Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι

Αν μας ζητούσαν να περιγράψουμε πώς ακριβώς φανταζόμαστε ότι είναι και φέρεται ένας σοφός άνθρωπος, είναι πολύ πιθανό οι περιγραφές των περισσοτέρων από εμάς να συνέπιπταν σε πολλά σημεία: θα μιλούσαμε μάλλον για έναν άνθρωπο κάπως μεγάλης ηλικίας, που ζει ουσιαστικά μόνος σ’ ένα μέρος μακριά από τη βουή της πόλης μια λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες και περιττά αντικείμενα, με ελάχιστες ή καθόλου ανέσεις και ευκολίες.

Γνωρίζουμε – χωρίς να μπορούμε να πούμε πώς – ότι αν είμαστε σοφότεροι, δεν θα είχαμε τέτοια εξάρτηση από τα υλικά πράγματα, δεν θα χρειαζόταν να περιστοιχιζόμαστε απ’ αυτά ούτε και θα τους αφιερώναμε τόσο χρόνο. Διαισθανόμαστε ότι αν μπορούσαμε να εξυψωθούμε σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, δεν θα χρειαζόμαστε πια να βλέπουμε διαρκώς τους άλλους γύρω μας να μας χειροκροτούν, να μας επιδοκιμάζουν, να μας λένε πόσο πολύ μας αγαπάνε ή πόσο μας χρειάζονται. Δεν θ’ αφιερώναμε καθόλου χρόνο ή κόπο στην προσπάθειά μας να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε.

Κάτι μας λέει μέσα μας πως η αδυναμία, η άγνοια, η νεύρωση ή η πνευματική μας πενία (μπορούμε να το πούμε με πολλούς τρόπους) είναι που μας ωθεί προς αυτά τα – στην πραγματικότητα επιφανειακά – πράγματα, και μας κάνει να τα θεωρούμε απαραίτητα.

Αν η λέξη προσκόλληση αναφέρεται στην κυριολεξία σε μια κατάσταση έντονου ενδιαφέροντος, κλίσης, συμπάθειας ή στενής σχέσης με κάτι (ή κάποιον), αυτή η σχέση είναι πάντα πολύ ιδιαίτερη και αρρωστημένη, γιατί περιλαμβάνει μια αφοσίωση που σκλαβώνει, μια ευχαρίστηση που πονάει, μια προτίμηση που δεσμεύει. Είναι αυτή η σχέση που μας κρατάει δεμένους και εξαρτημένους απ’ αυτό που αγαπάμε ή έχουμε επιλέξει, και που περιλαμβάνει τον φόβο της απώλειας, τη δυσκολία του αποχωρισμού και την υποκειμενική αδυναμία μας να το αφήσουμε να φύγει.

Μετά απ’ όσα είπαμε, ίσως και να ξεκαθαρίζουν οι λόγοι για τους οποίους χρειάζεται να μάθει κάποιος να βαδίζει στο μονοπάτι της αποστασιοποίησης. Το να “παρατάμε” κάτι, λοιπόν, είναι σχεδόν, σχεδόν, σχεδόν επιτακτική ανάγκη (είναι εμφανές πως ούτε τώρα τολμώ να χρησιμοποιήσω αβασάνιστα τη λέξη επιτακτική).

Ωραία λοιπόν… Πώς μπορούμε να μεταφέρουμε αυτήν την ιδέα στη ζωή μας;

Στην πρόκληση να διασχίσουμε και να εξερευνήσουμε το επίπεδο της πνευματικότητάς μας, μαθαίνουμε, όπως είπαμε, πως στο ταξίδι αυτό παίρνουμε ελάχιστες αποσκευές· τα απολύτως απαραίτητα. Για να ξεκινήσει κανείς τον πνευματικό δρόμο, το μόνο που είναι απολύτως αναγκαίο είναι ν’ αρχίσει να βαδίζει. Από την αρχή καταλαβαίνεις μόνος σου ότι θα πρέπει ν’ απαλλαγείς απ’ όλα τα περιττά, από πράγματα που δεν είναι αναγκαία και, αργά ή γρήγορα, θα σου γίνουν μάλλον βάρος παρά βοήθεια.

Η καταναλωτική κοινωνία μετατρέπει το προαιρετικό σε αναγκαίο και το αναγκαίο σε ζωτικό και σπάνιο (καθιστώντας το έτσι ακόμα πιο επιθυμητό και διευκολύνοντας τη δουλειά των πωλητών και των διαφημιστών).

Για πολλούς, ζωτικά είναι τα λεφτά ή τα υλικά αγαθά· γι’ άλλους, οι ανέσεις που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο μιας ευτυχισμένης ζωής· για μερικούς, τέλος, η απαγκίστρωση από μια σχέση στην οποία έχουν εγκλωβιστεί.

Όπως και να ’χει, στο καινούργιο επίπεδο ο καθένας μπορεί να συνειδητοποιήσει, λίγο μετά το ξεκίνημά του, τι του περισσεύει, τι τον βαραίνει περισσότερο, τι περιττό φορτίο κουβαλάει.

Είναι κλασική η ιστορία ζεν που μιλάει για έναν ταξιδιώτη που τον βρήκε η νύχτα στη μέση του δρόμου και χτύπησε την πόρτα ενός σοφού για να του ζητήσει να τον φιλοξενήσει ως το επόμενο πρωί. Ο σοφός δέχεται και καλεί τον ταξιδιώτη να περάσει μέσα. Μπαίνει εκείνος, και έκπληκτος βλέπει την καλύβα του σοφού τελείως άδεια, εκτός από ένα ράντσο από καραβόπανο που είχε για κρεβάτι, κι ένα – δυο πήλινα κανάτια με νερό.

“Που είναι τα πράγματά σου;” ρωτάει τον σοφό ο ταξιδιώτης.
“Τα δικά σου που είναι;” απαντάει ο σοφός.
“Μα εγώ είμαι περαστικός!” αναφωνεί ο ταξιδιώτης.
Τότε ο σοφός λέει χαμογελώντας:
“Κι εγώ το ίδιο!”.

Όλοι περαστικοί είμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Ιδιαίτερα όσοι δεν το ξέρουν.

Προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε αυτό που δεν έχουμε ή να γίνουμε εκείνο που δεν είμαστε, ακόμη κι αν αυτό που επιθυμούμε δεν είναι αναγκαίο, κι ακόμη κι αν η φιλοδοξία μας είναι ανέφικτη ή άδικη.

Εμείς οι προνομιούχοι που δεν πεινάσαμε ποτέ, που βρήκαμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας και δεν κοιμηθήκαμε έξω στο κρύο, εμείς που – καλώς ή κακώς -, έχουμε ακόμα δουλειά, που δεν περπατήσαμε ποτέ ξυπόλυτοι παρά μόνο στην παραλία, εμείς, πάντα κάτι επιθυμούμε.

Επιθυμούμε αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο, γιατί δεν είμαστε ευχαριστημένοι με τα πράγματα όπως είναι.
Λένε πως η επιθυμία σέρνει μονίμως απ’ το χέρι την απογοήτευση, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η απογοήτευση είναι που τραβάει απ’ το χέρι την επιθυμία. Γι’ αυτό, ακόμα κι όταν η επιθυμία έχει ικανοποιηθεί, η πιο πρωτόγονη και βαθιά απογοήτευση εξακολουθεί – ακόρεστη – να υπάρχει.

Αν δεν απαλλαγούμε απ’ αυτήν την ενδογενή αίσθηση ανικανοποίητου, ακόμη κι αν καταφέρουμε κάτι απ’ όσα ποθούμε, θα διαπιστώσουμε ότι το επίτευγμά μας δεν είναι ποτέ πλήρες, ποτέ όπως το φανταζόμαστε, ποτέ αρκετό.

Συνεπώς, η μόνη λύση αν θέλει κάποιος να αποφύγει τη ματαίωση και τη δυστυχία, είναι να εγκαταλείψει εξαρχής την επιθυμία.

Μ’ άλλα λόγια: να φτάσει στην απόλυτη αποδοχή, σε μια χαλαρή και διόλου απαιτητική σχέση με τα πράγματα που είναι όπως είναι, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται.

Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας

Υπάρχει πολλή θλίψη στη ζωή μας και δεν ξέρουμε πώς να της δώσουμε ένα τέλος. Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας. Αν δε γνωρίζουμε τι είναι η θλίψη, αν δεν καταλάβουμε τη φύση και τη δομή της, δε θα γνωρίσουμε τι είναι η αγάπη.

Όταν ο άντρας λέει στη γυναίκα του ότι την αγαπά, ενώ την ίδια στιγμή είναι φιλόδοξος, αυτή η αγάπη έχει κανένα νόημα; Μπορεί ένας φιλόδοξος άνθρωπος ν’ αγαπήσει;

Μπορεί ένας ανταγωνιστικός άνθρωπος ν’ αγαπήσει; Κι όμως, μιλάμε γι’ αγάπη, για τρυφερότητα, για το τέλειωμα του πολέμου, τη στιγμή που είμαστε ανταγωνιστικοί, φιλόδοξοι, τη στιγμή που αναζητάμε τη δική μας προσωπική επιτυχία, πρόοδο, κ.λ.π.

Όλ’ αυτά φέρνουν θλίψη. Μπορεί να τελειώσει η θλίψη; Μπορεί να πάρει ένα τέλος όταν καταλαβαίνετε τον εαυτό σας που, πραγματικά, είναι «αυτό που είναι». Τότε καταλαβαίνετε γιατί έχετε θλίψη, είτε αυτή η θλίψη είναι αυτολύπηση ή φόβος μη μείνετε μόνος ή η κενότητα της ζωής σας ή η θλίψη που έρχεται όταν εξαρτάστε από κάποιον άλλον.

Κι όλ’ αυτά είναι μέρος της ζωής μας.

Παίρνει χρόνο για να μάθουμε να μην ανησυχούμε

Άραγε τι προκαλεί τον φόβο και την απογοήτευση. Τις περισσότερες φορές ο φόβος είναι μόνο μια προβολή του νου. Για παράδειγμα, όταν ήμουν νέος, υπήρχε μια περιοχή πολύ σκοτεινή και κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες για φαντάσματα. Κάθε φορά που περνούσα από εκεί ένιωθα κάπως περίεργα, αυτό όμως που ένιωθα δεν ήταν παρά μια προβολή του νου μου.

Καταλαβαίνετε ότι πρέπει να αναλύουμε τις αιτίες του φόβου μας. Η σύγχυση είναι σε θέση να διαστρεβλώσει την εικόνα της πραγματικότητας και τις προθέσεις ενός ατόμου που έχουμε απέναντί μας. Μπορεί η συμπεριφορά του και οι πράξεις του να είναι ουδέτερες, κι εμείς λόγω εκνευρισμού να τις εκλάβουμε διαφορετικά. Καλό είναι σε αυτές τις περιπτώσεις να αναρωτιόμαστε αν αυτό που μας συμβαίνει -όπως ο εκνευρισμός- οφείλεται σε πραγματική αιτία. Γιατί άραγε κάποιος μας κατακρίνει ή και μας επιτίθεται; Δεν γεννήθηκε κανείς εχθρός μας, αλλά κάτι του προκαλεί αυτή τη συμπεριφορά απέναντί μας. Μπορεί οι λόγοι να είναι πολλοί, όμως η στάση μας είναι καθοριστική και δεν πρέπει να την παραγνωρίζουμε. Ίσως να είναι κάτι που έγινε στο παρελθόν από εμάς. Αυτομάτως η παραδοχή της πιθανής δικής μας συμμετοχής μειώνει την ένταση του θυμού και της σύγχυσης. Τότε φαίνεται ότι η φύση του ανθρώπου τελικά είναι καλή, φιλεύσπλαχνη και δεν θέλει να μας βλάψει. Τα συναισθήματα των άλλων μπορεί να οφείλονται σε παρεξήγηση, παραπληροφόρηση, ή ακόμα και σε δικά τους αυτοκαταστροφικά συναισθήματα. Αν μας ενδιαφέρει ο πόνος των άλλων και σκεφτούμε τη δυστυχία που μπορεί να κουβαλά το άτομο το οποίο έχει χάσει τον έλεγχο και είναι πνιγμένο μέσα σε τόση αρνητικότητα, τότε, αντί για θυμό, θα νιώσουμε συμπόνια και ενδιαφέρον.

Νομίζω ότι παίρνει χρόνο για να μάθουμε να χαλαρώνουμε. Ξέρετε, δεν είναι κάτι που έρχεται από μόνο του, γι’ αυτό δεν πρέπει να νιώθουμε άσχημα για τον εαυτό μας. Το μόνο που κάνει είναι να χειροτερεύει τα πράγματα. Άλλωστε δεν είμαστε παρά άνθρωποι, με πάρα πολλά ελαττώματα. Kάποτε ήμουν… Τώρα πια όμως βλέπουμε έναν γαλήνιο και ήρεμο άνθρωπο. Ωστόσο, πράγματι, κάποτε ένιωθε -και ίσως νιώθει ακόμα καμιά φορά- ενοχλημένος όπως όλοι οι άνθρωποι. Είναι όπως το μυϊκό σύστημα που χρειάζεται εξάσκηση για να βρίσκεται σε φόρμα. Μερικές φορές τα βάζουμε με τον εαυτό μας άδικα, επειδή δεν καταφέραμε να είμαστε τέλειοι από την αρχή. Η παρουσία μας ωστόσο στον κόσμο είναι αυτή που μας δίνει τη δυνατότητα να μάθουμε τι είναι καλό, να αγαπήσουμε περισσότερο και να αποκτήσουμε μεγαλύτερη συμπόνια. Δεν μαθαίνουμε με τη θεωρία.

Μαθαίνουμε στην πράξη όταν δοκιμαζόμαστε.

Συχνά τα βάζουμε με τον εαυτό μας, θεωρώντας ότι οφείλουμε να είμαστε υπεράνθρωποι από την ώρα που αρχίζουμε να κάνουμε κάτι. Η γαλήνη δεν εμφανίστηκε μέσα σε μία ημέρα. Μέσα από την προσευχή και τον διαλογισμό προέκυψε η γαλήνη, μεγάλωσε η φιλευσπλαχνία, εδραιώθηκαν η υπομονή και η αποδοχή- μέσα σε λογικό χρονικό πλαίσιο. Αν δεχτούμε τα πράγματα – όσα δεν μπορούν να αλλάξουν- όπως είναι, δεν υπάρχει λόγος να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο. Γιατί το μόνο που θα βγει από αυτό είναι έντονος πονοκέφαλος. Εδώ βρίσκεται η κοιλάδα της ανάπτυξης και της βελτίωσης.

ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ: Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ "ΚΡΥΠΤΕΙΑ"

Αν ο προγονικός μας Πολιτισμός και οι δημιουργοί και ενσαρκωτές του αυθεντικοί Έλληνες έχουν μέχρι σήμερα δεχθεί απερίγραπτες προσβολές της μνήμης τους ή εντελώς ανυπόστατες πολεμικές, από σύγχρονους μηχανισμούς που έχουν κάθε λογικό συμφέρον να τους υποβιβάσουν πνευματικά και ήθικά, ή ακόμη και να τους εξευτελίσουν (1), η τοπική ιδιαίτερη Σπαρτιατική Παράδοση, και κατ’ ακολουθία οι ενσαρκωτές της, δηλαδή οι Σπαρτιάτες της προχριστιανικής εποχής, συγκεντρώνουν πάνω τους τα περισσότερα πυρά και την περισσότερη χολή (2).

Ταγμένος εδώ και μία περίπου δεκαετία, από κάποια, θα τολμούσα να πώ, ιδιοτροπία της Μοίρας, στην κατ’ εμένα τουλάχιστον στοιχειωδώς οφειλόμενη υπεράσπιση της μνήμης των προγόνων μου, η οποία αν και στοιχειωδώς οφειλόμενη, όπως προείπα, δεν τής είχε παρασχεθεί τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε, και όντας συνάμα Λάκωνας στην ιδιαίτερη καταγωγή μου, θεωρώ ότι θα ήταν πρέπον να αφιερώσω ένα τμήμα του υπερασπιστικού μου λόγου και υπέρ του Σπαρτιατικού Έθους.

Από πού ν’ αρχίσει βεβαίως κανείς, και πού να τελειώσει; Είναι τόση πολλή η λάσπη που έχει επισωρευθεί πάνω στη μνήμη των Λακεδαιμόνιων προγόνων μας (αυτών των τάχα.. "δαιμονισμένων", όπως θέλει να ετυμολογεί το όνομά τους ένας κακοήθης "έλληνας" "συγγραφέας" από τη Θεσσαλονίκη (3)), που ίσως χρειάζονται εκατοντάδες τόμοι για να κατανικηθούν με ελληνικό τρόπο, δηλαδή με λογικά επιχειρήματα, τα αμέτρητα ανυπόστατα ψεύδη των επίσης αμέτρητων αλλοδαπών και εγχώριων συκοφαντών και παραποιητών του πατρώου Έθους. Εντελώς "συμβολικά" λοιπόν, θα καταπιαστώ εδώ, σε συντομία, με έναν σπαρτιατικό θεσμό που έχει γίνει αντικείμενο κακοποίησης και παραποίησης της ουσίας του, με σκοπό την εξαγωγή βολικών συμπερασμάτων για τους κυρίους εκείνους που ενδιαφέρονται πολύ στο να παρουσιασθούν οι Σπαρτιάτες ως άγριοι δολοφόνοι αθώων ανθρώπων (4). Μιλάω για τον γνωστό-άγνωστο θεσμό της λεγόμενης "Κρυπτείας".

Για όσους έχουμε σε βάθος μελετήσει τα προγονικά πράγματα και δεν αφηνόμαστε στη συστηματική κατά των προχριστιανών Ελλήνων προπαγάνδα, είναι πολύ γνωστό ότι ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης του σχετικά ολιγάριθμου δωρικού σπαρτιατικού έθνους, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές του πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μή-καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματός του, δηλαδή του στρατού του. Για αιώνες πολλούς, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ, αφού αυτό καθίστατο αδύνατο όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης / συμπλέγματος οικισμών, που λεγόταν Σπάρτη.

Από τη μία υπήρχε ο θεσμός της λεγόμενης "ξενηλασίας". Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν δηλαδή να εγκατασταθεί και να ζήσει στην πόλη για διάστημα αρκετό ώστε να κατασκοπεύσει, να εντοπίσει στρατηγικά σημεία και να καταμετρήσει τη δύναμη κρούσης που αυτή διέθετε. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος όφειλε ν’ αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του.
 
Η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη-καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιό ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους τη νύκτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των "ομοίων" και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε τη νύκτα, όπως άλλωστε νύκτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων που ποτέ δεν έπρεπε να δούν "τσακισμένο" Σπαρτιάτη πολεμιστή. Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες (δηλαδή τους είλωτες). Για την τήρηση της απαγόρευσης φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Με δεδομένα τα πιό πάνω και με επίσης γνωστό ότι, ούτως ή άλλως, αρκετοί από τους είλωτες ακολουθούσαν στον πόλεμο -ως "παραστάτες"- τους Σπαρτιάτες οπλίτες, είναι φανερό ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη-καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών. Αυτή ήταν λοιπόν η περίφημη "Κρυπτεία": αν έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός.

Χάρη στην "Κρυπτεία" και την "Ξενηλασία" η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, δηώνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή. Μέσα από πανέξυπνες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλο χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού (5) (Anton Powell, editor, "Classical Sparta. Techniques Behind Her Success", University of Oklahoma Press, Οκλαχόμα, 1989) η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε καιρούς θυελλώδεις και σαρωτικούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της.

Η αρχή του τέλους για την αρχαία Σπάρτη, δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που υποχρεώθηκε αυτή σε αναγκαστική καταμέτρηση των αληθινών δυνάμεών της. Ήταν η τρομερή εκείνη ημέρα επί βασιλείας Κλεομένη του Γ που, με όλο της τον κανονικό στρατό ήδη κατασφαγμένο στα στενά της Σελλασίας, τα γερόντια και οι αγένειοι νεαροί της αναγκάστηκαν να παραταχθούν μπροστά της για να την υπερασπιστούν απελπισμένα ενάντια στον νικητή στρατό του Μακεδόνα Αντιγόνου Δώσωνος.

Υποσχέθηκα στην αρχή του κειμένου αυτού να καταπιαστώ σε συντομία με τον παρεξηγημένο θεσμό της "Κρυπτείας" και το έπραξα με την ελπίδα να αρθεί, τουλάχιστον σε ό, τι αφορά αυτήν, η πολύ λάθος οπτική που έχουν επιβάλει οι σαφείς εχθροί εκείνου του Μεγάλου και Ωραίου που ενσαρκώνουν στους αιώνες οι αυθεντικοί Έλληνες. Αν μη τι άλλο, ως απόγονοι και συνεχιστές του δικού τους Έθους και Πνεύματος, τουλάχιστον όσοι από εμάς επιλέγουμε, αιώνες μετά από αυτούς, να δηλώνουμε με υπερηφάνεια τέτοιοι, δικαιούμαστε το μέγιστο δυνατόν της εμβάθυνσης στην αρχαιογνωσία και την οικειότητα προς την ελληνική οπτική.
-------------------------------
(1) Αηδέστατο παράδειγμα τέτοιας αντιμετώπισης του κόσμου των αυθεντικών Ελλήνων αποτελεί το "ελληνικό" βιβλίο ¨Οι Έκφυλοι" (1992), κάποιου θεολόγου Κω/νου Σιαμάκη εκ Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποκαλεί τον προγονικό μας Πολιτισμό "φρενοκομείο ανωμάλων" "κιναιδαριό" και "επιχωρίαση εκφυλισμού".

(2) Απομονώνοντας με αυθαίρετο τρόπο εκφράσεις του Θουκιδίδου, του Ηροδότου ή του Αριστοτέλους κατηγορούν τη Σπάρτη για... "μωρία" και... "υπεροπτική ηλιθιότητα" (W.G. Forrest, "A History Of Sparta", Λονδίνο 1968, σελ. 105, 138, 139), για.. "καταστροφική ανοησία" (A.H.M. Jones, "Sparta", Οξφόρδη 1967 σελ. 59), για.. "κοντοφθαλμία" (H. Michell, "Sparta", Καίμπριτζ, 1952, σελ. 39) και άλλα ανάλογα.

(3) Κ. Σιαμάκης, ως άνω, σελ. 33: "Λακεδαιμόνιος σημαίνει κατ’ αρχήν ο δαιμονισμένος κράχτης, πρόπολος οργιαστικού θεού σε κατάσταση δαιμονισμού… οργιαστής που κραυγάζει (λακεί) σαν μανιακός για τον θεό του". (sic)

(4) Ως άνω, σελ. 34: "...παγερές, ύπουλες και απάνθρωπες πολεμικές μηχανές, επαγγελματίες δολοφόνοι, γνωστοί στην Ελλάδα για την περιβόητη κρυπτεία τους..."

(5) Εδώ εντάσσεται η υιοθέτηση των ψηλών λοφίων στις περικεφαλαίες και των πλούσιων γενειάδων και μαλλιών που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται πιό ψηλοί και επιβλητικοί. Στην ίδια χρήση του εντυπωσιασμού εντάσσεται και η επιβλητική πολεμική τελετή "Καστόρειον" που προηγείτο της επίθεσης των Σπαρτιατών κατά της εχθρικής παράταξης: οι οπλίτες παρατάσσονταν στεφανωμένοι με τα κράνη και τις ασπίδες μπροστά στα πόδια τους, και ο επικεφαλής βασιλιάς θυσίαζε μία κατσίκα στην Αρτέμιδα «Αγροτέρα», τον Απόλλωνα «Βαδρόμιο» και τις Μούσες, ενώ οι αυλοί έπαιζαν έναν ειδικό παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων και των προγονικών ψυχών. Αυτός ο πολεμικός παιάν συνέχιζε να παίζεται από τους αυλητές μέχρι την ολοκλήρωση των θυσιών και τη μελέτη του σφάγιου από τους μάντεις, και στη συνέχεια οι πολεμιστές φορώντας τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες τους, άρχιζαν να τον ψάλλουν δυνατά όλοι μαζί, καθώς στρέφονταν κατά των εχθρών και βάδιζαν εναντίον τους. Περαιτέρω για τις διάφορες αρχαιοελληνικές τελετές στο: Έθιμα των Λακεδαιμονίων Εθνικών

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.10.1-7.10.7)

[7.10.1] Ἀλλὰ ταῦτα γὰρ ὑμῶν πονούντων καὶ ταλαιπωρουμένων ἐκτησάμην αὐτὸς ἀπόνως καὶ ἀταλαιπώρως ἐξηγούμενος. καὶ τίς ὑμῶν ἢ πονήσας οἶδεν ἐμοῦ μᾶλλον ..... ἢ ἐγὼ ὑπὲρ ἐκείνου; ἄγε δὴ καὶ ὅτῳ τραύματα ὑμῶν ἐστι γυμνώσας αὐτὰ ἐπιδειξάτω καὶ ἐγὼ τὰ ἐμὰ ἐπιδείξω ἐν μέρει· [7.10.2] ὡς ἔμοιγε οὐκ ἔστιν ὅ τι τοῦ σώματος τῶν γε δὴ ἔμπροσθεν μερῶν ἄτρωτον ὑπολέλειπται, οὐδὲ ὅπλον τι ἔστιν ἢ ἐκ χειρὸς ἢ τῶν ἀφιεμένων οὗ γε οὐκ ἴχνη ἐν ἐμαυτῷ φέρω· ἀλλὰ καὶ ξίφει ἐκ χειρὸς τέτρωμαι καὶ τετόξευμαι ἤδη καὶ ἀπὸ μηχανῆς βέβλημαι, καὶ λίθοις πολλαχῇ καὶ ξύλοις παιόμενος ὑπὲρ ὑμῶν καὶ τῆς ὑμετέρας δόξης καὶ τοῦ ὑμετέρου πλούτου νικῶντας ὑμᾶς ἄγω διὰ πάσης γῆς καὶ θαλάσσης καὶ πάντων ποταμῶν καὶ ὀρῶν καὶ πεδίων πάντων, [7.10.3] γάμους τε ὑμῖν τοὺς αὐτοὺς γεγάμηκα καὶ πολλῶν ὑμῶν οἱ παῖδες συγγενεῖς ἔσονται τοῖς παισὶ τοῖς ἐμοῖς. ἔτι δὲ ᾧ χρέα ἦν, οὐ πολυπραγμονήσας ἐφ᾽ ὅτῳ ἐγένετο, τοσαῦτα μὲν μισθοφορούντων, τοσαῦτα δὲ ἁρπαζόντων, ὁπότε ἐκ πολιορκίας ἁρπαγὴ γίγνοιτο, διαλέλυμαι ταῦτα. στέφανοί τε χρυσοῖ τοῖς πλείστοις ὑμῶν εἰσι μνημεῖα τῆς τε ἀρετῆς τῆς ὑμετέρας καὶ τῆς ἐξ ἐμοῦ τιμῆς ἀθάνατα. [7.10.4] ὅστις δὲ δὴ καὶ ἀπέθανεν, εὐκλεὴς μὲν αὐτῷ ἡ τελευτὴ ἐγένετο, περιφανὴς δὲ ὁ τάφος, χαλκαῖ δὲ αἱ εἰκόνες τῶν πλείστων οἴκοι ἑστᾶσιν, οἱ γονεῖς δ᾽ ἔντιμοί εἰσι λειτουργίας τε ξυμπάσης καὶ εἰσφορᾶς ἀπηλλαγμένοι· οὐ γάρ τίς γε φεύγων ὑμῶν ἐτελεύτα ἐμοῦ ἄγοντος.
[7.10.5] Καὶ νῦν τοὺς ἀπολέμους ὑμῶν ζηλωτοὺς τοῖς οἴκοι ἀποπέμψειν ἤμελλον· ἀλλ᾽ ἐπειδὴ πάντες ἀπιέναι βούλεσθε, ἄπιτε πάντες, καὶ ἀπελθόντες οἴκοι ἀπαγγείλατε ὅτι τὸν βασιλέα ὑμῶν Ἀλέξανδρον, νικῶντα μὲν Πέρσας καὶ Μήδους καὶ Βακτρίους καὶ Σάκας, [7.10.6] καταστρεψάμενον δὲ Οὐξίους τε καὶ Ἀραχωτοὺς καὶ Δράγγας, κεκτημένον δὲ καὶ Παρθυαίους καὶ Χορασμίους καὶ Ὑρκανίους ἔστε ἐπὶ τὴν θάλασσαν τὴν Κασπίαν, ὑπερβάντα δὲ τὸν Καύκασον ὑπὲρ τὰς Κασπίας πύλας, καὶ περάσαντα Ὄξον τε ποταμὸν καὶ Τάναϊν, ἔτι δὲ τὸν Ἰνδὸν ποταμόν, οὐδενὶ ἄλλῳ ὅτι μὴ Διονύσῳ περαθέντα, καὶ τὸν Ὑδάσπην καὶ τὸνἈκεσίνην καὶ τὸν Ὑδραώτην, [7.10.7] καὶ τὸν Ὕφασιν διαπεράσαντα ἄν, εἰ μὴ ὑμεῖς ἀπωκνήσατε, καὶ ἐς τὴν μεγάλην θάλασσαν κατ᾽ ἀμφότερα τοῦ Ἰνδοῦ τὰ στόματα ἐμβαλόντα, καὶ διὰ τῆς Γαδρωσίας τῆς ἐρήμου ἐλθόντα, ᾗ οὐδείς πω πρόσθεν σὺν στρατιᾷ ἦλθε, καὶ Καρμανίαν ἐν παρόδῳ προσκτησάμενον καὶ τὴν Ὠρειτῶν γῆν, περιπεπλευκότος δὲ ἤδη αὐτῷ τοῦ ναυτικοῦ τὴν ἀπ᾽ Ἰνδῶν γῆς εἰς Πέρσας θάλασσαν, ὡς εἰς Σοῦσα ἐπανηγάγετε, ἀπολιπόντες οἴχεσθε, παραδόντες φυλάσσειν τοῖς νενικημένοις βαρβάροις. ταῦτα ὑμῖν καὶ πρὸς ἀνθρώπων ἴσως εὐκλεᾶ καὶ πρὸς θεῶν ὅσια δήπου ἔσται ἀπαγγελθέντα. ἄπιτε.

***
[7.10.1] Αλλά μπορεί να πείτε ότι τα απέκτησα αυτά με δικούς σας κόπους και ταλαιπωρίες οδηγώντας σας στη μάχη χωρίς ο ίδιος να κουρασθώ και να ταλαιπωρηθώ. Ποιος όμως από σας έχει τη συναίσθηση ότι κοπίασε περισσότερο για χάρη μου από ό,τι εγώ για εκείνον; Εμπρός, λοιπόν, όποιος από σας έχει τραύματα ας γυμνωθεί και ας τα δείξει και εγώ με τη σειρά μου θα δείξω τα δικά μου, [7.10.2] γιατί σε μένα δεν υπάρχει κανένα μέρος του σώματος, μπροστά τουλάχιστον, που να έχει μείνει άτρωτο. Ούτε υπάρχει κανένα είδος όπλου από όσα χρησιμοποιούνται από κοντά ή από όσα ρίχνονται από μακριά που να μην έχει αφήσει τα ίχνη του επάνω μου, αλλά και με ξίφος έχω τραυματισθεί σε συμπλοκή και με βέλος έχω ήδη χτυπηθεί και από πολεμική μηχανή έχω πληγεί και πολλές φορές χτυπήθηκα με πέτρες και με ξύλα για σας και για τη δική σας δόξα και τον δικό σας πλούτο. Νικητές σάς οδηγώ μέσα από όλη τη γη και τη θάλασσα και όλους τους ποταμούς και τα βουνά και τις πεδιάδες. [7.10.3] Έχω κάμει τον ίδιο με σας γάμο και τα παιδιά πολλών από σας θα είναι συγγενείς με τα παιδιά μου. Όσοι επίσης είχαν χρέη τούς τα εξόφλησα χωρίς να πολυεξετάσω για ποιό λόγο έγιναν, αν και έχετε τόσο μεγάλους μισθούς και αρπάζετε τόσα λάφυρα, κάθε φορά που παραδίδονται οι πόλεις στη διαρπαγή ύστερα από πολιορκία. Ακόμη οι περισσότεροι από σας έχετε στεφάνια χρυσά ως αιώνια ενθύμια και της δικής σας ανδρείας και της δικής μου εκτίμησης. [7.10.4] Σε όποιον πάλι σκοτώθηκε στη μάχη ένδοξος ήταν ο θάνατος και μεγαλοπρεπής η ταφή και για τους περισσότερους έχουν στηθεί χάλκινα αγάλματα στην πατρίδα, ενώ οι γονείς τους απολαμβάνουν μεγάλες τιμές και έχουν απαλλαγεί από κάθε δημόσια υποχρέωση και έκτακτη εισφορά. Γιατί όσο εγώ σας διοικώ, κανένας από σας δεν σκοτώθηκε καταδιωκόμενος από τον εχθρό.
[7.10.5] Και τώρα όσους από σας δεν είναι αξιόμαχοι σκόπευα να τους στείλω πίσω, ώστε να είσθε αξιοζήλευτοι στους συμπατριώτες μας, επειδή όμως θέλετε να φύγετε όλοι, φύγετε όλοι. Και όταν επιστρέψετε στην πατρίδα, αναγγείλατε ότι τον βασιλιά σας τον Αλέξανδρο που νίκησε τους Πέρσες και τους Μήδους και τους Βακτριανούς και τους Σάκες· [7.10.6] που υπέταξε τους Ουξίους και τους Αραχωσίους και τους Δράγγες· που κατέκτησε τους Πάρθους και τους Χορασμίους και τους Υρκανίους μέχρι την Κασπία θάλασσα· που ανέβηκε τον Καύκασο πέρα από τις πύλες της Κασπίας και πέρασε τον Όξο ποταμό και τον Τάναη και ακόμη τον Ινδό ποταμό, τον οποίο κανένας άλλος εκτός από τον Διόνυσο δεν πέρασε, [7.10.7] και τον Υδάσπη και τον Ακεσίνη και τον Υδραώτη και θα διέβαινε τον Ύφαση, αν εσείς δεν δειλιάζατε· που εισόρμησε στη μεγάλη θάλασσα και από τα δύο στόμια του Ινδού ποταμού και διέσχισε τη Γαδρωσία έρημο, την οποία κανένας μέχρι τώρα δεν πέρασε με στρατό προηγουμένως, και κατέκτησε επιπλέον την Καρμανία και τη χώρα των Ωρειτών κατά το πέρασμά του· που το ναυτικό του είχε περιπλεύσει την ακτή από τη γη της Ινδίας μέχρι την Περσική θάλασσα, μόλις επιστρέψατε στα Σούσα, τον εγκαταλείψατε και φύγατε, παραδίδοντας την προστασία του στους νικημένους βαρβάρους. Αυτά όταν τα αναγγείλετε, θα τα θεωρήσουν, νομίζω, ένδοξα κατορθώματα οι άνθρωποι και ευσεβείς πράξεις οι θεοί. Πηγαίνετε».

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1416-1445)

ΧΟ. ἀλλ᾽ ὧν ἐπαιτεῖς ἐς δέον πάρεσθ᾽ ὅδε
Κρέων τὸ πράσσειν καὶ τὸ βουλεύειν, ἐπεὶ
χώρας λέλειπται μοῦνος ἀντὶ σοῦ φύλαξ.
ΟΙ. οἴμοι, τί δῆτα λέξομεν πρὸς τόνδ᾽ ἔπος;
1420 τίς μοι φανεῖται πίστις ἔνδικος; τὰ γὰρ
πάρος πρὸς αὐτὸν πάντ᾽ ἐφηύρημαι κακός.
ΚΡ. οὐχ ὡς γελαστής, Οἰδίπους, ἐλήλυθα,
οὐδ᾽ ὡς ὀνειδιῶν τι τῶν πάρος κακῶν.
ἀλλ᾽ εἰ τὰ θνητῶν μὴ καταισχύνεσθ᾽ ἔτι
1425 γένεθλα, τὴν γοῦν πάντα βόσκουσαν φλόγα
αἰδεῖσθ᾽ ἄνακτος Ἡλίου, τοιόνδ᾽ ἄγος
ἀκάλυπτον οὕτω δεικνύναι, τὸ μήτε γῆ
μήτ᾽ ὄμβρος ἱερὸς μήτε φῶς προσδέξεται.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστ᾽ ἐς οἶκον ἐσκομίζετε·
1430 τοῖς ἐν γένει γὰρ τἀγγενῆ μάλισθ᾽ ὁρᾶν
μόνοις τ᾽ ἀκούειν εὐσεβῶς ἔχει κακά.
ΟΙ. πρὸς θεῶν, ἐπείπερ ἐλπίδος μ᾽ ἀπέσπασας,
ἄριστος ἐλθὼν πρὸς κάκιστον ἄνδρ᾽ ἐμέ,
πιθοῦ τί μοι· πρὸς σοῦ γάρ, οὐδ᾽ ἐμοῦ, φράσω.
1435 ΚΡ. καὶ τοῦ με χρείας ὧδε λιπαρεῖς τυχεῖν;
ΟΙ. ῥῖψόν με γῆς ἐκ τῆσδ᾽ ὅσον τάχισθ᾽, ὅπου
θνητῶν φανοῦμαι μηδενὸς προσήγορος.
ΚΡ. ἔδρασ᾽ ἂν εὖ τοῦτ᾽ ἴσθ᾽ ἄν, εἰ μὴ τοῦ θεοῦ
πρώτιστ᾽ ἔχρῃζον ἐκμαθεῖν τί πρακτέον.
1440 ΟΙ. ἀλλ᾽ ἥ γ᾽ ἐκείνου πᾶσ᾽ ἐδηλώθη φάτις,
τὸν πατροφόντην, τὸν ἀσεβῆ μ᾽ ἀπολλύναι.
ΚΡ. οὕτως ἐλέχθη ταῦθ᾽· ὅμως δ᾽ ἵν᾽ ἕσταμεν
χρείας ἄμεινον ἐκμαθεῖν τί δραστέον.
ΟΙ. οὕτως ἄρ᾽ ἀνδρὸς ἀθλίου πεύσεσθ᾽ ὕπερ;
1445 ΚΡ. καὶ γὰρ σὺ νῦν τἂν τῷ θεῷ πίστιν φέροις.

***
ΧΟΡ. Κοντά στο νου κι ο Κρέων φτάνει
κι ό,τι ζητάς αυτός αποφασίζει
κι εκτελεί.
Έμεινε μόνος πια της χώρας φύλακας
στη θέση που άφησες κενή.
ΟΙΔ. Αλίμονο,
και πώς θα του μιλήσω;
1420 Άδικο θα ᾽χει να δυσπιστεί;
Τόσο πολύ πριν λίγο τον αδίκησα.
ΚΡΕ. Οιδίπου, δεν ήρθα να σε χλευάσω,
δεν ήρθα να μυκτηρίσω τα πάθη σου.
Όμως εσείς, αν δεν αισθάνεστε ντροπή
για την ανθρώπινη υπόσταση,
ας σεβαστείτε κάποτε
τη ζωοδότρα φλόγα
του βασιλιά Ηλίου
και μην αφήσετε γυμνή τη φρίκη
να περιφέρεται.
Η γη, το φως, το ύδωρ το σεμνό
την αποστρέφονται.
Γοργά στο σπίτι να τον πάτε.
1430 Οι συγγενείς έχουν μονάχα χρέος
να βλέπουν και ν᾽ ακούν
ευλαβικά τη συμφορά του.
ΟΙΔ. Με λύτρωσες απ᾽ την απελπισία.
Ήρθες καλοπροαίρετος
στον κακορίζικο.
Για το Θεό,
θέλω να με προσέξεις.
Για το δικό σου το καλό
κι όχι για το δικό μου.
ΚΡΕ. Τί χάρη μου ζητάς κι εκλιπαρείς;
ΟΙΔ. Όσο πιο γρήγορα μπορείς
εξόρισέ με,
εκεί που άνθρωπος κανείς
δε θα γυρίζει να με δει.
ΚΡΕ. Σε βεβαιώνω, θα το πράξω.
Μα πρώτα θα ρωτήσω το θεό.
1440 ΟΙΔ. Εκείνος μίλησε ξεκάθαρα
πως πρέπει να χαθεί
ο μολυσμένος πατροκτόνος.
ΚΡΕ. Γνωρίζω τί μας μήνυσε.
Όμως στην ώρα της ανάγκης
κρίνω πως πρέπει να ρωτήσω
για να βεβαιωθώ.
ΟΙΔ. Θες να ρωτήσεις το θεό
για μένα τον τρισάθλιο.
ΚΡΕ. Τώρα πιστεύεις και συ στο θεό.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (2.1-2.75)

Ραψωδία Β'

Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν
.

Ἄλλοι μέν ῥα θεοί τε καὶ ἀνέρες ἱπποκορυσταὶ
εὗδον παννύχιοι, Δία δ᾽ οὐκ ἔχε νήδυμος ὕπνος,
ἀλλ᾽ ὅ γε μερμήριζε κατὰ φρένα ὡς Ἀχιλῆα
τιμήσῃ, ὀλέσῃ δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.
ἥδε δέ οἱ κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή, 5
πέμψαι ἐπ᾽ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι οὖλον Ὄνειρον·
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«βάσκ᾽ ἴθι, οὖλε Ὄνειρε, θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν·
ἐλθὼν ἐς κλισίην Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο
πάντα μάλ᾽ ἀτρεκέως ἀγορευέμεν ὡς ἐπιτέλλω· 10
θωρῆξαί ἑ κέλευε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοι πόλιν εὐρυάγυιαν
Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται.» 15
Ὣς φάτο, βῆ δ᾽ ἄρ᾽ Ὄνειρος ἐπεὶ τὸν μῦθον ἄκουσε·
καρπαλίμως δ᾽ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν,
βῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ Ἀτρεΐδην Ἀγαμέμνονα· τὸν δὲ κίχανεν
εὕδοντ᾽ ἐν κλισίῃ, περὶ δ᾽ ἀμβρόσιος κέχυθ᾽ ὕπνος.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς Νηληΐῳ υἷι ἐοικώς, 20
Νέστορι, τόν ῥα μάλιστα γερόντων τῖ᾽ Ἀγαμέμνων·
τῷ μιν ἐεισάμενος προσεφώνεε θεῖος Ὄνειρος·
«εὕδεις, Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο·
οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα,
ᾧ λαοί τ᾽ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε· 25
νῦν δ᾽ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι,
ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ᾽ ἐλεαίρει.
θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν
Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες 30
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται
ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσί, μηδέ σε λήθη
αἱρείτω εὖτ᾽ ἄν σε μελίφρων ὕπνος ἀνήῃ.»
Ὣς ἄρα φωνήσας ἀπεβήσετο, τὸν δ᾽ ἔλιπ᾽ αὐτοῦ 35
τὰ φρονέοντ᾽ ἀνὰ θυμὸν ἅ ῥ᾽ οὐ τελέεσθαι ἔμελλον·
φῆ γὰρ ὅ γ᾽ αἱρήσειν Πριάμου πόλιν ἤματι κείνῳ,
νήπιος, οὐδὲ τὰ ᾔδη ἅ ῥα Ζεὺς μήδετο ἔργα·
θήσειν γὰρ ἔτ᾽ ἔμελλεν ἐπ᾽ ἄλγεά τε στοναχάς τε
Τρωσί τε καὶ Δαναοῖσι διὰ κρατερὰς ὑσμίνας. 40
ἔγρετο δ᾽ ἐξ ὕπνου, θείη δέ μιν ἀμφέχυτ᾽ ὀμφή·
ἕζετο δ᾽ ὀρθωθείς, μαλακὸν δ᾽ ἔνδυνε χιτῶνα,
καλὸν νηγάτεον, περὶ δὲ μέγα βάλλετο φᾶρος·
ποσσὶ δ᾽ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα,
ἀμφὶ δ᾽ ἄρ᾽ ὤμοισιν βάλετο ξίφος ἀργυρόηλον· 45
εἵλετο δὲ σκῆπτρον πατρώϊον, ἄφθιτον αἰεί·
σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων.
Ἠὼς μέν ῥα θεὰ προσεβήσετο μακρὸν Ὄλυμπον,
Ζηνὶ φόως ἐρέουσα καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν·
αὐτὰρ ὁ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσε 50
κηρύσσειν ἀγορήνδε κάρη κομόωντας Ἀχαιούς·
οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ᾽ ἠγείροντο μάλ᾽ ὦκα·
Βουλὴν δὲ πρῶτον μεγαθύμων ἷζε γερόντων
Νεστορέῃ παρὰ νηῒ Πυλοιγενέος βασιλῆος·
τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν· 55
«κλῦτε, φίλοι· θεῖός μοι ἐνύπνιον ἦλθεν Ὄνειρος
ἀμβροσίην διὰ νύκτα· μάλιστα δὲ Νέστορι δίῳ
εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ᾽ ἄγχιστα ἐῴκει·
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί με πρὸς μῦθον ἔειπεν·
“εὕδεις, Ἀτρέος υἱὲ δαΐφρονος ἱπποδάμοιο· 60
οὐ χρὴ παννύχιον εὕδειν βουληφόρον ἄνδρα,
ᾧ λαοί τ᾽ ἐπιτετράφαται καὶ τόσσα μέμηλε·
νῦν δ᾽ ἐμέθεν ξύνες ὦκα· Διὸς δέ τοι ἄγγελός εἰμι,
ὃς σεῦ ἄνευθεν ἐὼν μέγα κήδεται ἠδ᾽ ἐλεαίρει·
θωρῆξαί σε κέλευσε κάρη κομόωντας Ἀχαιοὺς 65
πανσυδίῃ· νῦν γάρ κεν ἕλοις πόλιν εὐρυάγυιαν
Τρώων· οὐ γὰρ ἔτ᾽ ἀμφὶς Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες
ἀθάνατοι φράζονται· ἐπέγναμψεν γὰρ ἅπαντας
Ἥρη λισσομένη, Τρώεσσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπται
ἐκ Διός· ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσίν.” ὣς ὁ μὲν εἰπὼν 70
ᾤχετ᾽ ἀποπτάμενος, ἐμὲ δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκεν.
ἀλλ᾽ ἄγετ᾽, αἴ κέν πως θωρήξομεν υἷας Ἀχαιῶν·
πρῶτα δ᾽ ἐγὼν ἔπεσιν πειρήσομαι, ἣ θέμις ἐστί,
καὶ φεύγειν σὺν νηυσὶ πολυκλήϊσι κελεύσω·
ὑμεῖς δ᾽ ἄλλοθεν ἄλλος ἐρητύειν ἐπέεσσιν.» 75

***
Όλοι κοιμώντ᾽ ολονυκτίς θεοί και πολεμάρχοι,
αλλ᾽ ύπνος δεν κατέβαινε στα μάτια του Κρονίδη
κι εμεριμνούσε πώς τιμήν να δώσει του Αχιλλέως
και αφανισμόν των Αχαιών να φέρει εκεί στα πλοία·
5 και τούτ᾽ η συμφερότερη βουλή στον νουν του εφάνη
να στείλει πλάνον Όνειρον ευθύς εις τον Ατρείδην,
κι εκείνον επροσφώνησε με λόγια φτερωμένα:
«Όνειρε πλάνε, στα γοργά των Αχαιών καράβια
κατέβα, του Αγαμέμνονος μες στην σκηνήν του Ατρείδη,
10 όλ᾽ απαράλλακτα να ειπείς αυτά που σε προστάζω.
Των ανδρειωμένων Αχαιών τα πλήθη ας αρματώσει
όλα, και τώρα θα ᾽παιρνε την πόλιν του Πριάμου,
που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,
αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν
15 και πόνου ώρα κρέμαται στην κεφαλήν των Τρώων».
Άμα τον λόγον άκουσε, στων Αχαιών τα πλοία
εχύθη ευθύς ο Όνειρος, μες στην σκηνήν του Ατρείδη
και σ᾽ ύπνον μέσ᾽ αμβρόσιον τον ήβρε βυθισμένον·
στην κεφαλήν του εστήθηκεν επάνω και ομοιώθη
20 του Νηλείδη Νέστορος, που εκείνον ο Ατρείδης
από τους άλλους γέροντες εξαίρετα ετιμούσε.
Μ᾽ αυτόν ο θείος Όνειρος ομοιώθη και του είπε:
«Κοιμάσ᾽, υιέ του ανδράγαθου του πολεμάρχου Ατρέως;
Και να κοιμάται ολονυκτίς δεν πρέπει ο βουληφόρος,
25 που σ᾽ αυτόν κρέμονται οι λαοί και έχει φροντίδες τόσες·
τώρ᾽ άκουσέ με· μηνυτήν σ᾽ εσέ με στέλνει ο Δίας
που και μακράν σε συμπονεί πολύ και σ᾽ ελεείται.
Τους ανδρειωμένους Αχαιούς σου λέγει ν᾽ αρματώσεις
όλους· και τώρα θα ᾽παιρνες την πόλιν του Πριάμου,
30 που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,
αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν,
και ο Δίας κρέμασ᾽ όλεθρον στην κεφαλήν των Τρώων.
Αυτό στον νουν σου φύλαξε, να μη το λησμονήσεις
όταν ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη σου θ᾽ αφήσει».
35 Είπε και αυτού τον άφησε να έχει μες στον νουν του
εκείνα που αληθινά δεν έμελλαν να γίνουν·
να πάρει εθάρρευε ο τυφλός εκείνην την ημέραν
την Τροίαν και δεν γνώριζε τι μελετούσε ο Δίας,
πόμελλε ακόμη στεναγμούς και πόνους να γεννήσει
40 των Τρώων και των Δαναών με φοβερούς πολέμους.
Εξύπνησε που έπλεε τριγύρ᾽ ο θείος λόγος.
Εκάθισε και μαλακόν επέρασε χιτώνα,
εύμορφον, νέον, κι έβαλε μεγάλο επανωφόρι,
στα λαμπρά πόδια σάνδαλα προσέδεσεν ωραία,
45 ξίφος αργυροκάρφωτον εζώσθη και το σκήπτρον
προγονικό του κι άφθαρτον επήρε και μ᾽ εκείνο
των χαλκοφόρων Αχαιών επήγε στα καράβια.
Άμα η θεά στον Όλυμπον Ηώς ανεβασμένη
του Δία και όλων των θεών το φως επρομηνούσε,
50 τους ψηλοφώνους κήρυκες επρόσταζεν εκείνος
τους ανδρειωμένους Αχαιούς στην σύνοδο να κράξουν.
Εκείνοι εκράξαν και γοργά συνάζοντο τα πλήθη.
Και πρώτα εκάθισε βουλήν των σεβαστών γερόντων,
όπου της Πύλου ο βασιλιάς το πλοίον είχε, ο Νέστωρ.
55 Κι έστρωσ᾽ εμπρός τους βούλημα σοφό που εβρήκε ο νους του:
«Ακούσετέ με, αγαπητοί· μες στην αγίαν νύκτα
ο θείος μ᾽ ήβρεν Όνειρος και είχε του γενναίου
Νέστορος το ανάστημα, την πλάση και την όψη·
στην κεφαλήν μου εστάθηκεν επάνω και μου είπε:
60 «Κοιμάσ᾽ υιέ του ανδράγαθου, του πολεμάρχου Ατρέως;
Και να κοιμάται ολονυκτίς δεν πρέπει ο βουληφόρος
που σ᾽ αυτόν κρέμονται οι λαοί κι έχει φροντίδες τόσες·
τώρ᾽ άκουσέ με· μηνυτήν σ᾽ εσέ με στέλνει ο Δίας
που και μακράν σε συμπονεί πολύ και σ᾽ ελεείται·
65 τους ανδρειωμένους Αχαιούς σου λέγει ν᾽ αρματώσεις
όλους· και τώρα θα ᾽παιρνες την πόλιν του Πριάμου
που πλέον δεν διχογνωμούν οι κάτοικοι του Ολύμπου,
αφού τους παρακάλεσεν η Ήρα κι εσυγκλίναν
και ο Δίας όλεθρον κρεμά στην κεφαλήν των Τρώων.
70 Τούτα στον νουν σου φύλαξε». Είπεν αυτά κι εχάθη,
κι εμέν᾽ ο ύπνος άφησε· τώρ᾽ ας εβρούμε τρόπον
πώς να πεισθούν ν᾽ αρματωθούν και πρώτα, ως θέλ᾽ η ανάγκη,
για να τους δοκιμάσω εγώ θα τους ειπώ να φύγουν
με τα γοργά καράβια τους και σεις απ᾽ άλλο μέρος
75 με νουθεσίες όλοι σας θα τους κρατείτε οπίσω».

Ο αχάριστος άνθρωπος δεν έχει γιατρειά

Έχει πολλά να σου διδάξει η αχαριστία. Στην αρχή, δεν την καταλαβαίνεις. Κάνει αισθητή την παρουσία της σιγά σιγά. Κινείται υποχθόνια και κάνει τη δουλειά της. Δεν μπορείς να της αντισταθείς.

Εξασθενεί τις άμυνες σου και παραλύει τις εσωτερικές σου δυνάμεις. Σου κάνει ψυχολογικό πόλεμο. Μπαίνει μέσα στο μυαλό σου και προσπαθεί να το κουμαντάρει με τις κατηγορίες που σου προσάπτει. Μπαίνει στη μάχη πάντα με την ίδια πρόταση.

Μα εσύ δεν καταλαβαίνεις. Ότι και εάν κάνεις, δεν είναι αρκετό για τις απαιτήσεις της. Και εσύ σαν καλός Σαμαρείτης προσπαθείς όλο και περισσότερο χωρίς να ανταμείβονται οι προσπάθειές σου.

Ο πόλεμος συνεχίζεται με το αγαπημένο της όπλο. Ξεκινά την επίθεση της με την υποτίμηση. Σε μειώνει με το παραμικρό σου λάθος. Με αυτό τον τρόπο προσπαθεί να σου δείξει πόσο μικρός και ανήμπορος είσαι.

«Δεν έκανες και τίποτα. Όλα μόνη μου τα έκανα».

Έτσι σου μιλάει και γυρνάει το μυαλό σου ανάποδα. Προσπαθείς να κρατήσεις το στόμα σου κλειστό καθώς σου λέει κατάμουτρα πως η παρουσία σου δεν παίζει κανένα ρόλο στη ζωή της.

Ξεχνάει εκείνες τις νύχτες που καθόσουν ξάγρυπνος δίπλα της για να ακούσεις τα παράπονά της. Σβήνει από τη μνήμη της τα ξενύχτια που έριξες για να την κανείς χαρούμενη και να την αποφορτίσεις από το άγχος της. Παραβλέπει τις θυσίες σου αλλά θυμάται πάντα τις σκληρές σου κουβέντες και τα λάθη σου.

Βλέπεις είναι καλή στο παιχνίδι της αποπλάνησης. Σε χειρίζεται χωρίς να σε υπολογίζει. Δεν την ενδιαφέρει κανένας παρά μονό ο εαυτός της. Θέλει μοναχά να παίρνει και το συμφέρον της είναι η μοναδική της ανάγκη. Προσέχει μόνο όσους την εξυπηρετούν. Θέλει να γίνονται τα χατίρια της μόνο, χωρίς να τη νοιάζουν οι ανάγκες σου.

Όλοι θεωρούνται εχθροί της εάν δε συμφωνήσουν μαζί της και ποτέ δεν αναγνωρίζει τα λάθη της. Αντιθέτως, κάνει ότι περνά από το χέρι της για να αποποιηθεί από τις ευθύνες της. Μισεί αυτούς που την κρίνουν και δεν την επαινούν. Για αυτό το λόγο, μένει πάντα μόνη της χωρίς φίλους, χωρίς ανθρώπους που να την καταλαβαίνουν.

Μοναχά βρίσκει διεξόδους σε φτηνές αγκαλιές και φτηνούς ανθρώπους. Ψάχνει να βρει τους όμοιούς της που θα τη συμπληρώσουν. Η γοητεία που σου ασκούσε στην αρχή έχει εξαφανιστεί και έχει μετατραπεί σε αβυσσαλέα απέχθεια. Αισθάνεσαι αηδιασμένος από την πραγματική της όψη και το μόνο που θέλεις είναι να την πετάξεις από τη ζωή σου.

Έχεις την ανάγκη να την διώξεις από τη ζωή σου γιατί κατάλαβες τις παρενέργειές της πάνω σου. Σταμάτησες να είσαι ο εαυτός σου και έγινες αυτό που μισούσες. Κοιτάς τον καθρέφτη και βλέπεις έναν ξένο ο οποίος πιστεύει όσα σου λέει αυτός ο αχάριστος άνθρωπος.

Δε γιατρεύεται η αχαριστία όταν μπαίνει σε ανθρώπινο σώμα. Τώρα το κατάλαβες και με το παραπάνω. Για αυτό όταν τους συναντήσεις στο δρόμο σου να τους κοιτάς όχι τόσο στα μάτια τους αλλά κυρίως στο στόμα τους. Έχουν μάθει να λένε λέξεις με πρώτο συνθετικό το εγώ και ποτέ το εμείς.

Εν τέλει, η αχαριστία τους σου δίδαξε το πιο σημαντικό μάθημα στη ζωή σου. Έμαθες να επιλέγεις τους σωστούς από τους σκάρτους. Και αυτό είναι μεγάλη υπόθεση για την ευτυχία σου.

Ο ναρκισσισμός ως αυτοπροστασία

Σύμφωνα με τον μύθο, ο όμορφος νεαρός Νάρκισσος ερωτεύτηκε παράφορα τον εαυτό του μόλις αντίκρισε το ειδώλό του στο νερό μιας πηγής - και υπέφερε από αυτόν τον ακόρεστο έρωτα για τον εαυτό του ως τον θάνατό του. Οι ναρκισσιστές είναι επομένως άνθρωποι ερωτευμένοι με τον εαυτό τους, τον οποίο αντιλαμβάνονται ως υπέροχο και σημαντικό.

Στην πραγματικότητα όμως, όλη αυτή η επίδειξη μεγαλείου και αριστείας δεν είναι παρά μια αμυντική στρατηγική, την οποία ανέπτυξαν για να μην νιώθουν το πληγωμένο σκοτεινό παιδί που έχουν μέσα τους.

Ναρκισσιστική προσωπικότητα

Όσοι αναπτύσσουν ναρκισσιστική προσωπικότητα έχουν μάθει από μικροί να απωθούν το σκοτεινό παιδί τους, που νιώθει άχρηστο και αξιοθρήνητο, κατασκευάζοντας έναν ιδανικό δεύτερο εαυτό. Κάνουν τα πάντα για να ξεχωρίσουν από τον μέσο όρο και να πλάσουν αυτόν τον ιδανικό εαυτό τους.

Οι νάρκισσοι μοχθούν αφάνταστα να γίνουν κάτι ξεχωριστό, γιατί το σκοτεινό παιδί τους νιώθει ακριβώς το αντίθετο. Για να φιμώσουν το σκοτεινό παιδί τους, κυνηγούν τις εξαιρετικές επιδόσεις, την εξουσία, την ομορφιά, την επιτυχία και την αναγνώριση. Συνεπώς, ο ναρκισσισμός αποτελεί μια ολόκληρη δέσμη από αμυντικές στρατηγικές, στις οποίες δυστυχώς περιλαμβάνεται και η απαξίωση των άλλων.

Έτσι, οι ναρκισσιστές έχουν οξυμμένο αισθητήριο για τις αδυναμίες του αντιπάλου τους, τις οποίες αρέσκονται να τονίζουν υπό τη μορφή καυστικών σχολίων, επειδή δεν αντέχουν τις δικές τους αδυναμίες.

Αλλά, εστιάζοντας στις αδυναμίες των άλλων, αποστρέφουν το βλέμμα τους από τις δικές τους. Και με τις επικρίσεις τους πυροδοτούν στον περίγυρό τους ακριβώς τα συναισθήματα που οι ίδιοι δεν θέλουν να νιώθουν: βαθιά ανασφάλεια και κατωτερότητα. Στους νάρκισσους παρατηρείται πολύ έντονα το φαινόμενο της αντιστροφής των ρόλων θύτη και θύματος.

Ωστόσο, ορισμένοι ναρκισσιστές επιλέγουν την ακριβώς αντίθετη στρατηγική για να προσδώσουν αξία στον εαυτό τους. Εξιδανικεύουν τους ανθρώπους που τους περιβάλλουν, με αποτέλεσμα να καυχώνται διαρκώς για τον υπέροχο σύντροφό τους, τα εκπληκτικά παιδιά τους και τους σημαντικούς φίλους τους. Πολλοί εφαρμόζουν και τις δύο στρατηγικές εναλλάξ: εξιδανικεύουν και απαξιώνουν. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου αρχικά εξιδανικεύουν μια νέα γνωριμία ή μια νέα ερωτική σχέση, αλλά ύστερα την απαξιώνουν και την εγκαταλείπουν.

Προς όποια, όμως, κατεύθυνση και αν ρέπουν οι ναρκισσιστές -της εξιδανίκευσης ή της απαξίωσης-, τους αρέσει να υπερηφανεύονται για τις ικανότητες, τα υπάρχοντάς τους και τη δουλειά τους. Κι αυτό δεν το κάνουν πάντα λεκτικά και με τυμπανοκρουσίες. Υπάρχουν και οι λεγόμενοι σιωπηλοί νάρκισσοι. Συχνά πρόκειται για διανοούμενους, οι οποίοι επιδεικνύουν διαρκώς -πλην, όμως, σε χαμηλούς τόνους- την υπεροχή και τη μοναδικότητά τους.

Τα σχεσιακά μοτίβα των νάρκισσων

Αλλά οι νάρκισσοι έχουν και τις συμπαθείς πλευρές τους. Μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα γοητευτικοί, αξιαγάπητοι και ενδιαφέροντες. Ορισμένοι, μάλιστα, είναι άκρως χαρισματικές προσωπικότητες. Χάρη στην εμμονή τους με την επιτυχία, η επαγγελματική τους ανέλιξη είναι συχνά εντυπωσιακή και τους προσδίδει ιδιαίτερο κύρος. Επομένως, οι επίμοχθες προσπάθειές τους να ξεχωρίσουν συνήθως αποφέρουν καρπούς.

Κι αυτό προσελκύει κοντά τους άλλους νάρκισσους, αλλά και ανθρώπους με τάσεις εξάρτησης από τον σύντροφό τους. Όταν δύο ναρκισσιστές συνάπτουν σχέση μεταξύ τους, αυτή η σχέση θυμίζει συνήθως διαδρομή με το τρενάκι του τρόμου -είναι γεμάτη εξάρσεις πάθους και αλληλοτραυματισμών. Όταν, αντίθετα, ο σύντροφος ενός ναρκισσιστή έχει τάσεις εξάρτησης, τότε τις περισσότερες φορές ανέχεται αδιαμαρτύρητα τις φραστικές επιθέσεις του ναρκισσιστή και καταβάλλει κοπιώδεις προσπάθειες να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του.

Αυτό το εγχείρημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία, επειδή όσο «φρόνιμα» κι αν συμπεριφέρεται, η στάση του δεν μπορεί να αλλάξει την αντιληπτική διαστρέβλωση του νάρκισσου, ο οποίος παραβλέπει ολοσχερώς τα δικά του ελαττώματα, βάζοντας συγχρόνως στο μικροσκόπιο το παραμικρό πραγματικό ή υποτιθέμενο ελάττωμα του συντρόφου του.

Όταν ο νάρκισσος εγκλωβίζεται στη συγκεκριμένη αντιληπτική διαστρέβλωση, τότε εστιάζει, φερ' ειπείν, στη μεγαλούτσικη μύτη της φίλης του, ενώ τα προτερήματά της χάνονται από το οπτικό του πεδίο.

Αυτό το υποτιθέμενο ελάττωμα εξοργίζει αφάνταστα τον νάρκισσο, γιατί η κοπέλα του πρέπει να του προσδίδει καταξίωση. Γι' αυτό και οφείλει να είναι τέλεια - όπως ο ίδιος.

Κανείς σύντροφος δεν έχει ελπίδα απέναντι στον ανιχνευτή ελαττωμάτων που διαθέτει ο ναρκισσιστής. Οι εξαρτημένοι σύντροφοι ισχυρίζονται, ωστόσο, πως αν ήταν λίγο καλύτεροι και ομορφότεροι, ο ναρκισσιστής θα ήταν ευχαριστημένος μαζί τους. Πρόκειται για μια τυπική πλάνη του σκοτεινού παιδιού, η οποία δεν παρατηρείται μόνο στις σχέσεις με νάρκισσους.

Πολλοί άνθρωποι έχουν την τάση να επηρεάζονται αρνητικά από την κριτική -όσο άδικη ή αναίτια κι αν είναι. Εξαιτίας των βιωμάτων τους, έχουν διαρκώς την αίσθηση ότι είναι ένοχοι και ανεπαρκείς. Κι αυτό συμβαίνει ακόμα κι όταν ο εσωτερικός τους ενήλικας έχει αντιληφθεί από καιρό ότι ο σύντροφός τους είναι ναρκισσιστής και ότι τους απαξιώνει άνευ λόγου.

Γιατί η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν φτάνει ως το σκοτεινό παιδί, το οποίο παραμένει εγκλωβισμένο στα αισθήματα κατωτερότητας που ενισχύονται από τις επικρίσεις του ναρκισσιστή. Για να νιώσει καλύτερα, το σκοτεινό παιδί θέλει οπωσδήποτε να εξασφαλίσει την αναγνώριση του νάρκισσου, με αποτέλεσμα να καταβάλλει όλο και πιο έντονες προσπάθειες να του αρέσει. Όμως, ο νάρκισσος δεν αλλάζει συμπεριφορά.

Έτσι, ο εξαρτημένος σύντροφος νιώθει αποτυχημένος και ανήμπορος, κάτι που ενισχύει ακόμα περισσότερο την εξάρτησή του. Φαύλος κύκλος...

Κύρια συναισθήματα ναρκισσιστών

Η φιλοδοξία και η εξουσιομανία των ναρκισσιστών τούς καθιστά επίσης αντιπαθείς στους συναδέλφους και τους υφισταμένους τους. Επιπλέον, τη συναναστροφή μαζί τους δυσκολεύει ακόμα πιο πολύ η τάση τους να θίγονται με το παραμικρό. Ο νάρκισσος είναι ιδιαίτερα εύθικτος, κάτι που εκ πρώτης όψεως φαντάζει ακατανόητο. Κανείς δεν περιμένει από κάποιον που διαθέτει τόση αυτοπεποίθηση να αντιδρά σαν μυγιάγγιχτος. Μόνο που το βαθιά ανασφαλές και πληγωμένο σκοτεινό παιδί μέσα τους δεν αποτραβιέται θλιμμένο, αλλά αντιδρά με αφάνταστη οργή.

Ο θυμός και η μνησικακία συγκαταλέγονται στα κυριότερα συναισθήματα των ναρκισσιστών. Βέβαια, μπορεί καμιά φορά να πέσουν και σε βαριά θλίψη. Αυτό συμβαίνει όταν αποτυγχάνουν οι στρατηγικές επιτυχίας τους και βιώνουν κάποια προσωπική ήττα.

Το σκοτεινό παιδί τους βυθίζεται στην απόγνωση, γιατί στιγμές σαν κι αυτές νιώθει την ανεπάρκεια και την ανικανότητά του σε όλη της την έκταση.

Για να προστατεύσει το σκοτεινό παιδί του, ο ενήλικας θα επιστρατεύσει ξανά τις παλιές στρατηγικές του, προκειμένου να φτάσει και πάλι στην επιτυχία. Καμιά φορά όμως, η οδύνη είναι τόσο αβάσταχτη που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και στην αυτοκτονία ή, σε λιγότερο ακραίες περιπτώσεις. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, με τη βοήθεια ο ναρκισσιστής μαθαίνει να αποδέχεται και να παρηγορεί το σκοτεινό παιδί μέσα του, ώστε να νιώθει ότι το καταλαβαίνουν και το εκτιμούν χωρίς να χρειάζεται να πετυχαίνει ανυπέρβλητες επιδόσεις.

Παρεμπιπτόντως, ο ναρκισσισμός είναι μια αμυντική στρατηγική την οποία εφαρμόζουμε όλοι μας - ο χαρακτηρισμός κάποιου ως «νάρκισσου» εξαρτάται απλώς και μόνο από τον βαθμό στον οποίο την εφαρμόζει.

Ναρκισσιστικές στρατηγικές

Σε μικρότερο βαθμό χρησιμοποιούμε όλοι ναρκισσιστικές στρατηγικές: Θέλουμε να δίνουμε όσο γίνεται καλύτερη εντύπωση. Και καμιά φορά, για να το πετύχουμε, μειώνουμε λιγάκι τους άλλους. Ενίοτε μας αρέσει να κομπάζουμε λιγάκι, ενώ κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ουδόλως τον απασχολεί το κύρος του. Όλοι μας έχουμε πού και πού την τάση να εστιάζουμε στα ελαττώματα των άλλων και να ντρεπόμαστε όταν «μας κάνει ρεζίλι» ο σύντροφός μας.

Προσπαθούμε να απωθήσουμε όσο γίνεται το σκοτεινό παιδί μας και να κρύψουμε τα ελαττώματά μας. Και, αντίστοιχα, θιγόμαστε και πληγωνόμαστε όταν μας απορρίπτουν ή μας επικρίνουν.

Θετικά στοιχεία αυτής της στρατηγικής: Καταβάλλεις πραγματικά τιτάνιες προσπάθειες προκειμένου να έχεις καλές επιδόσεις και όμορφη εξωτερική εμφάνιση. Αυτό απαιτεί αφάνταστη δύναμη και θέληση. Πιθανότατα έχεις να επιδείξεις και πολλές επιτυχίες, για τις οποίες μπορείς να είσαι περήφανος.

Πρώτες βοήθειες: Η αμυντική στρατηγική σου απαιτεί πάρα πολλή ενέργεια και δυσχεραίνει τις σχέσεις σου με τους άλλους. Θα πρέπει να καταλάβεις πως όσο κι αν κοπιάσεις για να γίνεις κάτι ξεχωριστό, δεν πρόκειται να θεραπεύσεις το σκοτεινό παιδί μέσα σου. Ο μόνος τρόπος να το θεραπεύσεις είναι να το αποδεχτείς και να το αγκαλιάσεις επιτέλους. Σταμάτα, λοιπόν, να καταπολεμάς τα υποτιθέμενα ελαττώματά σου και αποδέξου ότι είσαι απλώς ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Μόνο τότε θα μπορέσεις να χαλαρώσεις- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή σου.

Μεταμόρφωση

Όταν παρατηρείς, βλέποντας τα σκουπίδια στο δρόμο, βλέποντας πώς φέρονται οι πολιτικοί, βλέποντας τη δική σου συμπεριφορά προς τη γυναίκα σου, προς τα παιδιά σου και λοιπά, η μεταμόρφωση είναι εκεί. Καταλαβαίνετε;

Το να βάλεις κάποιο είδος τάξης στην καθημερινή σου ζωή, αυτό είναι μεταμόρφωση· όχι κάτι εκπληκτικό, όχι κάτι εκτός αυτού του κόσμου.

Όταν δεν σκέφτεσαι καθαρά, αντικειμενικά, λογικά, έχε επίγνωση αυτού του πράγματος και άλλαξέ το, σταμάτησέ το. Αυτό είναι μεταμόρφωση.

Εάν νοιώθεις ζήλια παρατήρησέ το, μην του δίνεις χρόνο να ανθίσει, σταμάτα το αμέσως. Αυτό είναι μεταμόρφωση.

Όταν νοιώθεις απληστία, βιαιότητα, φιλοδοξία, προσπαθώντας να γίνεις κάποιο είδος άγιου ανθρώπου, δες πώς αυτό δημιουργεί ένα κόσμο χωρίς καμιά χρησιμότητα.

Δεν ξέρω αν έχετε επίγνωση αυτού του πράγματος.

Ο ανταγωνισμός καταστρέφει τον κόσμο.

Ο κόσμος γίνεται όλο και περισσότερο ανταγωνιστικός, όλο και περισσότερο επιθετικός και αν τον αλλάξετε άμεσα, αυτό είναι μεταμόρφωση.

Και αν πάτε πάρα πολύ βαθιά στο πρόβλημα, γίνεται ξεκάθαρο ότι η σκέψη αρνείται την αγάπη.

Οπότε πρέπει να βρει κανείς εάν υπάρχει κάποιο τέλος στη σκέψη ψυχολογικά, ένα τέλος στο χρόνο· μην το φιλοσοφείτε και το συζητάτε, αλλά βρείτε το.

Αυτό είναι πραγματικά μεταμόρφωση και εάν προχωρήσετε πολύ βαθιά σε αυτό, η μεταμόρφωση δεν σημαίνει ποτέ σκέψη να γίνεις κάτι, δεν σημαίνει σύγκριση· είναι το να είσαι απολύτως τίποτα.

ΝΑ ΑΝΤΙΠΑΛΕΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΞΑΠΑΤΗΣΗ Ή ΟΧΙ;

Προτού να ξεκινήσουμε, αξίζει να αναρωτηθούμε αν συντρέχει πραγματικά λόγος να αντιπαλέψουμε την αυτοεξαπάτηση στη ζωή μας. Όπως έχουμε δει, η φυσική επιλογή έχει ευνοήσει την ικανότητά μας να εξαπατούμε τον εαυτό μας, διότι μας βοηθά να εξαπατούμε αποτελεσματικότερα τους άλλους. Γιατί, λοιπόν, να θελήσουμε να περιστείλουμε μια ιδιότητα που υπηρετεί το εξελικτικό μας συμφέρον; Δεν θα ήταν πιο χρήσιμο να αξιοποιούσαμε επιλεκτικά την αυτοεξαπάτηση προς όφελός μας – σε καταστάσεις στις οποίες έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να φανεί αποδοτική- παρά να την καταπολεμήσουμε συνολικά; Δεν παραβιάζει άραγε η γενική προσπάθεια χαλιναγώγησης της αυτοεξαπάτησης την προσήλωσή μας στο εξελικτικό ιδιοσυμφέρον μας;

Όσο βάσιμη και αν φαντάζει η παραπάνω ένσταση, απαντώ απερίφραστα: Δεν δίνω δεκάρα τσακιστή. Δεν πιστεύω ότι πρέπει να θεμελιώνουμε τη ζωή μας, τις διαπροσωπικές σχέσεις μας και τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις μας σε ψέματα. Μάλιστα, από ηθική άποψη, ο συνδυασμός της εξαπάτησης με την αυτοεξαπάτηση μου φαίνεται διπλά κατακριτέος. Στην περίπτωση της απλής εξαπάτησης, το θύμα είναι μόνο ένα· αλλά όταν η εξαπάτηση συνοδεύεται και από αυτοεξαπάτηση, τότε τα εξαπατώμενα άτομα είναι δύο. Επιπλέον, όταν εξαπατάτε τον εαυτό σας, βασίζετε αυτοβούλως τη συμπεριφορά σας σε αναλήθειες, γεγονός που ενδέχεται να έχει αρνητικές παρεπόμενες συνέπειες, τις οποίες να μην μπορείτε να προβλέψετε και οι οποίες να επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η φυσική επιλογή έχει επίσης ευνοήσει την τάση μας να ασκούμε σεξουαλική βία σε γυναίκες, να εξαπολύουμε απρόκλητες επιθέσεις όταν κρίνουμε ότι μας συμφέρει, και ενίοτε να κακοποιούμε τα ίδια τα παιδιά μας. Δεν επικροτώ καμία από αυτές τις συμπεριφορές, ασχέτως αν κατά καιρούς φάνηκαν χρήσιμες στους εξελικτικούς προγόνους μας. Όπως χαρακτηριστικά μου είπε κάποτε ένας εξελικτικός βιολόγος: «Τα γονίδιά μου δεν δίνουν δεκάρα για την πάρτη μου, και ούτε εγώ για τη δική τους».

Μια μεταβλητή στην οποία όντως δίνω σημασία είναι η ιδέα της εξελικτικά σταθερής στρατηγικής- δηλαδή, μιας στρατηγικής η οποία, στο πλαίσιο ενός (καλώς ορισμένου) εξελικτικού παιγνίου, δεν ωθείται ποτέ στην εξαφάνιση. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, δεν αποκλείεται ο περιορισμός της αυτοεξαπάτησης και η ειλικρίνεια (ή έστω η προσπάθεια να φανεί κανείς ειλικρινής και να μην εξαπατά τον εαυτό του)να αποτελούν εξελικτικά σταθερές στρατηγικές – με άλλα λόγια, να μην μπορούν να οδηγηθούν στην εξαφάνιση, έστω και αν η συχνότητά τους στον πληθυσμό διατηρείται χαμηλή. Αν η στρατηγική της ειλικρίνειας οδεύει αναπόδραστα προς τον εξελικτικό της αφανισμό, τότε ίσως θα όφειλα να επανεξετάσω την προσωπική μου στάση. Αν, όμως, είναι εξελικτικά σταθερή, έστω και με χαμηλή συχνότητα στον πληθυσμό, τότε προτιμώ να προκρίνω, ως προσωπική στρατηγική, την προσπάθεια περιστολής της αυτοεξαπάτησης (χωρίς βέβαια να έχω αξιόλογη πιθανότητα επιτυχίας).

Στην προσωπική μας ζωή, έχουμε πολλές φορές βιώσει την αυτοεξαπάτηση υπό τη μορφή μιας σειράς από μικρές επιτυχίες που ακολουθούνται από μια μεγάλη αποτυχία. Φουσκώνω από αυτοπεποίθηση, προβάλλω μια αυτάρεσκη εικόνα στους γύρω μου και απολαμβάνω κάποια από τα παροδικά οφέλη αυτής της αυταπάτης, προτού τελικά προσγειωθώ ανώμαλα στη σκληρή πραγματικότητα. Η ανώμαλη προσγείωση συχνά συνοδεύεται από βαριές απώλειες, οι οποίες εν μέρει οφείλονται στην τυφλότητα που είχε επιφέρει η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή μου. Λόγου χάριν, υπάρχει κίνδυνος να αγνοήσω τις πρόδηλες ενδείξεις ότι μια υποτιθέμενα ευτυχισμένη σχέση στην πραγματικότητα φθίνει άσχημα· κλείνοντας τα μάτια μου, βελτιώνω προσωρινά την ψυχολογική μου διάθεση αναβάλλοντας το αναπόφευκτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών – και ανεβάζοντας το κόστος του. Όπως έχουμε δει, εύκολα παγιδεύεται κανείς στον φαύλο κύκλο της άρνησης και δύσκολα απεμπλέκεται από αυτόν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, η αυτοεξαπάτηση συχνά έχει καταστροφικές συνέπειες. Αυτό δεν ισχύει μόνο για γεγονότα με ευρύ κοινωνικό αντίκτυπο, όπως η εξαπόλυση αδικαιολόγητων πολεμικών επιθέσεων και η εφαρμογή εσφαλμένων οικονομικών πολιτικών, αλλά και για επιλογές που αφορούν τον στενό προσωπικό μας κύκλο. Μπορεί μεν να αντλήσουμε προσωρινά οφέλη από την εξαπάτηση του εαυτού μας και των άλλων, αλλά δύσκολα θα αποφύγουμε να επωμιστούμε ένα βαρύ μακροπρόθεσμο κόστος.

Πιστεύω ότι αυτός είναι ένας γενικός κανόνας στη ζωή- ότι τα οφέλη της αυτοεξαπάτησης εκδηλώνονται άμεσα, ενώ το κόστος της άγνοιας γίνεται αισθητό με καθυστέρηση. Πειράματα σε επίμυς έχουν αποδείξει ότι αυτού του είδους οι επιδράσεις- δηλαδή, όσες εκδηλώνονται με χρονική υστέρηση- είναι πολύ δύσκολο να συνδεθούν με τις αιτίες που τις προκαλούν. Οι άμεσες συνέπειες μιας πράξης, θετικές ή αρνητικές, είναι συνήθως προφανείς· οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις εξακριβώνονται με πολύ μεγαλύτερη δυσκολία. Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα από το γεγονός ότι έχουμε την ισχυρή τάση να επικεντρωνόμαστε στο παρόν και να υποτιμούμε τις απώτερες μελλοντικές συνέπειες των ενεργειών μας.

Μόνο ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να πει “δεν ξέρω”

Όταν έχεις μαζέψει αρκετή γνώση και την πετάς, επιτυγχάνεται η άγνοια.

Τότε γίνεσαι αληθινά αδαής, σαν το Σωκράτη, ο οποίος μπορεί να πει: “Ένα πράγμα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα”.

Αυτή η γνώση ή αυτή η άγνοια, μπορείς να την ονομάσεις όπως σου αρέσει, είναι εντελώς διαφορετική, η ποιότητα είναι εντελώς διαφορετική, έχει αλλάξει η διάσταση.

Αν είσαι απλώς αδαής, επειδή δεν έχεις φτάσει ποτέ σε καμία γνώση, η άγνοιά σου δεν μπορεί να είναι σοφή, δεν μπορεί να είναι σοφία. Είναι απλώς απουσία γνώσης. Και η δίψα θα παραμείνει μέσα σου: Πώς να κερδίσω περισσότερη γνώση; Πώς να κερδίσω περισσότερες πληροφορίες;

Όταν γνωρίζεις πάρα πολλά, έχεις γνωρίσει τα ιερά κείμενα, έχεις γνωρίσει το παρελθόν, έχεις γνωρίσει την παράδοση, έχεις γνωρίσει όλα όσα μπορείς να γνωρίσεις, τότε, ξαφνικά, συνειδητοποιείς τη ματαιότητα του όλου πράγματος, ξαφνικά συνειδητοποιείς πως αυτό δεν είναι γνώση. Αυτά είναι δανεισμένα πράγματα!

Αυτή δεν είναι η δική σου υπαρξιακή εμπειρία, αυτό δεν είναι ό,τι έχεις γνωρίσει εσύ ο ίδιος. Οι άλλοι μπορεί να τα έχουν γνωρίσει, μα εσύ τα έχεις απλώς συγκεντρώσει. Τα συγκεντρώνεις μηχανικά. Δεν έχουν εμφανιστεί από μέσα σου, δεν είναι ωριμότητα. Είναι απλώς μάζεμα , από τη μια πόρτα στην άλλη, δανεικά πράγματα, νεκρά.

Να θυμάσαι, η γνώση είναι ζωντανή μόνο όταν τη γνωρίζεις εσύ ο ίδιος, όταν είναι άμεση εμπειρία. Όταν όμως την ξέρεις από τους άλλους, δεν είναι ζωντανή εμπειρία, δεν είναι γνώση, είναι απλώς μνήμη.

Η μνήμη είναι κάτι νεκρό. Όταν μαζεύεις πολλά, πλούτη της γνώσης, ιερά κείμενα, βιβλιοθήκες ολόκληρες συγκεντρωμένες μέσα στο νου σου και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι απλώς κουβαλάς το φορτίο των άλλων, ότι τίποτα δεν σου ανήκει, ότι εσύ ο ίδιος δεν τα έχεις γνωρίσει, τότε μπορείς να τα παρατήσεις, μπορείς να παρατήσεις όλη αυτή τη γνώση.

Εγκαταλείποντάς την, εμφανίζεται μέσα σου ένας καινούργιος τύπος άγνοιας. Αυτή η άγνοια δεν είναι η άγνοια του αδαή, αλλά του σοφού.

Έτσι είναι η σοφία.

Μόνο ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να πει “δεν ξέρω”.

Λέγοντας όμως “δεν ξέρω”, δεν διψάει για γνώση, απλώς πιστοποιεί το γεγονός. Κι όταν μπορείς να πεις με όλη σου την καρδιά, “δεν ξέρω”, την ίδια εκείνη στιγμή, τα μάτια σου ανοίγουν, οι πόρτες της γνώσης ανοίγουν. Την ίδια εκείνη στιγμή, όταν λες με την ολότητά σου, “δεν ξέρω”, έχεις την ικανότητα της γνώσης.

Αυτή η άγνοια είναι όμορφη, μα έχει επιτευχθεί μέσα από τη γνώση. Είναι φτώχεια που επιτυγχάνεται μέσα από τα πλούτη.

Και το ίδιο συμβαίνει και με το εγώ. Μπορείς να τα χάσεις μόνο αν το έχεις.

Προβολή στο μέλλον

Αναζητώντας τα μυστήρια του χωροχρονικού συνεχούς

Η γνώση του μέλλοντος ή μη συμπερασματική γνώση είναι πιο δύσκολη από τη γνώση του παρελθόντος. Ο δόκτωρ Ι.Δ. Ράιαν, ο επιστήμονας που έκανε τις πρώτες έρευνες για την αντίληψη πέρα απ’ τις αισθήσεις γράφει: «Αν ο ανθρώπινος νους μπορέσει να ξεπεράσει τα όρια του χρόνου και να μας φέρει γεγονότα, που δε συνέβηκαν ακόμα, αυτό θα έχει επαναστατικές συνέπειες στη γνώση μας για τον άνθρωπο και το σύμπαν».

Μήπως υπάρχει μια τέτοια ικανότητα στον ανθρώπινο νου, σε λανθάνουσα κατάσταση; Η ιστορία αποδεικνύει πως ναι, υπάρχει. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πολλούς χρησμούς των μαντείων.

Ο γιος του βασιλιά Κροίσου ήταν αθεράπευτα μουγγός· όταν ο βασιλιάς συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών η ιέρεια του είπε:

Ὦ, λύδιε ἄρχοντα πολλῶν λαῶν, ἀνόητε Κροῖσε,
δέ θέλεις ν’ ἀκούσεις τήν ποθητή φωνή μέσα στο παλάτι 
οὔτε κι’ αὐτήν ἀκόμα τοῦ γιοῦ σου· 
θά’ταν καλύτερα για σένα
ἄν ἦταν ἀλλιῶς τά πράγματα
γιατί θά πεῖ τά πρῶτα του λόγια σέ μιά μέρα θλίψης

Όταν ο Κροίσος έχανε τον πόλεμο με τους Πέρσες, σε κάποια μάχη ένας στρατιώτης του εχθρού ετοιμαζόταν να τον σκοτώσει με το σπαθί του. Ο μουγγός γιος του τρόμαξε τόσο πολύ που είπε τα πρώτα λόγια του: «Μη σκοτώνεις τον Κροίσο».

Μετά την κατάληψη των Σάρδεων ο Κροίσος πιάστηκε αιχμάλωτος· ωστόσο, ο γιος του είχε πια θεραπευτεί και μάλιστα σε μια πολύ θλιβερή μέρα, όπως πρόβλεψε το μαντείο.

Όταν ο Σπουρίνα Βεστρίτιος, ένας ιερός άντρας της Ρώμης, είπε στον Ιούλιο Καίσαρα να προσέξει τους Ειδούς του Μαρτίου (15 Μαρτίου), ο κατακτητής απάντησε μ’ ένα χαμόγελο. Τη μοιραία μέρα της 15ης Μαρτίου του 44 π.Χ. ο Καίσαρας, πηγαίνοντας στη Γερουσία, συνάντησε το Σπουρίνα και του φώναξε: «Οι ειδοί του Μαρτίου έφτασαν και τίποτε δε συνέβη». «Ναι, Καίσαρα, έφτασαν αλλά δεν τέλειωσαν ακόμα», απάντησε ο μάντης: Το τραγικό τέλος του Καίσαρα τον δικαίωσε.

Στην Ρωσία, όταν ένας μάντης πρόβλεψε ότι το αγαπημένο άλογο του πρίγκιπα Όλεγκ θα ήταν η αιτία του θανάτου του, αυτός έδιωξε το άλογο. Πέντε χρόνια αργότερα, το 912 μ.Χ., ο πρίγκιπας θέλησε να δει το πτώμα του αλόγου του, που στο μεταξύ είχε ψοφήσει· όταν έφτασε κοντά του, ένα φίδι πετάχτηκε απ’ το κρανίο του αλόγου, καταφέρνοντας ένα θανατηφόρο δάγκωμα στο πόδι του πρίγκιπα.

Η Μαντάμ Λε Νορμάν, διαβάζοντας την τύχη του βασιλιά της Νεάπολης Γιοακίμ Μουράτ στα χαρτιά, πρόβλεψε την εκτέλεσή του. Η Μαντάμ Λε Νορμάν, υπακούοντας στην επιμονή του βασιλιά, έριξε τα χαρτιά τρεις φορές αλλά όλες έφεραν το ίδιο αποτέλεσμα. Το 1816 στη Καλαβρία ένα εκτελεστικό απόσπασμα σκότωσε το Μουράτ, δικαιώνοντας την πρόβλεψη.

Η ίδια μάντισσα πρόβλεψε τια τον Μπερναντότ, ένα στρατηγό του Ναπολέοντα, ότι θ’ αποκτήσει ένα μακρινό βασίλειο. Ο Μπερναντόν ανέβηκε στο θρόνο της Σουηδίας και Νορβηγίας· ο τελευταίος απόγονός του είναι ο σημερινός Βασιλιάς της Σουηδίας.

ECKHART TOLLE: Αν τα ασήμαντα πράγματα έχουν τη δύναμη να με ενοχλούν, τότε είμαι ακριβώς τούτο: ασήμαντος

Γνῶθι σ' αὐτόν
. Αυτή η φράση ήταν γραμμένη επάνω από την είσοδο του ναού του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπου βρισκόταν το ιερό μαντείο. Στην αρχαία Ελλάδα, οι άνθρωποι επισκέπτονταν το μαντείο προσδοκώντας να μάθουν τι τους επιφύλασσε η μοίρα ή τι έπρεπε να κάνουν σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Είναι πιθανό οι περισσότεροι επισκέπτες μπαίνοντας στο οίκημα να διάβαζαν αυτά τα λόγια, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι τους υποδείκνυαν μια αλήθεια πολύ πιο βαθιά από οτιδήποτε μπορούσε να τους πει το μαντείο. Εξίσου πιθανό είναι να μη συνειδητοποιούσαν ότι, ανεξάρτητα από το πόσο σπουδαία θα ήταν η αποκάλυψη ή πόσο ακριβής θα ήταν η πληροφορία που θα έπαιρναν, αυτή δεν θα τους χρησίμευε σε τίποτα, δεν θα απέτρεπε τη δυστυχία και την αυτοπροκαλούμενη οδύνη, αν δεν κατόρθωναν να ανακαλύψουν την αλήθεια που υπήρχε κρυμμένη σε αυτή την οδηγία – Γνῶθι σ' αὐτόν. Η φράση αυτή υπαινίσσεται ότι προτού θέσουμε οποιαδήποτε άλλη ερώτηση, πρέπει πρώτα να απευθύνουμε στον εαυτό μας το πιο θεμελιώδες ερώτημα της ζωής μας: Ποιος είμαι;

Οι μη συνειδητοί άνθρωποι και πολλοί παραμένουν μη συνειδητοί, δέσμιοι στο εγώ τους για ολόκληρη τη ζωή τους θα απαντήσουν αμέσως ποιοι είναι. Θα πουν το όνομα, το επάγγελμα, την προσωπική τους ιστορία, τον σωματότυπο ή την κατάσταση της υγείας τους και καθετί άλλο με το οποίο ταυτίζονται. Άλλοι μπορεί να φαίνονται πιο εξελιγμένοι, καθώς αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως αθάνατη ψυχή ή θεϊκό πνεύμα. Γνωρίζουν όμως στ’ αλήθεια τον εαυτό τους ή έχουν μόνο προσθέσει στο περιεχόμενο του νου τους μερικές έννοιες που απηχούν κάποια πνευματικότητα;

Το να γνωρίζουμε τον εαυτό μας είναι κάτι πολύ βαθύτερο από την υιοθέτηση μιας κοσμοθεωρίας. Οι πνευματικές ιδέες και πεποιθήσεις μπορεί να αποτελούν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, χρήσιμους δείκτες, από μόνες τους όμως σπάνια αποδεικνύονται ικανές να κλονίσουν τις σταθερά εδραιωμένες πυρηνικές αντιλήψεις για τον εαυτό μας, οι οποίες αποτελούν μέρος της επίκτητης γνώσης του ανθρώπινου νου. Το να γνωρίζουμε βαθιά τον εαυτό μας δεν έχει καμιά σχέση με οποιεσδήποτε ιδέες περιδιαβαίνουν άσκοπα στο μυαλό μας. Το να γνωρίζουμε τον εαυτό μας σημαίνει να έχουμε σταθερά θεμέλια στο Υπάρχειν, αντί να πελαγοδρομούμε μέσα στον νου μας.

Το προσωπικό αίσθημα του ποιοι είμαστε καθορίζει όσα αντιλαμβανόμαστε ως προσωπικές μας ανάγκες και ως σημαντικά στη ζωή μας — και οτιδήποτε έχει σημασία για εμάς θα έχει τη δύναμη να μας αναστατώνει και να μας ενοχλεί. Το παραπάνω μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο για να διαπιστώσουμε πόσο βαθιά γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Αυτό που έχει σημασία για εμάς δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτό που λέμε ή πιστεύουμε, αλλά αυτό που οι πράξεις και οι αντιδράσεις μας αποκαλύπτουν ως σημαντικό και σοβαρό για εμάς. Ίσως λοιπόν θελήσουμε να θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: Ποια είναι τα πράγμα τα που με αναστατώνουν και με ενοχλούν; Αν τα ασήμαντα πράγματα έχουν τη δύναμη να με ενοχλούν, τότε αυτός που πιστεύω ότι είμαι είναι ακριβώς τούτο: ασήμαντος. Αυτή θα είναι η μη συνειδητή πεποίθησή μου. Και ποια είναι τα ασήμαντα πράγματα; Σε τελική ανάλυση, όλα τα πράγματα είναι ασήμαντα, γιατί όλα τα πράγματα είναι προσωρινά.

Μπορεί να πούμε: «Ξέρω ότι είμαι μια αθάνατη ψυχή» ή «Κουράστηκα από τον παλιόκοσμο, θέλω μόνο να ηρεμήσω» – μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Άσχημα νέα; το χρηματιστήριο κατέρρευσε η συμφωνία μπορεί να μην κλείσει· μου έκλεψαν το αυτοκίνητο κατέφθασε η επικριτική πεθερά μου· το ταξίδι ακυρώθηκε το συμβόλαιο λύθηκε ο σύντροφός μου με χώρισε· μου ζητούν περισσότερα χρήματα· λένε ότι φταίω εγώ. Ξαφνικά ο θυμός και το άγχος μάς κατακλύζουν. Η φωνή μας γίνεται σκληρή: «Δεν αντέχω άλλο». Κατηγορούμε και καταγγέλλουμε, περνάμε στην επίθεση, υπερασπιζόμαστε ή δικαιολογούμε τον εαυτό μας, τα πάντα συμβαίνουν σαν να βρισκόμαστε στον αυτόματο πιλότο. Προφανώς, τώρα υπάρχει κάτι που για εμάς είναι πολύ πιο σημαντικό από την ψυχική μας ηρεμία, που πριν λίγο ισχυριζόμασταν ότι είναι το μόνο που θέλουμε, και δεν είμαστε πλέον μια αθάνατη ψυχή. Η συμφωνία, τα χρήματα, το συμβόλαιο, η απώλεια, ακόμα και η επαπειλούμενη απώλεια είναι πιο σημαντικά. Για ποιον; Για το αθάνατο πνεύμα που δηλώσαμε ότι είμαστε; Όχι, για εμάς προσωπικά. Εμάς τους ασήμαντους, που αναζητούμε ασφάλεια ή ολοκλήρωση μέσα σε πράγματα που είναι προσωρινά, και αγχωνόμαστε ή θυμώνουμε γιατί δεν κατορθώνουμε να τα βρούμε. Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.

ECKHART TOLLE, ΜΙΑ ΝΕΑ ΖΩΗ

Εντοπίστηκε ο πρώτος γιγάντιος εξωπλανήτης που επιβίωσε από το θάνατο του άστρου του

Το πρώτο επιβεβαιωμένο πλανητικό σύστημα που πιθανώς προεικονίζει το μέλλον του δικού μας ηλιακού συστήματος, όταν ο Ήλιος πια θα έχει «φάει τα ψωμιά του» σε περίπου πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, ανακάλυψε μια διεθνής ομάδα αστρονόμων.

Πρόκειται για έναν αέριο γίγαντα εξωπλανήτη με μέγεθος μεγαλύτερο του Δία, ο οποίος κινείται πέριξ ενός νεκρού άστρου-λευκού νάνου κοντά στο κέντρο του γαλαξία μας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρ. Τζόσουα Μπλάκμαν του αυστραλιανού Πανεπιστημίου της Τασμανίας, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature», ανίχνευσαν τυχαία το σύστημα με το Τηλεσκόπιο Κεκ στη Χαβάη και με τη βοήθεια της τεχνικής του «βαρυτικού μικροφακού».

​​​​​​​Ο λευκός νάνος εκτιμάται ότι έχει περίπου το 60% της μάζας του Ήλιου μας και ο τεράστιος εξωπλανήτης του (MOA2010BLG477Lb) έχει μάζα 40% μεγαλύτερη του Δία, απέχοντας 2,8 αστρονομικές μονάδες από το μητρικό άστρο του.

«Οι παρατηρήσεις μας επιβεβαιώνουν ότι οι πλανήτες που βρίσκονται σε τροχιά σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το άστρο τους, μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν μετά τον θάνατο του τελευταίου», ανέφερε ο Μπλάκμαν.

​​​​​​​«Δεδομένου ότι αυτό το σύστημα είναι ανάλογο με το δικό μας ηλιακό σύστημα, φαίνεται πως ο Δίας και ο Κρόνος μπορεί τελικά να επιβιώσουν αφότου ο Ήλιος μας γίνει ερυθρός γίγαντας, όταν ξεμείνει από πυρηνικά καύσιμα και αυτοκαταστραφεί», πρόσθεσε.

Από την άλλη, αυτό δεν αλλάζει την λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη μοίρα της Γης και των άλλων κοντινών στον Ήλιο πλανητών.

​​​​​​​Όπως δήλωσε ο αστρονόμος Ντέιβιντ Μπένετ του αμερικανικού Πανεπιστημίου του Μέριλαντ και του Κέντρου Διαστημικών Πτήσεων Goddard της NASA, «το μέλλον της Γης μάλλον δεν θα είναι τόσο ρόδινο, επειδή βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Ήλιο. ​​​​​​​Μόνο αν η ανθρωπότητα ήθελε να μετακομίσει σε ένα δορυφόρο του Δία ή του Κρόνου, προτού ο Ήλιος ψήσει τον πλανήτη μας στη διάρκεια της καυτής φάσης του όταν θα έχει γίνει ερυθρός γίγαντας, θα μπορούσαμε να παραμείνουμε σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο, μολονότι δεν θα ήμασταν σε θέση πλέον να βασιζόμαστε για πολύ στη θερμότητα ενός Ήλιου όπως ένας ψυχρός λευκός νάνος».

Ένας λευκός νάνος είναι αυτό που απομένει από ένα άστρο όπως ο Ήλιος. Στα τελευταία στάδια του κύκλου ζωής του, το άστρο καίει όλο το υδρογόνο στον πυρήνα του και φουσκώνει σαν μπαλόνι, μετατρεπόμενο σε ερυθρό γίγαντα. Αυτός κάποια στιγμή καταρρέει βαρυτικά προς το εσωτερικό του, συρρικνούμενος σε ένα μικρό λευκό νάνο, μένοντας ένα πυκνό άστρο με μέγεθος μόνο όπως ένας πλανήτης σαν τη Γη. Τα αστρικά αυτά «πτώματα», που αφθονούν στο σύμπαν, δεν έχουν πια πυρηνικά καύσιμα για να λάμψουν έντονα, γι' αυτό είναι αχνά και δύσκολο να ανιχνευθούν.

Στην περίπτωση άστρων μεγαλύτερων και βαρύτερων από τον Ήλιο, αυτά καταλήγουν, όταν καταρρεύσουν βαρυτικά, να μετατραπούν σε μαύρες τρύπες ή άστρα νετρονίων. Στον γαλαξία μας υπολογίζεται ότι το 95% των άστρων θα γίνουν λευκοί νάνοι. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι τουλάχιστον οι μισοί λευκοί νάνοι έχουν συνοδούς εξωπλανήτες και δεν αποκλείουν ότι σε αυτούς μπορεί να υπάρχουν συνθήκες φιλόξενες για την ανάπτυξη ζωής.

ΑΙΩΝΙΑ ΣΠΑΡΤΗ / ETERNAL SPARTA

Ώ λαμπρά Λακωνική πόλις Σπάρτη...


Ώ λαμπρά Λακωνική πόλις Σπάρτη
κλέος της Ελλάδος και του κόσμου όπλων
παράδειγμα, της σωφροσύνης Γυμνάσιο και Τέμενος
και της κάθε άλλης αρετής πηγή και ένοπτρον,
Τα θέσμια της Πολιτείας σου και τους νόμους,
με τις άλλες ηθικές αρετές σου όταν ανασκοπώ,
και μετά δίπλα στον Ευρώτα σε κοιτάζω
ανακράζω προς τον χώρο της Αρτέμιδός σου:
Πού είναι τώρα ο αγαθός Λυκούργος σου, οι Διόσκουροι
Θεϊκοί Δίδυμοι, Κάστωρ και Πολυδεύκης,
ο Αναξανδρίδας, ο Ορθρυάδης και ο Γύλιππος,
Ευρυσθένη και Λεωνίδα πού τώρα κατοικείτε;
Και εσείς Ατρείδα και Παυσανία, λαμπρέ άρχων,
Λύσανδρε, Αρίστων, Αγησίλαε και Ξάνθιππε.
Όχι η Ρώμη,
αλλά οι καιροί και η αθλιότης των τωρινών γενεών
σε μετέβαλαν σε Μυζιθρά υπό τον Κωνσταντίνο.

Σπάρτη, Αύγουστος του 1447
Περιηγητής Κυριάκος de Pizicolli, ο Καλαβρός (1391 – 1452)

Ένα συγκλονιστικό επίγραμμα του Ιταλού περιηγητού του 15ου αιώνος Κυριάκου του Καλαβρού, ο οποίος είχε σημειώσει στα γραπτά του και το ότι «οι Δελφοί ονομάζονται Καστρί από τον μωρό εντόπιο όχλο που αγνοεί τι είδους χώματα πατάει».. Η νεοελληνική απόδοση είναι του Βλ. Ρασσιά με βάση την ελληνική μετάφραση του 15ου αιώνος η οποία από τον ιστορικό Λάμπρου αποδίδεται στον ίδιο τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (7.9.1-7.9.9)

[7.9.1] Οὐχ ὑπὲρ τοῦ καταπαῦσαι ὑμῶν, ὦ Μακεδόνες, τὴν οἴκαδε ὁρμὴν λεχθήσεταί μοι ὅδε ὁ λόγος, ἔξεστι γὰρ ὑμῖν ἀπιέναι ὅποι βούλεσθε ἐμοῦ γε ἕνεκα, ἀλλὰ ὡς γνῶναι ὑμᾶς πρὸς ὁποίους τινὰς ἡμᾶς ὄντας ὁποῖοί τινες αὐτοὶ γενόμενοι ἀπαλλάσσεσθε. [7.9.2] καὶ πρῶτά γε ἀπὸ Φιλίππου τοῦ πατρός, ᾗπερ καὶ εἰκός, τοῦ λόγου ἄρξομαι. Φίλιππος γὰρ παραλαβὼν ὑμᾶς πλανήτας καὶ ἀπόρους, ἐν διφθέραις τοὺς πολλοὺς νέμοντας ἀνὰ τὰ ὄρη πρόβατα ὀλίγα καὶ ὑπὲρ τούτων κακῶς μαχομένους Ἰλλυριοῖς καὶ Τριβαλλοῖς καὶ τοῖς ὁμόροις Θρᾳξίν, χλαμύδας μὲν ὑμῖν ἀντὶ τῶν διφθερῶν φορεῖν ἔδωκεν, κατήγαγε δὲ ἐκ τῶν ὀρῶν ἐς τὰ πεδία, ἀξιομάχους καταστήσας τοῖς προσχώροις τῶν βαρβάρων, ὡς μὴ χωρίων ἔτι ὀχυρότητι πιστεύοντας μᾶλλον ἢ τῇ οἰκείᾳ ἀρετῇ σώζεσθαι, πόλεών τε οἰκήτορας ἀπέφηνε καὶ νόμοις καὶ ἔθεσι χρηστοῖς ἐκόσμησεν. [7.9.3] αὐτῶν δὲ ἐκείνων τῶν βαρβάρων, ὑφ᾽ ὧν πρόσθεν ἤγεσθε καὶ ἐφέρεσθε αὐτοί τε καὶ τὰ ὑμέτερα, ἡγεμόνας κατέστησεν ἐκ δούλων καὶ ὑπηκόων, καὶ τῆς Θρᾴκης τὰ πολλὰ τῇ Μακεδονίᾳ προσέθηκεν, καὶ τῶν ἐπὶ θαλάττῃ χωρίων τὰ ἐπικαιρότατα καταλαβόμενος τὴν ἐμπορίαν τῇ χώρᾳ ἀνεπέτασε, καὶ τῶν μετάλλων τὴν ἐργασίαν ἀδεῆ παρέσχε, [7.9.4] Θεσσαλῶν δὲ ἄρχοντας, οὓς πάλαι ἐτεθνήκειτε τῷ δέει, ἀπέφηνε, καὶ τὸ Φωκέων ἔθνος ταπεινώσας τὴν ἐς τὴν Ἑλλάδα πάροδον πλατεῖαν καὶ εὔπορον ἀντὶ στενῆς τε καὶ ἀπόρου ὑμῖν ἐποίησεν, Ἀθηναίους τε καὶ Θηβαίους ἐφεδρεύοντας ἀεὶ τῇ Μακεδονίᾳ ἐς τοσόνδε ἐταπείνωσεν, ἤδη ταῦτά γε καὶ ἡμῶν αὐτῷ ξυμπονούντων, ὡς ἀντὶ τοῦ φόρους τελεῖν Ἀθηναίοις καὶ ὑπακούειν Θηβαίων, παρ᾽ ἡμῶν ἐν τῷ μέρει ἐκείνους τὴν ἀσφάλειάν σφισι πορίζεσθαι. [7.9.5] ἐς Πελοπόννησον δὲ παρελθὼν τὰ ἐκεῖ αὖ ἐκόσμησε καὶ ἡγεμὼν αὐτοκράτωρ συμπάσης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἀποδειχθεὶς τῆς ἐπὶ τὸν Πέρσην στρατιᾶς οὐχ ἑαυτῷ μᾶλλόν τι τὴν δόξαν τήνδε ἢ τῷ κοινῷ τῶν Μακεδόνων προσέθηκεν.
[7.9.6] Ταῦτα μὲν τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ ἐμοῦ ἐς ὑμᾶς ὑπηργμένα, ὡς μὲν αὐτὰ ἐφ᾽ ἑαυτῶν σκέψασθαι μεγάλα, μικρὰ δὲ ὥς γε δὴ πρὸς τὰ ἡμέτερα ξυμβαλεῖν. ὃς παραλαβὼν παρὰ τοῦ πατρὸς χρυσᾶ μὲν καὶ ἀργυρᾶ ἐκπώματα ὀλίγα, τάλαντα δὲ οὐδὲ ἑξήκοντα ἐν τοῖς θησαυροῖς, χρεῶν δὲ ὀφειλόμενα ὑπὸ Φιλίππου ἐς πεντακόσια τάλαντα, δανεισάμενος ἐπὶ τούτοις αὐτὸς ἄλλα ὀκτακόσια ὁρμηθεὶς ἐκ τῆς χώρας τῆς γε οὐδὲ ὑμᾶς αὐτοὺς βοσκούσης καλῶς εὐθὺς μὲν τοῦ Ἑλλησπόντου ὑμῖν τὸν πόρον θαλασσοκρατούντων ἐν τῷ τότε Περσῶν ἀνεπέτασα· [7.9.7] κρατήσας δὲ τῇ ἵππῳ τοὺς σατράπας τοὺς Δαρείου τήν τε Ἰωνίαν πᾶσαν τῇ ὑμετέρᾳ ἀρχῇ προσέθηκα καὶ τὴν Αἰολίδα πᾶσαν καὶ Φρύγας ἀμφοτέρους καὶ Λυδούς, καὶ Μίλητον εἷλον πολιορκίᾳ· τὰ δὲ ἄλλα πάντα ἑκόντα προσχωρήσαντα λαβὼν ὑμῖν καρποῦσθαι ἔδωκα· [7.9.8] καὶ τὰ ἐξ Αἰγύπτου καὶ Κυρήνης ἀγαθά, ὅσα ἀμαχεὶ ἐκτησάμην, ὑμῖν ἔρχεται, ἥ τε κοίλη Συρία καὶ ἡ Παλαιστίνη καὶ ἡ μέση τῶν ποταμῶν ὑμέτερον κτῆμά εἰσι, καὶ Βαβυλὼν καὶ Βάκτρα καὶ Σοῦσα ὑμέτερα, καὶ ὁ Λυδῶν πλοῦτος καὶ οἱ Περσῶν θησαυροὶ καὶ τὰ Ἰνδῶν ἀγαθὰ καὶ ἡ ἔξω θάλασσα ὑμέτερα· ὑμεῖς σατράπαι, ὑμεῖς στρατηγοί, ὑμεῖς ταξιάρχαι. [7.9.9] ὡς ἔμοιγε αὐτῷ τί περίεστιν ἀπὸ τούτων τῶν πόνων ὅτι μὴ αὕτη ἡ πορφύρα καὶ τὸ διάδημα τοῦτο; κέκτημαι δὲ ἰδίᾳ οὐδέν, οὐδὲ ἔχει τις ἀποδεῖξαι θησαυροὺς ἐμοὺς ὅτι μὴ ταῦτα, ὑμέτερα κτήματα ἢ ὅσα ἕνεκα ὑμῶν φυλάττεται. ἐπεὶ οὐδὲ ἔστιν ἰδίᾳ μοι ἐς ὅ τι φυλάξω αὐτούς, σιτουμένῳ τε τὰ αὐτὰ ὑμῖν σιτία καὶ ὕπνον τὸν αὐτὸν αἱρουμένῳ· καίτοι οὐδὲ σιτία ἐμοὶ δοκῶ τὰ αὐτὰ τοῖς τρυφῶσιν ὑμῶν σιτεῖσθαι· προαγρυπνῶν δὲ ὑμῶν οἶδα, ὡς καθεύδειν ἔχοιτε ὑμεῖς.

***
[7.9.1] «Μακεδόνες, με αυτόν εδώ τον λόγο που σας απευθύνω δεν επιδιώκω να ανακόψω την ορμή σας για επιστροφή στην πατρίδα —μπορείτε να πάτε όπου θέλετε χάρη σε μένα— αλλά να σας κάνω να καταλάβετε πώς εσείς φερθήκατε σε μένα και τί έχετε γίνει τώρα που φεύγετε. [7.9.2] Και θα αρχίσω τον λόγο μου πρώτα από τον πατέρα μου τον Φίλιππο, όπως άλλωστε και ταιριάζει. Γιατί ο Φίλιππος σας παρέλαβε περιπλανώμενους και φτωχούς να βόσκετε οι περισσότεροι από εσάς επάνω στα βουνά λίγα πρόβατα ντυμένοι με προβιές και να πολεμάτε για να τα εξασφαλίσετε με δυσκολία τους Ιλλυριούς και τους Τριβαλλούς και τους γείτονές μας Θράκες. Αντί για τις προβιές σάς έδωσε να φοράτε χλαμύδες και σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες και σας έκανε ικανούς να πολεμάτε τους βαρβάρους γείτονές μας, έτσι ώστε για την ασφάλειά σας να στηρίζεσθε όχι πλέον στην οχυρότητα των τόπων σας, αλλά πολύ περισσότερο στη δική σας ανδρεία. Και σας ανέδειξε σε κατοίκους πόλεων και τη ζωή σας οργάνωσε με χρήσιμους νόμους και έθιμα. [7.9.3] Από δούλους και υπηκόους σάς κατέστησε ηγεμόνες εκείνων ακριβώς των βαρβάρων που έκαναν προηγουμένως ό,τι ήθελαν και σας και τα υπάρχοντά σας. Και προσάρτησε το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης στη Μακεδονία και άνοιξε τον δρόμο για το εμπόριο της χώρας κυριεύοντας τις πιο επίκαιρες παραθαλάσσιες περιοχές. Και κατέστησε ακίνδυνη την εργασία των μεταλλείων. [7.9.4] Και σας ανέδειξε άρχοντες των Θεσσαλών, μπροστά στους οποίους παλαιότερα πεθαίνατε από τον φόβο σας. Ταπείνωσε και τους Φωκείς και έτσι την είσοδό σας στην Ελλάδα από στενή και δυσκολοδιάβατη την έκανε πλατιά και ευκολοδιάβατη. Με τη βοήθεια τότε και τη δική μας ταπείνωσε σε τέτοιο βαθμό τους Αθηναίους και τους Θηβαίους, που συνεχώς καιροφυλακτούσαν να βλάψουν τη Μακεδονία, ώστε αντί να πληρώνομε εμείς φόρους στους Αθηναίους και να είμαστε υπήκοοι των Θηβαίων, εκείνοι με τη σειρά τους να ζητούν από μας να τους παρέχομε τη δική τους ασφάλεια. [7.9.5] Αφού δε κατέβηκε στην Πελοπόννησο, τακτοποίησε και εκεί τα πράγματα. Και όταν αναγορεύτηκε αρχηγός με απόλυτη εξουσία και ολόκληρης της υπόλοιπης Ελλάδας για την εκστρατεία εναντίον των Περσών, δεν απέδωσε τη δόξα αυτή στον εαυτό του αλλά συνολικά στους Μακεδόνες.
[7.9.6] Αυτές, λοιπόν, είναι οι ευεργεσίες του πατέρα μου σε σας· αν αυτές εξετασθούν μόνες τους, είναι μεγάλες, είναι όμως βέβαια μικρές, αν συγκριθούν με τις δικές μου. Παρέλαβα από τον πατέρα μου λίγα χρυσά και αργυρά κύπελλα και στο δημόσιο ταμείο δεν βρήκα ούτε εξήντα τάλαντα, ενώ τα χρέη που όφειλε ο Φίλιππος έφθαναν τα πεντακόσια περίπου τάλαντα. Ξεκίνησα από τη χώρα μας, που δεν μπορούσε καλά-καλά ούτε εσάς τους ίδιους να διαθρέψει, αφού ο ίδιος δανείσθηκα, εκτός από αυτά που βρήκα, άλλα οχτακόσια τάλαντα και σας άνοιξα αμέσως τα στενά του Ελλησπόντου, αν και κατά την εποχή εκείνη κυριαρχούσαν οι Πέρσες στην θάλασσα.
[7.9.7] Με το ιππικό μου νίκησα τους σατράπες του Δαρείου και προσάρτησα στο κράτος σας ολόκληρη την Ιωνία και ολόκληρη την Αιολίδα, καθώς και τις δύο Φρυγίες και τη Λυδία και με πολιορκία κυρίευσα τη Μίλητο. Όλες τις άλλες περιοχές που προσχώρησαν θεληματικά σε μένα, αφού τις κατέλαβα, τις έδωσα σε σας να τις εκμεταλλεύεσθε. [7.9.8] Και όσα αγαθά παράγει η Αίγυπτος και η Κυρήνη τα οποία απέκτησα χωρίς να πολεμήσω περιέρχονται σε σας· και η Κοίλη Συρία και η Παλαιστίνη και η Μεσοποταμία είναι δικές σας κτήσεις· δική σας η Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τα Σούσα· δικός σας είναι ο πλούτος των Λυδών και οι θησαυροί των Περσών και τα αγαθά της Ινδίας και η έξω θάλασσα. Εσείς σατράπες, εσείς στρατηγοί, εσείς ταξίαρχοι. [7.9.9] Ώστε ύστερα από τόσους κόπους τί απομένει σε μένα τον ίδιο εκτός από αυτήν εδώ την πορφύρα και αυτό το στέμμα; Δεν έχω κρατήσει τίποτε για τον εαυτό μου ούτε μπορεί κανένας να αποδείξει ότι έχω δικούς μου θησαυρούς εκτός από αυτά, τα οποία είναι δικά σας πράγματα ή όσα φυλάγονται για σας. Ούτε άλλωστε έχω λόγους να φυλάγω για τον εαυτό μου θησαυρούς, εφόσον τρώγω την ίδια με σας τροφή και κοιμάμαι όπως και σεις, αν και νομίζω ότι δεν τρώγω ούτε τα ίδια φαγητά με όσους από σας ζούνε στη χλιδή. Και ξέρω καλά ότι μένω άγρυπνος για χάρη σας, ώστε να μπορείτε εσείς να κοιμάσθε ήσυχοι.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1369-1415)

ΟΙ. ὡς μὲν τάδ᾽ οὐχ ὧδ᾽ ἔστ᾽ ἄριστ᾽ εἰργασμένα,
1370 μή μ᾽ ἐκδίδασκε, μηδὲ συμβούλευ᾽ ἔτι.
ἐγὼ γὰρ οὐκ οἶδ᾽ ὄμμασιν ποίοις βλέπων
πατέρα ποτ᾽ ἂν προσεῖδον εἰς Ἅιδου μολών,
οὐδ᾽ αὖ τάλαιναν μητέρ᾽, οἷν ἐμοὶ δυοῖν
ἔργ᾽ ἐστὶ κρείσσον᾽ ἀγχόνης εἰργασμένα.
1375 ἀλλ᾽ ἡ τέκνων δῆτ᾽ ὄψις ἦν ἐφίμερος,
βλαστοῦσ᾽ ὅπως ἔβλαστε, προσλεύσσειν ἐμοί;
οὐ δῆτα τοῖς γ᾽ ἐμοῖσιν ὀφθαλμοῖς ποτε·
οὐδ᾽ ἄστυ γ᾽, οὐδὲ πύργος, οὐδὲ δαιμόνων
ἀγάλμαθ᾽ ἱερά, τῶν ὁ παντλήμων ἐγὼ
1380 κάλλιστ᾽ ἀνὴρ εἷς ἔν γε ταῖς Θήβαις τραφεὶς
ἀπεστέρησ᾽ ἐμαυτόν, αὐτὸς ἐννέπων
ὠθεῖν ἅπαντας τὸν ἀσεβῆ, τὸν ἐκ θεῶν
φανέντ᾽ ἄναγνον καὶ γένους τοῦ Λαΐου.
τοιάνδ᾽ ἐγὼ κηλῖδα μηνύσας ἐμὴν
1385 ὀρθοῖς ἔμελλον ὄμμασιν τούτους ὁρᾶν;
ἥκιστά γ᾽· ἀλλ᾽ εἰ τῆς ἀκουούσης ἔτ᾽ ἦν
πηγῆς δι᾽ ὤτων φραγμός, οὐκ ἂν ἐσχόμην
τὸ μὴ ἀποκλῇσαι τοὐμὸν ἄθλιον δέμας,
ἵν᾽ ἦ τυφλός τε καὶ κλύων μηδέν· τὸ γὰρ
1390 τὴν φροντίδ᾽ ἔξω τῶν κακῶν οἰκεῖν γλυκύ.
ἰὼ Κιθαιρών, τί μ᾽ ἐδέχου; τί μ᾽ οὐ λαβὼν
ἔκτεινας εὐθύς, ὡς ἔδειξα μήποτε
ἐμαυτὸν ἀνθρώποισιν ἔνθεν ἦ γεγώς;
ὦ Πόλυβε καὶ Κόρινθε καὶ τὰ πάτρια
1395 λόγῳ παλαιὰ δώμαθ᾽, οἷον ἆρά με
κάλλος κακῶν ὕπουλον ἐξεθρέψατε.
νῦν γὰρ κακός τ᾽ ὢν κἀκ κακῶν εὑρίσκομαι.
ὦ τρεῖς κέλευθοι καὶ κεκρυμμένη νάπη
δρυμός τε καὶ στενωπὸς ἐν τριπλαῖς ὁδοῖς,
1400 αἳ τοὐμὸν αἷμα τῶν ἐμῶν χειρῶν ἄπο
ἐπίετε πατρός, ἆρά μου μέμνησθ᾽ ὅτι
οἷ᾽ ἔργα δράσας ὑμὶν εἶτα δεῦρ᾽ ἰὼν
ὁποῖ᾽ ἔπρασσον αὖθις; ὦ γάμοι γάμοι,
ἐφύσαθ᾽ ἡμᾶς, καὶ φυτεύσαντες πάλιν
1405 ἀνεῖτε ταὐτὸν σπέρμα, κἀπεδείξατε
πατέρας, ἀδελφούς, παῖδας, αἷμ᾽ ἐμφύλιον,
νύμφας γυναῖκας μητέρας τε, χὡπόσα
αἴσχιστ᾽ ἐν ἀνθρώποισιν ἔργα γίγνεται.
ἀλλ᾽, οὐ γὰρ αὐδᾶν ἔσθ᾽ ἃ μηδὲ δρᾶν καλόν,
1410 ὅπως τάχιστα πρὸς θεῶν ἔξω μέ που
καλύψατ᾽, ἢ φονεύσατ᾽, ἢ θαλάσσιον
ἐκρίψατ᾽, ἔνθα μήποτ᾽ εἰσόψεσθ᾽ ἔτι.
ἴτ᾽, ἀξιώσατ᾽ ἀνδρὸς ἀθλίου θιγεῖν·
πίθεσθε, μὴ δείσητε· τἀμὰ γὰρ κακὰ
1415 οὐδεὶς οἷός τε πλὴν ἐμοῦ φέρειν βροτῶν.

***
ΟΙΔ. Μην προσπαθείς να με πείσεις
πως λάθεψα
1370 και μη με συμβουλεύεις.
Αν έβλεπα και πήγαινα στον Άδη
δεν ξέρω πώς θ᾽ αντίκριζα,
με ποιές κόρες ματιών,
τον έρημο πατέρα μου·
δεν ξέρω πώς θ᾽ αντίκριζα
τη δόλια μου τη μάνα.
Εγώ προξένησα σ᾽ αυτούς τους δυο
δεινά που θέλουν τιμωρία
την κρεμάλα.
Και πώς τα προσωπάκια των παιδιών
τα ποθητά θα κοίταζα,
αφού θα το ᾽ξερα
ποιός τα ᾽σπειρε
και πού φυτρώσαν.
Ποτέ μου να μην έβλεπα.
Ούτε την πόλη, ούτε τους πύργους,
ούτε και των θεών τις ιερές εικόνες
που τα στερήθηκα,
1380 εγώ που γεύτηκα μοναδικά
την ευτυχία κάποτε στη Θήβα.
Εγώ που πρόσταξα τους πάντες
τον ασεβή να διώχνουν απ᾽ τα σπίτια τους,
αυτόν που φανερώσαν οι θεοί
μεγάλο μίασμα
κι απ᾽ του Λαΐου τη σπορά βλαστάρι.
Εγώ που κηλιδώθηκα μονάχος μου,
μπορούσα πια
να σας κοιτώ κατάματα;
Ποτέ!
Αν γινόταν να φράξω
της ακοής μου την πηγή
δε θα με σταματούσε τίποτα
να χτίσω το κορμί μου
γύρω-γύρω
κι έτσι τυφλός, κουφός κι αναίσθητος
να περιφέρω τη μοναξιά μου.
Νιώθεις μεγάλη θαλπωρή στο σπίτι,
1390 όταν κλειδώσεις έξω τη δυστυχία.
Ιδού Κιθαιρών,
γιατί με κράτησες;
Γιατί δε με θανάτωσες
ευθύς, όταν με βρήκες;
Δεν θα φανέρωνα ποτέ στον κόσμο
την περιπέτεια του γένους μου.
Ω Πόλυβε, ω Κόρινθος,
παλιό μου σπίτι,
που πίστεψα πως ήσουν πατρικό,
μέσα στην ομορφιά με κανακέψανε,
μα τα δεινά σαπίζαν ύπουλα
την όμορφη ζωή μου.
Εκ φύσεως κακός κι από κακούς γεννήθηκα.
Ω τρίστρατο, κρυφό φαράγγι,
ω δάσος κι ω μονοπάτι
που κατέβαινε στο τρίστρατο.
1400 Εκεί που πότισα με το δικό μου αίμα
τα δολοφόνα χέρια μου
που του πατέρα μου ρουφήξατε το αίμα,
θυμάστε τάχα τα φριχτά μου κατορθώματα·
τί τόλμησα, θυμάστε,
σαν έφτασα στη Θήβα;
Ω γάμοι, γάμοι,
με σπείρατε
και σπέρνοντας
δεχτήκατε το σπέρμα μου
και πλημμυρίσατε τον κόσμο
πατέρες, αδέρφια, παιδιά,
γυναίκες, νύφες, μητέρες
ένα σπέρμα κι ένα αίμα,
έργα ντροπής,
έργα φριχτά κι απάνθρωπα.
Όμως ταιριάζει σιωπή και φρίκη.
1410 Για το θεό, κρύψτε με κάπου μακριά,
σκοτώστε με,
στη θάλασσα βυθίστε με,
κι ας μη με δει κανένας πια.
Εμπρός, καταδεχτείτε με
κι αγγίξτε με τον άθλιο.
Μη με φοβάστε, σας ικετεύω·
τα πάθη μου κανείς θνητός
δε θα μπορέσει να τα βαστάξει.

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (1.544-1.610)

Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
545 «Ἥρη, μὴ δὴ πάντας ἐμοὺς ἐπιέλπεο μύθους
εἰδήσειν· χαλεποί τοι ἔσοντ᾽ ἀλόχῳ περ ἐούσῃ·
ἀλλ᾽ ὃν μέν κ᾽ ἐπιεικὲς ἀκουέμεν, οὔ τις ἔπειτα
οὔτε θεῶν πρότερος τόν γ᾽ εἴσεται οὔτ᾽ ἀνθρώπων·
ὃν δέ κ᾽ ἐγὼν ἀπάνευθε θεῶν ἐθέλωμι νοῆσαι,
550 μή τι σὺ ταῦτα ἕκαστα διείρεο μηδὲ μετάλλα.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
«αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες;
καὶ λίην σε πάρος γ᾽ οὔτ᾽ εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ,
ἀλλὰ μάλ᾽ εὔκηλος τὰ φράζεαι ἅσσα θέλῃσθα.
555 νῦν δ᾽ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα μή σε παρείπῃ
ἀργυρόπεζα Θέτις θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος·
ἠερίη γὰρ σοί γε παρέζετο καὶ λάβε γούνων·
τῇ σ᾽ ὀΐω κατανεῦσαι ἐτήτυμον ὡς Ἀχιλῆα
τιμήσῃς, ὀλέσῃς δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν.»
560 Τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·
«δαιμονίη, αἰεὶ μὲν ὀΐεαι, οὐδέ σε λήθω·
πρῆξαι δ᾽ ἔμπης οὔ τι δυνήσεαι, ἀλλ᾽ ἀπὸ θυμοῦ
μᾶλλον ἐμοὶ ἔσεαι· τὸ δέ τοι καὶ ῥίγιον ἔσται.
εἰ δ᾽ οὕτω τοῦτ᾽ ἐστίν, ἐμοὶ μέλλει φίλον εἶναι·
565 ἀλλ᾽ ἀκέουσα κάθησο, ἐμῷ δ᾽ ἐπιπείθεο μύθῳ,
μή νύ τοι οὐ χραίσμωσιν ὅσοι θεοί εἰσ᾽ ἐν Ὀλύμπῳ
ἆσσον ἰόνθ᾽, ὅτε κέν τοι ἀάπτους χεῖρας ἐφείω.»
Ὣς ἔφατ᾽, ἔδεισεν δὲ βοῶπις πότνια Ἥρη,
καί ῥ᾽ ἀκέουσα καθῆστο, ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ·
570 ὄχθησαν δ᾽ ἀνὰ δῶμα Διὸς θεοὶ Οὐρανίωνες·
τοῖσιν δ᾽ Ἥφαιστος κλυτοτέχνης ἦρχ᾽ ἀγορεύειν
μητρὶ φίλῃ ἐπὶ ἦρα φέρων, λευκωλένῳ Ἥρῃ·
«ἦ δὴ λοίγια ἔργα τάδ᾽ ἔσσεται οὐδ᾽ ἔτ᾽ ἀνεκτά,
εἰ δὴ σφὼ ἕνεκα θνητῶν ἐριδαίνετον ὧδε,
575 ἐν δὲ θεοῖσι κολῳὸν ἐλαύνετον· οὐδέ τι δαιτὸς
ἐσθλῆς ἔσσεται ἦδος, ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ.
μητρὶ δ᾽ ἐγὼ παράφημι, καὶ αὐτῇ περ νοεούσῃ,
πατρὶ φίλῳ ἐπὶ ἦρα φέρειν Διί, ὄφρα μὴ αὖτε
νεικείῃσι πατήρ, σὺν δ᾽ ἡμῖν δαῖτα ταράξῃ.
580 εἴ περ γάρ κ᾽ ἐθέλῃσιν Ὀλύμπιος ἀστεροπητὴς
ἐξ ἑδέων στυφελίξαι· ὁ γὰρ πολὺ φέρτατός ἐστιν.
ἀλλὰ σὺ τόν γ᾽ ἐπέεσσι καθάπτεσθαι μαλακοῖσιν·
αὐτίκ᾽ ἔπειθ᾽ ἵλαος Ὀλύμπιος ἔσσεται ἡμῖν.»
Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, καὶ ἀναΐξας δέπας ἀμφικύπελλον
585 μητρὶ φίλῃ ἐν χειρὶ τίθει, καί μιν προσέειπε·
«τέτλαθι, μῆτερ ἐμή, καὶ ἀνάσχεο κηδομένη περ,
μή σε φίλην περ ἐοῦσαν ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδωμαι
θεινομένην, τότε δ᾽ οὔ τι δυνήσομαι ἀχνύμενός περ
χραισμεῖν· ἀργαλέος γὰρ Ὀλύμπιος ἀντιφέρεσθαι·
590 ἤδη γάρ με καὶ ἄλλοτ᾽ ἀλεξέμεναι μεμαῶτα
ῥῖψε ποδὸς τεταγὼν ἀπὸ βηλοῦ θεσπεσίοιο,
πᾶν δ᾽ ἦμαρ φερόμην, ἅμα δ᾽ ἠελίῳ καταδύντι
κάππεσον ἐν Λήμνῳ, ὀλίγος δ᾽ ἔτι θυμὸς ἐνῆεν·
ἔνθα με Σίντιες ἄνδρες ἄφαρ κομίσαντο πεσόντα.»
595 Ὣς φάτο, μείδησεν δὲ θεὰ λευκώλενος Ἥρη,
μειδήσασα δὲ παιδὸς ἐδέξατο χειρὶ κύπελλον·
αὐτὰρ ὁ τοῖς ἄλλοισι θεοῖς ἐνδέξια πᾶσιν
οἰνοχόει γλυκὺ νέκταρ ἀπὸ κρητῆρος ἀφύσσων·
ἄσβεστος δ᾽ ἄρ᾽ ἐνῶρτο γέλως μακάρεσσι θεοῖσιν,
600 ὡς ἴδον Ἥφαιστον διὰ δώματα ποιπνύοντα.
Ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
δαίνυντ᾽, οὐδέ τι θυμὸς ἐδεύετο δαιτὸς ἐΐσης,
οὐ μὲν φόρμιγγος περικαλλέος, ἣν ἔχ᾽ Ἀπόλλων,
Μουσάων θ᾽, αἳ ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ.
605 Αὐτὰρ ἐπεὶ κατέδυ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο,
οἱ μὲν κακκείοντες ἔβαν οἶκόνδε ἕκαστος,
ἧχι ἑκάστῳ δῶμα περικλυτὸς ἀμφιγυήεις
Ἥφαιστος ποίησεν ἰδυίῃσι πραπίδεσσι·
Ζεὺς δὲ πρὸς ὃν λέχος ἤϊ᾽ Ὀλύμπιος ἀστεροπητής,
610 ἔνθα πάρος κοιμᾶθ᾽ ὅτε μιν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι·

***
Σ᾽ αυτήν αντείπε των θεών και ανθρώπων ο πατέρας:
545 «Ήρα, μη ελπίσεις όλους μου τους στοχασμούς να μάθεις,
δεν θα τους έβρεις εύκολα, και ας είσαι ομόκλινή μου,
αλλ᾽ ό,τι αρμόζει ν᾽ ακουσθεί κανείς δεν θα γνωρίσει
ή των θεών ή των θνητών, πριν συ το μάθεις πρώτα·
αλλ᾽ ό,τι εγώ ανάμερα των αθανάτων θέλω
550 να στοχασθώ, μη το ερωτάς, μη θέλεις να εξετάζεις».
Και η μεγαλόφθαλμη θεά του απάντησεν, η Ήρα:
«Οποίον λόγον πρόφερες, σκληρότατε Κρονίδη;
Έχω καιρόν π᾽ ούτε ρωτώ, ούτ᾽ εξετάζω πλέον,
αλλ᾽ όσα θέλεις, ήσυχος ο νους σου κρίνει μόνος·
555 αλλά φοβούμαι τώρα μη του γέρου της θαλάσσης
η κόρη σε ξεπλάνεσε, ότι πρωί την είδα
σιμά σου εκεί τα γόνατα κλιτή να σου αγκαλιάζει,
και θα της έστερξες τιμήν να δώσεις του Αχιλλέως
και ν᾽ αφανίσεις Αχαιούς πολλούς εκεί στα πλοία».
560 Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης:
«Στιγμή δεν παύεις, ω κακή, να με παραμονεύεις·
αλλά δεν βγάζεις τίποτε και πλέον μισητή μου
θα γίνεις και θα λυπηθείς χειρότερα· κι αν είναι
το πράγμα ως έλεγες, θα πει που αυτό σ᾽ εμένα αρέσει.
565 Αλλά κάθου και σώπαινε, στον λόγον μου υποτάξου,
δεν θα σε σώσουν, πίστευσε, όλ᾽ οι θεοί του Ολύμπου,
αν τούτ᾽ απλώσω εγώ σ᾽ εσέ τ᾽ ανίκητά μου χέρια».
Είπε και η μεγαλόφθαλμη φοβήθηκεν η Ήρα
και την καρδιά της σφίγγοντας καθήμενη εβουβάθη·
570 κι όλ᾽ οι θεοί λυπήθηκαν στο δώμα του Κρονίδη·
τότε βοηθός εις την γλυκιά μητέρα του την Ήραν
ο Ήφαιστος, ο ένδοξος τεχνίτης, σ᾽ όλους είπε:
«Κακό θα είναι αβάστακτο τωόντι σεις οι δύο
να ερίζετε για τους θνητούς και μες στους αθανάτους
575 να οχλοβοείτε φοβερά· και της καλής τραπέζης
όλ᾽ η ευφροσύνη εχάθηκεν, αφού νικάν τ᾽ αχρεία,
και της μητρός μου θα ᾽λεγα, που το εννοεί και μόνη,
εις τον γλυκόν πατέρα μου να είναι καλή, μη πάλιν
θυμώσει και την τράπεζαν μας βάλει επάνω-κάτω·
580 να θέλει μας κατρακυλά απ᾽ το θρονί μας όλους
ο Βροντητής, στην δύναμιν περίσσι᾽ ανώτερός μας.
Αλλά με λόγια μαλακά να τον καταπραΰνεις
κι ο Βροντοφόρος ίλεως, θαρρώ, σ᾽ εμάς θα γίνει».
Είπ᾽, επετάχθη κι έβαλε το δίκουπο ποτήρι
585 στο χέρι της αγαπητής μητρός του και της είπε:
«Υπόμεινε, μητέρα μου, και βάστα αν και θλιμμένη,
μήπως εμπρός στα μάτια μου δαρθείς, γλυκιά μητέρα·
και τότε δεν θα δυνηθώ ποσώς να σε βοηθήσω
ο θλιβερός· αντίσταση δεν έχει ο Βροντοφόρος·
590 άλλη φορά το ετόλμησα, και αυτός από τον πόδα
μ᾽ έπιασε και μ᾽ απόλυσε του Ολύμπου απ᾽ το κατώφλι.
Ολημερίς εγύριζα, και ο ήλιος είχε δύσει
όταν στην Λήμνον έπεσα κοντά να βγει η ψυχή μου·
και άνθρωποι Σίντιες εκεί με περιποιηθήκαν».
595 Και χαμογέλασε η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα
και απ᾽ το παιδί της έλαβε γελώντας το ποτήρι
και γλυκό νέκταρ παίρνοντας απ᾽ τον κρατήρα εκείνος
δεξιά κερνούσε ολόγυρα τους άλλους αθανάτους·
τότε οι μακάριοι θεοί τα γέλια δεν κρατούσαν
600 να βλέπουν κει τον Ήφαιστον να υπηρετεί στο δώμα·
αυτού ετρώγαν κι έπιναν ολήμερα ως το δείλι,
κι όλες χαρήκαν οι καρδιές το ισόμοιρο τραπέζι,
του Φοίβου ακόμη την λαμπράν κιθάραν και τες Μούσες
ως έψαλναν καλόφωνα με την σειράν τους όλες·
605 κι άμα του ήλιου βύθισε το φως καθείς επήγε
να κοιμηθεί στο δώμα του, που ο ξακουστός τεχνίτης
του εποίησεν ο Ήφαιστος με την σοφήν του γνώση.
Εκίνησε και ο βροντητής Ολύμπιος κι ανέβη
στην κλίνην που αναπαύονταν όσες φορές ο ύπνος
610 τον εκυρίευε ο γλυκός· αυτού κοιμήθη ο Δίας
και η χρυσόθρονη θεά, η Ήρα στο πλευρό του.

Μήπως βλέπεις τον έρωτα σαν τιμωρία;

«Love is a punishment. We are punished for not not having being strong enough to remain alone.» Σε ελεύθερη μετάφραση, η παραπάνω φράση σου λέει πως ο έρωτας είναι και μια μορφή τιμωρίας. Τιμωρούμε τον εαυτό μας -και ταυτόχρονα τον σύντροφό μας επειδή δεν είμαστε αρκετά δυνατοί να μείνουμε μόνοι μας ένα χρονικό διάστημα της ζωής μας. Βέβαια, το να χρησιμοποιείς την αγάπη -καλύτερα τον έρωτα- σαν τιμωρία για σένα δεν είναι δίκαιο για το ατυχές θύμα της γοητείας σου που θα πέσει στα δίχτυα της και δε θα θέλει να ξεμπλεχτεί για κανένα λόγο.

Και ναι, είναι πολλοί εκείνοι που φοβούνται τη μοναξιά και προσπαθούν να γεμίσουν τα κενά τους σε αγκαλιές χωρίς αξία. Είναι πολλοί εκείνοι που προτιμούν να χρησιμοποιήσουν την παρουσία κάποιου που τους έδειξε ενδιαφέρον με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να καλύψουν βιολογικά και συναισθηματικά κενά στη ζωή τους. Μέχρι εκεί. Διότι μέσα τους νικάει αυτό το ένστικτο της επιβίωσης του Εγώ, το οποίο ταυτόχρονα φθείρει χωρίς να το καταλάβουν ή ακόμα και ηθελημένα, το πραγματικό νόημα του έρωτα που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δύο υπάρξεις.

Ο φόβος της μοναξιάς, αν έρθει, τότε σίγουρα θα κάνει κουμάντο. Ταυτόχρονα, μένοντας σε σχέσεις που δε σου κάνουν καλό υπάρχει ο κίνδυνος στο τέλος της μέρας να νιώθεις πιο μόνος από ποτέ. Ο πιο δύσκολος δρόμος που θα περπατήσει κανείς στη ζωή του είναι εκείνος που θα περάσει πραγματικά μόνος. Θα βάλει σε προτεραιότητα τον εαυτό του, θα τον φροντίσει, θα τον ανακαλύψει και θα τον αγαπήσει. Φτάνοντας στο τέλος αυτού του δρόμου, όσο χρόνο κι αν πάρει, τότε μόνο θα είναι έτοιμος να αγαπήσει με νόημα έναν άλλον άνθρωπο καταλαβαίνοντας και τον λόγο της επιλογής του αυτής. Γιατί είναι σημαντικό να είναι επιλογή ο έρωτας.

Με το να μπλέκεις σε σχέσεις που φωνάζουν την ημερομηνία λήξης τους από μακριά, πέραν του ότι σίγουρα δε θα έχουν καλή κατάληξη και θα κλαίμε τους πρωταγωνιστές, το μόνο που θα πετύχεις είναι να κουκουλώσεις τα συναισθηματικά σου κενά τα οποία και θα βγάλεις ξανά στην επιφάνεια ακολουθώντας τον ίδιο φαύλο κύκλο και στην επόμενη σχέση. Γεγονός προδικασμένο δηλαδή. Αυτός είναι ο σκοπός σου;

Αν ο φόβος σου είναι η μοναξιά, είναι σημαντικό να μάθεις πως έχει υπάρξει βασικός παράγοντας για να βρει κανείς τη βάση και τις ισορροπίες στη ζωή του. Έρχεται εκείνη η στιγμή όπου μία στροφή προς τον εαυτό μας μάς βοηθάει να επεξεργαστούμε και να οργανώσουμε τις επιθυμίες μας, να καθορίσουμε τους στόχους μας κι έτσι να αποφασίζουμε μόνοι εμείς για τον εαυτό μας και την πορεία μας. Σε αυτό το σημείο η μοναξιά μάς βοηθά σαν μοχλός έτσι ώστε να ανακαλύψουμε τις κρυμμένες πτυχές μας κι ακόμη, να δημιουργήσουμε εκ νέου έναν βελτιωμένο άξονα.

Η αγάπη κι ο έρωτας δεν είναι αυτοτιμωρία. Η τουλάχιστον δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να τα χρησιμοποιεί κάποιος γι’ αυτόν τον σκοπό. Η αγάπη είναι ένα αμοιβαίο συναισθηματικό πάρε δώσε, να μοιράζεις το μέσα σου χωρίς να φοβάσαι και να απολαμβάνεις συνάμα το μοίρασμα που σου προσφέρει η αντίπερα όχθη αβίαστα. Μπορεί η αγάπη να έχει διαφορετικό περιεχόμενο έκφρασης για τον καθένα αλλά έχει την ίδια δυναμική στη ζωή όλων μας.

Αν δε νιώθεις έτοιμος να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, δεν πειράζει. Αν κάποιος σε αγαπάει και δεν είσαι έτοιμος να αφεθείς μην το πιέσεις ακόμη κι αν τρέφεις το κατιτίς για εκείνον. Η αγάπη βρίσκεται πάντα γύρω μας. Μπορεί καμιά φορά να την αγνοούμε ή να την αφήνουμε στην άκρη, μα ξέρει να περιμένει. Κι όταν είσαι έτοιμος, ξέρει να στα σκάσει με τον πιο ωραίο τρόπο.