Οι ομοιότητες μεταξύ θεοτήτων μπορούν να ταξινομηθούν σε τρία διακριτά επίπεδα:
(α) γενετική καταγωγή, όπου οι θεότητες προέρχονται από κοινό πρωτοϊστορικό υπόστρωμα·
(β) πολιτισμική διάχυση, όπου συγκεκριμένα μοτίβα ή θεϊκές λειτουργίες μεταφέρονται μέσω επαφών μεταξύ πολιτισμών·
(γ) τυπολογική σύγκλιση, όπου παρόμοιες θεϊκές μορφές αναδύονται ανεξάρτητα λόγω κοινών ανθρωπολογικών και φυσικών συνθηκών.
Η πιο ορθή επιστημονική προσέγγιση σήμερα δεν είναι ούτε η πλήρης ανεξαρτησία όλων των παραδόσεων ούτε η απόλυτη ταύτισή τους, αλλά η συνύπαρξη διαφορετικών επιπέδων: από τη μία πλευρά υπάρχουν σαφείς γλωσσικές και γενεαλογικές καταγωγές (ιδίως στην περίπτωση του ινδοευρωπαϊκού Διός), και από την άλλη ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτισμικών επαφών και επαναλαμβανόμενων μυθολογικών μοτίβων που διατρέχουν τους αρχαίους πολιτισμούς.
Ο Ζευς αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα θεού με ινδοευρωπαϊκή καταγωγή. Η μορφή του ανάγεται στον πρωτοϊνδοευρωπαϊκό ουράνιο θεό Dyēus ph₂tḗr, δηλαδή τον «ουράνιο πατέρα», από τον οποίο προέρχονται επίσης ο ινδικός Δυάους Πιτάρ και ο ρωμαϊκός Jupiter. Στη μυκηναϊκή Ελλάδα, ήδη μέσα από τη Γραμμική Β, απαντούν ορισμένοι από τους βασικούς θεούς του μετέπειτα ελληνικού πανθέου, γεγονός που δείχνει ότι ο πυρήνας της ελληνικής θρησκείας είχε διαμορφωθεί πολύ πριν από την κλασική εποχή. Ο Ζευς, λοιπόν, δεν είναι προϊόν δανεισμού από τη Μεσοποταμία ή τη Χαναάν, αλλά συνέχεια μιας εσωτερικής ινδοευρωπαϊκής θρησκευτικής παράδοσης που εξελίχθηκε στο Αιγαίο.
Αντίθετα, ο Βάαλ ανήκει σε εντελώς διαφορετικό γλωσσικό και πολιτισμικό χώρο. Ο όρος baʿal σημαίνει «κύριος» και χρησιμοποιείται ως τίτλος για διάφορες τοπικές θεότητες της σημιτικής παράδοσης, με κυριότερη τη μορφή του Βάαλ-Χαντάντ, θεού της καταιγίδας, της βροχής και της γονιμότητας. Η θεότητα αυτή παρουσιάζει ισχυρές λειτουργικές ομοιότητες με τον ακκαδικό Αδάδ και τον σουμεριακό Ισκούρ, οι οποίοι συγκροτούν μια μακρά μεσοποταμιακή παράδοση θεών της καταιγίδας, όπου η βροχή και ο κεραυνός συνδέονται άμεσα με την ευφορία της γης και τη βασιλική εξουσία.
Συνεπώς, ο Βάαλ (ή Βήλος) δεν είναι πρόγονος ούτε άλλη μορφή του Δία. Είναι μια ανεξάρτητη σημιτική θεότητα, την οποία οι Έλληνες συχνά εξομοίωναν λειτουργικά με τον Δία, επειδή και οι δύο θεωρούνταν κυρίαρχοι ουράνιοι θεοί και θεοί της βροντής και του κεραυνού. Γι' αυτό οι Έλληνες, όταν γνώρισαν τους θεούς της Ανατολίας και της Συρίας, συχνά τους ταύτιζαν με δικούς τους μέσω της λεγόμενης interpretatio graeca*.
Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται ήδη από τη 2η χιλιετία π.κ.χ. ένα ευρύτερο μοτίβο θεού καταιγίδας που κατέχει κεντρική θέση στην κοσμική τάξη. Στη Μεσοποταμία αυτό εκφράζεται με τον Ισκούρ και τον Αδάδ, στη Συροχαναναϊκή περιοχή με τον Βάαλ, ενώ στην Ανατολία παίρνει ιδιαίτερα ανεπτυγμένη μορφή στους Χουρρίτες και στους Χετταίους. Ο χουρριτικός Τεσούμπ και ο χεττιτικός θεός της καταιγίδας της Χάττι αποτελούν ίσως τις πιο ολοκληρωμένες παραλλαγές αυτού του τύπου θεότητας, καθώς συνδυάζουν σχεδόν όλα τα βασικά στοιχεία: κυριαρχία στον ουρανό, έλεγχο των κεραυνών, αποστολή της βροχής, σύνδεση με τη γονιμότητα, κατοχή της ύψιστης θεϊκής εξουσίας και στενή σχέση με τη βασιλική νομιμοποίηση.
Ένα από τα πιο σταθερά μοτίβα που εμφανίζονται σε όλες αυτές τις παραδόσεις είναι η λεγόμενη «κοσμική μάχη», δηλαδή η σύγκρουση του θεού της τάξης με ένα τέρας του χάους. Ο Ζευς αντιμετωπίζει τον Τυφώνα, ο Βάαλ πολεμά τον Λωτάν ή τον Γιαμ, ο Τεσούμπ μάχεται τον Ιλλουγιάνκα, ο Μαρδούκ νικά την Τιαμάτ και ο ινδικός Ίντρα σκοτώνει τον Βρίτρα. Η επανάληψη αυτού του σχήματος δεν σημαίνει απαραίτητα κοινή καταγωγή όλων των μύθων, αλλά δείχνει την ύπαρξη ενός ευρύτερου συμβολικού τρόπου σκέψης, όπου η κοσμική τάξη νοείται ως αποτέλεσμα μιας νίκης πάνω στο χάος. Το ίδιο μοτίβο ενισχύει τη νομιμοποίηση της βασιλικής εξουσίας, καθώς ο βασιλιάς θεωρείται επίγειος εκπρόσωπος του θεού που διατηρεί την τάξη του κόσμου.
Στην αιγυπτιακή θρησκεία, η εικόνα διαφοροποιείται. Δεν υπάρχει ένας πλήρως αντίστοιχος θεός τύπου «Διός-Βάαλ», καθώς το αιγυπτιακό περιβάλλον, με την κεντρικότητα του Νείλου, δεν ευνοεί την ανάπτυξη θεοτήτων που σχετίζονται με τη βροχή και τις καταιγίδες στον ίδιο βαθμό. Ωστόσο, υπάρχουν μερικές μερικές αναλογίες: ο Άμμων εξελίσσεται σε ύψιστη θεότητα και ταυτίζεται αργότερα με τον Δία ως Ζεύς-Άμμων, ο Σηθ σε ορισμένες περιόδους συνδέεται με τις καταιγίδες και την ερημική βία και πλησιάζει λειτουργικά τον Βάαλ, ενώ ο Ώρος αντιπροσωπεύει τη βασιλική νομιμοποίηση και την τάξη, όπως σε άλλες παραδόσεις ο αντίστοιχος ουράνιος θεός. Ωστόσο, η αιγυπτιακή θρησκεία δεν είναι απλώς «διαφορετική», αλλά δομικά διαφορετικό θρησκευτικό σύστημα! Δεν πρόκειται για ινδοευρωπαϊκό πάνθεο. Οι ελληνικοί θεοί είναι λιγότερο νομικο-θεσμικά ενταγμένοι σε κοσμικό σύστημα τύπου Αιγύπτου, αλλά πλήρως προσωπικοποιημένοι θεϊκοί δρώντες με περιορισμούς από ανώτερες κοσμικές αρχές (Μοίρα / Δίκη / Ανάγκη). Άρα η σύγκριση πρέπει να γίνεται όχι με βάσει τον εκάστοτε θεό, αλλά το γενικότερο σύστημα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το μοτίβο του κατακλυσμού, το οποίο απαντά σε πολλούς πολιτισμούς με εντυπωσιακή ομοιότητα δομής. Στη Μεσοποταμία, τα έπη του Ατραχάσις και του Γκιλγκαμές περιγράφουν έναν ήρωα που σώζεται από παγκόσμια πλημμύρα με τη βοήθεια θεϊκής προειδοποίησης και κατασκευής πλοίου, όπως ο Ουτναπιστίμ. Στην ιουδαϊκή παράδοση, ο Νώε επιβιώνει μέσω της κιβωτού, ενώ στην ελληνική μυθολογία ο Δευκαλίων και η Πύρρα αναδημιουργούν την ανθρωπότητα μετά από θεϊκή καταστροφή. Στην ινδική παράδοση, ο Μάνου σώζεται από κατακλυσμό με τη βοήθεια ενός θεϊκού ψαριού, που οδηγεί το πλοίο του στην ασφάλεια. Η ύπαρξη αυτών των παραλλαγών έχει οδηγήσει σε τρεις κύριες ερμηνείες: είτε σε διάχυση του μοτίβου από τη Μεσοποταμία προς τους γειτονικούς πολιτισμούς, είτε σε κοινές εμπειρίες μεγάλων πλημμυρικών φαινομένων σε ποτάμιες κοινωνίες, είτε σε ανεξάρτητη ανάπτυξη ενός παγκόσμιου αρχέτυπου καταστροφής και αναγέννησης. Ωστόσο, η μεσοποταμιακή παράδοση (Ατραχάσις / Γκιλγκαμές) θεωρείται σήμερα η ισχυρότερη πηγή διάχυσης για το συγκεκριμένο μοτίβο.
Στο ερώτημα της σχέσης της ελληνικής με την ιουδαϊκή παράδοση, παρατηρούνται επίσης δομικές ομοιότητες, όπως η δημιουργία του κόσμου από χάος, η έννοια της θεϊκής δικαιοσύνης και η ιδέα της ηθικής τάξης που διέπει την ιστορία. Ωστόσο, δεν υπάρχει ιστορική ή γενεαλογική σύνδεση ανάμεσα σε μορφές όπως ο Ιάφεθ (Ιαπετός) και ο Προμηθέας, καθώς ανήκουν σε εντελώς διαφορετικά συστήματα: ο πρώτος σε βιβλική εθνολογική κοσμολογία και ο δεύτερος σε ελληνική μυθολογική παράδοση τιτάνων και πολιτισμικών ηρώων. Οι ομοιότητες εντοπίζονται κυρίως σε ευρύτερα αφηγηματικά σχήματα και όχι σε άμεσες σχέσεις.
Συνολικά, το φαινόμενο των ομοιοτήτων μεταξύ θεοτήτων όπως ο Ζευς, ο Βάαλ, ο Τεσούμπ και οι αντίστοιχοι θεοί των σουμεριακών, χουρριτικών, χεττιτικών και αιγυπτιακών παραδόσεων δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε ως πλήρης ανεξαρτησία ούτε ως απλή ταύτιση. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο πλέγμα όπου συνυπάρχουν βαθιές γλωσσικές καταγωγές (ιδίως στην ινδοευρωπαϊκή παράδοση), ιστορικές πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις στην Εγγύς Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο, καθώς και επαναλαμβανόμενα ανθρωπολογικά μοτίβα που σχετίζονται με την εμπειρία της φύσης, της εξουσίας και της κοινωνικής τάξης.
_________
* Η Interpretatio Graeca (λατινικός όρος που σημαίνει «Ελληνική Ερμηνεία») είναι η αρχαία πρακτική με την οποία οι Έλληνες μετέφραζαν και ταύτιζαν τους ξένους θεούς με δικούς τους, με βάση τις λειτουργίες, τα χαρακτηριστικά ή τους μύθους τους. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν πίστευαν ότι οι άλλοι λαοί είχαν «λάθος» ή «ψεύτικους» θεούς. Αντίθετα, πίστευαν ότι οι θεοί σε όλο τον κόσμο ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι, απλώς κάθε πολιτισμός τους λάτρευε με διαφορετικά ονόματα, γλώσσες και έθιμα.
Όταν ένας Έλληνας ερχόταν σε επαφή με έναν ξένο πολιτισμό (π.χ. τους Αιγυπτίους, τους Πέρσες ή τους Θράκες), έψαχνε να βρει ποιος δικός του θεός μοιάζει περισσότερο με τον ξένο θεό.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα από την Αίγυπτο:
-Άμμων \ Ζευς: Ο Άμμων ήταν ο ύψιστος βασιλιάς των θεών στην Αίγυπτο, οπότε ταυτίστηκε αμέσως με τον Δία (δημιουργώντας αργότερα το περίφημο συγκρητικό υβρίδιο Ζεύς-Άμμων).
-Όσιρις \ Διόνυσος: Επειδή ο Όσιρις συνδεόταν με τον θάνατο, την αναγέννηση της φύσης και τη γονιμότητα, οι Έλληνες (με πρώτο τον Ηρόδοτο) θεώρησαν ότι πρόκειται για τον Διόνυσο.
-Θωθ \ Ερμής: Ο Θωθ ήταν ο θεός της γραφής, της σοφίας και της μαγείας, ιδιότητες που οι Έλληνες απέδιδαν στον Ερμή (εξού και η μετέπειτα μορφή του Ερμή του Τρισμέγιστου).
-Ώρος \ Απόλλων: Ως ουράνιος θεός του φωτός.
Γιατί είχε τόσο μεγάλη σημασία;
1) Ήταν γέφυρα επικοινωνίας, ένα εξαιρετικό εργαλείο αρχαίας διπλωματίας και πολιτισμικής επικοινωνίας. Αντί να πολεμούν για το ποιος έχει τον «σωστό» θεό, οι λαοί έβρισκαν κοινό έδαφος.
2) Θρησκευτική Ανεκτικότητα: Η πολυθεϊστική σκέψη ήταν εξαιρετικά ευέλικτη. Η interpretatio graeca επέτρεπε στους Έλληνες να ταξιδεύουν, να χτίζουν αποικίες και να λατρεύουν τους τοπικούς θεούς χωρίς να νιώθουν ότι προδίδουν τη δική τους θρησκεία.
3) Γέννηση του Συγκρητισμού: Αυτή η νοοτροπία προετοίμασε το έδαφος για τους Ελληνιστικούς Χρόνους (μετά τον Μέγα Αλέξανδρο), όπου οι θρησκείες αναμείχθηκαν τόσο βαθιά που γεννήθηκαν εντελώς νέες θεότητες, όπως ο Σέραπις (ένωση Όσιρι, Άπι, Δία και Πλούτωνα).
Το ρωμαϊκό ανάλογο: Interpretatio Romana
Η πρακτική αυτή δεν σταμάτησε στους Έλληνες. Οι Ρωμαίοι την υιοθέτησαν πλήρως και την εφάρμοσαν σε τεράστια κλίμακα, πρώτα με τους ίδιους τους Έλληνες (ταυτίζοντας τον Δία με τον Jupiter, την Αφροδίτη με τη Venus, τον Άρη με τον Mars) και αργότερα με τους Κέλτες και τους Γερμανούς. Όταν οι Ρωμαίοι συνάντησαν τον κέλτικο θεό Λουγ (Lugus), τον ονόμασαν απλώς «Μερκούριο» (Ερμή), επειδή και οι δύο προστάτευαν το εμπόριο και τις τέχνες.
Με λίγα λόγια: Η interpretatio graeca ήταν το αρχαίο «μεταφραστικό εργαλείο» των πολιτισμών. Ήταν η πεποίθηση ότι κάτω από τη διαφορετικότητα των γλωσσών, η ανθρώπινη εμπειρία του θείου παραμένει παντού η ίδια.
_________
Το «σφάλμα» του Ηρόδοτου.
Με βάση τα γραφόμενα του Ηρόδοτου πολλοί ισχυρίζονται ότι όλοι οι Ελληνικοί θεοί έχουν αιγυπτιακή καταγωγή.
Για να είμαστε δίκαιοι, ο Ηρόδοτος δεν λέει ότι «οι Έλληνες πήραν τους θεούς τους από την Αίγυπτο» ως απόλυτη γενική πρόταση, αλλά κάνει μια πιο συγκεκριμένη και μερικώς περιορισμένη διατύπωση στο Βιβλίο Β΄ (Εὐτέρπη), όπου πραγματεύεται την Αίγυπτο και τη θρησκεία της. Στο χωρίο 2.50–2.53, λέει ότι οι περισσότερες θεϊκές ονομασίες και λατρευτικές πρακτικές των Ελλήνων έχουν αιγυπτιακή προέλευση, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Συγκεκριμένα αναφέρει: «τὰ μὲν οὖν ὀνόματα τῶν θεῶν οἱ Ἕλληνες παρ’ Αἰγυπτίων παρέλαβον…» (τα ονόματα των θεών οι Έλληνες τα παρέλαβαν από τους Αιγυπτίους), και συνεχίζει λέγοντας ότι η Αίγυπτος πρώτα έδωσε ονόματα στους θεούς, και οι Έλληνες τα υιοθέτησαν αργότερα.
Ο Ηρόδοτος δεν κάνει πλήρη ταύτιση των πανθέων, γιατί λέει ότι ορισμένοι θεοί έχουν διαφορετική προέλευση π.χ. ο Ποσειδών δεν προέρχεται από την Αίγυπτο (τον θεωρεί «Λιβυκής» ή άλλης παράδοσης).
Τι ακριβώς υποστηρίζει λοιπόν ο Ηρόδοτος; Η θέση του είναι πιο λεπτή. Οι Αιγύπτιοι, κατά τον ίδιο, είναι από τους πρώτους που ανέπτυξαν οργανωμένο θεολογικό σύστημα. Οι Έλληνες δανείστηκαν ονόματα και λατρευτικά στοιχεία. Αλλά το Ελληνικό πάνθεον ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ.
Ο Ηρόδοτος ωστόσο δεν κάνει «δογματική» ιστορική απόδειξη, καταγράφει ό,τι του είπαν οι Αιγύπτιοι ιερείς και ό,τι ο ίδιος θεωρεί πιθανό, και συχνά κρατά επιφυλάξεις (λέει «ὡς ἐμοὶ δοκέει» ή παρουσιάζει πολλαπλές εκδοχές).
Με βάση τα σύγχρονα ιστορικά, γλωσσολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα, η θεωρία ότι οι Έλληνες «πήραν» τους θεούς τους από την Αίγυπτο είναι επιστημονικά εσφαλμένη.
Ωστόσο, το «λάθος» του Ηροδότου δεν οφείλεται σε κακή πρόθεση ή προχειρότητα, αλλά στους μεθοδολογικούς περιορισμούς της εποχής του και στον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο.
Αν αναλύσουμε το ζήτημα με σύγχρονα επιστημονικά κριτήρια, βλέπουμε γιατί η θεωρία του καταρρίπτεται, αλλά και γιατί για τον ίδιο έβγαζε απόλυτο νόημα:
Γιατί η θεωρία του Ηροδότου είναι εσφαλμένη;
Η σύγχρονη επιστήμη (συγκριτική γλωσσολογία, αρχαιολογία, αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β) έχει αποδείξει ότι το ελληνικό πάνθεο δεν είναι προϊόν εισαγωγής από την Αίγυπτο.
Ινδοευρωπαϊκή και αυτόχθονη καταγωγή: Όπως είδαμε, θεότητες όπως ο Ζευς (από το *Dyēus ph₂tḗr) έχουν ξεκάθαρη ινδοευρωπαϊκή ρίζα. Άλλες θεότητες, όπως ο Ποσειδώνας ή η Δήμητρα, είναι βαθιά ριζωμένες στο ελληνικό (αιγαιακό) υπόβαθρο.
Τα τεκμήρια της Γραμμικής Β: Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β το 1952 απέδειξε ότι ο Ζευς, η Ήρα, ο Ποσειδώνας, ο Ερμής, η Αθηνά και ο Διόνυσος λατρεύονταν ήδη στην Ελλάδα τουλάχιστον από το 1400 π.κ.χ. (Μυκηναϊκή Εποχή). Δεν υπάρχει κανένα ίχνος αιγυπτιακής θρησκείας σε αυτές τις πρώιμες ελληνικές δομές.
Ριζικές δομικές διαφορές: Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν ζωομορφική (θεοί με κεφάλια ζώων όπως ο Άνουβις ή ο Ώρος), στενά συνδεδεμένη με τον θεσμό του Φαραώ ως ζωντανού θεού και επικεντρωμένη στη μεταθανάτια ζωή και τη μουμιοποίηση. Η Ελληνική θρησκεία ήταν ακραία ανθρωπομορφική, δημοκρατική/πολυκερματισμένη και επικεντρωμένη στην επίγεια ζωή.
Πού οφείλεται το «λάθος» του Ηροδότου; (Η οπτική του 5ου αι. π.κ.χ.)
Για να καταλάβουμε γιατί ο Ηρόδοτος έγραψε κάτι τέτοιο (στο Βιβλίο ΙΙ των Ιστοριών του), πρέπει «να μπούμε στα παπούτσια» ενός Έλληνα περιηγητή του 5ου αιώνα π.κ.χ.:
Α. Η μέθοδος της «Interpretatio Graeca» (Ελληνική Ερμηνεία)
Όπως προαναφέραμε, οι αρχαίοι λαοί της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής δεν πίστευαν ότι κάθε έθνος έχει δικούς του, αποκλειστικούς θεούς. Πίστευαν ότι οι θεοί είναι οι ίδιοι παντού, απλώς κάθε λαός τους ονομάζει διαφορετικά. Έτσι, όταν ο Ηρόδοτος πήγε στην Αίγυπτο, έκανε αντιστοιχίσεις:
Είδε τον Όσιρι (θεό του κάτω κόσμου και της αναγέννησης) και τον ταύτισε με τον Διόνυσο.
Είδε τον Άμμωνα (ύψιστο θεό) και τον ταύτισε με τον Δία.
Είδε την Ίσιδα και την ταύτισε με τη Δήμητρα.
Επειδή οι Αιγύπτιοι είχαν πολύ πιο αρχαίο πολιτισμό από τους Έλληνες, ο Ηρόδοτος υπέθεσε λογικά (αλλά λανθασμένα) ότι η αιγυπτιακή εκδοχή ήταν η αυθεντική, η πρώτη, και ότι οι Έλληνες την αντέγραψαν μετατρέποντας τα ονόματα.
Β. Το δέος απέναντι στην Αιγυπτιακή Αρχαιότητα
Οι Έλληνες του 6ου-5ου αιώνα π.κ.χ. ένιωθαν πολιτισμικό δέος μπροστά στην ηλικία του αιγυπτιακού πολιτισμού. Αν θέλουμε να βρούμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα, θα το βρούμε και στον διάλογο «Τίμαιος» του Πλάτωνα ο Αιγύπτιος ιερέας αναφέρει χαρακτηριστικά «Ω Σόλωνα εσείς οι Έλληνες είστε πάντα παιδιά», εννοώντας ένας λαός με πολύ νεότερο πολιτισμό από εκείνους. Όταν οι Αιγύπτιοι ιερείς έδειχναν στον Ηρόδοτο καταλόγους αρχιερέων που πήγαιναν πίσω χιλιάδες χρόνια, ο χρόνος της Ελληνικής μυθολογίας φαινόταν εξαιρετικά πρόσφατος. Αυτό τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάθε σοφία, τελετουργία και θρησκευτική έννοια πρέπει να ξεκίνησε από εκεί.
Γ. Σύγχυση μεταξύ «δανεισμού» και «επιρροής»
Είναι αλήθεια ότι κατά την Αρχαϊκή Εποχή (7ος-6ος αι. π.κ.χ.), όταν η Αίγυπτος άνοιξε τα σύνορά της στους Έλληνες (π.χ. στην αποικία της Ναύκρατις), οι Έλληνες δανείστηκαν πολλά στοιχεία:
Η Ελληνική γλυπτική (οι Κούροι) βασίστηκε απευθείας στα αιγυπτιακά γεωμετρικά πρότυπα.
Ορισμένα θρησκευτικά τελετουργικά, μυστήρια ή διακοσμητικά μοτίβα υιοθετήθηκαν από την Ανατολή και την Αίγυπτο (η λεγόμενη Ανατολίζουσα Περίοδος).
Ο Ηρόδοτος είδε αυτές τις εξωτερικές, όψιμες επιρροές στην τέχνη και τη λατρεία και τις εξέλαβε ως γενεσιουργό αιτία ολόκληρης της ελληνικής θρησκείας. Ωστόσο όπως προαναφέραμε το ελληνικό και το αιγυπτιακό σύστημα είναι ως προς την ουσία και την λειτουργία τους τελείως διαφορετικά και δεν πρέπει να τα εξετάζουμε επιφανειακά.
Ο Ηρόδοτος λοιπόν έσφαλε ιστορικά και γλωσσολογικά, έσφαλε επιστημονικά χωρίς δόλο, κρίνοντας με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Ο Ηρόδοτος είναι προ-επιστημονικός συγκριτικός ανθρωπολόγος-ιστορικός, δηλαδή δεν διαθέτει εργαλεία γλωσσολογίας ούτε εφαρμόζει επιστημονικές μεθόδους ιστοριογραφίας, αλλά έχει ένα επιφανειακό εργαλείο σύγκρισης πολιτισμών και λειτουργεί εθνογραφικά. Άρα δεν είναι «σφάλμα» με τη σύγχρονη έννοια, αλλά διαφορετικό γνωσιολογικό πλαίσιο.Το έργο του όμως παραμένει πολύτιμο, γιατί δεν μας δείχνει την πραγματική καταγωγή των θεών, αλλά το πώς η κλασική Ελλάδα προσπαθούσε να κατανοήσει τον εαυτό της σε σχέση με την Ανατολή, αναζητώντας μια κοινή παγκόσμια πολιτισμική κληρονομιά. Οι Έλληνες ασφαλώς δεν πήραν τους θεούς τους από την Αίγυπτο. Οι Ελληνικοί θεοί, ακόμη κι αν είχαν ομοιότητες με θεούς άλλων λαών είναι δημιούργημα των Ελλήνων και πάντα ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα της Ελληνικής παράδοσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου