Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (21.1-25.1)

Σχετική εικόνα21. ΑΛΙΕΙΣ [21.1] ἁλιεῖς ἐπ᾽ ἄγραν ἐξελθόντες καὶ πολὺν χρόνον κακοπαθήσαντες οὐδὲν συνέλαβον, καθεζόμενοι δὲ ἐν τῇ νηὶ ἠθύμουν. ἐν τοσούτῳ δὲ θύννος διωκόμενος καὶ πολλῷ τῷ ῥοίζῳ φερόμενος ἔλαθεν εἰς τὸ σκάφος ἐναλλόμενος. οἱ δὲ συλλαβόντες αὐτὸν καὶ εἰς τὴν πόλιν ἐλάσαντες ἀπημπόλησαν.
οὕτω πολλάκις ἃ μὴ τέχνη παρέσχε, ταῦτα τύχη διεβράβευσεν.

22. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΔΡΥΤΟΜΟΣ
[22.1] ἀλώπηξ κυνηγοὺς φεύγουσα ὡς ἐθεάσατό τινα δρυτόμον, τοῦτον ἱκέτευσε κατακρύψαι αὐτήν. ὁ δὲ αὐτῇ παρῄνεσεν εἰς τὴν ἑαυτοῦ καλύβην εἰσελθοῦσαν κρυβῆναι. μετ᾽ οὐ πολὺ δὲ παραγενομένων τῶν κυνηγῶν καὶ τοῦ δρυτόμου πυνθανομένων, εἰ τεθέαται ἀλώπεκα τῇδε παριοῦσαν, ἐκεῖνος τῇ μὲν φωνῇ ἠρνεῖτο ἑωρακέναι, τῇ δὲ χειρὶ νεύων ἐσήμαινεν, ὅπου κατεκρύπτετο. τῶν δὲ οὐχ οἷς ἔνευε προσσχόντων, οἷς δὲ ἔλεγε πιστευσάντων, ἡ ἀλώπηξ ἰδοῦσα αὐτοὺς ἀπαλλαγέντας ἐξελθοῦσα ἀπροσφωνητὶ ἐπορεύετο. μεμφομένου δὲ αὐτὴν τοῦ δρυτόμου, εἴ γε διασωθεῖσα ὑπ᾽ αὐτοῦ οὐδὲ διὰ φωνῆς αὐτῷ ἐμαρτύρησεν, ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε ηὐχαρίστησα ἄν σοι, εἰ τοῖς λόγοις ὅμοια τὰ ἔργα τῆς χειρὸς [καὶ τοὺς τρόπους] εἶχες».
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους τοὺς χρηστὰ μὲν σαφῶς ἐπαγγελλομένους, δι᾽ ἔργων δὲ φαῦλα δρῶντας.

23. ΑΛΕΚΤΡΥΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΔΙΞ
[23.1] ἀλεκτρυόνας τις ἐπὶ τῆς οἰκίας ἔχων ὡς περιέτυχε πέρδικι τιθασσῷ πωλουμένῳ, τοῦτον ἀγοράσας ἐκόμισεν οἴκαδε ὡς συντραφησόμενον. τῶν δὲ τυπτόντων αὐτὸν καὶ ἐκδιωκόντων ὁ πέρδιξ ἐβαρυθύμει νομίζων διὰ τοῦτο αὐτὸν καταφρονεῖσθαι, ὅτι ἀλλόφυλός ἐστι. μικρὸν δὲ διαλιπὼν ὡς ἐθεάσατο τοὺς ἀλεκτρυόνας πρὸς ἑαυτοὺς μαχομένους καὶ οὐ πρότερον ἀποστάντας πρὶν ἢ ἀλλήλους αἱμάξαι, ἔφη πρὸς ἑαυτόν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε οὐκέτι ἄχθομαι ὑπὸ τούτων τυπτόμενος. ὁρῶ γὰρ αὐτοὺς οὐδὲ αὑτῶν ἀπεχομένους».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ῥᾴδιον τὰς ἐκ τῶν πέλας ὕβρεις οἱ φρόνιμοι δέχονται, ὅταν ἴδωσιν αὐτοὺς μηδὲ τῶν οἰκείων ἀπεχομένους.

24. ΑΛΩΠΗΞ ΕΞΟΓΚΩΘΕΙΣΑ ΤΗΝ ΓΑΣΤΕΡΑ
[24.1] ἀλώπηξ λιμώττουσα ὡς ἐθεάσατο ἔν τινι δρυὸς κοιλώματι ἄρτους καὶ κρέα ὑπό τινων ποιμένων καταλελειμμένα, ταῦτα εἰσελθοῦσα κατέφαγεν. ἐξογκωθεῖσα δὲ τὴν γαστέρα ἐπειδὴ οὐκ ἠδύνατο ἐξελθεῖν, ἐστέναζε καὶ ὠδύρετο. ἑτέρα δὲ ἀλώπηξ τῇδε παριοῦσα ὡς ἤκουσεν αὐτῆς τὸν στεναγμόν, προσελθοῦσα ἐπυνθάνετο τὴν αἰτίαν. μαθοῦσα δὲ τὰ γεγενημένα ἔφη πρὸς αὐτήν· «ἀλλὰ μενετέον σοι ἐνταῦθα, ἕως ἂν τοιαύτη γένῃ, ὁποία οὖσα εἰσῆλθες, καὶ οὕτω ῥᾳδίως ἐξελεύσῃ».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τὰ χαλεπὰ τῶν πραγμάτων ὁ χρόνος διαλύει.

25. ΑΛΚΥΩΝ
[25.1] ἀλκυὼν ὄρνεόν ἐστι φιλέρημον διὰ παντὸς ἐν θαλάττῃ διαιτώμενον. ταύτην λέγεται τὰς τῶν ἀνθρώπων θήρας φυλαττομένην ἐν σκοπέλοις παραθαλαττίοις νεοττοποιεῖσθαι. καὶ δήποτε τίκτειν μέλλουσα παρεγένετο εἴς τι ἀκρωτήριον καὶ θεασαμένη πέτραν ἐπιθαλάσσιον ἐνεοττοποιεῖτο ἐνταῦθα. ἐξελθούσης δὲ αὐτῆς ποτε ἐπὶ νομὴν συνέβη τὴν θάλασσαν ὑπὸ λάβρου πνεύματος κυματωθεῖσαν ἐξαρθῆναι μέχρι τῆς καλιᾶς καὶ ταύτην ἐπικλύσασαν τοὺς νεοττοὺς διαφθεῖραι. καὶ ἡ ἀλκυὼν ἐπανελθοῦσα ὡς ἔγνω τὸ γεγονός, εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δειλαία, ἥτις τὴν γῆν ὡς ἐπίβουλον φυλαττομένη ἐπὶ ταύτην κατέφυγον, ἣ πολλῷ μοι γέγονεν ἀπιστοτέρα».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τοὺς ἐχθροὺς φυλαττόμενοι λανθάνουσι πολλῷ χαλεπωτέροις τῶν ἐχθρῶν φίλοις ἐμπίπτοντες.

***
21. Οι ψαράδες.
[21.1] Ήταν κάτι ψαράδες που ξανοίχτηκαν για ψάρεμα και βολόδερναν για πολλή ώρα χωρίς να πιάσουν τίποτε. Κάθονταν λοιπόν μέσα στη βάρκα στενοχωρημένοι. Στο μεταξύ, όμως, πέρασε από εκεί ένας τόνος που τον κυνηγούσαν μεγάλα σκυλόψαρα· αυτός, με τη φόρα που είχε πάρει, πήδηξε έξω από τα νερά και προτού καλά-καλά το καταλάβει βρέθηκε μέσα στο σκάφος των ψαράδων. Αμέσως εκείνοι τον έπιασαν και τον έφεραν στην πόλη, όπου τον μοσχοπούλησαν.
Έτσι συμβαίνει πολλές φορές: Όσα δεν μας προσπορίζει η δουλειά, μας τα επιδαψιλεύει η τύχη.

22. Η αλεπού και ο ξυλοκόπος.
[22.1] Μια φορά η αλεπού έτρεχε να ξεφύγει από κάτι κυνηγούς, όταν ξαφνικά είδε μπροστά της έναν ξυλοκόπο. Ευθύς τον ικέτεψε να την κρύψει, και εκείνος όντως την καθοδήγησε να χωθεί μέσα στο καλύβι του και να μείνει κρυμμένη εκεί. Μετά από λίγο, που λέτε, κατέφτασαν οι κυνηγοί και ρωτούσαν τον ξυλοκόπο αν είδε καμιά αλεπού να περνάει από εκείνα τα μέρη. Ξέρετε τί έκανε ο ξυλοκόπος τότε; Στα λόγια μεν δήλωνε πως δεν είχε δει, αλλά με το χέρι τούς έκανε νοήματα, δείχνοντας πού ήταν κρυμμένο το ζώο. Πάντως εκείνοι δεν έδωσαν προσοχή στα νεύματά του και πίστεψαν όσα τους έλεγε. Όταν η αλεπού τους είδε να απομακρύνονται, βγήκε έξω και πήρε τον δρόμο της χωρίς να ξεστομίσει λέξη. Τότε ο ξυλοκόπος ξέσπασε σε διαμαρτυρίες: ακούς εκεί να μη βγάλει η αχάριστη ούτε κιχ, να μην του πει έναν καλό λόγο, παρόλο που του χρωστούσε τη σωτηρία της! Η αλεπού όμως απάντησε: «Έγνοια σου, θα σου έλεγα ευχαριστώ, αρκεί τα έργα των χεριών σου να ήσαν όμοια με τα λόγια σου».
Αυτός ο μύθος βρίσκει εφαρμογή σε εκείνους τους ανθρώπους που δίνουν ωραίες υποσχέσεις στα φανερά, αλλά κάνουν το κακό στην πράξη.

23. Τα κοκόρια και η πέρδικα.
[23.1] Ήταν κάποιος άνθρωπος που είχε κοκόρια στο σπίτι του. Αυτός, που λέτε, έτυχε να βρεθεί κάπου όπου πουλούσαν μια εξημερωμένη πέρδικα. Την αγόρασε, λοιπόν, και την έφερε στο σπίτι του, για να την εκθρέψει μαζί με τα κοκόρια του. Οι πετεινοί, βέβαια, έδιναν ξύλο στη νεοφερμένη και την έδιωχναν μακριά. Γι᾽ αυτό εκείνη στενοχωριόταν πολύ — πίστευε, βλέπετε, πως την περιφρονούσαν επειδή ανήκε σε διαφορετικό είδος. Μετά από λίγο καιρό, όμως, είδε τους κόκορες να παλεύουν μεταξύ τους, και μάλιστα δεν εννοούσαν οι αναθεματισμένοι να χωριστούν παρά μόνο αφού είχαν χύσει ο ένας το αίμα του άλλου. Τότε σκέφτηκε από μέσα της: «Βρε δεν αξίζει να χαλάω εγώ τη διάθεσή μου επειδή με βαράνε τούτοι εδώ. Από ό,τι βλέπω, δεν χαρίζονται ούτε ο ένας στον άλλον».
Το δίδαγμα του μύθου: Οι μυαλωμένοι υπομένουν εύκολα τις προσβολές από τους άλλους, άμα διαπιστώσουν ότι αυτοί οι τελευταίοι δεν λυπούνται ούτε τους δικούς τους ανθρώπους.

24. Η αλεπού με το φούσκωμα στην κοιλιά.
[24.1] Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πεινασμένη αλεπού. Αυτή, που λέτε, ανακάλυψε μέσα στην κουφάλα κάποιας βελανιδιάς ψωμί και κρέατα, παρατημένα εκεί πέρα από κάτι βοσκούς. Μια και δυο, τρύπωσε μέσα στην κουφάλα και τα έφαγε όλα. Έλα όμως που έτσι φούσκωσε η κοιλιά της και μετά δεν χωρούσε να βγει. Καθόταν λοιπόν και στέναζε και έκλαιγε τη μοίρα της. Πάνω στην ώρα έτυχε να περνάει από εκεί κάποια άλλη αλεπού, η οποία άκουσε τους στεναγμούς και πλησίασε για να μάθει την αιτία. Μόλις πληροφορήθηκε τί είχε συμβεί, η δεύτερη αυτή αλεπού ορμήνευσε τη φουσκωμένη: «Τί σκας, καλέ; Το μόνο που σου χρειάζεται είναι να μείνεις εδώ που βρίσκεσαι μέχρι να ξαναγίνεις όπως ήσουν προτού μπεις. Τότε θα βγεις χωρίς δυσκολία».
Το δίδαγμα του μύθου: Ο χρόνος εξομαλύνει τις δύσκολες καταστάσεις.

25. Η αλκυόνα.
[25.1] Η αλκυόνα, ως γνωστόν, είναι πουλί που αγαπάει τη μοναξιά και περνάει όλη τη ζωή του στη θάλασσα. Καθώς λένε, γεννάει τα μικρά της στα βράχια που προεξέχουν δίπλα στα νερά, επειδή θέλει να προφυλαχτεί από το κυνήγι των ανθρώπων. Έτσι, που λέτε, κάποια μέρα τής ήρθε να γεννήσει. Μια και δυο, λοιπόν, έσπευσε στο ακρωτήρι, εντόπισε έναν βράχο άκρη-άκρη στον γιαλό και εκεί μέσα κάθισε και εκκόλαψε τους νεοσσούς της. Αργότερα, σε κάποια στιγμή, βγήκε έξω για να βρει τροφή. Για κακή της τύχη, εκείνη ακριβώς την ώρα συνέπεσε να σηκώσει η θάλασσα μεγάλα κύματα εξαιτίας του σφοδρού ανέμου, με αποτέλεσμα τα νερά να σκεπάσουνε τη φωλιά, κατακλύζοντάς την και πνίγοντας τα κλωσσόπουλα. Μετά από λίγο γύρισε η καημένη η αλκυόνα, και μόλις κατάλαβε τί είχε συμβεί, αναστέναξε: «Αχ η δύσμοιρη εγώ! Φυλαγόμουν από τη γη και τις επιβουλές της, και γι᾽ αυτό κατέφυγα στη θάλασσα. Ποιός το περίμενε πως αυτή θα μου προέκυπτε ακόμη πιο άπιστη;».
Το δίδαγμα του μύθου: Κάποιοι άνθρωποι, προσπαθώντας να προφυλαχτούν από τους εχθρούς τους, πέφτουν στα χέρια φίλων οι οποίοι, ενάντια σε κάθε προσδοκία, αποδεικνύονται πολύ χειρότεροι.

Ησυχαστές Κολλυβάδες και Διαφωτισμός

Γιατί στην Ανατολή μείναμε στον Μεσαίωνα


Ο Διαφωτισμός στις αρχές του 18ου αιώνα, ήταν παιδί και φιλοσοφική εξέλιξη της επιστημονικής επανάστασης του 17ου αιώνα και φυσικά όλων των διεργασιών που ακολούθησαν την Αναγέννηση από τον 15ο αιώνα και της έντονης φιλοσοφικής αναζήτησης την τελευταία περίοδο του Μεσαίωνα, όπως έχουμε δείξει εδώ.

Ο Διαφωτισμός μάς έφερε την εποχή της “Νεωτερικότητας” και πολλά καλά που έλλειπαν στην ανθρωπότητα τουλάχιστον από τις αρχές του Μεσαίωνα. Πρόβαλε την έννοια της ανεξιθρησκίας, την έμφαση στην γνώση και την παιδεία, την κυριαρχία της επιστήμης έναντι των δεισιδαιμονιών και των ιδεοληψιών, έδωσε σημασία και επεδίωκε την ανατροπή του καθεστώτος της θεοκρατικής μοναρχίας και αριστοκρατίας που κυριαρχούσε και πρόβαλε την Δημοκρατία. Επίσης είχε έντονο αντικληρικαλισμό και σε κάποιο βαθμό άρνηση της θρησκείας. Η κυριότερη αξία του η ελευθερία, στην τέχνη και στην έκφραση όσο και η αυτονομία του ανθρώπου και της τέχνης.

Αν θέλουμε να δώσουμε το στίγμα του συνοπτικά, οι αρχές του ήταν: Ο ορθός λόγος, η επιστήμη-γνώση, και η ελευθερία.

Η εμφάνισή του ήταν καταλυτική για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και είναι αυτός που έθεσε τις βάσεις της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, και της συνέχισης της επιστημονικής έρευνας σε όλη την Ευρώπη και τις περιοχές που επηρεάζονταν από αυτή όπως στην Βόρεια Αμερική. Οι δύο επαναστάσεις που ακολούθησαν, η γαλλική και η ελληνική, είχαν έντονες επιρροές από κάποιες αρχές του.

Είναι προφανές, ότι αυτή η επανάσταση θα έφερνε αντίδραση και την έφερε σύντομα. Η αντίδραση αυτή ήταν ο Ρομαντισμός. Ο Ρομαντισμός δίνοντας έμφαση αντί της λογικής στο συναίσθημα και στον ιδεαλισμό, οδήγησε σύντομα σε μια λατρεία των φολκλορικών στοιχείων της παράδοσης και ευνόησε κατά πολλούς και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών και εθνικοσοσιαλιστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ου αιώνα, που πίστευαν ότι θα δημιουργήσουν τέλειες κοινωνίες, βασισμένες σε ουτοπικές ιδεολογίες. Ακόμα και αυτή τη στιγμή η μεγάλη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στους ελάχιστους ορθολογιστές στη χώρα μας και στους άκρατους ιδεαλιστές, είναι παιδί της αντίδρασης στον Διαφωτισμό, από τον οποίο μπορεί να πήραμε ιδέες για την Επανάσταση, αλλά σύντομα οι αρχές του ξεχάστηκαν. Πέρασε και δεν μας άγγιξε.

Το επιχείρημα, λοιπόν, που αναφέρουν κάποιοι της Εκκλησίας ότι ο Σταλινισμός ή και ο Κομμουνισμός είναι αποτελέσματα του Διαφωτισμού, είναι πέρα για πέρα άσχετα, αφού βασικές αρχές του Διαφωτισμού είναι η ελευθερία, η δημοκρατία και ο ορθός λόγος και δεν έχουν καμία σχέση με κανέναν ολοκληρωτισμό.

Ας δούμε όμως γιατί η Εκκλησία και η Ορθοδοξία, έχουν μεγάλο πρόβλημα με τον Ορθολογισμό και τον Διαφωτισμό που τον ξανάφερε στο προσκήνιο. Αν διαβάσετε κάποιο θρησκευτικό κείμενο για τον Διαφωτισμό, θα δείτε ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, του φορτώνουν όλα τα κακά της ανθρωπότητας από τον 18ο αιώνα και μετά. Διαβάστε για παράδειγμα μια ομιλία του Θεολόγου Γ. Μεταλληνού από την ΟΟΔΕ, που όχι μόνο έχει πρόβλημα με τον Διαφωτισμό, αλλά και με την ίδια την Αναγέννηση:
Πολλοί, ακούτε την λέξη «Αναγέννηση» και λέτε «τι ωραίο». Δεν υπάρχει χειρότερο δημιούργημα από την Αναγέννηση! Δείτε, εν στροφή στην ρωμανικότητα, κυρίως στην φραγκολατινική παράδοση της Δύσεως, όλους τους μεγάλους. Ο Σίντερμιχ, ένας μεγάλος που έγραψε ογκώδες βιβλίο για την Αναγέννηση, λέει ότι είναι η «περίοδος σκότους». Γιατί, τι κάνει; «Αποσπά τον άνθρωπο από τον Θεό...” .
(οι επισημάνσεις δικές τους)
Παρακάτω, παραδέχεται ως μόνο θετικό του Διαφωτισμού την επιστήμη, μόνο που η επιστήμη για να προχωρήσει έχει ανάγκη, τόσο την αμφισβήτηση και την γνώση, όσο και κυρίως την ελευθερία.

Σε άλλη δημοσίευσή του, κάνει κάτι σύνηθες στην ορθόδοξη θεολογία: Κατηγορεί τον Διαφωτισμό γιατί είχε άγνοια της εξαίρετης ορθόδοξης παράδοσης, γιατί αν την ήξερε δεν θα ήθελε ανεξιθρησκία και ελευθερία προφανώς. Διαβάστε:
Η άγνοια της ουσίας της Ορθοδοξίας, ως πατερικής και αποστολικής συνέχειας,παρέσυρε -και παρασύρει ακόμη- τη διαφωτιστική διανόηση στην ίδια αντιμετώπιση της Ορθοδοξίας με τη χριστιανική Δύση.
Την αντίδραση στα μέρη μας για τον Διαφωτισμό, όταν πρωτοεμφανίστηκε, την ξεκίνησαν οι Κολλυβάδες. Ο ίδιος ο Μεταλληνός, το παραδέχεται στην ομιλία του.

Σε άλλο κείμενό του μας λέει για αυτούς ότι:
Σε αυτούς ανήκει η τιμή ότι κράτησαν την πατερική συνέχεια στην Εκκλησία μας, τη νοερά προσευχή και τον ησυχασμό, την άσκηση και την εμπειρία, που συνιστούν την ταυτότητα της Ορθοδοξίας στους αιώνες.
Για τους Κολλυβάδες, διαβάστε και εδώ.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι από την εποχή του Ησυχασμού, δεν έχει αλλάξει τίποτα στην Ορθοδοξία και οι Κολλυβάδες φρόντισαν να παραμείνει έτσι. Τί ήταν όμως ο Ησυχασμός;

Ο Ησυχασμός ήταν ένα οπισθοδρομικό κίνημα, κάποιων καλογήρων, με έμφαση στην ομφαλοσκόπηση και τον διαλογισμό. Μόνο με αυτά τα μέσα, σύμφωνα με την λογική τους, μπορούσε να γίνει η ενατένιση του Ακτίστου Φωτός, μια δική τους ορολογία που τελικά εννοούν τον θεό, σε αντίθεση με τους Θωμιστές ή Σχολαστικούς, που πίστευαν στην δύναμη της γνώσης, με την οποία μπορεί κάποιος να οδηγηθεί στον θεό. Να σημειώσουμε ότι κάτι αντίστοιχο πιστεύουν και οι Ινδοί Γιόγκι, ότι μέσα από τον διαλογισμό μπορούν να φθάσουν στο νιρβάνα ή ό,τι φαντάζονται ως θέωση.

Αυτά συμβαίνουν μέσα του 14ου αιώνα. Αν όμως έχετε διαβάσει την δημοσίευση Γιατί η Αναγέννηση έγινε στην Δύση, θα ξέρατε ότι ήδη στην Ευρώπη τον Ύστερο Μεσαίωνα, υπήρχε μεγάλη πρόοδος στην φιλοσοφική έρευνα. Σε αυτό οδήγησε ο Σχολαστικισμός, δηλαδή η απέλπιδα προσπάθεια που έκαναν στα πανεπιστήμια και τις σχολές της Δύσης οι Λατίνοι θεολόγοι, να συμβιβάσουν την φιλοσοφία με την θεολογία και να βρουν λογικές αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού. Αυτή, η φαινομενικά αθώα και χαμένη από χέρι διαδικασία, είχε τελικά εκπληκτικές αλυσιδωτές συνέπειες για την ανθρωπότητα: Βοήθησε στον διάλογο, βοήθησε στην αντιπαράθεση (φιλοσοφική ή θεολογική πάντα), βοήθησε στο να ανοίξει η διάνοια και οι μαθητές να ψάχνουν να βρουν λογικά επιχειρήματα, εν ολίγοις οι άνθρωποι ξανάρχισαν σταδιακά να προσπαθούν να σκέπτονται λογικά, αφού ως γνωστόν όλα ξεκινούν από την Παιδεία. Η διαφοροποίηση αυτή από την Ανατολή ήταν και αυτή που έφερε αρχικά την Αναγέννηση, μετά την Μεταρρύθμιση και την διάσπαση της Δυτικής Εκκλησίας και ακολούθως την Επιστημονική Επανάσταση και τον Διαφωτισμό.

Γιατί όμως αυτό δεν συνέβη και στην Ανατολή, ή γιατί η Ανατολή δεν επηρεάστηκε από ένα τέτοιο ρεύμα; Την απάντηση μάς την δίνει αυτή η ησυχαστική έριδα και η απόφαση της Εκκλησίας.

Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή. Η Ανατολή μέχρι και τον 10ο αιώνα, ήταν υποτίθεται η πηγή της γνώσης. Μια γνώσης που είχε χαθεί με την αρχή του Μεσαίωνα και επανεμφανίστηκε με την “Μακεδονική Αναγέννηση” σε μια προσπάθεια πραγματικής Αναγέννησης, μόνο που αυτή δεν ήρθε ποτέ. Με την δίωξη του Ιταλού οι προσπάθειες αυτές σταμάτησαν και αυτό φαίνεται και στην τέχνη που ενώ έκανε κάποιες εκλάμψεις αυτές δεν είχαν συνέχεια.

Εκείνη όμως την εποχή έχουμε αντίστοιχη προσπάθεια στην Δύση την “Καρολίγγεια Αναγέννηση”. Στην δημοσίευση για την Φιλοσοφία στην Δύση υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες, το θέμα είναι ότι εκείνη μολονότι ήταν και αυτή κατ` ευφημισμόν επανάσταση, οδήγησε στην δημιουργία πολλών σχολών και σύντομα πανεπιστημίων σε όλη την Ευρώπη, και μια μεγάλη αύξηση της ζήτησης αρχαίων κειμένων. Η φιλοσοφία είχε άνθιση και δημιούργησε τον Σχολαστικισμό, όπως είπαμε νωρίτερα. Στο Ύστερο Βυζάντιο λοιπόν είναι η πρώτη φορά που η Ανατολή γίνεται δέκτης νέας γνώσης και ιδεών και οι σχολαστικιστικές ιδέες έρχονται δειλά δειλά και επηρεάζουν κάποιους λόγιους. Και λέω δειλά, γιατί λόγω της αντιδυτικής μανίας που είχε πιάσει τους ορθόδοξους, κάθε τι το οποίο εκπορευόταν από την Δύση, το κοιτούσαν στην καλύτερη περίπτωση με καχυποψία. Ο Ησυχασμός ήταν ακριβώς η αντίδραση της Ανατολής στις ιδέες των σχολαστικών, ήταν η αντίδραση με τις εξελίξεις της Δύσης που οδήγησαν στην Αναγέννηση και μετά στον Διαφωτισμό.

Ο κύριος ηγέτης των Ησυχαστών ήταν ο Γρηγόριος Παλαμάς που έγινε και επίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ο πρώτος που αντέδρασε στους Ησυχαστές, ήταν ο μοναχός Βαρλαάμ που ήταν από την Ιταλία και καλός γνώστης του Σχολαστικισμού. Έγινε η πρώτη σύνοδος το 1341, οι θέσεις του Βαρλαάμ καταδικάστηκαν, υποχρεώθηκε να μην ξαναμιλήσει για τις ιδέες του και αναγκάστηκε να φύγει για την Ιταλία όπου έγινε δάσκαλος του Πετράρχη.

Ακολούθησε ο Γρηγόριος Ακίνδυνος, για τον οποίον έγινε δεύτερη σύνοδος τον επόμενο μήνα και επίσης καταδικάστηκε προφορικά και έγινε άλλη μία σύνοδος το 1347 που επίσης ξαναδικάστηκε μαζί με τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Καλέκα που καθαιρέθηκε.

Στην 4η φάση, ο σπουδαιότερος αντιδρών ήταν ο μοναχός Νικηφόρος Γρηγοράς, μεγάλος λόγιος και πανεπιστήμων, ο πρώτος που μίλησε στην Ανατολή για το λάθος του ημερολογίου. Έγινε μια οριστική σύνοδος το 1351 για να λήξει το θέμα και ο Γρηγοράς καταδικάστηκε μαζί με δύο μητροπολίτες τον Εφέσου Ματθαίο και τον Γάνου Ιωσήφ. Ο Γρηγοράς φυλακίστηκε για δύο χρόνια στην μονή της Χώρας και βγήκε λίγο πριν πεθάνει, λόγω της αλλαγής του αυτοκράτορα, που ήταν φίλος του. Μετά τον θάνατό του οι ορθόδοξοι βεβήλωσαν το σώμα του.

Ας δούμε όμως το ότι υπάρχουν κατά διαστήματα και κάποιες σημαντικές φωνές κριτικής στην ορθόδοξη θεολογία, σε ένα κείμενο του Χρυσ. Σταμούλη, την γνώμη του Παναγιώτη Τρεμπέλα για τον Παλαμά, που τον κατηγορεί για ασάφεια και υπερβολές και εξαρτώμενο από τον Ψευδοδιονύσιο (σ. 9) και του ομότιμου καθηγητή θεολογίας Σάββα Αγουρίδη που επεκτείνει την κριτική Τρεμπέλα:
θεωρεί τη θεολογία του Παλαμά για την ουσία και τις ενέργειες στον Θεό ως προσπάθεια εκμηδένισης της σημασίας της κτιστής Δημιουργίας κατ`αντίθεση προς την Αναγέννηση, και τέλος ούτε λίγο ούτε πολύ καυτηριάζει εξτρεμιστικές από το παρελθόν θεωρίες περί του Χριστιανισμού ως θέα του θείου φωτός, θεώσεως κ.τ.τ.
(σελ. 18) στο «Χρυσόστομος Σταμούλης, Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς στη σύγχρονη Ελληνική θεολογία», 1999.
Ας έρθουμε τώρα, στο γιατί και πως μια θεολογική έριδα επηρεάζει την πορεία και εξέλιξη της επιστήμης και της έρευνας, και πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, γιατί για όλα αυτά η μόνιμη επωδός των απολογητών είναι ότι όλοι αυτοί ήταν αιρετικοί και δεν τιμωρήθηκαν για τις επιστημονικές τους γνώσεις, αλλά μόνο για τις θεολογικές. Αυτό το έχω κάνει ήδη στην δημοσίευση Χριστιανισμός και επιστήμη και αντιγράφω από εκεί το σχετικό κείμενο.

Ας δούμε αρχικά τι είναι η φιλοσοφία. “Είναι η επιστήμη που ασχολείται με ερωτήματα, προβλήματα ή απορίες που μπορούμε να αποκαλέσουμε οριακά, θεμελιώδη, ή έσχατα, όπως αυτά της ύπαρξης, γνώσης, αξίας, αιτίας, γλώσσας και του νου. Ξεχωρίζει από άλλους τρόπους αντιμετώπισης των παραπάνω προβλημάτων, από την κριτική και γενικώς συστηματική προσέγγιση των θεμάτων και την οικοδόμησή της πάνω σε λογικές εξηγήσεις”.

Η επιστήμη, εκτός του ότι είναι παιδί της φιλοσοφίας, θέλει και αυτή ελεύθερο πνεύμα, και όταν αυτό υπάρχει για να αναπτυχθεί η φιλοσοφία, ταυτόχρονα ακολουθεί και η επιστήμη.

Από τον 7ο αιώνα π.κ.ε οι Ίωνες φιλόσοφοι και διανοητές ζώντας σε ένα πολύ πιο ελεύθερο περιβάλλον από κάθε άποψη, ήταν ελεύθεροι πνευματικά και το απέδειξαν με όλες τις θεωρίες που έκαναν για την προέλευση της φύσης, της ζωής και των όντων, και όλες τις θεωρίες τους για τον άνθρωπο, θέτοντας και την βάση της φιλοσοφίας αλλά ταυτόχρονα και της επιστήμης. Η διαφορετική άποψη στην φιλοσοφία δεν στηλιτεύεται, αντίθετα βοηθάει τους επόμενους διανοητές για να κάνουν πλέον βελτιωμένες προτάσεις.

Με την έλευση όμως του Χριστιανισμού, τα πράγματα άλλαξαν. Ο Χριστιανισμός νόμιζε ότι όλα αυτά τα θέματα που διαπραγματεύεται η φιλοσοφία, τα έχει λύσει και μάλιστα, όπως είπαμε, δεν δεχόταν καμία αντίρρηση. Χρησιμοποίησε από την ίδια την φιλοσοφία ότι τον βόλευε, αλλά ότι παρέκλινε από το κυρίαρχο δόγμα του, έπρεπε να παταχθεί ή να σιγήσει. Η ίδια η εξέλιξη της θεολογίας του δεν ήταν μια διαλογική σύνθεση, δεν ήταν δημοκρατική ή λογική απόφαση· προήλθε από το πια ομάδα είχε την δύναμη και την εξουσία από την εγγύτητά της στο παλάτι για να την επιβάλει και μάλιστα αν υπήρχε μειοψηφούσα θέση έπρεπε να σιγήσει οριστικά. Τελικά η επικρατούσα Εκκλησία, απέκτησε σύντομα μεγαλύτερη δύναμη και από το ίδιο το παλάτι, αρκετά νωρίς, όπως φάνηκε στις διαμάχες για την εικονολατρία.

Ας δούμε τώρα, τι εννοούμε “επιστήμη” της εποχής. Η εκπαίδευση μπορεί να ήταν ιδιωτική, αλλά οι ανώτερες σχολές τις οποίες η Εκκλησία δεν έλεγχε, τελικά έκλεισαν (Ακαδημία της Αθήνας, Φιλοσοφική σχολή της Έδεσσας στην Μεσοποταμία, η σχολή της Κωνσταντινουπόλεως που άνοιξε και έκλεισε πάρα πολλές φορές και με διαφορετικό όνομα, όπως Μέγα Διδασκαλείον, Πανδιδακτήριον, Οικουμενικό Διδασκαλείο, ξανά Πανδιδακτήριο, σχολή της Μαγναύρας, Βασιλικόν Μουσείον). Από τους Κομνηνούς και μετά και μέχρι το 1821, η Εκκλησία ελέγχει πλήρως την εκπαίδευση.

Στην διαδικασία της εκπαίδευσης, μπορεί να υπήρχαν ξεχωριστά μαθήματα, αλλά δεν υπήρχε καμιά εξειδίκευση στην επιστημονική εκπαίδευση και ενασχόληση όπως την φανταζόμαστε τώρα, με εξαίρεση την Νομική. Τα όρια της επιστήμης, της φιλοσοφίας και της θεολογίας ήταν αρκετά συγκεχυμένα, και πρακτικά για να μελετήσεις περισσότερο την φιλοσοφία, έπρεπε να κατευθυνόσουν στην θεολογία. Όταν λοιπόν υπήρξαν κάποιες περίοδοι που κάποιοι μέσω της φιλοσοφίας προχώρησαν λίγο περισσότερο στα θέματα που την αφορούν, πέρα δηλαδή από υπομνηματισμούς των αρχαίων κειμένων, και άρχισαν πράγματι να αναρωτιούνται φιλοσοφικά, προέκυπτε αυτόματα θεολογικό πρόβλημα, γιατί όπως είπαμε η κυρίαρχη Εκκλησία θεωρούσε αίρεση κάθε άλλη σχετική άποψη σε σχέση με όλα τα βασικά ερωτήματα.

Όταν λέμε λοιπόν επιστήμη για το Βυζάντιο εννοούμε κυρίως την ίδια την φιλοσοφία που εμπλέκεται δομικά με την θεολογία. Οι ίδιοι οι χριστιανοί σε αναρίθμητα κείμενα θεωρούσαν την φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων πηγή αιρέσεων. Ακριβώς για αυτό τον λόγο οι περισσότεροι “αιρετικοί” ξεκίνησαν έτσι ακριβώς, δηλαδή επηρεασμένοι από αρχαίους φιλοσόφους. Άρα, το σωστό είναι ότι, η Εκκλησία γενικά είχε άμεσο πρόβλημα με την διαφορετική άποψη, η οποία τροφοδοτείται από τον ελεύθερο στοχασμό (πράγμα αυστηρά απαγορευμένο) και την φιλοσοφία, αλλά εμμέσως και με την Επιστήμη, αφού τα όρια της με την φιλοσοφία, εκείνη την εποχή ήταν ασαφή, αλλά και οι λόγιοι που ασχολούντο και με τα δύο, οι ίδιοι.

Τα αποτελέσματα γνωστά αν διαβάσετε την σχετική σελίδα  Ορθοδοξία και άλλη άποψη: Κάψιμο των βιβλίων, σίγαση με κάθε τρόπο κάθε άλλης άποψης, δολοφονίες, αφορισμοί, ξύλο μεταξύ τους με αιρετικούς, γενοκτονίες, καψίματα αλλόδοξων στον Ιππόδρομο κ.λπ.

Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι οι θεολογικές έριδες στην Ανατολή, με αποτέλεσμα την σίγηση ή εξαφάνιση των αντιπάλων, είχε άμεσο αποτέλεσμα στην εξέλιξή της επιστήμης και αλλά και μακροπρόθεσμο επίσης, γιατί κανείς δεν τολμάει βλέποντας τις εξελίξεις και την τύχη των προηγούμενων να ερευνήσει πάρα πέρα από τα καθιερωμένα.

Η συγκεκριμένη διαμάχη όμως των Ησυχαστών επηρέασε την ίδια την ουσία της δυνατότητας των ορθοδόξων να ερευνούν, γιατί αντίστοιχα οι Δυτικοί που δεν είχαν τέτοια αξιωματική απαγόρευση κατάφεραν τελικά να φέρουν την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό και να προχωρήσουν, να φύγουν από τον Μεσαίωνα. Ο Ησυχασμός ήταν η δεύτερη μετά την δίωξη του Ιταλού μεγάλη ταφόπλακα της γνώσης και του διαλεκτισμού στην Ανατολή, από την οποία ακόμα δεν έχει βγει. Η έλλειψη δημοκρατικής συνείδησης των Νεοελλήνων, οι διαρκείς δικτατορίες και η σοσιαλιστοποίηση του κράτους που ξεκινάει από την 3η δεκαετία του 20ου αιώνα, μας το δείχνουν ξεκάθαρα.

Φιλοσοφικές ερμηνείες της μέτρησης του χρόνου στην αρχαία Ελλάδα


Έννοια του Χρόνου
  • Ο Χρόνος αντιμετωπιζόταν ως πρωταρχική φιλοσοφική έννοια
  • Στην ελληνική αρχαιότητα ο Χρόνος εκπροσωπούνταν με τη θεότητα της Αιωνιότητας
  • Η ονομασία του προήλθε από τον θεό Κρόνο, προστάτη της γονιμότητας της γης και των καιρικών μεταβολών που την υποβοηθούν
Χρόνος-Κρόνος
  • Δρεπάνι στο δεξί χέρι: Σύμβολο θερισμού των χρόνων που περνούν και σύμβολο θανάτου
  • Μικρό παιδί στο αριστερό χέρι: Σύμβολο της ζωής μέσα στην αιωνιότητα
Χρόνος και αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι
  • Συσχέτιση της ουσίας του χρόνου με τη συνεχή μεταβολή και φθορά των ζωντανών οργανισμών
  • Προσανατολισμένη, ευθύγραμμη και μη αναστρέψιμη εξέλιξη του χρόνου
  • Συνεχής σειρά χρονικών σημείων των γεγονότων που συμβαίνουν στην πραγματικότητα
  • Αριστοτέλης: Αντίληψη του χρόνου μόνο όταν υπάρχει έκδηλη κίνηση — αίσθηση της αδιευκρίνιστης ενότητας του σχετικιστικού χωροχρόνου
Παρατήρηση για τον υπολογισμό της έννοιας του χρόνου
  • Από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του ο άνθρωπος παρατήρησε τον Ήλιο και τους άλλους αστερισμούς και παρακολουθούσε την κίνησή τους
  • Διαπίστωσε τις κινήσεις των αστερισμών και την περιοδικότητά τους
  • Στη συνέχεια συνδύασε τις θέσεις τους με τις μεταβολές που συνέβαιναν στη φύση
  • Θεοποίησε τον Ήλιο, τη Σελήνη και τα άλλα I    ουράνια σώματα λόγω των
  • υπερφυσικών χαρακτηριστικών τους
Χρόνος και Παρατήρηση φυσικών φαινομένων
  Εναλλαγή ημέρας και νύχτας
  • Διαδοχικές φάσεις της Σελήνης
  • Περιοδικότητα των εποχών του έτους
Ανάγκη για τη μέτρηση του χρόνου
  • Οι καθημερινές και θρησκευτικές ανάγκες οδήγησαν στη μεθοδικότερη παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων (μεταξύ αυτών ο Ήλιος και η Σελήνη)
  • Εφόσον ο χρόνος ήταν ταυτισμένος με τη θεϊκή ύπαρξη, δε μπορούσε παρά να ορίζεται από την περιοδική εξέλιξη της  θέσης και της όψη των ουρανίων σωμάτων
Αρχαία Ελλάδα – 9η χιλιετία π.Χ.
  • Ανάπτυξη της ναυσιπλοΐας
  • Διαπίστωση της χρησιμότητας των αστέρων και των αστερισμών
  • Η απλή παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων μετατράπηκε σε επιστημονική καταγραφή των αστερισμών της ουράνιας σφαίρας
  • Η ημερολογιακή γνώση φαίνεται ότι ξεκίνησε από τη Ναυσιπλοΐα και από αυτή πέρασε στον γεωργικό τομέα
Μονάδες μέτρησης χρόνου
 
1) Πρώτη μονάδα μέτρησης του χρόνου – Ημερονύκτιο
2) Μονάδες μέτρησης ακέραια πολλαπλάσια του ηλιακού ημερονυκτίου
3) Κλιματολογικές εποχές (αν και ασαφείς) 44) Έτος
5) Σεληνιακός Συνοδικός Μήνας (29,53 ηλιακά ημερονύκτια)
6) Σεληνιακό Τέταρτο – Εβδομάδα
7) Άνισες εποχιακές ώρες
Πρακτική Αστρονομία
  • Η απλή παρατήρηση των ουρανίων σωμάτων μετατράπηκε σε επιστημονική καταγραφή τους και έτσι γεννήθηκε η Αστρονομία
  • Σύνταξη αστρικών καταλόγων και χαρτών με τις συντεταγμένες των ουρανίων σωμάτων
«Εργαλεία» για τη μέτρηση του χρόνου
  • Μαθηματικά
  • Επίπεδη και σφαιρική τριγωνομετρία
  • Οπτική
  • Γεωμετρική Οπτική
  • Πρακτική Αστρονομία
  • Γνωμονική
  • Όργανα μέτρησης του χρόνου-Τεχνολογικό Υπόβαθρο
Τα πρώτα Όργανα Μέτρησης του Χρόνου
  • Γνώμονας – Ηλιακό Ρολόι
  • Κλεψύδρα
Όργανα Μέτρησης του Χρόνου
  • Ουράνια σφαίρα
  • Σφαιρικός αστρολάβος
  • Διόπτρα του Ιππάρχου
Όργανα Μέτρησης του Χρόνου
  • Πλινθίς
  • Σκάφη
  • Διάφορα ηλιακά ρολόγια
Άρα οι Αρχαίοι Έλληνες
  • Έδωσαν φιλοσοφική έκταση στην έννοια του χρόνου – αντιλήφθηκαν ακόμα και τον χωρόχρονο
  • Λάτρεψαν τον χρόνο ως θεότητα
  • Διαπίστωσαν την έννοια του χρόνου με την παρατήρηση των διαφόρων φυσικών φαινομένων
  • Κατανόησαν την έννοια του χρόνου με την καταγραφή των θέσεων και της τροχιάς των ουρανίων σωμάτων
  • Ανέπτυξαν τα κατάλληλα εργαλεία για τη μέτρηση του
  • Κατασκεύασαν όργανα για τη μέτρηση του χρόνου και τον προσδιόρισαν με ικανοποιητική ακρίβεια για τα δεδομένα της εποχής.

Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (16.1-20.1)

16. ΑΙΛΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΚΤΡΥΩΝ [16.1] αἴλουρος συλλαβὼν ἀλεκτρυόνα τοῦτον ἐβούλετο μετ᾽ εὐλόγου αἰτίας καταθοινήσασθαι. καὶ δὴ ἀρξάμενος κατηγόρει αὐτοῦ λέγων ὀχληρὸν αὐτὸν εἶναι τοῖς ἀνθρώποις νύκτωρ κεκραγότα καὶ οὐδὲ ὕπνου τυχεῖν αὐτοὺς ἐῶντα. τοῦ δὲ εἰπόντος ὡς ἐπ᾽ ὠφελείᾳ αὐτῶν τοῦτο ποιεῖ, ἐπὶ γὰρ τὰ συνήθη τῶν ἔργων διεγείρει, ἐκ δευτέρου ἔλεγεν· «ἀλλὰ καὶ ἀσεβὴς εἰς τὴν φύσιν καθέστηκας καὶ ἀδελφαῖς καὶ μητρὶ ἐπεμβαίνων». τοῦ δὲ καὶ τοῦτο εἰς ὠφέλειαν τῶν δεσποτῶν πράττειν φήσαντος, πολλὰ γὰρ αὐτοῖς ὠὰ τίκτεσθαι παρασκευάζει, διαπορηθεὶς ἐκεῖνος ἔφη· «ἐὰν οὖν σὺ ἀφορμῶν ἀεὶ εὐπορῇς, ἐγώ σε οὐ κατέδομαι;»
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι καὶ πονηρὰ φύσις πλημμελεῖν προαιρουμένη, κἂν μὴ μετ᾽ εὐλόγου προσχήματος δυνηθῇ, ἀπαρακαλύπτως πονηρεύεται.

17. ΑΛΩΠΗΞ ΚΟΛΟΥΡΟΣ
[17.1] ἀλώπηξ ὑπό τινος πάγης τὴν οὐρὰν ἀποκοπεῖσα ἐπειδὴ δι᾽ αἰσχύνην ἀβίωτον ἡγεῖτο τὸν βίον ἔχειν, ἔγνω δεῖν καὶ τὰς ἄλλας ἀλώπεκας εἰς τὸ αὐτὸ προσαγαγεῖν, ἵνα τῷ κοινῷ πάθει τὸ ἴδιον ἐλάττωμα συγκρύψῃ. καὶ δὴ ἁπάσας ἀθροίσασα παρῄνει αὐταῖς τὰς οὐρὰς ἀποκόπτειν, λέγουσα, ὡς οὐκ ἀπρεπὲς μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ περισσόν τι αὐταῖς βάρος προσήρτηται. τούτων δέ τις ὑποτυχοῦσα ἔφη· «ὦ αὕτη, ἀλλ᾽ εἰ ‹μή› σοι τοῦτο συνέφερεν, οὐκ ἂν ἡμῖν τοῦτο συνεβούλευσας».
οὗτος ὁ λόγος ἁρμόττει πρὸς ἐκείνους, οἳ τὰς συμβουλίας ποιοῦνται τοῖς πέλας οὐ δι᾽ εὔνοιαν ἀλλὰ διὰ τὸ ἑαυτοῖς συμφέρον.

18. ΑΛΙΕΥΣ ΚΑΙ ΜΑΙΝΙΣ
[18.1] ἁλιεὺς καθεὶς τὸ δίκτυον ἀνήνεγκε μαινίδα. τῆς δὲ ἱκετευούσης αὐτὸν πρὸς τὸ παρὸν μεθεῖναι αὐτήν, ἐπειδὴ μικρὰ τυγχάνει, ὕστερον δὲ αὐξηθεῖσαν συλλαβεῖν εἰς μείζονα ὠφέλειαν, ὁ ἁλιεὺς εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε εὐηθέστατος ἂν εἴην, εἰ τὸ ἐν χερσὶ παρεὶς κέρδος ἄδηλον ἐλπίδα διώκοιμι».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι αἱρετώτερόν ἐστι τὸ παρὸν κέρδος, κἂν μικρὸν ᾖ, τοῦ προσδοκωμένου, κἂν μέγα ὑπάρχῃ.

19. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΒΑΤΟΣ
[19.1] ἀλώπηξ φραγμὸν ἀναβαίνουσα ἐπειδὴ ὀλισθαίνειν ἔμελλε, βάτου ἐπελάβετο. ξυσθεῖσα δὲ τὸ πέλμα καὶ δεινῶς διατεθεῖσα ᾐτιᾶτο αὐτήν, εἴ γε καταφυγοῦσαν ἐπ᾽ αὐτὴν ὡς ἐπὶ βοηθὸν χεῖρον αὐτῇ ἐχρήσατο καὶ αὐτοῦ τοῦ προκειμένου. καὶ ἡ βάτος ὑποτυχοῦσα εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἐσφάλης τῶν φρενῶν, ὦ αὕτη, ἐμοῦ ἐπιλαβέσθαι βουληθεῖσα, ἥτις αὐτὴ πάντων ἐπιλαμβάνεσθαι εἴωθα».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων μάταιοί εἰσιν, ὅσοι τούτοις ὡς βοηθοῖς προσφεύγουσιν, οἷς τὸ ἀδικεῖν μᾶλλόν ἐστιν ἔμφυτον.

20. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ
[20.1] ἀλώπηξ καὶ κροκόδειλος περὶ εὐγενείας ἤριζον. πολλὰ δὲ τοῦ κροκοδείλου διεξιόντος περὶ τῆς τῶν προγόνων λαμπρότητος καὶ τὸ τελευταῖον λέγοντος, ὡς γεγυμνασιαρχηκότων ἐστὶ πατέρων, ἡ ἀλώπηξ ὑποτυχοῦσα ἔφη· «ἀλλὰ κἂν σὺ μὴ εἴπῃς, ἀπὸ τοῦ δέρματος φαίνῃ, ὅτι ἀπὸ πολλῶν εἶ γυμνασμάτων».
οὕτω καὶ τῶν ψευδολόγων ἀνθρώπων ἔλεγχός ἐστι τὰ πράγματα.

***
16. Ο γάτος και ο πετεινός.
[16.1] Μια φορά ο γάτος έπιασε στα χέρια του τον πετεινό και γύρευε εύλογη πρόφαση για να τον καταβροχθίσει. Στην αρχή, λοιπόν, βάλθηκε να τον ψέγει ότι ενοχλεί τον κόσμο τη νύχτα με τα κραξίματά του και δεν αφήνει κανέναν να χαρεί μια στάλα ύπνο. Ο πετεινός όμως δικαιολογήθηκε ότι με αυτό που κάνει ωφελεί τους ανθρώπους, διότι τους ξυπνάει για να ασχοληθούν με τις συνηθισμένες τους δουλειές. Έπειτα ο γάτος ακολούθησε άλλη γραμμή κατηγορίας: «Ναι, αλλά εσύ διαπράττεις συστηματικά ασέβεια ενάντια στη φύση, αφού βατεύεις τις αδελφές σου και τη μάνα σου». Ο πετεινός τότε ισχυρίστηκε ότι και αυτό για ωφέλεια το κάνει — ωφέλεια των αφεντικών του, δηλαδή, αφού έτσι συντελεί στο να γεννιούνται πολλά αυγά για χάρη τους. Στο τέλος πια ο γάτος απαύδησε και φώναξε: «Δεν μου λες, επειδή εσύ έχεις πάντα έτοιμες δικαιολογίες, εγώ πρέπει να στερηθώ το φαΐ μου;».
Το δίδαγμα του μύθου: Ο φαύλος άνθρωπος, που έχει πρόθεση να αμαρτήσει, ακόμη και αν δεν μπορέσει να βρει εύσχημη πρόφαση, θα κάνει το κακό απροκάλυπτα.

17. Η κολοβή αλεπού.
[17.1] Ήταν μια αλεπού που πιάστηκε σε παγίδα και της κόπηκε η ουρά. Στην αρχή, που λέτε, ήταν τέτοια η ντροπή της που η ζωή τής φαινόταν ανυπόφορη. Ώσπου σε κάποια στιγμή συνέλαβε το σχέδιο: έπρεπε να παρασύρει και τις άλλες αλεπούδες στην ίδια συμφορά, ώστε να συγκαλύψει το δικό της κουσούρι με το κοινό πάθημα. Τις μάζεψε λοιπόν όλες και τις παρακινούσε να κόψουν την ουρά τους, λέγοντας πως αυτό το εξάρτημα δεν είναι μόνο άσχημο αλλά και περιττό βάρος κρεμασμένο πάνω τους. Πάνω εκεί, όμως, μία από τις άλλες αλεπούδες τη διέκοψε και αντιμίλησε: «Μωρή, προφανώς σε βολεύει εσένα αυτό, αλλιώς δεν θα μας το συμβούλευες».
Αυτός ο μύθος ταιριάζει σε όποιον δίνει συμβουλές στους συνανθρώπους του όχι για το δικό τους το καλό αλλά για να εξυπηρετήσει προσωπικό του συμφέρον.

18. Ο ψαράς και η μαρίδα.
[18.1] Ήταν μια φορά ένας ψαράς που έριξε τα δίχτυα του και έβγαλε στην επιφάνεια μια μαριδίτσα. Εκείνη, που λέτε, έπιασε να τον εκλιπαρεί: «Άφησέ με για την ώρα, να χαρείς, έτσι μικρούλα που είμαι. Αργότερα, άμα μεγαλώσω, με πιάνεις ξανά, και τότε θα αποκομίσεις πιο πολύ κέρδος». Όμως ο ψαράς αποκρίθηκε: «Καλά, τόσο μπουνταλάς θαρρείς πως είμαι; Σιγά μην αφήσω το κέρδος που έχω στο χέρι για να τρέχω πίσω από άδηλες προσδοκίες».
Το δίδαγμα του μύθου: Το τωρινό κέρδος, έστω και μικρό, είναι προτιμότερο από οποιεσδήποτε ελπίδες για μεγάλα οφέλη στο μέλλον.

19. Η αλεπού και ο βάτος.
[19.1] Κάποια φορά η αλεπού σκαρφάλωνε σε μια συστάδα θάμνους. Εκεί λοιπόν που κόντευε να γλιστρήσει, γαντζώθηκε από έναν αγκαθωτό βάτο. Φυσικά, έγδαρε τα πέλματά της και έπαθε μεγάλο κακό. Ξέσπασε λοιπόν σε παράπονα ενάντια στον βάτο: «Εγώ βρε κατέφυγα σε σένα για βοήθεια, και εσύ μου φέρθηκες ακόμη χειρότερα και από τούτο εδώ το σύθαμνο μπροστά μου». Εντούτοις ο βάτος τής έκοψε τη φόρα και αποκρίθηκε: «Τα έχεις τελείως χαμένα, μωρή, που λογάριαζες να πιαστείς από μένα. Δεν το ήξερες; Εγώ είμαι εκείνος που έχει συνήθειο να τα γραπώνει όλα».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: Είναι ανόητοι όσοι καταφεύγουν για βοήθεια σε άτομα που έχουν έμφυτη μέσα τους την τάση για αδικία.

20. Η αλεπού και ο κροκόδειλος.
[20.1] Μια φορά μάλωναν η αλεπού και ο κροκόδειλος ποιός έχει πιο αριστοκρατική καταγωγή. Ο κροκόδειλος, λοιπόν, αράδιαζε πολλά και διάφορα σχετικά με τους λαμπρούς προγόνους του, και στο τέλος ισχυρίστηκε κιόλας ότι οι πατεράδες του διοργάνωναν γυμναστικούς αγώνες. Τότε η αλεπού άδραξε την ευκαιρία και απάντησε: «Αυτό θα το καταλάβαινα και χωρίς να μου το πεις. Το πετσί σου το φανερώνει αμέσως ότι έχεις τραβήξει κάμποσα γυμνάσματα».
Παρόμοια γίνεται και με τους ανθρώπους: Οι ψεύτες αποκαλύπτονται από τα ίδια τα πράγματα.

Άσε τα «αν» και μπες στο «θέλω»

Γιατί είναι εξαιρετικά βολικό και εύκολο το «Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, θα…», «Αν είχες έρθει πιο νωρίς…», «Αν περνούσε από το χέρι μου θα το άλλαζα, αλλά…».

Πάντοτε θα υπάρχουν φοβισμένα «αλλά» και πάντοτε θα στεκόμαστε παγωμένοι μπροστά σε αλλαγές βουνά σα μικρά παιδιά που κάνουν τώρα τα πρώτα τους βήματα.

Πάντοτε θα μας ξεπερνάει ένα παράλογο πάθος, ένα μοιραίο λάθος, μια παρόρμηση ανερμήνευτη και όλα αυτά θα οδηγούν σε ερωτήματα του στιλ «Από εδώ και πέρα, τι;»

Η ζωή είναι μικρή και συμβαίνει τώρα, μου ‘χε πει κάποτε ένας φίλος και πράγματι σε αυτήν την τόσο «πιασάρικη» και αυθόρμητη φιλοσοφία της στιγμής, κρύβεται η ουσία της υπόθεσης. Η ουσία που ισχύει ολοκληρωτικά σε κάθε, μα κάθε συνθήκη.

Κάθε στιγμή που περνάει, κάθε τώρα, αποτελεί μια πρόκληση και μια ευκαιρία. Όλα όσα υποτίθεται είναι μη αναστρέψιμα «αν», σηκώνονται σα μαστίγια πάνω στα κορμιά μας, αποφασισμένα να ασκήσουν σωστή ψυχολογική βία και να μας φιμώσουν.

Λειτουργούν σαν τύραννοι αδίστακτοι που φυτρώσαν οικειοθελώς και ασυνείδητα μέσα μας για να μας βγάλουν πιθανότατα από τη «δύσκολη θέση», τοποθετώντας μας σε μια ακόμα πιο δύσκολη φυσικά. Αυτή του «ευνουχισμένου».


Πονάει αυτή η θέση, το έχεις νιώσει κι εσύ, δε μπορεί… Μοιάζει σχεδόν απίστευτο το τι μπορούμε να σκαρφιστούμε, να προφασιστούμε, ή να κεράσουμε τον εαυτό μας σαν άλλοθι, προκειμένου να διατηρήσουμε την όποια κανονικότητα της ζωής μας, την όποια ασφάλεια, εν ολίγοις… το comfort zone μας.

Μπαίνοντας σε τέτοιες διαδικασίες φίλοι μου, αλήθεια… δεν έχουμε ιδέα το τι χάνουμε, τι θα μπορούσαμε να ζήσουμε, να γευτούμε, να αλλάξουμε. Όταν τα «αν» φιλτράρονται μέσω του «θέλω» και γίνονται «να», τότε μιλάμε για την πραγματική ζωή, αυτή που σε κινητοποιεί, αυτή που σε αλλάζει, σε εξυψώνει, σε κάνει να νιώθεις ζωντανός.

Άσε τα «αν» και πιάσε τα «θέλω» λοιπόν και ναι, καθόλου απλό δεν είναι, όταν μια ζωή ολόκληρη συνηθίσαμε να θάβουμε τις επιθυμίες μας στο σκοτάδι, είτε από φόβο, είτε από ντροπή, είτε από ενοχές, είτε, είτε, είτε. Αξίζει τόσο όμως να προσπαθήσουμε… Αξίζουμε.

Όχι, δεν είμαστε θεοί, αλλά ναι, δε μπορούμε να διανοηθούμε καν την απεραντοσύνη της θείας δύναμης που κρύβουμε μέσα μας, αν γνέψουμε θετικά στη ζωή και κυρίως στα «θέλω» μας, όλα όσα μας κινητοποιούν και μας κάνουν να αισθανόμαστε πως κάθε μέρα, χτίζουμε έναν κόσμο από την αρχή ξανά.

Η δύναμη της θέλησης είναι μαγική. Και είναι κρίμα να θυσιάζουμε τη μαγεία αυτή στο βωμό του δεδομένου, του σίγουρου, του γνώριμου, μόνο και μόνο για να μη διαταραχτούν οι όποιες ισορροπίες. Η ζωή είναι καρδιογράφημα άλλωστε… Η ευθεία γραμμή δε συνεπάγεται ποτέ με κάτι καλό.

Η δύναμη βρίσκεται στην ευαλωτότητά σου

Ναι, το ξέρω ότι ακούγεται λίγο τρελό. Τι σχέση έχει η δύναμη με την ευαλωτότητα; Δεν είναι τα δύο αντίθετα;

Η αλήθεια είναι πως έτσι μεγαλώνουμε, μαθαίνοντας ότι το να είσαι δυνατός σημαίνει να έχεις έλεγχο πάνω στα πάντα. Έλεγχο πάνω στον εαυτό σου, στα συναισθήματά σου, στους άλλους.

Για να είσαι δυνατός πρέπει να είσαι τέλειος ή τουλάχιστον έτσι πρέπει να δείχνεις. Δε μπορείς να εκφράσεις τις αδυναμίες σου, τα ψεγάδια ή τις ανασφάλειές σου. Πρέπει να είσαι ανέκφραστος σαν πορσελάνινη κούκλα χωρίς ραγίσματα.

Αλλά η ερώτηση που θέλω να σου θέσω είναι η εξής: είσαι αρκετά δυνατός για να αποκαλύψεις την ευαλωτότητά σου;

Είσαι αρκετά δυνατός για να εκφράσεις τον αληθινό σου εαυτό -μαζί με τα ελαττώματα και τις αδυναμίες σου- στα κοντινά σου πρόσωπα; Είσαι αρκετά δυνατός για να ανοιχτείς στους άλλους γνωρίζοντας ότι υπάρχει πάντα μια πιθανότητα να πληγωθείς;

Είσαι αρκετά δυνατός για να παραδεχθείς στους αγαπημένους σου ότι τους αγαπάς και τους χρειάζεσαι στη ζωή σου; Ότι μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτούς αλλά ότι δε θέλεις;

Είσαι αρκετά δυνατός για να παραδεχθείς ότι καμιά φορά αισθάνεσαι μοναξιά και ανασφάλεια; Ότι καμιά φορά δε ξέρεις τι πρέπει να κάνεις και αισθάνεσαι αδύναμος και χαμένος;

Οι άνθρωποι καμιά φορά φοβόμαστε να εκφράσουμε την ευάλωτη πλευρά μας μήπως καταστρέψουμε την κοινωνική εικόνα του δυνατού και σίγουρου ατόμου, που έχουμε πασχίσει πολύ για να κατασκευάσουμε.

Προτιμούμε να κρυβόμαστε πίσω από μία προστατευτική μάσκα παρά να αποκαλύψουμε τις ανασφάλειές τους στους άλλους.

Αλλά όταν τελικά το κάνει, συμβαίνει κάτι μαγικό. Όταν αποκαλύπτει τον αληθινό του εαυτό με τα ελαττώματα και τις αδυναμίες του, αισθάνεται πιο συνδεδεμένος με τους άλλους.

Οι άλλοι αρχίζουν και βλέπουν μπροστά τους ένα πιο αυθεντικό και αληθινό πρόσωπο με πολλές διαστάσεις, με θετικά αλλά και αρνητικά στοιχεία. Πλέον σε αισθάνονται πιο κοντά τους. Είσαι άνθρωπος, σαν και αυτούς.

Έτσι, μπορούν να συσχετιστούν πιο εύκολα μαζί σου καθώς σε βλέπουν ως ένα άτομο με παρόμοιους φόβους και ανησυχίες. Είναι, μάλιστα, πιο πιθανόν να μοιραστούν και τις δικές τους ανησυχίες μαζί σου.

Με λίγα λόγια, αρχίζουν να αισθάνονται πιο ελεύθεροι να βγάλουν την κοινωνικό προσωπείο τους και να σου αποκαλύψουν και εκείνοι ένα πιο ανθρώπινο και ευάλωτο πρόσωπο. Γιατί εκεί βρίσκεται η μαγεία της ανθρώπινης φύσης, όχι στην τελειότητα.

Εσύ ακούγοντας και τις ανασφάλειες των άλλων συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι μόνος σου σε όλο αυτό. Είστε αρκετοί και είστε μαζί.

Τότε είναι που αρχίζεις να συνδέεσαι και να επικοινωνείς πραγματικά με τον άλλον.
«Μέχρι να δούμε το σκοτάδι κάποιου, δε ξέρουμε τι άτομο είναι. Μέχρι να συγχωρέσουμε το σκοτάδι κάποιου, δε ξέρουμε τι πραγματικά θα πει η αγάπη»

ΜΕΓΑΛΑΥΧIA

Ο Λουκιανός, ο σατιρικός συγγραφέας και ρήτωρ του 2ου αιώνα μ.Χ. από τα Σαμόσατα, την πρωτεύουσα της Κομμαγηνής στον άνω Ευφράτη της Συρίας, καυτηριάζει ανθρωπάκια της εποχής του στην προσπάθειά τους να φιλοτεχνήσουν μια πλαστή εικόνα για τον εαυτό τους, προκειμένου να κρύψουν την ανεπάρκειά τους. Άνθρωποι απαίδευτοι, θέλοντας να φαίνονται σπουδαίοι, αγοράζουν αφειδώς τόμους βιβλίων και νεόπλουτοι, στοχεύοντας σε καταξίωση που δεν την αξίζουν, είτε μεγαλώνουν το όνομά τους προσθέτοντας στο τέλος μερικές συλλαβές, όπως ο Σίμων που παρουσιάζεται σαν Σιμωνίδης, είτε το αλλάζουν, όπως ο Πυρρίας ή ο Δρόμων ή ο Τίβειος, μετατρέποντάς το σε Μεγακλή ή Μεγάβυζο ή Πρώταρχο, για να ακούγεται μεγαλοπρεπέστερα.

Όσο επικριτικός, ωστόσο, κι αν είναι για τις μεθόδους που μηχανεύονται οι μικροί άνθρωποι για να εμφανίζονται σαν κάτι άλλο από εκείνο που είναι, δεν παραλείπει, εντούτοις, ο Λουκιανός να αναγνωρίσει ένα ελαφρυντικό στην ασυγχώρητη μεγαλαυχία τους. Γιατί να είναι παράξενο, αναρωτιέται, που ένας νεόπλουτος ή ένας απαίδευτος προσπαθεί να αλλάξει την πραγματική εικόνα του, όταν οι μεγαλοσχήμονες υπόκεινται στην ίδια αδυναμία. Ο Πύρρος της Ηπείρου, εξέχων ηγεμών στην ελληνιστική εποχή, αυτοπροβαλλόταν, με την παρότρυνση αυλοκολάκων του, σαν όμοιος προς τον Μέγα Αλέξανδρο.

Τούτο, βέβαια, ως την μέρα που συνάντησε στην Λάρισα μια γερόντισσα, η οποία του είπε την αλήθεια υποχρεώνοντάς τον να αφήσει τις ανοησίες. Δείχνοντάς της ο Πύρρος τις προσωπογραφίες του Φιλίππου, του Αλέξανδρου του Περδίκα, του Κάσσανδρου και άλλων τινών βασιλέων, την ρώτησε σε ποιον έμοιαζε, βέβαιος ότι η γερόντισσα θα κατέληγε στην ομοιότητά του με τον Αλέξανδρο. Κι αυτή, αφού σκέφτηκε πολύ, του είπε: στον Βατραχίωνα, τον μάγειρα.

Στην Λάρισα, πράγματι, υπήρχε κάποιος μάγειρας ονόματι Βατραχίωνας, όμοιος με τον Πύρρο.

Τελικά, η μεγαλαυχία είναι ένα ελάττωμα που διαπερνά την ανθρώπινη φυλή σε όλα τα επίπεδά της. Φτιαχτήκαμε με ένα μυαλό ικανό να χωρέσει μέσα του τού κόσμου τις αμέτρητες αλήθειες, το οποίο, συγχρόνως όμως, κράτησε σε κάποιαν άκρη του κι έναν χώρο κενό να τον μεταχειριζόμαστε ελεύθερα, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα, προς την οποία, χάριν της επιβίωσής μας, είμαστε υποχρεωμένοι να συμβαδίζομε. Κι αυτόν τον χώρο του μυαλού άλλοι τον αξιοποιούν σαν πεδίο δράσης είτε της φαντασίας – για την δημιουργία μορφών όμορφων που, όσο κι αν δεν αποτελούν συστατικά της πραγματικότητας, τις χρειαζόμαστε, παρόλα αυτά, για να μας προσφέρουν μιαν απόλαυση που αλλού δεν μπορούσαμε να βρούμε – είτε της σκέψης – για τον ορισμό κανόνων περί του πώς πρέπει να ζούμε, ώστε ο βίος μας να είναι βιωτός – κι άλλοι πάλι τον διαθέτουν για μεγαλαυχίες και άλλες τέτοιες μικροπρεπείς συμπεριφορές.

Μια νέα θεωρία της σκοτεινής ύλης βασίζεται στην ανίχνευση της ασυνήθιστης ακτινοβολίας ακτίνων Χ από τους γαλαξίες

Perseus_galaxyΟι ερευνητές έχουν παρουσιάσει μια νέα θεωρία της σκοτεινής ύλης, η οποία υποδηλώνει ότι τα σωματίδια της σκοτεινής ύλης μπορεί να είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που νομίζουμε. Συγκεκριμένα, η θεωρία τους περιλαμβάνει σωματίδια σκοτεινής ύλης τα οποία είναι εξαιρετικά ελαφρά – σχεδόν εκατό φορές ελαφρύτερα από τα ηλεκτρόνια, σε έντονη αντίθεση με πολλά συμβατικά μοντέλα που περιλαμβάνουν πολύ βαριά σωματίδια σκοτεινής ύλης. 

Αυτή είναι μια εικόνα ακτίνων Χ του σμήνους γαλαξιών του Περσέα, περίπου 240 εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από τη Γη. Η ακτινοβολία ακτίνων Χ που εκπέμπεται από τους γαλαξίες και τα σμήνη των γαλαξιών εξακολουθεί να δημιουργεί πολλά αινίγματα στους αστροφυσικούς. Ειδικότερα, μπορεί να δίνει ενδείξεις για τη φύση της μυστηριώδους σκοτεινής ύλης

Η σκοτεινή ύλη είναι όλο και πιο αινιγματική. Σε όλο τον κόσμο, οι φυσικοί προσπαθούν εδώ και δεκαετίες να καθορίσουν τη φύση αυτών των σωματιδίων ύλης, τα οποία δεν εκπέμπουν φως και επομένως είναι αόρατα στο ανθρώπινο μάτι. Η ύπαρξή τους προτάθηκε στη δεκαετία του 1930 για να εξηγήσει ορισμένες αστρονομικές παρατηρήσεις. Καθώς η ορατή ύλη, όπως αυτή που σχηματίζει τα αστέρια και τη Γη, αποτελεί μόλις το 5% του σύμπαντος, έχει προταθεί ότι η σκοτεινή ύλη πρέπει να αντιπροσωπεύει το 23% όσων υπάρχουν εκεί έξω. Αλλά μέχρι σήμερα και παρά την εντατική έρευνα, έχει αποδειχθεί αδύνατο να προσδιοριστούν πραγματικά τα σωματίδια που εμπλέκονται με τη σκοτεινή ύλη. Οι ερευνητές στο πανεπιστήμιο Johannes Gutenberg του Mainz (JGU) έχουν παρουσιάσει τώρα μια νέα θεωρία της σκοτεινής ύλης, η οποία υποδηλώνει ότι τα σωματίδια της σκοτεινής ύλης μπορεί να είναι πολύ διαφορετικά από αυτά που υποτίθεται κανονικά. Συγκεκριμένα,
Σύμφωνα με την κοινή θεωρία, η σκοτεινή ύλη πρέπει να υπάρχει επειδή διαφορετικά τα αστέρια δεν θα συνεχίσουν να περιστρέφονται γύρω από το κέντρο των γαλαξιών τους όπως στην πραγματικότητα κάνουν. Μεταξύ των ιδιαίτερα ευνοούμενων υποψηφίων για τη σκοτεινή ύλη είναι τα λεγόμενα Ασθενώς Αλληλεπιδρώντα Σωματίδια με Μάζα ή WIMPs. Οι ερευνητές τα αναζητούν στο ιταλικό υπόγειο εργαστήριο του Gran Sasso, για παράδειγμα. Αλλά οι πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις στον τομέα της φυσικής αστροσωματιδίων θεωρούν όλο και περισσότερο ότι τα WIMP είναι απίθανο να έχουν βιώσιμες προοπτικές όταν πρόκειται για τη σκοτεινή ύλη. «Και εμείς, επί του παρόντος, είμαστε προς την αναζήτηση πιθανών εναλλακτικών λύσεων», δήλωσε ο καθηγητής Joachim Kopp του Πανεπιστημίου του Μάιντς.
 
Ο φυσικός αυτός  κοίταξε καλύτερα στα αποτελέσματα των παρατηρήσεων που ανέλαβαν αρκετές ανεξάρτητες ομάδες το 2014. Οι ομάδες ανέφεραν την παρουσία μιας απαρατήρητης μέχρι τώρα φασματικής γραμμής, ενέργεια 3,5 keV, σε ακτινοβολία ακτίνων Χ από μακρινούς γαλαξίες και σμήνη γαλαξιών. Αυτή η ασυνήθιστη ακτινοβολία ακτίνων Χ μπορεί να προσφέρει μια ένδειξη για τη φύση της σκοτεινής ύλης. Έχει επισημανθεί προηγουμένως ότι τα σωματίδια της σκοτεινής ύλης ενδέχεται να διασπαστούν, εκπέμποντας έτσι ακτίνες Χ. Ωστόσο, η ομάδα του Joachim Kopp στο κέντρο PRISMA του Mainz, βασίζεται σε μια άλλη προσέγγιση.
X-ray-from-a-cluster-of-galaxiesΜια καινοτόμος ερμηνεία των δεδομένων ακτίνων-Χ από ένα σμήνος γαλαξιών θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να επιτύχουν τον καθορισμό της φύσης της σκοτεινής ύλης.
 
Ακτινοβολία ακτίνων Χ που παράγεται από την εξαΰλωση της σκοτεινής ύλης
Οι ερευνητές του PRISMA προτείνουν ένα σενάριο στο οποίο δύο σωματίδια σκοτεινής ύλης συγκρούονται, με αποτέλεσμα την αμοιβαία εξαφάνιση (εξαΰλωση) τους. Το φαινόμενο αυτό είναι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει, για παράδειγμα, όταν ένα ηλεκτρόνιο συναντά το αντι-σωματίδιο του, ένα ποζιτρόνιο. «Από παλιά υποτίθεται ότι δεν θα ήταν δυνατόν να παρατηρήσουμε μια τέτοια εξαΰλωση της σκοτεινής ύλης αν ήταν φτιαγμένα από σωματίδια που λάμπουν», εξήγησε ο Kopp. «Τώρα έχουμε υποβάλει το νέο μας μοντέλο σε έλεγχο και το έχουμε συγκρίνει με πειραματικά δεδομένα, και όλα ταιριάζουν μαζί πολύ καλύτερα από ό, τι στην περίπτωση των παλαιότερων μοντέλων.»
 
Σύμφωνα λοιπόν με το μοντέλο της Kopp, τα σωματίδια σκοτεινής ύλης θα ήταν φερμιόνια με μια μάζα μόνο μερικών keV, που συχνά ονομάζονται άγονα νετρίνα. Μια τέτοια ελαφριά σκοτεινή ύλη θεωρείται συνήθως προβληματική επειδή καθιστά δύσκολο να εξηγήσει πώς θα μπορούσαν να σχηματιστούν οι γαλαξίες. «Μέχρι στιγμής, καταφέραμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις ανησυχίες», εξήγησε η Kopp. «Το μοντέλο μας δίνει μια κομψή διέξοδο.»
 
Η υπόθεση ότι η εξαφάνιση της σκοτεινής ύλης είναι μια διαδικασία δύο σταδίων είναι κρίσιμης σημασίας στο πλαίσιο αυτό: κατά την αρχική φάση της διαδικασίας σχηματίζεται μια ενδιάμεση κατάσταση, η οποία αργότερα αποσυντίθεται στα παρατηρούμενα φωτόνια ακτίνων Χ. «Τα αποτελέσματα των υπολογισμών μας δείχνουν ότι η προκύπτουσα υπογραφή ακτίνων Χ συσχετίζεται στενά με τις παρατηρήσεις και έτσι προσφέρει μια νέα εξήγηση για αυτά»
 
Ταυτόχρονα, το νέο μοντέλο είναι τόσο γενικό ώστε θα προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης για την αναζήτηση σκοτεινής ύλης, ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η φασματική γραμμή που ανακαλύφθηκε το 2014 έχει διαφορετική προέλευση. Οι θεωρητικοί και πειραματικοί φυσικοί του πανεπιστημίου  JGU εργάζονται επί του παρόντος στην προτεινόμενη αποστολή της ESA, e-ASTROGRAM, η οποία στοχεύει στην ανάλυση της αστροφυσικής ακτινοβολίας ακτίνων Χ με μια πολύ μεγάλη ακρίβεια.

Τελικά η Ανδρομέδα έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με τον Γαλαξία μας

Μια νέα τεχνική για τη μέτρηση της μάζας των γαλαξιών εφαρμόστηκε στον πλησιέστερο γαλαξιακό μας γείτονα – και διαπιστώθηκε ότι ο γαλαξίας της Ανδρομέδας έχει περίπου το ίδιο μέγεθος με τον Γαλαξία μας και δεν είναι δύο με τρεις φορές μεγαλύτερος, όπως είχε προηγουμένως θεωρηθεί.  Αυτό σημαίνει ότι όταν οι δύο γαλαξίες συγχωνευθούν σε περίπου 4 δισεκατομμύρια χρόνια, ο Γαλαξίας μας δεν θα απορροφηθεί πλήρως από τον γαλαξία της Ανδρομέδας, όπως πρότειναν προηγούμενα μοντέλα.
 
Η επιστημονική ομάδα, με επικεφαλής τον αστροφυσικό Prajwal Kafle στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ, διαπίστωσε ότι η μάζα του γαλαξία Ανδρομέδα (γνωστός και ως Μ31) είναι περίπου 800 δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του Ήλιου μας.  Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να μετρήσουμε τις διαστάσεις του δικού μας Γαλαξία από το εσωτερικό του, αλλά οι αστρονόμοι κατάφεραν να υπολογίσουν τη μάζα τους – περίπου 800 δισεκατομμύρια έως 1,2 τρισεκατομμύρια ηλιακές μάζες, ανέφεραν οι ερευνητές στην εργασία τους.
 
Αυτή η ανακάλυψη βάζει τους δύο γαλαξίες, που απέχουν περίπου 2,5 εκατομμύρια έτη φωτός, στο ίδιο περίπου μέγεθος.  Ο Γαλαξίας μας και η Ανδρομέδα είναι οι δύο μεγαλύτεροι στην Τοπική Ομάδα, μια συλλογή περισσότερων από 30 γαλαξιών που εκτείνεται σε περίπου 10 εκατομμύρια έτη φωτός.
 
«Το αποτέλεσμα αυτό μεταμορφώνει εντελώς την αντίληψή μας για την τοπική ομάδα. Είχαμε σκεφτεί ότι υπήρχε ένας μεγαλύτερος γαλαξίας (με διπλάσιο έως τριπλάσιο μέγεθος σε σχέση με τον δικό μας Γαλαξία ) και ο δικός μας Γαλαξίας να είναι είναι λίγο μικρότερος αλλά αυτό το σενάριο έχει αλλάξει εντελώς”, δήλωσε ο Kafle.
 
Η νέα μέτρηση λήφθηκε με μια τεχνική που υπολογίζει την ταχύτητα που απαιτείται για να ξεφύγει από τη βαρυτική έλξη ενός γαλαξία δηλαδή την ταχύτητα διαφυγής του.
 
«Όταν ένας πύραυλος εκτοξεύεται στο διάστημα, εκτοξεύεται με ταχύτητα 11 χλμ / δευτερόλεπτα για να ξεπεράσει τη βαρυτική έλξη της Γης», εξήγησε ο Kafle . «Ο Γαλαξίας μας είναι πάνω από ένα τρισεκατομμύριο φορές βαρύτερος από τον μικροσκοπικό μας πλανήτη τη Γη, έτσι για να αποφύγουμε την βαρυτική έλξη πρέπει να ξεκινήσουμε με μία ταχύτητα 550km / s».
 
Η ομάδα αυτή χρησιμοποίησε την κίνηση πλανητικών νεφελωμάτων υψηλής ταχύτητας μέσα στον γαλαξία της Ανδρομέδας για να υπολογίσει την ταχύτητα διαφυγής του γαλαξία αυτού και έφτασε σε μια ταχύτητα περίπου 470 ± 40 χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο.
 
Ο Kafle χρησιμοποίησε λοιπόν μια παρόμοια τεχνική για να καθορίσει τη μάζα του Γαλαξία το 2014 . Επίσης, διαπίστωσε ότι ο Γαλαξίας μας  περιέχει λιγότερο σκοτεινή ύλη από ό, τι είχε προηγουμένως θεωρηθεί – ένα αποτέλεσμα το οποίο έχει βρει και για την Ανδρομέδα με τη νέα του έρευνα.
 
«Μελετώντας τις τροχιές των άστρων υψηλής ταχύτητας, ανακαλύψαμε ότι αυτός ο γαλαξίας έχει πολύ λιγότερη σκοτεινή ύλη από ό, τι πιστεύαμε προηγουμένως και μόνο το ένα τρίτο αυτού που αποκαλύφθηκε σε προηγούμενες παρατηρήσεις», δήλωσε.
 
Το αποτέλεσμα σημαίνει ότι ίσως χρειαστούμε νέες προσομοιώσεις για να καταλάβουμε τι μπορεί να συμβεί όταν οι δύο γαλαξίες συγχωνευτούν αναπόφευκτα. 
 
Όμως αυτό σημαίνει, επίσης, ότι έχουμε έναν νέο τρόπο συλλογής δεδομένων για το σύμπαν μας.
 
Η μελέτη πρόκειται να δημοσιευθεί στο επιστημονικό έντυπο Monthly Notices της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας.

Τι βρίσκεται κάτω από τον πάγο της Ανταρκτικής;

Έναν λεπτομερή χάρτη της Ανταρκτικής χωρίς πάγους δημιούργησαν επιστήμονες της Βρετανικής Έρευνας της Ανταρκτικής, σε συνεργασία με τη NASA.

Για να φτιάξουν τον χάρτη, που ονομάζεται Bedmap2, οι επιστήμονες στην ουσία «ξεφλούδισαν» την Ανταρκτική από τα φύλλα πάγου και μελέτησαν το έδαφος, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τον δορυφόρο ICESat, ο οποίος τώρα έχει αποσυρθεί.
Επίσης οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν στοιχεία που συνέλεξαν εξειδικευμένα αεροσκάφη στο πλαίσιο της αποστολής IceBridge της NASA. Πρόκειται κυρίως για μετρήσεις του όγκου των θαλάσσιων πάγων και των παγετώνων στην Ανταρκτική.
Ο χάρτης Bedmap2 αποτελεί βελτιωμένη και εξελιγμένη εκδοχή του αρχικού χάρτη Bedmap, ο οποίος δημιουργήθηκε πριν μια δεκαετία και είχε επίσης αποψύξει την παγωμένη ήπειρο, αλλά σε χαμηλότερη ανάλυση.

Και οι δυο χάρτες συνδυάζουν πληροφορίες για το πάχος των πάγων, την τοπογραφία του εδάφους και την ανύψωση της επιφάνειας του, ωστόσο το Bedmap2 προσέθεσε εκατομμύρια νέα στοιχεία και καλύπτει μεγαλύτερη έκταση.
Οι επιστήμονες χρειάζονται ακριβή και συνεχή πληροφόρηση για το βραχώδες έδαφος της Ανταρκτικής ώστε να προβλέψουν πώς θα ανταποκριθεί στις κλιματικές και περιβαλλοντικές αλλαγές.

Οι πάγοι της Ανταρκτικής δεν είναι στατικοί αλλά συνεχώς κινούνται προς τη θάλασσα. Γνωρίζοντας το ανάγλυφο του εδάφους αλλά και το πάχος των πάγων οι επιστήμονες μπορούν να προσομοιώσουν τις κινήσεις των πάγων και να προβλέψουν ενδεχόμενες μελλοντικές αλλαγές λόγω της υπερθέρμανσης.

Λογική σκέψη και επίλυση προβλημάτων

Ζούμε σε έναν αβέβαιο κόσμο, όπου ελάχιστες είναι οι καταστάσεις ή οι περιπτώσεις για τις οποίες μπορούμε να εκφράσουμε μία γνώμη με απόλυτη βεβαιότητα, λόγω της πολυπλοκότητας, πολυμορφικότητας και ρευστότητας της γνώσης και της πληροφορίας που λαμβάνουμε από το περιβάλλον, οι οποίες πλαισιώνονται από πληθώρα παραδοχών και υποθέσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα προκειμένου να γίνει αυτό αντιληπτό είναι το γεγονός ότι, όταν καλούμαστε να επιλύσουμε μια προβληματική κατάσταση, αφυπνίζονται εκείνοι οι νοηµατικοί μηχανισμοί που αποτελούνται από ανώτερης τάξης σχήματα και σενάρια, προοπτικές, θεωρίες, παραδοχές, πεποιθήσεις που συνυφαίνουν το αντιληπτικό μας σύστημα και την προσωπική μας ιδεολογία και αναφέρονται στο σύνολο των πρότερων υποθέσεων. Διαµέσου αυτών, η νέα εμπειρία αφορμάται από τις προγενέστερες του ατόµου, όντας αυτό σε φάση ερμηνείας των φαινομένων.
 
Οι νοητικές διεργασίες που ενεργοποιούνται προκειμένου να εξετάζουμε κάποιο λογικό πρόβλημα, να αναλύσουμε τα δεδομένα, να αξιολογήσουμε τις πιθανότητες για κάποιο γεγονός, ώστε να οδηγηθούμε στις όποιες συναγωγές είναι οι εξής:
Η λογική σκέψη, η οποία δεν αφορά μόνο προβλήματα μαθηματικών ή επιστημονικά προβλήματα συλλήβδην, αλλά επιστρατεύεται σε πολλών ειδών καθημερινά προβλήματα. Ο κανόνας που τη διέπει έχει τη μορφή: Αν Α τότε Β. Δηλαδή, αν έχουμε την κατάσταση Α τότε θα συντελεστεί το Β. Γνωρίζουμε ότι το Α συμβαίνει. Κατά συνέπεια και το Β θα πρέπει να συντελεστεί.
Αυτό, λοιπόν, είναι ένα απλό μοντέλο για το πώς επιλύουμε προβλήματα που έχουν τη μορφή: ‘Εφόσον ισχύει αυτό… άρα έχουμε εκείνο’.
 
Η κλασσική λογική, αφετέρου, είναι ένα σύνολο από αξιώματα τα οποία μας επιτρέπουν να αντιμετωπίσουμε οποιοδήποτε πρόβλημα λογικής. Π.χ., ένα τέτοιο αξίωμα εσωκλείεται στο σχήμα:
 
«Το Α και Β είναι αληθές μόνο όταν το Α είναι αληθές και το Β είναι αληθές».
 
Οι κανόνες αυτοί οργανώνονται με κάποιους αλγορίθμους οι οποίοι επιλέγουν και συνδυάζουν τους κανόνες για την επίλυση προβλημάτων.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα ιδιαίτερα ευέλικτο υπολογιστικό όργανο το οποίο επιτρέπει συλλογισμούς ποικιλοτρόπως. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι αν η κλασσική λογική είναι μέρος του γνωσιακού συστήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε λογικά επιχειρήματα να φαίνονται περισσότερο πειστικά και ισχυρά σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν συγκεκριμένη εκπαίδευση στην κλασσική λογική.

Θεωρούμε ότι η κλασσική λογική όντως είναι η βάση των συλλογιστικών διεργασιών. Παρ’ όλα αυτά, για απλά, καθημερινά προβλήματα το γνωσιακό σύστημα έχει αναπτύξει μια σειρά από προτιμήσεις και επιρροές οι οποίες προλειαίνουν το έδαφος για τη γρήγορη αλλά όχι απαραίτητα ακριβή επίλυση των καθημερινών προβλημάτων.
 
Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν επιχειρήματα τα οποία βασίζονται σε κανόνες της λογικής ως περισσότερο ισχυρά, σωστά, πειστικά, κτλ. Πράγματι, πολλές φορές σε καθημερινές συζητήσεις μπορεί να πούμε: «Είσαι παράλογος» ή «Χρειάζεται λογική αντιμετώπιση του προβλήματος», δηλώσεις που εξαίρουν την πίστη στην παραδοχή ότι τα περισσότερο έγκυρα επιχειρήματα βασίζονται στη λογική σκέψη.
 
Και ενώ, η αναντίρρητη αλήθεια προέτασσε μέχρι πρότινος ότι η λογική σκέψη ήταν η βάση για τον χαρακτηρισμό των ανθρώπων ως ορθολογικά όντα, πλέον τα πράγματα περιπλέκονται λίγο. Διότι, βάσει πολυσχιδών ερευνητικών πορισμάτων, φαίνεται ότι οι «απλοί» άνθρωποι (σε αντιπαραβολή με αυτούς, οι οποίοι έχουν κάποια συγκεκριμένη επιστημονική ή μαθηματική κατάρτιση) δεν ακολουθούν, βάσει ερευνών και πειραμάτων, τους κανόνες της λογικής στους καθημερινούς τους συλλογισμούς.

Hegel: Ιστορία και αλήθεια

Ανθρώπινη ατομικότητα και ιστορία

§1

     Ι. Εάν η ιστορία αποτελεί το Όλο και συνιστά το μείζον του ιστορικού ανθρώπου, μέσα σε αυτό το όλο εξέχουσα θέση κατέχει η φιλοσοφική προβληματική του ατόμου. Η φιλοσοφία, κυρίως με/για τον Χέγκελ, γίνεται φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας. Σε άμεση σχέση με τούτο το γίγνεσθαι, ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ομιλεί για ενιαία ιστορία, η οποία δεν είναι άλλη από την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης εν όλω, από τη συνολική ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Η θεμελιώδης διαλεκτική δύναμη που συντελεί, ώστε να εκδηλώνεται η ιστορική κίνηση του κόσμου και των πραγματικών φαινομένων, είναι το πνεύμα (Geist).

     ΙΙ. Αυτό εδώ δεν είναι ούτε μονοσήμαντα νους ούτε κάποιος πάνω και έξω από τον κόσμο θεός. Είναι η ίδια η κίνηση του εαυτού ως κίνηση ή εξέλιξη της σκέψης που ως εκ της φύσης της δεν πνίγεται μέσα στα όρια του περατού. Περατά είναι μόνο τα φυσικά αντικείμενα ή όντα, ενώ απέραντη είναι η κίνηση, με βάση την οποία αυτά κατανοούνται, αναπτύσσονται και αυτοπροσδιορίζονται. Το ανθρώπινο άτομο, ως φυσικό ον, είναι περατό, πεπερασμένο: έχει ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Ως πνευματικό ον όμως. δηλαδή όχι απλώς ως καθεαυτό αλλά θεμελιωδώς ως διεαυτό, γίνεται πρωταγωνιστής της ιστορίας και είναι διηνεκώς παρόν ως σκέψη, ως ιδέα.

     ΙΙΙ. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ κ.λπ. και κάθε πεπληρωμένο πνευματικά ον βιολογικά δεν υπάρχει πια. Ωστόσο, ως σκέψη και ιδέα, ως στοχαστικό ον, συνιστά αναλλοίωτο συστατικό στοιχείο του Πνεύματος, δηλαδή της κίνησης του εαυτού ως κίνησης και εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης. Προφανώς, εκείνοι που δεν εντάσσονται, για τον φιλόσοφο, μέσα σε αυτή την πνευματική ιστορία του ανθρώπου είναι μόνο ο αποδεδειγμένα αντι-πνευματικός συρφετός ανθρώπινων όντων, όπως είναι τα «αριστερά» νεοφασιστικά απολιθώματα της εθνικής μειοδοσίας, που ο ρόλος τους στην ιστορία είναι αυτός της πολιτικής μαριονέτας: να ξεπουλούν αδιάντροπα την πατρίδα τους και πρόθυμα να εκδίδονται «στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους» (Σεφέρης).

§2

     Ι. Στο πνευματικό Ευαγγέλιο της νεωτερικής εποχής, στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ μεταστοχάζεται την ανέλιξη του ανθρώπινου όντος από την εμβρυακή μορφή της πνευματικής του ανωριμότητας ως φυσικού, βιολογικού ατόμου, ως φυσικής συνείδησης με τη δική του ορολογία, μέχρι την εντελή του πραγμάτωση ως πνεύματος. Η πραγμάτωση αυτή ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία και εκτυλίσσεται κατά την τάξη του Λόγου ως δια-Λόγου.

     ΙΙ. Πρώτη βαθμίδα είναι ο κοινός νους, μετά ακολουθεί η συνείδηση, η αυτοσυνείδηση, ο Λόγος και τέλος η απόλυτη Γνώση. Αυτή η πορεία αφορά τόσο την εξέλιξη του ατομικού πνεύματος όσο και του απόλυτου πνεύματος. Ολόκληρη τούτη η πορεία νομιμοποιείται μέσα στην ιστορία ως διαλεκτική περατού και απείρου: ως διαλεκτική αυτού που, καθότι φυσικό ή περατό, δεν γνωρίζει τίποτα για τα όρια της καθολικότητάς του και της δυναμικότητας του πνεύματος ως μιας ακατάπαυστης δραστηριότητας που διέρχεται μέσα από την προσδιορισμένη και όχι χαοτική άρνηση και μαθαίνει πώς να γνωρίζει.

     ΙΙΙ. Το πνεύμα εμπλουτίζεται με αντιθετικά ή αντιφατικά νοήματα μέσα από μια αντίστοιχη κίνηση. Όμως δεν μένει σε αυτά, αλλά ως προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation) μεταβαίνει σε επόμενα στάδια ανασυγκρότησης του νοήμονος όλου. Όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος, τα όρια ενός φυσικού αντικειμένου ή όντος γίνονται γνωστά ως έλλειμμα, ως έλλειψη, ως ανεπαρκή, μόνο όταν συγχρόνως με τη βιολογική μας συνθήκη βρισκόμαστε πέρα από αυτά ως πνεύμα. Το γεγονός ακριβώς ότι κάτι δηλώνεται ως πεπερασμένο, ως εφήμερο συνιστά απόδειξη, τεκμήριο παρουσίας του άπειρου, του απέραντου.

§3

      Ι. Η αλήθεια, μας λέει ο φιλόσοφος, είναι συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει πάντοτε με ό,τι είναι παρόν και συγκεκριμένο εν χώρω και χρόνω. Σε τούτη τη διάσταση του χώρου και του χρόνου, το υποκείμενο προσδιορίζεται από τη διαρκή του αναφορά προς το αντικείμενο και αντίστροφα: το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η φιλοσοφία του πραγματικού έτσι διαμορφώνεται εν αναφορά προς το σκεπτόμενο υποκείμενο ή τη συνείδηση ως την άμεση ύπαρξη του πνεύματος.

     ΙΙ. Τούτο το προσλαμβάνουμε ως εξής: όσο αναπτύσσεται η συνείδησή μας, τόσο κατανοούμε καλύτερα τον γύρω μας κόσμο και ως νοήμονα υποκείμενα διεισδύουμε στον λόγο του ενός ή του άλλου φαινομένου. Αυτός ο πραγματικός κόσμος βαθμιαία γίνεται γνωστός σε μας και αρχίζει να υπάρχει για τη συνείδηση ή για εμάς ως συνείδηση όσο προχωρεί η διαδικασία της γνώσης. Αυτή όμως η προχώρηση της γνωσιακής διαδικασίας ή διεργασίας δεν είναι τυχαία ούτε αυθόρμητη.

     ΙΙΙ. Συνιστά μια Λογική , κατά Λόγο, μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος και ως τέτοια δεν ακολουθεί μόνο τη γραμμή μιας βήμα προς βήμα ερμηνείας και κατανόησης του εξωτερικού κόσμου, αλλά με την ίδια ένταση επιδιώκει και την ιδιο-ποίησή του. Πρόκειται για την κίνηση επιστροφής, κατά την εγελιανή ορολογία, του πνεύματος στον εαυτό του· μια κίνηση, η οποία ολοκληρώνεται απόλυτα, στο μέτρο που το γνωρίζον υποκείμενο, ως συνειδητό-Είναι πλέον, πραγματώνει εξίσου απόλυτα την ως άνω Λογική μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος.

     ΙV. Η πραγμάτωση τούτη ουσιαστικά σημαίνει πως το αντικείμενο ή το εξωτερικά υπάρχον έχει γίνει απόλυτα εγνωσμένο, δηλαδή έχει εισδύσει στη Λογική του υποκειμένου και υπάρχει ως η ανάκτηση του εαυτού του υποκειμένου ή ως επιστροφή εντός εαυτού του πνεύματος από την εξωτερικότητά του, ήτοι από την εξωτερίκευσή του ή την αποξένωσή του. Ανάλογα με το πώς κατορθώνει η επί μέρους ή η συλλογική ατομικότητα να φτάνει σε τούτη την πλήρωση, δηλαδή στη διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα του εαυτού και του άλλου, γίνεται άξια της ιστορίας και του ανθρώπινου πεπρωμένου, χωρίς να εκπίπτει στην οντολογική κατάσταση του μίσθαρνου και πραιτοριανού, πράγματος/res.

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (11.1-15b.1)

11. ΑΛΙΕΥΣ [11.1] ἁλιεὺς αὐλητικῆς ἔμπειρος ἀναλαβὼν αὐλοὺς καὶ τὰ δίκτυα παρεγένετο εἰς τὴν θάλασσαν καὶ στὰς ἐπί τινος προβλῆτος πέτρας τὸ μὲν πρῶτον ᾖδε, νομίζων αὐτομάτους πρὸς τὴν ἡδυφωνίαν τοὺς ἰχθύας ἐξάλλεσθαι. ὡς δὲ αὐτοῦ ἐπὶ πολὺ διατεινομένου οὐδὲν πέρας ἠνύετο, ἀποθέμενος τοὺς αὐλοὺς ἀνείλετο τὸ ἀμφίβληστρον καὶ βαλὼν κατὰ τοῦ ὕδατος πολλοὺς ἰχθύας ἤγρευσεν. ἐκβαλὼν δὲ αὐτοὺς ἀπὸ τῶν δικτύων ἐπὶ τὴν ἠιόνα ὡς ἐθεάσατο σπαίροντας, ἔφη· «ὦ κάκιστα ζῷα, ὑμεῖς, ὅτε μὲν ηὔλουν, οὐκ ὠρχεῖσθε, νῦν δέ, ὅτε πέπαυμαι, τοῦτο πράττετε».
πρὸς τοὺς παρὰ καιρόν τι πράττοντας ὁ λόγος εὔκαιρος.

12. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΠΑΡΔΑΛΙΣ
[12.1] ἀλώπηξ καὶ πάρδαλις περὶ κάλλους ἤριζον. τῆς δὲ παρδάλεως παρ᾽ ἕκαστα τὴν τοῦ σώματος ποικιλίαν προβαλλομένης ἡ ἀλώπηξ ὑποτυχοῦσα ἔφη· «καὶ πόσον ἐγὼ σοῦ καλλίων ὑπάρχω, ἥτις οὐ τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν πεποίκιλμαι;»
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοῦ σωματικοῦ κάλλους ἀμείνων ἐστὶν ὁ τῆς διανοίας κόσμος.

13. ΑΛΙΕΙΣ
[13.1] ἁλιεῖς σαγήνην εἷλκον· βαρείας δὲ αὐτῆς οὔσης ἔχαιρον καὶ ὠρχοῦντο, πολλὴν εἶναι νομίζοντες τὴν ἄγραν. ὡς δὲ ἀφελκύσαντες ἐπὶ τὴν ἠιόνα τῶν μὲν ἰχθύων ὀλίγους εὗρον, λίθων δὲ καὶ ἄμμων μεστὴν τὴν σαγήνην, οὐ μετρίως ἐβαρυθύμουν, οὐχ οὕτω μᾶλλον ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι δυσφοροῦντες, ὅσον ὅτι καὶ τὰ ἐναντία προσειλήφασιν. εἷς δέ τις ἐν αὐτοῖς γηραιὸς ὢν εἶπεν· «ἀλλὰ παυσώμεθα, ὦ ἑταῖροι· χαρᾶς γάρ, ὡς ἔοικεν, ἀδελφή ἐστιν ἡ λύπη, καὶ ἡμᾶς ἔδει τοσαῦτα προησθέντας πάντως τι καὶ λυπηθῆναι».
ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ τοῦ βίου τὸ εὐμετάβλητον ὁρῶντας μὴ τοῖς αὐτοῖς ἀεὶ πράγμασιν ἐπαγάλλεσθαι λογιζομένους, ὅτι ἐκ πολλῆς εὐδίας ἀνάγκη καὶ χειμῶνα γενέσθαι.

14. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΠΙΘΗΚΟΣ
[14.1] ἀλώπηξ καὶ πίθηκος ἐν ταὐτῷ ὁδοιποροῦντες περὶ εὐγενείας ἤριζον. πολλὰ δὲ ἑκατέρου διεξιόντος ἐπειδὴ ἐγένοντο κατά τι‹νας τύμβους›, ἐνταῦθα ἀποβλέψας ἀνεστέναξεν ὁ πίθηκος. τῆς δὲ ἀλώπεκος ἐρομένης τὴν αἰτίαν ὁ πίθηκος ἐπιδείξας αὐτῇ τὰ μνήματα εἶπεν· «ἀλλ᾽ οὐ μέλλω κλαίειν ὁρῶν τὰς στήλας τῶν πατρικῶν μου ἀπελευθέρων καὶ δούλων;» κἀκείνη πρὸς αὐτὸν ἔφη· «ἀλλὰ ψεύδου, ὅσα βούλει. οὐδεὶς γὰρ τούτων ἀναστὰς ἐλέγξει σε».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ψευδολόγοι τότε μάλιστα καταλαζονεύονται, ὅταν τοὺς ἐλέγχοντας μὴ ἔχωσι.

15a. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΒΟΤΡΥΣ
[15a.1] ἀλώπηξ λιμώττουσα ὡς ἐθεάσατο ἀπό τινος ἀναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους, ἠβουλήθη αὐτῶν περιγενέσθαι καὶ οὐκ ἠδύνατο. ἀπαλλαττομένη δὲ πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν· «ὄμφακές εἰσιν».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔνιοι τῶν πραγμάτων ἐφικέσθαι μὴ δυνάμενοι δι᾽ ἀσθένειαν τοὺς καιροὺς αἰτιῶνται.

15b. ΑΛΩΠΗΞ ΚΑΙ ΜΥΣ
[15b.1] ἀλώπηξ ἐν κρεβαττίνῃ βότρυας πεπείρους ἰδοῦσα ἤμελλε φαγεῖν, ἐν ὕψει δὲ ὄντας οὐκ ηὐπόρει φαγεῖν. μῦς δὲ ἰδὼν ταύτην ἐμειδίασεν εἰπών· «οὐδὲν τρώγεις». ἡ δὲ ἀλώπηξ μὴ θέλουσα ἡττηθῆναι πρὸς τοῦ μυὸς ἔφη· «ὄμφακές εἰσιν».
ὅτι τοὺς πονηροὺς καὶ μὴ βουλομένους πείθειν τὸν λόγον ὁ μῦθος ἐλέγχει.

***
11. Ο ψαράς.
[11.1] Ήταν ένας ψαράς που ήξερε να παίζει φλογέρα. Πήρε, που λέτε, τη φλογέρα του και τα δίχτυα του και πήγε στη θάλασσα. Εκεί πέρα στάθηκε πάνω σε κάποιον βράχο που προεξείχε πάνω από τα νερά και ξεκίνησε να παίζει μουσική. Νόμιζε, βλέπετε, ότι τα ψάρια θα πηδούσαν έξω από μόνα τους, σαν ανταπόκριση προς την όμορφη μελωδία. Για πολλή ώρα ζοριζόταν έτσι χωρίς να φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος, λοιπόν, άφησε στην άκρη τη φλογέρα, σήκωσε το πεζόβολό του και το έριξε μέσα στη θάλασσα, πιάνοντας πολλά ψάρια. Μόλις τα έβγαλε από τα δίχτυα πάνω στο ακρογιάλι, τα είδε που σπαρταρούσαν και τα αποπήρε: «Βρε αχαΐρευτα πλάσματα, όταν σας έπαιζα φλογέρα, δεν χορεύατε. Τώρα που σταμάτησα βρήκατε να το κάνετε;».
Ο μύθος ταιριάζει για όποιον κάνει κάτι σε ακατάλληλη περίσταση.

12. Η αλεπού και η λεοπάρδαλη.
[12.1] Η αλεπού και η λεοπάρδαλη μάλωναν ποιά είναι πιο όμορφη. Η λεοπάρδαλη έδειχνε ένα-ένα τα μέρη του σώματός της και εκθείαζε το όλο βούλες δέρμα της. Όμως η αλεπού τής έφερε αντίρρηση: «Για φαντάσου, λοιπόν, πόσο πιο όμορφη από σένα πρέπει να είμαι εγώ, που η ποικιλομορφία μου δεν βρίσκεται στο σώμα αλλά στην ψυχή μου».
Το δίδαγμα του μύθου: Τα στολίδια του πνεύματος είναι ανώτερα από την ομορφιά του σώματος.

13. Οι ψαράδες.
[13.1] Ήταν κάτι ψαράδες που τραβούσαν την τράτα τους, και επειδή την ένιωθαν βαριά, χόρευαν από τη χαρά τους, νομίζοντας πως η ψαριά τους θα είναι μεγάλη. Όταν όμως τράβηξαν τα δίχτυα στο ακρογιάλι, δεν βρήκαν μέσα παρά λίγα μόνο ψάρια· βλέπετε, η τράτα είχε γεμίσει το πιο πολύ από πέτρες και άμμο. Τους ψαράδες μας τότε τους έπιασε φοβερή στενοχώρια· μάλιστα δυσανασχετούσαν όχι τόσο για το ίδιο το πάθημα όσο επειδή είχαν ελπίσει σε αντίθετη έκβαση προηγουμένως. Στο τέλος ένας γέρος που ήταν ανάμεσά τους είπε: «Σώνει πια, αδέρφια. Το ξέρουμε δα, η λύπη είναι αδελφή της χαράς. Λοιπόν, με τέτοια χαρά που πήραμε εμείς στην αρχή, ήταν της μοίρας μας εξάπαντος να λυπηθούμε και λίγο».
Το ίδιο ισχύει και για εμάς: είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε την ευμετάβλητη φύση της ζωής και να μην περιμένουμε ότι πάντα θα πανηγυρίζουμε με τον ίδιο τρόπο. Ας το βάλουμε στο μυαλό μας: ύστερα από μεγάλη καλοκαιρία είναι αναπόφευκτο να έρθει σε κάποια στιγμή και η καταιγίδα.

14. Η αλεπού και ο πίθηκος.
[14.1] Μια φορά η αλεπού και ο πίθηκος περπατούσαν μαζί στον ίδιο δρόμο και μάλωναν ποιός από τους δύο έχει πιο αριστοκρατική καταγωγή. Εξιστορούσαν, που λέτε, και οι δυο τους πολλά και διάφορα, μέχρι που βρέθηκαν σε ένα μέρος με τάφους. Εκεί πέρα ο πίθηκος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στα μνήματα και έβγαλε βαθύ στεναγμό. Η αλεπού φυσικά τον ρώτησε γιατί. Τότε ο πίθηκος έκανε μια χειρονομία, δείχνοντάς της τις ταφόπλακες, και αποφάνθηκε: «Πώς να μην κλάψω σαν θωρώ τις επιτύμβιες στήλες των δούλων και απελεύθερων που είχαμε στο πατρικό μου;». Εκείνη όμως δεν τον άφησε δίχως απάντηση: «Μωρέ δεν πα να λες όσα ψέματα θέλεις — κανένας από αυτούς εδώ δεν πρόκειται να σηκωθεί για να σε διαψεύσει».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: οι ψεύτες ξεστομίζουν τις πιο εξωφρενικές καυχησιές, ιδίως όταν δεν είναι τριγύρω κανένας για να τους ελέγξει.

15a. Η αλεπού και τα σταφύλια.
[15a.1] Ήταν μια αλεπού που πέθαινε της πείνας, όταν ξάφνου αντίκρισε ένα τσαμπί σταφύλια να κρέμεται από κάποια κληματαριά. Πάσχισε τότε να τα βάλει στο χέρι, αλλά δεν τα κατάφερε. Τί να κάνει, λοιπόν; Σηκώθηκε να φύγει, και μουρμούριζε μονάχη της: «Άι σιχτίρ, αγουρίδες είναι!».
Έτσι γίνεται και με τους ανθρώπους: ορισμένοι, όταν δεν έχουν τη δύναμη και την ικανότητα να πετύχουν τα πράγματα που θέλουν, ρίχνουν το φταίξιμο στις αντίξοες περιστάσεις.

15b. Η αλεπού και ο ποντικός.
[15b.1] Ήταν μια αλεπού που λιγουρεύτηκε κάτι ώριμα σταφύλια σε μια κληματαριά και το έβαλε σκοπό να τα φάει. Έλα όμως που κρέμονταν πολύ ψηλά και δεν κατάφερνε να τα φτάσει. Την πρόσεξε τότε ο ποντικός και της πέταξε χασκογελώντας: «Πάει το γεύμα σου». Η αλεπού όμως δεν θα άφηνε τον πόντικα να τη νικήσει έτσι, και του αντιγύρισε: «Άσ᾽ τα, μωρέ! Αγουρίδες είναι».
Ο μύθος αυτός καταδικάζει εκείνους που κάνουν πονηριές και δεν παίρνουν από λόγια.

Ο Θουκυδίδης, ο Διόδοτος και ο ανθρωπισμός μέσα στον πολιτικό λόγο

Οι γνώσεις μας για το Διόδοτο είναι σχεδόν μηδαμινές. Ο Γεωργοπαπαδάκος παραθέτει σε υποσημείωση: «Δεν ξέρουμε τίποτε περισσότερο για το συνετό αυτόν άντρα». Το σίγουρο είναι ότι παίρνει το λόγο όταν συγκεντρώνεται η εκκλησία του Δήμου για να συζητήσει την αναθεώρηση της εξοντωτικής απόφασης εναντίον των Μυτιληναίων για την αποστασία τους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το λόγο του αμέσως μετά τον εμπρηστικό λόγο του Κλέωνα (που δικαίωνε την ολοκληρωτική καταστροφή των Μυτιληναίων) ως αντίβαρο επιείκειας και λογικής απέναντι στην τυφλή, ισοπεδωτική ορμή της προηγούμενης εκδικητικής απόφασης. Όμως ο λόγος του Διόδοτου είναι πολιτικός. Είναι δηλαδή προορισμένος να καταδείξει το συμφέρον της πόλης. Υπό αυτούς τους όρους κάθε συναισθηματισμός ή ανθρωπιστική διάθεση δεν μπορούν να έχουν καμία ισχύ, αφού εδώ μιλάμε για τον ξερό ωφελιμισμό της πόλης, που οφείλει να βγει κερδισμένη από τις περιστάσεις. Εξάλλου, η ίδια η έννοια της αθηναϊκής ηγεμονίας, που ούτε απαρνείται ούτε καταδικάζει ο Διόδοτος, είναι η πιστοποίηση της αδικίας, που όμως θεωρείται αυτονόητη – κι ως εκ τούτου δίκαιη – αφού δεν υπάρχει κανένας πιο αυτονόητος νόμος από το δίκιο του ισχυρού. Οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να έχουν καμία ενοχή για τη συμπεριφορά τους προς τους συμμάχους, αφού είναι βέβαιο ότι αν είχαν το πάνω χέρι εκείνοι θα έκαναν τα ίδια, για να μην πούμε χειρότερα. Ο Διόδοτος, αν θέλει να γίνει πιστευτός, οφείλει να αποδείξει τα χειροπιαστά οφέλη του ανθρωπισμού ή αλλιώς τη συμφεροντολογική οπτική της ανθρωπιάς, τοποθετώντας το ανθρωπιστικό ιδεώδες στο σκληρό, πολλές φορές κυνικό, πλαίσιο της πολιτικής. Οφείλει δηλαδή να καταδείξει τα πολιτικά οφέλη του ουμανισμού ή, ακόμα καλύτερα, τα οικονομικά οφέλη, αφού, επί της ουσίας, τα πολιτικά οφέλη μιας πόλης (κράτους) μόνο ως οικονομική υπεροχή μπορούν να νοηματοδοτηθούν (ή στρατιωτική, που σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο): «Το κύριο επιχείρημα του Κλέωνα είναι ότι σας συμφέρει, για να αποστατούν στο μέλλον λιγότερο συχνά οι σύμμαχοί σας, να ορίσετε προκαταβολικά ως ποινή το θάνατο. Αλλά εγώ, που νοιάζομαι το ίδιο για το μελλοντικό συμφέρον της πόλης, έχω την αντίθετη γνώμη. Κι έχω την απαίτηση να μην απορρίψετε τη χρησιμότητα του δικού μου λόγου παρασυρμένοι από τη δική του εντυπωσιακή επιχειρηματολογία». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 44).
 
Το εξ’ αρχής ξεκαθάρισμα του Διόδοτου ότι ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το συμφέρον της πόλης, δεν είναι τίποτε άλλο από την τοποθέτηση του λόγου του στην ορθή πολιτική βάση. Γιατί δεν πρέπει να υπάρξει καμία υπόνοια για το αντίθετο. Γιατί οποιαδήποτε τέτοια υπόνοια θα διέλυε, από θέση αρχής, κάθε αξιοπιστία: «Σκεφτείτε πως σήμερα, αν κάποια πόλη αποστατήσει κι ύστερα καταλάβει ότι δε θα υπερισχύσει, μπορεί να συνθηκολογήσει, ενώ ακόμη είναι σε θέση να δώσει πολεμική αποζημίωση και να πληρώνει μελλοντικά το φόρο υποτέλειας. Αν όμως αλλάξτε πολιτική, ποια πόλη νομίζετε πως θα βρεθεί που δε θα ετοιμαστεί καλύτερα από ό,τι ως σήμερα για να αποστατήσει και σε μια πολιορκία δε θα παρατείνει την αντίστασή της ως τα έσχατα, αν ξέρει ότι μια αργότερη ή νωρίτερη συνθηκολόγηση θα έχει τις ίδιες συνέπειες; Αλλά και για μας δε θα ‘ταν ζημιά να ξοδευτούμε σε μια μακροχρόνια πολιορκία της – αφού θα ήταν αδύνατη η συνθηκολόγηση – κι αν την κυριέψουμε, να πάρουμε μια πόλη κατεστραμμένη και χωρίς τη δυνατότητα να ‘χουμε στο μέλλον έσοδα απ’ αυτή; Κι ήμαστε ισχυροί απέναντι στους εχθρούς μας ακριβώς χάρη στα έσοδα αυτά». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 46).
 
Βρισκόμαστε μπροστά στην πιο ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, που επιβάλλει ότι τους αδύναμους δεν πρέπει να τους εξοντώνει ο ισχυρός, αλλά να τους απομυζεί. Οι αποστάτες πρέπει να επιστρέφουν στην ηγεμονία – με την ουρά στα σκέλια – όσο το δυνατό πιο σύντομα και πιο ανέξοδα. Η εκ των προτέρων καθορισμένη θανατική ποινή σε βάρος τους είναι προφανές ότι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον προσανατολισμό, καθώς θα εξαναγκάσει τους αποστάτες να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων φέρνοντας ζημιές στρατιωτικές (αφού οι μάχες θα παραταθούν μέχρι τα πιο ακραία όριά τους) και ματαιώνοντας την ίδια την έννοια της νίκης (αφού μια ισοπεδωμένη πόλη δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα). Η σύνεση, ως παντοδύναμο πολιτικό όπλο των ισχυρών, καθιστά σαφές ότι δεν υπάρχει πιο σώφρων πολιτικός δρόμος από την κερδοφορία που τελεί εν ειρήνη. Οι εξάρσεις και οι αποστασίες δε συμφέρουν τους ισχυρούς. Πόσο μάλλον η χρονική παράτασή τους. Ο ανθρωπισμός οφείλει να προβάλλεται ως ύψιστη γενναιοδωρία. Αν η ισχύς καταφέρει και φορέσει πειστικά το ουμανιστικό προσωπείο, θα διαρκέσει επ’ άπειρο, αφού θα έχει ματαιώσει όλες τις αντιστάσεις. Ο υποτελής πρέπει να νιώθει προστατευμένος από τον ισχυρό και – αν είναι δυνατό – να μην αντιλαμβάνεται την εκμετάλλευση που υφίσταται. Η ανάκληση της παράλογης τιμωρίας των Μυτιληναίων, όχι μόνο δεν θα βλάψει την ηγεμονία, αλλά θα την τονώσει λειτουργώντας καθησυχαστικά στα υπόλοιπα μέλη, που σε κάθε περίπτωση πρέπει να τρέφουν την ψευδαίσθηση της εμπιστοσύνης και της ελευθερίας. Η λογική τιμωρία θα μεταφραστεί ως δικαιοσύνη. Η συλλήβδην εξόντωση του πληθυσμού όμως δεν μπορεί να πείσει κανένα. Αντιθέτως, θα γεννήσει την ανασφάλεια που διαλύει όλες τις ψευδαισθήσεις. Γιατί κάθε ηγεμονία εγκαθιδρύει προτεκτοράτα, και κάθε προτεκτοράτο οφείλει να κινείται από τις πολιτικές αποφάσεις των ιθυνόντων, που πρέπει να φαίνονται ανεξάρτητοι. Κι αυτή είναι η μαγική ισορροπία της υποτέλειας. Η πολιτική σκηνή να διαμορφώνεται από τους κατάλληλους προς την ηγεμονία ανθρώπους και ταυτόχρονα ο λαός να θεωρεί ότι κρατά την τύχη του στα χέρια του. Γι’ αυτό οι ντόπιοι πολιτικοί εκφραστές της ηγεμονίας πρέπει πάνω απ’ όλα να νιώθουν ασφαλείς: «Αν όμως εξοντώσετε τους δημοκρατικούς της Μυτιλήνης, που όχι μόνο δεν πήραν μέρος στην αποστασία, αλλά και όταν πέτυχαν να τους δοθούν όπλα, σας παραδώσανε θεληματικά την πόλη τους, πρώτο θα κάμετε έγκλημα σκοτώνοντας τους ευεργέτες σας, κι ύστερα θα εξασφαλίσετε στους ολιγαρχικούς αυτό που πάνω απ’ όλα θέλουν: στις αποστασίες που θα προκαλούν στις πόλεις τους, να ‘χουν αμέσως συμμάχους τους δημοκρατικούς, μια κι εσείς θα ‘χετε δείξει σ’ όλους πανηγυρικά ότι η ίδια τιμωρία περιμένει και τους ενόχους και τους αθώους. Οφείλεται λοιπόν, κι αν ακόμη σας αδίκησαν, να προσποιηθείτε πως δεν το καταλάβατε, για να μη γίνει εχθρικό το μόνο μέρος του πληθυσμού που είναι ακόμη φιλικό απέναντί σας». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 47).
 
Όμως ο Διόδοτος δεν σταματά εδώ, αλλά προχωρά ακόμη βαθύτερα αναλύοντας την ίδια τη φύση της θανατικής ποινής: «Κι είναι πιθανό, παλιότερα, οι ποινές για τα βαρύτερα εγκλήματα να ήταν πιο ελαφριές, επειδή όμως οι παρανομίες συνεχίζονταν, με τον καιρό οι περισσότερες ποινές έφτασαν να είναι ο θάνατος. Αλλά παρόλα αυτά τα εγκλήματα συνεχίζονται. Ή, λοιπόν, πρέπει να βρούμε κάποιο σκιάχτρο πιο φοβερό απ’ το θάνατο ή να παραδεχτούμε πως αυτός δε σταματά το έγκλημα. Γιατί οι άνθρωποι, είτε από τόλμη που τη γεννά η φτώχεια με τις πιεστικές ανάγκες, είτε από πλεονεξία που την προκαλεί η δύναμη και την κάνει ακόρεστη η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση, είτε από τα πάθη που κάθε φορά πια ακατανίκητα τους εξουσιάζουν στις διάφορες περιστάσεις του βίου, παρασύρονται σ’ επικίντυνες περιπέτειες». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
 
Παρακολουθούμε την πιο ανόθευτη ανθρωπιστική πρόταση, η οποία κατατίθεται όχι ως διάλεξη ή φιλοσοφική τοποθέτηση ή καλλιτεχνικό έργο – που, από θέση αρχής, μπορούν να κινηθούν πιο ελεύθερα – αλλά ως επιχείρημα μέσα σε πολιτικό λόγο, που οφείλει να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες γραμμές, που οφείλει δηλαδή να διαμορφώσει την άποψη του κοινού ώστε να ψηφιστούν τα προτεινόμενα. Ο ανεπιτήδευτος συνδυασμός της πολιτικής πειθούς με το ανθρωπιστικό ιδεώδες ξεπερνά όλα τα ρητορικά καλούπια, όχι επειδή επικαλείται μια προοδευτική ιδέα ως πολιτικό όπλο, αλλά γιατί εντάσσει μια ολόκληρη κοινωνική αντίληψη περί τιμωρίας (που δεν είναι βέβαιο ότι την ασπάζεται το κοινό) στο πλαίσιο μιας ρητορικής που επιδιώκει να κατευθύνει άμεσα προς μια συγκεκριμένη πολιτική απόφαση. Ο Διόδοτος, αφού χειριστεί επαρκώς τα ωφελιμιστικά πρότυπα που επιβάλλει ο πολιτικός λόγος, προχωράει σε ατόφιες ανθρωπιστικές αξίες, που, εμμέσως πλην σαφώς, καταθέτει επίσης προς ψήφιση. Πετυχαίνει δηλαδή δύο στόχους, αφού το κοινό δεν θα αποδεχτεί απλώς μια περιστασιακά επικερδή πρόταση, αλλά μια σταθερή πολιτική αντίληψη, που εστιάζει στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο και το σεβασμό της ζωής. Γιατί η απονομή των ποινών, από τη φύση της, εμπεριέχει τον αγώνα του ανθρώπου να εκπολιτιστεί. Τον αγώνα να ξεπεράσει τα πηγαία εκδικητικά του συναισθήματα. Τον αγώνα της πίστης στην αναμόρφωση του ανθρώπου, που δε χρειάζεται να πεθάνει. Τον αγώνα για τη συνύπαρξη. Γι’ αυτό ο Διόδοτος μιλά για τα ανθρώπινα πάθη. Γι’ αυτό επικαλείται τη φτώχεια και τις πιεστικές ανάγκες. Γι’ αυτό αναφέρεται στο ακατανίκητο των συναισθημάτων. Γιατί ξέρει ότι οι αυστηρές – εξοντωτικές ποινές δεν μπορούν να τα νικήσουν. (Εξάλλου, έχουν ήδη αποτύχει). Γιατί ξέρει ότι ο άνθρωπος πρέπει να απευθυνθεί αλλού, αν θέλει να τα δαμάσει: «Κοντολογίς, είναι αδύνατο – κι είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύει το αντίθετο – η ανθρώπινη φύση, όταν σπρώχνεται από το πάθος να πράξει κάτι, να συγκρατηθεί από αυστηρούς νόμους ή από κάποιον άλλο φόβο». (βιβλίο τρίτο, παράγραφος 45).
 
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Με τον Σπινόζα, σε αναζήτηση της ευτυχίας

Η σκέψη του Σπινόζα γύρω από τα ζητήματα της καλής ζωής, τους όρους της γνώσης, τον προσδιορισμό της αλήθειας, της ηθικής, καθώς και της πολιτικής και αισθητικής εμπειρίας. Η φιλοσοφία της πρώιμης νεωτερικότητας – στην οποία εντάσσουμε συνήθως τον Σπινόζα (μαζί με τον Τζον Λοκ και τον Λάιμπνιτς) και του Διαφωτισμού αποτελεί θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος και της προσωπικής ευτυχίας του σύγχρονου ανθρώπου.
 
Η φιλοσοφία διαιρείται σε πολλούς τομείς: τη γνώση (τι είναι η αλήθεια;), την ηθική και την πολιτική (τι είναι το δίκαιο;), το ζήτημα των κριτηρίων του ωραίου και, τελικά, το ζήτημα της «σωτηρίας» (τι είναι η καλή ζωή;). Επίσης, ασχολείται, και μάλιστα πρωτίστως, με ό,τι καθιστά δυνατή την αντικειμενική γνώση, για την ηθική σκέψη στον καθορισμό του δικαίου, για την πολιτική θεωρία ή τις πηγές του αισθητικού κριτηρίου.
 
Μερικοί φιλόσοφοι, που σημάδεψαν την ιστορία των ιδεών, δεν ασχολήθηκαν με όλα αυτά τα ζητήματα· συχνά ασχολήθηκαν με ένα και μοναδικό. Ο Μακιαβέλλι, για παράδειγμα, ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για την πολιτική ζωή, από τη φιλοσοφία της άσκησης της εξουσίας. Αλλά, το ζήτημα της καλής ζωής αποτελεί το έσχατο ερώτημα της φιλοσοφίας: αυτό που ενδιαφέρει προπάντων τους ανθρώπους είναι πώς θα ζήσουν πολλά και καλά χρόνια. Το «πολλά» γίνεται εύκολα κατανοητό, το «καλά» παραμένει ένα φιλοσοφικό πρόβλημα. Ο Σπινόζα και οι στωικοί, λόγου χάρη, αναπτύσσουν ντετερμινιστικές θεωρίες της γνώσης για να φτάσουν σ’ έναν ορισμό της σοφίας ως συμφιλίωση με τον κόσμο, ως αγάπη του πραγματικού.
Η αναζήτηση της σοφίας υπάρχει σε κάθε μεγάλη και ολική φιλοσοφική θεώρηση, χωρίς εξαίρεση, ακόμα και στους φιλοσόφους που αντιτίθενται στην ιδέα κάποιου ιδεώδους, ακόμα και στους μεγάλους ανατροπείς όπως ήταν ο Νίτσε ή ο Χάιντεγκερ.
Το βλέπουμε στον Σπινόζα που μας υπόσχεται ότι αν τον ακολουθήσουμε στον δρόμο που αναλύει στην Ηθική, θα φτάσουμε σε μια «αιωνιότητα χαράς»: ο σκοπός της φιλοσοφίας του δεν είναι λοιπόν μόνο θεωρητικός, δεν αφορά μόνον το να γνωρίσουμε την αλήθεια, αλλά και το να ζήσουμε καλά (προφανώς, για να το κατορθώσουμε, πρέπει πάντα να ξεκινάμε από την αλήθεια, να μην την αποφεύγουμε).
 
Οι μεγάλες φιλοσοφίες, χωρίς καμία εξαίρεση, κορυφώνονται με το ερώτημα της καλής ζωής, που είναι πάντοτε συνδεδεμένη, ρητώς ή όχι, με την καταπολέμηση των φόβων μας, ιδίως του φόβου του θανάτου, της ανθρώπινης περατότητας. Ίσως, βέβαια, σε προσωπικό επίπεδο να μην έχουμε αγχώδη ιδιοσυγκρασία, αλλά η ζωή είναι, ούτως ή άλλως, σύντομη: ακόμα κι αν σκεφτόμαστε, όπως ο Σπινόζα, ότι η φιλοσοφία είναι «στοχασμός της ζωής, όχι του θανάτου», οφείλουμε να αναρωτιόμαστε τι αρμόζει να κάνουμε στη ζωή μας από την αρχή της ως το τέλος της· πώς να τη ζήσουμε με τον καλύτερο τρόπο, μαζί με τους άλλους, ιδίως με όσους αγαπάμε και που είναι θνητοί όπως εμείς.
 
Ως προς αυτό η φιλοσοφία εκφράζεται ως «κοσμική πνευματικότητα». Είναι ταυτοχρόνως πολύ απλό και εξαιρετικά βαθύ: έχουμε ανάγκη να προσδώσουμε ένα τέτοιο νόημα στη ζωή μας – ο Σπινόζα, ακόμα και ο Σοπενάουερ, το λένε ξεκάθαρα – που να ισχύει πέραν των περιστάσεων που μας επιβάλλονται και το οποίο να μην αναιρεί τελείως ο θάνατος. Η φιλοσοφία προτίθεται να περιγράψει τους όρους και τα μέσα της καλής ζωής μόνο με τα ανθρώπινα, άρα εντελώς δικά μας, εφόδια, δηλαδή τη λογική, τη σκέψη και τη διαύγεια, χωρίς να περνάει από τον Θεό και την πίστη – γι’ αυτό, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ευρωπαϊκής σκέψης αναδύεται ως η μεγάλη ανταγωνίστρια των θρησκειών.
Το να σκεφτόμαστε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν όταν θα αλλάξουμε αυτοκίνητο, χτένισμα, παπούτσια, φίλους ή ό, τι άλλο επιθυμούμε, είναι, στα μάτια των Ελλήνων, μια ψευδαίσθηση.
Για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, το παρελθόν και το μέλλον φαίνονται σαν βάρη πάνω στην ανθρώπινη ζωή. Το παρελθόν μάς εμποδίζει να κατοικήσουμε το παρόν, είτε επειδή υπήρξε ευτυχισμένο και μας κρατάει στα δίχτυα της νοσταλγίας είτε επειδή υπήρξε δυστυχισμένο και μας βυθίζει, σύμφωνα με την ωραία έκφραση του Σπινόζα, στα «μελαγχολικά πάθη», στα παράπονα, στις τύψεις, στη ντροπή, στις ενοχές που αναστέλλουν τη δράση μας, χαλιναγωγούν τις πρωτοβουλίες μας και εξασθενίζουν την ικανότητά μας να επωφελούμαστε από τη ζωή, να ζούμε στο παρόν. Τότε μπαίνουμε στη δοκιμασία να αφεθούμε σε μια άλλη χίμαιρα, στραμμένη αυτή τη φορά προς το μέλλον: την ελπίδα. Όμως, από τη σκοπιά της ελληνορωμαϊκής φιλοσοφίας, και κυρίως του στωικισμού, η ελπίδα, αντίθετα με όσα θα διακηρύξει αργότερα ο χριστιανισμός, μας οδηγεί στον χαμό: όχι μόνο διαστρεβλώνει τη σχέση μας με την πραγματικότητα του παρόντος, αλλά την αδειάζει από την άμεση αξία της προς όφελος θεωρητικών υποθέσεων για ένα μέλλον εξ ορισμού αβέβαιο. Το να σκεφτόμαστε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν όταν θα αλλάξουμε αυτοκίνητο, χτένισμα, παπούτσια, φίλους ή ό, τι άλλο επιθυμούμε, είναι, στα μάτια των Ελλήνων, μια ψευδαίσθηση.
 
Η νοσταλγία, όπως και η ελπίδα, το παρελθόν όπως και το μέλλον είναι ανύπαρκτα: το παρελθόν δεν υπάρχει πια και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα. Αμφότερα αντιπροσωπεύουν φανταστικές γενικεύσεις που μας κάνουν να χάνουμε τη μοναδική πραγματική διάσταση του χρόνου, το παρόν, που κατά συνέπεια δεν κατοικούμε σχεδόν ποτέ.
 
Ο Σενέκας, ως στωικός, έλεγε ότι με το να ζούμε στο παρελθόν ή στο παρόν, «χάνουμε τη ζωή». Συναντάμε εδώ το περίφημο Carpe diem του Οράτιου: άδραξε την παρούσα ημέρα χωρίς να αφήνεις τον εαυτό σου να αποσπάται από την ανησυχία του αύριο ή τη νοσταλγία του χθες. Ο Νίτσε, υιοθετώντας την έκφραση του φιλοσόφου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου, το ονομάζει amor fati, αγάπη αυτού που βρίσκεται εδώ, παρόν μπροστά μας, αγάπη του πεπρωμένου. Βεβαίως, ο Νίτσε μεταφέρει αυτή την ιδέα σ’ ένα διαφορετικό συγκείμενο, της δικής του φιλοσοφίας, που έρχεται σε ρήξη με την ιδέα της αρμονίας του σύμπαντος. Εν τούτοις, πάνω σ’ αυτό το ζήτημα του παρόντος, της σχέσης με τον χρόνο, ο Νίτσε είναι κληρονόμος των Ελλήνων. Πρέπει λοιπόν να μην ξεκινάμε από τον Θεό, όπως κάνει ο Σπινόζα στην Ηθική, αλλά από τον άνθρωπο που είναι, και παραμένει, παρά τις ικανότητές του για αφαίρεση και επινόηση, ένα ον ριζικά πεπερασμένο.

Διότι, χωρίς αυτή την περατότητα, δεν θα είχε συνείδηση του οτιδήποτε, αν είναι αλήθεια, όπως θα πει αργότερα ο Χούσσερλ στα ίχνη του Καντ, ότι «κάθε συνείδηση είναι συνείδηση κάποιου πράγματος», παράσταση ενός αντικειμένου που έρχεται να την περιορίσει. Βλέπουμε εδώ τη σημασία της έννοιας του στοχασμού που διαπερνά ολόκληρο το έργο του Καντ. Όπως η συνείδηση, της οποίας είναι η κατ’ εξοχήν λειτουργία, ο στοχασμός είναι ιδιότητα της πεπερασμένης σκέψης εφόσον προϋποθέτει ένα αντικείμενο που μπαίνει μπροστά στη συνείδηση και την περιορίζει, έναν κόσμο έξω από τον εαυτό μας πάνω στον οποίο σκοντάφτουμε, για να επιστρέψουμε, σε μια δεύτερη φάση, στον εαυτό μας. Ακόμα και στο φαινόμενο της συνείδησης του εαυτού, όπου θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι παραμένουμε μέσα στην υποκειμενικότητα, η αντικειμενικότητα εισχωρεί πάλι: παίρνουμε τον εαυτό μας για αντικείμενο, έτσι ώστε ο στοχασμός είναι σύμφυτος με το πεπερασμένο, με την ιδέα του ορίου, της απόστασης ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, ακόμα και ανάμεσα στον εαυτό και τον εαυτό. Ο Θεός δεν μπορεί να στοχάζεται αφού είναι παντογνώστης. Η κατανόησή του, εξ ορισμού, δεν περιορίζεται από τίποτα. Ο Θεός είναι το ον για το οποίο η ύπαρξη και η σκέψη είναι ταυτόσημες. Όπως ο Σπινόζα είχε σωστά αντιληφθεί, δεν θα μπορούσε, για τον ίδιο λόγο, να έχει συνείδηση – διότι για όποιον έχει συνείδηση, σκέψη, πρέπει να υπάρχει και όριο, πράγμα που αποκλείει την ιδέα του απείρου και της πανσοφίας του Θεού. Η περί Θεού φιλοσοφία δεν με ενδιαφέρει και τόσο: δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω ακόμα και τις αφηρημένες, «πέραν των θρησκειών» προσλήψεις του Θεού.
 
Εν πάση περιπτώσει, για μας, τα πεπερασμένα όντα, η ύπαρξη και η σκέψη είναι διακριτές, και η τομή μεταξύ των δύο ονομάζεται «αισθαντικότητα». Να γιατί η Κριτική αρχίζει με μια ανάλυση της αίσθησης, της αισθαντικότητας και των δύο αναπόφευκτων πλαισίων της: του χώρου και του χρόνου. Όπως ο Σπινόζα είχε σωστά αντιληφθεί, δεν θα μπορούσε, για τον ίδιο λόγο, να έχει συνείδηση – διότι για όποιον έχει συνείδηση, σκέψη, πρέπει να υπάρχει και όριο, πράγμα που αποκλείει την ιδέα του απείρου και της πανσοφίας του Θεού.
 
Έτσι, βλέπουμε να αποκρυσταλλώνεται η αρχή της ευτυχίας: είμαι «αισιόδοξος και χαρούμενος» όταν καταλάβω ότι δεν πεθαίνω ή, για να το πούμε καλύτερα, ότι πεθαίνω μόνο ως άτομο, πράγμα που δεν έχει σημασία αφού η ατομικότητα είναι ψευδαίσθηση· μέσα στο πραγματικό Είναι, της βούλησης, είμαι αιώνιος, όπως στον Σπινόζα, μέσα σ’ αυτή τη σφαίρα του πραγματικού ανήκω στην κοινότητα των όντων την οποία αποτελούν οι άνθρωποι μαζί με τα ζώα και τα φυτά. Εξ ού η ηθική της συμπόνιας και η «οικολογία» του Σοπενάουερ. Μ’ αυτούς τους όρους, δεν μας φαίνεται περίεργο που, στα μάτια του, η χριστιανική άποψη για τον θάνατο φαίνεται ιδιαιτέρως ανόητη και παράλογη, αφού ο χριστιανισμός μας υπόσχεται ότι το άτομο θα επιζήσει ως πρόσωπο. Ο Σοπενάουερ αντιτίθεται εδώ όχι μόνον στον ιουδαϊσμό-χριστιανισμό, αλλά και σε κάθε μορφή περσοναλισμού, στον καρτεσιανισμό καθώς και στη φιλοσοφία του Διαφωτισμού – την οποία βλέπει, δικαιολογημένα, ως εκκοσμίκευση της χριστιανικής ιδέας. Αντιθέτως, εγκωμιάζει τον βουδισμό, τη μόνη μεγάλη θεωρία του κόσμου (μαζί, ίσως, με τον Στωικισμό) που είναι πραγματικά ικανή να συλλάβει την κοινότητα των όντων στο επίπεδο της βούλησης: ανήκουμε όλοι σε μια κοσμική τάξη και είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας στην αιωνιότητα του κόσμου.
 
Επιστρέφω στον Σπινόζα (έχω πράγματι την τάση να εκτρέπομαι προς τον αθεϊκό πεσιμισμό, πιστεύω όμως ότι δεν έχουμε ερευνήσει αρκετά τα κοινά σημεία μεταξύ του Σοπενάουερ και του Σπινόζα, ειδικά το ζήτημα της μονιστικής ηθικής). Σ’ αυτό το βιβλίο, ο Βalthasar Thomass μοιάζει να κάνει όλη τη δουλειά για λογαριασμό μας: συνοψίζει, και μάλιστα σε βάθος, την αντίληψη του Σπινόζα για την ελεύθερη βούληση, για την αρετή και τη θρησκεία – όχι ως σύστημα δογμάτων και προκαταλήψεων, αλλά ως εμπειρία αιωνιότητας. Το πρόβλημα με εμάς τους άθρησκους, μοιάζει να μας λέει ο Σπινόζα, είναι ότι, όχι σπάνια, βουλιάζουμε σ’ έναν στείρο υλισμό που αρνείται την πνευματικότητα.
Ο Σπινόζα είναι ένας ολόκληρος κόσμος: εκτός του ότι συμπυκνώνει την εποχή του, εκφράζει το πνεύμα της Βόρειας Ευρώπης, τον εβραϊσμό, τον προτεστανισμό και τον ρασιοναλισμό.
Ο Σπινόζα είναι ένας ολόκληρος κόσμος: εκτός του ότι συμπυκνώνει την εποχή του (εκείνη που μοιράστηκε με τον Χομπς), εκφράζει το πνεύμα της Βόρειας Ευρώπης (που θα συναντήσουμε αργότερα στον Καρλ Γιάσπερς), τον εβραϊσμό (που συνδεόταν με μια πρώιμη μορφή κοσμοπολιτισμού και, ταυτοχρόνως, φανατισμού), τον προτεστανισμό και τον ρασιοναλισμό. Οι ριζοσπαστικές θεολογικές του απόψεις προκάλεσαν ηθικό πανικό: αρνήθηκε την αθανασία της ψυχής, απέρριψε την έννοια ενός Θεού από τον οποίον απορρέει “θεία πρόνοια” – δηλαδή του Θεού του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Υποστηρίζοντας ότι ο εβραϊκός Νόμος δεν δόθηκε κυριολεκτικά από τον Θεό, ο Σπινόζα απομακρύνθηκε, με επεισοδιακό τρόπο, από τον ιουδαϊσμό. Στη συνέχεια, υπερασπίστηκε την κοσμική και συνταγματική διακυβέρνηση, την ανεκτικότητα και την κοινωνική καλοσύνη. Όπως αναλύει ο Balthasar Thomass, ο Σπινόζα είναι ντετερμινιστής: κρίνει πως οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει μέσω της διαδικασίας της αναγκαιότητας. Ακόμη και η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι πλήρως καθορισμένη: η ελευθερία μας είναι η ικανότητα που έχουμε να ξέρουμε ότι είμαστε καθορισμένοι και να καταλαβαίνουμε γιατί ενεργούμε όπως ενεργούμε. Δηλαδή, ελευθερία δεν είναι η δυνατότητα να πούμε “όχι” σε ό,τι μας συμβαίνει, αλλά η δυνατότητα να πούμε “ναι” κατανοώντας γιατί τα πράγματα συνέβησαν όπως συνέβησαν. Διαμορφώνοντας πιο “κατάλληλες” ιδέες για ό,τι κάνουμε, για τα συναισθήματα και τα αισθήματά μας, γινόμαστε η επαρκής αιτία των ενεργειών μας (εσωτερικών ή εξωτερικών), που συνεπάγεται δραστηριότητα (όχι παθητικότητα). Κατά συνέπεια, ο Σπινόζα κάνει λόγο για τον “μύθο” της ελεύθερης βούλησης, για την ψευδαισθητική αντίληψη ελευθερίας που προέρχεται από την ανθρώπινη συνείδηση, την εμπειρία και την αδιαφορία για τα προηγηθέντα φυσικά αίτια.
 
Η φιλοσοφία του Σπινόζα έχει πολλά κοινά με τον Στωικισμό, στον βαθμό που και οι δύο φιλοσοφίες επιδίωξαν να επιτελέσουν θεραπευτικό ρόλο, καθοδηγώντας τους ανθρώπους πώς να αποκτήσουν αταραξία και ευτυχία. Αλλά ο Σπινόζα διέφερε από τους Στωικούς στο ότι απέρριπτε την ιδέα ότι η λογική μπορεί να νικήσει το συναίσθημα. Αντιθέτως, υποστήριζε ότι ένα συναίσθημα μπορεί να αντικαταστήσει ή να υπερνικήσει ένα άλλο, λιγότερο ισχυρό συναίσθημα: να μια χρήσιμη ιδέα για την ψυχανάλυση. Εξάλλου, θεωρούσε ότι το καλό και το κακό είναι σχετικές έννοιες (ακόμα μια ιδέα χρήσιμη για την ψυχανάλυση και τη θεραπεία του ανθρώπου από τη δυστυχία), υποστηρίζοντας ότι τα πράγματα που θεωρούνται καλά ή κακά είναι απλώς καλά ή κακά για τους ανθρώπους. Κι εδώ επανερχόμαστε στον Στωικισμό: αν οι περιστάσεις είναι θλιβερές, αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή αντίληψη της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποδέχεται το αναπόφευκτο.