Δευτέρα 13 Ιουνίου 2022

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης

Το μυαλό μας έχει την ανάγκη να μειώνει την πληροφορία και γι’ αυτό τον λόγο είναι πιθανότερο να προσπαθήσουμε να στριμώξουμε ένα φαινόμενο σε κάποια γνωστή κατηγορία (ακρωτηριάζοντας το άγνωστο) παρά να καταργήσουμε την κατηγοριοποίηση και να το κάνουμε πιο χειροπιαστό. Χάρη στην ικανότητά μας να ανιχνεύουμε ανύπαρκτα μοτίβα αλλά και πραγματικά, το τυχαίο θα φαίνεται λιγότερο τυχαίο και πιο βέβαιο – ο υπερδραστήριος εγκέφαλός μας είναι πιθανότερο να επιβάλει τη λανθασμένη, απλοϊκή αφήγηση παρά καμία απολύτως αφήγηση.

Το μυαλό μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο αυταπάτης – δεν σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίζει πολυπλοκότητες και μη γραμμικές αβεβαιότητες. Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, περισσότερη πληροφορία σημαίνει και περισσότερες αυταπάτες: η ικανότητά μας να εντοπίζουμε ανύπαρκτα μοτίβα αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο ως παρενέργεια της νεωτερικότητας και της εποχής της πληροφορίας: υπάρχει μια ασυμβατότητα μεταξύ του μπερδεμένου τυχαίου του πλούσιου σε πληροφορία σύγχρονου κόσμου μας, με όλες τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις του, και των ερμηνειών που δίνουμε εμείς στα γεγονότα, που προέρχονται από ένα απλούστερο προγονικό περιβάλλον. Η δομή του μυαλού μας βρίσκεται σε συνεχώς αυξανόμενη ασυμφωνία με τον κόσμο στον οποίο ζούμε.

Από την εποχή του Διαφωτισμού, στη μεγάλη διαμάχη μεταξύ ορθολογισμού (πώς θα θέλαμε να είναι τα πράγματα ώστε να βγάζουν νόημα) και εμπειρισμού (πώς είναι τα πράγματα), κατηγορούμε τον κόσμο, επειδή δεν χωρά στα κρεβάτια των «ορθολογικών» μοντέλων, προσπαθούμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους ώστε να ταιριάξουν στην τεχνολογία, παραποιούμε την ηθική μας ώστε να ταιριάξει με την ανάγκη μας για εργασία, ζητάμε από την οικονομική ζωή να χωρέσει στις θεωρίες των οικονομολόγων και από την ανθρώπινη ζωή να στριμωχτεί σε μια αφήγηση.

Είμαστε στιβαροί όταν τα λάθη στην αναπαράσταση του αγνώστου και στην κατανόηση των τυχαίων γεγονότων δεν οδηγούν σε δυσμενή αποτελέσματα – διαφορετικά είμαστε ευάλωτοι.

Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης από τους αφορισμούς μου, σέβομαι τις μεθόδους στιβαρότητας της μητέρας φύσης (το πέρασμα δισεκατομμυρίων χρόνων επιτρέπει στα περισσότερα από τα αδύναμα να καταστραφούν)· η κλασική σκέψη είναι πιο στιβαρή (στον σεβασμό της απέναντι στο άγνωστο, στην επιστημονική ταπεινότητα) απ’ ό,τι ο σύγχρονος, μετα-διαφωτιστικός, αφελής, ψευτο-επιστημονικός αυτισμός. Έτσι, οι κλασικές μου αξίες με κάνουν να υποστηρίζω το τρίπτυχο ευρυμάθεια, φινέτσα και θάρρος, έναντι της ψευτιάς, των σπασίκλων και του φιλισταϊσμού της σύγχρονης εποχής.

Η τέχνη είναι στιβαρή· η επιστήμη όχι πάντα (για να το θέσω λεπτά). Κάποιες Προκρούστειες κλίνες δίνουν νόημα στη ζωή: η τέχνη και η πιο ισχυρή από όλες, ο ποιητικός αφορισμός.

Όταν ο επιστάτης συκοφάντησε τον Αίσωπο

Ο Αίσωπος, όπως μαθαίνουμε από τον Όμηρο, ήταν όχι μόνο αποκρουστικός στην εμφάνιση μα και βραδύγλωσσος. Παρόλα αυτά διακρινόταν για τη σοφία και την εξυπνάδα του που τον βοηθούσε να ξεφεύγει από τις άσχημες καταστάσεις. Επίσης για την ικανότητα να διδάσκει με τους μύθους του, η οποία ξεπερνούσε όχι μόνο τους διδασκάλους της εποχής του, αλλά και τους παλαιότερους.

Εύλογα αναρωτιέται κάποιος, πώς ένας βραδύγλωσσος μπορούσε να ασκεί το χάρισμα του διδασκάλου και μάλιστα με τόση δεινότητα; Την απορία αυτή επιχειρεί να λύσει η παρακάτω ιστορία.

Όταν ο Αίσωπος ήταν σκλάβος εκτελούσε αγόγγυστα τις πιο κοπιαστικές εργασίες. Μια μέρα ο αφέντης του τον έστειλε να σκάψει στο χωράφι. Καθώς ο Αίσωπος δούλευε, εμφανίστηκαν μπροστά του ιερείς από το ναό της Αρτέμιδας, οι οποίοι ακολουθούνταν από μια ομάδα ανθρώπων. Οι ιερείς του είπαν πως είχαν χάσει το δρόμο και του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Ο Αίσωπος τους έδειξε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουν, αφού πρώτα τους περιποιήθηκε προσφέροντάς τους φαγητό, νερό και δροσιά κάτω από ένα δέντρο με πυκνή σκιά. Οι ιερείς ευχαριστημένοι από τις περιποιήσεις του, πριν συνεχίσουν την πορεία τους, ύψωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό ζητώντας από τους θεούς να ανταμείψουν τον Αίσωπο για τη φιλοξενία του. Ύστερα έφυγαν και ο Αίσωπος συνέχισε τη δουλειά του.

Όταν ο ήλιος μεσουράνησε και άρχισε να τον καίει, αναζήτησε λίγη ξεκούραση κάτω από το δέντρο. Εξουθενωμένος καθώς ήταν γρήγορα τον πήρε ο ύπνος. Τότε είδε στο όνειρο του πως τον πλησίασε ένας άγνωστος, ο οποίος θεράπευσε τη γλώσσα του και του χάρισε την ικανότητα να πλάθει μύθους. Όταν ξύπνησε θυμήθηκε το όνειρό του. Άρχισε να μονολογεί και τότε διαπίστωσε πως μπορούσε να μιλά χωρίς δυσκολία. Σκέφτηκε πως αυτή ήταν η ανταμοιβή του από τους θεούς για τη βοήθεια του προς τους ιερείς. Χαρούμενος επέστρεψε στη δουλειά του, ενώ το μυαλό του άρχισε να πλάθει ιστορίες με αλεπούδες και κόρακες, λελέκια, λύκους και άλλα ζώα.

Σε λίγο ήρθε ο επιστάτης του αφέντη του, ο Ζηνάς, για να δει αν δουλεύει ή τεμπελιάζει. Και ενώ διαπίστωσε πως δούλευε, πήρε το ραβδί του και άρχισε να τον χτυπά. Τότε ο Αίσωπος άρχισε να του μιλά με ευφράδεια, να τον φοβερίζει πως τώρα που μπορούσε να μιλήσει, θα παραπονιόταν στον αφέντη τους που τον χτυπούσε άδικα. Ο επιστάτης όταν διαπίστωσε πως μπορούσε να μιλά, το έβαλε στα πόδια τρομαγμένος. Γύρισε στο σπίτι του άρχοντα και τον πληροφόρησε για τα νέα, όμως για να γλιτώσει την τιμωρία επειδή άδικα είχε χτυπήσει τον Αίσωπο, τον συκοφάντησε πως είχε βρίσει τους θεούς και εκείνον. Ο άρχοντας θύμωσε πολύ με τον Αίσωπο και είπε του επιστάτη πως τον παραδίδει στα χέρια του για να τον κάνει ότι θέλει. Την ίδια μέρα εμφανίστηκε στον Ζηνά ένας πλανόδιος έμπορος και του ζήτησε να αγοράσει ένα από τα υποζύγια του αρχοντικού. Ο Ζηνάς αντί για κάποιο ζώο του παρουσίασε τον Αίσωπο. Ο άνθρωπος τρόμαξε πολύ με το παρουσιαστικό του Αισώπου. Είπε στον Ζηνά πως τέτοιο πλάσμα, τόσο μαυριδερό και παραμορφωμένο που να δυσκολεύεται κάποιος να ξεχωρίσει αν είναι άνθρωπος ή ζώο, δεν είχε ξαναδεί και γύρισε να φύγει. Τότε ο Αίσωπος έτρεξε πίσω από τον έμπορο και τον παρακάλεσε να τον αγοράσει, βεβαιώνοντας τον πως δεν θα το μετάνιωνε, επειδή, λόγω του παρουσιαστικού του, μπορούσε να ημερεύει ακόμα και τα πιο άτακτα παιδιά. Ο γυρολόγος, που είχε δύο άτακτα παιδιά, πείστηκε και τον αγόρασε αντί της τιμής ενός αγγείου.

Όταν τον πήγε σπίτι του τα παιδιά του ημέρωσαν επειδή τον φοβούνταν, μα οι δούλοι του σπιτιού έδειξαν απέχθειά προς αυτόν. Του φόρτωναν τις πιο βαριές εργασίες και όταν κάποτε έφυγαν όλοι μαζί για το παζάρι του είπαν να φορτωθεί ένα από τα πράγματα που ήταν για πούλημα. Εκείνος επέλεξε το πιο βαρύ από όλα: ένα πανέρι γεμάτο ψωμιά νερό και φαγητά που προορίζονταν για το δρόμο, πράγμα που τους έκανε να τον κοροϊδεύουν. Στη διαδρομή γελούσαν μαζί του γιατί τα πόδια του έτρεμαν από το βαρύ φορτίο του. Όταν όμως σταματούσαν για ξεκούραση και φαγητό, το ψωμί και τα φαγητά λιγόστευαν, ώσπου πολύ γρήγορα το πανέρι ελάφρυνε και τότε όλοι κατάλαβαν τη μεγάλη εξυπνάδα του. Γιατί ενώ εκείνοι εξακολουθούσαν να γογγύζουν κάτω από το βάρος των δεμάτων που κουβαλούσαν, εκείνος ξαλάφρωνε λίγο-λίγο από το δικό του φορτίο, φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής πιο ξεκούραστα από όλους.

ΠΝΕΥΜΑ – ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ – ΠΝΕΥΜΑΤΟΠΛΗΞΙΑ!

ΠΝΕΥΜΑ, Ετυμολογία: από το φυσάω, ρίζα φυ-, φυέω, φυνέω, φνέω, πνέω (φ σε π). Πνέω σημαίνει, φυσώ επί ανέμου και αύρας, επί των αυλητών και των αυλών, εκπέμπω οσμή, επί ζώων, αναπνέω, αναπνέω δυνατά ή βαθιά, ασθμαίνω, ζω, μέγα πνειν = μεγάλα φρονεί, υπερηφανεύεσθαι.

Ιστορική (χρονολογική) κατάταξη των σημασιών της έννοιας πνεύμα:

α) Από φυσική αντίληψη: κίνηση-ώθηση του αέρα, άνεμος, πνοή, η πνοή της ζωής, ζωή.

β) Από μεταφορική (ωστόσο φυσιολογική αίσθηση): γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια (επιδόσεις του ‘ζωντανού’, υγιούς, δραστήριου και δημιουργικού ανθρώπου).

γ) Από τη οπτική γωνία του άρρωστου θεοφοβούμενου και δεισιδαίμονος ανθρώπου: η πνευματική, η ηθική υπόσταση σε αντίθεση με την σάρκα «ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός», ομοίως, «το πνεύμα του Θεού – του Κυρίου – το Άγιο – της αληθείας – της ζωής – της Χάριτος», επί του διαβόλου: «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν – άλαλον» (κατ’ εξοχήν ιουδαιοχριστιανική αντίληψη).

Τι εννοεί ο χριστιανός «πνεύμα δαιμονίου, πνεύμα ακάθαρτον – πονηρόν…»; Τίποτε περισσότερο απ’ αυτά: γνώμη, βούληση, ευφυΐα, νοημοσύνη, εξυπνάδα, η ετοιμότητα προς απάντηση, η αγχίνοια. Ότι δυναμώνει και προάγει τον άνθρωπο. Κοντολογίς προτιμά το «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» ( = ηλίθιοι και βλάκες).

Κάνετε λάθος, διευκρινίζει ο θεολόγος – αυτός ο αρχιψευταράς της οικουμένης των ανθρώπων. «Πτωχούς τω πνεύματι» εννοεί τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα κύριε, συμφωνούμε. Εννοεί τους ταπεινόφρονες. Ε, μάθε το λοιπόν μια και καλή, κύριε θεολόγε: εμείς δεν περιφρονούμε καθόλου τους «πτωχούς τω πνεύματι», δηλαδή τους ηλίθιους και τους βλάκες. Εμείς περιφρονούμε τους ταπεινόφρονες. Ναι τους ταπεινόφρονες. Μάλιστα τους απεχθανόμαστε, για να ξέρεις.

Αυτούς τους χαμερπείς ταπεινόφρονες, οι οποίοι είναι διαποτισμένοι τόσο πολύ από την ταπεινοφροσύνη τους, που, εμάς όλους τους μη χριστιανούς, μας θεωρούν πεθαμένους και νεκρούς. Που μας θεωρούν ανθρώπινα σκουπίδια και χαμένα κορμιά. Αυτούς που μας έχουν ρίξει προκαταβολικά στο «πυρ το εξώτερον»!

Αυτοί οι ταπεινόφρονες βλέπουν όλους τους ετερόδοξους σαν σκουλήκια. Σαν «γουρούνια που κυλιούνται μέσα στις κοπριές τους» (Ι. Χρυσόστομος και κατά τη γνώμη των «γουρουνιών» Βρομόστομος).

Αυτοί, καλοί μου άνθρωποι, οι ταπεινόφρονες χριστιανοί, πρέπει να ξέρετε ότι, είναι όλοι τους πνευματικοί άνθρωποι! Διακατέχονται από πνεύμα θεού. Από τον θεό των πνευμάτων. Από το πνεύμα του Κυρίου, το Άγιο Πνεύμα, το πνεύμα της Χάριτος και της «ζωής». Αλλά μιας ζωής μαύρης. Μαύρης σαν τα ράσα τους. Πρόκειται γι’ αυτούς που μίσησαν τη ζωή. Ο Πατέρας της εκκλησίας είναι ένας υπάνθρωπος που ο μοναδικός του στόχος είναι η δολοφονία της ζωής (Βλ. τα σχετικά άρθρα στην παρούσα ιστοσελίδα, στην κατηγορία «θρησκεία»).

Συμβουλή, εκ πείρας: μακριά τα παιδιά σας από πνευματικούς ανθρώπους. Ο κατ’ εξοχήν πνευματικός άνθρωπος λέγεται εξομολογητής-πνευματικός. Υπάρχει και το τέλειο είδος της κατηγορίας αυτής, λέγεται εξομολογητής καλόγερος. Το έργο τους είναι η θανάσιμη δηλητηρίαση της ανθρώπινης υπόστασης. Οχιές που τσιμπούν κατ΄ ευθείαν στην καρδιά του ανθρώπου. Ο εξευτελισμός του αρσενικού κατινισμού.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι όντως πνευματικοί. μόνο που η εκπνοή τους εκπέμπει δηλητηριώδη αέρια, κατά της ζωής. Αέρια που δηλητηριάζουν την αθώότητα με το μονοξείδιο του άνθρακα που λέγεται αμαρτία. Αυτοί βρίσκουν αμαρτίες εκεί που δεν υπάρχουν. Τοποθετούν αμαρτίες εκεί που θάλλει η ομορφιά και το κάλος. Ναρκοθετούν τον κήπο της χαράς και της υγείας με νάρκες κατά της ανθρώπινης ευδαιμονίας. Κύριος στόχος του είναι η δολοφονία της παιδικής αθώας ψυχής.

Η δεξιοτεχνία τους είναι απαράμιλλη. Κτυπούν κατ’ ευθείαν στο ψαχνό. Τι είναι σίγουρο πως κάνουν όλα τα παιδιά; Ένα είναι το πιο σίγουρο απ΄ όλα, ότι αυτοϊκανοποιούνται, ότι αυνανίζονται, ότι μαλακίζονται. Επίθεση λοιπόν κατά μέτωπο: «Εφθάσαμεν τέλος πάντων και εις την κατάρατον μαλακία, ήτις την σήμερον αληθώς είναι η κοινή ψυχόλεθρος πανούκλα οπού φθείρει απολλύει τους περισσοτέρους ανθρώπους του κόσμου, και μάλιστα τους αθλίους νέους, κατά της οποίας όσα και αν ειπεί τινας, έχωντας σκοπόν να εκριζώσε από τον κόσμον τοιούτον φοβερόν και θεομίσητον κακόν, ποτέ δεν ήθελαν νομισθούν μάταια και περιττά». «ΠΗΔΑΛΙΟ» (εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Καρόλου Ντηλ 4, Θεσ/νίκη), (σελίδα 704 στην υποσημείωση (2)) το οποίο Πηδάλιο, κατά τον χριστιανικό κόσμο «είναι η Διαθήκη μετά την καινή και την παλαιά, η μετά τας αγίας Γραφάς αγία γραφή».

Άραγε αρκεί αυτή η δόση δηλητηρίου ή απαιτείται κι άλλη ποσότητα; Καλού κακού ας ρίξουμε ακόμα μια:

Σελ. 705: «η μαλακία όχι μόνον προξενεί ζημίαν αιώνιον εις την ψυχήν αλλά και εις την υγείαν του σώματος. Ζημίαν αιώνιον εις την ψηχήν, διατί την υστερεί της Βασιλείας των Ουρανών, και την καταδικάζει εις την παντοτεινήν τιμωρίαν, ως λέγει ο Παύλος (Α΄ Κορινθ. Στ΄ 9)». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί όλοι οι καλόγεροι θεωρούσαν τον εαυτό τους αμαρτωλό και άξιο της αιωνίας κολάσεως. Να υπήρχε άραγε κανείς που να μην είχε υποπέσει στο αμάρτημα αυτό;

Και συνεχίζει «Μη πλανάσθε, ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, Βασιλείαν θεού ου κληρονομήσουσι». Μας εξηγεί δε ότι παρ’ όλο που μερικοί πατέρες άλλως ερμήνευσαν την λέξη μαλακοί ωστόσο, «πολλοί των δασκάλων και επί της εννοίας ταύτης τους μαλακούς εξέλαβον».

Όσο για τις ζημίες του σώματος απαριθμούνται αμέσως: «Α΄ κιτρινίζουσι, Β΄ αδυνατεί ο στόμαχός των και να χωνεύσουσι δέν ημπορούν, Γ΄ ασθενεί η όρασις των οφθαλμών τους, Δ΄ χάνουσιν την φωνήν, Ε΄ χάνουσι την ευφυΐαν και οξύτητα του νοός, ΣΤ΄ χάνουσι την μνήμην, Ζ΄ χάνουσι τον ύπνον, με κάποια ταραχώδη ενύπνια, Η΄ τρέμει το σώμα των, Θ΄ χάνουσιν όλην την ανδρείαν του σώματος και της ψυχής, και γίνονται άνανδροι ωσάν γυναίκες, Ι΄ ακολουθεί εις αυτούς η αποπληξία, ήτοι ταμπλάς, ΙΑ΄ ακολουθεί εις αυτούς συχνάκις η καθ’ ύπνους ρεύσις, πολλάκις δε και όταν ήναι έξυπνοι, δια το πολύ άνοιγμα των σπερματικών τους πόρων και ΙΒ΄, τέλος πάντων γηράσκουσι ογλίγωρα και αποθνήσκουσι κακώς». Όλα τα συμπτώματα της άθλιας διαβίωσης των μοναχών.

Προσέξτε παρακαλώ την πανουργία αυτών των κακούργων. Πως μ’ ένα σμπάρο παίρνουν όχι μόνο δυο τρυγόνια αλλά τα πάντα.

Άρθρο πρώτο: όλος ο αρσενικός πληθυσμός καθίσταται αμαρτωλός, διότι άπαντες χρημάτισαν εραστές της «χείρας με τα πέντε ορφανά».

Μας ξέφυγαν άραγε τα κορίτσια; Αμ, δε: «Δεν πρέπει και τούτο να λανθάνη τους πνευματικούς πατέρας, ότι η κατάρατος μαλακία προχωρεί και εις τας γυναίκα. Δια τούτο και αυταί πρέπει να κανονίζονται ωσάν και οι άνδρες, ίνα μη λέγω και βαρύτερα». Δεν θέλει , όπως βλέπετε, να λησμονήσει ο άγιος και τα περί ισότητος των δύο φύλων, αφού λέει «ινα μη λέγω και βαρύτερα». Αυτά τα ολίγα περί της μαλακίας των γυναικών διότι λείπει η ανάλογη εμπειρία.

Άρθρο δεύτερο: δεν χάνει κανείς μόνο τη μέλλουσα ζωή, αλλά και την παρούσα γήινη, αφού όλες οι πληγές τις Αιγύπτου πρόκειται να επιπέσουν επάνω εις τον μαλακιζόμενον.

Ότι προάγει τον άνθρωπο και τον δυναμώνει, για τους πνευματικώς ανώμαλους και μισάνθρωπους πατέρες της εκκλησίας θεωρείται θανάσιμη αμαρτία. Η καθαριότητα του σώματος, η περιποίηση της εμφάνισής του, τα γράμματα οι τέχνες και οι επιστήμες, η ευφυΐα, η σωματική και πνευματική δύναμη, η εξυπνάδα.

Ας δούμε όμως τις περιπέτειες της έννοιας πνεύμα μέσα στην πορεία της ιστορίας. Όλα τα στοιχεία από την «ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ».

Κατ’ αρχάς, είναι όρος που χρησιμεύει για τον χαρακτηρισμό της ψυχής και των ψυχικών φαινομένων σε αντίθεση προς την ύλη και το σωματικό. Επί πλέον σημαίνει τον νου, τον λόγο, την αυτοσυνείδητη ενέργεια της ψυχής, σε αντίθεση με τον βίο που καθορίζεται από τις ορμές και τον μηχανισμό του συνειρμού των παραστάσεων.

Εντούτοις παρά την υφιστάμενη αυτή διάκριση μεταξύ ψυχής και ο πνεύματος, ο όρος εισήχθη πολύ αργότερα στην φιλοσοφική ορολογία.

Ο Πλάτων μιλάει περί λογικού μέρους της ψυχής, ο Αριστοτέλης περί ενεργού νου, οι μέσοι αιώνες και η Αναγέννηση περί νοήσεως, όπως αργότερα ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα. Ο Καντ αποφεύγει τον όρο πνεύμα, μεταχειριζόμενος τον όρο λόγος, ίσως επειδή με εκείνον τον όρο ακούγεται κάτι το υπερβολικό, το μεταφυσικό και ξένο προς την καθαρώς γνωσιολογική έρευνα.

Από τον Καντ αρχίζει η χρήση του όρου πνεύμα, ο οποίος τελικά επικρατεί μάλιστα από τον Έγελο και δι’ αυτού. Συγχρόνως το περιεχόμενό του ευρύνεται σε μεταφυσικό και κοσμικό, ενώ προηγουμένως περιορίζονταν κυρίως και προπάντων στο ψυχολογικό και το ανθρωπολογικό.

Ήδη ο Πλάτων διέκρινε στην ψυχή κατώτερες και ανώτερες δυνάμεις. Αλλά η έννοια του πνεύματος του ανθρώπου ως κάτι διαφορετικό από τον απλώς ψυχικό βίο, που είναι κοινός προς τον ψυχικό βίο των ζώων, δημιουργείται κατ’ αρχάς από την χριστιανική ανθρωπολογία, δηλαδή από την εκτίμηση και ερμηνεία του ανθρώπου, την οποία εισήγαγε ο χριστιανισμός.

Δια του πνεύματος αυτού ο άνθρωπος είναι συγγενής προς το θείο πνεύμα. Μέσα στην περιοχή δε του πνεύματος αυτού βρίσκονται οι σκοποί και οι ύψιστες αξίες του ανθρώπου, δηλαδή ο τελικός προορισμός, προς τον οποίον πρέπει να τείνει. Κοντολογίς ο πνευματικός βίος τίθεται σαφώς σε ανώτερη βαθμίδα απ’ ότι ο κατά φύση ψυχικός. Την διάκριση αυτή συναντάμε προπάντων στον απόστολο Παύλο. Εντούτοις η διάκριση μεταξύ του ψυχικού και του πνευματικού παραμένει δυσχερής, η δε μεταξύ ψυχής και πνεύματος σημασιολογική διαφορά δεν κατορθώνεται να καθοριστεί σαφώς.

Οι ατέλειωτες θεωρίες και συζητήσεις των τελευταίων αιώνων περιστράφηκαν γύρω από τον εξής άξονα: η ψυχή διαθέτει ένα ενεργό κι ένα παθητικό στοιχείο, ατομικό και με καθολική ισχύ. Κατά το αίσθημα λ.χ. και την αντίληψη η ψυχή τελεί σε παθητική κατάσταση, εξ άλλου δε αυτά εμφανίζουν ατομικές διαφορές, ανάλογα με τις αποκλίσεις των ψυχοφυσικών οργανισμών. Αντιθέτως κατά τον σχηματισμό των εννοιών και την αφομοίωση των δεδομένων του εκτός κόσμου, η οποία επιτυγχάνεται δια των εννοιών εκείνων, εμφανίζει η ψυχή του ανθρώπου ενεργή δύναμη και υψώνεται από το ατομικό στο καθολικώς ισχύον. Για μεν το παθητικό και ατομικό εκείνο, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε ο όρος ψυχή, για δε το ενεργό και καθολικό ισχύον και ο όρος πνεύμα δίπλα στους όρους νους, νόηση, λόγος κ.ά.

Όμως η διαφορά αυτή, μεταξύ παθητικού και ενεργού μέρους, αναπτύχθηκε ενίοτε μέχρι την αντίθεση μεταξύ δύο εντελώς διακεκριμένων μεταξύ τους ουσιών.

Από κει και πέρα άρχισαν οι σχολαστικές αναλύσεις και συζητήσεις, οι οποίες ανακάτεψαν και μπέρδεψαν σε τέτοιο βαθμό το ψυχο-πνευματικό αυτό κουβάρι, που ούτε όλες οι μοδίστρες της ανθρωπότητας κι αν μαζευτούν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ξετυλίξουν.

Όσο καιρό έπαιζε πάνω στο γυαλί του μικροσκοπίου η ψυχή μόνη της, κάτι μπορούσε να δει κανείς. Τσάκωνε ένα ψυχικό φαινόμενο από δω, μια ψυχολογική αντίδραση από κει, κι όλο και κάτι είχε να παρατηρήσει. Τώρα όμως με το πνεύμα τα πράγματα σκούραιναν εντελώς. Πού να το βρεις αυτό το αερικό τον πνεύμα, πού να το στριμώξεις και πώς να το δεις; Και για ότι δεν φαίνεται συνηθίζει ο άνθρωπος ν’ ανοίγει το στόμα του και να μη το κλείνει με καμμιά δύναμη. Μήπως τα ίδια δεν έκανε και με τον θεό; Εξάλλου λέει: «Πνεύμα ο θεός». Και μόλις το πει αυτό αρχίζει να τον περιγράφει, ο αθεόφοβος, μ’ όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μηδενός εξαιρουμένου. Αυτό λοιπόν το μέγα Πνεύμα, το πνεύμα των πνευμάτων, το άϋλο, προσέξτε πώς το περιγράφει:

«… Και αλλαχού μεν αποδίδονται εις τον θεόν αισθήσεις, οίον όρασις δι’ ής τα πάντα εφορά (Α΄ Βασιλ. ΙΕ΄ 19, Ψαλμ. Θ΄ 14, Ησαΐου ΛΖ΄ 17 και πολλά άλλα), ακοή (Δευτερ. ΛΓ΄ 7, Ψαλμ. Ε΄ 2, Μιχ. Ζ΄ 7 και πολλά άλλα), όσφρησις (Γενες. Η΄ 21, Εφεσ. Ε΄ 2 και άλλα), αφή (Ιωβ ΙΘ΄ 21, Ιερεμ. Α΄ 9 και άλλα), αλλαχού δε μέλη του ανθρωπίνου σώματος, οίον στόμα δι’ ού λαλεί (Ησ. Α΄ 20, Ιερεμ. ΚΓ΄ 16), γλώσσα δίκην πυρός καταναλίσκοντος (Ησ. Λ΄ 27), χείρες δε και βραχίονες, δι’ ών τα πάντα δύναται (Ψαλ. ΙΣΤ΄ 14, Ησ. ΙΘ΄ 25, Ιερεμ. ΚΑ΄ 5, Αββακ. Β΄ 16 και άλλα), πρόσωπον (Ψαλμ. ΞΘ΄ 4), πόδες (Ησ. ΞΣΤ΄ 1 και άλλα), αλλαχού κινήσεις ανθρώπιναι (Ωσηέ ΙΑ΄ 3, Ησ. ΣΤ΄ 1, Αμως Ζ΄ 9, Γεν. ΙΑ΄ 7 και άλλα πολλά), αλλαχού δε αποδίδεται τω θεώ ψυχή (Εβρ. Ι΄ 38) μετά παθών ανθρωπίνων, οίον μίσους (Ησ. Α΄ 14), χαράς (Ησ. ΜΒ΄ 1), λύπης (Γεν. ΣΤ΄ 6), οργής (Ψαλμ. Β΄ 12), μετανοίας (Γεν. ΣΤ΄ 6), των τοιούτων ανθρωπομορφισμών λεγομένων και ανθρωποπαθισμών. Τέλος αποδίδονται τω θεώ εν τη Βίβλω διάφοροι ενέργειαι ή καταστάσεις διανοητκαί, οίον ανάμνησις (Τωβ. Γ΄ 3), πρόβλεψις (Δ΄ Βασιλ. ΙΘ΄ 27), διαλογισμός (Ιωνά Α΄ 6, Σοφ. Σολομ. Δ΄ 17), λήθη (Ψαλ. ΙΒ΄ 1)».

Και μάλλον από ευγενική διάθεση ο αγαθός καθηγητής, που έγραψε το κείμενο αυτό, παρέλειψε να αναφέρει ότι ο θεός αυτός κινδύνευε σχεδόν να πατήσει ακόμη και ανθρώπινα κόπρανα!!! Και για τους πιστούς και για τους άπιστους καταθέτουμε την απόδειξη: Δευτερονόμιο ΚΓ΄ 14-15 «και πάσσαλος έσται σοι επί της ζώνης σου, και έσται όταν διακαθιζάνεις έξω, και ορύξεις εν αυτώ και επαγαγών καλύψεις την ασχημοσύνην σου εν αυτώ. Ότι Κύριος ο θεός σου εμπεριπατεί εν τη παρεμβολή σου…»!!!

Σ’ όλες τις αποδόσεις στην νεοελληνική οι οποίες διαθέτουν τις εγκρίσεις της εκκλησίας της Ελλάδος, το προαναφερθέν χωρίο αποδίδεται ως εξής: «θα έχεις στη ζώνη σου τσαπί και όταν πηγαίνεις έξω προς σωματική σου ανάγκη να ανοίξεις λάκκο και μετά να σκεπάσεις τα κόπρανά σου».

Κι όλ’ αυτά διότι «ο Κύριος ο θεός σου πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδό σου…». πρόκειται περί εντολής του Μωϋσή προς στρατωνισμένους Ισραηλίτες. Μια εντολή που δεν χρειάζεται να δώσει κανείς καν στις γάτες, φέρ’ ειπείν, διότι τα ζώα αυτά το πράττουν από μόνα τους και μάλιστα με εξαιρετική επιμέλεια.

Συμπέρασμα: δεν γίνεται με τίποτα να υπάρχει πνεύμα άνευ σώματος. Διότι όταν το πνεύμα των πνευμάτων, ο ίδιος ο θεός, είναι αδύνατο να περιγραφεί άνευ σωματικών μελών και ψυχολογικών αντιδράσεων, τι να πούμε μετά και για τα πνεύματα των ελεεινών ανθρώπων.

Πνεύμα όμως έχει και το πνεύμα. Ιδού: «Πνεύμα ο θεός». Έτσι λέει η Γραφή. Αυτό λοιπόν το πνεύμα έχει το πνεύμα του. Είναι το Άγιο Πνεύμα. Τι είναι το Άγιο Πνεύμα; Είναι το πνεύμα του θεού. Είναι το πνεύμα του πνεύματος.

Το άγιο πνεύμα εμφανίζεται ως τρίτο πρόσωπο, δίπλα στον πατέρα και το υιό στην καινή διαθήκη (Λουκ. 3, 2). Έχουν γραφή και γι’ αυτό τα χίλια μύρια. Έγινε όμως και η μεγάλη φασαρία για την αφεντιά του. Tο περίφημο filioque. Η ανατολική εκκλησία δέχεται ότι το άγιο πνεύμα εκπορεύεται μόνο εκ του πατρός. Η δυτική επί πλέον και εκ του υιού (filioque). Προσέξτε την ποιότητα της αερολογίας: «τινές των Ελλήνων πατέρων και διδασκάλων δέχονται ότι το πνεύμα εκπορεύεται ή πρόεισιν εκ του πατρός δι’ υιού ή πέφηνε, προχέεται, εκλάμπει δι’ υιού. Το δι’ υιού όμως διαφέρει του εκ του υιού, κακώς δε οι δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι νομίζουσιν ότι δηλοί το αυτό. Το δι’ υιού δεν αναφέρεται εις την υπερβατικήν Τριάδα, αλλ’ εις την οικονομικήν, δηλούν σχέσιν προς τον κόσμο οι δε δυτικοί και διαμαρτυρόμενοι, δεχόμενοι την εκ του υιού εκπόρευσιν, συγχέουσι και ταυτίζουσι την υπό του υιού πέμψιν του πνεύματος προς την εκπόρευσιν»!;

Αυτή η ακατανόητη, υφ’ ημών των ανοήτων απίστων, αερολογία, αποτέλεσε έναν από τους λόγους του σχίσματος μεταξύ της ανατολικής και δυτικής εκκλησίας! Έκτοτε η δογματική αυτή διαφορά έγινε αντικείμενο μακράς και επιπόνου συγγραφικής ερεύνης, όπου αναπτύχθηκε πλούσια πολεμική φιλολογία. Οι αρειανοί, οπαδοί του Άρειου, ονομάστηκαν πνευματομάχοι διότι πίστευαν ότι το άγιο πνεύμα ήταν κτίσμα. Αυτούς τους «τακτοποίησε» η δεύτερη οικουμενική σύνοδος, δια του ογδόου άρθρου του συμβόλου της πίστεως.

Επίσης πνεύμα έχει και ο οίνος. Λέγεται οινόπνευμα. Αυτό το πνεύμα του οίνου είναι εντελώς πραγματικό. Δεν έχει κανείς παρά να καταναλώσει αρκετό οίνο για να το αισθανθεί αμέσως τ’ αποτελέσματά του. Στην αρχή επιδρά ανεβάζοντας το πνεύμα στα ύψη της ευδαιμονίας και μετά το γκρεμίζει εντελώς αβοήθητο, στα βράχια της πνευματικής απώλειας. Συμπέρασμα: ακόμη και το πνεύμα του οίνου μπορεί να κάνει κακό. Άλλως πως, το πολύ πνεύμα κάνει κακό. Κοντολογίς όπου επικρατεί αποκλειστικά, έστω περισσότερο από τα υπόλοιπα, το πνεύμα, τότε ο άνθρωπος πάσχει σοβαρά. Η απόδειξη του δόγματος αυτού είναι η ανώμαλη συμπεριφορά κι ο αντιανθρωπισμός των μοναχών. Αυτών των κατ’ εξοχήν πνευματικών ανθρώπων. Το πνεύμα είναι το θανατηφόρο καρκίνωμα του ανθρώπινου όντος. Το πνεύμα μισεί το σώμα και τις λειτουργίες του. Θεωρεί το σώμα τάφο της ψυχής και του εαυτού του. Κι ό,τι μισεί το σώμα, ακόμα κι όταν δεν το σκοτώνει, το δηλητηριάζει θανατηφόρα.

Δεν γίνεται, σε καμμιά περίπτωση μια υγιής ψυχή, έστω ένα υγιές πνεύμα, να κατοικεί μέσα σ’ ένα άρρωστο σώμα. Κι όμως, οι ίδιοι αυτοί πνευματικοί άνθρωποι, αυτοί που μισούν το σώμα, ποτέ δεν τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν το «Νους υγιής εν σώματι υγιή».

Στο πνεύμα και στα πνεύματα όμως δεν πιστεύουν μόνο οι χριστιανοί. Πιστεύουν και οι πνευματιστές. Η θεωρία τους λέγεται πνευματισμός και ισχυρίζεται ότι υπάρχουν πνεύματα πέρα απ’ αυτόν τον κόσμο, τα οποία μπορούν να εκδηλωθούν και να επικοινωνήσουν μαζί μας, κάτω από ορισμένες συνθήκες. Πρόκειται για παλιά ιστορία που έχει τις ρίζες του στις πρωτόγονες φυλές. Μάλλον οι πρώτες θρησκείες των ανθρώπων ξεκίνησαν από την πίστη στα πνεύματα. Μετά όπως είναι φυσικό, ανακαλύφθηκε και ο αρχηγός των πνευμάτων ο θεός. Έτσι δεν τον λένε ακόμα «ο θεός των πνευμάτων…».

Όπου υπάρχουν «απολίτιστες» πρωτόγονες φυλές, Γη του Πυρός, Τασμανία, Οττεντότοι – όχι ότι οι υπόλοιποι λαοί βρίσκονται ουσιαστικά σε καλύτερη θρησκευτική μοίρα – η θρησκευτικότητα συνίσταται στην πίστη ανθρωπόμορφων ή ζωόμορφων πνευμάτων που κατοικούν τα όρη, τους βράχους, τα σπήλαια κ.α. Μάλλον θα έπρεπε να θεωρήσουμε το στάδιο αυτό της θρησκευτικότητας ανώτερο από το σημερινό, εξαιτίας του σεβασμού προς τα στοιχεία της φύσης. Προς ολόκληρη τη φύση. Εκτός κι αν θεωρούμε ανώτερο στάδιο αυτό που καταστρέφει την φύση, όπως το σημερινό. Ποιος μας δίδαξε ότι η φύση και τα πλάσματά της έγιναν χάριν του ανθρώπου; Αναμφισβήτητα ο ιουδαιοχριστιανισμός.

Από την πίστη στα πνεύματα ξεκίνησε η πορεία των θρησκειών. Η επιθυμία για επικοινωνία μ’ αυτά, ο φόβος απέναντί τους και κατά συνέπεια η προσπάθεια εξευμενισμού τους δια δώρων και θυσιών, επέφερε την κατασκευή ναών, για να κατοικήσουν αυτά εκεί μέσα – «οίκος του θεού» λέγεται η χριστιανική εκκλησία. Έτσι ξεφύτρωσαν αναγκαστικά και οι τάξεις των ιερέων, των μάγων και των εξορκιστών.

Η ιστορία όμως του νεώτερου πνευματισμού άρχισε ξαφνικά το 1747 στην Hydesville της Αμερική, πλησίον της Νέας Υόρκης. Οι δυο θυγατέρες του Τζων Φοξ, ηλικίας 12 και 14 ετών άρχισαν να αντιλαμβάνονται κάποια παράδοξα φαινόμενα τα οποία επαναλαμβάνονταν συχνά. Μετακινήσεις επίπλων ανεξήγητοι κρότοι και επιψαύσεις αόρατων χεριών. Στη συνέχεια αντιλήφθηκαν ότι σε απευθυνόμενες ερωτήσεις οι κρότοι απαντούσαν κατάλληλα.

Άλλο που δεν ήθελε η αδηφάγος δεισιδαιμονική λάμια, που φωλιάζει στην ψυχή των ανθρώπων. Το φαινόμενο «πιστοποιήθηκε» και από άλλους που έσπευσαν εκεί και ο θόρυβος εξαπλώθηκε σε Αμερική και Ευρώπη. Δημιουργήθηκα εταιρείες ψυχικών ερευνών και ο θόρυβος της ιστορίας αυτής ακούγεται ευκρινώς μέχρι και σήμερα.

Φαίνεται ότι όταν εισέλθει αέρας (πνεύμα = φύσημα αέρα) στον ανθρώπινο εγκέφαλο, γίνεται αυτό που λένε «πήραν τα μυαλά του αέρα». Πράγματι υπάρχει η ασθένεια αυτή και λέγεται πνευματοκέφαλος. Να τι λέει η ιατρική γι’ αυτό: καλείται έτσι η είσοδος αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου στις οποίες υπάρχει υγρό. Παρόμοια είναι και η πάθηση που λέγεται πνευματοκήλη. Ενώ όμως για τις δυο αυτές παθήσεις βρέθηκε λύση, που λέγεται πνευματοθεραπεία – συνίσταται στον εξαναγκασμό του πάσχοντος να διενεργεί εισπνοή εντός πεπιεσμένου αέρα και εκπνοή εντός αραιωμένου – για την πνευματο-πληξία δεν έχει βρεθεί ακόμη το παραμικρό φάρμακο.

Το κακό όμως δεν σταματάει εδώ. Μας προέκυψε και η πνευματοκρατία. Έτσι καλείται η ροπή εκείνη στην μεταφυσική κατά την οποία η ουσία των όντων είναι πνευματική ή καθόλου ψυχική και η οποία θεωρεί κατ’ ακολουθία την ύλη ως προϊόν ψυχικών παραγόντων, ως φαινόμενο του πνεύματος ή ως αισθητή αυτού υποστασίωση.

Τον πνευματοκρατικό αυτό χορό χορογράφησε πρώτος ο Λάιμπνιτς και μέσα στις πτυχές του μπλέχτηκαν οι Έρβαρτ, Λότσε, Σοπεγχάουερ, Φέχνερ, Βουντ, και οι γνωσιολόγοι Μπέρκλεϋ, Φίχτε και Σέλλινγκ.

Πνευματολατρεία, καλείται το φαινόμενο εκείνο κατά το οποίο απονέμεται τιμή και σεβασμός προς τα παντός είδους πνεύματα, από τα οποία ελπίζει ο άνθρωπος βοήθεια και αρωγή ή που φοβάται την επέμβασή τους. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Κίνα στην περί Ταό διδασκαλία.

Αξίζει τον κόπο ν’ αναφέρουμε και τα περί πνευματικής (ιατρικής) σχολής. Την ίδρυσαν κάποιοι από τους αρχαίους γιατρούς, οι οποίοι δεν ήταν ικανοποιημένοι από τα ισχύοντα τρία μεγάλα συστήματα των ιατρικών αιρέσεων, δηλαδή το δογματικό, το εμπειρικό και το μεθοδικό. Ιδρυθείσα υπό του ιατρού Αθηναίου του Ατταλέως είχε το χαρακτηριστικό της ιδιάζουσας συναρμογής της στωϊκής φιλοσοφίας με τα κύρια αξιώματα της δογματικής σχολής.

Κατά τις θεωρίες του ιδρυτή της παρεισάγεται στον οργανισμό του ανθρώπου και πέμπτο στοιχείο, το πνεύμα, από το οποίο, μόλις συναρμοστεί στο σώμα, όλα μέσα στον οργανισμό συνέχονται και διοικούνται. Η αλλοίωση του πνεύματος αυτού προκαλεί όλα τα νοσήματα.

Πράγματι είναι αξιοθαύμαστη η διαχρονική τάση του ανθρώπου να αναποδογυρίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις και να τις βάζει να πορεύονται με το κεφάλι κάτω και προς τα πίσω. Γίνεται κουβέντα για πνεύμα, αλλά τι είδους πρέπει να είναι το πνεύμα αυτό δύσκολα γίνεται λόγος. Ας πούμε να γίνει λόγος για καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου είδους πνεύματος. Σπανίως ακούει κανείς την έκφραση «πνευματική καλλιέργεια».

Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πώς θα είχε διαμορφωθεί σήμερα το ανθρώπινο τοπίο εάν οι άνθρωποι, αντί να κατασπαταλούν τις πνευματικές τους δυνάμεις σε τέτοιες άκαρπες αερολογικές αναζητήσεις, είχαν το ενδιαφέρον να στρέψουν την προσοχή τους κυρίως στην αναζήτηση τρόπων και ανάπτυξης πνευματικών καλλιεργειών. Ας πούμε ενδιαφέρον για την παιδεία, τα γράμματα, τις τέχνες, την ιατρική, την κάθε επιστήμη και κυρίως για την χαρά της ζωής και γενικώς την απόλαυση ενός υγιούς βίου.

Και παρ’ όλο που οι λίγοι, υγιείς και χαρούμενοι άνθρωποι, κυνηγήθηκαν από τους πολλούς, δεισιδαίμονες και καθυστερημένους, αυτοί οι λίγοι κατόρθωσαν να προσφέρουν στην ανθρωπότητα τόσο πολλά και ανεκτίμητα αγαθά, με τους υπεράνθρωπους και ανιδιοτελείς κόπους τους.

Το ανόητο ανθρωπάκι, όταν τον σώζουν οι γιατροί, από βέβαιο θάνατο, σπεύδει στον άγιο να του ανάψει το κερί και να τον ευχαριστήσει για την σωτηρία του! Ο αχάριστος αυτός ουδέποτε πρόσεξε ότι ο αρχιεπίσκοπός του και ο ανώτερος κλήρος του, όταν αρρωσταίνουν προστρέχουν στους καλύτερους γιατρούς του κόσμου και γράφουν στα παλιά του τα παπούτσια τους αγίους και τα τάματα. Ούτε και πρόκειται ν’ αντιληφθεί ποτέ το μέγεθος τη ύβρεως του αρχιεπισκόπου του, ο οποίος δίχως ίχνος ντροπής, ομολόγησε δημοσίως ότι όταν οι γιατροί τον ενημέρωσαν πως πάσχει από καρκίνο, αυτός αναφώνησε προς τον θεό του την φράση «γιατί θεέ μου σε μένα κι όχι σε κάποιον άλλο;».

Και παρ’ όλο που δίδασκε αυτός ο αρχιερέας ότι ό,τι ζητά ο πιστός από τον θεό αυτός του το δίνει, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει κατανοητό το γεγονός όπου, ενώ όλος ο ελληνικός λαός ζητούσε από τον θεό την σωτηρία του αρχιεπισκόπου του, ο θεός τους έγραψε κανονικά και απώλεσε τον βίο του αντιπροσώπου του επί γης.

Ο αρχιεπίσκοπος όμως αυτός, όπως κι όλη η συμμορία στην οποία ανήκε, διδάσκουν ότι αυτό που μετρά αποκλειστικά για τον άνθρωπο είναι η σωτηρία της ψυχής κι όχι η σωτηρία του σώματος. Μόλις όμως κινδυνεύει το σώματος τους πανικοβάλλονται σε τέτοιο βαθμό που καταντούν ελεεινοί. Πώς εξηγείται αυτή τους η συμπεριφορά; Οι άνθρωποι του πνεύματος, αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι γιατί τρέμουν την απώλεια του σώματος το οποίο υποτίθεται ότι περιφρονούν; Αυτό που πιστεύουν ότι κολάζει το σώμα, αυτή την πηγή κάθε αμαρτίας;

Ποιος είναι σε θέση να μετρήσει το μέγεθος της υποκρισίας αυτής; Τι είδους άνθρωποι αποτελούν το ποίμνιο των αρχι-υποκριτών αυτών; Για τα ζώα το ποίμνιο αποτελείται από πρόβατα. Για τους ανθρώπους το ποίμνιο από τι αποτελείται;

Ο τσομπάνης σχίζεται για την σωτηρία των προβάτων του. Οι άνθρωποι τι έπαθαν και έβαλαν στο κοπάδι των εαυτών τους, στη θέση των τσομπάνηδων, αυτό το ιερατείο των αχόρταγων λύκων;

Έπαθαν πνευματοκέφαλο και πνευματοκήλη: είσοδο αέρα στις κοιλότητες του εγκεφάλου. Η σωτηρία που υπόσχεται το παπαδαριό δεν είναι τίποτε άλλο από μια τρόμπα με την οποία φουσκώνει τα κεφάλια των πιστών με πνεύμα (πνεύμα = ροή αέρα). Κι όταν τα μυαλά πάρουν αέρα (πνεύμα) τότε πηγαίνουν προς τα εκεί που φυσάει κάθε στιγμή ο άνεμος. Του γεμίζει ο παπάς τον εγκέφαλο με αέρα και τον φυσά μετά προς το παγκάρι, προς το τάμα, προς την κληροδοσία της περιουσίας του στην εκκλησία ή στο μοναστήρι. Και μετά απορεί το αρνίον για το πώς βρέθηκε η εκκλησία του με τόσους παράδες και τόσα ακίνητα στην κατοχή της.

Τους έξυπνους μάλιστα ανθρώπους (που διαθέτουν πνεύμα) τους σέβονται οι πάντες. Να, προσέξετε τους Τούρκους πώς σεβάστηκαν το παπαδαριό, το οποίο επί των ημερών τους αύξησε την περιουσία του κατά γεωμετρική πρόοδο. Αυτό θα πει πρόοδος κι αφήστε αυτά που λένε πρόοδος στα γράμματα. Γι’ αυτό το παπαδαριό το μάστιζε και το μαστίζει ακόμα ο αναλφαβητισμός.

Το ιερατείο λοιπόν απέδειξε και αποδεικνύει, με το παραπάνω, ότι μπορεί κανείς κάλλιστα, διαχειριζόμενος την μεταφυσική και το πνεύμα, να υποτάσσει τις ανθρώπινες υπάρξεις. Ως προς την ανυπέρβλητη λοιπόν αυτή μαγκιά του θα ήταν δίκαιο να του φερόμαστε με τον ανάλογο θαυμασμό. Είναι όμως άδικο να σέβεται κανείς ανθρώπους μισαλλόδοξους, δηλαδή ανθρώπους που δεν σέβονται το οποιοδήποτε «πνεύμα» τυχαίνει να είναι διαφορετικό από το δικό τους.

Και μια «χρήσιμη» πληροφορία για τους Ιουδαιοχριστιανούς: Βρίστε ελεύθερα και... ατιμωριτί!
Ίσως θα έχετε παρατηρήσει, πως κατά κύριον λόγο, η βλασφημία των «θείων» γίνεται απ' αυτούς που θεωρούν εαυτούς, καλούς χριστιανούς, πιστούς, θρήσκους κ.ά. (προσωπικά, έχω ακούσει ιερέα να «κατεβάζει καντήλια» και μάλιστα ενώπιον παιδιών).

Οι άθεοι, άθρησκοι, αλλόθρησκοι κλπ., παρ' ότι είναι απελευθερωμένοι απ' αυτή τη «δέσμευση», σπανίως βάζουν στο στόμα τους εκφράσεις όπως «γαμώ τον Χριστό μου/σου», «γαμώ την Παναγία μου/σου», «γαμώ τον Σταυρό μου/σου» κλπ.

Απ' ότι φαίνεται λοιπόν, ακόμη και οι ίδιοι οι Εβραιοχριστιανοί δεν παίρνουν και στα πολύ σοβαρά την «δαμόκλειο σπάθη» της Κολάσεως που προτάσσει σαν μπαμπούλα η Εκκλησία. Υπάρχει όμως, μια μικρή λεπτομέρεια, η οποία κατά κάποιον τρόπο απενεχοποιεί τους βλάσφημους (αν και οι περισσότεροι απ' αυτούς, αν όχι όλοι, δεν γνωρίζουν): Σύμφωνα με την («θεόπνευστη») Αγία Γραφή, το αμάρτημα της βλασφημίας είναι συγχωρητέο...

Υπάρχει κι ένας αστερίσκος όμως... Δεν συγχωρούνται όλες οι βλασφημίες. Εξαιρείται η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν πάει να 'χεις «μπάρμπα στον Παράδεισο», δεν συγχωρείται με «καμμία Παναγία». Είναι η απόλυτη βλασφημία. Ιδού και το αντίστοιχο απόσπασμα από την Αγία Γραφή, που τεκμηριώνει τα προαναγραφόμενα:

«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἐὰν βλασφημήσωσιν· ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως».
«Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον» 3:28-29

Δηλαδή:
«Αλήθεια σας λέω ότι όλα θα συγχωρεθούν στους γιους των ανθρώπων, τα αμαρτήματα και οι βλασφημίες όσες κι αν βλασφημήσουν· όποιος όμως βλασφημήσει ενάντια στο Πνεύμα το άγιο, δεν θα συγχωρεθεί ποτέ, παρά είναι ένοχος αιώνιου αμαρτήματος».

Τα ίδια πάνω κάτω λένε και τα υπόλοιπα ευαγγέλια (επιτέλους, συμφωνούν και σε κάτι, ανάμεσα στις τόσες αντιφάσεις τους).

Ηθικό δίδαγμα; Ιουδαιοχριστιανοί, θρήσκοι και μη, «κατεβάστε καντήλια και χριστοπαναγίες» άφοβα (έτσι κι αλλιώς, σχεδόν κανένας δεν βρίζει το Άγιο Πνεύμα). Ο δρόμος για τον Παράδεισο, δεν περνάει από 'κει. Η θρησκεία της «αγάπης» θα σας συγχωρέσει. Προσοχή όμως, μην το παραχέσετε κι ασχοληθείτε με το... «πουλί», γιατί τότε «την βάψατε»...

Άλντους Χάξλεϊ: Θαυμαστός Νέος Κόσμος

Όταν ο Άλντους Χάξλεϊ έγραφε τον «Θαυμαστό Νέο Κόσμο» δεν κοιτούσε απλώς το μέλλον, κοιτούσε την ανθρωπότητα με τρόπο απογυμνωτικό κι ανελέητο. Το ανθρώπινο είδος, σαν σε μικροσκόπιο εργαστηρίου, φαίνεται τόσο προβλέψιμο, τόσο χοντροκομμένο, που η πορεία του μοιάζει προδιαγεγραμμένη στον βαθμό του αυτονόητου. Το μεγαλείο του Χάξλεϊ δεν περιορίζεται στην επιτυχημένη, σε βαθμό προφητείας, μελλοντολογική τοποθέτηση της ανθρώπινης μοίρας, αλλά στη φυσικότητα που αποδίδεται. Ο απόλυτος παραλογισμός του ανθρώπου ρέει τόσο ομαλά, τόσο ανεπιτήδευτα, τόσο αδιαπραγμάτευτα λογικά, σαν ανόθευτη αλήθεια, σαν απαρασάλευτη τάξη υπεράνω κάθε συζητήσεως.

Σαν ιατρική γνωμάτευση σε μελλοθάνατο, με το απαράμιλλο κύρος των εργαστηριακών εγγυήσεων. Κάπως έτσι παίρνει διαστάσεις ντοκουμέντου που όμως εντελώς ανορθόδοξα δεν αφορά το παρελθόν αλλά το απώτερο μέλλον. Ο Χάξλεϊ δεν φαίνεται να μελετά την ροή της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά την καθαυτό ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία που κινείται στα πλαίσια συγκεκριμένων συμπεριφορών που καθορίζονται από πανομοιότυπες επιθυμίες. Η εκπλήρωση των επιταγών της ευτυχίας και το πάθος του ανθρώπου να βιώσει την προσωπική ελευθερία γυρίζουν εναντίον του, τον εγκλωβίζουν, τον απομονώνουν, τον οδηγούν στο απάνθρωπο.

Η ανθρώπινη ελευθερία ορίζεται μόνο από κατά συνθήκη ελευθερίες, που έχουν συγκεκριμένες και χειροπιαστές σταθερές και που μοιραία γίνονται δεσμά κι αυτοαναιρούνται. Ο Χάξλεϊ μελετώντας τους ανθρώπους αντιλαμβάνεται ότι το από κοινού αίσθημα περί ελευθερίας εστιάζει στην ελευθερία της κατανάλωσης, στην ελευθερία της ανά πάσα στιγμής εκπλήρωσης της προσωπικής βούλησης, δηλαδή στην έλλειψη περιττών υποχρεώσεων, και την ελευθερία της προσωπικής ασφάλειας. Σ’ αυτό το τρίπτυχο εστιάζει ο Χάξλεϊ παρουσιάζοντας το μελλοντικό «Νέο Κόσμο» να χτίζεται ακριβώς πάνω σ’ αυτές τις δομές ευτυχίας με τρόπο ωμό κι αδυσώπητο.

Δείχνοντας τις διαθέσεις του από την αρχή επιλέγει ως πρώτη εικόνα το εργαστήριο που είναι υπεύθυνο για τις γεννήσεις. Σε καθεστώς πλήρους αποστείρωσης, παρακολουθούμε τους εργαζόμενους νοσηλευτές να φροντίζουν τα μωρά στις κοιτίδες τους που αναπτύσσονται με απαρασάλευτο, νοσηρό προγραμματισμό. Παρακολουθούμε τον απόλυτο έλεγχο γεννήσεων. Τα παιδιά είναι αποκλειστικά εργαστηριακή υπόθεση, οι εγκυμοσύνες απαγορεύονται δια νόμου – ως εκ τούτου οικογένειες δεν υπάρχουν – και φυσικά μόνο κατόπι παραγγελίας από τον υπεύθυνο κρατικό μηχανισμό. Από θέση αρχής χωρίζονται σε κατηγορίες.

Οι λιγότεροι σε αριθμό είναι οι προικισμένοι πνευματικά και οι περισσότεροι οι χειρώνακτες. Τα νούμερα καθορίζονται από τις ανάγκες της κοινωνίας. Τα μεγάφωνα παίζουν χαμηλόφωνα τραγουδάκια που υμνούν την κατανάλωση, του τύπου «την παλιά μου μπλούζα δεν την θέλω, θέλω μόνο την καινούρια» ή «τα πράγματά μου τα πετάω για να πάρω άλλα» κτλ. Κάπως έτσι εξασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη, αφού δεν υπάρχει ούτε υπερπληθυσμός, ούτε ανεργία, ούτε η αδηφάγα ανταγωνιστικότητα που αλλοτριώνει τους ανθρώπους στα πλαίσια της επιβίωσης.

Εξάλλου, με την μεθοδική πλύση εγκεφάλου αποφεύγεται και το συγκρουσιακό της διαφορετικότητας, αφού κάθε ομάδα νεογέννητων διαποτίζεται αλάθευτα από τα ιδανικά που πρέπει να υπηρετήσει. Όμοιοι άνθρωποι σε απόλυτη κοινωνική αρμονία με εξασφαλισμένη πληθώρα αγαθών σε ονειρική συμβίωση. Ένας καλοκουρδισμένος, επίγειος παράδεισος. Γιατί όμως οι άνθρωποι ασφυκτιούν; Γιατί καταπίνουν συνεχώς χαπάκια ευτυχίας; Γιατί και πάλι καταλήγουν στην φρενίτιδα, την νεύρωση και την τρέλα;

Εντελώς απροσδόκητα εμφανίζεται ο Άγριος επιβεβαιώνοντας τις φήμες για την ύπαρξη μιας άγριας φυλής που κατοικεί κάπου μακριά. Φήμες που κινούνταν πάντα κάτω από τα νέφη της απροσδιοριστίας και της ασάφειας του απόμακρου. Φήμες που μιλούσαν για μια κοινωνία ζούγκλας, με ανθρώπους αχαλίνωτους, που καυγάδιζαν και πολλές φορές εγκληματούσαν, που διατηρούσαν οικογένειες και καθορίζονταν από την τύχη, που εμφάνιζαν αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές, που παρέμεναν στο ζωώδες εκπροσωπώντας το από καιρό εξαφανισμένο απολίτιστο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Άνθρωποι ακατέργαστοι, καθόλου εκλεπτυσμένοι, πραγματικά αγρίμια, ενδεχομένως επικίνδυνοι.

Κι εδώ ξεκινά η σύγκρουση του παλιού με το καινούριο.

Ο Άγριος περιφέρεται από υπεύθυνο σε υπεύθυνο σαν αρκούδα σε τσίρκο. Πραγματικά μαινόμενος αδυνατεί να προσαρμοστεί επιμένοντας στο πρωτόγονο και το ενστικτώδες, που δεν μπαίνει σε καλούπια και παραμένει απρόβλεπτο, φαινόμενο εξωφρενικό μέσα στον αρτηριοσκληρωτικό μηχανισμό του απαρέγκλιτου. Μια πραγματική βόμβα. Παρά τις αδυναμίες της παρουσίασής του (αδυναμίες που αναγνωρίζει κι ο ίδιος ο Χάξλεϊ) δημιουργεί επαρκώς τον αντίθετο πόλο που βαραίνει τον Νέο Κόσμο. Το ανθρώπινο συναίσθημα και το απροσδιόριστο της ανθρώπινης φύσης που έχει ανάγκη τους συνανθρώπους και που είναι αδύνατο να βιώσει την ατομική ευτυχία γιατί πολύ απλά ευτυχία μεμονωμένη είναι ευτυχία ανύπαρκτη.

Ακόμα κι οι ανεπιθύμητες επιθετικές συμπεριφορές είναι αναπόσπαστες από την ανθρώπινη φύση που είναι καταδικασμένη να συγκρούεται και να συνυπάρχει σ’ ένα αντιφατικό δίπολο που όμως καθορίζει επακριβώς όλο το βάθος της πολυπλοκότητας της. Η κατάργηση αυτού του δίπολου στα πλαίσια του πολιτισμού δεν είναι παρά ευνουχισμός, δηλαδή δυστυχία, δηλαδή η άλλη όψη της βαρβαρότητας. Τελικά ποιος είναι πιο βάρβαρος; Ο Άγριος με την ασημαντότητα της οχλοβοής του ή οι άνθρωποι του Νέου Κόσμου με τον εκλεπτυσμένο ακρωτηριασμό που ομαλοποιεί την συνύπαρξη;

Ο Άγριος απαγγέλλει Σαίξπηρ.

Οι κάτοικοι του Νέου Κόσμου τον αγνοούν καθώς τα βιβλία που εκφράζουν τα ανθρώπινα πάθη κρίνονται απαγορευμένα. Παρά την χοντροκομμένη υπερβολή κρύβεται άλλη μια αλήθεια. Η τέχνη είναι συνυφασμένη με τα ανθρώπινα πάθη κι αυτό την καθιστά αιώνιο σύντροφο. Η εξωραϊστική τέχνη δεν είναι τέχνη και γι’ αυτό είναι καταδικασμένη εξ’ αρχής. Ο Άγριος όταν πια χάνει τελείως τον εαυτό του, κυριολεκτικά ένα βήμα πριν από την συντριβή, καταφεύγει στην τέχνη. Ο Σαίξπηρ λειτουργεί ως ύστατο καταφύγιο, ως τελική αναπνοή κι επαναδιαπραγμάτευση. Μετά απ’ αυτό έρχεται το τέλος, όπως ήταν προδιαγεγραμμένο απ’ την αρχή. Το τέλος του Αγρίου δεν είναι τίποτε άλλο από το τέλος της ανθρωπότητας που πλέον αλλάζει μορφή χάνοντας κάθε υπόσταση. Γίνεται Θαυμαστός Νέος Κόσμος.

Και κάπως έτσι τα πράγματα για τον αναγνώστη γίνονται απλά. Φυσικά και συμπαθούμε τον Άγριο, φυσικά κι απεχθανόμαστε τον Νέο Κόσμο με την άκρατα τυποποιημένη ελευθερία του, που δεν είναι τίποτε άλλο από το απόλυτο ανελεύθερο. Όμως λίγο πριν το φινάλε ο Άγριος συζητά με το Συντονιστή του Νέου Κόσμου. Ο Συντονιστής εκπροσωπώντας την σοφία του κυνισμού μιλάει για πολέμους, για κτηνωδίες, για την τραγικότητα της ιστορίας, για το ολοκληρωτικά απάνθρωπο του παρελθόντος. Ναι, ευνουχίζει τους πολίτες, ναι, τους χειραγωγεί πετσοκόβοντας κάθε ελευθερία σκέψης, ναι, υπάρχει μοναξιά, πλαστή ευτυχία, αποξένωση. Μπροστά στο μακελειό της ιστορίας ο Νέος Κόσμος προτείνει νιάτα κι αφθονία. Που είναι το κακό; «…καθώς περνά ο καιρός οι άνθρωποι θα βλέπουν πως η ανεξαρτησία δεν γίνηκε για το ανθρώπινο είδος.»

Το αμείλικτο στέκεται πάνω μας σαν καλογυαλισμένη λεπίδα, καταδεικνύοντας το αδιέξοδο, χωρίς όμως να το αποδίδει πουθενά αλλού πέρα από την ίδια την παραδοξότητα της ανθρώπινης φύσης. Της αυτοκαταστροφικής, αντιφατικής, αλλοπρόσαλλης ανθρώπινης φύσης. Ο Χάξλεϊ δεν ψάχνει για δεκανίκια. Ούτε πολιτικά συστήματα, ούτε ιστορικές συγκυρίες, ούτε η πάλη των τάξεων, ούτε συμφέροντα, ούτε τίποτε. Το κέντρο είναι μόνο ο άνθρωπος με την τραγικότητα της ύπαρξής του που είτε έτσι, είτε αλλιώς παραμένει εγκλωβισμένος.

Ο Θαυμαστός Νέος Κόσμος, γραμμένος μόλις το 1932, δεν καταστρέφει απλώς το μύθο της προόδου – που σήμερα, 80 χρόνια αργότερα, επιβεβαιώνεται σχεδόν κατά γράμμα – αλλά προχωρά ακόμη περισσότερο. Φέρνοντας τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τον εαυτό του καταδεικνύει το ατελέσφορο της ύπαρξης που έχει καθαρά εσωτερικά αίτια. Ο άνθρωπος δεν έχει άλλη λύση από τον επαναπροσδιορισμό του εαυτού του και την αναζήτηση μιας άλλης οπτικής.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΚΑΤΑ ΜΕΙΔΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΚΟΝΔΥΛΟΥ

ΔΗΜ 21.83–94

(ΔΗΜ 21.83–101: Ένα περιστατικό ενδεικτικό της εκδικητικότητας του Μειδία) Μειδίας εναντίον Στράτωνα

Συνεχίζοντας την πίστιν του λόγου του, ο Δημοσθένης, επικαλέστηκε τον θρησκευτικό χαρακτήρα των Διονυσίων, κατά τη διάρκεια των οποίων του επιτέθηκε ο Μειδίας, και έδειξε ότι ο κατηγορούμενος με την επίθεση εναντίον του δεν προσέβαλε απλώς έναν ιδιώτη, αλλά και ασέβησε προς τον θεό. Συγκρίνοντας τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου με εκείνη που επέδειξαν διάφοροι γνωστοί Αθηναίοι στις μεταξύ τους έριδες, επισήμανε την πρωτοφανή θρασύτητα και αλαζονεία του Μειδία, ενώ στη συνέχεια εξιστόρησε τα γεγονότα που γέννησαν την εχθρότητα του κατηγορουμένου προς αυτόν και κατέληξαν στο βίαιο περιστατικό των Διονυσίων: ο Δημοσθένης είχε πετύχει ερήμην καταδίκη του αντιδίκου του σε δίκη για κακηγορίαν (συκοφαντική δυσφήμηση).


[83] Ὃ τοίνυν πεποίηκεν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, περὶ τῆς δίκης,
ἀκούσατε, καὶ θεωρεῖτ’ ἐφ’ ἑκάστου τὴν ὕβριν καὶ τὴν
ὑπερηφανίαν αὐτοῦ. τῆς γὰρ δίκης, ταύτης λέγω ἧς εἷλον
αὐτόν, γίγνεταί μοι διαιτητὴς Στράτων Φαληρεύς, ἄνθρωπος
πένης μέν τις καὶ ἀπράγμων, ἄλλως δ’ οὐ πονηρός, ἀλλὰ
καὶ πάνυ χρηστός· ὅπερ τὸν ταλαίπωρον οὐκ ὀρθῶς οὐδὲ
δικαίως, ἀλλὰ καὶ πάνυ αἰσχρῶς ἀπολώλεκεν. [84] οὗτος διαι-
τῶν ἡμῖν ὁ Στράτων, ἐπειδή ποθ’ ἧκεν ἡ κυρία, πάντα δ’
ἤδη διεξεληλύθει ταῦτα τἀκ τῶν νόμων, ὑπωμοσίαι καὶ
παραγραφαί, καὶ οὐδὲν ἔτ’ ἦν ὑπόλοιπον, τὸ μὲν πρῶτον
ἐπισχεῖν ἐδεῖτό μου τὴν δίαιταν, ἔπειτ’ εἰς τὴν ὑστεραίαν
ἀναβαλέσθαι· τὸ τελευταῖον δ’, ὡς οὔτ’ ἐγὼ συνεχώρουν
οὔθ’ οὗτος ἀπήντα, τῆς δ’ ὥρας ἐγίγνετ’ ὀψέ, κατεδιῄτησεν.
[85] ἤδη δ’ ἑσπέρας οὔσης καὶ σκότους ἔρχεται Μειδίας οὑτοσὶ
πρὸς τὸ τῶν ἀρχόντων οἴκημα, καὶ καταλαμβάνει τοὺς ἄρ-
χοντας ἐξιόντας καὶ τὸν Στράτων’ ἀπιόντ’ ἤδη, τὴν ἔρημον
δεδωκότα, ὡς ἐγὼ τῶν παραγενομένων τινὸς ἐπυνθανόμην.
τὸ μὲν οὖν πρῶτον οἷός τ’ ἦν πείθειν αὐτόν, ἣν κατεδεδιῃ-
τήκει, ταύτην ἀποδεδιῃτημένην ἀποφαίνειν, καὶ τοὺς ἄρ-
χοντας μεταγράφειν, καὶ πεντήκοντα δραχμὰς αὐτοῖς ἐδίδου·
[86] ὡς δ’ ἐδυσχέραινον οὗτοι τὸ πρᾶγμα καὶ οὐδετέρους ἔπειθεν,
ἀπειλήσας καὶ διαλοιδορηθεὶς ἀπελθὼν τί ποιεῖ; καὶ θεά-
σασθε τὴν κακοήθειαν. τὴν μὲν δίαιταν ἀντιλαχὼν οὐκ
ὤμοσεν, ἀλλ’ εἴασε καθ’ αὑτοῦ κυρίαν γενέσθαι, καὶ ἀνώ-
μοτος ἀπηνέχθη· βουλόμενος δὲ τὸ μέλλον λαθεῖν, φυλάξας
τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν διαιτητῶν, τὴν τοῦ Θαργηλιῶνος
ἢ τοῦ Σκιροφοριῶνος γιγνομένην, εἰς ἣν ὁ μὲν ἦλθε τῶν
διαιτητῶν, [87] ὁ δ’ οὐκ ἦλθε, πείσας τὸν πρυτανεύοντα δοῦναι
τὴν ψῆφον παρὰ πάντας τοὺς νόμους, κλητῆρ’ οὐδ’ ὁντινοῦν
ἐπιγραψάμενος, κατηγορῶν ἔρημον, οὐδενὸς παρόντος, ἐκ-
βάλλει καὶ ἀτιμοῖ τὸν διαιτητήν· καὶ νῦν εἷς Ἀθηναίων,
ὅτι Μειδίας ἔρημον ὦφλε δίκην, ἁπάντων ἀπεστέρηται τῶν
ἐν τῇ πόλει καὶ καθάπαξ ἄτιμος γέγονεν· καὶ οὔτε λαχεῖν
ἀδικηθέντα οὔτε διαιτητὴν γενέσθαι Μειδίᾳ οὔθ’ ὅλως τὴν
αὐτὴν ὁδὸν βαδίζειν, ὡς ἔοικεν, ἔστ’ ἀσφαλές. [88] δεῖ δὴ
τοῦτο τὸ πρᾶγμ’ ὑμᾶς οὑτωσὶ σκέψασθαι, καὶ λογίσασθαι
τί ποτ’ ἔσθ’ ὃ παθὼν Μειδίας οὕτως ὠμὸν τηλικαύτην
ἐπεβούλευσε λαβεῖν τῶν πεπραγμένων παρ’ ἀνδρὸς πολίτου
δίκην, κἂν μὲν ᾖ τι δεινὸν ὡς ἀληθῶς καὶ ὑπερφυές, συγ-
γνώμην ἔχειν, ἐὰν δὲ μηδέν, θεάσασθε τὴν ἀσέλγειαν καὶ
τὴν ὠμότητα, ᾗ καθ’ ἁπάντων χρῆται τῶν ἐντυγχανόντων.
τί οὖν ἔσθ’ ὃ πέπονθεν; μεγάλην νὴ Δί’ ὦφλε δίκην καὶ
τοσαύτην ὥστ’ ἀποστερεῖσθαι τῶν ὄντων. ἀλλὰ χιλίων ἡ
δίκη μόνον ἦν δραχμῶν. [89] πάνυ γε, ἀλλὰ δάκνει καὶ τοῦτο,
φαίη τις ἄν, ὅταν ἐκτίνειν ἀδίκως δέῃ, συνέβη δ’ ὑπερη-
μέρῳ γενομένῳ λαθεῖν αὐτῷ διὰ τὸ ἀδικηθῆναι. ἀλλ’
αὐθημερὸν μὲν ᾔσθετο, ὃ καὶ μέγιστόν ἐστι τεκμήριον τοῦ
μηδὲν ἠδικηκέναι τὸν ἄνθρωπον, δραχμὴν δ’ οὐδέπω μίαν
ἐκτέτεικεν. [90] ἀλλὰ μή πω τοῦτο. ἀλλὰ τὴν μὴ οὖσαν
ἀντιλαχεῖν ἐξῆν αὐτῷ δήπου, καὶ πρὸς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα κατα-
στήσασθαι, πρὸς ὅνπερ ἐξ ἀρχῆς ἦν ἡ δίκη. ἀλλ’ οὐκ
ἐβούλετο· ἀλλ’ ἵνα μὴ Μειδίας ἀτίμητον ἀγωνίσηται δέκα
μνῶν δίκην, πρὸς ἣν οὐκ ἀπήντα δέον, καὶ εἰ μὲν ἠδίκηκε,
δίκην δῷ, εἰ δὲ μή, ἀποφύγῃ, ἄτιμον Ἀθηναίων ἕν’ εἶναι
δεῖ καὶ μήτε συγγνώμης μήτε λόγου μήτε ἐπιεικείας μηδε-
μιᾶς τυχεῖν, ἃ καὶ τοῖς ὄντως ἀδικοῦσιν ἅπανθ’ ὑπάρχει.
[91] ἀλλ’ ἐπειδή γ’ ἠτίμωσεν ὃν ἐβουλήθη, καὶ τοῦτ’ ἐχαρίσασθ’
αὐτῷ, καὶ τὴν ἀναιδῆ γνώμην, ᾗ ταῦτα προαιρεῖται ποιεῖν,
ἐνέπλησεν αὑτοῦ, ἐκεῖν’ ἐποίησε, τὴν καταδίκην ἐκτέτεικε,
δι’ ἣν τὸν ἄνθρωπον ἀπώλεσεν; οὐδὲ χαλκοῦν οὐδέπω καὶ
τήμερον, ἀλλὰ δίκην ἐξούλης ὑπομένει φεύγειν. οὐκοῦν ὁ
μὲν ἠτίμωται καὶ παραπόλωλεν, ὁ δ’ οὐδ’ ὁτιοῦν πέπονθεν,
ἀλλ’ ἄνω κάτω τοὺς νόμους, τοὺς διαιτητάς, πάνθ’ ὅσ’ ἂν
βούληται στρέφει. [92] καὶ τὴν μὲν κατὰ τοῦ διαιτητοῦ γνῶσιν,
ἣν ἀπρόσκλητον κατεσκεύασεν, αὐτὸς κυρίαν αὑτῷ πεποί-
ηται· ἣν δ’ αὐτὸς ὦφλεν ἐμοὶ προσκληθείς, εἰδώς, οὐκ
ἀπαντῶν, ἄκυρον ποιεῖ. καίτοι εἰ παρὰ τῶν ἔρημον κατα-
διαιτησάντων αὐτοῦ τηλικαύτην δίκην οὗτος ἀξιοῖ λαμβά-
νειν, τίν’ ὑμῖν προσήκει παρὰ τούτου λαβεῖν, τοῦ φανερῶς
τοὺς ὑμετέρους νόμους ἐφ’ ὕβρει παραβαίνοντος; εἰ γὰρ
ἀτιμία καὶ νόμων καὶ δικῶν καὶ πάντων στέρησις ἐκείνου
τἀδικήματος προσήκουσ’ ἐστὶν δίκη, τῆς γ’ ὕβρεως μικρὰ
θάνατος φαίνεται. [93] ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω, κάλει μοι
τούτων τοὺς μάρτυρας, καὶ τὸν τῶν διαιτητῶν ἀνάγνωθι
νόμον.

ΜΑΡΤΥΡΕΣ.

[Νικόστρατος Μυρρινούσιος, Φανίας Ἀφιδναῖος οἴδαμεν Δη-
μοσθένην, ᾧ μαρτυροῦμεν, καὶ Μειδίαν τὸν κρινόμενον ὑπὸ
Δημοσθένους, ὅτ’ αὐτῷ Δημοσθένης ἔλαχε τὴν τοῦ κακηγορίου
δίκην, ἑλομένους διαιτητὴν Στράτωνα, καὶ ἐπεὶ ἧκεν ἡ κυρία τοῦ
νόμου, οὐκ ἀπαντήσαντα Μειδίαν ἐπὶ τὴν δίαιταν, ἀλλὰ κατα-
λιπόντα. γενομένης δὲ ἐρήμου κατὰ Μειδίου, ἐπιστάμεθα Μειδίαν
πείθοντα τόν τε Στράτωνα τὸν διαιτητὴν καὶ ἡμᾶς, ὄντας ἐκείνοις
τοῖς χρόνοις ἄρχοντας, ὅπως τὴν δίαιταν αὐτῷ ἀποδιαιτήσομεν,
καὶ διδόντα δραχμὰς πεντήκοντα. καὶ ἐπειδὴ οὐχ ὑπεμείναμεν,
προσαπειλήσαντα ἡμῖν καὶ οὕτως ἀπαλλαγέντα. καὶ διὰ ταύτην
τὴν αἰτίαν ἐπιστάμεθα Στράτωνα ὑπὸ Μειδίου καταβραβευθέντα
καὶ παρὰ πάντα τὰ δίκαια ἀτιμωθέντα.]

[94] Λέγε δὴ καὶ τὸν τῶν διαιτητῶν νόμον.
ΝΟΜΟΣ.

[Ἐὰν δέ τινες περὶ συμβολαίων ἰδίων πρὸς ἀλλήλους ἀμφισβη-
τῶσι καὶ βούλωνται διαιτητὴν ἑλέσθαι ὁντινοῦν, ἐξέστω αὐτοῖς
αἱρεῖσθαι ὃν ἂν βούλωνται [διαιτητὴν ἑλέσθαι]. ἐπειδὰν δ’
ἕλωνται κατὰ κοινόν, μενέτωσαν ἐν τοῖς ὑπὸ τούτου διαγνωσθεῖσι,
καὶ μηκέτι μεταφερέτωσαν ἀπὸ τούτου ἐφ’ ἕτερον δικαστήριον
ταὐτὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἔστω τὰ κριθέντα ὑπὸ τοῦ διαιτητοῦ
κύρια.]

Κυριακή 12 Ιουνίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (2.309-2.360)

Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
310 «Ἀντίνο᾽, οὔ πως ἔστιν ὑπερφιάλοισι μεθ᾽ ὑμῖν
δαίνυσθαί τ᾽ ἀκέοντα καὶ εὐφραίνεσθαι ἕκηλον.
ἢ οὐχ ἅλις ὡς τὸ πάροιθεν ἐκείρετε πολλὰ καὶ ἐσθλὰ
κτήματ᾽ ἐμά, μνηστῆρες, ἐγὼ δ᾽ ἔτι νήπιος ἦα;
νῦν δ᾽ ὅτε δὴ μέγας εἰμὶ καὶ ἄλλων μῦθον ἀκούων
315 πυνθάνομαι, καὶ δή μοι ἀέξεται ἔνδοθι θυμός,
πειρήσω ὥς κ᾽ ὔμμι κακὰς ἐπὶ κῆρας ἰήλω,
ἠὲ Πύλονδ᾽ ἐλθών, ἢ αὐτοῦ τῷδ᾽ ἐνὶ δήμῳ.
εἶμι μέν, οὐδ᾽ ἁλίη ὁδὸς ἔσσεται ἣν ἀγορεύω,
ἔμπορος· οὐ γὰρ νηὸς ἐπήβολος οὐδ᾽ ἐρετάων
320 γίγνομαι· ὥς νύ που ὔμμιν ἐείσατο κέρδιον εἶναι.»
Ἦ ῥα, καὶ ἐκ χειρὸς χεῖρα σπάσατ᾽ Ἀντινόοιο
ῥεῖα· μνηστῆρες δὲ δόμον κάτα δαῖτα πένοντο.
οἱ δ᾽ ἐπελώβευον καὶ ἐκερτόμεον ἐπέεσσιν·
ὧδε δέ τις εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων·
325 «Ἦ μάλα Τηλέμαχος φόνον ἡμῖν μερμηρίζει.
ἤ τινας ἐκ Πύλου ἄξει ἀμύντορας ἠμαθόεντος,
ἢ ὅ γε καὶ Σπάρτηθεν, ἐπεί νύ περ ἵεται αἰνῶς·
ἠὲ καὶ εἰς Ἐφύρην ἐθέλει, πίειραν ἄρουραν,
ἐλθεῖν, ὄφρ᾽ ἔνθεν θυμοφθόρα φάρμακ᾽ ἐνείκῃ,
330 ἐν δὲ βάλῃ κρητῆρι καὶ ἡμέας πάντας ὀλέσσῃ.»
Ἄλλος δ᾽ αὖτ᾽ εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων·
«τίς δ᾽ οἶδ᾽ εἴ κε καὶ αὐτὸς ἰὼν κοίλης ἐπὶ νηὸς
τῆλε φίλων ἀπόληται ἀλώμενος ὥς περ Ὀδυσσεύς;
οὕτω κεν καὶ μᾶλλον ὀφέλλειεν πόνον ἄμμιν·
335 κτήματα γάρ κεν πάντα δασαίμεθα, οἰκία δ᾽ αὖτε
τούτου μητέρι δοῖμεν ἔχειν ἠδ᾽ ὅς τις ὀπυίοι.»
Ὣς φάν· ὁ δ᾽ ὑψόροφον θάλαμον κατεβήσετο πατρός,
εὐρύν, ὅθι νητὸς χρυσὸς καὶ χαλκὸς ἔκειτο
ἐσθής τ᾽ ἐν χηλοῖσιν ἅλις τ᾽ εὐῶδες ἔλαιον·
340 ἐν δὲ πίθοι οἴνοιο παλαιοῦ ἡδυπότοιο
ἕστασαν, ἄκρητον θεῖον ποτὸν ἐντὸς ἔχοντες,
ἑξείης ποτὶ τοῖχον ἀρηρότες, εἴ ποτ᾽ Ὀδυσσεὺς
οἴκαδε νοστήσειε καὶ ἄλγεα πολλὰ μογήσας.
κληϊσταὶ δ᾽ ἔπεσαν σανίδες πυκινῶς ἀραρυῖαι,
345 δικλίδες· ἐν δὲ γυνὴ ταμίη νύκτας τε καὶ ἦμαρ
ἔσχ᾽, ἣ πάντ᾽ ἐφύλασσε νόου πολυϊδρείῃσιν,
Εὐρύκλει᾽, Ὦπος θυγάτηρ Πεισηνορίδαο.
τὴν τότε Τηλέμαχος προσέφη θάλαμόνδε καλέσσας·
«Μαῖ᾽, ἄγε δή μοι οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσον
350 ἡδύν, ὅτις μετὰ τὸν λαρώτατος ὃν σὺ φυλάσσεις,
κεῖνον ὀϊομένη τὸν κάμμορον, εἴ ποθεν ἔλθοι
διογενὴς Ὀδυσεὺς θάνατον καὶ κῆρας ἀλύξας.
δώδεκα δ᾽ ἔμπλησον καὶ πώμασιν ἄρσον ἅπαντας.
ἐν δέ μοι ἄλφιτα χεῦον ἐϋρραφέεσσι δοροῖσιν·
355 εἴκοσι δ᾽ ἔστω μέτρα μυληφάτου ἀλφίτου ἀκτῆς.
αὐτὴ δ᾽ οἴη ἴσθι· τὰ δ᾽ ἀθρόα πάντα τετύχθω·
ἑσπέριος γὰρ ἐγὼν αἱρήσομαι, ὁππότε κεν δὴ
μήτηρ εἰς ὑπερῷ᾽ ἀναβῇ κοίτου τε μέδηται.
εἶμι γὰρ ἐς Σπάρτην τε καὶ ἐς Πύλον ἠμαθόεντα,
360 νόστον πευσόμενος πατρὸς φίλου, ἤν που ἀκούσω.»

***
Ο φρόνιμος όμως Τηλέμαχος αμέσως του αποκρίθηκε:
310 «Αντίνοε, δεν γίνεται μ᾽ εσάς τους αλαζόνες ξέγνοιαστος
να γλεντοκοπώ και να ξεδίνω σιωπηλός.
Ή μήπως δεν σας έφτασε που ως τώρα τ᾽ αγαθά μου,
πολλά καλά, εσείς τα σπαταλήσατε, μνηστήρες, τότε που ήμουνα
παιδάκι ακόμη.
Τώρα ωστόσο που μεγάλωσα κι έμαθα πια ν᾽ ακούω κι άλλων συμβουλές,
τώρα που μέστωσε κι εμένα μέσα μου το θάρρος,
θα κάνω ό,τι μπορώ, να πέσει πάνω σας
θανατερή η κατάρα, είτε πηγαίνοντας στην Πύλο, ή κι επιτόπου,
εδώ σ᾽ αυτή τη χώρα.
Γιατί θα φύγω, αυτός ο δρόμος που αποφάσισα δεν πρόκειται
να σταματήσει, στην ανάγκη ταξιδεύω μ᾽ άλλους.
Αφού δεν το κατόρθωσα να ᾽χω στην κατοχή μου ένα καράβι,
δικούς μου κωπηλάτες — λογαριασμός κι αυτός δικός σας
320 που φαίνεται πως σας συμφέρει περισσότερο.»
Έτσι μιλώντας, τράβηξε το χέρι του από το χέρι του Αντινόου
απότομα. Οπότε κι οι μνηστήρες, μες στο παλάτι τώρα, κοιτούσαν
το τραπέζι, ενώ συγχρόνως τον περιγελούσαν, του πετούσαν προσβολές.
Κάποιος, πιο νέος μάλιστα και φαντασμένος, έλεγε με τους άλλους:
«Για κοίτα! Τον φόνο μας στ᾽ αλήθεια στοχάζεται ο Τηλέμαχος!
Μπορεί απ᾽ την Πύλο με τις αμμουδιές προστάτες του να φέρει·
μπορεί κι από τη Σπάρτη, αφού το πήρε τόσο στα ζεστά.
Εκτός κι αν φτάσει ακόμη και στην Έφυρα, εύφορη γη,
θανατερά φαρμάκια από εκεί να κουβαλήσει, να μας τα ρίξει
330 στον κρατήρα, κι έτσι μεμιάς να μας εξολοθρεύσει όλους.»
Κι άλλος, πιο νέος και φαντασμένος, συνέχισε μιλώντας:
«Ποιος ξέρει μήπως κι αυτός, με κοίλο πλοίο ταξιδεύοντας,
αλάργα απ᾽ τους δικούς του αφανιστεί παραδαρμένος,
σαν άλλος Οδυσσέας;
Έτσι σ᾽ εμάς θα φόρτωνε περίσσο κόπο· θα ᾽πρεπε πρώτα
μεταξύ μας να μοιράσουμε όλα του τ᾽ αγαθά — το σπίτι βέβαια
θα το δίναμε στη μάνα του, να το ᾽χει
μ᾽ όποιον παντρευτεί.»
Αυτοί συνέχιζαν τα λόγια τους· αλλά ο Τηλέμαχος τώρα κατέβηκε
στην ψηλοτάβανη κάμαρη του πατέρα του, ευρύχωρη, όπου πολύ χρυσάφι
και χαλκώματα ήσανε φυλαγμένα, αλλά και ρούχα μέσα σε κασέλες,
κι άφθονο λάδι ευωδιαστό.
340 Ακόμη εκεί ήσαν στημένα τα πιθάρια με το παλιό γλυκόπιοτο κρασί,
άμεικτο θεϊκό ποτό, βαλμένα στη σειρά, στον τοίχο ακουμπισμένα·
όποτε κι αν γυρνούσε πάλι στην πατρίδα, μετά από τόσα πάθη ο Οδυσσέας.
Ασφαλισμένη η κάμαρη, διπλά θυρόφυλλα καλά αρμοσμένα, κι έμενε εκεί,
νύχτα και μέρα, μια κελάρισσα γυναίκα, φύλακας σε όλα, το μυαλό της
έκοβε πολύ — η Ευρύκλεια, του Ώπα η θυγατέρα, του Πεισήνορα εγγονή.
Αυτήν και τότε στο κελάρι εκεί τη φώναξε μιλώντας ο Τηλέμαχος:
«Νένα μου, έλα, γέμισε τις στάμνες με γλυκό κρασί —
350 ας είναι το καλύτερο, μετά από τ᾽ άλλο που φυλάς με την ελπίδα σου
σ᾽ εκείνον, πως από κάπου θα γυρίσει ο δύσμοιρος,
βλαστός του Δία ο Οδυσσέας, αν αποφύγει
τη μοίρα του θανάτου.
Δώδεκα στάμνες γέμισε και σφράγισέ τες όλες με τα πώματά τους·
βάλε μου και κριθάλευρο σε σάκους από δέρμα πυκνά σοφιλιασμένους —
είκοσι ζύγια αλεύρι, καλά αλεσμένο.
Μόνη σου όμως να το ξέρεις, κι όλα στην ώρα τους να στέκουν έτοιμα.
Όταν πια σουρουπώσει, έρχομαι και τα παίρνω εγώ, μόλις η μάνα μου
ανεβεί πάνω στην κάμαρη και θυμηθεί να κοιμηθεί.
Γιατί θα φύγω για τη Σπάρτη, την Πύλο με τις αμμουδιές,
να μάθω για τον νόστο του πατέρα μου,
360 ανίσως κάτι ακούσω.»

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 8. Εγώ, ο Κλαύδιος

8.8. Η αυτοκρατορία της τρέλας


Εφτά μήνες αφότου πήρε την εξουσία τον βρήκε μια αρρώστια. Ήταν Οκτώβρης μήνας. Για ένα μεγάλο διάστημα δεν έβαζε τίποτε στο στόμα του εκτός από λίγο νερό. Τα μάτια του ήταν απλανή και θολά, το δέρμα του ξερό· ξεχνούσε πρόσωπα και πράγματα, έμενε ξάγρυπνος σχεδόν όλη τη νύχτα και στριφογύριζε σαν μανιακός στους διαδρόμους περιμένοντας το χάραμα της μέρας. Αντιλήφθηκα την κρισιμότητα της κατάστασης από το γεγονός ότι με αντιμετώπιζε με μια αβάσταχτη σοβαρότητα. Εκείνο το διάστημα μου εκμυστηρεύτηκε ότι το σύνολο σχεδόν του δωδεκάθεου τον είχε επισκεφθεί στο όνειρό του και του έκανε επίσημη πρόσκληση να επισκεφθεί τον Όλυμπο μαζί με την αδερφή του τη Δρουσίλλα. Πριν προλάβω να αντιδράσω, με καθησύχασε ότι θα ανέβαλλε προς το παρόν την επίσκεψη επειδή τον χρειαζόταν η Ρώμη. Κάτι στον τόνο της φωνής και στην κίνηση των βολβών έστειλε ρίγη κατά μήκος της σπονδυλικής μου στήλης και μου έλεγε ότι ο νεαρός καίσαρας αρμένιζε πέρα από το αστείο και το σοβαρό, στον ωκεανό της μεγαλομανίας και της παραφροσύνης.

Δεν διαψεύστηκα. «Ανέρρωσε» με την αμετακίνητη βεβαιότητα ότι του επιτρεπόταν, και μπορούσε, να κάνει τα πάντα. Όλες οι πολιτικές του (αν μπορώ να καταχραστώ τη λέξη) ενέργειες απέβλεπαν στον εξευτελισμό των θεσμών και κυρίως στην καταρράκωση του γοήτρου της Συγκλήτου, από την οποία αφαίρεσε όλες τις ουσιαστικές και τυπικές εξουσίες που είχε αποφασίσει ο Αύγουστος και είχε σεβαστεί, ακόμη και στις πιο ιδιόρρυθμες εξάρσεις του, ο Τιβέριος. Ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις του ευνοούσαν, υποτίθεται, τη λαϊκή κυριαρχία· στην πραγματικότητα παρέλυσαν κάθε αίσθηση ιεραρχίας και πολιτικής ευθύνης. Το χειρότερο, κατά την άποψή μου, ήταν ότι για πρώτη φορά οι πολίτες της Ρώμης, και κυρίως τα παλαιά πολιτικά τζάκια, ένιωσαν ότι δημοκρατία υπό την κηδεμονία ενός «πρώτου μεταξύ ίσων», όπως το είχε οραματιστεί και προσπάθησε να υλοποιήσει ο Αύγουστος, ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια ανεκτή δεσποτεία και στη χειρότερη ένα αυτοτροφοδοτούμενο χάος - και στην περίπτωση του Καλιγούλα ένα εφιαλτικό πανδαιμόνιο.

Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο αυτοκρατορικός ασθενής άνοιξε εξωτερικά μέτωπα στη Βόρεια Αφρική και στην Ιουδαία και αντιμετώπισε πραξικοπήματα και ανταρσίες ανάμεσα στα στρατεύματα που στάθμευαν στη Γερμανία. Μόνο η σωφροσύνη ορισμένων ανώτερων αξιωματικών απέτρεψε τα χειρότερα. Στο εσωτερικό οι καταδότες, που φύτρωναν σαν τα μανιτάρια τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του Τιβέριου και που είχαν καταλαγιάσει για ένα διάστημα, ξαναφούντωσαν. Σημαντικά πρόσωπα του δημόσιου βίου εκτελέστηκαν με το πιο διάτρητο κατηγορητήριο - όποτε υπήρχε κατηγορητήριο. Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για αιμομικτικές σχέσεις του αυτοκράτορα με την αδερφή του τη Δρουσίλλα, που την αγαπούσε, πάντως, παθολογικά και την εμπιστευόταν τυφλά. Ένας εσμός από γυναίκες απροσδιόριστης ηθικής μπαινόβγαιναν στα αυτοκρατορικά άδυτα και απόρρητα, ενώ η Καισονία, που την παντρεύτηκε πραξικοπηματικά και απροειδοποίητα μόλις του χάρισε μια κόρη, δεν υπήρξε ποτέ αρκετή για τη λάγνα απληστία του. Στα ανάκτορα, αλλά και σε δημόσιες εκδηλώσεις, περιφερόταν πλέον ως Ολύμπιος, διαλέγοντας διαφορετικό θεϊκό κοστούμι για τις πρωινές, απογευματινές και βραδινές εμφανίσεις του.

Ο Καλιγούλας ήταν ουσιαστικά ακαλλιέργητος, παρόλο που είχε μεριμνήσει να μάθει αξιοπρεπώς τα ελληνικά, όπως άλλωστε όλοι οι πολιτικά και πνευματικά φιλόδοξοι Ρωμαίοι. Η φυσική του ροπή ήταν προς τις μονομαχίες και τον ιππόδρομο. Στις πρώτες περνούσε ολόκληρες ώρες προφανώς απολαμβάνοντας τους σκληρούς της αρένας, τους οποίους συχνά προέτρεπε από το αυτοκρατορικό θεωρείο να μην αφήνουν τις δουλειές μισές. Τον άκουσα ο ίδιος να κραυγάζει στον νικητή: «Κάν᾽ τον να νιώσει ότι πεθαίνει!» Διασκέδαζε με την αγωνία του θανάτου, από την οποία είχε εξαιρέσει τον εαυτό του τη μέρα που υπέγραψε την αυτοεγγραφή του στη χορεία των Ολυμπίων. Στον ιππόδρομο ήταν ο φανατικότερος από τους φανατικούς οπαδούς των Πράσινων, τους στάβλους των οποίων επισκεπτόταν τακτικά. Δειπνούσε μαζί με τους αρματηλάτες, τους οποίους θαύμαζε ως αθλητές και (όπως λένε κάποιοι) κυρίως ως άνδρες. Πάντως, είχε στενή σχέση με έναν από τους πιο ακριβοπληρωμένους, τον Εύτυχο, του οποίου υπήρξε και προσωπικός σπόνσορας με ποσά που θα επαρκούσαν για να χορτάσουν όλοι οι άποροι της Ρώμης στα Σατουρνάλια.

Ο Καλιγούλας αγαπούσε τα παράλογα και λάτρευε τα άλογα - κυρίως το δικό του άλογο, στο οποίο επιδαψίλευε περισσότερη τρυφερότητα από ό,τι σε όλες τις αδελφές και τις μετρέσες του μαζί. Το είχε ονομάσει Αστραπή, και μια μέρα ανακοίνωσε στη Σύγκλητο ότι η Αστραπή είχε όλα τα προσόντα για να γίνει συγκλητικός. Ορισμένοι συγκλητικοί αρνούνται το περιστατικό, ίσως επειδή θέλουν να το ξεχάσουν· οι άλλοι, όταν τους ρωτάς, απαντούν «ουδέν σχόλιον». Αν έγινε ψηφοφορία, προφανώς δεν υπήρξαν αρνητικές ψήφοι - ή, αν υπήρξαν, δεν υπάρχουν πλέον οι ψηφίσαντες.

Θα έπρεπε ίσως να πω και δυο λόγια για τη στρατιωτική του δραστηριότητα. Δεν θα κουράσω τον αναγνώστη μου, δεδομένου ότι το ρεπορτάζ για τα στρατιωτικά ανδραγαθήματα του αυτοκράτορα αποτελείται βασικά από ανέκδοτα και φάρσες. Στη Γερμανία ασχολήθηκε κυρίως με ασκήσεις επί χάρτου και φρόντισε να γελοιοποιήσει το ρωμαϊκό στράτευμα στα μάτια των γερμανών πολεμάρχων. Το θεαματικότερο που έκανε όσο χρονοτριβούσε εκεί ήταν να ρίξει κάποιον «για πλάκα» στα παγωμένα νερά του Ρήνου. Συνέβη αυτός ο κάποιος να είναι ο θείος του, που είχε επισκεφθεί τη στρατιά της Γερμανίας εκείνο τον καιρό. Ο θείος με τον οποίον «έκανε πλάκες» ο Καλιγούλας ήμουν πάντα εγώ, ο Κλαύδιος. Εκείνη τη μέρα άρπαξα το χειρότερο κρυολόγημα της ζωής μου. Δεν ξεχνώ όμως ποτέ -και δοξάζω γι᾽ αυτό τους θεούς- ότι είμαι ο μόνος επιζών από τις «πλάκες» του ανεψιού μου.

Η άλλη λαμπρή σελίδα της στρατιωτικής του δράσης γράφτηκε κατά τον τρίτο χρόνο της εξουσίας του, όταν αποφάσισε να εισβάλει στη Βρετανία. Την άνοιξη έφτασε στη Μάγχη, παρέταξε τις λεγεώνες για επιθεώρηση, έδωσε εντολές στους μηχανικούς να ετοιμάσουν τις λεπτομέρειες της απόβασης και έβγαλε έναν λόγο, όπου ανάμεσα σε παραθέματα από την Αινειάδα του Βιργιλίου, καλοτύχησε τη Σύγκλητο και τον ρωμαϊκό λαό που απολάμβαναν την ασφάλεια της Ρώμης ενώ εκείνος προέτασσε τα στήθη του σε κάθε λογής κινδύνους. Ύστερα, και ενώ όλοι περίμεναν την επιτελική εντολή για να ξεκινήσουν, ο μέγας στρατάρχης εκραύγασε: «Και τώρα, μαζέψτε κοχύλια!» Λεγεωνάριοι και αξιωματικοί κοιτιόντουσαν κεραυνοβολημένοι και άλαλοι. Για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο ο αχός των κυμάτων που έσπαγαν στην ακτή και τα σποραδικά κρωξίματα των γλάρων. Μετά όσοι δεν είχαν ακούσει καλά άρχισαν να ρωτούν αυτούς που άκουσαν και τέλος όλοι μαζί αποδόθηκαν στην «Επιχείρηση Κοχύλια». Έτσι ολοκληρώθηκε η Μάχη της Αγγλίας. Οι ιστορικοί, ανάμεσά τους κι εγώ, αναρωτιούνται ακόμη τι συνέβαινε εκείνη τη μέρα μέσα στον ανισόρροπο λαβύρινθο του μυαλού του. Υποθέτω ότι θα αναρωτιούνται για αιώνες ακόμη.

Στη Ρώμη επέστρεψε πιο μεγαλομανής, ακαταλόγιστος και απρόβλεπτος παρά ποτέ. Τώρα οι χρόνιες αϋπνίες του είχαν ενταθεί· το ίδιο και οι λάγνες φαντασιώσεις του. Οργάνωνε πολυδάπανες δεξιώσεις όπου προσέφερε πρωτοποριακή κουζίνα με εξωτικές γεύσεις - και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιχρυσωμένο κρέας και ψωμί. Κατόπτευε τους προσκεκλημένους και ζητούσε να μιλήσει ιδιαιτέρως στις γυναίκες των συγκλητικών και αυλικών που τραβούσαν τη διεστραμμένη προσοχή του· και εξευτέλιζε δημοσίως (πριν τον εκτελέσει στη συνέχεια) οποιονδήποτε καθυστερούσε να συνταχθεί με τις αξιώσεις του.

ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΤΟ ΑΝΘΙΣΜΑ ΤΟΥ ΛΩΤΟΥ ΣΤΑ ΕΠΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ:

Η Υπέρβαση του εξωτερικού κόσμου, του κόσμου των επιθυμιών, του κόσμου της σκέψης, (από τον πιο εξωτερικό κύκλο μέχρι τον πιο εσωτερικό), Οδηγεί στο Άνθισμα της Ύπαρξης στον Ουράνιο Άχρονο Χώρο. Υπάρχουν Τρεις Ουράνιες Περιοχές όπου Ανθίζει η Ύπαρξη (που υποδηλώνονται με το «μαύρο», το «μαύρο-λευκό» και το «λευκό»). Η Ύπαρξη που Ανθίζει μέσα στο Σκοτεινό Φόντο της Δημιουργίας (το Χωρίς Ιδιότητες), Περνάει Τελικά πέρα από το Σκοτεινό Πέπλο στην Περιοχή του Φωτός, Γίνεται Φως (το Φως δεν απεικονίζεται γιατί είναι η Άλλη Κατάσταση, η Πραγματικότητα).

Προοίμιο

Η Συνείδηση δεν έχει Ιδιότητες.

Το ότι η Συνείδηση «βρίσκεται» σε διάφορες καταστάσεις οφείλεται στην Αντίληψη, στον «Περιορισμό» της Αντίληψης. Έτσι Βρίσκεται, στην Ύπαρξη, στον Χώρο, στον Χρόνο.

Σε όποια κατάσταση κι αν είναι η Συνείδηση δεν έχει άλλες Ιδιότητες. Η «Παρουσία»» της είναι Αντιληπτική (κατάσταση ύπαρξης) κι η Λειτουργία της είναι Φυσική Ανεμπόδιστη και Ανόθευτη. Σε αυτή την Κατάσταση η Συνείδηση είναι σε Φυσική Ηρεμία, δεν έχει ανάγκες, επιθυμίες δραστηριότητες. Όποια ανάγκη εγείρεται φυσικά από τον φορέα, σαν πληροφορία από το πεδίο ύπαρξης, ικανοποιείται φυσικά. Αυτό σημαίνει ότι όταν δεν υπάρχει ανάγκη βιώνεις την Ελευθερία κι όταν υπάρχει ανάγκη, ανταποκρίνεσαι στον «περιορισμό». Η Φύση δεν αλλάζει σε τίποτα. Είναι αυτό που λένε «όταν κάνει ζέστη είσαι ζεστός Βούδας κι όταν κάνει κρύο είσαι κρύος Βούδας»

Όταν η Συνείδηση σκέπτεται αυτό δεν ανήκει στην Φυσική Παρουσία και Δράση. Είναι μια Δραστηριότητα που κάνει η Συνείδηση, μια εξωτερική δραστηριότητα. Η σκέψη δημιουργεί την ιδέα του εαυτού, αποδίδει ιδιότητες και χαρακτηριστικά κι έτσι δημιουργούνται αντιλήψεις, επιθυμίες, δραστηριότητες. Η Συνείδηση «ονειρεύεται».

Η σκέψη πρέπει να «αποκοπεί» στην γέννησή της, σαν Δραστηριότητα. Αν δεν αποκοπεί στο ξεκίνημά της μετά δεν αποκόπτεται. Οποιαδήποτε, δράση, προσπάθεια, επιδίωξη, είναι πάντα «σκέψη».

Τι σημαίνει λοιπόν να Νοιώσω την Αληθινή Φύση μου; Να Νοιώσω αυτό που είμαι πραγματικά, το χωρίς ιδιότητες. Να μείνω ήσυχος, ακίνητος στην φυσική μου κατάσταση. Αν ξεκινήσω να σκέπτομαι μετά βυθίζομαι στην χωρίς τελειωμό δραστηριότητα της σκέψης.

Άρα αυτό που χρειάζεται είναι ακριβώς η Κατανόηση της Αληθινής Φύσης μας που αποκαλύπτεται στην Φυσική Ακινησία. Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη είναι σκέψη.

Το να Κατανοήσουμε την Αληθινή Φύση μας δεν είναι Δύσκολο γιατί η Φύση μας Ήδη Υπάρχει και Λειτουργεί και δεν χρειάζεται τίποτα για να Εκδηλωθεί. Εκδηλώνεται ήδη Απλά Αφηνόμαστε στην «Αδειοσύνη» της Φύσης μας που είναι το Υποστήριγμα κάθε ύπαρξης.

Το αληθινό πρόβλημα των ανθρώπων είναι ότι βρίσκονται ήδη σε σκέψη και δεν γνωρίζουν πώς να σταματήσει αυτό.

Στην πραγματικότητα η σκέψη είναι μια βουλητική δραστηριότητα, σαν οποιαδήποτε βουλητική δραστηριότητα. Είναι θέμα «απόφασης». Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι θεωρούν όλα αυτά, την σκέψη, την ιδέα του εαυτού, την αντίληψή τους για την πραγματικότητα, τις επιθυμίες τους πολύτιμα. Αρπάζονται από αυτά σαν τον ναυαγό που αρπάζεται από την σανίδα. Έτσι αντί να αφήσουν την Φύση τους να Εκδηλωθεί Αυθόρμητα, την «καλλιεργούν», την κατευθύνουν και την εκτρέπουν σε λανθασμένες ατραπούς. Δεν ακολουθούν τον Αρχαίο Δρόμο, το Αρχαίο Ρεύμα της Ζωής, νομίζουν ότι μπορούν να χαράξουν την δική τους πορεία.

Διαλογισμός

Ο Διαλογισμός σαν Δράση της Συνείδησης (κι όχι σαν δράση ή δραστηριότητα ενός εγώ) δεν μπορεί να θεμελιωθεί, να αναλυθεί ή να περιγραφεί ανεξάρτητα από ένα κοσμοθεωρητικό πλαίσιο. Έτσι θα πρέπει πρώτα να καθορίσουμε την Περί Όντος Αντίληψη που υιοθετούμε πριν μιλήσουμε για τις Δράσεις αυτού του όντος. Η Θεωρία του Όντος προϋποτίθεται οποιασδήποτε Γενικής Θεωρίας του Διαλογισμού. Οι Διαφορετικές Παραδόσεις (Περί Όντος) οδηγούν σε διαφορετικές περιγραφές των Διαλογιστικών Πρακτικών. Αν όμως τελικά μπορεί να θεμελιωθεί μια Γενική Θεωρία του Όντος μπορούμε να μιλάμε για μια Θεωρία του Διαλογισμού σαν Γενικής Δράσης. Οι επιμέρους πρακτικές αφορούν ειδικές θεωρήσεις του ζητήματος.

Το Πραγματικό Υπόβαθρο της Συνείδησης είναι Αντικειμενικό, δεν είναι το υποκείμενο, το οποίο είναι ένας περιορισμός της Αντικειμενικής Συνείδησης.

Είναι η Φυσική Κατάσταση Αυτής της Αντικειμενικής Συνείδησης στην Οποία στηρίζεται κάθε υποκειμενική εμπειρία. Επίσης όλες οι Πρακτικές Διαλογισμού (Προσοχής ή Επίγνωσης) έχουν σκοπό αυτή την Φυσική Κατάσταση.

Όταν μιλάμε για Αντικειμενική Συνείδηση ή «Συνείδηση Χωρίς Περιεχόμενο» εννοούμε Συνείδηση χωρίς νοητικό περιεχόμενο, σκέψη (μνήμη), αντιλήψεις, «εμπειρία», κλπ. Στην πραγματικότητα, σε μια τέτοια κατάσταση υπάρχει Πλήρης Λειτουργία της Συνείδησης, φυσική ροή αντίληψης κι επικοινωνίας με τον αντικειμενικό χώρο, αλλά αυτή η λειτουργία είναι ζωντανή, στιγμιαία και δεν αφήνει ίχνη, έχει απλά συνέχεια (είναι μια ροή αντίληψης). Η σκέψη είναι στατικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, απολιθώματα αντίληψης κι όχι ζωντανή ροή αντίληψης. Είναι ένα κατασκεύασμα και μια κακή απομίμηση της ζωντανής πραγματικότητας.

Έτσι η Συνείδηση πρέπει να «αναγνωριστεί» σε πολλές καταστάσεις, σαν Αντικειμενική Συνείδηση ή «Συνείδηση Χωρίς Περιεχόμενο», σαν Περιορισμένη Συνείδηση ή «Συνείδηση Με Περιεχόμενο» ή Υποκειμενική Συνείδηση (Συνείδηση του εαυτού, συνείδηση της διττότητας). Με άλλα λόγια η Συνείδηση είναι Ανεξάρτητη Περιεχομένου, κι Υφίσταται χωρίς να επηρεάζεται από την μη ύπαρξη ή την ύπαρξη περιεχομένου. Απλά η ύπαρξη περιεχομένου την «περιορίζει» ακριβώς στα πλαίσια του «περιεχομένου» της.

Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι συμβαίνει γιατί δεν έχουν μια ζωντανή αντίληψη αλλά σκέπτονται μέσα από καθορισμένους όρους κι έννοιες. Ταυτίζουν την Συνείδηση με το υποκείμενο (δηλαδή με την σκέψη, το νοητικό περιεχόμενο, την αντίληψη ενός εαυτού) κι έτσι δεν μπορούν να συλλάβουν τι σημαίνει Αντικειμενική Συνείδηση αφού για αυτούς η συνείδηση είναι πάντα υποκειμενική (το νοητικό περιεχόμενο) και εκφράζει πάντα μια υποκειμενική εμπειρία (που διατυπώνεται μέσω της σκέψης). Πιστεύουν (λανθασμένα) ότι «συνείδηση χωρίς περιεχόμενο» είναι κάτι κενό, κάτι μη δυνάμενο να υπάρξει κι έτσι απορρίπτουν κάθε προοπτική λύσης του προβλήματος. Με άλλα λόγια το πρόβλημα εδώ δεν είναι πραγματικό, είναι «γλωσσολογικό», είναι δηλαδή ένα ψευδές πρόβλημα. Η Πραγματικότητα, το τι ακριβώς συμβαίνει μπορεί να κατανοηθεί μόνο όταν «αναγνωρίσουμε» ότι πέρα από το υποκείμενο υπάρχει ένα Ευρύτερο, Ελεύθερο, Ανοιχτό Υποκείμενο. Αυτή είναι η Αντικειμενική Συνείδηση. Πέρα από τον μικρό περιορισμένο εαυτό (το μικρό περιορισμένο εγώ) υπάρχει Ένας Ευρύτερος Παγκόσμιος Εαυτός (Ένα Παγκόσμιο Εγώ). Στις Παραδόσεις λέγεται Ισβάρα, Λόγος, Θεάνθρωπος, Αλάγια Βιτζνάνα, κλπ. Έτσι η «μετάβαση» από την υποκειμενική συνείδηση στην Αντικειμενική Συνείδηση γίνεται πιο «κατανοητή».

Η Συνείδηση χωρίς περιεχόμενο (ή η Ζωντανή Ρέουσα Συνείδηση) ονομάζεται Καθαρή Συνείδηση, Σιωπηλή Συνείδηση, Εμπειρία μη-διττότητας, κλπ.

Ακινησία

Όταν «σταματάμε» (με «βουλητική απόφαση») την δραστηριότητα της σκέψης, όταν σταματάμε να τροφοδοτούμε την αντίληψη εαυτού, όταν σταματάμε την (προσωπική) «συμμετοχή» εισερχόμαστε σε μια κατάσταση «Ακινησίας». Τι σημαίνει αυτό;

Η «Ακινησία» είναι ακινησία μόνο από την άποψη της εγωικής δραστηριότητας. Η Αληθινή Φύση είναι σε Πλήρη Εγρήγορση, σε Απόλυτη Ανοιχτή Προσοχή, σε Ανεμπόδιστη κι Ολοκληρωτική Λειτουργία κι όλα γίνονται «μόνα» τους. Στην πραγματικότητα όλα συμβαίνουν μόνα τους, χωρίς δική μας «συμμετοχή». Αυτό σημαίνει ότι τώρα Λειτουργούμε με την Αληθινή Ευρύτερη Φύση μας κι όχι με την περιορισμένη κατασκευασμένη προσωπικότητα. Είμαστε και Λειτουργούμε σαν Ουρανός κι όχι σαν ένα τυχαίο σύννεφο, μια συσσώρευση υδρατμών που ήρθε από το πουθενά και θα διαλυθεί στο πουθενά.

Έτσι η «Ακινησία» (που ορίζεται από την πλευρά της περιορισμένης συνείδησης) δεν είναι Ακινησία αλλά Ελευθερία από την απατηλή εγωική δραστηριότητα. Είναι η Ζωή, το Σύνολο της Ζωής, που ελευθερώνεται από τους ατομικούς περιορισμούς. Είναι η Έξοδος στην Αληθινή Γη της Ελευθερίας, στην Μη-δυαδική Συνείδηση που Αγκαλιάζει τα πάντα. Είναι η Πύλη για τους Ανώτερους Ουρανούς της Ύπαρξης.

`Η Φυσική Ανάδυση

Η Εγγενής Ικανότητα της Συνείδησης να Αντιλαμβάνεται Αντικειμενικά (Σύμφωνα με Νόμους που επιβεβαιώνουν την εγκυρότητα της Αντίληψης) και να εκφράζει αυτή την Αντίληψη με «ιδέες», με «έννοιες», «αντιλήψεις» και με αντίστοιχες λέξεις, ονομάζεται Λόγος. Έτσι ο Λόγος «νοείται» πάντα σαν ο Αντικειμενικός Ορθός Λόγος. Ό,τι ξεφεύγει της Ορθότητας είναι «παράλογο».

Κατ’ επέκταση από τον Λόγο προέρχεται το Λογίζεσθαι (το διανοείσθαι) και ο Λογισμός (σαν πράξη και σαν αποτέλεσμα).

Ο Λόγος με την διπλή όψη της έννοιας-λέξης αναπτύσσεται σε γλώσσα. Σκεπτόμαστε και εκφραζόμαστε «γλωσσικά». Η γλώσσα (με τους όρους της) είναι λοιπόν το δομικό στοιχείο και της σκέψης και του επικοινωνιακού λόγου. Ο εκφρασμένος λόγος μπορεί έτσι να ελεγχθεί για την αντικειμενικότητά του, την λογική του, την εγκυρότητά του.

Το τι σκέπτεται και τι λέει κάποιος φανερώνει, εκ των πραγμάτων, την υπαρξιακή του κατάσταση.

Η Ζωή σαν φαινόμενο διατήρησης και συνέχειας ταυτίζεται με τον Λόγο, τον Ορθό Λόγο. Διαφορετικά επέρχεται αποσύνθεση. Συνεπώς η ίδια η Ζωή, σαν φαινόμενο Καθοδηγείται από τον Ορθό Λόγο και Αναδύεται στην Υπέρβαση της άγνοιας, της λανθασμένης αντίληψης, του μη λογικού.

Η έννοια του Διαλογισμού σε αυτή την περίπτωση, είναι να πάμε πέραν του Λογισμού (της σκέψης) στην Αντικειμενική Θεώρηση των πραγμάτων, που σημαίνει τελικά πέραν της σκέψης, πέραν του υποκειμενικού, στην Αντικειμενική Αντίληψη.

Η Αναζήτηση της Αλήθειας δεν είναι παρά η απόρριψη της μη λογικής σκέψης:

1) Η απόρριψη των δοξασιών της κατώτερης ή αυτόματης αντίληψης (και της άκριτης αποδοχής των «πληροφοριών») δεν χρειάζεται αιτιολόγηση.

2) Η απόρριψη της διανοητικής επεξεργασίας, σαν μεροληπτικής (κι επομένως «κατασκευασμένης» και ψεύτικης) οδηγεί στο ξεπέρασμα της διανόησης.

3) Η Ήσυχη Παρατήρηση, χωρίς «συμμετοχή», όσων συμβαίνουν οδηγεί στην αποδυνάμωση του «εγώ», στην αντικειμενική θεώρηση και στην υπέρβαση της ιδέας του εαυτού. Εδώ κατακτιέται η αντικειμενική γνώση.

Με άλλα λόγια η ίδια η Ζωή, από την φύση της, Οδηγεί, πέραν των περιορισμών, στην Κατάσταση της Ελευθερίας.

Οι Παραδοσιακοί Δρόμοι

Ο Διαλογισμός σαν «Πρακτική Υπέρβασης της Σκέψης», σαν «Διαδικασία Υπέρβασης της Διττότητας της Αντίληψης» έχει διάφορες «ποικιλίες».

Γενικά, υπάρχουν δύο είδη Διαλογισμού. Ο Διαλογισμός Προσοχής ή Εστιασμένης Προσοχής σε ένα αντικείμενο κι ο Διαλογισμός της Επίγνωσης ή της Ανοιχτής Παρακολούθησης.

Ο Διαλογισμός Προσοχής ή Εστιασμένης προσοχής σε ένα αντικείμενο ακολουθείται, για παράδειγμα, στην Παραδοσιακή Σχολή του Σαμκύα Γιόγκα. Κατά την φυσική διαδικασία του διαλογισμού η «επίγνωση» μετατίθεται προοδευτικά από το αντικείμενο στην ροή της αντίληψης και μετά στον Εαυτό (που βλέπει). Αυτή η διαδικασία διαλύει την σκέψη, μηδενίζει το εγώ κι Απελευθερώνει τον Εαυτό σε μια Επίγνωση Ανοιχτή που Αγκαλιάζει τα πάντα, στην Μη-δυαδική Συνείδηση. Το επόμενο βήμα είναι η Χωρίς Όρια Ελεύθερη Συνείδηση. Το Ύστατο Βήμα είναι η Συνείδηση Καθεαυτή.

Όπως υποδεικνύει ο Patanjali, εάν όλες αυτές οι τεχνικές (που αναπτύσσονται στο «Γιόγκα Σούτρας») θεωρούνται εργαλεία για τη μείωση ή την υποχώρηση των θορύβων που αναπτύσσονται ως συνέπεια διαφορετικού νοητικού περιεχομένου, (σαμσκάρας: λεπτές νοητικές εντυπώσεις ή ψυχολογικά αποτυπώματα), τότε αυτό που μένει όταν αφαιρούμε αυτούς τους θορύβους είναι η Φυσική Κατάσταση Διαλογισμού (η οποία είναι απαλλαγμένη από οποιοδήποτε νοητικό περιεχόμενο ). Αυτό είναι το Απλό Σαμάντι. Ακολουθεί το Ανώτερο Σαμάντι (της Αντίληψης σαν «Χώρου»). Ακολουθεί η Καϊβαλγία (η Απελευθέρωση).

Ο Διαλογισμός της Επίγνωσης ή της Ανοιχτής Παρακολούθησης αυτού που συμβαίνει, εφαρμόζεται κυρίως σε Βουδιστικές Σχολές Εδώ υπάρχει προοδευτική μετάθεση από τον εξωτερικό κόσμο, στα «αισθήματα» και μετά στην σκέψη. Η σκέψη διαλύεται. Φτάνουμε στην ίδια κατάσταση της Μη-δυαδικής Συνείδησης. Αυτή είναι η Ολοκλήρωση των κατώτερων Τζάνας. Τα Ανώτερα Σαμαπάττι αφορούν την Εμπειρία του Άχρονου Χώρου. Η Τελική Κατάσταση της Αληθινής Φώτισης (ή του Νιρβάνα) Εκτείνεται Έξω από τον Χώρο, στην Άχωρη (κι Άχρονη) Πραγματικότητα.

Μήπως στους άγνωστους μιλάμε για όσα δεν τολμάμε να πούμε στους δικούς μας ανθρώπους;

Στους άγνωστους μιλάμε για όσα δεν τολμάμε να παραδεχτούμε στους δικούς μας ανθρώπους!

Είναι μια άποψη κι αυτή, αν και πιστεύω πως στους αγνώστους, οι οποίοι δεν ξέρουν και δεν έχουν ακούσει και την άλλη πλευρά, εύκολα και άνετα μπορούμε να διαστρεβλώσουμε την αλήθεια,, ακόμα και να κρύψουμε και τις τυχόν ενοχές μας!

Μιλώντας με κάποιον άγνωστο, είμαστε σε θέση να δούμε και να αντιληφθούμε απ' τη δική μας οπτική γωνία τα γεγονότα και τα συμβάντα, ούτως ώστε να είμαστε σε θέση να φτιάξουμε τη δική μας όσο το δυνατόν καλύτερη ατομική εικόνα.

Καμιά φορά μπορούμε και καταφέρνουμε να απεγκλωβίσουμε τις σκέψεις μας και να κατευθύνουμε τις διαθέσεις μας, έτσι ώστε να ναι ανέπαφες της πραγματικότητας και κυρίως να μην εστιάζουν στο παραμικρό προς αυτήν.

Άλλες πάλι φορές βρισκόμαστε σε θέση ,με το να αντιληφθούμε την εσωτερική μας ανάγκη να μιλήσουμε σε κάποιον και να αποφορτιστούμε , να βρούμε εύκολη τη δίοδο, απέναντι σε κάποιον που ούτε μας γνωρίζει και φυσικά και εμείς δε διατιθέμεθα να μας γνωρίσει πλήρως.

Ας το αναφέρω, όπως το εκλαμβάνω εγώ και θα μου πείτε και εσείς αν είναι σωστό ή όχι.

Το θεωρώ αναγκαίο κακό ,καθώς έχει βιώσει κάποιος ή κάποια μια παντελή έλλειψη επικοινωνίας και καλύπτοντας εκείνα τα κενά , είναι διατεθειμένος ή διατεθειμένη, να μπει σε διαδικασία και αναφοράς των γεγονότων ,αλλά αυτό που δεν αντιλαμβάνεται , είναι πως του κάνει κακό.

Φυσικά η παρόρμηση της στιγμής, καθώς και η διάθεσή μας να μιλήσουμε σε κάποιον να φύγει από πάνω μας, ακόμα και το βάρος της αδικίας, μας καθιστά ανώριμους και ανίκανους να διαχειριστούμε και τις δικές μας αλήθειες.

Με αποτέλεσμα, όταν από μόνοι μας δίνουμε τροφή για σχόλια, ο ακροατής μας να ναι σε θέση να τα εκλάβει κατά εμάς και να γυρίσει όλο αυτό μπούμερανγκ.

Γι’ αυτό πρέπει να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας και να είμαστε σε θέση για επιλεκτικές πληροφορίες και όχι ότι μας αφορά προσωπικά ή το χειρότερο, τις προσωπικές μας στιγμές.

Σ’ αυτά τα πέτρινα χρόνια απομάκρυνσης που διανύουμε είναι συχνά τα φαινόμενα, καθώς η ψυχή μας αδειάζει, πετρώνει και στη διάθεσή μας να επανενταχτεί ,ίσως και να βιώσει το δικό της μετέπειτα ζωντανό αργό θάνατο.

Αλλά σε κάθε παράδειγμα υπάρχει και η εξαίρεση του κανόνα κι αυτή έχω να σας ομολογήσω.

Μέσα από αληθινές συζητήσεις, φιλικές, απλές, αγνές και ανθρώπινες, εδραιώνονται και φιλίες με αξίες και ιδανικά, φιλίες ξέχωρες και ιδιαίτερης αλήθειας και εμπιστοσύνης.

Για την ευθραυστότητα των ανθρώπινων δεσμών

Σε αντίθεση με τη «σχέση», τη «συγγένεια», τη «συντροφιά» και άλλες παρόμοιες έννοιες που εξαίρουν την αμοιβαία δέσμευση ενώ αποκλείουν ή αποσιωπούν το αντίθετο της, την αποδέσμευση, το «δίκτυο» αντιπροσωπεύει μια μήτρα ταυτόχρονων συνδέσεων και αποσυνδέσεων’ τα δίκτυα είναι αδιανόητα χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία και των δυο αυτών ενεργειών.

Σε ένα δίκτυο, η σύνδεση και η αποσύνδεση είναι επιλογές εξίσου νόμιμες, απολαμβάνουν το ίδιο κύρος και έχουν την ίδια σημασία.

Δεν έχει νόημα να ρωτά κανείς ποια από τις δύο συμπληρωματικές ενέργειες συνιστά την «πεμπτουσία» του δικτύου!

«Δίκτυο» σημαίνει στιγμές «επαφής» που εναλλάσσονται με περιόδους ελεύθερης περιπλάνησης.

Σε ένα δίκτυο οι συνδέσεις πραγματοποιούνται όποτε το ζητήσει κανείς και μπορούν να διακοπούν κατά βούληση.

Μια σχέση «ανεπιθύμητη πλην αναπόδραστη» είναι ακριβώς η πιθανότητα εκείνη που κάνει τη «σχέση» εν γένει τόσο δολερή όσο την αισθάνεται κανείς.

Όμως μια «ανεπιθύμητη σύνδεση» αποτελεί οξύμωρο: οι συνδέσεις μπορούν να διακοπούν – και πράγματι διακόπτονται- πολύ πριν αρχίσουν να γίνονται ανυπόφορες.

Οι συνδέσεις είναι «εικονικές σχέσεις». Σε αντίθεση με τις πατροπαράδοτες σχέσεις μοιάζουν κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των συνθηκών της ρευστής μοντέρνας ζωής, στην οποία οι «ειδυλλιακές προοπτικές» (και όχι μόνο) υποτίθεται ότι (επιθυμούμε να) έρχονται και να παρέρχονται όλο και πιο γρήγορα και με αμείωτη πυκνότητα, τρέποντας σε άτακτη φυγή και κατατροπώνοντας η μια την άλλη με υποσχέσεις «μεγαλύτερης ικανοποίησης της ολοκλήρωσης».

Αντίθετα από τις «πραγματικές σχέσεις» στις «εικονικές» η είσοδος και η έξοδος είναι εύκολη υπόθεση.

Τέτοιες «σχέσεις» μοιάζουν έξυπνες και καθαρές, εύκολες στη χρήση και φιλικές προς το χρήστη, όταν συγκρίνονται με τις βαριές, δυσκίνητες, αδρανείς και ακατάστατες «πραγματικές» ομολόγους τους.

Η διπλή έννοια του αρχαίου θεάτρου - Η πολιτική και η τέχνη

Το να μιλήσει κανείς για το αρχαίο θέατρο με ένα σύντομο κείμενο, όπως το παρόν, είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Ωστόσο αξίζει να διατυπω­θούν ορισμένες σκέψεις για τη λειτουργία του όχι μόνο στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ζωής, αλλά και στην πολιτική ζωή της αρχαίας πόλης και της κοινωνίας. Συγχρόνως, είναι πολύ χρήσιμο να αξιολογηθεί η σημα­σία των αρχαίων θεάτρων στο σημερινό γίγνεσθαι όχι μόνο ως μνημεί­ων, αλλά και ως γόνιμων στοιχείων της σύγχρονης πολιτιστικής και πολι­τισμικής δραστηριότητας.

Α. Έχει σημασία να ξεκινήσει κανείς από την τελευταία παρατήρηση, αυτή που αφορά τον σύγχρονο πολιτισμό. Το αρχαίο θέατρο με τα φυσικά και πνευματικά χαρακτηριστικά του είναι βέβαιο ότι κατέχει μια εμβληματική θέση στη σημερινή ζωή. Στο μεσογειακό τοπίο, και μάλιστα στο ελλη­νικό τοπίο, το κρηπιδωτό σχήμα των λειψάνων των αρχαίων θεάτρων είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα. Καθώς η δημιουργία του λίθινου αρχαίου θεάτρου απαιτούσε ορισμένους φυσικούς όρους, άμεσα συνδεδεμένους με το φυσικό περιβάλλον του, είναι σήμερα το «μνημείο» εκείνο που χω­ρίς άλλη μεσολάβηση εξακολουθεί έως τις ημέρες μας να διατηρεί τη φυ­σική του θέση και το τοπίο όμοιο, όπως διαγράφεται στα αρχαία χρόνια. Σήμερα το αρχαίο θέατρο μπορεί να συνεχίσει την αρχαία λειτουργία του με τον ίδιο τρόπο, όπως μόνο στις παλιές εκκλησίες συμβαίνει, όπου παρά τις ποικίλες προϋποθέσεις και τους κινδύνους χρησιμοποιούνται για τον ίδιο αρχικό σκοπό. Στην πραγματικότητα τα αρχαία θέατρα σώζουν μέσα στους αιώνες το άυλο περιεχόμενο της λειτουργίας τους, παραμένουν ζω­ντανά και δεν υφίστανται μόνο ως «μουσειακά» αντικείμενα.

Παρατηρώντας τα πράγματα με μεγαλύτερη προσοχή αναγνωρίζει κα­νείς πολλά σημαντικά: τη σπουδαιότερη πληροφορία της αρχαίας θεα­τρικής πρακτικής προσφέρουν πρωταρχικά τα αρχαία λίθινα θέατρα και υποστηρίζουν όσα προκύπτουν από τα αρχαία θεατρικά κείμενα. Όσο δυ­σερμήνευτη και αν είναι η πληροφορία αυτή, παραμένει η πλέον άμεση, ακριβώς επειδή αφορά στον τόπο και το σχήμα της θεατρικής παράστα­σης. Σχεδόν όμοια όπως και στην εκκλησία (και άλλους σύγχρονους τό­πους λατρείας) μπορεί να επαναληφθεί η θεατρική πράξη, όχι ως «μου­σειακό έκθεμα», αλλά ως πραγματικό θεατρικό δρώμενο, ως έργο της σύγχρονης σκέψης και αισθητικής.

Με βάση τις παραπάνω γενικές παρατηρήσεις αποτιμάται η αξία των λίθινων θεάτρων σήμερα ως πολύ μεγάλη. Το γεγονός ότι αποτελούν συγχρόνως μέρος του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και του πολιτισμι­κού, δημιουργεί μια σειρά προϋποθέσεων και όρων για τη διαχείριση και χρήση των χώρων αυτών. Απαιτούνται εξειδικευμένες μελέτες και αρχές έτσι ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα της φθοράς του χρόνου και των σύγχρονων πολλαπλών κοινωνικών απαιτήσεων.

Είναι φανερό ότι τα αρχαία θέατρα σημειοδοτούν ένα σημαντικό θέμα του σύγχρονου πολιτισμού που αφορά δημιουργούς, αλλά και το ευρύ κοινό, τους εξειδικευμένους επιστήμονες, αλλά και το κοινωνικό περιβάλ­λον. Η σχέση αυτή υποδεικνύει ένα συνεχή διάλογο και τη λεπτομερή έρευνα των πραγματικών δεδομένων για το καλύτερο αποτέλεσμα.

Β. Ο σύνθετος αυτός χαρακτήρας του αρχαίου θεάτρου είναι κύριο συ­στατικό του από αιώνες τώρα, από τη γένεση του. Βασισμένο σε παλιότερες θρησκευτικές παραδόσεις, σε μύθους και κοινωνικά δρώμενα, ανα­πτύσσεται και παγιώνει τη μορφή του στις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αι­ώνα π.Χ. σχεδόν συγχρόνως με την αθηναϊκή Δημοκρατία.

Στον 5ο προχριστιανικό αιώνα πολλοί και σπουδαίοι ποιητές με τα θε­ατρικά έργα τους θα διατυπώσουν όλα όσα βασανίζουν τον σύγχρονό τους άνθρωπο και πολίτη. Ια έργα παίζονται σε ανοιχτούς χώρους, με ξύ­λινες κατασκευές για τις ανάγκες των θεατών και των ηθοποιών. Η πολιτεία φροντίζει με νόμους όλοι οι πολίτες να συμμετέχουν και να παρακο­λουθούν τις παραστάσεις που πραγματοποιούνται συνήθως στο πλαίσιο των εορτών του Διονύσου. Άλλωστε στην Αθήνα ένας από τους σπουδαι­ότερους τόπους των θεατρικών αυτών γεγονότων βρισκόταν κοντά στο ιερό του πολιούχου αυτού θεού στους νότιους πρόποδες του βράχου της Ακρόπολης.

Στον 4ο αιώνα π.Χ. οι ξύλινες κατασκευές για τις ανάγκες των θεατρι­κών παραστάσεων αντικαθίστανται πλέον από τις μόνιμες λίθινες εγκατα­στάσεις των θεατρικών οικοδομημάτων (επί άρχοντος Λυκούργου το 336 π.Χ.). Η μορφή του λίθινου θεάτρου ολοκληρώνεται και παγιώνεται ως τύπος έτσι ώστε με την χαρακτηριστική του μορφή αρχίζει να εμφανίζε­ται βαθμιαία στις περισσότερες ελληνικές πόλεις και τα Ιερά. Η δυνατό­τητα να συγκεντρώνεται εκεί μεγάλος αριθμός ανθρώπων, με σκοπό μά­λιστα να εκφράσουν όσα απασχολούσαν τη σκέψη και τη ζωή τους, καθι­στούσε το χώρο του θεάτρου αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής των ελληνικών κοινωνιών. Το θέατρο αναδεικνύεται προφανώς ως μια δημόσια-πολιτική υπόθεση και έτσι θα την αναγνωρίσουν οι επόμενοι από την δημιουργία του αιώνες. Παράλληλα προς τη διονυσιακή λατρεία στον 5ο αιώνα π.Χ., με την οποία το θέατρο συνδέεται πολύ στενά, πολύ νωρίς η θέση του θεατρικού χώρου σημειοδοτεί τις έννοιες της Εκκλησίας του Δή­μου, του δημόσιου λόγου και γενικά της Δημοκρατίας. Όταν το 403 π.Χ. στην Αθήνα επιστρέφει η Δημοκρατία, μετά τις περιπέτειες των ολιγαρχι­κών στάσεων, η Εκκλησία του Δήμου πραγματοποιεί την πρώτη συγκέ­ντρωσή της στο Διονυσιακό θέατρο, σε αντίθεση προς τους αντιπάλους ολιγαρχικούς, οι οποίοι είχαν κηρύξει την στάση τους στο Ιερό του Ποσειδώνα στον Κολωνό.

Πολύ γρήγορα, στο τέλος του 4ου-αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. τα λίθινα θέατρα γίνονται σταθερά και απαραίτητα συστατικά στοιχεία της αρχαίας πόλης, ακόμη και όταν το πολιτικό σύστημά της δεν είναι το δημοκρατικό ή ακόμη και αν αυτή ανήκει σε κάποιο ελληνιστικό βασίλειο.

Οι κοινωνικές, πολιτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες καθιστούν την ύπαρξη ενός λίθινου θεάτρου επιτακτική για την ελληνική πόλη και πολύ γρήγορα εμφανίζονται στις ελληνικές χώρες ή στις χώρες της ελληνικής επιρροής εκατοντάδες θεατρικά οικοδομήματα. Αξίζει να σημειωθεί η σχέση των θεατρικών εγκαταστάσεων με τα Κοινά, τους πολιτικούς εκείνους σχηματισμούς των ελληνιστικών χρόνων που δημιουργούν ελληνικές πόλεις η φύλα για να μπορέσουν να επιβιώσουν πολιτικά. Στις έδρες των Κοινών ιδρύονται κατά κανόνα θέατρα, και μάλιστα συνήθως μεγά­λου μεγέθους, με σκοπό να χρησιμεύσουν ως τόποι συνάθροισης των αντιπροσώπων των μελών των Κοινών. Τα γνωστά παραδείγματα των θεάτρων της Λάρισας ή της Μεγαλόπολης δηλώνουν τη σχέση αυτή με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο.

Την πολιτική σημασία του θεάτρου υπογραμμίζει ένα ακόμη εντυπω­σιακό παράδειγμα, αυτό του θεάτρου της αρχαίας πρωτεύουσας των Μακεδόνων, των Αιγών (4ος αιώνας π.Χ.). Σύμφωνα με τα ιστορικά κείμε­να, στην παλιά πόλη των Μακεδόνων θα υποδεχόταν ο βασιλιάς Φίλιπ­πος τους αντιπροσώπους των ελληνικών πόλεων. Αφορμή ήταν ο γάμος της κόρης του με τον βασιλιά της Ηπείρου Αλέξανδρο, στην πραγματικό­τητα όμως ο Μακεδόνας βασιλιάς επιθυμούσε, ως αρχηγός των Ελλήνων και πριν ξεκινήσει για την εκστρατεία του εναντίον της Ασίας, να κάνει επίδειξη της δύναμής του. Για όλους αυτούς τους λόγους η πόλη των Αι­γών αποκτά ένα από τα πρώτα λίθινα θέατρα, πολύ κοντά στο εντυπωσι­ακό ανάκτορο. Εκεί ο Φίλιππος θα κάνει την εμφάνισή του, σχεδόν «θε­ϊκός», ως αρχηγός των συνασπισμένων Ελλήνων. Εκεί όμως, όπως γρά­φει ο αρχαίος συγγραφέας, θα γραφεί με τον πιο δραματικό τρόπο η τε­λευταία πράξη της βασιλείας του ισχυρού αυτού βασιλιά που δολοφονεί­ται από ανθρώπους της φρουράς του. Με αυτόν το τρόπο ανοίγει ο δρό­μος για την διαδοχή του Αλέξανδρου.

Τα παραπάνω παραδείγματα χρήσης του θεάτρου στις πολίτικες λει­τουργίες δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα. Πολύ γρήγορα στις έδρες των Κοινών ιδρύονται μεγάλα θέατρα για να εξυπηρετήσουν τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των πόλεων.

Το λίθινο θέατρο γίνεται το αναπόσπαστο στοιχείο της δημόσιας ζωής τους και ίσως λιγότερο της αντίστοιχης θρησκευτικής. Τα βουλευτήρια δανείζονται από τα θέατρα την βασική ιδέα εγκατάστασης για την εξυπη­ρέτηση των συμμετεχόντων. Ακολουθούν τα ωδεία και αργότερα τα ρω­μαϊκά αμφιθέατρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ύπαρξη θεατρικών οικο­δομημάτων στις χώρες της Μεσογείου δηλώνει και τα όρια της επιρροής του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής πολιτικής σκέψης. Με τις πα­ραπάνω σύντομες και γενικές παρατηρήσεις και σε συνδυασμό με το μο­ναδικό θεατρικό - ποιητικό έργο γίνεται φανερή η σημασία των αρχαίων θεάτρων για τον κόσμο μας και τη σύγχρονη σκέψη.

Γ. Η σύντομη αυτή επισκόπηση του θέματός μας επιστρέφει στο αρ­χικό σημείο του σχολιασμού μας, τους κανόνες αποκατάστασης της μορ­φής και της λειτουργίας των αρχαίων θεάτρων. Οφείλουν να διατυπώ­νονται με αλήθεια και έχοντας υπόψη ένα ξεχωριστό στοιχείο: τα μνημεία μπορούν να λειτουργούν ακόμη όπως και τα αντίστοιχα δραματουργικά έργα. Δεν είναι «μουσειακά» είδη, αλλά δοκιμασμένες εκφράσεις της ελεύθερης σκέψης των ανθρώπων και ακριβείς περιγραφές της μοί­ρας τους, με κύρος για όλες τις εποχές. Η προστασία του αρχαίου υλι­κού αλλά και του φυσικού περιβάλλοντος, αποτελεί βασική προϋπόθεση. Από το σημείο αυτό ξεκινά η ανάγκη για μια ειδική και συνεχή φροντίδα καθώς και μελέτη του θέματος.

Στο θέατρο χρειάζονται, περισσότερο από τους επισκέπτες του «μνη­μείου», κυρίως οι θεατές και οι μετέχοντες του θεατρικού γεγονότος.

ΔΕΣ


ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ

ΑΡΧΑΙΑ ΘΕΑΤΡΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Νίτσε: Ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί που βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας

Δε γνωρίζουμε τον εαυτό μας, εμείς που αναζητούμε τη γνώση· αγνοούμε τον εαυτό μας: Κι αυτό έχει το λόγο του. Ποτέ δεν αναζητήσαμε τον εαυτό μας – πως θα μπορούσε να συμβεί να τον βρούμε μια μέρα;

Δίκαια ειπώθηκε: «Eκεί που είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι η καρδιά σας»· Ο δικός μας θησαυρός είναι εκεί που βρίσκονται οι κυψέλες της γνώσης μας. Πάντα προς αυτές πηγαίνουμε, σαν να ‘μασταν από γεννησιμιού μας φτερωτά έντομα και συλλέκτες του μελιού της γνώσης, νοιαζόμαστε, με όλη τη δύναμη της καρδιάς μας, μόνο για ένα πράγμα – «Να φέρουμε κάτι στο σπίτι».

Όσον αφορά τώρα στη ζωή, στα λεγόμενα «βιώματα» – ποιος από μας έχει αρκετή σοβαρότητα γι’ αυτό; Ή αρκετό χρόνο;

Φοβάμαι πως για τέτοιες υποθέσεις δεν ενδιαφερόμασταν ποτέ «για την υπόθεση»: Δεν έχουμε την καρδιά μας εκεί – ούτε καν τα’ αφτιά μας!

Μοιάζουμε μάλλον μ’ έναν θεϊκά αφηρημένο και βυθισμένο στον εαυτό μας άνθρωπο, που η καμπάνα του μεσημεριού χτύπησε με όλη της τη δύναμη δώδεκα της χτύπους, κι εκείνος μεμιάς αναπηδά κι αναρωτιέται: «Tι ώρα χτύπησε;».

Έτσι κι εμείς τρίβουμε καμιά φορά τ’ αφτιά μας εκ των υστέρων και ρωτάμε, εντελώς σαστισμένοι, εντελώς μπερδεμένοι, «Tι ήταν στ’ αλήθεια αυτό που μόλις βιώσαμε;»

Ακόμη περισσότερο, «Ποιοι είμαστε τελικά;». τότε μετράμε εκ των υστέρων, όπως είπαμε, όλους τους δονούμενους ακόμη χτύπους της καμπάνας του βιώματός μας, της ζωής μας, του Είναι μας – αχ! – και κάνουμε λάθος στο μέτρημα…

Μένουμε κατ’ ανάγκη ξένοι προς τον εαυτό μας, δεν τον καταλαβαίνουμε, συγχέουμε τον εαυτό μας με άλλους· Για μας ισχύει ο νόμος στους αιώνες των αιώνων «κανένας δεν είναι πιο ξένος προς τον εαυτό του από τον εαυτό του», όσον αφορά στον εαυτό μας δεν είμαστε από εκείνους που «αναζητούν τη γνώση»…

Friedrich Nietzsche, Η Γενεαλογία της Ηθικής