Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

Οι Μύθοι των Χριστιανικών Διώξεων

Όλοι έχουμε μάθει στο σχολείο και έχουμε ακούσει στον άμβωνα της εκκλησίας ότι τους 3 πρώτους αιώνες μ.κ.ε. οι χριστιανοί ήταν θύματα μιας πρωτοφανούς επίθεσης από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όπου εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί μαρτύρησαν ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιησού, αρνούμενοι να απαρνηθούν αυτό που ήξεραν ότι είναι η ‘Αλήθεια’.

Οι χριστιανοί θεωρούν πως διώκονταν απλά και μόνο επειδή ήταν χριστιανοί και τους χρησιμοποιούσαν σαν αποδιοπομπαίους τράγους όταν κάτι πήγαινε στραβά. Ρίχνονταν στα λιοντάρια για την διασκέδαση των Ρωμαίων, εξαναγκάζονταν στην δουλεία, τους δήμευαν τις περιουσίες, κρύβονταν σε μυστικές συναντήσεις σε κατακόμβες μέχρι που στο τέλος θριάμβευσαν, κάνοντας την θρησκεία τους την επικρατούσα θρησκεία ολόκληρου του δυτικού κόσμου. Ο χριστιανισμός προπαγανδιστικά παρουσιάζεται σαν μια θρησκεία σφυρηλατημένη στην φωτιά.

Είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα; Οι ιστορικές πηγές που έχουμε για τους «διωγμούς» είναι στην καλύτερη περίπτωση αποσπασματικές και καθολικά αναξιόπιστες. Ο Ευσέβιος είναι συνήθως η μοναδική σχετική πηγή, όμως ο Ευσέβιος ήταν ένας εκκλησιαστικός ιστορικός και, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι είχε στο μυαλό του κάτι άλλο από μια εξιδανικευμένη εικόνα της γέννησης της χριστιανικής εκκλησίας από το αίμα των πιστών και των μαρτύρων της. Γράφει στην ‘Ευαγγελική Προπαρασκευή’:

«Θα είναι απαραίτητο κάποιες φορές να χρησιμοποιούμε ψευδολογία σαν γιατρειά για το όφελος αυτών που χρειάζονται τέτοια μορφή θεραπείας.» και αναφορικά με τα θύματα του Μεγάλου Διωγμού του Διοκλητιανού: «έχουμε αποφασίσει να μην περιγράψουμε τίποτα για αυτούς εκτός από αυτά με τα οποία μπορούμε να υπερασπιστούμε την Θεία δίκη». Στην πραγματικότητα, οι αποκαλούμενοι «διωγμοί» ήταν τοπικά περιστατικά και έλαβαν μέρος κατά κύριο λόγο επί μήνες και όχι χρόνια.

1) Το 64 μ.κ.ε. ήταν η χρονιά της περίφημης Μεγάλης Πυρκαγιάς της Ρώμης. Η πυρκαγιά ήταν μάλλον αποτέλεσμα ατυχήματος (κάτι όχι πολύ παράξενο, η Ρώμη ξανακάηκε το 69 και το 80) αλλά κατηγορήθηκε ο αυτοκράτορας Νέρωνας και λέγεται ότι για να αποσπάσει την προσοχή από πάνω του κατηγόρησε τους χριστιανούς, τους οποίους έντυσε με δέρματα ζώων και τους έριξε στα σκυλιά ή τους έκαψε ζωντανούς.

ΔΕΣΟ Παύλος Έκαψε την Ρώμη!

Όμως, εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν χριστιανοί, όχι μόνο γιατί δεν είχαν πάρει ακόμα το όνομα «χριστιανός», αλλά δεν υπήρχε καν η ιδέα του «χριστιανού» σαν κάτι ξεχωριστό από τους υπόλοιπους Ιουδαίους. Οι ακόλουθοι του Ιησού ήταν, όπως και ο Ιησούς, Εβραίοι. Την εποχή εκείνη υπήρχαν ήδη πολλά παρακλάδια του Ιουδαϊσμού που διαφωνούσαν μεταξύ τους για θέματα πολιτικής και δόγματος και οι Εβραίοι που ακολουθούσαν τον Ιησού δεν αποτελούσαν εξαίρεση.

Μόνο στα τέλη του 1ου αιώνα άρχισαν να αυτοαποκαλούνται χριστιανοί οι ακόλουθοι του Ιησού, οπότε όταν ο Τάκιτος αναφέρει ότι χριστιανοί τιμωρήθηκαν από τον Νέρωνα σαν υπαίτιοι της πυρκαγιάς (αλλά και όταν ο συγγραφέας του ‘κατά Λουκά Ευαγγέλιο’ και των ‘Πράξεων των Αποστόλων’ αναφέρει διωγμό χριστιανών από Εβραίους), έχουμε να κάνουμε με ετεροχρονισμένη χρήση του όρου. Για την ακρίβεια, είναι απίθανο ότι τον καιρό της μεγάλης πυρκαγιάς οι ακόλουθοι του Ιησού θεωρούνταν σαν μία ξέχωρη και διαφορετική ομάδα.

Για ολόκληρο τον πρώτο αιώνα μάλιστα, είναι ασαφές αν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ήξεραν καν ότι υπήρχαν «χριστιανοί». Εφόσον λοιπόν δεν αναγνωρίζονταν καν σαν χριστιανοί, είναι απίθανο και να ήταν αρκετά γνωστοί και μισητοί ώστε ο Νέρωνας να τους ξεχώρισε σαν αποδιοπομπαίους τράγους. Εφόσον η πηγή για τον «διωγμό» αυτόν είναι ο Τάκιτος, ο οποίος γράφει περίπου το 115 μ.κ.ε. οι περιγραφές του μάλλον δείχνουν την αυξάνουσα προκατάληψη εναντίον των χριστιανών στην δικιά του εποχή και όχι έναν αιώνα πριν.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα περιγράφει ο Τάκιτος, αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό, και όχι κάποια νομοθεσία εναντίον των χριστιανών ή ένα κυνήγι μεγάλης κλίμακας, που θα έπρεπε να είναι αν θέλουμε να μιλάμε για «διωγμό».

2) Όσον αφορά τον διωγμό του Δομιτιανού (κυβέρνησε από το 81 μέχρι το 96 μ.κ.ε), δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία εκτός από του Ευσέβιου, του οποίου οι εξιστορήσεις αμφισβητούνται εκτενώς ως βιαστικές, περιστασιακές και αναξιόπιστες (Timothy D. Barnes, «Legislation Against the Christians»). Ο Δομιτιανός φορολογούσε τους Ιουδαίους και οι χριστιανοί αρνούνταν να πληρώσουν το «φόρο του διδράχμου» καθότι δεν ήταν πλέον Ιουδαίοι.

Σίγουρα οι Ρωμαίοι δεν αναγνώρισαν αυτήν την αυτόκλητη φοροαπαλλαγή και φερόντουσαν στους χριστιανούς όπως σε όλους όσοι δεν πλήρωναν το φόρο. Και πάλι, ακόμα και αν οι ιστορίες μαρτύρων της εποχής αυτής είναι πραγματικές, αφορούν μεμονωμένα περιστατικά και δεν μπορούμε να μιλάμε για διωγμό της άσκησης ενός θρησκευτικού δόγματος. Μέχρι και την εποχή του Δομιτιανού δεν υπήρχε κανένας νόμος κατά των χριστιανών.

3) Οι πρώτες ‘αποδείξεις’ δήθεν δίωξης χριστιανών εμφανίζονται το 112 στην αλληλογραφία μεταξύ του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού και του κυβερνήτη Βιθυνίας και Πόντου, Πλινίου. Ανάμεσα στις 124 επιστολές που διασώθηκαν μεταξύ των δύο, οι οποίες απαρτίζονται από ερωτήματα του Πλινίου για διοικητικά θέματα και απαντήσεις του αυτοκράτορα, υπάρχει μια σύντομη συζήτηση για το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει ο κυβερνήτης χριστιανούς που παρουσιάζονται σε δικαστήρια.

Η ίδια η ύπαρξη αυτής της αλληλογραφίας με το ερώτημα αυτό, αποτελεί απόδειξη ότι δεν υπήρχε κάποιος βασικός κανόνας για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι χριστιανοί. Ο κυβερνήτης δεν ήξερε καν πώς να ενεργήσει. Αν και δεν διευκρινίζεται ο λόγος που οι εν λόγω χριστιανοί έφτασαν στο εδώλιο, και οι δύο Ρωμαίοι συμφωνούν στα γραπτά τους ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να κυνηγιούνται. Άρα δεν υπήρχε κάποιο πρότυπο για το κυνήγι χριστιανών, και ο Τραϊανός θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί κάποιο.

Στην περίπτωση βέβαια που κάποιος χριστιανός έφτανε στο δικαστήριο (για οποιονδήποτε λόγο) όφειλε να αποδείξει ότι λάτρευε τους Ρωμαϊκούς Θεούς. Σε αντίθετη περίπτωση θανατώνονταν. Ο Πλίνιος τους έδινε τρεις ευκαιρίες να δηλώσουν πίστη στην επίσημη θρησκεία και γράφει: «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, οποιοδήποτε κι αν είναι το θρήσκευμά τους, το πείσμα και η ανένδοτη ισχυρογνωμοσύνη πρέπει να τιμωρούνται.» Τιμωρείται δηλαδή όχι ο «χριστιανός», αλλά ο «ανυπάκουος».

Όταν γράφει αλλού ανησυχώντας για την απώλεια κρατικών εσόδων και τον αντίκτυπο στις τοπικές κοινωνίες από το άδειασμα των ναών και τη μείωση πωλήσεων ζώων για προσφορά θυσίας λέει: «η επιδημία αυτής της δεισιδαιμονίας έχει εξαπλωθεί όχι μόνο στις πόλεις, αλλά και στα χωριά και στις φάρμες.» Το ότι αποκαλεί τον χριστιανισμό «δεισιδαιμονία» μας δείχνει ότι δεν τον θεωρούσε καν θρησκεία, δεν ενδιαφερόταν μάλιστα καθόλου για το περιεχόμενο του δόγματός του, κάτι που φαίνεται στις επιστολές του. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν οι οικονομικές και διοικητικές επιπτώσεις, και η υποταγή στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων.

4) Για τους «διωγμούς» του Μάρκου Αυρήλιου και του Σεπτίμιου Σεβήρου, υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία, και όποια βιαιότητα έλαβε χώρα, θεωρείται ότι υπεύθυνοι ήταν τοπικοί κυβερνήτες και όχι κάποιο αυτοκρατορικό διάταγμα. Το πρόβλημα παραμένει ότι η μοναδική πηγή που υποστηρίζει ότι υπήρξε διωγμός είναι ο εκκλησιαστικός Ευσέβιος, ο οποίος είδαμε ότι θεωρείται αναξιόπιστος ως ιστορικός.

5) Τον Ιανουάριο του 250 μ.κ.ε. ο αυτοκράτορας Δέκιος δημοσίευσε ένα διάταγμα που πρόσταζε όλους τους κατοίκους της επικράτειας να θυσιάσουν στο όνομά του. Αυτοί που υπάκουαν θα λάβαιναν ένα πιστοποιητικό (libelus), σαν απόδειξη της θυσίας που είχαν κάνει. Το διάταγμα του Δέκιου δεν απευθυνόταν συγκεκριμένα στους χριστιανούς, αλλά σε όλους τους υπηκόους του. Το αίτιο έκδοσης του διατάγματος ήταν η προάσπιση της κοινωνικής συνοχής. Όταν ο Δέκιος ανέλαβε την εξουσία, έπρεπε να αντιμετωπίσει πολιτικούς αντιπάλους καθώς και μια διχασμένη αυτοκρατορία.

Το γεγονός ότι δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή (γεννήθηκε στην σημερινή Σερβία) έκανε δυσκολότερη την εγκαθίδρυσή του στην Ρώμη. Ξεκίνησε λοιπόν μια εκστρατεία επαναφοράς των παραδοσιακών ρωμαϊκών αξιών και συντήρησης του οράματος της Pax Romana. Το ενδιαφέρον του για την αυτοκρατορική θρησκεία ήταν μέρος αυτής της προσπάθειας. Με το να επιβάλει τη συμμετοχή των υπηκόων του σε αυτήν την θρησκεία, ήθελε να επαναφέρει την Ρώμη στις ένδοξες μέρες της και να εστιάσει την προσοχή και την αφοσίωση των Ρωμαίων σε αυτόν.

Το πιστοποιητικό αφορούσε κοινωνικό κομφορμισμό και πολιτική υπακοή και δεν ανέφερε συγκεκριμένα ότι αυτός που το κατείχε δεν είναι χριστιανός ή ότι απαρνιέται τον Χριστό. Το διάταγμα αφορούσε ποινική δίωξη, όχι θρησκευτική. Επίσης, δεν είναι σαφές κατά πόσο γίνονταν έλεγχοι από τις αρχές για την παρουσίαση του πιστοποιητικού, ούτε πώς τιμωρούνταν όσοι δεν το κατείχαν, καθώς και πόσα ήταν τα θύματα αυτών που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με το διάταγμα, που έμεινε σε ισχύ μόλις 18 μήνες.

6) Ο αυτοκράτορας Βαλεριανός, το 258 μ.κ.ε. με διάταγμα του, διέταξε το θάνατο των χριστιανών ιερέων και επισκόπων, και των χριστιανών συγκλητικών και υψηλόβαθμων διοικητικών σε περίπτωση που δεν αποστατούσαν. Κατ’ αρχάς, πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι ούτε μία δεκαετία μετά το «διωγμό» του Δέκιου οι χριστιανοί φέρονται να ανήλθαν τόσο εύκολα στην εξουσία ώστε να υπάρχουν ακόμα και υψηλόβαθμοι και συγκλητικοί χριστιανοί! Πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο αν συστηματικά η ίδια αυτή κυβέρνηση τους δίωκε;

Όσον αφορά το διάταγμα του Βαλεριανού, είναι η πρώτη νομοθεσία συγκεκριμένα κατά χριστιανών. Όχι όμως όλων των χριστιανών. Το ενδιαφέρον του περιοριζόταν σε επισήμους, όχι σε όλο τον κλήρο. Σκοπός του ήταν η ακεραιότητα της Ρωμαϊκής κυβέρνησης και ο περιορισμός της επιρροής μιας ομάδας εν δυνάμει καταστροφικής (στα δικά του μάτια). Μπορεί το μέτρο να μας φαίνεται ακραίο και βάναυσο (και φυσικά ήταν), αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και σήμερα σε πολλές πολιτείες της Αμερικής δεν μπορούν άθεοι να εκλεγούν δήμαρχοι ή κυβερνήτες (βάση νόμου), στην Βρετανία η βασίλισσα απαγορευόταν μέχρι το 2011 να παντρευτεί ρωμαιοκαθολικό και στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα η ανάγκη θρησκευτικού όρκου κάθε νέας κυβέρνησης.

Ελάχιστοι φαίνεται να είναι αυτοί που πέθαναν σαν αποτέλεσμα του διατάγματος του Βαλεριανού, το οποίο ακυρώθηκε το 260, με το θάνατό του. Είναι η πίστη ότι διώκεσαι που σε ωθεί να επιτεθείς σε άλλους. Η γλώσσα της δίωξης και των μαρτύρων είναι η γλώσσα του πολέμου.

7) Ο διωγμός του αυτοκράτορα Διοκλητιανού προσομοιάζει περισσότερο από κάθε άλλον την εικόνα που παρουσιάζεται για τους διωγμούς κατά χριστιανών. Με διάταγμα, ο Διοκλητιανός το 303, έκανε παράνομες τις συναντήσεις χριστιανών, δήμευσε τις περιουσίες τους, κατάσχεσε ιερά κείμενα, μετέτρεψε ελεύθερους χριστιανούς σε σκλάβους. Ο βαθμός της θηριωδίας και η έκταση του διωγμού διέφερε ανά περιοχή. Στην Δύση μόνο σποραδικά επιβλήθηκε το διάταγμα και όχι στο σύνολο των λεπτομερειών του.

Εξασθένησε η επιβολή του μέχρι το 304 και τερματίστηκε επίσημα το 306 από τον Κωνσταντίνο που μάλιστα όχι μόνο απελευθέρωσε σκλαβωμένους χριστιανούς αλλά τους επέστρεψε και τις κατασχεμένες περιουσίες τους. Πιο βίαια επιβλήθηκε η δίωξη στη Βόρεια Αφρική, όπου το 304 με νέο διάταγμα υποχρεώνονταν όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, να μαζεύονται σε πλατείες και να προσφέρουν θυσίες. Σε περίπτωση άρνησης θανατώνονταν. Το παράξενο είναι ότι ακόμα και ο εκκλησιαστικός Ευσέβιος δεν δίνει βαρύτητα σε επεισόδια στην Βόρια Αφρική.

Ακόμα και στην ιστορία των Μαρτύρων της Παλαιστίνης μόνο οι 16 από τους 99 χριστιανούς μάρτυρες φαίνεται να αναζητήθηκαν από τις αρχές, κάτι που μας αφήνει να υποθέσουμε ότι οι υπόλοιποι ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν από μόνοι τους για να μαρτυρήσουν, συμπεριφορά που εκείνα τα χρόνια συνέβαινε περιστασιακά και μόνο αργότερα καταδικάστηκε από την Εκκλησία σαν πράξη παρόμοια με την αυτοκτονία. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουμε πόσο άσχημη ακριβώς ήταν η δίωξη, αλλά ξέρουμε ότι τα διατάγματα δεν επιβάλλονταν ομοιόμορφα και ότι ακόμα και στην Ανατολή, όπου οι χριστιανοί λένε ότι οι διώξεις ήταν χειρότερες, οι πιστοί σπάνια αναζητούνταν από τις αρχές.

Όπως και να ‘χει, φαίνεται η δίωξη να τερματίστηκε το 305 με την απόσυρση του Διοκλητιανού και να συνεχίστηκε από τον Μαξιμίνο Β’ από το 311 μέχρι το 313. Υπολογίζεται ότι θανατώθηκαν 3.000 με 3.500 χριστιανοί και όχι εκατοντάδες χιλιάδες (μέχρι και 20.000.000!!!) όπως προβοκατόρικα αναφέρεται αυθαίρετα σε κατηχητικά και σε site. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι ο Διοκλητιανός δεν είχε στόχο αποκλειστικά τους χριστιανούς. Ήδη από το 296 ζητούσε το θάνατο των Μανιχαϊστών και το κάψιμο των κειμένων τους, και ακόμα και οι χριστιανοί, όταν απέκτησαν δύναμη, ζήτησαν την κατάργηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους (381 μ.κ.ε.).

Όλες αυτές τις φρικαλεότητες πρέπει να τις δούμε υπό το πρίσμα της εποχής που συνέβησαν. Η Ρώμη δεν ήταν μια δημοκρατική, ανοιχτή κοινωνία όπως θέλουν να βλέπουν τον εαυτό τους οι σημερινές δυτικές. Κάποιος μπορούσε να εκτελεστεί με βάναυσο και ευφάνταστο τρόπο για σχετικά ασήμαντα αδικήματα όπως το κάψιμο σοδειάς ή η διατάραξη της νυχτερινής ησυχίας. Η βία που εξαπέλυσε ο Νέρωνας εναντίον των χριστιανών μετά την πυρκαγιά δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη δεδομένης της βίαιης ιδιοσυγκρασίας του ίδιου και των γενικών κανόνων της ρωμαϊκής τιμωρίας.

Με εξαίρεση λοιπόν, ίσως, την κλιμάκωση της αγριότητας της Μεγάλης Δίωξης (303-305), τίποτα στην αντιμετώπιση των χριστιανών από τους Ρωμαίους δεν δικαιολογεί τον γενικευμένο μύθο που διδάσκεται στα σχολεία και στα κατηχητικά. Η εικόνα που έχουμε για τους διωγμούς κατά χριστιανών που επί 3 αιώνες οδήγησαν στον φρικιαστικό θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανούς πολίτες δεν μπορεί να είναι ρεαλιστική, δεδομένου του ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, βλέπουμε ότι οι χριστιανοί δεν ήταν θύματα συνεχούς δίωξης από τους Ρωμαίους ούτε σε αυτοκρατορικό ούτε σε τοπικό επίπεδο, αλλά και του ότι οι Ρωμαίοι ήταν σχετικά ανεκτικοί όσον αφορά την θρησκεία, συγκριτικά μόνο με άλλους αρχαίους λαούς όπως οι Σελευκίδες.

Υπήρχε ανεκτικότητα και προσαρμογή των ξένων θρησκειών στον ρωμαϊκό πολυθεϊσμό (όπως του Δωδεκάθεου). Όταν η Ρώμη κατακτούσε μια πόλη ή περιοχή, ενσωμάτωνε στοιχεία της θρησκείας της στη ρωμαϊκή θρησκεία και άφηνε τους ντόπιους να την εξασκούν σχετικά ανενόχλητοι, αρκεί να μην ερχόταν σε αντίθεση με τους νόμους της αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι δεν είχαν πρόβλημα με ακίνδυνες πρακτικές όπως οι βαπτίσεις και οι ύμνοι. Είχαν πρόβλημα με εκείνες τις πλευρές του χριστιανισμού που έμοιαζαν με προδοσία, επανάσταση ή καταπάτηση των νόμων και των ηθικών αρχών της αυτοκρατορίας.

Η απειλητική για το ιμπεριαλιστικό κράτος ιδέα του αντιρρησία συνείδησης για παράδειγμα, ήταν ανήκουστη στη Ρώμη πριν τους χριστιανούς. Όταν ένας δικαστής διέταζε έναν χριστιανό να υπακούσει το νόμο του κράτους και αυτός απαντούσε ότι υπακούει μόνο το νόμο του Θεού, αυτό στα αυτιά του δικαστή ακουγόταν σαν στασιασμός και υπονόμευση του πολιτικού, όχι του θρησκευτικού, καθεστώτος. Το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι παρεξηγούσαν πρακτικές όπως η «πόση του αίματος του Χριστού» και η «βρώση του σώματός του» για κανιβαλισμό καθώς και τις αναφορές στην «αδελφική αγάπη» για σεξουαλικές παρεκκλίσεις, δεν βοηθούσε την ομιχλώδη οπτική τους για την μυστηριακή αυτή θρησκεία. Ακόμα και σκλάβοι χριστιανών (ναι, χριστιανοί είχαν σκλάβους) κατηγορούσαν τους αφέντες τους για κανιβαλισμό και αιμομιξία.

Οι χριστιανοί που έζησαν επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και αργότερα, δεν χάρισαν στους παγανιστές την θρησκευτική ανεκτικότητα που αυτοί ζητούσαν επί γενεές. Εξιστορήσεις με χριστιανούς να καταστρέφουν παγανιστικούς ναούς και να επιτίθενται σε παγανιστικά θρησκευτικά κέντρα είναι εξαιρετικά συνήθεις. Με την νομιμοποίηση του χριστιανισμού, οι πιστοί μετατράπηκαν «από αμνούς σε λέοντες» (H. A. Drake).

Δεν έβλεπαν διαφορά μεταξύ αυτών και των μαρτύρων των διωγμών του Δέκιου ή του Διοκλητιανού. «Δεν υπάρχει έγκλημα για αυτούς που είναι με τον Χριστό.» (μοναχός Σενούθιος, 5ος αιώνας)

Σήμερα βλέπουμε την φαινομενική μαρτυρική καταγωγή του χριστιανισμού και το αίσθημα αδικίας των διωγμών να κατακλύζει την συμπεριφορά και την νοοτροπία των πιστών και να τους οδηγεί σε εκδικητικές ενέργειες. Αυτός που αισθάνεται ότι διώκεται έχει και την αίσθηση δικαίου όταν επιτίθεται. Έτσι, ο κάθε «παστίτσιος» αξίζει να μπει στην φυλακή, γιατί βεβηλώνει τα όσια μιας θρησκείας και ενός ολόκληρου λαού, κι ας μην έβλαψε κανέναν. Και όταν ο Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας καλεί τους χριστιανούς να είναι έτοιμοι «μέχρι αίματος και φυλακίσεων» να αντισταθούνε στους συντελεστές του Corpus Christi, το κάνει γιατί αυτοί είναι που πρόσβαλαν την πίστη και απείλησαν την ελεύθερη πατρίδα μας, κι ας μην υποχρέωσαν κανέναν να πάρει μέρος στο «βλάσφημο» θέαμα που προσέφεραν.

Είναι η πίστη ότι διώκεσαι που σε ωθεί να επιτεθείς σε άλλους. Η γλώσσα της δίωξης και των μαρτύρων είναι η γλώσσα του πολέμου. Σε χριστιανικούς όρους, αν διώκεσαι, μάλλον κάτι κάνεις καλά. Και αν η ζωή σου κινδυνεύει, τα λόγια σου έχουν μεγαλύτερη αξία. Οι πράξεις σου, μεγαλύτερη νομιμότητα. Η ρητορεία της δίωξης νομιμοποιεί και επιβάλει την ανταποδοτική βία.

ΔΕΣ:
«Η Moss αναδεικνύει πώς η δημοφιλής εσφαλμένη αντίληψη περί των μαρτύρων στην πρώιμη Εκκλησία συνεχίζει να δημιουργεί φραγμούς στην συμπόνια και το διάλογο σήμερα.» -Αρχιεπίσκοπος Desmond Tutu

Αναζητήστε το βιβλίο:

Candida Moss – The Myth Of Persecution, How early Christians invented a story of martyrdom (2013)

Η ζωή μας μια λίστα

Η νέα χρονιά σε λίγες ώρες έφτασε και πολλοί είναι εκείνοι που ξεκίνησαν τη λίστα με τους στόχους του 2024. Τι θα κάνω, τι θα ξεκινήσω, τι θα αγοράσω, πόσα κιλά θα χάσω, ποια βιβλία θα διαβάσω… μια λίστα που μπορεί να χωρέσει τα πάντα, εκτός ίσως από εμάς τους ίδιους.

Και μετά οι λίστες γίνονται τρόπος ζωής. Κάνω λίστες για κάθε μήνα, για κάθε εβδομάδα, ή και για κάθε μέρα. Για να τη βλέπω και να νιώθω ευχαρίστηση όταν μπαίνει ένα πολυπόθητο τικ ή να νιώθω απογοήτευση όταν για άλλη μια φορά δεν κατάφερα να τα κάνω όλα. Όσο ανέφικτα πολλά κι αν ήταν αυτά τα «όλα». Βλέπω τις λίστες μου και νιώθω μια υπέρ-ενεργοποίηση, που τώρα πια ξέρω ότι πολύ εύκολα μπορεί να γίνει άγχος! Ένα σκληρό πρόγραμμα που σιωπηλά -και ασυνείδητα πολλές φορές- με ακολουθεί…

Τι είναι αυτό όμως που μετατρέπει τις λίστες μας και το πρόγραμμα μας, στην ίδια μας τη φυλακή;

Οι λίστες ή το πρόγραμμα κατά βάση έρχεται να εξυπηρετήσει μια υπαρκτή ανάγκη της διεκπεραίωσης κάποιων υποχρεώσεων ή επιθυμιών και του καλύτερου προγραμματισμού του χρόνου μας. Αντίστοιχα το να γράφουμε τους στόχους μας μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος δέσμευσης ή υπενθύμισης τους σε μια καθημερινότητα που οι ρυθμοί της μπορεί να μας συμπαρασύρουν.

Ταυτόχρονα όμως, διασπά και την ολότητά μας σε πολλά επιμέρους. Ξαφνικά ο στόχος ή το εκάστοτε στοιχείο της λίστας μπορεί να γίνει αυτοσκοπός και να αποσυνδεθεί από την αρχική μας ανάγκη ή την επιθυμία. Αρχίζει να αποκτά περισσότερη σημασία το αν θα τα καταφέρουμε, παρά η ίδια η διαδικασία εκπλήρωσης και ευχαρίστησης αυτού που επιθυμούμε. Έτσι σχετιζόμαστε με τους στόχους μας ως αντικείμενα, και όχι ως κομμάτια του εαυτού μας, που ήταν αρχικά.

Έτσι, ο κύκλος της επαφής μας με μια επιθυμία μπαίνει σε ένα μοτίβο επιβολής. Δηλαδή, η επιθυμία δεν διαπερνάται από την αίσθηση και την επίγνωση της επιθυμίας, την κινητοποίηση της ενέργειας μας και τελικά την επαφή με την πραγμάτωση της, αλλά έρχεται ως ένα προκατασκευασμένο θέλω του τότε που το πρωτοσκεφτήκαμε και το πρωτογράψαμε στη λίστα μας. Χάνουμε έτσι την αλληλουχία της αυθόρμητης επαφής με τον εαυτό, τις ανάγκες μας και τις επιθυμίες μας, επιβάλλοντας την ενεργοποίηση της ενέργειας μας. Ίσως και να ξεχνάμε δηλαδή να αναρωτηθούμε τι πραγματικά θέλω ΤΩΡΑ; Μπορεί να θέλω να βγω για ένα ποτό, και όχι να δω μια «καλή» ταινία. Μπορεί να θέλω να πιώ με την ησυχία μου τον καφέ μου και όχι να πάω να πληρώσω των τάδε λογαριασμό.

Όλη αυτή τη διαδικασία δυσχεραίνεται και περιπλέκεται από τις κυρίαρχες έννοιες της εποχής μας, αυτές της παραγωγικότητας και της εξέλιξης. Σε μια ναρκισσιστική κοινωνία που επιτάσσει την τελειότητα, το να μην ολοκληρωθεί μια λίστα στην ώρα της, μπορεί να είναι συντριπτικό και να συνδέεται με την ευρύτερη αίσθηση μας για το πόσο τα καταφέρνουμε. Το να θέλω να χαλαρώσω στην τηλεόραση δεν είναι εξίσου «άξιο» με το να διαβάσω το βιβλίο που σημείωσα στη λίστα μου.

Και όλα αυτά μάλλον δεν είναι και τόσο τραγικά. Όμως το άγχος αυξάνεται, η αυθόρμητη επαφή μας με τις επιθυμίες μας περιορίζεται, ο αυστηρός μας κριτής ενεργοποιείται, και τελικά ο αρχικός λόγος που κάναμε τις λίστες μας, δηλαδή να βρούμε χρόνο για να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν ή να οργανώσουμε καλύτερα το χρόνο μας, δεν έχει καμία σημασία.

Το να φτιάχνουμε λίστες, είναι απλώς ένα εργαλείο. Ο τρόπος που τις εισάγουμε στη ζωή και στην καθημερινότητα μας είναι το καθοριστικό. Άλλωστε όσοι μάθαμε να λειτουργούμε με λίστες, μικρές ή μεγάλες, είναι δύσκολο και τρομακτικό να στρίψουμε απότομα το τιμόνι.

Ας ξεκινήσουμε όμως αυτή τη χρονιά με μια ερώτηση.

«Τι χρειάζομαι σήμερα;»

Ακόμη και αν δεν μπορώ να μου το προσφέρω και επιλέξω να κάνω κάτι που επείγει, είναι καλό να ξέρω τι χρειάζομαι. Είναι καλό για να το αφήσω συνειδητά -και όχι τυφλά ή από συνήθεια- στην άκρη. Για να θυμάμαι πόσο συχνά το κάνω πέρα, για να συνειδητοποιώ ότι δεν επέλεξα σήμερα να ικανοποιήσω την επιθυμία μου και να μην παραπλανούμαι από την ευχαρίστηση της εκπλήρωσης της λίστας αυτής καθαυτής. Για να μάθω κάποτε να δημιουργώ έστω και μισή ώρα μέσα στη μέρα για να μου δίνω λίγο από αυτό που χρειάζομαι. Για να μάθω να τσεκάρω αν αυτό που ήθελα σε ένα τότε, το θέλω και στο τώρα.

Τότε τα νιώθω όλα πιο αυθεντικά...

Το κρυφτό της ευθύνης

Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ είπε πως «ο άνθρωπος είναι απόλυτα ελεύθερος γι` αυτό είναι και απόλυτα υπεύθυνος». Κι όμως, πολύ συχνά η προσοχή εστιάζεται σε αυτό που κάνουν, ή μας κάνουν, οι άλλοι. Τεντώνουμε και κουνάμε το δάχτυλο δείχνοντας και κατηγορώντας. Μα, όπως λέει μια εκπαιδεύτρια μου, κάθε φορά που το ένα μας δάχτυλο δείχνει κάποιον άλλον, τα υπόλοιπα τέσσερα δείχνουν τον εαυτό μας…

Ο καθένας είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και για τις επιλογές του, μια γενική αλήθεια που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να αμφισβητήσει, τουλάχιστον στους δυτικούς πολιτισμούς. Αυτή η γενική αλήθεια ωστόσο, μπορεί να πάρει δύο αποχρώσεις.

Η μια κοιτάει την ευθύνη σαν ένα χρέος, αξιολογώντας διαρκώς και τρέφοντας τις ενοχές για τις «λάθος» επιλογές και τις ευθύνες που δεν αναλήφθηκαν «όπως έπρεπε». Τότε η ευθύνη καταλήγει να διαμοιράζεται σαν μια ετυμηγορία δικαστηρίου, ενώ η διχοτομική αξιολόγηση «καλός» «κακός» κυριαρχεί στην αυτό-αξιολόγηση, δίνοντας μια σκληρότητα στην όψη του εαυτού.

Σκέφτομαι τη λέξη ευθύνη με αυτή την απόχρωση και ο συνειρμός μου με πηγαίνει στο φταίξιμο. Μου έρχεται ένα αρνητικό φορτίο, σα να ακούω μια κατηγορία. Ακολουθεί η ντροπή, ίσως και η ενοχή. Σα να έχω κάνει κάτι λάθος, και τελικά η ευθύνη γίνεται ένα βάρος. Κι έτσι γίνεται πιο εύκολο να κατηγορήσω τους άλλους για να μη κινδυνέψει η εικόνα μου. Στρέφω την προσοχή μου αλλού, για να μην κινδυνέψω. Είναι λογικό να θέλω να γλυτώσω από τόση ντροπή και ενοχή. Και κάπου εκεί χάνω και την ευκαιρία να με συναντήσω, να με γνωρίσω αληθινά, να με κοιτάξω με συμπόνια και κατανόηση…

Η άλλη απόχρωση σχετίζεται με τον τρόπο που στέκεται κανείς μέσα στις καταστάσεις και τις σχέσεις, με την αναγνώριση των επιλογών και των μοτίβων που αναπαράγει. Οι σχέσεις και οι καταστάσεις δεν δημιουργούνται ερήμην των ανθρώπων, ο καθένας έχει κάποιες επιλογές και κάποια περιθώρια κίνησης μέσα σε αυτό που φέρνει το περιβάλλον. Έτσι η κάθε συνθήκη δε δημιουργείται ούτε μόνο από τον εαυτό, ούτε μόνο από τους άλλους, παρά συν-κατασκευάζεται από όλα τα μέρη της εξίσωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν «δύσκολα» περιβάλλοντα, περίπλοκες καταστάσεις, χειριστικοί ή άδικοι άνθρωποι, ή ότι άλλο έχει συναντήσει ο καθένας. Δεν αναιρείται δηλαδή η ευθύνη των άλλων ή των συνθηκών που δεν περνάν από τον έλεγχο του εαυτού. Μέσα σε μια κατάσταση όμως ο εαυτός καλείται κάπως να σταθεί και αυτή ακριβώς η στάση που επιλέγει, συνειδητά ή τυφλά, επηρεάζει και την ίδια τη διαμόρφωση της σχέσης, της κατάστασης και του περιβάλλοντος.

Δεν μου φέρεται άσχημα ο άλλος, εγώ του επιτρέπω να μου φέρεται άσχημα, άρα εγώ μου φέρομαι άσχημα. Κι έχω τους λόγους μου να το κάνω αυτό. Πόσο πόνο έχω περάσει, τι είναι αυτό που αποζητώ για να το επιτρέπω, ή τι είναι αυτό που κερδίζω και με κρατάω εκεί. Θέλω να σταθώ με συμπόνια, να με καταλάβω. Κι έτσι αφού με γνωρίσω μπορώ να επιλέξω πως θα συνεχίσω, τι θα επιτρέψω, τι μπορώ και τι χρειάζομαι στο εδώ και τώρα. Μπορώ να φύγω, να βάλω όρια μένοντας ή να αποφασίσω να συνεχίσω με τον ίδιο ακριβώς τρόπο γιατί το όφελος που παίρνω είναι μεγαλύτερο από την ταλαιπωρία μου. Από τη στιγμή όμως που θα δω τον εαυτό μου, στέκομαι διαφορετικά μέσα στην κατάσταση. Δεν με αφοπλίζω ξεχνώντας ή εγκαταλείποντας τον εαυτό μου. Η κάθε κατάσταση και η κάθε σχέση σταματάει να είναι ένα αδιέξοδο, γίνεται επιλογή. Μια επιλογή που δεν είναι απαραίτητα διαφορετική από την προηγούμενη, αλλά είμαι εγώ διαφορετική. Κι έτσι έχω αναλάβει την ευθύνη μου. Δεν είμαι πια ένα έρμαιο των καταστάσεων, είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να επιλέγει, και όταν θέλει να αλλάζει τις επιλογές του.

Το να κατηγορεί κανείς τους άλλους είναι πολύ θελκτικό και φαντάζει πιο εύκολο και ακίνδυνο. Από τη γωνία που το βλέπω τώρα όμως, μου φαντάζει πολύ πιο επικίνδυνο. Με αφοπλίζω, εκχωρώ τη δύναμη μου, και τελικά έχω καταφέρει να μη με κατηγορήσω αλλά ταυτόχρονα δεν με έχω δει. Μιλώντας μόνο για τους άλλους, ζω μέσα από τις ζωές των άλλων. Με μια ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι θα αλλάξουν, θα γίνουν όπως τους θέλουμε, πιστεύοντας ότι ξέρουμε καλύτερα πως πρέπει να ζήσουν τη ζωή τους, τελικά ξεχάσαμε να ζήσουμε τη δική μας ζωή…

Η ευθύνη λοιπόν δεν είναι ένα δικαστήριο όπου αποδίδονται κατηγορίες και ούτε μπορεί να ειδωθεί ξεκομμένα από την εκάστοτε σχέση. Είναι κομμάτι της σχέσης, και είναι το κομμάτι που μου αναλογεί κάθε φορά, γιατί τελικά μπορώ να επιλέγω μόνο για τον εαυτό του.

Έτσι η ευθύνη γίνεται μεγάλωμα. Γίνεται δύναμη. Γίνεται επιλογή. Κάθε φορά που αναρωτιέμαι για την ευθύνη μου, το περίγραμμα της ύπαρξης μου γίνεται πιο ξεκάθαρο και μου επιτρέπει να φαίνομαι έτσι όπως είμαι, χωρίς να κρύβομαι.

Κι έτσι το βάρος της ευθύνης γίνεται το κλειδί της απελευθέρωσης.

Αυτοσυμπόνια vs Αυτοεκτίμηση

Στις μέρες μας και στην κοινωνία μας, η έννοια της αυτοεκτίμησης είναι ο βασικός δείκτης σε σχέση με το αν νιώθει κανείς καλά με τον εαυτό του, ενώ τα άρθρα για την αυτοεκτίμηση φαίνεται πολλές φορές να δίνουν μια λίστα συμβουλών για την ενίσχυση της, όπως «γίνε γενναιόδωρος με τον εαυτό σου», ή «βρες ενδιαφέροντα» ή «μη συγκρίνεσαι με τους άλλους».

Αν ρίξει κανείς μια κοντινότερη ματιά όμως, θα διαπιστώσει πως αυτή η έννοια έχει στο κέντρο της ως βασικό κριτήριο την «αξιολόγηση», κάτι που τελικά κινεί τον άνθρωπο με έναν πολύ στυγνό τρόπο προς στην τελειότητα, με αποτέλεσμα όλες αυτές οι συμβουλές να αυτό-αναιρούνται από την ίδια την ουσία της αυτοεκτίμησης και του κόσμου που χτίζεται γύρω της.

Αρχικά, ο ίδιος ο ορισμός της αυτοεκτίμησης ενέχει την αυτό-αξιολόγηση του εαυτού (πόσο καλός είμαι), και την αξιολόγηση των άλλων για τον εαυτό (πόσο καλό με βλέπουν). Αυτή η έννοια έχει χτιστεί και επενδυθεί κοινωνικά στον πυρήνα της με την ιδέα πως για να αξίζω για εμένα και για τους άλλους πρέπει να «είμαι καλός». Στις δυτικές κοινωνίες λοιπόν, που η αποδοτικότητα, η παραγωγικότητα και το κέρδος είναι βασικές αξίες της ζωής, δημιουργείται αυτό το κριτήριο για την αξιολόγηση του εαυτού. Για να αξίζω και να έχω μια καλή εικόνα του εαυτού μου πρέπει να είμαι αποδοτικός, άρα οι επιτυχίες μου εξασφαλίζουν μια υψηλή αυτοεκτίμηση. Αυτή όλη η υπερπροσπάθεια δε, και η ψυχική πίεση που εναποθέτει κανείς για να μπορεί να πιάνει το στόχο της αποδοτικότητας συνδέεται με ψυχοσωματικά συμπτώματα, υπερκόπωση, burnout και καρδιαγγειακές ασθένειες, στοιχίζοντας τελικά και στην υγεία.

Είναι δύσκολο λοιπόν, να πραγματωθεί στο εσωτερικό της αυτοεκτίμησης η συμβουλή «μην αξιολογείς συγκριτικά τον εαυτό σου» ή «αγάπα τον εαυτό σου», όταν η σύγκριση είναι ο βασικός μηχανισμός που ενεργοποιείται για να μετρήσει το άτομο αν είναι αρκετά αποδοτικό ή αν πρέπει να κατακτήσει κι άλλες επιτυχίες. Είναι «κόντρα ρόλος» το να αγαπήσω τον εαυτό μου όπως είναι, αν δεν μπορώ να δω και να αντιμετωπίσω ότι δεν μπορώ πάντα να πετυχαίνω και να αποδίδω.

Προτείνεται λοιπόν, τα τελευταία χρόνια, η έννοια της αυτό-συμπόνιας, που ενέχει μια εντελώς διαφορετική στάση απέναντι στον εαυτό, τη στάση της φροντίδας.

Η λέξη συν-πονώ, σχετίζεται άμεσα με τη συμβίωση και την επαφή με τον πόνου. Η στάση απέναντι στον πόνο δεν είναι αποφευκτική, δεν ενεργοποιεί μηχανισμούς αποφυγής του, αλλά αντίθετα το άτομο μπορεί να σταθεί στον πόνο. Δεν τον φοβάται, τον ακουμπά, τον αποδέχεται ως μέρος της ζωής του με κατανόηση. Δεν χρειάζεται έτσι να αποφύγουμε τον πόνο, να τον κρύψουμε, να τον επικρίνουμε και να τον τοποθετήσουμε εκτός του εαυτού μας, αλλά μπορούμε να τον κατανοήσουμε και τελικά να τον φροντίσουμε. Να τον φροντίσουμε, όχι στα πλαίσια της φιλανθρωπίας και της φιλευσπλαχνίας, όπου κάποιος λυπάται για τον συνάνθρωπο και προσφέρει. Αυτό θα υπονοούσε πως ο δυνατός άνθρωπος προσφέρει και προσθέτει στον αδύναμο, κάτι που θα ταίριαζε περισσότερο στον όρο της αυτοεκτίμησης. Αντίθετα, έχοντας κατά νου το ατελές της ανθρώπινης φύσης και τον πόνο ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, μπορούμε να σταθούμε καλύτερα στον πόνο. Γιατί ο πόνος είναι απλά πόνος, δεν υπονοεί κάτι άλλο, δεν κρύβει απαραίτητα το υπερμέγεθες πλήγωμα μιας εικόνας που διαψεύδεται και κατ` επέκταση την επαφή με πλευρές μας που ποτέ δεν θελήσαμε να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε, γιατί είναι «αδύναμες», «άχρηστες», «κακές» και τελικά όχι όπως θα τις θέλαμε αν μπορούσαμε να είμαστε τέλειοι.

Αντίστοιχα, το λάθος δεν είναι ένα τραγικό γεγονός που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με σκληρότητα και επίκριση ως άμεσα σχετιζόμενο με την αξία του εαυτού. Αντιθέτως το άτομο αντιλαμβάνεται το λάθος και την ατυχία σαν ένα αρμονικό κομμάτι της ζωής, στα πλαίσια της «κοινής ανθρώπινης σφαλερότητας», όπως το ονομάζουν οι θεωρητικοί. Και έτσι το λάθος, η ατυχία και ο πόνος, ή η αδυναμία και η δυσκολία δεν βιώνεται ως κάτι το εξαιρετικό ενώ η αυστηρότητα, που υπαγορεύει πως πρέπει να είμαστε τα τέλεια όντα που τα καταφέρνουμε και τα αντέχουμε όλα, μαλακώνει. Μαλακώνει, όχι με την έννοια πως αντέχω να δω τα λάθη με την υποσημείωση ότι δεν πρέπει να τα ξανακάνω, αλλά υπό την έννοια της αναγνώρισης των ορίων μου και των περιορισμών μου.

Αν μπορούσαμε να πούμε κάτι χονδρικά, η αυτοεκτίμηση και η κοινωνία μας φτιάχνει επιζητά και ανταμείβει τους νάρκισσους, ανθρώπους αφοσιωμένους συνειδητά ή και ασυνείδητα στην προσπάθεια να φτάσουν μια εξιδανικευμένη και κατά κοινή ομολογία άφταστη αυτοεικόνα. Όσες βελτιώσεις και να κάνουμε σε αυτή την οπτική της κοινωνίας, προσθέτοντας το «αγάπα τον εαυτό σου», κάνουμε την ίδια την αγάπη για τον εαυτό ένα επίτευγμα που πρέπει να κατακτηθεί. Ενώ τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Η αποδοχή του εαυτού ενέχει μια διαφορετική στάση απέναντι στην ύπαρξη, είναι το κοίταγμα από μια διαφορετική γωνιά του κόσμου. Κι αν δεν έχει τελικά τόση σημασία η λέξη που θα χρησιμοποιήσουμε, έχει μεγάλη σημασία το συμπυκνωμένο νόημα που της έχουν δώσει η κοινωνία, η οικογένεια μας, ο περίγυρος μας και τελικά εμείς οι ίδιοι. Κι είναι ακόμη πιο σημαντικό να αρχίσουμε να βλέπουμε σιγά σιγά που στεκόμαστε, πόσο άκαμπτη είναι η δική μας ιδεατή εικόνα, πόσο αποδεχόμαστε τα λάθη μας, τον πόνο μας και τον εαυτό μας, πόσο αποδεχόμαστε τα λάθη και τον πόνο των κοντινών μας. Γιατί τελικά αν τα δούμε σιγά σιγά όλα αυτά, μπορεί να δημιουργήσουμε χώρο και για τις ανάγκες μας, δίχως προϋποθέσεις. Γιατί τελικά μπορεί να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν «αξίζω επειδή είμαι καλός», αλλά «αξίζω επειδή υπάρχω». Τόσο απλά…

Χαλίλ Γκιμπράν: Είσαι ένα σύνολο που υπάρχει για να ζήσει μια ζωή. Όχι μισή ζωή

Μην ζεις μισή ζωή και μην πεθάνεις με μισό θάνατο

Αν επιλέγεις τη σιωπή, τότε να είσαι σιωπηλός.
Όταν μιλάς, να το κάνεις μέχρι να τελειώσεις.
Μη σωπαίνεις για να πεις κάτι.
Και μην μιλάς για να σωπάσεις.

Αν είσαι δεκτικός, τότε εξέφρασε το ευθέως. Μη το κρύβεις
Αν αρνείσαι, να είσαι ξεκάθαρος γι’ αυτό.
Γιατί μια διφορούμενη άρνηση δεν είναι παρά μια αδύναμη αποδοχή.

Μην αποδέχεσαι μισή λύση.
Μην πιστεύεις μισές αλήθειες.
Μην ονειρεύεσαι μισό όνειρο.
Μην φαντασιώνεσαι μισές ελπίδες.

Μισό ποτό δεν θα σβήσει τη δίψα σου.
Μισό γεύμα δεν θα χορτάσει την πείνα σου.
Ο μισός δρόμος δεν θα σε πάει πουθενά.
Μισή ιδέα δεν θα σου φέρει αποτελέσματα.
Το άλλο σου μισό δεν είναι αυτό που αγαπάς.
Είσαι εσύ σε άλλο χρόνο αλλά στον ίδιο χώρο.
Είσαι εσύ όταν δεν είσαι.

Η μισή ζωή είναι μια ζωή που δεν έζησες.
Μια λέξη που δεν είπες.
Ένα χαμόγελο που ανέβαλες.
Μια αγάπη που δεν είχες.
Μια φιλία που δεν γνώρισες.

Να φτάνεις και να μην φτάνεις.
Να δουλεύεις και να μην δουλεύεις.
Να παρευρίσκεσαι μόνο για να απουσιάζεις.
Αυτό που σε κάνει ξένο για τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Και αυτούς ξένους για σένα.

Το μισό είναι μια απλή στιγμή ανικανότητας.
Αλλά εσύ είσαι ικανός γιατί δεν είσαι μισός.
Είσαι ένα σύνολο που υπάρχει για να ζήσει μια ζωή.
Όχι μισή ζωή.

Χαλίλ Γκιμπράν

Υπόγειος ωκεανός σε μέγεθος – μαμούθ βρίσκεται σε βάθος 643 χιλιόμετρων

Οι πρωτοποριακές επιστημονικές ανακαλύψεις γίνονται με ρυθμό που κόβει την ανάσα. Μία μελέτη που ταράζει τα νερά υποστηρίζει ότι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον φλοιό της Γης, κρύβεται ένας τεράστιος ωκεανός.

Ο ωκεανός βρίσκεται σε ένα εκπληκτικό βάθος περίπου 643 χιλιομέτρων κάτω από την επιφάνεια του πλανήτη μας. Αυτή η μεγάλη δεξαμενή νερού αποθηκεύεται σε ένα σημείο όπου υπάρχει το ορυκτό «ringwoodite». Αυτή η ενδιαφέρουσα αποκάλυψη αλλάζει την κατανόησή μας για τον κύκλο του νερού της Γης και τις περίπλοκες γεωφυσικές διαδικασίες του πλανήτη μας.

Πριν από αυτήν την πρωτοποριακή ανακάλυψη, οι επιστήμονες γνώριζαν ότι το νερό μπορούσε να αποθηκευτεί μέσα στον Μανδύα της Γης αλλά όχι στην μορφή που το γνωρίζουμε. Αυτό το νερό δεν ευθυγραμμίζεται με τις δικές μας ταξινομήσεις ως στερεό, υγρό ή αέριο. Αντίθετα έχει μία τέταρτη κατάσταση, όπως είναι όταν βρίσκεται μέσα σε ένα σφουγγάρι.

Αυτή η πρωτοποριακή έρευνα είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας σε μια επιστημονική εργασία με τίτλο «Η αφυδάτωση στην κορυφή του κάτω Μανδύα». Στο πλαίσιο αυτής της ολοκληρωμένης μελέτης, οι λεπτομέρειες αυτού του υδάτινου φαινομένου κάτω από την επιφάνεια χαρτογραφήθηκαν με σχολαστικό τρόπο.

To «σφουγγάρι» στον Μανδύα της Γης

Ο γεωφυσικός Steve Jacobsen, βασικό μέλος της ερευνητικής ομάδας, διευκρίνισε: «Το (σ.σ. ορυκτό) ringwoodite είναι σαν ένα σφουγγάρι, που απορροφά νερό. Υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στην κρυσταλλική δομή του ringwoodite που του επιτρέπει να προσελκύει υδρογόνο και να παγιδεύει νερό». Αυτή η δήλωση προσφέρει μια μοναδική ματιά στην μαγνητική φύση αυτού του συγκεκριμένου ορυκτού.

Ο Jacobsen, πρόσθεσε: «Αυτό το ορυκτό μπορεί να περιέχει μια τεράστια ποσότητα νερού στις συνθήκες του βαθέως Μανδύα». Οι παρατηρήσεις του γεωφυσικού προσδίδουν βαρύτητα στην ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει ένας πολύ πιο περίπλοκος και αλληλένδετος παγκόσμιος κύκλος νερού από ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα.

«Πιστεύω ότι είμαστε επιτέλους μάρτυρες ενός κύκλου νερού για ολόκληρη τη Γη. Αυτό μπορεί να ρίξει φως στην τεράστια ποσότητα υγρού νερού που κοσμεί την επιφάνεια του πλανήτη μας και διατηρεί τη ζωή. Για δεκαετίες, η επιστημονική κοινότητα κυνηγούσε αυτό το ακατανόητο νερό στα βάθη», διευκρίνισε ο Jacobsen.

Οι επιστήμονες μελετούσαν σεισμούς όταν άκουσαν τον ήχο κυμάτων από τα έγκατα της Γης

Πώς σκόνταψαν οι επιστήμονες σε αυτόν τον υπόγειο «θησαυρό»; Η απάντηση βρίσκεται στις ισχυρές δονήσεις και τους σεισμούς που βιώνει ο πλανήτης μας. Οι ερευνητές μελετούσαν σε βάθος τις σεισμικές δραστηριότητες της Γης. Στην πορεία συνειδητοποίησαν ότι τα εργαλεία μέτρησης και οι συσκευές που είναι σχεδιασμένες για την ανίχνευση και την καταγραφή σεισμών, εντόπιζαν κύματα που προέρχονταν κάτω από την επιφάνεια της Γης.

Μέσω της λεπτομερούς ανάλυσης αυτών των δεδομένων, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτά τα κύματα αλληλοεπιδρούν με το νερό που συγκρατείται στο ringwoodite. Για να καταλάβουμε για τον όγκο του νερού που μιλάμε αρκεί να σκεφτούμε ότι αν ένας βράχος ringwoodite περιείχε μόλις 1% νερό, τότε ο φλοιός της Γης θα μπορούσε να φιλοξενεί έναν όγκο νερού τριπλάσιο από όλους τους ωκεανούς.

Η τεράστια έκταση των ωκεανών, των ποταμών και των λιμνών του γαλάζιου πλανήτη μας γοήτευε πάντα την ανθρωπότητα. Ωστόσο αυτός ο κρυμμένος ωκεανός, που βρίσκεται βαθιά μέσα στον Μανδύα της Γης, αναγκάζει τώρα τους επιστήμονες να επανεξετάσουν την κατανόησή μας για τον πλανήτη.

Τέτοιες ανακαλύψεις μας θυμίζουν τα απεριόριστα μυστήρια που κρύβει ο πλανήτης μας και τα συναρπαστικά, αχαρτογράφητα νερά της επιστημονικής εξερεύνησης που βρίσκονται μπροστά μας. Πράγματι, σε μια εποχή συγκλονιστικών επιστημονικών ανακαλύψεων η ανακάλυψη του υπόγειου ωκεανού μας κάνει να θαυμάζουμε την πολυπλοκότητα του κόσμου μας και το απέραντο σύμπαν στο οποίο ζούμε.

Περίεργα Φαινόμενα της Αρχαιότητας

1) Αναστάσεις: Η ανάσταση των νεκρών δεν ήταν άγνωστη στον προχριστιανικό κόσμο.

Εκτός από τους Θεούς, ένας πολύ δημοφιλής ήρωας της ελληνικής μυθολογίας που ανάσταινε τους νεκρούς ήταν ο Θεάνθρωπος Ασκληπιός. Ο Ασκληπιός ανέστησε πάρα πολλούς ανθρώπους. Παραδοσιακά αναφέρεται ότι για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούσε το αίμα από την δεξιά φλέβα της Μέδουσας. Στο τέλος ο Δίας τον σκότωσε ρίχνοντάς του κεραυνό.

Εκτός από τον Ασκληπιό, αναφέρεται ότι και ο Πολύειδος, ένας μάντης από την Κόρινθο, κατάφερε να αναστήσει ένα μικρό παιδί. Συγκεκριμένα, ο βασιλιάς Μίνως της Κρήτης είχε μόλις χάσει τον γιο του Γλαύκο. Θέλοντας να τον επαναφέρει στην ζωή, διέταξε να πιάσουν τον σοφό μάντι Πολύειδο, να τον βάλουν στον ταφικό θάλαμο μαζί με τον πρόσφατα νεκρό Γλαύκο και να μην τον αφήσουν να βγει αν πρώτα δεν αναστήσει το παιδί.

Ευτυχώς, ο Πολύειδος ήταν πράγματι έξυπνος, διότι έκανε το εξής: παρατήρησε ένα ζευγάρι φίδια που βρίσκονταν εκεί όπου ήταν κλεισμένος και σκότωσε το ένα. Αμέσως το άλλο έφυγε και μετά από λίγο επέστρεψε φέρνοντας ένα βότανο, το οποίο άφησε πάνω στο σκοτωμένο του ταίρι. Δεν πέρασε πολύ ώρα και το νεκρό φίδι ξανάζησε. Την γνώση αυτή του φιδιού χρησιμοποίησε και ο Πολύειδος για να αναστήσει τον Γλαύκο και να σώσει και την δική του ζωή.

Ο Σίσυφος, επίσης Κορίνθιος και βασιλιάς της πόλης, φημιζόταν και αυτός ως γνώστης πολλών μυστικών και κατόρθωσε το ακατόρθωτο: όταν ο Δίας του έστειλε τον Θάνατο αυτοπροσώπως να τον πάρει, ο Σίσυφος κατάφερε να τον αλυσοδέσει μ’ άλυτα δεσμά. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μαζί με τον βασιλιά δεν πέθαινε και κανείς άλλος. Στο τέλος ο Σίσυφος αναγκάστηκε να ελευθερώσει τον Θάνατο και ήταν ο πρώτος που πέθανε. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Κορίνθιος δεν το ‘βάλε κάτω και κατόρθωσε να το σκάσει ακόμα κι από τον Άδη και να ξαναγυρίσει στον πάνω κόσμο ζωντανός. Εδώ έχουμε κυριολεκτικά μια περίπτωση αυτοανάστασης. Η παράδοση λέει ότι κάποια στιγμή ο Σίσυφος πέθανε οριστικά σε βαθύ γήρας.

2) Αναλήψεις, μυστηριώδεις εξαφανίσεις και εμφανίσεις.

Ούτε η ανάληψη στους ουρανούς ήταν φαινόμενο άγνωστο στην αρχαιότητα. Αναμφισβήτητα το πιο θεαματικό περιστατικό ανάληψης είναι αυτό με τον (εξίσου θεάνθρωπο) Ηρακλή. Όταν φόρεσε τον δηλητηριασμένο από τον Νέσσο χιτώνα υπέφερε τόσο πολύ, ώστε διέταξε να του ετοιμάσουν μια μεγάλη πυρά και ανέβηκε πάνω με πρόθεση να θέσει ο ίδιος τέλος στο μαρτύριό του. Μόλις οι φλόγες άρχισαν να φουντώνουν, μια τρομερή βροντή έσχισε το στερέωμα και την ίδια στιγμή ένα μεγάλο σύννεφο ήρθε και άρπαξε τον Ηρακλή, μεταφέροντάς τον στον ουρανό «επί των νεφελών», με τελικό προορισμό τις θεϊκές διαμονές.

Αντίστοιχη τύχη, όμως, αναφέρεται ότι είχε και ο Μενέλαος, ο άντρας της ωραίας Ελένης. Ο Μενέλαος λέγεται ότι δεν πέθανε στο Άργος, αλλά αναλήφθηκε με την μεσολάβηση των Θεών και μεταφέρθηκε στις εσχατιές της γης, στα Ηλύσια Πεδία.

Πέρα από τις περιπτώσεις αυτές, έχουμε και ανεξήγητες εξαφανίσεις ηρώων. Έτσι, σύμφωνα με μια παράδοση, ο Οιδίπους δεν πέθανε, αλλά χάθηκε μυστηριωδώς από την γη. Κάτι αντίστοιχο παραδίδεται και για τον αρχαίο ήρωα Εύθυμο, ο οποίος αφού έζησε για πολλά χρόνια, εξαφανίστηκε από την γη χωρίς να πεθάνει.

Άλλη μία περίπτωση αινιγματικής εξαφάνισης, είναι αυτή του Κλεομήδη από την Αστυπάλαια. Αυτός, λόγω ενός τρομερού εγκλήματος που είχε διαπράξει, κατέφυγε στον τοπικό ναό της Αθηνάς και κλείστηκε μέσα σε ένα κιβώτιο. Όταν το άνοιξαν, το βρήκαν εντελώς άδειο. Η περίπτωση αυτή εξαφάνισης φαίνεται ότι προβλημάτισε τόσο πολύ τους ντόπιους κατοίκους, ώστε έστειλαν αντιπροσωπεία στο μαντείο των Δελφών για να μάθουν τι είχε συμβεί. Ο χρησμός της Πυθίας, όπως συνέβαινε κατά κανόνα, ήταν διφορούμενος και δεν απαντούσε ευθέως στο ερώτημα: ο Κλεομήδης, σύμφωνα με τον χρησμό, ήταν ο τελευταίος του ηρωικού γένους και από εκείνη την στιγμή και ύστερα έπρεπε να του αποδίδουν τιμές ήρωα.

Άλλο ένα παρόμοιο συμβάν είναι και αυτό με τον Αριστέα τον Προκοννήσιο, τον μάντι από το νησί Προκόννησο της Προποντίδας (Μαρμαρά). Σύμφωνα με την αρχαία μαρτυρία, αυτός πέθανε μέσα στο εργαστήριο ενός υφαντουργού, ο οποίος αμέσως μετά έφυγε κλειδώνοντας την πόρτα και έτρεξε να ειδοποιήσει τους συγγενείς του Αριστέα. Μόλις, όμως, επέστρεψαν όλοι μαζί, βρήκαν τον χώρο άδειο και το σώμα άφαντο. Η ιστορία, όμως, έχει και συνέχεια: επτά χρόνια μετά ο Αριστέας εμφανίζεται ολοζώντανος και εξίσου μυστηριωδώς, όπως εξαφανίστηκε, στην Προκόννησο. Στην διάρκεια της σύντομης παραμονής του, συνέγραψε το έργο «Αριμάσπεια Έπη» και κατόπιν εξαφανίστηκε και πάλι. Η εξήγηση που δόθηκε ήταν ότι ο Θεός Απόλλων τον ξαναπήρε μαζί του στην χώρα των Υπερβόρειων.

Η περίπτωση του Ιππόλυτου συνδυάζει την ανάσταση με την ανάληψη. Ο ήρωας αυτός ήταν ευνοούμενος της Θεάς Αρτέμιδος. Όταν έπεσε από το άρμα του και πέθανε, η Άρτεμις παρακάλεσε τον Ασκληπιό να τον αναστήσει. Μετά απ’ αυτό, τον πήρε μαζί της και τον μετέφερε στο ιερό της στην ιταλική λίμνη Νέμι. Εκεί ο Ιππόλυτος πήρε την προσωνυμία «Βίρμπιους», δηλαδή ο άνθρωπος που ξανάζησε.

Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, παρά το ότι υπήρχαν δύο υποτιθέμενοι τάφοι του Ιππόλυτου, ο ένας στην Τροιζήνα και ο άλλος στην Αθήνα, οι Τροιζήνιοι δεν παραδέχονταν ότι όντως πέθανε, ούτε έδειχναν κανέναν τάφο σε όποιον ρωτούσε. Αντιθέτως, η απάντησή τους ήταν ότι ο Ιππόλυτος αναλήφθηκε στους ουρανός και έγινε ο αστερισμός του Ηνιόχου.

Με το όνομα Γλαύκος, εκτός από τον γιο του Μίνωα που είδαμε πιο πάνω, αναφέρονται και άλλα δύο πρόσωπα. Ο ένας λέγεται ότι ήταν γιος του γνωστού για τα κατορθώματά του βασιλιά Σισύφου. Ο Γλαύκος αυτός, λοιπόν, μια μέρα ήπιε νερό από μια πηγή που χάριζε την αθανασία. Κάποια στιγμή βαρέθηκε τους πάντες και αποφάσισε να μετακομίσει στο υδάτινο βασίλειο, πέφτοντας στο πέλαγος. Εκεί μεταμορφώθηκε σε θαλάσσιο Θεό.

Η ιστορία του άλλου Γλαύκου μας θυμίζει το περιστατικό με τον Πολύειδο. Αυτός ο Γλαύκος, σύμφωνα με μία εκδοχή, ήταν ένας απλός ψαράς. Μια μέρα, όπως περπατούσε στο δρόμο φορτωμένος τα ψάρια που είχε ψαρέψει, κάθισε να ξαποστάσει, αφήνοντας το φορτίο του στην γη. Τότε, ένα μισοπεθαμένο ψάρι έφαγε ένα βότανο και ξαναζωντάνεψε. Βλέποντάς το αυτό ο Γλαύκος, έφαγε και εκείνος από το ίδιο βότανο, αλλά αυτός δεν έχασε χρόνο όπως ο συνονόματός του, παρά πήδηξε κατευθείαν στη θάλασσα. Εκεί, τον υποδέχτηκαν οι αντίστοιχες Θεές, τον καθάρισαν από κάθε φθαρτό στοιχείο και τον έκαναν και αυτόν Θεό.

Μια άλλη εκδοχή αναφέρει τον Γλαύκο όχι ως ψαρά, αλλά ως κυνηγό. Αυτός κυνηγούσε για ώρες έναν λαγό στο όρος Ορεία της Αιτωλίας. Μετά από το πολύωρο κυνήγι, ο λαγός, καθώς κόντευε να πεθάνει από την εξάντληση, έφαγε από κάποιο βότανο και αναπλήρωσε εντελώς τις δυνάμεις του. Η συνέχεια είναι η ίδια όπως και στην πρώτη εκδοχή. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει το βότανο αυτό με την ονομασία, άγρωστις των Θεών, και θεωρείται ότι το είχε πρωτοφυτέψει ο Κρόνος. Η άγρωστις φύτρωνε σε μεγάλη ποσότητα στα Νησιά των Μακάρων.

3) Θεάνθρωποι

Η έννοια του θεανθρώπου, δηλαδή ενός όντος που να συνδυάζει ταυτόχρονα ανθρώπινη και θεϊκή φύση, ήταν διαδεδομένη ήδη από την πολύ μακρινή αρχαιότητα. Εκτός από τον Ασκληπιό και τον Ηρακλή, η μεγάλη πλειοψηφία των ηρώων της αρχαιότητας ήταν Θεάνθρωποι, καρποί του έρωτα ενός Θεού και μιας θνητής γυναίκας (σπανιότερα Θεάς και θνητού άνδρα).

Όμως, ακόμη και οι απόγονοι των Θεανθρώπων φαίνεται ότι έφεραν και αυτοί μέρος από το θεϊκό στοιχείο του γονιού τους. Σε αυτήν την κατηγορία σαφώς κατατάσσονται οι δύο γιοι του Ασκληπιού, ο Μαχάων και ο Ποδαλείριος. Αυτοί συνέχισαν την παράδοση του πατέρα τους στον τομέα της ιατρικής και φημίζονταν για το ταλέντο τους. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα μας πληροφορεί ότι εκτός από πολεμιστές, υπήρξαν και οι γιατροί των Αχαιών στην Τροία.

Ως γιοι του Θεού της ιατρικής, είναι σίγουρο ότι κατείχαν πολύτιμα μυστικά, όσον αφορά στην θεραπευτική πρακτική. Πράγματι, διασώζεται η εξής μαρτυρία για τον Μαχάονα: όταν μια οχιά δάγκωσε τον Φιλοκτήτη, τον μετέφεραν στην Λήμνο για να τον περιθάλψουν οι εκεί ιερείς του Ηφαίστου. Ωστόσο, η παρέμβαση του Μαχάονα ήταν απαραίτητη. Ο Φιλοκτήτης έπεσε πρώτα σε λήθαργο που του προκάλεσε ο Θεός Απόλλων. Κατόπιν, ο Μαχάων απέκοψε τις νεκρωμένες σάρκες γύρω από την πληγή, έριξε πάνω κρασί και τέλος κάλυψε το τραύμα με ένα επουλωτικό βότανο. Σε αυτήν την πολύ αρχαία μαρτυρία διαφαίνονται ήδη οι βάσεις της επιστημονικής ιατρικής, με χρήση της νάρκωσης και της αντισηψίας.

Ένας άλλος Θεάνθρωπος ήταν ο Ωρίων, γιος του Θεού Ποσειδώνος και της κόρης του Μίνωα, Ευρυάλης. Ο γιγαντόσωμος αυτός ήρωας και ο πιο φημισμένος κυνηγός της αρχαιότητας, είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του την ικανότητα να περπατά πάνω στο νερό. Την ίδια ικανότητα είχε και ο Αργοναύτης Εύφημος, γιος και αυτός του Θεού Ποσειδώνα και της Ευρώπης.

Ο Ίφικλος, η καταγωγή του οποίου κρατούσε από τον Θεό των ανέμων Αίολο, μπορούσε να τρέχει αιωρούμενος ακριβώς πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και από τις κορυφές των σταχυών, έτσι ώστε να φαίνεται ότι σχεδόν πατάει πάνω τους. Με τον τρόπο αυτό μπορούσε να κινείται γρηγορότερα και από τον άνεμο. Μία ενδεχόμενη εξήγηση είναι ότι πετούσε δημιουργώντας ένα είδος κενού, φτάνοντας έτσι σε απίστευτες ταχύτητες.

Ένας άλλος ήρωας από την γενιά του Αιόλου ήταν ο γνωστός Αργοναύτης Λυγκεύς. Αυτός διέθετε τόσο διαπεραστική όραση, ώστε μπορούσε να βλέπει δια μέσου των στερεών σωμάτων, ακόμη και μέσα στα έγκατα της γης.

4) Άγνωστη τεχνολογία

Το θέμα των τεκμηρίων για την ύπαρξη μιας πολύ προχωρημένης τεχνολογίας σε πανάρχαιες εποχές, ακόμη και «προϊστορικές», σύμφωνα με την ορολογία που επικράτησε, έχουν θίξει πάρα πολλοί και σημαντικοί συγγραφείς. Βέβαια, όπως είναι εύκολα κατανοητό, το ερώτημα του αν υπήρξε ή όχι στο πολύ μακρινό παρελθόν τέτοιου είδους τεχνολογία θέτει το ακόμη σημαντικότερο ερώτημα: ποιός πολιτισμός παρήγαγε αυτήν την τεχνολογία;

Μπορεί να ήταν ο πολιτισμός των ανθρώπων των σπηλαίων; Των τροφοσυλλεκτών; Των νομάδων κυνηγών; Και αντιστρόφως, αυτοί οι «πρωτόγονοι» (όπως μας έχουν μάθει να τους αποκαλούμε) πολιτισμοί του μακρινού παρελθόντος είναι δυνατόν να κατείχαν κάποια μυστικά μιας εναλλακτικής τεχνολογίας, χάρη στα οποία μπορούσαν όντως να εκτελούν απίστευτα κατορθώματα; Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα ερωτήματα προκύπτουν πολύ πιο εύκολα από οποιαδήποτε απάντηση, και το ένα γεννάει το άλλο. Οι αναφορές, όμως, μένουν.

Ιπτάμενα άρματα, ιπτάμενα ζώα αλλά και είδη πτητικών μηχανών αποτελούν κάτι το πολύ συνηθισμένο στην μυθολογία. Στην ίδια κατηγορία με τον Πήγασο ανήκε και ο Αρείων. Το άλογο αυτό, εκτός του ότι πετούσε, είχε και μαντικές ικανότητες, καθώς προέβλεψε τον θάνατο του Αρχεμόρου.

Η περιέργεια του ανθρώπου για το άγνωστο και η προσπάθειά του να αυξάνει την δυνατότητά του για πολύ μακρινές παρατηρήσεις φαίνεται ότι πάντοτε έβρισκε διάφορες λύσεις. Στο νησί Κυανέαι της Λυκίας, υπήρχε ένα μαντείο του Απόλλωνος, ο οποίος είχε την επωνυμία Θυρξεύς. Εκεί, λοιπόν, υπήρχε μια ξεχωριστή πηγή, στα νερά της οποίας μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος ο,τιδήποτε ήθελε.

Η θρυλική Υπερβορέα, από την άλλη, ήταν ένας τόπος από όπου η Σελήνη φαινόταν τόσο κοντά, ώστε μπορούσαν να ξεχωρίσουν ακόμη και τα βουνά της! Η αναφορά αυτή συνδυάζεται με τα όσα σχετικά γράφει ο Πρόκλος, ότι στην Σελήνη υπάρχουν πολλά βουνά, πολλές πόλεις και πολλά μέγαρα. Στην Σελήνη υπάρχουν όντως εδαφικές υψομετρικές διαφορές. Αλλά, το γεγονός ότι ο φιλόσοφος Πρόκλος (και η μυθική παράδοση πριν από αυτόν) δικαιώθηκε μετά από τόσους αιώνες σε αυτόν τον τομέα ίσως να σημαίνει κάτι και για τις άλλες αναφορές του σε πόλεις και μέγαρα.

Όταν έγινε ο κατακλυσμός του Ωγύγου, σε μια εποχή πολύ αρχαιότερη από αυτήν του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, υπήρχαν κάποιοι σοφοί της εποχής που είχαν παρατηρήσει μεταβολές στην διάμετρο, το σχήμα, το χρώμα και την τροχιά του πλανήτη Αφροδίτη. Τέτοιου είδους παρατηρήσεις προϋποθέτουν ύπαρξη και χρήση κάποιου είδους τηλεσκοπικών οργάνων σε μια εποχή πολύ πριν από τις απαρχές των ιστορικών χρόνων.

Η χρήση των ηχητικών συχνοτήτων, τόσο για ειρηνικές, όσο και για πολεμικές εφαρμογές, έρχεται από τα βάθη του παρελθόντος. Μία πολύ ωραία παράδοση της πρώτης κατηγορίας είναι αυτή για το πώς κτίστηκαν τα τείχη των Θηβών (και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, και αυτή η ίδια η πόλη): ο Αμφίων χρησιμοποιούσε τους ήχους που έβγαζε με την λύρα του για να σηκώνει και να συναρμόζει τις πέτρες μεταξύ τους. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι τα ζώα και οι βράχοι τον ακολουθούσαν γοητευμένοι από τις μελωδίες του.

Αυτό μας θυμίζει, φυσικά, τον Ορφέα και την ικανότητά του να γοητεύει με την μελωδία του όλη την φύση, ζώα, δέντρα, φυτά, ανθρώπους. Ωστόσο, η χρήση αυτής της τεχνολογίας έπρεπε να γίνεται με προσοχή και από άτομα κατάλληλα εκπαιδευμένα. Σε αντίθετη περίπτωση, είχαμε περιστατικά σαν αυτό του Νεάνθη. Ο Νεάνθης ήταν ο γιος του τυράννου της Λέσβου Πιττακού και δωροδόκησε τους ιερείς του τοπικού ναού του Απόλλωνος προκειμένου να του δώσουν την λύρα του Ορφέα, την οποία είχαν στην φύλαξή τους. Μόλις, όμως, την πήρε στα χέρια του και επιχείρησε να παίξει, το αποτέλεσμα ήταν να εξαγριώσει τα ζώα που ήθελε να γοητεύσει, με αποτέλεσμα να τον κατασπαράξουν.

Στην δεύτερη κατηγορία των πολεμικών εφαρμογών, έχουμε την φωνή του Θεού Πάνα. Η φωνή αυτή ήταν τόσο τρομερή που προκαλούσε τον πανικό και χρησιμοποιήθηκε εναντίον των Τιτάνων στην Τιτανομαχία. Ωστόσο, υπάρχει και μια σχετική αναφορά από τους ιστορικούς χρόνους, όταν η φωνή του Πάνα έτρεψε σε άτακτη φυγή τους Πέρσες στον Μαραθώνα.

Στην Γιγαντομαχία, ο Τρίτων φυσούσε το κέρας και ο ήχος που έβγαζε τρομοκράτησε τόσο πολύ τους Γίγαντες, ώστε τους ανάγκασε σε υποχώρηση. Μία άλλη αναφορά σχετικά με την ίδια αναμέτρηση λέει ότι στο πλευρό των Ολυμπίων πολέμησε και ο Διόνυσος με την ακολουθία του, όλοι πάνω σε γάιδαρους. Το γκάρισμα των γαϊδάρων αυτών τρομοκράτησε εξίσου τους Γίγαντες. Ενδεχομένως τα οχήματα του Διονύσου και της ακολουθίας του, καθώς και τα ηχητικά τους όπλα να μετατράπηκαν μέσα στο πέρασμα των αιώνων (ή των χιλιετιών;) σε «γάιδαρους» (ας σκεφτούμε ότι και σήμερα υπάρχει όχημα, το οποίο στην καθομιλουμένη διάλεκτο ονομάζεται «γουρούνα», αλλά φυσικά δεν πρόκειται για ζώο).

Ο Ηγέλεως, εγγονός του Ηρακλή, με τον ήχο που έβγαζε το όπλο του, το οποίο έμεινε στην μυθολογική παράδοση ως «σάλπιγγα», έτρεψε σε φυγή τους εχθρούς τού παππού του στην Πελοπόννησο.

Ο Όμηρος έχει διασώσει μέσα στα έπη του μακρινούς απόηχους και θρύλους για την τεχνολογία ενός απώτατου παρελθόντος. Σε πολλά σημεία η τεχνολογία αυτή φαντάζει πολύ πιο προχωρημένη ακόμη και σε σχέση με την σημερινή. Μια αναφορά του είδους είναι σχετικά με τα εκπληκτικά κατασκευάσματα του Θεού Ηφαίστου, ο οποίος, σύμφωνα με τις αρχαίες παραδόσεις, είχε τα εργαστήριά του στην Λήμνο.

Τα τεχνουργήματά του περιελάμβαναν αυτοκινούμενους χρυσούς τρίποδες, αόρατα δεσμά (να υποθέσουμε μέσω μιας ειδικής τεχνικής χρησιμοποίησης μαγνητικών ή βαρυτικών, βαθμωτών πεδίων), τους χαλκόποδες τεχνητούς ταύρους του βασιλιά Αιήτη, τους εξίσου τεχνητούς ασημένιους σκύλους-φύλακες των ανακτόρων του βασιλιά Αλκινόου, και πολλά άλλα. Αναμφισβήτητα, όμως, μέσα σε όλα αυτά ξεχώριζαν τα χρυσά ανδροειδή που είχε κατασκευάσει, τα οποία έμοιαζαν στα πάντα με ανθρώπινα όντα, καθώς χαρακτηρίζονταν από τον εντελώς φυσικό τρόπο κίνησης του σώματός τους και την αυτόνομη νοημοσύνη τους.

Εκτός από τον Θεό Ήφαιστο, όμως, ονομαστός για τις δημιουργίες του ήταν και ο Δαίδαλος. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Δαίδαλος κατασκεύαζε «αγάλματα» (τα ονομαζόμενα «δαίδαλα»), τα οποία διέθεταν όραση, ακοή, ομιλία, μπορούσαν να αλλάζουν εκφράσεις στο πρόσωπό τους και κινούσαν το σώμα τους με φυσικό τρόπο (όπως και τα ανδροειδή του Ηφαίστου). Ο όρος «δαίδαλα» κατέληξε, στην πάροδο του χρόνου, να σημαίνει το ακατέργαστο ξόανο. Η βαθιά αυτή μεταβολή στο περιεχόμενο της λέξης ίσως να δείχνει το πόσος πολύς καιρός και πόσες κατακλυσμικές αλλαγές μεσολάβησαν μεταξύ των εποχών της αρχικής και της μεταγενέστερης σημασίας.

Στην εποχή μας έχουν γίνει πολλές συζητήσεις και αναφορές σχετικά με διάφορες ήδη γνωστές, αλλά και πιθανολογούμενες (ή απόρρητες για το ευρύ κοινό), επιστημονικές μεθόδους ελέγχου του καιρού και του κλίματος. Φαίνεται ότι αντίστοιχες μέθοδοι υπήρχαν σε εποχές, για τις οποίες οι μόνες μαρτυρίες είναι μυθολογικές. Έτσι, όλοι γνωρίζουμε τον Αίολο, ο οποίος είχε τον έλεγχο των ανέμων, αλλά μάλλον κανείς δεν γνωρίζει την Ευίππη. Η Ευίππη ήταν κόρη του Κενταύρου Χείρωνος, η οποία παντρεύτηκε τον Αίολο και του δίδαξε, σύμφωνα με μια εκδοχή, την τεχνική ελέγχου των ανέμων (ή, όπως θα έλεγε σήμερα ένας μετεωρολόγος, των αερίων μαζών) και κατά συνέπεια των καιρικών συνθηκών.

Ωστόσο, η γνώση ελέγχου του καιρού, με τις τόσο εν δυνάμει καταλυτικές πρακτικές εφαρμογές της, δεν αποτέλεσε την εξαίρεση στον κανόνα, αλλά έγινε και αυτή αντικείμενο κατάχρησης. Είναι αυταπόδεικτο το ότι κάθε εργαλείο, είτε υλικής, είτε άυλης (αλλά με πολύ απτά αποτελέσματα) φύσης, δεν έχει παρά τον χαρακτήρα αυτού που το χειρίζεται. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, η μυθολογία αναφέρει ότι οι Τελχίνες είχαν κάποτε την δύναμη να εξαπολύουν τρομερές καταιγίδες με βροχή, χαλάζι, χιόνι και κεραυνούς. Κάποια στιγμή θεώρησαν καλό να αρχίσουν να μολύνουν τον αέρα, οπότε ο Δίας τους βύθισε στην θάλασσα.

Είναι πιθανόν ότι από αυτόν τον άγνωστο, πανάρχαιο τεχνολογικό πολιτισμό είχαν διασωθεί μέχρι τους χρόνους που εμείς ορίζουμε ως «αρχαίους» ορισμένα αντικείμενα, τα οποία λειτουργούσαν ακόμη. Ίσως η εικασία αυτή ακούγεται πολύ φανταστική ή εξωπραγματική, αλλά έχουμε αναφορές που μπορεί να την δικαιολογούν. Μας έχουν διασωθεί δύο τέτοιες αναφορές:

Η μία λέει ότι στον ποταμό Πακτωλό της Λυδίας υπήρχε ένας δυσεύρετος λίθος (ήταν πάντοτε αναμεμιγμένος με χρυσό) που έμοιαζε με άργυρο, και ο οποίος είχε την ονομασία ‘Αρουραφύλαξ’. Αυτόν τον έβαζαν στις πόρτες των θησαυροφυλακίων και λειτουργούσε όπως οι σημερινοί συναγερμοί, αφού είχε την ιδιότητα να βγάζει δυνατό ήχο (σαν σάλπιγγα) σε περίπτωση που κάποιος κλέφτης παραβίαζε την είσοδο.

Η άλλη αναφορά είναι για τον ποταμό Υδάσπη της Ινδίας, στον οποίο υπήρχε ένας λίθος στο χρώμα της ελιάς, ο οποίος ήταν γνωστός ως Θερμός και Λίχνις. Αυτός είχε την ιδιότητα να λάμπει την νύχτα σαν λυχνάρι και τον χρησιμοποιούσαν οι πλούσιοι ως μέσο φωτισμού. Πρόκειται καθαρά για ένα είδος λάμπας, και μάλιστα πιο εξελιγμένης τεχνολογίας, ενδεχομένως, από τις σημερινές, γιατί άναβε χωρίς να συνδέεται σε κάποιο δίκτυο παροχής ρεύματος (το οποίο, φυσικά, ήταν ανύπαρκτο μέχρι πολύ πρόσφατα στην γνωστή ανθρώπινη ιστορία).

Το γεγονός ότι και οι δύο λίθοι ήταν δυσεύρετοι, ότι ο πρώτος λίθος είχε ουσιαστικά μεταλλικό χρώμα, ότι οι αφηγήσεις σχετικά με το πού και πώς εντοπίζονται μοιάζουν σαν να επινοήθηκαν για να δικαιολογήσουν την παρουσία αντικειμένων που σαφώς δεν ανήκαν στον κύκλο πολιτισμού, τον οποίο εμείς ορίζουμε ως ιστορική αρχαιότητα, συνηγορούν υπέρ της εικασίας που διατυπώθηκε εξαρχής.

Φαίνεται ότι ανάλογη σημαντικότατη πρόοδος είχε γίνει και στον τομέα της βιολογικής έρευνας. Αυτό δείχνει, μεταξύ πολλών αντίστοιχων άλλων, και η περίπτωση του Φάονος. Ο Φάων ήταν ένας γέρος βαρκάρης από την Μυτιλήνη, στον οποίο η Θεά Αφροδίτη χάρισε ένα είδος μύρου. Εκείνος αλείφτηκε με αυτό σε όλο το σώμα και από γέρος ξανάγινε νέος και μάλιστα τόσο όμορφος, ώστε τον ερωτεύτηκαν όλες οι γυναίκες του νησιού.

Μία γνώση, οποιουδήποτε είδους, δεν κάνει από μόνη της το ταξίδι μέσα στους αιώνες και τις χιλιετίες, αλλά έχει κάποιους φορείς, κάποιους εκπροσώπους. Ένας από αυτούς ήταν σίγουρα και ο Τάνταλος. Για τον συγκεκριμένο αναφέρεται ότι του εμπιστεύονταν οι Θεοί τα μυστικά τους, αλλά ήταν πολύ φλύαρος και τα μαρτυρούσε. Εκτός του ότι έκλεψε νέκταρ και αμβροσία και τα μοίρασε στους φίλους του, έλεγε ότι ο ήλιος δεν ήταν Θεός, αλλά απλώς μια διάπυρη μάζα.

Ο ισχυρισμός ότι παρόμοιες ανάγκες παράγουν παρόμοια αποτελέσματα επιβεβαιώνεται από την αναφορά ότι ο νικητής σε αγώνες πυγμαχίας Γλαύκος, απόγονος του θαλάσσιου Θεού με το ίδιο όνομα, είχε εφεύρει ένα είδος νοηματικής γλώσσας της εποχής.

5) Τοποθεσίες

Οι άνθρωποι, από εποχές που χάνονται στα βάθη του χρόνου, είχαν παρατηρήσει ότι ορισμένες τοποθεσίες διακρίνονται από μια ιδιαίτερη αίσθηση που αποπνέουν, από ένα είδος ξεχωριστής ενέργειας που τις περιβάλλει. Μια ξεχωριστή κατηγορία τέτοιων τόπων είναι οι ονομαζόμενοι ως είσοδοι ή περάσματα στον Άδη. Ίσως το γεγονός ότι ετυμολογικά ο Άδης σημαίνει αρχικά αυτόν που δεν φαίνεται, που δεν μπορείς να τον δεις, αποτελεί το κλειδί για μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση στον όρο «είσοδος στον Άδη».

Μερικές από τις τοποθεσίες αυτές είναι: η Αχερουσία λίμνη στην Ήπειρο, το Ταίναρον στην Λακωνία, το μέρος Άορνον στην Θεσπρωτία, οι Μακραί Πέτραι στους πρόποδες της Ακρόπολης των Αθηνών (εκεί όπου είναι το σπήλαιο του Πανός), η Κορώνεια στην Βοιωτία, ο Φενεός στην Αρκαδία, το νησί Αστυπάλαια, η Ερμιόνη στην Αργολίδα (αυτή θεωρείτο μία από τις πιο ευθείες οδούς προς τον Άδη), το Τροφώνιο Άντρο, το Μαντείο του Διός.

Ειδικά για την περιοχή της Αργολίδας αναφέρεται, επίσης, ότι κοντά στην Λέρνη υπήρχε η Αλκυωνία λίμνη. Η λίμνη αυτή είχε την προσωνυμία Άβυσσος, γιατί θεωρούσαν ότι δεν είχε πυθμένα. Ο αυτοκράτορας Νέρων όταν το άκουσε αυτό, επιχείρησε να την βυθομετρήσει, αλλά ούτε αυτός κατάφερε να βρει πόσο βαθιά είναι. Η λίμνη αυτή ήταν γαλήνια και ήσυχη, αλλά όποιος επιχειρούσε να κολυμπήσει μέσα στα νερά της, βυθιζόταν και δεν ξανάβγαινε. Σύμφωνα με την μυθολογία, από εκεί κατέβηκε ο Διόνυσος στον Άδη και έβγαλε την μητέρα του.

Στο όρος Ίδη υπήρχε ένα πανάρχαιο ονειρομαντείο, όπου έδινε χρησμό μέσω ονείρου ο Δίας. Το μαντείο αυτό επρόκειτο για ένα άντρο μέσα στο βουνό, από το οποίο αναφέρεται ότι ξεκινούσε μια υπόγεια διάβαση με κατάληξη την Κνωσσό. Μέσα στο άντρο αυτό κοιμήθηκε ο φημισμένος μάντης Επιμενίδης για 57 ολόκληρα χρόνια.

Στον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδας (Κάτω Ιταλία) υπήρχε ένας ναός προς τιμήν της Λακινίας Ήρας. Τα μάρμαρα του ναού αυτού είχαν τέτοια ενέργεια, ώστε αν κάποιος χάραζε πάνω τους το όνομά του, τότε όταν πέθαινε, αυτό έσβηνε από μόνο του.

Στην Πάφο της Κύπρου υπήρχε ο ναός της Παφίας Αφροδίτης με τους εκατό βωμούς. Ο βωμός στον οποίο συνήθως θυσίαζαν ήταν υπαίθριος, στην αυλή του ναού. Στην αυλή αυτή δεν έπεφτε ποτέ η βροχή, αν και έβρεχε ένα γύρω. Το άγαλμα της Αφροδίτης εκεί δεν ήταν ανθρωπόμορφο, αλλά κωνοειδές, για κάποιον λόγο που δεν αποκαλυπτόταν.

Στα Καστάβαλα της Καππαδοκίας υπήρχε ένα επίσημο ιερό, όπου λατρευόταν η Περασία Άρτεμις. Οι ιέρειες εκεί ασκούσαν την πυροβασία, περπατώντας ξυπόλητες πάνω σε μεγάλες ανθρακιές.

Στην Μυκαλυσσό (ή Μυκαλησσό) της Βοιωτίας υπήρχε ιερό της Μυκαλυσσίας Δήμητρας, του οποίου οι πόρτες έκλειναν αυτόματα όταν έπεφτε το απόγευμα, και άνοιγαν πάλι αυτόματα το πρωί. Αναφέρεται ότι όσοι καρποί τοποθετούνταν στα πόδια του αγάλματος της Θεάς ως προσφορές έμεναν πάντοτε φρέσκοι.

Ποιούς ορίζει ως “ηλίθιους” ο Σιμωνίδης ο Κείος στη διάσημη φράση του “η γενιά των ηλιθίων είναι άπειρη”;

Να βγει ένας άντρας αγαθός, αληθινά όμως, είναι δύσκολο πολύ, στα χέρια και στα πόδια και στο νου, τετράγωνος, χωρίς ένα ψεγάδι.

Ούτε πιστεύω ότι έχει ειπωθεί ταιριαστά ο λόγος του Πιττακού, και ας ανήκει η διατύπωση σε άνδρα σοφό· έλεγε, λοιπόν, ότι είναι δύσκολο να είσαι πραγματικά σπουδαίος· μόνο ο θεός έχει τούτο το προνόμιο — ένας άντρας όμως δεν μπορεί παρά να είναι «κακός», όταν τον πετύχει συμφορά ακαταμάχητη. Όσο έχει την τύχη με το μέρος του, καθένας είναι ευγενής, ενώ «κακός», κατά την περίπτωση που έχει κακή τύχη· γενικά άριστοι είναι μόνο όσοι εξασφαλίζουν την αγάπη των θεών.

Γι᾽ αυτό κι εγώ δεν θα χάσω μια ολόκληρη ζωή, γυρεύοντας ό,τι δεν μπορεί να υπάρξει, και ελπίζοντας —μάταια— να βρω τον άψογο άντρα ανάμεσα σε θνητούς σαν όλους εμάς, που γευόμαστε τους καρπούς της μεγάλης γης· και, μετά, βρίσκοντάς τον να σας ανακοινώσω το όνομά του. Για την ώρα επαινώ και αγαπώ όποιον δεν κάνει με τη θέλησή του έργα αισχρά· γιατί με την ανάγκη ούτε οι θεοί δεν τα βάζουν.

Δεν μ᾽ αρέσει να ψέγω κανέναν. Μου αρκεί να μην πάσχει κανείς από διανοητική υστέρηση ή ανικανότητα· να είναι άνθρωπος που κατανοεί τους νόμους της κοινωνίας· άνθρωπος υγιής· σ᾽ έναν τέτοιον άνθρωπο δεν βρίσκω ψεγάδι, γιατί, από την άλλη, η γενιά των ηλιθίων είναι άπειρη. Και γενικά θεωρώ καλά όλα όσα είναι απαλλαγμένα κάθε πρόσμιξης με στοιχεία αξιομίσητα (ή: αισχρά).

ΣΙΜΩΝΙΔΗΣ Ο ΚΕΙΟΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: Αρχή όλων και το μεγαλύτερο καλό για μια ευτυχισμένη ζωή είναι η φρονιμάδα

Επιστ. προς Μενοικέα, 130-132

Όταν λοιπόν λέμε πως η ηδονή είναι σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των άσωτων ούτε τις κολλημένες στην απόλαυση, όπως νομίζουν μερικοί απληροφόρητοι ή αντίθετοι ή όσοι σκόπιμα παραμορφώνουν τις γνώμες , παρά το να μην υποφέρουμε στο σώμα και να μην ταραζόμαστε στην ψυχή.

Δεν είναι τα μεθύσια και τ’ αδιάκοπα ξεφαντώματα ούτε η απόλαυση κρεάτων, ψαριών και των άλλων, όσα προσφέρει το πλούσιο τραπέζι, που γεννούν την ευχάριστη ζωή, παρά το νηφάλιο λογικό, που ερευνά στο βάθος τις αιτίες για την κάθε προτίμηση ή αποφυγή και διώχνει τις φαντασιοκοπίες, που είναι αφορμές για τις μεγάλες ψυχικές ταραχές.

Αυτών όλων αρχή και το μεγαλύτερο καλό είναι η φρονιμάδα. Γι' αυτό και από τη φιλοσοφία ψηλότερα στέκεται η φρονιμάδα, κι απ’ αυτήν ξεκινούν οι άλλες αρετές, που διδάσκουν πως δεν μπορεί να ζει κανείς ευχάριστα χωρίς να ζει φρόνιμα, τίμια και δίκαια, ούτε να ζει φρόνιμα, τίμια και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα. Οι αρετές κι η ευχάριστη ζωή φυτρώνουν απ’ την ίδια ρίζα κι η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη απ’ αυτές.

Ronald Coase: Το θεώρημα και η οικονομική ανάλυση του δικαίου

Στις 29 Δεκεμβρίου του 1910, γεννήθηκε ο βραβευμένος με Nobel και θεμελιωτής της θεωρίας των περιουσιακών δικαιωμάτων, Βρετανός οικονομολόγος, Ronald Harry Coase.

Αν και σχετικά άγνωστος στην Eλλάδα, αποτέλεσε μια από τις εμβληματικότερες μορφές του επιστημονικού κόσμου, που κατάφερε να συνδέσει την οικονομική επιστήμη με την ανάλυση του δικαίου. Η ανάλυση του Coase πήρε προεκτάσεις πολύ διαφορετικές και μεγαλύτερες από ότι επεδίωκε ο ίδιος. Κυρίως, λόγω των θεωριών του για την οικονομική ανάλυση του δικαίου. Πάνω στις δικές του θεωρίες βασίστηκε η συμφωνία του Kyoto, για τα δικαιώματα ρύπανσης, και τις αγοραπωλησίες αυτών μεταξύ των διαφόρων χωρών.

Ο θάνατός του μάλιστα, μπορεί να θεωρηθεί, και ως το τέλος της περιόδου που η οικονομική ανάλυση του δικαίου πέρασε από το περιθώριο στο προσκήνιο. Η ηλικία, σε συνδυασμό με τη γραφικότητα του χαρακτήρα του, τον μετέτρεψαν σε έναν «Τειρεσία» της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου. Ο ίδιος προσπάθησε να μεταβάλλει τις βολικές τάσεις της επιστημονικής κοινότητας σε παραδοσιακές θεωρίες που οδηγούσαν σε λάθη και προβλήματα.

Ως εναλλακτικό πνεύμα, έκανε συχνά κριτική στις ιδεολογίες που επικρατούσαν στους κύκλους των οικονομολόγων. Σε άρθρο του, για την σημασία της ανάλυσης και της κατανομής των περιουσιακών δικαιωμάτων, το 1960, με τίτλο «The Problem of Social Cost», προκάλεσε την επανάσταση στην διεύρυνση και εμπλουτισμό της νομικής επιστήμης, ανοίγοντας το δρόμο για την καθιέρωση του πιο επιστημονικού και πιο φιλελεύθερου χαρακτήρα της οικονομικής ανάλυσης του δικαίου. Με τον τρόπο αυτό πρόφερε στο δίκαιο, νέο χαρακτήρα και περιεχόμενο. Ο Coase τόνισε, μέσω της έρευνας του, ότι, ο κρατικός πατερναλισμός δεν είναι απαραίτητος. Αντίθετα, το αποτέλεσμα είναι πολύ προτιμότερο, όταν το δίκαιο εμπιστεύεται τις ιδιωτικές συναλλαγές και βασίζεται σε φιλελεύθερες οικονομικές αρχές.

Το βραβείο

Το 1991 έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Το άρθρο για το οποίο τιμήθηκε, κυρίως, «The Problem of Social Cost», άνοιξε την πόρτα στην οικονομική ανάλυση του δικαίου. Επίσης, τιμήθηκε και για ένα άρθρο του 1937: «The Nature of the Firm» («Η Φύση της Επιχείρησης»), το οποίο έμεινε ξεχασμένο ως άρθρο για δεκαετίες. Ίσως, επειδή ήταν πολύ έξω από το πλαίσιο της οικονομικής σκέψης της εποχής. Η ανάλυση που κάνει ο Coase στη «Φύση της Επιχείρησης», είναι το θεμέλιο για τη μελλοντική του αποκωδικοποίηση περί κατανομής των περιουσιακών δικαιωμάτων από το δίκαιο στο «Ζήτημα του Κοινωνικού Κόστους». Για να κατανοήσουμε βαθύτερα, λοιπόν, την πηγή της κατοπινής ανάλυσης στο «Ζήτημα του Κοινωνικού Κόστους», πρέπει να αρχίσουμε από τη «Φύση της Επιχείρησης».
 
Η φύση της επιχείρησης και το ζήτημα του κοινωνικού κόστους από τον Coase

Στη «Φύση της Επιχείρησης», ο Coase εξετάζει τα όρια της κάθε αυτοτελούς παραγωγικής μονάδας. Η ανάλυση ξεκινάει από μια απλούστατη παρατήρηση. Ότι δηλαδή, ένα σύνθετο τελικό προϊόν δεν είναι απαραίτητο να έχει συντεθεί από μια μόνο επιχείρηση που παράγει τις πρώτες ύλες, τις φέρνει στην τελική εμπορεύσιμη μορφή τους, τις συνθέτει σε τμήματα του σύνθετου προϊόντος, και τέλος, τις συνδυάζει σε τελικό προϊόν. Σε μερικές βιομηχανίες, αυτή η κατακόρυφη ενοποίηση μπορεί να είναι ένας γενικός κανόνας, αλλά σε πολλές άλλες τα βήματα επιμερίζονται σε διάφορες επιχειρήσεις μέχρι τη δημιουργία του τελικού προϊόντος. Έτσι, θέτεται το ερώτημα του ιδανικού μεγέθους μιας επιχείρησης ως ερώτημα κατακόρυφης ενοποίησης. Ο Coase, σε αυτό το ερώτημα, ανακάλυψε ένα πολύ πιο περίπλοκο περιβάλλον από αυτό που συνήθιζαν να αναλύουν οι σύγχρονοί οικονομολόγοι. Οι συγκεκριμένοι αναζητούσαν, χωρίς θεωρητικό υπόβαθρο, το ιδανικό μέγεθος επιχείρησης σε κάθε βιομηχανία.

Η απάντηση του Coase στο παραπάνω ερώτημα, είναι ότι το ιδανικό μέγεθος της επιχείρησης εξαρτάται από τη σύγκριση της ανάθεσης του κάθε βήματος παραγωγής στην αγορά και της ανάθεσης του σε εσωτερική παραγωγή. Αν η εσωτερική παραγωγή είναι πιο συμφέρουσα, τότε το ιδανικό μέγεθος της επιχείρησης συμπεριλαμβάνει αυτό το βήμα. Αλλιώς, το ιδανικό μέγεθος της επιχείρησης είναι το μικρότερο, που δεν συμπεριλαμβάνει, δηλαδή, αυτό το παραγωγικό βήμα, το οποίο θα πρέπει να αφεθεί στην αγορά.

Με άλλα λόγια, ο Coase διέκρινε το πρόβλημα με ένα σχεδόν χαοτικό τρόπο. Κάθε τομέας της οικονομίας ακολουθεί διαφορετική πρακτική, που εξαρτάται από τα συγκριτικά κόστη και οφέλη της κατακόρυφης ενοποίησης έναντι της αγοράς, χωρίς κάποια ορατή αρχή που να διέπει όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες.

Ronald Harry Coase και το ζήτημα του κοινωνικού κόστους

Το 1960, ο Coase έστρεψε την ίδια μέθοδο που εφάρμοσε στην ανάλυση του μεγέθους της επιχείρησης προς την κατανομή των περιουσιακών δικαιωμάτων. Το κίνητρό του, ήταν να αποδείξει για μια ακόμη φορά, τη λάθος κατεύθυνση της επιστημονικής έρευνας. Θέτοντας ουσιαστικά τα θεμέλια για την άνοδο μιας νέας επιστήμης. Αυτής της επιστημονικής οικονομικής ανάλυσης του δικαίου.

Όσον αφορά το ζήτημα του κοινωνικού κόστους, ο Coase ανέτρεψε μια σειρά μελετών και ερευνών, με μια διαφορετική ερμηνεία της πραγματικότητος, σχετικά με τα συγκριτικά κόστη, ανάμεσα στα κοινωνικά μέλη. Για το πώς, δηλαδή, το δίκαιο (δικαιοσύνη) οφείλει να κατανείμει τα περιουσιακά δικαιώματα με ιδιαίτερη έμφαση στις επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα. Για τον Coase η κατανομή των περιουσιακών δικαιωμάτων ορίζεται από το πώς και ποιόν μπορούν να αποκτηθούν και όχι από το ποιος μπορεί να τα κρατήσει. Το συγκριτικό όφελος δεν έχει σημασία για την κατανομή αυτή (εκτός πολλών και σημαντικών εξαιρέσεων). Τα μέρη της κατανομής, που θα καταλήξουν να κρατούν το κάθε περιουσιακό τους δικαίωμα, θα είναι εκείνα για τα οποία έχει τη μεγαλύτερη αξία, άσχετα από το σε ποιον τα απένειμε το δίκαιο αρχικά. Όταν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη συμμετέχουν σε αυτή τη διαπραγμάτευση, εξ ορισμού δεν υπάρχει επιρροή σε τρίτους.

Το δίκαιο έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ορισμό των δικαιωμάτων των μερών. Σκοπός είναι τα μέρη, να καταφέρουν να συμφωνήσουν στη μεταβίβαση ή τη συμβατική μεταβολή των δικαιωμάτων τους με το μικρότερο δυνατό κόστος συναλλαγής (εφόσον κάθε τέτοιο κόστος είναι πηγή δυνητικού λάθους κατανομής).

Τα συμπεράσματα του Coase για το δίκαιο πηγάζουν από την ανάλυση του και απευθύνονται, κυρίως, στην καθημερινότητα του ιδιωτικού και διοικητικού δικαίου και λιγότερο στις εξαιρέσεις των ελαττωμάτων της βουλήσεως. Ο Coase δεν αναφέρει πολλές λεπτομέρειες για το ποινικό δίκαιο ή για περιπτώσεις όπου τα άτομα δεν παίρνουν λογικές αποφάσεις.
 
Το Θεώρημα του Ronald Coase και η Προστασία των Δικαιωμάτων

Ο Ronald Coase, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ασχολήθηκε σχεδόν κατά αποκλειστικά, με την έννοια της εξωτερικότητας. Έννοια που οι περισσότεροι οικονομολόγοι είχαν θεωρήσει ως μια «κλασσική περίπτωση αποτυχίας της αγοράς». Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτή η έννοια της εξωτερικότητας, αποτελεί το εξής:

«Όταν ένα εργοστάσιο μολύνει το περιβάλλον, «εξωτερικεύει» ένα μέρος του κόστους του (καπνός), σε άτομα που δεν έχουν σχέση με τις δραστηριότητές του. Αυτό δεν είναι μόνο ανήθικο ή παράνομο. Είναι και αναποτελεσματικό, διότι το εργοστάσιο καθώς μεταφέρει μέρος του κόστους του σε άλλα άτομα, δεν το αναλαμβάνει το ίδιο και έτσι συνεχίζει τις δραστηριότητές του ακόμα και όταν αυτές δεν θα το συνέφεραν εάν είχε εσωτερικεύσει το κόστος τους».

Το εργοστάσιο συνεχίζει να μολύνει το περιβάλλον με τον καπνό, που δεν τον αναπνέουν μόνο οι μέτοχοι, αλλά κατ’ επέκταση και οι άτομα που διαμένουν στην γύρω περιοχή, οι οποίοι παρ όλη την μόλυνση, δεν λαμβάνουν και κάποιο μέρισμα στο τέλος του χρόνου. Ο Arthur Pigou ανακάλυψε και πρότεινε διάφορες λύσεις γι’ αυτήν την αποτυχία της αγοράς, όπως φορολογία, αποζημίωση, απαγόρευση της όχλησης. Καμία όμως από αυτές δεν ικανοποίησε τον Coase. Η λύση του Pigou και των οικονομικών της ευημερίας, που ουσιαστικά έψαχναν τρόπους για να εσωτερικεύσουν τις εξωτερικές επιδράσεις, ήταν προσωρινές, χωρίς να αντιμετωπίζουν δραστικά το πρόβλημα. Ο Coase, αντίθετα, είχε μία ιδέα ανατρεπτική, που βασιζόταν, χωρίς να το ξέρει και ο ίδιος αρχικά, σε μία μεγάλη νομική παράδοση.

Η ουσία του θεωρήματος του Ronald Coase

Πιο συγκεκριμένα, ο Ronald Coase διατύπωσε την άποψη, πως το δίκαιο δεν μπορεί να επηρεάσει την κατανομή των δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα δεν θα ανήκουν σε εκείνον στον οποίο τα παραχώρησε το δίκαιο, αλλά σε εκείνον που τα αξιολογεί περισσότερο (σ’ εκείνον δηλαδή που τα θέλει, είναι πρόθυμος και μπορεί να τα αγοράσει). Με άλλα λόγια, η αγορά είναι ισχυρότερη από το δίκαιο, αγνοώντας ότι, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο μεγάλος Γερμανός νομικός Rudolf Jhering, είχε θέσει τα θεμέλια αυτής της προσέγγισης επηρεασμένος από τον ωφελιμισμό του Bentham και του Marx.

Σύμφωνα με τον Jhering, δεν υπάρχουν φυσικά δικαιώματα (δικαιώματα δηλαδή που συνδέονται με τη φύση του ανθρώπου), αλλά ζωτικά συμφέροντα και ανάγκες. Όταν αυτά τα συμφέροντα και οι ανάγκες έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, το δίκαιο θα πρέπει να επιλέξει ποια από αυτά θα προστατεύσει. Διότι, με την προστασία που θα τους δώσει θα τα μετατρέψει σε δικαιώματα. Τα δικαιώματα, λοιπόν, είναι ουσιαστικά έννομα προστατευόμενα συμφέροντα.

Συνοπτικά, το θεώρημα του Ronald Coase είναι καθαρά περιγραφικό. Περιγράφει μια πραγματικότητα χωρίς να την αξιολογεί. Ο Ronald Coase δεν λέει ότι αυτό είναι καλό ή κακό. Λέει ότι έτσι συμβαίνει. Τα δικαιώματα, δηλαδή, να καταλήγουν σ’ αυτόν που είναι διατεθειμένος να πληρώσει γι’αυτά τα περισσότερα χρήματα. Οι όροι της ανθρώπινης συνύπαρξης, συνήθως, είναι καλύτεροι όταν τους ορίζουν τα ίδια τα άτομα, παρά όταν τους επιβάλλει κάποιος νομοθέτης ή δικαστής. Το δίκαιο, όμως, είναι απαραίτητο όταν η διαπραγμάτευση (δηλαδή η διαδικασία επίτευξης συναίνεσης) αποτυγχάνει.

Ο εναλλακτικός Coase

Ο ίδιος ο Ronald Coase, προτιμούσε την ανάλυση περίπλοκων θεσμών, χωρίς τη χρήση αυστηρής και αφαιρετικής μαθηματικής λογικής. Η προσέγγισή του, όμως, άνοιξε το δρόμο επιτρέποντας στην οικονομική ανάλυση του δικαίου να ανθίσει και με τις δύο μορφές. Τόσο με τον επιστημονικό τρόπο, με δόκιμη θεωρία, όσο και μέσω της πειραματικής επιβεβαίωσης ή διάψευσης. Η νέα αυτή επιστήμη, με το να εστιάζεται στην εναλλακτική επιλογή της στροφής προς την αγορά, θέτει την ελευθερία της ατομικής πρωτοβουλίας στον πυρήνα της ανάλυσης. Ο αυστηρός επιστημονικός χαρακτήρας της απορρέουσας ανάλυσης του δικαίου είναι αλληλένδετος με αυτόν το φιλελεύθερο χαρακτήρα της. Έτσι, λοιπόν, τέθηκαν τα θεμέλια για την δημιουργία μιας κοινωνίας πιο ελεύθερης.

Ο Σωκράτης και τα αδιέξοδα της θεϊκής ηθικής

«Εσείς, ούτε σε αυτό να πιστεύετε αβασάνιστα τον θεό, αλλά να εξετάζετε χωριστά καθεμιά από τις φράσεις του» -Απολογία Σωκράτους, Ξενοφών

«Ένα είναι και των θεών
και των ανθρώπων το γένος.
Από μια μητέρα γεννηθήκαμε.
Μόνη διαφορά μας είναι η δύναμη.»
Πίνδαρος

Στον Πλατωνικό διάλογο Ευθύφρων, ο Σωκράτης καταφτάνει στη βασίλειο στοά γιατί μόλις έμαθε ότι κάποιος τον κατηγορεί για ασέβεια προς τους θεούς και διαφθορά των νέων. Μόλις φτάνει, βρίσκει τον Ευθύφρωνα, ο οποίος είναι εκεί γιατί αυτός ο ίδιος κατηγορεί κάποιον, για μια παρεκτροπή παρόμοια με του Σωκράτη. Όταν ρωτάει τον Ευθύφρωνα για λεπτομέρειες, του λέει πως κατηγορεί τον πατέρα του, επειδή έκανε έναν άδικο φόνο, δηλαδή κάτι «ανόσιο». Είχε πιάσει έναν εργάτη που σκότωσε έναν υπηρέτη του, και αφού τον έδεσε και τον έριξε σε λάκκο, έστειλε να του φέρουν έναν εξηγητή (οι εξηγητές ήταν νομομαθείς που ερμήνευαν ασάφειες και κενά της νομοθεσίας). Τον παράτησε όμως δεμένο και μόνο του, με συνέπεια να πεθάνει από την πείνα, το κρύο και τα δεσμά. Ο Σωκράτης εκφράζει τη χαρά του που βρίσκει την ευκαιρία να μάθει τι ακριβώς θεωρείται «όσιο» και τι «ανόσιο», αφού ο ίδιος δεν ξέρει, και ουσιαστικά αυτό είναι το κατηγορητήριο εναντίον του. Ο Ευθύφρων είχε τη φήμη ότι ήταν σοφός περί του θέματος (ήταν μάντης και θεολόγος), αλλά και το γεγονός ότι κατηγορεί τον πατέρα του, δείχνει ότι πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρος για τη γνώση του αυτή, αφού φτάνει στο σημείο να οδηγήσει απέναντι στους δικαστές ένα τόσο κοντινό του πρόσωπο.

Με άλλα λόγια, αν είναι να διακινδυνεύσει το μέλλον του πατέρα του, καλά θα κάνει να ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Αφήνοντας λοιπόν προσωρινά την δικιά του υπόθεση, αρχίζει την ανάκριση του θεολόγου, ενδιαφερόμενος (δήθεν;) να μάθει από αυτόν τι είναι όσιο, κάτι που ίσως τον βοηθήσει και στην δική του δίκη.

Η αφήγηση του Πλάτωνα μας παρουσιάζεται με την προσπάθεια ορισμού μιας έννοιας – «τι είναι όσιο;» – αλλά ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον προβληματισμό αυτόν και σαν αφορμή για να δείξει πως το κατηγορητήριο εναντίον του δασκάλου του ήταν άδικο. Ο διάλογος γράφτηκε μετά την θανάτωση του φιλοσόφου, και μας δείχνει και τον λόγο που θανατώθηκε. Ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε την αυθεντία κανενός, και όποιον συναντούσε που ισχυριζόταν ότι είναι σοφός, τον ανέκρινε για να μελετήσει τι ακριβώς ξέρει, και εν τέλει να του αποδείξει ότι δεν ξέρει τίποτα. Κάτι που όμως ενοχλούσε, και που δημιούργησε έχθρες και καχυποψία εναντίον του, συκοφαντία και κακή φήμη, που στο τέλος τον οδήγησαν στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι δήθεν ήταν άθεος και βλάσφημος και ότι διέφθειρε τους νέους με αυτά που δίδασκε. Τι καλύτερο λοιπόν για τον Πλάτωνα, από το να μας παρουσιάσει έναν Σωκράτη που αναζητά να μάθει αυτά που υποτίθεται ότι δίδασκε (και με τα οποία διέφθειρε όσους τον άκουγαν), και να αναζητά την έννοια του οσίου, δηλαδή την έννοια της ηθικής (στον διάλογο το «όσιο» ταυτίζεται με ό,τι είναι καλό, ωραίο, δίκαιο), με θεολογικούς όρους. Ο Πλάτωνας δηλαδή μας δείχνει ταυτόχρονα ότι ο Σωκράτης ούτε δίδασκε (αφού δεν γνώριζε) ούτε ήταν άθεος και βλάσφημος (αφού μιλώντας για την έννοια του οσίου την ενάλλασσε με την έννοια του δικαίου και μάλιστα έχοντας σαν κέντρο του προβληματισμού του τις επιθυμίες των θεών), αλλά και ότι πρόσβαλε και ενοχλούσε τους συνομιλητές του (πράγμα που αποτέλεσε την πραγματική αιτία θανάτου του).

Ο Ευθύφρων υποστηρίζει πως ό,τι είναι αγαπητό στους θεούς είναι όσιο, και ό,τι είναι θεομίσητο είναι ανόσιο. Ο Σωκράτης όμως λέει πως, όπως και οι άνθρωποι, οι θεοί διαφωνούν για το τι είναι δίκαιο, ωραίο ή καλό. Πώς λοιπόν θα ξέρουμε τι είναι όσιο, αφού δεν ξέρουμε τι είναι αγαπητό στους θεούς, και μάλιστα τη στιγμή που και οι ίδιοι οι θεοί δεν συμφωνούν μεταξύ τους γι’ αυτό; Είναι λογικό για τον Σωκράτη να αναρωτηθεί κάτι τέτοιο, αφού στον πολυθεϊστικό κόσμο που ζούσε, με τους θεούς να φέρονται με όση συνέπεια διαθέτουν και οι άνθρωποι, ο κάθε θεός διάλεγε στρατόπεδα ανάλογα με την δικιά του ιδιοσυγκρασία. Στον πόλεμο της Τροίας, για παράδειγμα, άλλοι θεοί ήταν με το μέρος των Τρώων και άλλοι με τους Αχαιούς. Πώς λοιπόν θα ξέρουμε εμείς οι άνθρωποι τι είναι όσιο, αφού και οι θεοί οι ίδιοι διαφωνούν γι’ αυτό;

Η απάντηση που δίνει ο Ευθύφρων είναι πως όσιο είναι αυτό που όλοι οι θεοί θεωρούν αρεστό. Είναι κάποια πράγματα δηλαδή, για τα οποία ξέρουμε ότι σίγουρα είναι αρεστά σε όλους τους θεούς και άλλα που σίγουρα όλοι οι θεοί μισούν. «Οι θεοί δεν διαφωνούν μεταξύ τους σχετικά με το θέμα τούτο, ότι δεν πρέπει να τιμωρείται όποιος σκοτώνει κάποιον άδικα»σελ.73 του λέει για να του δείξει πόσο σίγουρος είναι πως έχει δίκιο που κατηγορεί τον πατέρα του για άδικο φόνο. Ο Σωκράτης όμως δεν αρκείται σε αυτήν την απάντηση, ούτε στο παράδειγμα του άδικου φόνου: «Γιατί, μήπως άκουσες, Ευθύφρων, κάποιον άνθρωπο να αμφισβητεί ότι δεν πρέπει να τιμωρείται όποιος διαπράττει φόνο άδικα;». Δεν χρειαζόμαστε τους θεούς να μας πουν αν πρέπει να τιμωρείται ο αδικοπραγήσας. Κανένας δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του λέγοντας ότι, ναι μεν έπραξε άδικα, αλλά δεν του αρμόζει τιμωρία μόνο υποστηρίζει ότι δεν αδίκησε. Το πρόβλημα παραμένει: πώς θα ξέρουμε αν κάτι είναι δίκαιο ή όχι; Ο Σωκράτης λοιπόν αναρωτιέται αν όσιο είναι κάτι επειδή αρέσει στους θεούς, ή αν αρέσει στους θεούς επειδή είναι όσιο.

Ο Σωκράτης κάνει μια πολύ σημαντική ερώτηση, που ακόμα μας προβληματίζει. Από πού προέρχεται η ηθική; Ο θεός είναι ο συγγραφέας των ηθικών αξιών ή απλά τις επαναλαμβάνει και τις επιβάλλει; Και αν ισχύει το δεύτερο, ποια είναι η πηγή τους; (Σ’ αυτήν την περίπτωση η απάντηση ίσως βρίσκεται στους μεταφυσικούς στοχασμούς ηθικών φιλοσόφων ή στις υλιστικές προσεγγίσεις βιολόγων και κοινωνιολόγων ή ίσως τελικά ανιχνευτεί μετά από χιλιάδες σελίδες ερευνών της νευροεπιστήμης˙ αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…)

Ο Σωκράτης (σε αυτόν τον διάλογο) επικεντρώνεται στη σχέση του δικαίου με τη θεϊκή επιθυμία. Και αν προβληματίζεται από το γεγονός ότι οι θεοί δε συμφωνούν μεταξύ τους, ο μονοθεϊσμός προσφέρει φαινομενικά μια λύση, με την ύπαρξη ενός μόνο, αιώνιου και παντογνώστη θεού, που πρέπει να γνωρίζει τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο και προτείνεται να μας το πει, ώστε να ζήσουμε σωστά. Αν ο θεός έχει απαγορεύσει κάτι, σίγουρα είναι αμαρτία. Αρκεί όμως αυτό; Θα έπαυε ο Σωκράτης τη συζήτηση εδώ; Γιατί κάτι είναι αμαρτία; Επειδή το απαγορεύει ο θεός; Ή μήπως ο θεός το απαγορεύει επειδή είναι αμαρτία; Ο θεός μας δίνει ηθικές αξίες, ή τις γνωρίζουμε από πριν και τις βάζουμε στο στόμα του;

Στον Χριστιανισμό, ο μονοθεϊστικός θεός μας έχει δώσει τις απόψεις του γραπτά˙ ξέρουμε τι είναι θεάρεστο και τι θεομίσητο από τη Βίβλο. Ένας θεολόγος ίσως να έλεγε πως, ό,τι προστάζει ο θεός είναι καλό και ταυτόχρονα ό,τι είναι καλό το προτείνει και ο θεός. Αυτό όμως δεν φαίνεται να πείθει τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος απορρίπτει ρητά τη Βίβλο, όταν σε αυτήν αναγράφεται, π.χ., πως αν κάποιος βρει ότι η σύζυγός του δεν είναι παρθένα την πρώτη νύχτα του γάμου τους, πρέπει να τη λιθοβολήσει μέχρι θανάτου έξω από τη πόρτα του πατέρα της (Δευτερονόμιο 22:13-21). Αυτό σίγουρα δεν το θεωρούμε σωστό, δίκαιο, καλό, ηθικό. Αντιθέτως, το θεωρούμε ανήθικο και χυδαίο. Κι όμως, είναι κάτι που προστάζει ο θεός. Άρα, το «ό,τι λέει ο θεός είναι ηθικό» δεν ισχύει.

Ούτε ισχύει όμως και το «ό,τι είναι ηθικό, αυτό προτείνει και ο θεός». Στην Βίβλο, για όποιον ψάχνει σαν τον Σωκράτη να ορίσει την ηθική με θεολογικούς όρους, υπάρχουν πολλές άλλες προσταγές και απαγορεύσεις όπου μπορεί να απευθυνθεί, με κύριο σημείο τον Δεκάλογο.

Όμως, στην εντολή «ουκ επιθυμήσεις το σπίτι, την γυναίκα, τους είλωτες, τα ζώα ή οτιδήποτε άλλο του γείτονα» (Έξοδος 20:17), βρίσκουμε την ομαδοποίηση της γυναίκας μαζί με ζώα, δούλους και υλικά αγαθά του άλλου (και μάλιστα με τη γυναίκα δεύτερη στη σειρά), κάτι που μάλλον προδίδει την ταυτότητα του συγγραφέα (άνδρας), παρά μας προσφέρει μια χρήσιμη οδηγία για το πώς να ζήσουμε μια καλή ζωή. Ποιος θα έλεγε σήμερα αυτήν την πρόταση χωρίς να συναντήσει την απέχθειά μας για τον προφανή μισογυνισμό του, αφού περιλαμβάνει τη γυναίκα στην περιουσία του συζύγου της; Η απαγόρευση δε της ίδιας της σκέψης απόκτησης κάποιου πράγματος που ανήκει σε άλλον (δηλαδή η απαγόρευση της επιθυμίας) είναι μάλλον αποπροσανατολιστική. Οι ποινικοποίηση των επιθυμιών μας θυμίζει περισσότερο τα «εγκλήματα σκέψης» του 1984 που συνέβαλαν στην ολοκληρωτική υποδούλωση των υποτελών του Μεγάλου Αδερφού, παρά τα λόγια ενός πανάγαθου θεού. Γιατί οι πράξεις είναι που κάνουν κακό, όχι οι σκέψεις.

Το «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, για να γίνεις μακροχρόνιος επάνω στη γη, που σου δίνει ο Κύριος ο θεός σου» (Έξοδος 20:12), το συναντάμε και σε άλλες θρησκείες, αν και όχι σε τόσο απόλυτη μορφή. Προφανώς, ένας αλκοολικός γονιός που κακοποιεί τα παιδιά του δεν αξίζει τον σεβασμό τους, και ο κοσμικός νόμος δεν θεωρεί τέτοια σχέση σαν ελαφρυντικό σε περιπτώσεις κακοποίησης (μάλλον το αντίθετο). Ο σεβασμός, όπως και η αγάπη, είναι κάτι που το κερδίζουμε, δεν μπορεί να απαιτηθεί. Αν λοιπόν η φράση αναγνωστεί απόλυτα είναι άτοπη, ενώ αν αναγνωστεί κριτικά γίνεται κοινότοπη˙ ποιος χρειάζεται κάποιον θεό για να νιώσει το χρέος του προς τους γονείς που τον μεγάλωσαν δίκαια; Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η αρετή συνοδεύεται από την υπόσχεση ανταμοιβής (μακροζωίας), και όπως και άλλες εντολές που μας έρχονται με την απειλή τιμωρίας, δεν προτείνεται ως αυτοσκοπός. Δεν αρκεί να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι επειδή είναι καλό ή κακό, αλλά για να κερδίσουμε μια ανταμοιβή ή να αποφύγουμε μια τιμωρία.

Το μόνο που μένει* είναι το τρίπτυχο «ου κλέψεις, ου φονεύσεις, ου ψευδομαρτυρήσεις». Είναι εντολές που συναντάμε σε κάθε θρησκεία που λατρεύεται στη Γη, και δεν εξαρτώνται από την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε θεού. Σε ποιον θεό θα αναγνωρίζαμε σοφία, αν δεν καταδίκαζε το ψέμα, το κλέψιμο ή τον φόνο; Ποια θρησκεία που θα έλεγε ότι το ψέμα δεν είναι αμαρτία (ή έστω ότι «δεν πειράζει») θα άξιζε τη λατρεία οποιουδήποτε; Όπως λέει κι ο Σωκράτης «κανένας θεός ή άνθρωπος δεν τολμά να πει τούτο, ότι δεν πρέπει να τιμωρείται ο άδικος». Και όλοι οι άνθρωποι ξέρουν ότι το να σκοτώνεις είναι άδικο, γιατί οι άνθρωποι ξέρουν από μόνοι τους τι είναι ηθικό και τι είναι κακό. Αν οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης περίμεναν τον θεό να τους πει ότι ο φόνος «είναι κάτι κακό», μάλλον δεν θα είχαν καταφέρει να φτάσουν καν μέχρι το Όρος Σινά για να παραλάβουν τις Δέκα Εντολές. Ο θεός δεν έχει τη δύναμη να μην καταδικάσει το φόνο.

Οι ηθικές αξίες λοιπόν δεν πηγάζουν από τη διδασκαλία του θεού ή του Ιησού. Και δεν χρειάζεται να μείνουμε στις Δέκα Εντολές˙ ούτε οι υπόλοιπες ηθικές αξίες του Χριστιανισμού δεν οφείλονται σε αυτόν, αλλά μπορούν να ανιχνευτούν σε παλιότερους πολιτισμούς. Ο λεγόμενος Χρυσός Κανόνας («κάνε στους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν σε σένα») προέρχεται από τον Κομφούκιο (απ’ όσο γνωρίζουμε – μπορεί να είχε ήδη διατυπωθεί και νωρίτερα) και το «αγάπα τους εχθρούς σου» το βρίσκουμε στον Τζαϊνισμό, τον Βουδισμό, τον Ταοϊσμό και αλλού. Άρα ο Χριστιανισμός όχι μόνο δεν δημιούργησε τις διδαχές αυτές, αλλά ούτε την αποκλειστικότητά τους έχει, είτε ιδωθεί σαν θρησκεία είτε σαν σύστημα ιδεών (ο Βουδισμός για παράδειγμα δεν είναι θρησκεία και μοιράζεται πολλές ηθικές αξίες των αβρααμικών θρησκειών).

Θα μπορούσε κάποιος να πει βέβαια, πως όσα από τα παραπάνω αποτελούν προτροπές σε πράξεις (όπως ο λιθοβολισμός της μη παρθένας) ή σκέψεις (όπως η θέαση της γυναίκας σαν περιουσία) που σήμερα θεωρούνται ανήθικες, προκύπτουν ως τέτοιες μόνο αν τις δούμε αναχρονιστικά. Ότι δηλαδή είναι άδικο να κρίνουμε τις απόψεις ανθρώπων που ζούσαν 3.000 χρόνια πριν, με σύγχρονη οπτική. Πρέπει λοιπόν να επιλέξουμε τις ηθικές προσταγές του θεού με τις οποίες συμφωνούμε κι εμείς. Αυτό παρουσιάζει ένα λογικό πρόβλημα, αφού αναιρούμε εδώ, κάτι που μέχρι τώρα, σιωπηλά, το θεωρήσαμε δεδομένο (ότι η Βίβλος είναι ο λόγος του θεού, στον οποίον δεν μπορούμε να παρέμβουμε). Ακόμα κι έτσι όμως, προκύπτει ότι οι ηθικές προσταγές δεν μπορεί να προέρχονται από τον θεό, αλλά οι άνθρωποι τις ξέρουν ήδη, και καλούνται μόνο να διαγράψουν από τη Βίβλο όσες δεν περιλαμβάνονται στο σύστημα αξιών της εποχής. Ή, όπως θα έλεγε ο Σωκράτης σε έναν μονοθεϊστή Ευθύφρωνα, «κάτι, αρέσει στον θεό, επειδή είναι ηθικό», και όχι «είναι ηθικό επειδή αρέσει στον θεό». Άρα από ό,τι φαίνεται, η θεϊκή ηθική ακολουθεί την ανθρώπινη, και όχι το αντίστροφο. Έτσι όμως, παραμένει το ερώτημα «γιατί κάτι είναι αμαρτία;» ή «από πού προέρχεται η ηθική;». Η επιμονή να την συνδέουμε με τον θεό δεν μας δίνει απαντήσεις. Δεν χρειαζόμαστε καμιά θρησκεία για να μάθουμε τι είναι ηθικό ή για να γίνουμε ηθικοί, μόνο νομίζουμε ότι τις χρειαζόμαστε.

Αλλά και να μην κάνουμε την παραπάνω παραδοχή, αν δηλαδή αναζητήσουμε τις ηθικές αρχές αποκλειστικά στις διδαχές της θρησκείας (με τον ίδιο τρόπο που και ο Σωκράτης και ο Ευθύφρων προσεγγίζουν τον προβληματισμό τους για το τι είναι δίκαιο, στη σχέση των ανθρώπων με τα θεία), παραμένουν οι Δέκα Εντολές, και άλλες προτροπές του θεού και του Ιησού, σαν προσταγές συμπεριφοράς ενός παντοδύναμου θεού, που αν τον παρακούσουμε θα μας τιμωρήσει με τη χειρότερη δυνατή τιμωρία, και αν τον υπακούσουμε θα μας ανταμείψει με τη μεγαλύτερη δυνατή ανταμοιβή, ακόμα κι αν διαφωνούμε με κάποιες από αυτές. Η έννοια της αμαρτίας δηλαδή, παραμένει και διαφοροποιείται από την έννοια της ανηθικότητας. Αυτό που οφείλουμε να κάνουμε, μας διδάσκει η θρησκεία (ή τουλάχιστον, η Βίβλος), δεν είναι κάτι που θα αυξήσει την ανθρώπινη ευημερία, αλλά αυτό που λέει ο θεός. Καλός Χριστιανός δεν είναι ο ηθικός Χριστιανός, αλλά ο υπάκουος.

Ο Σωκράτης, σαν πολυθεϊστής, μπορούσε να αναζητήσει μόνος του τι είναι καλό και τι όχι, αφού δεν υπήρχε μία αυθεντία που θα του δώσει μια τελεσίδικη απάντηση. Ίσως να έκανε την ίδια αναζήτηση αν εντόπιζε τις αντιφάσεις στα λόγια ενός μοναδικού θεού, όπως τις βρίσκουμε στη Βίβλο. Οι δικοί του θεοί, που όλους αναγνώριζε σαν σοφούς, ήταν ιδιοσυγκρασιακοί, ο καθένας έλεγε άλλα. Ίσως γι’ αυτό και ο διάλογος δεν καταλήγει σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα για το τι είναι όσιο και τι ανόσιο. Ο Ξενοφώντας στην Απολογία Σωκράτους παρουσιάζει τον φιλόσοφο να λέει σχετικά με τον χρησμό της Πυθίας πως «έκρινε ότι υπερτερώ κατά πολύ από τους άλλους ανθρώπους. Εσείς, ούτε σε αυτό να πιστεύετε αβασάνιστα τον θεό, αλλά να εξετάζετε χωριστά καθεμιά από τις φράσεις του»

Έτσι κι εμείς, αν αναζητήσουμε κάποιον ηθικό προσανατολισμό στη βιβλική αφήγηση, είτε θα απογοητευτούμε αν κάνουμε μια κυριολεκτική ανάγνωσή της (αφού θα συναντήσουμε πράγματα που θεωρούμε ανήθικα να παρουσιάζονται σαν προσταγές) είτε θα αναγκαστούμε να ερμηνεύσουμε, να εκλογικεύσουμε ή να παραφράσουμε αυτά που θα βρούμε, για να ταιριάζουν στα δικά μας προϋπάρχοντα ηθικά κριτήρια. Μα αν έχουμε ήδη ηθικά κριτήρια, γιατί να αναζητήσουμε την ηθική στη Βίβλο; Ποια είναι η ιδιαιτερότητά της σε αυτό το πλαίσιο; Γιατί να μην την θεωρήσουμε σαν ένα ακόμα βιβλίο όπως τόσα άλλα, από το οποίο μόνο να εμπνευστούμε μπορούμε, κόβοντας και ράβοντας ό,τι ήδη μας αρέσει, συμφωνώντας με άλλα, και με άλλα διαφωνώντας;

Γιατί και τον Ιησού να συναντούσε ο Σωκράτης, μην ξέροντας πως είναι γιος του θεού, δεν θα του αναγνώριζε κάποια σοφία αυθαίρετα, αφού θα του παρουσιαζόταν στην ανθρώπινη μορφή του, όπως και τόσοι άλλοι που θεωρούνταν σοφοί από τους συνανθρώπους τους. Αλλά θα τον εξέταζε για να βρει αν όντως δικαιολογείται αυτή η φήμη του ή αν νόμιζε πως είναι κάτι που δεν είναι (πώς ξέρει ο Ιησούς αυτά που λέει ότι ξέρει; Έχει πρόσβαση σε γνώση που δεν έχει ο Σωκράτης;). Είναι να αναρωτιέται κανείς, αν αυτός ο διάλογος θα ήταν ο μόνος όπου δεν θα επαληθευόταν ο χρησμός της Πυθίας, πως δεν υπάρχει σοφότερος από τον αυτόν.
---------------------------
* Παραβλέπουμε τις αρχικές εντολές του δεκαλόγου, όπου βρίσκουμε πιο «αυθαίρετες» απαγορεύσεις, όπως το να μην λατρεύουμε άλλους θεούς, να μην φτιάχνουμε είδωλα και να μην αναφέρουμε το όνομα του θεού άσκοπα, όπως και την προσταγή να τηρούμε το Σάββατο σαν «ιερή μέρα» (με πρώτη εντολή το «εγώ είμαι ο θεός» που δεν είναι καν εντολή, αλλά μάλλον δήλωση). Αυτές οι εντολές λίγη σχέση έχουν με την ηθική, αφού οι πράξεις που μας απαγορεύονται δεν βλάπτουν κανέναν συνάνθρωπο, ούτε και τον θεό φυσικά (πώς θα μπορούσαμε να απειλήσουμε τον θεό εξάλλου;).

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΠΛ Πολ 517a–519b

(ΠΛ Πολ 514a–521b: Η αλληγορία του σπηλαίου) Η ερμηνεία της αλληγορίας: η παιδεία στροφή της ψυχής προς την ιδέα του αγαθού.

Ταύτην τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, τὴν εἰκόνα, ὦ φίλε Γλαύκων,
[517b] προσαπτέον ἅπασαν τοῖς ἔμπροσθεν λεγομένοις, τὴν μὲν
δι’ ὄψεως φαινομένην ἕδραν τῇ τοῦ δεσμωτηρίου οἰκήσει
ἀφομοιοῦντα, τὸ δὲ τοῦ πυρὸς ἐν αὐτῇ φῶς τῇ τοῦ ἡλίου
δυνάμει· τὴν δὲ ἄνω ἀνάβασιν καὶ θέαν τῶν ἄνω τὴν εἰς
τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδον τιθεὶς οὐχ ἁμαρτήσῃ
τῆς γ’ ἐμῆς ἐλπίδος, ἐπειδὴ ταύτης ἐπιθυμεῖς ἀκούειν. θεὸς
δέ που οἶδεν εἰ ἀληθὴς οὖσα τυγχάνει. τὰ δ’ οὖν ἐμοὶ
φαινόμενα οὕτω φαίνεται, ἐν τῷ γνωστῷ τελευταία ἡ τοῦ
[517c] ἀγαθοῦ ἰδέα καὶ μόγις ὁρᾶσθαι, ὀφθεῖσα δὲ συλλογιστέα
εἶναι ὡς ἄρα πᾶσι πάντων αὕτη ὀρθῶν τε καὶ καλῶν αἰτία,
ἔν τε ὁρατῷ φῶς καὶ τὸν τούτου κύριον τεκοῦσα, ἔν τε νοητῷ
αὐτὴ κυρία ἀλήθειαν καὶ νοῦν παρασχομένη, καὶ ὅτι δεῖ ταύτην
ἰδεῖν τὸν μέλλοντα ἐμφρόνως πράξειν ἢ ἰδίᾳ ἢ δημοσίᾳ.

Συνοίομαι, ἔφη, καὶ ἐγώ, ὅν γε δὴ τρόπον δύναμαι.

Ἴθι τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ τόδε συνοιήθητι καὶ μὴ θαυ-
μάσῃς ὅτι οἱ ἐνταῦθα ἐλθόντες οὐκ ἐθέλουσιν τὰ τῶν ἀνθρώπων
πράττειν, ἀλλ’ ἄνω ἀεὶ ἐπείγονται αὐτῶν αἱ ψυχαὶ διατρίβειν·
[517d] εἰκὸς γάρ που οὕτως, εἴπερ αὖ κατὰ τὴν προειρημένην εἰκόνα
τοῦτ’ ἔχει.

Εἰκὸς μέντοι, ἔφη.

Τί δέ; τόδε οἴει τι θαυμαστόν, εἰ ἀπὸ θείων, ἦν δ’ ἐγώ,
θεωριῶν ἐπὶ τὰ ἀνθρώπειά τις ἐλθὼν κακὰ ἀσχημονεῖ τε
καὶ φαίνεται σφόδρα γελοῖος ἔτι ἀμβλυώττων καὶ πρὶν
ἱκανῶς συνήθης γενέσθαι τῷ παρόντι σκότῳ ἀναγκαζόμενος
ἐν δικαστηρίοις ἢ ἄλλοθί που ἀγωνίζεσθαι περὶ τῶν τοῦ
δικαίου σκιῶν ἢ ἀγαλμάτων ὧν αἱ σκιαί, καὶ διαμιλλᾶσθαι
[517e] περὶ τούτου, ὅπῃ ποτὲ ὑπολαμβάνεται ταῦτα ὑπὸ τῶν αὐτὴν
δικαιοσύνην μὴ πώποτε ἰδόντων;

Οὐδ’ ὁπωστιοῦν θαυμαστόν, ἔφη.

[518a] Ἀλλ’ εἰ νοῦν γε ἔχοι τις, ἦν δ’ ἐγώ, μεμνῇτ’ ἂν ὅτι
διτταὶ καὶ ἀπὸ διττῶν γίγνονται ἐπιταράξεις ὄμμασιν, ἔκ τε
φωτὸς εἰς σκότος μεθισταμένων καὶ ἐκ σκότους εἰς φῶς.
ταὐτὰ δὲ ταῦτα νομίσας γίγνεσθαι καὶ περὶ ψυχήν, ὁπότε
ἴδοι θορυβουμένην τινὰ καὶ ἀδυνατοῦσάν τι καθορᾶν, οὐκ
ἂν ἀλογίστως γελῷ, ἀλλ’ ἐπισκοποῖ ἂν πότερον ἐκ φανο-
τέρου βίου ἥκουσα ὑπὸ ἀηθείας ἐσκότωται, ἢ ἐξ ἀμαθίας
πλείονος εἰς φανότερον ἰοῦσα ὑπὸ λαμπροτέρου μαρμαρυγῆς
[518b] ἐμπέπλησται, καὶ οὕτω δὴ τὴν μὲν εὐδαιμονίσειεν ἂν τοῦ
πάθους τε καὶ βίου, τὴν δὲ ἐλεήσειεν, καὶ εἰ γελᾶν ἐπ’ αὐτῇ
βούλοιτο, ἧττον ἂν καταγέλαστος ὁ γέλως αὐτῷ εἴη ἢ ὁ
ἐπὶ τῇ ἄνωθεν ἐκ φωτὸς ἡκούσῃ.

Καὶ μάλα, ἔφη, μετρίως λέγεις.

Δεῖ δή, εἶπον, ἡμᾶς τοιόνδε νομίσαι περὶ αὐτῶν, εἰ ταῦτ’
ἀληθῆ· τὴν παιδείαν οὐχ οἵαν τινὲς ἐπαγγελλόμενοί φασιν
εἶναι τοιαύτην καὶ εἶναι. φασὶ δέ που οὐκ ἐνούσης ἐν τῇ
[518c] ψυχῇ ἐπιστήμης σφεῖς ἐντιθέναι, οἷον τυφλοῖς ὀφθαλμοῖς
ὄψιν ἐντιθέντες.

Φασὶ γὰρ οὖν, ἔφη.

Ὁ δέ γε νῦν λόγος, ἦν δ’ ἐγώ, σημαίνει ταύτην τὴν
ἐνοῦσαν ἑκάστου δύναμιν ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τὸ ὄργανον ᾧ
καταμανθάνει ἕκαστος, οἷον εἰ ὄμμα μὴ δυνατὸν ἦν ἄλλως
ἢ σὺν ὅλῳ τῷ σώματι στρέφειν πρὸς τὸ φανὸν ἐκ τοῦ
σκοτώδους, οὕτω σὺν ὅλῃ τῇ ψυχῇ ἐκ τοῦ γιγνομένου περι-
ακτέον εἶναι, ἕως ἂν εἰς τὸ ὂν καὶ τοῦ ὄντος τὸ φανότατον
δυνατὴ γένηται ἀνασχέσθαι θεωμένη· τοῦτο δ’ εἶναί φαμεν
[518d] τἀγαθόν. ἦ γάρ;

Ναί.

Τούτου τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, αὐτοῦ τέχνη ἂν εἴη, τῆς
περιαγωγῆς, τίνα τρόπον ὡς ῥᾷστά τε καὶ ἀνυσιμώτατα
μεταστραφήσεται, οὐ τοῦ ἐμποιῆσαι αὐτῷ τὸ ὁρᾶν, ἀλλ’ ὡς
ἔχοντι μὲν αὐτό, οὐκ ὀρθῶς δὲ τετραμμένῳ οὐδὲ βλέποντι
οἷ ἔδει, τοῦτο διαμηχανήσασθαι.

Ἔοικεν γάρ, ἔφη.

Αἱ μὲν τοίνυν ἄλλαι ἀρεταὶ καλούμεναι ψυχῆς κινδυ-
νεύουσιν ἐγγύς τι εἶναι τῶν τοῦ σώματος ―τῷ ὄντι γὰρ
[518e] οὐκ ἐνοῦσαι πρότερον ὕστερον ἐμποιεῖσθαι ἔθεσι καὶ ἀσκή-
σεσιν― ἡ δὲ τοῦ φρονῆσαι παντὸς μᾶλλον θειοτέρου τινὸς
τυγχάνει, ὡς ἔοικεν, οὖσα, ὃ τὴν μὲν δύναμιν οὐδέποτε
ἀπόλλυσιν, ὑπὸ δὲ τῆς περιαγωγῆς χρήσιμόν τε καὶ ὠφέλιμον
[519a] καὶ ἄχρηστον αὖ καὶ βλαβερὸν γίγνεται. ἢ οὔπω ἐννενόηκας,
τῶν λεγομένων πονηρῶν μέν, σοφῶν δέ, ὡς δριμὺ μὲν βλέπει
τὸ ψυχάριον καὶ ὀξέως διορᾷ ταῦτα ἐφ’ ἃ τέτραπται, ὡς
οὐ φαύλην ἔχον τὴν ὄψιν, κακίᾳ δ’ ἠναγκασμένον ὑπηρετεῖν,
ὥστε ὅσῳ ἂν ὀξύτερον βλέπῃ, τοσούτῳ πλείω κακὰ ἐργα-
ζόμενον;

Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη.

Τοῦτο μέντοι, ἦν δ’ ἐγώ, τὸ τῆς τοιαύτης φύσεως εἰ
ἐκ παιδὸς εὐθὺς κοπτόμενον περιεκόπη τὰς τῆς γενέσεως
[519b] συγγενεῖς ὥσπερ μολυβδίδας, αἳ δὴ ἐδωδαῖς τε καὶ τοιούτων
ἡδοναῖς τε καὶ λιχνείαις προσφυεῖς γιγνόμεναι [περὶ] κάτω
στρέφουσι τὴν τῆς ψυχῆς ὄψιν· ὧν εἰ ἀπαλλαγὲν περιε-
στρέφετο εἰς τὰ ἀληθῆ, καὶ ἐκεῖνα ἂν τὸ αὐτὸ τοῦτο τῶν αὐτῶν
ἀνθρώπων ὀξύτατα ἑώρα, ὥσπερ καὶ ἐφ’ ἃ νῦν τέτραπται.

Εἰκός γε, ἔφη.

***
Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε μου Γλαύκων, πρέπει να την εφαρμόσης σ' όλα που λέγαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσης αυτό τον κόσμο, που βλέπομε, με την δράση, με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και την αντιλαμπή της φωτιάς μες σ' αυτήν με τη δύναμη του ήλιου· αν ακόμα δεχτής, πως εκείνος ο δεσμώτης που ανεβαίνει εδώ πάνω και βλέπει όσα βλέπει, παρασταίνει το ανέβασμα της ψυχής από τον ορατό στο νοητό κόσμο, θα είσαι μέσα σε κείνο που πιστεύω εγώ τουλάχιστο, αφού αυτό επιθυμούσες νακούσης. Κι ο θεός πια το ξέρει, αν τυχαίνη να είναι αληθινή η ιδέα μου. Οπωσδήποτε για μένα έτσι φαίνονται πως είναι αυτά: πως μέσα στο νοητό κόσμο τελευταία που παρουσιάζεται είναι η ιδέα του αγαθού, μόλις και μετά βίας ορατή· όταν όμως μια φορά τη δη κανείς, δεν μπορεί να μη συμπεράνη πως αυτή είναι γενικώς η αιτία του κάθε καλού και ωραίου, πως αυτή είναι που γέννησε και μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και μέσα στον νοητό αυτή είναι η δέσποινα που χαρίζει την αλήθεια και το νου, και ότι σ' αυτήν πρέπει να αποβλέπη όποιος το έχει σκοπό με φρόνηση να κυβερνηθή και στον ιδιωτικό του και στο δημόσιο βίο.

Συμμερίζομαι κ' εγώ τη γνώμη σου, με τον τρόπο τουλάχιστο που μπορώ.

Έλα τώρα λοιπόν να συμμεριστής κι αυτήν ακόμα τη γνώμη και να μην παραξενεύεσαι, αν όσοι έφτασαν ως εδώ δε βρίσκουν πια ευχαρίστηση να καταγίνουνται με τις συνηθισμένες ανθρώπινες ασχολίες, αλλά αισθάνονται την ανάγκη να ζουν πάντα εκεί επάνω οι ψυχές των· και είναι φυσικό να γίνεται έτσι, αν πάλι είναι σύμφωνο κι αυτό με την εικόνα που είπαμε πριν. Είναι βέβαια φυσικό.

Τί λοιπόν; σου φαίνεται τίποτα παράξενο, αν ένας που κατεβαίνει από εκείνη τη θεϊκιά θεωρία στις ανθρώπινες αθλιότητες, δε γνωρίζει πώς να φερθή και φαίνεται φοβερά γελοίος, καθώς δεν βλέπει ακόμη καλά πριν συνηθίση οπωσδήποτε με το σκοτάδι αυτού του κόσμου, και αναγκάζεται, ή στα δικαστήρια ή όπου αλλού, να υποστηρίξη την ιδέα του για τις σκιές του δικαίου και για τα είδωλα που παρασταίνουν οι σκιές και να πολεμά τις δοξασίες που έχουν για τη δικαιοσύνη όπου ποτέ του ποτέ δεν την είδαν;

Μα καθόλου βέβαια παράξενο.

Αλλ' αν έχη κανείς νου, θα μπορούσε να θυμηθή, πως είναι δυο ειδών και από δυο αφορμές προέρχεται η διατάραξη της δράσης: όταν μεταβαίνη κανείς από το σκοτάδι στο φως, και όταν από το φως στο σκοτάδι. Το ίδιο λοιπόν πρέπει να παραδεχτή πως γίνεται και με την ψυχή και όταν δη καμιά να τα χάνη και να μη μπορή να διακρίνη κάτι καθαρά, να μη γελά χωρίς λόγο, αλλά να εξετάζη τι από τα δυο συμβαίνει, τάχα επειδή ήρθε από φωτεινότερη ζωή έχουν σκοτισθή τα μάτια της που δεν ήταν συνηθισμένα στο σκοτάδι, ή μήπως, αμάθητη στο περισσότερο, έφτασε σε πολύ δυνατώτερο φως και έχουν γεμίσει τα μάτια της από ζωηρότερη φεγγοβολή; Και τότε βέβαια τη μια θα τη μακαρίση για το πάθημά της και τη ζωή της και την άλλη θα την ελεεινολογήση, κι αν είχε τη διάθεση να γελά μαζί της, το γέλοιο του θα ήταν λιγώτερο καταγέλαστο, παρά αν γελούσε με την ψυχή που έχει φτάσει από το επάνω εκεί φως.

Πολύ λογικά τα λες.

Πρέπει λοιπόν, αν είν' αυτά αληθινά, να παραδεχτούμε πως η παιδεία δεν είναι τέτοια όπως την λένε πως είναι μερικοί που την έχουν επάγγελμα τους. Γιατί ισχυρίζονται πως επιστήμη δεν υπάρχει μέσα στην ψυχή, αλλά αυτοί την βάζουν, όπως σαν να βάζουν σε τυφλούς την όραση.

Αυτό πραγματικώς λένε.

Ενώ ο δικός μας τώρα ο λόγος θέλει να πη, πως ο καθένας έχει μέσα στην ψυχή του τη δύναμη να μαθαίνη και το κατάλληλο για τη μάθηση όργανο· και όπως, αν δεν ήταν δυνατό να γίνη διαφορετικά, θα έπρεπε να στρέφη κανείς το μάτι του με όλο μαζί το σώμα του από το σκοτεινό στο φωτεινό, έτσι πρέπει να στρέφη γύρω κι αυτή τη δύναμη και το όργανό της με όλη μαζί την ψυχή του από εκείνο που γίνεται προς το καθαυτό ον, ώσπου να κατορθώση επί τέλους να ατενίζη, χωρίς να υποφέρη, το φωτεινότατο του όντος, που εμείς λέμε πως αυτό είναι το αγαθό· δεν είν' έτσι;

Ναι.

Αυτής λοιπόν της περιστροφής θα ήταν τέχνη η παιδεία, με ποιο τρόπο να καταφέρη να μεταστραφή όσο μπορεί ευκολώτερα και ωφελιμώτερα η ψυχή, όχι για να της βάλη κανείς μέσα της τη δύναμη να βλέπη, γιατί αυτή την έχει, άλλα για να διορθώση την κατεύθυνσή της, που δεν είναι σωστά στραμμένη ούτε βλέπει εκεί που έπρεπε.

Έτσι φαίνεται.

Οι άλλες λοιπόν αρετές που λένε της ψυχής φαίνεται να είναι επάνω κάτω όχι πολύ διαφορετικές από του σώματος· γιατί, ενώ πραγματικώς δεν υπάρχουν από μιας αρχής, τις αποκτά κανείς ύστερα με το συνηθισμό και με την άσκηση· ενώ η αρετή της φρόνησης φαίνεται πως έχει κάποια θεϊκώτερη απ' όλα τ' άλλα φύση, που ποτέ δε χάνει τη δύναμή της και που αναλόγως της περιαγωγής της άλλοτε γίνεται ωφέλιμη και χρήσιμη και άλλοτε απεναντίας άχρηστη και βλαβερή. Ή δεν έχεις προσέξει ακόμα, αυτών των ανθρώπων, που τους λένε πονηρούς μα και έξυπνους μαζί, με πόσο διαπεραστική ματιά η μικρή τους η ψυχή και με τι φωτιά μάτι βλέπει όσα την ενδιαφέρουν, γιατί δεν έχει αδύνατη όραση, μα επειδή είναι αναγκασμένη να υπηρετή την κακία τους, όσο μεγαλύτερη είναι η οξυδέρκειά τους τόσο και μεγαλύτερο κακό κάνουν;

Βέβαια το 'χω παρατηρήσει.

Av όμως στις τέτοιες φύσεις, ευθύς από την παιδική τους ηλικία ήθελε κανείς κόψει σύριζα τις έμφυτες από γενετής κακίες των, που σαν τα μολυβένια βαρίδια των διχτυών, είναι πια κολλημένες επάνω τους και με τις πολυφαγίες και τις παρόμοιες απολαύσεις και καταχρήσεις τραβούν προς τα κάτω την όραση της ψυχής· αν, λέγω, ήθελαν απαλλαχθή απ' όλ' αυτά και στραφή προς τα αληθινά, θα τα 'βλεπαν βέβαια κι αυτά με την ίδια οξυδέρκεια, όπως και τώρα εκείνα που τους ενδιαφέρουν.

Πολύ φυσικά.