Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Στη ζωή να μάθεις τις ήττες σου, να τις γλεντάς

Ρίσκο η ζωή, στο ξανάπα.

Μη μου ζητάς να επαναλβάνομαι. Ούτε εγώ θα το κάνω, μήτε αυτή.

Περνά και φεύγει. Κι όσο κι αν θέλεις να κοιτάξει πίσω, εκείνη στρέφεται πεισματικά μπροστά. Μόνο μπροστά.
Τι θα φέρει; Κανείς δεν μπορεί να μαντέψει.
Ούτε εσύ.

Μόνο στέκεις στη γωνιά σου και κάνεις σταυρούς και προσευχές. Ελπίζεις στην καλοσύνη της μοίρας.
Και ζεις. Ό,τι σου έρχεται το ζεις.
Καλά, κακά. Λύπες, χαρές. Γέλια, θυμούς και κλάματα.

Ζεις τις λάθος επιλογές, τις αδικίες, τις προδοσίες, τα στραβοπατήματα.
Άλλοτε φασκελώνεσαι κι άλλοτε θρηνείς. Άλλοτε λες “Ευτυχώς” κι άλλοτε “Βοήθεια”.
Μα πάντα, πάντα, στέκεις στα πόδια σου. Ακόμη κι αν πιο πριν έχει φάει η μούρη σου χώμα. Ακόμη κι αν όλα μέσα σου φωνάζουν να παραμείνεις πεσμένος, εσύ σηκώνεσαι. Τσακισμένος αλλά όρθιος.
Κι έτσι πρέπει να κάνεις. Να δέχεσαι την κάθε μέρα όπως έρχεται και να τη ζεις. Με πείσμα, με θέληση, με υπομονή.

Κι αν έρθουν άσχημα; Με γεια τους, με χαρά τους.
Τότε θα πεισμώσεις περισσότερο. Τότε θα χτυπήσεις γροθιά στο μαχαίρι και θα πεις πως μπορείς να τα καταφέρεις. Θα φωνάξεις πως όλα ξεπερνιούνται κι ας μην το πιστεύεις και πολύ μέσα σου. Θα σε αναγκάσεις να το πιστέψεις. Γιατί δεν παλεύεται αλλιώς η ζωή μάτια μου.

Ο άνθρωπος θέλει το καλό. Θέλει την τύχη με το μέρος του, να του χαμογελά σε κάθε του βήμα. Μακάρι να γινόταν. Αλλά δε γίνεται.
Έρχονται και οι αποτυχίες, έρχονται και οι ήττες.
Ε και;

Αν είναι μια φορά μάθημα η επιτυχία, είναι χίλιες φορές η ήττα. Γιατί σε μαθαίνει και κάτι από τον εαυτό σου. Σου δείχνει τα λάθη και τις αδυναμίες σου. Σε συμβιβάζει με το απρόβλεπτο της ζωής, το άδικο των ανθρώπων, τις κυκλοθυμίες του Σύμπαντος.
Μην τη φοβάσαι την ήττα, λοιπόν. Μήτε να την κλαις.
Γλέντα την.

Δάσκαλος είναι που σου μαθαίνει όσα δεν ήξερες.
Καμπανάκι είναι που χτυπάει μες τα αυτιά σου και σε κάνει να ξυπνάς.
Πανί είναι που τραβιέται από τα μάτια σου και σε κάνει να βλέπεις καθαρότερα.

Μετά από αυτή τίποτα δεν είναι ίδιο. Ούτε εσύ, ούτε ο κόσμος σου.
Μετά την ήττα τίποτα δεν είναι ροζ όπως πριν.

Είναι μαύρο, είναι γκρι, είναι πράσινο ή κόκκινο. Μετά την ήττα κάθε τι έχει την πραγματική διάσταση κι εσύ ξέρεις που πατάς. Ξέρεις που βαδίζεις και τι σου γίνεται.

Κι αυτό, ότι και να λες την ώρα που πέφτεις και κλαις, ήταν είναι και θα παραμείνει αξία ανεκτίμητη.

Ας μη γίνουμε «κανονικοί», ας είμαστε τρελοί και ευτυχείς

Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Να ξυπνάμε το πρωί για τη δουλειά με την απαιτούμενη μουρμούρα. Το στρώμα μας έπεσε βαρύ και τα μαξιλάρια δεν φτιάχτηκαν για τον ευαίσθητο αυχένα μας. Οι συμβατικές αγκαλιές μας επιτρέπουν εξάλλου τη μουρμούρα. Για την ακρίβεια την απαιτούν. Τρέφονται από την αίσθηση πως κάτι μας λείπει, εκείνο το «μισό» που μας στερεί το δικαίωμα σε αγάπες και λουλούδια. Ο έρωτας, βλέπεις, αναζητά ένα κάποιο θάρρος, ένα ξεγύμνωμα και μια βουτιά στην ολόκληρη αλήθεια μας.

Εμείς, όμως, τα ξεκαθαρίσαμε. Είμαστε φυσιολογικοί. Πριν τον καφέ έχουμε τα νεύρα μας γιατί ακόμη καλά καλά δεν ανοίξαμε βλέφαρο. Μετά και πάλι δυσφορούμε. Μας φταίει η κίνηση στο δρόμο κι η άχαρη ρουτίνα που κρυφά τρέμει το φυλλοκάρδι μας να μην τη χάσουμε. Μα γκρινιάζουμε. Έτσι, για την ελάχιστη δόση επαναστατικότητας στο προφίλ μας. Ωραίο πράγμα η ανώδυνη επαναστατικότητα και, προπάντων, μας προσδίδει την απαιτούμενη τυχοδιωκτική γοητεία.

Μικροί θα αλλάζαμε τον κόσμο, θυμάσαι; Στην πορεία ευτυχώς το πιάσαμε το νόημα. Θα γινόμασταν απλώς κανονικοί. Κι όλα μέλι γάλα. Στη δουλειά θα βαφτιζόμασταν σωστοί υπάλληλοι. Υπάκουοι κι ανέμπνευστοι, εφόσον το επιθυμούσε το αφεντικό. Εάν τυχόν παίρναμε την πολυπόθητη προαγωγή ασφαλώς και θα ξεχνούσαμε το νευρικό παρελθόν των κατώτερων κλιμακίων. Θ’ ασκούσαμε την εξουσία ως τύραννοι και θ’ αναπτύσσαμε αλλεργία στα εργασιακά δικαιώματα. Θ’ ανταμείβαμε τους κόλακες και θα δυσπιστούσαμε στους λιγότερο δουλοπρεπείς.

Στις συζητήσεις θα συμφωνούσαμε με τον πλέον δυνατό. Είναι ωραίο να εντάσσεσαι στην ομάδα του ισχυρού, δεν συμφωνείς; Και προπάντων βολικό. Μια ομπρέλα προστασίας για τις δύσκολες στιγμές, ένα βόλεμα στο δημόσιο για τους απογόνους κι ένα ξελάσπωμα για τις τυχόν ατασθαλίες μας στην εφορία.

Στις φιλίες ξεκινήσαμε ρομαντικά. Μια συντροφιά από ατίθασες ψυχές με τα πόδια στο γραφείο και τα όνειρα στα σύννεφα. Προσγειωθήκαμε. Προτιμάμε το σταυροπόδι τώρα. Κρίνεται πιο κομψό και απείρως πιο ασφαλές. Για τους φίλους καιρός δεν μας απομένει. Μην το ξεχνάμε, γίναμε φυσιολογικοί. Περισπούδαστοι καριερίστες, με το κεφάλι ψηλά και την υπερκόπωση μόνιμη ντάμα μας.

Τις νύχτες επιλέγουμε τις σειρές. Με τους πολλούς κύκλους καθότι και άνθρωποι της συνήθειας. Μας δίνουν την αίσθηση ότι ζούμε. Για λίγο μεταμορφωνόμαστε σε περιπετειώδεις δικηγόρους ή ριψοκίνδυνους κατασκόπους. Ύστερα νυστάζουμε. Κλείνουμε την τηλεόραση και καληνυχτίζουμε την αγάπη μας πριν το πρώτο ροχαλητό.

Άλλη μια φορά: Πρέπει να υμνούμε την κανονικότητα. Και πρέπει να κάνουμε την πολυπόθητη πρόταση γάμου. Αν είμαστε άντρες ασφαλώς. Αν είμαστε γυναίκες καλύτερα να την περιμένουμε καρτερικά. Κι ας μην την λαχταρούμε. Επειδή πρέπει. Γιατί την προσδοκά το οικογενειακό πακέτο ασφάλειας, τα αγέννητα παιδιά μας κι η φίλη που επιμένει πως «άλλη χάρη ο γάμος».

Τα ζευγάρια ανέκαθεν λάτρευαν τ’ άλλα ζευγάρια εξάλλου. Σαν μια συμμορία με όρκο κανονικότητας που κυβερνά σιωπηλά τον κόσμο. Οφείλουμε να είμαστε φυσιολογικοί λοιπόν. Να τρέχουμε πίσω από τις χιλιάδες υποχρεώσεις μας. Ποτέ να μην τις φτάνουμε, για την απαραίτητη αδρεναλίνη που οι ενοχές εγγυώνται.

Να μην έχουμε χρόνο για πολλές σκέψεις. Αν σκεφτούμε θα καταλάβουμε. Κανέναν δεν εξυπηρετεί να καταλάβουμε, ούτε καν εμάς τους ίδιους.

Χρειάζεται να μην ξεχωρίζουμε. Να μην ντυνόμαστε πολύ αστραφτερά, να μην μιλάμε δυνατά, να μη γελάμε με την καρδιά μας. Δεν είμαστε τίποτα εγωκεντρικοί που εκλπιπαρούν σώνει και ντε την προσοχή και προπάντων δεν δηλώνουμε επιπόλαιοι χάχες. Από την άλλη ας μην γίνουμε και τελείως κλασικοί. Η εποχή λατρεύει το ελαφρώς αντισυμβατικό μα συνάμα κυριλέ στυλ, θα το έχεις ακουστά.

Επιβάλλεται να κουνάμε συγκαταβατικά το κεφάλι μας στις φιλικές παρέες και στα οικογενειακά δείπνα. Ακόμη κι όταν διαφωνούμε. Το να υπερασπιζόμαστε την άποψη μας – ή το να έχουμε μια οποιαδήποτε άποψη- θεωρείται στις μέρες μας αδιανόητο πείσμα και τινάζει τις σχέσεις στον αέρα.

Ας συνοψίσουμε: Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Υπάκουοι σύζυγοι, που στα κρυφά εκτονώνoυν την υπνωτισμένη τους λίμπιντο σε απαγορευμένους εραστές. Συνετοί γονείς που φορτώνουν στα παιδιά τα άλυτα συμπλέγματά τους. Αφοσιωμένοι φίλοι που δεν τολμούν να ξεστομίζουν στους κολλητούς την αλήθεια τους. Υπάκουα τέκνα που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δοξολογούν τη μαμά και τον μπαμπά και στον ψυχαναλυτή τους λοιδορούν αλύπητα. Πετυχημένοι επαγγελματίες που σκότωσαν το όνειρο για έναν χαρτοφύλακα αδειανό κι ένα κοστούμι καλοραμμένο.

Κι ένα μυστικό: Δε χρειάζεται όντως να είμαστε φυσιολογικοί. Αρκεί απλώς να φαινόμαστε. Κανείς δεν σκοτίζεται για το ποιοι πραγματικά είμαστε, ούτε κι οι ίδιοι μπήκαμε ποτέ στον κόπο να το ερευνήσουμε σοβαρά. Όλα καλά λοιπόν. Προχωράμε ακάθεκτοι. Συνένοχοι στα εγκλήματα πλάνης, σύντροφοι του Οδυσσέα που ξελογιάστηκαν από τις σειρήνες. Ζούμε στο νησί της Κίρκης.

Ωστόσο, γιατί στα αλήθεια να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας; Η Κίρκη αποδείχτηκε εξαίρετη οικοδέσποινα. Μας ταΐζει και μας ποτίζει για αιώνες τώρα. Με ένα όρο: Τη σιωπή της λήθης μας.

JEAN-PAUL SARTRE: Ο άνθρωπος εκλέγοντας την εικόνα του εαυτού του εκλέγει συγχρόνως και την εικόνα όλης της ανθρωπότητας, την εικόνα της κοινωνίας

Το πρώτο διάβημα του υπαρξισμού είναι να καταστήσει τον κάθε άνθρωπο κάτοχο αυτού που είναι και να ακουμπήσει πάνω του την πλήρη ευθύνη της ύπαρξής του. Και όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του, δεν εννοούμε πωs ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τη συγκεκριμένη, την περιορισμένη ατομικότητά του, αλλά πως είναι υπεύθυνος για όλους τους ανθρώπους.

Όταν λέμε ότι ο άνθρωπος εκλέγει τον εαυτό του, εννοούμε ότι καθένας από μας διαλέγεται αυτό που είναι, αλλά επίσης ότι εκλέγοντας τον εαυτό του, εκλέγει ταυτόχρονα και όλους τους ανθρώπους. Πραγματικά, δεν υπάρχει έστω και μια απ’ τις πράξεις μαs που, δημιουργώνταςs τον άνθρωπο που θέλουμε να είμαστε, δεν δημιουργεί ταυτόχρονα μια εικόνα του ανθρώπου γενικά, όπως θεωρούμε ότι πρέπει να είναι. Εκλέγονταs να είμαστε τούτο ή το άλλο, επιβεβαιώνουμε ταυτόχρονα την αξία αυτού που εκλέγουμε, γιατί δεν μπορούμε ποτέ να εκλέξουμε το κακό- αυτό που εκλέγουμε, θεωρούμε πως είναι πάντα το καλό, και τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό για μαs χωρίς να είναι και για όλουs τους άλλουs.

Έτσι, η ευθύνη μαs είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, γιατί δεσμεύει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Αν, για παράδειγμα, αποφασίσω να προσχωρήσω σ’ ένα συνδικάτο, αν μ’ αυτή την προσχώρηση θέλω να δείξω πως, κατά τη γνώμη μου, η εγκαρτέρηση είναι στο βάθος η λύση που ταιριάζει στον άνθρωπο και πως το βασίλειο του ανθρώπου δεν βρίσκεται πάνω στη γη, δεν δεσμεύω μόνο τον εαυτό μου, την ατομική μου περίπτωση: το διάβημά μου δέσμευσε ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Κι αν θέλω, πάλι, γεγονός πιο ατομικό, να παντρευτώ, ν’ αποκτήσω παιδιά, ακόμα κι όταν ο γάμος αυτός εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο απ’ την οικονομική μου κατάσταση, ή απ’ το πάθος μου, ή απ’ την επιθυμία μου, δεσμεύω με την πράξη μου όχι μόνο τον εαυτό μου, αλλά κι όλη την ανθρωπότητα στο δρόμο της μονογαμίας. Έτσι, είμαι υπεύθυνος για τον εαυτό μου και για όλους και δημιουργώ μια ορισμένη εικόνα του ανθρώπου που διαλέγω εκλέγοντας, λοιπόν, τον εαυτό μου, εκλέγω τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος που εκλέγει και δεσμεύει και που έχει τη συναίσθηση πως δεν είναι μόνο αυτό που διάλεξε να είναι, αλλά κι ο νομοθέτης που εκλέγει ταυτόχρονα για τον εαυτό του και την ανθρωπότητα ολόκληρη, δεν είναι δυνατό να ξεφύγει απ’ το συναίσθημα της πλήρους και βαθιάς του ευθύνης.

Βέβαια, πολλοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου αγχώδεις ισχυριζόμαστε, όμως, πως απλούστατα κρύβουν το άγχος τους απ’ τον εαυτό τους, προσπαθούν να του ξεφύγουν – βέβαια πολλοί πιστεύουν πως ενεργώντας δεν δεσμεύουν παρά τον εαυτό τους κι όταν τους λέει κανείς: μα αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο; σηκώνουν τους ώμους και απαντούν: όλος ο κόσμος δεν κάνει το ίδιο. Ωστόσο, πρέπει πραγματικά ν’ αναρωτιέται κανείς: τι θα συνέβαινε αν όλος ο κόσμος έκανε το ίδιο;

JEAN-PAUL SARTRE, Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

Αν γινόταν οι όμορφες στιγμές να επαναλαμβάνονταν πολλές φορές

Η αιώνια επιστροφή είναι ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε, με την ιδέα αυτή, έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει μοιάζει με μια σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα. Δεν πρέπει να τα υπολογίζει κανείς περισσότερο απ’ όσο έναν πόλεμο ανάμεσα σε δύο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα, που τίποτα δεν άλλαξε στην όψη του κόσμου, παρ’όλο που τριακόσιες χιλιάδες μαύροι θα είχαν βρει εκεί το θάνατο μέσα σε απερίγραπτα βασανιστήρια.

Αλλά μήπως πρόκειται ν’αλλάξει τίποτα και σ’ αυτόν τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα αν επαναληφθεί ατελείωτες φορές μέσα στην αιώνια επιστροφή;

Ναι οπωσδήποτε: θα εξελιχθεί σ’έναν όγκο που ορθώνεται και διαρκεί, και η ανοησία του θα είναι ασυγχώρητη.

Αν η Γαλλική Επανάσταση έπρεπε να επαναλαμβάνεται αιωνίως, η γαλλική ιστοριογραφία θα ήταν λιγότερο περήφανη για τον Ροβεσπιέρο. Καθώς, όμως, μιλάει για ένα πράγμα που δεν πρόκειται να επαναληφθεί, τα αιματοβαμμένα χρόνια δεν είναι παρά λέξεις, θεωρίες, συζητήσεις, είναι πιο ελαφρά από ένα πούπουλο, δεν προξενούν φόβο. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ένα Ροβεσπιέρο που δεν εμφανίστηκε παρά μόνο μία φορά στην Ιστορία και σ’ένα Ροβεσπιέρο που θα επέστρεφε αιωνίως να κόβει τα κεφάλια των Γάλλων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής διαγράφει μια προοπτική όπου τα πράγματα δεν μοιάζουν να είναι έτσι όπως τα ξέρουμε: μας εμφανίζονται χωρίς το ελαφρυντικό του φευγαλέου τους χαρακτήρα. Αυτό το ελαφρυντικό μας εμποδίζει στην πραγματικότητα να εκδώσουμε οποιαδήποτε ετυμηγορία. Μπορεί κανείς να καταδικάσει ό,τι είναι εφήμερο; Τα πορτοκαλιά σύννεφα του δειλινού φωτίζουν όλα τα πράγματα με τη γοητεία της νοσταλγίας, ακόμα και την καρμανιόλα.

Αυτή η συμφιλίωση προδίδει τη βαθιά ηθική διαστροφή, που είναι αναπόσπαστη από έναν κόσμο θεμελιωμένο κυρίως πάνω στην ανυπαρξία της επιστροφής, γιατί σ’αυτόν εκεί τον κόσμο όλα συγχωρούνται εκ των προτέρων και όλα είναι, λοιπόν, με κυνισμό επιτρεπτά.

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρητες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα. Τι φριχτή ιδέα! Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης. Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).

Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπορούν, σ’ αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ’ όλη τους τη λαμπρή ελαφρότητα. Στ’ αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελαφρότητα;

Προς τα πού το πηγαίνεις;

Σήμερα στις δυτικές κοινωνίες το μεγάλο ταμπού είναι ο θάνατος και όχι το σεξ, στην οποιαδήποτε μορφή του, όπως κάποιοι πιστεύουν. Η αντιμετώπιση του θανάτου καθίσταται κάτι το απαγορευτικό. Απλά να σας επισημάνω ότι στην πρόσφατη αναθεώρηση του DSM, των διαγνωστικών κριτηρίων της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής εταιρείας, αφαιρέθηκε το πένθος από τις φυσιολογικές καταστάσεις και μπήκε και αυτό μές την κατάθλιψη. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και οι ειδικοί της ψυχικής υγείας αρνούνται να μιλήσουν για τον θάνατο και να τον δουν σαν μια φυσιολογική λειτουργία της ζωής.

Βέβαια, όποιος αρνείται τον θάνατο, ζει διαρκώς με τον θάνατο. Όποιος όμως ξέρει να διαβάσει καλά τον θάνατο αρχίζει να αναρωτιέται ποιο να είναι το σημαντικό νόημα της ζωής, προσπαθεί να δώσει τη δική του προσωπική απάντηση, που θα του επιτρέψει να σκεφτεί τι είναι το σημαντικό, τι είναι αυτό που πραγματικά αξίζει. Φυσικά το συγκεκριμένο ερώτημα προκαλεί δυσκολίες, αλλά κάνει και κάτι ακόμη, σε προχωράει μπροστά. Μπορούν και παράγονται απαντήσεις που είναι απελευθερωτικές και στη συνέχεια μπορεί να προκύψουν και εκπλήξεις οι οποίες να μας βγάλουν από τα κολλήματα που έχουμε όταν βλέπουμε το παρόν μας σαν να μην υπάρχει μέλλον ή όταν ζούμε μόνο στο παρόν.

Αυτό είναι το πολύ σημαντικό με τον θάνατο και γι′ αυτό μέσα στη δική μας θεραπευτική προσέγγιση (την υπαρξιακή συστημική προσέγγιση) θέτουμε το ερώτημα “προς τα που το πηγαίνεις;” “τι θέλεις να γίνεις;”. Ακόμη και σε ενηλίκους μεγαλύτερης ηλικίας θα ρωτήσουμε το ίδιο ή ρωτάμε “το πρόβλημα που μου φέρνεις πώς θέλεις να το δούμε; Πώς θέλεις να το αντιμετωπίσουμε;”. Δηλαδή επανερχόμαστε πάλι στην έννοια της ευθύνης, να ορίσεις εσύ τα πράγματα και να μην σε ορίσουν τα όποια προβλήματα.

Οφείλω να πω, σχετικά με την έννοια του θανάτου, ότι εάν οι δυτικές κοινωνίες τον ενοχοποιούν, οι παραδοσιακές κοινωνίες κινδύνευαν να βάζουν αναστολή της ζωής εν ονόματι του θανάτου. Εάν για κάποιους δυτικούς δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, στις παραδοσιακές κοινωνίες κινδύνευες από τη λογική ότι δεν έχει αξία αυτή η ζωή και μόνο το επέκεινα είναι το σημαντικό και αληθινό. Είναι ακριβώς η ίδια λογική που βάζει τον θάνατο σαν πιο σημαντικό από τη ζωή, ενώ στη δική μας περίπτωση ο θάνατος νοηματοδοτεί τη ζωή.

Αρχαία Εγνατία Οδός: Ο μεγαλύτερος εμπορικός δρόμος της αρχαιότητας

Ο μεγαλύτερος στρατιωτικός και εμπορικός δρόμος της αρχαιότητας ήταν η Εγνατία Οδός. Ξεκινούσε από τη Ρώμη, περνούσε από την Αλβανία, τη Μακεδονία και κατέληγε στην Ασία.

Κατασκευάστηκε από τους Ρωμαίους μεταξύ 146 και 120 π.Χ. για τη μεταφορά προμηθειών στα πιο απόμακρα μέρη της αυτοκρατορίας. Επίσης, χρησίμευε στη μετακίνηση των στρατευμάτων και την ίδρυση νέων πόλεων. Μέχρι τότε, η επικοινωνία στις αχανείς εκτάσεις την αυτοκρατορίας ήταν δύσκολη.

Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν οδικά δίκτυα προκειμένου να μεγαλώσει η δύναμη της αυτοκρατορίας. Οι αρχαίοι ρωμαϊκοί δρόμοι αποτέλεσαν τη βάση για τους σύγχρονους αυτοκινητόδρομους της Ευρώπης.

Η Εγνατία οδός κατασκευάστηκε υπό την επίβλεψη του Εγνάτιου, κυβερνήτη της Μακεδονίας, από τον οποίο πήρε το όνομά της.

Διέσχιζε τη Βαλκανική χερσόνησο και συνέδεε τη Δύση με την Ανατολή. Σκοπός των Ρωμαίων ήταν να συνδέσουν την Αδριατική με τον Ελλήσποντο και να διαδώσουν τον ρωμαϊκό πολιτισμό στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.

Επί 2.000 χρόνια η Εγνατία ήταν ο μοναδικός καλός δρόμος της περιοχής και βοήθησε στις στρατιωτικές και εμπορικές μετακινήσεις αρχικά των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών και των Οθωμανών.

Αποτελούσε θαυμαστό παράδειγμα χάραξης ορεινής διαδρομής.

Κατά μήκος, υπήρχαν σταθμοί ανεφοδιασμού, πανδοχεία, στρατόπεδα, φυλάκια, σταθμοί ελέγχου, φρουρές και φρούρια σε ποτάμια, σε υψώματα, σε στενά και σε ορεινά περάσματα.

Από την Εγνατία οδό ταξίδεψαν τα στρατεύματα του Ιούλιου Καίσαρα και του Πομπήιου κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Επίσης, στην Εγνατία οδό καταδίωξαν οι Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός τον Κάσσιο και τον Βρούτο για να εκδικηθούν τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα με τη μάχη των Φιλίππων, που πραγματοποιήθηκε στους Φιλίππους της Καβάλας.

Από αυτό τον δρόμο, οι Βυζαντινοί ταξίδεψαν στη Δύση και οι Οθωμανοί επιχείρησαν να καταλάβουν την Ευρώπη.

Σήμερα, μερικά κομμάτια του αρχαίου δρόμου παραμένουν σε καλή κατάσταση παρά το πέρασμα του χρόνου.

Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο. Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία

Αναρωτιέμαι μερικές φορές: Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν; Μούτρα. Νʼ αντικρίζεις την ζωή με μούτρα. Την μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μην φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μην βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σʼ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μην νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι δυο-τρία πράγματα στην ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια εργασία, ένα καλό κρασί, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις, άπληστα, πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μπερδεύεις την άποψη, με τα μιμίδια που αναμασάς. Να μαζεύεις λύπες κι απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος. Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στην θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.

Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν την ζωή.

Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που διαθέτουν διάκριση και καλοσύνη. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Που κάνουν το τίποτα, κάτι. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα. Είναι ονειροπόλοι …μα δεν υπάρχει άλλη ζωή.

Τι είναι αυτό που σε καθηλώνει σε ένα τόπο, σε μια σχέση, σε μια κατάσταση; Είναι φόβος για το άγνωστο; Για το μετά; Eίναι η καρδιά σου που είναι κολλημένη σε αυτά που ξέρεις, εκτιμάς και τιμάς; Είναι που δεν σου αρέσουν οι αλλαγές; Μήπως είναι ότι ακόμα δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να φύγουν, να απαλλαχτούν, να πάνε μακριά από όλα και όλους και όμως μένουν πάλι πίσω, μένουν πάντα εδώ.

Κάποτε άφησαν τους δούλους ελεύθερους κι εκείνοι ξαναγύρισαν.

Είναι η σιγουριά που θέλεις να έχεις ζώντας σε γνωστά πλαίσια; Ή ακολουθείς πιστά εκείνο που λένε «μοίρα». Κάποτε έλεγες, «θα φύγω» μα έγινες δέντρο, έβγαλες ρίζες που σε κρατούν γερά δεμένο εδώ, τα δε κλαδιά σου θέριεψαν, ξεπέρασαν τις στέγες των σπιτιών και είναι τα μόνα που βλέπουν μακριά. Ατενίζουν το απέραντο γαλάζιο του ουρανού και το μπλε βαθύ της θάλασσας. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν κάποια στιγμή να φύγουν από κάπου, να αλλάξουν τοπία, παραστάσεις, να αλλάξουν επάγγελμα, σπίτι, συνήθειες, ακόμα και τους ανθρώπους που έχουν δίπλα τους.

Κάποιοι, όμως, σε όλη την διάρκεια της ζωή τους θέλουν να φύγουν και λένε συνέχεια «κάποτε θα φύγω» και ονειρεύονται την φυγή … ποτέ δεν το κάνουν, απλά το λένε, ίσως για να το πιστέψουν και οι ίδιοι, ίσως για να νιώσουν καλύτερα. Βαρέθηκαν να ζουν νεκροί, στης απονιάς τον τόπο. Θέλουν να ανοίξουν τα φτερά, να βρουν καινούριο στόχο. Η μιζέρια τους κυριεύει, κάθε μέρα πιο πολύ. Και η θλίψη τους ποτίζει δηλητήριο την ψυχή. Η ζωή τους περιμένει κάπου αλλού, σε άλλο τόπο. Και χαρά θα βρουν εκεί σίγουρα με κάποιο τρόπο …κάποτε.

Και όμως πάλι εδώ, για πάντα εδώ. “Κάποτε θα φύγω” λένε και φωτίζει το πρόσωπό τους. “Κάποτε θα φύγω” λένε, για να πάρουν δύναμη για να βγάλουν πέρα με τις δύσκολες καταστάσεις που περνάνε. Ναι έτσι είναι, “κάποτε θα φύγουν”, τότε όμως θα είναι η μοναδική φορά που θα θέλουν να μείνουν.

Πέρα από αυτό που νομίζουμε, από αυτό που ζητάμε απελπισμένα, από αυτό που λέμε ότι θέλουμε, υπάρχει και μια άλλη αλήθεια: πάντα, ζούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε να ζήσουμε. Η μεμψιμοιρία, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, μας διακατέχει! Μοιρολογούμε λοιπόν για την ζωή μας, θέλουμε να ξεφύγουμε από καταστάσεις- και όμως, πώς να ξεφύγουμε από τις πεποιθήσεις, από το Λερναιοκέφαλο ‘εγώ’; Γιατί πραγματικά δεν υπάρχει «δεν μπορώ» αλλά «δεν θέλω». Αναβάλουμε κάτι για το οποίο δεν είμαστε σίγουροι. Έτσι κι εδώ, γιατί όποιος θέλει δεν λέει «Κάποτε» αλλά ΤΩΡΑ! Και δεν το λέει απλά και μόνο, αλλά το πράττει κιόλας.

Αν θέλεις να φύγεις, μην λες «κάποτε θα φύγω» άνοιξε τα φτερά και πέτα εκεί που θες τώρα.

Τώρα… δεν είσαι ένα ακίνητο δέντρο πια, τώρα δεν βλέπουν μόνο τα κλαδιά σου την θάλασσα και τον ουρανό αλλά ΕΣΥ! τώρα δεν έχεις ρίζες παρά μόνο φτερά, τώρα πετάς ελεύθερα και μακριά από όλα και όλους. Επιθύμησε το αυτό που λες ανύπαρκτο. Η χειρότερη μορφή δουλείας είναι εκείνη στον ίδιο σου τον εαυτό. Στα πραγματικά σου «θέλω» που εσύ ο ίδιος δεν τα πραγματοποιείς και τα καταπιέζεις στα βάθη της ψυχής σου. Είσαι αλυσοδεμένος σε αυτό που λες και λες και ξαναλές… ότι δεν μπορείς να ξεφύγεις, σε αυτό που λες ανύπαρκτο.

Μην λες, λοιπόν «κάποτε θα φύγω» και πας να το ονειρευτείς… μόνο φύγε! Φύγε, τώρα!

Δώσε στο όνειρο σου σάρκα και οστά. Ζήσε το όνειρό σου!!!

Επίσης μην χρησιμοποιείς, λάθος λέξεις, όταν λες ‘ΘΑ’ κάνω αυτό ή το άλλο, το τοποθετείς σε κάποιον αόριστο μελλοντικό χρόνο και αν το επαναλαμβάνεις μένει και το όνειρο σου μόνιμα στο αόριστο μέλλον. Προπονήσου και αντικατέστησε την λέξη ‘ΘΑ’ με την λέξη ‘ΝΑ’ πχ «θέλω να κάνω … αυτό» και όχι «θα κάνω αυτό …» Αντικατέστησε τις λέξεις που είναι τροχοπέδη στην ζωή σου… με λέξεις που σε κατευθύνουν προς τον Σκοπό και το όνειρό σου.

Η πρώτη και σημαντική ικανότητα που απαιτείται για να βαδίσει κάποιος στο μονοπάτι του Πολεμιστή – Κατεργάρη είναι η ικανότητα του να διαφοροποιεί και ν’ αντιλαμβάνεται αφηρημένες έννοιες. Γι’ αυτό χρειάζεται ικανότητα ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ και ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗΣ αλλά κι ένα καλό λεξικό, όπως και την ικανότητα να μπορείς να διαβάζεις ένα λεξικό.

Σε αντιδιαστολή με τον κοινό άνθρωπο που σε κατάσταση ύπνωσης, πελαγοδρομεί, ταυτίζοντας τα όλα με όλα, χωρίς Διαφοροποίηση και μιλάει χωρίς να γνωρίζει τους ορισμούς των λέξεων που χρησιμοποιεί και με αντώνυμο της Διαφοροποίησης να είναι η Ταύτιση ο μαζάνθρωπος είναι ανίκανος να ξεχωρίσει τι είναι καλό γι αυτόν και την επιβίωση του και τι δεν είναι.

Έτσι φαντασιώνεται πως αυτό που τον μπερδεύει είναι η παραπληροφόρηση κάποιων κακών… ενώ το πρόβλημα έγκειται στην ανικανότητα του να Διαφοροποιεί, και στην πολύ κακή -έως ανύπαρκτη- σχέση που έχει με τα λεξικά και τους ορισμούς των λέξεων που χρησιμοποιούνται γύρω του.

Αν θέλεις να δεις την πνευματική υγεία και την αξία ενός ανθρώπου κοίταξε πόση ικανότητα έχει να Διαφοροποιεί τα Όμοια ή να Ταυτίζει τα Ανόμοια. Επίσης πόσο καλή σχέση έχει με τους ορισμούς των λέξεων που χρησιμοποιεί.

Αυτή η ικανότητα του να αξιολογείς τους γύρω σου, στις επιχειρήσεις, στις πωλήσεις, στην δικτύωση, στις σχέσεις, στην ζωή γενικότερα, είναι τόσο πολύτιμη, γιατί σε προστατεύει από μπελάδες και άσκοπα χαμένο χρόνο απ’ αυτούς που επιδιώκουν να αποτύχεις στην ζωή σου. Αν έχεις απορίες σχετικά με κάποιο θέμα βρες ποια λέξη σε μπλοκάρει και χρησιμοποίησε ένα καλό λεξικό. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να ξεφύγεις από την σύγχυση που σου προκαλεί η άγνοια.

Η προπόνηση είναι η τεχνική, με την οποία μαθαίνουμε να είμαστε οι καλύτεροι φίλοι του εαυτού μας, αλλά και οι πιο αυστηροί προπονητές του προκειμένου να γίνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Η Προπόνηση ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο εκπαιδεύουμε καθημερινά τον εαυτό να διαχειρίζεται καταστάσεις είναι αποδεδειγμένα ο δρόμος με τον οποίο μπορούμε να επιτύχουμε σε κάθε τομέα της ζωής χωρίς αυτό να είναι υπερβολή.

Μελέτες που έχουν διεξαχθεί σε αθλητές καταδεικνύουν πόσο σημαντική διαφορά κάνει το γεγονός ότι ορισμένοι αθλητές πετυχαίνουν περισσότερους στόχους σε συντομότερο χρονικό διάστημα. Έρευνα που διεξήχθη σε αθλητές από επτά διαφορετικά αθλήματα απ’ όλο τον κόσμο κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: Η αυτοπεποίθηση, η δυνατότητα αυτοσυγκέντρωσης καθώς και το ισχυρό κίνητρο, ήταν παράγοντες κλειδιά στην δυνατότητά που είχαν, για να πετύχουν με συνέπεια τον σκοπό και τους στόχους τους. Προπονηθείτε, λοιπόν, μόνοι σας.

Η Απληστία

Ένα ον θεωρείται νοήμον εάν είναι ικανό να παράγει νοημοσύνη.

Αλλά πώς θα παράγει νοημοσύνη αν πρώτα δεν είναι νοήμων;

Εάν εξετάσουμε επιφανειακά, ο αφορισμός αυτός φαίνεται μια ταυτολογία. Ωστόσο εξαλείφοντας τούτη την τελευταία υπόθεση, βλέπουμε ότι αμέσως παράγουμε μια αναδρομική διαδικασία, διότι η νοημοσύνη που παράγεται από το ον που θεωρήσαμε νοήμον, οφείλει η ίδια να δημιουργήσει νοημοσύνη για να θεωρηθεί κι εκείνη ως νοήμων. Έτσι με τον ορισμό μας περί νοημοσύνης αποκτούμε μια «ευφυή» αλυσίδα, η οποία δεν είναι πλέον ατομική!

Το πλεονέκτημα του ορισμού αυτού είναι πως δεν υποθέτει μια προϋπάρχουσα νοημοσύνη σε κείνη που εμείς θεωρούμε, προκύπτει εκ τούτου πως η νοημοσύνη μπορεί να προκύψει με τρόπο αυθόρμητο.

Θα φαινόταν αντίθετα να έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, η αλυσίδα οφείλει να είναι άπειρη, στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι τίποτε, το μόνο πράγμα που ο ορισμός αυτός συνεπάγεται είναι ότι η νοημοσύνη αναπτύσσεται αναγκαία σε βρόχους. (με άλλα λόγια, δανειζόμενοι από την θεωρεία των γράφων: η αλυσίδα δεν μπορεί να είναι ένα δένδρο).

Η αναγκαιότητα τούτη μπορεί να προτείνει την αυθόρμητη δημιουργία, από το κβαντικό κενό, ενός ζεύγους σωματιδίου-αντισωματιδίου.

Ολοκληρώνουμε προσωρινά αυτό το προσχέδιο με ένα παράδειγμα, για να μην φαίνονται όλα τούτα ένα αμάλγαμα λέξεων, κενό νοήματος.

Αρκεί γι’ αυτό να φανταστούμε έναν ‘ειδικό’ από τις θετικές επιστήμες και έναν ‘ειδικό’ από τις ανθρωπιστικές επιστήμες που θα αντήλλασαν τις απόψεις τους και τις αντίστοιχες αναγωγές τους πάνω σ’ ένα θεμελιώδες πρόβλημα και οι οποίοι θα κατέληγαν να το λύσουν, όταν ο καθένας ξεχωριστά θα ήταν ανίκανος. Και είναι, βεβαίως, η ένταξη αυτού του νέου αποτελέσματος που τους καθιστά ευφυείς, θα ήταν λοιπόν ικανοί να παράγουν ταυτόχρονα ευφυΐα και θα επαλήθευαν έτσι τον δικό μας, παράξενο προφανώς, ορισμό!

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία. Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία.

«Από την επιθυμία» κι όχι «από τα μέσα της ζωής του», διότι αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη κι όχι η βούληση, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες. Πρώτα το θέλεις κάτι και κατόπιν κινείσαι προς την απόκτηση ή την ικανοποίηση αυτού του θέλω.

Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και τον Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των Θεών προς το γένος των ανθρώπων.

Κατά την μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από την θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και Θεές, διάφορα παιδιά.

Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου τον φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.

«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο. Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία».

Ο Μίδας, έμεινε παροιμιώδης για την απληστία του στον χρυσό. Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε τον Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους. Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μην δει την εκπλήρωση της αποστολής του, ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι.

«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, ο φιλόσοφος. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, Βαβυλώνα, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.

Η φύση έχει μια αρχή, την μοιρασιά-νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία. Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για την συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας την ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει την ζωή του.

Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή.

Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει την συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γεννιούνται και πεθαίνουν κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής, και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.

Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από την μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό.

Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στην μεταλλαγή της.

Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στην λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη τον μαρασμό, ενώ στην δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό.

Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ, και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στην διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.

Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.

Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν την ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός.

Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες.

Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στην δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.

Η απληστία όμως για την ολοκλήρωση οδηγεί στην ολοκλήρωση της απληστίας, αλλά αυτός είναι ο άπληστος. Επομένως, τι συνέβη; Αυξήθηκε απλά η πολυπλοκότητα του συστήματος με μια τροχοπέδη. Η φύση αυτορυθμίζεται, η θέση που θα βρεθεί το κάθε κύτταρο ή άνθρωπος είναι δεδομένη. Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου». Είναι μια αντίδραση «φυσιολογική» η οποία εκδηλώνεται με την μεταβολή των ορμονών και της ψυχολογίας.

Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα… Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).

Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθιάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια.

Ακραία φαινόμενα απληστίας δεν είναι άγνωστα και στα ζώα. Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με την «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.

Η γη κατέληξε «μονοειδής». Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε (φαινομενικά) μόνο το ένα είδος, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στην φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου.

Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.

Η απληστία στην φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή -τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό- εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.

Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με την σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στην σκέψη και την γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα.

Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από την μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.

Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπό οριακές συνθήκες».

Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων.

Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος είναι πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων, και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.

Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η ανησυχία. Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη. «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.

Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε στον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;

Λένε πως ο χρόνος είναι χρήμα.

Ο Θεόφραστος έχει πει πως ο χρόνος είναι το πιο πολύτιμο αγαθό που μπορεί να ξοδέψει ο άνθρωπος. Σωστές είναι αυτές οι σκέψεις και ωραία διατυπωμένες, όμως μας παρακινούν να αναλάβουμε δράση, να αδράξουμε την μέρα, να εκμεταλλευτούμε πιεστικά την στιγμή που περνάει, αλλά να μην είμαστε και άπληστοι.

Προσωπικά όμως δεν μπορώ να σκεφθώ μεγαλύτερη πολυτέλεια από τον ελεύθερο χρόνο. Δεν εννοώ τις δύο ώρες πριν από τον ύπνο ή το κενό ανάμεσα στην δουλειά και στο γυμναστήριο.

Ο χρόνος, για να είναι πραγματικά ελεύθερος, πρέπει να σου επιτρέπει να βαρεθείς και λίγο, να αισθανθείς σαν να κάνεις διακοπές, σαν να μην υπάρχει σχέδιο για το μετά. Ο ελεύθερος χρόνος μοιάζει σαν να διαστέλλεται εκείνη την στιγμή, ενώ ο χρόνος που γεμίζει με χιλιάδες ασχολίες μοιάζει διεσταλμένος μόνο όταν γυρνάς και τον αναλογίζεσαι. Και οι δύο χρήσιμοι είναι, όμως ο χρόνος που είναι πραγματικά ελεύθερος είναι πιο ακριβός.

Γιατί μας αναγκάζει να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στα μάτια και να παραδεχθούμε με τι θα θέλαμε πραγματικά να τον γεμίσουμε, μας επιτρέπει να ονειρευτούμε. Όπως και στην εκφορά μιας πολύ κωμικής ή πολύ δραματικής ατάκας, έτσι και στην ζωή η σωστή παύση είναι που τα καθορίζει όλα.

Γίνε ένα νέο είδος ανθρώπου. Σε λίγο όλοι θα είναι σαν κι εσένα. Αν δεν γίνουν, σε λίγο, όλα θα γίνουν στάχτες.

Δεν είσαι κάτι ιδιαίτερο, ίσα ίσα, κατ’ αρχήν είσαι τυπικά άνεργος όπως εκατομμύρια άλλοι. Περνάς την μέρα σου δουλεύοντας 2-3 ώρες το πολύ με κάποια αναγκαστική εργασία για τα απαραίτητα. Γιατί δεν υπάρχει αρκετή δουλειά για να δουλεύουν όλοι 8 και 12 ώρες, σαν τους σκλάβους. Έχεις όμως πολύ ελεύθερο χρόνο. Τον κάνεις λοιπόν Ανάπτυξη. Όχι αυτή που ξέρουμε όλοι. Που πρέπει να περιμένεις να την φέρει κάποια κυβέρνηση. Πώς θα βγάλεις περισσότερα λεφτά για να αγοράσεις περισσότερα άχρηστα πράγματα από καθαρή απληστία. Όχι. Όλες οι κυβερνήσεις στον κόσμο υπόσχονται ότι θα την φέρουν αυτή. Εσύ δεν την περιμένεις γιατί ξέρεις ότι είναι ένα τεράστιο ψέμα, εξαπάτηση.

Αφού για να βρεις εσύ περισσότερα λεφτά θα πρέπει στα ράφια του σούπερ μάρκετ να προκύψουν ακόμη περισσότερα είδη. Για να δουλεύουν κάποιοι σαν κι εσένα να τα παράγουν και όλοι μαζί να τα αγοράζουμε. Όμως εγώ καταναλώνω το πολύ 100-200 είδη και μια φορά που ρώτησα στο λογιστήριο ενός σούπερ μάρκετ μου είπαν ότι πουλούσαν 12.500 !

Ενημερώνομαι λοιπόν διαβάζοντας δεκάδες ή και εκατοντάδες σελίδες καθημερινά γύρω από την Ενέργεια, το κύριο θέμα με το οποίο ασχολούμαι. Θα μπορούσε να είναι και μια επιστήμη ή ξένες γλώσσες. Ασχολούμαι πολλές ώρες με την τέχνη που έχω επιλέξει και αγαπώ, γράφω. Κάνω μεγάλους περιπάτους στην φύση, φυσικές δραστηριότητες και αθλητισμό όσο μπορώ. Τέλος συμμετέχω καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα όπου μοιράζομαι τις ιδέες, τα συναισθήματα τις σκέψεις και τις γνώσεις που αποκομίζω. Κι έτσι κάπως περνάω την μέρα μου.

Αν όλοι οι άνεργοι κάναμε τα ίδια, στον ελεύθερο χρόνο που ολοένα περισσότεροι έχουμε, προφανώς θα οδηγούμασταν αντί στην απόλυτη απελπισία σε μια έκρηξη της επιστημονικής γνώσης και έρευνας online, του αθλητισμού, της πολυπολιτισμικής επικοινωνίας και των τεχνών.

Αν συμμετέχουμε σε συζητήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, με ένα σύστημα on line δημοσκοπήσεων, θα μπορούμε εύκολα να αποφασίσουμε από κοινού για σημαντικά θέματα, οπότε χωρίς κοινωνικές προστριβές και προβλήματα. Χωρίς τις παλαιού τύπου κυβερνήσεις που στην πλειοψηφία τους θα αποφάσιζαν μόνο για το συμφέρον τους. Και τότε η κοινή λογική θα αποφάσιζε το κοινό καλό.

Λέγεται «άμεση δημοκρατία».

Δεν ξέρω πότε θα έχουμε νέου είδους κυβερνήσεις ή online δημοψηφίσματα. Είναι πολύ περίπλοκη αυτή την στιγμή η παγκόσμια κατάσταση. Επιλέγω λοιπόν το μόνο που εξαρτάται από εμένα, αφού μόνον εγώ είμαι κύριος της ψυχής μου. Να γίνω νέου είδους άνθρωπος.

Αλλιώς, όσο η άλλη ανάπτυξη δεν θα έρχεται, η ανεργία θα αυξάνει, και θέλω δεν θέλω όλο και περισσότεροι θα έχουμε όλο και περισσότερο ελεύθερο χρόνο, πώς θα βοηθήσω κι εγώ να αλλάξει όλο αυτό; Παραμένοντας το παλιό είδος ανθρώπου; Που όλον αυτό το χρόνο θα σκέφτομαι τι ή ποιόν να σκοτώσω κι εγώ, για να βγάλω μερικά λεφτά; Περισσότερη απληστία;

Είμαι ένα νέο είδος ανθρώπου, ή τουλάχιστον προσπαθώ να γίνω. Σε λίγο όλοι θα είναι σαν κι εμένα, κυβερνήσεις και κοινοί θνητοί. Φτιάχνοντας ένα κόσμο που αντί να ξοδεύει την ώρα του πως θα κατασκευάσει, θα πουλήσει και μετά θα αγοράσει την επόμενη άχρηστη ανοησία… να παράγει ολοένα περισσότερη γνώση, επιστήμη, κάλος, φιλία, αγαλλίαση. Ένα νέο είδος κόσμου.

Αν δεν γίνουμε, σε λίγο θα γίνουν όλα στάχτες.

Ξοδέψτε υπεύθυνα.

Ναυμαχία της Πάτρας: Σαν σήμερα το 1822 ο Ανδρέας Μιαούλης κατατρόπωσε τον τουρκικό στόλο

Στις αρχές του 1822 ο Τουρκοαιγυπτιακός στόλος με αρχηγούς τον αντιναύαρχο Καρά Πεπέ Αλή και τον Αιγύπτιο υποναύαρχο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, βγήκε από τον Ελλήσποντο με διαταγή να πλεύσει προς την Πάτρα, προκειμένου να ανεφοδιάσει τους πολιορκούμενους από τους Έλληνες επαναστάτες, Τούρκους.

Στο κατόπι του βρέθηκε στόλος 63 ελληνικών πλοίων από τα Ψαρά, την Ύδρα και τις Σπέτσες με αρχηγούς τον Νικολή Αποστόλη, τον Ανδρέα Μιαούλη και τον Γκίκα Τσούπα.

Στις 15 Φεβρουαρίου ο τουρκικός στόλος ναυλόχησε στο λιμάνι της Πάτρας, λόγω κακοκαιρίας. Ο Ανδρέας Μιαούλης, που είχε αναλάβει τη διοίκηση της ελληνικής αρμάδας, θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για επίθεση.

Το πρωί της 20ης Φεβρουαρίου οι Τουρκοαιγύπτιοι είδαν έκπληκτοι να κανονιοβολούνται από τα μικρά ελληνικά πλοία και μάλιστα υπό φοβερή τρικυμία. Έπειτα από ναυμαχία πέντε ωρών, μία τουρκική φρεγάτα καταστράφηκε ολοκληρωτικά και πολλά άλλα πλοία υπέστησαν σημαντικές ζημιές. Πολλοί Τούρκοι βρήκαν το θάνατο ή τραυματίστηκαν σοβαρά.

Ο τουρκικός στόλος, μετά την αποχώρησή του από την Πάτρα, κατέφυγε στη Ζάκυνθο, η οποία ευρίσκετο υπό αγγλική διοίκηση. Όταν οι Έλληνες έπλευσαν εκεί για να επαναλάβουν την επίθεσή τους, εμποδίστηκαν από τους Άγγλους, που προφασίστηκαν την ουδετερότητα του νησιού. Ο ελληνικός στόλος επέστρεψε στις 24 Φεβρουαρίου και αγκυροβόλησε στο Μεσολόγγι, έτοιμος για να νέα αναμέτρηση.

Η Ναυμαχία της Πάτρας, στην οποία έλαμψε το άστρο του Ανδρέα Μιαούλη, υπήρξε γεγονός μεγάλης σημασίας για τον κατά θάλασσα αγώνα των Ελλήνων, παρά τις μικρές τουρκικές απώλειες. Ήταν η πρώτη φορά που ελληνικά πλοία αντιμετώπισαν κατά παράταξη τον στόλο του Σουλτάνου, χωρίς να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά.

Ο Αριστοτέλης, η ζωή ως αίσθηση και γνώση και το αδύνατο της ανθρώπινης αυτάρκειας

Στο ερώτημα του νοήματος της ζωής και του τελικού της στόχου ο Αριστοτέλης απαντά ευθέως: «Είναι προφανές για όσους το ψάχνουν τι σημαίνει η ζωή ως πραγμάτωση και τι ως τελικός στόχος: αίσθηση και γνώση» (1244b 29-31).

Από τη στιγμή που αυτά γίνονται αποδεκτά, τότε και η έννοια της φιλίας, ως υψίστης μορφής συνύπαρξης, αναγκαστικά θα προσδιοριστεί αναλόγως: «Άρα και η ζωή μαζί με τον άλλο δεν μπορεί παρά να σημαίνει αίσθηση και γνώση μαζί με τον άλλο» (1244b 31-32).

Με δεδομένο ότι έχει ήδη καθοριστεί ότι απώτερος σκοπός της ανθρώπινης ζωής είναι η ευτυχία καθίσταται σαφές ότι η γνώση και η αίσθηση τοποθετούνται τόσο ψηλά στην κατάκτηση της που φτάνουν στα όρια της ταύτισης. Από αυτή την άποψη, ευτυχής είναι αυτός που διαρκώς γνωρίζει μέσω των αισθήσεων (και της λογικής επεξεργασίας των δεδομένων που πηγάζουν από αυτές). Η κατάταξη της γνώσης σε κύριο παράγοντα ευτυχίας σε συνδυασμό με τη φυσική τάση του ανθρώπου για κοινωνικοποίηση θα οδηγήσει στο δεύτερο συμπέρασμα που καθιστά το φίλο συνοδοιπόρο στη γνώση.

Όμως, ο αριστοτελικός συλλογισμός θα συνεχίσει: «Αλλά η αυτοσυναίσθηση και η αυτογνωσία είναι το πιο ποθητό για τον καθένα. Γι’ αυτό και η επιθυμία της ζωής είναι έμφυτη στους πάντες: διότι είναι δεδομένο πως η ζωή είναι μια μορφή γνώσης» (1244b 32-36).

Η προτεραιότητα που θα δοθεί στην αυτογνωσία και την αυτοσυναίσθηση δεν έχει στόχο να καταδείξει την αγάπη προς τον εαυτό (ούτε βέβαια και την αποκλείει), αλλά την αναγκαιότητα του φίλου για να γνωρίσει κανείς καλύτερα τον εαυτό του. Η αυτογνωσία δεν αφορά την αποξένωση –πολύ περισσότερο την απομόνωση– αλλά τη συνύπαρξη που θα οριοθετήσει τον εαυτό μέσα στον κόσμο που θα μοιραστεί με τους άλλους. Από αυτή την άποψη, η ανάγκη του φίλου παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, καθώς χωρίς αυτή χάνεται κάθε δυνατότητα αυτογνωσίας που θα καταστήσει την ευτυχία εφικτή.

Από την άλλη, είναι αδύνατο να εκληφθεί η γνώση ως κάτι ξέχωρο από τη ζωή. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα ήταν παράλογος, αφού όχι μόνο η ίδια η ζωή επιφέρει τη γνώση, αλλά (και αντιστρόφως) η γνώση διαμορφώνει τη ζωή.

Η αντίληψη του αδιάσπαστου της γνώσης με τη ζωή καθιστά σαφή την εννοιολογική ενότητα όλων των δεδομένων, καθώς η ευτυχία προϋποθέτει τη γνώση, η γνώση τη ζωή, η ζωή τη συνύπαρξη και η συνύπαρξη τους φίλους. Όπως δεν υπάρχει αυτογνωσία χωρίς συνύπαρξη, έτσι δεν υπάρχει ευτυχία χωρίς φίλους.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «Έστω, λοιπόν, ότι κανείς τα διαχωρίζει και παίρνει τη γνώση αυτήν καθ’ εαυτήν, ως κάτι ξέχωρο από τη ζωή και από το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του (αυτό όμως είναι κάτι θεωρητικό, σαν μια απλή κουβέντα, ενώ στην πραγματικότητα δεν υφίσταται), τότε αυτή η γνώση θα σήμαινε ότι δε διαφέρουν σε τίποτε το να γνωρίζεις κάποιον άλλο και το να γνωρίζεις τον εαυτό σου. Και αυτό με τη σειρά του θα σήμαινε να ζει κάποιος άλλος αντί του εαυτού σου. Οπωσδήποτε, όμως, το να αισθάνεσαι και να γνωρίζεις τον εαυτό σου, είναι πάντα προτιμότερο» (1244b 36-43).

Η αποδοχή ότι η γνώση είναι κάτι ξέχωρο από τη ζωή και την αυτογνωσία κρίνεται ψευδής, αφού μια τέτοια αντίληψη θα ισοδυναμούσε με το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη γνώση του άλλου και τη γνώση του εαυτού. Με άλλα λόγια, η αντίληψη της γνώσης ως κάτι εντελώς ανεξάρτητο, σε βαθμό που να αποκόβεται από τη ζωή και την αυτογνωσία, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει και στην αντίληψη του απολύτους συγκεχυμένου περιεχομένου της, αφού ως άσχετη με τη ζωή κάθε γνώση χάνει κάθε ιδιαίτερο γνώρισμα.

Η οριοθέτηση της γνώσης προκύπτει μόνο μέσα από τη ζωή που ορίζει τις αναζητήσεις. Αν το νήμα αυτό χαθεί, τότε όλες οι γνώσεις τίθενται χωρίς προσανατολισμό, σαν κάτι τυχαίο και ασυγκρότητο, σαν να είναι το ίδιο η γνώση του εαυτού με τη γνώση του άλλου. Αν, όμως, ισχύει κάτι τέτοιο, τότε η ζωή του άλλου πρέπει να είναι η ίδια με τη δική μας, πράγμα όχι μόνο αδύνατο αλλά και ανεπιθύμητο, αφού το «να γνωρίζεις τον εαυτό σου, είναι πάντα προτιμότερο».

Σε τελική ανάλυση, η ακατανίκητη επιθυμία για αίσθηση και γνώση (και κατ’ επέκταση αυτογνωσία), που αποτελεί ιδιότητα όλων των ανθρώπων, είναι η δύναμη που κινεί τη ζωή: «Επειδή, λοιπόν, δεν αποτελεί προσωπική μας ιδιότητα ούτε η γνώση ούτε η αίσθηση, αλλά μετοχή στην ανθρώπινη ικανότητα της γνώσης και της αίσθησης (με την ικανότητα αυτή ο άνθρωπος, καθώς αισθάνεται γίνεται μαζί την ίδια στιγμή και αισθητός, μέσω της συγκεκριμένης λειτουργίας και του συγκεκριμένου αντικειμένου της αίσθησης· παράλληλα, καθώς γνωρίζει, γίνεται και γνωστός), γι’ αυτό και επιθυμεί πάντα τη ζωή, διότι πάντα θέλει τη γνώση, και θέλει τη γνώση διότι αντικείμενό της είναι αυτός ο ίδιος» (1245a 7-14).

Η αντίληψη ότι η γνώση έχει πάντα (εν τέλει) ως βάση τον ίδιο τον εαυτό (καθένας μαθαίνει αυτά που τον ενδιαφέρουν), δεν πρέπει να ταυτιστεί με την αποχαλίνωση του εγωισμού, που θέτοντας τον εαυτό στο επίκεντρο κάθε αναζήτησης καθιστά περιττές τις σχέσεις με τους άλλους. Κάτι τέτοιο θα αναιρούσε όχι μόνο την έννοια της φιλίας, αλλά και την πάγια αριστοτελική πεποίθηση της εκ φύσεως κοινωνικότητας. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης παραδέχεται: «’Οσον αφορά, τώρα, την επιλογή της κοινής ζωής, αυτή θα έμοιαζε ακατανόητη με βάση την προηγούμενη εξέταση» (1245a 14-15).

Η ομολογία αυτής της παραδοξότητας, που από τη μια τοποθετεί τη γνώση (και την αυτογνωσία) στο επίκεντρο της ανθρώπινης δράσης κι από την άλλη καθιστά τη φιλία αδιαπραγμάτευτη πηγή ευτυχίας, θα οδηγήσει σε περαιτέρω διευκρινίσεις: «Οπωσδήποτε, το ότι οι φίλοι θέλουν τη συντροφική ζωή είναι κάτι που το βλέπουμε. Και όλοι μας τα αγαθά τα απολαμβάνουμε πιο πολύ όταν τα μοιραζόμαστε με τους φίλους μας, όσο γίνεται με τον καθένα και όποιο είναι το καλύτερο για τον καθένα: με τον ένα χαιρόμαστε τις απολαύσεις του σώματος, με τον άλλο τις τέχνες, με τον τρίτο τη φιλοσοφία» (1245a 23-28).

Το ότι οι φίλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα κοινά που τους ενώνουν κρίνεται αδιαπραγμάτευτο. Από κει και πέρα, η ποιότητα των στοιχείων αυτών που μοιράζονται οι φίλοι θα καθορίσουν και την ποιότητα-βάθος της φιλίας. Είναι σαφές ότι η φιλία που βασίζεται στις απολαύσεις του σώματος είναι ρηχή σε σχέση με τις φιλίες που αφορούν τη μοιρασιά των τεχνών και της φιλοσοφίας. Εξάλλου, έχει γίνει ήδη ο διαχωρισμός των μορφών τις φιλίας (χρησιμότητα, ευχαρίστηση, αρετή) και η αξιολόγησή τους.

Η έννοια της κοινής ζωής που τίθεται ως επιλογή των ανθρώπων εμπεριέχει το πλαίσιο των δραστηριοτήτων που γίνονται ομαδικά, οι οποίες είναι αδύνατο να περιοριστούν στα στενά όρια των σωματικών απολαύσεων του φαγητού και του ποτού παίρνοντας (σχεδόν αναγκαστικά) διανοητικές διαστάσεις: «…διότι, αν αφαιρέσεις την παρέα και την κουβέντα, πού θα έγκειται η διαφορά ανάμεσα στο να τρως ή να πίνεις μαζί με τον άλλο και στο χώρια από αυτόν; Αλλά, βέβαια, υπάρχει διαφορά ακόμα και στο με ποιον ανταλλάσσεις την κουβέντα» (1245a 17-20).

Κανένα φαγοπότι δεν αποσκοπεί στην καθαυτή διαδικασία της θρέψης, αφού αυτή θα μπορούσε να εκπληρωθεί πλήρως και με τον πιο μοναχικό τρόπο. Το φαγητό τίθεται ως αφορμή της συνάθροισης με μοναδικό στόχο την επικοινωνία.

Από αυτή την άποψη σημασία δεν έχει τόσο η ποιότητα του φαγητού που θα σερβιριστεί (χωρίς, όμως και να απαξιώνεται, αφού ένα καλό γεύμα ανεβάζει τη διάθεση), όσο η ποιότητα των ανθρώπων που θα πλαισιώσουν τη συγκέντρωση. Το επίπεδο των ανθρώπων θα καθορίσει και το επίπεδο της επικοινωνίας.

Κι αυτό είναι το νόημα της κοινής ζωής που περιγράφει ο Αριστοτέλης. Ο ποιοτικός άνθρωπος είναι αδύνατο να βρει ευχαρίστηση σε ένα τραπέζι που απαρτίζεται από ευτελείς συνδαιτυμόνες, ακόμη κι αν έχει τους καλύτερους μεζέδες του κόσμου.

Έχοντας υπόψη αυτά γίνεται σαφές ότι η επιθυμία της αυτογνωσίας δεν αντιφάσκει με την ανάγκη για φίλους. Μπορεί η γνώση του εαυτού να τίθεται στο κέντρο των ανθρώπινων επιδιώξεων, ως δίψα για ζωή, αλλά ο φίλος είναι αυτός που θα δώσει τη σπίθα που θα κινήσει τη δράση. Η παραδοχή ότι η αυτογνωσία επιτυγχάνεται μόνο μέσα από τη συναναστροφή με τους άλλους ανθρώπους καθιστά σαφές ότι οι αληθινοί φίλοι (με την πρωταρχική σημασία του όρου) όχι μόνο είναι απαραίτητοι ως πηγή ευτυχίας, αλλά έρχονται σε τόσο στενή συναισθηματική επαφή σαν να επρόκειτο για έναν άνθρωπο.

Ο Αριστοτέλης συμπληρώνει: «Το να νιώθεις τον φίλο σου, λοιπόν, είναι κατά κάποιο τρόπο το ίδιο με το να νιώθεις τον εαυτό σου· και το να γνωρίζεις τον φίλο σου, με το να γνωρίζει τον εαυτό σου. Κατά συνέπεια, μαζί με τον φίλο μπορείς να χαίρεσαι ακόμα και πράγματα ενοχλητικά καθ’ εαυτά. Αλλά και η κοινή ζωή με έναν φίλο, είναι φυσικά πολύ ευχάριστη (διότι διαρκώς έχεις το αίσθημα ότι νιώθεις τον εαυτό σου)» (1245a 44-48).

Η ταύτιση του φίλου με τον εαυτό θα οδηγήσει στην ύψιστη αυτογνωσία εξασφαλίζοντας ευτυχία που τείνει στο θεϊκό. Η ισορροπία που αποκτούν μέσα από τις μεταξύ τους σχέσεις είναι η ευεργεσία της αμοιβαιότητας που τίθεται ως ολοκλήρωση όλων των ανθρώπων: «Αν, μάλιστα, έχεις την ευτυχία, και την έχει και ο φίλος σου, και ενώσετε τότε τις δυνάμεις σας μέσα στην κοινή ζωή, προκύπτει η άριστη σχέση των ώριμων ανθρώπων. Αυτός είναι και ο λόγος να σπεύδει κανείς σε τελετές και πανηγύρεις, και όχι βέβαια να φάει ή να ικανοποιεί φυσικές ανάγκες» (1245b 3-7).

Κι αυτή ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στις απολαύσεις και τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι απολαύσεις έχουν να κάνουν με το φαΐ και το πιοτό, ενώ οι σχέσεις με τη συνύπαρξη. Τα γλέντια και τα φαγοπότια εμπεριέχουν τις απολαύσεις, αλλά δεν τις θέτουν ως αυτοσκοπό. Ο τελικός σκοπός είναι η σύσφιξη των σχέσεων των ανθρώπων.

Η ταύτιση των απολαύσεων με τις ανθρώπινες σχέσεις αποτελεί παρανόηση και (προφανώς) δεν αφορά τους ανθρώπους με ποιότητα: «Διότι αυτά τα τελευταία τα θεωρούν οι άνθρωποι σχέσεις, ενώ δεν είναι παρά σκέτες απολαύσεις. Όμως το πλαίσιο της ζωής του μαζί με τους άλλους το θέτει ο καθένας, ανάλογα με το σκοπό που μπορεί να πετύχει. Αλλά και να μην τον πετύχει, επιλέγει πάνω από όλα να κάνει το καλό στους φίλους του, αλλά και να χαίρεται το καλό που του κάνουν αυτοί» (1245b 8-12).

Οι επιμέρους κοινωνικοί στόχοι που προσπαθεί κανείς να εκπληρώσει μέσα από την κοινωνική του ζωή αφορούν τις φιλοδοξίες και την προσωπικότητά του. Όμως, σε κάθε περίπτωση δεν έχουν τόση σημασία μπροστά στο όφελος της συναναστροφής. Οι στόχοι αυτοί καλό είναι να υπάρχουν και (αν είναι δυνατό) να εκπληρώνονται, αλλά σίγουρα δεν αποτελούν το νόημα της ζωής.

Οι άνθρωποι που θυσιάζουν φιλικές σχέσεις στην υπηρεσία προσωπικών φιλοδοξιών ή συμφερόντων όχι μόνο κρίνονται ευτελείς, αλλά κατά κανόνα οδηγούνται στη δυστυχία. Ακόμη κι αν αποκτήσουν αυτά που επιθυμούν (κατά κανόνα πλούτη και δόξα) η επίγνωση της μοναξιάς και της έλλειψης φίλων τους καθιστά δυστυχείς.

Η κατάδειξη αυτού καθιστά με σαφήνεια το αδύνατο της ανθρώπινης αυτάρκειας. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να νιώθει αυτάρκης συναναστρεφόμενος αποκλειστικά τον εαυτό του, ώστε να φτάσει μόνος στη γνώση κατανοώντας την αξία της συναισθηματικής μοιρασιάς (που είναι η ύψιστη γνώση).

Αυτή η ιδιότητα αρμόζει μονάχα στο θεό: «… παίρνουμε πολύ σωστά ως δεδομένο ότι ο θεός δεν έχει ανάγκη από φίλους, αλλά μετά κρίνουμε λανθασμένα ότι το ίδιο ισχύει και για τον αυτάρκη, που ομοιάζει προς τον θεό. Κι όμως, με αυτό το σκεπτικό ούτε καν νόηση δε θα έχει ο εξαιρετικός άνθρωπος· διότι η ευτυχία του θεού είναι τόσο ανώτερη, που δε νοεί τίποτε άλλο παρά μόνο ο ίδιος τον εαυτό του. Και αυτό συμβαίνει, διότι για τον άνθρωπο η ευτυχία εντοπίζεται σε κάποια εξωτερική σχέση, ενώ για τον θεό αποτελεί εσωτερική του υπόθεση» (1245b 18-23).

Με άλλα λόγια, η αναζήτηση του απολύτως αυτάρκη ανθρώπου στην ουσία αποτελεί αναζήτηση του ανθρώπου-θεού. Και μια τέτοια αναζήτηση κρίνεται άτοπη. Η απόρριψη, όμως, της πλήρους αυτάρκειας για τους ανθρώπους δεν αναιρεί το δεδομένο της διαβάθμισης. Ο ενάρετος άνθρωπος που κατανοεί την αξία των πνευματικών ηδονών και της φιλοσοφίας είναι σαφώς περισσότερο αυτάρκης από τον απαίδευτο, αφού η ζωή του είναι από θέση αρχής πλουσιότερη με το να βρίσκεται πιο κοντά στη γνώση.

Όμως, το ότι ένας τέτοιος άνθρωπος έχει λιγότερη ανάγκη από φίλους δε σημαίνει ότι επιδιώκει να ζει ολομόναχος. Σημαίνει ότι είναι περισσότερο επιλεκτικός αναζητώντας φίλους που θα έχουν τη δική του ποιότητα. Κατανοώντας όλο το βάθος της αληθινής (με την πρωταρχική σημασία) φιλίας είναι σε θέση να απολαύσει το ανώτερο είδος της (που έτσι κι αλλιώς αφορά λίγους) γνωρίζοντας την ύψιστη ευτυχία.

Η αναγνώριση αυτού αποτελεί άλλη μια απόδειξη του αδύνατου της πλήρους ανθρώπινης αυτάρκειας, αφού η αυτάρκεια ματαιώνει κάθε έννοια συναναστροφής που βασίζεται στην αέναη επιθυμία της γνώσης: «Παράλληλα, οι απόλυτα αυτάρκεις φίλοι δε γίνεται ούτε να διδάσκουν ούτε να μαθαίνουν· αν ο ένας μαθαίνει, σημαίνει ότι δεν είναι όπως πρέπει να είναι· ενώ αν διδάσκει, τότε ο φίλος του δεν είναι όπως πρέπει να είναι…» (1245a 20-23).

Το αδύνατο της παντογνωσίας ακυρώνει κάθε έννοια αυτάρκειας. Μια τέτοια εκδοχή αρμόζει μονάχα στο θεό.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

ΛΥΣ 25.25–35

Οι κατήγοροι με την πρακτική και τις συκοφαντίες τους έβλαψαν κατ' επανάληψη την πόλη

Στις προηγούμενες παραγράφους ο ομιλητής τόνισε την αξία της ομόνοιας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί αν διώκονταν όσοι, όπως ο ίδιος, θεωρούνταν ή κατηγορούνταν ως ολιγαρχικοί, αλλά με την προσήλωση στους όρκους για συμφιλίωση που έδωσαν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας οι Αθηναίοι. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, το τελευταίο από την πίστιν–ἀπόδειξιν του λόγου (ας σημειωθεί ότι ο ἐπίλογος δεν σώζεται), εστιάζει τις αναφορές του στη δράση των κατηγόρων του.

[25] Ἄξιον δὲ μνησθῆναι <καὶ> τῶν μετὰ τοὺς τετρακο-
σίους πραγμάτων· εὖ γὰρ εἴσεσθε ὅτι, ἃ μὲν οὗτοι συμ-
βουλεύουσιν, οὐδεπώποτε ὑμῖν ἐλυσιτέλησεν, ἃ δ’ ἐγὼ πα-
ραινῶ, ἀμφοτέραις ἀεὶ ταῖς πολιτείαις συμφέρει. ἴστε γὰρ
Ἐπιγένη καὶ Δημοφάνη καὶ Κλεισθένη ἰδίᾳ μὲν καρπω-
σαμένους τὰς τῆς πόλεως συμφοράς, δημοσίᾳ δὲ ὄντας
μεγίστων κακῶν αἰτίους. [26] ἐνίων μὲν γὰρ ἔπεισαν ὑμᾶς ἀκρί-
των θάνατον καταψηφίσασθαι, πολλῶν δὲ ἀδίκως δημεῦσαι
τὰς οὐσίας, τοὺς δ’ ἐξελάσαι καὶ ἀτιμῶσαι τῶν πολιτῶν·
τοιοῦτοι γὰρ ἦσαν ὥστε τοὺς μὲν ἡμαρτηκότας ἀργύριον
λαμβάνοντες ἀφιέναι, τοὺς δὲ μηδὲν ἠδικηκότας εἰς ὑμᾶς
εἰσιόντες ἀπολλύναι. καὶ οὐ πρότερον ἐπαύσαντο, ἕως τὴν
μὲν πόλιν εἰς στάσεις καὶ τὰς μεγίστας συμφορὰς κατέ-
στησαν, αὐτοὶ δ’ ἐκ πενήτων πλούσιοι ἐγένοντο. [27] ὑμεῖς δὲ
οὕτως διετέθητε ὥστε τοὺς μὲν φεύγοντας κατεδέξασθε,
τοὺς δ’ ἀτίμους ἐπιτίμους ἐποιήσατε, τοῖς δ’ ἄλλοις περὶ
ὁμονοίας ὅρκους ὤμνυτε· τελευτῶντες δὲ ἥδιον ἂν τοὺς ἐν
τῇ δημοκρατίᾳ συκοφαντοῦντας ἐτιμωρήσασθε ἢ τοὺς ἄρ-
ξαντας ἐν τῇ ὀλιγαρχίᾳ. καὶ εἰκότως, ὦ ἄνδρες δικασταί·
πᾶσι γὰρ ἤδη φανερόν ἐστιν ὅτι διὰ τοὺς μὲν ἀδίκως πο-
λιτευομένους ἐν τῇ ὀλιγαρχίᾳ δημοκρατία γίγνεται, διὰ
δὲ τοὺς ἐν τῇ δημοκρατίᾳ συκοφαντοῦντας ὀλιγαρχία δὶς
κατέστη. ὥστε οὐκ ἄξιον τούτοις πολλάκις χρῆσθαι συμ-
βούλοις, οἷς οὐδὲ ἅπαξ ἐλυσιτέλησε πειθομένοις. [28] σκέψασθαι
δὲ χρὴ ὅτι καὶ τῶν ἐκ Πειραιῶς οἱ μεγίστην δόξαν ἔχον-
τες καὶ μάλιστα κεκινδυνευκότες καὶ πλεῖστα ὑμᾶς ἀγαθὰ
εἰργασμένοι πολλάκις ἤδη τῷ ὑμετέρῳ πλήθει διεκελεύ-
σαντο τοῖς ὅρκοις καὶ ταῖς συνθήκαις ἐμμένειν, ἡγούμενοι
ταύτην δημοκρατίας εἶναι φυλακήν· τοῖς μὲν γὰρ ἐξ ἄστεως
ὑπὲρ τῶν παρεληλυθότων ἄδειαν ποιήσειν, τοῖς δ’ ἐκ Πει-
ραιῶς οὕτως πλεῖστον <ἂν> χρόνον τὴν πολιτείαν παρα-
μεῖναι. [29] οἷς ὑμεῖς πολὺ ἂν δικαιότερον πιστεύοιτε ἢ τού-
τοις, οἳ φεύγοντες μὲν δι’ ἑτέρους ἐσώθησαν, κατελθόντες
δὲ συκοφαντεῖν ἐπιχειροῦσιν. ἡγοῦμαι δέ, ὦ ἄνδρες δικα-
σταί, τοὺς μὲν τὴν αὐτὴν γνώμην ἔχοντας ἐμοὶ τῶν ἐν
ἄστει μεινάντων φανεροὺς γεγενῆσθαι καὶ ἐν ὀλιγαρχίᾳ καὶ
ἐν δημοκρατίᾳ, ὁποῖοί τινές εἰσι πολῖται· [30] τούτων δ’ ἄξιον
θαυμάζειν, ὅ τι ἂν ἐποίησαν, εἴ τις αὐτοὺς εἴασε τῶν τριά-
κοντα γενέσθαι, οἳ νῦν δημοκρατίας οὔσης ταὐτὰ ἐκείνοις
πράττουσι, καὶ ταχέως μὲν ἐκ πενήτων πλούσιοι γεγένην-
ται, πολλὰς δὲ ἀρχὰς ἄρχοντες οὐδεμιᾶς εὐθύνην διδόασιν,
ἀλλ’ ἀντὶ μὲν ὁμονοίας ὑποψίαν πρὸς ἀλλήλους πεποιήκα-
σιν, ἀντὶ δὲ εἰρήνης πόλεμον κατηγγέλκασι, διὰ τούτους
δὲ ἄπιστοι τοῖς Ἕλλησι γεγενήμεθα. [31] καὶ τοσούτων κακῶν
καὶ ἑτέρων πολλῶν ὄντες αἴτιοι, καὶ οὐδὲν διαφέροντες
τῶν τριάκοντα πλὴν ὅτι ἐκεῖνοι μὲν ὀλιγαρχίας οὔσης ἐπε-
θύμουν ὧνπερ οὗτοι, οὗτοι δὲ καὶ δημοκρατίας τῶν αὐτῶν
ὧνπερ ἐκεῖνοι, ὅμως οἴονται χρῆναι οὕτως ῥᾳδίως ὃν ἂν
βούλωνται κακῶς ποιεῖν, ὥσπερ τῶν μὲν ἄλλων ἀδικούν-
των, ἄριστοι δὲ ἄνδρες αὐτοὶ γεγενημένοι [32] (καὶ τούτων
μὲν οὐκ ἄξιον θαυμάζειν, ὑμῶν δέ, ὅτι οἴεσθε μὲν δημο-
κρατίαν εἶναι, γίγνεται δὲ ὅ τι ἂν οὗτοι βούλωνται, καὶ
δίκην διδόασιν οὐχ οἱ τὸ ὑμέτερον πλῆθος ἀδικοῦντες,
ἀλλ’ οἱ τὰ σφέτερα αὐτῶν μὴ διδόντες). καὶ δέξαιντ’ ἂν
μικρὰν εἶναι τὴν πόλιν μᾶλλον ἢ δι’ ἄλλους μεγάλην καὶ
ἐλευθέραν, [33] ἡγούμενοι νῦν μὲν διὰ τοὺς ἐκ Πειραιῶς κιν-
δύνους αὑτοῖς ἐξεῖναι ποιεῖν ὅ τι ἂν βούλωνται, ἐὰν δ’ ὕστε-
ρον ὑμῖν δι’ ἑτέρων σωτήρια γένηται, αὐτοὶ μὲν καταλύσε-
σθαι, ἐκείνους δὲ μεῖζον δυνήσεσθαι· ὥστε τὸ αὐτὸ πάν-
τες ἐμποδών εἰσιν, ἐάν τι δι’ ἄλλων ἀγαθὸν ὑμῖν φαίνηται.
[34] τοῦτο μὲν οὖν οὐ χαλεπὸν τῷ βουλομένῳ κατανοῆσαι· αὐτοί
τε γὰρ οὐκ ἐπιθυμοῦσι λανθάνειν, ἀλλ’ αἰσχύνονται μὴ δο-
κοῦντες εἶναι πονηροί, ὑμεῖς τε τὰ μὲν αὐτοὶ ὁρᾶτε τὰ
δ’ ἑτέρων πολλῶν ἀκούετε. ἡμεῖς δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί,
δίκαιον μὲν ἡγούμεθ’ εἶναι πρὸς πάντας ὑμᾶς τοὺς πολίτας
ταῖς συνθήκαις καὶ τοῖς ὅρκοις ἐμμένειν, [35] ὅμως δέ, ὅταν
μὲν ἴδωμεν τοὺς τῶν κακῶν αἰτίους δίκην διδόντας, τῶν
τότε περὶ ὑμᾶς γεγενημένων μεμνημένοι συγγνώμην ἔχο-
μεν, ὅταν δὲ φανεροὶ γένησθε τοὺς μηδὲν αἰτίους ἐξ ἴσου
τοῖς ἀδικοῦσι τιμωρούμενοι, τῇ αὐτῇ ψήφῳ πάντας ἡμᾶς
εἰς ὑπο<ψίαν καταστήσετε>....

***
Αξίζει δε να έχετε υπ' όψιν και την μετά τους τετρακοσίους κατάστασιν της πόλεως. Διότι καλώς θα εννοήσετε ότι, όσα μεν ούτοι (οι κατήγοροί μου) σας συμβουλεύουν, ουδέποτε σας ωφέλησαν, όσα δε εγώ σας συμβουλεύω, είναι συμφέροντα και εις την δημοκρατίαν και εις την ολιγαρχίαν. Διότι γνωρίζετε ότι ο Επιγένης και ο Δημοφάνης και ο Κλεισθένης εκαρπούντο τας συμφοράς της πόλεως διά το ατομικόν των συμφέρον, και ότι εγένοντο αίτιοι μεγίστων συμφορών εις το κράτος. Διότι σας έπεισαν μερικούς μεν να θανατώσετε άνευ δίκης, πολλών δε να δημεύσετε τας περιουσίας, άλλους δε εκ των πολιτών να εξορίσετε, και από άλλους να αφαιρέσετε τα πολιτικά τους δικαιώματα· διότι ήσαν τοιούτοι, ώστε τους μεν εγκληματούντας λαμβάνοντες παρ' αυτών χρήματα να μη τους ενοχλούν, τους δε αθώους καταγγέλλοντες να καταστρέφουν. Και δεν έπαυσαν, έως ότου εις μεν την πόλιν επέφερον εμφυλίους πολέμους και μεγίστας συμφοράς, αυτοί δε, ενώ ήσαν πτωχοί, εγένοντο πλούσιοι. Σεις δε τοιουτοτρόπως ετακτοποιήσατε (την δημιουργηθείσαν εξ αιτίας των συκοφαντών κατάστασιν)· εδέχθητε τους εξορίστους, εδώσατε πολιτικά δικαιώματα εις τους στερηθέντας αυτών, και εδώσατε όρκους μεταξύ σας περί ομονοίας· εν τέλει δε με μεγαλυτέραν ευχαρίστησιν θα ετιμωρείτε τους εν καιρώ της δημοκρατίας συκοφαντούντας, παρά τους άρξαντας κατά την εποχήν της ολιγαρχίας. Και ευλόγως, κύριοι δικασταί, επράξατε ταύτα· διότι εις όλους πλέον είναι φανερόν ότι εξ αιτίας μεν των διαπραξάντων αδικίας εν καιρώ της ολιγαρχίας επανιδρύθη η δημοκρατία, εξ αιτίας δε των εν καιρώ της δημοκρατίας συκοφαντούντων δύο φορές ιδρύθη ολιγαρχία· ώστε δεν αξίζει να έχετε τούτους διαρκώς συμβούλους σας των οποίων η συμβουλή ουδέ μίαν φοράν δεν σας ωφέλησε. Πρέπει δε να σκεφθήτε, ότι και οι μεγίστην δύναμιν έχοντες από τους δημοκρατικούς, και διατρέξαντες μεγάλους κινδύνους, και πλείστας ευεργεσίας παράσχοντες εις σας πολλάκις μέχρι τούδε συνεβούλευσαν τον λαόν να τηρή πιστώς τους όρκους και τας συνθήκας, διότι ενόμιζον ότι η πιστή τήρησις των συνθηκών εξασφαλίζει την δημοκρατίαν· διότι (έλεγον) ότι η τήρησις των συνθηκών θα παράσχη ασφάλειαν εις τους ολιγαρχικούς διά τας κατά το παρελθόν πράξεις των, και ότι (διά της τηρήσεως των συνθηκών) θα παραμείνη χάριν των δημοκρατικών το πολίτευμα όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον. Εις τους οποίους (Θρασύβουλον, Αρχίνον κλπ.) πολύ δικαιότερον θα πιστεύετε παρά εις τούτους, οίτινες, όταν μεν ήσαν εξόριστοι υπό άλλων εσώθησαν, επανελθόντες δε εις την πατρίδα των επιχειρούν να συκοφαντούν. Νομίζω δε, κύριοι δικασταί, ότι οι έχοντες την ιδίαν γνώμην με εμέ εκ των μεινάντων εις την πόλιν έχουν γίνει φανεροί οποίοι πολίται ήσαν και εις την ολιγαρχίαν και εις την δημοκρατίαν. Με τούτους δε (τους συκοφάντας) πρέπει να απορή κανείς, τι θα έπραττον, εάν κανείς τους άφηνε να γίνουν εκ των Τριάκοντα, οι οποίοι τώρα, αν και υπάρχει δημοκρατία πράττουν τα ίδια με εκείνους (τους Τριάκοντα), και ταχέως μεν, ενώ ήσαν πτωχοί, έγιναν πλούσιοι, ενώ δε έχουν διαχειρισθή πολλας εξουσίας, δι' ουδεμίαν δίδουν λογαριασμόν των πράξεών των, αλλ' αντί μεν ομονοίας έκαμαν να υποψιάζεται ο ένας πολίτης τον άλλον, αντί δε ειρήνης έχουν κηρύξει πόλεμον εναντίον των πολιτών, και εξ αιτίας αυτών έχομεν γίνει άπιστοι προς τους Έλληνας (ως μη τηρούντες τα περί αμνηστίας συμφωνηθέντα). Και ενώ είναι αίτιοι τόσον μεγάλων κακών, και ενώ ουδόλως διαφέρουν από τους Τριάκοντα, εκτός του ότι εκείνοι επεθύμουν εν καιρώ της ολιγαρχίας, όσα ούτοι επιθυμούν, ούτοι δε αν και υπάρχει δημοκρατία, επιθυμούν τα ίδια με εκείνους (τους Τριάκοντα), μόλα ταύτα φρονούν πως πρέπει έτσι ευκόλως να βλάπτουν, όποιον θέλουν, ωσάν να ηδίκουν μεν οι άλλοι, αυτοί δε να είχον γίνει άριστοι άνδρες. Και με αυτούς μεν (τους συκοφάντας) δεν αξίζει να απορή κανείς, με σας όμως (αξίζει να απορή), διότι νομίζετε μεν ότι υπάρχει δημοκρατία, γίνεται όμως ό,τι θέλουν αυτοί, και τιμωρούνται όχι όσοι αδικούν την δημοκρατίαν, αλλ' όσοι δεν δίδουν (εις τους συκοφάντας) την περιουσίαν των, και οι οποίοι θα εδέχοντο να είναι μικρά η πόλις μάλλον, παρά εξ αιτίας άλλων να είναι μεγάλη και ελευθέρα. Διότι νομίζουν ότι τώρα μεν επιτρέπεται εις αυτούς να κάμνουν ό,τι θέλουν εξ αιτίας των αγώνων των δημοκρατικών, εάν δε ύστερον εις σας εξ αιτίας άλλων γίνη σωτηρία, (νομίζουν οι συκοφάνται) ότι θα λησμονηθούν, και ότι εκείνοι θα λάβουν μεγάλην δύναμιν. Ώστε φροντίζοντες μόνον διά το ατομικόν των συμφέρον είναι εμπόδιον, οσάκις δι' άλλων φαίνεται εις σας ωφέλιμον τι. Τούτο βέβαια δεν είναι δύσκολον να το καταλάβη όποιος θέλει. Διότι και αυτοί δεν θέλουν να κρύπτωνται, αλλά εντρέπονται, εάν δεν θεωρούνται φαύλοι, και σεις άλλα μεν οι ίδιοι βλέπετε, άλλα δε από πολλούς άλλους ακούετε. Ημείς, κύριοι δικασταί, φρονούμεν μεν ότι είναι δίκαιον σεις να εμμένετε εις τους όρκους και τας συνθήκας δι' όλους τους πολίτας, αλλ' όμως όταν μεν ίδωμεν τιμωρουμένους τους ενόχους εγκλημάτων, ενθυμούμενοι τα επί της εποχής των Τριάκοντα εναντίον σας πραχθέντα σας συγχωρούμεν, όταν όμως γίνεσθε φανεροί ότι τιμωρείτε τους ουδόλως αδικήσαντας εξ ίσου με τους αδικούντας, διά της ιδίας αποφάσεώς σας θα μας εμβάλετε εις υποψίαν…

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.10. Οι θεοί, η τιμή και η αρετή


Οι θεοί στον Όμηρο δεν αντιπροσωπεύουν ανεξάρτητες και απρόσιτες κοσμικές δυνάμεις, αλλά διαμορφώνονται κατ᾽ εικόνα των ανθρώπων, μοιράζονται κοινά πρότυπα συμπεριφοράς μ᾽ αυτούς και έχουν λίγο πολύ τα ίδια πάθη: επιθυμούν τη διάκριση, ανταγωνίζονται και εξαπατούν ο ένας τον άλλον, μαλώνουν ή ερωτεύονται μεταξύ τους· ζηλεύουν, συμπαθούν ή αντιπαθούν συγκεκριμένους ήρωες και ηρωίδες. Σε σχέση ωστόσο με τους ήρωες και τις ηρωίδες που είναι θνητοί, οι ολύμπιοι θεοί διαθέτουν ένα αρνητικό πλεονέκτημα: είναι αθάνατοι. Μπορεί οι άνθρωποι να δοξάζονται ως ήρωες αιώνια και να θεωρούνται θεόμορφοι, όμως είναι καταδικασμένοι να γεράσουν και να πεθάνουν. Αντίθετα, οι θεοί μακάριοι απολαμβάνουν αιώνια νεότητα και ζωτικότητα. Κατά κάποιον τρόπο, η πιο σημαντική τιμή των θεών συνδέεται με την αθανασία τους. Οι θνητοί, όπως ο Έκτορας στην Ιλιάδα, μόνο να ευχηθούν μπορούν ότι θα κατορθώσουν τις τιμές και την αθανασία των θεών.

Επειδή οι θεοί είναι αθάνατοι, οι μεταξύ τους συγκρούσεις σε θέματα τιμής -σε αντίθεση προς τις έριδες των θνητών που έχουν οδυνηρά αποτελέσματα- είναι ανώδυνες για τους ίδιους και παίρνουν συχνά κωμικές διαστάσεις. Ένα παράδειγμα. Περιεχόμενο ενός τραγουδιού του αοιδού Δημοδόκου στην Οδύσσεια είναι η μοιχεία του ωραίου και γρήγορου στα πόδια Άρη με τη σύζυγο του χωλού Ηφαίστου Αφροδίτη. Ο απατημένος Ήφαιστος τσακώνει τους παράνομους εραστές στο συζυγικό κρεβάτι και καταγγέλλει το γεγονός στον πατέρα της Αφροδίτης Δία και στους υπόλοιπους αθανάτους, ζητώντας στη συνέχεια την ηθική και υλική του αποκατάσταση (θ 306-311):

Δία πατέρα, και μακάριοι εσείς θεοί αθάνατοι,
ελάτε, δείτε έργα καταγέλαστα κι αβάσταχτα·
το πώς εμένα, τον χωλό θεό, η Αφροδίτη, η κόρη του Διός,
με ατιμάζει συνεχώς· πώς στον ολέθριο Άρη χαρίζει
την αγάπη της, γιατί αυτός είναι ο ωραίος, ο αρτιμελής,
ενώ εγώ γεννήθηκα σακάτης.

Η αντίδραση των υπόλοιπων θεών στην ατίμωση του Ηφαίστου δεν είναι παρά άσβεστο γέλιο για το πάθημά του, «δούλεμα» και ανώδυνη απελευθέρωση των παράνομων εραστών.

Εξαιτίας της αθανασίας τους, οι θεοί έχουν αγαθά ανώτερα από των ανθρώπων. Διαθέτουν, για παράδειγμα, περισσότερη αρετή, τιμή και δύναμη. Τη διαφορά αυτή επικαλείται ο γέροντας Φοίνικας, προσπαθώντας μάταια στη σκηνή της «Πρεσβείας» να πείσει τον χολωμένο Αχιλλέα να επιστρέψει στη μάχη, για να βοηθήσει τους Αχαιούς που απειλούνται με αφανισμό από τους Τρώες (I 496-498):

Έλα, Αχιλλέα, δάμασε την περήφανη ψυχή σου, και ούτε ταιριάζει να έχεις καρδιά ανήλεη. Και οι θεοί οι ίδιοι, που έχουν πιο μεγάλη και αρετή και τιμή και δύναμη, αλλάζουν γνώμη.

Η άποψη του γέροντα παιδαγωγού υπονοεί ότι οι θεοί στα βασικά τους χαρακτηριστικά διαφέρουν από τους θνητούς ποσοτικά μάλλον παρά ποιοτικά. Έχουν δηλαδή τις ίδιες ιδιότητες, μόνο που τις κατέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό, υπερέχοντας στα χαρακτηριστικά εκείνα που οι θνητοί μειονεκτούν. Στην προκειμένη βέβαια περίπτωση με την ανένδοτη στάση του ο Αχιλλέας απέναντι στα δώρα και στα λόγια των απεσταλμένων της πρεσβείας, υπερβαίνει ακόμη και τους θεούς.

Με τις χαρακτηριστικές αυτές διαφορές θεοί και θνητοί επικοινωνούν μεταξύ τους και βρίσκονται σε συνεχή αλληλεξάρτηση. Οι θνητοί γνωρίζουν ότι τα κάθε λογής φυσικά και πνευματικά τους χαρίσματα (λόγου χάρη η παλληκαριά και η δύναμη, που αποτελούν την αρετή τους) είναι στα χέρια των θεών. Ο χοιροβοσκός Εύμαιος στην Οδύσσεια λέει στον μεταμορφωμένο σε ζητιάνο κύριό του πως, όταν το θελήσει ο παντεπόπτης Δίας, ο ελεύθερος χάνει τη μισή αρετή του (τη μισή δηλαδή αξιοσύνη του), τη μέρα που τον βρίσκει η σκλαβιά (ρ 322-323):

Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ᾽ τη στιγμή που θα τον βρει
η μέρα της σκλαβιάς.

Από την άλλη μεριά, οι θεοί χρειάζονται τους ανθρώπους για να κατανοούν τον εαυτό τους. Η τιμή τους ειδικότερα εξαρτάται από τις προσφορές που δέχονται από τους θνητούς, κυρίως με διάφορες μορφές λατρείας (σπονδές, θυσίες, προσευχές). Ανταποδίδοντας με τη σειρά τους οι αθάνατοι τα ίσα, υποστηρίζουν πάνω απ᾽ όλα τους θνητούς που τους τιμούν. Ο Απόλλωνας, με τον λοιμό που στέλνει στο στρατόπεδο των Αχαιών, ανταποδίδει και τις τιμές που δέχθηκε στο παρελθόν από τον ιερέα του Χρύση, εισακούοντας την προσευχή του γέροντα (Α 39-41). Η ατίμωση του ιερέα του Απόλλωνα από τον βασιλιά Αγαμέμνονα θεωρείται προσβολή της τιμής του ίδιου του θεού. Ο λόγος της οργής του Απόλλωνα εναντίον των Αχαιών, όπως τον παρουσιάζει ο ποιητής αμέσως μετά το προοίμιο της Ιλιάδας, ανακλά τον αντίστοιχο του Αχιλλέα, όταν ο βασιλιάς Αγαμέμνονας αφαιρεί το τιμητικό λάφυρο του συμπολεμιστή του (Α 8-11):

Ποιος από τους θεούς έσπρωξε τους δυο αυτούς να μαλώσουν και να γίνουν εχθροί; Της Λητώς και του Δία ο γιος· αυτός θυμώνοντας με το βασιλιά ξεσήκωσε κακή αρρώστια μέσα στο στρατό, και χάνονταν οι άνθρωποι, γιατί ο Ατρείδης πρόσβαλε [ἠτίμασεν] το Χρύση τον ιερέα.

Στο τέλος πάλι της Ιλιάδας ο Δίας κινητοποιεί, με τη διαμαρτυρική μεσολάβηση του Απόλλωνα, την αποκατάσταση της τιμής του διασυρμένου από τον Αχιλλέα Έκτορα. Ο τρωαδίτης ήρωας θεωρείται από τον ύπατο των θεών φίλτατος στους ολυμπίους, επειδή τους πρόσφερε κάθε είδους δώρα με σπονδές και θυσίες. Ωστόσο, ο Δίας, για να καταλαγιάσει τις αντιρρήσεις της γυναίκας του Ήρας, χρειάζεται να της υποσχεθεί ότι η αποκατάσταση της τιμής του Έκτορα δεν θα είναι ισότιμη με του αντιπάλου του, εννοώντας ίσως τα λύτρα που θα προσφέρει ο Πρίαμος στον Αχιλλέα (Ω 65-70):

Ήρα, μη θυμώνεις τόσο με τους θεούς· εξάπαντος δε θα είναι ίδια η τιμή· όμως και ο Έκτορας ήταν στους θεούς ο πιο αγαπημένος από τους θνητούς που ζουν στο Ίλιο· έτσι ήταν και σε μένα, γιατί δε μας στερούσε από δώρα· κι εμένα από το βωμό ποτέ δε μου έλειπε η μερίδα που μου ταίριαζε και η σπονδή και η κνίσα· αυτό δα το τιμητικό δώρο έλαχε στον κλήρο το δικό μας.

Παρόμοια λίγο πολύ είναι η στάση του Δία απέναντι στον οδυσσειακό Οδυσσέα. Όταν η Αθηνά διαμαρτύρεται στον πατέρα των αθανάτων για την άδικη μεταχείριση που υφίσταται ο ήρωας από τους ολυμπίους, παραμένοντας εγκλωβισμένος στο νησί της Καλυψώς, ο παντοδύναμος θεός μεταφέρει την ευθύνη στον Ποσειδώνα, που επιμένει στην οργή του εναντίον του Οδυσσέα, επειδή του τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο. Όσο για τον ίδιο τον Δία, θεωρεί τον πρωταγωνιστή του έπους όχι μόνο ανώτερο στη γνώση απ᾽ όλους τους θνητούς αλλά και πρώτο στην απόδοση των τιμών με θυσίες στους αθανάτους (α 63-67).

Φαίνεται λοιπόν ότι οι θεοί εκδηλώνουν συχνά τα συμπαθητικά, ή και αντιπαθητικά, αισθήματά τους απέναντι στους θνητούς περισσότερο σύμφωνα με την αρχή της ανταπόδοσης και λιγότερο με βάση κάποιους, γενικούς και απόλυτους, όρους δικαίου και καλοσύνης. Η ηθική τους γίνεται κατανοητή, αν συγκριθεί προς την αντίστοιχη των θνητών και όχι προς την αντικειμενική κρίση ενός αμερόληπτου κριτή.

Οι θνητοί γνωρίζουν ότι, για να τιμηθούν, πρέπει να τιμούν τους θεούς. Γι᾽ αυτό η βλάβη κάποιου μπορεί να αποδίδεται αυτόματα στο ότι ατίμασε τους θεούς· ή το αντίθετο: η επιτυχία του συχνά αποδίδεται στο ότι τιμά τους θεούς. Η ανταποδοτική ωστόσο υποστήριξη που παρέχουν οι θεοί στους θνητούς έχει όρια και περιορίζεται στους ευνοούμενούς τους θνητούς. Φτάνει κάποιος να έχει την ατυχία να βρεθεί στην παράταξη των αντιπάλων των θεών, για να δεχθεί την αμείλικτη οργή τους (στην παρούσα και όχι στη μετά θάνατον ζωή του). Παράδειγμα οι ειρηνικοί Φαίακες: τηρούν με ευλάβεια, σε σημείο υπερβολής, το πρωτόκολλο της φιλοξενίας απέναντι στον Οδυσσέα και τον στέλνουν, τιμημένο με πλούσια δώρα, σπίτι του με τα γρήγορα καράβια τους. Θυσιάζουν μάλιστα και προσεύχονται με σπονδές στον ξένιο Δία πριν από την αναχώρηση του ήρωα για την Ιθάκη. Κι όμως, για την πράξη τους αυτή οι Φαίακες τιμωρούνται, με τη συγκατάθεση του Δία, από τον Ποσειδώνα, που εχθρεύεται τον Οδυσσέα, επειδή του τύφλωσε τον γιο του Πολύφημο. Μόλις λοιπόν ο ήρωας αφήνεται από το πλήρωμα των Φαιάκων κοιμισμένος στην αμμουδιά της Ιθάκης, ο Ποσειδώνας, διαμαρτυρόμενος με οργή στον αδελφό του θεό, θεωρεί ότι έχασε πλέον τη δική του τιμή (ν 128-130):

Δία πατέρα, δεν περιμένω πια να με τιμήσουν οι αθάνατοι θεοί,
όταν δεν με τιμούν θνητοί, οι Φαίακες, κι ας είναι η ρίζα τους
δική μου φύτρα.

Αποτέλεσμα: με τη συμβιβαστική συμβουλή του Δία, ο Ποσειδώνας ριζώνει το καράβι των Φαιάκων μέσα στη θάλασσα.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός Ι. ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ

1.3. Όταν οι Πλειάδες ανατέλλουν, αρχίζει ο θερισμός


Ο Ησίοδος δεν ήταν ευτυχισμένος με το χωριό όπου ζούσε, τη βοιωτική Άσκρα στην πλαγιά του Ελικώνα. Το θεωρούσε κακό τον χειμώνα και μίζερο το καλοκαίρι· ποτέ δεν το έβρισκε ευχάριστο. Η οικογένεια του καταγόταν από την αιολική Κύμη, στα παράλια της Μικράς Ασίας, αλλά εκεί τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Καθώς ο πατέρας του ήταν άτυχος, αναγκάστηκε να παρατήσει τις θαλάσσιες εμπορικές επιχειρήσεις και να εγκατασταθεί στη Βοιωτία. Ο Ησίοδος εργάστηκε ως κτηνοτρόφος και αγρότης. Μια μέρα, καθώς έβοσκε πρόβατα, δέχτηκε το κάλεσμα των Μουσών και αποφάσισε να αφοσιωθεί στην ποίηση και την αλήθεια. Προφανώς διέθετε καλή παιδεία και είχε μεγάλη εξοικείωση με την Ιλιάδα - ίσως και με την Οδύσσεια. Σε αντίθεση με τον λίγο παλαιότερό του Όμηρο, που δεν δηλώνει ποτέ το όνομά του, αυτός συστήνεται με υπερηφάνεια και, ως έναν βαθμό, αυτοβιογραφείται.

Το θέμα που επέλεξε στο ποίημα του Έργα και ημέρες είναι παράδοξο με βάση τα ομηρικά κριτήρια. Απευθυνόμενος ευθέως στον αδελφό του Πέρση, τον κατηγορεί ότι, παρόλο που είχε ιδιοποιηθεί με άδικο τρόπο μεγαλύτερο μέρος από όσο του αναλογούσε στην πατρική κληρονομιά, με την αστόχαστη συμπεριφορά του βρέθηκε πάλι σε ανάγκη. Του δίνει λοιπόν πρακτικές οδηγίες για τις καθημερινές ασχολίες ενός αγρότη. Συμβουλεύοντας τον αδελφό του, βρίσκει την ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο. Όσα διδάσκει είχαν, κατά τη γνώμη του, γενική ισχύ.

Τόσο γενική ισχύ είχαν οι συμβουλές του Ησιόδου, ώστε μοιάζουν αυτονόητες. Δεν χρειαζόταν να καταφύγει στο διδακτικό του έπος ένας αγρότης για να πληροφορηθεί πότε αρχίζει το όργωμα και πότε ο θερισμός. Ακόμη και ο Πέρσης θα πρέπει να ήξερε καλά τους ρυθμούς της αγροτικής ζωής. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ίσως οι ηθικές παραινέσεις. Ο πλουτισμός που γίνεται αυτοσκοπός θεωρείται καταδικαστέος, ενώ επαινείται η σύνεση και το μέτρο, το δίκαιο και προπαντός η ευσέβεια. Τα πάντα έπρεπε, σύμφωνα με τον ποιητή, να αρχίζουν και να τελειώνουν με μια προσευχή. Αλλά και οι ηθικές αυτές παραινέσεις ηχούν αρκετά κοινότοπες. Η εναλλαγή των εποχών και οι απρόοπτες μεταβολές της φύσης έφερναν πάντα τον άνθρωπο πλησιέστερα στον θεό. Ο θεός έστελνε τη βροχή, αλλά ευθυνόταν και για την ανομβρία. Ο θεός έστελνε τον κεραυνό και έκανε τη γη να σείεται. Την εύνοια των θεών όφειλαν να την εξασφαλίζουν οι αγρότες με τη χρηστή τους διαγωγή. Μολονότι ο Ησίοδος έζησε γύρω στο 700, η καλλιέργεια της γης, όπως την περιγράφει, γινόταν με τον ίδιο τρόπο σε όλη σχεδόν την αρχαιότητα.

Η πραγματική αξία του ποιήματος ενδέχεται να βρισκόταν στην ίδια την επιλογή του θέματος. Σε μια εποχή που τα ομηρικά έπη υμνούσαν λαμπρά πολεμικά κατορθώματα, ο Ησίοδος στράφηκε στην αγροτική παραγωγή. Γι᾽ αυτόν ήρωας δεν ήταν ο ευγενής πολεμιστής που θυσίαζε τη ζωή του για την τιμή του, αλλά ο αγρότης που αφιέρωνε τη ζωή του στην παραγωγή και την οργάνωση του νοικοκυριού. Στον κόσμο του Ησιόδου ο πόλεμος ήταν μαζί με τη σιτοδεία (λιμόν) και τις επιδημίες (λοιμόν) οι μεγαλύτερες συμφορές. Και η γυναίκα, από γοητευτικό αντικείμενο επιθυμίας για το οποίο άξιζε να πεθάνει ή να οργώνει τις θάλασσες ένας ήρωας, έγινε στην καλύτερη περίπτωση ένας βοηθός στην εργασία· στη χειρότερη, ένας άχρηστος καταναλωτής ή μια επικίνδυνη ξελογιάστρα. Η εξύμνηση του αγρότη ενδέχεται να ήταν επιλογή επαναστατική. Μια μεγάλη και σημαντική κοινωνική τάξη διεκδικούσε με τον Ησίοδο θέση στην ποίηση και τον υψηλό πολιτισμό.

Βάση για να ξεκινήσουν όλα, σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν τρία πράγματα: ένας οἶκος, μια γυναίκα και ένα βόδι. Ο οίκος, δηλαδή το νοικοκυριό, περιλάμβανε τα κτήματα και το σπίτι (οἰκίαν), τόπο διαμονής και ασφαλούς αποθήκευσης. Η γυναίκα ήταν απαραίτητη βοηθός σε όλες τις δουλειές, ακόμη και τις εξωτερικές ή τις καθαρά αγροτικές. Στην αρχή ο αγρότης έπρεπε να αρκεστεί σε μια αγορασμένη γυναίκα, δηλαδή μια δούλη - η ώρα για την κανονική σύζυγο θα έπρεπε να έρθει όταν όλα ήταν τακτοποιημένα και η ηλικία κατάλληλη. Το βόδι χρειαζόταν για το όργωμα, τις μεταφορές αλλά και για πλήθος άλλες εργασίες. Μαζί με το βόδι ή στη θέση του ήταν χρήσιμο και το μουλάρι.

Από τα συμφραζόμενα μπορούμε να φανταστούμε τρεις μεγάλες κατηγορίες αγροτών. Ένα νοικοκυριό με πολύ μικρή έκταση γης δεν μπορούσε να θρέψει όλη την οικογένεια και ανάγκαζε τον νοικοκύρη να αναζητήσει συμπληρωματικό εισόδημα. Συνηθέστερη λύση ήταν η προσφορά μισθωτής εργασίας. Ένα μεσαίο νοικοκυριό τα έφερνε ίσως βόλτα, αν ήταν καλά οργανωμένο και κατανάλωνε με οικονομία. Η οικογένεια εκτελούσε όλες σχεδόν τις αναγκαίες εργασίες με μικρή μόνο εποχική βοήθεια. Τρίτο ήταν το εύπορο νοικοκυριό, που παρήγε πλεόνασμα. Ένα μέρος του πλεονάσματος αποθηκευόταν για ασφάλεια και ένα άλλο κυκλοφορούσε ως εμπόρευμα. Για τη φροντίδα του εύπορου νοικοκυριού χρειάζονταν αρκετά πρόσθετα χέρια. Πλάι στο μόνιμο προσωπικό καλούνταν, σε εποχές αιχμής, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και μισθωτοί.

Ο Ησίοδος ασχολείται με αυτό το τρίτο, το εύπορο νοικοκυριό. Ο αγρότης τον οποίο αποφάσισε να υμνήσει ήταν ιδιοκτήτης μιας αρκετά μεγάλης έκτασης γης, με επιλογές στον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του. Εκτός από καλλιεργήσιμη γη, κατείχε αμπέλια, πρόβατα, κατσίκια, μελίσσια και ό,τι άλλο μπορούσε να εξασφαλίσει ευμάρεια - ασφαλώς και ελαιόδενδρα, μολονότι ο Ησίοδος δεν τα μνημονεύει. Αυτός ο συγκεκριμένος τύπος αγρότη διεκδικούσε τη θέση του στη δημόσια σφαίρα - και στο δημοφιλές έπος.

Ο Ησίοδος δεν αγαπούσε τα θαλασσινά ταξίδια. Αντιλαμβανόταν ωστόσο ότι ήταν μια προσοδοφόρος λύση για τη διοχέτευση του αγροτικού πλεονάσματος. Αφήνει να εννοηθεί ότι ο εύπορος αγρότης κατείχε συχνά το δικό του μικρό ή μεγάλο πλοίο, με το οποίο μπορούσε να διακινήσει τα αγαθά του. Αν όλα πήγαιναν καλά, το κέρδος ήταν γρήγορο και αξιόλογο. Ο προορισμός του κέρδους ήταν πάντως να επενδυθεί και πάλι σε γη. Μόνο αυτή πρόσφερε ασφάλεια και κύρος.

Εκτός από τις τρεις μεγάλες κατηγορίες αγροτών, στον κόσμο του Ησιόδου υπήρχαν και άλλες κοινωνικές ομάδες. Στο ένα άκρο ήταν οι επαίτες, οι εργάτες (θῆτες), οι δούλοι (δμῶες) και οι τεχνίτες, στους οποίους περιλαμβάνονταν επίσης οι αοιδοί - κάποιος έπρεπε να τραγουδά τα ηρωικά αλλά και τα διδακτικά έπη. Στο ίδιο άκρο βρίσκονταν ακόμη οι κλέφτες, όπως επίσης οι περαστικοί ξένοι. Στο άλλο άκρο οι άρχοντες, με αριστοκρατική καταγωγή, μεγάλη έκταση γης και εξουσία, πολιτική και δικαστική. Ο Ησίοδος τους αποκαλεί βασιλῆας και τους φαντάζεται να ασκούν μια εξουσία συλλογική. Στο άλλο του ποίημα, τη Θεογονία, επαινεί όσους από αυτούς ήταν ἐχέφρονες και δίκαιοι στις κρίσεις τους, αλλά στα Έργα και ημέρες τους χαρακτηρίζει συλλήβδην δωροφάγους. Είχε πικρή πείρα από τον τρόπο με τον οποίο ο αδελφός του τους εξαγόρασε με δώρα για να τον αδικήσει στην κληρονομιά. Τα κρίματά τους τα πλήρωνε συχνά ολόκληρος ο δήμος. Οι αριστοκράτες ασφαλώς παινεύονταν για την πολεμική τους ανδρεία, αλλά ο Ησίοδος προτίμησε να αποσιωπήσει τελείως το θέμα αυτό. Έτσι κι αλλιώς ο αγροτικός του κόσμος δεν επικοινωνούσε με αυτόν της αριστοκρατίας, που έχει τους δικούς του ρυθμούς και τους δικούς του κανόνες.

Ο κόσμος του Ησιόδου ήταν οργανωμένος σε πόλεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούσαν μέσα στα τείχη για προστασία, αλλά είχαν τα κτήματα τους στους γειτονικούς κάμπους και τους πρόποδες των βουνών. Ο Ησίοδος αποκαλεί την Άσκρα, όπου κατοικούσε, κώμην, χωριό, επειδή ήταν μικρή αλλά και επειδή ήθελε να τη μειώσει. Ήταν όμως και αυτή μια ολοκληρωμένη πολιτεία με την αγορά της. Ο Ησίοδος τη μνημονεύει περιστασιακά, γιατί ήθελε να απομακρυνθεί γρήγορα από το κέντρο για να περιγράψει το αγροτικό νοικοκυριό. Ωστόσο, από τους υπαινιγμούς του γίνεται σαφές ότι στην αγορά συνέβαιναν σημαντικά πράγματα. Εκεί συγκεντρώνονταν καθημερινά πολλοί άνθρωποι, προφανώς για εργασία και εμπορικές ανταλλαγές. Εκεί διεξάγονταν οι δίκες - και… οι κακοδικίες.

Στα ομηρικά έπη οι ήρωες απέδιδαν μεγάλη σημασία στους συντρόφους τους, τους ἑταίρους. Πήγαιναν στον πόλεμο μαζί, αγωνίζονταν πλάι πλάι και, όταν έφτανε η ώρα, προσπαθούσαν να επιστρέψουν πάλι μαζί. Στον αγροτικό κόσμο του Ησιόδου σημασία είχαν οι γείτονες. Ο καλός γείτονας ήταν μεγάλος θησαυρός. Αποτελούσε το καθημερινό στήριγμα, τον συνεργάτη και τον βοηθό. Δάνειζε και δανειζόταν. Σε ώρα ανάγκης οι γείτονες έτρεχαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο χωρίς χρονοτριβή. Στο εσωτερικό του νοικοκυριού, πάντως, ο εύπορος αγρότης του Ησιόδου βασιζόταν κυρίως στους δούλους του.

Οι δμῶες ήταν μια αυτοαναπαραγόμενη κοινωνική ομάδα: τα παιδιά τους γίνονταν και αυτά δμῶες. Για την προέλευσή τους ο Ησίοδος δεν ανέφερε τίποτε. Πιθανότατα ούτε και γνώριζε. Στην εποχή του ο θεσμός που τους κρατούσε υπόδουλους ήταν καλά εδραιωμένος. Δεν πληροφορούμαστε επίσης αν κάποιος δμώς μπορούσε ποτέ να κερδίσει την ελευθερία του ή αν κάποιος ελεύθερος άνθρωπος μπορούσε να υποδουλωθεί. Στην κοινωνία του Ησιόδου υπήρχαν πιθανότατα και δούλοι αγορασμένοι από ξένο τόπο, θύματα πειρατείας ή πολέμου (όπως εξηγούν τα ομηρικά έπη). Αλλά αυτοί δεν μπορεί να ήταν πολλοί. Γίνεται λόγος για μία μόνο αγορασμένη γυναίκα σε κάθε εύπορο νοικοκυριό. Το καλοκαίρι οι δμῶες κοιμούνταν στο ύπαιθρο και για τον χειμώνα έχτιζαν οι ίδιοι ξύλινα καλύβια. Μια φορά τον μήνα γινόταν επιθεώρηση εργασίας και έπαιρναν την αμοιβή που τους αναλογούσε για να συντηρηθούν.

Για τον θεσμό της οικογένειας ο Ησίοδος είχε να πει αρκετά. Τον απασχολούσε η σωστή επιλογή της συζύγου, που θα έπρεπε να είναι παρθένος και, όσο γινόταν, από το κοντινό περιβάλλον - κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει τι λογής ήταν μια εντελώς ξένη γυναίκα, όπως λέει. Για να τα οργανώσει όλα σωστά, ο σύζυγος χρειαζόταν να φτάσει τα τριάντα χρόνια και, για να παραμένει επαρκώς ενάρετη, η σύζυγος θα έπρεπε να είναι κάτω από τα δεκαεπτά. Η απιστία ήταν μια μόνιμη έγνοια. Οι κίνδυνοι ελλόχευαν τόσο μέσα στο σπίτι όσο και έξω. Το ζήτημα είχε μια ηθική, μια ψυχολογική αλλά και μια πρακτική πλευρά. Υπέρτατη αξία, αυτή που εξασφάλιζε στον άνθρωπο ένα είδος αθανασίας, ήταν τα γνήσια τέκνα - και τα γνήσια τέκνα των τέκνων. Η μοιχεία διέκοπτε αυτή την πολύτιμη αλυσίδα.

Η γη και η ακίνητη περιουσία μοιράζονταν ισότιμα σε όλα τα αρσενικά παιδιά. Τα κορίτσια έπαιρναν μάλλον κινητά αγαθά. Όσο ευπορότερος ήταν ο αγρότης τόσο λιγότερα αγόρια επιθυμούσε να αποκτήσει. Προφανώς η διανομή της περιουσίας και ο κατακερματισμός της γης δεν επέτρεπαν στα πολλά παιδιά να διατηρήσουν την οικονομική και κοινωνική θέση του πατέρα τους. Διαφορετικά, η πολύτεκνη οικογένεια μπορούσε να αξιοποιήσει τα πολλά χέρια για να αυξήσει την περιουσία της. Ο Ησίοδος θεωρούσε δεδομένο ότι υπήρχε πάντα διαθέσιμη γη για αγορά. Όταν ο ένας αγρότης ευημερούσε, ο άλλος αστοχούσε.

Το Πνευματικό Ταξίδι

ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ 

Το αληθινό πνευματικό ταξίδι είναι το Πλάτεμα της Επίγνωσης, το Άνοιγμα της Αντίληψης, που σε κάνει να Βλέπεις όλο το Βάθος της Πραγματικότητας, όλη την Έκταση της Ζωής...

Πως μπορεί ο νους να πετάξει ελεύθερος στον Ουρανό του Απείρου, του Αληθινού, του Πραγματικού... όταν είναι δεμένος με αντιλήψεις, με σκέψεις, με αισθήσεις;

Πως μπορεί ο νους να Διαβεί την Πύλη του Ουρανού και να Μπει στην Πραγματικότητα, όταν τον δένουν τόσα πράγματα σε τούτο τον κόσμο, τρόποι ζωής και συνήθειες;

Πως μπορεί ο νους να απελευθερωθεί από το σώμα, να Βρει την πνευματική αιώνια φύση του, όταν χάνεται μέσα στην σωματική ζωή και σε ανούσιες δραστηριότητες;

Η Ελευθερία δεν είναι κάτι που κερδίζεται στο τέλος του «πνευματικού ταξιδιού»... Πρέπει από την αρχή να ελευθερωθείς από όλα όσα σε δένουν εδώ, να είσαι ελεύθερος για να μπορέσεις να ταξιδέψεις «αλλού»...

Πως μπορεί λοιπόν κάποιος να είναι ελεύθερος για να μπορεί να πετάξει «μέσα» στην Πραγματικότητα; Αν δεν μπορείς εξ’ αρχής και με μιας, τώρα, εδώ, να αγνοήσεις όλα όσα ξέρεις, όσα σκέφτεσαι, όσα αγκαλιάζουν οι αισθήσεις... μπορείς να περάσεις αδιάφορος ανάμεσά τους... κι αν ούτε κι αυτό μπορείς, μπορείς να τα παραμερίσεις, ήρεμα, χωρίς βία, και να διαβείς πέρα...

Ούτε οι προσωπικοί ηρωισμοί, ούτε η πολυμάθεια, ούτε η προσωπική άσκηση, ούτε οι εξωτερικές δραστηριότητες θα σε βοηθήσουν... όσα χρόνια κι αν προσπαθήσεις...

Η Αληθινή Προσευχή είναι αυτή που πετάει στον Ουρανό της Σιωπής, που ξεφεύγει από τις λέξεις, που αποδεσμεύεται από αισθήσεις και σπάει τα δεσμά της πράξης...

Μονάχα όταν ήσυχα, τα αφήσεις όλα πίσω σου, μπορείς να δεις μπροστά, μονάχα όταν είσαι ελεύθερος μπορείς να ξεκινήσεις το «αληθινό ταξίδι της ζωής»...

Τ αληθινό πνευματικό ταξίδι αρχίζει από εδώ και σε Οδηγεί σε ένα Πλατύτερο Εδώ... Γιατί το αληθινό πνευματικό ταξίδι είναι το Πλάτεμα της Επίγνωσης, το Άνοιγμα της Αντίληψης, που σε κάνει να Βλέπεις όλο το Βάθος της Πραγματικότητας, όλη την Έκταση της Ζωής... Εδώ, μέσα σου, χωρίς να μετακινηθείς, καθώς ανοίγουν οι πνευματικοί ορίζοντες, βρίσκεσαι αλλού... αλλά αυτό το αλλού, αν και «διαφορετικό», είναι ένα Πλατύτερο Εδώ...

Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που βλέπεις, κι ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός... Είναι ο τρόπος που βλέπεις διαφορετικός, όχι ο κόσμος... Ενωμένος με το όλον, βλέπεις αληθινά, την Πραγματικότητα, μέσα από τα μάτια του σοφού... αυτό τον ίδιο κόσμο, τα ίδια πράγματα, τα ίδια γνώριμα αντικείμενα... κι είναι όλα λουσμένα στο Ερεβοκτόνο Φως...