη δεύτερη σκοτεινή έκταση, ενώ έχουμε τόσο μικρή ανησυχία για την πρώτη.

Ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από έναν αναγνώστη μου περικλείει μια αίσθηση που σχετίζεται μ' αυτό:

Αυτή την περίοδο νιώθω λίγο-πολύ καλά με την ιδέα της λήθης. Μοιάζει να είναι το μοναδικό λογικό συμπέρασμα. Από μικρό παιδί σκεφτόμουν πως μετά τον θάνατο ο άνθρωπος πρέπει λογικά να επιστρέψει στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν απ' τη γέννηση. Οι ιδέες για τη μετά θάνατον ζωή μου φαίνονταν άτοπες και περίπλοκες σε σύγκριση με την απλότητα αυτού του συμπεράσματος. Δεν μπορούσα να παρηγορηθώ με την ιδέα μιας μετά θάνατον ζωής, επειδή η σκέψη της ατελείωτης ύπαρξης, είτε ευχάριστης είτε δυσάρεστης, είναι για μένα πολύ πιο τρομακτική από τη σκέψη μιας πεπερασμένης ύπαρξης.

Συνήθως εισάγω τις ιδέες του Επίκουρου νωρίς στη δουλειά μου με ασθενείς που υποφέρουν από τρόμο θανάτου. Χρησιμεύουν και για να εισαγάγουν τον ασθενή στο διανοητικό έργο της ψυχοθεραπείας και για να μεταδώσουν την προθυμία μου να σχετιστώ μαζί τους - ότι δηλαδή είμαι πρόθυμος να μπω στα πιο κρυφά δώματα του φόβου του ανθρώπου αυτού και διαθέτω κάποια βοηθήματα, για να κάνω το ταξίδι μας αυτό πιο άνετο. Υπάρχουν μερικοί ασθενείς που θεωρούν τις ιδέες του Επίκουρου άσχετες και ανούσιες, πολλοί όμως βρίσκουν σ' αυτές ανακούφιση και βοήθεια - ίσως επειδή τους θυμίζουν την καθολικότητα των ανησυχιών τους και το γεγονός ότι μεγάλα πνεύματα, όπως ο Επίκουρος, πάλευαν με το ίδιο ζήτημα.

Πρώτη Εντολή: Δεν πρέπει να έχετε κανέναν θεό μπροστά μου

Η Πρώτη Εντολή είναι μία από τις Δέκα Εντολές της Βίβλου και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ιουδαιοχριστιανικής πίστης. Είναι θεμελιώδης αρχή της πίστης ότι ο Θεός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και ότι κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να λατρεύεται ή να λατρεύεται. Αυτή η εντολή είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς ότι ο Θεός πρέπει να είναι το μόνο αντικείμενο της αφοσίωσης και της λατρείας τους.
ΔΕΣΜωσαϊκός Νόμος - Η απογύμνωση των νόμων του Μωυσή

Το νόημα της Εντολής

Η Πρώτη Εντολή είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς ότι ο Θεός πρέπει να είναι το μόνο αντικείμενο της αφοσίωσης και της λατρείας τους. Είναι μια συμβουλή να μην λατρεύουμε άλλους θεούς ή είδωλα, και να βάζουμε τον Θεό πρώτο σε όλα τα πράγματα. Αυτή η εντολή είναι μια υπενθύμιση ότι ο Θεός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και ότι κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να λατρεύεται ή να λατρεύεται. Είναι ένα κάλεσμα για πίστη στον Θεό και για να Τον βάλουμε πρώτο σε όλα τα πράγματα.

Η σημασία της Εντολής

Η Πρώτη Εντολή είναι μια σημαντική υπενθύμιση στους πιστούς για τη σημασία της πίστης στον Θεό. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο Θεός πρέπει να είναι το μόνο αντικείμενο της αφοσίωσης και της λατρείας μας. Αυτή η εντολή είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς ότι ο Θεός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και ότι κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να λατρεύεται ή να λατρεύεται. Είναι ένα κάλεσμα για πίστη στον Θεό και για να Τον βάλουμε πρώτο σε όλα τα πράγματα.

Η Πρώτη Εντολή είναι ένα ουσιαστικό μέρος της ιουδαιοχριστιανικής πίστης και είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς να παραμείνουν πιστοί στον Θεό και να Τον βάζουν πρώτο σε όλα τα πράγματα. Είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς ότι ο Θεός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και ότι κανένας άλλος θεός δεν πρέπει να λατρεύεται ή να λατρεύεται. Αυτή η εντολή είναι μια υπενθύμιση στους πιστούς να παραμείνουν πιστοί στον Θεό και να Τον βάζουν πρώτο σε όλα τα πράγματα.

Η Πρώτη Εντολή λέει:

Και ο Θεός είπε όλα αυτά τα λόγια, λέγοντας: Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, που σε έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου, από τον οίκο της δουλείας. Δεν θα έχεις άλλους θεούς εκτός από μένα. (Εξοδος πλήθους 20:1-3)

Η πρώτη, η πιο βασική και πιο σημαντική εντολή — ή είναι οι δύο πρώτες εντολές; Αυτή είναι η ερώτηση. Μόλις ξεκινήσαμε και έχουμε ήδη βυθιστεί σε διαμάχες μεταξύ θρησκειών και δογμάτων.

Συνδέσεις με τον Ιουδαϊσμό

Για τους Ιουδαίους, το δεύτερο εδάφιο είναι η Πρώτη Εντολή: «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, που σε έβγαλα από τη γη της Αιγύπτου, από τον οίκο της δουλείας». Αυτό δεν ακούγεται σαν εντολή, αλλά στο πλαίσιο της εβραϊκής παράδοσης, είναι ένα. Είναι και δήλωση ύπαρξης και δήλωση δράσης: λέει ότι υπάρχει, ότι είναι ο θεός των Εβραίων και ότι εξαιτίας του έχουν γλιτώσει τη σκλαβιά στην Αίγυπτο.

Κατά μία έννοια, η εξουσία του Θεού έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι τους έχει βοηθήσει στο παρελθόν — του οφείλουν σε μεγάλο βαθμό και σκοπεύει να δει ότι δεν το ξεχνούν. Ο Θεός νίκησε τον πρώην αφέντη τους, έναν Φαραώ που θεωρούνταν ζωντανός θεός μεταξύ των Αιγυπτίων. Οι Εβραίοι θα πρέπει να αναγνωρίσουν το χρέος τους στον Θεό και να το αποδεχτούν σύμφωνο θα έφτιαχνε μαζί τους. Οι πρώτες πολλές εντολές, λοιπόν, σχετίζονται φυσικά με την τιμή του Θεού, τη θέση του Θεού στις εβραϊκές πεποιθήσεις και τις προσδοκίες του Θεού ως προς το πώς θα σχετίζονται μαζί του.

Ένα πράγμα που αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι η απουσία οποιασδήποτε επιμονής στον μονοθεϊσμό. Ο Θεός δεν δηλώνει ότι είναι ο μόνος θεός που υπάρχει. αντίθετα οι λέξεις προϋποθέτουν το ύπαρξη άλλων θεών και επιμένουν ότι δεν πρέπει να λατρεύονται. Υπάρχουν πολλά εδάφια στις εβραϊκές γραφές όπως αυτό και εξαιτίας τους πολλοί μελετητές πιστεύουν ότι οι πρώτοι Εβραίοι ήταν πολυθεϊστές και όχι μονοθεϊστές: λάτρεις ενός μόνο θεού χωρίς να πιστεύουν ότι ο μόνος τους ήταν θεός που υπήρχε.

Μεταξύ των Χριστιανικών Ομολογιών

Οι Χριστιανοί όλων των δογμάτων έχουν εγκαταλείψει τον πρώτο στίχο ως απλό πρόλογο και κάνουν την πρώτη τους εντολή από τον τρίτο στίχο: «Δεν θα έχεις άλλους θεούς πριν από εμένα». Οι Εβραίοι έχουν γενικά διαβάσει αυτό το μέρος (τους Δεύτερη Εντολή ) απέρριψαν κυριολεκτικά και απλά τη λατρεία οποιουδήποτε θεού στη θέση του δικού τους θεού. Οι Χριστιανοί συνήθως τους ακολουθούν σε αυτό, αλλά όχι πάντα.

Υπάρχει μια ισχυρή παράδοση στον Χριστιανισμό ανάγνωσης αυτής της εντολής (καθώς και η απαγόρευση εναντίον σκαλισμένες εικόνες, είτε αυτή αντιμετωπίζεται ως η Δεύτερη Εντολή είτε περιλαμβάνεται στην πρώτη όπως συμβαίνει μεταξύ των Καθολικών και των Λουθηρανών) με μεταφορικό τρόπο. Ίσως μετά την καθιέρωση του Χριστιανισμού ως κυρίαρχης θρησκείας στη Δύση, να ήταν λίγα πειρασμός να λατρεύουν οποιουσδήποτε άλλους πραγματικούς θεούς και αυτό έπαιξε ρόλο. Όποιος κι αν είναι ο λόγος, πολλοί το έχουν ερμηνεύσει ως απαγόρευση να γίνει οτιδήποτε άλλο τόσο θεϊκό ώστε να αποσπά την προσοχή από τη λατρεία του ενός αληθινού Θεού.

Έτσι, απαγορεύεται σε κάποιον να «λατρεύει» χρήματα, σεξ, επιτυχία, ομορφιά, στάτους κ.λπ. Μερικοί έχουν επίσης υποστηρίξει ότι αυτή η εντολή απαγορεύει περαιτέρω σε κάποιον να έχει ψευδείς πεποιθήσεις για τον Θεό — πιθανώς στη θεωρία ότι αν πιστεύει ότι ο Θεός έχει ψευδείς τότε, στην πραγματικότητα, πιστεύει κανείς σε έναν ψευδή ή λανθασμένο θεό.

Για τους αρχαίους Εβραίους, ωστόσο, καμία τέτοια μεταφορική ερμηνεία δεν ήταν δυνατή. Εκείνη την εποχή, πολυθεϊσμός ήταν μια γνήσια επιλογή που ασκούσε έναν συνεχή πειρασμό. Ο πολυθεϊσμός θα τους φαινόταν πιο φυσικός και λογικός, δεδομένης της μεγάλης ποικιλίας απρόβλεπτων δυνάμεων στις οποίες υποβάλλονταν οι άνθρωποι και που ήταν πέρα ​​από τον έλεγχό τους. Ακόμα και το Δέκα εντολές δεν είναι σε θέση να αποφύγει να αναγνωρίσει την ύπαρξη άλλων δυνάμεων που θα μπορούσαν να θεοποιηθούν, επιμένοντας απλώς να μην τις λατρεύουν οι Εβραίοι.

ΤΟ ΨΕΥΤΟΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ

Επειδή το φαινόμενο των αφυπνιζόμενων Ελλήνων που αμφισβητούν το δόγμα και την ακαμψία του μεγαλώνει, έριξαν το ψευτοδίλημμα του διχασμού, ότι με την αμφισβήτηση των ιερών ψεμάτων θα διχάσουμε τους Έλληνες. Εμείς δεν έχουμε τέτοια διάθεση. Η εκκλησία που ξεριζώνει δεκαεφτά αιώνες την Ελλάδα πρέπει να πιστέψει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια συγκρούσεων. Έχει υποχρέωση να καταλάβει ότι κάποτε πρέπει να γίνει Ελληνική θρησκεία και όχι να λειτουργεί σαν εβραϊκό παράρτημα, πολεμώντας την Ελλάδα.

Μέχρι τώρα η ιστορική διαδρομή της εκκλησίας ήταν ανθελληνική. Χίλια χρόνια με τους Ρωμαίους ξεθεμελίωσε όλο το Ελληνικό παρελθόν και επί τουρκοκρατίας καταδυνάστευε μαζί με τον τύραννο το σκλαβωμένο γένος. Άρπαξε περιουσίες. Κατέδωσε τους Έλληνες στους Τούρκους. Οι ιερωμένοι ήταν φοροεισπράκτορες και συνεργάτες των κατακτητών και μετέτρεψαν τους Έλληνες σε κολίγους της εκκλησίας. Ακόμα και σήμερα έχει κτήματα με τουρκικούς τίτλους κυριότητας, που τους πήρε για το θεάρεστο έργο της προς τον Σουλτάνο.

Οι νεοέλληνες άρχισαν να «ψάχνονται» και διαπιστώνουν ότι ή εκκλησία έχει τεράστια ευθύνη για την παρακμή του ελληνισμού και των Ελλήνων. Η χιονοστιβάδα που έρχεται δεν μπορεί να συγκρατηθεί ούτε με ύβρεις και απειλές, ούτε με αφορισμούς και αναθέματα.

Πλησιάζει η στιγμή που οι Έλληνες θα ελευθερωθούν πνευματικά και θα μάθουν τι κρύβεται κάτω από την υποκριτική αγιοσύνη του ιερατείου, που αλληλοσπαράσσεται και τότε θα υποχρεωθούν να απολογηθούν.

Αν δεν δεχόμαστε για αληθινούς τους εβραϊκούς μύθους που μας σερβίρει η εκκλησία θα διχαστούμε;

Γιατί άραγε;

-Αν δεν πιστεύουμε ότι ο Υπέρτατος Νους, ο Δημιουργός του Σύμπαντος, κατέβηκε στη γη και κοιμόταν στην ίδια σκηνή με τον Μωυσή, του έκανε παρέα και τα συζητούσαν «Πρόσωπο με πρόσωπο σαν φίλοι» (Έξοδ.ΛΓ-9,11), τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν πιστεύουμε ότι ο Πάνσοφος Δημιουργός, έκανε διαθήκη με τους Εβραίους, την οποία επικύρωσε πάνω από μια ακροβυστία από γεννητικά όργανα Εβραiου (Γένεσ. ΙΖ-11), τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν πιστεύουμε ότι η Συμπαντική Διάνοια, παρακολουθούσε τον Eβραiο Αυνάνα σε ώρα αυτοϊκανοποίησης και του έδινε συμβουλές για την αηδιαστική αυτή πράξη (Γένεσ. ΛΗ-9,10), τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν πιστεύουμε ότι είμαστε απόγονοι των Eβραiωv «Αγίων προπατόρων, Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ…», τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε να διαβάζονται μέσα στις Ελληνικές εκκλησίες, αναθέματα και ύβρεις κατά της Ελλάδας (Κυριακή Ορθοδοξίας, Χαιρετισμοί), τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε μέσα στις Ελληνικές εκκλησίες να παρακαλούν «Σώσον Κύριε το Άγιο lσραήλ» και ψάλλουν «Χαίρε και αγάλου Σιώv», τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε να λατρεύουμε και να προσκυνούμε αιμοσταγείς αγίους που κατέσφαξαν και αφάνισαν τον Ελληνισμό, τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε ότι οι Έλληνες είναι αναθεματισμένοι γιατί αποδέχονται τους έλληνες φιλοσόφους (Ζ’ Οικ. Σύνοδος), τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε ότι η δουλεία στους Ρωμαίους αυτοκράτορες και τους Τούρκους Σουλτάνους, ήταν υποχρεωτική και θεόσταλτη, τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε σαν ευλογημένη από τον θεό τη συνεργασία της εκκλησίας με τους τούρκους και τις αρπαγές των περιουσιών των Ελλήνων από το ιερατείο σαν θεϊκό θέλημα, τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε το δικαίωμα της εκκλησίας να ελέγχει τι θα σκεφτόμαστε, τι θα διαβάζουμε, τι θα πιστεύουμε και ότι δεν έχουμε δικαίωμα αντιρρήσεων, τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν αναγνωρίζουμε στην εκκλησία τα ίδια προνόμια που είχε επί τουρκοκρατίας που καταδυνάστευε τους Έλληνες, τότε θα διχαστούμε;

-Αν δεν δεχόμαστε ότι «η Εκκλησία είναι πάνω από πατρίδα και οικογένεια» (Λαοσύναξη προκαθημένου Εκκλησίας της Ελλάδος), ενώ οι πατέρες μας ήξεραν «πατρός τε και μητρός, και των προγόνων απάντων τιμιώτερον και αγιώτερον, εστί η πατρίς», τότε θα διχαστούμε;

Αυτά είναι τα αμαρτήματα των σκεπτόμενων Ελλήνων, που αποτελούν αιτίες διχασμού για την αγία του Χριστού εκκλησία. Πρέπει να αποκτήσουμε προβατοειδή νοοτροπία για να αισθάνεται η εκκλησία ήρεμη.

Η δική μας ευφυΐα επιβάλει να χτίσουμε πολλούς ανεμόμυλους για να κονταροχτυπιούνται οι θρησκευτικοί Δον Κιχώτες. Θα αποφύγουμε οπωσδήποτε κάθε μορφή σύγκρουσης. Αγαπάμε την Ελλάδα μας και δεν θα συμβάλουμε σε καμία περίπτωση στην καλλιέργεια οξύτητας και αντιπαράθεσης.

Εμείς οι υποψιασμένοι Έλληνες αρνούμαστε να διχαστούμε, να συγκρουστούμε, να δημιουργήσουμε προβλήματα στη φίλτατη μάνα Ελλάδα.

Το μόνο που θα κάνουμε είναι να εγκαταλείψουμε το μαντρί και να μείνουν οι θεϊκοί απεσταλμένοι μόνοι τους.

«Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες ΜΕΡΟΣ ΝΑ' (553 - 560)

Αντιφάσεις της Βίβλου

(Έχω σταχυολογήσει 560 αντιφάσεις από ένα σύνολο περίπου 35000 αντιφάσεις και ασυναρτησίες που θα σας τις παρουσιάσω σε συνέχειες)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Ν'

Όλες οι αντιφάσεις στη Βίβλο Ανά βιβλίο:

Προς Κορινθίους 1

553. Ποιος αναγκάζει τους μη πιστούς να μην πιστεύουν;

Θεός

Τύφλωσε τα μάτια τους, και σκλήρυνε την καρδιά τους. για να μη βλέπουν με τα μάτια τους, ούτε να καταλάβουν με την καρδιά τους, και να επιστρέψουν, και να τους γιατρέψω. Ιωάννης 12:40

Ο Θεός θα τους στείλει ισχυρή πλάνη, για να πιστέψουν ένα ψέμα: Ότι Όλα μπορεί να είναι καταραμένα. Β ́ Θεσσαλονικείς 2:11-12

Σατανάς

Αλλά αν το ευαγγέλιό μας είναι κρυμμένο, είναι κρυμμένο σ' αυτούς που είναι χαμένοι: στους οποίους ο θεός αυτού Ο κόσμος έχει τυφλώσει το μυαλό εκείνων που δεν πιστεύουν. 2 Κορινθίους 4:3-4

Προς Γαλάτας

554. Επισκέφτηκε ο Παύλος όλους τους μαθητές όταν πήγε στην Ιερουσαλήμ μετά τη μεταστροφή του;

Ναι.

Και ότε ήλθεν ο Σαύλος εις Ιεροσόλυμα, εδοκίμασε να προσκολληθή εις τους μαθητάς· πάντες δε εφοβήθησαν αυτόν και δεν επίστευσαν ότι είναι μαθητής. Και λαβών αυτόν ο Βαρνάβας, έφερεν αυτόν προς τους αποστόλους, και ανήγγειλε προς αυτούς πώς είδε τον Κύριον εν τη οδώ, και ότι ελάλησε προς αυτόν, και ότι εκήρυττε παρρησία εν Δαμασκηνώ εν τω ονόματι του Ιησού. Και ήτο μετ' αυτών εισερχόμενος και εξερχόμενος εις Ιεροσόλυμα. Πράξεις 9:26-28

Όχι, μόνο ο Πέτρος και ο Ιάκωβος.

Έπειτα μετά από τρία χρόνια ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να δω τον Πέτρο, και έμεινα μαζί του δεκαπέντε ημέρες. Αλλ' άλλοι εκ των αποστόλων δεν είδον ουδέν, ειμή Ιάκωβος τον αδελφόν του Κυρίου. Προς Γαλάτας 1:18-19

555. Πρέπει να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου;

Όχι.

Κάθε άνθρωπος θα σηκώσει το δικό του φορτίο. Γαλάτες 6: 5

Ναι.

Να βαστάζετε ο ένας του άλλου τα βάρη. Προς Γαλάτας 6:2

Προς Κολοσσαείς

556. Πρέπει οι πιστοί να συζητούν την πίστη τους με τους άπιστους;

Ναι

Να είστε πάντα πρόθυμοι να εξηγήσετε τις πεποιθήσεις σας στους άλλους.

Να είστε πάντα έτοιμοι να απαντήσετε σε κάθε άνθρωπο που σας ρωτά έναν λόγο ελπίδας Αυτό είναι μέσα σου με πραότητα και φόβο. 1 Πέτρου 3:15

Περπατάτε με σοφία προς τους έξω, εξαγοράζοντας τον καιρό. Ο λόγος σας ας είναι πάντα με χάρη, καρυκευμένος με αλάτι, για να ξέρετε πώς πρέπει να απαντάτε σε κάθε άνθρωπο. Κολοσσαείς 4: 5-6

Όχι

Αποφύγετε τις βέβηλες, μάταιες φλυαρίες των απίστων.

Εάν έλθη προς εσάς τις και δεν φέρη την διδαχήν ταύτην, μη δεχθήτε αυτόν εις τον οίκον σας, ούτε να του πεις στον Θεό ταχύτητα. 2 Ιωάννη 1:10

Ω Τιμόθεε, φύλαξε αυτό που είναι αφοσιωμένο στην εμπιστοσύνη σου, αποφεύγοντας τις βέβηλες και μάταιες φλυαρίες και τις αντιθέσεις της επιστήμης ψευδώς αποκαλούμενο: Το οποίο μερικοί ομολογούντες έχουν σφάλει σχετικά με την πίστη. 1 Τιμόθεο 6:20-21

Αλλά να αποφεύγετε τις βέβηλες και μάταιες φλυαρίες, γιατί θα αυξηθούν σε περισσότερη ασέβεια. 2 Τιμόθεο 2: 16

Προς Θεσσαλονικείς 1

557. Πλησιάζει η ημέρα του Κυρίου;

Ναι

Στην Α ́ Θεσσαλονικείς, ο Παύλος καθιστά σαφές ότι περίμενε να ζήσει για να δει «τον ερχομό του Κυρίου».

Για αυτό σας λέμε με ο λόγος του Κυρίου, ότι εμείς οι ζωντανοί και θα παραμείνουν μέχρι τον ερχομό του Κυρίου δεν θα εμποδίσουν αυτούς που είναι κοιμάται. ... Τότε εμείς που είμαστε ζωντανοί και απομένουμε θα αρπαχτούμε μαζί τους στο σύννεφα, για να συναντήσουμε τον Κύριο στον αέρα: και έτσι θα είμαστε πάντα με τον Κύριο. Α ́ Θεσσαλονικείς 4:15-17

Προσεύχομαι στον Θεό ολόκληρο πνεύμα και ψυχή και σώμα να διατηρηθούν άμεμπτοι μέχρι τον ερχομό των Κύριε Ιησού Χριστέ. 1 Θεσσαλονικείς 5:23

Όχι

Ο συγγραφέας της Β ́ Θεσσαλονικείς (ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Παύλος αλλά μάλλον δεν ήταν) αποθάρρυνε τους πιστούς από το να σκεφτούν ότι «η η ημέρα του Χριστού πλησιάζει». Ο Ιησούς δεν θα έρθει μέχρι να απομακρυνθούν οι άνθρωποι και να αποκαλυφθεί ένας «άνθρωπος της αμαρτίας».

διά να μη σαλευθήτε ταχέως, μηδέ να ταραχθήτε ουδέ υπό πνεύματος ούτε υπό πνεύματος Με λόγο, ούτε με γράμμα όπως από εμάς, καθώς πλησιάζει η ημέρα του Χριστού. Ας μη σας εξαπατήσει κανείς με κανένα τρόπο: γι' αυτό ημέρα δεν θα έρθει, παρά μόνο Έρχεται πρώτα η αποστασία, και αυτός ο άνθρωπος της αμαρτίας θα αποκαλυφθεί, ο γιος του απώλεια. Β ́ Θεσσαλονικείς 2: 2-3
---------------------------
Σημείωση από τη Βίβλο Μελέτης της Χάρπερ Κόλινς για το εδάφιο 1 Θεσσαλονικείς 4:15: «Εμείς που είμαστε ζωντανοί. Ο Παύλος δεν περιμένει να πεθάνει πριν ο ερχομός του Ιησού (βλ. επίσης 1 Κορ 15:51-52)».

Από την εισαγωγή της Βίβλου της Οξφόρδης στη Β ́ Θεσσαλονικείς: «Πρώτα οι Θεσσαλονικείς υποθέτουν ότι ο ερχομός του Χριστού είναι και πάλι κοντά... Η ώθηση της 2 Θεσσαλονικείς είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση...»

Προς Τιμόθεο 2

558. Μπορεί ο διάβολος να μας αιχμαλωτίσει κατά βούληση;

Ναι

Και για να μπορέσουν να συνέλθουν από το παγίδα του διαβόλου, που αιχμαλωτίζονται από αυτόν κατά τη θέλησή του. 2 Τιμόθεο 2: 26

Όχι

Αντισταθείτε στον διάβολο και θα φύγει από εσάς. Ιακώβου 4:7

Προς Εβραίους

559. Πέθανε ο Ενώχ;

Ναι

Αυτοί [ο Άβελ, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, η Σάρρα] πέθαναν όλοι... Εβραίους 11:13

Όχι

Και ο Ενώχ περπάτησε με τον Θεό, και δεν ήταν. Γιατί τον πήρε ο Θεός. Γένεση 5:24

Ο Ενώχ μεταφράστηκε ότι δεν έπρεπε να δει θάνατο. και δεν ήταν βρέθηκε, επειδή ο Θεός τον είχε μεταφράσει. Εβραίους 11:5

560. Σώθηκε η Ραάβ με πίστη ή έργα;

Με πίστη.

Διά πίστεως η Ραάβ δεν απωλέσθη μετ' αυτών Δεν πίστευε, όταν είχε δεχτεί τους κατασκόπους με ειρήνη. Εβραίους 11:31

Με έργα.

Δεν δικαιώθηκε η Ραάβ από έργα, όταν Είχε δεχτεί τους αγγελιοφόρους και τους είχε στείλει με άλλο τρόπο; Ιακώβου 2:25

Η ΙΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΡΗΣΜΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Παρατίθενται δειγματοληπτικά και χωρίς σχόλια oρισμένα αποσπάσματα επιλεγμένα ανάμεσα από αναρίθμητα χριστιανικά κείμενα, προκειμένου να πάρετε μία ιδέα για τη θεοκρατική νομιμοποίηση της πυρομανίας και των εμπρησμών στην ιδεολογία αυτής της θρησκείας.

Παλαιά Διαθήκη

* «Τους βωμούς αυτών καθελείτε και τας στήλας αυτών συντρίψετε και τα άλση αυτών εκκόψετε και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακαύσετε εν πυρί.» («Έξοδος», λδ΄ 13.)

* «Αλλά ούτω θέλετε κάμει προς αυτούς. Τους βωμούς αυτών θέλετε καταστρέψει, και τα αγάλματα αυτών θέλετε συντρίψει, και τα άλση αυτών θέλετε κατακόψει, και τα αγάλματα αυτών θέλετε καύσει εν πυρί.» («Δευτερονόμιον», ζ΄ 5.)

* «Ξηρά βρωθήσεται υπό πυρός· και καυθήσεται εν τοις δάσεσι του δρυμού, και συγκαταφάγεται τα κύκλω των βουνών πάντα. Δια θυμόν οργής Κυρίου συγκέκαυται η γη όλη, και έσται ο λαός ως κατακεκαυμένος υπό πυρός.» («Ησαΐας», θ΄ 17-18.)

* «Και το φως του Ισραήλ θέλει γίνει πυρ και ο Άγιος αυτού φλοξ και θέλει καύσει και καταφάγει τας ακάνθας αυτού και τους τριβόλους αυτού εν μια ημέρα. Και θέλει αφανίσει την δόξαν του δάσους αυτού και του καρποφόρου αγρού αυτού από ψυχής έως σαρκός.» («Ησαΐας», ι΄ 17-18.)

* «Άνοιξον, Λίβανε, τας θύρας σου, και ας καταφάγη πυρ τας κέδρους σου (…) δρυς της Βασάν, διότι το δάσος το απρόσιτον κατεκόπη.» («Ζαχαρίας», ια΄ 1-2.)

* «Και θέλει αφανίσει την δόξαν του δάσους αυτού και του καρποφόρου αγρού αυτού από ψυχής έως σαρκός.» («Ησαΐας», ι΄ 18.)

* «Ότι πυρ εκκέκαυται εκ του θυμού μου, καυθήσεται έως Άδου κάτω, καταφάγεται γην και τα γεννήματα αυτής, φλέξει θεμέλια ορέων.» («Δευτερονόμιον», λβ΄ 22.)

* «Και έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα και Γόμορρα θείον και πυρ παρά Κυρίου εκ του ουρανού. Και κατέστρεψε τας πόλεις ταύτας, και πάντα τα περίχωρα, και πάντας τους κατοίκους των πόλεων, και τα φυτά της γης.» («Γένεσις», ιθ΄ 24-25.)

* «Διότι Κύριος ο Θεός σου είναι πυρ καταναλίσκον, Θεός ζηλωτής.» («Δευτερονόμιον», δ 24.)

* «Αλλά θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Γάζης, και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής (…). Θέλω εξαποστείλει πυρ εις το τείχος της Τύρου, και θέλει καταφάγει τα παλάτια αυτής.» («Αμώς», α΄ 7-10.)

* «Και η θέα της δόξης του Κυρίου ήτο εις τους οφθαλμούς των υιών Ισραήλ ως πυρ κατατρώγον επί της κορυφής του όρους.» («Έξοδος», κδ΄ 17.)

* «Πυρ εξήχθη εν τω θυμώ μου, το οποίον θέλει εκκαυθή καθ’ υμών.» («Ιερεμίας», ιε΄ 14.)

* «Και εφώναξε ο Ηλίας ο προφήτης. Κύριε, θεέ του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, επάκουσόν με σήμερον εν πυρί, δια να γνωρίσουν ότι εσύ είσαι ο Θεός (…) και έπεσε πυρ παρά Κυρίου και κατέφαγε το ολοκαύτωμα και τα ξύλα και τους λίθους και το χώμα και το ύδωρ το εν αύλακι.» («Βασιλειών Γ΄», ιη΄ 37-38.)

Η φωτιά που κατέκαυσε την Ρώμη επί Νέρωνος ήταν έργο του αποστόλου Παύλου και των χριστιανών. «Ο αυτοκράτορας (Νέρων), για να εκδικηθή την καταστροφή της Ρώμης, διέταξε να τιμωρηθούν εκείνοι, τους οποίους ο λαός μισούσε για την αισχρότητα και τα εγκλήματά τους, τους χριστιανούς.» (Τάκιτος, «Annales», 15, 38-39.) Η νεότερη χριστιανικά ελεγχόμενη Ιστορία άδικα και ψευδώς κατηγόρησε τον φιλέλληνα Ρωμαίο βασιλιά ως εμπρηστή της Ρώμης κι ότι επί πλέον έπαιζε μουσική περιχαρής βλέποντας τις φλόγες. Ο Νέρων την ημέρα της πυρκαϊάς όμως, είχε κηρύξει την πόλη σε πένθος, ενώ έλαβε άμεσα σοβαρά μέτρα για την ενίσχυση των πυροπαθών.

Kαινή Διαθήκη

* «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην» («Λουκάς», ιβ΄ 49).

* «Και ο πρώτος άγγελος εσάλπισε και έγινε χάλαζα και πυρ μεμιγμένα με αίμα και ερρίφθησαν εις την γην, και το τρίτον των δένδρων κατεκάη, και πας χλωρός χόρτος κατεκάη. Και ο δεύτερος άγγελος εσάλπισε και ως όρος μέγα πυρί καιόμενον εβλήθη εις την θάλασσαν (…) Και ο τρίτος άγγελος εσάλπισε και έπεσεν εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς.» («Αποκάλυψις», η΄ 7-12.)

Βίοι Αγίων

* «Λαβών το είδωλον της μητρός των θεών Ρέας, ως φλυαρούσιν οι Έλληνες, έρριψεν αυτό εις την φωτιάν και το κατέκαυσεν.» («Συναξαριστής», Άγιος μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος Τήρων, 17 Φεβρουαρίου.)

* «Επειδή δε ο δαίμων δεν εδυνήθη πλέον να φέρη εμπόδιον, ήναψαν τα ξύλα και κατέκαυσαν τον ναόν.» («Συναξαριστής», Άγιος ιερομάρτυρας Μάρκελλος, 14 Αυγούστου.)
ΔΕΣΆγιοι καταστροφείς

Πατέρες της Εκκλησίας

* «Και τους εμβάλλοντάς σε εις το πυρ κατακαύσει.» (Ι. Χρυσόστομος, «Αd Theodorum lapsum», 3,73.)

* «Εις γέενναν εμβάλω και τω πυρί παραδώ.» (Ι. Χρυσόστομος, «Αd Theodorum lapsum», 8,49.)

* «Και γίνεται τα συστήματα των ασεβών πυρίκαυστα.» (Μ. Βασίλειος, «Εnarratio in prophetam», 1,19,33.)

Εκκλησιαστικοί συγγραφείς

* «Μυών γαρ οικητήριον ην ο Αιγύπτιος θεός (Σέραπις), εις μικρά δε αυτόν διελόντες τα μεν παρέδωσαν τω πυρί…» (Θεοδώρητος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», 321, παρ. 13.)

* «Εκ τούτου δε συλληφθέντες Θεόδωρός τε και οι του τρίποδος τεχνίται οι μεν πυρί οι δε ξίφει απολέσθαι προσετάχθησαν. Παραπλησίως δε δια την αυτήν αιτίαν διεφθάρησαν και οι ανά πάσαν την αρχομένην λαμπρώς φιλοσοφούντες, ασχέτου δε της του βασιλέως οργής ούσης, και εις μη φιλοσόφους.» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 6, κεφ. 35, παρ. 6.)

* «Άλλων τε γυναικών τα αυτά μόρια τούτο μεν σιδήρω, τούτο δε ωοίς εις άκρον πυρί θερμανθείσι προσφέροντες έκαιον.» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 38, παρ. 32.)

Μπορούμε να συνυπάρχουμε με χριστιανούς;

Είστε σίγουροι ότι θέλετε να επιστραφούν στην Ελλάδα όλοι οι θησαυροί που βρίσκονται σε ξένα μουσεία; Θα είναι προστατευμένα; Έχει περάσει η Ελλάδα διαφωτισμό όπως οι άλλοι Ευρωπαίοι; Έχει γίνει διαχωρισμός θρησκείας και κράτους; Έχει νικηθεί ο ταλιμπανισμός;

Ιδίως τώρα που καταγγέλλουμε τους χριστιανούς και ζητάμε δικαίωση είστε σίγουροι ότι δεν θα επιδοθούν οι χριστιανοί σε αντίποινα; Στην Ελλάδα δεν γίνεται καν συζήτηση για αυτά τα θέματα σε θεσμικό ή ακαδημαϊκό επίπεδο. Τα πανεπιστήμια ανήκουν σε ανθρώπους των ρασοφόρων. Μόνον ελάχιστοι σαν εμένα προβάλλουν αυτά τα θέματα στην πραγματική τους διάσταση που ταράζει το κατεστημένο.

Έτσι, λόγω της αμάθειας που επικρατεί, πολλοί φανατίζονται από όλες τις πλευρές και είναι πρόθυμοι να καταφύγουν στην βία.

Όπως για παράδειγμα υπάρχουν λίγοι θερμοκέφαλοι αρχαιομανείς που ζητούν να καταστραφούν χριστιανικά έργα και ναοί, έτσι υπάρχουν πολύ περισσότεροι θερμοκέφαλοι χριστιανοί που θεωρούν τους αρχαίους θησαυρούς ασήμαντους και "απλές ειδωλολατρικές πέτρες" και δεν διστάζουν να καταστρέψουν ό,τι ακόμη σώζεται και στέκεται όρθιο. Αυτό συμβαίνει ακόμη και σήμερα σε σημεία που ήταν αρχαίοι ναοί και οι ρασοφόροι τα μετέτρεψαν σε δικά τους τεμένη.

Είναι έτοιμη λοιπόν αυτή η Ελλάδα για επαναπατρισμό αρχαιοτήτων; Εγώ δεν είμαι σίγουρη.

Για τον λόγο αυτό, όσο κι αν καταγγέλλω τον χριστιανισμό πάντα βάζω ένα σημαντικό όριο που είναι η μη εκτροπή στην βαρβαρότητα. Ναι, χρειάζεται αφύπνιση, χρειάζεται δικαίωση, χρειάζεται αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, αλλά μέσα σε όλα πρέπει να διατηρήσουμε τις διαφορές μας σε ένα πολιτισμένο επίπεδο που δεν θα καταλήξει σε πραγματικό εμφύλιο. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλες οι πλευρές.

Μπορούμε να συνυπάρχουμε με χριστιανούς; Φυσικά. Η αντιπαράθεση δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να κοπούν κεφάλια. Το θέμα όμως είναι μπορούν οι χριστιανοί να συνυπάρχουν με κάποιους σαν εμάς που αμφισβητούμε δικαίως όσα εκείνοι έχουν μάθει να θεωρούν αυτονόητα; Μπορεί μια πλήρως μισαλλόδοξη θρησκεία να εξημερωθεί; Μπορούν εκείνοι να συμβιβαστούν με την ιστορία; Μπορούν να μας βλέπουν σαν ίσους και όχι σαν παρακατιανούς από θέση ισχύος; Μπορεί η υπεροψία που καλλιέργησαν με μια προπαγάνδα επί 17 αιώνες να υποχωρήσει; Η οργάνωση των ρασοφόρων δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να κάνει κάτι τέτοιο όσο κι αν θα το ήθελαν όσοι χριστιανοί διαθέτουν στοιχειώδη λογική.

Οπότε είμαι συγκρατημένα αισιόδοξη, είμαι προσεκτική, αλλά δεν είμαι τυφλή. Η αντιπαράθεση που έχει στοιχεία θρησκευτικά είναι πάντα πολύ επικίνδυνη. Το πρόβλημα εστιάζεται όμως περισσότερο στους χριστιανούς και όχι σε εμάς. Εγώ έχω απόλυτη επίγνωση της πραγματικότητας και σχοινοβατώ ώστε να είμαι μετριοπαθής παρόλο τον βρόμικο πόλεμο που δέχομαι από τους υπνωτισμένους στρατιώτες των μαύρων ρασοφόρων.

Όταν όμως πρέπει να αποκατασταθούν αλήθειες που δεν γίνεται να ειπωθούν με μισόλογα και ημίμετρα, τότε φυσικά υπάρχει οξεία αντιπαράθεση τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο την οποία διατηρώ εκεί και επισημαίνω τους κινδύνους της διολίσθησης.

Επειδή ωστόσο εμείς αμφισβητούμε την παγιωμένη κατάσταση, το status quo, που έχει επιβάλει και που βολεύει την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει περίπτωση όσο εκείνη είναι παντοδύναμη να ανεχτεί οποιαδήποτε υποχώρηση ή συμβιβασμό. Δεν υπάρχει πιο αμετακίνητο μισαλλόδοξο χριστιανικό δόγμα από εκείνο που εδρεύει στην Ελλάδα. Είναι ενδεικτικό το γεγονός πόσο οι φανατικοί "ορθόδοξοι" της Ελλάδας μισούν τα άλλα χριστιανικά δόγματα γιατί τα θεωρούν αιρετικά.

Όταν λοιπόν η άλλη πλευρά είναι τόσο παγερά και αλαζονικά αδιάλλακτη τότε κι εγώ οφείλω να επισημάνω την επικινδυνότητα της κατάστασης που δεν οφείλεται σε μένα και άλλους σαν εμένα αλλά οφείλεται στο γεγονός ότι εμείς ζητάμε να αλλάξει κάτι που επικρατεί εδώ και 17 αιώνες. Είναι μια νοσηρή κατάσταση που όσο διαρκεί η σήψη της προχωρά όλο και περισσότερο και διαβρώνει την αλήθεια.

Η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια σύγχρονη χριστιανική θεοκρατία η οποία πολύ εύκολα μπορεί να γίνει και πάλι μεσαιωνική θεοκρατία όσο η οργάνωση των ρασοφόρων έχει την ισχύ και την επιρροή που έχει στον τόπο που κάποτε υπήρχαν Έλληνες, αλλά σήμερα υπάρχουν ελληνόφωνοι Ρωμιοί που έπαψαν να είναι Έλληνες.

Χριστιανική Εγκληματική Οργάνωση

Ο χριστιανισμός ως θρησκεία βασίζεται σε ένα παραμυθένιο πρόσωπο (δηλαδή στο ψεύτικο προφίλ του ψευδομεσσία που έφτιαξαν κάποιοι). 

Αλλά και τα ευαγγέλιά τους είναι γραμμένα από αγνώστους στα οποία έδωσαν εκ των υστέρων τα ονόματα ψευδοαποστόλων ως τίτλους (κι άλλα ψεύτικα προφίλ με σημερινούς όρους). 

Υπάρχει μεγαλύτερο ψεύδος από αυτήν την απάτη που λέγεται χριστιανισμός; Και αυτά ήταν μόνον η αρχή της απάτης τους. Είναι αμέτρητες έκτοτε οι απάτες της εγκληματικής αυτής οργάνωσης και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας με δήθεν θαυματουργά κόκκαλα και άλλες ανοησίες. 

Και τολμάνε αυτοί οι μέγιστοι απατεώνες και υποκριτές που γνώρισε η οικουμένη να κουνάνε το δάκτυλο σε εμάς; Εμείς δεν επινοήσαμε καμία απάτη ούτε κερδίζουμε χρήματα με απατεωνιές ούτε εκμεταλλευόμαστε την αφέλεια ή την ανάγκη των αδύναμων.

Η ιστορία της γέννησης του Λουκά, που εξετάζεται κριτικά

Η γέννηση του Ιησού είναι μια τόσο αγαπημένη ιστορία, που είναι δύσκολο να τη διαβάσεις κριτικά χωρίς να νιώσεις ενοχές, σαν να προδίδω κάτι ιερό και μαγικό στην επιθυμία μου να δω από πού προέρχεται η ιστορία και πώς συναρμολογείται. Και όμως, δεν είναι το ίδιο το κείμενο που αψηφώ εξετάζοντας εξονυχιστικά τη Βίβλο, όσο ο μύθος που έχει δημιουργήσει ο πολιτισμός μας στη θέση αυτού που πραγματικά λέει το κείμενο.

Παρά τον σεβασμό του για τη Βίβλο, ο Χριστιανισμός δείχνει αξιοσημείωτη αδιαφορία για τις πραγματικές λεπτομέρειες όπως γράφτηκαν. Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, είναι σαφές από τις πράξεις μας ότι αντιλαμβανόμαστε την ιστορία των Χριστουγέννων ως έναν εύπλαστο, προσαρμόσιμο θρύλο και όχι ως ένα σταθερό ιστορικό γεγονός.

Φυσικά, η Βίβλος δεν λέει καμία ιστορία που να μοιάζει με αυτήν ή οποιαδήποτε άλλη εκκλησιαστική φάτνη που έχω δει ποτέ. Η ιστορία του Ματθαίου για το αστέρι, τους μάγους και τη φυγή στην Αίγυπτο είναι εντελώς διαφορετική από την ιστορία του Λουκά, την οποία εξετάζω λεπτομερώς σήμερα. Για άλλη μια φορά, είμαι υπόχρεος στα γραπτά του David Friedrich Strauss - ενός από τους πρώτους προτεστάντες θεολόγους που διάβασαν τα Ευαγγέλια κριτικά - και του διάσημου καθολικού μελετητή Raymond E. Brown.

Μερικές γενικές παρατηρήσεις για το Λουκάς 1-2

Η ιστορία της γέννησης του Λουκά είναι πολύ διαφορετική από αυτή του Ματθαίου ως προς τη δομή και την εστίασή της. Η ιστορία του Ματθαίου βασίζεται στην αφήγηση και επιχειρεί να απεικονίσει τον Ιησού ως έναν νέο Μωυσή - ανακεφαλαιώνοντας τη γέννηση και την παραμονή του Μωυσή στην Αίγυπτο - και ως μια μεσσιανική φιγούρα που εκπληρώνει ορισμένες «προφητείες» της Παλαιάς Διαθήκης.

Η ιστορία του Λουκά ασχολείται σχεδόν εξίσου με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή όσο και με τον Ιησού. Δομικά, αποτελείται από πολλά δίπτυχα – γειτονικά παράλληλα επεισόδια. Υπάρχει ένας ευαγγελισμός για τον Ιωάννη και ένας για τον Ιησού. Υπάρχει η γέννηση και η ονοματοδοσία του Ιωάννη, και η γέννηση και η ονοματοδοσία του Ιησού. Και σε αυτές τις αφηγήσεις παρεμβάλλονται πολλά άσματα, θρησκευτικές ωδές που φαινομενικά παραδίδονται από τους διάφορους χαρακτήρες της ιστορίας.

Όπως θα δούμε, η προσκόλληση του Λουκά σε λογοτεχνικές φόρμες και δάνεια από την Παλαιά Διαθήκη είναι τόσο διάχυτη, που η ιστορικότητα της ιστορίας του Λουκά αμφισβητείται μόνο για αυτούς τους λόγους, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Μπράουν (σελ. 296). Αλλά αν ο Λουκάς δεν αφηγείται την ιστορία, τότε τι προσπαθεί να μας πει;

Η σχέση της Γέννησης με την ανάπαυση του Λουκά

Φαίνεται αρκετά σαφές ότι, σε αντίθεση με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ευαγγελίων του Λουκά και του Ματθαίου, οι δύο ιστορίες της γέννησης είναι ανεξάρτητες χωρίς άμεση λογοτεχνική σχέση. Εξ ου και μια από τις κύριες υποθέσεις της υπόθεσης Q: ότι ο Λουκάς και ο Ματθαίος γράφτηκαν χωρίς επίγνωση του άλλου, δείχνοντας μεγάλη ομοιότητα όταν είχαν μια κοινή πηγή (όπως ο Μάρκος ή ο Q) και αποκλίνοντας πολύ όταν δεν είχαν.

Ωστόσο, η σχέση των δύο πρώτων κεφαλαίων του Λουκά με το υπόλοιπο βιβλίο είναι αβέβαιη. Η αφήγηση της διακονίας συντάχθηκε σαφώς πρώτα και δεν αναφέρεται ποτέ στα γεγονότα της ιστορίας της βρεφικής ηλικίας. Το στυλ γραφής των αρχικών κεφαλαίων είναι επίσης διαφορετικό, καθώς περιέχει εξαιρετικά «σημιτικά» ελληνικά που δεν βρίσκονται στο υπόλοιπο του Λουκά. Πολλοί μελετητές, συμπεριλαμβανομένου του σημαντικού Streeter, πίστευαν ότι η πρώτη έκδοση του Λουκά («πρωτο-Λουκάς») ξεκίνησε με το κεφάλαιο 3 (Streeter, σελ. 209). Τα κεφάλαια της βρεφικής ηλικίας απουσίαζαν επίσης από το Ευαγγέλιο, μια πρώιμη εκδοχή του Λουκά που χρησιμοποιούσαν οι Μαρκιωνίτες. Ο ίδιος ο Μπράουν αναγνώρισε τα κεφάλαια 1-2 ως μεταγενέστερη προσθήκη, αλλά υποστήριξε ότι εξακολουθούσαν να είναι έργο του ίδιου συγγραφέα.

Η δομή των ιστοριών της βρεφικής ηλικίας του Λουκά

Ο Λουκάς δομεί τις αφηγήσεις γέννησης του Ιωάννη και του Ιησού ως εξής:

Ιωάννης ο ΒαπτιστήςΙησούς
1:5–7: Εισαγωγή του Ζαχαρία και της Ελισάβετ1:26–27: Εισαγωγή της Μαρίας και του Ιωσήφ
1:8–23: Ευαγγελισμός (εμφάνιση του Γαβριήλ στον Ζαχαρία)1:28–38: Ευαγγελισμός (εμφάνιση του Γαβριήλ στη Μαρία)
1:24–25: Επίλογος (έπαινος για την εγκυμοσύνη της Ελισάβετ)1:39–45, 56: Επίλογος (έπαινος για την εγκυμοσύνη της Μαρίας)

1:46–55: Το Magnificat

1:57–66, 80: Γέννηση, περιτομή και ονοματοδοσία του Ιωάννη2:1–7, 21: Γέννηση, περιτομή και ονοματοδοσία του Ιησού
2:8–20: Ευαγγελισμός στους βοσκούς
(14: Γκλόρια
)
1:67–79: Ο Βενέδικτος2:22–38: Παρουσίαση στο Ναό
(29–32: Η Μοναχή Δημήτρης
)
2:41-52: Ο Ιησούς στον Ναό
Οι σκόπιμοι παραλληλισμοί μεταξύ του Ιωάννη και του Ιησού είναι αρκετά προφανείς. Τα στοιχεία που δεν έχουν παραλληλισμούς συχνά φαίνεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και για τα τέσσερα άσματα, τα οποία έχω επισημάνει με κόκκινο χρώμα. Ας ασχοληθούμε με κάθε μέρος της ιστορίας.

Ζαχαρίας και Ελισάβετ

Στις ημέρες του βασιλιά Ηρώδη της Ιουδαίας, υπήρχε ένας ιερέας ονόματι Ζαχαρίας, ο οποίος ανήκε στην ιερατική τάξη του Αβιά. Η σύζυγός του ήταν απόγονος του Ααρών και το όνομά της ήταν Ελισάβετ. (Λουκάς 1:5)

Ο Λουκάς ξεκινά με τους γονείς του Ιωάννη του Βαπτιστή — και οι δύο άγνωστοι από οποιαδήποτε προηγούμενα χριστιανικά γραπτά. Τα ονόματα που δίνει, Ζαχαρίας και Ελισάβετ, προέρχονται από την Παλαιά Διαθήκη και φαίνεται να είναι συμβολικά.

Ο Ζαχαρίας του Λουκά είναι ιερέας και το όνομα «Ζαχαρίας» είναι ιερατικό όνομα που εμφανίζεται επτά φορές στα Χρονικά. Αυτή η επιλογή ονόματος μπορεί επίσης να επηρεαστεί από την εισαγωγή του Ιωάννη στο Λουκάς 3, η οποία μιμείται το άνοιγμα του βιβλίου του προφήτη Ζαχαρία στη διατύπωσή του.

Στο δέκατο πέμπτο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορα Τιβέριου... Ο λόγος του Θεού έγινε στον Ιωάννη, τον γιο του Ζαχαρία, στην έρημο. (Λκ 3:1-2)

Τον όγδοο μήνα, το δεύτερο έτος του Δαρείου, ήρθε ο λόγος του Κυρίου στον προφήτη Ζαχαρία γιο του Βεραχία... (Ζαχ 1:1)

Στο Λουκάς 1, ο Ζαχαρίας ανήκει στην «τάξη του Αβιά», την όγδοη από τις 24 ιερατικές τάξεις που αναφέρονται στο 1 Χρ. 24. Ο Μπράουν εκφράζει κάποια αμηχανία σε αυτό το σημείο, καθώς αυτά τα ιερατικά τάγματα έπαψαν να υπάρχουν κατά τη διάρκεια της εξορίας, αν πιστέψουμε τον Έσδρα και τον Ιώσηπο. Ωστόσο, ο Robert J. Miller παρατηρεί ότι επειδή ο Αβιά είναι ο όγδοος και ο Ιησούς του Ναυή ο ένατος, η επιλογή του Λουκά είναι συμβολική (Miller, σελ. 32).

Η σύζυγος του Ζαχαρία, η Ελισάβετ, περιγράφεται ως απόγονος του Ααρών, και πράγματι, Ελισάβετ ήταν το όνομα της συζύγου του αρχιερέα Ααρών (Έξοδος 6:23).

Η ανακοίνωση της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ αποτελεί έκπληξη, αφού είναι στείρα και ηλικιωμένη. Θαυματουργοί χρησμοί γέννησης και για τους δύο αυτούς λόγους εμφανίζονται στην Παλαιά Διαθήκη, και αυτή η ιστορία βασίζεται σε δύο συγκεκριμένα: τη γέννηση του Σαμουήλ στη στείρα Άννα και τη γέννηση του Ισαάκ στην άγονη, ηλικιωμένη Σάρα.

Ο Ευαγγελισμός της Γέννησης του Ιωάννη

Τότε εμφανίστηκε σε αυτόν ένας άγγελος του Κυρίου, που στεκόταν στη δεξιά πλευρά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. (Λουκάς 1:11)

Ο Ζαχαρίας επιλέγεται με κλήρο για να κάψει θυμίαμα στο αγιαστήριο του ναού μια μέρα. Ενώ εκτελεί αυτό το καθήκον, ο άγγελος Γαβριήλ εμφανίζεται σε αυτόν για να του ανακοινώσει ότι θα αποκτήσει γιο. Ο Μπράουν σημειώνει ότι οι αγγελικοί ευαγγελισμοί γέννησης ακολουθούν μια εξαιρετικά στερεότυπη φόρμουλα στη Βίβλο (σελ. 156).
  • Η εμφάνιση του αγγέλου του Κυρίου (ή του ίδιου του Κυρίου)
  • Φόβος ή υπόκλιση από τον οραματιστή
  • Το θείο μήνυμαΟ οραματιστής προσφωνείται με το όνομά του.
  • Χρησιμοποιείται μια χαρακτηριστική φράση που περιγράφει τον οραματιστή.
  • Ο οραματιστής προτρέπεται να μην φοβάται.
  • Μια γυναίκα είναι ή σύντομα θα μείνει έγκυος.
  • Θα γεννήσει ένα αρσενικό παιδί.
  • Δίνεται το όνομα του παιδιού.
  • Δίνεται μια ετυμολογία για την ερμηνεία του ονόματος.
  • Περιγράφονται τα μελλοντικά επιτεύγματα του παιδιού.
  • Μια αντίρρηση που δίνεται από τον οραματιστή ή ένα αίτημα για ένα σημάδι
  • Η παροχή ενός σημείου για να καθησυχάσει τον οραματιστή
Αυτό το πρότυπο ισχύει για τους ευαγγελισμούς του Ισμαήλ, του Ισαάκ και του Σαμψών στην Παλαιά Διαθήκη, για εκείνους του Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ιησού στο Λουκά και για αυτόν του Ιησού στο Κατά Ματθαίον. Παρά το ευσεβές υπόβαθρό του, ο Μπράουν αναγνωρίζει ότι αυτή η στερεότυπη φόρμουλα υποδηλώνει μια λογοτεχνική δημιουργία και όχι μια περιγραφή ιστορικών γεγονότων.

Γιατί γράφτηκε ο ευαγγελισμός για να γίνει στο ναό; Τελικά, αυτό το απόσπασμα μπορεί να βασίζεται στον ευαγγελισμό για τον Σαμουήλ, ο οποίος έρχεται στην Άννα μέσω του ιερέα Ηλεί στο ναό της Σηλώ. Άλλα μοτίβα από την ιστορία του Σαμουήλ βρίσκονται σε όλο το Λουκάς 1-2 (Brown, σελ. 268-269). Υπάρχει επίσης ένας ενδιαφέρων παραλληλισμός με τον John Hyrcanus. σύμφωνα με τον Ιώσηπο (Ant. XIII.10.3), ο Υρκανός ο αρχιερέας άκουσε μια φωνή να του λέει για τη νίκη των γιων του επί του Αντίοχου ενώ βρισκόταν στο ναό και πρόσφερε θυμίαμα. Όταν βγήκε, το είπε στο πλήθος και η πρόβλεψη αποδείχθηκε αληθινή. Ο Λουκάς φαίνεται να προσπαθεί για το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά επειδή ο Ζαχαρίας έχει γίνει βουβός (βλ. παρακάτω), ο Λουκάς βάζει το πλήθος να συμπεράνει το όραμα από τη σιωπή του. Το πώς θα έβγαζαν ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν εξηγείται.

Υπάρχουν επίσης ενδιαφέροντες παραλληλισμοί με τον ευαγγελισμό του αγγέλου στη μητέρα του Σαμψών, Ελούμα, στον Ψευδοφίλωνα (ο οποίος εξωραΐζει τη βιβλική ιστορία στις Βιβλικές Αρχαιότητες 42). Όπως ο Ζαχαρίας, έτσι και στον Ελούμα (1) λέγεται ότι η προσευχή της έχει απαντηθεί, (2) της λένε ποιο όνομα πρέπει να αποκαλεί το γιο της, (3) του λένε ότι δεν πρέπει ποτέ να δοκιμάσει κρασί και (4) μένει σιωπηλός μετά.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: O Ιωάννης ο Βαπτιστής. Για τον Ιωάννη αναφέρονται αρκετά, τόσο στα Ευαγγέλια, στον Ιώσηπο καθώς και στον παραχαραγμένο σλαβονικό Ιώσηπο. Δεν ξέρουμε αν είχε επαναστατική δράση, αν και είχε έντονα θρησκευτική, αν διαβάσει κανείς όλα τα σχετικά. Από την Εβραιο-Χριστιανική μυθολογία είναι περισσότερο από σαφές, ότι ο «κατασκευασμένος Γιαχσουα», όχι μόνο δεν ίδρυσε καμία θρησκεία ή αίρεση, αφού δίδασκε τον Μωσαϊκό νόμο, αλλά βαφτίστηκε -άρα προσηλυτίστηκε και κατηχήθηκε- από τον αιρετικό παγανιστή Ιωάννη τον Βαπτιστή στον Mandaeism, ή Sabian, μια Γνωστική μονοθεϊστική σέκτα που λάτρευαν τον θεό Hayyi Rabbi σύμφωνα με την οποία ο Ιωάννης ήταν ο ανώτερος προφήτης και ο Χριστός ένας πιστός ψευδο-προφήτης της αίρεσης αυτής και όχι του Γιαχβέ. Το ότι και αυτός θεωρήθηκε αδικημένος από κάποιους Εβραίους και ότι ήταν και αυτός υποψήφιος για Χριστός φαίνεται από τους μαθητές του, που συνέχισαν να τον πιστεύουν ως μεσσία και χριστό και ήταν μια από τις πρώτες καλούμενες “χριστιανικές” αιρέσεις, οι Mανδαίοι ή Ημεροβαπτιστές οι οποίοι υπάρχουν μέχρι και σήμερα.
ΔΕΣΜανδαίοι και Mandaeism 
Μάλιστα την προσπάθεια να τους ενσωματώσουν οι μετέπειτα χριστιανοί, δείχνει και το γνωστό εδάφιο του Λουκά, που παρά τα της θαυματουργής του βάπτισης και όλα αυτά τα ωραία που είπε ο Ιωάννης αναγνωρίζοντας υποτίθεται τον Ιησού ως Χριστό, έρχονται αρκετά μετά οι μαθητές του Ιωάννη και ρωτούν τον Ιησού “είσαι εσύ αυτός που περιμένουμε ή άλλος”; και ακολουθεί το καλόπιασμα στο τέλος: “19 καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ὁ Ἰωάννης ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· Σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν; ...24 Ἀπελθόντων δὲ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς ὄχλους περὶ Ἰωάννου....28 λέγω γὰρ ὑμῖν, μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ” (Κατά Λουκάν, 7: 19-28.)

Ο Άγγελος Γαβριήλ

«Είμαι ο Γκάμπριελ. Στέκομαι στην παρουσία του Θεού και έχω σταλεί να σας μιλήσω και να σας φέρω αυτά τα καλά νέα. Τώρα, όμως, επειδή δεν πιστέψατε στα λόγια μου, τα οποία θα εκπληρωθούν στον καιρό τους, θα γίνετε βουβοί, ανίκανοι να μιλήσετε, μέχρι την ημέρα που θα γίνουν αυτά». (Λουκάς 1:19-20)

Ο Γαβριήλ εμφανίζεται μόνο μία φορά στην Παλαιά Διαθήκη: στο Δανιήλ 8-10, ένα ύστερο κείμενο των Μακκαβαίων. Η περιγραφή του Γαβριήλ ως αγγέλου που «στέκεται στην παρουσία του Θεού» (Λκ 1:19) προέρχεται από το 1 Ενώχ 40:2. Η πίστη σε αγγέλους αυτού του τύπου αναπτύχθηκε αρκετά αργά στον Ιουδαϊσμό, πιθανότατα υπό περσική επιρροή. Ο Στράους, απευθυνόμενος στους συνομηλίκους του που πίστευαν στην κυριολεκτική ιστορικότητα της ιστορίας του Λουκά, έγραψε:

Τώρα είναι αδιανόητο ότι η σύσταση της ουράνιας ιεραρχίας θα πρέπει πραγματικά να αντιστοιχεί με τις αντιλήψεις που είχαν οι Εβραίοι μετά την εξορία. και ότι τα ονόματα που δίνονται στους αγγέλους πρέπει να είναι στη γλώσσα αυτού του λαού. […] Έχουμε τη μαρτυρία των ίδιων των Ιουδαίων, ότι έφεραν μαζί τους τα ονόματα των αγγέλων από τη Βαβυλώνα. […] Ήταν το δόγμα ψευδές όσο συνέχιζε να είναι αποκλειστική ιδιοκτησία των ειδωλολατρών, αλλά αληθινό μόλις υιοθετήθηκε από τους Εβραίους; (σελ. 78)

Ο Στράους συνεχίζει να ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Γαβριήλ στην τιμωρία του Ζαχαρία ήταν ανάρμοστη για ένα ουράνιο ον. και ότι οι άγγελοι, αν υπάρχουν καθόλου, ανήκουν στον αόρατο κόσμο και δεν μπορούν να εκδηλωθούν με τις φυσικές αισθήσεις εξαρχής.

Πολλές λεπτομέρειες για την εμφάνιση του Γαβριήλ στον Λουκά φαίνεται να βασίζονται στην αφήγηση του Δανιήλ, συμπεριλαμβανομένου του Ζαχαρία που χτυπήθηκε βουβός (Δανιήλ 10:15).
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής προορίζεται να είναι ο Ηλίας;

«Με το πνεύμα και τη δύναμη του Ηλία του Θεσβίτου θα πάει μπροστά του, για να στρέψει τις καρδιές των γονέων στα παιδιά τους, και των ανυπάκουων στη σοφία των δικαίων, για να ετοιμάσει έναν λαό προετοιμασμένο για τον Κύριο». (Λουκάς 1:17)

Η αφήγηση της διακονίας του Λουκά φαίνεται να αρνείται στον Ιωάννη τον Βαπτιστή έναν ρόλο παρόμοιο με τον Ηλία. Ο Λουκάς δεν έχει παράλληλο με το Μάρκος 9:9-13, όπου ο Ιησούς λέει ότι ο Ηλίας έχει ήδη έρθει, και παραλείπει τη χρήση του Μαλαχία 3:1 από τον Μάρκο για να περιγράψει την άφιξη του Ιωάννη στην παράλληλη σκηνή (3:4). Αντίθετα, ο ίδιος ο Ιησούς περιγράφεται ως «μεγάλος προφήτης» (7:16) και συγκρίνεται με τον Ηλία (π.χ. 4:25-26).

Ο ευαγγελισμός της γέννησης του Ιωάννη στον Λουκά, ωστόσο, συνδέει ρητά τον Ιωάννη με τον Ηλία — μια άλλη ένδειξη, κατά την άποψή μου, ότι οι ιστορίες της βρεφικής ηλικίας γράφτηκαν από διαφορετικό συγγραφέα. Το Λουκάς 1:17 (που παρατίθεται παραπάνω) είναι ένας συνδυασμός τριών περικοπών της Παλαιάς Διαθήκης για τον Ηλία: Μαλαχίας 3:1, Μαλαχίας 4:5-6 και Σειράχ 48:10. Οι δύο τελευταίοι βάζουν τον Ηλία στο ρόλο της συμφιλίωσης, αλλά ο Λουκάς αλλάζει το νόημα του Μαλ 4:6 με έναν ενδιαφέροντα τρόπο.

Μαλ 4:6: «Θα στρέψει την καρδιά των πατέρων προς τα παιδιά και την καρδιά των παιδιών προς τους πατέρες».

Λουκάς 1:17: «... να στρέψουν τις καρδιές των πατέρων προς τα παιδιά και των απειθών προς τη σοφία των δικαίων».

Εκεί που ο Μαλαχίας οραματίζεται την αμοιβαία συμφιλίωση μεταξύ πατέρων και παιδιών, ο Λουκάς υπονοεί ότι είναι οι «ανυπάκουοι» πατέρες (οι Ιουδαίοι) που θα συμφιλιωθούν με τα «δίκαια» παιδιά (τους Εθνικούς). Ο Μπράουν προτείνει ότι ο συγγραφέας επανερμηνεύει τον Μαλαχία και τον Σειράχ μέσω ενός αποσπάσματος που εμφανίζεται αργότερα στη διακονία του Ιησού (Brown, σελ. 278–279):

Γιατί ήρθε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής χωρίς να τρώει ψωμί και να μην πίνει κρασί, και λέτε: «Έχει δαιμόνιο»... Ωστόσο, η σοφία δικαιώνεται από όλα τα παιδιά της. (Λουκάς 7:33, 35)

Ο Ευαγγελισμός της Γέννησης του Ιησού

Τον έκτο μήνα ο άγγελος Γαβριήλ στάλθηκε από τον Θεό σε μια πόλη της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Ναζαρέτ, σε μια παρθένα αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα που ονομαζόταν Ιωσήφ, από τον οίκο του Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου ήταν Μαρία. (Λουκάς 1:26-27)

Αφού ανακοινώνει τη γέννηση του Ιωάννη, ο Γαβριήλ εμφανίζεται στη Μαρία για να αναγγείλει τη γέννηση του Ιησού. Για άλλη μια φορά, η στερεότυπη φόρμουλα του ευαγγελισμού ακολουθείται σχεδόν σε ένα Τ — μόνο η ερμηνεία του ονόματος του Ιησού παραλείπεται.

Ο Γαβριήλ λέει στη Μαρία ότι ο γιος της θα είναι βασιλιάς που θα κάθεται στο θρόνο του «πατέρα του Δαβίδ» για πάντα (εδ. 32-33), χρησιμοποιώντας γλώσσα παρμένη από το Β ́ Σαμ 7:9-16. Αλλά αυτό που αρχικά ήταν μια υπόσχεση για την αντοχή της γενεαλογίας και της βασιλείας του Δαβίδ, ο Λουκάς έχει μετατραπεί σε μια εσχατολογική δήλωση για έναν αθάνατο βασιλιά.

Τα καθησυχαστικά λόγια του αγγέλου προς τη Μαρία είναι μια σχεδόν αυτολεξεί παράθεση των λόγων του θεϊκού επισκέπτη προς τον Αβραάμ και τη Σάρρα (Γένεση 18:14), και η δήλωση της Μαρίας ότι είναι δούλη του Κυρίου είναι παρόμοια με την απάντηση της Άννας όταν άκουσε ότι θα αποκτήσει γιο (1 Σαμ 1:18).

Μια παρθενική γέννηση;

Η Μαρία είπε στον άγγελο: «Πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού είμαι παρθένα;» Ο άγγελος απάντησε: «Ένα άγιο πνεύμα θα αιωρείται από πάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα ρίξει τη σκιά της πάνω σου. Γι' αυτό το παιδί που θα γεννηθεί θα είναι άγιο και θα ονομαστεί γιος του Θεού». (Λουκάς 1:34-35)

Η ερώτηση της Μαίρης είναι περίεργη. Δεδομένου ότι πρόκειται να παντρευτεί, η πρόβλεψη ενός παιδιού δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Όχι μόνο αυτό, αλλά τα αρραβωνιασμένα ζευγάρια Εβραίων μπορούσαν πραγματικά να κάνουν σεξ σύμφωνα με το νόμο του Μισνά και της Τορά.

Στην πραγματικότητα, πολλοί σχολιαστές επιμένουν ότι το κείμενο δεν απαιτεί κατά γράμμα παρθενική γέννηση. Στην εβραϊκή παράδοση, το να προσφωνείς τον βασιλιά ως γιο του Θεού (2 Σαμ 7:14) και γεννημένο του Θεού (Ψλ 2:7) δεν σήμαινε ότι ο βασιλιάς ήταν θεϊκός ή παρθενογεννημένος. Και σε αντίθεση με τον Ματθαίο, ο Λουκάς δεν δηλώνει ότι η Μαρία και ο Ιωσήφ απείχαν από το σεξ μέχρι τη γέννηση του Ιησού.

Τελικά, ο Μπράουν πιστεύει ότι τα λογοτεχνικά πρότυπα και η ανάγκη να παρουσιαστεί ο Ιησούς ως ανώτερος από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή καθιστούν πιο πιθανό ότι ο συγγραφέας σκόπευε να μεταφέρει μια παρθενική σύλληψη (Brown, σελ. 301). Και έτσι η ερώτηση της Μαρίας, «πώς γίνεται αυτό;», λειτουργεί όχι μόνο ως απαραίτητο μέρος της φόρμουλας του ευαγγελισμού, αλλά για να δώσει στον Λουκά ένα άνοιγμα για να εξηγήσει στον αναγνώστη τη θεϊκή προέλευση του Ιησού.

Ότι αυτές οι πληροφορίες είναι καθαρά για χάρη του αναγνώστη, δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία. γιατί ο Στράους σημειώνει την ακατανόητη συμπεριφορά της Μαρίας μετά τον ευαγγελισμό. Η πρώτη της παρόρμηση θα πρέπει να είναι να πει στον Ιωσήφ για το όραμα και να αποτρέψει τις υποψίες μοιχείας που σίγουρα θα προέκυπταν από την επακόλουθη εγκυμοσύνη (σελ. 108). Αντίθετα, όπως θα δούμε, τρέχει να επισκεφτεί την Ελίζαμπεθ. Όλα τα γεγονότα εδώ είναι έντεχνα οργανωμένα για να πείσουν τον αναγνώστη ότι η γέννηση του Ιησού είναι θαυματουργή.

Ο Ιησούς και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ως συγγενείς

«Και τώρα, η συγγενής σου η Ελισάβετ στα γηρατειά της έχει επίσης συλλάβει έναν γιο. και αυτός είναι ο έκτος μήνας για εκείνη που λέγεται ότι ήταν στείρα». (Λουκάς 1:36)

Εδώ, ο Λουκάς κάνει τον εκπληκτικό ισχυρισμό ότι ο Ιησούς και ο Ιωάννης ήταν στενά συνδεδεμένοι. Όπως σημειώνει ο Μπράουν, «αυτή η τελευταία λεπτομέρεια δεν προτείνεται πουθενά αλλού στα τέσσερα Ευαγγέλια και είναι πολύ δύσκολο να συμβιβαστεί με το Ιωάννης 1:33 όπου [ο Ιωάννης ο Βαπτιστής] λέει ότι δεν γνώριζε καν τον Ιησού» (σελ. 285). Και ο Στράους δηλώνει ότι η σχέση μεταξύ των δύο μητέρων και η οικειότητα μεταξύ των οικογενειών τους «δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με τη μαρτυρία του Λουκά, χωρίς να υποστηρίζεται από άλλες αυθεντίες» (σελ. 144).

Ο Μπράουν πιστεύει ότι ο σκοπός αυτής της εφεύρεσης του Λουκά ήταν να εξηγήσει τη στενή σχέση μεταξύ των παρόμοιων, αλλά ξεχωριστών, θρησκευτικών κινημάτων που σχετίζονται με τον Ιησού και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο Στράους λέει ότι χρειαζόταν «για να μεγαλύνει τον Ιησού συνδέοντας τον Βαπτιστή μαζί του από το νωρίτερο δυνατό σημείο σε μια σχέση κατωτερότητας» (σελ. 143).

Παρεμπιπτόντως, οι βιβλικοί αλάθητοι που προσπαθούν να λύσουν την ασυμβατότητα των γενεαλογιών του Λουκά και του Ματθαίου αποδίδοντας μία στην οικογένεια της Μαρίας απαξιώνονται από το γεγονός ότι ο Λουκάς δίνει στη Μαρία μια Λευιτική γενεαλογία λόγω της συγγένειάς της με την Ελισάβετ.

Η επίσκεψη της Μαρίας και το Magnificat

Εκείνη την ώρα η Μαρία σηκώθηκε και πήγε βιαστικά στην ορεινή περιοχή σε μια πόλη της Ιουδαίας. Εκεί μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. (Λουκάς 1:39-40)

Έτσι η Μαρία ξεκινά βιαστικά να επισκεφτεί τη συγγενή της Ελισάβετ. Το κίνητρο για το ταξίδι δεν εξηγείται και όπως επισημαίνει ο Μίλερ,

Το ίδιο το ταξίδι δεν είναι ρεαλιστικό. Από τη Ναζαρέτ στην ορεινή περιοχή του Ιούδα είναι περίπου ογδόντα μίλια, που σημαίνει τουλάχιστον ένα τετραήμερο ταξίδι, σε μια διαδρομή που μπορεί να πέρασε μέσα από αφιλόξενη περιοχή των Σαμαρειτών—από μια νεαρή γυναίκα που ταξίδευε μόνη της. (σελ. 44)

Μερικοί πιστεύουν ότι είτε ο Λουκάς δεν συνειδητοποίησε ότι η Γαλιλαία και η Ιουδαία χωρίζονταν από τη Σαμάρεια, είτε ότι η προ-Λουκανική πηγή αυτής της παράδοσης τοποθετούσε τη Μαρία στην Ιερουσαλήμ και όχι στη Ναζαρέτ (βλ. Brown, σελ. 331-332 για παραπομπές).

Κατά την άφιξη της Μαρίας, η Ελισάβετ εκφωνεί ένα σύντομο άσμα (ύμνο) για την ευλογία της Μαρίας και τον «καρπό της κοιλιάς της» που απηχεί παρόμοιες διακηρύξεις που βρίσκονται στους Κριτές 5:24 και Ιουδίθ 13:18. (Περιέργως, η Μαίρη δεν έχει καν ενημερώσει την Ελισάβετ για καμία εγκυμοσύνη ακόμα.) Αυτός ο ύμνος φαίνεται να αρνείται το πνεύμα αυτού που λέει ο Ιησούς για τη μητέρα του στα εδάφια 8:21 και 11:27-28.

Στη συνέχεια, η Μαίρη εκτοξεύεται σε ένα μακρύ άσμα γνωστό ως Magnificat. Αυτός ο ύμνος ταιριάζει αδέξια στο περιβάλλον του και δεν έχει σχεδόν τίποτα που να σχετίζεται πραγματικά με την κατάσταση της Μαρίας, έτσι οι μελετητές γενικά πιστεύουν ότι εισήχθη σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Το απόσπασμα ρέει καλύτερα αν παραλείψουμε από το εδάφιο 45 στο εδάφιο 56, και η χειρόγραφη παράδοση είναι, στην πραγματικότητα, ασαφής ως προς το αν είναι η Μαρία ή η Ελισάβετ που παραθέτει το καντήλι. (Μερικά αρχαία χειρόγραφα διαβάζουν «Η Ελισάβετ είπε» στο εδάφιο 46.) Ο ίδιος ο ύμνος βασίζεται στην προσευχή της Άννας στο 1 Σαμουήλ 2 (θυμηθείτε ότι η Ελισάβετ ήταν στείρα όπως η Άννα) και μια λογοτεχνική πηγή για κάθε γραμμή μπορεί να βρεθεί στην Παλαιά Διαθήκη και στα απόκρυφα (Miller, 48–49).

Ως μια περίεργη ιστορική παρένθεση, η Μαριανή συγγραφή του Magnificat ήταν τόσο σημαντική για τους Καθολικούς κάποια στιγμή που η Ρωμαϊκή Ποντιφική Βιβλική Επιτροπή εξέδωσε στην πραγματικότητα ένα διάταγμα το 1912 για να αποδοθεί στη Μαρία. (Brown, σελ. 334)
Η γέννηση του Ιωάννη και του Βενέδικτου

Τώρα ήρθε η ώρα να γεννήσει η Ελισάβετ και γέννησε έναν γιο. Οι γείτονες και οι συγγενείς της άκουσαν ότι ο Κύριος της είχε δείξει το μεγάλο του έλεος και χάρηκαν μαζί της. (Κατά Λουκάν 1:57-58)

Μετά τη γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή, η γλώσσα του Ζαχαρία ελευθερώνεται και παραδίδει μια «προφητεία» για τον γιο του που είναι γνωστή ως Βενέδικτος. Αυτό το άσμα ταιριάζει επίσης άσχημα στο αφηγηματικό του πλαίσιο, περιγράφοντας τον Ιωάννη ως «το κέρας της σωτηρίας στον οίκο του Δαβίδ», κάτι που σίγουρα δεν είναι, και υποθέτοντας την ήδη ολοκληρωμένη Δαβιδική σωτηρία (Brown, σελ. 377). Ο Βενέδικτος ήταν πιθανώς ένας άσχετος μεσσιανικός ύμνος που εισήχθη εδώ, με τους στίχους 77-78 που προστέθηκαν για να τον συσχετίσουν με τον Ιωάννη. Και πάλι, κάθε γραμμή στον ύμνο προέρχεται από εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης (Miller, 52-53).

Η Γέννηση του Ιησού

Εκείνες τις μέρες βγήκε ένα διάταγμα από τον αυτοκράτορα Αύγουστο ότι όλος ο κόσμος έπρεπε να καταχωρηθεί. Αυτή ήταν η πρώτη καταγραφή και έγινε ενώ ο Κυρήνιος ήταν κυβερνήτης της Συρίας. Όλοι πήγαν στις πόλεις τους για να εγγραφούν. Ο Ιωσήφ πήγε επίσης από την πόλη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας στην Ιουδαία, στην πόλη του Δαβίδ που ονομαζόταν Βηθλεέμ, επειδή καταγόταν από τον οίκο και την οικογένεια του Δαβίδ. Πήγε να εγγραφεί στη Μαίρη, με την οποία ήταν αρραβωνιασμένος και η οποία περίμενε παιδί. Ενώ ήταν εκεί, ήρθε η ώρα να γεννήσει το παιδί της. Και γέννησε τον πρωτότοκο γιο της, και τον τύλιξε με ιμάντες, και τον έβαλε σε μια φάτνη, επειδή δεν υπήρχε τόπος γι' αυτούς στο κατάλυμα. (Λουκάς 2:1-7)

Τα ιστορικά προβλήματα με αυτό το απόσπασμα είναι, φυσικά, ευρέως γνωστά. Θα ήθελα απλώς να σημειώσω μερικές λεπτομέρειες:
  1. Κανένα διάταγμα του Αυγούστου για απογραφή σε όλη την αυτοκρατορία δεν πιστοποιείται από καμία ιστορική πηγή.
  2. Πράγματι έγινε απογραφή της Ιουδαίας μόλις έγινε ρωμαϊκή επαρχία υπό τον κυβερνήτη Κυρήνιο το 6 μ.Χ. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις που τοποθετούν τη γέννηση στην εποχή του Ηρώδη του Μεγάλου (37 – 4 π.Χ.).
  3. Καμία ρωμαϊκή απογραφή δεν απαιτούσε από τους ανθρώπους να ταξιδέψουν στην αρχαία πατρίδα των προγόνων τους.
  4. Η απογραφή της Ιουδαίας δεν ίσχυε για τη Γαλιλαία, η οποία ήταν τετραρχία που κυβερνούσε ο γιος του Ηρώδη, Αντύπας. Όποιος ζούσε εκεί θα είχε εξαιρεθεί.
  5. Η Μαρία δεν θα χρειαζόταν να ταξιδέψει με τον Ιωσήφ για απογραφή (και σίγουρα όχι ενώ ήταν έγκυος), αφού οι γυναίκες θα μπορούσαν να καταγραφούν από τους συζύγους ή τους πατέρες τους.
Αν και αυτή η ιστορία είναι ιστορικά απίθανη και σίγουρα μια λογοτεχνική επινόηση του Λουκά, είναι σημαντική για να εξηγήσουμε πώς ο Ιησούς θα μπορούσε να είναι Ναζωραίος αλλά να έχει γεννηθεί στη Βηθλεέμ (ένα προσόν για τον μεσσία σύμφωνα με ορισμένους) και για να αντιπαραθέσουμε τον Ιησού - την αληθινή μεσσιανική ελπίδα των Εβραίων - με τις ενέργειες του Αυγούστου, ενός αυτοκράτορα που ανακηρύχθηκε από τους Ρωμαίους ως «σωτήρας του κόσμου» και «γιος του Θεού». Η απογραφή του Λουκά μπορεί να είναι εμπνευσμένη από την ελληνική μετάφραση του Ψαλμού 87:6, η οποία λέει: «Στην απογραφή των λαών, αυτός θα γεννηθεί εκεί» (Brown, σελ. 418). Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι ο Λουκάς ήθελε καν να αφηγηθεί ένα ιστορικό γεγονός, καθώς η ιστορία του είναι εξ ολοκλήρου χτισμένη σε θεολογικούς συμβολισμούς.

Η ακριβής σκηνή γέννησης που περιγράφει ο Λουκάς είναι κάπως διφορούμενη. Για παράδειγμα, η ελληνική φάτνη μπορεί να σημαίνει είτε «φάτνη» (ταΐστρα) είτε «στάβλος» (για το δέσιμο των ζώων), και πιθανότατα εμπνεύστηκε από το εδάφιο Ησαΐας 1:3 (Ο ́):

Το βόδι γνωρίζει τον ιδιοκτήτη του και ο γάιδαρος την ταΐστρα του κυρίου του.
Αλλά ο Ισραήλ δεν με γνωρίζει, και ο λαός μου δεν με καταλαβαίνει.

Η έννοια του katalyma («καταλύματα») εδώ είναι επίσης αβέβαιη — θα μπορούσε να υποδηλώνει ένα καραβανσάραϊ. Ένα κατάλυμα ήταν επίσης το μέρος όπου έμεναν οι γονείς του Σαμουήλ όταν επισκέπτονταν το ιερό στη Σηλώ για να προσευχηθούν για ένα παιδί.

Άγγελοι που έχουμε ακούσει στα ύψη

Σε εκείνη την περιοχή υπήρχαν βοσκοί που ζούσαν στους αγρούς και φύλαγαν το ποίμνιό τους τη νύχτα. (Λουκάς 2:8)

Ένας «άγγελος του Κυρίου» εμφανίζεται στους βοσκούς τη νύχτα για να αναγγείλει τη γέννηση ενός σωτήρα και μεσσία στην «πόλη του Δαβίδ». Τότε εμφανίζεται μια «ουράνια στρατιά» (ένας στρατός θεϊκών όντων που υπηρετούν τον Θεό, με βάση την αναλογία με τους επίγειους βασιλιάδες) και τραγουδά το καντήλι Gloria.

Στη δημοφιλή απόδοση KJV, η Gloria λέει «Δόξα στον Θεό εν υψίστοις, και επί γης ειρήνη, ευδοκία στους ανθρώπους». Αυτή η μετάφραση, σύμφωνα με την εμπειρία μου, αναφέρεται συχνά για τα υψηλά ήθη που φαίνεται να εκφράζει – την επιθυμία του Θεού για παγκόσμια ειρήνη και καλή θέληση προς όλη την ανθρωπότητα. Το πραγματικό ελληνικό διαβάζεται κάπως διαφορετικά και γίνεται καλύτερα κατανοητό ως άνω τελεία:

Στον ύψιστο ουρανό, ας δοξαστεί
ο Θεός και στη γη, ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων ευνοημένη (από αυτόν)

Το τι σημαίνει αυτό είναι προς ερμηνεία. Μερικοί θεωρούν ότι αυτό περιορίζει την ευλογία της ειρήνης του Θεού στην επιλεγμένη κοινότητά του, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι η εύνοια του Θεού κατευθύνεται ευρύτερα εδώ.

Η δήλωση ότι ο Ιησούς είναι «σωτήρας, χριστός, κύριος» προέρχεται από το πρώιμο χριστιανικό κήρυγμα, αλλά πριν από τον Λουκά, αυτοί οι τίτλοι εφαρμόζονταν στην ανάσταση και την παρουσία του Χριστού (Brown, σελ. 425).

Δεν είναι σαφές γιατί οι βοσκοί στοχοποιούνται συγκεκριμένα από τους αγγέλους. Ο Μίλερ προτείνει ότι ήταν επειδή ο Δαβίδ ζούσε στη Βηθλεέμ μόνο ως βοσκός (σελ. 58). Άλλοι έχουν προτείνει παραλληλισμούς με τις γεννήσεις του Μίθρα και του Όσιρι (Brown, σελ. 420). Είναι επίσης ελαφρώς περίεργο το γεγονός ότι η Βηθλεέμ ονομάζεται «Πόλη του Δαβίδ», καθώς αυτό συνήθως αναφέρεται στην Ιερουσαλήμ.

Όπως και να έχει, οι βοσκοί βρίσκουν τη Μαρία και τον Ιωσήφ, όπου προφανώς έχει συγκεντρωθεί ένα πλήθος (2:18), και οι βοσκοί αφηγούνται όσα έμαθαν από τον άγγελο, προς έκπληξη όλων. Όπως και με τη γέννηση του Ιωάννη, η γέννηση του Ιησού προαναγγέλλεται ευρέως.

Ο Ιησούς Ονομάζεται, Περιτέμνεται και Παρουσιάζεται στο Ναό

Όταν ήρθε ο καιρός για τον καθαρισμό τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσή, τον έφεραν στην Ιερουσαλήμ για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο (όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου, «Κάθε πρωτότοκο αρσενικό θα οριστεί άγιο στον Κύριο»), και πρόσφεραν θυσία σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον νόμο του Κυρίου, «Ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο νεαρά περιστέρια». (Λουκάς 2:22-24)

Όπως ο Ιωάννης, έτσι και ο Ιησούς περιτέμνεται και ονομάζεται την όγδοη ημέρα. Στη συνέχεια, ο Ιησούς οδηγείται στην Ιερουσαλήμ για την παρουσίασή του. Εδώ, ο Λουκάς συγχέει δύο ξεχωριστά έθιμα που περιγράφονται στην Πεντάτευχο:
  1. Ένα τελετουργικό για τον καθαγιασμό ενός πρωτότοκου αρσενικού παιδιού, που περιγράφεται στην Έξοδο 13 και καταργείται στους Αριθμούς 18. Δεν υπήρχε πραγματικό ιουδαϊκό έθιμο να φέρνουν παιδιά στο Ναό για παρουσίαση.
  2. Ένα τελετουργικό στο οποίο μια γυναίκα προσφέρει ένα αρνί και ένα περιστέρι ή ένα τρυγόνι 40 ημέρες μετά τη γέννηση ενός αρσενικού παιδιού, που περιγράφεται στο Λευιτικό 12:6–8.
Ο Λουκάς αναφέρεται στην πρώτη τελετουργία στα εδάφια 22β-23, αλλά στη δεύτερη στα εδάφια 22-24. Προτείνει επίσης λανθασμένα ότι και οι δύο γονείς έπρεπε να εξαγνιστούν, και σύμφωνα με τον Μπράουν, είναι αμφίβολο ότι ένα ταξίδι στο Ναό εφαρμοζόταν ευρέως στην εποχή της Καινής Διαθήκης. Ο Λουκάς είτε «παρεξήγησε μια παράδοση που είχε φτάσει σε αυτόν είτε... έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό από μια ανακριβή ανάγνωση των νόμων της Παλαιάς Διαθήκης» (Brown, σελ. 447–449).

Και πάλι, η αναζήτηση ιστορικότητας στην ιστορία του Λουκά σημαίνει ότι χάνουμε την ουσία. Η παρουσίαση στο ναό έχει αφηγηματικό και θεολογικό σκοπό: να παρέχει ένα σκηνικό για τις συναντήσεις με τον Συμεών και την Άννα και να παραλληλίσει την ιστορία της Άννας και του μωρού Σαμουήλ, ο οποίος μεταφέρθηκε στο ιερό της Σηλώ και προσφέρθηκε στην υπηρεσία του Κυρίου, οπότε οι γονείς του ευλογήθηκαν από τον ιερέα Ηλεί (1 Σαμ. 2:20) — έναν ρόλο που έπαιξε εδώ ο Συμεών, που ευλογεί τη Μαρία και τον Ιωσήφ στο Λουκάς στ. 34 (Brown, σελ. 450).

Οι χρησμοί του Συμεών

Υπήρχε δε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ, που ονομαζόταν Συμεών, ένας δίκαιος και ευλαβής άνθρωπος, που περίμενε την παρηγοριά του Ισραήλ, και το άγιο πνεύμα ήταν μαζί του. (Λουκάς 2:25)

Ενώ η οικογένεια βρίσκεται στο ναό, ένας ηλικιωμένος άνδρας ονόματι Συμεών παίρνει τον Ιησού στην αγκαλιά του και παραδίδει δύο χρησμούς. Η αντιπαράθεση αυτών των δύο χρησμών, με τη στερεότυπη αντίδραση έκπληξης από τους γονείς του Ιησού ακριβώς ανάμεσά τους (εδ. 33), είναι κάπως αμήχανη. Ο Μπράουν υποθέτει ότι το κείμενο αρχικά πήγε από το εδάφιο 27 στο 34, παρακάμπτοντας τον πρώτο χρησμό, ο οποίος είναι γνωστός ως Nunc Dimittis.

Το Nunc Dimittis («Δάσκαλε, τώρα απολύεις τον υπηρέτη σου εν ειρήνη, σύμφωνα με τον λόγο σου...») φαίνεται να είναι μια μη Λουκανική σύνθεση όπως τα άλλα άσματα, και ο D.R. Jones προτείνει ότι αρχικά απαγγέλθηκε στο θάνατο ενός πιστού (αναφέρεται από τον Brown, σελ. 456). Μιλάει σαν η σωτηρία του Χριστού να ήταν ήδη μια ολοκληρωμένη πράξη στο παρελθόν και προέρχεται κυρίως από τον Ησαΐα.

Ο δεύτερος χρησμός απευθύνεται στη Μαρία και λειτουργεί ως μια κάπως απαισιόδοξη προφητεία σχετικά με το μέλλον του παιδιού, καθώς φαίνεται να προεξοφλεί την απόρριψη του Ιησού από τους Εβραίους. Η έννοια του εδαφίου 35β σχετικά με ένα σπαθί που θα «τρυπήσει και την ψυχή [της Μαρίας]» είναι ασαφής.

Η χήρα Άννα

Τώρα, η Άννα ήταν προφήτισσα, κόρη του Φανουήλ από τη φυλή του Ασήρ. Ήταν πολύ μεγάλη, αφού είχε ζήσει με τον άντρα της επτά χρόνια μετά τον γάμο τους, και ήταν χήρα ογδόντα τέσσερα χρόνια, η οποία δεν έφευγε από το ναό αλλά προσκυνούσε με νηστεία και προσευχή νύχτα και μέρα. (Λουκάς 2:36-37)

Η «Άννα» είναι απλώς η ελληνική μορφή της «Άννας», της μητέρας του Σαμουήλ που παρείχε μεγάλο μέρος της έμπνευσης για τις ιστορίες της γέννησης του Λουκά. Η Άννα ταιριάζει με την περιγραφή μιας ιδανικής χριστιανής χήρας που δίνεται στην Α ́ Τιμόθεον 5:3-16. Στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε να ζήσει στο ναό, επομένως δεν είναι σαφές εάν ο Λουκας χρησιμοποιεί υπερβολή όταν λέει ότι δεν έφυγε ποτέ από αυτόν.

Αν είναι πραγματικά χήρα για 84 χρόνια, είναι εξαιρετικά μεγάλη - τουλάχιστον 103 - και οι περισσότερες αγγλικές μεταφράσεις υποθέτουν ότι είναι απλώς 84 ετών συνολικά. Είναι επίσης δύσκολο να γνωρίζουμε γιατί περιγράφεται ως από τη φυλή του Ασήρ. Ο Λουκάς μπορεί να εμπνέεται από την ιστορία της Ιουδίθ, μιας (φανταστικής) χήρας από τη φυλή του Συμεών που αποφασίζει να μην ξαναπαντρευτεί και αντ' αυτού περνά όλες τις μέρες της τηρώντας το Νόμο και νηστεύοντας (Ιουδίθ 8:1-8). Η Ιουδήθ τραγούδησε επίσης ένα άσμα δοξολογίας προς τον Θεό για τη λύτρωσή του (15:14–16:17), όπως κάνει εδώ η Άννα (Brown, σελ. 468).

Η επιστροφή στη Ναζαρέτ

Μετά την επίσκεψή τους στο ναό, η οικογένεια του Ιησού επιστρέφει στο σπίτι στη Ναζαρέτ και ο Ιησούς περιγράφεται με όρους παρόμοιους με αυτούς που χρησιμοποιούνται για τον Ιωάννη, καθώς και για τον Ισαάκ και τον Σαμψών στην Παλαιά Διαθήκη.

Ιησούς: Το παιδί μεγάλωσε και έγινε δυνατό, γεμάτο σοφία. και η εύνοια του Θεού ήταν πάνω του. (Λουκάς 2:40)

Ιωάννη: Το παιδί μεγάλωσε και έγινε δυνατό στο πνεύμα.... (Λουκάς 1:80α)

Ισαάκ: Το παιδί μεγάλωσε και απογαλακτίστηκε.... (Γέν. 21:8)

Σαμψών: Το αγόρι μεγάλωσε και ο Κύριος τον ευλόγησε. Και πνεύμα Κυρίου άρχισε να βγαίνει μαζί του... (Κατά Νου Κριτές 13:24–25)
Σύγκριση με την ιστορία της γέννησης του Ματθαίου

Είναι αδύνατο να εναρμονιστεί η ιστορία του Λουκά με αυτή του Ματθαίου. Ενώ υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία που δείχνουν κάποια κοινή παράδοση, οι ιστορίες όπως αναπτύχθηκαν από τους δύο συγγραφείς είναι αντιφατικές σε πολλά σημεία.

ΜατθαίοςΛουκάς
Η ιστορία διαδραματίζεται στην εποχή του βασιλιά Ηρώδη.Η ιστορία φαίνεται να διαδραματίζεται στην εποχή του λεγάτου Κυρήνιου, δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Ηρώδη.
Η Μαρία και ο Ιωσήφ ζουν στη Βηθλεέμ.Η Μαρία και ο Ιωσήφ ζουν στη Ναζαρέτ και μεταφέρονται στη Βηθλεέμ με απογραφή.
Ο άγγελος εμφανίζεται στον Ιωσήφ αφού η Μαρία έχει μείνει έγκυος.Ο άγγελος εμφανίζεται στη Μαρία πριν μείνει έγκυος.
Ο Ιησούς γεννιέται σε ένα σπίτι.Ο Ιησούς γεννιέται σε στάβλο ή στάβλο ζώων.
Στη γέννηση του Ιησού παρευρίσκονται μάγοι.Στη γέννηση του Ιησού παρευρίσκονται βοσκοί.
Λίγο μετά τη γέννηση του Ιησού, η οικογένεια καταφεύγει στην Αίγυπτο.Λίγο μετά τη γέννηση του Ιησού, η οικογένεια ταξιδεύει στην Ιερουσαλήμ για την παρουσίασή του στο ναό.
Όλη η Ιερουσαλήμ φοβάται τον Ιησού και η Ιουδαία δεν είναι ασφαλής γι' αυτόν.Ο Ιησούς γίνεται δεκτός θερμά στην Ιερουσαλήμ και αναγνωρίζεται ως ο μεσσίας.
Η Μαρία και ο Ιωσήφ μετακομίζουν στη Ναζαρέτ για να αποφύγουν τον Αρχέλαο, τετράρχη της Ιουδαίας.Η Μαρία και ο Ιωσήφ επιστρέφουν στη Ναζαρέτ επειδή είναι το σπίτι τους.
Τα στοιχεία της παράδοσης που μοιράζονται ο Λουκάς και ο Ματθαίος περιλαμβάνουν τα ονόματα των γονέων του Ιησού, έναν αγγελικό ευαγγελισμό, μια θαυματουργή σύλληψη, τη Βηθλεέμ ως τόπο γέννησης, τη Γαλιλαία ως το τελικό σπίτι του Ιησού, τη σχέση με ένα αστέρι ή φως (βλ. Λκ 2:32) και τη Δαβιδική καταγωγή (αν και οι γενεαλογίες διαφωνούν σημαντικά). Αυτά τα στοιχεία δεν είναι απαραίτητα κοινά με άλλες πηγές (συμπεριλαμβανομένων των άλλων δύο Ευαγγελίων) και θα είναι ενδιαφέρον να δούμε από πού προέρχονται σε άλλο άρθρο.

Συμπεράσματα
  1. Η ιστορία της γέννησης του Λουκά αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από παραλληλισμούς της Παλαιάς Διαθήκης (midrash), εξαιρετικά στερεότυπες φόρμουλες και προϋπάρχοντες ιουδαϊκούς-χριστιανικούς ύμνους που δεν σχετίζονται με τις γεννήσεις του Ιησού και του Ιωάννη του Βαπτιστή.
  2. Ασχολείται με την αφήγηση των ιστοριών τόσο του Ιησού όσο και του Ιωάννη του Βαπτιστή, με τις αφηγήσεις δομημένες έτσι ώστε να παραλληλίζονται σκόπιμα μεταξύ τους.
  3. Οι δύο ιστορίες γέννησης είναι ιδιαίτερα παρόμοιες με τις ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης για τη θαυματουργή γέννηση του Ισαάκ από τον Αβραάμ και τη Σάρα και για τη θαυματουργή γέννηση του Σαμουήλ από την Άννα, με ορισμένες πρόσθετες λεπτομέρειες που παρέχονται από την ιστορία της θαυματουργής γέννησης του Σαμψών και άλλες εβραϊκές γραφές.
  4. Τα κεφάλαια 1-2 διαφέρουν ως προς το ύφος γραφής και τη θεολογία από το υπόλοιπο βιβλίο του Λουκά (το οποίο δεν κάνει καμία αναφορά στη γέννηση του Ιησού) και μπορεί να ήταν μεταγενέστερη προσθήκη.
  5. Τα μέρη της ιστορίας γέννησης του Ιησού που αγγίζουν ιστορικά γεγονότα (π.χ. η απογραφή) είναι ιστορικά απίθανα για πολλούς λόγους.
  6. Η ιστορία γέννησης του Ιησού στον Λουκά είναι ασυμβίβαστη με αυτή που βρίσκεται στον Ματθαίο σε πολλά σημεία. Η θεολογική του προσέγγιση είναι επίσης διαφορετική. Για παράδειγμα, δεν περιγράφει τα γεγονότα γύρω από τη γέννηση του Ιησού από την άποψη της εκπλήρωσης συγκεκριμένων προφητειών.
  7. Δεδομένων των (1) και (5) ειδικότερα, είναι σαφές ότι η ιστορία της γέννησης του Λουκά πρέπει να ερμηνευτεί συμβολικά και θεολογικά για να εκτιμηθεί.
  8. Ο σύγχρονος Χριστιανισμός συνεχίζει να αλλάζει και να ερμηνεύει εκ νέου τις ιστορίες της γέννησης για να τις προσαρμόσει για σύγχρονους σκοπούς και θεολογικές απόψεις.
Βιβλιογραφία

• Raymond E. Brown, Η Γέννηση του Μεσσία: Ένα Σχόλιο για τις Αφηγήσεις της Βρεφικής Ηλικίας στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, Ενημερωμένη Έκδοση, Yale University Press, 1999.
• David Friedrich Strauss, Η ζωή του Ιησού, Κριτική εξέταση, 1860.
• Robert J. Miller, Born Divine: The Births of Jesus and Other Sons of God, 2003.
• B. H. Streeter, Τα Τέσσερα Ευαγγέλια: Μια Μελέτη της Προέλευσης, 1930.