Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Περί Δοξασιών και Δογμάτων

Η λέξη δόγμα προέρχεται από το δοκέω που θα πει: σκέπτομαι, υποθέτω, νομίζω, φαντάζομαι (Λεξικό αρχαίας Ελληνικής Σταματάκου), επομένως σημαίνει απόφανση κατόπιν υπόθεσης, μια γνωμοδότηση πάνω στα πράγματα.

Αφορμή γι' αυτά πήρα από τον Σέξτο Εμπειρικό, γιατρό και συγγραφέα που έζησε τον 1ο αιώνα της χρονολογίας μας και άφησε πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαία φιλοσοφία και ιδιαίτερα τους Σκεπτικούς.

Η κατηγοριοποίηση της φιλοσοφίας σε υλιστική και ιδεαλιστική υιοθετήθηκε στη σύγχρονη εποχή. Οι πρώτες τοποθετήσεις του μεν Πλάτωνα που στο Σοφιστή χώρισε τους μέχρι τότε φιλοσόφους σε γηγενείς1, εννοώντας τους Ίωνες φυσικούς και στους φίλους των ειδών2 και του Αριστοτέλη που γράφοντας για τους ίδιους, «τους πρώτους φιλοσοφήσαντας», αναφέρει: «τας εν ύλης είδει μόνας ωήθησαν αρχάς είναι πάντων», δηλαδή όρισαν πως η μόνη αρχή των πάντων βρίσκεται στο είδος της ύλης, άλλος, όπως γνωρίζουμε, στο νερό, άλλος στον αέρα, άλλος στη φωτιά (Μεταφυσικά Ι 3 983b 8), δεν στάθηκαν εκείνη την περίοδο αρκετές για να ονοματίσουν τις δύο διαφορετικές φιλοσοφικές τάσεις.

Διακοσμητικές λεπτομέρειες από έκδοση του 1621

Υπήρχε όμως στην αρχαιότητα κι άλλος ένας τρόπος που τις ξεχώριζαν και τις χαρακτήριζαν. Ο Σέξτος αρχίζει τις «Πυρρώνειες υποτυπώσεις», ως εξής: Κεφάλαιο πρώτο:

«περί της ανωτάτω διαφοράς των φιλοσοφιών» «Τοις ζητούσι τι πράγμα ή εύρεσιν επακολουθείν εικός ή άρνησιν ευρέσεως και ακαταληψίας ομολογίαν ή επιμονήν ζητήσεως…». Δηλαδή: Η φυσική συνέπεια γι αυτούς που ερευνούν κάποιο πράγμα είναι ή η εύρεση του πράγματος ή η άρνηση ότι η εύρεσή του είναι δυνατή και η παραδοχή ότι πρόκειται για κάτι ακατάληπτο ή η επίμονη συνέχιση της έρευνας.

Και συνεχίζει:

«Ίσως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και στην περίπτωση των αντικειμένων έρευνας της φιλοσοφίας, άλλοι είπαν ότι έχουν βρει την αλήθεια («…ευρηκέναι το αληθές έφασαν…»), άλλοι έφθασαν στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια δεν είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή και άλλοι συνεχίζουν την έρευνα. Αυτοί που νομίζουν ότι έχουν βρει την αλήθεια είναι αυτοί που χαρακτηριστικά αποκαλούνται δογματικοί, όπως λόγου χάρη ο κύκλος του Αριστοτέλη, του Επικούρου και των στωικών και ορισμένοι άλλοι. Αυτοί που κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ακατάληπτα πράγματα είναι ο κύκλος του Κλειτόμαχου, του Καρνεάδη και άλλοι Ακαδημεικοί. Αυτοί, τέλος, που συνεχίζουν την έρευνα είναι οι Σκεπτικοί. Είναι λοιπόν εύλογο να θεωρείται ότι οι σημαντικότερες κατευθύνσεις της φιλοσοφίας είναι τρεις: η δογματική, η Ακαδημεική και η Σκεπτική».

Αυτά γράφει ο Σέξτος. Το κριτήριο που χρησιμοποιεί για την διάκριση είναι η θέση που παίρνουν οι σχολές απέναντι στην αναζήτηση του αληθούς. Και οι μεν σκεπτικοί εξακολουθούν να το αναζητούν, οι πλατωνικοί υποστηρίζουν πως δεν είμαστε ικανοί να το βρούμε και οι υπόλοιποι θεωρούν πως κάτι βρήκαν και καταθέτουν την άποψή τους γι αυτό.

Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον σκεπτικό που αποδίδει όλα όσα γνωρίζουμε για την αρχαία φιλοσοφία. Οι ιδεαλιστές τοποθετώντας τις ιδέες, το αληθές κατ’ αυτούς, έξω από το πραγματικό, το κηρύσσουν ακατάληπτο με τον άνθρωπο κατ’ ανάγκη ανίκανο να το γνωρίσει. Οι σκεπτικοί επιλέγουν να μη πάρουν θέση και προτιμούν να επέχουν εξακολουθώντας την αναζήτηση αενάως.

Βρίσκω το απόσπασμα πολύ διαφωτιστικό σε σχέση με τη στάση του καθένα μας απέναντι στη φιλοσοφία. Πράγματι, αν δεχτούμε τον άνθρωπο ανίκανο να διατυπώσει άποψη και αποφανθούμε πως αυτό συμβαίνει είτε γιατί έχει περιορισμένη αντιληπτική ικανότητα είτε γιατί τα πράγματα είναι όντως ακατάληπτα είτε γιατί οι απόψεις αλληλοσυγκρούονται, τότε η φιλοσοφία είναι μια άσκηση που δεν καταλήγει πουθενά.

Αν επιμένουμε να αναζητούμε όπως οι Σκεπτικοί τότε ευχαριστιόμαστε μεν κάθε απόπειρα αναζήτησης αλλά μένουμε με τη χαρά της. Το συμπέρασμά μας από τη ζωή είναι πως: καλό είναι να αναζητάς αλλά δεν είναι ανάγκη ν’ ανακαλύπτεις. Και αυτή παραμένει η μόνη γνήσια ανακάλυψη.

Όσο αφορά την Ακαδημία, στα χρόνια του Σέξτου πράγματι είχε καταληφθεί από το σκεπτικισμό, καθώς ο Καρνεάδης έχει καταγραφεί ως σκεπτικός φιλόσοφος (βλ. Τσέλλερ – Νέστλε). Στην Ακαδημία κήρυτταν τα πράγματα ακατάληπτα και τον άνθρωπο περιορισμένης ικανότητας ως προς αυτά. Φαίνεται πως ήδη είχαν ξεπεράσει τη διδασκαλία του ιδρυτή τους για τις ιδέες. Ακόμη και γι αυτούς οι ιδέες ήταν ακατάληπτες. Δεν τόλμησαν να τις κηρύξουν ανύπαρκτες.

Γι' αυτό έμεινε να τις αποκαλούμε πλατωνικές, δηλαδή αποκλειστικά δικές του. Έτσι πέρασε ο Πλάτωνας για «μύστης», που θα πει άνθρωπος σπάνιος προορισμένος να γνωρίζει τα μυστήρια και από τους πρώιμους χριστιανούς γι' αληθινός προφήτης (Θεοδωρίδης).

Μ’ αυτές τις παρατηρήσεις αναρωτιόμαστε αν και πώς ζημιώθηκε από αυτά η ίδια η φιλοσοφία και βέβαια κατ’ επέκταση ο άνθρωπος.

Να πάμε τώρα στα δόγματα και τους δογματικούς.

Πολλοί από εμάς θεωρούν τον χαρακτηρισμό υποτιμητικό. Εύλογη αιτία η αντίδραση στα θρησκευτικά δόγματα αλλά και σ’ αυτά των κυρίαρχων ιδεολογιών που εξακολουθούν να δυναστεύουν την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Όμως ο ετοιμοθάνατος Επίκουρος προέτρεψε τους φίλους του να θυμούνται τα δόγματα. Επομένως καλό είναι να εξετάσουμε την έννοια της λέξης δόγμα.

Είπαμε πως το ρήμα είναι το δοκέω – δοκώ. Σήμερα χρησιμοποιούμε κυρίως τα παράγωγά του. Από αυτό η λέξη δόξα που θα πει απλή γνώμη και δοξασία δηλαδή η επιπόλαιη γνώμη. Το ουσιαστικό ‘δόγμα’ προέρχεται από τον τύπο ‘δέδογμαι’ που είναι ο παθητικός παρακείμενος του ρήματος.

Το δόγμα, δηλαδή, έχει την έννοια της γνώμης που ισχυροποιείται από την παραδοχή της ως αληθούς. Σαν ένα πρώτο αναγκαίο βήμα που θα μας βοηθήσει να πάμε παρακάτω.

Οι δογματικοί δηλαδή αποφαίνονται και βέβαια καταθέτουν την άποψή τους γι' αυτό που τους φαίνεται πραγματικό. Γι' αυτούς η φιλοσοφία δεν είναι μια αργόσχολη ενασχόληση που δεν πηγαίνει πουθενά. Αντίθετα μάλιστα ο σκοπός της είναι να καταλήγει σε προτάσεις. Και για μεν τους περιπατητικούς σκοπός είναι να υπηρετήσουν την ίδια τη φιλοσοφία3, για τον Επίκουρο, τους στωικούς και τους κυνικούς να προτείνουν στον άνθρωπο τον τρόπο να ζήσει τη ζωή του. Έχουν το θάρρος της γνώμης, και παίρνουν την ευθύνη της άποψής τους από την οποία και κρίνονται.

Μ’ αυτή την έννοια θα ευχαριστήσουμε τον Σέξτο για την αφορμή που μας δίνει, όμως θα διαφωνήσουμε μαζί του μερικώς ως προς τον διαχωρισμό και κυρίως ως προς τον χαρακτηρισμό των σχολών. Γιατί εκείνοι που καλεί δογματικούς προχωρούν και αποφαίνονται για το αληθές, ενώ οι μεν σκεπτικοί αποφαίνονται απορρίπτοντας οι δε πλατωνικοί αποφαίνονται περί της ανικανότητας και του ακατάληπτου. Δηλαδή και αυτοί δογματίζουν έστω και άπαξ.

Διακινδυνεύουμε να πούμε λοιπόν πως το πρόβλημα δεν είναι το να εκφράζεις άποψη για την φύση των πραγμάτων αλλά ποια άποψη εκφράζεις και αν αυτή επιβεβαιώνεται από τα φαινόμενα.

Γι' αυτό είναι χρήσιμο να εξετάσουμε την αιτία που η έννοια «δόγμα» άρχισε να παίρνει αυτή τη φόρτιση ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα, την εποχή που ζει ο Σέξτος ώστε να φτάσει έναν περίπου αιώνα μετά ο επικούρειος Λουκιανός να αποστρέφεται και να σατιρίζει έντονα το δογματισμό.

Γνωρίζουμε πως οι δογματικοί στους οποίους αναφέρεται ο Σέξτος, δεν διατυπώνουν την ίδια άποψη για τα πράγματα. Αυτό βεβαίως το γνωρίζει και ο ίδιος μα σε μια εργασία που αφορά το σκεπτικισμό, όπως η δική του, αυτή η απλουστευτική γενικολογία τον διευκολύνει.

Θα επιφορτιστούμε λοιπόν εμείς το έργο που εκείνος εύλογα παραλείπει. Επιχειρώντας να σπρώξουμε πιο πέρα την ανάλυσή του, δεν θα κρίνουμε τους δογματικούς μόνο ως προς τη στάση τους απέναντι στο αληθές αλλά και στο τι ορίζουν ως αληθές. Και το πιο χρήσιμο εργαλείο γι' αυτό είναι ο επικούρειος κανόνας που συμπληρώνει τα κριτήρια της αλήθειας με την εξέταση της επιμαρτύρησης ή μη αντιμαρτύρησής τους από τα φαινόμενα.

Θα πούμε λοιπόν πως μια άποψη που επιμαρτυρείται ή δεν αντιμαρτυρείται αξίζει τον χαρακτηρισμό του δόγματος ενώ αντίθετα, και σύμφωνα με την 24η Κύρια Δόξα η άποψη που δεν επιβεβαιώνεται, «το μη την επιμαρτύρησιν έχον» παραμένει σε εκκρεμότητα «εν ταις δοξαστικαίς εννοίαις…», ως μια απλή υποκειμενική γνώμη.

Εκείνο λοιπόν που σπιλώνει τη λέξη δόγμα στους αιώνες είναι η αξίωση των ιδεαλιστών να δογματίζουν ως αληθές κάτι που δεν επιβεβαιώνεται από το φαινόμενα ή να προσπερνούν ανέντιμα ακόμη και τους φυσικούς νόμους φορτώνοντας τα μυαλά των ταπεινών ανθρώπων με εξ αποκαλύψεως αλήθειες, ως τίποτα μύστες, προερχόμενες από φανταστικές ανώτερες δυνάμεις.

Επομένως είναι καιρός να αποκαταστήσουμε την έννοια της λέξης δόγμα. Το δόγμα αφορά μια γνώση που δίδεται με ευθύνη του δότη. Η ευθύνη αυτή συνίσταται στην υποχρέωση προς απόδειξη και η έλλειψή της αποβάλλει το υποστηριζόμενο από την κατηγορία των δογμάτων σ’ εκείνη των δοξασιών.

Ο ευφυής άνθρωπος κρατά ως δόγματα τα ολοφάνερα («εναργή») κι αφήνει παράμερα τα αναπόδεικτα για εκείνους που αναγκεύονται να πιστεύουν.

Έτσι λοιπόν το σωστό είναι να γυρίσουμε 20 αιώνες πίσω και να πούμε του Σέξτου, να προχωρήσει σε έναν έτι περαιτέρω διαχωρισμό των δογματικών σε δύο κατηγορίες: τους δογματικούς και τους δοξαστικούς με τους δεύτερους να απονέμουν επιμαρτύρηση των απόψεών τους στον δικό τους εσωτερικό ιδεατό κόσμο, καθώς δεν την λαμβάνουν από τον πραγματικό, που προτιμούν το πρόσημο της πίστης από το πρόσημο της γνώσης.

Και τότε ευχαρίστως εμείς οι επικούρειοι, που θυμόμαστε τα δόγματα, απαλλαγμένοι και από αυτό το βάρος θα καμαρώνουμε να αποκαλούμαστε δογματικοί.
--------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Ο Κυριαζόπουλος μεταφράζει τον πλατωνικό όρο «γηγενείς»: γόνοι, παιδιά της γης. (Αθανάσιος Κυριαζόπουλος, Προσωκρατικοί, Ηράκλειτος, σελ235, Κάκτος 1992). Επομένως θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως με τη χρήση αυτού του όρου ο Πλάτωνας υπονοούσε πως υπάρχουν γόνοι του ουρανού, επιφυλάσσοντας εν κρυπτώ την ιδιότητα αυτή για τους φίλους των ειδών με πρώτο βεβαίως τον εαυτό του.

2. Δεν γνωρίζουμε τι είναι τα είδη στα οποία αναφέρεται ο Πλάτων. Είδος θα πει μορφή, σχήμα, ό τι φαίνεται από κάποιο πράγμα (από το είδω = βλέπω). Την ίδια έννοια έχει και ο όρος ιδέα που προέρχεται από το ιδείν, απαρέμφατο αορίστου του είδω. Ίσως ο Πλάτων, επέλεξε τη χρήση αυτών των όρων για να υπονοήσει την εικονική μορφή του πραγματικού κόσμου έναντι της πραγματικής μορφής του εικονικού κόσμου, του οποίου την ύπαρξη πίστευε.

3. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως οποιαδήποτε ενέργεια του ανθρώπου υπηρετεί τον εαυτό της, επομένως φιλοσοφούμε για την ίδια τη φιλοσοφία, καλλιεργούμε την επιστήμη για το καλό της ίδιας της επιστήμης και όχι βεβαίως χάριν του ανθρώπου.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.26.3–1.30.4

(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") Οι Κερκυραίοι πολιορκούν την Επίδαμνο – Ήττα των Κορινθίων από τους Κερκυραίους και παράδοση της Επιδάμνου

[1.26.3] Κερκυραῖοι δὲ ἐπειδὴ ᾔσθοντο τούς τε οἰκήτορας καὶ φρου-
ροὺς ἥκοντας ἐς τὴν Ἐπίδαμνον τήν τε ἀποικίαν Κορινθίοις
δεδομένην, ἐχαλέπαινον· καὶ πλεύσαντες εὐθὺς πέντε καὶ
εἴκοσι ναυσὶ καὶ ὕστερον ἑτέρῳ στόλῳ τούς τε φεύγοντας
ἐκέλευον κατ’ ἐπήρειαν δέχεσθαι αὐτούς (ἦλθον γὰρ ἐς τὴν
Κέρκυραν οἱ τῶν Ἐπιδαμνίων φυγάδες, τάφους τε ἀποδεικ-
νύντες καὶ ξυγγένειαν, ἣν προϊσχόμενοι ἐδέοντο σφᾶς κατ-
άγειν) τούς τε φρουροὺς οὓς Κορίνθιοι ἔπεμψαν καὶ τοὺς
οἰκήτορας ἀποπέμπειν. [1.26.4] οἱ δὲ Ἐπιδάμνιοι οὐδὲν αὐτῶν ὑπ-
ήκουσαν, ἀλλὰ στρατεύουσιν ἐπ’ αὐτοὺς οἱ Κερκυραῖοι
τεσσαράκοντα ναυσὶ μετὰ τῶν φυγάδων ὡς κατάξοντες,
καὶ τοὺς Ἰλλυριοὺς προσλαβόντες. [1.26.5] προσκαθεζόμενοι δὲ
τὴν πόλιν προεῖπον Ἐπιδαμνίων τε τὸν βουλόμενον καὶ
τοὺς ξένους ἀπαθεῖς ἀπιέναι· εἰ δὲ μή, ὡς πολεμίοις χρή-
σεσθαι. ὡς δ’ οὐκ ἐπείθοντο, οἱ μὲν Κερκυραῖοι (ἔστι δ’
ἰσθμὸς τὸ χωρίον) ἐπολιόρκουν τὴν πόλιν, [1.27.1] Κορίνθιοι δ’, ὡς
αὐτοῖς ἐκ τῆς Ἐπιδάμνου ἦλθον ἄγγελοι ὅτι πολιορκοῦνται,
παρεσκευάζοντο στρατείαν, καὶ ἅμα ἀποικίαν ἐς τὴν Ἐπί-
δαμνον ἐκήρυσσον ἐπὶ τῇ ἴσῃ καὶ ὁμοίᾳ τὸν βουλόμενον
ἰέναι· εἰ δέ τις τὸ παραυτίκα μὲν μὴ ἐθέλει ξυμπλεῖν, μετ-
έχειν δὲ βούλεται τῆς ἀποικίας, πεντήκοντα δραχμὰς κατα-
θέντα Κορινθίας μένειν. ἦσαν δὲ καὶ οἱ πλέοντες πολλοὶ
καὶ οἱ τἀργύριον καταβάλλοντες. [1.27.2] ἐδεήθησαν δὲ καὶ τῶν
Μεγαρέων ναυσὶ σφᾶς ξυμπροπέμψαι, εἰ ἄρα κωλύοιντο ὑπὸ
Κερκυραίων πλεῖν· οἱ δὲ παρεσκευάζοντο αὐτοῖς ὀκτὼ ναυσὶ
ξυμπλεῖν, καὶ Παλῆς Κεφαλλήνων τέσσαρσιν. καὶ Ἐπι-
δαυρίων ἐδεήθησαν, οἳ παρέσχον πέντε, Ἑρμιονῆς δὲ μίαν
καὶ Τροιζήνιοι δύο, Λευκάδιοι δὲ δέκα καὶ Ἀμπρακιῶται
ὀκτώ. Θηβαίους δὲ χρήματα ᾔτησαν καὶ Φλειασίους, Ἠλείους
δὲ ναῦς τε κενὰς καὶ χρήματα. αὐτῶν δὲ Κορινθίων νῆες
παρεσκευάζοντο τριάκοντα καὶ τρισχίλιοι ὁπλῖται.

[1.28.1] Ἐπειδὴ δὲ ἐπύθοντο οἱ Κερκυραῖοι τὴν παρασκευήν,
ἐλθόντες ἐς Κόρινθον μετὰ Λακεδαιμονίων καὶ Σικυωνίων
πρέσβεων, οὓς παρέλαβον, ἐκέλευον Κορινθίους τοὺς ἐν
Ἐπιδάμνῳ φρουρούς τε καὶ οἰκήτορας ἀπάγειν, ὡς οὐ μετὸν
αὐτοῖς Ἐπιδάμνου. [1.28.2] εἰ δέ τι ἀντιποιοῦνται, δίκας ἤθελον
δοῦναι ἐν Πελοποννήσῳ παρὰ πόλεσιν αἷς ἂν ἀμφότεροι
ξυμβῶσιν· ὁποτέρων δ’ ἂν δικασθῇ εἶναι τὴν ἀποικίαν,
τούτους κρατεῖν. ἤθελον δὲ καὶ τῷ ἐν Δελφοῖς μαντείῳ
ἐπιτρέψαι. [1.28.3] πόλεμον δὲ οὐκ εἴων ποιεῖν· εἰ δὲ μή, καὶ
αὐτοὶ ἀναγκασθήσεσθαι ἔφασαν, ἐκείνων βιαζομένων, φί-
λους ποιεῖσθαι οὓς οὐ βούλονται ἑτέρους τῶν νῦν ὄντων
μᾶλλον ὠφελίας ἕνεκα. [1.28.4] οἱ δὲ Κορίνθιοι ἀπεκρίναντο αὐτοῖς,
ἢν τάς τε ναῦς καὶ τοὺς βαρβάρους ἀπὸ Ἐπιδάμνου ἀπαγά-
γωσι, βουλεύσεσθαι· πρότερον δ’ οὐ καλῶς ἔχειν τοὺς μὲν
πολιορκεῖσθαι, αὐτοὺς δὲ δικάζεσθαι. [1.28.5] Κερκυραῖοι δὲ ἀντ-
έλεγον, ἢν καὶ ἐκεῖνοι τοὺς ἐν Ἐπιδάμνῳ ἀπαγάγωσι, ποιήσειν
ταῦτα· ἑτοῖμοι δὲ εἶναι καὶ ὥστε ἀμφοτέρους μένειν κατὰ
χώραν, σπονδὰς δὲ ποιήσασθαι ἕως ἂν ἡ δίκη γένηται.
[1.29.1] Κορίνθιοι δὲ οὐδὲν τούτων ὑπήκουον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πλήρεις
αὐτοῖς ἦσαν αἱ νῆες καὶ οἱ ξύμμαχοι παρῆσαν, προπέμψαντες
κήρυκα πρότερον πόλεμον προεροῦντα Κερκυραίοις, ἄραντες
ἑβδομήκοντα ναυσὶ καὶ πέντε δισχιλίοις τε ὁπλίταις ἔπλεον
ἐπὶ τὴν Ἐπίδαμνον Κερκυραίοις ἐναντία πολεμήσοντες·
[1.29.2] ἐστρατήγει δὲ τῶν μὲν νεῶν Ἀριστεὺς ὁ Πελλίχου καὶ
Καλλικράτης ὁ Καλλίου καὶ Τιμάνωρ ὁ Τιμάνθους, τοῦ δὲ
πεζοῦ Ἀρχέτιμός τε ὁ Εὐρυτίμου καὶ Ἰσαρχίδας ὁ Ἰσάρχου.
[1.29.3] ἐπειδὴ δ’ ἐγένοντο ἐν Ἀκτίῳ τῆς Ἀνακτορίας γῆς, οὗ τὸ
ἱερὸν τοῦ Ἀπόλλωνός ἐστιν, ἐπὶ τῷ στόματι τοῦ Ἀμπρακικοῦ
κόλπου, οἱ Κερκυραῖοι κήρυκά τε προὔπεμψαν αὐτοῖς ἐν ἀκα-
τίῳ ἀπεροῦντα μὴ πλεῖν ἐπὶ σφᾶς καὶ τὰς ναῦς ἅμα ἐπλήρουν,
ζεύξαντές τε τὰς παλαιὰς ὥστε πλωίμους εἶναι καὶ τὰς ἄλλας
ἐπισκευάσαντες. [1.29.4] ὡς δὲ ὁ κῆρύξ τε ἀπήγγειλεν οὐδὲν εἰρη-
ναῖον παρὰ τῶν Κορινθίων καὶ αἱ νῆες αὐτοῖς ἐπεπλήρωντο
οὖσαι ὀγδοήκοντα (τεσσαράκοντα γὰρ Ἐπίδαμνον ἐπολιόρ-
κουν), ἀνταναγαγόμενοι καὶ παραταξάμενοι ἐναυμάχησαν· [1.29.5] καὶ
ἐνίκησαν οἱ Κερκυραῖοι παρὰ πολὺ καὶ ναῦς πέντε καὶ δέκα
διέφθειραν τῶν Κορινθίων. τῇ δὲ αὐτῇ ἡμέρᾳ αὐτοῖς ξυνέβη
καὶ τοὺς τὴν Ἐπίδαμνον πολιορκοῦντας παραστήσασθαι ὁμο-
λογίᾳ ὥστε τοὺς μὲν ἐπήλυδας ἀποδόσθαι, Κορινθίους δὲ
δήσαντας ἔχειν ἕως ἂν ἄλλο τι δόξῃ. [1.30.1] μετὰ δὲ τὴν ναυμα-
χίαν οἱ Κερκυραῖοι τροπαῖον στήσαντες ἐπὶ τῇ Λευκίμμῃ
τῆς Κερκυραίας ἀκρωτηρίῳ τοὺς μὲν ἄλλους οὓς ἔλαβον
αἰχμαλώτους ἀπέκτειναν, Κορινθίους δὲ δήσαντες εἶχον.
[1.30.2] ὕστερον δέ, ἐπειδὴ οἱ Κορίνθιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἡσσημένοι
ταῖς ναυσὶν ἀνεχώρησαν ἐπ’ οἴκου, τῆς θαλάσσης ἁπάσης
ἐκράτουν τῆς κατ’ ἐκεῖνα τὰ χωρία οἱ Κερκυραῖοι, καὶ πλεύ-
σαντες ἐς Λευκάδα τὴν Κορινθίων ἀποικίαν τῆς γῆς ἔτεμον
καὶ Κυλλήνην τὸ Ἠλείων ἐπίνειον ἐνέπρησαν, ὅτι ναῦς καὶ
χρήματα παρέσχον Κορινθίοις. [1.30.3] τοῦ τε χρόνου τὸν πλεῖστον
μετὰ τὴν ναυμαχίαν ἐπεκράτουν τῆς θαλάσσης καὶ τοὺς τῶν
Κορινθίων ξυμμάχους ἐπιπλέοντες ἔφθειρον, μέχρι οὗ Κορίν-
θιοι περιιόντι τῷ θέρει πέμψαντες ναῦς καὶ στρατιάν, ἐπεὶ
σφῶν οἱ ξύμμαχοι ἐπόνουν, ἐστρατοπεδεύοντο ἐπὶ Ἀκτίῳ
καὶ περὶ τὸ Χειμέριον τῆς Θεσπρωτίδος φυλακῆς ἕνεκα τῆς
τε Λευκάδος καὶ τῶν ἄλλων πόλεων ὅσαι σφίσι φίλιαι ἦσαν.
[1.30.4] ἀντεστρατοπεδεύοντο δὲ καὶ οἱ Κερκυραῖοι ἐπὶ τῇ Λευκίμμῃ
ναυσί τε καὶ πεζῷ. ἐπέπλεον δὲ οὐδέτεροι ἀλλήλοις, ἀλλὰ
τὸ θέρος τοῦτο ἀντικαθεζόμενοι χειμῶνος ἤδη ἀνεχώρησαν
ἐπ’ οἴκου ἑκάτεροι.

***
[1.26.3] Οι Κερκυραίοι όμως αγανάχτησαν όταν έμαθαν πως πάνε στην Επίδαμνο οι καινούργιοι άποικοι, και οι αρματωμένοι και πως είχε παραδοθεί η αποικία στην Κόρινθο. Κι αμέσως έφτασαν μπροστά στην Επίδαμνο με εικοσιπέντε καράβια και υστέρα και μ' άλλο στόλο, και πρόσταξαν σαν αφέντες τους Επιδαμνίους να δεχτούν πίσω τους εξορίστους (γιατί οι εξόριστοι Επιδάμνιοι είχαν πάει στην Κέρκυρα, αποδείχνοντας πως ήταν συγγενείς τους και οι πρόγονοί τους ήτανε θαμμένοι εκεί, και με την δικαιολογία αυτή τους είχαν παρακαλέσει να τους ξαναγυρίσουνε στην πατρίδα τους) και να διώξουν πίσω τις φρουρές και τους αποίκους που είχανε στείλει οι Κορίνθιοι. [1.26.4] Οι Επιδάμνιοι όμως δεν άκουσαν τίποτ' απ' αυτά, και τότε εκστρατεύουν ενάντιά τους οι Κερκυραίοι με σαράντα καράβια και τους εξορίστους, με σκοπό να τους επαναφέρουν, κ' έχοντας πάρει συμμάχους και τους Ιλλυριούς. [1.26.5] Κι αφού περικύκλωσαν την πολιτεία από παντού, προκήρυξαν όποιος ήθελε από τους Επιδαμνίους, και όλοι οι ξένοι να φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτα, αλλά πως όποιος μείνει, θα του φερθούνε σα σ' εχτρό. Όταν όμως δεν υπάκουσαν, άρχισαν οι Κερκυραίοι ταχτική πια πολιορκία της πολιτείας, (που είναι χτισμένη πάνω σε ισθμό).

[1.27.1] Όταν τους ήρθαν μαντατοφόροι από την Επίδαμνο λέγοντας πως τους πολιορκούν, άρχισαν οι Κορίνθιοι να προετοιμάζουν εκστρατεία, και σύγκαιρα έβγαλαν προκήρυξη ζητώντας καινούργιους αποίκους για την Επίδαμνο, που θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τους πολίτες της, και να πάει όποιος θέλει, κι αν κανείς δεν ήθελε να φύγει αμέσως, αλλά ήθελε να θεωρηθεί σαν άποικος, να καταθέσει πενήντα Κορινθιακές δραχμές και στο μεταξύ να μένει στην Κόρινθο. Και βρέθηκαν πολλοί που έφυγαν και πολλοί άλλοι που κατέθεσαν τα χρήματα. [1.27.2] Και παρακάλεσαν και τους Μεγαρίτες να συνοδέψουν την αποστολή με πολεμικά πλοία, μήπως και προσπαθήσουν οι Κερκυραίοι να τους εμποδίσουν το ταξίδι· κ' ετοιμάζονταν οι Μεγαρίτες να τους συνοδέψουν με οχτώ καράβια, καθώς και οι Παλείς από την Κεφαλληνία με τέσσερα. Και παρακάλεσαν τους Επιδαυρίους, που έστειλαν πέντε, κι άλλο ένα οι Ερμιόνιοι και δύο οι Τροιζήνιοι, καθώς και δέκα οι Λευκαδίτες, κ' οι Αμπρακιώτες οχτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλιασίους ζήτησαν χρήματα, από τους Ηλείους πάλι χρήματα και καράβια χωρίς πληρώματα και χρήματα. Από τους ίδιους τους Κορινθίους ετοιμάζονταν τριάντα καράβια και τρεις χιλιάδες βαρειά αρματωμένοι στρατιώτες.

[1.28.1] Όταν όμως οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν για τις ετοιμασίες αυτές, έστειλαν πρέσβεις στην Κόρινθο, μαζί με πρέσβεις των Λακεδαιμονίων και των Σικυωνίων, που πήραν μαζί τους, και αξίωσαν από τους Κορινθίους ν' αποσύρουν από την Επίδαμνο τόσο την ένοπλη φρουρά όσο και τους αποίκους τους, γιατί τάχα δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην Επίδαμνο. [1.28.2] Αν όμως είχαν κάποιαν αξίωση, ήταν πρόθυμοι να το βάλουνε στην κρίση όποιων πόλεων της Πελοποννήσου θα συμφωνούσαν και οι δυο για διαιτητές· και σε όποιον από τους δυο επιδικαστεί πως ανήκει η πολιτεία, αυτός να την κρατήσει. Ήταν επίσης πρόθυμοι ν' αναθέσουν τη διαιτησία και στο Μαντείο των Δελφών. [1.28.3] Μόνο πόλεμο δεν τους αναγνώριζαν το δικαίωμα να κάνουν· αν όμως δεν τους ακούσουν, θ' αναγκαστούν, είπαν, αφού τους βιάζουν οι Κορίνθιοι, να κάνουνε συμμάχους ανθρώπους που δεν τους θέλουνε για φίλους, άλλους από τους τωρινούς, για νά 'βρουνε βοήθεια. [1.28.4] Οι Κορίνθιοι πάλι τους αποκρίθηκαν πως θα σκεφτούν για τις προτάσεις τους, αν αποσύρουν και τα πλοία και τους βαρβάρους από την Επίδαμνο· πριν απ' αυτό όμως δεν είναι, είπαν, σωστό οι Επιδάμνιοι να βρίσκονται πολιορκημένοι, κι αυτοί οι ίδιοι να λογοφέρνουνε στα δικαστήρια. [1.28.5] Οι Κερκυραίοι πάλι αντιμίλησαν σε τούτο πως θα κάνουν ό,τι τους προτείνουν, αν αποσύρουν και οι Κορίνθιοι όσους είχανε στείλει στην Επίδαμνο· ήταν πρόθυμοι από την άλλη μεριά να δεχτούνε να μείνουν και τα δυο μέρη όπως ήταν και να κάνουν ανακωχή ώσπου να γίνει η δίκη.

[1.29.1] Αλλά οι Κορίνθιοι δεν ήθελαν ν' ακούσουν τίποτ' απ' αυτά, αλλά μια και είχαν κι όλας επανδρωμένα τα πλοία και οι σύμμαχοι είχαν έρθει και περίμεναν, έστειλαν πρώτα αντιπρόσωπο να κηρύξουν τον πόλεμο στους Κερκυραίους, σήκωσαν άγκυρα και ξεκίνησαν για την Επίδαμνο με εβδομήντα πέντε καράβια και δυο χιλιάδες βαρειά αρματωμένους στρατιώτες, με σκοπό να πολεμήσουν τους Κερκυραίους. [1.29.2] Και αρχηγοί του στόλου ήταν ο Αριστέας γιος του Πελλίχου, ο Καλλικράτης γιος του Καλλία, και ο Τιμάνωρ γιος του Τιμάνθη, στρατηγοί δε του πεζικού ο Αρχέτιμος γιος του Ευρύτιμου και ο Ισαρχίδας γιος του Ισάρχου. [1.29.3] Όταν πια είχανε φτάσει στο Άκτιο της Ανακτορίας όπου βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνα, στην είσοδο του Αμπρακικού κόλπου οι Κερκυραίοι έστειλαν ένα κήρυκα με βάρκα να τους προειδοποιήσει να μην προχωρήσουν ενάντιά τους, και συγχρόνως επάνδρωναν τα καράβια τους, αφού έδεσαν με δοκάρια τα πιο παλιά για να τα κάνουν θαλασσοτάξιδα, και καλαφάτισαν τα άλλα. [1.29.4] Όταν όμως ο κήρυκας τους έφερε το μήνυμα πως καμιά ειρηνική διάθεση δεν είχαν οι Κορίνθιοι, και η επάνδρωση των πλοίων είχε τελειώσει, που ήταν ογδόντα, (γιατί άλλα σαράντα πολιορκούσαν την Επίδαμνο) άνοιξαν κι αυτοί πανιά κι αφού παρατάχτηκαν εναυμάχησαν· [1.29.5] και νίκησαν οι Κερκυραίοι με μεγάλη υπεροχή, και κατάστρεψαν δεκαπέντε καράβια Κορινθιακά. Κ' έτυχε την ίδια μέρα ν' αναγκάσουν την Επίδαμνο να συνθηκολογήσει αυτοί που την πολιορκούσαν και πούλησαν ως δούλους καινούργιους αποίκους, τους ένοπλους όμως Κορινθίους τους κράτησαν φυλακισμένους ώσπου ν' αποφασιστεί τι θα τους κάνουν.

[1.30.1] Ύστερα από τη ναυμαχία οι Κερκυραίοι έστησαν τρόπαιο της νίκης τους στη Λευκίμη, που είναι ακρωτήριο της Κέρκυρας, και σκότωσαν τους αιχμαλώτους από άλλα μέρη που είχαν πιάσει, αλλά τους Κορινθίους τους κράτησαν φυλακισμένους. [1.30.2] Αργότερα, αφού οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί τους, νικημένοι, είχανε φύγει με τα καράβια τους, ο καθένας για τον τόπο του, έμειναν οι Κερκυραίοι να εξουσιάζουν όλη τη θάλασσα στα μέρη εκείνα, και πήγαν στη Λευκάδα, αποικία των Κορινθίων, και λεηλάτησαν την ύπαιθρό της κ' εβαλαν φωτιά στην Κυλλήνη, το επίνειο των Ηλείων, επειδή είχαν δώσει καράβια και χρήματα στους Κορινθίους. [1.30.3] Και τον περισσότερο καιρό μετά τη ναυμαχία, εξουσίαζαν οι Κερκυραίοι τη θάλασσα κι αρμένιζαν στις πολιτείες που είχαν συμμαχήσει με την Κόρινθο και τις λεηλατούσαν, ώσπου οι Κορίνθιοι, όταν ξεγύρισε το καλοκαίρι, έστειλαν στόλο και στρατό επειδή βασανίζονταν οι σύμμαχοί, τους, κ' εστρατοπέδευσαν απάνω στο Άκτιο, και γύρω στο Χειμέριο της Θεσπρωτίας, για να φρουρούν τόσο τη Λευκάδα, όσο και τις άλλες φιλικές τους πολιτείες. [1.30.4] Ενάντιά τους έστησαν και οι Κερκυραίοι στρατόπεδο με καράβια και στρατό απάνω στη Λευκίμη· κανείς όμως από τους δυο δεν έκανε επίθεση στον άλλο, αλλά αφού κάθησαν αντικρυστά το καλοκαίρι εκείνο, σαν ήρθε πια ο χειμώνας γύρισαν κ' οι δυο στους τόπους τους.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (13.392-13.440)

Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«καὶ λίην τοι ἐγώ γε παρέσσομαι, οὐδέ με λήσεις,
ὁππότε κεν δὴ ταῦτα πενώμεθα· καί τιν᾽ ὀΐω
395 αἵματί τ᾽ ἐγκεφάλῳ τε παλαξέμεν ἄσπετον οὖδας
ἀνδρῶν μνηστήρων, οἵ τοι βίοτον κατέδουσιν.
ἀλλ᾽ ἄγε σ᾽ ἄγνωστον τεύξω πάντεσσι βροτοῖσι·
κάρψω μὲν χρόα καλὸν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσι,
ξανθὰς δ᾽ ἐκ κεφαλῆς ὀλέσω τρίχας, ἀμφὶ δὲ λαῖφος
400 ἕσσω ὅ κεν στυγέῃσιν ἰδὼν ἄνθρωπος ἔχοντα,
κνυζώσω δέ τοι ὄσσε πάρος περικαλλέ᾽ ἐόντε,
ὡς ἂν ἀεικέλιος πᾶσι μνηστῆρσι φανήῃς
σῇ τ᾽ ἀλόχῳ καὶ παιδί, τὸν ἐν μεγάροισιν ἔλειπες.
αὐτὸς δὲ πρώτιστα συβώτην εἰσαφικέσθαι,
405 ὅς τοι ὑῶν ἐπίουρος, ὁμῶς δέ τοι ἤπια οἶδε,
παῖδά τε σὸν φιλέει καὶ ἐχέφρονα Πηνελόπειαν.
δήεις τόν γε σύεσσι παρήμενον· αἱ δὲ νέμονται
πὰρ Κόρακος πέτρῃ ἐπί τε κρήνῃ Ἀρεθούσῃ,
ἔσθουσαι βάλανον μενοεικέα καὶ μέλαν ὕδωρ
410 πίνουσαι, τά θ᾽ ὕεσσι τρέφει τεθαλυῖαν ἀλοιφήν.
ἔνθα μένειν καὶ πάντα παρήμενος ἐξερέεσθαι,
ὄφρ᾽ ἂν ἐγὼν ἔλθω Σπάρτην ἐς καλλιγύναικα
Τηλέμαχον καλέουσα, τεὸν φίλον υἱόν, Ὀδυσσεῦ·
ὅς τοι ἐς εὐρύχορον Λακεδαίμονα πὰρ Μενέλαον
415 οἴχετο πευσόμενος μετὰ σὸν κλέος, εἴ που ἔτ᾽ εἴης.»
Τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«τίπτε τ᾽ ἄρ᾽ οὔ οἱ εἶπες, ἐνὶ φρεσὶ πάντα ἰδυῖα;
ἦ ἵνα που καὶ κεῖνος ἀλώμενος ἄλγεα πάσχῃ
πόντον ἐπ᾽ ἀτρύγετον, βίοτον δέ οἱ ἄλλοι ἔδουσι.»
420 Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«μὴ δή τοι κεῖνός γε λίην ἐνθύμιος ἔστω.
αὐτή μιν πόμπευον, ἵνα κλέος ἐσθλὸν ἄροιτο
κεῖσ᾽ ἐλθών· ἀτὰρ οὔ τιν᾽ ἔχει πόνον, ἀλλὰ ἕκηλος
ἧσται ἐν Ἀτρεΐδαο δόμοις, παρὰ δ᾽ ἄσπετα κεῖται.
425 ἦ μέν μιν λοχόωσι νέοι σὺν νηῒ μελαίνῃ,
ἱέμενοι κτεῖναι, πρὶν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι·
ἀλλὰ τά γ᾽ οὐκ ὀΐω, πρὶν καί τινα γαῖα καθέξει
ἀνδρῶν μνηστήρων, οἵ τοι βίοτον κατέδουσιν.»
Ὣς ἄρα μιν φαμένη ῥάβδῳ ἐπεμάσσατ᾽ Ἀθήνη.
430 κάρψε μέν οἱ χρόα καλὸν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσι,
ξανθὰς δ᾽ ἐκ κεφαλῆς ὄλεσε τρίχας, ἀμφὶ δὲ δέρμα
πάντεσσιν μελέεσσι παλαιοῦ θῆκε γέροντος,
κνύζωσεν δέ οἱ ὄσσε πάρος περικαλλέ᾽ ἐόντε·
ἀμφὶ δέ μιν ῥάκος ἄλλο κακὸν βάλεν ἠδὲ χιτῶνα,
435 ῥωγαλέα ῥυπόωντα, κακῷ μεμορυγμένα καπνῷ·
ἀμφὶ δέ μιν μέγα δέρμα ταχείης ἕσσ᾽ ἐλάφοιο,
ψιλόν· δῶκε δέ οἱ σκῆπτρον καὶ ἀεικέα πήρην,
πυκνὰ ῥωγαλέην· ἐν δὲ στρόφος ἦεν ἀορτήρ.
Τώ γ᾽ ὣς βουλεύσαντε διέτμαγεν. ἡ μὲν ἔπειτα
440 ἐς Λακεδαίμονα δῖαν ἔβη μετὰ παῖδ᾽ Ὀδυσῆος.

***
Ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας:
«Υπόσχομαι να είμαι στο πλευρό σου, δεν θα σε λησμονήσω,
όταν θα φτάσει η ώρα για το δύσκολο έργο. Κάποιου, φαντάζομαι,
αίμα κι εγκέφαλος το δάπεδο απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη θα μολέψουν —
μιλώ για τους μνηστήρες που κατατρώγουν της ζωής σου τ᾽ αγαθά.
Έλα τώρα κοντά μου, θα σε κάνω αγνώριστο σ᾽ όλον τον κόσμο:
στο λυγερό κορμί σου θα σουρώσω το ωραίο σου δέρμα,
θα εξαφανίσω τα ξανθά μαλλιά της κεφαλής σου· θα ρίξω πάνω σου
400 κουρέλια, να σε σιχαθεί όποιος σε δει ρακένδυτο·
με τσίμπλες θα θολώσω τα περίκαλλά σου μάτια,
να δείχνεις στους μνηστήρες άσημος κι άσχημος,
αλλά και στη γυναίκα και στον γιο σου που πίσω σου τον άφησες.
Πρόσεξε όμως, πρώτα στον χοιροβοσκό να φτάσεις,
που νοιάζεται τους χοίρους αλλά και θέλει το καλό σου,
τον γιο σου αγαπά, τη φρόνιμή σου Πηνελόπη σέβεται.
Πλάι στα γουρούνια θα τον δεις να κάθεται· βόσκουν αυτά
κοντά στον Κόρακα, εκεί στην κρήνη της Αρέθουσας,
μασούνε βαλανίδια που τους πρέπουν, πίνουν μαύρο νερό —
410 αυτά τους τρέφουν πλούσιο ξίγκι.
Εκεί λοιπόν να μείνεις, παρακαθήμενος να τον ρωτήσεις
όλα τα καθέκαστα· εγώ στο μεταξύ στη Σπάρτη κατεβαίνω,
με τις πανέμορφες γυναίκες, να φέρω πίσω τον Τηλέμαχο,
τον φιλητό σου γιο, Οδυσσέα· που εκεί ταξίδεψε,
στην απλωμένη Λακεδαίμονα, όπου και πήγε τον Μενέλαο να ρωτήσει,
να μάθει νέα σου, ανίσως ζεις ακόμη, κάπου.»
Πήρε τον λόγο τότε και της είπε ο Οδυσσέας πολύγνωμος:
«Γιατί δεν το ομολόγησες αυτό σ᾽ εκείνον, εσύ που τα γνωρίζεις όλα·
ή μήπως θέλησες περιπλανώμενος κι αυτός να υποφέρει
δικά του πάθη στον πόντο τον ατρύγητο, ενώ οι άλλοι τρων το βιος του.»
420 Ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά, τα μάτια λάμποντας:
«Ας μη σε βασανίζει τώρα η δική του σκέψη·
εγώ τον ξεπροβόδισα, έγινα οδηγός του να φτάσει εκεί,
για να ακουστεί η φήμη του. Μη νοιάζεσαι λοιπόν,
διόλου δεν υποφέρει, ήσυχος κάθεται στου Ατρείδη το παλάτι
μ᾽ όλα του κόσμου τ᾽ αγαθά.
Μόνο που να, νέοι τού έστησαν καρτέρι με καράβι μελανό
και φλέγονται να τον σκοτώσουν, προτού πατήσει χώμα πατρικό.
Αλλά δεν το πιστεύω πως θα γίνει, πιο πριν θα φάνε χώμα
οι μνηστήρες — αυτοί που τρώνε το δικό του βιος.»
Έτσι μιλώντας η Αθηνά, τον άγγιξε με το ραβδί της.
430 Αμέσως σούρωσε στο λυγερό κορμί το ωραίο του δέρμα
και τα ξανθά μαλλιά της κεφαλής του χάλασε· σ᾽ όλα τα μέλη του
φάνηκε το πετσί ενός γέροντα που τον βαραίνουνε τα χρόνια·
με τσίμπλες θόλωσε εκείνα τα περίκαλλά του μάτια·
έριξε πάνω του κουρέλια, χιτώνα βρώμικο, σχισμένο —
όλα στη μαύρη κάπνα βουτηγμένα. Τέλος τον τύλιξε
με το γυμνό τομάρι γρήγορης λαφίνας· στο χέρι του έβαλε
ραβδί· του πέρασε σακούλι τρύπιο, λερωμένο,
να κρέμεται από φτενό σχοινί.
Κι αφού τα βρήκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν,
πήρε τον δρόμο του ο καθένας. Εκείνη ορμήθηκε στη θεία Λακεδαίμονα,
440 να βρει του Οδυσσέα τον γιο,

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

Αντιγόνη: Θυσία (χωρίς) ουσία

Τέχνη, κατά τον Νίκο Καζαντζάκη, σημαίνει η απομόνωση μέσα από την χαοτική, εφήμερη ανθρώπινη ζωή της αιώνιας αλήθειας που είναι άμεσα συνυφασμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη. Και ο ορισμός αυτός βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή του στην αρχαία ελληνική τραγωδία, στο πλαίσιο του οποίου αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από το πλούσιο μυθολογικό υλικό από τους μεγάλους τραγικούς αξίες και ιδανικά, τα οποία απηχούν στο κοινό μπροστά στο οποίο παρουσιάζονται ανά τους αιώνες. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε χαρακτήρες των μεγάλων τραγωδιών να καταστούν ταυτόσημοι με τις ιδέες που πρεσβεύουν. Και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού της Αντιγόνης, που μέχρι και σήμερα αποτελεί σύμβολο της αντίστασης.

Πράγματι, η πρωταγωνίστρια της ομότιτλης τραγωδίας του Σοφοκλή, αντιπροσωπεύει την επανάσταση απέναντι στις αυθαίρετες αποφάσεις της εξουσίας και της θυσίας του ανθρώπου για τα πιστεύω του. Η Αντιγόνη μετατρέπεται σε σύμβολο της αντίστασης, τροφοδοτώντας την ελπίδα όσων ήλπιζαν και ελπίζουν να υψώσουν το ανάστημα τους απέναντι στους καταπιεστές τους. Μερικούς αιώνες αργότερα όμως, η εκδοχή της ιστορίας της κόρης του Οιδίποδα εκ μέρους του θεατρικού συγγραφέα Ζαν Ανουίγ ανατρέπει το status της ως σύμβολο αντίστασης, παρουσιάζοντας τον αγώνα της ως μία απέλπιδη προσπάθεια να διατηρήσει τη νιότη της. Η θυσία της, λοιπόν, καθίσταται ανούσια και η Αντιγόνη γκρεμίζεται από το βάθρο της. Ποια εκδοχή, όμως, της ιστορίας της ανταποκρίνεται εν τέλει στην πραγματικότητα;

Κατά την εκδοχή του Σοφοκλή, η Αντιγόνη παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των θείων νόμων, οι οποίοι συγκρούονται με τους ανθρώπινους. Η Αντιγόνη από την αρχή της ιστορίας δηλώνει θαρραλέα, παρά την έλλειψη στήριξης από την αδελφή της, ότι δεν επρόκειτο να αφήσει τον αδελφό της άταφο, με την ψυχή του αιώνια να περιπλανιέται στον κόσμο των ζωντανών, παρά τις αποφάσεις του θείου της, οι οποίες εναντιώνονται στον νόμο των θεών. Οι γραπτοί νόμοι συγκρούονται με τους άγραφους, το ανθρώπινο δίκαιο συγκρούεται με το θεϊκό, η μοναδικότητα της στιγμής συγκρούεται με το δέος του αιωνίου. Και ενώ το πρώτο αποτελεί έκφραση της αυθαίρετης προσπάθειας των ανθρώπων στην εξουσία να κυβερνήσουν σε μία συγκεκριμένη στιγμή στον χρόνο, το δεύτερο αποτελεί την έκφραση της λαϊκής αίσθησης του δικαίου που παραμένει αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο, συνδέοντας κάθε μονάδα της ανθρωπότητας με αυτή την κοινή ηθική πυξίδα. Και η Αντιγόνη πρωτοστατεί με την αποφασιστική δράση της και εν τέλει θυσιάζεται στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης ως εκπρόσωπος των δεύτερων, ως εκπρόσωπος της επιθυμίας του λαού για την επικράτηση της κατά τη δική τους ηθική δικαιοσύνης. Γνωρίζει και τελικά αντιμετωπίζει τις συνέπειες των πράξεών της, ωστόσο αυτό δεν την αποτρέπει από τον αγώνα της για αυτό που θεωρεί η ίδια, όπως και το κοινό, σωστό. Η αίσθηση αυτή του δικαίου κατευθύνει τις ενέργειες της ηρωίδας, η οποία οπλισμένη από τις πεποιθήσεις της με απαράμιλλο θάρρος μάχεται για τα πιστεύω της, εναντιώνεται σε έναν βασιλιά που αυθαίρετα τις στερεί το δικαίωμα να παρέχει στον νεκρό αδελφό της τις τιμές που του αξίζουν παρά την προηγούμενη δράση του. Μπροστά στην άβουλη Ισμήνη η οποία διστάζει να ενεργήσει, η Αντιγόνη φαντάζει δυναμική, ισχυρή μέσα από τις πράξεις της, με αποτέλεσμα να καλλιεργείται ένα έντονο αίσθημα σεβασμού και θαυμασμού εκ μέρους του κοινού απέναντι στο πρόσωπό της το οποίο κορυφώνεται όταν τελικά θυσιάζεται για αυτά που πιστεύει.

Στην Αντιγόνη ο Σοφοκλής δίνει σάρκα και οστά στην έννοια της αντίστασης, της αντίστασης του λαού έναντι της εξουσίας, την αντίσταση του αδύναμου απέναντι στον ισχυρό όταν ο δεύτερος επιχειρεί να επιβληθεί του πρώτου αυθαίρετα. Ένας άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με έναν απρόσωπο οργανισμό που επιχειρεί να ανατρέψει το αξιακό σύστημα που ο ίδιος θεωρεί ότι πρέπει να κυβερνά τη ζωή του. Μια γυναίκα συγκρούεται με έναν άνδρα προκειμένου να υπερασπιστεί τα πιστεύω της και εν τέλει χάνει τη ζωή της, φυλακισμένη σε ένα «αιώνιο κελί». Και όμως αυτό το κελί αποτελεί την εγγύηση της αιώνιας ελευθερίας της, καθώς στον αγώνα της για δικαιοσύνη η Αντιγόνη ως ύπαρξη κατακερματίζεται και καταλήγει να αποτελεί έννοια αφηρημένη, αέναη όπως και οι αξίες που επιζητούσε να υπερασπιστεί. Παίρνει το πρόσωπο κάθε ανώνυμου αγωνιστή που σηκώνει τις πεποιθήσεις του ως λάβαρο απέναντι σε οποιονδήποτε ισχυρότερο κατακτητή επιχειρεί να το ξεσκίσει. Η Αντιγόνη μέσα από τη θυσία της για μια έννοια ευρύτερη από το περιορισμένο «κλουβί» της ανθρώπινης ζωής, την υπερβαίνει και αποκτά αιώνια υπόσταση, συμβολίζοντας την ακεραιότητα, τη γενναιότητα με την οποία πρέπει να αγωνιζόμαστε όλοι απέναντι στην αυταρχική κατατρόπωση του δικαίου όπως εμείς το αντιλαμβανόμαστε. Και για αυτά τα ιδανικά η ηρωίδα θυσιάζεται, επιτρέποντάς μας να κάνουμε την τραγική παρατήρηση ότι ουσιαστικά μέσα από τον θάνατό της νοηματοδοτήθηκε η ζωή της,

Αρκετούς αιώνες αργότερα και αφού το πρότυπο της επαναστάτριας Αντιγόνης ακόμη είναι έντονα χαραγμένο στην κοινή συνείδηση, στον απόηχο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ο Ζαν Ανουίγ έρχεται να προσφέρει τη δική του οπτική πάνω στην μυθική αυτή ηρωίδα, γκρεμίζοντάς την από το βάθρο στο οποίο είχε τοποθετηθεί και υποβιβάζοντας την σε ένα κορίτσι που μάχεται μόνο και μόνο τελικά για να «θυσιαστεί». Ξαφνικά η ιδέα της αγέρωχης επαναστάτριας Αντιγόνης κλονίζεται, όταν η αξεπέραστη αυτή ηρωίδα καταλήγει να είναι ένα απλό, συνηθισμένο κορίτσι, μια σκιά της εντυπωσιακής της αδελφής που ακόμα φαίνεται αδύναμη να αποχωριστεί την παιδική της ηλικία. Ενώ η δράση της και σε αυτό το έργο είναι η ίδια όπως και η κατάληξή της, η Αντιγόνη του 20ου αιώνα φαίνεται να χωλαίνει μπροστά στην αντίστοιχη της κλασσικής αρχαιότητας. Και αυτό γιατί δεν φαίνεται να διακατέχεται από την ίδια φλόγα της αντίστασης απέναντι στην επιβολή ενός άδικου νόμου· μάλλον η ίδια έχει προαποφασίσει ότι αφού παρακούσει την εντολές του βασιλιά θα πεθάνει. Θα πεθάνει και θα διατηρήσει την ομορφιά και την αναζωογονητική δροσιά της νιότης της. Θέλει να κρατηθεί στη ζωή· από την άλλη φαίνεται πρόθυμα εγκλωβισμένη στη μοίρα του θανάτου της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Αντιγόνη χάνει τη δυναμική της. Αρχικά, πρωτοστατούσε στη σκηνή, ενώ τώρα χάνεται στο περιθώριο υπομονετικά, αναμένοντας τον ετυμηγορία ενός δικαστηρίου που δεν λαμβάνει χώρα παρά στην τελευταία πράξη της ζωής της. Φαίνεται να αγαπάει τον Αίμωνα, κι όμως απορεί που διάλεξε εκείνη και όχι την αδελφή της. Καλύπτει το σώμα του αδελφού της με το παιδικό της φτυαράκι, ενώ ανησυχεί συγχρόνως για τη σκυλίτσα της. Η Αντιγόνη του Ανουίγ μοιάζει με παιδί που απλώς περιμένει να τιμωρηθεί για τη σκανταλιά που έκανε.

Θυσιάζεται, επομένως, η Αντιγόνη εφόσον έχει τόσο ωμά αποδεχτεί τη μοίρα της; Υπήρχε μοίρα να αποδεχτεί ή απλώς η ίδια αποφάσισε να αποποιηθεί απλώς την ευθύνη της ενηλικίωσης; Η Αντιγόνη αυτή χάνει την ιδιότητα της ενεργούς τραγικής ηρωίδας που γνωρίσαμε στο κείμενο του Σοφοκλή και αντ’ αυτού συναντάμε μια ανασφαλή κοπόλα, η οποία παρόλο που κινείται ακριβώς όπως και η προκάτοχός της, μοιάζει περισσότερο με πρόβατο που πρόθυμα πηγαίνει στη σφαγή του παρά με ένα συνειδητοποιημένο άτομο που αντιστέκεται. Όπως αναφέρει και η ίδια «είχε γεννηθεί για να πεθάνει». Και αυτό γιατί η Αντιγόνη αυτή συμβολίζει το αθώο παιδί το οποίο όλοι αποχωριζόμαστε τη στιγμή που διαβαίνουμε την πύλη της ενηλικίωσης. Συμβολίζει την ομορφιά της ζωής που χάνεται, όταν αποφασίσουμε ότι δεν θέλουμε άλλο να πλαισιώνει τη ζωή μας. Συμβολίζει το φως που ηθελημένα υποκύπτει στο σκοτάδι με την ελπίδα ότι θα επιστρέψει με την Ανατολή του ήλιου. Συμβολίζει την παραδοχή εκ μέρους του ανθρώπου της ματαιότητας της ύπαρξής του, την οποία παρόλα τα ιδανικά με τα οποία φροντίζουμε να την κοσμούμε αυτή πάντα στο τέλος αναδύεται. Και μέσα από την «αντίστασή» μας δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να καθυστερούμε την αναπόφευκτη άφιξή της, την αναπόφευκτη έλευση του τέλους. Η Αντιγόνη του Ανουίγ δεν χωλαίνει στα μάτια του κοινού επειδή χάνει τον επαναστατικό της χαρακτήρα. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή αγωνιζόταν έχοντας γνώση των συνεπειών της σύλληψής της, στόχευε στη διαφυγή αυτών και στη συνέχεια της ζωή της. Αντίθετα, η σύγχρονη Αντιγόνη χωλαίνει διότι αγωνίζεται, ενώ γνωρίζει ότι εντέλει θα πεθάνει, νοθεύοντας τελικά την αξία της θυσίας της.

Γιατί τι θυσία είναι αυτή όταν κανείς απλώς επιδιώκει την επίσπευση του πεπρωμένου του; Οι άνθρωποι αντιστέκονται σε ό, τι εναντιώνεται στις πεποιθήσεις τους, καθώς μέσα από αυτή τους τη στάση αποκτούν, όπως άλλωστε και η ηρωίδα του Σοφοκλή μία ηρωική διάσταση. Γεμίζουν με ζωή την ψυχή τους και βρίσκουν το κουράγιο να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Και αν χρειαστεί να θυσιαστούν, δέχονται την ήττα τους με αξιοπρέπεια και φεύγουν γνωρίζοντας ότι έχουν συμβάλλει έστω και λίγο στο να οδηγηθούμε σε αυτό που πιστεύουν αυτοί ότι θα αποτελέσει έναν καλύτερο κόσμο. Αντίθετα, η Αντιγόνη του Ανουίγ αντιπροσωπεύει τον μάταιο αγώνα κατά του θανάτου. Αγωνίζονται στη ζωή τους, και όταν οι πράξεις τούς φέρουν προ της ανάγκης μιας θυσίας, αυτοί τη δέχονται στωικά, καθώς επιτέλους θα φτάσουν στον φυσικό προορισμό τους. Η αντίσταση αποτελεί περισσότερο μέσο επίτευξης του θανάτου, παρά μέσο βελτίωσης της ζωής. Η αντίσταση δεν νοηματοδοτεί τη ζωή τους, ούτε τον θάνατό τους, παρά μόνο αποτελεί ένα πιο σύντομο μονοπάτι προς τη φυσική κατάληξη του ανθρώπου. Γι’ αυτό και αυτή η Αντιγόνη δεν φαίνεται να φέρει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, παρά αποτελεί έναν λευκό καμβά επάνω στον οποίον κάθε άνθρωπος μπορεί να δει τον εαυτό του, καθώς όλοι θα έχουμε τελικά την ίδια μοίρα.

Αντιθέτως, η Αντιγόνη του Σοφοκλή φαίνεται να περιβάλλεται από μία ιδιαίτερη αύρα δυναμισμού, καθώς δεν είναι πολλοί αυτοί που θα αψηφήσουν τον θάνατο για χάρη μιας ιδέας άυλης, θεωρητικής. Οι ιδέες, τα ιδανικά αποτελούν εκφράσεις της πνευματικής υπόστασης του ανθρώπου, ανυψώνουν την ύπαρξή του από την απλή του σάρκα που είναι καταδικασμένη στο να ανακυκλώνεται συνεχώς. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή θυσιάζει το γήινο για το άυλο, θυσιάζει το σώμα για το πνεύμα, θυσιάζει την ομορφιά της ζωής για τη γλυκιά βεβαιότητα της πίστης στην ηθικό και ιδεολογικό της σύστημα. Και όντως θυσιάζει αυτά τα στοιχεία της ζωής της, γιατί ενώ απολαμβάνει και την υλική πλευρά της ζωής, θεωρεί σημαντικότερη τη σωστή εφαρμογή των νόμων που της υπαγορεύει η ηθική της.

Από τη μια, λοιπόν, μία Αντιγόνη σύμβολο της αντίστασης, της υπεράσπισης της ανώτερης έκφρασης της ανθρώπινης ύπαρξης, και από την άλλη μία Αντιγόνη σύμβολο της παραδοχής της βέβαιης κατάληξης του ανθρώπου. Καθεμιά με τον αγώνα της, με τις θυσίες της, με νόημα ή χωρίς, με τον προορισμό της. Αυτή η αδιαμφισβήτητα κλασσική ηρωίδα με τις συμβολικές της προεκτάσεις εξακολουθεί να αποτελεί έμπνευση τόσο στους καλλιτεχνικούς κύκλους όσο και προς το ευρύ κοινό, που είτε στο ένα της πρόσωπο είτε στο άλλο αναγνωρίζει μία πλευρά του εαυτού του. Το σίγουρο είναι ότι και οι δύο εκφάνσεις της ανταποκρίνονται στον ορισμό του Καζαντζάκη για την Τέχνη, μιας και ξεθάβουν και αναδεικνύουν βαθύτερες αλήθειες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 11. Διακοπές στις Βάιες

11.3. Γράμμα σε μια κυρία - ΕΠΕΙΓΟΝ


Εσύ στις Βάιες διακοπές κι εγώ εδώ στη Ρώμη·
αναρωτιέμαι, αγάπη μου, με σκέφτεσαι ακόμη;
Εγώ σε σκέφτομαι πολύ, και νιώθω ανασφάλεια
γιατί πολλά συμβαίνουνε σ᾽ εκείνα τα ακρογιάλια.
Φόβοι με βασανίζουνε, και ένα από τα άγχη
είναι αν συνοδεύεσαι ή κολυμπάς μονάχη.
Ξέρω, θα μου σταθείς πιστή, Κυνθία, ό,τι κι αν γίνει -
αλλά στις Βάιες δεν μπορώ να δείξω εμπιστοσύνη.
Το μέρος είναι άτιμο, φαντάζομαι θα είδες
ότι υπάρχουνε παντού ερωτικές παγίδες.
Γράμμα σου γράφω και γραφή γιατί φοβάμαι τόσο…
μα σε καμιά περίπτωση δε θέλω να σ᾽ αγχώσω.
Γνωρίζεις πώς αισθάνομαι. Για μένα είσαι, καλή μου,
το σπίτι κι η λαχτάρα μου, οι ίδιοι οι γονιοί μου.
Άσε την παραθέριση, κι έλα, σε περιμένω.
Οι Βάιες είναι αμαρτωλές, μέρος καταραμένο.
Οι Βάιες είναι αμαρτωλές, κατάρα τις βαραίνει:
εκεί πηγαίνουν έγγαμοι και φεύγουν χωρισμένοι
.

Το ποίημα, που ανήκει στο είδος της ερωτικής ελεγείας, γράφτηκε από τον ίδιον εκείνο Προπέρτιο που τον είδαμε ως αντιρρησία συνειδήσεως και αντιπολιτευόμενο στα στρατοκρατικά προγράμματα του Αυγούστου. Ο ποιητής, από τη Ρώμη όπου βρίσκεται, στέλνει, υποτίθεται, γράμμα στην αγαπημένη του που τη χρονιά αυτή, για άγνωστους λόγους, διάλεξε να κάνει διακοπές μόνη της στις Βάιες. Όποια κι αν ήταν τα πραγματικά αισθήματα του Προπέρτιου για τη μοναχική (;) παραθερίστρια, στη γραφή διακρίνεται περισσότερο μια διάθεση εύθυμης ειρωνείας παρά γνήσιο συναισθηματικό πάθος.

Οι χρόνιες ασθένειες μπορούν να επιδεινώσουν τη μοναξιά διακόπτοντας τη σύνδεση

Η μοναξιά πονά. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι για να επιβιώνουμε και να ευδοκιμούμε εντός της κοινότητας. Όταν νιώθουμε αποκομμένοι από τους άλλους, πονάμε. Αυτός ο πόνος είναι η προειδοποίηση του ψυχισμού μας ότι δεν είναι όλα καλά και ότι πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιστρέψουμε στη σύνδεση.

Η μοναξιά έχει συζητηθεί πολύ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της παγκόσμιας πανδημίας. Οι διακοπές στην εργασία, το σχολείο και την κοινωνική ζωή σήμαιναν ότι οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να διατηρήσουν τις συνήθεις μορφές σύνδεσης με τους άλλους και με τον κόσμο γενικότερα. Για πολλούς ανθρώπους με χρόνιες ασθένειες, αυτές οι διακοπές δεν ήταν κάτι καινούργιο. Παραδόξως, πολλοί από εμάς αισθάνθηκαν λιγότερο μόνοι κατά τη διάρκεια της πανδημίας, καθώς η εμπειρία της αποσύνδεσής μας ονομάστηκε κάπως και επικυρώθηκε. Δεν ήμασταν πια η μειοψηφία κατά τη διάρκεια της πανδημίας – ήμασταν στην επικρατούσα τάση.

Όσοι ζούνε με χρόνια ασθένεια γνωρίζουνε ότι η ασθένεια θα συνεχίσει να διαταράσσει τις σχέσεις τους, αφήνοντάς τους ευάλωτους στη μοναξιά.

Τι είναι η μοναξιά

Οι ερευνητές ορίζουν τη μοναξιά ως μια δυσάρεστη εμπειρία που εμφανίζεται όταν το δίκτυο κοινωνικών σχέσεων ενός ατόμου είναι ανεπαρκές είτε ποιοτικά είτε ποσοτικά. Η ποιοτική ανεπάρκεια στις κοινωνικές σχέσεις εμφανίζεται όταν λείπει η οικειότητα. Δηλαδή, ενώ κάποιος μπορεί να έχει αλληλεπιδράσεις με ανθρώπους, οι αλληλεπιδράσεις δεν παρέχουν την αίσθηση της εγγύτητας. Η ποσοτική ανεπάρκεια αναφέρεται στην έλλειψη οποιασδήποτε κοινωνικής αλληλεπίδρασης, επιφανειακής ή οικείας. Έτσι, η μοναξιά έχει τόσο μια αντικειμενική συνιστώσα (τον αριθμό των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων που έχει κανείς) όσο και μια υποκειμενική συνιστώσα (την ποιότητα του βάθους των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων).

Η μοναξιά προβλέπει την εμφάνιση κατάθλιψης σε πολλές περιπτώσεις. Η μοναξιά επίσης διαιωνίζεται, καθώς ο εγκέφαλος ενός μοναχικού ατόμου αλλάζει και βλέπει τον κόσμο ως πιο απειλητικό. Έτσι, τα μοναχικά άτομα αναμένουν και θυμούνται περισσότερες αρνητικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.

Πώς η χρόνια ασθένεια οδηγεί στη μοναξιά

Η χρόνια ασθένεια διακόπτει τη σύνδεση αφαιρώντας τις ευκαιρίες για αλληλεπίδραση. Τα συμπτώματα και η θεραπεία συχνά απαιτούν την απόσυρση από τον κόσμο στο σύνολό του. Ο πόνος και η κόπωση αναγκάζουν τους χρόνια πάσχοντες να απουσιάζουν από το σχολείο, την εργασία και την κοινωνική ζωή – όλα τα πεδία όπου δημιουργείται και οικοδομείται η σύνδεση.

Ακόμη και όταν τα άτομα με χρόνια ασθένεια αισθάνονται σχετικά καλά, οι ευκαιρίες αποκλείονται. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι κοινωνικές δομές και η εκπαίδευσή μας δεν είναι συμβατός με την απρόβλεπτη και αβέβαιη κατάσταση της χρόνιας νόσου. Πολλά άτομα με χρόνια ασθένεια που καταφέρνουν να εργάζονται ή να πηγαίνουν στο σχολείο διαπιστώνουν ότι η κοινωνική ζωή είναι ανύπαρκτη λόγω των απαιτήσεων που τίθενται στο σώμα τους. «Μπορώ να πηγαίνω στο σχολείο και να έχω αυτή την ασθένεια», μου είπε ένας νέος. «Δεν μπορώ να πηγαίνω στο σχολείο, να έχω αυτή την ασθένεια και να μου μένει αρκετή ενέργεια για να κάνω οτιδήποτε άλλο».

Άλλες πτυχές της χρόνιας ασθένειας διακόπτουν επίσης τη σύνδεση. Ο φόβος ότι οι άλλοι άνθρωποι θα παρατηρήσουν τα συμπτώματά του μπορεί να οδηγήσει σε αυτοαπομόνωση. «Τι θα γίνει αν βρίσκομαι σε δημόσιο χώρο και πρέπει να πάω στην τουαλέτα;», «Τι θα συμβεί αν πάθω μια κρίση μπροστά σε κόσμο;», «Τι θα συμβεί αν χάσω την κινητικότητά μου όταν είμαι με τους φίλους μου;», «Τι θα γίνει αν είμαι με κόσμο και αρχίσω να δυσκολεύομαι να αναπνεύσω;» είναι συνηθισμένες αγχωτικές σκέψεις για τα άτομα που ζουν με διάφορες ασθένειες, με αποτέλεσμα να παραιτούνται από ευκαιρίες για επικοινωνία.

Ο φόβος ότι θα απογοητευτούμε είναι ένα άλλο ισχυρό κίνητρο για την αυτοαπομόνωση. «Δεν μπορώ να κινηθώ γρήγορα, άρα δεν πρέπει να πάω με τους φίλους μου γιατί θα τους καθυστερούσα όλους». «Δεν είμαι πολύ διασκεδαστική, επειδή η ασθένειά μου με κάνει κουρασμένη και δύστροπη – κανείς δεν θέλει να είναι κοντά μου».

Επίσης, η αντίληψη της ασθένειας – όπως κάποιος βλέπει την ασθένειά του – επηρεάζεται αρνητικά από τη μοναξιά. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο μοναξιάς, τόσο πιο αρνητικά γίνεται αντιληπτή η ασθένεια. Αυτό είναι σημαντικό, καθώς η αρνητική αντίληψη της ασθένειας επηρεάζει την ψυχική υγεία και την ικανότητα αντιμετώπισης της ασθένειας.

Αλλάζοντας το παιχνίδι της μοναξιάς

Το πρώτο βήμα για την αλλαγή της μοναξιάς είναι να αναγνωρίσει κανείς ότι είναι μόνος. Μερικές φορές, ο εντοπισμός της μοναξιάς ως ζήτημα είναι δύσκολος. Τα άτομα με χρόνια ασθένεια μπορεί να αισθάνονται ότι το πρόβλημά τους είναι η ασθένειά τους και όχι η μοναξιά που αυτή δημιουργεί. Σκέφτονται ότι αν δεν μπορούν να διορθώσουν την ασθένεια, τότε δεν μπορούν να διορθώσουν και τη μοναξιά. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Μπορεί κάλλιστα να είναι πιο δύσκολο να βελτιώσει κανείς τη μοναξιά όταν ζει με ασθένεια, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Και είναι πολύ πιθανό ότι η βελτίωση της μοναξιάς θα βελτιώσει την αντίληψη της ασθένειας και τη συνολική ποιότητα ζωής.

Η μοναξιά μας λέει ότι έχουμε απομακρυνθεί από τη σύνδεση με έναν τρόπο που δεν μας κάνει καλό. Το αντίδοτο είναι να επιστρέψουμε στην επαφή με τους ανθρώπους. Αν νιώθετε μοναξιά, σκεφτείτε πώς να αυξήσετε τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα των αλληλεπιδράσεών σας.

Όσον αφορά την ποσότητα των αλληλεπιδράσεων, πόσους ανθρώπους συναντάτε μέσα στην ημέρα; Ποια είναι η φύση αυτών των συναντήσεων; Κάτι τόσο μικρό όσο ένα χαμόγελο και ένα «ευχαριστώ» στον ταχυδρόμο σας μετρά ως αλληλεπίδραση. Προσπαθήστε να αυξήσετε αυτές τις μικρο-στιγμές σύνδεσης βγαίνοντας από το σπίτι ή, αν αυτό είναι αδύνατο, μπαίνοντας στο διαδίκτυο.

Όσον αφορά την ποιότητα των αλληλεπιδράσεων, ποιοι είναι οι άνθρωποι με τους οποίους μπορείτε να είστε ευάλωτοι και κοντά; Μπορείτε να ενισχύσετε αυτές τις συνδέσεις με ουσιαστικές συζητήσεις και εμπειρίες; Μπορείτε να μιλήσετε ανοιχτά για τη μοναξιά σας και την επιθυμία σας να εμβαθύνετε τις σχέσεις σας;

Μπορεί να πιστεύετε ότι δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό, ότι η ασθένειά σας σας καθιστά αδύνατο να δημιουργήσετε και να διατηρήσετε σχέσεις. Κάποιες φορές μπορεί να νιώθετε ντροπή («Είμαι πολύ ανεπαρκής για να θέλει κάποιος να συνδεθεί μαζί μου») και κάποιες άλλες μπορεί να νιώθετε φόβο («Οι άνθρωποι θα με πληγώσουν»). Θα χρειαστείτε υποστήριξη για να το κατανοήσετε και να το αλλάξετε αυτό, και η θεραπεία είναι ακριβώς το κατάλληλο μέρος για να κάνετε αυτή τη δουλειά.

Η σύνδεση αποτελεί ζωτικό μέρος οποιουδήποτε σχεδίου θεραπείας για τη χρόνια ασθένεια. Αν δεν έχετε αρκετή από αυτήν και δεν βλέπετε τρόπο να το αλλάξετε αυτό, ήρθε η ώρα να ζητήσετε βοήθεια. Αξίζετε και είστε επιθυμητοί.

Πώς η νοσταλγία μπορεί να μας εξαπατήσει στο πώς βλέπουμε το παρελθόν

Η νοσταλγία βρίσκεται παντού στον αέρα, καθώς οι προσπάθειες «επιστροφής στην κανονικότητα» κορυφώνονται. Οι άνθρωποι θέλουν να επιστρέψουν σε απλούστερες εποχές, στην αθωότητα και τη ζεστασιά, στην ευτυχία και την ασφάλεια, στο να τους φροντίζουν με αγάπη και να γελούν χαρούμενα με τους φίλους και την οικογένεια.

Η αθωότητα δεν έχει να κάνει μόνο με τη νοσταλγία για όταν ήμασταν παιδιά, αλλά και για όταν ήμασταν ενήλικοι πριν μάθουμε κάτι που δεν θέλουμε να ξέρουμε τώρα. Είναι για μια εποχή που δεν χρειαζόταν να φοράμε μάσκες ούτε να σκεφτόμαστε τα φίλτρα αέρα – ακούγαμε αλλά δεν βιώναμε πανδημίες που άλλαξαν τη ζωή μας και μας έδωσαν σκληρά μαθήματα – και δεν διατηρούσαμε σχέσεις στο όνομα της «πολυπραγμοσύνης», διατηρώντας παράλληλα την ψευδαίσθηση ότι έχουμε ένα σταθερό κοινωνικό δίκτυο.

Η νοσταλγία διαφέρει από τη θλίψη, στον τρόπο που την αισθανόμαστε. Η νοσταλγία προσανατολίζει τις σκέψεις, τις λέξεις και τις συμπεριφορές προς την ανάκτηση του παρελθόντος όπως το παρουσιάζει η μνήμη μας- η θλίψη γνωρίζει ότι δεν υπάρχει επιστροφή και θρηνεί την απώλεια. Πολλά έχουν γραφτεί για τη νοσταλγία. Αλλά μου κάνει εντύπωση πόσο πολύ η νοσταλγία παρακινεί σήμερα τους ανθρώπους να φωνάζουν και να κάνουν πράγματα που απειλούν την υγεία τους και την ίδια τους τη ζωή.

Η πανδημία δεν έχει τελειώσει. Και ακόμη δεν έχουμε συμβιβαστεί με τις αλλαγές που πρέπει να κάνουμε για να ανακάμψουμε από αυτή την πανδημία και να προστατευτούμε από τις επόμενες. Παρόλα αυτά, εκατομμύρια άνθρωποι βγαίνουν στον κόσμο λες και μπορούμε να πούμε ότι όλα τελείωσαν και ο ιός θα υπακούσει. Η νοσταλγία μας τυφλώνει στην πραγματικότητα με τον συναισθηματισμό της. Η θλίψη μας χτυπά σκληρά με την πραγματικότητα ότι η απώλεια είναι μόνιμη. Ίσως η νοσταλγία μας κυριεύει για να αποφύγουμε τη θλίψη.

Διαπιστώνω ότι όσες δεκαετίες κι αν περάσουν, η επιθυμία να επιστρέψω σε μια εποχή που δεν ήξερα τον Χ με τραβά δυνατά. Αυτή η κατάσταση ισχύει ιδιαίτερα για τις σχέσεις, και για μια εποχή που πίστευα ότι η οικογένεια το εννοούσε όταν δήλωνε ότι το αίμα νερό δεν γίνεται, ότι οι δεσμοί φιλίας θα ήταν παντοτινοί, ότι τίποτα δεν θα άλλαζε. Μοιραζόμασταν κοινά ενδιαφέροντα, ιδιότητες, ήθος και το να είμαστε εκεί ο ένας για τον άλλον, ό,τι κι αν προσπαθούσε να μας χωρίσει, όσο κι αν διαρκούσε ο χρόνος της δοκιμασίας.

Η μοίρα του, όπως και όλων των ανθρώπων, ήταν να ζει σε κακές εποχές. 

Η νοσταλγία είναι άκρως απατηλή, και τα κόλπα και τα τεχνάσματά της εξαπατούν το πνεύμα ώστε να πιστεύει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι οι περασμένες εποχές ήταν πάντα οι καλύτερες των εποχών. Και όπως όλες οι ασθένειες της ψυχής, είναι συχνά χειρότερη την αυγή ή μέσα στον λήθαργο των κυριακάτικων απογευμάτων.

Πρέπει να είναι η «αλγία» που κάνει τη νοσταλγία να ακούγεται άσχημα. Υποδηλώνει πόνο, όπως η νευραλγία. Μόνο που αντί να φλεγμαίνει ένα φυσικό νεύρο, ταλαιπωρεί την ψυχή, προκαλώντας μια φυσική παρόρμηση να γυρίσουμε πίσω στο χρόνο, παρόλο που κάτι τέτοιο είναι φυσικά αδύνατο. Το άλλο συστατικό της λέξης, θα πρέπει να επισημανθεί, προέρχεται από την λέξη νόστος, που σημαίνει επιστροφή.

Πρέπει να θυμόμαστε για να μπορούμε να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας, αλλά η νοσταλγία μας δελεάζει με τη γλύκα της αθωότητας. Δυστυχώς, η νοσταλγία μας λέει ψέματα ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα.

Κανείς δεν μπορεί να επιστρέψει στο «κανονικό», δηλαδή σε προηγούμενες εποχές. Βαθιά μέσα μας βρίσκεται η γνώση ότι το «φυσιολογικό» είναι μια ψεύτικη βιτρίνα, ότι ο ιός, όπως και άλλα ιστορικά γεγονότα, έχουν αλλάξει τόσο πολύ τον κόσμο μας που η μόνη απάντηση είναι να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο που θα μπορεί να μας προστατεύει από μελλοντικές καταστροφές, όποιες κι αν είναι αυτές.

Ποτέ δεν θα είμαστε «αρκετοί» γιατί η αξία μας δεν μετριέται με τέτοιους όρους

Ακούμε τη λέξη «αρκετός» να λέγεται τόσο συχνά στην κοινωνία μας. Και ειλικρινά, δεν πιστεύω ότι γνωρίζουν όλοι τι σημαίνει. Αρκετός για τι ακριβώς; Δεν είναι καν λογικό.

Για κάποιους λόγους, συνδέουμε τη λέξη «αρκετός» με την αξία – την αγάπη, την καριέρα, την αποδοχή. Λέμε στον εαυτό μας ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο μέτρο στο οποίο πρέπει να φτάσουμε, αυτό το ιδανικό που πρέπει να εκπληρώσουμε και συνεχώς αξιολογούμε τον εαυτό μας, σκεπτόμενοι ότι πρέπει να είμαστε και να πράττουμε με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να μας προσέχουν, να μας φροντίζουν και για να βρούμε τις σχέσεις που επιθυμούμε.

Η αλήθεια είναι (όσο κι αν αυτό μας πληγώνει αρχικά) ότι ποτέ δεν θα είμαστε αρκετοί, επειδή αποτελεί ένα μη μετρήσιμο, αόριστο πράγμα. Θα υπάρξουν άνθρωποι που θα εκτιμήσουν τις ευαίσθητες ποιότητές σας και άλλοι που θα θαυμάσουν τα τραχιά σημεία του χαρακτήρα σας. Αν συνεχώς προσπαθείτε να αλλάξετε ανάλογα με το τι θέλουν οι άλλοι άνθρωποι, τότε ποτέ δεν θα νιώσετε ολόκληροι. Θα αλλάζετε συνεχώς σχήμα, τίποτε δεν θα είναι σταθερό.

Αν αρχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που δεν μας εκτιμούν, ποτέ δεν θα είμαστε αρκετοί για κανέναν. Είμαστε άνθρωποι και κανείς σε αυτό τον πλανήτη δεν είναι τέλειος – σίγουρα όχι ο άνθρωπος που σας συμπεριφέρεται σύμφωνα με το μέτρο του αρκετού.

Συνεπώς, σταματήστε να προσπαθείτε να γίνετε γενικά καλύτερα για να φτάσετε το «αρκετό». Δεν βγάζει πουθενά το να μετράτε την αξία σας σύμφωνα με τους άλλους. Μην κρύβεστε. Μην αλλάζετε συνεχώς τον εαυτό, τις σκέψεις, τις αποφάσεις σας για ταιριάξετε στα στενά όρια του άλλου. Μην αλλάζετε με την ελπίδα να βρείτε την αγάπη (επειδή αυτό δεν είναι σίγουρα αγάπη).

Αν φτάσετε σε ένα σημείο όπου νιώθετε ότι δεν θα βρείτε ποτέ την αγάπη, όταν νιώθετε ότι δεν θα εκπληρώσετε εκείνο το γελοίο στάνταρ, να θυμάστε ότι δεν υπάρχει ιδανικό με το οποίο πρέπει να αναμετρηθείτε και να συγκριθείτε.

Και όταν συναντήσετε εκείνο τον άνθρωπο, δεν θα νιώθετε σαν να είστε λιγότεροι, μη αρκετοί ή ανεπαρκείς. Οι άνθρωποι που σας εκτιμούν δεν θα σας κάνουν να νιώθετε έτσι. Όσοι νοιάζονται για εσάς δεν θα θέλουν να αλλάξετε τίποτε στον εαυτό σας. Δεν θα προσπαθήσουν να σας πλάσουν σύμφωνα με την αντίληψη ενός «τέλειου», επειδή ήδη πιστεύουν ότι είστε.

Σκοτεινή ενσυναίσθηση: Πόσο «επικίνδυνοι» μπορεί να αποδειχθούν οι ναρκισσιστές με ενσυναίσθηση;

Οι άνθρωποι με «σκοτεινά χαρακτηριστικά προσωπικότητας», όπως η ψυχοπάθεια ή ο ναρκισσισμός, είναι πιο πιθανό να είναι ανάλγητοι, δυσάρεστοι και ανταγωνιστικοί στη φύση τους. Τέτοια γνωρίσματα υπάρχουν σε ένα συνεχές – όλοι έχουμε περισσότερα ή λιγότερα από αυτά, και αυτό δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με κλινική διάγνωση διαταραχής της προσωπικότητας.

Παραδοσιακά, οι άνθρωποι που έχουν υψηλά ποσοστά σκοτεινών χαρακτηριστικών θεωρούνται ότι έχουν ελλείμματα ενσυναίσθησης, γεγονός που ενδεχομένως τους καθιστά πιο επικίνδυνους και επιθετικούς από τους υπόλοιπους από εμάς. Πρόσφατα όμως ερευνητές ανακάλυψαν κάτι που αμφισβητεί αυτή την ιδέα. Μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Personality and Individual Differences, εντόπισε μια ομάδα ατόμων με σκοτεινά χαρακτηριστικά που αναφέρουν ικανότητες ενσυναίσθησης πάνω από το μέσο όρο – τους αποκαλούν «σκοτεινούς ενσυναισθητικούς».

Μετά από αυτή τη μελέτη, οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί έχουν αποκτήσει τη φήμη του πιο επικίνδυνου προφίλ προσωπικότητας. Αλλά είναι αυτό πραγματικά αλήθεια; Τα σκοτεινά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας περιλαμβάνουν την ψυχοπάθεια, τον μακιαβελισμό και τον ναρκισσισμό, που συλλογικά αποκαλούνται «σκοτεινή τριάδα». Πιο πρόσφατα, έχει προταθεί να προστεθεί και ο σαδισμός, καταλήγοντας σε μια «σκοτεινή τετράδα».

Η ψυχοπάθεια χαρακτηρίζεται από επιφανειακή γοητεία και αναλγησία. Τα άτομα με υψηλά ποσοστά τέτοιων χαρακτηριστικών παρουσιάζουν συχνά έναν ακανόνιστο τρόπο ζωής και αντικοινωνική συμπεριφορά. Ο μακιαβελισμός προέρχεται από τα γραπτά του Νικολό Μακιαβέλι, συγγραφέα, ιστορικού και φιλοσόφου της Αναγέννησης. Περιέγραψε παιχνίδια εξουσίας που περιλαμβάνουν εξαπάτηση, προδοσία και έγκλημα.

Έτσι, ο μακιαβελισμός αναφέρεται σε μια εκμεταλλευτική, κυνική και χειριστική φύση. Ο ναρκισσισμός χαρακτηρίζεται από μια υπερβολική αίσθηση δικαιώματος, ανωτερότητας και μεγαλοπρεπούς σκέψης, ενώ ο σαδισμός δηλώνει την τάση να προκαλεί και να απολαμβάνει τον πόνο στους άλλους. Τα σκοτεινά χαρακτηριστικά, ιδίως η ψυχοπάθεια και ο μακιαβελισμός, έχουν συνδεθεί σταθερά με επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά.

Το παζλ της ενσυναίσθησης

Η ενσυναίσθηση μπορεί να αναφέρεται στην ικανότητα να μοιραζόμαστε συναισθήματα, δηλαδή στη «συναισθηματική ενσυναίσθηση» (αν είσαι λυπημένος, είμαι κι εγώ λυπημένος). Μπορεί όμως να είναι και η ικανότητα κατανόησης της σκέψης των άλλων ανθρώπων, που αποκαλείται «γνωστική ενσυναίσθηση» (ξέρω τι σκέφτεσαι και γιατί αισθάνεσαι θλίψη).

Για παράδειγμα, η έλλειψη (ειδικά της συναισθηματικής) ενσυναίσθησης είναι ένα καλά τεκμηριωμένο χαρακτηριστικό γνώρισμα της κλινικής ψυχοπάθειας που χρησιμοποιείται για να εξηγήσει τη συχνά επίμονη, εργαλειακή βίαιη συμπεριφορά τους. Η έρευνα που έγινε υποστηρίζει την άποψη ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους τα άτομα με σκοτεινά χαρακτηριστικά βλάπτουν άλλους ανθρώπους ή αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις σχέσεις είναι η υποκείμενη έλλειψη ενσυναίσθησης.

Παραδόξως, ωστόσο, ορισμένοι ερευνητές έχουν προηγουμένως αναφέρει μέτρια ή και υψηλότερα επίπεδα ορισμένων πτυχών ενσυναίσθησης σε ορισμένα άτομα με σκοτεινά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι λογικό κατά κάποιον τρόπο, καθώς για να χειραγωγήσετε τους άλλους προς όφελός σας -ή ακόμη και για να απολαύσετε τον πόνο των άλλων- πρέπει να έχετε τουλάχιστον κάποια ικανότητα να τους καταλάβετε. Έτσι, οι ερευνητές αναρωτήθηκαν αν τα σκοτεινά χαρακτηριστικά και η ενσυναίσθηση είναι πράγματι αλληλοαποκλειόμενα φαινόμενα.

Οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί

Οι επιστήμονες ζήτησαν από σχεδόν 1.000 άτομα να συμπληρώσουν αξιολογήσεις, βάσει ερωτηματολογίων, σχετικά με τη σκοτεινή τριάδα και την ενσυναίσθηση. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν μια μέθοδο που ονομάζεται ανάλυση λανθάνοντος προφίλ και η οποία επιτρέπει να δημιουργήσουν ομάδες ανθρώπων με διαφορετικά προφίλ ορισμένων συνδυασμών χαρακτηριστικών.

Όπως αναμενόταν, εντόπισαν μια παραδοσιακή ομάδα σκοτεινής τριάδας με χαμηλές βαθμολογίες στην ενσυναίσθηση (περίπου 13% του δείγματος). Βρήκαν επίσης μια ομάδα με χαμηλότερα έως μέσα επίπεδα σε όλα τα χαρακτηριστικά (περίπου 34% ήταν “τυπικοί”) και μια ομάδα με χαμηλά σκοτεινά χαρακτηριστικά και υψηλά επίπεδα ενσυναίσθησης (περίπου 33% ήταν “ενσυναισθητικοί”). Ωστόσο, μια τέταρτη ομάδα ανθρώπων, οι «σκοτεινοί ενσυναισθητικοί», ήταν σαφώς εμφανής. Είχαν υψηλότερες βαθμολογίες τόσο στα σκοτεινά χαρακτηριστικά όσο και στην ενσυναίσθηση (περίπου το 20% του δείγματός τους). Είναι ενδιαφέρον ότι αυτή η τελευταία ομάδα σημείωσε υψηλότερες βαθμολογίες τόσο στη γνωστική όσο και στη συναισθηματική ενσυναίσθηση από ό,τι οι ομάδες των «σκοτεινών τριάδων» και των «τυπικών χαρακτηριστικών».

Στη συνέχεια χαρακτήρισαν αυτές τις ομάδες με βάση μετρήσεις της επιθετικότητας, της γενικής προσωπικότητας, της ψυχολογικής ευπάθειας και της ευημερίας. Οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί δεν ήταν τόσο επιθετικοί όσο η παραδοσιακή ομάδα της σκοτεινής τριάδας – γεγονός που υποδηλώνει ότι οι τελευταίοι είναι πιθανότατα πιο επικίνδυνοι. Παρ’ όλα αυτά, οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί ήταν πιο επιθετικοί από τους τυπικούς και τους ενσυναισθητικούς, τουλάχιστον σε ένα μέτρο έμμεσης επιθετικότητας – δηλαδή, πλήττοντας ή χειραγωγώντας τους ανθρώπους μέσω του κοινωνικού αποκλεισμού, του κακόβουλου χιούμορ και της ενοχοποίησης. Έτσι, παρόλο που η παρουσία της ενσυναίσθησης περιόριζε το επίπεδο της επιθετικότητάς τους, δεν το εξαλείφει εντελώς.

Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, οι ενσυναισθητικοί ήταν οι πιο «ευχάριστοι»ακολουθούμενοι από τους τυπικούς, έπειτα από τους σκοτεινούς ενσυναισθητικούς και τέλος από εκείνους της σκοτεινής τριάδας. Είναι ενδιαφέρον ότι οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί ήταν πιο εξωστρεφείς από τους υπόλοιπους, ένα χαρακτηριστικό που αντανακλά την τάση να είναι κοινωνικοί, ζωηροί και δραστήριοι. Έτσι, η παρουσία της ενσυναίσθησης φαίνεται να ενθαρρύνει την απόλαυση της ύπαρξης ή της αλληλεπίδρασης με τους ανθρώπους. Ενδεχομένως, όμως, μπορεί επίσης να υποκινείται από την επιθυμία να τους κυριαρχήσει.

Επιπλέον, οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί είχαν λίγο υψηλότερο νευρωτισμό, ένα είδος αρνητικής σκέψης, αλλά δεν είχαν υψηλότερη βαθμολογία στην κατάθλιψη, το άγχος ή το στρες. Αντίθετα, ο νευρωτισμός τους μπορεί να αντανακλά υπο-χαρακτηριστικά όπως ο θυμός, η εχθρότητα ή η αυτοαμφισβήτηση. Πράγματι, οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί ανέφεραν ότι έκριναν τον εαυτό τους πιο αυστηρά από εκείνους με χαρακτηριστικά από τη σκοτεινή τριάδα. Φαίνεται λοιπόν ότι μπορεί να έχουν συνείδηση, ίσως και να μην τους αρέσει η σκοτεινή τους πλευρά. Εναλλακτικά, τα αρνητικά συναισθήματά τους μπορεί να είναι μια απάντηση στην αυτοαποστροφή τους.

Οι κρυφοί κίνδυνοι

Αν και η επιθετικότητα που ανέφεραν οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί δεν ήταν τόσο υψηλή όσο η παραδοσιακή ομάδα της σκοτεινής τριάδας, ο κίνδυνος αυτού του προφίλ προσωπικότητας είναι ότι η ενσυναίσθηση και οι πιθανές κοινωνικές δεξιότητες που προκύπτουν από αυτήν, κάνουν το σκοτάδι τους πιο δύσκολο να εντοπιστεί. Πιστεύουμε ότι οι σκοτεινοί ενσυναισθητικοί έχουν την ικανότητα να είναι ανάλγητοι και αδίστακτοι, αλλά είναι σε θέση να περιορίσουν αυτή την επιθετικότητα.

Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι εκείνοι που διαγιγνώσκονται κλινικά με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας (που συχνά εμφανίζουν υπερβολικά επίπεδα σκοτεινών χαρακτηριστικών), σίγουρα στερούνται ενσυναίσθησης και είναι επικίνδυνα «αρπακτικά»- και πολλοί από αυτούς βρίσκονται στη φυλακή. Η έρευνα εξέτασε άτομα του γενικού πληθυσμού που έχουν αυξημένα επίπεδα σκοτεινών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και όχι διαταραχές προσωπικότητας. Η επιστημονική ομάδα συνεχίζει την έρευνά της για να μάθουμε περισσότερα για τα χαρακτηριστικά των σκοτεινών ενσυναισθητικών χαρακτήρων σε σχέση με άλλα ψυχολογικά αποτελέσματα.

Υπερ-ανεξαρτησία: Μπορεί η υπερβολική ελευθερία να αποτελεί απόκριση σε κάποιο τραύμα;

Αν πιάνετε τον εαυτό σας να αρνείται τη βοήθεια – ακόμη και όταν η λήψη βοήθειας θα έκανε τα πράγματα πολύ πιο απλά για εσάς – μπορεί να λειτουργείτε από ένα σημείο τραύματος μέσω μιας αντίδρασης που είναι γνωστή ως υπερβολική ανεξαρτησία.

Ενώ κάποιο επίπεδο ανεξαρτησίας είναι σημαντικό και χρήσιμο, η ανάγκη να είστε υπερβολικά ανεξάρτητοι μπορεί να σας κάνει να αισθάνεστε απομονωμένοι και να προκαλείτε πρόσθετο άγχος. Υπάρχουν όμως τρόποι να επεξεργαστείτε αυτή την αντίδραση.

Τι οδηγεί σε μια αντίδραση τραύματος

Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση (APA), το τραύμα είναι μια συναισθηματική αντίδραση σε ένα τρομερό γεγονός. Αυτό μπορεί να αφορά μεμονωμένα περιστατικά, όπως αυτοκινητιστικά ατυχήματα, επιθέσεις, ή επαναλαμβανόμενα ή γενεσιουργά γεγονότα, όπως συνεχιζόμενη κακοποίηση ή φυλετικές διακρίσεις. Παραδείγματα πηγών τραύματος μπορεί να περιλαμβάνουν:

– φυσικές καταστροφές ή άλλες απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις

– σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική κακοποίηση

– διακρίσεις και προκαταλήψεις.

Πολλοί είναι εξοικειωμένοι με την ιδέα των αντιδράσεων μάχης, φυγής ή μουδιάσματος, που μπορεί να συμβεί όταν το σώμα αισθάνεται κίνδυνο. Όταν το νευρικό σας σύστημα ενεργοποιεί αυτές τις αντιδράσεις επιβίωσης, μπορεί να εμφανίσετε συμπτώματα όπως

– άγχος ή πανικός

– κατάθλιψη

– κοινωνική απόσυρση

– αποστασιοποίηση

– σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκέφαλοι και στομαχόπονοι.

Η συνάντηση με κάτι που σας θυμίζει ένα τραύμα μπορεί να προκαλέσει ακραίες σωματικές ή συναισθηματικές αντιδράσεις πολύ καιρό μετά την παύση της τραυματικής κατάστασης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα παιδικά τραύματα. Σύμφωνα με την Dr. Nekeshia Hammond – ψυχολόγο, συγγραφέα και ομιλήτρια – η αντίδραση στο τραύμα μπορεί να είναι σωματική, ψυχική, συναισθηματική ή συνδυασμός αυτών.

Τι είναι ακριβώς η υπερ-ανεξαρτησία

Η υπερ-ανεξαρτησία είναι όταν επιλέγετε να είστε ανεξάρτητοι από όλους, ακόμη και αν αυτό μπορεί να σας επηρεάσει αρνητικά. Σύμφωνα με τη σύμβουλο και συγγραφέα Dr. Joanne Frederick, η υπερ-ανεξαρτησία εμφανίζεται ως μια οπτική του «εγώ» έναντι του «εμείς». Αυτό μπορεί να φαίνεται ως εξής:

– να αναλαμβάνετε πάρα πολλά

– λέγοντας όχι στη βοήθεια

– να έχετε πρόβλημα με την ανάθεση καθηκόντων.

Η υπερ-ανεξαρτησία μπορεί να σχετίζεται με ένα τραύμα του παρελθόντος. Για παράδειγμα, μπορεί να είστε υπερβολικά ανεξάρτητοι επειδή μάθατε ότι δεν μπορείτε να εμπιστεύεστε τους άλλους, οπότε μπορείτε να βασίζεστε μόνο στον εαυτό σας. Τα υπερ-ανεξάρτητα χαρακτηριστικά σας μπορεί να έχουν αναπτυχθεί για να σας προστατεύσουν από περαιτέρω βλάβη.

Αν τα υπερ-ανεξάρτητα χαρακτηριστικά σας σχετίζονται με ένα τραύμα του παρελθόντος, αυτές οι σκέψεις και συμπεριφορές πιθανόν να αναπτύχθηκαν χωρίς να το συνειδητοποιήσετε. Μπορεί να νιώθετε ότι τα πράγματα ήταν πάντα έτσι.

Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις του νευρικού σας συστήματος μπορεί να προκάλεσαν την ανάπτυξη αυτών των χαρακτηριστικών σε μια προσπάθεια να σας προστατεύσουν. «Μερικές φορές, το σώμα και το μυαλό βρίσκουν με φυσικό τρόπο τρόπους για να επιβιώσουν από αυτό το τραύμα», λέει η Frederick. «Η όλη ιδέα είναι: Πρέπει να με προστατεύσω και κανείς δεν πρόκειται να μου το ξανακάνει αυτό».

Υπερ-ανεξαρτησία έναντι υπερ-επιφυλακτικότητας

Η υπερ-ανεξαρτησία και η υπερ-επιφυλακτικότητα – μια κατάσταση ύψιστης επιφυλακής και σάρωσης για απειλές γύρω σας – μπορεί να είναι αντιδράσεις τραύματος. Μπορεί να υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο, καθώς και οι δύο αντιδράσεις περιλαμβάνουν δυσπιστία απέναντι στους άλλους.

Πώς μπορούμε να το διαχειριστούμε

Αν έχετε αντιληφθεί ότι απομακρύνετε τους ανθρώπους γύρω σας από το φόβο ότι θα απογοητευτείτε, να ξέρετε ότι δεν είστε μόνοι. Οι συναισθηματικές πληγές χρειάζονται χρόνο για να επουλωθούν και είναι δικαιολογημένο να έχετε δισταγμούς για να είστε ευάλωτοι μετά από ένα τραύμα.

Αλλά το να κάνετε τα πάντα μόνοι σας μπορεί να είναι εξαντλητικό. Και μερικές φορές -αν και είναι δύσκολο- η αποδοχή πρόσθετης υποστήριξης μπορεί να επηρεάσει θετικά τόσο την ψυχική όσο και τη σωματική σας υγεία. Αν θέλετε να προσπαθήσετε να κάνετε τα πράγματα λίγο διαφορετικά, σκεφτείτε τα εξής:

– Όταν νιώθετε την τάση να απωθήσετε τη βοήθεια, σκεφτείτε να προσπαθήσετε να προσδιορίσετε το γιατί. Βασίζεται σε μια επιθυμία να χειριστείτε τα πράγματα μόνοι σας;

– Σκεφτείτε πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα αν δεχόσασταν τη βοήθεια που σας προσφέρθηκε.

– Να θυμάστε ότι το να ζητάτε βοήθεια δεν λέει τίποτα για την ικανότητά σας ή τη συνολική σας ανεξαρτησία. Όλοι χρειαζόμαστε βοήθεια μερικές φορές.

Και μετά τι; Κι όμως έχει πολύ ακόμα…

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΕΡΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΛΑΙΣΙΩΝ

Η θεωρία αυτή των υπερκείμενων πλαισίων έχει άμεση σχέση με τον τίτλο αυτού του άρθρου.

Όλοι μας, κάποια στιγμή στη ζωή μας, συνειδητοποιήσαμε ότι στο πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαινε ό,τι μας αφορούσε, δεν ήμαστε παρά ένα τόσοδα σημαδάκι, εδώ, κάτω αριστερά.

Αισθανθήκαμε σαν ένα σκουπιδάκι, ένα τίποτα δίπλα στο γενικό πλαίσιο που συγκέντρωνε στην πραγματικότητα όλα αυτά που βλέπαμε από τους άλλους και την ιστορία. Όλοι νιώσαμε κάποτε σαν ένας ασήμαντος κόκκος άμμου σ’ ένα άφθαστο σύμπαν.

Κι αρχίσαμε ν’ αντιλαμβανόμαστε πως είχαμε να υποστούμε πολλά, αν θέλαμε πραγματικά να μπούμε στον δρόμο της ανάπτυξης. Οπότε, με περισσότερη ή λιγότερη προσπάθεια, περισσότερο ή λιγότερο σοβαρά, αρχίσαμε την πορεία. Στην αρχή έτσι, μονομιάς, χωρίς στάσεις… Ώσπου μια μέρα, εδώ πάνω-κάτω, γλιστρήσαμε και βρεθήκαμε πάλι στην αρχή.

Για να συνεχίσουμε, έπρεπε να ξαναρχίσουμε, Και μάθαμε, άνευ διδασκάλου, ότι τον δρόμο πρέπει τον κάνεις κλιμακωτά.

Δύο βήματα μπρος, ένα βήμα πίσω. Τρία βήματα μπρος, ένα ή δύο πίσω.

Έτσι, με υπομονή, δουλειά, επιμέλεια και αυταπάρνηση βαδίσαμε όλον τον δρόμο του πλαισίου μας· τον δρόμο της δικής μας ανάπτυξης, με κατεύθυνση προς τα πάνω.

Ώσπου, κάποια μέρα, φτάσαμε ψηλά. Η ημέρα αυτή, αν σας έτυχε να τη ζήσετε, είναι καταπληκτική, και οπωσδήποτε θα νιώσατε πραγματικά υπέροχα.

Κοιτάζετε τον δρόμο που διανύσατε, συνειδητοποιείτε τι περάσατε, υποφέρατε και χάσατε στη διαδρομή, και ανακαλύπτετε ότι, παρόλ’ αυτά, δεν σας μένει καμιά αμφιβολία πως ό,τι έγινε άξιζε τον κόπο αφού ήταν για να βρεθείτε εδώ. Γιατί είναι οπωσδήποτε μια ικανοποίηση να βρίσκεσαι εδώ ψηλά, λίγο πιο πάνω από πολλούς άλλους, αλλά το σημαντικότερο είναι που τώρα πια ξέρεις πως είσαι πολύ πιο πάνω από κείνο το μικροσκοπικό σημαδάκι που ήσουν κάποτε.

Είναι ωραίο να βρίσκεσαι εδώ. Πολύ ωραίο.

Οι άλλοι, οι οποίοι ακολουθώντας τη δική τους πορεία στο πλαίσιο περνάνε από δω, από κει ή λίγο παραπέρα, σε κοιτάνε, αντιλαμβάνονται ότι έφτασες, σε ξανακοιτάνε, σε χειροκροτούν και σου λένε: «Καταπληκτικό! Θαυμάσιο! Πώς έφτασες ώς εδώ; Πώς τα κατάφερες;»

Κι εσύ απαντάς:

«… δεν ξέρω…» για να κρύψεις πίσω απ’ την ταπεινοφροσύνη, την αδυναμία σου ν’ απαντήσεις.

Αυτοί, όμως, επιμένουν:

«Είσαι απίθανος! Έλα, πες μας κι εμάς…»

Κι εσύ αισθάνεσαι μοναδικός, με το χειρότερο από τα ματαιόδοξα κομμάτια του εγώ σου να νιώθει ανακούφιση που βρίσκεται από πάνω. Το εγώ, εξηγεί στους άλλους:

«Καλά, λοιπόν. Πρώτα πρέπει να κάνετε αυτό, μετά πρέπει να πάτε από κεί…»

Περνάει ο καιρός, και συνειδητοποιείς πως αυτό το σημείο, εδώ που σε χειροκροτούν, είναι μεν θαυμάσιο, αλλά δεν μπορεί κανείς να μένει έτσι, ακίνητος, για πάντα.

Και τότε, αρχίζεις να περνάς από άλλα σημεία του πλαισίου. Πας κι έρχεσαι, γιατί τώρα ελέγχεις και χειρίζεσαι ολόκληρο το πλαίσιο με μεγαλύτερη ευκολία. Μπορείς να χαμηλώνεις, να μπαίνεις, να κατεβαίνεις και να ξαναγυρίζεις. Περνάς από κάθε σημείο του πλαισίου και ξανανεβαίνεις, και όλοι οι άλλοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό.

Τότε, συνειδητοποιείς ότι σου μένουν λίγα χιλιοστά ακόμη από το πλαίσιο για να μεγαλώσεις, και σκέφτεσαι.

«Και γιατί όχι;…. Αν τελικά δεν μου κοστίζει τίποτα..»

Και προχωράς ακόμη λίγο, μέχρι που ακουμπάς το πάνω όριο του πλαισίου.

Και το πλήθος ουρλιάζει έξαλλο. Κι εσύ αισθάνεσαι να πονάς λιγάκι στο λαιμό, κολλημένος όπως είσαι στο ταβάνι του πλαισίου.

Ο κόσμος φωνάζει

«Ζήτωωωω!!»

Τότε… εκείνη τη στιγμή… ποτέ νωρίτερα, κάνεις την ανακάλυψη: βλέπεις κάτι που ποτέ δεν είχες προσέξει μέχρι τότε. Συνειδητοποιείς ότι στο ταβάνι υπάρχει μια κρυφή οδός, κάτι σαν καταπακτή που βγάζει έξω από το πλαίσιο. Ένα άνοιγμα που δεν φαινόταν από μακριά, που δεν το βλέπει κανείς παρά μονάχα όταν βρεθεί εκεί ψηλά, με το κεφάλι κολλημένο στο ταβάνι.

Ανοίγεις λοιπόν την πόρτα —λίγο, τόσο δα—, και κοιτάζει

Δεν είχες προβλέψει τίποτα απ’ όσα βλέπει

Το πρώτο πράγμα που παρατηρείς είναι πως η πόρτα έχει ένα ελατήριο, και μόλις την αφήσεις, ξανακλείνει αμέσως μόνη της.

Το δεύτερο, είναι πολλές φορές συγκλονιστικό: η πόρτα που ανακάλυψες οδηγεί σ’ ένα άλλο πλαίσιο, κάτι που κανείς ποτέ δεν είχε αναφέρει.

Είναι η πρώτη σου είδηση. Είχες πάντα την εντύπωση πως το πρώτο πλαίσιο ήταν το μοναδικό, και το σημείο όπου βρισκόσουν το μεγαλύτερό σου κατόρθωμα.

«Aαα… ώστε υπάρχει κι άλλο πλαίσιο πάνω απ’ αυτό.» Σκέφτεσαι.

«Άρα, μπορεί κανείς να συνεχίσει!… Για φαντάσου! Πολύ ενδιαφέρον!

Τότε, λοιπόν, βγάζεις το κεφάλι έξω από την πόρτα και βλέπεις ότι το πλαίσιο στο οποίο έφτασες τώρα είναι ίδιο με το άλλο, ή λίγο μεγαλύτερο.

Σχεδόν ενστικτωδώς, κοιτάζεις απ’ την άλλη μεριά και βλέπεις ότι από την πλευρά του καινούργιου πλαισίου, η πόρτα δεν έχει χερούλι. Πράγμα που σημαίνει, και το καταλαβαίνεις γρήγορα, πως αν αποφασίσεις να προχωρήσεις, το ελατήριο θα κλείσει την πόρτα και δεν θα μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και τότε, λες δυνατά:

«Όχι, δεν τρελάθηκα.»

Ξανακλείνεις την πόρτα και μένεις εκεί ικανοποιημένος από τον εαυτό σου, μία ώρα, δύο ώρες, τρεις μέρες, τρία χρόνια… δεν έχει σημασία πόσον καιρό.

Και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι βαριέσαι απίστευτα. Έχεις την αίσθηση πως όλα είναι ίδια, δεν υπάρχει τίποτα καινούργια να κάνεις, άρα μπορείς να προχωρήσεις.

Τότε, λοιπόν, ανοίγεις ξανά την πόρτα και περνάς μέσα το σώμα σου λίγο παραπάνω. Κρατάς την πόρτα ανοιχτή με το πόδι, και λες σ’ εκείνους που βρίσκονται πίσω σου:

«Εσείς… ακολουθήστε με. Πάμε να εξερευνήσουμε το άλλο πλαίσιο.»

Όσοι σ’ ακούνε, και δεν είναι πολλοί, ρωτούν με απορία:

«Ποιο άλλο πλαίσιο; Τι λες;»

Προσπαθείς να τους εξηγήσεις:

«Αυτό που ανακάλυψα… Είναι μετά απ’ αυτό εδώ, αφού περάσεις την πόρτα…»

«Ποια πόρτα; Αφού δεν υπάρχει πόρτα. Τι είναι αυτά που λες; Για τι πράγμα μιλάς;» λένε όλοι.»

Είναι φυσικό. Δεν μπορούν να καταλάβουν. Και τότε, έχεις ν΄ αντιμετωπίσεις τη μεγάλη πρόκληση:

αν βρεις το θάρρος να προχωρήσεις στο επόμενο πλαίσιο, θα πρέπει να προχωρήσεις μόνος σου. Κανένας από τους φίλους που έκανες ὡς τώρα δεν μπορεί να περάσει την πόρτα μαζί σου. Ο κάθε ένας θα το κάνει μόνος του, όταν έρθει η ώρα του – που δεν είναι τώρα, γιατί τώρα είναι η δική σου ώρα. Μόνο η δική σου.

«Μόνος μου, δεν προχωράω» είναι η τελική σου απόφαση.»

Γιατί πονάει να τους αφήσεις όλους απ’ αυτήν τη μεριά. Να αφήσεις πίσω σου αυτούς που αγαπάς κι αυτούς που σ’ αγαπάνε;

«Σας περιμένω» τους υπόσχεσαι χωρίς εκείνοι να το ξέρουν.»

Ωστόσο, η ώρα περνάει, έχει πιαστεί ο λαιμός σου και πονάει, ενώ η πλήξη γίνεται ανυπόφορη.

Αλλά αντέχεις.

Και ψάχνεις να βρεις παρηγοριά.

Και απωθείς κάποιες σκέψεις και πολλές παρορμήσεις. Και βαριέσαι τη ζωή σου, που για τους άλλους μοιάζει υπέροχη.

Και δεν σε καταλαβαίνει κανείς. Και τα πάντα χάνουν το νόημα και τη σημασία τους.

Ώσπου, μια μέρα, εντελώς απροσδόκητα, αυθόρμητα, κάνεις το βήμα. Περνάς την πόρτα, αυτή κλείνει πίσω σου – όπως ήξερες ότι θα γίνει-, και βρίσκεσαι μέσα στο καινούργιο πλαίσιο,

Αυτοί που έμειναν πίσω σε θεωρούν πρότυπό τους. Σου ζητούν συμβουλή, τους τη δίνεις. Σου λένε τα προβλήματά τους κι εσύ τ’ ακούς. Κανένας, όμως, δεν μπορεί να καταλάβει τα δικά σου. Είσαι, απλώς, σε άλλο πλαίσιο.

Αυτό δεν είναι πλεονέκτημα, είναι γεγονός. Εκείνοι από το προηγούμενο πλαίσιο σε χειροκροτούν ακόμη περισσότερο και σε ζητωκραυγάζουν, εσύ όμως ούτε που τους ακούς. Ίσως γιατί, τώρα πια, δεν χρειάζεσαι τόσο τον θαυμασμό τους.

Κοιτάζεις μπροστά σου το καινούργιο πλαίσιο. Αισθάνεσαι ένα περίεργο déjà vu.

Είσαι πάλι εδώ.

Είσαι μόνος σου.

Μόνος, θλιμμένος, φοβισμένος, και ώρες ώρες απελπισμένος.

Γιατί όλ’ αυτά; Για έναν απλό λόγο:

Νιώθεις ξανά ένα ασήμαντο σκουπιδάκι. Ακόμα χειρότερα, ένα σκουπιδάκι με συνείδηση και ανάμνηση ότι έχεις υπάρξει σχεδόν Θεός. «Εκεί με χειροκροτούσαν όλοι. Εδώ δεν με γνωρίζει κανείς.» «Παλιά είχα δίπλα μου όλους τους φίλους μου. Εδώ, κανένας δεν καταλαβαίνει τι λέω.»

«Έχασα ό,τι είχα για να κερδίσω αυτό, που το μόνο καλό που έχει είναι η προοπτική.»

Πότε πότε -γιατί να το αρνηθείς;-, εμφανίζεται ένα είδος μεταμέλειας. Κάποια στιγμή, όταν άρχισες να βγαίνεις απ’ το πλαίσιο, οι καλύτεροί σου φίλοι σου είπαν: πού πας;»

«Καλά δεν είσαι εδώ;»

«Μείνε εδώ που είσαι.»

Ίσως έπρεπε να τους είχες ακούσει. Μπορεί να βιάστηκες.

Τους απάντησες:

«Δεν καταλαβαίνετε. Κάνετε λάθος».

Μπορεί να Μετά τη μεταμέλεια, κατηγορείς τον εαυτό σου. Εκείνοι συνεχίζουν να περνάνε καλά εκεί που είναι, κι εσύ εδώ στενοχωριέσαι.

Πέρασες οικειοθελώς από τη μέγιστη δόξα που σε έκανε το είδωλο όλων, στο να ξαναγίνεις μια μικροσκοπική κουκίδα μέσα σ’ αυτό το καινούργιο πλαίσιο.

Ποιος έκανε, λοιπόν, λάθος;

Στο σημείο αυτό, εγώ νομίζω πως κανείς δεν κάνει λάθος. Εδώ, δεν πρόκειται για σωστές και λάθος επιλογές.

Υπάρχουν στιγμές, υπάρχουν ώρες, υπάρχουν ευκαιρίες σε κάθε προσωπική μας ιστορία.

ΑΙΣΩΠΟΣ: Ίππος, βους, κύων και άνθρωπος

Ο Δίας όταν έπλασε τον άνθρωπο δεν του έδωσε πολλά χρόνια ζωής. Ο άνθρωπος πάντως είχε ανώτερη νοημοσύνη, και έτσι κατασκεύασε ένα σπίτι γερό για να περάσει σε αυτό τον δύσκολο χειμώνα.

Σαν έγινε πολλή κακοκαιρία, και ο Δίας έβρεχε, το άλογο, μη αντέχοντας σε τόσο κρύο και βροχή, ήρθε στον άνθρωπο και τον παρακάλεσε:

– να μείνω και εγώ στο σπίτι σου, να γλιτώσω από το κρύο, τον άνεμο, τη βροχή;

– Έλα, είπε ο άνθρωπος, θα σου δώσω και κριθάρι να τρως, αλλά θα μου δώσεις κι εσύ κάτι!

– τι να σου δώσω;

– χρόνια από τη ζωή σου.

Το άλογο συμφώνησε, σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να ζει λιγότερα χρόνια, τι να τα έκανε τα περισσότερα, αν ήταν να ταλαιπωρείται από την κακοκαιρία; Ύστερα ήρθε ένα βόδι, που κι αυτό δεν άντεχε το κρύο, τον αέρα και τη βροχή, και παρακάλεσε τον άνθρωπο:

– να μείνω κάτω από τη στέγη σου; Δεν έχω καμιά στέγη μέσα σε τόσο χειμώνα.

– Ευχαρίστως, είπε ο άνθρωπος, θα σου δίνω και άχυρο να τρως, αλλά θα μου δώσεις χρόνια από τη ζωή σου. Συμφώνησε και το βόδι, καθώς και το άλογο.

Τρίτος ήρθε ένας σκύλος. Και εκείνος δεν άντεχε την κακοκαιρία χωρίς μια στέγη από πάνω του.

– Να μείνεις στο σπίτι μαζί μου, είπε ο άνθρωπος, και θα σου δίνω να τρως ό,τι περισσεύει από το τραπέζι μου. Αλλά θα μου δώσεις χρόνια από τη ζωή σου. Συμφώνησε και ο σκύλος.

Και έτσι τα ζώα αυτά έγιναν οικιακά του ανθρώπου, και ο άνθρωπος μάκρυνε την επίγεια ζωή του.

Τα πρώτα χρόνια στη ζωή του ανθρώπου είναι εκείνα που εξ αρχής του έδωσε ο Δίας. Στην ηλικία αυτή ο άνθρωπος έχει ανθρωπιά, καλοσύνη, τη φυσική του ισορροπημένη προσωπικότητα και τις φυσικές του αρετές.

Τα επόμενα χρόνια της ζωής του ανθρώπου είναι εκείνα που πήρε από το άλογο. Σε αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται ορμητικός, υπερήφανος, μαχητικός, ακόμη και επιθετικός.

Τα επόμενα χρόνια της ζωής του ανθρώπου είναι εκείνα που πήρε από το βόδι. Σε αυτά τα χρόνια ο άνθρωπος γίνεται πολύ εργατικός και συσσωρεύει υλικά αγαθά.

Τα δε τελευταία χρόνια της ζωής του ανθρώπου, δηλαδή τα γεράματα, είναι τα χρόνια που πήρε από τον σκύλο. Γι’ αυτό στα γεράματα οι άνθρωποι γίνονται δύστροποι και αγενείς, κατά κάποιον τρόπο γαβγίζουν εχθρικά προς όλους, σαν να θέλουν να τους δαγκώσουν, και όπως ο σκύλος που κουνάει την ουρά του σε όποιον αγαπά, έτσι και οι ηλικιωμένοι αγαπάνε μόνο όποιον τους περιποιείται και τους δίνει τροφή.

Γιατί Πιστεύουμε;

Η γνώση που συγκεντρώνουμε από τις επιστημονικές μελέτες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πως ερμηνεύουμε τα στοιχεία. Οι ερμηνείες, όμως, υπακούν στους ίδιους κανόνες που διέπουν τις αντιλήψεις μας για την πραγματικότητα. Είναι γεμάτες υποθέσεις, παραδοχές, γενικεύσεις, παραλείψεις και λάθη.

Στις κοινωνικές επιστήμες, αυτά τα λάθη αποκαλούνται γνωστικές προκαταλήψεις. Αυτές οι προκαταλήψεις είναι ενσωματωμένες τόσο στους αντιληπτικούς και τους συναισθηματικούς μηχανισμούς του εγκεφάλου όσο και στους γνωστικούς. Μέχρι να φτάσει η αντιληπτική πληροφορία στην συνείδηση, το άτομο έχει προλάβει να την μετατρέψει σε κάτι καινούργιο και μοναδικό. Αυτή η ανακατασκευή της πραγματικότητας αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίζουμε τα πιστεύω μας για τον κόσμο.

Σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση των πιστεύω μας παίζει επίσης η λογική, η ορθή σκέψη και η κοινωνική συναίνεση. Οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο. Αν εντοπίσουμε αυτές τις προκαταλήψεις, μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί. Τα τελευταία 50 χρόνια, ερευνητές, επιστήμονες, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ταυτοποίησαν εκατοντάδες γνωστικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές διαδικασίες, αλλά και διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Παρακάτω, συγκέντρωσα 27 προκαταλήψεις τις οποίες θεωρώ απαραίτητες για την αξιολόγηση των αντιλήψεών μας και των πιστεύω μας για τον κόσμο.

Η προκατάληψη της οικογένειας. Όλοι μας έχουμε την προδιάθεση να πιστεύουμε αυτόματα τις πληροφορίες που μας παρέχουν μέλη της οικογένειάς μας και στενοί φίλοι. Από τότε που γεννιόμαστε, ο εγκέφαλός μας βασίζεται σε αυτά τα άτομα, γι’ αυτό και τείνουμε να αποδεχόμαστε τον κόσμο χωρίς να ελέγχουμε τα γεγονότα.

Η προκατάληψη της εξουσίας. Τείνουμε να πιστεύουμε ανθρώπους που κατέχουν θέσεις ισχύος και γοήτρου. Τους θεωρούμε πιο αξιόπιστους, χωρίς να ελέγχουμε τις πηγές τους. (δες το άρθρο: Το Τέρας Μέσα Μας: Το Πείραμα του Μίλγκραμ)

Η προκατάληψη της γοητείας. Θεωρούμε πιο αξιόπιστους τους πιο ψηλούς και γοητευτικούς ανθρώπους, επειδή ο εγκέφαλός μας έλκεται από αυτό που τον ευχαριστεί αισθητικά. Οι πιο ευπαρουσίαστοι άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να μας πείσουν.

Η προκατάληψη της επιβεβαίωσης. Έχουμε την τάση να δίνουμε έμφαση σε πληροφορίες που στηρίζουν τα πιστεύω μας, ενώ υποσυνείδητα αγνοούμε ή απορρίπτουμε πληροφορίες που τα αντικρούουν. Από την στιγμή που τα πιστεύω μας έχουν ενσωματωθεί στο νευρικό μας κύκλωμα, στοιχεία που αντιτίθεται σε αυτά δεν μπορούν πολλές φορές να εισβάλλουν στις υπάρχουσες διαδικασίες του εγκεφάλου.

Η προκατάληψη της αυτοεξυπηρέτησης. Σε συνδυασμό με την προκατάληψη της επιβεβαίωσης, εμφανίζουμε επίσης την τάση να συντηρούμε πεποιθήσεις που ευνοούν τα προσωπικά μας συμφέροντα και τους προσωπικούς μας στόχους.

Η προκατάληψη της ομάδας. Υποσυνείδητα, υιοθετούμε ευνοϊκή μεταχείριση για τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας και σπάνια αμφισβητούμε τα πιστεύω τους, επειδή ο εγκέφαλός μας είναι έτσι κατασκευασμένος, ώστε να αναζητά την συμφωνία με τους γύρω του.

Η προκατάληψη για άτομα εκτός ομάδας. Γενικά, απορρίπτουμε ή υποτιμούμε τα πιστεύω ανθρώπων που δεν ανήκουν στην ομάδα μας, κυρίως όταν οι πεποιθήσεις τους διαφέρουν αισθητά από τις δικές μας. Επιπλέον, έχουμε την βιολογική προδιάθεση να αναστατωνόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με ανθρώπους διαφορετικού εθνοτικού και πολιτιστικού υποβάθρου – έστω κι αν είναι μέλη της ομάδας μας.

Η προκατάληψη της κοινωνικής συναίνεσης. Όσο περισσότερο οι άλλοι συμφωνούν μαζί μας, τόσο περισσότερο πιστεύουμε ότι οι πεποιθήσεις μας είναι αληθινές. Αντίθετα, όσο περισσότερο διαφωνούν οι άλλοι μαζί μας, τόσο πιθανότερο είναι να καταπιέσουμε και να αμφισβητήσουμε τα ίδια μας τα πιστεύω – ακόμα κι όταν είναι σωστά.

Η προκατάληψη του πλήθους. Αυτή η προκατάληψη αντικατοπτρίζει την τάση μας να υιοθετούμε το σύστημα πεποιθήσεων της ομάδας στην οποία ανήκουμε. Όσο περισσότεροι άνθρωποι μας περιβάλλουν, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να τροποποιήσουμε τα πιστεύω μας για να ταιριάζουν με τα δικά τους.

Η προκατάληψη της προβολής. Συχνά υποθέτουμε, χωρίς να το επαληθεύουμε, ότι τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μας έχουν παρόμοια πιστεύω, παρόμοιες ηθικές αξίες και βλέπουν τον κόσμο μέσα από τα μάτια μας. Η CIA περιγράφει αυτή την προκατάληψη ως τη νοοτροπία “όλοι σκέφτονται όπως εμείς” και τη θεωρεί μια από τις πιο επικίνδυνες – επειδή οι διαφορετικοί πολιτισμοί και οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων (όπως οι τρομοκράτες, οι Ελίτ κ.ά) δεν σκέφτονται όπως εμείς.

Η προκατάληψη της προσμονής. Όταν ψάχνουμε για πληροφορίες, ή όταν κάνουμε κάποια έρευνα, έχουμε την τάση να “ανακαλύπτουμε” αυτό ακριβώς που ψάχνουμε. Στην ιατρική, οι διπλά τυφλές μελέτες έχουν σκοπό να εξαλείψουν αυτή τη διαβρωτική προκατάληψη.

Η προκατάληψη των “μαγικών αριθμών”. Οι αριθμοί επηρεάζουν τα πιστεύω μας εξαιτίας των ισχυρών ποσοτικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Όσο πιο μεγάλος και υποβλητικός είναι ένας αριθμός, τόσο μεγαλύτερη είναι και η συναισθηματική του αντίδραση. Κι αυτή με την σειρά της ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη μας στην πληροφορία που προσδιορίζεται ποσοτικά.

Η προκατάληψη της πιθανότητας. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο τυχεροί από τους άλλους και ότι μπορούμε να καταπολεμήσουμε τις ανισότητες (άτομα με κατάθλιψη τείνουν να πιστεύουν το αντίθετο). Αυτή η αισιοδοξία είναι επίσης γνωστή ως η προκατάληψη του τζογαδόρου.

Αν στρίψεις ένα νόμισμα, και φέρεις κορώνα 9 φορές στη σειρά, οι περισσότεροι άνθρωποι θα στοιχηματίσουν πολλά λεφτά ότι την επόμενη φορά θα είναι γράμματα. Φυσικά, οι πιθανότητες παραμένουν ίδιες κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα: πάντα υπάρχουν 50 τοις εκατό πιθανότητες να φέρεις γράμματα. Επίσης, όλοι κουβαλάμε “μαγικές” προκαταλήψεις από την παιδική μας ηλικία. Έτσι, πολλοί ενήλικες, κυρίως οι τζογαδόροι, έχουν πάνω τους διάφορα φυλαχτά (ένα τετράφυλλο τριφύλλι, ένα λαγοπόδαρο, ένα νόμισμα) που υποτίθεται ότι τους φέρνουν τύχη.

Η προκατάληψη της αιτίας-αποτελέσματος. Ο εγκέφαλός μας έχει την προδιάθεση να κάνει συνειρμούς ανάμεσα σε δύο γεγονότα, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ τους. Αν πιεις κάποιο βότανο και σου περάσει το κρυολόγημα, τότε αποδίδεις την ανάρρωσή σου στο βότανο αυτό, έστω κι αν σε αυτό συνέβαλαν στην πραγματικότητα δεκάδες άλλοι άσχετοι παράγοντες.

Η προκατάληψη της ευχαρίστησης. Τείνουμε να πιστεύουμε ότι οι ευχάριστες εμπειρίες αντικατοπτρίζουν μεγαλύτερες αλήθειες απ’ ό,τι οι δυσάρεστες εμπειρίες. Εν μέρει επειδή τα κέντρα ευχαρίστησης του εγκεφάλου βοηθούν στον έλεγχο της δύναμης των αντιλήψεων, των αναμνήσεων και των σκέψεων.

Η προκατάληψη της προσωποποίησης. Δείχνουμε ιδιαίτερη προτίμηση στο να δίνουμε αρετές έμψυχων όντων σε άψυχα αντικείμενα. Επίσης. συνηθίζουμε να δίνουμε ανθρώπινη μορφή ή μορφή ζώου σε αφηρημένα ερεθίσματα (σκιές, συγκεχυμένους θορύβους, κ.λπ.). Αυτή η αντιληπτική και γνωστική λειτουργία πυροδοτεί διάφορες δεισιδαιμονίες.

Η προκατάληψη της αντίληψης. Ο εγκέφαλός μας υποθέτει αυτόματα ότι οι αντιλήψεις και τα πιστεύω μας αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές αλήθειες για τον εαυτό μας και τον κόσμο. Εξ ου και η έκφραση “Αν δεν το δω, δεν το πιστεύω”.

Η προκατάληψη της επιμονής. Όταν πιστεύουμε σε κάτι, επιμένουμε ότι είναι αληθινό, ακόμη κι όταν έχουμε στην διάθεσή μας στοιχεία που λένε το αντίθετο. Και όσο περισσότερο συντηρούμε ορισμένες πεποιθήσεις, τόσο πιο βαθιά εντυπώνονται στο νευρικό μας κύκλωμα.

Η προκατάληψη της ψευδούς μνήμης. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συγκρατεί για περισσότερο χρονικό διάστημα ψευδείς απ’ ότι αληθείς μνήμες. Επίσης, είναι εύκολο να εμφυτεύσεις ψευδείς μνήμες σε άλλους όταν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες και οι πληροφορίες είναι αληθοφανείς.

Η προκατάληψη της θετικής μνήμης. Όταν αναπολούμε το παρελθόν, τείνουμε να ωραιοποιούμε τα γεγονότα και να τους δίνουμε μια πιο θετική δύναμη από την πραγματική.

Η προκατάληψη της λογικής. Έχουμε την τάση να πιστεύουμε επιχειρήματα που μας φαίνονται πιο λογικά. Επίσης, συνηθίζουμε να αγνοούμε πληροφορίες που δεν μας φαίνεται ότι βγάζουν νόημα. Όπως έχει πει ο Γουίλιαμ Τζέημς: “Κατά κανόνα, δεν πιστεύουμε τα γεγονότα και τις θεωρίες που φαίνονται άχρηστες”.

Η προκατάληψη της πειθούς. Όταν διαφωνούμε για κάποιο θέμα, πιστεύουμε συνήθως εκείνον που έχει πιο δραματικά και συναισθηματικά επιχειρήματα για μια άποψη. Ο εγκέφαλός μας τείνει να συντονίζεται με τους καλούς ομιλητές, με αποτέλεσμα αν κινδυνεύουμε να πιαστούμε αιχμάλωτοι των συναισθημάτων και των πεποιθήσεών τους.

Η προκατάληψη του πρώτου. Δίνουμε περισσότερο βάρος και θυμόμαστε πιο εύκολα ονόματα και πληροφορίες που αναγράφονται πρώτα σε μια λίστα.

Η προκατάληψη της αβεβαιότητας. Ο εγκέφαλός μας δεν συμπαθεί την αβεβαιότητα και την αοριστία. Γι’ αυτό, από το να μην είμαστε σίγουροι, προτιμάμε είτε να πιστεύουμε, είτε να μην πιστεύουμε.

Η προκατάληψη των συναισθημάτων. Τα δυνατά συναισθήματα συνήθως παρεμποδίζουν την λογική και την ορθή κρίση. Ο θυμός έχει την τάση να μας δημιουργεί την πεποίθηση ότι έχουμε δίκιο και το σωστό με το μέρος μας. Η αγωνία υπονομεύει αυτήν ακριβώς την πεποίθηση, ενώ η κατάθλιψη επισκιάζει τις αισιόδοξες πεποιθήσεις.

Η προκατάληψη της δημοσιότητας. Οι εκδότες βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών προτιμούν να εκδίδουν έργα με αίσιο τέλος, ενώ απορρίπτουν έργα με αρνητική έκβαση. Έτσι, μια έρευνα που δεν έχει επίδραση στον κόσμο έχει λιγότερες πιθανότητες να δημοσιευθεί σε σχέση με ένα εύρημα με θετικά αποτελέσματα. Μια άλλη διάσταση αυτής της προκατάληψης είναι η τάση των αναγνωστών να θεωρούν αυτόματα αλήθεια ό,τι δημοσιεύεται, ακόμη κι αν αποτελεί δημοσίευμα του κίτρινου τύπου.

Η προκατάληψη του τυφλού σημείου. Τελευταία, αλλά πολύ σημαντική, είναι η προκατάληψη που οι επιστήμονες αποκαλούν “προκατάληψη του τυφλού σημείου”. Οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πόσες γνωστικές προκαταλήψεις έχουν στην πραγματικότητα ή πόσο συχνά πέφτουν θύμα αυτών τους των προκαταλήψεων.

Οι διαφημιστές και οι πολιτικοί έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των τυφλών σημείων και στοχεύουν επίτηδες στις δικές μας προκαταλήψεις για να πουλήσουν τα προϊόντα ή τις ιδέες τους. Ως ένα βαθμό, όλοι μας χειραγωγούμε τους άλλους προκειμένου να τους πείσουμε να ενστερνιστούν τα δικά μας πιστεύω. Το κάνουν οι γονείς με τα παιδιά τους, οι δάσκαλοι με τους μαθητές τους, οι ερευνητές με τους συναδέλφους τους, οι εραστές μεταξύ τους. Δυστυχώς, συχνά το κάνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες του άλλου.

Διόδοτος: για την αποστασία

Ο Θουκυδίδης, ο Διόδοτος και ο ανθρωπισμός μέσα στην Λογική (Λόγο).

Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης. Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι Λογικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις.

Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη -κι ως εκ τούτου δίκαιη- αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για την συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα.

Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς την συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, κυνικό, πλαίσιο της Λογικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ανθρωπισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο):

«Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή τον θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε την χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από την δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία».

Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας.

Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική – Λογική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία:

«Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δεν θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά τον φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δεν θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δεν θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δεν θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς την δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά».

Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, που επιβάλλει ότι τους αδύναμους δεν πρέπει να τους εξοντώνει ο ισχυρός, αλλά να τους απομυζεί. Οι αποστάτες πρέπει να επιστρέφουν στην ηγεμονία – με την ουρά στα σκέλια – όσο το δυνατό πιο σύντομα και πιο ανέξοδα. Η εκ των προτέρων καθορισμένη θανατική ποινή σε βάρος τους είναι προφανές ότι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς θα εξαναγκάσει τους αποστάτες να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων φέρνοντας ζημιές στρατιωτικές (αφού οι μάχες θα παραταθούν μέχρι τα πιο ακραία όριά τους) και ματαιώνοντας την ίδια την έννοια της νίκης (αφού μια ισοπεδωμένη πόλη δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα).

Η σύνεση, ως παντοδύναμο πολιτικό όπλο των ισχυρών, καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει πιο σώφρων πολιτικός δρόμος από την κερδοφορία που τελεί εν ειρήνη. Οι εξάρσεις και οι αποστασίες δεν συμφέρουν τους ισχυρούς. Πόσο μάλλον η χρονική παράτασή τους. Ο ανθρωπισμός οφείλει να προβάλλεται ως ύψιστη γενναιοδωρία. Αν η ισχύς καταφέρει και φορέσει πειστικά το ουμανιστικό προσωπείο, θα διαρκέσει επ’ άπειρο, αφού θα έχει ματαιώσει όλες τις αντιστάσεις.

Ο υποτελής πρέπει να νιώθει προστατευμένος από τον ισχυρό και – αν είναι δυνατό – να μην αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση που υφίσταται. Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Η λογική τιμωρία θα μεταφραστεί ως δικαιοσύνη.

Η συλλήβδην εξόντωση του πληθυσμού όμως δεν μπορεί να πείσει κανένα. Αντιθέτως, θα γεννήσει την ανασφάλεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις. Γιατί κάθε ηγεμονία εγκαθιδρύει προτεκτοράτα, και κάθε προτεκτοράτο οφείλει να κινείται από τις πολιτικές αποφάσεις των ιθυνόντων, που πρέπει να φαίνονται ανεξάρτητοι. Κι αυτή είναι η μαγική ισορροπία της υποτέλειας. Η πολιτική σκηνή να διαμορφώνεται από τους κατάλληλους προς την ηγεμονία ανθρώπους και ταυτόχρονα ο λαός να θεωρεί ότι κρατά την τύχη του στα χέρια του. Γι’ αυτό οι ντόπιοι πολιτικοί εκφραστές της ηγεμονίας πρέπει πάνω απ’ όλα να νιώθουν ασφαλείς:

«Αν όμως εξοντώσετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην αποστασία, αλλά και όταν πέτυχαν να τους δοθούν όπλα, σας παραδώσανε θεληματικά την πόλη τους, πρώτο θα κάμετε έγκλημα σκοτώνοντας τους ευεργέτες σας, κι ύστερα θα εξασφαλίσετε στους ολιγαρχικούς αυτό που πάνω απ’ όλα θέλουν: στις αποστασίες που θα προκαλούν στις πόλεις τους, να ‘χουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, μια κι εσείς θα ‘χετε δείξει σ’ όλους πανηγυρικά ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Οφείλεται λοιπόν, κι αν ακόμη σας αδίκησαν, να προσποιηθείτε πως δεν το καταλάβατε, για να μη γίνει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι ακόμη φιλικό απέναντί σας».

Όμως ο Διόδοτος δεν σταματά εδώ, αλλά προχωρά ακόμη βαθύτερα αναλύοντας την ίδια τη φύση της θανατικής ποινής:

«Κι είναι πιθανό, παλιότερα, οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφριές, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, με τον καιρό οι περισσότερες ποινές έφτασαν να είναι ο θάνατος. Αλλά παρόλα αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται. Ή, λοιπόν, πρέπει να βρούμε κάποιο σκιάχτρο πιο φοβερό απ’ το θάνατο ή να παραδεχτούμε πως αυτός δεν σταματά το έγκλημα. Γιατί οι άνθρωποι, είτε από τόλμη που την γεννά η φτώχεια με τις πιεστικές ανάγκες, είτε από πλεονεξία που την προκαλεί η δύναμη και την κάνει ακόρεστη η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση, είτε από τα πάθη που κάθε φορά πια ακατανίκητα τους εξουσιάζουν στις διάφορες περιστάσεις του βίου, παρασύρονται σ’ επικίνδυνες περιπέτειες».

Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ανθρωπιστική πρόταση, η οποία κατατίθεται όχι ως διάλεξη ή φιλοσοφική τοποθέτηση ή καλλιτεχνικό έργο – που, από θέση αρχής, μπορούν να κινηθούν πιο ελεύθερα – αλλά ως επιχείρημα μέσα σε πολιτικό λόγο, που οφείλει να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες γραμμές, που οφείλει δηλαδή να διαμορφώσει την άποψη του κοινού ώστε να ψηφιστούν τα προτεινόμενα.

Ο ανεπιτήδευτος συνδυασμός της πολιτικής πειθούς με το ανθρωπιστικό ιδεώδες ξεπερνά όλα τα ρητορικά καλούπια, όχι επειδή επικαλείται μια προοδευτική ιδέα ως πολιτικό όπλο, αλλά γιατί εντάσσει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη περί τιμωρίας (που δεν είναι βέβαιο ότι την ασπάζεται το κοινό) στο πλαίσιο μιας ρητορικής που επιδιώκει να κατευθύνει άμεσα προς μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Ο Διόδοτος, αφού χειριστεί επαρκώς τα ωφελιμιστικά πρότυπα που επιβάλλει ο πολιτικός λόγος, προχωράει σε ατόφιες ανθρωπιστικές αξίες, που, εμμέσως πλην σαφώς, καταθέτει επίσης προς ψήφιση.

Πετυχαίνει δηλαδή δύο στόχους, αφού το κοινό δεν θα αποδεχτεί απλώς μια περιστασιακά επικερδή πρόταση, αλλά μια σταθερή πολιτική αντίληψη, που εστιάζει στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και το σεβασμό της ζωής. Γιατί η απονομή των ποινών, από την φύση της, εμπεριέχει τον αγώνα του ανθρώπου να εκπολιτιστεί. Τον αγώνα να ξεπεράσει τα πηγαία εκδικητικά του συναισθήματα. Τον αγώνα της πίστης στην αναμόρφωση του ανθρώπου, που δεν χρειάζεται να πεθάνει.

Τον αγώνα για την συνύπαρξη. Γι’ αυτό ο Διόδοτος μιλά για τα ανθρώπινα πάθη. Γι’ αυτό επικαλείται την φτώχεια και τις πιεστικές ανάγκες. Γι’ αυτό αναφέρεται στο ακατανίκητο των συναισθημάτων. Γιατί ξέρει ότι οι αυστηρές – εξοντωτικές ποινές δεν μπορούν να τα νικήσουν. (Εξάλλου, έχουν ήδη αποτύχει). Γιατί ξέρει ότι ο άνθρωπος πρέπει να απευθυνθεί αλλού, αν θέλει να τα δαμάσει:

«Κοντολογίς, είναι αδύνατο – κι είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύει το αντίθετο – η ανθρώπινη φύση, όταν σπρώχνεται από το πάθος να πράξει κάτι, να συγκρατηθεί από αυστηρούς νόμους ή από κάποιον άλλο φόβο».