Η επανελλήνιση, όπως την αντιλαμβάνονται πολλοί άνθρωποι που αισθάνονται πνευματική εγγύτητα προς την αυθεντική (αρχαία) Ελληνική παράδοση, δεν αποτελεί ένα αίτημα επιστροφής σε μια αυτούσια αρχαιότητα ούτε μια ρομαντική νοσταλγία για έναν κόσμο που έχει οριστικά παρέλθει. Δεν συνιστά άρνηση της ιστορικής εξέλιξης, της επιστήμης, της νεωτερικότητας ή των σύγχρονων κοινωνικών κατακτήσεων. Αντιθέτως, αποτελεί την προσπάθεια επαναφοράς ενός διαφορετικού τρόπου θέασης του ανθρώπου, του κόσμου και του θείου, ενός τρόπου που έχει τις ρίζες του στην προχριστιανική Ελληνική σκέψη και ο οποίος μπορεί να συνομιλήσει δημιουργικά με τον 21ο αιώνα.
Συχνά η κριτική που ασκείται στην επανελλήνιση βασίζεται στο επιχείρημα ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία και κοσμοθεωρία ανήκουν σε μια κοινωνία που δεν υπάρχει πλέον και, επομένως, δεν μπορούν να εφαρμοστούν στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό αποδεικνύεται προβληματικό όταν εξεταστεί με συνέπεια. Καμία μεγάλη θρησκευτική ή φιλοσοφική παράδοση δεν παραμένει αμετάβλητη μέσα στον χρόνο. Ο χριστιανισμός, παρότι στηρίζεται σε κείμενα, δόγματα και αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, δεν βιώνεται σήμερα με τον τρόπο που βιωνόταν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Έχει επανερμηνεύσει πολλές πλευρές του, έχει προσαρμοστεί σε νέα κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα και έχει βρει τρόπους να λειτουργεί εντός της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας.
Εφόσον, λοιπόν, αναγνωρίζεται σε άλλες παραδόσεις το δικαίωμα να προσαρμόζονται στις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες, δεν υπάρχει λογικός λόγος να αρνείται κανείς το ίδιο δικαίωμα σε μια σύγχρονη προσέγγιση του προχριστιανικού Ελληνικού πνεύματος. Η επίκληση της «αναχρονιστικότητας» ως αποκλειστικού επιχειρήματος εναντίον της επανελλήνισης καταλήγει να αποτελεί περισσότερο πολιτισμική προκατάληψη παρά συνεπή ιστορική ή φιλοσοφική κριτική.
Η επανελλήνιση δεν επιδιώκει την ανασύσταση της πόλεως-κράτους, ούτε την επαναφορά κοινωνικών δομών που ανήκουν στο παρελθόν. Δεν επιθυμεί την κατάργηση της νεωτερικότητας ούτε την αναβίωση θεσμών ασύμβατων με τις σύγχρονες αντιλήψεις περί δικαιωμάτων και ελευθερίας. Εκείνο που επιδιώκει είναι η επαναφορά ενός συγκεκριμένου πνευματικού ήθους.
Πρόκειται για μια θεώρηση της ζωής που δίνει έμφαση στο μέτρο αντί της υπερβολής, στην αρετή ως διαρκή καλλιέργεια του χαρακτήρα, στον λόγο και στην ελεύθερη έρευνα αντί του δογματισμού, στην πολυφωνία αντί της αποκλειστικής αλήθειας, στην εγκόσμια ιερότητα της φύσης και του σύμπαντος αντί της πλήρους αποϊεροποίησης του φυσικού κόσμου, στην καλλιέργεια του σώματος και του πνεύματος ως ενιαίου συνόλου και στην ανάληψη προσωπικής ευθύνης έναντι του εαυτού και της κοινότητας.
Η αρχαία Ελληνική σκέψη ουδέποτε υπήρξε μονολιθική. Συνυπήρχαν διαφορετικές φιλοσοφικές σχολές, αντιθετικές αντιλήψεις για το θείο, για την ευδαιμονία, για τη φύση και για τον άνθρωπο. Η διαφωνία δεν θεωρούνταν απειλή αλλά στοιχείο του πνευματικού βίου. Υπό αυτή την έννοια, η επανελλήνιση δεν επιδιώκει να εγκαθιδρύσει μια νέα ορθοδοξία, αλλά να διατηρήσει ζωντανό ένα πνεύμα ελεύθερης αναζήτησης και πνευματικής αυτονομίας, ενός στοιχείου που χαρακτήριζε πάντα τους Έλληνες πριν τον χριστιανισμό.
Για πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται εγγύτητα προς την προχριστιανική ελληνική παράδοση, η επιθυμία αυτή δεν απορρέει από μια επιφανειακή αρχαιολατρία ούτε από μια αισθητική προτίμηση προς το παρελθόν. Αποτελεί απάντηση σε ένα αίσθημα πολιτισμικής ασυνέχειας που εγκαθίδρυσε εξαναγκαστικά ο χριστιανισμός και στην πεποίθηση ότι σημαντικές πτυχές του Ελληνικού τρόπου σκέψης περιθωριοποιήθηκαν ιστορικά και εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σήμερα ως γραφικές, περιττές ή εκτός εποχής.
Η κοινωνική αντιμετώπιση της επανελλήνισης συχνά χαρακτηρίζεται από ειρωνεία ή δυσπιστία, επειδή η Ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε επί αιώνες μέσα σε ένα ισχυρό και αυστηρό χριστιανικό πλαίσιο. Έτσι, η επιστροφή σε μια εξωχριστιανική Ελληνική οπτική συχνά παρουσιάζεται ως παρέκκλιση από το «φυσιολογικό». Άμεσα οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν φοβικά αυτά τα φαινόμενα και τα δίνουν διάφορους απαράδεκτους, συκοφαντικούς, άτοπους και ψευδείς χαρακτηρισμούς. Εντούτοις, σε μια πραγματικά πλουραλιστική κοινωνία, καμία κοσμοθεωρία δεν θα έπρεπε να απολαμβάνει αποκλειστικό πολιτισμικό κύρος ούτε να θεωρείται αυτονόητα σύγχρονη, ενώ μια άλλη να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως αναχρονιστική.
Η επανελλήνιση, επομένως, δεν είναι ένα πρόγραμμα επιστροφής σε έναν νεκρό κόσμο. Είναι η προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή η ελεύθερη ελληνική πρόσληψη του ανθρώπου και του κόσμου, μια κοσμοθεωρία που αντλεί έμπνευση από τις προχριστιανικές Ελληνικές παραδόσεις χωρίς να αρνείται την ιστορική εξέλιξη. Όπως ο σύγχρονος χριστιανός δεν ζει ως άνθρωπος του πρώτου αιώνα μ.κ.ε., έτσι και ο σύγχρονος επανελληνιστής δεν επιδιώκει να ζήσει ως άνθρωπος του πέμπτου αιώνα π.κ.ε.
Επιχειρεί, αντιθέτως, να είναι άνθρωπος του 21ου αιώνα που επιλέγει να βλέπει τη ζωή μέσα από ένα Ελληνικό, εξωχριστιανικό και προχριστιανικά εμπνευσμένο πρίσμα. Η επανελλήνιση δεν είναι αναβίωση της αρχαιότητας ως ιστορικής περιόδου· είναι η διεκδίκηση της δυνατότητας να υπάρξει σήμερα μια σύγχρονη Ελληνική συνείδηση που θεωρεί ότι το προχριστιανικό Ελληνικό πνεύμα εξακολουθεί να διαθέτει αιώνια φιλοσοφική, ηθική και πολιτισμική επικαιρότητα.
Κυριακή 9 Αυγούστου 2026
Επανελλήνιση: Η επαναφορά του Ελληνικού πνεύματος
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου