Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Η έχθρα των χριστιανών απέναντι στην επανελλήνιση

Ως προσωπική γνώμη, οποιοσδήποτε έχει δικαίωμα να θεωρεί ότι η σύγχρονη Eλληνική πατρώα θρησκεία είναι «νεοπαγανιστική», ότι δεν έχει συνέχεια με την αρχαία λατρεία ή ότι δεν έχει κάτι να προσφέρει στη σύγχρονη κοινωνία είναι ζηλόφθονη, αντικοινωνική, ολοκληρωτική και εγωιστική. Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει και απόψεις με τις οποίες διαφωνούμε.

Ως αντικειμενική και δεσμευτική κρίση, όμως, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποια θρησκεία είναι «ζωντανή», «νεκρή», «χρήσιμη» ή «άχρηστη» για τους άλλους, ούτε να στερεί δικαιώματα από μια θρησκευτική κοινότητα επειδή θεωρεί ότι οι πεποιθήσεις της είναι λανθασμένες ή παρωχημένες.

Η ιστορία δείχνει ότι το επιχείρημα «αυτό ανήκει στο παρελθόν και δεν έχει τίποτα να προσφέρει» είναι βαθιά υποκειμενικό. Πολλές παραδόσεις και ιδέες που θεωρούνταν ξεπερασμένες γνώρισαν αναβιώσεις ή συνέχισαν να επηρεάζουν πολιτισμούς και κοινωνίες. Το αν μια θρησκεία ή μια φιλοσοφική παράδοση προσφέρει κάτι, το κρίνουν πρωτίστως όσοι την ακολουθούν και ο διάλογος που αυτή παράγει στην κοινωνία, όχι μια εξωτερική αυθεντία.

Από ιστορική άποψη, ο όρος «νεοπαγανισμός» χρησιμοποιείται εσφαλμένα στη διεθνή βιβλιογραφία ακολουθώντας μια χριστιανοκεντρική αντίληψη ως ευρύς περιγραφικός όρος για διάφορα σύγχρονα κινήματα αναβίωσης προχριστιανικών θρησκειών. Ωστόσο, ορισμένες κοινότητες που αυτοπροσδιορίζονται ως αναβιώσεις συγκεκριμένων «εθνικών παραδόσεων» – όπως οι «Έλληνες Εθνικοί» – απορρίπτουν τον όρο και προτιμούν άλλους αυτοπροσδιορισμούς. Ο σεβασμός του αυτοπροσδιορισμού είναι μέρος του δημόσιου διαλόγου, ακόμη κι αν άλλοι διαφωνούν με αυτόν. Ο όρος «εθνικός» για αυτές τις θρησκείες επίσης έχει καθοριστεί από την χριστιανοκεντρική οπτική.

Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι «πεθαμένη», αυτό επίσης εξαρτάται από το πώς ορίζεται μια θρησκεία ως «νεκρή». Ιστορικά, οι δημόσιοι θεσμοί και οι παραδοσιακές λατρευτικές κοινότητες της αρχαιότητας διακόπηκαν επί πολλούς αιώνες. Από την άλλη, στοιχεία της αρχαιοελληνικής κοσμοθεωρίας, της μυθολογίας, της φιλοσοφίας και του τελετουργικού συμβολισμού παρέμειναν αντικείμενα μελέτης, πολιτισμικής αναφοράς και, για ορισμένους ανθρώπους, πνευματικής έμπνευσης ή θρησκευτικής αναβίωσης. Το αν αυτή η αναβίωση συνιστά «συνέχεια», «ανακατασκευή» ή «νέα θρησκευτική έκφραση» είναι αντικείμενο ιστορικής και θρησκειολογικής συζήτησης και όχι κάτι που επιλύεται με ύβρεις ή απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς.

Σε μια πλουραλιστική δημοκρατία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μια θρησκεία είναι αρχαία, νέα, δημοφιλής ή μειοψηφική, αλλά αν οι πολίτες που την ακολουθούν έχουν τα ίδια δικαιώματα στην ελευθερία συνείδησης, στην έκφραση και στον αμοιβαίο σεβασμό με όλους τους άλλους.

Από κοινωνιολογική άποψη, οι έντονες αντιδράσεις με την εμφάνιση στην δημόσια ζωή μιας αναβιούμενης ελληνικής παράδοσης πιθανόν συνδέονται και με το γεγονός ότι η σύγχρονη ελληνική κοινωνία έχει ιστορικά διαμορφωθεί με κυρίαρχη την Εκκλησία της Ελλάδος και η δημόσια εμφάνιση της ελληνικής εθνικής θρησκείας εξακολουθεί για πολλούς να αποτελεί κάτι ασυνήθιστο ή να προκαλεί αντιδράσεις. Η ύπαρξη μιας θρησκευτικής πλειοψηφίας, όμως, δεν αναιρεί τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων. Όμως αυτό δείχνει και τον λόγο που αυτή η παράδοση είχε πάψει να υπάρχει. Είχε δεχτεί τον πόλεμο από την χριστιανική εμμονή για αποκλειστικότητα.

Τα ίδια δικαιώματα που διεκδικούν οι χριστιανοί να απολαμβάνουν ως θρησκευτική κοινότητα - σεβασμό των τελετών τους, ελευθερία λατρείας και προστασία από απειλές- πρέπει να αναγνωρίζονται και στους «Έλληνες Εθνικούς» ή σε οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική ομάδα. Η αρχή της ισονομίας δεν εξαρτάται από το πόσο δημοφιλής ή κοινωνικά αποδεκτή είναι μια θρησκεία, αλλά από το γεγονός ότι οι πολίτες έχουν ίσα δικαιώματα ανεξαρτήτως των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Η Εκκλησία της Ελλάδος, ως ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία, θεωρεί ότι η πίστη της είναι η αληθής αποκάλυψη και ότι η λατρεία άλλων θεών είναι ασυμβίβαστη με τη χριστιανική διδασκαλία. Από τη δική της εσωτερική θεολογική λογική, είναι συνεπές να απορρίπτει, να καταδικάζει ή να θεωρεί πλάνη κάθε άλλη θρησκεία, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής εθνικής θρησκείας. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλές άλλες μονοθεϊστικές παραδόσεις.

Με αυτή την έννοια, το να λέει η Εκκλησία «δεν αποδεχόμαστε αυτή τη θρησκεία» ή «τη θεωρούμε ασύμβατη με τη χριστιανική πίστη» είναι μέρος της θρησκευτικής ελευθερίας.

Διαφορετικό ζήτημα είναι όμως όταν αυτή η θεολογική καταδίκη μετατρέπεται σε κοινωνικό στιγματισμό, απαξίωση των δικαιωμάτων των πιστών μιας άλλης θρησκείας, αποκλεισμό τους από δημόσιους θεσμούς, έλλειψη ανοχής και πολεμική με ύβρεις, απειλές ή διακρίσεις ή ακόμη και βία.

Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, καμία θρησκεία – ούτε η πλειοψηφική – δεν διαθέτει «μονοπώλιο» στη δημόσια σφαίρα υπό την έννοια ότι μπορεί να καθορίζει ποιοι πολίτες δικαιούνται να εκφράζουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Η Ορθοδοξία υπήρξε επί πολλούς αιώνες η κυρίαρχη θρησκευτική παράδοση στην Ελλάδα αφότου επιβλήθηκε. Και έτσι θέλει να παραμείνει. Γι’ αυτό υπάρχουν εντάσεις απέναντι σε θρησκευτικές μειονότητες ή σε νέες και αναβιωτικές θρησκευτικές κινήσεις. Αυτό είναι κοινωνιολογικό φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί σε πολλές χώρες όπου μία θρησκεία είναι στενά συνδεδεμένη με την εθνική ταυτότητα.

Επομένως, θεολογικά, η Εκκλησία έχει το δικαίωμα να θεωρεί την ελληνική εθνική θρησκεία λανθασμένη ή ασύμβατη με τη διδασκαλία της. Δημοκρατικά όμως δεν είναι αυτό συμβατό με τις αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας να αντιμετωπίζονται οι «Έλληνες Εθνικοί» ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, να στοχοποιούνται ή να υφίστανται απειλές και διακρίσεις λόγω των πεποιθήσεών τους.

Η ύπαρξη θρησκευτικού πλουραλισμού σημαίνει ότι διαφορετικές κοινότητες μπορούν να θεωρούν η μία την άλλη λανθασμένη σε θεολογικό επίπεδο, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί την ίση αξιοπρέπεια και τα ίσα δικαιώματα των ανθρώπων που τις ακολουθούν.

Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι ο θρησκευτικός φανατισμός έχει προκαλέσει πολύ σοβαρές συγκρούσεις, διώξεις και πολέμους. Παραδείγματα υπάρχουν σε πολλές παραδόσεις: χριστιανικές, ισλαμικές, ινδουιστικές και άλλες. Η πεποίθηση ότι κάποιος κατέχει τη μοναδική αλήθεια και ότι οι άλλες πεποιθήσεις είναι όχι απλώς λανθασμένες αλλά επικίνδυνες ή δαιμονικές μπορεί, υπό ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, να τροφοδοτήσει αποκλεισμούς και συγκρούσεις.

Όσον αφορά τη στάση της Εκκλησία της Ελλάδος, είναι εύλογο να υποστηρίξει κανείς ότι η χρήση έντονα αρνητικής ή δαιμονοποιητικής γλώσσας απέναντι σε άλλες θρησκείες μπορεί να δημιουργήσει κλίμα καχυποψίας ή εχθρότητας, όταν τέτοια ρητορική συνδέεται με κοινωνική περιθωριοποίηση ή άρνηση της ισότιμης παρουσίας των θρησκευτικών μειονοτήτων, μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες για την κοινωνική συνοχή. Οι ιστορικές εμπειρίες δείχνουν ότι κάθε μορφή θρησκευτικής αποκλειστικότητας που μετατρέπεται σε πολιτική ή κοινωνική μη ανοχή ενέχει κινδύνους.

Δύο λογικές του ιερού: αποκλειστικότητα και πλουραλισμός στην ιστορία της θρησκείας

Οι συγκρούσεις γύρω από τη θρησκεία συχνά παρουσιάζονται ως ιστορικά επεισόδια ή κοινωνικές εντάσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, πίσω από αυτές κρύβεται κάτι βαθύτερο: διαφορετικοί τρόποι ορισμού του ίδιου του τι σημαίνει «αλήθεια» στο θρησκευτικό πεδίο.

Δύο βασικά μοντέλα μπορούν να διακριθούν: το πλουραλιστικό-συγκρητιστικό και το αποκλειστικό-δογματικό.

Α. Το πλουραλιστικό μοντέλο: η πολλαπλότητα του θείου

Στο αρχαίο ελληνικό θρησκευτικό σύμπαν, το θείο δεν εμφανίζεται ως μία ενιαία, αποκλειστική αρχή, αλλά ως πολλαπλές θεϊκές μορφές, διαφορετικές εκφράσεις δυνάμεων της φύσης και της ζωής, ένα πεδίο όπου το ιερό μπορεί να λάβει ποικίλες ονομασίες και μορφές.

Η σχέση με το θείο δεν οργανώνεται γύρω από το ερώτημα «ποια θρησκεία είναι αληθινή», αλλά γύρω από το ερώτημα «ποιοι τρόποι σχέσης με το ιερό είναι λειτουργικοί και σεβαστοί μέσα στην κοινότητα».

Αυτό επιτρέπει ενσωμάτωση ξένων θεοτήτων, ταύτιση και αφομοίωση θεϊκών μορφών, απουσία αυστηρού θεολογικού μονοπωλίου.

Β. Το αποκλειστικό μοντέλο: η ενότητα της αλήθειας

Αντίθετα, στο αποκλειστικό (μονοθεϊστικό) θεολογικό μοντέλο, το ιερό συγκροτείται γύρω από μια κεντρική αρχή: μία αλήθεια, μία αποκάλυψη, ένα ενιαίο σύστημα σωτηριολογικής σημασίας.

Εδώ το ερώτημα αλλάζει ριζικά στο «ποια πίστη είναι αληθινή και ποιες είναι εσφαλμένες;»

Αυτό δεν είναι απλώς διαφορετική άποψη· είναι διαφορετική δομή κατανόησης της πραγματικότητας.

Όταν αυτά τα δύο μοντέλα συνυπάρχουν στον ίδιο κοινωνικό χώρο, δεν πρόκειται για απλή διαφωνία, αλλά για ασυμμετρία λογικής. Το πλουραλιστικό μοντέλο τείνει να βλέπει τη διαφορά ως ποικιλία. Το αποκλειστικό μοντέλο τείνει να βλέπει τη διαφορά ως απόκλιση.

Αυτό δημιουργεί μια μόνιμη ένταση, διότι το ένα σύστημα ενσωματώνει τη διαφορά, το άλλο την ιεραρχεί και οδηγεί σε αποκλεισμούς.

Η σύγχρονη ελληνική περίπτωση ως πεδίο τριβής

Στη σύγχρονη Ελλάδα, η κατάσταση επιβαρύνεται από ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες. Η Ορθοδοξία έχει λειτουργήσει (ιδίως μετά την τουρκοκρατία) ως φορέας συλλογικής ταυτότητας, αλλά η αρχαιότητα αποτελεί θεμέλιο πολιτισμικής συνέχειας που έχει διακοπεί, και η αναβίωση της αρχαίας θρησκείας επαναφέρει συμβολικά και ουσιαστικά ένα προχριστιανικό θρησκευτικό σύμπαν που αναδεικνύει την αντίφαση και αδυναμία συνύπαρξης αυτών των 2 διαφορετικών κόσμων.

Έτσι, η σύγκρουση δεν είναι μόνο θεολογική και συμβολική αλλά πραγματική και ουσιαστική. Αφορά το ποιο αφήγημα θεωρείται «οικείο» και ποιο «ξένο» μέσα στον ίδιο πολιτισμό.

Το κρίσιμο σημείο: η έννοια της «ύπαρξης»

Η βαθύτερη ένταση εμφανίζεται όταν το ζήτημα μετατοπίζεται από τη διαφωνία στο επίπεδο της αναγνώρισης. Είναι άλλο πράγμα το «δεν συμφωνώ με αυτή τη θρησκεία» και άλλο πράγμα «δεν την αναγνωρίζω ως θρησκεία»

Στο δεύτερο επίπεδο, η διαφορά δεν είναι πλέον θεολογική αλλά οντολογική, αφορά το αν κάτι θεωρείται ότι «υπάρχει» ως έγκυρη μορφή θρησκευτικής εμπειρίας.

Άρα, όταν υπάρχουν ταυτόχρονα δύο ασύμμετρες λογικές οδηγούνται σε σύγκρουση

Η ένταση δεν προκύπτει απλώς από έλλειψη ανεκτικότητας, αλλά από τη συνύπαρξη δύο διαφορετικών τρόπων ορισμού της θρησκείας, ενός πλουραλιστικού, που βλέπει τη θρησκεία ως πολλαπλή έκφραση του ιερού, και ενός αποκλειστικού, που τη βλέπει ως ενιαία και μοναδική αλήθεια.

Όσο αυτά τα δύο μοντέλα συνυπάρχουν στον ίδιο πολιτισμικό χώρο, η τριβή και η αντιπαράθεση δεν είναι εξαίρεση αλλά βεβαιότητα. Αλλά εδώ η σύγκρουση προκαλείται όχι από την ελληνική πλουραλιστική πολυθεϊστική θεώρηση αλλά από την μονοθεϊστική διεκδίκηση της αποκλειστικότητας.

Μια δημοκρατική κοινωνία δεν απαιτεί από τις θρησκείες να θεωρούν η μία την άλλη αληθινή. Απαιτεί όμως να αναγνωρίζουν ότι οι άνθρωποι που τις ακολουθούν έχουν ίση αξιοπρέπεια, ίσα δικαιώματα και ίσο δικαίωμα παρουσίας στον δημόσιο χώρο. Η θεολογική αποκλειστικότητα μπορεί να αποτελεί εσωτερική δογματική θέση μιας θρησκείας· όταν όμως μετατρέπεται σε κοινωνική απαξίωση, σε άρνηση της ύπαρξης της άλλης θρησκευτικής κοινότητας ή σε ανοχή προς διακρίσεις και στοχοποίηση, τότε έρχεται σε ένταση με τις αρχές του θρησκευτικού πλουραλισμού και του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου