Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018

Η επίδραση του σχολείου στην ψυχοκοινωνική εξέλιξη του παιδιού

Με αφορμή τη σχολική χρονιά που μόλις ξεκίνησε, το άρθρο αυτό στόχο έχει να συζητήσει την επίδραση του σχολείου στη ζωή του παιδιού, τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική του εξέλιξη.

Η σχολική ηλικία στην οποία αναφερόμαστε αφορά κυρίως τη λανθάνουσα περίοδο, δηλαδή τη διάρκεια των χρόνων που θα περάσει το παιδί στο δημοτικό σχολείο. Ακόμη κι αν προηγούμενα το παιδί έχει πάει στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο, μέχρι τότε η οικογένεια παραμένει το σημείο αναφοράς και το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής του. Φυσικά το παιδί μπορεί να αντέξει τη συνύπαρξη με άλλα παιδιά στον παιδικό σταθμό και αντλεί οφέλη από την παραμονή του στο νηπιαγωγείο όμως, είναι κατά τη διάρκεια της λανθάνουσας περιόδου που το παιδί μπορεί να διοχετεύει τις ενορμητικές του ενέργειες σε γνωστικές δραστηριότητες και να στρέψει το ενδιαφέρον του στους συνομηλίκους. Με την είσοδό του στο δημοτικό, το σχολείο αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς χρονικά και γνωστικά οι απαιτήσεις αυξάνονται.

Με τον όρο «Λανθάνουσα περίοδο» αναφερόμαστε στην περίοδο της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης του παιδιού η οποία διαρκεί από το πέμπτο ή έκτο έτος έως την εφηβεία και κατά την οποία τα σεξουαλικά ενδιαφέροντα και οι σεξουαλικές δραστηριότητες του παιδιού σιγούν, υποχωρούν. Ο Φρόυντ θεώρησε την περίοδο αυτή της σχολικής ηλικίας απαλλαγμένη, συγκριτικά με τις προηγούμενες και τις επόμενες, από την πίεση των ενστικτωδών ενορμήσεων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου το «εγώ» του παιδιού θα πρέπει να κάνει μια σοβαρή δουλειά προσαρμογής: ενώ μέχρι τώρα είχε κυρίως να αντιμετωπίσει τις απαιτήσεις των εσωτερικών του δυνάμεων καλείται πια να χειριστεί και την εξωτερική πραγματικότητα. Η αρχή της πραγματικότητας αντικαθιστά την αρχή της ηδονής στη ζωή του, έχει δηλαδή τη δυνατότητα να αξιολογεί τις συνθήκες που επικρατούν και μπορεί να περιμένει για την ικανοποίηση των επιθυμιών του, χωρίς να αποζητά άμεση ικανοποίηση, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.

Φθάνοντας λοιπόν, στο σχολείο το παιδί είναι φορέας όλης της εμπειρίας που απέκτησε στις σχέσεις με την οικογένειά του. Αυτό δε σημαίνει ότι ως το σημείο αυτό η προσωπικότητά έχει διαμορφωθεί ολοκληρωτικά και ότι πλέον δεν υπάρχει περαιτέρω εξέλιξη. Μετά τα έξι χρόνια η ψυχική και σωματική ωρίμανση συνεχίζεται ενώ επηρεάζεται διαρκώς από το περιβάλλον. Στη φάση αυτή της ανάπτυξης το παιδί ζει υπό την διπλή επίδραση των γονέων και των σχολικών σχέσεων και βιώνει την απερίσπαστη ανακατάξη των ενδιαφερόντων του, των αξιών και των επιδιώξεών του.

Η συναισθηματική ενέργειά του προσανατολίζεται περισσότερο προς τη δραστηριότητα, δηλαδή αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη επιθυμία για γνώση και κατανόηση. Το παιδί έχει αυξημένη ικανότητα για συγκέντρωση, αντλεί ευχαρίστηση από τη δουλειά του σχολείου και βρίσκει ικανοποίηση στο να μαθαίνει συνεχώς νέα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό νιώθει ότι αρχίζει η σταδιακή του είσοδος στον κόσμο των ενηλίκων.

Εκτός βέβαια από το να βοηθά το παιδί στην κατάκτηση των γνώσεων, το σχολείο έχει και μια άλλη πολύ σημαντική αποστολή – είναι ο χώρος και ο θεσμός μέσω του οποίου αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέλος μιας κοινότητας ανθρώπων. Στο σχολείο θα γνωρίσει τη σημασία της κοινωνικής ζωής και θα αναπτύξει τις κοινωνικές του ικανότητες. Μαθαίνει να υπάρχει και να λειτουργεί ως μονάδα εκτός οικογένειας καθώς προσαρμόζεται με άγνωστους συνομηλίκους και ενηλίκους, εδραιώνει δηλαδή καινούριους δεσμούς με τους δασκάλους και τους συμμαθητές του.

Η σχολική επιτυχία δεν είναι μια εύκολη υπόθεση καθώς οι απαιτήσεις από το παιδί είναι πολλές. Πρώτα απ’όλα πρέπει να μπορεί να αντέχει ένα μεγάλο διάστημα την ημέρα μακριά από το οικογενειακό περιβάλλον. Επίσης, το παιδί εκτός από το ότι οφείλει να ανταποκρίνεται στα μαθησιακά του καθήκοντα πρέπει όπως είδαμε νωρίτερα, να προσαρμόζεται με αγνώστους συνομηλίκους και ενηλίκους, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ξεφεύγει από το συγκεκριμένο πλαίσιο.

Οι κανόνες και οι μέθοδοι εφαρμογής της πειθαρχίας στο σχολικό πλαίσιο αποτελούν στοιχεία που επηρεάζουν τη ζωή στο σχολείο. Η σχολική κοινότητα απαιτεί να προσαρμοσθεί ο καθένας σε αυτή και να δεχθεί τους κανόνες της. Έχει σημασία όμως, να σκεφτόμαστε ότι η καλή ή κακή προσαρμογή ενός παιδιού στο σχολείο εξαρτάται και από το ίδιο το σχολικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, η δυσκολία ενός παιδιού να προσαρμοστεί μπορεί να οφείλεται σε αδυναμίες του σχολείου και όχι σε διαταραχή του παιδιού.

Η πίεση για ακαδημαϊκή επιτυχία από γονείς και εκπαιδευτικούς είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας που επηρεάζει τη σχολική πορεία.

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί προβάλλουν ασυνείδητα πάνω στο παιδί δικές τους επιθυμίες και φιλοδοξίες.

Με τον τρόπο αυτό το παιδί καθίσταται προέκταση του ενηλίκου που οφείλει να ικανοποιήσει τα σχέδιά τους. Έτσι, ξεχνούν το ίδιο το παιδί και τις δυνατότητές του με αποτέλεσμα να γίνεται εργαλείο της ενήλικης επιθυμίας και εάν δεν απαντά σε αυτή να γίνεται αντικείμενο άγχους και επιθετικότητας.

Οι συμπεριφορές, οι σκέψεις και τα συναισθήματα των παιδιών βρίσκονται πάντα σε μια συσχέτιση με αυτά του περιβάλλοντός τους. Όταν μας απασχολεί κάτι σε σχέση με ένα παιδί είναι καλό να σκεφτόμαστε πώς οι άνθρωποι και το περιβάλλον που ζει (σπίτι, σχολείο, γονείς, εκπαιδευτικοί, συμμαθητές) σχετίζονται μαζί του. Πολλές φορές η αλλαγή του πλαισίου ή η βελτίωση σε μια συνιστώσα είναι από μόνη της ικανή συνθήκη να βοηθήσει το παιδί.

Εκείνο που είναι σημαντικό να θυμόμαστε είτε είμαστε γονείς, είτε εκπαιδευτικοί, είτε ειδικοί ψυχικής υγείας είναι ότι στα διάφορα θέματα που μας απασχολούν σε σχέση με τα παιδιά δεν υπάρχουν απαντήσεις γενικού χαρακτήρα και ισχύος, αλλά λύσεις που αφορούν το κάθε παιδί και τα προβλήματά του στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Πρέπει επίσης, να τονίσουμε ότι η αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού δεν ταυτίζεται πάντα με τη βιολογική του ηλικία και κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό συναισθηματικής ανάπτυξης και κοινωνικής προσαρμογής. Θα πρέπει λοιπόν οι απαιτήσεις, που έχουμε από το κάθε παιδί, να είναι ανάλογες προς τις εκάστοτε ικανότητές του.

Δάσκαλος, ο ισόβιος μαθητής

Ο Seymour Papert το θεμελίωσε δογματικά. «Ο καλός δάσκαλος δεν λειτουργεί ως δάσκαλος αλλά ως μαθητής, που συνεχίζει να μαθαίνει μαζί με τους μαθητές του».

Ο ολοκληρωμένος δάσκαλος δεν περιορίζεται σε ό,τι πιο νέο υπάρχει γύρω από την εκπαίδευση. Αυτό είναι το όριο της αναζήτησης ενός, μάλλον, άχρωμου δασκάλου.

Ο ολοκληρωμένος δάσκαλος αιωρείται σε μεγαλύτερα ύψη. Από εκεί ατενίζει τους μακρινούς ορίζοντες της παιδείας.   

Ο αληθινός δάσκαλος δεν είναι αναμεταδότης των γνώσεων που έλαβε κάποτε από τον δικό του δάσκαλο. Δεν έχει την άποψη ότι ό,τι είχε να μάθει το έμαθε εδώ και πολύ καιρό και τώρα βρίσκεται σ’ αυτή την σχολική αίθουσα για να πει αυτά που έμαθε κάποτε. Δεν μιμείται καν τον δικό του δάσκαλο, όσο σπουδαίος και αν ήταν. Αν, παρά ταύτα, το κάνει τότε αποποιείται την προσωπικότητά του, δεν έχει ταυτότητα και εκπέμπει ξένα μηνύματα σε κλειστούς δέκτες, που είναι οι μαθητές του.

Ο αληθινός δάσκαλος έχει δικό του όραμα.

Δεν είναι στατικός. Βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση και βελτίωση.

Ανανεώνει και εμπλουτίζει τις γνώσεις του όσο ζει.

Τελειοποιεί την προσωπικότητά του αενάως.

Παραμένει φρέσκος και αυθεντικός σαν φρούτο που δεν έχει υποστεί μετάλλαξη.

Δεν υπάρχει για να υπηρετεί τις δικές του ανάγκες, αλλά τις ανάγκες των μαθητών του. Και το πετυχαίνει καλύτερα όσο περισσότερο ταυτίζεται μαζί τους. Όσο παραμένει και αυτός μαθητής. Ένας ισόβιος μαθητής.

Ο δάσκαλος, ως ισόβιος μαθητής μαθαίνει αποκρυπτογραφώντας το νόημα των πραγμάτων. Δεν το κάνει για λογαριασμό του. Το κάνει για τους μαθητές του. Μελετώντας συστηματικά ο ίδιος και αναζητώντας την ουσία, κάποτε θα τη βρει και θα τη μεταγγίσει στους μαθητές του.

Αν ο δάσκαλος μάθει πώς να μαθαίνει, αν συνεχίσει να μαθαίνει, αν δεν αποβάλλει ποτέ την μόνιμη ιδιότητα του μαθητή, θα μάθουν και οι μαθητές του, αυτόματα, πώς να μαθαίνουν. Και θα μαθαίνουν μόνον τα θετικά. Θα αποχτούν καθαρή σκέψη και έτσι θα μπορούν να αντιδρούν και να καθορίζουν τα μελλοντικά γεγονότα.

Μαθαίνοντας να «χορεύουμε» με τα συναισθήματά μας

Ο πόνος και η δυσφορία είναι ανθρώπινες καταστάσεις, οικουμενικές και παντοτινές. Και είτε πρόκειται για φόβο, θυμό, μεταμέλεια, θλίψη, ενοχές, απόγνωση, ντροπή ή οποιοδήποτε άλλο επώδυνο ή άβολο συναίσθημα, αυτός ο πόνος είναι τόσο πραγματικός όσο οτιδήποτε άλλο βιώνουμε.

Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς ποτέ δεν εκπαιδευτήκαμε στο πώς να τα αντιμετωπίζουμε σωστά. Επομένως, καθώς μεγαλώνουμε, αναπτύσσουμε και μια πληθώρα ανθυγιεινών μεθόδων για τη διαχείριση των επώδυνων συναισθημάτων και των άβολων περιστάσεων, πολλοί από τους οποίους μας δίνουν την ευκαιρία να κάνουμε ένα διάλειμμα από τον πόνο αλλά εις βάρος της υγείας μας, είτε μέσω ναρκωτικών ουσιών, κατάχρησης αλκοόλ, σεξ είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης μορφής τοξικού περισπασμού.

Η διαχείριση του πόνου και της δυσφορίας είναι κατά κάποιο τρόπο μια τέχνη, ένας αυτοσχεδιαστικός χορός. Δύσκολο να μαθευτεί. Όμως, όχι μόνο μπορούμε όλοι να την μάθουμε, αλλά είναι και τόσο σημαντική όσο οτιδήποτε άλλο μαθαίνουμε σε ολόκληρη την πορεία της ζωής μας.

«Σήμερα, επιλέγω τη ζωή. Κάθε πρωί όταν ξυπνώ, μπορώ να επιλέξω τη χαρά, την ευτυχία, την αρνητικότητα, τον πόνο… Να νιώσω την ελευθερία που έρχεται από το να έχω τη δυνατότητα να κάνω λάθη και επιλογές – σήμερα επιλέγω να νιώσω ζωή και να μην αρνηθώ την ανθρώπινή μου υπόσταση, αλλά να την αγκαλιάσω» – Kevyn Aucoin

Τα συναισθήματα συνδέονται άρρηκτα με τις καθημερινές μας εμπειρίες και με την ψυχική μας ευεξία ως όλο. Αν ελπίζετε ότι θα γίνετε ευτυχισμένοι, επιτυχημένοι και υγιείς, χρειάζεται να μάθετε να διαχειρίζεστε τα δύσκολα συναισθήματα που θα έρθουν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Η απόπειρα απόδρασης από τα συναισθήματά μας τα φέρνει πιο κοντά μας

Έχουμε τη συνήθεια να τρέχουμε μακριά από τον πόνο. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός αυτό βέβαια. Αν σας έλεγαν να αγγίξετε μια καυτή πέτρα, θα το κάνατε; Δεν θα προσπαθούσατε να απομακρύνετε τα χέρια σας από αυτή; Ναι. Όμως, τα συναισθήματα δεν λειτουργούν ακριβώς το ίδιο. Αντιθέτως, φανταστείτε ότι έχετε μια ανοιχτή πληγή στο χέρι σας και χρειάζεται να ρίξετε οξυζενέ για να την απολυμάνετε και να τη βοηθήσετε να κλείσει. Θα πονέσει πολύ, αλλά αν την αγνοήσετε και υποκριθείτε ότι δεν είναι εκεί, το μόνο που θα κάνετε είναι να την επιδεινώσετε. Η ανοιχτή πληγή θα μείνει ανοιχτή και πιθανότατα να μολυνθεί.

Τα συναισθήματα λειτουργούν παρομοίως. Χρειάζεται να βρούμε το κουράγιο να αντιμετωπίσουμε τον πόνο και τη δυσφορία αν ποτέ θέλουμε να γιατρευτούμε, ή τουλάχιστον, να τον διαχειριστούμε. Το όμορφο εδώ είναι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια πληγή θα επουλωθεί από μόνη της αν λάβει τη σωστή φροντίδα, έτσι και οι συναισθηματικές πληγές θα επουλωθούν από με τον χρόνο.

Για να είμαστε ξεκάθαροι, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες μορφές συναισθηματικού πόνου θα διαλυθούν πλήρως. Κάποιες θα μείνουν μαζί σας και θα μάθετε να τις διαχειρίζεστε. Όμως, ασχέτως, του τι περνάμε, με τον χρόνο και την σωστή προσοχή, θα γιατρευτούν αρκετά ώστε να μπορούμε να προχωρήσουμε.

Βρείτε την ευτυχία μέσα από τις εμπειρίες της ζωής – καλές και κακές

Μόλις αντιληφθείτε ότι αυτά τα άβολα και επώδυνα συναισθήματα είναι απλά μέρος της ζωής και ότι αν μάθετε την τέχνη αυτή και χορεύετε μαζί τους αντί να προσπαθείτε να τα αποφύγετε, τότε μπορείτε να βρείτε χαρά στη διαδικασία, να επιτρέψετε στον εαυτό σας να ζήσει το πλήρες φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας και να το απολαύσει. Οπότε, ας ανοίξουμε λίγο καλύτερα τα μάτια μας και ας βρούμε την ευτυχία αναζητώντας όχι απλά και μόνο την θετικότητα ή την ευδαιμονία, αλλά σκύβοντας πάνω από τις τόσο πολυποίκιλες εκπληκτικές εμπειρίες της ζωής.

Μια βασική αρχή της ευτυχίας είναι να μην έχουμε προσδοκίες από τους άλλους

Αν κοιτάξουμε στο λεξικό, θα δούμε τον ορισμό της προσδοκίας ως εξής: “η αναμονή με ελπίδα για κάτι καλό, θετικό”. Τώρα αν προσθέσουμε μπροστά από την προσδοκία και τη λέξη “πόνο”, τότε έχουμε τη λέξη πόνο – προσδοκία (την οποία δε θα βρείτε σε κάποιο λεξικό γιατί είναι δικό μου δημιούργημα) και ο ορισμός της είναι: ο πόνος που δημιουργείται από την αναμονή με την ελπίδα ότι κάτι θα συμβεί όπως το θέλουμε, ή ότι κάποιος θα συμπεριφερθεί όπως θα συμπεριφερόμασταν εμείς ή θα θέλαμε εμείς να συμπεριφερθεί, αλλά τελικά δεν συμβαίνει, και η τρέλα χτυπά κόκκινο.

Ουσιαστικά και πιο βαθιά σημαίνει ότι είναι μια φαντασίωση για κάποιο γεγονός, μια θεωρητική ψευδo – πραγματικότητα που έχει απλά δημιουργηθεί από τον νου. Το αποτέλεσμα; Δυσάρεστα συναισθήματα, στρες και δυσαρμονία στις σχέσεις. Σε οποιαδήποτε σχέση. Πιστεύω ότι δε θα ήταν υπερβολικό να πούμε πως οι προσδοκίες που έχουμε από τους άλλους οι οποίες μένουν ανικανοποίητες είναι η πρωταρχική αιτία για προσωπικές διαμάχες. Για μια στιγμή απλά συλλογιστείτε πώς αυτό λειτουργεί στη δική σας ζωή.

Αν σκεφτείτε κάποιο πρόβλημα που μπορεί να έχετε με κάποιον, άσχετα με το πόσο σημαντικό ή ασήμαντο είναι, μάλλον θα παρατηρήσετε ότι βασίζεται στη δική σας πεποίθηση για κάτι που αυτό το άτομο θα έπρεπε ή δεν θα έπρεπε να κάνει ή να πει. Ίσως προσπαθήσετε να πείσετε τον εαυτό σας ότι έχετε δίκιο και ότι αυτό που επιθυμείτε να συμβεί είναι το καλύτερο ή πιο κατάλληλο αποτέλεσμα. Αλλά τελικά η πεποίθησή σας για το τι είναι σωστό, δεν μπορεί να ελέγξει τη συμπεριφορά των άλλων, όσο και να το επιθυμείτε.

Οπότε να ένα δίλημμα: Δημιουργούμε μια προσδοκία για μια μελλοντική συμπεριφορά κάποιου, και αν η προσδοκία αυτή δεν ικανοποιηθεί, έχουμε μια συναισθηματική αντίδραση, συνήθως όχι ευχάριστη. Δε θέλουμε τελικά να έχουμε την συναισθηματική αντίδραση ή δε μας άρεσε η συμπεριφορά; Για να βγούμε από το δίλημμα θα ήταν καλό να ρωτήσουμε τον εαυτό μας: «τι θέλω πραγματικά; Θέλω να μου δημιουργήσω εσωτερικό στρες το οποίο θα πυροδοτήσει κάποια διαμάχη, ή θέλω να έχω ήρεμες και ευημερείς σχέσεις; Θέλω πραγματικά οι άνθρωποι να κάνουν αυτό που εγώ περιμένω από αυτούς να κάνουν ή θέλω να κινούνται σύμφωνα με τη δική τους αλήθεια, χωρίς να πρέπει να τροφοδοτούν τα δικά μου πιστεύω;»

Αυτές είναι οι πρώτες ερωτήσεις που θα μας οδηγήσουν στο να δούμε αν μπορούμε ή όχι να αποδεχόμαστε τον κάθε άνθρωπο γι’ αυτό που είναι. Και πάλι όμως ίσως μέσα μας να σιγοκαίει λίγος θυμός, λίγα νευράκια, γιατί άνθρωποι είμαστε βρε αδελφέ και το αίμα μας βράζει. Ας πάρουμε λίγες βαθιές αναπνοές και ας δούμε και τα παρακάτω βήματα που σίγουρα θα σας φανούν χρήσιμα. Μόλις ανακαλύψετε την προσδοκία και τον τρόπο που σας επηρεάζει, κάντε τις παρακάτω ερωτήσεις στον εαυτό σας και περιμένετε υπομονετικά να έρθει η απάντηση:

– Τι θέλω πραγματικά;

– Μπορώ να έχω τον έλεγχο πάνω στη συμπεριφορά του άλλου; (εδώ σίγουρα η απάντηση θα είναι όχι, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχτεί – ούτε επιστημονικά- ότι μπορούμε να το κάνουμε)

– Αυτή η προσδοκία είναι πραγματική (για εσάς θα είναι, για τον άλλον που είναι άλλος άνθρωπος, όχι)

– Αυτή η αντίδρασή μου πάνω στη μη ικανοποίηση αυτής της προσδοκίας εξυπηρετεί σε τίποτε τη σχέση μου ή εμένα;

– Τι το χειρότερο ή καλύτερο μπορεί να συμβεί αν αποδεσμευτώ από τη συνήθειά μου να ελέγχω την έκβαση μια κατάστασης, και αφήσω τα πράγματα απλά να συμβούν;

Για να μην παρεξηγηθώ, δε σας ζητάω να μην έχετε προσδοκίες. Απλά σας προσκαλώ να δείτε προσεκτικά τις σκέψεις που δημιουργούν τις προσδοκίες και τα συναισθήματά σας όταν εκείνες δεν ικανοποιούνται. Με το να αμφισβητήσετε τις προσδοκίες σας έστω για λίγο, μέσω των ερωτήσεων, προκαλείτε τον τρόπο σκέψης σας. Απλά θα διαπιστώσετε πως ο λόγος για τον οποίο μέχρι σήμερα θεωρήσατε ότι κάποιες προσδοκίες πρέπει να ικανοποιούνται, σας έχουν οδηγήσει στον πόνο και ότι τελικά δεν αξίζει να δίνετε την ενέργειά σας εκεί. Δηλαδή γίνονται πόνο – προσδοκίες.

Ξέρω, ξέρω, τώρα κάτι μέσα σας αντιστέκεται σε αυτά που αναφέρω και ίσως να νιώσετε περισσότερη αντίσταση κατά τη διάρκεια της εξέτασης των προσδοκιών σας ή να θέλετε να εκσφενδονίσετε τη συσκευή στην οποία διαβάζετε αυτές τις γραμμές. Είναι λογικό.

Πάτε να “χτυπήσετε” μια συνήθεια που έχει ριζωθεί αρκετά βαθιά μέσα σας η οποία πάει κάπως έτσι: « κοίτα δε φταίω εγώ αλλά εκείνος/η που δεν έκανε ή δεν είπε αυτό που περίμενα». Να είστε όμως ευγενικοί με τον εαυτό σας και με τους άλλους και επίμονοι στην εξέταση των προσδοκιών σας και του τρόπου σκέψης από τον οποίο γεννήθηκαν οι προσδοκίες σας. Να είστε σίγουροι ότι θα δείτε αποτελέσματα.

Αλλά προσοχή. Θα αντιμετωπίσετε αναμφισβήτητα τις παρενέργειες της χαράς, της οικειότητας και της αγάπης. Τρέλα σας λέω!

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα;

Πάει να σε παρασύρει η επιθυμία για λίγη δόξα; Παρατήρησε με πόση ταχύτητα ξεχνιούνται τα πάντα` παρατήρησε το χάος της άπειρης αιωνιότητας πριν και μετά από σένα` τον κενό αντίλαλο των επευφημιών, το ευμετάβολον και το άκριτον εκείνων που δείχνουν να σε παινεύουν και τη σμικρότητα του τόπου μες στον οποίο συμβαίνουν όλα τούτα. Η γης ολάκερη δεν είναι παρά ένα σημείο. Και πόσο μικρή δεν είναι ετούτη η γωνίτσα της όπου κατοικούμε; Κι εδώ, ποιοι θα είναι και πόσοι αυτοί που θα σε παινέψουν;

Μη ξεχνάς, λοιπόν, να καταφεύγεις σε τούτο το χωραφάκι του εαυτού σου, και πάνω απ’ όλα, ούτε να παρασύρεσαι ούτε να εντείνεις υπερβολικά τις προσπάθειές σου. Να ‘σαι ελεύθερος και ν’ αντικρίζεις τα πράγματα σαν άντρας, σαν άνθρωπος, σαν πολίτης, σαν θνητό ον. Κι ανάμεσα στα όπλα που θα ‘χεις σε ετοιμότητα, ας είναι και τα εξής δύο: Πρώτον, η πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν αγγίζουν την ψυχή αλλά στέκουν ήρεμα έξω απ’ αυτήν, ενώ οι ενοχλήσεις προέρχονται μόνο από τις γνώμες που σχηματίζονται εντός μας. Και δεύτερον, ότι όλα όσα βλέπεις, αλλάζουν στη στιγμή και παύουν πια να υπάρχουν` και να θυμάσαι διαρκώς σε πόσες τέτοιες μεταβολές υπήρξες μάρτυρας εσύ ο ίδιος. Ο κόσμος είναι μεταβολή, η ζωή είναι δοξασίες.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Οι μεγαλοφυΐες γεννιούνται ή φτιάχνονται;

Μεγαλοφυΐα. Η λέξη ακούγεται σαγηνευτική, γνωρίζετε όμως τι πραγματικά σημαίνει; Προέρχεται από το λατινικό genius, αλλά στα χρόνια των Ρωμαίων σήμαινε κάτι εντελώς διαφορετικό. Την εποχή εκείνη, το genius ήταν μια απρόσωπη θεότητα που σε ακολουθούσε παντού (από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη τζίνι). Κάθε άνθρωπος, όπως και κάθε περιοχή, είχε κι από έναν genius. Πολιτείες, κωμοπόλεις και αγορές, είχαν όλες το κυρίαρχο πνεύμα τους, ένα τοπικό genius, το οποίο τους εμψύχωνε συνεχώς. Ο σύγχρονος ορισμός στα λεξικά -«εξαιρετική νοητική ικανότητα, ιδίως όπως εκδηλώνεται σε δημιουργικές δραστηριότητες»- προέρχεται από τους Ρομαντικούς του δέκατου όγδοου αιώνα, εκείνους τους μελαγχολικούς ποιητές που υπέφεραν, υπέφεραν για την τέχνη τους και, θα λέγαμε σήμερα, για τη δημιουργικότητα τους, μια λέξη ακόμη πιο πρόσφατη· εμφανίστηκε γύρω στα 1870 και άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως μόνο μετά τη δεκαετία του 1950.

Ορισμένοι επιλέγουν τον όρο μεγαλοφυΐα για να περιγράφουν έναν πολύ έξυπνο άνθρωπο -κάποιον με υψηλό ΙQ- αλλά αυτό είναι υπερβολικά περιοριστικό και μας αποπροσανατολίζει. Πάρα πολλοί άνθρωποι με εξαιρετικά υψηλό IQ έχουν επιτύχει ελάχιστα, ενώ αντιθέτως, πάρα πολλοί άνθρωποι «μέσης» νοημοσύνης έχουν καταφέρει σπουδαία πράγματα. Όχι, εγώ αναφέρομαι στη μεγαλοφυΐα από τη σκοπιά της δημιουργίας – ως την υψηλότερη μορφή δημιουργικότητας.

Ο ορισμός της δημιουργικής μεγαλοφυΐας που με καλύπτει περισσότερο, ανήκει στην ερευνήτρια και αυθεντία της τεχνητής νοημοσύνης, Μάργκαρετ Μπόντεν. «Δημιουργική μεγαλοφυΐα», λέει, είναι κάποιος με «την ικανότητα να παρουσιάζει ιδέες καινούριες, που προκαλούν έκπληξη και έχουν μεγάλη αξία». Στα ίδια κριτήρια στηρίζεται και το Γραφείο Ευρεσιτεχνιών των ΗΠΑ, όταν αποφασίζει αν μια εφεύρεση αξίζει να κατοχυρωθεί με πατέντα.

Ο Φράνσις Γκάλτον, επιστήμονας και πολυμαθής του δέκατου ένατου αιώνα, εξάδελφος του Καρόλου Δαρβίνου, πρόσφερε στον κόσμο τη στατιστική ανάλυση και το ερωτηματολόγιο, τη συνθετική προσωπογραφία και τα δακτυλικά αποτυπώματα. Υπήρξε ένας από τους πρώτους· μετεωρολόγους. Επινόησε τη φράση φύση εναντίον ανατροφής. Ο δείκτης νοημοσύνης του άγγιζε το 200.

«Να μετράς όποτε μπορείς!» ήταν η αγαπημένη φράση του Γκάλτον. Γι’ αυτόν, οτιδήποτε άξιζε να κάνε, κάποιος, άξιζε να το κάνει αριθμητικά – μάλιστα, κάποτε ομολόγησε πως για να κατανοήσει πλήρως ένα πρόβλημα, έπρεπε πρώτα να το «απαλλάξει από τις λέξεις». Ακραία αντικοινωνικός, ένιωθε πιο άνετα με τους ακέραιους αριθμούς παρά με τους ανθρώπους.

Ο κόσμος έδωσε μεγάλη σημασία στο πολύκροτο βιβλίο του Κληρονομική Μεγαλοφυΐα.

Δημοσιευμένο το 1869, μελετούσε σε βάθος τα γενεαλογικά δέντρα κορυφαίων δημιουργών, ηγετών και αθλητών. Ο Γκάλτον πίστευε πως οι συγκεκριμένοι άνθρωποι χρωστούσαν την επιτυχία τους στη γενετική, ή σε αυτές που αποκαλούσε «έμφυτες ικανότητες». Για τον Γκάλτον, η γενετική εξηγούσε τα πάντα. Εξηγούσε γιατί μια οικογένεια μπορούσε να περιλαμβάνει πολλά εξέχοντα μέλη, και κάποια άλλη κανένα. Εξηγούσε γιατί οι κοινωνίες με πολλούς μετανάστες και πρόσφυγες ήταν συχνά επιτυχημένες, αφού αυτοί οι νεοφερμένοι «εισήγαγαν μια ανεκτίμητη ροή αίματος». Εξηγούσε γιατί ορισμένα έθνη σημείωναν περισσότερες επιτυχίες από άλλα (άποψη που διασαφήνιζε σ’ ένα κεφάλαιο με τον ατυχή τίτλο «Η Συγκριτική Αξία των Φυλών»). Εξηγούσε την πτώση σπουδαίων κάποτε πολιτισμών -τα ζευγαρώματα των αρχαίων Ελλήνων, για παράδειγμα, με «κατώτερους» λαούς, είχαν ως αποτέλεσμα να αραιώσει η γραμμή του αίματός τους. Τέλος, εξηγούσε γιατί κάθε ένας απ’ αυτούς τους μεγαλοφυείς άντρες ήταν λευκός -όπως και η αφεντιά του- που ζούσε σ’ ένα μικρό, ανήλιαγο νησί πέρα από τις ακτές της ηπειρωτικής Ευρώπης. Όσο για τις γυναίκες, ο Γκάλτον τις ανέφερε μόνο μία φορά, σε ένα κεφάλαιο με τίτλο «Άντρες Λογοτέχνες».

Διόλου περίεργο που το βιβλίο του Γκάλτον έτυχε καλής υποδοχής. Διατύπωνε, σε επιστημονική γλώσσα, αυτό που ο κόσμος υποψιαζόταν εδώ και πολύ καιρό: οι μεγαλοφυΐες γεννιούνται, δεν φτιάχνονται.

Ωστόσο η άποψή του για την κληρονομική μεγαλοφυΐα ήταν απολύτως λαθεμένη. Η μεγαλοφυΐα δεν μεταβιβάζεται, όπως τα γαλανά μάτια. Δεν υπάρχει γονίδιο της μεγαλοφυΐας- μέχρι σήμερα, καμιά μεγαλοφυΐα δεν γέννησε μια άλλη μεγαλοφυΐα. Η άνοδος και η πτώση των πολιτισμών δεν οφείλεται σε μετατοπίσεις γονιδιακών δεξαμενών. Ναι, όταν μιλάμε για δημιουργική μεγαλοφυΐα τα γονίδια παίζουν κάποιο ρόλο στο μείγμα, αλλά έναν ρόλο πολύ μικρό, κάπου ανάμεσα σε 10 και 20 τοις εκατό, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ψυχολόγων.

Ο μύθος ότι οι μεγαλοφυΐες γεννιούνται έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν άλλο μύθο: οι μεγαλοφυΐες δημιουργούνται. Επιφανειακά, δείχνει αληθινό. Όπως διαπίστωσε μια πολύ γνωστή έρευνα, χρειάζεται σκληρή δουλειά, τουλάχιστον δέκα χιλιάδες ώρες εξάσκησης, πάνω από δέκα χρόνια, για ν’ αρχίσει κάποιος να πλησιάζει το άριστο επίπεδο δεξιοτεχνίας – πόσο μάλλον τη μεγαλοφυΐα. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη ψυχολογία απέδειξε εμπειρικά το παλιό απόφθεγμα του Έντισον, πως η επιτυχία είναι 99 τοις εκατό ιδρώτας και 1 τοις εκατό έμπνευση.

Αυτό το στοιχείο, ο ιδρώτας, προσθέτει στην εικόνα άλλο ένα κομμάτι, και μάλιστα πολύ σημαντικό. Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα παραμένει ανολοκλήρωτη. Κάτι λείπει. Τι, όμως;

Eric Weiner, Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΦΥΪΑΣ

Ανισότροπα πολωμένα ρεύματα σπιν μεγάλης διάρκειας δημιούργησαν ερευνητές σε γραφένιο

Οι εκπληκτική ηλεκτρική αγωγιμότητα του γραφένιου το καθιστά πρωτεύοντα στόχο για τις τεχνολογίες spintronics, οι οποίες αξιοποιούν το σπιν του ηλεκτρονίου για αποθήκευση και μεταφορά δεδομένων. Ωστόσο, είναι δύσκολο να διαχειριστούμε τα σπιν των ηλεκτρονίων του γραφένιου λόγω της ασθενούς σύζευξης σπιν-τροχιάς – τη σύζευξη μεταξύ του σπιν ενός ηλεκτρονίου και της κίνησής του*. Οι ερευνητές έχουν παρακάμψει το πρόβλημα αυτό τοποθετώντας στρώματα γραφένιου σε διχαλκογενίδια μεταβατικών μετάλλων (TMD), υλικά με ισχυρή σύζευξη σπιν-τροχιάς.

 Όμως έτσι, θέτουν σε κίνδυνο τις ηλεκτρικές ιδιότητες του γραφένιου. Τώρα δυο ομάδες έχουν δείξει ότι μπορούν να διαχειριστούν τη σύζευξη σπιν-τροχιάς σε διστρωματικό γραφένιο έτσι που οι διάρκειες ζωής των δυο κάθετα πολωμένων ρευμάτων σπιν στο υλικό να είναι σημαντικά διαφορετικές. Αυτά τα δυο στρώματα γραφένιου θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για πολωτές σπιν, οι οποίοι μεταφέρουν σπιν που είναι πολωμένα σε μια προτιμητέα κατεύθυνση.

Οι ομάδες οικοδόμησαν μια πρόσφατη θεωρία για τις διστρωματικές δομές του γραφένιου, που πρόβλεψε ότι ένα ηλεκτρικό πεδίο θα μπορούσε να επάγει μια ασύμμετρη σύζευξη σπιν-τροχιάς στο υλικό. Η σύζευξη θα είναι ασθενέστερη για τα «προς τα έξω από το επίπεδο» σπιν, που δείχνουν σε κατεύθυνση κάθετη στο στρώμα του γραφένιου. Τα σπιν αυτά θα μένουν πολωμένα περισσότερο από ότι τα σπιν που βρίσκονται «επί του επιπέδου», των οποίων οι διάρκειες ζωής θα μειώνονται με φαινόμενα αλλαγής φάσης που προκαλούνται από τις αλλαγές στη δομή της ζώνης του γραφένιου που θα επάγεται από το ηλεκτρικό πεδίο.

Ο Johannes Christian Leutenantsmeyer από το Πανεπιστήμιο του Groningen, στην Ολλανδία και οι συνεργάτες του και ο Jinsong Xu από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ohio και οι συνεργάτες του, επιβεβαίωσαν πειραματικά ότι το ηλεκτρικό πεδίο μπορεί να επάγει ασύμμετρη σύζευξη σπιν-τροχιάς σε διστρωματικό γραφένιο. Οι ομάδες των πέτυχαν ρεύματα «προς τα έξω από το επίπεδο» σπιν πάνω από 12 φορές μεγαλύτερα από τα «επί του επιπέδου» αντίστοιχα. Στα πειράματα και των δυο ομάδων, τα ρεύματα έμειναν πολωμένα για περίπου 9 ns, μια χρονική διάρκεια πόλωσης πάνω από 100 φορές μεγαλύτερη από ότι είχε επιτευχθεί προηγουμένως σε διστρωματικό γραφένιο-TMD.
---------------------------
*Σημείωση: Μαγνητική αλληλεπίδραση μεταξύ στροφορμής λόγω περιφοράς και σπιν (ας πούμε στροφορμή λόγω ιδιοπεριστροφής). Υπάρχουν εξαιρετικά πολύπλοκες θεωρίες της αλληλεπίδρασης αυτής – όπως αυτές που βασίζονται στην εξίσωση του Dirac – που δείχνουν πως είναι ένα σχετικιστικό φαινόμενο.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Παράσταση της Αρχαίας Κωμωδίας - Σκηνογραφία και μηχανές

1. Ο αρχαιοελληνικός θεατρικός χώρος -κοίλο, σκηνή, προσκήνιο και ορχήστρα- ήταν κοινός για όλα τα δραματικά είδη, που έτσι είχαν και τις ίδιες δυνατότητες να χρησιμοποιήσουν ως σκηνοθετικά βοηθήματα τη σκηνογραφία και τις μηχανές. Από το θεάομαι (βλέπω και θαυμάζω) παράγεται το θέατρον, θεωροί και θεαταί το παρακολουθούσαν, φυσικό ήταν στο αρχαίο δράμα η ὄψις να στέκει ισότιμη δίπλα στο λόγο και το μέλος.
 
2. Μεγάλη βοήθεια πρόσφερε το σκηνικό οικοδόμημα, ξύλινο στα χρόνια της Αρχαίας και της Μέσης Κωμωδίας, πέτρινο την εποχή της Νέας. Στην πρόσοψή του ένα μεγαλύτερο κεντρικό και δύο βοηθητικά ανοίγματα, δεξιά και αριστερά, μπορούσαν εύκολα να μετατραπούν σε εισόδους - σπιτιών, όπως στους Αχαρνείς, στη Λυσιστράτη κ.α., φωλιάς, όπως στους Όρνιθες, σπηλιάς, όπως στην Ειρήνη, όπου οι δύο πλαϊνές πόρτες θ᾽ αντιπροσώπευαν η μια το παλάτι του Δία, η άλλη το σπίτι του Τρυγαίου· και στην επίπεδη σκεπή υπήρχε αρκετός χώρος για να παρουσιαστεί, παράδειγμα, ο Βδελυκλέων ἄνω καθεύδων …ἐπὶ τοῦ τέγους (Σφήκ. 68).
 
3. Έτσι που οι Κωμωδίες παρουσιάζονταν την ίδια μέρα και η μια μετά την άλλη, η σκηνογραφία περιοριζόταν σε λίγα μόνο κινητά στοιχεία: στην πρόσοψη του σκηνικού οικοδομήματος και στις περιάκτους κάποια καταβλήματα -ὑφάσματα ἢ πίνακες … ἔχοντες γραφὰς τῇ χρείᾳ τῶν δραμάτων προσφόρους (Πολυδ. Ονομαστ. 4.131)-, ένα σωρό «βράχια» να φράζουν τη σπηλιά στην Ειρήνη, καλάμια, χόρτα και θάμνοι να κρύβουν την είσοδο της φωλιάς στους Όρνιθες - όλα για να σηματοδοτούν τη θεατρική σύμβαση, όχι για να υπηρετήσουν τη θεατρική ψευδαίσθηση.
 
4. Από τις μηχανές συνηθισμένο στην Τραγωδία ήταν το ἐκκύκλημα, επίπεδο βαγονέτο, συχνά με ανάκλιντρο, που το τραβούσαν σαν συρτάρι από το σκηνικό οικοδόμημα έξω στο προσκήνιο, τάχα για να φανερωθεί το εσωτερικό του παλατιού. Στις αριστοφανικές κωμωδίες που μας σώθηκαν το εκκύκλημα χρησιμοποιείται δύο τουλάχιστο φορές: μία στους Αχαρνείς, όταν παρουσιάζεται ο Ευριπίδης να συνομιλεί με τον Δικαιόπολη (395κκ.), και μία στις Θεσμοφοριάζουσες, όταν σε πολύ παρόμοιες συνθήκες παρουσιάζεται ἐκκυκλούμενος ο Αγάθων (96κκ.). Ακόμα, φαίνεται πιθανό το εκκύκλημα να χρησιμοποιήθηκε στην Ειρήνη, όταν ο Χορός τραβούσε το άγαλμα της φυλακισμένης θεάς έξω από τη σπηλιά, και στις (αναθεωρημένες) Νεφέλες, για ν᾽ αποκαλυφτεί το εσωτερικό του Φροντιστηρίου.
 
5. Συχνή ήταν και η χρήση της μηχανῆς, που σαν περιστρεφόμενος γερανός μπορούσε να μετεωρίσει και να παρουσιάσει θεούς και ανθρώπους στον αέρα! Στις γνωστές μας αριστοφανικές κωμωδίες χρησιμοποιήθηκε (α) στις Νεφέλες, όταν ο Σωκράτης παρουσιάζεται κρεμασμένος, ν᾽ αεροβατεί και να μελετά τον ήλιο! (225), (β) στην Ειρήνη, όταν καβάλα στο φτερωτό σκαθάρι ο Τρυγαίος οδεύει στον Ουρανό, ζαλίζεται, και παραβαίνοντας τη θεατρική σύμβαση ζητά από τον μηχανοποιό να τον προσέξει! (174), (γ) στους Όρνιθες, όταν σεινάμενη κουνάμενη η Ίριδα εισβάλλει στη Νεφελοκοκκυγία, και για να την ανακρίνει ο Πεισθέταιρος διατάζει κάποιον τρίορχο (γεράκι) να την σταθεροποιήσει! (1206), και (ε) στις Θεσμοφοριάζουσες, όταν ο Ευριπίδης παρουσιάζεται τάχα ως Περσέας, ιπτάμενος, να λευτερώσει τον Μνησίλοχο ως Ανδρομέδα! (1008κκ.).
 
6. Έξω από τα παραπάνω, οι Κωμωδιογράφοι, όχι μόνο της Αρχαίας, αλλά και της Μέσης και της Νέας Κωμωδίας μπορούσαν να διαμορφώσουν ελεύθερα τη σκηνογραφία, να επινοήσουν και να χρησιμοποιήσουν κάθε άλλο τεχνικό μέσο ή τέχνασμα που υπηρετούσε τους ποιητικούς τους στόχους· και είναι φορές που αναρωτιόμαστε, πώς τα κατάφερε, παράδειγμα, ο Αριστοφάνης στους Βατράχους να παραστήσει, ας είναι και μόνο συμβατικά, τον Χάρο και τον Διόνυσο να διασχίζουν με βάρκα τα νερά της Αχερουσίας, κωπηλατώντας πάνω στη σκηνή!
 
7. Με πολλή γνώση και πρακτικό πνεύμα καταγράφει και σχολιάζει, σε κάθε μία αριστοφανική κωμωδία χωριστά, τη σκηνογραφία και τη χρήση των μηχανών ο K.J. Dover, Η κωμωδία του Αριστοφάνη, μτφ. Φ. Κακριδής (από το αγγλικό πρωτότυπο του 1972), Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ. 21981, · βλ. ακόμα A.W. Pickard-Cambridge, The Theatre of Dionysus in Athens, Oxford: Clarendon 1946, και C.W. Dearden, The Stage of Aristophanes, London: Athlone 1976.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Πέρσαι (598-622)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΒΑ. φίλοι, κακῶν μὲν ὅστις ἔμπειρος κυρεῖ,
ἐπίσταται βροτοῖσιν ὡς, ὅταν κλύδων
600 κακῶν ἐπέλθῃ, πάντα δειμαίνειν φίλον,
ὅταν δ᾽ ὁ δαίμων εὐροῇ, πεποιθέναι
τὸν αὐτὸν αἰὲν ἄνεμον οὐριεῖν τύχας.
ἐμοὶ γὰρ ἤδη πάντα μὲν φόβου πλέα·
ἐν ὄμμασιν τἀνταῖα φαίνεται θεῶν,
605 βοᾷ δ᾽ ἐν ὠσὶ κέλαδος οὐ παιώνιος·
τοία κακῶν ἔκπληξις ἐκφοβεῖ φρένας.
τοιγὰρ κέλευθον τήνδ᾽ ἄνευ τ᾽ ὀχημάτων
χλιδῆς τε τῆς πάροιθεν ἐκ δόμων πάλιν
ἔστειλα, παιδὸς πατρὶ πρευμενεῖς χοὰς
610 φέρουσ᾽, ἅπερ νεκροῖσι μειλικτήρια,
βοός τ᾽ ἀφ᾽ ἁγνῆς λευκὸν εὔποτον γάλα,
τῆς τ᾽ ἀνθεμουργοῦ στάγμα, παμφαὲς μέλι,
λιβάσιν ὑδρηλαῖς παρθένου πηγῆς μέτα,
ἀκήρατόν τε μητρὸς ἀγρίας ἄπο
615 ποτόν, παλαιᾶς ἀμπέλου γάνος τόδε·
τῆς τ᾽ αἰὲν ἐν φύλλοισι θαλλούσης βίον
ξανθῆς ἐλαίας καρπὸς εὐώδης πάρα,
ἄνθη τε πλεκτά, παμφόρου γαίας τέκνα.
ἀλλ᾽, ὦ φίλοι, χοαῖσι ταῖσδε νερτέρων
620 ὕμνους ἐπευφημεῖτε, τόν τε δαίμονα
Δαρεῖον ἀνακαλεῖσθε, γαπότους δ᾽ ἐγὼ
τιμὰς προπέμψω τάσδε νερτέροις θεοῖς.

***
ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Όποιος γνωρίζει, φίλοι μου, από δυστυχίες,
ξέρει πως όταν των κακών ξεσπάσ᾽ η μπόρα,
600 οι άνθρωποι το ᾽χουν κάθε τι να τους τρομάζει·
ενώ σαν τους τα φέρνει ο θεός δεξιά, πιστεύουν
πως πάντα ο ίδιος πρίμος θα φυσά της τύχης.
Έτσι όλα τώρα είναι για με φόβο γιομάτα·
στα μάτια εμπρός μου των θεών προβάλλ᾽ η έχθρα
κι όχι χαρμόσυνος ψαλμός βουΐζει στ᾽ αυτιά μου.
Γι᾽ αυτό εδώ τώρα ξαναβγήκ᾽ απ᾽ το παλάτι
χωρίς τ᾽ αμάξια και τα μεγαλεία τα πρώτα,
χοές να φέρω πρόθυμα που εξευμενίζουν
610 τους πεθαμένους, για του γιου μου τον πατέρα·
άσπρο καθάριο από άζευχτη γάλ᾽ αγελάδα
κι απόσταγμα της ανθοεργάτρας, ξανθό μέλι,
μαζί με τρεξιμιό νερό πηγής παρθένας,
κι αυτό τ᾽ ανάμα τ᾽ άδολο απ᾽ άγρια μάνα
καμάρι κι αναγάλλιασμα παλιού κλημάτου,
κι ακόμα της σταχτόχλωρης ελιάς, που πάντα
μες στα φύλλα της ζει, καρπόν ευωδιασμένο
κι άνθη πλεχτά, παιδιά της γης της παντοθρόφας.
Μα εσείς, ω φίλοι, με ύμνους των νεκρών αυτές μου
620 τις χοές συνοδεύετε και του Δαρείου
το πνεύμα κράξετε στο φως, ενώ θα στέλλω
τις προσφορές μου εγώ στους θεούς του κάτω κόσμου.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ: Εισαγωγή στον πόλεμο ανάμεσα σε Αθήνα και Σπάρτη

Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας να γράφει αμέσως μόλις ξέσπασε, γιατί πρόβλεψε πως και μεγάλες διαστάσεις θα πάρει και πιο αξιόλογος απ’ όλους τους προηγούμενους θα είναι. Τούτο το συμπέραινε κι απ’ το ότι οι δυο αντίπαλοι ρίχνονταν σ’ αυτόν ακμαίοι ως προς κάθε αναγκαία για τον πόλεμο ετοιμασία κι απ’ το ότι έβλεπε τις άλλες ελληνικές πόλεις να προσχωρούν στον έναν ή τον άλλο συνασπισμό, μερικές αμέσως, μερικές να το μελετούν. Κι ήταν, αλήθεια, ο πόλεμος αυτός η πιο μεγάλη αναστάτωση για τους Έλληνες και για ένα μέρος του βαρβαρικού κόσμου και σχεδόν για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Τα πριν από τον πόλεμο γεγονότα και τα ακόμη πιο παλιά να τα εξακριβώσει κανείς απ’ του καιρού το πλήθος στεκόταν αδύνατο, από ενδείξεις όμως που, απλώνοντας την ερευνά μου ως τα πιο μακρινά περασμένα, έφτασα να θεωρήσω αξιόπιστες, νομίζω πως δεν ήταν σημαντικά ούτε από πολεμική άποψη ούτε από άλλη.

Είναι φανερό ότι η χώρα που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα δεν είχε μόνιμους κατοίκους τα παλιά τα χρονιά, αλλά γίνονταν τότε συχνές μεταναστεύσεις κι οι διάφοροι κάτοικοι, όταν πιέζονταν κάθε φορά από άλλα πολυαριθμότερα φύλα, εγκαταλείπανε εύκολα τον τόπο τους. Γιατί τότε ούτε εμπόριο υπήρχε ούτε οι άνθρωποι επικοινωνούσαν άφοβα μεταξύ τους από στεριά ή από θάλασσα κι οι κάτοικοι νέμονταν τη γη τους τόσο μόνο, όσο αρκούσε για τη συντήρησή τους. Δεν είχαν χρηματικά αποθέματα ούτε φύτευαν δέντρα, γιατί δεν ήξεραν, αφού δεν είχαν τείχη να τους προστατεύουν, πότε κάποιος άλλος θα ερχόταν να τους τα αρπάξει. Πιστεύοντας, εξάλλου, πως μπορούσαν οπουδήποτε να εξασφαλίσουν την καθημερινή αναγκαία τροφή τους, μετοικούσαν εύκολα και γι’ αυτό δεν ήταν δυνατοί, αφού δεν είχαν ούτε μεγάλες πόλεις ούτε άλλου είδους πόρους. Οι ευφορότερες περιοχές, ιδιαίτερα, είχαν αδιάκοπες αλλαγές κατοίκων, όπως η ονομαζόμενη σήμερα Θεσσαλία, η Βοιωτία, το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία, και από την υπόλοιπη Ελλάδα τα καλύτερα τμήματα. Εξαιτίας της ευφορίας της γης στα μέρη αυτά, μερικοί αποχτούσαν μεγαλύτερον πλούτο, πράγμα που προκαλούσε εμφύλιες διαμάχες απ’ τις οποίες οι περιοχές αυτές φθείρονταν, ενώ ταυτόχρονα τις επιβουλεύονταν περισσότερο αλλόφυλοι επιδρομείς. Η Αττική όμως, επειδή το έδαφος της είναι φτωχό, δε γνώρισε, από παλιά, εμφύλιες διαμάχες, γι’ αυτό την κατοικούσαν πάντα οι ίδιοι άνθρωποι. Σημαντική απόδειξη του ισχυρισμού μου, πως εξαιτίας των μεταναστεύσεων δεν αυξήθηκε στα άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως στην Αττική, ο πληθυσμός είναι τούτο: Οι πιο πλούσιοι απ’ όσους, εξαιτίας πολέμου ή επανάστασης, διώχνονταν από κάποιο μέρος της Ελλάδας, ζητούσαν καταφύγιο στην Αθήνα, γιατί υπήρχε ασφάλεια, γίνονταν Αθηναίοι πολίτες, κι έκαμαν έτσι τούτην, απ’ τα παλιά τα χρονιά, ακόμη πιο πολυάνθρωπη, ώστε να ιδρύσουν οι Αθηναίοι, αργότερα, αποικίες στην Ιωνία, επειδή η Αττική δεν ήταν αρκετή για τον πληθυσμό της πόλης.

Την αδυναμία, άλλωστε, των παλιών κατοίκων δείχνει πολύ καλά και το εξής: Πριν από τον τρωικό πόλεμο η Ελλάδα σαν σύνολο δεν επιχείρησε απολύτως τίποτε. Νομίζω μάλιστα πως και το ίδιο το όνομα δεν είχε δοθεί ακόμη σ’ όλη τη χώρα κι ότι πριν από τον Έλληνα του Δευκαλίωνα δεν υπήρχε καν αυτό, αλλά τα διάφορα φυλά, ιδιαίτερα οι Πελασγοί, έδιναν το όνομά τους στις περιοχές που κατοικούσαν. Από την εποχή όμως που ο Έλληνας κι οι γιοι του απόχτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα κι οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ, εξαιτίας της επικοινωνίας αυτής, λέγονταν πια μεταξύ τους Έλληνες· πέρασε, ωστόσο, πολύς καιρός ώσπου το όνομα αυτό να επικρατήσει γενικά. Την καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό τη δίνει ο Όμηρος. Γιατί, αν κι έζησε πολύ αργότερα από τον τρωικό πόλεμο, πουθενά δε χρησιμοποιεί το όνομα αυτό για όλους, αλλά μονάχα για κείνους που από τη Φθιώτιδα είχαν ακολουθήσει τον Αχιλλέα, οι οποίοι ήταν κι οι πρώτοι Έλληνες- τους ονομάζει στα έπη του Δαναούς, Αργείους και Αχαιούς. Δε χρησιμοποιεί επίσης τη λέξη βάρβαροι, κι αυτό, κατά τη γνώμη μου, επειδή στην εποχή του οι Έλληνες δεν είχαν ακόμη ξεχωρίσει από τον υπόλοιπο κόσμο κι ονομαστεί μ’ ένα κοινό αντίθετο όνομα. Οπωσδήποτε, όσοι διαδοχικά ονομάστηκαν Έλληνες —αρχικά στις διάφορες πόλεις, επειδή καταλάβαινε ο ένας τον άλλο, κι αργότερα όλοι μαζί— δεν έκαμαν, πριν από τα Τρωικά, καμιά κοινή επιχείρηση, από αδυναμία κι έλλειψη σχέσεων μεταξύ τους. Αλλά και την τρωική εκστρατεία την ανάλαβαν μόνο όταν απόχτησαν αρκετή πείρα στη θάλασσα.

Ο Μίνωας, όσο ξέρουμε από την προφορική παράδοση, ήταν ο πρώτος που απόχτησε ναυτικό και κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της λεγόμενης σήμερα ελληνικής θάλασσας· κυρίεψε επίσης τις Κυκλάδες και ίδρυσε τις πρώτες αποικίες στα περισσότερα νησιά τους, αφού έδιωξε τους Κάρες κι εγκατάστησε άρχοντες τους γιους του. Όπως ήταν φυσικό, ξεπάστρευε, όσο το μπορούσε, τους πειρατές από τη θάλασσα, για να πηγαίνουν σ’ αυτόν ασφαλέστερα τα εισοδήματα απ’ τα νησιά.

Παλιά κι οι Έλληνες κι οι βάρβαροι που κατοικούσαν στα παραλία ή στα νησιά, όταν άρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ τους συχνότερα από τη θάλασσα, επιδόθηκαν στην πειρατεία. Είχαν αρχηγούς ανθρώπους δυνατούς, που κινούνταν κι από το προσωπικό τους συμφέρον κι από την ανάγκη να εξασφαλίσουν τροφή για τους πιο φτωχούς συντοπίτες τους. Έπεφταν πάνω σε πόλεις, που δεν προστατεύονταν από τείχη κι αποτελούνταν πιο πολύ από σκόρπιους οικισμούς, και τις λεηλατούσαν, εξασφαλίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τα απαραίτητα για τη ζωή. Γιατί αυτή την εποχή μια τέτοια δουλειά δεν έφερνε ντροπή σ’ όσους την έκαναν, αλλά, αντίθετα, κάποια δόξα. Αυτό γίνεται φανερό τόσο απ’ το γεγονός πως ακόμη και σήμερα μερικοί στεριανοί περηφανεύονται για τα ληστρικά τους κατορθώματα, όσο κι απ’ το ότι στα έργα των παλιών ποιητών υπάρχουν στερεότυπες ερωτήσεις σ’ όσους με το καράβι τους φτάνουν σε κάποιο λιμάνι, αν είναι πειρατές, γιατί ούτε κείνοι που ρωτιόνταν θεωρούσαν τη δουλειά αυτή ταπεινωτική ούτε τούτοι που έκαναν την ερώτηση τη θεωρούσαν υβριστική. Αλλά και στη στεριά λήστευε ο ένας τον άλλο. Κι ως σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας συνεχίζουν τον παλιό αυτόν τρόπο ζωής, όπως στα μέρη όπου ζουν οι Οζόλες Λοκροί, οι Αιτωλοί κι οι Ακαρνάνες και στις γύρω περιοχές. Η συνήθεια να οπλοφορούν οι στεριανοί αυτοί, έχει μείνει από την παλιά εποχή της ληστείας.

Όσες από τις πόλεις ιδρύθηκαν στα νεότερα χρόνια, όταν πια οι θαλασσινές συγκοινωνίες έγιναν ασφαλέστερες κι εκείνες είχαν μεγαλύτερα χρηματικά αποθέματα, χτίστηκαν προστατευμένες με τείχη στα παράλια, ενώ τους ισθμούς τους αποχώριζαν από την υπόλοιπη χώρα και τους οχύρωναν, τόσο για λόγους εμπορικούς όσο και για λόγους δύναμης απέναντι στους γείτονες τους. Οι παλιές πόλεις, εξαιτίας της πειρατείας που κράτησε πολλά χρόνια, χτίστηκαν μακριά από τη θάλασσα, τόσο στα νησιά όσο και στη στεριά (γιατί οι πειρατές ασκούσαν την πειρατεία και μεταξύ τους και μεταξύ όλων εκείνων που, χωρίς να είναι ναυτικοί, ζούσαν στα παράλια) κι ως σήμερα ακόμη είναι χτισμένες στα μεσόγεια.

Δεν υπήρξαν λιγότερο πειρατές οι νησιώτες, που ήταν Κάρες και Φοίνικες. Γιατί αυτοί είχαν κατοικήσει τα περισσότερα νησιά. Κι απόδειξη τούτου είναι ότι, όταν οι Αθηναίοι, στη διάρκεια του πολέμου που εξιστορώ, έκαμαν την κάθαρση της Δήλου και σήκωσαν τα φέρετρα όλων όσοι είχαν ταφεί στο νησί, αποκαλύφτηκε πως οι μισοί τάφοι ανήκαν σε Κάρες· κι αυτό διαπιστώθηκε και από το είδος των όπλων που ήταν θαμμένα με κάθε νεκρό, και από τον τρόπο της ταφής, τον οποίο εκείνοι χρησιμοποιούν ακόμη και σήμερα. Όταν όμως ο Μίνωας οργάνωσε το ναυτικό του, οι θαλασσινές συγκοινωνίες έγιναν too ασφαλείς (γιατί τούτος κυνήγησε τους πειρατές από τα νησιά τότε ακριβώς που ίδρυσε σ’ αυτά αποικίες) κι οι κάτοικοι των παραλίων άρχισαν πια να αποχτούν περισσότερον πλούτο και να έχουν μονιμότερη κατοικία- μερικοί μάλιστα, επειδή είχαν γίνει πολύ πλούσιοι, έχτισαν τείχη γύρω από τις πόλεις τους. Γιατί, επιθυμώντας τα κέρδη, κι οι φτωχότεροι δέχονταν την εξάρτηση από τους πιο δυνατούς, κι οι δυνατότεροι, διαθέτοντας πλούτο, έκαναν υποτελείς τους τις μικρότερες πόλεις. Βρίσκονταν πια σ’ αυτή την κατάσταση, όταν, αργότερα, έκαμαν την εκστρατεία εναντίον της Τροίας.

Ο Αγαμέμνονας, κατά τη γνώμη μου, κατόρθωσε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις για την εκστρατεία εναντίον της Τροίας, κυρίως επειδή ήταν πιο δυνατός από τους άλλους ηγεμόνες, κι όχι επειδή οι μνηστήρες της Ελένης, που έγινε αρχηγός τους, είχαν δεσμευτεί με τους όρκους τους οποίους είχαν κάμει στον Τυνδάρεο. Λένε μάλιστα, όσοι Πελοποννήσιοι ξέρουν πολύ καλά τις παλιότερες παραδόσεις τους, ότι πρώτος ο Πέλοπας, χάρη στον πλούτο που είχε, όταν ήρθε από την Ασία ανάμεσα σ’ ανθρώπους φτωχούς, κατόρθωσε ν’ αποχτήσει τόση δύναμη, ώστε, ξένος αυτός, να δώσει το όνομά του σ’ όλη τη χώρα. Κι οι απόγονοί του κατόπι πέτυχαν ακόμη περισσότερα, όταν ο Ευρυσθέας σκοτώθηκε στην Αττική από τους Ηρακλείδες γιατί, φεύγοντας αυτός για την εκστρατεία, εμπιστεύτηκε, από συγγένεια, τις Μυκήνες κι όλη του την επικράτεια στον αδερφό της μητέρας του Ατρέα (ο οποίος είχε εξοριστεί από τον πατέρα του για το φόνο του Χρυσίππου). Κι επειδή ο Ευρυσθέας, δε γύρισε, σύμφωνα και με την επιθυμία των Μυκηναίων, οι οποίοι φοβούνταν τους Ηρακλείδες, ο Ατρέας, που θεωρούνταν πλούσιος κι είχε κολακέψει το λαό, ανάλαβε τη βασιλεία στις Μυκήνες και σ’ όσα μέρη εξουσίαζε ο Ευρυσθέας, κι οι Πελοπίδες έγιναν πιο δυνατοί απ’ τους Περσείδες. Αφού παράλαβε την κληρονομιά αυτή ο Αγαμέμνονας και ταυτόχρονα απόχτησε ναυτικό ισχυρότερο από οποιουδήποτε άλλου, μπόρεσε, κατά τη γνώμη μου, να κάμει την εκστρατεία, κι όσοι τον ακολούθησαν, το ’καμαν περισσότερο από φόβο παρά από φιλοφροσύνη. Είναι, εξάλλου, φανερό πως αυτός πήρε μέρος στην εκστρατεία έχοντας τα πιο πολλά καράβια κι ότι έδωσε και στους Αρκάδες, όπως αναφέρει ο Όμηρος, αν μπορεί κάνεις να βασιστεί στη μαρτυρία του. Και στους στίχους του για το πώς έφτασε στον Αγαμέμνονα το σκήπτρο αναφέρει ότι αυτός «βασιλεύει σε πολλά νησιά και σ’ ολόκληρο το Άργος». Αν, λοιπόν, ο Αγαμέμνονας δεν είχε κάποιο αξιόλογο ναυτικό, δε θα μπορούσε, μια κι ήταν στεριανός, να εξουσιάζει νησιά, εκτός από τα κοντινά του, που δεν είναι πολλά. Κι απ’αυτήν την εκστρατεία πρέπει να συμπεράνει κανείς ποια ήταν η κατάσταση πρωτύτερα.

Γιατί ακόμη και μετά τα Τρωικά συνεχίστηκαν στην Ελλάδα οι μεταναστεύσεις κι οι εγκαταστάσεις, έτσι που η έλλειψη ησυχίας την εμπόδισε να αναπτυχθεί. Πραγματικά, η μεγάλη αργοπορία στο γυρισμό των Ελλήνων από την Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές και στις πόλεις γίνονταν συχνά επαναστάσεις που ανάγκαζαν, όσους εξορίζονταν, να ιδρύουν νέες πόλεις. Εξήντα λοιπόν χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την Άρνη τους σημερινούς Βοιωτούς, οι οποίοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στη χώρα που λέγεται τώρα Βοιωτία, ενώ άλλοτε ονομαζόταν Γη του Κάδμου (ένα μέρος απ’ αυτούς είχε εγκατασταθεί πιο μπροστά στη χώρα αυτή κι απ’ τους Βοιωτούς τούτους ήταν εκείνοι που πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας). Κι οι Δωριείς με τους Ηρακλείδες, ογδόντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, κατάχτησαν την Πελοπόννησο. Με δυσκολία, κι ύστερα από πολλά χρόνια, η Ελλάδα ησύχασε οριστικά, σταμάτησαν οι αναγκαστικές μετακινήσεις και μπόρεσε έτσι να ιδρύσει αποικίες. Οι Αθηναίοι αποίκισαν τις ιωνικές πόλεις και τα περισσότερα νησιά. Οι Πελοποννήσιοι εγκαταστάθηκαν σε πολλά μέρη της Ιταλίας και της Σικελίας και σε μερικά της υπόλοιπης Ελλάδας. Όλες αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν μετά τα Τρωικά.

Όσο η Ελλάδα γινόταν πιο δυνατή και ταυτόχρονα αποχτούσε περισσότερον πλούτον από πριν, σε πολλές πόλεις εγκαθιδρύονταν τυραννίδες (ενώ πρωτύτερα υπήρχαν κληρονομικές βασιλείες με καθορισμένα προνόμια) κι η Ελλάδα άρχισε να ετοιμάζει ναυτικό και να στρέφεται περισσότερο προς τη θάλασσα. Λέγεται ότι πρώτοι οι Κορίνθιοι χρησιμοποίησαν σχεδόν το σημερινό τρόπο κατασκευής των καραβιών κι οργάνωσης του ναυτικού κι ότι στην Κόρινθο, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ναυπηγήθηκαν τριήρεις. Και φαίνεται πως ο Κορίνθιος ναυπηγός Αμεινοκλής έφτιαξε τέσσερα πολεμικά καράβια για τους Σαμιώτες. Ο Αμεινοκλής πήγε στη Σάμο τριακόσια περίπου χρόνια πριν από το τέλος του πολέμου που εξιστορώ.

Η πιο παλιά ναυμαχία απ’ όσες ξέρουμε έγινε μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων, περίπου διακόσια εξήντα χρόνια πριν από την ίδια χρονολογία. Με το να χτίσουν οι Κορίνθιοι την πόλη τους πάνω στον Ισθμό, την έκαμαν, από πολύ παλιά, εμπορικό κέντρο, γιατί οι Έλληνες, τα παλιά τα χρόνια, επικοινωνούσαν περισσότερο από στεριά παρά από θάλασσα και τόσο αυτοί που έμεναν στην Πελοπόννησο όσο κι εκείνοι που κατοικούσαν έξω απ’ αυτήν ήταν υποχρεωμένοι να έρχονται σε επικοινωνία μεταξύ τους διαμέσου της χώρας των Κορινθίων. Έτσι οι Κορίνθιοι έγιναν πολύ πλούσιοι, όπως μαρτυρούν κι οι παλιοί ποιητές που επονόμασαν την πόλη πλούσια. Όταν οι Έλληνες ανάπτυξαν πιο πολύ τις θαλασσινές συγκοινωνίες, οι Κορίνθιοι, επειδή είχαν στόλο, ξεπάστρεψαν τους πειρατές κι η πόλη τους, κέντρο εμπορίου από στεριά κι από θάλασσα, έγινε πολύ δυνατή με τα πλούσια έσοδα της. Κι οι Ίωνες αργότερα απόχτησαν σημαντικό ναυτικό, στα χρονιά του Κύρου, του πρώτου βασιλιά των Περσών, και στα χρόνια του γιου του Καμβύση, και πολεμώντας εναντίον του Κύρου κυριάρχησαν για λίγον καιρό στη θάλασσα που βρέχει τις ακτές τους. Κι ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου στα χρονιά του Καμβύση, έχοντας ισχυρό ναυτικό, υπόταξε διάφορα νησιά, κι αφού κυρίεψε και τη Ρήνεια την αφιέρωσε στο Δήλιο Απόλλωνα. Τέλος οι Φωκαείς ίδρυσαν την αποικία Μασσαλία και ναυμαχώντας με τους Καρχηδονίους τους νίκησαν.

Αυτά ήταν τα ισχυρότερα ναυτικά στα παλιότερα χρονιά. Κι οι στόλοι αυτοί όμως, μόλο που δημιουργήθηκαν πολλές γενιές υστέρα από τα Τρωικά, είναι βέβαιο πως χρησιμοποιούσαν λίγες τριήρεις και στο μεγαλύτερο τους μέρος αποτελούνταν ακόμη από πενηντάκουπα και μακριά καράβια αρματωμένα όπως εκείνα της εποχής του τρωικού πολέμου. Λίγο πριν απ’ τα Μηδικά και το θάνατο του Δαρείου, που υπήρξε βασιλιάς των Περσών ύστερα από τον Καμβύση, οι τύραννοι της Σικελίας κι οι Κερκυραίοι απόχτησαν πολλές τριήρεις. Αυτά ήταν τα τελευταία αξιόλογα ναυτικά στην Ελλάδα πριν από την εκστρατεία του Ξέρξη. Οι Αιγινήτες κι οι Αθηναίοι, πιθανόν και μερικοί άλλοι, είχαν λίγα καράβια και τα περισσότερα απ’ αυτά ήταν πενηντάκουπα. Μόνο αργότερα έπεισε ο Θεμιστοκλής τους Αθηναίους, τον καιρό που είχαν πόλεμο με τους Aιγινήτες κι αναμενόταν η επιδρομή των βαρβάρων, να ναυπηγήσουν τα πολεμικά καράβια με τα οποία ναυμάχησαν στη Σαλαμίνα. Κι αυτά όμως δεν είχαν ακόμη κατάστρωμα σ’ όλο τους το μάκρος.

Τέτοιες λοιπόν ήταν οι ναυτικές δυνάμεις των Ελλήνων και στα παλιά τα χρόνια κι αργότερα. Όσοι όμως έστρεψαν την προσοχή τους στο ναυτικό απόχτησαν σημαντική δύναμη και με την αύξηση των προσόδων τους και με την εξουσία τους πάνω σ’ άλλους. Γιατί, κάνοντας επιδρομές στα νησιά, ιδιαίτερα όσοι δεν είχαν αρκετή γη, τα υπόταζαν. Στη στεριά, αντίθετα, πόλεμος στον οποίο να συναθροίστηκε κάποια σημαντική δύναμη δεν έγινε κανένας. Οι πόλεμοι, όσοι έγιναν, ήταν ανάμεσα σε γείτονες, κι εκστρατείες μακριά από τη χώρα τους, για να υποτάξουν άλλους, δεν επιχειρούσαν οι Έλληνες. Δεν προσχωρούσαν επίσης στις μεγάλες πόλεις ως υπήκοοι, ούτε έκαναν κοινές εκστρατείες ενωμένοι σαν ίσοι με ίσους, αλλά πιο πολύ πολεμούσαν χωριστά ο ένας γείτονας εναντίον του άλλου.

Οι ελληνικές πόλεις χωρίστηκαν σε δυο και τάχτηκαν με το ένα ή το άλλο μέρος, κυρίως στον πόλεμο που έγινε κάποτε, παλιά, ανάμεσα στους Χαλκιδιώτες και τους Ερετριείς.

Διάφορα άλλα εμπόδια παρουσιάστηκαν και δεν επιτρέψανε την ανάπτυξη των ελληνικών πόλεων. Στους Ίωνες, οι οποίοι είχαν αποχτήσει μεγάλη δύναμη, εμπόδιο στάθηκε ο Κύρος και το περσικό βασίλειο που, αφού κατάργησε την εξουσία του Κροίσου και κατάχτησε όλη τη χώρα μεταξύ του ποταμού Άλη και της θάλασσας, έκαμε κι εναντίον τους εκστρατεία κι υποδούλωσε τις ηπειρωτικές τους πόλεις. Αργότερα ο Δαρείος, με την υπεροχή που εξασφάλισε χάρη στο ναυτικό των Φοινίκων, υποδούλωσε και τα νησιά.

Ωστόσο, όσοι τύραννοι κυβερνούσαν ελληνικές πόλεις, αποβλέποντας μόνο στο προσωπικό τους συμφέρον και των στενών συγγενών τους, διοικούσαν πολύ συντηρητικά και γι’ αυτό δεν έκαμαν τίποτε το αξιόλογο, έκτος από πολέμους εναντίον των γειτόνων τους. Οι τύραννοι όμως των πόλεων της Σικελίας απόχτησαν μεγάλη δύναμη. Έτσι, από διάφορους λόγους, η Ελλάδα εμποδιζόταν για πολλά χρόνια να επιχειρήσει ομαδικά κάτι το αξιόλογο και καθεμιά πόλη χωριστά ήταν άτολμη.

Τελικά όμως οι τύραννοι της Αθήνας και της υπόλοιπης Ελλάδας —που στο μεγαλύτερο της μέρος είχε και πρωτύτερα κυβερνηθεί από τους τυράννους— οι περισσότεροι τους κι οι τελευταίοι (αν εξαιρέσουμε εκείνους της Σικελίας) ανατράπηκαν από τους Λακεδαιμονίους. Γιατί η Σπάρτη, αφού ιδρύθηκε από τους Δωριείς που την κατοικούν και σήμερα και δοκιμάστηκε από τις μακρότερες εμφύλιες διαμάχες τις οποίες ξέρουμε, όμως ευνομήθηκε από τα πιο παλιά χρονιά και πάντα έζησε χωρίς τυράννους. Για τετρακόσια και λίγο περισσότερα χρόνια πριν από το τέλος του πολέμου που εξιστορώ, οι Λακεδαιμόνιοι έχουν το ίδιο πολίτευμα και χάρη σ’ αυτό έγιναν δυνατοί και μπόρεσαν να ρυθμίζουν τα πράγματα και των άλλων πόλεων. Λίγα χρονιά ύστερα από την κατάργηση των τυράννων στην Ελλάδα, έγινε κι η μάχη στο Μαραθώνα ανάμεσα στους Πέρσες και τους Αθηναίους. Δέκα χρόνια ύστερα από τη μάχη αυτή, ο βάρβαρος με μεγάλη ετοιμασία ήρθε πάλι εναντίον της Ελλάδας για να την υποδουλώσει. Μπροστά στο μεγάλον κίνδυνο ο οποίος τους απειλούσε, οι Λακεδαιμόνιοι, μια κι ήταν οι πιo δυνατοί, ανάλαβαν την αρχηγία των Ελλήνων που συμπολέμησαν, ενώ οι Αθηναίοι, καθώς οι Πέρσες προχωρούσαν, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους, κι αφού πήραν από τα σπίτια τους ό,τι σηκωνόταν, μπήκαν στα καράβια κι έγιναν ναυτικοί. Λίγο ύστερα από την απόκρουση, με κοινό αγώνα, των βαρβάρων, κι οι Έλληνες που είχαν συμπολεμήσει κι εκείνοι που είχαν αποστατήσει από τον Πέρση βασιλιά, χωρίστηκαν σε δυο παρατάξεις, μια με τους Αθηναίους κι άλλη με τους Λακεδαιμονίους, γιατί αυτοί οι δυο είχαν ξεχωρίσει σαν οι πιο δυνατοί, οι πρώτοι στη θάλασσα, οι δεύτεροι στη στεριά. Η μεταξύ τους όμως αμυντική συμμαχία κράτησε λίγα μόνο χρόνια, κι έπειτα Λακεδαιμόνιοι κι Αθηναίοι ήρθαν σε διάσταση και πολέμησαν, με τη βοήθεια και των συμμάχων τους, ο ένας εναντίον του άλλου. Κι οι άλλοι Έλληνες, όσοι είχαν κάποιες διάφορες μεταξύ τους, τάσσονταν πια με τον έναν ή τον άλλο απ’ αυτούς. Μ’ αυτόν τον τρόπο, από τα Μηδικά ως τον τωρινό πόλεμό αδιάκοπα, ποτέ κάνοντας σπονδές, πότε πολεμώντας, είτε μεταξύ τους είτε με τους συμμάχους τους που αποστατούσαν, προετοίμασαν καλά όσα χρειάζονται για τον πόλεμό κι έγιναν πιο έμπειροι, γιατί ασκούνταν μέσα στους κινδύνους.

Οι Λακεδαιμόνιοι ασκούσαν την ηγεμονία τους χωρίς να υποχρεώνουν τους συμμάχους τους να πληρώνουν φόρο, φρόντιζαν όμως να έχουν αυτοί πολίτευμα ολιγαρχικό, για το αποκλειστικό συμφέρον της Σπάρτης. Οι Αθηναίοι, εξάλλου, με τον καιρό υποχρέωσαν τους συμμάχους τους —εκτός από τους Χιώτες και τους Λεσβίους— να τους παραδώσουν τα καράβια τους κι επιβάλανε να πληρώνουν όλοι τους φόρο. Έτσι, στο κατώφλι του πολέμου που εξιστορώ, οι Αθηναίοι βρέθηκαν να ‘χουν πολεμική ετοιμασία μεγαλύτερη από κάθε προηγούμενη φορά, ακόμη κι όταν η συμμαχία τους διατηριόταν ακμαία κι απείραχτη.

Λέξεις και πολιτική εξουσία

«Η εξουσία ασκείται με τις ιδέες. Άρα με τη γλώσσα, με τις λέξεις»

Η πολιτική ζωή των ημερών μας ανέδειξε το ρόλο των λέξεων, όχι μόνο ως μέσου επικοινωνίας αλλά και ως μέσο άσκησης της εξουσίας, σε όλες τις αποχρώσεις της (πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική…). Κι αυτό γιατί με τη βοήθεια των λέξεων ο άνθρωπος άλλοτε ωραιοποιεί την πραγματικότητα και άλλοτε με άλλες λέξεις – σημασιολογικά συγγενείς – σκιάζει την ίδια την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα αυτή να μη γίνεται αντιληπτή από τους πολίτες. Βέβαια οι λέξεις εφευρέθηκαν και υπάρχουν για να αποτυπώνουν και να περιγράφουν με νοηματική καθαρότητα όλες τις πτυχές (το βάθος και το πλάτος) της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ωστόσο, αυτός ο κανόνας παραβιάζεται και οι λέξεις παραποιούν και διαστρεβλώνουν την ουσία της πραγματικότητας.

Αυτή η λειτουργία των λέξεων δεν αναιρεί μόνο τα βασικά αξιώματα της γλωσσολογίας αλλά συνοδεύεται κι από αρνητικά φαινόμενα τόσο στο επίπεδο της σκέψης όσο και στο επίπεδο της επικοινωνίας και της ηθικής – αξιών. Οι βασικές θέσεις που διατυπώθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σχετικά με τη σχέση Γλώσσας – σκέψης και πραγματικότητας «Το γαρ αυτό νοείν εστίν και είναι» και «Χρη το λέγειν τε νοείν τ’ εόν έμμεναι», (Αυτό για το οποίο μπορεί κανείς να μιλάει και να σκέφτεται πρέπει να υπάρχει) τείνουν να ανατραπούν στις μέρες μας, εις βάρος βέβαια της αλήθειας και της δυνατότητας των πολιτών να ερμηνεύουν ορθολογικά την πραγματικότητα.

Όταν, λοιπόν, οι λέξεις αδυνατούν(;) να αποδώσουν με πιστότητα την ουσία της πραγματικότητας, τότε η ευθύνη δεν βαραίνει ούτε τις λέξεις ούτε την πραγματικότητα. Αν συνέβαινε αυτό μπορούμε εύκολα να βρούμε άλλες λέξεις, όχι όμως και να αλλάξουμε την πραγματικότητα, γιατί αυτή υφίσταται αφ’ εαυτής ανεξάρτητα από τις λέξεις, το χρήστη και τον τρόπο χρήσης. Άρα η ευθύνη ανιχνεύεται στο χρήστη που συνειδητά «αλλάζοντας τη σημασία των λέξεων» προσπαθεί να αιτιολογήσει πράξεις και συμπεριφορές μη συμβατές με την αλήθεια και την πολιτική ηθική. Απόρροια της καταχρηστικής χρήσης της σημασίας των λέξεων η προπαγάνδα, η παραπληροφόρηση και η ιδεολογική χειραγώγηση των μαζών. Κι αυτό γιατί οι λέξεις λειτουργούν ως ισχυρό ναρκωτικό στη συνείδηση του ατόμου. «Οι λέξεις είναι το ισχυρότερο ναρκωτικό που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος» (Κίπλινγκ).

Όργανο προπαγάνδας

Οι παραπάνω διαπιστώσεις εύκολα οδηγούν σε κάποιες άλλες επισημάνσεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της γλώσσας – λέξεων στη ζωή των ανθρώπων και στον πολιτισμό του. Ιστορικά, δηλαδή, ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από μία τάση να επιβάλει τη δύναμή του στους συνανθρώπους του. Προς πραγμάτωση αυτού του στόχου χρησιμοποιεί δυο παραδοσιακά όπλα. Τη Βία και τη Γλώσσα – Λέξεις. Η πρώτη στο βαθμό που είναι εμφανής προκαλεί την αντίδραση του θύματος. Η δύναμη, όμως, της γλώσσας – λέξεων είναι αφανής, άρα και πιο επικίνδυνη. Το στοιχείο αυτό διαπιστώνεται καθημερινά σε ποικίλους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Η γλώσσα – λέξεις μαγνητίζουν, υπνωτίζουν και παραπληροφορούν. Καθίστανται όργανα προπαγάνδας, λαϊκισμού και χειραγώγησης του πλήθους. Αυτή η «αυτοκρατορική» δύναμη των λέξεων κυβερνά ανθρώπους, αφιονίζει τις μάζες, προκαλεί επαναστάσεις και παρασύρει άτομα και λαούς σε μισαλλόδοξους και επικίνδυνους φανατισμούς. Οι λέξεις, δηλαδή, είναι σωτήριες αλλά και καταστροφικές, απατηλές αλλά και «κάστρα αλήθειας» και φωτεινοί σηματοδότες. Αυτός που γνωρίζει τη δύναμη των λέξεων «Αρχή σοφίας η των ονομάτων επίσκεψις» (Αντισθένης) μπορεί να τις αλλοιώσει στο νοηματικό τους πυρήνα και μέσα από αυτή να υπνωτίσει μια κοινωνία, να την εξουσιάσει και να οδηγήσει στον εκφυλισμό των αξιών της «Ο εκφυλισμός των αξιών ξεκινά πάντα από τη διαστρέβλωση της γλώσσας» (Άμος Οζ).

Οι διδαχές του Κουμφούκιου

Γνωστό, επίσης, είναι πως οι λέξεις χαρίζουν στον πομπό μια δυνατότητα άσκησης εξουσίας. Κι αυτό γιατί η εξουσία ασκείται με τη βοήθεια των ιδεών που εκφράζονται και μορφοποιούνται με την αρωγή των λέξεων. Άρα η «εξουσία ασκείται με τις λέξεις». Επιπρόσθετα η δύναμη των λέξεων δημιουργεί μύθους, θερμαίνει τη δοκησισοφία των νάρκισσων και ενισχύει τις πλάνες του πλήθους. Στην πολιτική ιστορία της ανθρωπότητας πολλοί (βασιλείς, αυτοκράτορες, πολιτικοί ηγέτες…) θεμελίωσαν και άσκησαν την εξουσία τους μέσα από τη χρήση των κατάλληλων λέξεων. Λέξεις που προκαλούσαν σύγχυση στους πολίτες και ακύρωναν τους κώδικες ερμηνείας της πραγματικότητας. Έτσι διαμορφώνονταν πολίτες – υπήκοοι κα ευεπίφοροι σε κάθε μορφής πολιτική χειραγώγηση.

Κάποτε ένας μαθητής ρώτησε τον Κομφούκιο τι θεωρεί ουσιαστικό για να είναι κάποιος καλός κυβερνήτης. Αυτός τότε του απάντησε: «Αυτό που χρειάζεται κατ’ αρχήν είναι να βάλει σε τάξη τα ονόματα και τις λέξεις». «Μα – απάντησε ο μαθητής – δεν ήταν αυτή η ερώτηση». «Πόσο αμόρφωτος είσαι!» συνέχισε ο Κομφούκιος: «Ένας άνθρωπος με ανώτερο πνεύμα, όταν δεν γνωρίζει, σωπαίνει. Αν τα ονόματα και οι λέξεις δεν είναι σωστά, η γλώσσα δεν συμφωνεί με την αλήθεια των πραγμάτων. Αν η γλώσσα δεν συμφωνεί με την αλήθεια των πραγμάτων, δεν μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τις υποθέσεις με τον κατάλληλο τρόπο. Αν δεν μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τις υποθέσεις με τον κατάλληλο τρόπο, οι καλοί τρόποι και η μουσική δεν θα μπορέσουν να αναπτυχθούν. Όταν οι καλοί τρόποι και η μουσική δεν μπορούν να αναπτυχθούν, οι τιμωρίες δεν θα αποδίδονται δίκαια. Όταν οι τιμωρίες δεν αποδίδονται δίκαια, οι λαοί δεν μπορούν να κινήσουν ούτε τα χέρια ούτε τα πόδια τους. Κατά συνέπεια, ένας άνθρωπος με ανώτερο πνεύμα εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να χρησιμοποιεί ορθά τις λέξεις που μεταχειρίζεται για να μιλά και επίσης, να εκφράζει συνειδητά τα όσα λέει. Αυτό που απαιτεί ο άνθρωπος με ανώτερο πνεύμα είναι να μην υπάρχει τίποτα το λανθασμένο στο λόγο του».

Διαχείριση εγκεφάλων

Στην εποχή μας, λοιπόν, όταν η δημοκρατία εξακολουθεί να λειτουργεί – έστω και με τις ατέλειές της – οι απόψεις και οι διδαχές του Κομφούκιου είναι αναγκαίες και χρήσιμες όχι μόνο για τους ταγούς της εξουσίας ή για τα «ανώτερα πνεύματα», αλλά και για όλους όσοι εκφέρουν δημόσια λόγο. Γιατί στην πολιτική ζωή κάθε διαφωνία, αμφισβήτηση ή συναίνεση είναι γλωσσικά δομημένες και χρειάζονται τις αντίστοιχες έννοιες – λέξεις για να αποδώσουν με ακρίβεια τον πυρήνα των θέσεων. Διαφορετικά η πολιτική και η δημοκρατία εκφυλίζονται σε μια διαδικασία διαχείρισης των «εγκεφάλων» των πολιτών και όχι σε τεχνική επίλυσης και εξισορρόπησης αντιτιθέμενων συμφερόντων. Επομένως πολιτική, Δημοκρατία και Λέξεις βαδίζουν παράλληλα, αλληλεπιδρούν και αλληλονοηματοδοτούνται. Η ποιότητα του ενός διαμορφώνει και την πολιτική του άλλου.

Ο Χάξλεϋ διακήρυξε πως «Χάρη στις λέξεις μπορέσαμε να υψωθούμε πάνω απ’ τα κτήνη». Η γλώσσα και οι λέξεις αποτελούν την πατρίδα μας και το προσωπικό μας θησαυροφυλάκιο. Χρέος μας να διαφυλάξουμε το γλωσσικό μας πλούτο από τα διαβρωτικά στοιχεία των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Γιατί οι λέξεις φωτίζουν, απελευθερώνουν και αναζωογονούν ή και συσκοτίζουν, υποδουλώνουν και νεκρώνουν την αλήθεια. Εμείς ως πολιτική κοινότητα κρατάμε τη θετική πλευρά των λέξεων για να μη λησμονήσουμε πως «χάρη στις λέξεις πέφτουμε στο επίπεδο των δαιμόνων».

Η γραμμή της ζωής

Εκείνη η παλιά ερώτηση «Ποιοι είμαστε;» βρίσκει απογοητευτική απάντηση σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο όπου αναγκαστικά ζούμε. Πράγματι, δεν είμαστε παρά οι υπήκοοι αυτού του κόσμου, του τάχα πολιτισμένου, όπου η ευφυΐα και η χαμέρπεια, ο ηρωισμός και η βλακεία, βολεύοντάς τα μια χαρά μεταξύ τους, βρίσκονται εναλλάξ στο προσκήνιο.
 
Είμαστε οι υπήκοοι αυτού του ασυνάρτητου και παράλογου κόσμου, που κατασκευάζει όπλα για να εμποδίσει τον πόλεμο, όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται για να καταστρέφει και για να οικοδομεί, για να σκοτώνει και για να παρατείνει τη ζωή των μελλοθάνατων, όπου η πιο παρανοϊκή δραστηριότητα έχει τα πιο αντίθετα αποτελέσματα -ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου παντρεύονται για τα λεφτά, όπου χτίζουν παλάτια που σαπίζουν εγκαταλειμμένα στις ακτές. Αυτός ο κόσμος στέκεται ακόμα κακήν κακώς όρθιος, αλλά ήδη βλέπουμε να λάμπουν μες στη νύχτα τα σημάδια της επερχόμενης καταστροφής.
 
Το ότι ξαναλέω όλα αυτά τα προφανή θα φανεί σίγουρα αφελές και άχρηστο σ’ εκείνους που δεν τους ενοχλούν και που ήρεμα επωφελούνται από αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων. Όσοι ζουν από αυτήν την απραξία, ποθούν να τη σταθεροποιήσουν και, καθώς τα μόνα κατάλληλα γι’ αυτό μέσα είναι κάποιες νέες αταξίες, ξανασοβατίζουν, με το «ρεαλιστικό» λεγόμενο τρόπο τους, το παλιό οικοδόμημα, επιταχύνοντας έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουν, την επικείμενη πτώση του. Άλλοι άνθρωποι, που ανάμεσά τους με υπερηφάνεια βάζω τον εαυτό μου, παρά για την ανεδαφικότητα για την οποία τους κατηγορούν, επιθυμούν ασυνείδητα την προλεταριακή επανάσταση που θα μεταμορφώσει τον κόσμο -και πολεμούν γι’ αυτό το σκοπό, καθένας με τα μέσα που διαθέτει.
 
Πρέπει, ωστόσο, να αμυνθούμε ενάντια σ’ αυτήν τη μέτρια πραγματικότητα, που την έχουν διαμορφώσει αιώνες ολόκληροι ειδωλολατρίας για το χρήμα, για τις φυλές, για τις πατρίδες, για τους θεούς και, θα πρόσθετα, ειδωλολατρίας για την τέχνη.
 
Η φύση, που η αστική κοινωνία δεν έχει καταφέρει να εκμηδενίσει τελείως, μας προσφέρει τη δυνατότητα του ονείρου, το οποίο χαρίζει στο σώμα μας και στο πνεύμα μας την ελευθερία που τόσο έχουμε ανάγκη. Η φύση, σαν από υπέρμετρη γενναιοδωρία, δημιούργησε, για τα υπερβολικά ανυπόμονα ή υπερβολικά αδύναμα άτομα, το καταφύγιο της τρέλας, που τα προστατεύει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σύγχρονου κόσμου.
 
Η μεγάλη όμως δύναμη είναι ο έρωτας, που μεταφέρει τους ερωτευμένους σ’ έναν κόσμο μαγικό, φτιαγμένο μόνο γι’ αυτούς, τέλεια απομονωμένο και προφυλαγμένο.
 
Τέλος, ο Σουρεαλισμός προσφέρει στην ανθρωπότητα μια μέθοδο κι έναν πνευματικό προσανατολισμό, οι οποίοι οδηγούν στην εξερεύνηση πεδίων ως τώρα αγνοημένων ή περιφρονημένων, που -ωστόσο- ενδιαφέρουν άμεσα τον άνθρωπο. Ο Σουρεαλισμός διεκδικεί για την καθημερινή ζωή μια ελευθερία παρόμοια μ’ εκείνη του ονείρου.
 
Αυτήν την ελευθερία, το πνεύμα την κατέχει εν δυνάμει και, ουσιαστικά, αρκεί οι νέοι τεχνικοί να προσπαθήσουν να παραμερίσουν κάποιο σύμπλεγμα -ίσως το σύμπλεγμα του γελοίου- και να ψάξουν να βρουν εκείνες τις ανεπαίσθητες αλλαγές που θα έπρεπε να επιφέρουμε στις συνήθειές μας, έτσι ώστε αυτή η ιδιότητα που έχουμε να μην κοιτάζουμε παρά μόνο αυτό που μας δείχνει το βλέμμα μας, να γίνει ικανότητα τού να ανακαλύπτουμε αμέσως τα αντικείμενα των πόθων μας. Στην καθημερινή εμπειρία, έστω και στρυμωγμένη ανάμεσα στις διάφορες θρησκευτικές, πολιτικές ή στρατιωτικές ηθικές, βλέπουμε να υλοποιούνται ήδη, σε κάποιο βαθμό, αυτές οι δυνατότητες. Όπως και να ‘χει, οι σουρεαλιστές ξέρουν να είναι ελεύθεροι. «Ελευθερία, χρώμα του ανθρώπου» φωνάζει ο Αντρέ Μπρετόν.

Όλη η ζωή είναι επιλογές

Όλη η ζωή είναι επιλογές, μόνο στη μοναχικότητα δεν υπάρχει επιλογή. Επιλογή, οποιουδήποτε είδους, σημαίνει σύγκρουση. Στην επιλογή υπάρχουν αναπόφευκτα αντιθέσεις. Αυτές οι αντιθέσεις, εσωτερικές και εξωτερικές, γεννάνε σύγχυση και δυστυχία. Για να ξεφύγει κανείς από αυτή τη δυστυχία, κάνει να μοιάζουν οι θεοί, τα πιστεύω, ο εθνικισμός και η αφοσίωση σε διάφορα μοντέλα δραστηριότητας, σαν πραγματικές ανάγκες.
 
Ξεφεύγοντας με αυτές τις κάνεις να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία, αλλά η φυγή είναι ο δρόμος της ψευδαίσθησης και τότε εμφανίζονται ο φόβος κι η ανησυχία. Ο δρόμος της επιλογής είναι ο δρόμος της θλίψης όπου ο πόνος δεν έχει τέλος. Η επιλογή, η εκλογή, θα υπάρχει πάντα όσο υπάρχει εκείνος που επιλέγει -που είναι η συσσωρευμένη μνήμη πόνου και ευχαρίστησης- και κάθε εμπειρία επιλογής, το μόνο που κάνει είναι να δυναμώνει τη μνήμη, που η αντίδρασή της γίνεται σκέψη και συναίσθημα.
 
Η μνήμη έχει μόνο μερική σημασία, καθώς είναι φτιαγμένη για να αντιδρά μηχανικά κι αυτή η αντίδραση είναι η επιλογή.
Δεν υπάρχει ελευθερία στην επιλογή. Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί, σύμφωνα με την κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου. Η επιλογή δυναμώνει, χωρίς εξαίρεση, αυτή τη διαμόρφωση. Δεν υπάρχει φυγή από αυτή τη διαμόρφωση που μόνο γεννάει όλο και περισσότερα βάσανα.
 
Η επιλογή γεννάει πάντα δυστυχία. Παρακολούθησέ την και θα δεις να καραδοκεί, να απαιτεί, να επιμένει, να εκλιπαρεί και πριν το καταλάβεις, θα βρίσκεσαι πιασμένος στο δίχτυ των αναπόφευκτων υποχρεώσεων, ευθυνών και απογνώσεων που φέρνει.
 
Παρακολούθησέ την και θα έχεις επίγνωση αυτού που πραγματικά συμβαίνει. Έχε επίγνωση αυτού που συμβαίνει, δε μπορείς να αλλάξεις αυτό που συμβαίνει, μπορείς να το κουκουλώσεις, να το βάλλεις στα πόδια, αλλά δε μπορείς να το αλλάξεις. Είναι εκεί. Αν το αφήσεις ήσυχο χωρίς να παρεμβαίνεις με τις απόψεις σου και τις ελπίδες σου, τους φόβους σου και τις απελπισίες σου, με τις υστερόβουλες και πανούργες κρίσεις σου, θα ανθίσει και θα φανερώσει όλη τη δαιδαλώδη μορφή του, όλες τις λεπτές κινήσεις του -και υπάρχουν πολλές- τη φαινομενική σημασία και ηθική του, τα κρυμμένα του κίνητρα και τις κρυμμένες φαντασιώσεις του.
 
Αν αφήσεις εκείνο που πραγματικά συμβαίνει ήσυχο, θα σου δείξει όλα αυτά και περισσότερα. Αλλά πρέπει να έχεις μια χωρίς επιλογές επίγνωσή του, περπατώντας ήσυχα. Τότε θα δεις ότι η επιλογή, έχοντας ανθίσει, πεθαίνει και μένει η ελευθερία, όχι ότι είσαι ελεύθερος, αλλά υπάρχει ελευθερία.
 
Εσύ είσαι εκείνος που κάνει τις επιλογές, εσύ είσαι εκείνος που σταμάτησε να τις κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα να επιλέξεις. Μέσα από αυτήν την χωρίς επιλογές κατάσταση ανθίζει η μοναχικότητα. Ο θάνατος της επιλογής δεν είναι ποτέ το τέλος της. Πάντοτε ανθίζει και πάντοτε είναι καινούρια. Το να πεθαίνεις για το γνωστό σημαίνει να είσαι μόνος. Κάθε επιλογή βρίσκεται στο πεδίο του γνωστού. Η δράση σε αυτό το πεδίο φέρνει πάντα θλίψη.
 
Τέλος της θλίψης υπάρχει στη μοναχικότητα.

Η θεωρία της κοινωνικής απόδοσης: Πώς ερμηνεύουμε τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω μας

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το πώς οι άνθρωποι δίνουμε ερμηνείες για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Αν, για παράδειγμα, φιλοξενείτε έναν φίλο σας για κάποιες μέρες και εκείνος ξαφνικά σας ανακοινώσει στη δεύτερη μέρα ότι πρόκειται τελικά να φύγει νωρίτερα, εσείς απευθείας θα αρχίζετε να αναρωτιέστε τους πιθανούς λόγους που άλλαξαν τα σχέδιά του.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος συμπεριφέρεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή αποτυγχάνει σε μια συγκεκριμένη εργασία, ο εγκέφαλός μας αυτόματα βρίσκει μια ιστορία για το πώς και το γιατί συνέβη αυτό. Αποδίδουμε δηλαδή το αποτέλεσμα σε συγκεκριμένα είδη αιτιακών παραγόντων.

Η θεωρία της κοινωνικής απόδοσης εξετάζει τις διαδικασίες που ακολουθούμε νοητικά, για να αποδώσουμε αίτια σε γεγονότα, αλλά και το πώς αυτά επιδρούν στη σκέψη, τις συμπεριφορές και τα συναισθήματά μας. Καθώς ο κοινωνικός κόσμος γύρω μας είναι πολύπλοκος, οι άνθρωποι έχουμε την τάση να τον απλοποιούμε γνωστικά και συνήθως καταλήγουμε σε ορισμένες βασικές αρχές, που μας βοηθούν να κατηγοριοποιήσουμε, να οργανώσουμε και να ερμηνεύσουμε όλα όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας.

Ο Heider ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να θεωρητικοποιήσει το πώς οι άνθρωποι αποδίδουν αιτίες στον κόσμο γύρω τους. Υποστήριξε ότι κρίνουμε και αποδίδουμε αιτίες σύμφωνα με δύο βασικούς παράγοντες: τους ατομικούς και τους περιβαλλοντικούς. Ατομικοί είναι οι παράγοντες που αναφέρονται σε κάποια πλευρά του ίδιου του ατόμου, όπως στην προσωπικότητά του, και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αφορούν εξωτερικές συνθήκες, την κατάσταση δηλαδή στην οποία βρισκόμαστε.

Ο Heider ήταν και ο πρώτος που παρατήρησε επίσης την τάση να επιλέγουμε κυρίως τα εσωτερικά, παρά τα εξωτερικά αίτια, όταν προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε συμπεριφορές και γεγονότα. Έχουμε την τάση να υποτιμούμε την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων και να αποδίδουμε τα διάφορα γεγονότα κυρίως σε ατομικούς παράγοντες. Σε αυτό το σημείο είναι που μίλησε για το φαινόμενο που αποτέλεσε στη συνέχεια έναν από τους βασικούς όρους στο πλαίσιο των θεωριών απόδοσης: το θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης.

Ένα παράδειγμα: Αν κάποιος σας πάρει τη θέση στην ουρά, η άμεση αντίδρασή σας θα είναι να σκεφτείτε πόσο ανεύθυνος και ανόητος είναι αυτός ο άνθρωπος. Αλλά στην πραγματικότητα, μπορεί αυτός ο άνθρωπος ποτέ να μην έχει ξαναπάρει τη θέση άλλου και ίσως να είναι η πρώτη φορά που αναγκάστηκε να το κάνει, επειδή αλλιώς θα χάσει την πτήση του ή επειδή κάτι άσχημο και επείγον συνέβη σε έναν συγγενή του.

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν αποδείξει ότι το σφάλμα απόδοσης το χρησιμοποιούμε κυρίως για τους άλλους, μα σπάνια για εμάς. Όταν κάνουμε κάτι, έχουμε πάντα έναν καλό λόγο γι’ αυτή μας την πράξη, αλλά είναι συνήθως οι άλλοι άνθρωποι που μας φαίνονται «προβληματικοί» ή λάθος. Ένα άλλο κλασικό παράδειγμα είναι όταν κάποιος δεν απαντά στις κλήσεις μας. Είναι πολύ πιθανό να σκεφτούμε ότι είναι ανεύθυνος και ότι δεν αξίζει να ασχολούμαστε μαζί του.

Όμως, το σφάλμα απόδοσης μας υπενθυμίζει ότι μπορεί να υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που κάποιος δεν απαντά στις κλήσεις μας. Ίσως του συμβαίνει κάτι άσχημο στη ζωή του και δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Ίσως να οδηγεί, να είναι πολύ απασχολημένος με τη δουλειά του.

Πολύ σχετικό με το σφάλμα απόδοσης είναι επίσης η τάση μας να παίρνουμε τα πράγματα πολύ προσωπικά. Ίσως θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε το «σφάλμα εγωκεντρικότητας». Αυτό περιγράφει την καθημερινή εμπειρία της αλληλεπίδρασης με ανθρώπους που δεν μας φέρονται ευγενικά. Αυτό που λαμβάνουμε είναι ασέβεια· κάποιος λέει κάτι που μας κάνει να νιώθουμε ότι μας προσβάλει ή μας αγνοεί.

Όμως, αν κάνουμε ένα βήμα πίσω για να αναγνωρίσουμε το θεμελιώδες σφάλμα απόδοσης, δεν θα νιώθουμε άσχημα τόσο συχνά. Ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων είναι ευγενικοί, αλλά περνούν ορισμένες δυσκολίες, παρόμοιες με αυτές που περνάμε κι εμείς. Όταν μας αγνοούν ή δεν μας λένε ευχαριστώ, όταν κρατάμε την πόρτα για εκείνους, να θυμάστε ότι μπορεί απλά να υποφέρουν σιωπηλά, να έχουν μια άσχημη μέρα.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να φτάσουμε στο άλλο άκρο· να δεχόμαστε τις συνειδητές προσβολές των άλλων ή να δικαιολογούμε κάθε άσχημη πράξη τους. Απλά την επόμενη φορά που θα θυμώσετε αμέσως με μια αντίδραση και πριν ξεσπάσετε, σκεφτείτε ότι τα πράγματα μπορεί να μην είναι ακριβώς όπως φαίνονται.

Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα

Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες μας προκύπτουν πάντα από την αλληλεπίδραση πολλών πραγμάτων.

Χωρίς την ευκαιρία, το ταλέντο και η ικανότητα είναι άχρηστα. -Νικολό Μακιαβέλι
 
Από τη μια μεριά υπάρχουν οι περιστάσεις και τα απρόβλεπτα (που θα αποκαλώ, γενικά, το τυχαίο), τα οποία επιδρούν πάνω σε ό,τι η ανάγκη και η λογική επιβάλλουν να συμβεί (και που λαϊκά είναι γνωστό ως το πεπρωμένο).

Από την άλλη μεριά υπάρχει το σεντούκι με τα βοηθήματά μας, τα εσωτερικά και τα εξωτερικά (που από δω κι έπειτα θα τα αποκαλώ προσωπική τύχη), τα οποία θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως το σύνολο των ικανοτήτων, των χαρισμάτων και των περιστάσεων που βρίσκονται στη διάθεσή μας μια συγκεκριμένη στιγμή. Μ’ άλλα λόγια, όσα καταφέραμε να κάνουμε με ό,τι μας έλαχε.

Το να έχει κανείς μια θαυμάσια φωνή,
μια υπερφυσική δύναμη ή μια αξιοζήλευτη μνήμη,
όπως και το να έχει γεννηθεί ωραίος, έξυπνος ή επιδέξιος
αποτελεί, το δίχως άλλο, πλεονέκτημα.
Πρέπει όμως να έχουμε υπόψη μας πως ακόμα κι αν
«γεννηθήκαμε με όλες τις χάρες του κόσμου κερδισμένες»
το τέλος της ιστορίας μας, κανείς δεν μας το εγγυάται.
Ν. Ρέσερ

Ας υποθέσουμε ότι, για κάποιο λόγο, θα θέλαμε να γνωρίζουμε προκαταβολικά τι πιθανότητες έχουμε να φέρουμε ένα καλό αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ήταν στο χέρι μας να υπολογίσουμε -αν όχι όλους τουλάχιστον τους περισσότερους- παράγοντες που θα επιδράσουν. Για να βρούμε αν θα μας χαμογελάσει η τύχη, θα πρέπει να αθροίσουμε:

Το σύνολο των βοηθημάτων (εξωτερικών και εσωτερικών)
στα οποία βασιζόμαστε και τα οποία αποτελούν
τη δική μας Τύχη.
+
Το βάρος όσων είναι προκαθορισμένα: το Πεπρωμένο.
+
Το αναγκαίο μερίδιο του απρόβλεπτου: το Τυχαίο.
 
Σκοπός αυτής της υπόθεσης εργασίας είναι να μάθουμε να αποκαλούμε «ΤΥΧΗ» όλα αυτά μαζί, και να μην περιορίζουμε την έννοιά της μόνο σε αυτό που είναι τυχαίο.

Έτσι, θα είναι πιο εύκολο να δεχτούμε ότι η τύχη,- ακόμα κι όταν ελάχιστα εξαρτάται από τυχαίο-, πάντα έχει έναν λόγο, μεταβάλλει και διαμορφώνει αναγκαστικά κάθε τελικό αποτέλεσμα και παίζει το ρόλο της σε κάθε κατάσταση.

Ας φανταστούμε τώρα ότι, —από καπρίτσιο—, θέλουμε να πάμε ακόμα παραπέρα. Ας πούμε ότι θέλουμε να μετρήσουμε τη δυνατότητά μας να φέρουμε ένα αποτέλεσμα, προκαθορίζοντας εμείς οι ίδιοι τον συνδυασμό Τύχης, Πεπρωμένου και Τυχαίου.

Για να το καταφέρουμε, σε όλα αυτά τα πράγματα που συγκεντρώσαμε κάτω από τη γενική έννοια της Τύχης, θα πρέπει vα προσθέσουμε και το πόσο ενδεδειγμένη και αποτελεσματική (ή όχι) μπορεί να είναι αυτή η παρακινδυνευμένη ενέργειά μας.

Οι ενέργειές μας είναι εξ ορισμού άρρηκτα συνδεδεμένες με τις αποφάσεις μας, και ως εκ τούτου επηρεάζονται από κάτι που θα μπορούσαμε, ίσως, να ονομάσουμε: το Ταλέντο μας.

Είμαι πεπεισμένος ότι κανένας δεν ελέγχει στο βαθμό που θα ήθελε τα πράγματα που τον απασχολούν, αλλά ξέρω επίσης ότι συμμετέχουμε υποχρεωτικά σε κάθε τι που μας αφορά. Όλα εκείνα στα οποία πρωταγωνιστούμε (δηλαδή, η ζωή μας η ίδια) σχετίζονται με τη συμπεριφορά μας, που κι αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την ιδέα που έχουμε για τον κόσμο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Για να το πω με τον δικό μου τρόπο:
Κατά κύριο λόγο, το να είμαι ενήλικος πάει να πει
πως αναλαμβάνω την ευθύνη
όσων κάνω κι όσων λέω,
όσων αποσιωπώ
κι όσων δεν κάνω.
Κι αυτό πάει να πει πως ξέρω ότι, ενεργητικός ή παθητικός…
Είμαι -αν όχι ο μόνος-, τουλάχιστον
ένας αναγκαίος συνυπεύθυνος
για όσα μου συμβαίνουν.
 
Φυσικά, αυτή η συνευθύνη που περιγράφω δεν παραπέμπει σε κάποια ικανότητά μας να προκαλούμε εμείς οι ίδιοι τα γεγονότα απλώς και μόνο ενεργώντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν ήταν έτσι, τότε αυτός θα ήταν ένας δρόμος προς την παντοδυναμία και όχι προς την ωριμότητα.

Ούτε βέβαια υποστηρίζω ότι μπορούμε να βασιστούμε σε κάποια ικανότητα πρόβλεψης- κάθε άλλο. Για μένα, το να είναι κανείς ενήλικος προϋποθέτει ότι γνωρίζει πως τα προγνωστικά του έχουν όρια, και παρά ταύτα αρνείται να χρησιμοποιήσει αυτό ακριβώς το επιχείρημα προκειμένου να ερμηνεύσει τις αντιξοότητες· προϋποθέτει επίσης ότι εγκαταλείπει τη συνήθειά του να ρίχνει το φταίξιμο στις απρόβλεπτες περιστάσεις και να προσπαθεί έτσι να δικαιολογήσει τα λάθη, τις παραλήψεις ή την απρονοησία του.

Η πλατωνική θέαση του κόσμου

ΤΑ ΦΩΤΕΙΝΑ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα, γίνεται εμφανής μια στροφή της φιλοσοφίας προς τον άνθρωπο και τα προβλήματα της ζωής. Η ριζική αυτή στροφή εξέφραζε την αντίδραση του κοινού νου κατά του κόσμου που παρουσίαζαν οι φυσικοί φιλόσοφοι, ο οποίος ήταν ακατανόητος και απόμακρος.

Η άνοδος μιας καινούργιας τάξης, εκείνης των σοφιστών, που κέρδιζαν τα προς το ζην καθοδηγώντας τους ανθρώπους σε πρακτικά θέματα, υπήρξε αποτέλεσμα της γενικότερης αυτής ανθρωποκεντρικής στροφής. Τους σοφιστές διέκρινε ο σκεπτικισμός, που έφθανε μέχρι την ειρωνεία, για τις απόλυτες αξίες και την γνώση. Στον μεταβατικό αυτό κόσμο των ιδεών εμφανίσθηκε ο Σωκράτης, που προσπάθησε να αποκαταστήσει το κλονισμένο κύρος της φιλοσοφίας και των ηθικών αξιών· ενώ ο Πλάτων, ο προικισμένος μαθητής του, έκανε έργο ζωής του την διάδοση και την διεύρυνση της σωκρατικής διδασκαλίας –που παρέμενε προφορική– και των ηθικών της διδαγμάτων.

Μετά τον θάνατο του Σωκράτη και πολλές περιπετειώδεις περιπλανήσεις, ο Πλάτων επανακάμπτει στην Αθήνα, όπου ιδρύει ένα είδος φιλοσοφικής σχολής, την φημισμένη Ακαδημία. Έγραψε περί τους 30 διαλόγους, που κινούνται γύρω από την μεταφυσική, την ηθική ή την πολιτική. «Η πλατωνική φιλοσοφία», επισημαίνει ένας βαθύς μελετητής της, ο Βασίλης Κάλφας, «μπορεί να ιδωθεί ως προσπάθεια υπεράσπισης ενός νέου τρόπου ζωής: του φιλοσοφικού βίου απέναντι στον βίο που ευαγγελίζονται αφενός οι ποιητές και αφετέρου οι σοφιστές.

Η πολυσυζητημένη εξορία των ποιητών από την πλατωνική πολιτεία δεν είναι τίποτε άλλο από την απόρριψη μιας παιδείας και ενός τρόπου ζωής που στηριζόταν στην μνήμη, την προφορικότητα και το εθιμικό δίκαιο υπέρ μιας νέας παιδείας που στηρίζεται στο έλλογο επιχείρημα, στην γραφή και στον νόμο». Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τον κορυφαίο σύγχρονο φιλόσοφο Alfred Whitehead, όλη η μεταγενέστερη δυτική φιλοσοφία μπορεί να αναγνωσθεί σαν απλές υποσημειώσεις στον Πλάτωνα. Παρά την φαινομενική του υπερβολή, το σχόλιο αυτό απηχεί το ιστορικό βάρος αλλά και την αντοχή στον χρόνο του πλατωνικού έργου.

Ο Πλάτων δεν ενεργεί σαν αυθεντία: παρακινεί, αντίθετα, στην αναζήτηση της αλήθειας, θέτει αλλεπάλληλα ερωτήματα και προσπαθεί να κλονίσει προϋπάρχουσες βεβαιότητες. Έτσι, επιλέγει ως κεντρικό πρόσωπο των διαλόγων του τον Σωκράτη, όχι απλώς ως αναφορά στον δάσκαλό του, αλλά για να αποκαλύψει με την «μαιευτική μέθοδο» την πλάνη των αισθήσεων και των φαινομένων. Με απαράμιλλο τρόπο, στο έργο του αναδύεται η διαλεκτική πορεία προς τις αιώνιες, αρχετυπικές ιδέες του αγαθού, του κάλλους, της αλήθειας, που μόνον ατελείς απομιμήσεις τους απαντούν στον καθημερινό κόσμο.

Όσον αφορά όμως το φως και την λειτουργία της οράσεως, λίγα έχει να προσθέσει το έργο αυτό σε όσα ο Εμπεδοκλής και οι ατομιστές φιλόσοφοι επρέσβευαν. Αποτελεί, ωστόσο, μια σύνθεση πληρέστερη και θεωρεί ότι το φως που ξεκινά από το μάτι έχει έναν ρόλο ίσης σπουδαιότητας με το φως του Ήλιου. Σύμφωνα λοιπόν με τον Πλάτωνα, ένα απαλό φως που οφείλεται στην εσώτερη φλόγα του ματιού συνενώνεται με το φως της ημέρας, και σχηματίζει έτσι μια ομοιογενή φωτεινή ουσία. Η ουσία αυτή αποτελεί την γέφυρα που επιτρέπει στις εικόνες του εξωτερικού κόσμου να φθάσουν στην ψυχή. Υπάρχει, επομένως, μια βαθύτερη αρμονία ανάμεσα στην λειτουργία του ματιού και στον Ήλιο. Η ίδια ιδέα ανακλάται, πολλούς αιώνες αργότερα, στους στίχους του Γκαίτε:
Εάν το μάτι δεν ήταν όπως ο Ήλιος πώς θα μπορούσαμε να βλέπομε το φως; Εάν η δύναμη του Θεού και η δική μας δεν ήταν ένα, πώς θα μπορούσε το έργο του να γοητεύει τη ματιά μας;

Όσα πάντως σχετίζονται με τις αισθήσεις απαντούν σε έναν από τους ύστερους διαλόγους του Πλάτωνα, τον Τίμαιο. Εκεί ο φιλόσοφος πραγματεύεται με ποιητική γλώσσα την δημιουργία του κόσμου, και περιγράφει τις θεμελιώδεις δομές του. Τονίζει χαρακτηριστικά: «Το πρώτο όργανο που έπλασαν οι θεοί ήταν τα μάτια που μας φέρνουν το φως… Επέτρεψαν στην ανόθευτη φωτιά, που βρίσκεται μέσα μας και είναι αδελφή της άλλης, να ρέει διαμέσου των ματιών, λεία και πυκνή…»

Όταν λοιπόν υπάρχει ολόγυρα φως της ημέρας, τότε το ρεύμα της όρασής μας βγαίνει από τα μάτια και, καθώς το όμοιο έλκεται από το όμοιο, συνενώνεται με το έξω φως· δημιουργείται έτσι ένα ομοιογενές σώμα, οικείο σε μας, στην ευθεία των ματιών, οπουδήποτε και αν βρίσκεται το εξωτερικό αντικείμενο στο οποίο προσκρούει το ρεύμα αυτό.

Εξαιτίας της ομοιογένειας, το προϊόν της συνένωσης αυτής αποκτά παντού ίδιες ποιότητες, είτε προέρχεται από την πρόσκρουση του ίδιου του ρεύματος σε ένα αντικείμενο είτε από την πρόσκρουση ενός αντικειμένου στο ρεύμα, και μεταφέρει τις κινήσεις που προκαλούνται κατά την πρόσκρουση όλου του σώματος στην ψυχή, με αποτέλεσμα την γέννηση της αίσθησης που ονομάζουμε όραση».

Όπως φαίνεται και από άλλα αποσπάσματα του πλατωνικού έργου, ο φιλόσοφος θεωρεί ότι ένας μηχανισμός απορροών υποστηρίζει την λειτουργία των αισθήσεων. Τα αισθητήρια όργανα διαθέτουν μικροσκοπικούς πόρους και, καθώς τα σωματίδια του ήχου ή του χρώματος έχουν διαφορετικό σχήμα και μέγεθος, διεισδύουν ανάλογα με το αν το όργανο είναι σχεδιασμένο για την όραση ή την ακοή.

Ο μηχανισμός της οράσεως είναι, συνεπώς, πολύπλοκος. Χρειάζεται να συνδέσει τα σωματίδια αυτά με την φλόγα που εκπηγάζει από το μάτι, αποκρυπτογραφεί τα μηνύματα του χρώματος και του σχήματος, και μεταφέρει τις πληροφορίες στην ψυχή. Είναι λοιπόν συχνά σε θέση να δημιουργήσει, κατά τον Πλάτωνα, αυταπάτες ή πλάνες. Μια παρόμοια πλάνη είναι το ουράνιο τόξο: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν και οι παράδοξες εικόνες των αντικειμένων σε έναν κυρτό καθρέφτη. Μόνον ο αιώνιος, αμετάβλητος κόσμος των ιδεών, που ως μάτι έχει την ψυχή και τον Θεό ως πηγή φωτός, αποτελεί την αδιαμφισβήτητη βάση της αλήθειας.

Ας σημειωθεί ότι ο πλατωνικός θεός είναι μια καλλιτεχνική φύση, που σμιλεύει τον υπαρκτό κόσμο με βάση ένα ιδεατό πρότυπο· και την τελειότητα του προτύπου προσπαθεί να προσεγγίσει με κόπο. Εντυπωσιακή είναι άλλωστε η θέση που επιφυλάσσει ο πλατωνικός διάλογος στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια μικρογραφία του Σύμπαντος. Aν ρυθμίσει, συνεπώς, την στάση του με βάση την αρμονία που διέπει το Σύμπαν, η δράση του θα είναι έλλογη και ηθική. Στο πλαίσιο αυτό, είναι χαρακτηριστική η αποστολή της οράσεως, η οποία δεν εξαντλείται στις τετριμμένες ανάγκες της καθημερινότητας:

«Ας πούμε απλώς και μόνον ότι η όραση είναι η αιτία του μέγιστου αγαθού: ο Θεός την ανακάλυψε και μας την δώρισε, για να μπορούμε να παρατηρούμε στον ουρανό τις αδιατάρακτες κυκλικές κινήσεις του νου και να τις προσαρμόζουμε στις συγγενικές αλλά ταραγμένες περιφορές της δικής μας διάνοιας. Η εξοικείωση με τις ουράνιες κινήσεις μας επιτρέπει να κατανοούμε την σύμφυτη ορθότητα των μαθηματικών τους σχέσεων, οπότε μπορούμε να διορθώνουμε την πλάνη των εσωτερικών μας κινήσεων μιμούμενοι τις απλανείς θεϊκές τροχιές».

Η θεωρία των αισθήσεων του Πλάτωνα αποτελεί απειροελάχιστο μόνον ψήγμα του φιλοσοφικού του έργου. Η σχετικά εκτεταμένη αναφορά σε αυτήν, πέραν του ειδικού βάρους που φέρει ο φιλόσοφος, έχει και μια άλλη αιτία. Μέχρι τον 11ο μ.Χ. αιώνα, ο Τίμαιος ήταν ο μόνος μεταφρασμένος στα λατινικά διάλογος του Πλάτωνα, και είχε τεράστια απήχηση στον χριστιανικό και αργότερα στον μουσουλμανικό κόσμο. Ανάμεσα σε άλλα, συνετέλεσε έτσι στην διάδοση των προσωκρατικών ιδεών. Η δημιουργία του κόσμου από μια αγαθοεργό θεότητα ήταν, άλλωστε, σύμφωνη με τα χριστιανικά δόγματα. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η ισχυρή επίδραση που ασκεί το πλατωνικό έργο στην χριστιανική σκέψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, οκτώ αιώνες αργότερα, ο άγιος Αυγουστίνος, στο Περί Γενέσεως σύγγραμμά του, επαναλαμβάνει όσα ο Πλάτων πρεσβεύει για την λειτουργία της οράσεως. Και καταλήγει:

«Πάντως, το φως που υπάρχει στο μάτι, σύμφωνα με όσα λένε οι αυθεντίες, είναι τόσο ασθενικό, που χωρίς την βοήθεια του εξωτερικού φωτός δεν θα βλέπαμε».

Ας σημειωθεί ότι όσα εγνώριζε ο τέταρτος π.Χ. αιώνας γύρω από την ιατρική και την αστρονομία, την ψυχολογία και τις φυσικές επιστήμες, συνοψίζονται με ενάργεια στον πλατωνικό Τίμαιο.

Σήμερα, που η επιστημονική γνώση εμφανίζεται εν πολλοίς στείρα και εξειδικευμένη, ο πλατωνικός διάλογος εξακολουθεί να διδάσκει την ανάγκη της ενοποιητικής ματιάς και της συνολικής θεώρησης του κόσμου.