Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ: Πράξη εθνοκτονίας στρεφόμενη κατά των Ελλήνων

ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ:
Πράξη εθνοκτονίας στρεφόμενη κατά των Ελλήνων!
(και άλλες ανθελληνικές δοξασίες της Ορθοδοξίας)

Ο νηπιοβαπτισμός θεωρείται ως το πλέον σημαντικό χριστιανικό μυστήριο και αποσκοπεί, σύμφωνα πάντα με την Εκκλησία, στην έγκαιρη απαλλαγή των νηπίων από το περιβόητο προπατορικό αμάρτημα. Πολλές φορές μάλιστα λέγεται, ότι είναι θανάσιμο λάθος ένα βρέφος ή νήπιο να φύγει από αυτή τη ζωή αβάπτιστο διότι έτσι η ψυχή του δεν θα ησυχάσει ποτέ! Αυτά γνωρίζουμε λίγο πολύ όλοι μας και συνήθως τα αποδεχόμαστε δίχως δεύτερη σκέψη.

Ωστόσο τα αληθή αίτια του νηπιοβαπτισμού, τουλάχιστον όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τους κανόνες της Εκκλησίας και τη Ρωμανική (Βυζαντινή) νομοθεσία, φαίνεται να είναι και άλλα εκτός από το όποιο ενδιαφέρον περί σωτηρίας των ψυχών. Όπως θα δείξουμε στις αμέσως παρακάτω αράδες, ο νηπιοβαπτισμός υιοθετήθηκε από την Ορθοδοξία και έγινε θεσμός και νόμος του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους αποσκοπώντας αποκλειστικά και μόνο στην εθνοκτονία των ελληνικών πληθυσμών, ενταγμένος στο γενικότερο σχέδιο βίαιων προσηλυτισμών των Ελλήνων στον χριστιανισμό. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί και ως μίας μορφής παιδομάζωμα. Ας τα πάρουμε όμως τα στοιχεία με τη σειρά. Η Εκκλησία, σύμφωνα με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου της, θεωρεί ότι όσοι έχουν βαπτισθεί παύουν να είναι πλέον Έλληνες, δηλαδή το βάπτισμα σημαίνει απόρριψη του πολιτισμικού και εθνικού όρου Έλλην:

«τούτους, λέγω, πάντας, ως Έλληνας δεχόμεθα, ήτοι ως πάντη αβαπτίστους. (διότι αυτοί, ή τελείως δεν εβαπτίσθησαν, ή εβαπτίσθησαν μεν, όχι όμως ορθώς, και καθώς βαπτίζονται οι ορθόδοξοι…)» (Β΄ Οικουμενική Σύνοδος, Κανών Ζ΄, στην ερμηνεία του Κανόνα υπό Αγαπίου ιερομόναχου και Νικόδημου μοναχού).

Επειδή όμως οι Έλληνες αρνούνταν να γίνουν χριστιανοί εμμένοντας στις παραδόσεις τους και υπερασπιζόμενοι τον πατριωτισμό τους, ή βαπτίζονταν φαινομενικά για να γλιτώσουν από το θάνατο και την εξορία, ενώ στην ουσία διατηρούσαν κρυφά τις πατροπαράδοτες λατρείες και πατρώες πεποιθήσεις περί του Θείου, το ρωμαϊκό κράτος θέσπισε τον υποχρεωτικό νηπιοβαπτισμό ως την πλέον αποτελεσματική λύση στο «ελληνικό πρόβλημα». Ακολουθεί ένα λίαν αποκαλυπτικό εδάφιο από τη νομοθεσία του Ιουστινιανού:

«Θεσπίζουμε δε και νόμο, σύμφωνα με τον οποίο τα παιδιά, όταν είναι σε μικρή ηλικία, θα πρέπει να βαπτίζονται αμέσως και χωρίς αναβολή, όπως και όσοι είναι μεγαλύτεροι στην ηλικία θα πρέπει να συχνάζουν στις ιερότατες εκκλησίες και να διδάσκονται τις θείες γραφές και τους θείους κανόνες. Έτσι, αφού εννοήσουν καλά την αληθινή πίστη και αποβάλουν την παλιά πλάνη, θα μπορέσουν να δεχθούν το βάπτισμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα δεχθούν και θα προφυλάξουν την αληθινή πίστη των ορθοδόξων χριστιανών και δεν θα αλλάξουν πάλι την πίστη τους προς την παλιά πλάνη» («Ιουστινιάνειος Κώδικας» 1.11.10).

Ο νηπιοβαπτισμός λοιπόν, όπως αποδεικνύεται, είναι μέσο βίαιου και υποχρεωτικού προσηλυτισμού των Ελλήνων στον χριστιανισμό και αποσκοπούσε στην εξόντωση της εθνικής μας συνείδησης και στην αλλοτρίωση των Ελλήνων.

Γιατί απαγορεύεται να ορκίζεται κανείς επικαλούμενος το Θείο.

Συχνά έχουμε ακούσει φωνές διαμαρτυρίας που ζητούν να απαλειφθεί στον όρκο που δίδεται σε δικαστήρια, στράτευμα, δημόσιες υπηρεσίες, στο Κοινοβούλιο και αλλού, η επίκληση του Θείου. Οι χριστιανοί υποστηρίζουν, ότι όρκος στο όνομα του Θεού ή και επίκληση του ως μάρτυρα για την αλήθεια του όρκου είναι αμαρτία που προσβάλλει το Θείο. Και σε αυτή την περίπτωση ακούμε τα επιχειρήματα δίχως όμως να γνωρίζουμε την αληθή αιτία αυτής της εμμονής. Συνήθως θεωρούμε ότι πρόκειται περί θεολογικού ζητήματος, διότι όντως η Παλαιά Διαθήκη αλλά και η Καινή το απαγορεύουν. Είναι όμως μόνο θεολογικό το ζήτημα;

Στην ουσία του είναι ακόμα μία θέση που έχει να κάνει με τη μεθοδευμένη εξαφάνιση των πατρώων ελληνικών παραδόσεων. Οι Έλληνες συνήθιζαν όταν ορκίζονταν να επικαλούνται ως μάρτυρα τους κάποιον θεό ή τον Ήλιο. Η επίκληση μάλιστα του Ήλιου ή του Δία είναι ακόμα ζωντανή σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, ιδίως δε στα Ανώγεια της Κρήτης («μα τον Ζα») και στη Μεσσηνία («Διόσχωρέστον»). Οι Ορθόδοξοι Ιεράρχες λοιπόν, θεώρησαν ότι στο γενικότερο σχέδιο αφελληνισμού που εφάρμοζαν έπρεπε να αποκόψουν τους Έλληνες και από αυτή τους τη συνήθεια. Ακολουθεί απόφαση Οικουμενικής Συνόδου:

«Τους ομνύοντας όρκους ελληνικούς ο Κανών επιτιμίοις καθυποβάλλει και ημείς τούτοις αφορισμόν ορίζομεν» (ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος, Κανών yΔ΄).

Πλέον αποκαλυπτική στον παραπάνω κανόνα είναι η ερμηνεία που δίνουν ο Αγάπιος ιερομόναχος και ο Νικόδημος μοναχός. Εξηγούν, ότι οι Ελληνικές συνήθειες (όπως ο όρκος) πρέπει να μισούνται από τους χριστιανούς και μάλιστα απαγορεύουν κάθε αντίστοιχη ορκωμοσία ακόμα και αν απευθύνεται στον θεό των χριστιανών, διότι είναι μίμηση πράξης ελληνικής! Το κείμενο έχει ως εξής:

«Η των Ελλήνων συνήθειαις πρέπει να μισούνται από τους χριστιανούς, δια τούτο ο παρών Κανών αφορίζει εκείνους τους χριστιανούς οπού κατά τη συνήθεια των Ελλήνων ομνύουν, ή εις τους ψευδωνύμους θεούς εκείνων, λέγοντες μα Δία, ή εις τα στοιχεία, οίον μα τον Ήλιον, μα τον Ουρανόν, και άλλα παρόμοια, καθώς και ο πά. Του Βασιλείου Κανών, εις επιτίμια υποβάλλει αυτούς. Πλην ο μεν Βασίλειος ένδεκα χρόνους κανονίζει εκείνους όπου χωρίς μεγάλην ανάγκην βασάνων, αρνηθούν την πίστην, και φάγουν ειδωλόθυτα, και ομόσουν όρκους των Ελλήνων, καθώς αυτοί δηλαδή τους πιστεύουσιν. Ο δε παρών Κανών της Συνόδου αφορίζει, ως λέγει ο Βαλσαμών, όχι μόνον τούτους, αλλά και τους μη αρνηθέντας την πίστην χριστιανούς, ομνύοντας δε όρκους κατά τη συνήθειαν των Ελλήνων».

Γίνεται φανερό πλέον ότι πίσω από κάθε θεολογική δοξασία της Ορθοδοξίας και του χριστιανισμού βρίσκεται κεκαλυμμένη μία βαθύτερη και ουσιαστική ανθελληνική αιτία.

Οι φωτιές του Αϊ Γιάννη και η Πρωτομαγιά είναι αφορισμένες διότι θεωρούνται Ελληνικά έθιμα.

Η επιχείρηση αφελληνισμού που επιχειρήθηκε από την ηγεσία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους με τη συνεργασία και υποκίνηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν περιορίστηκε μόνο στις σφαγές, τους εκτοπισμούς, τις εξορίες, τη δήμευση περιουσιών και άλλα «θεάρεστα έργα» αλλά ακολούθησε και μία συστηματική εθνοκτονία (δολοφονία εθνικών συνειδήσεων), η οποία ξεκινούσε όπως είδαμε με τη γέννηση ενός Έλληνα και τον υποχρεωτικό νηπιοβαπτισμό, και από εκεί και πέρα ακολουθούσε η δια νόμου και δια ροπάλου απαγόρευση όλων των ελληνικών ηθών, εθίμων και συνηθειών. Άξιο προσοχής όμως είναι ότι οι ελληνικές συνήθειες επιβίωσαν των διωγμών τόσο στα πλαίσια των παραδόσεων όσο και των πολιτικών ηθών, όπως είδαμε για παράδειγμα με τον όρκο. Η Εκκλησία στην προσπάθεια να εξαφανίσει κάθε ανάμνηση της ελληνικής συνείδησης ώστε να την αντικαταστήσει με τη ρωμαϊκή – ρωμαιοχριστιανική (ρωμιοί, ρωμαίικο) αφόρισε και όσες εκδηλώσεις λατρείας θύμιζαν το ελληνικό παρελθόν, ακόμα και αν απευθύνονταν σε χριστιανούς αγίους. Έτσι, χαρακτηριστικά αναφέρουμε, το έθιμο του να πηδάμε φωτιές τη μέρα του Αϊ Γιαννιού αφορίσθηκε ως ελληνικό. Παρ’ όλα αυτά επιβίωσε μέχρι και τις μέρες μας:

«Επειδή και κατά μίμησιν των Ελλήνων και εθνικών, μερικοί χριστιανοί άναπταν έμπροσθεν εις τα εργαστήρια και οικίας των πυρκαϊάς, τας οποίας επήδων και διαπέρνουν επάνωθεν η Σύνοδος αύτη τους μεν κληρικούς, οπού πράξουν τοιούτον εις το εξής, καθαιρεί, τους δε λαϊκούς αφορίζει. Θέλουσα δε να δείξει, ότι αν τα τοιαύτα Ελληνικά έθη γινόμενα παρά των ατελών Ιουδαίων, εκίνουν τον Θεόν εις αγανάκτησιν και οργήν, πόσω μάλλον αυτόν παροργίζουν, όταν γίνωνται από ημάς τους χριστιανούς τους τελείους, και του Ευαγγελίου μαθητάς…» (Ερμηνεία στον Κανόνα ΞΕ΄, της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, πηγή: «Πηδάλιο»).

Επίσης ένα άλλο έθιμο που επιβιώνει μέχρι σήμερα, εκείνο της Πρωτομαγιάς, όπου οι Έλληνες εκδράμουν στην εξοχή και πλάθουν στεφάνια από λουλούδια, τα οποία φορούν και στη συνέχεια με αυτά στολίζουν τις εισόδους των σπιτιών τους, επίσης αφορίσθηκε ως ελληνικό:

«Γίνονται δε οι Κλήδονες ούτοι κατά το γενέσιον του Προδρόμου, καθώς και οι πυρκαϊαί έμπροσθεν εις τας θύρας της κάθε οικίας, τα οποία πρέπει να εμποδισθούν με επιτίμια αφορισμών από τους Αρχιερείς και τους Πνευματικούς, ομοίως και οι Μάϊοι, ήτοι τα διάφορα άνθη και λουλούδια οπού βάνουσι τινές εις τας θύρας των την α΄ Μαΐου, επειδή και αυτή είναι συνήθεια Ελληνική και εθνική, και αλλότρια από τους χριστιανούς, καθώς και ο αοίδιμος εκείνος Πατριάρχης Μιχαήλ, ο των φιλοσόφων ύπατος, έλαβε μεγάλην επιμέλειαν, και κατήργησε πάντα τα τοιαύτα σατανικά και Ελληνικά επιτηδεύματα» (Υποσημείωση 1, στην ερμηνεία του Κανόνα ΞΕ΄, της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, πηγή: «Πηδάλιο»).

Συμπέρασμα: Το να φτιάχνει κανείς στεφάνια από λουλούδια την Πρωτομαγιά και μετά να τα στολίζει στις εισόδους των σπιτιών είναι πράξη σατανική επειδή αποτελεί ελληνική συνήθεια!

Η Εκκλησία δολοφόνησε την εθνική μας συνείδηση.

Ανατρέχοντας στο «Πηδάλιο», το βιβλίο που εμπεριέχει όλους τους εκκλησιαστικούς κανόνες (θεωρείται και ως το «Σύνταγμα της Εκκλησίας»), ο αναγνώστης μένει άφωνος μπροστά στο μίσος που τρέφει η Ορθοδοξία απέναντι σε ό,τι ελληνικό. Τα ενδεικτικά αποσπάσματα που παραθέσαμε αποτελούν μόνο ένα μικρό κομμάτι των συνεχών απαγορεύσεων που έχει θεσπίσει η Εκκλησία «μας» ώστε να μας αφελληνίσει. Και είναι απορίας άξιον πως ισχυρίζονται, ιστορικοί και κληρικοί, ότι ο κλήρος διέσωσε τους Έλληνες κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας όταν στο «Πηδάλιο», το οποίο γράφτηκε ακριβώς την περίοδο του Οθωμανικού ζυγού, βλέπουμε να παροτρύνονται συνεχώς ιεράρχες και απλοί κληρικοί να κάνουν ότι περνά από το χέρι τους για να εξαλειφθεί η ελληνική συνείδηση του πληθυσμού.

Αν υπάρχει ελληνική συνείδηση οφείλεται στους Έλληνες διαφωτιστές, πατριώτες και επαναστάτες του 18ου και 19ου αιώνα, και όχι στο ρωμαίικο χριστιανικό κατεστημένο που ευθαρσώς κηρύττει ακόμα και σήμερα στους πιστούς: «Η των Ελλήνων συνήθειαις πρέπει να μισούνται από τους χριστιανούς (…) επειδή και αυτή είναι συνήθεια Ελληνική και εθνική, και αλλότρια από τους χριστιανούς (…) και κατήργησε πάντα τα τοιαύτα σατανικά και Ελληνικά επιτηδεύματα».

Ειδωλόθυτα: Έτσι ονόμαζαν οι χριστιανοί το κρέας των θυσιασμένων ζώων το οποίο μετά το τέλος της τελετής μοιραζόταν στους απόρους για να τραφούν. Οι θυσίες στην πατρώα ελληνική λατρεία ήταν στην πραγματικότητα κοινά συσσίτια, στα οποία προηγούνταν η πατροπαράδοτη τελετουργία ακολουθούσε η προσφορά στους θεούς εκείνων των μελών (κόκαλα, δέρμα) που οι άνθρωποι δεν έτρωγαν και στο τέλος οι συμμετέχοντες μοιράζονταν το κρέας που ήταν κατάλληλο για τροφή. Η Εκκλησία είχε απαγορέψει στους χριστιανούς να τρώνε από το κρέας ζώου που είχε θυσιαστεί στους θεούς.
ΔΕΣ

Η Λίλιθ στη Βίβλο και την Εβραϊκή Λαογραφία

Ο Αδάμ, η Εύα και η Λίλιθ (στη μέση)
 απεικονίζονται στον καθεδρικό ναό
της Παναγίας των Παρισίων
Όποιος έχει διαβάσει τον Ησαΐα έχει συναντήσει την απίστευτα όμορφη ποίηση του Ησαΐα 34. Αυτό το αποκαλυπτικό ποίημα, το οποίο οι μελετητές πιστεύουν τώρα ότι ήταν μια μεταγενέστερη προσθήκη στο βιβλίο, φαίνεται να περιγράφει την καταστροφή του Εδώμ από τους Ναβαταίους τον 5ο αιώνα π.Χ.¹.

Τα εδάφια 12 έως 16 περιγράφουν την ερήμωση της γης:

Οι σάτυροι θα κατοικήσουν εκεί,
οι ευγενείς της δεν θα υπάρχουν πια,
οι βασιλιάδες δεν θα ανακηρυχθούν εκεί,
όλοι οι πρίγκιπες της θα εκμηδενιστούν.

Αγκάθια θα φυτρώσουν στα παλάτια εκεί,
γαϊδουράγκαθα και τσουκνίδες στα φρούρια του,
θα είναι φωλιά για τσακάλια,
κατάλυμα για στρουθοκάμηλους.

Οι άγριες γάτες θα συναντήσουν ύαινες εκεί,
οι σάτυροι θα φωνάξουν ο ένας τον άλλον,
εκεί θα κρυφτεί
και η Λίλιθ αναζητώντας ανάπαυση.

Η οχιά θα φωλιάσει και θα γεννήσει αυγά εκεί,
θα γεννήσει και θα εκκολάψει τα αυγά της.
Οι χαρταετοί θα μαζευτούν εκεί
και θα το κάνουν τόπο συνάντησής τους.


(Ησαΐας 34:12–16, Βίβλος της Ιερουσαλήμ)

Μαζί με αυτό το κτηνιατρείο άγριας ζωής, συναντάμε μερικά ενδιαφέροντα μυθικά πλάσματα - σάτυρους και Λίλιθ. Ας ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στο τελευταίο.

Πρώτα απ 'όλα, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή δεν είναι η μόνη εμφάνιση της Λίλιθ στις εβραϊκές γραφές. Εμφανίζεται σε ένα απόκρυφο έργο που βρέθηκε στο Κουμράν, γνωστό ως Τραγούδι για έναν Σοφό ή το λιγότερο περιγραφικό 4Q510. Το πλαίσιο είναι λίγο πιο βίαιο, με εικόνες που σχετίζονται με την καταστροφή και την ερήμωση:

Και Εγώ, ο Εκπαιδευτής, διακηρύττω την ένδοξη λαμπρότητά Του για να τρομάξω και να εξαγνίσω όλα τα πνεύματα των αγγέλων που καταστρέφουν, τα πνεύματα των μπάσταρδων, των δαιμόνων, της Λίλιθ, των ουρλιαχτών και των [κατοίκων της ερήμου...] και εκείνων που πέφτουν πάνω στους ανθρώπους χωρίς προειδοποίηση για να τους παρασύρω από το πνεύμα της κατανόησης και να κάνω την καρδιά τους και την τους έρημη κατά τη διάρκεια της παρούσας κυριαρχίας της κακίας...

Πολλοί άνθρωποι που είναι εξοικειωμένοι με το όνομα «Λίλιθ» έχουν πιθανώς ακούσει τις μεσαιωνικές ιστορίες για αυτήν ως την αρχική σύζυγο του Αδάμ - ένας θρύλος που πιστοποιείται για πρώτη φορά στο αλφάβητο του όγδοου αιώνα του Μπεν Σίρα. Σε αυτό το κείμενο, ο Μπεν Σίρα εξηγεί στον Ναβουχοδονόσορα πώς η Λίλιθ ήταν η πρώτη γυναίκα που δημιουργήθηκε για τον Αδάμ, αλλά ότι είχε αρνηθεί να υποταχθεί σε αυτόν. Μετά από μια σύντομη μάχη, άφησε τον Άνταμ και πέταξε μακριά, και έγινε μια βασίλισσα των δαιμόνων που κυνηγά άνδρες και παιδιά μέχρι σήμερα. Το Zohar, ένα εβραϊκό καμπαλιστικό έργο από τα τέλη του 13ου αιώνα, ανέπτυξε περαιτέρω την προέλευση της Λίλιθ και την παρουσίασε ως αθάνατη σαγηνεύτρια που είχε προσπαθήσει ακόμη και να αποπλανήσει τον βασιλιά Σολομώντα ως βασίλισσα του Σαβά.

Φυσικά, αυτή η μεσαιωνική αφομοίωση της Λίλιθ με ιστορίες από τη Βίβλο για τον Αδάμ και τον Σολομώντα δεν είναι καθόλου αυτό που είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας του Ησαΐα 34. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με έναν πολύ παλαιότερο μύθο της Μεσοποταμίας.

Η Λίλιθ εμφανίζεται συχνά στα αρχαία ασσυριακά και βαβυλωνιακά ξόρκια ως ένα από μια τριάδα πνευμάτων ή μικρότερων θεοτήτων: Λίλου, Λίλιθ και Αρντάτ Λίλιθ.² Το πρώτο περιγράφεται ως αρσενικό και τα άλλα δύο ως θηλυκά. Συνδέονται με τον άνεμο και πιστεύεται ότι σαγηνεύουν τους ενήλικες και δηλητηριάζουν τα παιδιά. Ένα προστατευτικό φυλαχτό από τη Συρία, που χρονολογείται στον έβδομο ή όγδοο αιώνα π.Χ., γράφει:

Ω εσύ που πετάς στο(α) σκοτεινό(α) δωμάτιο(α),
Φύγε μαζί σου αυτή τη στιγμή, αυτή τη στιγμή, Λίλιθ.
Κλέφτης, θραύσης οστών


Οι Εβραίοι ήρθαν σε επαφή με τη βαβυλωνιακή θρησκεία και μυθολογία για τη Λίλιθ στους αιώνες που ακολούθησαν τη βαβυλωνιακή κατάκτηση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μια μεγάλη Ιουδαϊκή κοινότητα προφανώς εγκαταστάθηκε στη Νιππούρ, μια πόλη στον Ευφράτη νοτιοανατολικά της Βαβυλώνας. Οι ανασκαφές που διεξήχθησαν το 1893 αποκάλυψαν περίπου 800 πινακίδες - τα αρχεία μιας τοπικής τραπεζικής οικογένειας - που χρονολογούνται στη βασιλεία του Αρταξέρξη Α ́ και του Δαρείου Β ́ (μέσα έως τέλη 5ου αιώνα).⁴ Περίπου το οκτώ τοις εκατό των ονομάτων σε αυτά τα αρχεία είναι εβραϊκά⁵ και 28 από τους 100 περίπου οικισμούς γύρω από τη Νιππούρ ήταν εβραϊκοί.⁶

Τα εβραϊκά αρχεία από αυτή την εποχή είναι σχεδόν ανύπαρκτα, αλλά ένας μεγάλος αριθμός φιαλών με ξόρκια από τον τέταρτο έως τον έκτο αιώνα μ.Χ. έχει ανασκαφεί από τη Νιππούρ. Αυτά τα κύπελλα, γραμμένα στα Αραμαϊκά, Μανδαϊκά και Συριακά από Εβραίους και Μανδαίους, φυλάσσονταν στα σπίτια των ανθρώπων για να αποκρούσουν τη Λίλιθ και τη Λίλου καθώς και άλλα κακά πνεύματα που προέρχονταν από τη βαβυλωνιακή θρησκεία. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως παράδειγμα του πώς «η θρησκεία του χθες γίνεται η δεισιδαιμονία του σήμερα», όπως το έθεσε ο J.A. Montgomery. «Η υπέρτατη δήλωση του Δεύτερου Ησαΐα ότι οι θεοί είναι τίποτα και τίποτα, δυστυχώς δεν διατηρήθηκε, και ακόμη και οι κάποτε ευεργετικοί θεοί, όταν εξορίστηκαν, επέστρεψαν ως δαίμονες για να ενοχλήσουν τους πιστούς». ⁷

Η χρήση της Λίλιθ στον Ησαΐα 34 - ως πνεύμα της φύσης που στοιχειώνει ερείπια και περιπλανιέται στην ακατοίκητη έρημο - μπορεί να βρίσκεται κάπου μεταξύ του προηγούμενου σταδίου της ως βαβυλωνιακής θεότητας του ανέμου και του μεταγενέστερου σταδίου της ως άτακτου δαίμονα που θα στοίχειωνε τα σπίτια των ανθρώπων και θα τους καταπίεζε.
--------------------------------
Βιβλιογραφικές αναφορές:

1. Μάρβιν Σουίνι, Ησαΐας 1-39: Με εισαγωγή στην προφητική λογοτεχνία, 1996, σ. 444.

2. Παραδείγματα μπορούν να βρεθούν στο C. Fossey, La Magie Assyrienne, Παρίσι: 1902.

3. Janet Howe Gaines, "Lilith: Seductress, Heroine or Murderer?", Bible History Daily, 4 Σεπτεμβρίου 2012, ανακτήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2014.

4. Μάικλ Ντέιβιντ Κούγκαν, «Οι Εβραίοι στη Νιππούρ τον πέμπτο αιώνα π.Χ.», The Biblical Archaeologist Τόμος 37, σ. 6.

5. W.D. Davies και Louis Finkelstein, Η Ιστορία του Ιουδαϊσμού του Κέιμπριτζ Τόμος 1: Η Περσική Περίοδος, σ. 220.

6. R. Zadok, "Nippur in the Achaemenid Period: Geographic and Ethnical Aspects" (διατριβή, Εβραϊκό Πανεπιστήμιο, 1974), σ. xiii, xxi, xxxiii. Αναφέρεται στο Davies and Finkelstein σ. 346.

7. Τζέιμς Α. Μοντγκόμερι, Αραμαϊκά Ξόρκια Κείμενα από τη Νιππούρ, σ. 70.

Η ανθρωπότητα γενικά παραμένει σε ένα στάδιο ανωριμότητας

Μια από τις σημαντικότερες διαφορές του σύγχρονου ανθρώπου από τους Έλληνες, τους προγόνους μας δηλαδή, είναι η υποκρισία. Οι άνθρωποι εκείνοι δεν κρύβονταν πίσω από προσχήματα και έλεγαν τα πράγματα με το όνομά τους. Το ηθικό και σωστό είναι πρώτα να λες αυτό που εννοείς και όχι κάτι άλλο και ανάλογα να πράττεις.

Οι Έλληνες μιλούσαν χωρίς περιστροφές και υποκρισία. Εκείνοι δεν ήταν υποκριτές ώστε να κρύβουν τα λόγια τους. Στον Θουκυδίδη βρίσκουμε για παράδειγμα την φράση που έγινε πια «αξίωμα» για το δίκαιο του ισχυρού όπως λένε. Αλλά η ίδια η φράση του Θουκυδίδη υποδηλώνει περισσότερο την αυτοκριτική τους.
 
Συγκεκριμένα, στον Διάλογο Αθηναίων–Μηλίων αναφέρει ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός τα εξής: «κατά την ανθρώπινη λογική μπορούμε να μιλάμε για δίκαιο όταν και τα δύο μέρη έχουν ίση ισχύ και ότι οι ισχυροί πράττουν ό, τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν και το αποδέχονται». (ὅτι δίκαια μὲν ἐν τῷ ἀνθρωπείῳ λόγῳ ἀπὸ τῆς ἴσης ἀνάγκης κρίνεται, δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν. [5.89])

Η φράση αυτή δεν είναι απλώς ένα κυνικό σύνθημα τύπου «δίκαιο του ισχυρού». Είναι πολύ βαθύτερο και πολυεπίπεδο.

Τι λέει κυριολεκτικά όμως; Ο Θουκυδίδης δεν ορίζει τι είναι δίκαιο· περιγράφει πότε μπορεί να υπάρξει δίκαιο. Δίκαιο υπάρχει μόνο όταν υπάρχει ισορροπία ισχύος, μόνο τότε ο λόγος (επιχειρηματολογία, νόμος, ηθική) έχει νόημα.

Όταν υπάρχει ασυμμετρία δύναμης, ο ισχυρός επιβάλλει, ο αδύναμος προσαρμόζεται.

Αυτό δεν παρουσιάζεται ως «σωστό», αλλά ως κανόνας της ανθρώπινης φύσης στην πολιτική. Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που συχνά παρεξηγείται. Ο Θουκυδίδης δεν λέει: «έτσι πρέπει να είναι», λέει: «έτσι είναι όταν μιλάμε για ισχύ και κράτη». Ο ίδιος δεν επαινεί τους Αθηναίους, δεν τους δικαιώνει ηθικά, καταγράφει την ψυχρή λογική της ιμπεριαλιστικής ισχύος. Και το κάνει με τρόπο που σοκάρει, ακριβώς για να φανεί η τραγικότητα.

Εδώ υπάρχει και ένα στοιχείο της τραγικής ειρωνείας. Εδώ βρίσκεται το πραγματικά βαθύ στοιχείο που καταγράφει ο Θουκυδίδης. Οι Αθηναίοι λένε στους Μηλίους να υποταχθούν γιατί έτσι έχουν τα πράγματα. Όμως ο Θουκυδίδης, ένας Αθηναίος, γράφει το έργο μετά την ήττα της Αθήνας. Άρα η ίδια η Αθήνα, που μιλούσε ως «ισχυρός», βρέθηκε αργότερα στη θέση του «αδύναμου».

Η φράση λοιπόν λειτουργεί και ως αυτοκαταδίκη της αθηναϊκής ύβρεως.

Ο Θουκυδίδης δεν ταυτίζει το δίκαιο με την ισχύ. Αντιθέτως δείχνει ότι όταν το δίκαιο αποκόπτεται από την ισχύ, καταρρέει, αλλά και ότι η ισχύς χωρίς δίκαιο οδηγεί τελικά στην καταστροφή. Είναι μια τραγική διάγνωση, όχι ένα κανονιστικό αξίωμα.

Γιατί δεν πρέπει να ισχύει ένας απλός «νόμος της ζούγκλας». Αν ήταν απλώς «νόμος του ισχυρού», τότε δεν θα υπήρχε διάλογος, δεν θα υπήρχε τραγική ένταση, δεν θα υπήρχε ειρωνεία και κατάληξη.

Ο Θουκυδίδης ξεγυμνώνει τη λογική της ωμής ισχύος, δείχνει πόσο αμείλικτη αλλά και αυτοκαταστροφική είναι, και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει.

Αυτό το απόσπασμα παραμένει τρομακτικά επίκαιρο. Η φράση αυτή εξηγεί γιατί το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται επιλεκτικά, γιατί οι ισχυροί μιλούν για «κανόνες» μόνο όταν τους συμφέρει, και γιατί οι αδύναμοι επικαλούνται αρχές που κανείς ισχυρός δεν επιβάλλει όταν δεν τον συμφέρει.

Αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι όποιος στηρίζεται μόνο στη δύναμη, όταν χάσει τη δύναμη, δεν του μένει τίποτα.

Η ρήση του Θουκυδίδη δεν είναι ύμνος στο «δίκαιο του ισχυρού», αλλά τραγική ακτινογραφία της πολιτικής πραγματικότητας, που δείχνει πότε μπορεί να υπάρξει το δίκαιο, γιατί αυτό συντρίβεται, και πώς η ύβρις της ισχύος επιστρέφει στον ίδιο τον ισχυρό.

Επίσης, στον Επίκουρο βρίσκουμε κάτι άλλο πολύ ενδιαφέρον, την διαφορά των ανθρώπων από τα ζώα που συνίσταται στην σύναψη συμφωνιών για να μην βλάπτονται. Διαφορετικά έχουμε ζούγκλα. Λέει λοιπόν ο Επίκουρος: «Το δίκαιο της φύσεως, είναι το συμβόλαιο του συμφέροντος στο να μη βλάπτει ο ένας τον άλλον ούτε και να βλάπτεται. Για όσα έμβια όντα (ζώα) δεν μπόρεσαν να συνάψουν συμφωνία να μην βλάπτει το ένα το άλλο και να μην βλάπτεται, δεν υπάρχει ούτε δίκαιο ούτε άδικο. Το ίδιο ισχύει και για όσους λαούς δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να συμφωνήσουν να μην βλάπτει ο ένας τον άλλον και να μην βλάπτεται. Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο, αλλά αποτελεί κάποια συνθήκη, σύμφωνα με την οποίαν στις αμοιβαίες επαφές των ανθρώπων, όπου και όποτε αυτές λαμβάνουν χώρα, κανένας δεν θα βλάπτει τον άλλον και κανένας δεν θα βλάπτεται».

Η ανθρωπότητα χαρακτηρίζεται από διαρκείς συγκρούσεις. Η Γη έχει ποτιστεί με πολύ αίμα επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα πρωτόγονα ένστικτά τους και τα πάθη τους. Αυτά τους καθοδηγούν ώστε να συμπεριφέρονται όπως τα κοινά αρπακτικά.
 
Στην πολιτική, ιδίως μεταξύ κρατών ισχύει μόνο το συμφέρον. Σε αυτά τα ζητήματα λειτουργούν τα κράτη υπολογιστικά και συμφεροντολογικά, χωρίς συναισθηματισμούς. Αυτό όμως είναι το λάθος που πρέπει να αλλάξει.

Το ανθρώπινο δίκαιο καθορίζεται λοιπόν από συνθήκες, συμφωνίες οι οποίες όμως πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι συμφωνίες δεν τηρούνται. Ιδίως δεν τηρούνται από εκείνους που αισθάνονται ότι μπορούν να τις παρακάμπτουν επειδή έχουν την δύναμη να το κάνουν. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι συνήψαν κανόνες δικαίου ανάμεσα στα έθνη, αυτοί οι κανόνες θα έπρεπε να τηρούνται από όλους ανεξαιρέτως. Δυνατούς και αδύναμους. Στην πράξη δεν γίνεται αυτό. Οι δυνατοί και ισχυροί εφαρμόζουν το δίκαιο όπως συμφέρει τους ίδιους απέναντι στους αδύναμους. Μα θα έπρεπε να έχουν κατά νου ότι και οι ισχυροί κάποια στιγμή θα πάψουν να είναι ισχυροί. Γι' αυτό χρειάζονται κανόνες που να τηρούνται από όλους το ίδιο.

Στην αρχαία εποχή τα πράγματα ήταν πιο απλά. Τώρα τα συμφέροντα έχουν γίνει πιο πολύπλοκα και πιο άπληστα. Οι άνθρωποι σήμερα σκοτώνονται περισσότερο για τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας είτε κρατικής είτε εταιρικής μορφής. Αλλά και η πλειοψηφία των ανθρώπων παραμένει ακόμη εύκολα χειραγωγήσιμη. Οι περισσότεροι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αλήθεια από το παραμύθι εξαιτίας της θρησκείας που από μικρούς τους μαθαίνει να δέχονται το ψεύδος ως αλήθεια. Γίνονται έτσι άβουλοι και υπνωτίζονται πανεύκολα για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς κάποιων άλλων.

Η υποκρισία είναι σήμερα ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα των ανθρώπων. Ένα στοιχείο που υπάρχει πιο έντονα από τότε που δημιουργήθηκε και επιβλήθηκε η πιο υποκριτική θρησκεία, ο χριστιανισμός, που δίνει άφεση αμαρτιών στα μεγαλύτερα εγκλήματα αν τον εξυπηρετούν.
 
Η ανθρωπότητα γενικά παραμένει σε ένα στάδιο ανωριμότητας. Παρόλη την βαρβαρότητα που βίωσε μέχρι σήμερα, τείνει να ξεχνά και συνεχίζει την σφαγή μέχρι την αυτοκαταστροφή της.

Ο Επίκουρος είπε ότι ο γήινος φυσικός πλούτος έχει όρια, αλλά δυστυχώς η ανθρώπινη ματαιοδοξία και απληστία δεν έχουν κανένα όριο. Αυτή η απληστία και ματαιοδοξία είναι που θα καταστρέψουν τελικά πρόωρα την ανθρωπότητα.

Τι προσφέρει η φιλοσοφία σήμερα;

Η φιλοσοφία είναι μια εξαιρετικά σημαντική επιστήμη και εδώ θα εστιάσουμε στη σημασία της, στη σύνδεσή της με το σήμερα και σε άξονες που συνδέονται μαζί της μέσα από τα μάτια σπουδαίων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων που τη σημάδεψαν.

«Γίνε φιλόσοφος, αλλά μέσα σε όλη τη φιλοσοφία σου εξακολούθησε να είσαι άνθρωπος». -Ντέιβιντ Χιουμ, Άγγλος φιλόσοφος 18ου αι.

Η εμφάνιση και η καθιέρωσή της φιλοσοφίας – Ο ρόλος της Μιλήτου

Αρχικά, η λέξη φιλοσοφώ – κι όχι η λέξη φιλοσοφία που χρονικά εμφανίζεται αρκετά αργά στην Ελληνική γλώσσα – εντοπίζεται σε δύο πολύ σημαντικά και αρκετά διαδεδομένα έργα, στον Επιτάφιο του Περικλή (Θουκυδίδης) και στο διάλογο Κροίσος – Σόλων (Ηρόδοτος). Και στα δύο έργα, η λέξη φιλοσοφώ σημαίνει αγαπώ τη σοφία (φιλέω-ῶ=αγαπώ), οπότε και η λέξη φιλοσοφία, που συντίθεται αργότερα, δε σημαίνει τίποτα παραπάνω από την αγάπη για τη σοφία.

Η φιλοσοφία ως όρος ξεκινά να εμφανίζεται τον 6ο αιώνα από τους Μιλήσιους φιλοσόφους και δη από τον Θαλή και συμβολίζει το πέρασμα από το μύθο στο λόγο. Ως και σήμερα, δεν υπάρχει κανένας ακριβής ορισμός της φιλοσοφίας. Ουσιαστικά όμως, τα δύο καινούργια στοιχεία που τη γεννούν και την καθιερώνουν είναι η προσπάθεια εξήγησης φαινομένων χωρίς το υπερφυσικό στοιχείο και η εξήγηση και ερμηνεία των πραγμάτων χωρίς περιττολογίες, κυριάρχησε δηλαδή η οικονομία σκέψης.

Η φιλοσοφία γεννιέται στις ακτές της Ιωνίας, στη Μίλητο, και εν συνεχεία στη νότια Ιταλία, τη Σικελία. Εν ολίγοις σε ολόκληρη την περιφέρεια του Ελληνισμού. Η Μίλητος ήταν μια πολύ σημαντική περιοχή, καθώς γέννησε σπουδαίους φιλοσόφους (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης) και συνδύαζε το εμπορικό (προϊόντα και ιδέες) και πολιτικό στοιχείο και διαμόρφωσε ένα νέο πρωταρχικό επίπεδο (φιλοσοφικών) ιδεών.

«Πρέπει να μη πιστεύεις τους εχθρούς, ακόμα και όταν λένε πιστευτά πράγματα, ενώ να πιστεύεις τους φίλους, ακόμα και όταν λένε απίστευτα πράγματα». –Θαλής ο Μιλήσιος, αρχαίος Έλληνας Φιλόσοφος 6ου αι.

Φιλοσοφία και Πολιτική: Σωκράτης – Πλάτωνας – Αριστοτέλης

Η φιλοσοφία -δια των εκπροσώπων της- ασχολήθηκε με πολύ σημαντικά ζητήματα, ήδη από την αρχαιότητα, και συγκεκριμένα από την εποχή του Σωκράτη. Ένα από αυτά είναι η πολιτική.

Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) ήταν ο γιος του λιθοξόου και αδριαντοποιού Σωφρονίσκου και της Φαιναρέτης από το δήμο της Αλωπεκής. Γρήγορα, μέσω της φιλοσοφίας του κατάφερε να προσελκύσει πολλούς νέους της εποχής και να τους γοητεύσει με το λόγο του. Όμως, η οξεία φιλοσοφική του σκέψη αλλά και το μέγεθος του πλήθους που τον ακολουθούσε, γρήγορα τον έκανε στόχο των σοφιστών και των τριών κατηγόρων του, που τον έστειλαν στο δικαστήριο.

Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε, ότι εισήγαγε «καινά δαιμόνια» (νέες, ρηξικέλευθες ιδέες), ότι διέφθειρε τους νέους και ότι πίστευε σε θεούς μη αναγνωρισμένους από την πόλη των Αθηνών. Στην πραγματικότητα, καμία από τις κατηγορίες δεν ευσταθούσε. Καταδικάστηκε σε θάνατο με μεγάλη πλειοψηφία, ενώ ο ίδιος πρότεινε για ποινή του το πρόστιμο της μιας μνας (νόμισμα εποχής). Παρά τις προτροπές πολλών φίλων του να δραπετεύσει, δεν το έκανε, κι ας είχε τη δυνατότητα. Σεβάστηκε απόλυτα τους νόμους της πόλης του, και πίνοντας το κώνειο, αυτοκτόνησε.

Συμπέρασμα: Ο Σωκράτης αποτέλεσε αναμφισβήτητα ένα σπουδαίο παράδειγμα σεβασμού των νόμων, αλλά και της ίδιας του της πόλης, μιας πόλης που τον καταδίκασε σε θάνατο. Αποφάσισε να εκτίσει την ποινή του στωικά, γιατί δεν ήθελε να έρθει σε αντίθεση με τα όσα πίστευε και κήρυττε. Το σεβασμό στους νόμους και στην πόλη. Θέλησε να αποτελέσει ένα παράδειγμα, κυρίως για τους νεώτερους, πως, παρά το γεγονός ότι αδικήθηκε από τους συμπολίτες του, δεν έπρεπε να προβεί σε αντιδικία. Διαφορετικά, δε θα διέφερε από εκείνους.

Ο Πλάτων και τα πολιτεύματα

Ο Πλάτων (427-347 π.Χ.), ο γιος του Αρίστωνα και της Περικτιόνης, αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα φιλοσόφου, ο οποίος στα έργα του ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την πολιτική και δη με την Ιδανική Πολιτεία. Πρόκρινε μια ιδανική πολιτεία (στο έργο του «Πολιτεία»), στην οποία θα κυριαρχεί μια αριστοκρατία του πνεύματος, όπου οι πολιτικοί θα φιλοσοφούν και οι φιλόσοφοι θα κυβερνούν.

Ήταν εναντίον της Τιμοκρατίας (επικράτησε στη Σπάρτη), στην οποία κυριαρχεί η φιλαργυρία και αποτέλεσμά της ήταν η Ολιγαρχία, όπου κυριαρχεί ο υπέρμετρος πλουτισμός. Τέλος, κατέκρινε τη Δημοκρατία ως «ανάπηρο πολίτευμα», στο οποίο όλοι έχουν δικαίωμα να πράττουν και να εκφράζονται κατά το δοκούν. Στη Δημοκρατία, κατά τον Πλάτωνα, κυριαρχούν οι κόλακες και οι κηφήνες και αποτέλεσμα της άμετρης ελευθερίας είναι η αναρχία. Στην αναρχία δημιουργείται κλίμα πόλωσης, με φτωχούς και πλούσιους να συγκρούονται, μέχρι να έρθει κάποιος φτωχός και να εγκαθιδρύσει την Τυραννίδα (εκεί όπου διαφεντεύει ο τύραννος).

«Αυτή και μόνο είναι η ρίζα, από που ξεπετιέται ένας τύραννος: Όταν εμφανίζεται για πρώτη φορά, είναι ο προστάτης». –Πλάτων, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος 5ου αι.

Αριστοτέλης vs Πλάτωνα

Όμως, παρά το γεγονός ότι τα παραδείγματα του Πλάτωνα και του Σωκράτη είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την πολιτική φιλοσοφία, κανένας από τους δύο δεν προχώρησε, όσο προχώρησε ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.).

Ο Αριστοτέλης, γιος του Νικόμαχου (γιατρού του βασιλιά Αμύντα Γ΄ της Μακεδονίας), προσπάθησε και τελικά κατάφερε να εισάγει και να ορίσει τις έννοιες του πολίτη, της πόλης, του πολιτεύματος και της πολιτείας, που χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα. Στο έργο του «Πολιτικά» διερευνά τις παραπάνω έννοιες, προκειμένου να καταλήξει στον ορισμό της πολιτικής αρετής.

Βέβαια, στο έργο του ο Αριστοτέλης θέτει και κάποια πολύ σημαντικά ερωτήματα, όπως για παράδειγμα για το ποια είναι τα ορθά πολιτεύματα και οι παρεκβάσεις αυτών, και αν πρέπει οι πολλοί να ασκούν την εξουσία (σαφής υπαινιγμός για τη Δημοκρατία).

«Δεν υπάρχει τίποτε πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων». –Αριστοτέλης, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος 4ου αι.

Φιλοσοφία και Θάνατος –Στωικοί

Η επιστήμη της φιλοσοφίας ασχολήθηκε και με το θάνατο, και μάλιστα οι Στωικοί φιλόσοφοι ασχολήθηκαν και με την αυτοκτονία, προσφέροντας μια άκρως ρηξικέλευθη άποψη και στάση. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι οι Στωικοί προκάλεσαν το θάνατο ή την αυτοκτονία. Απλά, αναζητούσαν την ευδαιμονία και ήταν έτοιμοι να εξαλείψουν κάθε εμπόδιο. Ο θάνατος είναι δίκαιος, λογικός και δε μας επηρεάζει. Δεν πρέπει να μας επηρεάζει. Σκοπός είναι να κερδίσεις τη ζωή. Και αυτό οι Στωικοί (και δη ο εισηγητής τους, Επίκτητος) το γνώριζαν καλά. Λίγο πριν έρθει ο θάνατος, και λίγο μετά, αφότου ολοκληρώσει το έργο του, δεν πρέπει να μας επηρεάζει. Κατά τη διάρκεια αυτού, δεν αντιλαμβανόμαστε τίποτα, επομένως είναι λάθος να το φοβόμαστε, καθώς είναι αδιάφορος. Μάλιστα, οι Στωικοί είχαν την άποψη, ότι κάποιες φορές είναι καλύτερος ένας θάνατος παρά μια ανελεύθερη, μίζερη και γεμάτη εμπόδια -προς την ευτυχία- ζωή.

Έτσι, ο στωικός σοφός, κατέχοντας την απόλυτη γνώση, θα μπορούσε, αν υπέφερε στην παρούσα ζωή του, να επιχειρήσει την «εύλογο αναχώρηση», δηλαδή τη λογική αποχώρηση μέσω της αυτοκτονίας, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι την αποζητά. Απλώς, πρόκειται περί λογικής και αξιοπρεπούς αποχώρησης στο δρόμο προς την ευδαιμονία. Μάλιστα, μια ανέκδοτη ιστορία αναφέρει ότι ένας εκ των Στωικών, ο Ζήνων ο Κιτιεύς, αναζητώντας την ευδαιμονία και βυθισμένος στη σκέψη του, σκόνταψε σε ένα άγαλμα, με αποτέλεσμα να σπάσει το δάχτυλο του ποδιού του. Βασανιζόμενος έντονα από τον πόνο, και μη μπορώντας να ευτυχή σειρά, αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του λογικά, χωρίς να σύρεται σε μια μίζερη ζωή, φοβούμενος το θάνατο. Οι Στωικοί πίστευαν εν κατακλείδι, ότι «ο θάνατος δεν είναι παρά απλώς η κατακλείς μιας δραματικής παραστάσεως, το περιοχόμενο και η επιτυχία της οποίας εξαρτώνται κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους από τη στάση του θνητού κατά τις τελευταίες του επί γης στιγμές».

Φιλοσοφία και Κινηματογράφος: Πόσο επηρέασε η φιλοσοφία την 7η Τέχνη;

Η φιλοσοφία είναι μια τόσο ισχυρή επιστήμη που επηρέασε βαθύτατα τον κινηματογράφο και κατ’ επέκταση πολλούς δημιουργούς κινηματογραφικών ταινιών.

Υπάρχουν δύο ειδών ταινίες. Αυτές που επηρεάστηκαν από τη φιλοσοφία και αυτές που έδωσαν αφορμή για φιλοσοφικές ερμηνείες και αναλύσεις. Προσωπικά, θα εξετάσω και τα δύο είδη, καθώς υπάρχει πλήθος ταινιών που ανήκουν σε τουλάχιστον μια από τις δύο κατηγορίες.

Πρώτα απ’ όλα, η πασίγνωστη τριλογία Matrix η οποία είναι έντονα επηρεασμένη από το μύθο του σπηλαίου και τη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα, όπου συμπλέκεται ο πραγματικός κόσμος με τον αισθητό. Η ταινία Inception, με τα πολλά επίπεδα πραγματικότητας και με το όνειρο να εισέρχεται στην πραγματικότητα, δημιουργεί την εναλλαγή φανταστικού – αληθινού και κάνει σαφή υπαινισμό στο συνειδητό, στο υποσυνείδητο και στο υπερ-συνειδητό (επιρροή από Κίργκεγκωρ).

Στο ίδιο μήκος έχουν κινηθεί και οι ταινίες Fight Club (επιρροή από Νίτσε-Γερμανός φιλόσοφος) και Memento, ενώ ο Συνήγορος του Διαβόλου θίγει το θέμα της ελεύθερης βούλησης.

Επίσης, υπάρχουν ταινίες, που είναι γεμάτες από συμβολισμούς και φιλοσοφικά σύμβολα, όπως η Έβδομη Σφραγίδα και οι Άγριες Φράουλες του Bergman (ο θάνατος που παίζει σκάκι με τον ιππότη στην πρώτη και το ρολόι χωρίς δείκτες στη δεύτερη),

Εν κατακλείδι, υπάρχουν και κάποιες άλλες ταινίες, που αφορούν κυρίως φιλοσόφους και είναι λίγο – πολύ προσωποκεντρικές. Τέτοιες είναι οι ταινίες «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», όπου η ψυχανάλυση συνδυάζεται με τη φιλοσοφία (βασιζόμενη στο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ) και «Wittgenstein» (Βιτγκενστάιν - Γερμανός φιλόσοφος).

Επίλογος: Είναι τελικά χρήσιμη η φιλοσοφία;

Η φιλοσοφία επουδενί δε μπορεί να θεωρηθεί άχρηστη, ιδίως σήμερα. Πρόκειται για μια επιστήμη, που ναι μεν δεν είναι πρακτική, αλλά μπορεί να δώσει κάλλιστα πρακτικές λύσεις σε πολλά καθημερινά προβλήματα. Η ηθική, η μεταφυσική, η λογική, η αισθητική και η πολιτική φιλοσοφία είναι κλάδοι της φιλοσοφίας και συνοδεύουν πάμπολλες θεωρίες και ερωτήματα γύρω από διάφορους προβληματισμούς, εκπεφρασμένους μέσω θεωριών από πολλούς φιλοσόφους.

Η φιλοσοφία αφορά την ανθρωπότητα και τον καθένα ξεχωριστά και σίγουρα δεν πρέπει να αγνοείται. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί, ότι δεν είναι μία επιστήμη σαν τη Χημεία, τη Φυσική ή και τα Μαθηματικά, επιστήμες που προσφέρουν άμεσα πρακτικά αποτελέσματα, και κάποιες φορές (ειδικά στη Χημεία) βέβαιες αποδείξεις μέσω επαληθευμένων πειραμάτων.

Είναι μια διαρκής ενασχόληση, ένα μάθημα ζωής, που απαιτεί -όχι μόνο από τους φιλοσοφικά μυημένους- δεκτικότητα και προσήλωση. Διαμορφώνει ήθος, προσφέρει γνώσεις, διευρύνει τους πνευματικούς ορίζοντες, αλλάζει τον τρόπο οπτικής και προσέγγισης των πραγμάτων και είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε ανθρώπους της εκπαίδευσης και της πολιτικής. Πολλοί φιλόσοφοι έχουν καταφέρει να προσεγγίσουν έννοιες, που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, και κανείς δε ξέρει πώς θα φτάναμε εμείς σε αυτές, αν δεν υπήρχαν εκείνοι.

Κατάφεραν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, να προβλέψουν την πρώτη έκλειψη Ηλίου (ο Θαλής ο Μιλήσιος), να υπολογίσουν το ύψος των πυραμίδων (Θαλής ο Μιλήσιος), να εξηγήσουν βάσει των τεσσάρων στοιχείων (φωτιά, γη, αέρας, νερό) τη δημιουργία των όντων (Εμπεδοκλής), να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά των πολιτευμάτων, και στη συνέχεια να καταλήξουν στο πιο αποτελεσματικό (Πλάτων και Αριστοτέλης) και να μιλήσουν για έννοιες που σήμερα είναι πια δεδομένες, όπως η δικαιοσύνη και η φιλία. Ιδίως για τη φιλία, έχει κάνει εκτενείς αναφορές ο Επίκουρος στις περίφημες Κύριες Δόξες του. Έθιξαν επίσης, ζητήματα πολιτικά, θρησκευτικά, ενώ μίλησαν σχεδόν με θετικό τρόπο και για το θάνατο (Στωικοί). Πρότειναν μορφές διακυβέρνησης (Ρουσώ στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, Χόμπς στον Λεβιάθαν), ιδιαίτερα καινοτόμες, ακόμα και για τη σημερινή εποχή.

Η φιλοσοφία λοιπόν, κατάφερε στο πέρασμα των χρόνων να δημιουργήσει ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο ιδεολογικής ανάπτυξης, προβληματισμού και ερωτημάτων, διατηρώντας ακέραιη τη σχέση της με το χρόνο και την υπόστασή της.

Το ερώτημα λοιπόν είναι, γιατί απομακρύνθηκε ο άνθρωπος από αυτήν και όχι το αντίστροφο. Ιδίως ο Έλληνας. Συνεπώς, πρέπει να πραγματοποιήσουμε μια στροφή, όπως ο Γερμανός φιλόσοφος Χάιντεγγερ πίσω στο παρελθόν, και να βρεθούμε κοντά στις ρίζες μας, γιατί οι Ευρωπαίοι ήδη το έχουν κάνει. Να προσπαθήσουμε να έρθουμε κοντά στη δική μας γνώση. Αν θα είναι πλατωνική, αριστοτελική ή θα έχει άλλη φιλοσοφική καταγωγή, ας το αποφασίσει ο καθένας.

Η εταίρα Φρύνη στον Άρειο Πάγο

Η Φρύνη ήταν μια διάσημη εταίρα της αρχαιότητας, ξακουστή για το φυσικό της κάλλος. Έζησε κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. στην αρχαία Αθήνα, ωστόσο καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτάς στις οποίες και φέρεται να γεννήθηκε το 371 ή το 365 π.Χ.. Ο πατέρας της λεγόταν Επικλής και το πραγματικό της όνομα ήταν Μνησαρέτη, αλλά εξαιτίας του χλωμού (ωχρού) δέρματός της έμεινε γνωστή ως Φρύνη (το όνομα προκύπτει από το αμφίβιο φρύνος). Σχετικά με τη ζωή της διασώζονται πολλά διάσημα ιστορικά ανέκδοτα, ενώ θεωρείται πως αποτέλεσε το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως Αφροδίτη της Κνίδου, έργο του Πραξιτέλη. Η Φρύνη πέθανε στην Αθήνα το 310 π.Χ..

Οι αφηγήσεις τη θέλουν εξαιρετικά όμορφη και πρέπει να είχε μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των πλουσίων πολιτών. Ερχόμενη στην αρχαία Αθήνα ξεκίνησε να εργάζεται ως αυλήτρια όπου πολύ σύντομα απέκτησε δόξα και πολλά χρήματα καλούμενη στα σπουδαιότερα συμπόσια της εποχής της με συνέπεια να συνδεθεί με πολλούς σημαντικούς άνδρες της πόλης. Είναι δε διάσημη γιατί ζητούσε πολύ υψηλή αμοιβή. Ο κωμικός ποιητής Μάχων αφηγείται πως ζητούσε μια μνα για μια νύχτα. Αναφέρεται μάλιστα πως όριζε η ίδια τα χρήματα που θα έπαιρνε, ανάλογα με το πώς αισθανόταν για τον εκάστοτε πελάτη. Αν τον έβρισκε αντιπαθητικό το ποσό που θα ζητούσε ήταν υπέρογκο. Από την άλλη προσέφερε τον εαυτό της δωρεάν στον φιλόσοφο Διογένη το Σινωπέα, επειδή θαύμαζε το μυαλό του. Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει ένα περιστατικό στο οποίο η Φρύνη προσπάθησε μάταια να αποπλανήσει τον φιλόσοφο Ξενοκράτη.

Τα πλούτη που συγκέντρωνε χάρις στην ομορφιά της ήταν τόσα πολλά ώστε, σύμφωνα με την αφήγηση του Καλλίστρατου, προσφέρθηκε να ανοικοδομήσει τα τείχη της Θήβας, τα οποία είχαν καταστραφεί από τον Αλέξανδρο το Μέγα το 336 π.Χ.. Έθεσε, ωστόσο, έναν όρο: να τοποθετηθεί η επιγραφή: «Καταστράφηκαν από τον Αλέξανδρο, επισκευάστηκαν από τη Φρύνη την εταίρα». Οι αρχές της πόλης αρνήθηκαν αυτή τη συναλλαγή.

Σε κάποιους εορτασμούς προς τιμήν του Ποσειδώνα στην Ελευσίνα, αφαίρεσε τα ρούχα της, έλυσε τα μαλλιά της και προχώρησε γυμνή προς τη θάλασσα, μπροστά στα μάτια του κόσμου. Ο ζωγράφος Απελλής, λέγεται πως εμπνεύστηκε από το γεγονός αυτό για να φιλότεχνήσει το περίφημο έργο Αφροδίτη αναδυόμενη, για το οποίο η ίδια η Φρύνη πόζαρε ως μοντέλο. Ο Αθηναίος και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρουν πως αποτελεί επίσης το μοντέλο για το διάσημο άγαλμα, γνωστό ως Αφροδίτη της Κνίδου, έργο του Πραξιτέλη.

Οργανώνοντας μια θρησκευτική τελετή προς τιμήν ενός θρακικού θεού, κατηγορήθηκε από έναν παλαιό εραστή της, τον Ευθία, ότι προσπαθούσε να εισαγάγει στην Αθήνα μια ξένη θεότητα και μέσω αυτής να διαφθείρει τις νεαρές Αθηναίες. Στο δικαστήριο ανέλαβε την υπεράσπισή της ο ρήτορας Υπερείδης, ο οποίος επίσης διατηρούσε σχέσεις μαζί της. Σύμφωνα με την αφήγηση του Αθηναίου, όταν πια η υπόθεση φαινόταν αμφίβολη για τη Φρύνη, ο Υπερείδης τράβηξε με ορμή τα ενδύματά της, αποκαλύπτοντας το γυμνό της σώμα στους δικαστές. Τα μέλη του δικαστηρίου εντυπωσιάστηκαν τόσο – σύμφωνα με μια εκδοχή η φυσική ομορφιά θεωρούταν σημείο της εύνοιας των θεών την εποχή εκείνη – που την αθώωσαν πανηγυρικά. Ωστόσο ο ρήτορας εκδιώχτηκε από τον Άρειο Πάγο.

Ο Κλαύδιος Αιλιανός στο έργο του αναφέρει πως οι Αθηναίοι αφιέρωσαν στους Δελφούς ένα άγαλμα της Φρύνης από χρυσάφι. Ο Αθήναιος συμπληρώνει πως ήταν έργο του Πραξιτέλη και έφερε την υπογραφή Φρύνη, κόρη του Επικλή από τις Θεσπιές.

Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ μελετοῦμε καὶ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα...

Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ μελετοῦμε καὶ ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἀναπόφευκτα ἀσχολούμαστε καὶ μὲ τὰ ζητήματα τῶν θεῶν ποὺ ἀποτελοῦν ἕνα τεράστιο κεφάλαιο τῆς Ελληνικής ἀρχαιότητας ποὺ ἀποτύπωσαν οἱ πρόγονοί μας τόσο στὴν λογοτεχνία ὅσο καὶ στὴν εἰκαστικὴ τέχνη τους.

Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν 3 γενικὲς κατηγορίες.

Στὴν πρώτη κατηγορία ἐντάσσονται ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τοὺς θεοὺς ἀποκλειστικὰ ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς μυθολογίας καὶ ὄχι τῆς θρησκείας ποὺ - ἂν καὶ σχετιζόμενα μεταξύ τους - εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀφελεῖς ποὺ πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει ἕνα παντοδύναμο πλάσμα ποὺ λέγεται Δίας ἢ Ἀθηνᾶ κλπ., ὅπως ἀκριβῶς περιγράφονται στοὺς μύθους. Ἡ πίστη τους αὐτὴ ἐνισχύεται κυρίως ἀπὸ τὴν δύναμη τῆς παραμυθένιας φανταστικῆς ἀνθρώπινης εἰκόνας καὶ τῆς μορφῆς ποὺ ἔπλασαν καὶ ἔδωσαν οἱ προγονοί μας στοὺς θεοὺς μέσα ἀπὸ τὰ γραπτὰ καὶ καλλιτεχνικὰ ἔργα τους.

Στὴ δεύτερη κατηγορία ἀνήκουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν γνώση τῆς διαφορᾶς μεταξὺ μυθολογίας καὶ θρησκείας καὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στὴν ἀρχαία θρησκεία χωρὶς ὅμως νὰ κατέχουν ὅλα τὰ ἀρχαῖα τελετουργικὰ, μυστήρια, ἑορτὲς καὶ εἴδη λατρείας γενικά, ἀφοῦ τὰ περισσότερα ἔχουν οὐσιαστικὰ καταστραφεῖ καὶ χαθεῖ καὶ ἔτσι νεωτερίζουν καὶ αὐτοσχεδιάζουν. Αὐτοὶ συνήθως πιστεύουν ὅτι οἱ θεοὶ εἶναι ἀληθινὰ ὄντα ποὺ ἀποκαλύπτονται μὲ κάποιον ἀόριστο τρόπο, καὶ ἐξευμενίζονται μέσα ἀπὸ τελετές, προσφορές... ἀκόμη καὶ θυσίες, ὅπως ἔκαναν οἱ ἀρχαῖοι.

Τὴν τρίτη κατηγορία τὴν ἀντιπροσωπεύουν ὅσοι βλέπουν στοὺς θεοὺς ὑπόσταση ἀλληγορικὴ καὶ οὐσιαστικὰ πιστεύουν σὲ ἰδέες καὶ στοιχεῖα ποὺ ἐκπροσωποῦν οἱ θεοὶ αὐτοί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὅπως καὶ οἱ ἀρχαῖοι φιλόσοφοι προσπαθοῦν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὴν ἁπλὴ μυθολογικὴ ἀφήγηση καὶ τὰ στενὰ πλαίσια τῆς θρησκευτικῆς λατρείας.

Σήμερα ὡστόσο δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἐξωφρενικὴ ἄγνοια καὶ ἡ ὑπερβολή, ὁ φανατισμός, οἱ αὐθαίρετες ἑρμηνεῖες, ὁ ἐπικίνδυνος θεολογικὸς παροξυσμὸς καὶ ὁ δογματισμὸς ποὺ παρατηρεῖται καὶ σὲ ἀρχαιολάτρες κατὰ τὰ πρότυπα ἄλλων δογματικῶν θρησκειῶν.

Ἀσφαλῶς δὲ ζοῦμε πιὰ σὲ ἀρχαῖες ἐποχὲς καὶ πρέπει νὰ συμβαδίζουμε μὲ τὰ τρέχοντα δεδομένα καὶ τίς ὑφιστάμενες ἐπιστημονικὲς γνώσεις. Ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ' ὄψιν ὅτι στὴν ἀρχαία θρησκεία δὲν ὑπῆρχε δόγμα καὶ δογματισμός. Καὶ ὅσοι προσπάθησαν νὰ δημιουργήσουν κάτι τέτοιο τό μόνο ποὺ κατάφερναν ἦταν νὰ προκαλέσουν τὴν ἀπέχθεια καὶ τὴν κατακραυγὴ τῶν ὑπολοίπων.

Ἡ ἑλληνικὴ θρησκεία, ναὶ τὴν ἀποκαλῶ θρησκεία γιατί ἦταν καὶ αὐτὴ μιὰ θρησκεία ὅπως κι ἂν τὴν ὀνοματίζουν ὁρισμένοι, δὲν ἦταν στάσιμη, ἀλλὰ συνεχῶς ἐξελισσόμενη ἐπειδὴ δὲν ἦταν δογματική. Δυστυχῶς ὁ χριστιανισμός της ἔκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς καὶ δὲν εἴδαμε τὴν συνέχεια αὐτῆς τῆς ἐξέλιξης. Καὶ ὅσο κι ἂν κάποιοι θεωροῦν ὅτι κάποια κομμάτια της ἐνσωματώθηκαν στὸν χριστιανισμὸ αὐτὸ εἶναι ἄλλη μιὰ πλάνη. Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι μιὰ ἰουδαικὴ αἵρεση καὶ βασίζεται στὶς ἰουδαικὲς προφητεῖες γιὰ τὸν μεσσία. Ὁ χριστιανισμὸς εἶναι μιὰ ἐβραικὴ θρησκεία καὶ ὄχι ἑλληνική.

Ἡ ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία πέθανε. Ἂν δὲν εἶχε πεθάνει εἶμαι σίγουρος ὅτι θὰ εἶχε ἐξελιχθεῖ σὲ μιὰ ἐθιμοτυπικὴ παράδοση καὶ τίποτα περισσότερο καὶ θὰ ἐμπλούτιζε τὸν πολιτισμὸ ἑνὸς λαοῦ φωτισμένου καὶ ἐξελιγμένου ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε τοὺς θεοὺς μόνο ὡς πρότυπα γιὰ τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία. Σὲ καμία περίπτωση δὲν θὰ διατηροῦνταν ὑπὸ μορφὴ δεισιδαιμονίας κανενὸς εἴδους. Κι αὐτὸ ἂς τὸ σκεφτοῦν σοβαρὰ ὅσοι ἀνόητα ἐπιδιώκουν μιὰ ἐπαναφορὰ τοῦ παρελθόντος.

Τα Διονυσιακά Μυστήρια τον χειμώνα στους Δελφούς

Αρχέτυπα: Η ρευστή διαπερατότητα της φύσης τους δεν επιτρέπει ξεκάθαρους διαχωρισμούς και ακριβείς σχηματισμούς, παρά μόνο μια προσεγγιστική περιγραφή. Δεν είναι η μορφοποίηση που δίνει το ζωντανό νόημά τους, αλλά η συνολική τους παρουσίαση. Το ν’ αποπειραθεί κανείς να τα εντοπίσει με ακρίβεια, του στερεί τη διαύγεια του νοηματικού περιεχομένου του πυρήνα τους. Έτσι, όταν το αρχέτυπο σχηματοποιείται στην ύλη, παύει να είναι αυτό που ήταν. Διατηρείται στους αιώνες και χρειάζεται πάντα νέες ερμηνείες. Τα αρχέτυπα είναι τα αιώνια συστατικά του υπερσυνείδητου, αλλά διαρκώς μεταμορφώνονται στον κόσμο των φαινομένων.

Το πόσο κοντά στην αλήθεια βρίσκεται η ανωτέρω άποψη του C. Jung, γίνεται προφανές μέσα από μια προσπάθεια του αναζητητή, να καταδυθεί στον λαβύρινθο της βιβλιογραφίας, της πληθωρικής, σχετικά με μια απ’ τις μορφές του παιδιού-αρχέτυπου, του Διονύσου. Δεν είναι κάτι που μπορεί ν’ αγγίξει κανείς με την τετράγωνη λογική. Κάθε τέτοια απόπειρα θα έχει την φυγόκεντρη τάση να τον εξωθήσει στην περιφέρεια, χάνοντας έτσι την ουσία.

Ο ίδιος ο Διόνυσος, το «αρχέτυπο είδωλο άφθαρτης ζωής», είναι από τη φύση του εχθρός της λογικής σκέψης. Κηρύττει την περιφρόνηση στο λογικό, την υπακοή στους παλμούς της καρδιάς, το παραλήρημα του εγκεφάλου. Μόνο η ψυχολογική διαίσθηση και η δημιουργική φαντασία είναι ικανές να μας φέρουν σ’ επαφή με τις ίδιες τις πηγές της ζωής και του θανάτου, με τη διονυσιακή λατρεία και τα φαινόμενα της μετάλλαξης και της αναγέννησης που τη συνοδεύουν. Είναι η καρδιά του Διόνυσου του Ζαγρέα που πρέπει ν’ αναζητήσει ο νεόφυτος και να δονηθεί στον παλμό της, αυτή θα τον αναγεννήσει κι όχι τα κομμάτια του διαμελισμένου απ’ τους Τιτάνες σώματός του, τα θαμμένα απ’ τον Απόλλωνα παρά τον τρίποδά του, εκεί, στα άδυτα του ναού του μαντείου των Δελφών.

Εδώ συναντήθηκαν οι δύο αδελφοί, οι δύο θεοί, που στην ουσία ήταν ένας κι έδωσαν τα χέρια υπό έναν φοίνικα και ξαναενώθηκαν, ο ξανθόμαλλος Δωριεύς Απόλλων και ο εξ Ανατολής Διόνυσος των Θρακών, της Λυδίας, της Φρυγίας ή ακόμη ο ίδιος ο Όσιρις των Αιγυπτίων. Καταλύτης αυτής της αντίδρασης ο μύστης Ορφέας, ο Θράκας, που καταδύθηκε στα άδυτα των αιγυπτιακών μυστηρίων, αναζητώντας τη χαμένη Ευρυδίκη-ψυχή του που πλανιόταν στα τάρταρα. Μια τάξη ιερέων-πολεμιστών, η θρακική φρουρά, θα είναι εφεξής οι φύλακες της υψηλής διδασκαλίας.

Έτσι οι Δελφοί, μέσα από το μαντείο τους και το αμφικτιονικό συνέδριο, που θα ενοποιήσει τους Έλληνες, θα γίνουν ο ομφαλός του κόσμου, ο ήλιος που θα σκορπίζει το φως του με τα Μυστήρια, τις γιορτές, τους ολυμπιακούς αγώνες.

Εδώ, Απόλλων και Διόνυσος, συγχωνεύοντας μέσα τους τις προγενέστερες χθόνιες-σεληνιακές-θηλυκές θεότητες και λατρείες και απορροφώντας τις, συγκρούονται για την κυριαρχία και κατοχή του μαγικού τρίποδα και τελικά συμφιλιώνονται, μοιραζόμενοι μεταξύ τους τα βασίλεια του κόσμου. Ο Απόλλων κρατεί το ανατολικό αέτωμα του ναού, με τις Μούσες του, ο δε Διόνυσος με τις Θυιάδες το δυτικό.

Έτσι ο Διόνυσος, ο ήλιος των μυστών, ο εσωτερικός αόρατος ήλιος, γίνεται η εσωτερική ουσία των πραγμάτων, η εσωτερική αλήθεια, ο κάτοχος και φύλακας των μυστηρίων της ζωής και του θανάτου, το θείο πνεύμα σ’ εξέλιξη μέσα στο σύμπαν και βασιλεύει στο μυστηριώδες υπερπέραν. Είναι η κοσμική ψυχή, μέρος της οποίας αποτελεί η ανθρώπινη, που τείνει να ενωθεί μαζί της και να επιστρέψει σ’ αυτήν μετά την ένωση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Ο Απόλλων είναι η εκδήλωσή του στον γήινο άνθρωπο, αυτός που βασιλεύει στους ζωντανούς, η εφαρμογή της αλήθειας και της τάξης σ’ αυτούς, η επιστήμη δια της θεότητας, η ομορφιά δια της τέχνης, η αρμονία ψυχής και σώματος διαμέσου του εξαγνισμού.

Ο Απόλλων χάνει την ιδιότητά του ως κυνηγού μετά τον φόνο του Πύθωνα και τον οκταετή εξαγνισμό που τον ακολούθησε, καθαρίζεται, ημερώνει, γίνεται ο εκπολιτιστής, αφήνοντας έτσι χώρο στον Διόνυσο τον Ζαγρέα (=κυνηγός ζωντανών) να έρθει και να γεμίσει τη σκοτεινή και άγρια αυτή όψη του.

Ο Μουσαγέτης, με τον ερχομό του χειμώνα (φυσικού, ηθικού, πνευματικού) στη φύση, είτε στον άνθρωπο, είτε σε κάποια μορφή πολιτισμού, κουρασμένος, μη μπορώντας να δώσει σφρίγος από μόνος του, εγκαταλείπει το ιερό του και επιστρέφει στη χώρα των Υπερβορείων απ’ όπου κατάγεται, εκεί όπου ο ήλιος δεν δύει και εκεί παραμένει και αναπαύεται.

Είναι ο καιρός του Διόνυσου να ξυπνήσει. Το μαντείο παύει να χρησμοδοτεί για τρεις μήνες και παραμένει κλειστό για τους επισκέπτες, που δύσκολα ούτως ή άλλως θα μπορούσαν να έρθουν, λόγω καιρικών συνθηκών. Όπως ο Παυσανίας γράφει: «Εν Δελφοίς, τον μεν άλλον ενιαυτόν παιάνι χρώνται περί τας θυσίας, αρχομένου δε χειμώνος, επεγείραντες του διθυράμβου, τον δε παιάνα καταπαύσαντες, τρεις μήνας αντ’εκείνου τούτον κατακαλούνται τον θεόν».

Ο παιάνας του Φοίβου αντικαθίσταται απ’ τον διθύραμβο τού δύο φορές γεννημένου Διόνυσου, απ’ την Περσεφόνη, τη Σεμέλη και τον μηρό του Δία εν τέλει. Είναι ο δελφικός μήνας Δαδοφόριος (Νοέμβριος-Δεκέμβριος). Οι Θυιάδες (βάκχες ή μαινάδες) θ’ ανέβουν στον Παρνασσό να ξυπνήσουν τον Διόνυσο-Λικνίτη, αυτόν που κοιμάται μέσα στο λίκνο, το ίδιο αυτό σκεύος που βλέπουμε σε παραστάσεις γεμισμένο με φρούτα και στη μέση τον φαλλό, σύμβολο του Διονύσου, σύμβολο γονιμότητας. Την ίδια ώρα το ίδιο θα κάνουν μέσα στο άδυτο του ναού και εκεί όπου πιστεύεται ότι βρίσκονται θαμμένα τα κομμάτια του Διόνυσου, οι πέντε όσιοι ιερείς του μαντείου, τελώντας μυστική θυσία.

Μαζί με τις δελφικές Θυιάδες –που οφείλουν τ’ όνομά τους στη Θυία, κόρη του Κασταλίου, αυτόχθονα από τους Δελφούς και πρώτη ιέρεια εκεί του Διόνυσου, είτε στο ρήμα θύω: μανίζω- έρχεται να ενωθεί κι ένας θίασος ακόμη γυναικών από την Αθήνα, σε πομπή μέσα στη νύχτα κρατώντας λαμπάδες -νυκτοπολία (Διόνυσος Νυκτέλιος), απ’όπου και το όνομα του μήνα Δαδοφόριου- και θύρσους, ξύλινες ράβδους με κώνο στην κορυφή στεμμένες με κισσούς ή φύλλα αμπέλου, όλα διονυσιακά σύμβολα, που μας παραπέμπουν στη ράβδο Djed του Όσιρι και στο κηρύκειο του Ερμή, τη σπονδυλική στήλη με τα δύο φίδια (Ίδα και Πιγκάλα – Δίας και Περσεφόνη) γύρω της τυλιγμένα, να καταλήγει στο κωνάριο ή επίφυση. Ξυπνά ο Διόνυσος ως Kουνταλίνι, διαρρέοντας τη σπονδυλική στήλη ως το κωνάριο, ξυπνά μέσα στην κούνια, στο λίκνο που φέρουν οι Θυιάδες, αν καταφέρουν και φτάσουν ορειβατώντας και δεν αποκλειστούν στα χιόνια και εκεί τους μεταδίδει τον ενθουσιασμό, την ένθεη μανία (Μαινάδες, Μαντική, Μάνας) και προφητεύουν όπως η πυθία του Απόλλωνα σε κατάσταση έκστασης, με το κεφάλι ριγμένο προς τα πίσω, χορεύουν το μαιναδικό χορό και τραγουδούν τον διθύραμβο γύρω από το λίκνο, όπως οι Kουρήτες έκαναν γύρω από τον Ζαγρέα για να τον προφυλάξουν.

Τα παρνασσικά όργια συμπεριλάμβαναν τις τριετηρίδες και τις εννεαετηρίδες. Οι τριετηρίδες αφορούν τον Διόνυσο-Λικνίτη και σχετίζονται ίσως με τη διετή κάθοδο και παραμονή του Διόνυσου στο βασίλειο της Περσεφόνης και μάλλον αποτελούσαν προπαρασκευή των συμμετεχόντων στο εποχικό δράμα του θεού, στη βλαστική του όψη (αποτελούσε πιθανά ένα είδος φυλετικής μύησης για τις νεαρές Θυιάδες), το οποίο ετελείτο ετησίως, με τη συμβολική ρίψη στα νερά ενός ξύλινου ανθρώπινου ομοιώματος που παρίστανε τον χειμώνα, την περασμένη χρονιά, τον θάνατο και την ταυτόχρονη μεταφορά στην κοινότητα απ’ την εξοχή ενός άλλου, που παρίστανε την νέα χρονιά, την άνοιξη, τη ζωή. Ταυτόχρονα δύο θίασοι, ένας αρσενικός και ένας θηλυκός συναντιόνταν και τελούσαν τον «γάμο» των πρώτων τους, του «βασιλιά» ή πρώτου κούρου και της «βασίλισσας», οι οποίοι και θα αποτελούσαν το γονιμικό ζευγάρι της χρονιάς.

Οι εννεατηρίδες, έχοντας σαν υπόστρωμα τις προγενέστερες, ανά οκτώ έτη τελούμενες, της Χάριλας και της Ηρωίδας (θηλυκές τοπικές οντότητες), αφορούσαν την κάθοδο στον Άδη του Διονύσου, ο οποίος απελευθερώνει τη γήινη μητέρα του Σεμέλη, η οποία με την ανάστασή της ανεβαίνει με τον Διόνυσο στον Όλυμπο κι εκεί μετονομάζεται σε Θυώνη (εκ του ρήματος θύω). Έτσι η Σεμέλη (που σχετίζεται ίσως με την Σελήνη ή τη Γη: Θεμέλη-Θεμέλιο), ξαναγεννιέται σ’ έναν ανώτερο κόσμο και αποκτά καινούργιο όνομα.

Ο Διόνυσος ξαναγεννιέται και επαναφέρει τον κόσμο στην αρχή του, στην κατάσταση του χάους, όπου οι δυνάμεις της μετατροπής, ανανέωσης και βελτίωσης των πραγμάτων θα ελευθερωθούν και θ’ αντλήσουν νέα στοιχεία απ’ τις αόρατες δεξαμενές, η καθεστηκυία τάξη θα κλονιστεί, κάτι νέο θ’ αναδυθεί. Είναι αυτή η περίοδος της μαγνητικής παύσης του Απόλλωνα, η ευκαιρία για μια άλλη δράση, υπόγεια και αόρατη, όπως η ζύμωση του οίνου, που τόσο στενά συνδέεται με τον Διόνυσο, αυτή που θα φέρει τη νέα Άνοιξη στη φύση, στον άνθρωπο και στον κόσμο.

Τότε ο Απόλλων, καλεσμένος από τη δημιουργική δύναμη του αδελφού του, θα επιστρέψει πάνω στο χρυσό του άρμα, που το σέρνουν οι κύκνοι, από την χώρα των Υπερβορείων και, παίζοντας την επτάχορδη λύρα του, θα δώσει μορφή και θα εναρμονίσει αυτό που ο Ήρωας-Διόνυσος έφερε στο φως μετά την κατάδυσή του, εκπολιτίζοντας την προσφορά του κι ένας νέος κύκλος θ’ αρχίσει, με μια στροφή της σπείρας σε μια ανώτερη οκτάβα της κλίμακας.

H δράση των Hawker Typhoon & Tempest 1939-1941: Η πρώιμη βρετανική απάντηση στην κυριαρχία της Luftwaffe

Η πρόταση, που έγινε από την πλευρά της γηραιάς Αλβιώνος, να ονομαστεί το νέο αεροσκάφος Eurofighter-Typhoon, προκάλεσε τις σοβαρές αντιδράσεις της γερμανικής πλευράς, διότι το Hawker Typhoon αποτέλεσε έναν σημαντικό παράγοντα αντιστροφής τής, μέχρι και το 1942, αδιαμφισβήτητης γερμανικής κυριαρχίας στους ευρωπαϊκούς ουρανούς την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το Hawker Typhoon θεωρείται ένα από τα καταδιωκτικά-εγγύς υποστήριξης αεροσκάφη που συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στο να αποκτήσει η συμμαχική Αεροπορία το πλεονέκτημα της υπεροχής έναντι της Luftwaffe.

Η εμφάνισή του στα πεδία των εναέριων αντιπαραθέσεων του Β΄ ΠΠ πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο που η Luftwaffe ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος.

Η απαρχή όμως της ανάπτυξης του Hawker Typhoon ανιχνεύεται στα τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν η Βρετανική Αεροπορία, η πασίγνωστη RAF (Royal Air Force), κοινοποίησε μια σειρά βασικών προδιαγραφών για την ανάπτυξη ενός νέου μονοθέσιου αεροσκάφους που θα αξιοποιούσε κυρίως σε ρόλους αναχαίτισης.

Οι τεχνικές προδιαγραφές και τα πτητικά χαρακτηριστικά του έπρεπε να είναι ανώτερα του Hurricane, το οποίο θα αντικαθιστούσε, ενώ, και από πλευράς αξιοπιστίας, έπρεπε να είναι τουλάχιστο ισάξιο με τον πρόγονό του.

Ο βασικός λόγος που η RAF μελετούσε την αντικατάσταση του Hurricane πριν καν εμπλακεί στις εχθροπραξίες του Β΄ Π.Π. ήταν ουσιαστικά η ανάπτυξη ενός αεροσκάφους με ακόμη καλύτερες επιδόσεις που θα μπορούσε –επί ίσοις όροις– να αντιμετωπίσει τα γερμανικά καταδιωκτικά που βρίσκονταν υπό ανάπτυξη και αναμενόταν να κάνουν την εμφάνισή τους στους ευρωπαϊκούς ουρανούς, με στόχο την εξασφάλιση μόνιμης αεροπορικής υπεροχής.


Η κίνηση αυτή αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από σοφή όταν εμφανίστηκε το φοβερό Fw 190, που για κάποιο χρονικό διάστημα αποτέλεσε τον απόλυτο κυρίαρχο των αιθέρων αλλά και το μεγαλύτερο φόβητρο των χειριστών της Συμμαχίας.

Ο κύριος σχεδιαστής του νέου αεροσκάφους, ο Σίντνεϊ Καμ, εργαζόταν πάνω στα σχέδια του πιθανού αντικαταστάτη του Hurricane ήδη από το 1937, έχοντας ως βασική αρχή ότι για την ανάπτυξη ενός επιτυχημένου αεροσκάφους θα έπρεπε να εξασφαλίσει ευθύς εξαρχής κατά πολύ καλύτερες επιδόσεις, αλλά και βαρύτερο οπλισμό.



Σε συζητήσεις που είχε με τους αρμόδιους του βρετανικού υπουργείου Αεροπορίας σχετικά με τη χρησιμότητα ενός νέου μαχητικού, ουσιαστικά έθεσε και τις προδιαγραφές που ανακοίνωσε επίσημα το υπουργείο αρκετούς μήνες αργότερα.

Tο νέο μονοθέσιο, χαμηλοπτέρυγο, μονοκινητήριο μαχητικό, θα ήταν αρκετά βαρύτερο από το Hurricane και με ισχυρότερο κινητήρα.

Παρά δε το ότι η μελέτη και η έρευνα για το σχεδιασμό του άρχισαν σχετικά νωρίς, υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή του ενώ, ακόμη και όταν μπήκε σε υπηρεσία, δεν είχε ακόμη τελειοποιηθεί.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρχικά να αποκτήσει τη χειρότερη φήμη μεταξύ των χειριστών από οποιοδήποτε προηγούμενο καταδιωκτικό αεροσκάφος.

Αν και τελικά ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε σε ρόλους δίωξης για την κάλυψη των οποίων αρχικά προοριζόταν, αναδείχθηκε σε ένα από τα καλύτερα αεροσκάφη εγγύς υποστήριξης εκείνης της εποχής.

Επίσημα, ο σχεδιασμός του άρχισε τον Iανουάριο του 1938, ακριβώς δύο μήνες μετά την έναρξη της παραγωγής του Hawker Hurricane.

Ο Καμ, βασιζόμενος στις γραμμές του Hurricane, άρχισε να σχεδιάζει ένα πιο μεγάλο σε μήκος μονοθέσιο μαχητικό που θα εφοδιαζόταν με κινητήρα ο οποίος θα απέδιδε μεγαλύτερη ισχύ κατά 20% τουλάχιστον, σε σύγκριση με τον Merlin της Rolls Royce.

Η απόδοση αυτή θα επιτυγχανόταν με την υιοθέτηση ενός νέου θηριώδους 24κύλινδρου εμβολοφόρου, υγρόψυκτου κινητήρα με μελλοντικές προοπτικές ανάπτυξης ισχύος της τάξης των 2.000 ίππων.

Υποψήφιοι ήταν δύο υπό εξέλιξη νέοι κινητήρες, ο Napier Sabre «H» και ο Vulture «X» της Rolls-Royce.

Αρχικά ο Καμ επέλεξε τον Napier Sabre «H», και για οπλισμό τοποθέτησε δώδεκα πολυβόλα Browning των 0,303 ιντσών με αναχορηγία 400 βλημάτων ανά όπλο, σε μια πτερυγική επιφάνεια 40 ποδών.

Μετά από απαίτηση του υπουργείου Αεροπορίας, ο Καμ σχεδίασε και μια εναλλακτική έκδοση με τον κινητήρα της Rolls Royce και με αυξημένη αναχορηγία των 500 βλημάτων ανά όπλο.

Στις αρχές του 1938 δόθηκαν από το υπουργείο Αεροπορίας επίσημα οι ονομασίες Type «N» και Type «R», αν και ήταν ήδη γνωστά με τα προσωνύμια Sabre και Vulture.

Στις 30 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς, δόθηκε επίσημα από το υπουργείο η παραγγελία για δύο πρωτότυπα από κάθε τύπο.

Εξωτερικά ήταν σχεδόν όμοια, με κατασκευή εξ ολοκλήρου από μέταλλο, η οποία συνδύαζε τη χρήση κραμάτων ατσαλιού (δομή πτέρυγας, ριναίου και ουραίου τμήματος ατράκτου) και αλουμινίου.

Η μόνη τους διαφορά ήταν ότι το μαχητικό με τον κινητήρα Sabre χρησιμοποιούσε ένα ογκώδες ψυγείο ελαίου, εγκατεστημένο στο ρύγχος της ατράκτου κάτω από την έλικα, ενώ αυτό με τον κινητήρα Vulture διέθετε ψυγείο λιπαντικού στην κοιλιά της ατράκτου, στο ύψος της πτέρυγας.

H κατασκευή των δύο πρωτοτύπων προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς, αλλά το πρωτότυπο τύπου «R», λόγω της ταχύτερης ολοκλήρωσης της κατασκευής του κινητήρα Vulture σε σχέση με τον Sabre, ήταν αυτό που πέταξε πρώτο τον Οκτώβριο 1939 με την ονομασία Tornado (Ρ5219).

Ενθουσιασμένοι από τις πρώτες δοκιμές και πιεζόμενοι από τις ανάγκες του πολέμου που πλέον ήταν ολοφάνερο ότι θα χτυπούσε και την πόρτα της Μ. Βρετανίας, οι υπεύθυνοι του προγράμματος του βρετανικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, δίνουν την πρώτη παραγγελία που αφορούσε την κατασκευή 1.000 μονάδων από τις εταιρείες Hawker και A.V. Roe.



Κατά τη διάρκεια όμως του προγράμματος των δοκιμαστικών πτήσεων του Tornado, παρουσιάστηκαν αεροδυναμικά προβλήματα (διάσπαση της ροής του αέρα) στην περιοχή του ψυγείου λαδιού, κάτω από το κεντρικό δομικό στοιχείο της ένωσης ατράκτου-πτέρυγας.

Μετά από μελέτες, οι άνθρωποι της Hawker κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διαμόρφωσή του ήταν ακατάλληλη για ταχύτητες της τάξης των 400 μ.α.ω., οι οποίες ας σημειωθεί ότι για πρώτη φορά επιτυγχάνονταν από βρετανικό μαχητικό αεροσκάφος.

Για να επιλυθεί το πρόβλημα, το σχήμα του αεραγωγού άλλαξε και αποφασίστηκε να μετακινηθεί προς τα εμπρός, ακριβώς στη θέση που είχε τοποθετηθεί και στο πρωτότυπο «N», το οποίο στο μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Typhoon.

Το πρωτότυπο Tornado (P 5219) με τον αεραγωγό στη νέα του θέση, ξεκίνησε τις δοκιμαστικές πτήσεις τον Φεβρουάριο του 1940, οπότε και αποδείχθηκε η ορθότητα της αλλαγής.

Eν τω μεταξύ, στις 30 Δεκεμβρίου του 1939, τοποθετείται στο πρωτότυπο Typhoon με κωδικό κλίσης P 5212, ο πρώτος κινητήρας Napier Sabre και στις 24 Φεβρουαρίου του 1940 πραγματοποιεί με επιτυχία την παρθενική του πτήση.

H μαζική παραγωγή για την κατασκευή του Typhoon ανατέθηκε στην Gloster Aircraft, της οποίας οι εγκαταστάσεις είχαν απελευθερωθεί μετά τον τερματισμό της παραγωγής του διπλάνου Gladiator και της οποίας οι ερευνητικές προσπάθειες είχαν ήδη στραφεί στην ανάπτυξη του Gloster Meteor, του πρώτου στροβιλοκινητήριου βρετανικού μαχητικού.

Οι αρχικές δοκιμές του Typhoon υπήρξαν ικανοποιητικές ειδικά στις υψηλές ταχύτητες πλεύσης, έπρεπε όμως να βελτιωθούν τα πτητικά του χαρακτηριστικά και στις χαμηλές ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα της τάσης για εκτροπή προς τα δεξιά (λόγω της μεγάλης ροπής που δημιουργούσε η αριστερόστροφη μεγάλης διαμέτρου έλικα) κατά τη διάρκεια της απογείωσης.

Αντίστοιχα, η παραγωγή του Tornado ανατέθηκε στα εργοστάσια της Avro στο Μάντσεστερ.

Τα προβλήματα της ανάπτυξης του Tornado όμως δεν είχαν επιλυθεί καθώς η διάταξη σχήματος «X» των κυλίνδρων του κινητήρα Vulture που έφερε δεν επέτρεπε την ασφαλή εγκατάστασή του επάνω στον εμπρόσθιο διαμήκη δοκό, κάτι που έγινε εύκολα με την εγκατάσταση του Sabre στο Typhoon.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί το μήκος του Τornado στα 9,92 μέτρα σε σύγκριση με τα 9,7 του Τyphoon.

Ωστόσο και η ανάπτυξη του Typhoon δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Λόγω του μεγέθους και του βάρους του κινητήρα Sabre σε συνάρτηση με την ανάγκη για διατήρηση του κέντρου βάρους (C.G.) εντός ασφαλών ορίων, ο πρώτος εγκαταστάθηκε πολύ κοντά στα χείλη προσβολής της μεγάλου λόγου πάχους/χορδής πτέρυγας.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πτερυγισμών (Buffet) στην πτέρυγα λόγω της επήρειας του ωστικού ρεύματος της έλικας επάνω της.

Σε μία μάλιστα από τις δοκιμαστικές πτήσεις, όταν ο χειριστής Φίλιπ Λούκας έβαλε πλήρη στοιχεία κινητήρα σε βύθιση, η επικάλυψη στις ρίζες της πτέρυγας άρχισε να αποκολλάται… Ο χειριστής κατόρθωσε μετά βίας να προσγειώσει το πρωτότυπο.



Εκτός από τα δομικά προβλήματα που προαναφέρθηκαν, προβλήματα παρουσιάστηκαν και από τον Sabre που, παρά τη μεγάλη του ιπποδύναμη, υπερθερμαινόταν και «έβγαζε» μικρής έκτασης αστοχίες οι οποίες έπρεπε όμως να επιλυθούν προκειμένου να καλυφθούν ολοκληρωτικά οι προδιαγραφές του υπουργείου.

Από την άλλη πλευρά, και ο Vulture «X» της Rolls-Royce παρουσίαζε πολλά προβλήματα κατά την εξέλιξή του, με βασικότερο όλων την ασθενική ισχύ του.

Ίσως η αναγκαστική απόφαση να δοθεί προτεραιότητα στην παραγωγή των απαιτούμενων Hurricane –λόγω της σοβαρής κατάστασης τον Mάιο 1940– και να τεθεί η ανάπτυξη των Tornado και Typhoon χαμηλότερα στην κλίμακα προτεραιοτήτων, τελικά μάλλον ωφέλησε την εξέλιξη του αεροσκάφους.

Στο διάστημα που μεσολάβησε συνεχίστηκε ο σχεδιασμός των δύο αεροσκαφών και προτάθηκαν τρεις νέοι κινητήρες για το Tornado, ο Fairey Monarch, ο Wright Duplex Cyclone και ο Bristol Centaurus.

Για το δε Typhoon προτάθηκε μια νέα πτέρυγα εφοδιασμένη με πυροβόλα Hispano των 20 χιλιοστών αντί των έξι πολυβόλων Browning των 0,303 ιντσών, ενώ κατασκευάστηκε και μια εναλλακτική πτέρυγα εφοδιασμένη με έξι πυροβόλα των 20 χιλιοστών.

Παράλληλα σχεδιάστηκε και άλλη μια πτέρυγα με μικρότερο λόγο πάχους/χορδής για την εξασφάλιση χαμηλότερης οπισθέλκουσας στις υψηλές ταχύτητες. Όλα αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν αργότερα για την ανάπτυξη ενός εξελιγμένου Typhoon που έφερε την ονομασία Tempest.

Το ενδιαφέρον του υπουργείου Αεροπορίας για τα Tornado και Typhoon αναζωπυρώθηκε, όταν πλέον είχε περάσει η «μπόρα» του καλοκαιριού και του φθινοπώρου του 1940.

Το πρόγραμμα ανάπτυξης των δύο αεροσκαφών συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς, αρχής γενομένης την άνοιξη του 1941, με τον επαναπροσδιορισμό των χρονοδιαγραμμάτων παραδόσεων να αποτελεί το κομβικό σημείο για την επιχειρησιακή του αξιοποίηση.



Από τη γραμμή παραγωγής του Woodford παραδόθηκε το πρώτο Tornado με αριθμό σειράς R7936 στις αρχές του 1941.

Το κενό βάρος του ανερχόταν στις 8.200 λίβρες, ενώ το μέγιστο έφτανε στις 10.580 και μπορούσε να αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα 425 μ.α.ω. σε ύψος 23.000 ποδών.

Αυτό ήταν και το μοναδικό αεροσκάφος παραγωγής, διότι εξαιτίας των προβλημάτων του κινητήρα Vulture που συνέχισαν να υφίστανται αποφασίστηκε η ματαίωση της παραγωγής του και κατ’ επέκταση και η ματαίωση της εισαγωγής στη γραμμή παραγωγής του Tornado.

Παρ’ όλα αυτά, η Hawker δεν εγκατέλειψε τις προσπάθειές της. Το Φεβρουάριο του 1941 υπογράφει ένα νέο συμβόλαιο που περιλάμβανε ένα πλήθος από τροποποιήσεις πάνω στο ήδη υπάρχον Tornado, με βασικότερη όλων την υιοθέτηση του αστεροειδούς κινητήρα Centaurus της Bristol.

Tο νέο πρωτότυπο με κωδικό κλίσης HG 641 πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση στις 23 Oκτωβρίου του 1941. Σ

το πρόγραμμα πτητικών δοκιμών εντοπίστηκαν αρκετά προβλήματα, ειδικότερα στη διάταξη του κινητήρα.

Οι επιδόσεις του εφοδιασμένου με τον κινητήρα Centaurus, Tornado ήταν λίγο καλύτερες από αυτές του εφοδιασμένου με τον Sabre, επιτυγχάνοντας μέγιστη ταχύτητα 412 μ.α.ω.

Αρχικά, οι υπεύθυνοι του τεχνικού τμήματος της εταιρείας, σκέφθηκαν την περίπτωση της τοποθέτησης του Centaurus στο Typhoon, ιδέα που εγκαταλείφθηκε σχετικά γρήγορα, αφού το τελευταίο ήταν πρακτικά αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς περαιτέρω επεμβάσεις στην άτρακτο, οι οποίες κρίθηκαν απαραίτητες για να εγκατασταθεί ο αστεροειδής κινητήρας.

Από το σημείο αυτό κι έπειτα, εγκαταλείπεται κάθε προσπάθεια για την εργοστασιακή παραγωγή του Tornado, και η χρήση αυτών που κατασκευάστηκαν περιορίστηκε στη διεξαγωγή δοκιμών για κινητήρες και έλικες από την de Havilland.

Στο εξής, όλο το βάρος πέφτει στην εξέλιξη του Typhoon, που ήδη είχε καθυστερήσει σημαντικά.

Το πρώτο εργοστασιακό Typhoon IA με αριθμό σειράς R 7082 εφοδιασμένο με τον εξελιγμένο κινητήρα Sabre IIA που απέδιδε μέγιστη ισχύ 2.180 ίππων, πραγματοποίησε την παρθενική του πτήση στις 26 Mαΐου του 1941.

H παραγωγή του με δώδεκα πολυβόλα Browning των 0.303 χιλ. της ίντσας ήταν αρκετά περιορισμένη, και όσα παρήχθησαν με αυτή τη διαμόρφωση χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την ανάπτυξη νέων τακτικών που θα έδιναν στη RAF το πλεονέκτημα στα θέατρα των επιχειρήσεων.

Η επόμενη έκδοση παραγωγής, το Typhoon IB, ήταν εξοπλισμένη με τέσσερα πυροβόλα Hispano των 20 χιλ., δύο ανά πτέρυγα, βασιζόμενη στο οπλικό σύστημα του ήδη επιτυχημένου Mark IA.

Οι ανάγκες του πολέμου και η σαφής υπεροχή του νεοεμφανιζόμενου FW 190 ήταν ο βασικότερος λόγος που το υπουργείο Αεροπορίας αποφάσισε εσπευσμένα την παράδοση του νέου αεροσκάφους στις πολεμικές Μοίρες.

Έτσι, τα πρώτα Typhoon εντάχθηκαν στη δύναμη των Νο.56 και Νο.609 Μοιρών με έδρα το Ντούξφορντ, τον Σεπτέμβριο του 1941.



Λόγω τις εσπευσμένης ένταξης και της μη ολοκλήρωσης του προγράμματος δοκιμών, οι τεχνικοί και οι χειριστές πραγματικά «βρήκαν το διάολό τους» με τον ισχυρό μεν, προβληματικό δε κινητήρα του Typhoon, του οποίου ένα από τα βασικά προβλήματα εξακολουθούσαν να είναι οι υπερθερμάνσεις που οφείλονταν στις ανοχές των βαλβίδων.

Η χρησιμοποίησή του εσπευσμένα, παρά τα προβλήματα που είχαν παρουσιαστεί αρχικά, αργότερα δικαιώθηκε από τα θετικά αποτελέσματα στις αναμετρήσεις με τα αεροσκάφη της Luftwaffe… Και εδώ όμως το τίμημα ήταν πολύ βαρύ από πλευράς απωλειών έμψυχου υλικού.

Στους πρώτους εννέα μήνες επιχειρησιακής χρήσης, τα περισσότερα Typhoon χάθηκαν από μηχανικά ή δομικά προβλήματα, παρά από τις μάχες που έδωσαν στους αιθέρες, στο διάστημα μεταξύ Iουλίου και Σεπτεμβρίου του 1942.

Σύμφωνα με πληροφορίες από τα αρχεία της RAF, εκείνη την περίοδο μετά από κάθε έξοδο υπήρχε τουλάχιστον μία απώλεια εξαιτίας κάποιας δομικής ή μηχανικής αστοχίας!

Εκτός του κινητήρα ένα από τα βασικότερα μειονεκτήματα του αεροσκάφους ήταν η κακή συμπεριφορά στις βυθίσεις, κατά τις οποίες πολύ συχνά παρατηρούνταν το φαινόμενο της αποκόλλησης του ουραίου τμήματος μαζί με ένα κομμάτι της ατράκτου, εξαιτίας δομικού προβλήματος.

Βελτιώσεις στο θέατρο των επιχειρήσεων

Τον Αύγουστο του 1942, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Διέππη, η δράση των Typhoon έγινε για πρώτη φορά ευρύτερα γνωστή, με αφορμή ένα περιστατικό εμπλοκής αεροσκαφών του τύπου με ένα σχηματισμό Fw 190 νότια του Λε Τρεπόρ.

Νικητές από την πρώτη σοβαρή αναμέτρηση των δύο αεροσκαφών αναδείχθηκαν οι Βρετανοί χειριστές, καθώς τρία Fw 190 καταρρίφθηκαν χωρίς να πληγεί κανένα Typhoon από γερμανικά πυρά.

Το παράδοξο είναι ότι δύο από τα Typhoon που έλαβαν μέρος στην προαναφερθείσα αερομαχία δεν επέστρεψαν λόγω του ότι κατέπεσαν από δομική αστοχία του ουραίου πτερώματος!

Οι χειριστές τους, έχοντας τον ήλιο πίσω τους, προκειμένου να βρεθούν σε απόσταση βολής πίσω από τα γερμανικά αεροσκάφη βύθισαν βάζοντας πλήρη στοιχεία κινητήρων.

Κατά τη διάρκεια της βύθισης η ταχύτητα υπερέβη το όριο των 400 μ.α.ω., με αποτέλεσμα να αποκολληθεί το ουραίο τμήμα λόγω πτερυγισμών (High Speed Flutter) που αναπτύχθηκαν στις οριζόντιες πτερυγικές του επιφάνειες.

Παρά την άσχημη φήμη που απέκτησε το Typhoon μετά το περιστατικό αυτό και παρά τις αντιδράσεις των χειριστών, το επιτελείο της RAF, βλέποντας ότι μπορούσε πλέον να αντιμετωπίσει άμεσα το Fw-190, προώθησε χωρίς καθυστέρηση την εντατικότερη χρήση των αεροσκαφών του τύπου σε τέτοιου είδους αποστολές.

Παράλληλα, ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου για τους τεχνικούς της Hawker, της Napier αλλά και της RAF, που τελικά κατάφεραν να εξαλείψουν το πρόβλημα των υπερθερμάνσεων του κινητήρα (μέσω καλύτερης τροφοδοσίας του με αέρα) και να επιλύσουν μερικώς το πρόβλημα στο ουραίο τμήμα, ισχυροποιώντας το δομικά.

Tον Nοέμβριο του 1942, η 609 Mοίρα υπό τον αντισμήναρχο Ρόναλντ Μπίμοντ μετακινήθηκε στο Μάνστον για να αντιμετωπίσει τα Fw 190, που κυριολεκτικά είχαν αποδεκατίσει τα Spitfire.

Και εκεί τα αποτελέσματα που πέτυχαν τα Τyphoon ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά.

Tα δύο πρώτα βομβαρδιστικά Me 210 που καταστράφηκαν πάνω από τη M. Bρετανία καταρρίφθηκαν από Typhoon και στην τελευταία επιδρομή που επιχείρησε η Luftwaffe με το φως το ημέρας πάνω από το Λονδίνο στις 20 Ιανουαρίου του 1943, τα Typhoon κατέρριψαν πέντε αεροσκάφη Fw 190.

Στις 17 Nοεμβρίου του 1942, ο αντισμήναρχος Μπίμοντ χρησιμοποίησε το Typhoon για πρώτη φορά σε νυχτερινή αποστολή πάνω από τη Γαλλία με σκοπό την προσβολή επίγειων στόχων.

Τα αποτελέσματα της πρώτης αυτής νυχτερινής αποστολής του τύπου ενθουσίασαν τους Βρετανούς επιτελείς, με αποτέλεσμα έκτοτε το αεροσκάφος να χρησιμοποιείται κυρίως σε επιθετικές επιχειρήσεις καταστροφής αεροδρομίων, πλοίων και τρένων.

Για το νέο του ρόλο, το Typhoon οπλίστηκε αρχικά με δύο βόμβες των 250 ή 500 λιβρών σε πτερυγικούς φορείς και, λίγο αργότερα, με δύο των 1.000 λιβρών.



Η προσθήκη που επέτρεψε όμως στο Typhoon να αναδείξει στο μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές του, ήταν η εγκατάσταση τεσσάρων ρουκετών ανά ημιπτέρυγα σε ράγες εκτόξευσης.

Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων της απόβασης στη Νορμανδία τον Ιούνιο του 1944 υπήρχαν ενταγμένες στη δύναμη της RAF 26 συνολικά ετοιμοπόλεμες Μοίρες Τyphoon IB που εκτελούσαν αποστολές εγγύς υποστήριξης.

Για το Typhoon IB, που ήταν γνωστό με το προσωνύμιο «Tiffy», η εποχή εκείνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναγνώριση του θεάτρου των επιχειρήσεων…

Πραγματοποιώντας εκατοντάδες εξόδους, τα αεροσκάφη του τύπου σφυροκόπησαν τις γερμανικές δυνάμεις που προσπαθούσαν να ενισχύσουν τις αμυντικές γραμμές στις παραλίες της βόρειας Γαλλίας.

Η κορυφαία όμως στιγμή για το Typhoon και τους χειριστές του ήρθε στις αρχές Αυγούστου του 1944, όταν ένα αεροσκάφος του τύπου, κατά τη διάρκεια αναγνωριστικής πτήσης, εντόπισε την 7η Γερμανική Στρατιά.

Σε μικρό χρονικό διάστημα μια μεγάλη αεροπορική δύναμη αποτελούμενη από Typhoon κατέφθασε από τη Νορμανδία και, εφόσον πραγματοποίησε περισσότερες από 1.000 εξόδους, εξουδετέρωσε μια συγκέντρωση τεθωρακισμένων στο Avranches, καταστρέφοντας περίπου 137 γερμανικά άρματα και αρκετά οχήματα υποστήριξης.

Γενικά, το Typhoon χρησιμοποιήθηκε σε αποστολές προσβολής επίγειων στόχων, εγγύς υποστήριξης και συνοδείας βομβαρδιστικών σχεδόν σε κάθε σημείο του ευρωπαϊκού θεάτρου επιχειρήσεων.

Η εξέλιξη του Typhoon οδηγεί στη γένεση του Tempest

Στα τρία χρόνια της παρουσίας του Typhoon (από την εποχή που πέταξε το πρωτότυπο έως ότου τα αεροσκάφη παραγωγής αξιοποιήθηκαν από τη RAF στο θέατρο των επιχειρήσεων) δεν παρουσιάστηκαν πολλές εκδόσεις.

Οι βασικές εκδόσεις ήταν το Μk.IA και Μk.ΙΒ και ο κύριος λόγος της μη εξέλιξης νέων εκδόσεων επικεντρώνεται στην επίλυση μια σειράς προβλημάτων που είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου έμψυχου υλικού.

Η επίλυση των προβλημάτων ήρθε με μια σειρά τροποποιήσεων που υπαγορεύτηκαν από την επιχειρησιακή χρήση του αεροσκάφους, και κυρίως αφορούσαν τον επανασχεδιασμό του κατακόρυφου ουραίου σταθερού και των καλυμμάτων των κύριων σκελών του συστήματος προσγείωσης καθώς και την υιοθέτηση πανοραμικής καλύπτρας σχήματος «σταγόνας», που για πρώτη φορά τοποθετήθηκε σε χρήση σε μαχητικό αεροσκάφος.



Μια άλλη βελτίωση που έγινε για την αύξηση της μαχητικής ικανότητας του αεροσκάφους ήταν η τοποθέτηση των βομβών και ρουκετών σε πτερυγικούς φορείς με αποτέλεσμα το βάρος του αεροσκάφους από 11.300 λίβρες χωρίς φορτίο, με την προσθήκη των δύο βόμβων των 500 λιβρών να αυξηθεί στις 12.400 λίβρες και με τις βόμβες των 1.000 λιβρών, ή με τις οκτώ ρουκέτες, ακόμη περισσότερο.

Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αύξησης του βάρους, αντικαταστάθηκε η τρίφυλλη έλικα με την οποία ήταν εφοδιασμένα τα αεροσκάφη της έκδοσης Mk.IA, με μια νέα τετράφυλλη.

Με τη νέα έλικα και τις άλλες τροποποιήσεις που προαναφέραμε, το αεροσκάφος μπορούσε να αναπτύξει μέγιστη ταχύτητα 398 μ.α.ω. στα 8.500 πόδια και 417 μ.α.ω. στα 20.500 πόδια.

Ο χρόνος ανόδου στα 20.000 πόδια ανερχόταν σε 7,6 λεπτά.

Η αναγνωριστική έκδοση Typhoon FR.IB αναπτύχθηκε στις αρχές του 1945, με την εγκατάσταση τριών φωτομηχανών F.24 στη θέση των πυροβόλων.

Η έκδοση του αεροσκάφους για τη διεξαγωγή αποστολών νυχτερινής δίωξης προέκυψε από τη μετατροπή του Μk.AI με την εγκατάσταση ηλεκτρονικού εξοπλισμού στο θάλαμο διακυβέρνησης και ραντάρ αέρος-αέρος. Μια άλλη έκδοση που αναπτύχθηκε για λογαριασμό του Βρετανικού Ναυτικού (Royal Navy) έφερε τους αεραγωγούς του ψυγείου λαδιού στα χείλη προσβολής της πτέρυγας (leading-edge radiators), και κατόπιν εξελίχθηκε παίρνοντας τη μορφή του Hawker Sea Fury.

Μια ειδική έκδοση του Typhoon κατέχει και τον τίτλο του πρώτου εξειδικευμένου αεροσκάφους καταστολής αεράμυνας (αντι-ραντάρ).

Επρόκειτο για τροποποιημένο Mk.ΙB, εφοδιασμένο με δέκτες ρυθμισμένους για τη λήψη ενός συγκεκριμένου φάσματος συχνοτήτων εκπομπής ραντάρ του αντιπάλου.

Όταν ο δέκτης λάμβανε ακτινοβολία προερχόμενη από γερμανικά ραντάρ, ένα όργανο στον πίνακα οργάνων του αεροσκάφους εφοδιασμένο με μια βελόνα (σαν το ADF) έδειχνε στον χειριστή τη διόπτευση του στόχου (η βελόνα έστρεφε προς την κατεύθυνση που αυτός βρισκόταν).

Όταν ο στόχος εντοπιζόταν, τα αεροσκάφη της συγκεκριμένης έκδοσης που ήταν εφοδιασμένα με ειδικές καπνογόνες ρουκέτες κατάδειξης (λόγω του πυκνού καπνού που άφηναν, το κωδικό όνομα τους ήταν «Abdulla», δανεισμένο από γνωστή μάρκα τσιγάρων της εποχής!), τον προσέβαλαν καταγράφοντας παράλληλα και τη θέση του, προκειμένου να ενημερωθούν και άλλοι σχηματισμοί που θα έσπευδαν για την ολοκληρωτική καταστροφή του.



Ένας σημαντικός τομέας που έπαιξε τον κύριο ρόλο στη μελλοντική εξέλιξη του αεροσκάφους ήταν ο επανασχεδιασμός για τη βελτίωση της πτέρυγας με την ανάπτυξη μιας νέας, λεπτότερης (μικρότερου λόγου πάχους/χορδής).

Ο σχεδιασμός της, όπως προαναφέρθηκε, είχε ξεκινήσει από το 1940.

Ήταν ήδη γνωστό ότι η πτέρυγα της σειράς NACA 22 που υιοθετήθηκε στο Typhoon ήταν απολύτως κατάλληλη για ταχύτητες μέχρι και 400 μ.α.ω.

Από εκεί και πέρα όμως η αεροτομή της δεν επέτρεπε την διατήρηση της στρωτής ροής του αέρα στις επάνω και κάτω επιφάνειές της (επερχόταν διάσπαση του οριακού στρώματος δηλαδή), με αποτέλεσμα την εμφάνιση τυρβοειδούς ροής επάνω στην πτέρυγα και το ουραίο πτέρωμα.

Στις βυθίσεις λοιπόν κοντά στα 500 μ.α.ω. εξαιτίας του φαινομένου που περιγράφηκε, εμφανιζόταν μια ραγδαία αυξανόμενη οπισθέλκουσα που επηρέαζε τη συμπεριφορά του αεροσκάφους κάνοντας το ρύγχος του εξαιρετικά βαρύ και το χειριστήριο ουσιαστικά άχρηστο.

Λόγω του μικρότερου λόγου πάχους/χορδής της νέας πτέρυγας, η ποσότητα του καυσίμου που αυτή μπορούσε να δεχτεί ήταν μικρότερη.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του μήκους της ατράκτου κατά 53,3 εκατοστά προκειμένου να αυξηθεί η χωρητικότητα των εκεί εγκατεστημένων δεξαμενών καυσίμου, ενώ ως συνέπεια αυτής της τροποποίησης επιβλήθηκε και αλλαγή της διαμόρφωσης του ουραίου πτερώματος, και ιδιαίτερα του κάθετου σταθερού, του οποίου οι επιφάνειες αυξήθηκαν, σε συνδυασμό με το ότι απέκτησε και εκτεινόμενο χείλος στη σύνδεσή του με την άτρακτο.

Επίσης αυξήθηκε και το εκπέτασμα της ημιελλειπτικής πτέρυγας, στο εσωτερικό της οποίας εξασφαλίστηκε χώρος για την εγκατάσταση τεσσάρων πυροβόλων Hispano-Suiza Mk.5 των 20 χιλιοστών.

Όλες αυτές οι τροποποιήσεις οδήγησαν ουσιαστικά σε μεταμόρφωση του Typhoon σε τέτοιο βαθμό που, στα μέσα του 1942, στο νέο αεροσκάφος που προέκυψε δόθηκε η ονομασία Tempest.

Παράλληλα σχεδιαζόταν και εναλλακτικές θέσεις τοποθέτησης του κινητήρα Sabre.

To πρώτο πρωτότυπο πέταξε στις 2 Σεπτεμβρίου 1942 με χειριστή τον Φ. Λούκας και η πρώτη μονάδα παραγωγής πέταξε τον Iούνιο 1943 με χειριστή τον Μπιλ Χαμπλ. Τα πρώτα αεροσκάφη παραγωγής διέφεραν ελάχιστα σε σύγκριση με το πρωτότυπο.

Έτσι, οι επιδόσεις παρέμειναν ουσιαστικά οι ίδιες με αυτές που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια των πτητικών δοκιμών.

Η ταχύτητα του αεροσκάφους ξεπερνούσε τα 477 μ.α.ω., κινητήρας ήταν ο Sabre IIB των 2.200 ίππων και το Tempest V (έτσι ονομάστηκε η πρώτη έκδοση παραγωγής) έφθανε τα 435 μ.α.ω. στο επίπεδο των 17.000 ποδών.

H ακτίνα δράσης των 820 μιλίων ήταν αρκετά μεγαλύτερη από του Typhoon και αυτό οφειλόταν, όχι μόνο στη λίγο μεγαλύτερη χωρητικότητα σε καύσιμο, αλλά και στη νέα πτέρυγα. Oι πρώτες Μοίρες της RAF που εφοδιάστηκαν με Tempest V ήταν οι Νο.3 και Νο.486 στις αρχές του 1944 στο Νιούτσερτς.

Έως τον Mάιο της ίδιας χρονιάς, υπήρξαν πέντε απώλειες που προκλήθηκαν από αστοχίες της έλικας. Tον Iούνιο υιοθετήθηκε νέα έλικα και, δύο ημέρες μετά την D-day (ημέρα της απόβασης στη Νορμανδία), τα Tempest κατέρριψαν τρία Fw 109 χωρίς απώλειες.

Επίσης τα Tempest έγιναν ιδιαίτερα γνωστά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως το κυριότερο όπλο εναντίον των ιπτάμενων βομβών V1, καταστρέφοντας συνολικά 638 από αυτές από τον Ιούνιο μέχρι και τον Οκτώβριο του 1944. Στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων χρησιμοποιήθηκε για επίγειες προσβολές όπως και για καταστροφές εφοδιοπομπών και τρένων μέχρι το τέλος του πολέμου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στα τέλη του 1942, παράλληλα με το πρωτότυπο του Tempest V κατασκευάστηκε και πέταξε και ένα δεύτερο (HM 599), το Tempest I.

Στα πλαίσια των πτητικών δοκιμών που ακολούθησαν, ένα δεύτερο πρωτότυπο (LA 602) εφοδιάστηκε με έναν αερόψυκτο αστεροειδή δεκαοκτακύλινδρο εμβολοφόρο κινητήρα, τον Centaurus της Bristol, παίρνοντας την ονομασία Tempest II.

Η ικανοποιητική εξέλιξη του προγράμματος των πτητικών δοκιμών οδήγησε στην απόφαση για μαζική παραγωγή του Mark II.

Tο πρώτο εργοστασιακό Tempest II πέταξε 15 μήνες αργότερα (4 Οκτωβρίου του 1944) αλλά η πρώτη Μοίρα, η Νο 54, εφοδιάστηκε με το νέο αεροσκάφος τον Nοέμβριο 1945, όταν πια ο πόλεμος είχε τελειώσει.



Tα Tempest II παραγωγής ήταν εφοδιασμένα με κινητήρες Bristol Centaurus V ή VI των 2.500 ίππων και μπορούσαν να αναπτύξουν μέγιστη ταχύτητα πλεύσης 440 μ.α.ω. στα 15.900 πόδια και 406 μ.α.ω. στο επίπεδο της θάλασσας.

H ακτίνα δράσης χωρίς εξωτερικές δεξαμενές έφθανε τα 775 μίλια, ενώ ο βαθμός ανόδου ήταν 4.520 πόδια/λεπτό.

Μεταπολεμικές «επεμβάσεις»…

Μια άλλη ενδιαφέρουσα βελτίωση που έγινε από τον Napier ήταν ο σχεδιασμός ενός δακτυλιοειδούς περιβλήματος με σκοπό την αντικατάσταση του ψυγείου τύπου chin, καθώς και η προσθήκη ενός πολυβόλου των 40 χιλ. κάτω από κάθε πτέρυγα μέσα σε μια επιμήκη βάση.

Οι προαναφερθείσες αλλαγές πραγματοποιήθηκαν στα Tempest V με κωδικούς κλίσης NV 768 και SN 354.

H τελευταία έκδοση του Tempest ήταν το Mark VI που εμφανίστηκε το 1945 και είχε κινητήρα Sabre VA των 2700 ίππων που ήταν πανομοιότυπος εξωτερικά με αυτόν του Tempest V.

H περαιτέρω εξέλιξη του Tempest αποτράπηκε στην ουσία από την έμφαση που δόθηκε μεταπολεμικά στην ανάπτυξη στροβιλοκινητήριων αεροσκαφών (τζετ).

Aυτός είναι και ο λόγος που δύο τροποποιήσεις στο σύστημα ψύξης λιπαντικού, που ταυτόχρονα βελτίωναν την αεροδυναμική του αεροσκάφους, δεν προχώρησαν ποτέ στη φάση της μαζικής παραγωγής.

Στην πρώτη περίπτωση η Napier εγκατέστησε σε δύο Tempest V (τα EJ 518 και NV 768) που ήταν εφοδιασμένα με κινητήρα Sabre VI, ένα δακτυλιοειδές ψυγείο λαδιού επάνω στην εισαγωγή του κινητήρα δημιουργώντας έτσι το πιο «καθαρό» ίσως αεροδυναμικά μαχητικό του B΄ Π.Π.

H ιδέα κλάπηκε από τους Γερμανούς και άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά όταν ένα αιχμαλωτισμένο Fw190 εξετάστηκε από Βρετανούς τεχνικούς για πρώτη φορά.

Tότε διαπιστώθηκε ότι το κορυφαίο γερμανικό αεροσκάφος έφερε ένα κυκλικό δακτυλιοειδές ψυγείο λιπαντικού προσαρμοσμένο στην εισαγωγή αέρα πίσω από τον κώνο της έλικας, το οποίο επιπροσθέτως ψυχόταν και από έναν ανεμιστήρα που έπαιρνε κίνηση από τον άξονα περιστροφής της έλικας…



Επίσης, διαπιστώθηκε ότι οι Γερμανοί δεν χρησιμοποιούσαν στεφάνι συλλογής καυσαερίων (κάτι που απομόνωνε τον κινητήρα από την πίσω πλευρά παρακωλύοντας τη διέλευση του αέρα μεταξύ των κυλίνδρων) αλλά ξεχωριστό αγωγό εξαγωγής από κάθε κύλινδρο.

Υιοθετώντας τις ίδιες τεχνικές δημιούργησαν ένα ίδιο πρωτότυπο που για πρώτη φορά πέταξε στις 28 Iουνίου του 1943, αλλά δεν μπήκε ποτέ σε μαζική παραγωγή.

Στη δεύτερη περίπτωση, η Napier τροποποίησε για δεύτερη φορά το NV 768, καταργώντας τον κλασικό κώνο της έλικας και αντικαθιστώντας τον με έναν δακτυλιοειδούς τύπου, εξασφαλίζοντας τη ροή μεγαλύτερων ποσοτήτων αέρα προς τον κινητήρα.

Φυσικά, ούτε και αυτή η διαμόρφωση μπήκε ποτέ σε μαζική παραγωγή.

Επίσης μια ακόμη τροποποίηση που δεν έφτασε ποτέ στην παραγωγική διαδικασία ήταν η εγκατάσταση του κινητήρα Griffon 85 της Rolls. H συνολική παραγωγή του Typhoon πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά από την Gloster Aircraft φθάνοντας συνολικά τις 3.300 μονάδες.

Παρ’ όλο που μεταπολεμικά τα Typhoon και Tempest δεν είχαν περαιτέρω εξέλιξη, ξέφυγαν από τη μοίρα πολλών αεροπλάνων που, αν και σχεδιάστηκαν με σκοπό την εργοστασιακή παραγωγή, τελικά κατέληξαν δοκιμαστικά πρωτότυπα για πειραματισμούς.

Το Typhoon ουσιαστικά μεταμορφώθηκε από ένα μαχητικό αμφίβολης αξιοπιστίας σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά όπλα των συμμάχων, περνώντας στο πάνθεον της αεροπορικής ιστορίας ως το πιο ικανό αεροσκάφος του Β΄ ΠΠ σε αποστολές εγγύς υποστήριξης.

Σε ό,τι αφορά τη βελτιωμένη του έκδοση με την ονομασία Tempest, αυτή κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην αεροπορική ιστορία, λόγω της μεγάλης της προσφοράς κατά των γερμανικών βομβών V1.



Παιχνίδια στον Καθρέπτη: Η Θέληση

 Η Θεληση

Αυτή είναι η εξαιρετική Δύναμη, είναι η μεγάλη ώθηση που θέτει σε κίνηση όλο το Σύμπαν. Ούτε η Μάγια ξεφεύγει από την ελκτική δύναμη της θέλησης, καθώς η Μάγια αναπτύσσει το παιχνίδι της με την κυριαρχία της θέλησης.

Είναι τόσο απεριόριστη αυτή η Δύναμη, που εφαρμόζεται στις πιο διαφορετικές ευκαιρίες. Με τη θέληση η πέτρα διατηρείται χωρίς να αποσυντίθεται, τα μόρια του σώματος δεν διαλύονται ούτε χάνουν το σχήμα τους και είναι επίσης η θέληση αυτή που κάνει τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος να περιφέρονται γύρω από έναν κεντρικό Ήλιο. Η δύναμη είναι πάντοτε η ίδια, μόνο που όσο πιο ψηλά ασκείται τόσο πιο λεπτή, πιο δυνατή και πιο τέλεια είναι.

Αυτή η μεγάλη Δύναμη περικλείει το μυστήριο της Ζωής. Αυτή είναι η Ζωή που εμφανίζεται σε όλα τα όντα. Εκδηλώνεται στο μικρό έντομο, που παλεύει θαρραλέα για την ύπαρξή του και καταφεύγει σε χίλιες κρυψώνες κι ελιγμούς, για ν' αποφύγει την ασυνείδητη καταστροφή, που θα μπορούσαμε να προκαλέσουμε σε βάρος του ακόμα και μ' ένα δάχτυλο. Ακούγεται στη μικρή γάτα που νιαουρίζει λυπημένα, καθώς προσπαθεί να ξεφύγει από τον θάνατο που παραμονεύει. Τη βλέπουμε σε μια σταγόνα νερό που επιζητά να φτάσει στον ωκεανό και στο μικροσκοπικό φυτό που ξεπροβάλλει απελπισμένο μέσα από δυο πέτρες στο δρόμο και διεκδικεί με πείσμα το πράσινο δικαίωμά του στη ζωή. Η ίδια Ζωτική Δύναμη κάνει να εκραγεί σε χίλια φώτα ένα αστέρι πριν εμφανιστεί, για να μείνει η λάμψη εκεί που πριν υπήρχε ένα σώμα. Είναι αυτό που παροτρύνει τον άνθρωπο να κάνει απογόνους, εξαιτίας του φόβου του ότι μπορεί να τελειώσει η ζωή μ' αυτόν. Είναι η έμπνευση του ποιητή που μεταφράζει σε ερωτικά λόγια το συναίσθημά του, για να μην πεθάνει μέσα στη στασιμότητα. Είναι το δυναμικό της ψυχής, που ανοίγει δρόμο μέσα από το σκοτάδι της ύλης μας κι επιβάλλεται με θάρρος λόγω της ίδιας της ανωτερότητάς της.

Όλα αυτά και πολύ περισσότερα αποτελούν τη θέληση, και στην περίπτωση που αυτή μας διακατέχει, είναι η ενέργεια που θέτουμε στο παιχνίδι της ψευδαίσθησης, όπου συγκεντρώνουμε όλο και περισσότερες δυνάμεις για να περάσουμε από το σκοτάδι της μη γνώσης στη λάμψη της σοφίας. Η Μάγια εφαρμόζει ηθελημένα τα τεχνάσματά της, γιατί η θέλησή της είναι να μην εξφανιστεί ποτέ ο κόσμος μας της ύλης και της μορφής, ενόσω διαρκεί η ευφυία της κι ενόσω δεν αλλάζει η αθώα και αγνώμων ευπιστία μας. Στον άνθρωπο η θέληση εμφανίζεται πάνω και κάτω, στο αδρανές της ύλης και στο αιθέριο της ψυχής. Αν η θέληση κατεβαίνει στα ανθρώπινα επίπεδα και παρουσιάζεται πιο χαμηλά, είναι γιατί εμφανίζονται οι τόσο γνωστές εκφράσεις: "θέλω" ή "δεν θέλω", "θα το κάνω" ή "δεν θα ξανακάνω κάτι τέτοιο". Το να θέλουμε επιτακτικά είναι η αντανάκλαση που μας αφήνει η θέληση να δούμε, όταν αυτή έχει κατέβει μέχρι τα όρια του σώματος και των επιθυμιών του.

Ωστόσο, θέληση δεν είναι μόνο να θέλουμε, είναι επίσης το να μπορούμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε. Μια θέληση που δεν καταλήγει σε δράση, είναι μια δύναμη που κατασπαταλάται, ένας σπόρος που δεν δίνει καρπούς στη γη. Είναι όπως ένα ποτάμι που δεν φτάνει ποτέ στη θάλασσα ή όπως μια φωτιά χωρίς φως ούτε θερμότητα.

Εμείς οι άνθρωποι κάνουμε λίγα κι επιθυμούμε πολλά. Τα "θέλω" -χοντροειδείς απομιμήσεις της ανώτερης θέλησης- μας κατέχουν σχεδόν σε όλη τη ζωή και το υπόλοιπο του χρόνου μας εξανεμίζεται, καθώς φανταζόμαστε ότι επιτέλους κατορθώσαμε αυτό που τόσο πολύ θέλαμε, όταν δεν ασχολούμαστε με το πόσο θα υποφέραμε, αν χάναμε αυτό που θα μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε... Κι έτσι με όνειρα και λόγια χάνεται η ενέργεια της θέλησης, αυτή η ίδια που έθεσε τη Γη σε κίνηση, που δεν μπόρεσε όμως να κάνει τους ανθρώπους να δράσουν.

Είναι που δεν υπάρχει δύναμη στους ανθρώπους; Ασφαλώς και υπάρχει. Είναι η μεγάλη δύναμη της αδράνειας που πρέπει να νικήσουμε, για να μπορέσει η θέληση να εκδηλωθεί με την ικανότητά της για δράση.

Λόγω της αδράνειας ακολουθούμε τα παιχνίδια της Μάγια κι ακόμα συνεχίζουμε να παίζουμε, όταν με βάση τη λογική θα έπρεπε να πάψουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο... Με τη θέλησή μας σταματάμε το παιχνίδι των παιδιών, για να μπούμε σε νέους κύκλους δουλειάς, πάντα κρατημένοι από το χέρι της Μάγια, όμως ένα σκαλοπάτι παραπάνω.

Η αδράνεια είναι βαρύτητα, όμως υπάρχει μπροστά στους ευμετάβλητους ανέμους της Μάγια. Αυτή, στην ατέρμονη περιφορά της, κάνει να θέλουν οι άνθρωποι σήμερα ένα πράγμα κι αύριο άλλο. Το σημαντικό για τη Μάγια είναι να εξακολουθήσει η θέληση να είναι ένα παιδί σε ανθρώπους που ποτέ δεν έπαψαν να είναι παιδιά. Σήμερα μας αρέσει ένα πράγμα, αύριο άλλο...

Πότε θα στεριώσουμε; Πότε θα πάψουμε να είμαστε παιχνίδι των απατηλών ανέμων, συρόμενοι από το ίδιο το βάρος της αδράνειάς μας; Το θέμα δεν είναι να μην αλλάξουμε αλλά το να συναντήσουμε τις ρίζες που δεν αλλάζουν, για να επιτρέψουμε την ευτυχή ανάπτυξη των φύλλων και των φρούτων. Με άλλα λόγια, να βρούμε τις διαρκείς αξίες, ώστε να μπορούν οι περιστάσεις να μεταβάλλονται πάντοτε πάνω στην ίδια βάση, πάνω σ' ένα μοναδικό Ιδεώδες.

Η Μάγια έχει θέληση, είναι ένα καλό παράδειγμα γι' αυτό που δεν αλλάζει ποτέ μέσα στη διαρκή μεταβολή. Θα μπορούσαμε να συλλάβουμε κάτι πιο μεταβλητό μέσα από τα παιχνίδια της ψευδαίσθησης; Μπορείτε να φανταστείτε περισσότερα χρώματα, περισσότερες μορφές, περισσότερες πολλαπλότητες απ' αυτές που προσφέρει η Μάγια; Ωστόσο, μέσα σ' αυτόν το φαινομενικό στρόβιλο, Αυτή είναι ακίνητη και σίγουρη για την τελεολογία που τη διαπνέει. Η Μάγια παίζει πάντα. Ποτέ δεν παύει να παίζει, αν και μπορεί ν' αλλάζει τα παιχνίδια της. Εμείς αγαπάμε τη Μάγια κάποιες στιγμές, εμψυχωμένοι από την απεριόριστη εκδήλωσή της, κι άλλοτε τη μισούμε, όταν νιώθουμε τα γερά νύχια της πάνω στη θέλησή μας για απελευθέρωση. Όμως, ενώ εμείς την αγαπάμε ή τη μισούμε, Αυτή εξακολουθεί να παίζει με τον κόσμο και τα όντα του, συνεχίζει να τα μεταφέρει προς το πεπρωμένο τους της μόνιμης ζωής, της σταθερής αναπαραγωγής, του αδιάκοπου πολλαπλασιασμού.

Αν ξεδιαλύνουμε το μυστικό της Μάγια, θα είμαστε όπως Αυτή, δηλαδή θα θέλαμε σήμερα αυτό που θελήσαμε χθες κι αυτό που θα θέλουμε αύριο. Θα πράτταμε σήμερα καλύτερα απ' ό,τι χθες κι αύριο καλύτερα από σήμερα. Να παίζουμε, αλλά να ξέρουμε γιατί το κάνουμε. Να είμαστε με τη Μάγια ή χωρίς Αυτήν, γιατί έτσι το έχουμε αποφασίσει με τη θέλησή μας.

Ό,τι δεν θυμάται το παιδί, το θυμάται το σώμα του

Κάποιοι άνθρωποι μεγαλώνουν χωρίς αναμνήσεις ή πιο σωστά, χωρίς τις σωστές αναμνήσεις. «Δεν θυμάμαι τίποτα από τα παιδικά μου χρόνια», λένε. Ή θυμούνται μόνο σκόρπιες εικόνες, χωρίς συνέχεια, χωρίς πλαίσιο. Όμως το σώμα τους θυμάται – με τρόπους που δεν είναι πάντα φανεροί: με σφίξιμο στο στήθος, με ανεξήγητο φόβο, με δυσκολία στις σχέσεις. Άλλοι νιώθουν πως ζουν «δίπλα» από τον εαυτό τους, σαν παρατηρητές σε μια ζωή που δεν τους ανήκει.

Το παιδικό τραύμα δεν χάνεται. Αν δεν μπορέσει να ειπωθεί, αποθηκεύεται αλλιώς. Και καθώς το παιδί μεγαλώνει, η σιωπή γίνεται συνοδοιπόρος στην ενήλικη ζωή. Μια αόρατη παρουσία που υπαγορεύει αντιδράσεις, συναισθήματα, επιλογές – χωρίς να εξηγείται. Αυτό είναι το παράδοξο της τραυματικής μνήμης: δεν θυμάσαι, αλλά εξακολουθείς να επηρεάζεσαι από αυτό που ξέχασες.

Τραύμα και μνήμη: Γιατί το παιδί ξεχνά;

Ο εγκέφαλος του παιδιού είναι σε φάση ανάπτυξης. Οι δομές που αποθηκεύουν και ανακαλούν μνήμες – όπως ο ιππόκαμπος και ο προμετωπιαίος φλοιός – δεν έχουν ακόμη ωριμάσει πλήρως. Όταν ένα παιδί εκτεθεί σε τραυματικές εμπειρίες – κακοποίηση, παραμέληση, απώλεια, διαρκή συναισθηματική αστάθεια – το νευρικό του σύστημα κατακλύζεται από στρες και αναζητά τρόπους να προστατευτεί, άλλοτε μέσα από την ένταση, άλλοτε μέσα από την παύση ή την απόσυρση.

Όταν το τραύμα είναι ήδη γεγονός και το παιδί δεν έχει τη δυνατότητα να το σταματήσει ή να αποδράσει, ο ψυχισμός ενεργοποιεί μηχανισμούς προστασίας τη στιγμή της εμπειρίας. Εκεί εμφανίζεται ένας βασικός μηχανισμός: η αποσύνδεση.

Η αποσύνδεση είναι η ψυχική παύση, η εσωτερική «απενεργοποίηση» για να αντέξει το παιδί αυτό που βιώνει. Δεν πρόκειται για συνειδητή επιλογή, αλλά για ένα νευροβιολογικό φαινόμενο. Η μνήμη, σε τέτοιες συνθήκες, δεν καταγράφεται όπως μια φυσιολογική εμπειρία. Είτε δεν αποθηκεύεται καθόλου, είτε αποθηκεύεται αποσπασματικά, χωρίς χρονική ή συναισθηματική συνοχή. Έτσι γεννιέται η τραυματική αμνησία – μια σκόπιμη λήθη του οργανισμού.

Η σιωπή του σώματος και οι ψίθυροι της μνήμης

Η μνήμη δεν είναι μόνο λέξεις και εικόνες. Είναι και αίσθηση, ένταση, αυτόματη αντίδραση. Το σώμα θυμάται αυτό που το μυαλό δεν μπορεί να αντέξει:
  • Ένα ανεξήγητο σφίξιμο στο στομάχι όταν κάποιος υψώνει τη φωνή
  • Ένα πάγωμα μπροστά στη σύγκρουση
  • Ένα μόνιμο αίσθημα ότι «κάτι δεν πάει καλά» χωρίς να ξέρεις τι
Αυτή είναι η σωματική μνήμη (somatic memory), την οποία περιγράφει ο Bessel van der Kolk στο έργο του The Body Keeps the Score. Η εμπειρία υπάρχει στο σώμα – όχι ως αφήγηση, αλλά ως νευρική καταγραφή. Δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια γιατί δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να οργανωθεί ως ιστορία.

Η σωματική μνήμη ενεργοποιείται ξανά και ξανά όταν το παρόν θυμίζει, έστω και υποσυνείδητα, κάτι από το παρελθόν. Ένα βλέμμα, ένας τόνος φωνής, μια παύση, μπορούν να λειτουργήσουν σαν πυροδοτικοί μηχανισμοί. Κι όμως, επειδή δεν υπάρχει συνειδητή σύνδεση, το άτομο αισθάνεται ότι «αντιδρά υπερβολικά» ή «δεν καταλαβαίνει γιατί φοβάται τόσο». Αυτή είναι η ουσία της αποσύνδεσης: να κουβαλάς μια μνήμη που δεν θυμάσαι.

Τι σημαίνει να ζεις με παιδική αμνησία ως ενήλικας;

Η αμνησία είναι παραμορφωμένη συνέχεια. Το τραύμα, αν και απωθημένο, εξακολουθεί να εκφράζεται στο παρόν:
  • Μέσα από σχέσεις που αναπαράγουν παλιές δυναμικές: κακοποιητικές, υποτιμητικές, χειριστικές
  • Μέσα από τοξική αυτοεικόνα: ντροπή, ενοχή, αίσθηση ανεπάρκειας
  • Μέσα από φοβικές ή παθητικές συμπεριφορές: υπερσυμμόρφωση, ανάγκη αποδοχής, φόβος του «όχι»
  • Μέσα από ψυχοσωματικά συμπτώματα: πονοκέφαλοι, κρίσεις πανικού, εντερικές διαταραχές
Το κοινό στοιχείο: η ασύνδετη εμπειρία του εαυτού. Το άτομο νιώθει συχνά ότι δεν ξέρει ποιος είναι, γιατί αντιδρά έτσι, γιατί επαναλαμβάνει τις ίδιες επιλογές. Η παιδική τραυματική αμνησία οδηγεί συχνά σε αυτοαμφισβήτηση και απομόνωση.

Κι όμως, αυτή η «περίεργη» συμπεριφορά είναι στην πραγματικότητα ακριβής αντανάκλαση του τι έζησε το παιδί. Το πρόβλημα δεν είναι η αντίδραση, αλλά η απουσία του πλαισίου που την εξηγεί.

Μπορεί να επιστρέψει η μνήμη;

Η ερώτηση δεν είναι αν θα «θυμηθούμε» με εικόνες. Η ερώτηση είναι αν μπορούμε να συνδεθούμε με τον εαυτό μας με τρόπους που θεραπεύουν. Η ανάδυση της μνήμης δεν είναι υποχρέωση. Δεν είναι πάντα αναγκαία. Για κάποιους, η αποκατάσταση έρχεται όταν αρχίζουν να δίνουν εξηγήσεις στον εαυτό τους, ακόμη κι αν δεν θυμούνται τις λεπτομέρειες.

Αυτό συμβαίνει όταν:
  • Το άτομο βιώνει σχέσεις ασφάλειας, όπου δεν φοβάται να είναι αυθεντικό
  • Αναγνωρίζει ότι η ντροπή και η υπερπροσαρμοστικότητα δεν είναι χαρακτήρας, αλλά στρατηγικές επιβίωσης
  • Επιτρέπει στο σώμα του να μιλήσει: μέσα από θεραπευτικές πρακτικές που δεν βασίζονται μόνο στη λεκτική επεξεργασία, όπως η σωματική ψυχοθεραπεία, το EMDR, ή η ενσυνειδητότητα (mindfulness)
Η αποκατάσταση της συνέχειας δεν σημαίνει να δεις το παρελθόν ως ταινία. Σημαίνει να μπορείς να αισθανθείς χωρίς να φοβάσαι, να εκφραστείς χωρίς να ντρέπεσαι, να σχετιστείς χωρίς να χάνεσαι.

Αυτοί που δεν θυμούνται

Πολλοί άνθρωποι που αναζητούν θεραπεία για το άγχος, τις κρίσεις πανικού ή τις δυσκολίες στις σχέσεις, συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν σχεδόν καμία συνειδητή ανάμνηση από την παιδική τους ηλικία. Κάποιοι θυμούνται μόνο μεμονωμένες εικόνες: το παράθυρο ενός παιδικού δωματίου, ένα γνώριμο αντικείμενο, μια μυρωδιά. Δεν έχουν καθαρές αναμνήσεις προσώπων ή γεγονότων, αλλά αναγνωρίζουν πως δεν ένιωσαν ποτέ συναισθηματική ασφάλεια.

Ως ενήλικες, πολλοί δυσκολεύονται να εμπιστευτούν. Στις σχέσεις, γίνονται υπερβολικά ευγενικοί, απολογούνται συχνά και φοβούνται να εκφράσουν δυσαρέσκεια. Στη θεραπεία, μέσα από την εργασία με το σώμα τους, αρχίζουν να παρατηρούν ότι κάθε φορά που τους κοιτούν έντον

α, νιώθουν έναν κόμπο στο στομάχι. Δεν θυμούνται γιατί. Αλλά τώρα ξέρουν ότι δεν είναι αδικαιολόγητο.

Η κραυγή για θεραπεία

Η παιδική αμνησία είναι θρίαμβος της επιβίωσης. Είναι ο τρόπος του ψυχισμού να προστατέψει αυτό που τότε δεν μπορούσε να διαχειριστεί. Όμως στην ενήλικη ζωή, αυτή η σιωπή γίνεται θόρυβος.

Η θεραπεία δεν στοχεύει να «θυμηθείς για να πονέσεις». Στοχεύει να καταλάβεις πώς αυτό που δεν θυμάσαι εξακολουθεί να διαμορφώνει το παρόν σου. Και να αναγνωρίσεις ότι η καλοσύνη, η συμμόρφωση ή η αποφυγή ίσως κάποτε σε έσωσαν – αλλά δεν χρειάζεται να σε ορίζουν για πάντα.

Το σώμα μας δεν ζητά να του πούμε τι έγινε. Ζητά να το ακούσουμε. Να το εμπιστευτούμε. Και να του επιτρέψουμε να ξεκουραστεί από εκείνο που κουβαλά σιωπηλά τόσα χρόνια.

«Ό,τι δεν θυμάται το παιδί, το θυμάται το σώμα του. Το παιδί ξεχνάει για να ζήσει. Το σώμα θυμάται για να θεραπευτεί.» –Alice Miller