Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Β. Ραφαηλίδης: Η συμπαθητική και μάταιη μαγεία των ευχών

Αν δεν υπήρχαν οι ευχές, ίσως ο κόσμος νάταν καλύτερος. Διότι η ευχή υποκαθιστά τη συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια "για κάτι το καλύτερο" με μια άνευ νοήματος μαγική επίκληση για το "καλώς έχειν των πραγμάτων". (Η παμπάλαια ομηρική λέξη "ευχή" είναι σύνθετη, και παράγεται από το "ευ" και το "έχω". Συνεπώς, ευχή σημαίνει "έχειν καλώς", και κατά προέκταση "επιθυμία για το έχειν καλώς" των ανθρώπων και των πραγμάτων).

’Όμως παρά την αρχαιότητα των ευχών, ο κόσμος συνεχίζει να "έχει κακώς " κι αυτό σημαίνει πως οι ευχές αποδείχτηκαν ολικά ανεπαρκείς για την τακτοποίηση των κακώς κειμένων. Ωστόσο, όλες οι γλώσσες είναι κατάφορτες από ένα ατέλειωτο ευχολόγιο, πράγμα που σημαδεύει επίμονα τον άνθρωπινο πόθο για κάτι το καλύτερο. Δηλαδή, ο ρόλος της ευχής σταματάει στην κατάδειξη της επιθυμίας για ευτυχία, χωρίς βέβαια να υποδεικνύει κανέναν τρόπο για την επίτευξή της.

Η ευχή είναι μια έννοια όχι απλά μεταφυσική αλλά πρωτόγονα μαγική, που παραπέμπει στη "συμπαθητική μαγεία", δηλαδή στην πίστη του πρωτόγονου ανθρώπου πως είναι αρκετό να αναπαραστήσεις μια πράξη ή να εκφωνήσεις με ειδικό τρόπο το όνομα ενός πράγματος, κι αυτή η πράξη ή αυτό το πράγμα θ' αποκτήσουν αυτόματα υπόσταση.

Παίρνουμε και δίνουμε ευχές με μια απίθανη ευκολία. Αλώστε, οι ευχές δε στοιχίζουν τίποτα, σε αντίθεση με τα δώρα που πρέπει να τα αγοράσει κανείς. (Τόσο το δώρο όσο και η ευχή λειτουργούν ψυχολογικά με τον ίδιο ακριβώς μαγικό τρόπο. Τούτη τη μαγική λειτουργία του δώρου θα τη δούμε μια άλλη φορά).

Η ευχητική δοσοληψία, καθώς και η δωροληψία, είναι μια υπόθεση καθημερινή, αλλά στις γιορτές έχουμε πάντα ένα ευ-χολογικό και δωροληπτικό "μπουμ". Διότι οι εορταστικές ημέρες έχουν μια "ιδιαιτερότητα", επίσης μαγικής τάξεως: Παρόλο που κι αυτές οι ημέρες έχουν εικοσιτέσσερις ώρες, παρόλο που κουβαλούμε και σ' αυτές τα καθημερινά-μας βάσανα, παρόλο που η δυστυχία-μας λόγω ανεργίας ή από άλλα αίτια διογκώνεται ψυχολογικά αυτές τις μέρες εξαιτίας της απαίτησης για ευτυχία που επιβάλλει η ίδια η έννοια της γιορτής, παρόλα αυτά τα πολύ πεζά πράγματα, συνεχίζουμε να πιστεύουμε αφελώς πως η μαγική ευχή στο μαγικό περιβάλλον της γιορτής θα λειτουργήσει με πολλαπλάσια ένταση.

Δηλαδή, όπως και οι μάγοι, συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως αν εκφωνήσουμε την κατάλληλη λέξη (άμπρα - κατάμπρα) την κατάλληλη στιγμή όλα θα παν καλύτερα. Μόλις περάσει η γιορτή διαπιστώνουμε με αφελή έκπληξη πως τίποτα δεν πήγε καλύτερα, αλλά αυτό δε μας εμποδίζει καθόλου να περιμένουμε την επόμενη γιορτή, όπου η πανάρχαιη πράξη της "συμπαθητικής μαγείας" θα επαναληφτεί για μυριοστή φορά και πάλι επί ματαίω.

Μ' αυτά και μ’ άλλα, ο βίος-μας τελειώνει κάποτε, και στο χείλος του τάφου φωνάζουμε τον παπά να "διαβάσει" για λογαριασμό μας, αφού εμείς δεν μπορούμε να διαβάσουμε πια, την τελευταία ευχή για τη σωτηρία μας. Μιας και οι ευχές δε μας ωφέλησαν σε τούτη τη ζωή, ας μας συνοδεύσουν τουλάχιστον στην άλλη, όπου είναι η πραγματική-τους θέση.

Καθημερινά κολυμπάμε στο ευχητικό πέλαγος μιας ευκταίας ευτυχίας, που όλο κινάει νάρθει και ποτέ δε φτάνει. Και πώς να φτάσει με μαγικές επικλήσεις εκ του ασφαλούς και χωρίς αγώνα; Η ευτυχία δεν είναι "εκ του Θεού", είναι "εκ των ανθρώπων".

Πράγμα που το ξέρουν όλοι εκτός απ’ τους παπάδες και τους περί αυτούς που κατάφεραν ν’ ανταλλάξουν ταχυδακτυλουργικά την επίγεια δυστυχία-τους με την προσδοκώμενη ουράνια ευτυχία.

Όμως , οι νορμάλ άνθρωποι γνωρίζουν πως ο ξορκισμός των "κακών πνευμάτων" επί της γης είναι υπόθεση περισσότερο επείγουσα απ' τον ξορκισμό των "κακών πνευμάτων" στον ουρανό. Και γι’ αυτό, κάνουν ευχές πριν καταλήξουν στις προσευχές.

Η προσευχή είναι κι αυτή μια ευχή αλλά κατευθυνόμενη "προς": το Θεό, τον Άγιο και γενικότερα προς μια "δύναμη" απρόσωπη και ασαφή. Και ακριβώς το απρόσωπο του παραλήπτη της προσευχής είναι που μας υποχρεώνει να τον στοχεύουμε πολύ προσεχτικά, προκειμένου να πετύχουμε τον αέναα κινούμενο στόχο.

Για τον ίδιο λόγο η ευχή-μας, αν θέλουμε να πάρει το πρόθεμα "προς" και να μετατραπεί σε προσευχή, πρέπει να εκτοξευτεί με πάρα πολύ μεγάλη δύναμη. Η αραιή "ψυχική ενέργεια" της ευχής είναι εντελώς ακατάλληλη για έναν τέτοιο σπουδαίο σκοπό.

Συνεπώς πρέπει να πυκνώσουμε τούτη την ενέργεια με την άσκηση και αν δεν μπορούμε να το πετύχουμε μόνοι-μας δεν έχουμε παρά να συμβουλευτούμε επί του θέματος τις οδηγίες του Ιγνάτιου Λογιόλα, που έγραψε σχετική πραγματεία υπό τον τίτλο "Πνευματικές ασκήσεις" προς χρήση των Ιησουιτών μοναχών, αυτών που δια της Ιεράς Εξετάσεως παλούκωσαν ουκ ολίγους ανίκανους να προσευχηθούν με τον αρμόζοντα τρόπο.

Είδαμε, λοιπόν, πως η ευχή και η προσευχή είναι το ίδιο πράγμα. Η διαφορά έγκειται μόνο στον παραλήπτη της μαγικής επίκλησης: Η ευχή απευθύνεται σε ανθρώπους, η προσευχή σε θεούς και πνεύματα άμεσα εξαρτημένα απ' αυτούς.

Φυσικά, πρέπει να τροποποιήσει κανείς το περιεχόμενο της μαγικής επίκλησης, για να μην μπερδευτούν οι παραλήπτες: Αν η προσευχή δεν είναι κατάλληλα διαμορφωμένη μπορεί να εκληφθεί ως ευχή και να την εισπράξει κατά λάθος κάποιος άνθρωπος. Σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση, θα διαπράξουμε το αμάρτημα της ειδωλωλατρείας ή προσωπολατρείας, πράγμα που είναι το ίδιο σε τελική ανάλυση.

Το "καλημέρα", "καλησπέρα" και τα συναφή, καθώς και το "μπάι μπόι", "τσιάο", "αλό" και οι ανάλογοι ξενόγλωσσοι βαρβαρισμοί που πλούτισαν το ήδη πλούσιο ευχολόγιο της ελληνικής γλώσσας, δεν είναι παρά κοινές και καθημερινές ευχές —τόσο κοινές και καθημερινές που έχασαν πια το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο και μετατράπηκαν σε σκέτους ήχους. Έτσι το "καλημέρα", για παράδειγμα, δε σημαίνει ακριβώς "σας εύχομαι μίαν καλή ημέραν" αλλά "σας είδα": Λέμε σε κάποιον "καλημέρα" για να δηλώσουμε, απλώς, πως βρίσκεται εδώ και λίγη ώρα εντός του οπτικού-μας πεδίου, ότι δηλαδή η παρουσία-του δεν πέρασε απαρατήρητη, πράγμα που θα ήταν απρέπεια.

Όσο για την "καλή-σου μέρα", γνωρίζουμε από πείρα πως το καλό ή το κακό της ημέρας του κυρίου που χαιρετίσαμε είναι τελείως άσχετο απ’ την ευχή-μας. Άλλωστε, τίποτα δεν αποκλείει ο εν λόγω κύριος να βρεθεί κάτω απ' τους τροχούς ενός αυτοκινήτου αμέσως μετά την ευχή-μας —και παρά την ευχή-μας.

Ακόμα, όλοι ξέρουμε από οδυνηρή εμπειρία πως είναι κουτό να λες καλημέρα και να το εννοείς, όταν και ο χαιρετών και ο χαιρετώμενος εισπνέουν το γνωστόν αθηναϊκόν νέφος, η καταστροφική ύπαρξη του οποίου απέχει άπειρες ρυπαντικές μονάδες απ' την αρχική μεταφυσική αφετηρία της ευχής.

Η απομεταφυσικοποίηση λοιπόν όλων των ευχών είναι ένα γεγονός. Οι ευχές έχουν μετατραπεί σε κενούς τύπους ευγένειας, που ωστόσο διατηρούν αταβιστικά ένα μέρος από το αρχικό μεταφυσικό-τους περιεχόμενο, έτσι για να μην ξεχνάμε τον πρωτογονισμό-μας.

Πάντως καλό είναι, τώρα στους πεζούς καιρούς-μας, για έγκυρες και αποτελεσματικές ευχές να καλείτε τον παπά. Αυτός, εκτός από το Ευχολόγιο (βιβλίο ιερό με ξόρκια δια πάσα νόσον και πάσα μαλακίαν) διαθέτει και το δυστυχώς παρακμασμένο Ευχέλαιον, που είναι ένα από τα εφτά μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πρόκειται όντως για ένα πολύ μυστηριώδες μυστήριο, μιας και σ’ αυτό η ευχή και το λάδι αποτελούν αμάλγαμα πολύ μεγάλης μαγικής δύναμης.

Αν ούτε το Ευχέλαιο λύσει το επίμονο πρόβλημά-σας, τότε δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: Είτε το πρόβλημά-σας είναι τάξεως ψυχολογικής, οπότε θα χρειαστείτε ψυχίατρο — ψυχαναλυτή, είτε είναι τάξεως κοινωνικής, οπότε θα χρειαστεί να εγγραφείτε στο συνδικάτο ή σε κάποιο κόμμα.

Κικέρων: Το Δώρο της Ωριμότητας

Αν ανησυχείτε που μεγαλώνετε, αν το γήρας, σας προκαλεί θλίψη ίσως και φόβο και αν πιστεύετε ότι εξαιτίας του θα χάσετε την ομορφιά, την υγεία και ίσως και το μυαλό σας, τότε, πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε το βιβλίο του Μάρκου Τύλλιου Κικέρωνα «Το Δώρο της Ωριμότητας».

Ο Κικέρων υπήρξε μία από τις πιο λαμπρές προσωπικότητες της αρχαίας Ρώμης και ένθερμος σπουδαστής της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας. Ήταν πολιτικός, δικηγόρος και φιλόσοφος, υπηρέτησε ως ύπατος κατά το έτος 63 π.Χ. και δικαίως θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους ρήτορες και πεζογράφους.

Το «Το Δώρο της Ωριμότητας» το έγραψε την άνοιξη του 44 π.Χ., με πρωτότυπο τίτλο «Σε μεγάλη ηλικία», αφού είχε ήδη αποσυρθεί στην αγροικία του, είχε συμπληρώσει την έκτη δεκαετία της ζωής του και είχε αποφασίσει να παραμείνει μακριά από τα κοινά και τη Ρώμη και να ασχοληθεί με τη συγγραφή.
00:00
/
00:00
Loading Ad
Στη διατριβή του αυτή, ο Κικέρων προσφέρει μια πιο διευρυμένη εικόνα της τρίτης ηλικίας, όπου ναι μεν συνειδητοποιεί κανείς τους περιορισμούς της αλλά από την άλλη πλευρά, μπορεί να τη θεωρήσει και ως μια ευκαιρία ωρίμανσης και ολοκλήρωσης.

Το έργο στηρίζεται στον φανταστικό διάλογο ανάμεσα στον Κάτωνα, έναν Ρωμαίο ηγέτη που ο Κικέρων θαύμαζε ιδιαίτερα, με δύο νεότερους συντρόφους του. Δια στόματος Κάτωνα, αντικρούει τους ισχυρισμούς ότι η ώριμη ηλικία είναι μια περίοδος αδράνειας, ασθένειας, απώλειας αισθησιασμού και παραλυτικού φόβου για τον επερχόμενο θάνατο και μας διαβεβαιώνει ότι, τα γηρατειά ως περίοδος ζωής, δεν πρέπει να μας τρομοκρατούν αλλά αντίθετα, να τα απολαμβάνουμε στο μέγιστο βαθμό.

Στο μικρό αυτό βιβλίο εμπεριέχονται πολλά διδάγματα και απόψεις, που θα μας βοηθήσουν να δούμε την περίοδο του γήρατος από μια άλλη οπτική, πιο αισιόδοξη. Για παράδειγμα, ο Κικέρων μας λέει ότι δεν πρέπει οι άνθρωποι να κατηγορούν την ηλικία για τα προβλήματά τους αλλά τα λάθη τους, που είναι αποτέλεσμα των ανεπαρκειών του χαρακτήρα τους και όχι των χρόνων που έχουν ζήσει.

Μας παροτρύνει, να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας όσο το δυνατόν περισσότερο καθώς μεγαλώνουμε, δεδομένου ότι το μυαλό είναι ένας μυς που πρέπει να ασκείται. Τονίζει ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής μας δεν είναι μια περίοδος παθητικότητας και ότι πρέπει να διατηρούμε τα δικαιώματά μας, να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας, να μην υποτασσόμαστε σε κανέναν και να είμαστε κύριοι της ιδιοκτησίας μας, για να είμαστε έτσι, πολίτες άξιοι σεβασμού.

Η σοφία ρέει μέσα από τα λόγια του Κάτωνα. Μιλά για το σώμα και το πνεύμα, για τις απολαύσεις του γήρατος, το σεβασμό προς το γήρας, και τέλος, γιατί δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο που σηματοδοτεί είτε το τέλος της ανθρώπινης συνείδησης είτε την αρχή της αιώνιας ευδαιμονίας.

«Είναι όντως δυστυχής εκείνος που στην πορεία μιας μακράς ζωής δεν έμαθε πως δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από τον θάνατο. Γιατί ο θάνατος είτε καταστρέφει ολοκληρωτικά την ανθρώπινη ψυχή, και στην περίπτωση αυτή είναι αμελητέος, είτε μεταφέρει την ψυχή σε έναν τόπο όπου μπορεί να ζήσει αιώνια, και αυτό τον κάνει επιθυμητό. Δεν υπάρχει τρίτη πιθανότητα».

Για τον Κικέρωνα, η ζωή είναι σαν ένα θεατρικό έργο, όπου ένας καλός ηθοποιός ξέρει πότε να εγκαταλείψει τη σκηνή και δεν συνιστά λόγο πένθους, από τη στιγμή που ακολουθείται από την αιώνια ζωή.

Για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια, το έργο αυτό του Κικέρωνα είναι πηγή έμπνευσης για τους αναγνώστες του, προσφέροντάς τους σοφία και πρακτική καθοδήγηση ώστε να μπορέσουν να κάνουν το δεύτερο μέρος της ζωής τους, πιο ενδιαφέρον, πιο δημιουργικό και σίγουρα, πιο ευτυχισμένο.

Erich Fromm: Η αγάπη μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης

Με πιο γενικό τρόπο, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης μπορεί να καθοριστεί αν πούμε ότι αγάπη πρωταρχικά σημαίνει δόσιμο και όχι απολαβή.

Τι σημαίνει όμως δόσιμο; Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.

Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι.

Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού. Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου. Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά. Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος και γι' αυτό χαρούμενος. Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.

Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο.

Τι δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του;

Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του.

Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του. Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του.

Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης.

Δε δίνει με το σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά.

Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.

Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται. Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γι' αυτό κι οι δυο τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν.

Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο τους. Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που δημιουργεί αγάπη.

Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα. Αυτή η σκέψη έχει εκφραστεί πολύ όμορφα: «Ας πάρουμε τον άνθρωπο σαν άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο σαν ανθρώπινη σχέση, και τότε δεν μπορείς ν’ ανταλλάξεις την αγάπη παρά μόνο με εμπιστοσύνη κλπ.

Αν θέλεις να χαρείς την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά διαπαιδαγωγημένος.

Αν θέλεις να έχεις επιρροή στους άλλους, πρέπει να είσαι ένα τέτοιο άτομο που πραγματικά να ασκεί μια διεγερτική και προαγωγική επίδραση στους άλλους.

Κάθε σχέση σου με τους ανθρώπους και τη φύση πρέπει να είναι μια συγκεκριμένη έκφραση της πραγματικής ατομικής σου ζωής που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της θέλησής σου.

Αν αγαπάς χωρίς να προκαλείς αγάπη, δηλαδή αν η αγάπη δε φέρνει και στον άλλο την αγάπη, αν καθώς εκφράζεσαι στη ζωή σαν άνθρωπος που αγαπά δε γίνεσαι ταυτόχρονα και αγαπημένος, τότε η αγάπη σου είναι ανίκανη, είναι δυστυχία».

Αλλά όχι μόνο: στην αγάπη το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις. Και ο δάσκαλος διδάσκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα, αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.

Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης

Η Σχολή του Αριστοτέλη, Το Λύκειο

Το 335 π.Χ ο Αριστοτέλης ιδρύει στην Αθήνα μια σχολή αφιερωμένη στη φιλοσοφική και επιστημονική έρευνα, η οποία, αν και επικαλείται το πνεύμα της Πλατωνικής Ακαδημίας, απομακρύνεται απ’ αυτήν σε ό,τι αφορά τα πεδία μελέτης και τις μεθόδους που ακολουθεί. Μετά τον θάνατο του Σταγειρίτη, οι δραστηριότητες του Λυκείου επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στη μελέτη της φύσης η οποία χαρακτηρίζεται από έντονο εμπειρικό ενδιαφέρον, πρώτα υπό την καθοδήγηση του Θεόφραστου του Ερέσιου και στη συνέχεια με το έργο του Στρατώνα του Λαμψακηνού, ο οποίος είναι γνωστός ως«φυσικός». Από τον 1ο αιώνα π.Χ και μετά δεν διαθέτουμε ασφαλείς πληροφορίες για τη σχολή του Αριστοτέλη κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η περιπατητική παράδοση συναντάται ολοένα και περισσότερο στην Αλεξάνδρεια και τη Ρώμη επικεντρώνεται στην κριτική δραστηριότητα των ακροαματικών έργων του Σταγειρίτη, τα οποία δημοσιεύτηκαν από τον Ανδρόνικο τον Ρόδιο.

Γέννηση και οργάνωση του Λυκείου

Οι κύριες πηγές απ’ όπου αντλούμε πληροφορίες για τη δομή και τις δραστηριότητες του Λυκείου είναι τα κείμενα και οι μαρτυρίες των μελών της σχολής· πρόκειται για μαρτυρίες στο πλαίσιο της σχολής, ενώ σπανιότερες είναι οι εξωτερικές πηγές.

Γνωρίζουμε ότι το Λύκειο ιδρύθηκε από τον Αριστοτέλη στην Αθήνα το 335 π.Χ. και ότι ήταν ιδιωτικό ίδρυμα, το οποίο το κράτος δεν διηύθυνε ούτε επέβλεπε, και το οποίο προσέφερε επιστημονική και φιλοσοφική εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.

Τα δύο ονόματα με τα οποία η σχολή είναι γνωστή από την αρχαιότητα -Λύκειο ή, πιο συχνά, Περίπατος- δείχνουν ότι ο Αριστοτέλης, τουλάχιστον στην αρχή, συγκέντρωνε τους μαθητές και τους συναδέλφους του στο δημόσιο γυμνάσιο του Λυκείου (το οποίο έφερε αυτό το όνομα γιατί στεγαζόταν στον ναό που ήταν αφιερωμένος στον Λύκειο Απόλλωνα) και χρησιμοποιούσε τις δημόσιες αίθουσες του γυμναστηρίου ή ενδεχομένων νοίκιαζε μερικούς χώρους κοντά σε αυτό.

Η λέξη περίπατος, ωστόσο, όσον αφορά την κοινή χρήση της αναφέρεται σε έναν χώρο του γυμνασίου, ενδεχομένως σε ένα μονοπάτι με δέντρα μέσα σε έναν κήπο- η ετυμολογία που προτείνεται από τον Διογένη Λαέρτιο, σύμφωνα με τον οποίο το όνομα της σχολής προερχόταν από το ρήμα περιπατείν (κάνω περίπατο) και αναφερόταν στη συνήθεια του Αριστοτέλη, η οποία άλλωστε μαρτυρείται από διάφορους φιλοσόφους της αρχαιότητας, μεταξύ των οποίων ο Πρωταγόρας και ο Πλάτων, να συζητά με τους φίλους και τους μαθητές του περπατώντας, απορρίπτεται από πολλούς σύγχρονους μελετητές: τα ακροαματικά έργα του Αριστοτέλη, τα οποία σε μεγάλο μέρος είναι προϊόν της διδακτικής του δραστηριότητας, αφήνουν να εννοηθεί ότι στα μαθήματα χρησιμοποιούσε ανατομικά τραπέζια, γεωγραφικούς και αστρονομικούς χάρτες, διαγράμματα, πίνακες, όργανα τα οποία απαιτούν την ύπαρξη ενός σταθερού χώρου, μιας αίθουσας.

Ο Αριστοτέλης δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των τόπων όπου διδάσκει, γιατί ως μέτοικος δεν μπορεί να κατέχει ιδιοκτησία στην Αθήνα- μόνο με τον διάδοχο του στο τιμόνι της σχολής, τον Θεόφραστο τον Ερέσιο το Λύκειο αποκτά δική του έδρα. Αν και είναι και ο ίδιος μέτοικος, ο Θεόφραστος καταφέρνει να αποκτήσει το δικαίωμα της ένκτησης, δηλαδή το δικαίωμα να κατέχει ακίνητα σε μία ξένη χώρα, χάρη στη βοήθεια του Δημητρίου Φαληρέως, μέλους του Λυκείου και διοικητή της Αθήνας, και λίγο μετά το 317 πΧ αγοράζει έναν κήπο και μερικά κτήρια. Το συγκρότημα (το οποίο δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με εκείνο στο οποίο αρχικά δίδασκε ο Αριστοτέλης) αποτελεί ιδιοκτησία του Θεόφραστου, ο οποίος το αγοράζει με τα χρήματα που κληρονόμησε, αλλά περνάει στην ιδιοκτησία της σχολής όταν ο Θεόφραστος στη διαθήκη του το κληροδοτεί στην κοινότητα των Περιπατητών, απαγορεύοντας ρητά να πουληθεί.

Σύμφωνα με μια παράδοση που μας μεταφέρει ο Διογένης Λαέρτιος, η σχολή του Αριστοτέλη γεννιέται μαζί με την Ακαδημία, την οποία διηύθυνε ο Ξενοκράτης (396-314 πΧ)- από μια δοξογραφία (πιθανότατα νεοπλατωνικής προέλευσης) από τον Μάρκο Τύλλιο Κικέρωνα και από την αριστοτελική βιογραφία που είναι γνωστή ως Vita Marciana, η οποία χρονολογείσαι ανάμεσα στον 1ο και τον 4ο αιώνα, μαθαίνουμε ότι το Λύκειο γεννιέται ως παρακλάδι της πλατωνικής σχολής ή, τέλος πάντως, συνάπτοντας δεσμούς φιλίας και συνεργασίας με αυτήν.

Τα στοιχεία που έχουμε δεν επαρκούν για να υποστηρίξουμε κάποια από τις δύο παραδόσεις: το βέβαιον είναι ότι ο Περίπατος, αν και παρουσιάζει κοινά στοιχεία με την Ακαδημία (όπως, άλλωστε, είναι λογικό από τη στιγμή που ο Αριστοτέλης είχε περάσει είκοσι χρόνια εκεί), ξεχωρίζει από τη σχολή του Πλάτωνα όσο αφορά τα περιεχόμενα και τη μέθοδο έρευνας.

Οι σύγχρονοι μελετητές συμφωνούν ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το Λύκειο σχολείο ή πανεπιστήμιο με τη σύγχρονη έννοια των όρων. Αντίθετα, δομείται ως κοινωνία, κοινότητα ανδρών, οι οποίοι συνδέονται με δεσμούς φιλίας και αφού κάθονται από κοινού στην επιστημονική και φιλοσοφική έρευνα (η λέξη που χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος είναι συμφιλοσοφείν, αλλά η πατρότητα του νεολογισμού θα πρέπει να αποδοθεί στον Αριστοτέλη, ο οποίος τον χρησιμοποιεί στο ένατο βιβλίο ίων Ηθικών Νικομαχείων για να περιγράφει το είδος της δραστηριότητας που λάμβανε χώρα στην πλατωνική Ακαδημία).

Καθοδηγητής της σχολής είναι ο σχολάρχης. Σύμφωνα με τη Μαρτυρία του Διογένη Λαέρτιου, αυτό το καθήκον αναλαμβάνει αρχικά ο Αριστοτέλης και έπειτα ο Θεόφραστος ο Ερέσιος περίπου από το 323 έως το 287 πΧ, ο Στράτων ο Λαμψακηνός από το 287 έως τo 269 π.Χ. και ο Λύκων ο Τρώας από το 269 έως το 226-224 π.Χ.

Ο σχολάρχης είναι πρώτος μεταξύ ίσων και μεριμνά μαζί με τους άλλους φιλόσοφους για την πνευματική ανάπτυξη της σχολής, τη φροντίδα των κτηρίων και τη διευθέτηση πρακτικών θεμάτων. Η διαδικασία μέσω της οποίας γίνεται κανείς σχολάρχης δεν είναι αυστηρώς προσδιορισμένη, αλλά κάθε φορά διαφέρει. Ο πιο διαδεδομένος τρόπος φαίνεται να είναι η εκλογή από την κοινότητα, παρόλο που υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως στην περίπτωση του Αριστοτέλη και του Στράτωνα, οι οποίοι κατονόμασαν τους διαδόχους τους.

Η περιπατητική κοινότητα εν συντομία θα λέγαμε ότι δομείται σε δύο τάξεις: τα μεγαλύτερα μέρη (πρεσβύτεροι) ασχολούνται κυρίως με την έρευνα και τη διδασκαλία, ενώ οι νεώτεροι (νεανίσκοι) αφοσιώνονται ως επί το πλείστον στη μελέτη. Στην κοινότητα μπορεί να συμμετάσχει όποιος θέλει και δεν γίνονται ηλικιακές και ταξικές διακρίσεις- μοναδική προϋπόθεση είναι ο υποψήφιος να έχει λάβει βασική εκπαίδευση και να διαθέτει σχόλη, δηλαδή την ελευθερία από τις ενασχολήσεις που είναι απαραίτητες προκειμένου κάποιος να ζήσει, και επομένως να είναι σχετικά ευκατάστατος για να διαθέτει τον χρόνο που απαιτείται για τις σπουδές.

Απ’ ό,τι φαίνεται, οι δάσκαλοι δεν απαιτούσαν χρήματα για τα μαθήματα και, κατά πάσα πιθανότητα, οι οικονομικοί πόροι της σχόλης αντλούνταν από την προσωπική περιουσία του σχολάρχη και από τις δωρεές των μαικήνων και των ίδιων των Περιπατητικών.

Ούτε η συμμέτοχη σε άλλες φιλοσοφικές σχολές ούτε η διαφωνία με τις θέσεις του σχολάρχη αποτελούν εμπόδιο για την είσοδο στο Λύκειο- η σχολή δεν γεννιέται ως «αριστοτελική σχολή», με σκοπό τη μελέτη και τη διάδοση των θέσεων του ιδρυτή της, αλλά ως κέντρο μελέτης και έρευνας, στο οποίο επιτρέπεται η είσοδος σε οποιονδήποτε επιθυμεί να αφιερωθεί στη θεωρητική ζωή. Οι Περιπατητικοί απολαμβάνουν πλήρη πνευματική ελευθερία και έχουν το δικαίωμα να εκφράσουν γνώμες που είναι αντίθετες με αυτές του σχολάρχη. Πάντως, οι συζητήσεις στο πλαίσιο του Λυκείου δεν φτάνουν ποτέ σε τόσο ριζοσπαστικό επίπεδο όσο οι συζητήσεις στην Πλατωνική Ακαδημία.

Επιπλέον απόδειξη του ανοικτού χαρακτήρα της σχολής, η οποία σε καμία περίπτωση δεν λειτουργεί ως σέκτα, είναι η συνήθεια, την οποία περιγράφουν ο Αριστοτέλης και ο Θεόφραστος, να γίνονται το πρωί μαθήματα, τα οποία είναι ελεύθερα σε όλους (πανηγύρεις), και μόνο το απόγευμα λαμβάνει χώρα η εξειδικευμένη διδασκαλία (συνεδρίαι).

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της φιλοσοφίας της εκπαίδευσης την οποία προσδιόρισε ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά και του παιδαγωγικού συστήματος που εφαρμοζόταν στο Λύκειο, οι μελετητές διατύπωσαν αντίθετες απόψεις. Ο John Patrick Lynch υποστηρίζει ότι οι παιδαγωγικές θεωρίες του Αριστοτέλη είναι αυτές που εφαρμόζονται σε μια ιδεατή πολιτική κοινότητα, όπου εγγυητής και επιτηρητής της εκπαίδευσης είναι το κράτος, από το πρώτο επίπεδο μέχρι τα πιο υψηλά στάδια εκμάθησης· στην πραγματικότητα, ωστόσο, το Λύκειο είναι ιδιωτικός θεσμός, ο οποίος προσφέρει εθελοντικά ία απαραίτητα εργαλεία για τη φιλοσοφική μελέτη και έρευνα σε υψηλό επίπεδο. Ο Carlo Natali, εν αντιθέσει με τον Lynch, υποστήριξε, από την άλλη, ότι στο Λύκειο εμφανίζεται ο ιδιαίτερος τύπος φιλοσοφίας τον οποίο περιγράφει ο Αριστοτέλης στο δέκατο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων: μια κοινή ζωή που θα είναι αφιερωμένη στην επιδίωξη του θεωρητικού βίου. Το βέβαιον είναι ότι, ακόμα κι αν το ιδανικό εκπαιδευτικό σύστημα του Αριστοτέλη δεν εφαρμόζεται εξ ολοκλήρου στο Λύκειο, τα πρώτα μέλη του Περιπάτου ακολουθούν τις μεθόδους έρευνας του πρώτου σχολάρχη.

Όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς

«Δεν υπάρχει λωτός χωρίς μίσχο», λέγει μία ινδική παροιμία. Έτσι και η μοναχικότητα παρουσιάζει -μαζί με τα τόσα πλεονεκτήματα- και τα μικρά της επίσης μειονεκτήματα, τα μικρά της προβλήματα, τα όποια, όμως, συγκρινόμενα μ’ εκείνα της κοινωνικότητας, είναι ασήμαντα. Ως εκ τούτου, όποιος έχει καθ’ εαυτόν κάτι το αξιόλογο μπορεί ευκολότερα να τα βγάζει πέρα χωρίς τους ανθρώπους παρά μ’ αυτούς. Παρεμπιπτόντως, ανάμεσα σ’ εκείνα τα μειονεκτήματα της μοναχικότητας, υπάρχει κι ένα που δεν συνειδητοποιεί κανείς εύκολα όπως τα υπόλοιπα, και συγκεκριμένα το εξής: όπως, όταν παραμένουμε διαρκώς και παρατεταμένα μέσα στο σπίτι, το σώμα μας γίνεται τόσο ευαίσθητο σ’ εξωτερικές επιδράσεις που με κάθε δροσερό ρευματάκι αρρωσταίνει, έτσι και το πνεύμα μας, με τον διαρκώς αποτραβηγμένο και μοναχικό βίο, γίνεται τόσο ευαίσθητο που ανησυχούμε, θιγόμαστε ή πληγωνόμαστε από τα πλέον ασήμαντα συμβάντα, λόγια, μάλιστα και από μία απλή έκφραση του προσώπου· ενώ, αντίθετα, όποιος παραμένει διαρκώς στην οχλαγωγία δεν δίνει σημασία σε τέτοια πράγματα.

Σ’ εκείνον δε τον άνθρωπο, και ιδιαίτερα τον νεαρής ηλικίας, που δεν καταφέρνει να υπομείνει για πολύ την ερημιά της μοναξιάς, όσο συχνά και αν η δικαιολογημένη απέχθειά του για τους ανθρώπους τον έχει αναγκάσει να καταφύγει σ’ αυτήν, δίνω την συμβουλή να συνηθίσει να παίρνει μαζί του ένα μέρος της μοναξιάς του όποτε πρόκειται να βρεθεί με άλλους, να μάθει δηλ. να είναι σ’ έναν κάποιο βαθμό μόνος ακόμη και όταν βρίσκεται ανάμεσά τους. Τούτο σημαίνει πως δεν πρέπει να τους κοινοποιεί πάραυτα τις σκέψεις του ούτε να παίρνει τοις μετρητοίς τα όσα λέγουν, αλλά να ξέρει πως δεν πρέπει να περιμένει -τόσο από διανοητική όσο και από ηθική άποψη- και πάρα πολλά απ’ αυτούς κι έτσι ν’ αναπτύξει και να εδραιώσει μέσα του την αδιαφορία εκείνη για τις απόψεις τους που αποτελεί το ασφαλέστερο μέσο για να επιδεικνύει διαρκώς μία αξιέπαινη ανεκτικότητα. Τότε, παρότι ανάμεσα τους δεν θα βρίσκεται εντελώς μέσα στην κοινωνία τους, αλλά θα συμπεριφέρεται έναντι αυτής μάλλον κατά τρόπο αμιγώς αντικειμενικό- τούτο δε θα τον προστατεύει από την υπερβολική επαφή μαζί της κι επομένως και από κάθε αμαύρωση ή και πλήγωμα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ

Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει

Σε αυτά το αποσπάσματα από το Εγχειρίδιό του, ο Επίκτητος θεμελιώνει μια σημαντική σχέση ανάμεσα στις επιθυμίες, την ελευθερία και την επιλογή, προτρέποντας να φροντίζουμε μόνο εκείνο που είναι στις δυνάμεις μας.

Εάν επιθυμείς τα παιδιά σου, η γυναίκα σου και οι φίλοι σου να ζουν για πάντα, είσαι ανόητος: θέλεις τα πράγματα που δεν είναι στον έλεγχό σου, να είναι, και εκείνα που είναι ξένα, να γίνουν δικά σου. Με τον ίδιο τρόπο, εάν θέλεις ο σκλάβος σου να μη σφάλλει, είσαι τρελός, γιατί θέλεις το ελάττωμα να μην είναι ελάττωμα, αλλά κάτι άλλο. Αλλά αν θέλεις να μην αποτυγχάνεις όταν επιθυμείς κάτι, αυτό μπορείς να το καταφέρεις. Να ασκείσαι, λοιπόν, σε αυτό που μπορείς. Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει. Όποιος, λοιπόν, θέλει να είναι ελεύθερος, δεν επιθυμεί και δεν αφαιρεί κάτι που βρίσκεται στον έλεγχο άλλων: διαφορετικά. αναπόφευκτα είναι σκλάβος.

Παρατήρησε πως όταν βλέπεις αξιότιμους ή ισχυρούς άντρες ή τον τρόπο με τον οποίο είναι φημισμένοι και δοξασμένοι, η εμφάνισή τους δεν σου κάνει εντύπωση ώστε να θεωρήσεις ότι είναι περιπετειώδεις και ευτυχισμένοι. Γιατί, αν η ουσία του καλού βρίσκεται στα πράγματα που είναι στην ευχέρειά μας, δεν πρέπει να υπάρχουν ούτε ο φθόνος ούτε η ζήλια. Κι εσύ, σε ό,τι σε αφορά, δεν θα θέλεις να είσαι ούτε αρχηγός στρατού ούτε πρόεδρος συμβουλίου ούτε πρόξενος, αλλά ελεύθερος: και προς αυτό υπάρχει μόνο ένας δρόμος, που είναι να μην ασχολούμαστε με τα πράγματα που δεν ανήκουν στη δύναμή μας.

Επίκτητου, Manuale

Περιμένοντας τους Βαρβάρους

– Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

– Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

– Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

– Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

– Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κ. Π. Καβάφης

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ποιητική (1447a-1447b)

1. Λόγος για την ποίηση γενικά

[1447a] [I] Περὶ ποιητικῆς αὐτῆς τε καὶ τῶν εἰδῶν αὐτῆς, ἥν τινα δύναμιν ἕκαστον ἔχει, καὶ πῶς δεῖ συνίστασθαι τοὺς μύθους εἰ μέλλει καλῶς ἕξειν ἡ ποίησις, ἔτι δὲ ἐκ πόσων καὶ ποίων ἐστὶ μορίων, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅσα τῆς αὐτῆς ἐστι μεθόδου, λέγωμεν ἀρξάμενοι κατὰ φύσιν πρῶτον ἀπὸ τῶν πρώτων. ἐποποιία δὴ καὶ ἡ τῆς τραγῳδίας ποίησις ἔτι δὲ κωμῳδία καὶ ἡ διθυραμβοποιητικὴ καὶ τῆς αὐλητικῆς ἡ πλείστη καὶ κιθαριστικῆς πᾶσαι τυγχάνουσιν οὖσαι μιμήσεις τὸ σύνολον· διαφέρουσι δὲ ἀλλήλων τρισίν, ἢ γὰρ τῷ ἐν ἑτέροις μιμεῖσθαι ἢ τῷ ἕτερα ἢ τῷ ἑτέρως καὶ μὴ τὸν αὐτὸν τρόπον. ὥσπερ γὰρ καὶ χρώμασι καὶ σχήμασι πολλὰ μιμοῦνταί τινες ἀπεικάζοντες (οἱ μὲν διὰ τέχνης οἱ δὲ διὰ συνηθείας), ἕτεροι δὲ διὰ τῆς φωνῆς, οὕτω κἀν ταῖς εἰρημέναις τέχναις ἅπασαι μὲν ποιοῦνται τὴν μίμησιν ἐν ῥυθμῷ καὶ λόγῳ καὶ ἁρμονίᾳ, τούτοις δ᾽ ἢ χωρὶς ἢ μεμιγμένοις· οἷον ἁρμονίᾳ μὲν καὶ ῥυθμῷ χρώμεναι μόνον ἥ τε αὐλητικὴ καὶ ἡ κιθαριστικὴ κἂν εἴ τινες ἕτεραι τυγχάνωσιν οὖσαι τοιαῦται τὴν δύναμιν, οἷον ἡ τῶν συρίγγων, αὐτῷ δὲ τῷ ῥυθμῷ [μιμοῦνται] χωρὶς ἁρμονίας ἡ τῶν ὀρχηστῶν (καὶ γὰρ οὗτοι διὰ τῶν σχηματιζομένων ῥυθμῶν μιμοῦνται καὶ ἤθη καὶ πάθη καὶ πράξεις)· ἡ δὲ [ἐποποιία] μόνον τοῖς λόγοις ψιλοῖς ‹καὶ› ἡ τοῖς μέτροις καὶ τούτοις εἴτε

[1447b] μιγνῦσα μετ᾽ ἀλλήλων εἴθ᾽ ἑνί τινι γένει χρωμένη τῶν μέτρων ἀνώνυμοι τυγχάνουσι μέχρι τοῦ νῦν· οὐδὲν γὰρ ἂν ἔχοιμεν ὀνομάσαι κοινὸν τοὺς Σώφρονος καὶ Ξενάρχου μίμους καὶ τοὺς Σωκρατικοὺς λόγους οὐδὲ εἴ τις διὰ τριμέτρων ἢ ἐλεγείων ἢ τῶν ἄλλων τινῶν τῶν τοιούτων ποιοῖτο τὴν μίμησιν. πλὴν οἱ ἄνθρωποί γε συνάπτοντες τῷ μέτρῳ τὸ ποιεῖν ἐλεγειοποιοὺς τοὺς δὲ ἐποποιοὺς ὀνομάζουσιν, οὐχ ὡς κατὰ τὴν μίμησιν ποιητὰς ἀλλὰ κοινῇ κατὰ τὸ μέτρον προσαγορεύοντες· καὶ γὰρ ἂν ἰατρικὸν ἢ φυσικόν τι διὰ τῶν μέτρων ἐκφέρωσιν, οὕτω καλεῖν εἰώθασιν· οὐδὲν δὲ κοινόν ἐστιν Ὁμήρῳ καὶ Ἐμπεδοκλεῖ πλὴν τὸ μέτρον, διὸ τὸν μὲν ποιητὴν δίκαιον καλεῖν, τὸν δὲ φυσιολόγον μᾶλλον ἢ ποιητήν· ὁμοίως δὲ κἂν εἴ τις ἅπαντα τὰ μέτρα μιγνύων ποιοῖτο τὴν μίμησιν καθάπερ Χαιρήμων ἐποίησε Κένταυρον μικτὴν ῥαψῳδίαν ἐξ ἁπάντων τῶν μέτρων, καὶ ποιητὴν προσαγορευτέον. περὶ μὲν οὖν τούτων διωρίσθω τοῦτον τὸν τρόπον. εἰσὶ δέ τινες αἳ πᾶσι χρῶνται τοῖς εἰρημένοις, λέγω δὲ οἷον ῥυθμῷ καὶ μέλει καὶ μέτρῳ, ὥσπερ ἥ τε τῶν διθυραμβικῶν ποίησις καὶ ἡ τῶν νόμων καὶ ἥ τε τραγῳδία καὶ ἡ κωμῳδία· διαφέρουσι δὲ ὅτι αἱ μὲν ἅμα πᾶσιν αἱ δὲ κατὰ μέρος. ταύτας μὲν οὖν λέγω τὰς διαφορὰς τῶν τεχνῶν ἐν οἷς ποιοῦνται τὴν μίμησίν.

***
[1447a] [1] Ο λόγος μας θα είναι για την ποίηση: πρώτα για το τι είναι η ποίηση και στη συνέχεια για τα επιμέρους είδη της· θέλω να πω: α) για τα χαρακτηριστικά του κάθε είδους και για τη λειτουργία του, β) για το πώς πρέπει να χτίζεται κάθε φορά η υπόθεση, αν πρόκειται να είναι καλό στο είδος του το ποιητικό δημιούργημα, γ) από πόσα και ποια μέρη αποτελείται, δ) για ό,τι άλλο περιλαμβάνει η διερεύνηση του γνωστικού αυτού αντικειμένου. Ας αρχίσουμε λοιπόν τον λόγο μας ξεκινώντας —όπως είναι, άλλωστε, και η φυσική σειρά— από τα πρώτα-πρώτα.

Η επική, λοιπόν, ποίηση και η ποίηση της τραγωδίας, και επίσης η κωμωδία, η ποίηση των διθυράμβων και το μεγαλύτερο μέρος της αυλητικής και κιθαριστικής τέχνης είναι —ως σύνολο— όλες τους μιμήσεις. Διαφέρουν όμως μεταξύ τους από τρεις απόψεις: α) από την άποψη των μέσων με τα οποία κάνουν τη μίμηση, β) από την άποψη ότι μιμούνται διαφορετικά πράγματα, γ) από την άποψη ότι τη μίμηση την κάνουν με διαφορετικό και όχι με τον ίδιο τρόπο.

Όπως δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι που μιμούνται ένα πλήθος πράγματα με τη βοήθεια χρωμάτων και σχημάτων, άλλοι αναπαριστάνοντάς τα με τους κανόνες μιας τέχνης που κατέχουν, άλλοι πρακτικά, άλλοι με ήχους, το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση των τεχνών που μνημονεύσαμε: όλες τους κάνουν τη μίμηση με ρυθμό, με λόγο και με μελωδία (είτε χωριστά το καθένα τους είτε ανάμεικτα). Επιπαραδείγματι: με μελωδία και με ρυθμό η αυλητική μόνο και η κιθαριστική τέχνη (μαζί, βέβαια, και όσες άλλες συμβαίνει να έχουν τέτοιου είδους χαρακτηριστικά και τέτοιου είδους ιδιότητες, όπως π.χ. η τέχνη της σύριγγας)· μόνο με τον ρυθμό, όχι όμως και με μελωδία, κάνουν τη μίμηση οι τέχνες των χορευτών· αυτοί, πράγματι, συνδυάζοντας με τους διάφορους ρυθμούς τα σχήματα και τις στάσεις που παίρνουν, μιμούνται χαρακτήρες ανθρώπων, πράγματα που παθαίνουν οι άνθρωποι και πράγματα που κάνουν.

Η τέχνη, λοιπόν, που κάνει τη μίμηση απλώς και μόνο με τον λόγο, σε πεζή μορφή ή σε στίχους

[1447b] (είτε αναμειγνύοντας —στη δεύτερη περίπτωση— ένα πλήθος από μέτρα είτε χρησιμοποιώντας ένα μόνο από αυτά), έμεινε ως τις μέρες μας δίχως όνομα. Δεν έχουμε, πράγματι, να δώσουμε ένα κοινό όνομα στους μίμους του Σώφρονα ή του Ξέναρχου και στους Σωκρατικούς διαλόγους, όπως δεν θα είχαμε να τους δώσουμε ένα κοινό όνομα και στην περίπτωση που η μίμηση θα γινόταν με (ιαμβικούς) τρίμετρους στίχους, με ελεγειακά δίστιχα ή με κάποιους άλλους παρόμοιους στίχους. Oι άνθρωποι, πάντως, συνάπτοντας με το συγκεκριμένο κάθε φορά μέτρο το θέμα του ρήματος ποιῶ, άλλους τούς λένε ελεγειοποιούς και άλλους εποποιούς, προσαγορεύοντάς τους από κοινού «ποιητές» όχι επειδή στα έργα τους οι άνθρωποι αυτοί «μιμούνται», αλλά λόγω του μέτρου που χρησιμοποιούν· απόδειξη ότι και στην περίπτωση που κάποιοι πραγματεύονται σε κάποια μετρική μορφή κάτι σχετικό με την ιατρική ή με τη φύση, οι άνθρωποι συνηθίζουν να τους λένε επίσης έτσι. Αν εξαιρέσουμε όμως το μέτρο, ο Όμηρος και ο Εμπεδοκλής δεν έχουν τίποτε κοινό· αυτός είναι ο λόγος που τον Όμηρο είναι σωστό να τον λέμε «ποιητή», τον Εμπεδοκλή όμως μάλλον «φυσιολόγο» παρά «ποιητή». Παρόμοια: Αν κανείς κάνει τη μίμηση αναμειγνύοντας όλα τα μέτρα (παράδειγμα ο Χαιρήμονας, που έγραψε τον Κένταυρο ως μια ραψωδία με ανάμεικτα όλα τα μέτρα), και αυτόν πρέπει να τον λέμε «ποιητή».

Ας θεωρήσουμε λοιπόν αρκετό τον προσδιορισμό αυτών των τεχνών με τον τρόπο που τον κάναμε. Υπάρχουν όμως και κάποιες τέχνες που κάνουν χρήση όλων των μέσων που αναφέραμε (εννοώ τον ρυθμό, το μέλος και το μέτρο). Τέτοιες είναι η ποίηση των διθυράμβων και η ποίηση των νόμων, και επίσης η τραγωδία και η κωμωδία. Οι τέχνες αυτές διαφέρουν μεταξύ τους κατά τούτο, ότι μερικές από αυτές χρησιμοποιούν σε όλη την έκταση των δημιουργημάτων τους όλα αυτά τα μέσα, ενώ άλλες τα χρησιμοποιούν χωριστά στα διάφορα μέρη από τα οποία αποτελούνται τα δημιουργήματά τους.

Αυτά εννοώ όταν μιλώ για διαφορές των τεχνών από την άποψη των μέσων με τα οποία αυτές κάνουν τη μίμηση.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (56-116)

ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
δέσποιν᾽, — ἐγώ τοι τοὔνομ᾽ οὐ φεύγω τόδε
καλεῖν σ᾽, ἐπείπερ καὶ κατ᾽ οἶκον ἠξίουν
τὸν σόν, τὸ Τροίας ἡνίκ᾽ ᾠκοῦμεν πέδον,
εὔνους δ᾽ ἐκεῖ σοι ζῶντί τ᾽ ἦ τῷ σῷ πόσει·
60 καὶ νῦν φέρουσά σοι νέους ἥκω λόγους,
φόβῳ μέν, εἴ τις δεσποτῶν αἰσθήσεται,
οἴκτῳ δὲ τῷ σῷ· δεινὰ γὰρ βουλεύεται
Μενέλαος ἐς σὲ παῖς θ᾽, ἅ σοι φυλακτέα.
ΑΝ. ὦ φιλτάτη σύνδουλε —σύνδουλος γὰρ εἶ
65 τῇ πρόσθ᾽ ἀνάσσῃ τῇδε, νῦν δὲ δυστυχεῖ—,
τί δρῶσι; ποίας μηχανὰς πλέκουσιν αὖ,
κτεῖναι θέλοντες τὴν παναθλίαν ἐμέ;
ΘΕ. τὸν παῖδά σου μέλλουσιν, ὦ δύστηνε σύ,
κτείνειν, ὃν ἔξω δωμάτων ὑπεξέθου.
70 ΑΝ. οἴμοι· πέπυσται τὸν ἐμὸν ἔκθετον γόνον;
πόθεν ποτ᾽; ὦ δύστηνος, ὡς ἀπωλόμην.
ΘΕ. οὐκ οἶδ᾽, ἐκείνων δ᾽ ᾐσθόμην ἐγὼ τάδε·
φροῦδος δ᾽ ἐπ᾽ αὐτὸν Μενέλεως δόμων ἄπο.
ΑΝ. ἀπωλόμην ἄρ᾽. ὦ τέκνον, κτενοῦσί σε
75 δισσοὶ λαβόντες γῦπες· ὁ δὲ κεκλημένος
πατὴρ ἔτ᾽ ἐν Δελφοῖσι τυγχάνει μένων.
ΘΕ. δοκῶ γὰρ οὐκ ἂν ὧδέ σ᾽ ἂν πράσσειν κακῶς
κείνου παρόντος· νῦν δ᾽ ἔρημος εἶ φίλων.
ΑΝ. οὐδ᾽ ἀμφὶ Πηλέως ἦλθεν ὡς ἥξοι φάτις;
80 ΘΕ. γέρων ἐκεῖνος ὥστε σ᾽ ὠφελεῖν παρών.
ΑΝ. καὶ μὴν ἔπεμψ᾽ ἐπ᾽ αὐτὸν οὐχ ἅπαξ μόνον.
ΘΕ. μῶν οὖν δοκεῖς σου φροντίσαι τιν᾽ ἀγγέλων;
ΑΝ. πόθεν; θέλεις οὖν ἄγγελος σύ μοι μολεῖν;
ΘΕ. τί δῆτα φήσω χρόνιος οὖσ᾽ ἐκ δωμάτων;
85 ΑΝ. πολλὰς ἂν εὕροις μηχανάς· γυνὴ γὰρ εἶ.
ΘΕ. κίνδυνος· Ἑρμιόνη γὰρ οὐ σμικρὸν φύλαξ.
ΑΝ. ὁρᾷς; ἀπαυδᾷς ἐν κακοῖς φίλοισι σοῖς.
ΘΕ. οὐ δῆτα· μηδὲν τοῦτ᾽ ὀνειδίσῃς ἐμοί.
ἀλλ᾽ εἶμ᾽, ἐπεί τοι κοὐ περίβλεπτος βίος
δούλης γυναικός, ἤν τι καὶ πάθω κακόν.
90 ΑΝ. χώρει νυν· ἡμεῖς δ᾽ οἷσπερ ἐγκείμεσθ᾽ ἀεὶ
θρήνοισι καὶ γόοισι καὶ δακρύμασιν
πρὸς αἰθέρ᾽ ἐκτενοῦμεν· ἐμπέφυκε γὰρ
γυναιξὶ τέρψις τῶν παρεστώτων κακῶν
95ἀνὰ στόμ᾽ αἰεὶ καὶ διὰ γλώσσης ἔχειν.
πάρεστι δ᾽ οὐχ ἓν ἀλλὰ πολλά μοι στένειν,
πόλιν πατρῴαν τὸν θανόντα θ᾽ Ἕκτορα
στερρόν τε τὸν ἐμὸν δαίμον᾽ ᾧ συνεζύγην
δούλειον ἦμαρ ἐσπεσοῦσ᾽ ἀναξίως.
100 χρὴ δ᾽ οὔποτ᾽ εἰπεῖν οὐδέν᾽ ὄλβιον βροτῶν,
πρὶν ἂν θανόντος τὴν τελευταίαν ἴδῃς
ὅπως περάσας ἡμέραν ἥξει κάτω.

Ἰλίῳ αἰπεινᾷ Πάρις οὐ γάμον ἀλλά τιν᾽ ἄταν
ἠγάγετ᾽ εὐναίαν ἐς θαλάμους Ἑλέναν.
105 ἇς ἕνεκ᾽, ὦ Τροία, δορὶ καὶ πυρὶ δηϊάλωτον
εἷλέ σ᾽ ὁ χιλιόναυς Ἑλλάδος ὠκὺς Ἄρης
καὶ τὸν ἐμὸν μελέας πόσιν Ἕκτορα, τὸν περὶ τείχη
εἵλκυσε διφρεύων παῖς ἁλίας Θέτιδος·
αὐτὰ δ᾽ ἐκ θαλάμων ἀγόμαν ἐπὶ θῖνα θαλάσσας,
110 δουλοσύναν στυγερὰν ἀμφιβαλοῦσα κάρᾳ.
πολλὰ δὲ δάκρυά μοι κατέβα χροός, ἁνίκ᾽ ἔλειπον
ἄστυ τε καὶ θαλάμους καὶ πόσιν ἐν κονίαις.
ὤμοι ἐγὼ μελέα, τί μ᾽ ἐχρῆν ἔτι φέγγος ὁρᾶσθαι
Ἑρμιόνας δούλαν; ἆς ὕπο τειρομένα
115 πρὸς τόδ᾽ ἄγαλμα θεᾶς ἱκέτις περὶ χεῖρε βαλοῦσα
τάκομαι ὡς πετρίνα πιδακόεσσα λιβάς.

***
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Κυρά μου, — έτσι εγώ θα σε φωνάζω πάντα,
γιατί και τότε που ήμαστε στην Τροία,
το σπίτι σου τιμούσα, κι ήσουν στην καρδιά μου
κι εσύ, όπως κι ο άντρας σου όταν ζούσε.
60 Κι έρχομαι, τώρα, να σου φέρω νέα,
με φόβο, μήπως κάποιος από τους αφέντες
με καταλάβει, αλλά και με συμπόνια.
Μάθε, λοιπόν, πως ο Μενέλαος κι η κόρη του
το κακό σου γυρεύουνε και πρέπει
όσο μπορείς να φυλαχτείς.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Καλή μου εσύ,
συντρόφισσά μου στη σκλαβιά —γιατί
με συντροφεύεις στη σκλαβιά κι ας ήμουν
κάποτε εγώ η βασίλισσα, μια δύσμοιρη τώρα—
τί γυρεύουν να κάνουν; Τί μηχανεύονται πάλι,
θέλοντας να σκοτώσουν εμέ, την τρισάθλια;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Άμοιρη, το παιδί σου θέλουν να σκοτώσουν,
που το φυγάδεψες μακριά από το παλάτι.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
70 Έμαθε εκείνη, λοιπόν, πως το παιδί μου
φυγάδεψα; Ποιός το μαρτύρησε;
Αλίμονο, χάθηκα η δύστυχη.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Δεν ξέρω. Τ᾽ άκουσα από κείνους· κι ο Μενέλαος
άφαντος έγινε, θα πήγε να το βρει.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Είμαι χαμένη. Θα σε σκοτώσουν, παιδί μου,
τα δυο θηρία, αν θα σε πιάσουν… κι ο πατέρας σου
ακόμα τριγυρίζει στους Δελφούς.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Θαρρώ, δεν θα ᾽πεφτες σε τέτοια συμφορά
αν εκείνος βρισκόταν εδώ. Μα τώρα,
κανείς δεν στέκεται κοντά σου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Και για τον Πηλέα,
τίποτα δεν ακούστηκε, πως έρχεται;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
80 Κι αν έρθει, τί ωφελεί; Γέροντας είναι.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Κι όμως, του μήνυσα, του ξαναμήνυσα.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Άραγε, σε νοιαστήκανε οι μαντατοφόροι;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πού θες να ξέρω; Πας εσύ μαντατοφόρισσα;
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Και τί θα πω, σαν λείψω τόσο από το σπίτι;
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Πολλά μπορείς να σκαρφιστείς, είσαι γυναίκα.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Θα κιντυνέψω.
Η Ερμιόνη έχει τα μάτια της απάνω μου.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Βλέπεις, τους φίλους παρατάς στη συμφορά τους.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ
Όχι, μη με προσβάλλεις έτσι, εγώ θα πάω.
Γιατί, στο τέλος τέλος, κι αν θα πάθω τίποτα,
90 μιας σκλάβας η ζωή δεν έχει αξία.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Τρέξε λοιπόν.
Κι εμένα οι θρήνοι κι οι αναστεναγμοί
θα φτάνουν ως τα ουράνια· γιατί, από τη φύση τους,
νιώθουν απόλαυση οι γυναίκες όταν ιστορούνε
ξανά και ξανά τις συμφορές τους.
Κι εγώ δεν έχω μια, έχω πολλές αφορμές
για να στενάζω: την πατρίδα μου,
τον Έκτορά μου, που χάθηκε, τη σκληρή μοίρα
που δέθηκα μαζί της όταν ξέπεσα,
ανάξια, στη σκλαβιά. Ποτέ μην πεις
100 καλότυχο τον άνθρωπο, αν δεν ιδείς
τη στερνή μέρα της ζωής του και με ποιόν
τρόπο στον Κάτω Κόσμο θα κατέβει.

Δεν ήτανε νύφη, ήταν σωστή συμφορά
η Ελένη που έφερε στην τετράψηλη Τροία ο Πάρις.
Για χάρη της το Ίλιο με φωτιά και κοντάρι αφανίστηκε
από των Ελλήνων το στράτευμα
με τα χίλια γοργά του καράβια.
Και τον άντρα μου, εμένα της δύστυχης, τον Έκτορα,
τον έσυρε γύρω απ᾽ τα τείχη, αρματηλάτης,
ο γιος της θαλάσσιας Θέτιδας.
Κι εμένα την ίδια, τραβώντας με
από τις κάμαρές μου, με φέρνανε κάτω
110 στην αμμουδιά, για να πέσω σε σκλαβιά φοβερή.
Ποτάμι κυλούσαν στο πρόσωπό μου τα δάκρυα
όταν άφηνα πατρίδα και σπίτι
και τον άντρα μου να κυλιέται στη σκόνη.
Αλίμονό μου της άμοιρης,
τί το θέλω που βλέπω ακόμα το φως
όταν σκλάβα λογίζομαι της Ερμιόνης;
Κι επειδή με παιδεύει,
ικέτισσα το άγαλμα τούτο της θεάς αγκαλιάζω
και λιώνω στο δάκρυ που πέφτει
καθώς απ᾽ τον βράχο της κρήνης το στάλαγμα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΠΕΡΙΜΗΛΗ

ΠΕΡΙΜΗΛΗ
(νησί)
 
Όταν τέσσερις Νύμφες θυσίαζαν στις όχθες του ποταμού Αχελώου, λησμόνησαν να επικαλεστούν τον θεό-ποταμό.
 
Οργισμένος ο θεός ανέβασε τα νερά του και τις παρέσυρε στη θάλασσα, όπου έγιναν νησιά -οι Εχινάδες Νήσοι. Επειδή όμως τα νησιά είναι πέντε, ο μύθος συμπληρώνει ότι το πέμπτο νησί ήταν μια κοπέλα, η Περιμήλη, την οποία διέφθειρε ο Αχελώος.
 
Όταν ο πατέρος της Ιπποδάμας, θυμωμένος, την έριξε στον ποταμό τη στιγμή που επρόκειτο να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, ο Αχελώος ικέτεψε τον Ποσειδώνα να σώσει τη νέα γυναίκα, και εκείνος τη μεταμόρφωσε σε νησί.

Ο Αριστοτέλης, η προαίρεση και το αδύνατο της αδικίας του εαυτού

Το ζήτημα της πραγμάτωσης του δικαίου νοηματοδοτείται μονάχα στο πλαίσιο του συνειδητού, ως πράξη που λαμβάνει χώρα αποκλειστικά κατόπιν επιλογής και προτίμησης. Με άλλα λόγια, το δίκαιο και το άδικο δε σχετίζονται με το τυχαίο, αλλά έχουν να κάνουν με το εκούσιο, δηλαδή την ελεύθερη προαίρεση του ανθρώπου, που δεν αισθάνεται κανενός είδους επιβολή: «Σε γενικές γραμμές, όταν ενεργεί κανείς με συνειδητή επιλογή (προαίρεσις) και εκουσίως και επιπλέον, όταν έχει συνείδηση και για το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πράξεις του, και για τον τρόπο και για το σκοπό των ενεργειών του, τότε μπορούμε να πούμε ότι ενεργεί δίκαια» (1195a 33.23).
 
Όσο για το τι σημαίνει εκούσια πράξη, ο Αριστοτέλης έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «Για να το πούμε απλά, εκούσιον είναι οτιδήποτε πράττουμε χωρίς να είμαστε εξαναγκασμένοι» (1188b 12.1). Κατόπιν αυτών, είναι απολύτως προφανής και ο τρόπος που θα οριστεί η άδικη πράξη: «Ομοίως, κατά τον ίδιο τρόπο άδικος είναι αυτός που έχει συνείδηση και για το πρόσωπο στο οποίο αφορούν οι πράξεις του, και για τον τρόπο και για το σκοπό των ενεργειών του» (1195a 33.23).
 
Μια πράξη που δεν εκπληρώνει αυτές τις προϋποθέσεις δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άδικη – και κατ’ επέκταση ούτε δίκαιη: «Σε περίπτωση που διαπράξει (κάποιος) κάτι το άδικο χωρίς να έχει συνείδηση τούτων των παραγόντων, δεν πρόκειται για έναν άδικο αλλά για έναν άτυχο άνθρωπο» (1195a 33.23).
 
Για να γίνει σαφέστερος ο Αριστοτέλης θα φέρει και παράδειγμα: «Έστω ότι κάποιος σκότωσε τον πατέρα του ενώ νόμιζε ότι σκοτώνει έναν εχθρό· οπωσδήποτε διέπραξε κάτι το άδικο, αλλά όμως δεν διαπράττει κανένα αδίκημα εναντίον κάποιου, πλην ατυχεί ο ίδιος» (1195a 33.23).
 
Η έμμεση αναφορά στην ατυχία του Οιδίποδα είναι σαφής. Σκοπός εδώ δεν είναι η αναζήτηση του δικαίου σε σχέση με την πράξη που περιγράφεται αλλά με το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Ο Αριστοτέλης δε θέλει να υποστηρίξει ότι είναι δίκαιο να σκοτώνει κανείς τους εχθρούς του. Αυτό που τονίζεται είναι το ηθικό βάρος που πέφτει πάνω στο δράστη, το οποίο θα τον συντρίψει και για το οποίο δεν ευθύνεται. Σε τελική ανάλυση ένας τέτοιος δράστης είναι άτυχος, είναι δηλαδή θύμα της μοίρας, αφού ενήργησε εν αγνοία διαπράττοντας κάτι που εν γνώσει δε θα έκανε ποτέ.
 
Σε τελική ανάλυση, η καθαυτό άδικη πράξη είναι δευτερευούσης σημασίας μπροστά στο ζήτημα της συνείδησης: «Η περίπτωση του να μην διαπράττει κανείς αδίκημα, μολονότι πράττει κάτι το άδικο, ανάγεται στο ότι ο δράστης έχει άγνοια της πράξεώς του, όπως προ ολίγου είπαμε, όταν δηλαδή δεν έχει συνείδηση ούτε ποιον βλάπτει ούτε με ποιον τρόπο τον βλάπτει ούτε που αποβαίνουν οι πράξεις του» (1195a 33.24).

Ένα μωρό δεν έχει ευθύνη οτιδήποτε κι αν πράξει, αφού αδυνατεί να έχει συνείδηση. Αυτός είναι και ο λόγος που την ευθύνη για ό,τι κάνει την έχει ο γονιός του. Με τον ίδιο τρόπο αθωώνονται από τις ευθύνες τους άνθρωποι με σοβαρά νοητικά ή ψυχολογικά προβλήματα, που καθιστούν τις πράξεις τους ασυνείδητες, δηλαδή ακούσιες. Η άγνοια της πράξης ακυρώνει κάθε έννοια προαίρεσης μετατρέποντας το αδίκημα σε ατύχημα: «Όταν η άγνοια είναι η αιτία μιας πράξης, τότε η πράξη αυτή δεν είναι εκούσια, και δεν υπάρχει αδίκημα» (1195a 33.25).
 
Αρκεί βέβαια, να μην έχει ο αγνοών την ευθύνη για την άγνοιά του: «Όταν, όμως, ο άνθρωπος είναι υπαίτιος της άγνοιάς του και πράττει κάτι το άδικο μέσα στην άγνοιά του (για την οποία είναι ο ίδιος υπεύθυνος), αυτός ήδη διαπράττει αδίκημα, και σωστά ένας άνθρωπος σαν και τούτον θα αποκληθεί άδικος» (1195a 33.25).
 
Ο Αριστοτέλης θα φέρει ως παράδειγμα τους μεθυσμένους: «Όταν αυτοί πράττουν κάτι κακό, διαπράττουν οπωσδήποτε αδίκημα, διότι είναι οι ίδιοι υπαίτιοι της άγνοιάς τους· ήταν στο χέρι τους να μην πιουν τόσο που να μην έχουν συνείδηση ότι χτυπούν τον πατέρα τους. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλες περιπτώσεις άγνοιας η οποία οφείλεται στους ίδιους τους δράστες: όσοι αδικούν λόγω αυτής της άγνοιας, διαπράττουν αδίκημα» (1195a 33.25-26).
 
Ο άνθρωπος, ως κοινωνός της πόλης οφείλει να γνωρίζει τόσο τα όρια της επιτρεπτής συμπεριφοράς, όσο και το πλαίσιο της νομοθεσίας, ώστε να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά. Αν αποφασίσει να ασχοληθεί με ζητήματα που η νομοθεσία εξειδικεύεται και απαιτεί ιδιαίτερες γνώσεις, οφείλει να απευθυνθεί σε ειδικούς και να τους συμβουλευτεί, ώστε να ενεργήσει με το σωστό τρόπο. Η επίκληση της άγνοιας σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αδύνατο να τον αθωώσει, καθώς η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο που δεν ενδιαφέρθηκε όσο έπρεπε.
 
Η προαίρεση του πολίτη πρέπει να ωθεί τις ενέργειές του προς την κατεύθυνση του νόμου και της αρμονικότητας στη συνύπαρξη. Όταν αυτό γίνει συνείδηση, τότε και η συμπεριφορά προσαρμόζεται αναλόγως. Ο πολίτης που ενεργεί χωρίς πρώτα να ενημερωθεί για το νομικό πλαίσιο των ενεργειών του στην ουσία είναι αδιάφορος προς αυτό. Ασφαλώς η ευθύνη είναι δική του.

Η πολιτική αρετή εκδηλώνεται πριν από όλα ως ενδιαφέρον προς τους κανόνες της συνύπαρξης. Γι’ αυτό αποτελεί πολιτική πράξη. Γιατί είναι ζήτημα πράξης κι όχι θεωρίας η στάση του πολίτη μέσα στην πόλη. Κι αυτό που ονομάζεται στάση του πολίτη δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνολική του παρουσία, δηλαδή το σύνολο των ενεργειών του που άλλοτε μπορεί να ευνοούν και άλλοτε να υπονομεύουν τη συνύπαρξη.
 
Ο αδιάφορος στην ουσία είναι εγωιστής, αφού ο εαυτός του τίθεται υπεράνω κανόνων. Σημασία δεν έχει τι ορίζει η πόλη ως σωστό αλλά τι επιθυμεί εκείνος. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να πραγματώσει την πολιτική αρετή, καθώς δεν αισθάνεται ότι εντάσσεται στην πόλη. Γι’ αυτό και δε νιώθει την ανάγκη να μάθει τους κανόνες της. Προφανώς η πόλη πρέπει να προσαρμοστεί σε αυτόν. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις δεν υπάρχει άγνοια. Υπάρχει προαίρεση. Είναι η προαίρεση του ανθρώπου που αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου.
 
Από την άλλη, και η πόλη οφείλει να είναι σαφής και υποστηρικτική στις προσπάθειες των πολιτών. Η πόλη που στέκεται εμπόδιο στις ανθρώπινες δραστηριότητες προτάσσοντας νόμους αντιφατικούς και επώδυνα χρονοβόρες διαδικασίες ή εξωφρενικές-απαγορευτικές απαιτήσεις για απλά θέματα στην ουσία δεν προασπίζει την τάξη και την ευνομία αλλά την καταπίεση. Οι πολίτες δεν την αισθάνονται ως σύμμαχο, αλλά ως εμπόδιο στον τρόπο που θέλουν να εξελιχθούν.
 
Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νομοθέτης έχει πλήρως αποτύχει, καθώς η πολιτική συνείδηση (προαίρεση) που διαμορφώνεται στρέφεται εχθρικά προς την πόλη. Αυτομάτως, το ζήτημα δεν είναι η γνώση και η εφαρμογή του νόμου, αλλά ο τρόπος αποφυγής του. Μια τέτοια πόλη δεν μπορεί να είναι λειτουργική. Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι προασπίζει τη συνύπαρξη. Η ευημερία της θα αφορά τους λίγους. Εκείνους που ξέρουν τα κατατόπια.
 
Σε ένα τέτοιο νομικό-πολιτειακό πλαίσιο ο νομοταγής μετατρέπεται σε θύμα, αφού αυτού του είδους οι νομοθεσίες δεν προασπίζουν το δίκιο αλλά το άδικο. Ο πολίτης που θέλει να μείνει πιστός σε μια τέτοια νομοθετική εκδοχή είτε δεν έχει επίγνωση της αδικίας που υποθάλπεται είτε είναι πρόθυμος να αδικεί τον εαυτό του. Ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Άραγε αδικείται (κανείς) με τη θέλησή του; Ή μήπως όχι;» (1195b 33.27).
 
Την απάντηση θα τη δώσει αμέσως: «Το δίκαιο και το άδικο τα πράττουμε ασφαλώς με τη θέλησή μας, αλλά το να αδικηθούμε δεν το υφιστάμεθα με τη θέλησή μας· την τιμωρία την αποφεύγουμε, άρα είναι φανερό ότι το να αδικηθούμε δεν μπορούμε να το υποστούμε με τη θέλησή μας. Διότι κανείς δεν κάθεται με τη θέλησή του να υποστεί κάτι το βλαβερό, και το να υποστούμε αδικία είναι μια μορφή βλάβης» (1195b 33.27).

Η διαπίστωση ότι κανείς δε θα δεχτεί με τη θέλησή του να υποστεί αδικία είναι η συνείδηση ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο υπονομευτικό για τη συνοχή της πόλης από τον άδικο νόμο. Από κει και πέρα, κάτω από ειδικές περιστάσεις και σε σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα είναι δυνατό να δεχτεί κάποιος να αδικήσει τον εαυτό του, για να ενισχύσει ανθρώπους που αγαπά ή για να νιώσει το συναίσθημα της μεγαλοψυχίας ως τόνωση του εαυτού: «υπάρχουν κάποιοι που, ενώ πρέπει να έχουν τα ίσα, παραχωρούν ένα μέρος σε κάποιους τρίτους· αν το να έχουν τα ίσα ήταν το δίκαιο, τότε το να έχουν λιγότερα σημαίνει ότι υφίστανται αδικία· και επειδή με τη θέλησή τους έχουν λιγότερα, άρα λέει αυτό το επιχείρημα – υφίστανται την αδικία με τη θέλησή τους» (1195b 33.28).
 
Ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει: «και σε τούτη την περίπτωση είναι φανερό ότι δεν πρόκειται για κάτι το εκούσιο. Όλοι όσοι παίρνουν λιγότερα, δέχονται για τούτα ως αντάλλαγμα είτε τιμές είτε έπαινο είτε δόξα είτε φιλία είτε κάτι άλλο παρόμοιο. Αλλά αυτός που δίνει κάτι παίρνοντας ως αντάλλαγμα κάτι άλλο το οποίο επιθυμεί, αυτός δεν υφίσταται πλέον αδικία· κι αν δεν υφίσταται αδικία, τότε δεν υφίσταται ούτε εκούσια αδικία» (1195b 33.28).
 
Κι όχι μόνο αυτό: «Ύστερα, πάλι, όσοι παίρνουν λιγότερα υφιστάμενοι αδικία που δεν παίρνουν τα ίσα, αυτοί το παίζουν ωραίοι και περηφανεύονται γι’ αυτό και λένε: “ενώ μπορούσα να πάρω τα ίσα, δεν τα πήρα, αλλά τα άφησα σε έναν μεγαλύτερό μου ή έναν φίλο μου”. Αλλά βέβαια δεν υπάρχει άνθρωπος που να υφίσταται αδικία και να περηφανεύεται γι’ αυτό. Και αν οι άνθρωποι δεν περηφανεύονται για τα αδικήματα που υφίστανται ενώ στην προκειμένη περίπτωση περηφανεύονται, βγαίνει το συμπέρασμα ότι καθόλου δεν αδικούνται εκείνοι που παίρνουν τα λιγότερα. Κι αν δεν αδικούνται, τότε ούτε εκουσίως αδικούνται» (1195b 33.29).
 
Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο ακρατής που αδυνατεί να χαλιναγωγήσει τα πάθη του: «Για όλα αυτά, και για παρόμοιους λόγους, υπάρχει μια ένσταση: όσα λέγονται σχετικά με τον ακρατή· διότι ο ακρατής, ενεργώντας άσχημα, βλάπτει τον εαυτό του – ενεργεί βέβαια με τη θέλησή του· άρα, ο ακρατής βλάπτει τον εαυτό του ενσυνειδήτως, και κατά προέκταση υφίσταται με τη θέλησή του αδικία, ως δράστης ο ίδιος και θύμα» (1195b 33.30).
 
Ο ακρατής, ως δέσμιος των παθών του, υποκύπτει σε αυτά παραβιάζοντας κάθε έννοια μέτρου και λογικής. Η αδυναμία διατήρησης της  ισορροπίας μετατρέπει την υπερβολή σε συνθήκη ζωής οδηγώντας τη συμπεριφορά στο ανεξέλεγκτο. Γι’ αυτό και ο ακρατής δεν είναι περήφανος για τα πάθη του. Γιατί ξέρει ότι τον βλάπτουν, ότι δηλαδή τον αδικούν. Το δεδομένο ότι κανείς δε θέλει να αδικείται (και κατά συνέπεια κανείς δεν περηφανεύεται όταν πέφτει θύμα αδικίας) καθιστά τον ακρατή ανίσχυρο να προστατευτεί από τον ίδιο του τον εαυτό.
 
Κανείς βουλιμικός δεν καυχιέται για τη βουλιμία του. Στην ουσία πρόκειται για παθολογία που εξουσιάζει τη συμπεριφορά. Από αυτή την άποψη ούτε ο ακρατής ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλάπτουν εκούσια τον εαυτό τους, αφού το πάθος του ξεπερνά τη θέλησή του. Σε τελική ανάλυση, ο δέσμιος των παθών δεν έχει βούληση. Αν είχε, δε θα ήταν δέσμιος. Οι άνθρωποι αυτοί πρωτίστως χρειάζονται βοήθεια. Ο ακρατής που τελικά συμβιβάζεται και αφήνεται πλήρως στο πάθος του ουσιαστικά έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του.

Ο Αριστοτέλης στο έβδομο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» σχετικά με τους ακρατείς που έχουν τη γνώση ότι οι πράξεις τους βλάπτουν τον εαυτό τους, αλλά εξακολουθούν να τις κάνουν αναφέρει: «Υπάρχει, επίσης, στους ανθρώπους άλλος ένας τρόπος να έχουν γνώση· γιατί στην περίπτωση που κάποιος έχει γνώση χωρίς να τη χρησιμοποιεί βλέπουμε ότι αυτό το “έχω” έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα: να έχει, κατά κάποιον τρόπο και συγχρόνως να μην έχει γνώση· τέτοια είναι, επιπαραδείγματι, η περίπτωση του ανθρώπου που κοιμάται, ή η περίπτωση του τρελού ανθρώπου, ή η περίπτωση του μεθυσμένου ανθρώπου. Ακριβώς όμως σε μια τέτοια κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από την επήρεια των παθών: είναι ολοφάνερο ότι οι θυμοί, οι γενετήσιες επιθυμίες και κάποια άλλα τέτοια πάθη επιφέρουν αλλαγές και στη σωματική μας κατάσταση – σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλούν ακόμη και κρίσεις τρέλας. Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να πούμε ότι οι ακρατείς άνθρωποι βρίσκονται σε μια παρόμοια κατάσταση» (1147a 11-20).
 
Αποδεχόμενοι ότι η ακράτεια αποτελεί μορφή τρέλας που ακυρώνει τη γνώση υπονομεύοντας τον εαυτό, είναι φανερό ότι η αυτοκτονία, ως ύψιστη μορφή αυτοεγκατάλειψης, σηματοδοτεί την πιο ακραία ανισορροπία της ψυχής που αδυνατεί να βρει ευχαρίστηση σε οτιδήποτε. Κι εδώ δεν αναφέρεται η αυτοκτονία για να ταυτιστεί με την ακράτεια (σαν να επρόκειτο κάθε ακρατής να αυτοκτονήσει), αλλά για να καταστεί σαφές ότι κάθε μορφή εγκατάλειψης του εαυτού υποκρύπτει την παθολογία είτε σε μικρό είτε σε μεγάλο βαθμό, ανάλογα με το πάθος που την υποκινεί και τα αποτελέσματα που θα επέλθουν.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να γίνει λόγος για βούληση, δηλαδή για το εκούσιο της πράξης με την πλήρη έννοιά του. Το εκούσιο, με την έννοια της προαίρεσης, δηλαδή της συνειδητής συμπεριφοράς ταυτίζεται με τη γνώση και η κατάσταση της γνώσης που (όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης) κάποιος έχει και δεν έχει τη στιγμή του πάθους είναι πιο κοντά στην τρέλα παρά στη λογική.
 
Η αριστοτελική αρετή έχει ακριβώς το νόημα της αγάπης του εαυτού και της επιδίωξης του αρίστου για την κατάκτηση της ευτυχίας προβάλλοντας τη μεσότητα και τον ορθό λόγο. Ο άνθρωπος που απομακρύνεται από αυτά υπονομεύει την ευτυχία του. Κι όσο πιο πολύ απομακρύνεται, τόσο περισσότερο νιώθει δυστυχής. Οι ακραίες περιπτώσεις της εγκατάλειψης του εαυτού υποδηλώνουν την παθολογία που λειτουργεί υπονομευτικά.
 
Επί της ουσίας, οι άνθρωποι αυτοί δεν αγαπούν τον εαυτό τους. Όλες οι υπερβολές κρύβουν κάτι το παθολογικό μέσα τους. Η υπερβολή στο ποτό, το φαγητό, τις ερωτικές απολαύσεις κρύβουν το κενό της ύπαρξης που πρέπει με κάποιο τρόπο να διοχετευτεί. Κι όσο πιο ακραίες είναι, τόσο πιο μεγάλο κενό προσπαθούν να συγκαλύψουν.
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ο ζηλιάρης άνθρωπος είναι πάντα ένας θυμωμένος άνθρωπος

Το σημαντικότερο ερώτημα δεν είναι το «από πού αλλά το «προς τα πού». Όταν ξέρουμε τον ενεργό στόχο ενός ανθρώπου μπορούμε τότε να καταλάβουμε τι κρύβεται πίσω από τις κινήσεις του.

Ο τρόπος που κινείται ο άνθρωπος στη ζωή του είναι η απόδειξη του ποιος είναι. Πιστεύω ακράδαντα ενστερνιζόμενη την άποψη του Άντλερ πως ο άνθρωπος ξέρει περισσότερα από όσα καταλαβαίνει.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το να αντιλαμβάνεται κάποιος ένα λάθος του καθώς και τις αρνητικές συνέπειες που απορρέουν από αυτό, και να μην προσπαθεί να το διορθώσει αυτό είναι αντιφατικό με την ανθρώπινη φύση και την αρχή της αυτοσυντήρησης.

Συχνά γνωρίζω ενήλικες που λειτουργούν σαν παραχαϊδεμένα παιδιά.

Αυτοί οι ενήλικες εξαρτώνται μονίμως από τρίτα άτομα, χρησιμοποιούν τους άλλους σαν πατερίτσες. Κι ύστερα αρχίζουν να κάνουν ζηλότυπες συγκρίσεις.

Αυτό με τη σειρά του, τους οδηγεί σε πολλαπλά αισθήματα κατωτερότητας.

Αν δεν αντιληφθούν την επαφή με αυτά τα αισθήματα κατωτερότητας τότε αυτά θα πάρουν μια μόνιμη ροπή και θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στο να θέλει να ρουφάει την δύναμη των άλλων.

Να θέλει δηλαδή να ελέγχει και να κυριαρχεί στους άλλους.

Η δύναμη των συσσωρευμένων αισθημάτων κατωτερότητας θα οδηγήσουν τον άνθρωπο στο να κάνει αντισταθμιστικές κινήσεις προς τα αισθήματα ψευδο-ανωτερότητας.

Αυτά τα αισθήματα ψευδο-ανωτερότητας θα δηλητηριάζουν τις συνεργασίες, καθότι ο άνθρωπος με ψευδο-ανωτερότητα υπερηφανεύεται, καυχιέται, καταφρονεί τους άλλους και θέλει να κυριαρχεί.

Αυτός ο τρόπος επικοινωνίας που έχει τον κάνει να έρχεται σε σύγκρουση με τους άλλους και τον φέρνει σε επαφή με την αρνητική πλευρά της ζωής.

Ο ψευδο-ανώτερος άνθρωπος δεν μπορεί να νιώσει ευτυχισμένος, αδυνατεί να αισθανθεί χαρά.

Είναι καταδικασμένοι να παραμείνουν εγκλωβισμένοι στην ψευδο-ανωτερότητα τους αυτοί οι άνθρωποι;

Ο ζηλιάρης άνθρωπος είναι πάντα ένας θυμωμένος άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος που αισθάνεται υποβιβασμένος στη ζωή.

Όταν βρίσκεται σε παροξυσμό ζήλιας νιώθει αποστερημένος και μεμψιμοιρεί.

Δεν θυμάται καμιά του επιτυχία. Γι’ αυτό το λόγο συγκρίνει μονίμως τον εαυτό του με άλλους και αυτό που κάνει τον φθείρει.

Στην ουσία αυτοπαγιδεύεται στις κακόβουλες του σκέψεις.

Ένας τέτοιος άνθρωπος έχει την τάση να κηρύσσει τον πόλεμο στους άλλους ώστε να φανεί σπουδαιότερος από αυτούς.

Δεν καταλαβαίνει γιατί συμπεριφέρεται έτσι καθότι δεν έχει επίγνωση της ζήλιας του αλλά και της στάσης που δείχνει στη ζωή.

Ένας ζηλόφθονος άνθρωπος μπορεί να μετατρέψει το πιο αθώο πράγμα σε μέσο κήρυξης πολέμου.

Η έντονη ζήλια μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτή.

Για να μπορέσει κανείς να αναγνωρίσει πως ασθενεί χρειάζεται να μπορεί να αναγνωρίζει πως είναι το υγιές.

Ο υγιής άνθρωπος συμπεριφέρεται σαν να έχει το κέντρο βάρους μέσα του γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται να στηρίζεται σε άλλους.

Η ζήλια καταστρέφει τον άνθρωπο, τον αποδυναμώνει και τον κάνει να χάνει την πρωτοβουλία, τη δημιουργικότητα και την παρόρμηση του!

Κατάθλιψη: Ο λόγος που εμφανίζετε στη ζωή

Όταν κάποια ασθένεια ή δυσλειτουργία εκδηλώνεται, το σώμα μας επικοινωνεί μαζί μας για να μας πει ότι ο τρόπος σκέψης μας(υποσυνείδητος) δεν βρίσκεται σε αρμονία με ότι είναι ωφέλιμο για την ύπαρξη μας. Η ασθένεια αποτελεί οδηγό για την αλλαγή στο σύστημα των πεποιθήσεών μας, αποτελεί επίσης και προειδοποίηση ότι έχουμε αγγίξει τα όρια των ψυχολογικών και σωματικών μας ορίων.

Στα γνωστά συμπτώματα της κατάθλιψης συμπεριλαμβάνεται η απώλεια ενδιαφέροντος και η έλλειψη αίσθησης ευχαρίστησης από τις καθημερινές δραστηριότητες, αίσθημα απελπισίας, έλλειψη γενικότερης αντίδρασης, που συνδέονται με εξάντληση, απώλεια ενέργειας, ικανότητας συγκέντρωσης, αισθήματα αδιαφορίας, απογοήτευσης, παραίτησης και αφηρημάδας, οι καταθλιπτικοί απορροφώνται τελείως από τα προβλήματα τους και δεν αισθάνονται την ανάγκη να ζητήσουν βοήθεια από τους άλλους. Νομίζουν πως οι άλλοι πρέπει να αλλάξουν και όχι ο εαυτός τους. Σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν σε τάσεις αυτοκτονίας.

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ

Αν βιώνετε μια περίοδο κατάθλιψης, θα πρέπει να μάθετε ότι πρόκειται για κατάσταση του μυαλού σας, κατά την οποία οπισθοχωρείτε με σκοπό να αποφύγετε το αίσθημα της πίεσης, ιδιαίτερα της αισθηματικής. Έπειτα από πολλά χρόνια προσεκτικής παρατήρησης, έχει  βγεί το συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι καταθλιπτικοί κουβαλούν μέσα τους άλυτα ζητήματα με τους γονείς του αντίθετου φύλου. Αυτό εξηγεί γιατί συχνά κατηγορούν τους/τις συζύγους τους, για την κατάθλιψή τους, και είναι σαφές ότι η επακόλουθη βάναυση συμπεριφορά που υφίσταται ο/η σύζυγος προοριζόταν για το γονέα. Επειδή όμως δεν δέχονται βοήθεια, συνεχίζουν να τροφοδοτούν την τερατώδη άποψή τους με σταθερές δόσεις πικρίας και μίσους, οι οποίες παγιώνουν και αυξάνουν τη σοβαρότατης κατάθλιψης. Αυτός ο όγκος των συσσωρευμένων καταστροφικών σκέψεων και συναισθημάτων διαρκώς διογκώνεται.

Το βάθος των συναισθηματικών τραυμάτων καθορίζει και τη σοβαρότητα της κατάθλιψης. Τραύματα απόρριψης, εγκατάλειψης, ταπείνωσης, προδοσίας ή αδικίας αποτελούν τη βάση για πολύ μεγάλη νοητική αναστάτωση, ιδιαιτέρα αν  βιώνονταν σε κατάσταση μοναξιάς. Όταν ήταν μικρά παιδιά, οι καταθλιπτικοί δεν είχαν κανέναν να συζητήσουν, να ακούσει τις ερωτήσεις τους και να μοιραστεί τις αγωνίες τους. Αν δεν μάθουν να εμπιστεύονται τους άλλους, θα συνεχίσουν να αποτραβιούνται και να αρνούνται τις επιθυμίες τους. Αν αυτές οι ανάγκες παραβιαστούν με την απόρριψη ή την εγκατάλειψη, φυσικό επακόλουθο είναι να πικραθούμε, αφού θα νιώσουμε έντονη μοναξιά και φόβο. Μακάρι να μπορούσατε να καταλάβετε ότι ο γονέας ή το αγαπημένο πρόσωπο που νομίζετε ότι σας απορρίπτει, ενεργούν έτσι εξαιτίας του δικού σας πόνου και απόρριψης. Αν μπορούσατε να τους δείτε ως συνοδοιπόρους ανθρώπινες υπάρξεις και τους δείχνατε συμπόνια, θα κάνατε το πρώτο βήμα προς τη δική σας θεραπεία. Δεν ήταν η έλλειψη αγάπης που τους έκανε να σας απορρίψουν, αλλά το πληγωμένο παιδί μέσα τους που δεν τους άφησε να εκφράσουν την αγάπη τους.

ΝΟΗΤΙΚΗ ΕΜΠΛΟΚΗ

Επειδή ένα καταθλιπτικό άτομο δεν επιθυμεί καμία βοήθεια, αυτοί που θέλουν να τον βοηθήσουν είναι συνήθως οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του. Αν είστε ένας από αυτούς και έχετε κάποιο κοντινό σας πρόσωπο καταθλιπτικό, θα σας πρότεινα να είστε απόλυτα σταθεροί απέναντι του, να του πείτε ότι είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να βγει από το λάκκο που έσκαψε για τον εαυτό του.

Σημείωση για τον καταθλιπτικό: Το σημαντικότερο για εσάς είναι να καταλάβετε πως η κατάθλιψη είναι το αποτέλεσμα τεράστιων  συναισθηματικών τραυμάτων σας στην παιδική ηλικία, στο  βαθύτερο επίπεδο, το επίπεδο του είναι. Αρνείστε αυτό που είστε. Απορρίπτετε τον εαυτό σας και πιστεύετε ότι δεν αξίζετε να αγαπηθείτε λόγω της έντονης απόρριψης από κάποιον που αγαπούσατε και εμπιστευόσασταν. Όλοι μας έχουμε την ανάγκη να μας φροντίζουν και να εμπιστευόμαστε κάποιον απολύτως, μα πρώτα, Αγάπησε τον εαυτό σου!

Όταν οι καταστάσεις φτάνουν στα άκρα ό,τι κι αν πεις δεν έχει νόημα

Έχουν όρια λένε οι άνθρωποι.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο μέχρι το οποίο μπορείς να αντέξεις. Κι όμως, κατά έναν τρόπο, ανέχονται πάντα περισσότερα απ’ όσα μπορούν πραγματικά να αντέξουν. Ίσως εκεί να δημιουργείται η φθορά.

Τα μεγαλύτερα δείγματα ανοχής κι αντοχής βρίσκονται στις σχέσεις.  Όλες, ανεξαιρέτως της φύσης τους. Πιθανότατα επειδή μαζί τους έρχεται πακετάκι κι η υπομονή. Τη μαθαίνεις κι ύστερα την προσαρμόζεις στα μέτρα σου.

Μαζί με αυτήν όμως, έρχονται ο συμβιβασμός κι οι υποχωρήσεις. Λίγο συναίσθημα να κουβαλάς πάνω σου και το έχασες το παιχνίδι. Πόσες φορές κατάπιαμε τσακωμούς, αδικίες, προσβολές κι απογοητεύσεις, που όλα μαζί κάθονταν σαν κόμπος στο λαιμό, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν υπερβολικά συναισθηματικά δεμένοι ώστε να πούμε αντίο;

Μένεις κι επιμένεις. Παλεύεις είτε για ‘σένα, είτε για το συναίσθημά σου είτε για τον άνθρωπο. Δε σε πειράζει η αδικία γιατί πιστεύεις ότι μπορείς να την πολεμήσεις. Με τα πολλά, σκέφτεσαι, θα βαρεθεί και θα φύγει από μόνη της. Θα βαρεθεί να σε αντιμετωπίζει.

Προσπαθείς και πέφτεις και χαμηλά αν χρειαστεί. Δεν παίζουν με τους ανθρώπους, ή τουλάχιστον έτσι πιστεύεις εσύ. Και κάπως έτσι, ακροβατείς ανάμεσα σε σωστό και λάθος, λογική και τρέλα. Πάντα να κοιτάς τα άκρα.

Βρίσκεις ό,τι είναι μισό, να το ταιριάξεις. Ό,τι έσπασε, να το ενώσεις. Μπορεί να μην τα καταφέρνεις με την πρώτη, όμως λες πως θέλει χρόνο για να γίνει η αλλαγή. Όπως και να ‘χει, εσύ δε θα κουραστείς ποτέ σου.

Έτσι, ακούς κι υπομένεις. Συμφωνείς, ενώ στην πραγματικότητα σε τρώει η αντίρρηση. Κάνεις υποχωρήσεις κι άλλες φορές απλά αποχωρείς. Κι ας έχεις την απάντηση κι ας σε πνίγει το δίκιο σου, εσύ παραμένεις σιωπηλός, όχι από φόβο αλλά από γνώση.

Γιατί μέσα σου το ξέρεις. Είναι αυτή η υπομονή κι ο συμβιβασμός σου που κρατάνε το σχοινί. Το γεγονός ότι δεν ύψωσες ποτέ φωνή απέναντι σε εκείνο που σε πνίγει. Έτσι κι αλλιώς, και τις φορές που μίλησες, ποτέ τίποτα δεν άλλαξε.

Παλεύεις για κάτι ήδη νεκρό και τοξικό. Για κάτι που δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβει, απλά επειδή δεν έχει αρχικά καμιά διάθεση να ακούσει και λίγο νοιάζεται για την καλή σου θέληση. Βέβαια αυτό, είναι περισσότερο άγνοια παρά κακία.

Το έχεις δει το έργο και την ξέρεις την κατάληξη. Λόγια, πάλι λόγια και στο τέλος τίποτα. Θα συμφωνείτε, θα παραδέχεται ότι κάνει λάθος, θα γεμίζει το μέσα σου ελπίδες, μέχρι να παγώσει η συνείδηση και φτου ξανά κι απ’ την αρχή. Σαν να μην είπατε τίποτα ποτέ σας.

Κουράζεσαι για λίγο και βιάζεσαι να πεις πως ποτέ ξανά δεν πρόκειται να εξηγηθείς ή να εξηγήσεις. Άλλωστε τι να πεις; Στον άνθρωπο που δε βλέπει σφάλμα στις πράξεις του τι να εξηγήσεις; Χάνουν το νόημα οι λέξεις, το ίδιο κι εσύ.

Όμως δε γίνεται να χαλάσει. Ίσως είσαι εσύ το λάθος, πιθανό να αναρωτιέσαι. Μα όση ευθύνη και να μαζέψεις πάνω σου, γνωρίζεις πολύ καλά πως μόνος του δεν έφταιξε κανένας.

Και κουράζεσαι, ρε γαμώτο. Κουράζεται η ψυχή σου στα χιλιόμετρα. Ένα βήμα μπρός και δέκα πίσω. Κουράζεται κι αρχίζει να εγκαταλείπει. Φταις κι εσύ όμως και μαζί και η φιλοδοξία σου πως τάχα μου μπορούσες να κρατήσεις τον έλεγχο, λες κι είσαι το κέντρο του κόσμου.

Δε θα σου κουνήσω επιδεικτικά το δάχτυλο, προστάζοντάς σου σωστές και πρέπουσες συμπεριφορές. Κι αν οι άλλοι σου μιλάνε για ψευτοανωτερότητες κι εγωισμούς, εγώ σου μιλάω για αξιοπρέπεια και σε αυτή, τίποτα από τα δύο δε χωράει.

Τα ξέρεις. Στα έχουν ξαναπεί. Ό,τι δε χωράει στη ζωή σου, διαγράφεται. Η θεωρία, βλέπεις, είχε πάντα έναν τρόπο να κάνει τα πράγματα να φαίνονται καλύτερα. Πιο εύκολα. Κανείς δεν έριξε μαύρη πέτρα πίσω του χωρίς να κοιτάξει τη ζημιά του. Κανείς δεν εγκατέλειψε, χωρίς να έχει έστω και λίγο προσπαθήσει.

Κράτα τα λόγια σου για κάποιον άλλον. Για κάποιον που μπορεί να τα ακούσει κι ίσως, αν σταθείς πιο τυχερός εκείνη τη φορά, να είναι ικανός να τα καταλάβει. Δεν κρατάνε έτσι οι σχέσεις. Να τις κρατάει μονάχα ένας με το ένα χέρι και με το άλλο να παλεύει.

Οι σχέσεις θέλουν δύο. Ένα εσύ κι ένα εγώ. Ένας να βλέπει το πρόβλημα και δυο να τρέχουν να το φτιάξουν.

ΤΟΜΑΣ ΧΟΜΠΣ: Απαίσια, κτηνώδης και σύντομη

Ο Τόμας Χομπς (1588-1679) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Άγγλους πολιτικούς στοχαστές. Λιγότερο γνωστό είναι ότι ήταν φανατικός με τη σωματική άσκηση. Κάθε πρωί έκανε έναν μακρύ περίπατο, δρασκελίζοντας λόφους μέχρις εξάντλησης. Σε περίπτωση που του ερχόταν καμιά καλή ιδέα ενόσω ήταν έξω, είχε ένα ειδικό ραβδί με ένα σκαφτό μελανοδοχείο στη λαβή. Αυτός ο ψηλός, ερυθροπρόσωπος, εύθυμος άνδρας με το μουστάκι και το κοντό μουσάκι υπήρξε φιλάσθενο παιδί. Όμως ως ενήλικας ήταν εξαιρετικά υγιής, και σε μεγάλη ηλικία έπαιζε μάλιστα και τένις. Έτρωγε πολλά ψάρια, έπινε ελάχιστο κρασί, και τραγούδαγε – σε κλειστά δωμάτια, χωρίς να ακούγεται- για να εξασκεί τους πνεύμονές του. Και, φυσικά, όπως πολλοί φιλόσοφοι, το μυαλό του ήταν άκρως δραστήριο. Ίο αποτέλεσμα ήταν να ζήσει 91 χρόνια, ένα εκπληκτικό νούμερο για τον 17ο αιώνα, όταν το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν 35 χρόνια.

Παρά τον προσηνή χαρακτήρα του, ο Χομπς, όπως και ο Μακιαβέλλι, δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους ανθρώπους. Πίστευε πως είμαστε όλοι εγωιστές και πως μας παρακινούν ο φόβος του θανάτου και η ελπίδα του προσωπικού κέρδους. Όλοι μας πασχίζουμε να εξουσιάζουμε τους άλλους, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Αν δεν αποδέχεστε την εικόνα που έχει ο Χομπς για την ανθρωπότητα, γιατί κλειδώνετε την πόρτα όταν φεύγετε από το σπίτι; Μήπως επειδή ξέρετε ότι υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που ευχαρίστως θα έκλεβαν όλα σας τα υπάρχοντα; Ωστόσο, θα υποστηρίζατε πως μόνο κάποιοι άνθρωποι είναι εγωιστές. Ο Χομπς διαφωνούσε. Πίστευε πως κατά βάθος όλοι είμαστε εγωιστές, και ότι αυτό που πραγματικά μας αναχαιτίζει είναι η ισχύς του νόμου και η απειλή της τιμωρίας.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών, όπως πίστευε, ήταν ότι αν η κοινωνία διαλυόταν και έπρεπε να ζήσετε σε αυτό που ονόμαζε «φυσική κατάσταση», δίχως νόμους ή κανέναν με την εξουσία να τους φτιάξει, εσείς, όπως όλοι, θα κλέβατε και θα σκοτώνατε αν ήταν απαραίτητο. Τουλάχιστον, θα έπρεπε να το κάνετε προκειμένου να συνεχίζατε να ζείτε. Σε έναν κόσμο ανεπαρκών φυσικών πόρων, ιδίως αν παλεύατε να βρείτε τροφή και νερό για να επιβιώσετε, θα ήταν λογικό να σκοτώσετε άλλους ανθρώπους προτού σας σκότωναν εκείνοι. Στην αξιομνημόνευτη περιγραφή του Χομπς, η ζωή εκτός κοινωνίας θα ήταν «μοναχική, φτωχή, απαίσια, κτηνώδης και σύντομη».

Αφαιρέστε την εξουσία του κράτους να εμποδίζει τους ανθρώπους από το να καταπατούν τη γη των άλλων και να σκοτώνουν όποιον θέλουν, και το αποτέλεσμα είναι ένας ατέλειωτος πόλεμος όλων εναντίον όλων. Δύσκολα φανταζόμαστε χειρότερη κατάσταση. Σε αυτό τον κόσμο της ανομίας ακόμα και οι ισχυροί δε θα ήταν ασφαλείς για πολύ. Όλοι μας πρέπει να κοιμόμαστε, και όταν πέφτουμε για ύπνο είμαστε ευάλωτοι στην επίθεση. Ακόμα και οι ανίσχυροι, αν είναι αρκούντως πανούργοι, θα μπορούσαν να καταστρέψουν τους ισχυρούς.

Θα φανταζόσασταν πως ένας τρόπος να αποφύγουμε τον θάνατο θα ήταν να συμπράξουμε με φίλους. Το πρόβλημα είναι ότι δε θα ήσασταν σίγουροι ποιος είναι αξιόπιστος. Αν οι άλλοι σας υπόσχονταν βοήθεια, τότε μπορεί κάποια στιγμή να τους συνέφερε να αθετήσουν την υπόσχεσή τους. Κάθε δραστηριότητα που θα απαιτούσε συνεργασία, όπως η παραγωγή τροφής σε μεγάλη κλίμακα ή το χτίσιμο σπιτιών, θα ήταν αδύνατη δίχως ένα στοιχειώδες επίπεδο εμπιστοσύνης. Δε θα ξέρατε ότι σας έχουν ξεγελάσει παρά όταν θα ήταν πια αργά, και ίσως μέχρι εκείνη τη στιγμή θα σας την είχαν φέρει κυριολεκτικά πισώπλατα. Κανείς δε θα βρισκόταν εκεί για να τιμωρήσει τον άνθρωπο που θα σας μαχαίρωνε πισώπλατα. Οι εχθροί σας θα μπορούσαν να είναι παντού. Θα ζούσατε όλη σας τη ζωή μόνοι σας, με τον φόβο της επίθεσης. Αυτή η προοπτική δεν είναι καθόλου ελκυστική.

Η λύση, υποστήριξε ο Χομπς, είναι να θέσουμε επικεφαλής ένα ισχυρό άτομο ή κοινοβούλιο. Τα άτομα στη φυσική κατάσταση θα πρέπει να συστήσουν ένα «κοινωνικό συμβόλαιο», τη συμφωνία να εγκαταλείψουν μερικές από τις επικίνδυνες ελευθερίες τους για χάρη της ασφάλειας. Δίχως αυτό που αποκαλούσε «κυρίαρχος», η ζωή θα ήταν μια κόλαση. Αυτός ο κυρίαρχος θα είχε λάβει το δικαίωμα να τιμωρεί αυστηρά όποιον υπερέβαινε τα όρια. Ο Χομπς πίστευε πως υπάρχουν ορισμένοι φυσικοί νόμοι τους οποίους θα αναγνωρίζαμε ως σημαντικούς, όπως ότι οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους όπως θα περιμέναμε να μας μεταχειρίζονται αυτοί. Οι νόμοι δεν έχουν αξία αν δεν υπάρχουν κάποια άτομα ή πράγματα αρκούντως ισχυρά ώστε να κάνουν τους πάντες να τους τηρούν. Δίχως νόμους και δίχως έναν ισχυρό κυρίαρχο, οι άνθρωποι στη φυσική κατάσταση πρέπει να αναμένουν τον βίαιο θάνατο. Η μόνη παρηγοριά είναι ότι μια τέτοια ζωή θα ήταν συντομότατη.

Ο Λεβιάθαν (1651), το σημαντικότερο βιβλίο του Χομπς, εξηγεί λεπτομερώς τα αναγκαία βήματα για να κινηθούμε από την εφιαλτική συνθήκη της φυσικής κατάστασης σε μια ασφαλή κοινωνία όπου η ζωή είναι ανεκτή. Ο «Λεβιάθαν» ήταν ένα γιγάντιο θαλάσσιο τέρας που περιγράφεται στη Βίβλο. Για τον Χομπς, είναι μια αναφορά στη μεγάλη ισχύ του κράτους. Ο Λεβιάθαν αρχίζει με την εικόνα ενός γίγαντα πάνω σε έναν λόφο, ο οποίος κρατά ένα σπαθί και ένα σκήπτρο. Αυτή η μορφή τελείται από πολλούς μικρότερους ανθρώπους που αναγνωρίζονται ως μεμονωμένα άτομα. Ο γίγαντας αντιπροσωπεύει το ισχυρό κράτος με τον κυρίαρχο επικεφαλής. Δίχως έναν κυρίαρχο, πίστευε ο Χομπς, όλα θα κατέρρεαν και η κοινωνία θα αποσυντίθετο σε ξεχωριστούς ανθρώπους έτοιμους να αλληλοσπαραχτούν για να επιβιώσουν.

Τα άτομα στη φυσική κατάσταση έχουν συνεπώς πολύ καλούς λόγους να θέλουν να συνεργαστούν και να αναζητήσουν την ειρήνη. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούν. Ειδάλλως, η ζωή τους θα ήταν φοβερή. Η ασφάλεια είναι σημαντικότερη από την ελευθερία. Ο φόβος του θανάτου ωθεί τους ανθρώπους στον σχηματισμό μιας κοινωνίας. Ο Χομπς πίστευε ότι οι άνθρωποι θα συναινούσαν στην παραχώρηση αρκετής ελευθερίας προκειμένου να συστήσουν ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ τους, μια υπόσχεση να αφήσουν τον κυρίαρχο να τους επιβάλλει νόμους. Μια ισχυρή εξουσία είναι προτιμότερη από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Όπως πολλοί στοχαστές της εποχής του, ο Χομπς δεν ήταν μόνο φιλόσοφος – ήταν αυτό που αποκαλούμε αναγεννησιακός άνθρωπος. Ενδιαφερόταν βαθιά για τη γεωμετρία και την επιστήμη, καθώς και για την αρχαία ιστορία. Αγαπούσε τη λογοτεχνία και όταν ήταν νεαρός έγραφε και μετέφραζε λογοτεχνία. Στη φιλοσοφία, με την οποία ασχολήθηκε όταν έγινε μεσήλικας, ήταν υλιστής, δηλαδή πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι απλώς σωματικά όντα. Δεν υπάρχει ψυχή: είμαστε απλώς σώματα, δηλαδή πολύπλοκες μηχανές.

Οι επικριτές του Χομπς πιστεύουν πως το παρατράβηξε κατά το ότι επέτρεψε στον κυρίαρχο, είτε ήταν βασιλιάς είτε βασίλισσα είτε κοινοβούλιο, να έχει μες στην κοινωνία τόση εξουσία πάνω στο άτομο. Το κράτος που περιγράφει είναι αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε αυταρχικό: ένα κράτος όπου ο κυρίαρχος έχει σχεδόν απεριόριστη εξουσία πάνω στους πολίτες. H ειρήνη μπορεί να είναι επιθυμητή, και ο φόβος του βίαιου θανάτου ένα ισχυρό κίνητρο για να υποκύπτουμε σε δυνάμεις που αποβλέπουν στη διατήρηση της ειρήνης. Αλλά το να παραχωρούμε τόση εξουσία σε ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων είναι ίσως επικίνδυνο. Ο Χομπς δεν πίστευε στη δημοκρατία, δεν πίστευε στην ικανότητα των ανθρώπων να λαμβάνουν αποφάσεις για τον εαυτό τους. Αν όμως γνώριζε τα τρομερά εγκλήματα των τυράννων στον 20ό αιώνα, μπορεί να άλλαζε γνώμη.

Η “φύση” του κόσμου πριν από την Οικονομική Επανάσταση

Η Οικονομική Επανάσταση ήταν η πιο σημαντική επανάσταση που έγινε ποτέ, από την άποψη της διαμόρφωσης της σύγχρονης κοινωνίας – μια επανάσταση κατ’ ουσίαν πολύ πιο ανατρεπτική από τη Γαλλική, την Αμερικανική ή ακόμα και τη Ρωσική. Για να εκτιμήσουμε τις διαστάσεις της, για να αντιληφθούμε το ταρακούνημα που προκάλεσε στην κοινωνία, πρέπει να μεταφερθούμε σ’ εκείνο τον αρχικό, εν πολλοίς λησμονημένο, κόσμο από τον οποίο αναδύθηκε η κοινωνία μας. Μόνο τότε θα καταλάβουμε γιατί οι οικονομολόγοι άργησαν τόσο πολύ να εμφανιστούν.

Πρώτη στάση: η Γαλλία. Το έτος: 1305.

Βρισκόμαστε σε μια εμποροπανήγυρη. Οι περιοδεύοντες έμποροι έχουν φτάσει απ’ το πρωί με την ένοπλη φρουρά τους, έχουν στήσει τις φανταχτερές τέντες τους κι έχουν αρχίσει τις συναλλαγές, είτε μεταξύ τους είτε με τους ντόπιους. Μια ποικιλία από εξωτικά προϊόντα διατίθενται προς πώληση: μεταξωτά και ταφτάδες, μπαχαρικά κι αρώματα, προβιές και γούνες. Κάποια απ’ αυτά έχουν έρθει από την Ανατολική Μεσόγειο, άλλα από τη Σκανδιναβία, κι άλλα από μέρη γειτονικά. Μαζί με τον απλό κοσμάκη, οι άρχοντες και οι αρχόντισσες της περιοχής επισκέπτονται τους πάγκους, ανυπόμονοι να διασκεδάσουν την ανία της άνετης αρχοντικής ζωής τους. Μαζί με τα αξιοπερίεργα είδη απ’ την Αραβία εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και με λέξεις απ’ αυτή την πολύ μακρινή χώρα: ντιβάνι, σιρόπι, ταρίφα, ταλκ, σπανάκι, ζαφορά.

Αλλά μέσα στις τέντες, αντικρίζουμε ένα παράξενο θέαμα. Τα λογιστικά βιβλία που είναι ανοιχτά πάνω στο τραπέζι, μερικές φορές δεν είναι παρά απλά τεφτέρια όπου γράφονται οι συναλλαγές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα απ’ το τεφτέρι ενός εμπόρου λέει: «Άνδρας χρωστάει δέκα χρυσά φλορίνια από την Πεντηκοστή. Το όνομά του μου διαφεύγει». Οι υπολογισμοί γίνονται κυρίως με ρωμαϊκούς αριθμούς, και συχνά τα αθροίσματα είναι λάθος. Οι διαιρέσεις με διψήφιο διαιρέτη αποτελούν σκοτεινό μυστήριο, και η χρήση του μηδενικού δεν είναι απόλυτα κατανοητή. Όμως, παρ’ όλα τα φανταχτερά εκθέματα και τον ενθουσιασμό του κόσμου, το μέγεθος της εμποροπανήγυρης είναι κάτι το ασήμαντο. Ολόκληρη η ποσότητα των εμπορευμάτων που φθάνουν στη Γαλλία. στη διάρκεια ενός έτους, μέσα από το πέρασμα του Saint Gothard, δεν είναι αρκετά για να γεμίσουν ένα σύγχρονο φορτηγό τρένο. Το σύνολο των εμπορευμάτων που μεταφέρονται απ’ το μεγάλο ενετικό στόλο δεν θα έφταναν να γεμίσουν ένα σύγχρονο εμπορικό πλοίο.

Επόμενη στάση: η Γερμανία. Το έτος: 1550 περίπου.

Ο Αντρέας Ριφ, ένας γενειοφόρος έμπορος, ντυμένος τη γούνα του, γυρίζει στο σπίτι του στο Μπάντεν. Σ’ ένα γράμμα στη γυναίκα του, γράφει ότι επισκέφτηκε τριάντα αγορές και ότι έχει κάνει πληγή απ’ τη σέλα. Επίσης δείχνει να ενοχλείται από τα μικροπροβλήματα των καιρών. Καθώς ταξιδεύει τον σταματάνε κάθε δέκα μίλια για να πληρώσει διόδια. Στη διαδρομή μεταξύ Βασιλείας και Κολονίας πληρώνει τριάντα μία φορές.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Κάθε κοινότητα που επισκέπτεται έχει το δικό της νόμισμα, τους δικούς της κανονισμούς και τη δική της έννομη τάξη. Μόνο στην περιοχή γύρω απ’ το Μπάντεν, υπάρχουν περίπου 112 διαφορετικά μέτρα μήκους, 92 διαφορετικά μέτρα μετρήσεως επιφάνειας, 65 διαφορετικά μέτρα όγκου στερεών, 163 μέτρα δημητριακών και 123 μέτρα υγρών, 63 ειδικά μέτρα για οινοπνευματώδη και 80 διαφορετικά ζύγια της μιας λίβρας.

Προχωράμε: βρισκόμαστε στη Βοστόνη το έτος 1639.

Μια δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη. Κάποιος Ρόμπερτ Κιν, «ένας υπερήλικας διδάσκαλος του Ευαγγελίου, άνθρωπος επιφανής, πλούσιος και πατέρας ενός παιδιού, παραβαίνοντας τη συνείδησή του και το λόγο του Ευαγγελίου», κατηγορείται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα: έβγαλε κέρδος πάνω από έξι πένες ανά σελίνι, κέρδος εξωφρενικό. Το δικαστήριο συνεδριάζει για ν’ αποφασίσει αν θα τον τιμωρήσει για το έγκλημά του με αφορισμό αλλά, λόγω του προτέρου εντίμου βίου του, οι δικαστές έδειξαν επιείκεια και τον απήλλαξαν βάζοντάς του πρόστιμο διακοσίων λιρών. Όμως ο κακομοίρης ο κύριος Κιν είναι τόσο αναστατωμένος ώστε ενώπιον των γερόντων της Εκκλησίας «με δάκρυα στα μάτια ομολογεί ότι έχει μια άπληστη και διεφθαρμένη ψυχή». Ο πάστορας της Βοστόνης δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή τη μοναδική ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το ζωντανό παράδειγμα ενός αμετανόητου αμαρτωλού, και χρησιμοποιεί την πλεονεξία του Κέιν ως παράδειγμα για να αστράψει και να βροντήξει από τον άμβωνα στο κήρυγμα που βγάζει την επόμενη Κυριακή σχετικά με κάποιες δόλιες αρχές που διέπουν το εμπόριο. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι και οι ακόλουθες.

ί. Ότι ένας έμπορος μπορεί να πουλάει όσο πιο ακριβά μπορεί, και να αγοράζει όσο πιο φτηνά μπορεί.
ii. Ότι αν κάποιος έμπορος υποστεί ζημιά σε κάποια εμπορεύματα λόγω θαλασσίων μεταφορών κλπ., μπορεί να αυξήσει την τιμή των υπόλοιπων εμπορευμάτων του.
iii. Ότι μπορεί να πουλάει όσο αγόρασε, παρ’ όλο που πλήρωσε πολύ ακριβά…
Όλα αυτά είναι δόλια, δόλια, κραυγάζει ο πάστορας. Το να επιδιώκεις τα πλούτη για τα πλούτη και μόνο, σε κάνει δούλο της πλεονεξίας.

Επιστρέφουμε τώρα στην Αγγλία και τη Γαλλία.

Στην Αγγλία ένας μεγάλος εμπορικός οργανισμός, η «Εταιρία Ριψοκίνδυνων Εμπόρων», συνέταξε το καταστατικό της. Ανάμεσα στα άρθρα του περιλαμβάνονται και τα εξής που αφορούν εμπόρους μέλη της εταιρίας: Απαγορεύονται η μη κόσμια γλώσσα, οι καβγάδες μεταξύ των μελών, η χαρτοπαιξία, και οι κυνηγετικοί σκύλοι. Κανένας δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί μεταφέροντας ασουλούπωτους μπόγους. Πραγματικά, πρόκειται για μια περίεργη εταιρία, που μάλλον θυμίζει τεκτονική στοά.

Στη Γαλλία επιδεικνύεται έντονη νεοτεριστική δραστηριότητα στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, κι ο Κολμπέρ αναγκάζεται το 1666 να εκδώσει μια διάταξη για να εμποδίσει αυτή την επικίνδυνη και διαλυτική τάση. Στο εξής λοιπόν τα υφάσματα της Ντιζόν και της Σελανζί θα διαθέτουν ακριβώς 1.408 κλωστές συμπεριλαμβανομένης και της ούγιας, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες. Στην Ωξέρρη (Auxerre) της Βουργουνδίας και σε άλλες δύο βιομηχανικές πόλεις, οι κλωστές πρέπει να είναι 1.376. Στη Σατιγιόν (Chatillon), 1.216. Οποιοδήποτε ύφασμα βρεθεί ακατάλληλο, θα δυσφημείται. Αν αυτό επαναληφθεί τρεις φορές, τότε θα διαπομπεύεται ο έμπορος.

Υπάρχει κάτι το κοινό σ’ όλα αυτά τα σκόρπια στιγμιότυπα αλλοτινών κόσμων. Και είναι το εξής: Πρώτον, η ιδέα της ευπρέπειας (για να μην πούμε της αναγκαιότητας) ενός συστήματος οργανωμένου στη βάση του προσωπικού κέρδους δεν έχει ακόμα παγιωθεί. Δεύτερον, ένας ξεχωριστός, ανεξάρτητος οικονομικός κόσμος δεν έχει ακόμα απαγκιστρωθεί απ’ το κοινωνικό του πλαίσιο. Ο κόσμος των πρακτικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα δεμένος με τον κόσμο της πολιτικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής. Μέχρι να χωριστούν αυτοί οι δύο κόσμοι, τίποτα δεν θα θυμίζει το ρυθμό και την ατμόσφαιρα της σύγχρονης ζωής. Και για να χωριστούν αυτοί οι κόσμοι, πρέπει να μεσολαβήσει ένας μακροχρόνιος και σκληρός αγώνας.

Μπορεί να μας φαίνεται περίεργο ότι η ιδέα του κέρδους είναι σχετικά πρόσφατη. Διδασκόμαστε στο σχολείο ότι ο άνθρωπος είναι, κατά βάση, ον κτητικό κι ότι αν τον αφήναμε ελεύθερο, θα φερόταν όπως κάθε επιχειρηματίας που σέβεται τον εαυτό του. Μας λένε ότι το κίνητρο του κέρδους είναι τόσο παλιό όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος.

Αλλά δεν είναι έτσι. Το κίνητρο του κέρδους, όπως το γνωρίζουμε, είναι μόνο τόσο παλιό όσο και ο «σύγχρονος άνθρωπος». Ακόμα και σήμερα, το κέρδος για το κέρδος είναι μια έννοια ξένη σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της γης και η απουσία της είναι εμφανέστατη στο μεγαλύτερο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ο σερ Ουίλιαμ Πέττυ, ένας εκπληκτικός τύπος που έζησε το δέκατο έβδομο αιώνα (ο οποίος υπήρξε βοηθός καμαρότου, γυρολόγος, υφασματέμπορος, γιατρός, καθηγητής μουσικής και ιδρυτής μιας σχολής με την επωνυμία «Πολιτική Αριθμητική»), υποστήριζε ότι, όταν οι μισθοί ήταν ικανοποιητικοί, «ήταν δύσκολο να βρεις εργάτες, γιατί είναι τόσο ακόλαστοι, που δουλεύουν μόνο για να τρώνε ή μάλλον για να πίνουν». Και ο σερ Ουίλιαμ δεν εξέφραζε απλώς τις προκαταλήψεις των αστών των ημερών του. Επισήμαινε ένα γεγονός που μπορεί ακόμα να παρατηρηθεί ανάμεσα στους μη εκβιομηχανισμένους λαούς του κόσμου: μια αμάθητη εργατική δύναμη, ασυνήθιστη στη μισθωτή εργασία, άβολη στα πλαίσια της βιομηχανικής ζωής, ανεξοικείωτη με την ιδέα της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, δεν πρόκειται να δουλέψει σκληρότερα αν αυξηθούν οι αμοιβές: απλούστατα θα αυξήσει τη σχόλη της. Η έννοια του κέρδους, η ιδέα ότι κάθε εργαζόμενος όχι μόνο μπορεί αλλά και πρέπει να παλεύει διαρκώς για να βελτιώνει την υλική του κατάσταση, ήταν μια ιδέα άγνωστη στα πλατιά κατώτερα και μεσαία στρώματα της αιγυπτιακής, ελληνικής, ρωμαϊκής και μεσαιωνικής κουλτούρας και άρχισε να εμφανίζεται σποραδικά κατά την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, ενώ ήταν λίγο πολύ άγνωστη στους περισσότερους πολιτισμούς της Ανατολής. Ως μόνιμο και πανταχού παρόν χαρακτηριστικό της κοινωνίας, είναι τόσο πρόσφατο όσο και η ανακάλυψη της τυπογραφίας.

Όχι μόνο δεν είναι η έννοια του κέρδους τόσο διαδεδομένη όσο πιστεύουμε, αλλά και η κοινωνική αποδοχή του κέρδους είναι μια εξέλιξη ακόμα πιο περιορισμένη και πρόσφατη. Στο Μεσαίωνα η Εκκλησία δίδασκε ότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να είναι έμπορος, και πίσω απ’ αυτή τη διδασκαλία κρυβόταν η σκέψη ότι οι έμποροι είναι τα ζιζάνια στο φυτώριο της κοινωνίας. Την εποχή του Σαίξπηρ ο σκοπός στη ζωή του μέσου πολίτη -για την ακρίβεια, όλων εκτός από τους ευγενείς δεν ήταν η βελτίωση της θέσης του στη ζωή αλλά η διατήρησή της. Ακόμα και για τους πρώτους άποικους της Αμερικής, η σκέψη και μόνο ότι το κέρδος θα μπορούσε να είναι ένας αποδεκτός -ακόμα και χρήσιμος- σκοπός στη ζωή, ελάχιστα απείχε απ’ το να θεωρείται ως δίδαγμα του Σατανά.

Ο πλούτος, φυσικά, υπήρχε πάντα, και η απληστία υπάρχει καταγεγραμμένη από τους βιβλικούς χρόνους. Αλλά είναι τεράστια η διαφορά ανάμεσα στο φθόνο για τον πλούτο ολίγων ισχυρών και το γενικευμένο αγώνα για πλουτισμό που διακρίνει ολόκληρη την κοινωνία. Ριψοκίνδυνοι έμποροι υπήρχαν από την εποχή των Φοινίκων ναυτικών, και θα τους βρούμε σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας: στους κερδοσκόπους της Ρώμης, στους εμπορευόμενους Ενετούς, στη Χανσεατική Ένωση και στους μεγάλους Πορτογάλους και Ισπανούς θαλασσοπόρους που αναζητούσαν νέους δρόμους προς την Ινδία και προς την προσωπική τους ευμάρεια. Όμως οι περιπέτειες των λίγων είναι πράγμα πολύ διαφορετικό απ’ το να εμφορείται ολόκληρη η κοινωνία από το πνεύμα του επιχειρηματικού κινδύνου.

Πάρτε, για παράδειγμα, την εκπληκτική οικογένεια των Φούγγερ (Fugger). των Γερμανών τραπεζιτών του δέκατου έκτου αιώνα. Στην εποχή της ακμής τους οι Φούγγερ είχαν στην κατοχή τους ορυχεία χρυσού και αργύρου, δικαιώματα εμπορικής εκμετάλλευσης, ακόμα και το δικαίωμα να εκδίδουν δικό τους νόμισμα. Το ενεργητικό τους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο απ’ τα πλούτη βασιλέων και αυτοκρατόρων των οποίων τους πολέμους (καθώς και τα έξοδα διαβίωσης) χρηματοδοτούσαν. Όταν, όμως, πέθανε ο Αντόν Φούγγερ, ο μεγαλύτερος ανιψιός του Χανς-Τζακόμπ αρνήθηκε να αναλάβει την τραπεζική αυτοκρατορία, με τη δικαιολογία ότι οι εργασίες της πόλης και οι προσωπικές του υποθέσεις τον επιβάρυναν ήδη πολύ. Ο αδελφός του Χανς-Τζακόμπ, Τζορτζ, δήλωσε ότι προτιμά να έχει την ησυχία του. Ένας τρίτος ανιψιός, ο Κρίστοφερ. στάθηκε εξίσου αρνητικός. Κανένας απ’ τους πιθανούς κληρονόμους μιας αυτοκρατορίας του πλούτου δεν θεώρησε, προφανώς, ότι άξιζε τον κόπο. Εκτός απ’ τους βασιλείς (τους οικονομικά φερέγγυους) και μερικές διάσπαρτες οικογένειες, όπως οι Φούγγερ, οι πρώτοι καπιταλιστές δεν αποτελούσαν τους στυλοβάτες της κοινωνίας, αντίθετος ήταν συνήθως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι. Πού και πού κάποιος δραστήριος νέος όπως ο Άγιος Γοδερίγος (Goderic) του Φίνκελ (Finchale) ξεκινούσε μαζεύοντας κομμάτια από ναυάγια που ξεβράζονταν στις ακτές, συγκέντρωνε αρκετά αντικείμενα για να κάνει τον έμπορο και, όταν πια είχε πλουτίσει, εγκατέλειπε τα εγκόσμια για να γίνει ερημίτης. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν ελάχιστοι. Εφόσον η επικρατούσα αντίληψη ήταν’ ότι η ζωή στη γη είναι το εξαγνιστικό προοίμιο της Αιώνιας Ζωής, το εμπορικό πνεύμα ούτε ενθαρρυνόταν ούτε κι έβρισκε αυθόρμητη υποστήριξη. Οι βασιλιάδες αποζητούσαν’ θησαυρούς κι έκαναν πολέμους γι’ αυτό το λόγο. Οι ευγενείς ήθελαν γη, κι επειδή κανένας ευγενής που σεβόταν τον εαυτό του δεν πουλούσε οικειοθελώς τα πατρογονικά του κτήματα, αυτό και πάλι σήμαινε πόλεμο. Ο περισσότερος κόσμος, όμως -δουλοπάροικοι, τεχνίτες, ακόμα και οι αρχιμάστορες των κατασκευαστικών συντεχνιών- ήθελαν να ζήσουν με τον τρόπο που έζησαν οι πατεράδες τους κι όπως θα ζούσαν οι γιοι τους μετά απ’ αυτούς.

Η απουσία της έννοιας του κέρδους ως κατευθυντήριας δύναμης της καθημερινής ζωής -στην πραγματικότητα η απόλυτη ανυποληψία που της απέδιδε η Εκκλησία- συνιστούσε την τεράστια διαφορά μεταξύ της κοινωνίας του δέκατου έως δέκατου έκτου αιώνα και της κοινωνίας που άρχιζε να μοιάζει με τη δική μας, ένα με δύο αιώνες πριν απ’ τον Άνταμ Σμιθ. Αλλά, υπήρχε και μια ουσιωδέστερη διαφορά. Η έννοια του «κερδίζω τα προς το ζην» δεν’ είχε ακόμα γεννηθεί. Οικονομική και κοινωνική ζωή ήταν ένα και το αυτό. Η εργασία δεν αποτελούσε ακόμα το μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού- του σκοπού της απόκτησης χρημάτων και των πραγμάτων που αγοράζουν. Η εργασία ήταν αυτοσκοπός, ο οποίος φυσικά περιλάμβανε χρήματα και εμπορεύματα, αλλά ήταν κάτι που έκανε κανείς ως μέρος της παράδοσης, του φυσιολογικού τρόπου ζωής. Κοντολογίς, η μεγάλη κοινωνική ανακάλυψη της “αγοράς” δεν είχε γίνει ακόμα.