Η Μουσική δημιουργήθηκε την ίδια στιγμή που γεννήθηκε ο Κόσμος και το Σύμπαν. Όχι δεν είναι η μουσική κάποια επινόηση του νοήμονα ανθρώπου.
Προϋπήρξε του ανθρώπου, αφού γνωρίζουμε από την εποχή του Πυθαγόρα, ότι όλες οι αναλογίες που υπάρχουν στις νότες σε σχέση με τις χορδές, τον αέρα των πνευστών και τις επιφάνειες των κρουστών ενυπάρχουν στους πλανήτες και τις τροχιές τους μέσα από τους αριθμούς και τους λόγους τους. Το ότι είναι για παράδειγμα το Φεγγάρι βρίσκεται σε αυτή την απόσταση από τη Γη και εκτελεί τη συγκεκριμένη τροχιά με συγκεκριμένη συχνότητα είναι απευθείας ανάλογο με το ότι χορδή συγκεκριμένου μήκους παράγει συγκεκριμένη νότα.
Ο κάθε άνθρωπος που έρχεται στη ζωή φέρει στο σώμα του εκ γενετής, εκτός από τα ζωτικά του όργανα και δύο μουσικά όργανα. Το πρώτο είναι η καρδιά. Είναι το κατεξοχήν ζωτικό όργανο αλλά και ένα έξοχο μουσικό όργανο. Γιατί η καρδιά είναι ο μετρονόμος, είναι εκείνη που με το χτύπο της δίνει την εσωτερική αίσθηση του χρόνου και του ρυθμού. Και μουσική είναι πρώτα-πρώτα ρυθμός.
Ο πρώτος άνθρωπος άρχισε να χτυπά ασυναίσθητα αντικείμενα για να παράξει ρυθμό. Και όταν ήθελε να είναι ήρεμος ο ρυθμός για να νανουρίσει τα μωρά τα χτυπούσε αργά, όταν ήθελε ένταση το έκανε γρήγορα. Και έπεφτε και κοιμόταν το μωρό καθώς συντονιζόταν η καρδιά του σε χαμηλούς σφυγμούς. Και πεταγόταν και χόρευε εκστασιασμένος με εκείνους τους έντονους ρυθμούς που συντονίζονταν με την καρδιά του, μη ξέροντας και μη καταλαβαίνοντας ότι οφείλεται στον εσωτερικό ρυθμό που του έδινε το πρώτο του αυτό μουσικό όργανο.
Το άλλο μουσικό όργανο είναι η φωνή. Άκουσε ο πρώτος άνθρωπος το κελάηδισμα των πουλιών και το μιμήθηκε με τη φωνή του. Γιατί τα πουλιά κελαηδούσαν πάντοτε αυθόρμητα αφού η μουσική προϋπάρχει της ζωής. Το μιμήθηκε και με το σφύριγμά του. Διαπίστωσε πώς όταν εκπνέει τον αέρα από μέσα του δημιουργεί μελωδίες. Με την εξέλιξη της γλώσσας τραγούδησε τα έπη του Ομήρου και τη λυρική ποίηση της Σαπφούς.
Έπειτα άκουσε τον αέρα να σφυρίζει καθώς περνούσε μέσα από τις καλαμιές. Πήρε το καλάμι, που είναι κούφιο από τη φύση του, και το φύσηξε και έβγαλε ήχο. Διαπίστωσε ότι αλλάζοντας μέγεθος στο καλάμι άλλαζε και το τονικό ύψος του ήχου. Έτσι κατασκεύασε τον αυλό του Πάνα, δένοντας μια σειρά καλάμια με διαφορετικά μήκη, το ένα πλάι στο άλλο.
Στη συνέχεια τρύπησε ένα καλάμι και είδε ότι ανοιγοκλείνοντας με τα δάχτυλα των δυο χεριών του τις τρύπες, έπαιρνε ξανά τα ίδια μουσικά αποτελέσματα. Η τελευταία ανακάλυψη ήταν και πιο συμφέρουσα καθώς χρησιμοποιούσε ένα μόνο καλάμι. Κι έτσι έφτιαξε ο ποιμένας τη φλογέρα του Μαρσύα και έπαιζε για να σκοτώσει τις ώρες της ατέλειωτης μοναξιάς του.
Και μάζεψε ο βοσκός τα κέρατα από τα πεθαμένα ζώα και παρατήρησε ότι αν αφαιρέσει τον μυελό απομένει ένας στριφογυριστός σωλήνας που φαρδαίνει σαν καμπάνα, που αν τον φυσήξεις παράγει ξανά τους ίδιους ήχους, αλλά πολύ πιο δυνατούς. Και χρησιμοποίησε τον δυνατό ήχο του κέρατος όταν πήγαινε για κυνήγι γιατί μπορούσε να επικοινωνήσει καλύτερα με τους συντρόφους του που ήταν πολύ μακριά. Και δημιουργήθηκε το κέρας της Αμάλθειας.
Και όταν τέντωσε τη χορδή του τόξου ο κυνηγός για να στοχεύσει το θήραμά του άκουσε ξανά τους ίδιους μουσικούς ήχους. Και χρησιμοποίησε τα κέρατα και με άλλο τρόπο τεντώνοντας χορδές με διαφορετικά μήκη όπως είχε κάνει άλλοτε με τα καλάμια και τον αυλό του Πάνα. Και έκανε το ίδιο με τα καύκαλα από νεκρές χελώνες. Και έφτιαξε τις λύρες του Απόλλωνα και του Ορφέα.
Αλλά και ο άνθρωπος της θάλασσας βρήκε το άδειο βούκινο και αφού πρώτα το έβαλε στο αφτί και ρούφηξε μέσα από τα σπλάχνα του τον άνεμο και τα κύματα, μετά το έβαλε στο στόμα και το φύσηξε και άκουσε ακόμα δυνατότερο ήχο. Και το πήραν οι ναυτικοί στα καράβια τους για να κάνουν ηχητικά σήματα. Και έφτιαξε τη σάλπιγγα της μούσας Κλειούς.
Και άκουσαν οι ναυτικοί τον άνεμο να χτυπάει στα πανιά και κατάλαβαν ότι και το τεντωμένο πανί βγάζει ήχο όπως η χορδή. Και έφτιαξαν το τύμπανο της Κυβέλης.
Κι έτσι στο πέρασμα των αιώνων δημιουργήθηκαν τα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας. Τα έγχορδα με δοξάρι από τα τόξα και τη λύρα: βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο και η άρπα του αρπιστή της Κέρου με το πιάνο.
Τα ξύλινα πνευστά φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο, φαγκότο από τους καλαμένιους αυλούς και ας κατασκευάζονται τώρα πια από ανθεκτικότερα ξύλα όπως ο έβενος.
Τα χάλκινα πνευστά. Το κόρνο από το κέρας (cornu), και την τρομπέτα, το τρομπόνι και την τούμπα από το βούκινο (στρόμβος). Και τα έφτιαξαν αυτά από μέταλλο εκμεταλλευόμενοι την ελατότητα και την ολκιμότητα του μετάλλου, να περιστρέφεται σπειροειδώς ο μακρύς σωλήνας γύρω από τον εαυτό του για να μην πιάνει χώρο και για να δίνει ένταση.
Τέλος τα κρουστά τα τύμπανα, το ταμπούρο και την γκραν κάσα από τα τεντωμένα δέρματα, το γκονγκ, το τρίγωνο και τα πιάτα καθώς και το ξυλόφωνο, το μεταλλόφωνο και τις καμπάνες.
Μαζί με τον Κόσμο δημιουργήθηκε και τη Μουσική. Κι έκανε δωρεά οργάνων στον άνθρωπο από τα νεκρά πλάσματα του Κόσμου του για να ζήσει. Του δώρισε το ξύλο, το κέρατο, το βούκινο, το καύκαλο και το δέρμα, για να παράγουν μελωδία και αρμονία. Για να μπορεί να την απολαμβάνει όσο ζει, με την καρδιά του…
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023
Αριστοτέλης: Η τέλεια ευδαιμονία
«Αν η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή είναι λογικό να είναι η καλύτερη.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-13
Η ευδαιμονία είναι ο σκοπός της ζωής. Ό,τι πράττουμε έχει στόχο την ευδαιμονία μας. Είναι όμως αυτός ο στόχος, η ευδαιμονία, ίδιος για όλους; Ο Αριστοτέλης θα αναλύσει στους μαθητές του τη θεωρία του, η οποία καταλαμβάνει τα δέκα βιβλία των Ἠθικῶν Νικομαχείων, ενός έργου της τελευταίας συγγραφικής περιόδου του. Η έννοια της ευδαιμονίας, συνυφασμένη πλήρως με τα βιολογικά έργα του Σταγειρίτη, ερευνάται ενδελεχώς· ο συγγραφέας θα ορίσει το αγαθό του ανθρώπου και θα εξετάσει τις αρετές (ηθικές και διανοητικές) που θα αποτελέσουν τον οδηγό της ευδαιμονίας, για να συνοψίσει στο τελευταίο βιβλίο:
«Αφού μιλήσαμε για τις αρετές, τα είδη της φιλίας και τις ηδονές, είναι η ώρα να πραγματευτούμε εν γένει και την ευδαιμονία, επειδή την έχουμε θεωρήσει σκοπό των ανθρώπινων πράξεων. Αν ανακεφαλαιώσουμε όσα έχουμε πει, ο συλλογισμός μας (ὁ λόγος) θα γίνει συντομότερος. Είπαμε λοιπόν ότι δεν είναι ἕξις.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-13
Ο Αριστοτέλης έχει ήδη ορίσει την ἕξιν στο Β΄ βιβλίο. Είναι η στάση μας απέναντι στα πάθη (ἕξεις δὲ καθ᾽ ἃς πρὸς τὰ πάθη ἔχομεν εὖ ἢ κακῶς 1105b). Οι ηθικές αρετές ανήκουν στις ἕξεις: «Η αρετή είναι μία ἕξις που επιλέγουμε, βρίσκεται στο μέσον σε σχέση με εμάς, καθορίζεται από τη λογική και μάλιστα από αυτή που θα όριζε ο φρόνιμος άνθρωπος», έχει υποστηρίξει ο Αριστοτέλης. Από την άλλη, η ευδαιμονία δεν μπορεί να είναι ἕξις, αλλιώς και κάποιος που κοιμάται θα ήταν ευδαίμων (σαν τα φυτά) ή ακόμη και αυτός που δυστυχεί. Ως εκ τούτου, η ευδαιμονία ορίζεται ως ἐνέργεια και οι ενέργειες διακρίνονται σε αναγκαίες και σε αυτές που επιλέγουμε. Η ευδαιμονία ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία· την επιλέγουμε για χάρη της ίδιας:
«Όπως είπαμε προηγουμένως, από τις ενέργειες άλλες είναι αναγκαίες και άλλες επιλέγονται καθαυτές. Είναι λοιπόν φανερό ότι θα πρέπει να τοποθετήσουμε την ευδαιμονία στις ενέργειες που επιλέγουμε για χάρη των ιδίων και όχι σ’ αυτές που γίνονται για χάρη άλλου σκοπού. Γιατί η ευδαιμονία δεν έχει έλλειψη από τίποτε αλλά είναι αυτάρκης (οὐδενὸς γὰρ ἐνδεὴς ἡ εὐδαιμονία ἀλλ᾽ αὐτάρκης).»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1176b1-5
Σε όλο το έργο ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται την αρετή έναντι της ηδονής. Σκοπός της ζωής δεν είναι ούτε οι διασκεδάσεις ούτε η ανάπαυση. Τα παιχνίδια, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι ο τελικός σκοπός της ζωής γιατί γίνονται για χάρη της ευδαιμονίας μας. Η ανάπαυση το ίδιο· στόχος της είναι η ενέργεια.
«Το να είναι κάποιος απασχολημένος και να μοχθεί για χάρη της διασκέδασης (παιδιᾶς χάριν) φαίνεται ηλίθιο και πολύ παιδαριώδες. ‘Το να διασκεδάζει όμως καθώς ασχολείται με σπουδαία θέματα’, όπως υποστηρίζει ο Ανάχαρσης, θεωρείται ότι είναι σωστό. Διότι φαίνεται ότι η διασκέδαση μοιάζει με την ανάπαυση, και επειδή οι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να μοχθούν συνεχώς, χρειάζονται την ανάπαυση. Αλλά η ανάπαυση δεν είναι ο σκοπός (τέλος)· διότι γίνεται για χάρη της απόκτησης ενέργειας (γίνεται γὰρ ἕνεκα τῆς ἐνεργείας). Θεωρείται λοιπόν ότι ο ευδαίμων βίος είναι συνυφασμένος με την αρετή· αυτός όμως που συνοδεύεται από κόπο και δεν βρίσκεται στις διασκεδάσεις.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1176b32-1177a2
Ο Αριστοτέλης είχε την ευκαιρία να συζητήσει όλες τις αρετές που οδηγούν σε μια ευδαίμονα ζωή. Δεν έχουν όμως όλες οι αρετές την ίδια βαρύτητα. Ο συγγραφέας των Ἠθικῶν Νικομαχείων ήδη από το πρώτο βιβλίο είχε κάνει λόγο για την «ἀρίστην καὶ τελειοτάτην» αρετή (1098a18). Στο δέκατο και τελευταίο βιβλίο την ορίζει:
«Αν η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή είναι λογικό να είναι η καλύτερη. Αυτή τότε θα ήταν [η αρετή] του άριστου μέρους είτε αυτό είναι ο νους είτε κάτι άλλο, το οποίο θεωρείται ότι κυριαρχεί και καθοδηγεί και έχει αντίληψη για τα ωραία και θεϊκά πράγματα, είτε επειδή είναι το ίδιο θείο είτε επειδή το πιο θεϊκό στοιχείο υπάρχει μέσα μας, και η ενέργειά του σύμφωνα με την οικεία αρετή θα είναι η τέλεια ευδαιμονία. Ότι αυτή [η ενέργεια] είναι η θεωρητική, το έχουμε πει.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-18
Ο Αριστοτέλης χρειάστηκε δέκα βιβλία για να αναπτύξει τη θεωρία της ευδαιμονίας του. Όπως έχει υποστηρίξει, η ευδαιμονία είναι κάτι κοινό (πολύκοινον) ανάμεσα στους ανθρώπους, στο οποίο μπορούν να μετέχουν όλοι όσοι δεν είναι ατελείς ως προς την αρετή (πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν) με τη βοήθεια κάποιας μάθησης και επιμέλειας. Οι αρετές διακρίνονται σε διανοητικές (που αποκτώνται με διδασκαλία) και ηθικές (που είναι αποτέλεσμα εθισμού και άσκησης). Στο τελευταίο βιβλίο όμως θα μιλήσει όχι για την ευδαιμονία εν γένει, αλλά για την «τελεία εὐδαιμονία», η οποία μπορεί να προέλθει από το ανώτερο μέρος του ανθρώπου, τον νου.
Η θεωρία της ευδαιμονίας βασίζεται στην αριστοτελική βιολογία. Ο Αριστοτέλης έχει ως αφετηρία την επιστήμη. Φαίνεται να θέτει το ερώτημα: Ποια είναι η κατάλληλη ευδαιμονία για κάθε είδος; Είναι ίδια η ευδαιμονία για όλα όσα ζουν; Εφόσον τα φυτά ζουν τη ζωή ενός φυτού (που περιλαμβάνει τη θρέψη) δεν μπορεί η ευδαιμονία τους να είναι η ίδια με του ανθρώπου. Το ίδιο και τα ζώα· έχουν επιπλέον την αίσθηση. Ωστόσο για τον Αριστοτέλη, αυτό δεν αρκεί για τον άνθρωπο. Μπορεί ο ίδιος να έχει εξυμνήσει τη φρόνηση, τη δικαιοσύνη, τη φιλία ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία της ευδαιμονίας, αλλά εν τέλει δείχνει την ξεκάθαρη προτίμησή του για τη θεωρητική ενασχόληση. Ως εκ τούτου, προτού ολοκληρώσει τη θεωρία του, στα τελευταία κεφάλαια του τελευταίου βιβλίου, θα επιχειρήσει να πείσει τους μαθητές του ότι η τέλεια ευδαιμονία είναι εκείνη που έχει να κάνει με τον νου.
Ο Αριστοτέλης θα ξεκινήσει υποστηρίζοντας ότι η ενέργεια του νου είναι η καλύτερη (κρατίστη τε γὰρ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐνέργεια) και ο νους το σημαντικότερο από αυτά που έχουμε μέσα μας (τῶν ἐν ἡμῖν). Το ίδιο και το αντικείμενό του. Επομένως, συμπεραίνει, όσα μπορούμε να γνωρίσουμε με τον νου είναι πιο σημαντικά από τα υπόλοιπα. Επιπλέον, είναι μία συνεχής ενέργεια (συνεχεστάτη), η οποία δεν κουράζει όσο η πράξη. Αυτό εξηγείται, κατά τον Αριστοτέλη, καθώς μπορούμε να σκεφτόμαστε συνεχώς, χωρίς διακοπή, σε αντίθεση με το να πράττουμε που έχει όρια. Πέρα από αυτά, η διανοητική αρετή της σοφίας είναι από τα πιο ευχάριστα πράγματα. Για τον συγγραφέα των Ἠθικῶν Νικομαχείων η θεωρητική ενασχόληση έχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην ηδονή: «Θεωρούμε ότι η ευδαιμονία πρέπει να είναι αναμεμειγμένη με την ηδονή, και η πιο ευχάριστη (ἡδίστη) από τις ενέργειες που είναι σύμφωνες με την αρετή είναι ομολογουμένως η σοφία».
Βέβαια, η ηδονή που προσφέρει ο νους (σε αντίθεση με αυτές του σώματος) δεν θα μπορούσε να είναι το κριτήριο της ευδαιμονίας. Τα ισχυρότερα αριστοτελικά επιχειρήματα στηρίζονται στην έννοια της αυτάρκειας. Ο σώφρων, ο δίκαιος και ο ανδρείος άνθρωπος αναμφίβολα χρειάζονται τα προς το ζην (όπως και ο σοφός). Αλλά ακόμη και όταν τα αποκτήσουν δεν είναι αυτάρκεις. Χρειάζονται άλλους ανθρώπους για να ασκήσουν τις αρετές τους. Ο σοφός όμως είναι ο μόνος πραγματικά αυτάρκης:
«Αυτό που ονομάζουμε αυτάρκεια σχετίζεται περισσότερο με τη θεωρητική [ενέργεια]· διότι τα αναγκαία προς το ζην τα χρειάζονται και ο σοφός και ο δίκαιος και όλοι οι άλλοι, όταν όμως τα έχουν επαρκώς, ο μεν δίκαιος χρειάζεται εκείνους με τους οποίους θα ενεργήσει δίκαια (δικαιοπραγήσει) και το ίδιο ο σώφρων και ο ανδρείος και ο καθένας από αυτούς. Ενώ ο σοφός μπορεί μόνος του να στοχάζεται (ὁ δὲ σοφὸς καὶ καθ᾽ αὑτὸν ὢν δύναται θεωρεῖν) και όσο σοφότερος είναι τόσο περισσότερο. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν είχε συνεργάτες (συνεργοὺς), ωστόσο είναι ο πλέον αυτάρκης (αὐταρκέστατος).»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a27-1177b1
Η ευδαιμονία προϋποθέτει την αυτάρκεια, αφού είναι γεγονός ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από κάτι άλλο. Για τον Αριστοτέλη, η αυτάρκεια δεν σχετίζεται μόνο με τις ανάγκες του σώματος. Αυτό είναι δεδομένο. Οι ηθικές αρετές των Ἠθικῶν Νικομαχείων, οι μεσότητες, τελικά δεν αρκούν. Έχοντας υποστηρίξει στα προηγούμενα εννέα βιβλία την πρωτοκαθεδρία των αρετών, έφτασε η στιγμή στο 8ο κεφάλαιο του δέκατου βιβλίου, ο συγγραφέας να θέσει τις ηθικές αρετές σε δεύτερη βάση (Δευτέρως δ᾽ ὁ κατὰ τὴν ἄλλην ἀρετήν). Ο ευδαιμονέστερος βίος είναι ο θεωρητικός και ακολουθεί εκείνος που είναι συνυφασμένος με τις ηθικές αρετές.
Η έννοια της αυτάρκειας επανέρχεται, καθώς ο θεωρητικός βίος δεν έχει τόσο την ανάγκη των εξωτερικών αγαθών, όσο ο ηθικός: ο δίκαιος πρέπει να έχει χρήματα για να ανταποδώσει τα χρέη του, το ίδιο και ο γενναιόδωρος για να προβεί σε ευγενικές πράξεις (τῷ μὲν γὰρ ἐλευθερίῳ δεήσει χρημάτων πρὸς τὸ πράττειν τὰ ἐλευθέρια), ο ανδρείος χρειάζεται δύναμη και ο σώφρων εξουσία ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να λάβει τις ορθές αποφάσεις. Όλες οι ηθικές αρετές κατά κάποιον τρόπο συνδέονται με το σώμα και με την ανθρώπινη φύση μας. Αναντίρρητα, για τον Αριστοτέλη αποτελούν ένα ασφαλή οδηγό του ευδαίμονος βίου. Ωστόσο η αυτάρκεια απαντάται ολοκληρωμένα μόνο στον θεωρητικό βίο:
«Ο άνθρωπος του θεωρητικού βίου δεν χρειάζεται τίποτε από αυτά για να ασκήσει την ενέργειά του, αλλά όπως είπαμε μπορεί να αποτελέσουν και εμπόδια για τον φιλοσοφική του ενασχόληση (θεωρίαν). Επειδή όμως είναι άνθρωπος και ζει με πολλούς μαζί, επιλέγει να πράττει σύμφωνα με την αρετή· επομένως, θα τα χρειαστεί και αυτά για να ενεργεί ως άνθρωπος (πρὸς τὸ ἀνθρωπεύεσθαι). Το ότι η τέλεια ευδαιμονία είναι κάποιου είδους θεωρητική ενέργεια, θα φανεί και από το εξής: όλοι θεωρούμε ότι οι θεοί είναι μακάριοι και ευδαίμονες. Ποιες πράξεις θα πρέπει τότε να τους αποδώσουμε;»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1178b2-10
Ο Αριστοτέλης γίνεται παραστατικός, προκειμένου να γίνει κατανοητός. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί έναν δίκαιο θεό (είναι δυνατόν οι θεοί να χρωστούν και να επιστρέφουν τις οφειλές;), έναν ανδρείο (εκτίθενται οι θεοί σε κίνδυνο;), έναν γενναιόδωρο (σε ποιον θα δώσουν χρήματα;), έναν σώφρονα (τι είδους πράξεις θα ήταν αυτές;). Η ηθική δεν έχει εφαρμογή στον θεό. «Όλα τα είδη των ηθικών πράξεων είναι μικρά και ανάξια για τους θεούς», συνοψίζει. Παρόλα αυτά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η ευδαιμονία των θεών είναι η μέγιστη. Από πού προέρχεται όμως, αν δεν πράττουν τίποτε;
«Επομένως, η ενέργεια του θεού επειδή διαφέρει σε μακαριότητα, θα είναι η θεωρητική. Γι’ αυτό από τις ανθρώπινες ενέργειες αυτή που συγγενεύει περισσότερο με τη θεϊκή είναι αυτή που προσφέρει τη μεγαλύτερη ευδαιμονία. Όσο εκτείνεται η θεωρητική ενασχόληση (θεωρία) τόσο εκτείνεται και η ευδαιμονία. Διότι η θεωρητική ενασχόληση είναι καθαυτή πολύτιμη. Επομένως η ευδαιμονία είναι κάποιο είδος θεωρητικής ενασχόλησης.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1178b21-32
Η τέλεια ευδαιμονία είναι το μέγιστο αγαθό για τον Αριστοτέλη. Αποτελεί το έργο του ανθρώπου, το οποίο τον διακρίνει από όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα. Η θεωρητική ενασχόληση είναι το θείο στοιχείο στον άνθρωπο, αυτό που έχει κοινό με τον θεό. Ωστόσο, το «θεϊκό μέρος», ο νους που στοχάζεται, είναι το κατεξοχήν ανθρώπινο, αφού απαντάται μόνο στους ανθρώπους. Ο θεωρητικός βίος, θεϊκός ή ανθρώπινος, είναι ο μόνος αυτάρκης. Και η ευδαιμονία προϋποθέτει την αυτάρκεια.
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-13
Η ευδαιμονία είναι ο σκοπός της ζωής. Ό,τι πράττουμε έχει στόχο την ευδαιμονία μας. Είναι όμως αυτός ο στόχος, η ευδαιμονία, ίδιος για όλους; Ο Αριστοτέλης θα αναλύσει στους μαθητές του τη θεωρία του, η οποία καταλαμβάνει τα δέκα βιβλία των Ἠθικῶν Νικομαχείων, ενός έργου της τελευταίας συγγραφικής περιόδου του. Η έννοια της ευδαιμονίας, συνυφασμένη πλήρως με τα βιολογικά έργα του Σταγειρίτη, ερευνάται ενδελεχώς· ο συγγραφέας θα ορίσει το αγαθό του ανθρώπου και θα εξετάσει τις αρετές (ηθικές και διανοητικές) που θα αποτελέσουν τον οδηγό της ευδαιμονίας, για να συνοψίσει στο τελευταίο βιβλίο:
«Αφού μιλήσαμε για τις αρετές, τα είδη της φιλίας και τις ηδονές, είναι η ώρα να πραγματευτούμε εν γένει και την ευδαιμονία, επειδή την έχουμε θεωρήσει σκοπό των ανθρώπινων πράξεων. Αν ανακεφαλαιώσουμε όσα έχουμε πει, ο συλλογισμός μας (ὁ λόγος) θα γίνει συντομότερος. Είπαμε λοιπόν ότι δεν είναι ἕξις.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-13
Ο Αριστοτέλης έχει ήδη ορίσει την ἕξιν στο Β΄ βιβλίο. Είναι η στάση μας απέναντι στα πάθη (ἕξεις δὲ καθ᾽ ἃς πρὸς τὰ πάθη ἔχομεν εὖ ἢ κακῶς 1105b). Οι ηθικές αρετές ανήκουν στις ἕξεις: «Η αρετή είναι μία ἕξις που επιλέγουμε, βρίσκεται στο μέσον σε σχέση με εμάς, καθορίζεται από τη λογική και μάλιστα από αυτή που θα όριζε ο φρόνιμος άνθρωπος», έχει υποστηρίξει ο Αριστοτέλης. Από την άλλη, η ευδαιμονία δεν μπορεί να είναι ἕξις, αλλιώς και κάποιος που κοιμάται θα ήταν ευδαίμων (σαν τα φυτά) ή ακόμη και αυτός που δυστυχεί. Ως εκ τούτου, η ευδαιμονία ορίζεται ως ἐνέργεια και οι ενέργειες διακρίνονται σε αναγκαίες και σε αυτές που επιλέγουμε. Η ευδαιμονία ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία· την επιλέγουμε για χάρη της ίδιας:
«Όπως είπαμε προηγουμένως, από τις ενέργειες άλλες είναι αναγκαίες και άλλες επιλέγονται καθαυτές. Είναι λοιπόν φανερό ότι θα πρέπει να τοποθετήσουμε την ευδαιμονία στις ενέργειες που επιλέγουμε για χάρη των ιδίων και όχι σ’ αυτές που γίνονται για χάρη άλλου σκοπού. Γιατί η ευδαιμονία δεν έχει έλλειψη από τίποτε αλλά είναι αυτάρκης (οὐδενὸς γὰρ ἐνδεὴς ἡ εὐδαιμονία ἀλλ᾽ αὐτάρκης).»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1176b1-5
Σε όλο το έργο ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται την αρετή έναντι της ηδονής. Σκοπός της ζωής δεν είναι ούτε οι διασκεδάσεις ούτε η ανάπαυση. Τα παιχνίδια, για παράδειγμα, δεν μπορεί να είναι ο τελικός σκοπός της ζωής γιατί γίνονται για χάρη της ευδαιμονίας μας. Η ανάπαυση το ίδιο· στόχος της είναι η ενέργεια.
«Το να είναι κάποιος απασχολημένος και να μοχθεί για χάρη της διασκέδασης (παιδιᾶς χάριν) φαίνεται ηλίθιο και πολύ παιδαριώδες. ‘Το να διασκεδάζει όμως καθώς ασχολείται με σπουδαία θέματα’, όπως υποστηρίζει ο Ανάχαρσης, θεωρείται ότι είναι σωστό. Διότι φαίνεται ότι η διασκέδαση μοιάζει με την ανάπαυση, και επειδή οι άνθρωποι δεν είναι δυνατό να μοχθούν συνεχώς, χρειάζονται την ανάπαυση. Αλλά η ανάπαυση δεν είναι ο σκοπός (τέλος)· διότι γίνεται για χάρη της απόκτησης ενέργειας (γίνεται γὰρ ἕνεκα τῆς ἐνεργείας). Θεωρείται λοιπόν ότι ο ευδαίμων βίος είναι συνυφασμένος με την αρετή· αυτός όμως που συνοδεύεται από κόπο και δεν βρίσκεται στις διασκεδάσεις.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1176b32-1177a2
Ο Αριστοτέλης είχε την ευκαιρία να συζητήσει όλες τις αρετές που οδηγούν σε μια ευδαίμονα ζωή. Δεν έχουν όμως όλες οι αρετές την ίδια βαρύτητα. Ο συγγραφέας των Ἠθικῶν Νικομαχείων ήδη από το πρώτο βιβλίο είχε κάνει λόγο για την «ἀρίστην καὶ τελειοτάτην» αρετή (1098a18). Στο δέκατο και τελευταίο βιβλίο την ορίζει:
«Αν η ευδαιμονία είναι ενέργεια σύμφωνη με την αρετή είναι λογικό να είναι η καλύτερη. Αυτή τότε θα ήταν [η αρετή] του άριστου μέρους είτε αυτό είναι ο νους είτε κάτι άλλο, το οποίο θεωρείται ότι κυριαρχεί και καθοδηγεί και έχει αντίληψη για τα ωραία και θεϊκά πράγματα, είτε επειδή είναι το ίδιο θείο είτε επειδή το πιο θεϊκό στοιχείο υπάρχει μέσα μας, και η ενέργειά του σύμφωνα με την οικεία αρετή θα είναι η τέλεια ευδαιμονία. Ότι αυτή [η ενέργεια] είναι η θεωρητική, το έχουμε πει.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a12-18
Ο Αριστοτέλης χρειάστηκε δέκα βιβλία για να αναπτύξει τη θεωρία της ευδαιμονίας του. Όπως έχει υποστηρίξει, η ευδαιμονία είναι κάτι κοινό (πολύκοινον) ανάμεσα στους ανθρώπους, στο οποίο μπορούν να μετέχουν όλοι όσοι δεν είναι ατελείς ως προς την αρετή (πᾶσι τοῖς μὴ πεπηρωμένοις πρὸς ἀρετὴν) με τη βοήθεια κάποιας μάθησης και επιμέλειας. Οι αρετές διακρίνονται σε διανοητικές (που αποκτώνται με διδασκαλία) και ηθικές (που είναι αποτέλεσμα εθισμού και άσκησης). Στο τελευταίο βιβλίο όμως θα μιλήσει όχι για την ευδαιμονία εν γένει, αλλά για την «τελεία εὐδαιμονία», η οποία μπορεί να προέλθει από το ανώτερο μέρος του ανθρώπου, τον νου.
Η θεωρία της ευδαιμονίας βασίζεται στην αριστοτελική βιολογία. Ο Αριστοτέλης έχει ως αφετηρία την επιστήμη. Φαίνεται να θέτει το ερώτημα: Ποια είναι η κατάλληλη ευδαιμονία για κάθε είδος; Είναι ίδια η ευδαιμονία για όλα όσα ζουν; Εφόσον τα φυτά ζουν τη ζωή ενός φυτού (που περιλαμβάνει τη θρέψη) δεν μπορεί η ευδαιμονία τους να είναι η ίδια με του ανθρώπου. Το ίδιο και τα ζώα· έχουν επιπλέον την αίσθηση. Ωστόσο για τον Αριστοτέλη, αυτό δεν αρκεί για τον άνθρωπο. Μπορεί ο ίδιος να έχει εξυμνήσει τη φρόνηση, τη δικαιοσύνη, τη φιλία ως εκ των ων ουκ άνευ στοιχεία της ευδαιμονίας, αλλά εν τέλει δείχνει την ξεκάθαρη προτίμησή του για τη θεωρητική ενασχόληση. Ως εκ τούτου, προτού ολοκληρώσει τη θεωρία του, στα τελευταία κεφάλαια του τελευταίου βιβλίου, θα επιχειρήσει να πείσει τους μαθητές του ότι η τέλεια ευδαιμονία είναι εκείνη που έχει να κάνει με τον νου.
Ο Αριστοτέλης θα ξεκινήσει υποστηρίζοντας ότι η ενέργεια του νου είναι η καλύτερη (κρατίστη τε γὰρ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐνέργεια) και ο νους το σημαντικότερο από αυτά που έχουμε μέσα μας (τῶν ἐν ἡμῖν). Το ίδιο και το αντικείμενό του. Επομένως, συμπεραίνει, όσα μπορούμε να γνωρίσουμε με τον νου είναι πιο σημαντικά από τα υπόλοιπα. Επιπλέον, είναι μία συνεχής ενέργεια (συνεχεστάτη), η οποία δεν κουράζει όσο η πράξη. Αυτό εξηγείται, κατά τον Αριστοτέλη, καθώς μπορούμε να σκεφτόμαστε συνεχώς, χωρίς διακοπή, σε αντίθεση με το να πράττουμε που έχει όρια. Πέρα από αυτά, η διανοητική αρετή της σοφίας είναι από τα πιο ευχάριστα πράγματα. Για τον συγγραφέα των Ἠθικῶν Νικομαχείων η θεωρητική ενασχόληση έχει το μεγαλύτερο μερίδιο στην ηδονή: «Θεωρούμε ότι η ευδαιμονία πρέπει να είναι αναμεμειγμένη με την ηδονή, και η πιο ευχάριστη (ἡδίστη) από τις ενέργειες που είναι σύμφωνες με την αρετή είναι ομολογουμένως η σοφία».
Βέβαια, η ηδονή που προσφέρει ο νους (σε αντίθεση με αυτές του σώματος) δεν θα μπορούσε να είναι το κριτήριο της ευδαιμονίας. Τα ισχυρότερα αριστοτελικά επιχειρήματα στηρίζονται στην έννοια της αυτάρκειας. Ο σώφρων, ο δίκαιος και ο ανδρείος άνθρωπος αναμφίβολα χρειάζονται τα προς το ζην (όπως και ο σοφός). Αλλά ακόμη και όταν τα αποκτήσουν δεν είναι αυτάρκεις. Χρειάζονται άλλους ανθρώπους για να ασκήσουν τις αρετές τους. Ο σοφός όμως είναι ο μόνος πραγματικά αυτάρκης:
«Αυτό που ονομάζουμε αυτάρκεια σχετίζεται περισσότερο με τη θεωρητική [ενέργεια]· διότι τα αναγκαία προς το ζην τα χρειάζονται και ο σοφός και ο δίκαιος και όλοι οι άλλοι, όταν όμως τα έχουν επαρκώς, ο μεν δίκαιος χρειάζεται εκείνους με τους οποίους θα ενεργήσει δίκαια (δικαιοπραγήσει) και το ίδιο ο σώφρων και ο ανδρείος και ο καθένας από αυτούς. Ενώ ο σοφός μπορεί μόνος του να στοχάζεται (ὁ δὲ σοφὸς καὶ καθ᾽ αὑτὸν ὢν δύναται θεωρεῖν) και όσο σοφότερος είναι τόσο περισσότερο. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν είχε συνεργάτες (συνεργοὺς), ωστόσο είναι ο πλέον αυτάρκης (αὐταρκέστατος).»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1177a27-1177b1
Η ευδαιμονία προϋποθέτει την αυτάρκεια, αφού είναι γεγονός ότι ο ευδαίμων δεν έχει ανάγκη από κάτι άλλο. Για τον Αριστοτέλη, η αυτάρκεια δεν σχετίζεται μόνο με τις ανάγκες του σώματος. Αυτό είναι δεδομένο. Οι ηθικές αρετές των Ἠθικῶν Νικομαχείων, οι μεσότητες, τελικά δεν αρκούν. Έχοντας υποστηρίξει στα προηγούμενα εννέα βιβλία την πρωτοκαθεδρία των αρετών, έφτασε η στιγμή στο 8ο κεφάλαιο του δέκατου βιβλίου, ο συγγραφέας να θέσει τις ηθικές αρετές σε δεύτερη βάση (Δευτέρως δ᾽ ὁ κατὰ τὴν ἄλλην ἀρετήν). Ο ευδαιμονέστερος βίος είναι ο θεωρητικός και ακολουθεί εκείνος που είναι συνυφασμένος με τις ηθικές αρετές.
Η έννοια της αυτάρκειας επανέρχεται, καθώς ο θεωρητικός βίος δεν έχει τόσο την ανάγκη των εξωτερικών αγαθών, όσο ο ηθικός: ο δίκαιος πρέπει να έχει χρήματα για να ανταποδώσει τα χρέη του, το ίδιο και ο γενναιόδωρος για να προβεί σε ευγενικές πράξεις (τῷ μὲν γὰρ ἐλευθερίῳ δεήσει χρημάτων πρὸς τὸ πράττειν τὰ ἐλευθέρια), ο ανδρείος χρειάζεται δύναμη και ο σώφρων εξουσία ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να λάβει τις ορθές αποφάσεις. Όλες οι ηθικές αρετές κατά κάποιον τρόπο συνδέονται με το σώμα και με την ανθρώπινη φύση μας. Αναντίρρητα, για τον Αριστοτέλη αποτελούν ένα ασφαλή οδηγό του ευδαίμονος βίου. Ωστόσο η αυτάρκεια απαντάται ολοκληρωμένα μόνο στον θεωρητικό βίο:
«Ο άνθρωπος του θεωρητικού βίου δεν χρειάζεται τίποτε από αυτά για να ασκήσει την ενέργειά του, αλλά όπως είπαμε μπορεί να αποτελέσουν και εμπόδια για τον φιλοσοφική του ενασχόληση (θεωρίαν). Επειδή όμως είναι άνθρωπος και ζει με πολλούς μαζί, επιλέγει να πράττει σύμφωνα με την αρετή· επομένως, θα τα χρειαστεί και αυτά για να ενεργεί ως άνθρωπος (πρὸς τὸ ἀνθρωπεύεσθαι). Το ότι η τέλεια ευδαιμονία είναι κάποιου είδους θεωρητική ενέργεια, θα φανεί και από το εξής: όλοι θεωρούμε ότι οι θεοί είναι μακάριοι και ευδαίμονες. Ποιες πράξεις θα πρέπει τότε να τους αποδώσουμε;»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1178b2-10
Ο Αριστοτέλης γίνεται παραστατικός, προκειμένου να γίνει κατανοητός. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί έναν δίκαιο θεό (είναι δυνατόν οι θεοί να χρωστούν και να επιστρέφουν τις οφειλές;), έναν ανδρείο (εκτίθενται οι θεοί σε κίνδυνο;), έναν γενναιόδωρο (σε ποιον θα δώσουν χρήματα;), έναν σώφρονα (τι είδους πράξεις θα ήταν αυτές;). Η ηθική δεν έχει εφαρμογή στον θεό. «Όλα τα είδη των ηθικών πράξεων είναι μικρά και ανάξια για τους θεούς», συνοψίζει. Παρόλα αυτά κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η ευδαιμονία των θεών είναι η μέγιστη. Από πού προέρχεται όμως, αν δεν πράττουν τίποτε;
«Επομένως, η ενέργεια του θεού επειδή διαφέρει σε μακαριότητα, θα είναι η θεωρητική. Γι’ αυτό από τις ανθρώπινες ενέργειες αυτή που συγγενεύει περισσότερο με τη θεϊκή είναι αυτή που προσφέρει τη μεγαλύτερη ευδαιμονία. Όσο εκτείνεται η θεωρητική ενασχόληση (θεωρία) τόσο εκτείνεται και η ευδαιμονία. Διότι η θεωρητική ενασχόληση είναι καθαυτή πολύτιμη. Επομένως η ευδαιμονία είναι κάποιο είδος θεωρητικής ενασχόλησης.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1178b21-32
Η τέλεια ευδαιμονία είναι το μέγιστο αγαθό για τον Αριστοτέλη. Αποτελεί το έργο του ανθρώπου, το οποίο τον διακρίνει από όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα. Η θεωρητική ενασχόληση είναι το θείο στοιχείο στον άνθρωπο, αυτό που έχει κοινό με τον θεό. Ωστόσο, το «θεϊκό μέρος», ο νους που στοχάζεται, είναι το κατεξοχήν ανθρώπινο, αφού απαντάται μόνο στους ανθρώπους. Ο θεωρητικός βίος, θεϊκός ή ανθρώπινος, είναι ο μόνος αυτάρκης. Και η ευδαιμονία προϋποθέτει την αυτάρκεια.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΟΣ ΝΙΚΟΚΛΕΑ
ΙΣΟΚΡ 2.15–26
Μετά το προοίμιον (2.1–8) ο ρήτορας πέρασε στις συμβουλές του περί χρηστής διακυβέρνησης προς τον νεαρό διάδοχο του κυπριακού θρόνου, τον Νικοκλή. Αφού καθόρισε πώς οφείλει να προετοιμάσει την ψυχή και τη διάνοιά του όποιος πρόκειται να αναλάβει την εξουσία σε μια πόλη, συνεχίζει:
[15] Ἄρχεσθαι μὲν οὖν ἐντεῦθεν χρὴ τοὺς μέλλοντάς τι
τῶν δεόντων ποιήσειν, πρὸς δὲ τούτοις φιλάνθρωπον εἶναι
δεῖ καὶ φιλόπολιν· οὔτε γὰρ ἵππων οὔτε κυνῶν οὔτ’ ἀνδρῶν
οὔτ’ ἄλλου πράγματος οὐδενὸς οἷόν τε καλῶς ἄρχειν, ἂν
μή τις χαίρῃ τούτοις ὧν αὐτὸν δεῖ ποιεῖσθαι τὴν ἐπιμέ-
λειαν. μελέτω σοι τοῦ πλήθους, καὶ περὶ παντὸς ποιοῦ
κεχαρισμένως αὐτοῖς ἄρχειν, [16] γιγνώσκων ὅτι καὶ τῶν
ὀλιγαρχιῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτειῶν αὗται πλεῖστον χρόνον
διαμένουσιν, αἵ τινες ἂν ἄριστα τὸ πλῆθος θεραπεύωσιν.
καλῶς δὲ δημαγωγήσεις, ἐὰν μήθ’ ὑβρίζειν τὸν ὄχλον ἐᾷς
μήθ’ ὑβριζόμενον περιορᾷς, ἀλλὰ σκοπῇς ὅπως οἱ βέλτι-
στοι μὲν τὰς τιμὰς ἕξουσιν, οἱ δ’ ἄλλοι μηδὲν ἀδικήσονται·
ταῦτα γὰρ στοιχεῖα πρῶτα καὶ μέγιστα χρηστῆς πολιτείας
ἐστίν.
[17] Τῶν προσταγμάτων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων
κίνει καὶ μετατίθει τὰ μὴ καλῶς καθεστῶτα, καὶ μάλιστα
μὲν εὑρετὴς γίγνου τῶν βελτίστων, εἰ δὲ μή, μιμοῦ τὰ παρὰ
τοῖς ἄλλοις ὀρθῶς ἔχοντα. ζήτει νόμους τὸ μὲν σύμπαν
δικαίους καὶ συμφέροντας καὶ σφίσιν αὐτοῖς ὁμολογουμέ-
νους, πρὸς δὲ τούτοις οἵ τινες τὰς μὲν ἀμφισβητήσεις ὡς
ἐλαχίστας τὰς δὲ διαλύσεις ὡς οἷόν τε ταχίστας τοῖς
πολίταις ποιοῦσι· ταῦτα γὰρ ἅπαντα προσεῖναι δεῖ τοῖς
καλῶς κειμένοις νόμοις. [18] τὰς μὲν ἐργασίας αὐτοῖς
καθίστη κερδαλέας, τὰς δὲ πραγματείας ἐπιζημίους, ἵνα
τὰς μὲν φεύγωσιν πρὸς δὲ τὰς προθυμότερον ἔχωσιν. τὰς
κρίσεις ποιοῦ περὶ ὧν ἂν πρὸς ἀλλήλους ἀμφισβητῶσι, μὴ
πρὸς χάριν μηδ’ ἐναντίας ἀλλήλαις, ἀλλ’ ἀεὶ ταὐτὰ περὶ
τῶν αὐτῶν γίγνωσκε· καὶ γὰρ πρέπει καὶ συμφέρει τὴν τῶν
βασιλέων γνώμην ἀκινήτως ἔχειν περὶ τῶν δικαίων, ὥσπερ
τοὺς νόμους τοὺς καλῶς κειμένους. [19] οἴκει τὴν πόλιν
ὁμοίως ὥσπερ τὸν πατρῷον οἶκον, ταῖς μὲν κατασκευαῖς
λαμπρῶς καὶ βασιλικῶς, ταῖς δὲ πράξεσιν ἀκριβῶς, ἵν’ εὐδο-
κιμῇς ἅμα καὶ διαρκῇς. τὴν μεγαλοπρέπειαν ἐπιδείκνυσο
μηδ’ ἐν μιᾷ τῶν πολυτελειῶν τῶν εὐθὺς ἀφανιζομένων,
ἀλλ’ ἔν τε τοῖς προειρημένοις καὶ τῷ κάλλει τῶν κτημάτων
καὶ ταῖς τῶν φίλων εὐεργεσίαις· τὰ γὰρ τοιαῦτα τῶν ἀνα-
λωμάτων αὐτῷ τε σοὶ παραμενεῖ, καὶ τοῖς ἐπιγιγνομένοις
πλείονος ἄξια τῶν δεδαπανημένων καταλείψεις.
[20] Τὰ μὲν πρὸς τοὺς θεοὺς ποίει μὲν ὡς οἱ πρόγονοι
κατέδειξαν, ἡγοῦ δὲ θῦμα τοῦτο κάλλιστον εἶναι καὶ θερα-
πείαν μεγίστην, ἂν ὡς βέλτιστον καὶ δικαιότατον σαυτὸν
παρέχῃς· μᾶλλον γὰρ ἐλπὶς τοὺς τοιούτους ἢ τοὺς ἱερεῖα
πολλὰ καταβάλλοντας πράξειν τι παρὰ τῶν θεῶν ἀγαθόν.
τίμα ταῖς μὲν ἀρχαῖς τῶν φίλων τοὺς οἰκειοτάτους, ταῖς δ’
ἀληθείαις αὐταῖς τοὺς εὐνουστάτους. [21] φυλακὴν ἀσφαλε-
στάτην ἡγοῦ τοῦ σώματος εἶναι τήν τε τῶν φίλων ἀρετὴν καὶ
τὴν τῶν πολιτῶν εὔνοιαν καὶ τὴν σαυτοῦ φρόνησιν· διὰ γὰρ
τούτων καὶ κτᾶσθαι καὶ σῴζειν τὰς τυραννίδας μάλιστ’ ἄν τις
δύναιτο. κήδου τῶν οἴκων τῶν πολιτικῶν, καὶ νόμιζε καὶ τοὺς
δαπανῶντας ἀπὸ τῶν σῶν ἀναλίσκειν καὶ τοὺς ἐργαζομένους
τὰ σὰ πλείω ποιεῖν· ἅπαντα γὰρ τὰ τῶν οἰκούντων τὴν πόλιν
οἰκεῖα τῶν καλῶς βασιλευόντων ἐστί. [22] διὰ παντὸς τοῦ
χρόνου τὴν ἀλήθειαν οὕτω φαίνου προτιμῶν, ὥστε πιστοτέ-
ρους εἶναι τοὺς σοὺς λόγους μᾶλλον ἢ τοὺς τῶν ἄλλων ὅρκους.
ἅπασι μὲν τοῖς ξένοις ἀσφαλῆ τὴν πόλιν πάρεχε καὶ πρὸς τὰ
συμβόλαια νόμιμον, περὶ πλείστου δὲ ποιοῦ τῶν ἀφικνουμένων
μὴ τοὺς σοὶ δωρεὰς ἄγοντας, ἀλλὰ τοὺς παρὰ σοῦ λαμβάνειν
ἀξιοῦντας· τιμῶν γὰρ τοὺς τοιούτους μᾶλλον παρὰ τοῖς ἄλλοις
εὐδοκιμήσεις. [23] τοὺς πολλοὺς φόβους ἐξαίρει τῶν πολιτῶν,
καὶ μὴ βούλου περιδεεῖς εἶναι τοὺς μηδὲν ἀδικοῦντας· ὅπως
γὰρ ἂν τοὺς ἄλλους πρὸς σαυτὸν διαθῇς, οὕτω καὶ σὺ πρὸς
ἐκείνους ἕξεις. ποίει μὲν μηδὲν μετ’ ὀργῆς, δόκει δὲ τοῖς ἄλλοις,
ὅταν σοι καιρὸς ᾖ. δεινὸς μὲν φαίνου τῷ μηδέν σε λανθάνειν
τῶν γιγνομένων, πρᾶος δὲ τῷ τὰς τιμωρίας ἐλάττους ποιεῖσθαι
τῶν ἁμαρτανομένων.
[24] Ἀρχικὸς εἶναι βούλου μὴ χαλεπότητι μηδὲ τῷ σφόδρα
κολάζειν, ἀλλὰ τῷ πάντας ἡττᾶσθαι τῆς σῆς διανοίας καὶ νο-
μίζειν ὑπὲρ τῆς αὑτῶν σωτηρίας ἄμεινον ἑαυτῶν σὲ βουλεύε-
σθαι. πολεμικὸς μὲν ἴσθι ταῖς ἐπιστήμαις καὶ ταῖς παρασκευ-
αῖς, εἰρηνικὸς δὲ τῷ μηδὲν παρὰ τὸ δίκαιον πλεονεκτεῖν. οὕτως
ὁμίλει τῶν πόλεων πρὸς τὰς ἥττους, ὥσπερ ἂν τὰς κρείττους
πρὸς ἑαυτὸν ἀξιώσειας. [25] φιλονίκει μὴ περὶ πάντων, ἀλλὰ
περὶ ὧν κρατήσαντί σοι μέλλει συνοίσειν. φαύλους ἡγοῦ μὴ
τοὺς συμφερόντως ἡττωμένους, ἀλλὰ τοὺς μετὰ βλάβης περι-
γιγνομένους. μεγαλόφρονας νόμιζε μὴ τοὺς μείζω περιβαλ-
λομένους ὧν οἷοί τ’ εἰσὶ κατασχεῖν, ἀλλὰ τοὺς καλῶν μὲν ἐφ-
ιεμένους, ἐξεργάζεσθαι δὲ δυναμένους οἷς ἂν ἐπιχειρῶσιν.
[26] ζήλου μὴ τοὺς μεγίστην ἀρχὴν κτησαμένους, ἀλλὰ τοὺς
ἄριστα τῇ παρούσῃ χρησαμένους, καὶ νόμιζε τελέως εὐδαιμο-
νήσειν οὐκ ἐὰν πάντων ἀνθρώπων μετὰ φόβων καὶ κινδύνων
καὶ κακίας ἄρξῃς, ἀλλ’ ἂν τοιοῦτος ὢν οἷον χρὴ καὶ πράττων
ὥσπερ ἐν τῷ παρόντι μετρίων ἐπιθυμῇς καὶ μηδενὸς τούτων
ἀτυχῇς.
ΙΣΟΚΡ 2.15–26
(ΙΣΟΚΡ 2.15–35: Συμβουλές για μια χρηστή διακυβέρνηση) Ο ενδεδειγμένος τρόπος άσκησης της εξουσίας
Μετά το προοίμιον (2.1–8) ο ρήτορας πέρασε στις συμβουλές του περί χρηστής διακυβέρνησης προς τον νεαρό διάδοχο του κυπριακού θρόνου, τον Νικοκλή. Αφού καθόρισε πώς οφείλει να προετοιμάσει την ψυχή και τη διάνοιά του όποιος πρόκειται να αναλάβει την εξουσία σε μια πόλη, συνεχίζει:
[15] Ἄρχεσθαι μὲν οὖν ἐντεῦθεν χρὴ τοὺς μέλλοντάς τι
τῶν δεόντων ποιήσειν, πρὸς δὲ τούτοις φιλάνθρωπον εἶναι
δεῖ καὶ φιλόπολιν· οὔτε γὰρ ἵππων οὔτε κυνῶν οὔτ’ ἀνδρῶν
οὔτ’ ἄλλου πράγματος οὐδενὸς οἷόν τε καλῶς ἄρχειν, ἂν
μή τις χαίρῃ τούτοις ὧν αὐτὸν δεῖ ποιεῖσθαι τὴν ἐπιμέ-
λειαν. μελέτω σοι τοῦ πλήθους, καὶ περὶ παντὸς ποιοῦ
κεχαρισμένως αὐτοῖς ἄρχειν, [16] γιγνώσκων ὅτι καὶ τῶν
ὀλιγαρχιῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτειῶν αὗται πλεῖστον χρόνον
διαμένουσιν, αἵ τινες ἂν ἄριστα τὸ πλῆθος θεραπεύωσιν.
καλῶς δὲ δημαγωγήσεις, ἐὰν μήθ’ ὑβρίζειν τὸν ὄχλον ἐᾷς
μήθ’ ὑβριζόμενον περιορᾷς, ἀλλὰ σκοπῇς ὅπως οἱ βέλτι-
στοι μὲν τὰς τιμὰς ἕξουσιν, οἱ δ’ ἄλλοι μηδὲν ἀδικήσονται·
ταῦτα γὰρ στοιχεῖα πρῶτα καὶ μέγιστα χρηστῆς πολιτείας
ἐστίν.
[17] Τῶν προσταγμάτων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων
κίνει καὶ μετατίθει τὰ μὴ καλῶς καθεστῶτα, καὶ μάλιστα
μὲν εὑρετὴς γίγνου τῶν βελτίστων, εἰ δὲ μή, μιμοῦ τὰ παρὰ
τοῖς ἄλλοις ὀρθῶς ἔχοντα. ζήτει νόμους τὸ μὲν σύμπαν
δικαίους καὶ συμφέροντας καὶ σφίσιν αὐτοῖς ὁμολογουμέ-
νους, πρὸς δὲ τούτοις οἵ τινες τὰς μὲν ἀμφισβητήσεις ὡς
ἐλαχίστας τὰς δὲ διαλύσεις ὡς οἷόν τε ταχίστας τοῖς
πολίταις ποιοῦσι· ταῦτα γὰρ ἅπαντα προσεῖναι δεῖ τοῖς
καλῶς κειμένοις νόμοις. [18] τὰς μὲν ἐργασίας αὐτοῖς
καθίστη κερδαλέας, τὰς δὲ πραγματείας ἐπιζημίους, ἵνα
τὰς μὲν φεύγωσιν πρὸς δὲ τὰς προθυμότερον ἔχωσιν. τὰς
κρίσεις ποιοῦ περὶ ὧν ἂν πρὸς ἀλλήλους ἀμφισβητῶσι, μὴ
πρὸς χάριν μηδ’ ἐναντίας ἀλλήλαις, ἀλλ’ ἀεὶ ταὐτὰ περὶ
τῶν αὐτῶν γίγνωσκε· καὶ γὰρ πρέπει καὶ συμφέρει τὴν τῶν
βασιλέων γνώμην ἀκινήτως ἔχειν περὶ τῶν δικαίων, ὥσπερ
τοὺς νόμους τοὺς καλῶς κειμένους. [19] οἴκει τὴν πόλιν
ὁμοίως ὥσπερ τὸν πατρῷον οἶκον, ταῖς μὲν κατασκευαῖς
λαμπρῶς καὶ βασιλικῶς, ταῖς δὲ πράξεσιν ἀκριβῶς, ἵν’ εὐδο-
κιμῇς ἅμα καὶ διαρκῇς. τὴν μεγαλοπρέπειαν ἐπιδείκνυσο
μηδ’ ἐν μιᾷ τῶν πολυτελειῶν τῶν εὐθὺς ἀφανιζομένων,
ἀλλ’ ἔν τε τοῖς προειρημένοις καὶ τῷ κάλλει τῶν κτημάτων
καὶ ταῖς τῶν φίλων εὐεργεσίαις· τὰ γὰρ τοιαῦτα τῶν ἀνα-
λωμάτων αὐτῷ τε σοὶ παραμενεῖ, καὶ τοῖς ἐπιγιγνομένοις
πλείονος ἄξια τῶν δεδαπανημένων καταλείψεις.
[20] Τὰ μὲν πρὸς τοὺς θεοὺς ποίει μὲν ὡς οἱ πρόγονοι
κατέδειξαν, ἡγοῦ δὲ θῦμα τοῦτο κάλλιστον εἶναι καὶ θερα-
πείαν μεγίστην, ἂν ὡς βέλτιστον καὶ δικαιότατον σαυτὸν
παρέχῃς· μᾶλλον γὰρ ἐλπὶς τοὺς τοιούτους ἢ τοὺς ἱερεῖα
πολλὰ καταβάλλοντας πράξειν τι παρὰ τῶν θεῶν ἀγαθόν.
τίμα ταῖς μὲν ἀρχαῖς τῶν φίλων τοὺς οἰκειοτάτους, ταῖς δ’
ἀληθείαις αὐταῖς τοὺς εὐνουστάτους. [21] φυλακὴν ἀσφαλε-
στάτην ἡγοῦ τοῦ σώματος εἶναι τήν τε τῶν φίλων ἀρετὴν καὶ
τὴν τῶν πολιτῶν εὔνοιαν καὶ τὴν σαυτοῦ φρόνησιν· διὰ γὰρ
τούτων καὶ κτᾶσθαι καὶ σῴζειν τὰς τυραννίδας μάλιστ’ ἄν τις
δύναιτο. κήδου τῶν οἴκων τῶν πολιτικῶν, καὶ νόμιζε καὶ τοὺς
δαπανῶντας ἀπὸ τῶν σῶν ἀναλίσκειν καὶ τοὺς ἐργαζομένους
τὰ σὰ πλείω ποιεῖν· ἅπαντα γὰρ τὰ τῶν οἰκούντων τὴν πόλιν
οἰκεῖα τῶν καλῶς βασιλευόντων ἐστί. [22] διὰ παντὸς τοῦ
χρόνου τὴν ἀλήθειαν οὕτω φαίνου προτιμῶν, ὥστε πιστοτέ-
ρους εἶναι τοὺς σοὺς λόγους μᾶλλον ἢ τοὺς τῶν ἄλλων ὅρκους.
ἅπασι μὲν τοῖς ξένοις ἀσφαλῆ τὴν πόλιν πάρεχε καὶ πρὸς τὰ
συμβόλαια νόμιμον, περὶ πλείστου δὲ ποιοῦ τῶν ἀφικνουμένων
μὴ τοὺς σοὶ δωρεὰς ἄγοντας, ἀλλὰ τοὺς παρὰ σοῦ λαμβάνειν
ἀξιοῦντας· τιμῶν γὰρ τοὺς τοιούτους μᾶλλον παρὰ τοῖς ἄλλοις
εὐδοκιμήσεις. [23] τοὺς πολλοὺς φόβους ἐξαίρει τῶν πολιτῶν,
καὶ μὴ βούλου περιδεεῖς εἶναι τοὺς μηδὲν ἀδικοῦντας· ὅπως
γὰρ ἂν τοὺς ἄλλους πρὸς σαυτὸν διαθῇς, οὕτω καὶ σὺ πρὸς
ἐκείνους ἕξεις. ποίει μὲν μηδὲν μετ’ ὀργῆς, δόκει δὲ τοῖς ἄλλοις,
ὅταν σοι καιρὸς ᾖ. δεινὸς μὲν φαίνου τῷ μηδέν σε λανθάνειν
τῶν γιγνομένων, πρᾶος δὲ τῷ τὰς τιμωρίας ἐλάττους ποιεῖσθαι
τῶν ἁμαρτανομένων.
[24] Ἀρχικὸς εἶναι βούλου μὴ χαλεπότητι μηδὲ τῷ σφόδρα
κολάζειν, ἀλλὰ τῷ πάντας ἡττᾶσθαι τῆς σῆς διανοίας καὶ νο-
μίζειν ὑπὲρ τῆς αὑτῶν σωτηρίας ἄμεινον ἑαυτῶν σὲ βουλεύε-
σθαι. πολεμικὸς μὲν ἴσθι ταῖς ἐπιστήμαις καὶ ταῖς παρασκευ-
αῖς, εἰρηνικὸς δὲ τῷ μηδὲν παρὰ τὸ δίκαιον πλεονεκτεῖν. οὕτως
ὁμίλει τῶν πόλεων πρὸς τὰς ἥττους, ὥσπερ ἂν τὰς κρείττους
πρὸς ἑαυτὸν ἀξιώσειας. [25] φιλονίκει μὴ περὶ πάντων, ἀλλὰ
περὶ ὧν κρατήσαντί σοι μέλλει συνοίσειν. φαύλους ἡγοῦ μὴ
τοὺς συμφερόντως ἡττωμένους, ἀλλὰ τοὺς μετὰ βλάβης περι-
γιγνομένους. μεγαλόφρονας νόμιζε μὴ τοὺς μείζω περιβαλ-
λομένους ὧν οἷοί τ’ εἰσὶ κατασχεῖν, ἀλλὰ τοὺς καλῶν μὲν ἐφ-
ιεμένους, ἐξεργάζεσθαι δὲ δυναμένους οἷς ἂν ἐπιχειρῶσιν.
[26] ζήλου μὴ τοὺς μεγίστην ἀρχὴν κτησαμένους, ἀλλὰ τοὺς
ἄριστα τῇ παρούσῃ χρησαμένους, καὶ νόμιζε τελέως εὐδαιμο-
νήσειν οὐκ ἐὰν πάντων ἀνθρώπων μετὰ φόβων καὶ κινδύνων
καὶ κακίας ἄρξῃς, ἀλλ’ ἂν τοιοῦτος ὢν οἷον χρὴ καὶ πράττων
ὥσπερ ἐν τῷ παρόντι μετρίων ἐπιθυμῇς καὶ μηδενὸς τούτων
ἀτυχῇς.
***
[15] Από εδώ λοιπόν (από την επιμέλειαν της διανοίας) πρέπει να αρχίζουν όσοι είναι προωρισμένοι να κυβερνήσουν καλώς, προς τούτοις δε πρέπει να είναι φιλάνθρωποι και φίλοι της πατρίδος των· διότι ούτε ίππους, ούτε κύνας ούτε άνδρας ούτε κανέν άλλο πράγμα είναι ικανός κανείς να διευθύνη καλώς, αν δεν ευχαριστήται δι' αυτά, διά τα οποία πρέπει αυτός να φροντίζη. Να φροντίζης διά τον λαόν και να εκτιμάς περισσότερον από κάθε άλλο το να άρχης αυτού, χωρίς ούτος να δυσφορή, [16] έχων την πεποίθησιν ότι και εκ των ολιγαρχιών και των άλλων πολιτευμάτων εκείνα διαρκούν περισσότερον χρόνον, τα οποία φροντίζουν όσον το δυνατόν περισσότερον διά το συμφέρον του λαού. Καλώς δε θα κυβερνήσης τον λαόν, αν δεν αφίνης αυτόν να διαπράττη βιαιότητας, και δεν ανέχεσαι να γίνεται αντικείμενον κακομεταχειρίσεως ο λαός, αλλ' αν προσέχης πώς οι άριστοι μεν θα έχουν τα αξιώματα, οι δε άλλοι (οι ιδιώται) δεν θα αδικούνται διόλου· διότι αυτά είναι αι πρώται και μέγισται βάσεις της χρηστής πολιτείας.
[17] Να ακυρώνης και τροποποιής εκ των νόμων και εθίμων όσα δεν έχουν νομοθετηθή καλώς, και προ πάντων μεν να ευρίσκης τους αρίστους νόμους, ει δε μη, να μιμήσαι εκείνους που έχουν αναγνωρισθή ως καλοί εις τους άλλους λαούς. Να ζητής νόμους τοιούτους, οι οποίοι εις μεν το σύνολόν των είναι δίκαιοι και συμφέροντες και δεν παρέχουν αντιφάσεις, προς τούτοις δε τοιούτους νόμους, οι οποίοι τας μεν φιλονικίας μεταξύ των πολιτών κάμνουν όσον το δυνατόν ολιγωτέρας, τους δε συμβιβασμούς μεταξύ των πολιτών όσον το δυνατόν ταχυτέρους διότι οι καλώς κείμενοι νόμοι πρέπει να έχουν όλα αυτά τα προσόντα.
[18] Τας μεν εργασίας των πολιτών να καθιστάς επικερδείς εις αυτούς, την δε πολυπραγμοσύνην αυτών επιζημίαν, διά να αποφεύγουν μεν την πολυπραγμοσύνην, να ασχολούνται δε με μεγαλύτερον ζήλον εις τας εργασίας των. Να εκφέρης κρίσεις διά ζητήματα, διά τα οποία υπάρχουν αμφισβητήσεις μεταξύ των πολιτών, υπαγορευομένας ουχί από εύνοιαν, ούτε αντιφατικάς προς αλλήλας, αλλ' εις τας αυτάς περιστάσεις να κρίνης πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον· διότι επιβάλλεται υπό της ηθικής και είναι συμφέρον αι γνώμαι των βασιλέων να είναι σταθεραί, όταν πρόκειται περί δικαίας υποθέσεως, όπως οι καλώς κείμενοι νόμοι. [19] Να κυβερνάς την πόλιν ομοίως όπως κυβερνάς τον πατρικόν σου οίκον, με μεγαλοδωρίαν και βασιλικήν αξιοπρέπειαν μεν όσον αφορά τα δημόσια κοινωφελή έργα, με φειδώ δε όσον αφορά την διαχείρισιν του δημοσίου πλούτου, και διά να αποκτήσης καλόν όνομα και διά να επαρκής εις τας δαπάνας. Την μεγαλοπρέπειαν να μη επιδεικνύης με καμμίαν πολυτέλειαν εξ εκείνων που εξαφανίζονται αμέσως, αλλά με όσα είπομεν προηγουμένως, δηλαδή με την ωραιότητα και με την επιβολήν των αποκτηθέντων (καλλιτεχνικών και λοιπών δημιουργημάτων) και με τας ευεργεσίας των φίλων· διότι αι δαπάναι, αι οποίαι διετέθησαν διά τους σκοπούς τούτους, και διά σε τον ίδιον δεν θα χαθούν και θα αφήσης εις εκείνους που θα σε διαδεχθούν ωφελείας πολυτιμοτέρας από τα κεφάλαια, τα οποία θα εξοδεύσης.
[20] Να λατρεύης μεν τους θεούς κατά τον τρόπον κατά τον οποίον σε εδίδαξαν οι πρόγονοί σου, να νομίζης δε ότι αύτη είναι η ωραιοτάτη θυσία και μεγίστη λατρεία, δηλαδή να δεικνύης τον εαυτόν σου όσον το δυνατόν χρηστόν και δίκαιον· διότι υπάρχει μεγαλυτέρα ελπίς οι παρέχοντες εαυτούς δικαίους και χρηστούς να επιτύχουν κάτι καλόν εκ μέρους των θεών παρά όσοι προσφέρουν πολλάς θυσίας.
Να τιμάς διά των αξιωμάτων μεν τους στενωτάτους εκ των συγγενών σου, διά δε των αληθεστάτων τιμών που συνεπάγονται πραγματικήν δύναμιν τους πλέον αφωσιωμένους εις σε φίλους. [21] Να θεωρής ως ασφαλεστάτην εγγύησιν του σώματος την ειλικρίνειαν των φίλων σου, την νομιμοφροσύνην των πολιτών και την ιδικήν σου σύνεσιν· διότι διά τούτων προ πάντων ήθελε τις δυνηθή να αποκτήση την βασιλικήν εξουσίαν και να την διατηρήση.
Να φροντίζης διά τας ιδιωτικάς υποθέσεις των υπηκόων σου και να νομίζης ότι όσοι δαπανούν χωρίς φειδώ τα χρήματά των, εξοδεύουν από τα ιδικά σου χρήματα και ότι όσοι πλουτούν με την εργασίαν των αυξάνουν τους θησαυρούς σου. Διότι η περιουσία των πολιτών αποτελεί την περιουσίαν εκείνων που κυβερνούν με φρόνησιν. [22] Να δεικνύης καθ' όλην την ζωήν σου τοιούτον σεβασμόν διά την αλήθειαν, ώστε οι λόγοι σου να εμπνέουν περισσοτέραν εμπιστοσύνην από τους όρκους των άλλων ανθρώπων. Εις όλους μεν τους ξένους να παρέχης την πόλιν ασφαλή και δικαίαν εις τας ιδιωτικάς συμφωνίας, να φροντίζης δε πάρα πολύ δι' εκείνους εκ των ερχομένων προς σε, οι οποίοι δεν σου φέρουν δώρα, αλλά επιθυμούν να λάβουν τοιαύτα παρά σού· διότι, παρέχων τιμάς εις αυτούς, θα αποκτήσης μεγαλυτέραν φήμην ενώπιον των άλλων ανθρώπων. [23] Να εκβάλλης τους πολλούς φόβους από τους πολίτας και να μη θέλης να είναι γεμάτοι φόβον όσοι δεν αδικούν διόλου, διότι τα συναισθήματα, που θα εμβάλης εις τους υπηκόους σου, θα τα δοκιμάσης και συ ο ίδιος. Να μη κάμης τίποτε με οργήν, αλλά να δεικνύεσαι ωργισμένος, όταν η περίστασις το απαιτεί. Να φαίνεσαι φοβερός μεν διά της επαγρυπνήσεως την οποίαν τίποτε δεν διαφεύγει, επιεικής δε διά της φροντίδος να επιβάλλης ποινάς κατωτέρας των παραπτωμάτων.
[24] Να επιθυμής να είσαι ικανός περί το άρχειν όχι με την αυστηρότητα της διοικήσεως, ούτε με τας υπερβολικάς τιμωρίας, αλλά με το να δεικνύεσαι ανώτερος των άλλων δια της συνέσεώς σου και με το να νομίζουν οι υπήκοοί σου ότι συ φροντίζεις διά την σωτηρίαν των καλύτερον από αυτούς τους ιδίους. Να είσαι ικανός διά την διεξαγωγήν του πολέμου διά της γνώσεως της πολεμικής τακτικής και των πολεμικών παρασκευών, φίλος δε της ειρήνης διά της αποφυγής πάσης αδίκου αυξήσεως της δυνάμεώς σου. Να ευρίσκεσαι εις τοιαύτας σχέσεις προς τας ασθενεστέρας πόλεις, εις οποίας σχέσεις ήθελες αξιώσει να ευρίσκωνται αι ισχυρότεραι πόλεις προς τον εαυτόν σου. [25] Να μη αγωνίζεσαι δι' όλα, αλλά δι' εκείνα τα οποία, όταν νικήσης, πρόκειται να σε ωφελήσουν. Να νομίζης φαύλους όχι εκείνους που υποκύπτουν προς το συμφέρον των, αλλά εκείνους, οι οποίοι επιβάλλουν τας θελήσεις των με ζημίαν. Να πιστεύης ότι το μεγαλείον της ψυχής δεν ευρίσκεται εις τους ανθρώπους που επιχειρούν περισσότερα από όσα δύνανται να επιτελέσουν, αλλ' εις εκείνους οι οποίοι επιθυμούν τα ευγενή και μεγάλα και δύνανται να εκτελούν όσα επιχειρούν. [26] Να ζηλεύης όχι εκείνους που απέκτησαν μεγάλην δύναμιν, αλλά εκείνους που διαχειρίζονται άριστα την δύναμιν που έχουν εις τας χείρας των. Επίσης να πιστεύης ότι θα είσαι από πάσης απόψεως ευδαίμων, όχι αν κυβερνήσης όλους τους ανθρώπους με φόβον και κίνδυνον και εχθρότητα, αλλά αν, ων τοιούτος οποίος πρέπει να είσαι και ενεργών όπως ενεργείς τώρα, επιθυμής τα λογικά και δεν αποτυγχάνης εις κανέν από αυτά.
[15] Από εδώ λοιπόν (από την επιμέλειαν της διανοίας) πρέπει να αρχίζουν όσοι είναι προωρισμένοι να κυβερνήσουν καλώς, προς τούτοις δε πρέπει να είναι φιλάνθρωποι και φίλοι της πατρίδος των· διότι ούτε ίππους, ούτε κύνας ούτε άνδρας ούτε κανέν άλλο πράγμα είναι ικανός κανείς να διευθύνη καλώς, αν δεν ευχαριστήται δι' αυτά, διά τα οποία πρέπει αυτός να φροντίζη. Να φροντίζης διά τον λαόν και να εκτιμάς περισσότερον από κάθε άλλο το να άρχης αυτού, χωρίς ούτος να δυσφορή, [16] έχων την πεποίθησιν ότι και εκ των ολιγαρχιών και των άλλων πολιτευμάτων εκείνα διαρκούν περισσότερον χρόνον, τα οποία φροντίζουν όσον το δυνατόν περισσότερον διά το συμφέρον του λαού. Καλώς δε θα κυβερνήσης τον λαόν, αν δεν αφίνης αυτόν να διαπράττη βιαιότητας, και δεν ανέχεσαι να γίνεται αντικείμενον κακομεταχειρίσεως ο λαός, αλλ' αν προσέχης πώς οι άριστοι μεν θα έχουν τα αξιώματα, οι δε άλλοι (οι ιδιώται) δεν θα αδικούνται διόλου· διότι αυτά είναι αι πρώται και μέγισται βάσεις της χρηστής πολιτείας.
[17] Να ακυρώνης και τροποποιής εκ των νόμων και εθίμων όσα δεν έχουν νομοθετηθή καλώς, και προ πάντων μεν να ευρίσκης τους αρίστους νόμους, ει δε μη, να μιμήσαι εκείνους που έχουν αναγνωρισθή ως καλοί εις τους άλλους λαούς. Να ζητής νόμους τοιούτους, οι οποίοι εις μεν το σύνολόν των είναι δίκαιοι και συμφέροντες και δεν παρέχουν αντιφάσεις, προς τούτοις δε τοιούτους νόμους, οι οποίοι τας μεν φιλονικίας μεταξύ των πολιτών κάμνουν όσον το δυνατόν ολιγωτέρας, τους δε συμβιβασμούς μεταξύ των πολιτών όσον το δυνατόν ταχυτέρους διότι οι καλώς κείμενοι νόμοι πρέπει να έχουν όλα αυτά τα προσόντα.
[18] Τας μεν εργασίας των πολιτών να καθιστάς επικερδείς εις αυτούς, την δε πολυπραγμοσύνην αυτών επιζημίαν, διά να αποφεύγουν μεν την πολυπραγμοσύνην, να ασχολούνται δε με μεγαλύτερον ζήλον εις τας εργασίας των. Να εκφέρης κρίσεις διά ζητήματα, διά τα οποία υπάρχουν αμφισβητήσεις μεταξύ των πολιτών, υπαγορευομένας ουχί από εύνοιαν, ούτε αντιφατικάς προς αλλήλας, αλλ' εις τας αυτάς περιστάσεις να κρίνης πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον· διότι επιβάλλεται υπό της ηθικής και είναι συμφέρον αι γνώμαι των βασιλέων να είναι σταθεραί, όταν πρόκειται περί δικαίας υποθέσεως, όπως οι καλώς κείμενοι νόμοι. [19] Να κυβερνάς την πόλιν ομοίως όπως κυβερνάς τον πατρικόν σου οίκον, με μεγαλοδωρίαν και βασιλικήν αξιοπρέπειαν μεν όσον αφορά τα δημόσια κοινωφελή έργα, με φειδώ δε όσον αφορά την διαχείρισιν του δημοσίου πλούτου, και διά να αποκτήσης καλόν όνομα και διά να επαρκής εις τας δαπάνας. Την μεγαλοπρέπειαν να μη επιδεικνύης με καμμίαν πολυτέλειαν εξ εκείνων που εξαφανίζονται αμέσως, αλλά με όσα είπομεν προηγουμένως, δηλαδή με την ωραιότητα και με την επιβολήν των αποκτηθέντων (καλλιτεχνικών και λοιπών δημιουργημάτων) και με τας ευεργεσίας των φίλων· διότι αι δαπάναι, αι οποίαι διετέθησαν διά τους σκοπούς τούτους, και διά σε τον ίδιον δεν θα χαθούν και θα αφήσης εις εκείνους που θα σε διαδεχθούν ωφελείας πολυτιμοτέρας από τα κεφάλαια, τα οποία θα εξοδεύσης.
[20] Να λατρεύης μεν τους θεούς κατά τον τρόπον κατά τον οποίον σε εδίδαξαν οι πρόγονοί σου, να νομίζης δε ότι αύτη είναι η ωραιοτάτη θυσία και μεγίστη λατρεία, δηλαδή να δεικνύης τον εαυτόν σου όσον το δυνατόν χρηστόν και δίκαιον· διότι υπάρχει μεγαλυτέρα ελπίς οι παρέχοντες εαυτούς δικαίους και χρηστούς να επιτύχουν κάτι καλόν εκ μέρους των θεών παρά όσοι προσφέρουν πολλάς θυσίας.
Να τιμάς διά των αξιωμάτων μεν τους στενωτάτους εκ των συγγενών σου, διά δε των αληθεστάτων τιμών που συνεπάγονται πραγματικήν δύναμιν τους πλέον αφωσιωμένους εις σε φίλους. [21] Να θεωρής ως ασφαλεστάτην εγγύησιν του σώματος την ειλικρίνειαν των φίλων σου, την νομιμοφροσύνην των πολιτών και την ιδικήν σου σύνεσιν· διότι διά τούτων προ πάντων ήθελε τις δυνηθή να αποκτήση την βασιλικήν εξουσίαν και να την διατηρήση.
Να φροντίζης διά τας ιδιωτικάς υποθέσεις των υπηκόων σου και να νομίζης ότι όσοι δαπανούν χωρίς φειδώ τα χρήματά των, εξοδεύουν από τα ιδικά σου χρήματα και ότι όσοι πλουτούν με την εργασίαν των αυξάνουν τους θησαυρούς σου. Διότι η περιουσία των πολιτών αποτελεί την περιουσίαν εκείνων που κυβερνούν με φρόνησιν. [22] Να δεικνύης καθ' όλην την ζωήν σου τοιούτον σεβασμόν διά την αλήθειαν, ώστε οι λόγοι σου να εμπνέουν περισσοτέραν εμπιστοσύνην από τους όρκους των άλλων ανθρώπων. Εις όλους μεν τους ξένους να παρέχης την πόλιν ασφαλή και δικαίαν εις τας ιδιωτικάς συμφωνίας, να φροντίζης δε πάρα πολύ δι' εκείνους εκ των ερχομένων προς σε, οι οποίοι δεν σου φέρουν δώρα, αλλά επιθυμούν να λάβουν τοιαύτα παρά σού· διότι, παρέχων τιμάς εις αυτούς, θα αποκτήσης μεγαλυτέραν φήμην ενώπιον των άλλων ανθρώπων. [23] Να εκβάλλης τους πολλούς φόβους από τους πολίτας και να μη θέλης να είναι γεμάτοι φόβον όσοι δεν αδικούν διόλου, διότι τα συναισθήματα, που θα εμβάλης εις τους υπηκόους σου, θα τα δοκιμάσης και συ ο ίδιος. Να μη κάμης τίποτε με οργήν, αλλά να δεικνύεσαι ωργισμένος, όταν η περίστασις το απαιτεί. Να φαίνεσαι φοβερός μεν διά της επαγρυπνήσεως την οποίαν τίποτε δεν διαφεύγει, επιεικής δε διά της φροντίδος να επιβάλλης ποινάς κατωτέρας των παραπτωμάτων.
[24] Να επιθυμής να είσαι ικανός περί το άρχειν όχι με την αυστηρότητα της διοικήσεως, ούτε με τας υπερβολικάς τιμωρίας, αλλά με το να δεικνύεσαι ανώτερος των άλλων δια της συνέσεώς σου και με το να νομίζουν οι υπήκοοί σου ότι συ φροντίζεις διά την σωτηρίαν των καλύτερον από αυτούς τους ιδίους. Να είσαι ικανός διά την διεξαγωγήν του πολέμου διά της γνώσεως της πολεμικής τακτικής και των πολεμικών παρασκευών, φίλος δε της ειρήνης διά της αποφυγής πάσης αδίκου αυξήσεως της δυνάμεώς σου. Να ευρίσκεσαι εις τοιαύτας σχέσεις προς τας ασθενεστέρας πόλεις, εις οποίας σχέσεις ήθελες αξιώσει να ευρίσκωνται αι ισχυρότεραι πόλεις προς τον εαυτόν σου. [25] Να μη αγωνίζεσαι δι' όλα, αλλά δι' εκείνα τα οποία, όταν νικήσης, πρόκειται να σε ωφελήσουν. Να νομίζης φαύλους όχι εκείνους που υποκύπτουν προς το συμφέρον των, αλλά εκείνους, οι οποίοι επιβάλλουν τας θελήσεις των με ζημίαν. Να πιστεύης ότι το μεγαλείον της ψυχής δεν ευρίσκεται εις τους ανθρώπους που επιχειρούν περισσότερα από όσα δύνανται να επιτελέσουν, αλλ' εις εκείνους οι οποίοι επιθυμούν τα ευγενή και μεγάλα και δύνανται να εκτελούν όσα επιχειρούν. [26] Να ζηλεύης όχι εκείνους που απέκτησαν μεγάλην δύναμιν, αλλά εκείνους που διαχειρίζονται άριστα την δύναμιν που έχουν εις τας χείρας των. Επίσης να πιστεύης ότι θα είσαι από πάσης απόψεως ευδαίμων, όχι αν κυβερνήσης όλους τους ανθρώπους με φόβον και κίνδυνον και εχθρότητα, αλλά αν, ων τοιούτος οποίος πρέπει να είσαι και ενεργών όπως ενεργείς τώρα, επιθυμής τα λογικά και δεν αποτυγχάνης εις κανέν από αυτά.
Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 10. Οδύσσεια
10.3. Δίας - Ήλιος - Ερμής
Ο Δίας παρεμβαίνει στον επίλογο της «Κυκλώπειας» (ι 551-555). Όταν, τυφλωμένος ο Πολύφημος, προκαλείται με υπεροπτικό τρόπο από τον Οδυσσέα, που βρίσκεται ήδη στο πλοίο της αναχώρησης, αντιδρά ευχόμενος στον γεννήτορά του Ποσειδώνα να ματαιώσει τον νόστο του ήρωα (το λιγότερο να τον αναστείλει, προβάλλοντας διαδοχικά εμπόδια), αφού στο μεταξύ απολέσει όλους τους εταίρους του. Ο Ποσειδών εισακούει την ευχή του γιου του (ι 536).
Μετά βίας σώζεται από τα βλήματα του Κύκλωπα το καράβι του Οδυσσέα, ωσότου αράζει στο απέναντι παραδείσιο νησί, όπου με αγωνία περιμένουν οι εναπομείναντες σύντροφοι. Στο ακρογιάλι τελείται θυσία στον Δία: καίγονται σφάγια πολλά, μήπως αποτραπεί η κατάρα του Πολύφημου. Ο ύπατος θεός όμως δεν αποδέχεται την έμπυρη ικεσία· αντ᾽ αυτού, μουρμουρίζοντας στοχάζεται πώς θα χαθούν όλα τα καράβια στην εξέλιξη του νόστου, πώς θα αφανιστούν όλοι οι εταίροι - για αφανισμό του Οδυσσέα δεν γίνεται λόγος.
Με τον τρόπο αυτό προαποφασίζεται από τον Δία, ύστερα και από τη συναίνεση του Ποσειδώνα, ο ολοκληρωτικός όλεθρος των εταίρων, που αποτελεί μοναδική εξαίρεση, σε σύγκριση προς όλους τους άλλους νόστους, όσοι περιέχονται στο εσωτερικό του έπους ή αναφέρονται στην περίληψη του επικού κύκλου. Το σκάνδαλο αυτό της Οδύσσειας (που εξυπηρετεί ωστόσο τις συνθετικές προδιαγραφές του έπους) ο ποιητής το παρακάμπτει με διαδοχικούς ελιγμούς. Ο κυριότερος εντοπίζεται στο επεισόδιο της Θρινακίας (προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους), όπου οι εταίροι ενοχοποιούνται, επειδή, παρά τις αποτρεπτικές προειδοποιήσεις του Οδυσσέα, σφάζουν, ψήνουν και τρώνε τα ιερά βόδια του Ήλιου, για να κατευνάσουν την αδήριτη πείνα τους.
Η ατάσθαλη αυτή πράξη προκαλεί την οργή του Ήλιου, ο οποίος μπροστά στον Δία απαιτεί άμεση τιμωρία των ενόχων· άλλως απειλεί να κατέβει στον Άδη, αφήνοντας τη γη στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Δίας αποτρέπει την πραγματοποίηση της απειλής με την υπόσχεση ότι ο ίδιος θα τιμωρήσει παραδειγματικά τους ανίερους συντρόφους, συντρίβοντας το καράβι τους με πυρφόρο κεραυνό. Η συντριβή συντελείται, μόλις το καράβι αποπλέει από το νησί, και επιφέρει τον τραγικό όλεθρο όλων των εταίρων. Μόνος ο Οδυσσέας σώζεται, κρεμασμένος πρώτα σε μια αγριοσυκιά, προσηλωμένος μετά σε ένα μαδέρι, που τον μεταφέρει εννέα μέρες, ωσότου τη δέκατη τον βγάζει στο νησί της Καλυψώς. Έτσι ελαττώνεται, αν δεν μηδενίζεται, η άδικη μεροληψία του Δία στο τέλος της «Κυκλώπειας» εις βάρος των εταίρων του Οδυσσέα: οι ανένοχοι ακόμη εκεί σύντροφοι γίνονται εδώ αμετάκλητα ένοχοι.
Η προδήλωση εξάλλου του ολέθρου των εταίρων (τόσο από τον Ποσειδώνα όσο και από τον Δία) στη δέκατη ραψωδία δεν είναι άμεση, εφόσον περιέχεται στην αναδιήγηση του επεισοδίου από τον ήρωα, ύστερα μάλιστα από δέκα χρόνια. Από την άποψη αυτή τίθεται το ερώτημα με ποιους όρους τη χρεώνει ο ποιητής στον Οδυσσέα: ως προκαταβολική εικασία του αφηγητή του; ως μεταγενέστερη γνώση δική του, που μεταφέρεται από το παρόν στο παρελθόν; Η απορία ακούγεται σχολαστική, βοηθάει όμως να διαγνώσουμε τις συνέπειες που έχει κάποτε ο δανεισμός της σκέψης και της γνώσης του ποιητή ειδικότερα στον Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί, όπως έχουμε αλλού υποδείξει, το αφηγηματικό του άλλοθι. Γεγονός που σημαίνει ότι ο ποιητής εμπιστεύεται τη δική του αφηγηματική παντογνωσία στον κεντρικό του ήρωα. Θα πρέπει ίσως και αυτός ο ελιγμός να συνυπολογιστεί ως δείγμα της γενικότερης ειρωνείας που διαπερνά το έπος της Οδύσσειας.
Η διείσδυση του Ερμή στο σώμα των «Απολόγων» αναγνωρίζεται σε κομβικό σημείο του επεισοδίου της Κίρκης (κ 274-307). Η μάγισσα έχει παγιδεύσει ήδη τους μισούς εταίρους του Οδυσσέα, μεταμορφώνοντάς τους σε έγκλειστα γουρούνια. Ειδοποιημένος ο Οδυσσέας από τον τρομαγμένο Ευρύλοχο, προστρέχει «στον τόπο του εγκλήματος», για να δει τι γίνεται και τι μπορεί ο ίδιος να κάνει, αδιαφορώντας για τον προσωπικό του κίνδυνο. Από αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο τον προφυλάσσει εγκαίρως ο Ερμής: μεταμορφωμένος σε έφηβο, που μόλις χνούδισε το γένι του, τον σταματά καθ᾽ οδόν, του εξηγεί τι έγινε με τους μισούς εταίρους του, τι απειλείται να γίνει και με τον ίδιο, του προσφέρει το βότανο μώλυ, ως αντιφάρμακο στο φαρμάκι της Κίρκης, και του συστήνει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις άλλες ορέξεις και προσφορές της δαιμονικής θεάς.
Ο Δίας παρεμβαίνει στον επίλογο της «Κυκλώπειας» (ι 551-555). Όταν, τυφλωμένος ο Πολύφημος, προκαλείται με υπεροπτικό τρόπο από τον Οδυσσέα, που βρίσκεται ήδη στο πλοίο της αναχώρησης, αντιδρά ευχόμενος στον γεννήτορά του Ποσειδώνα να ματαιώσει τον νόστο του ήρωα (το λιγότερο να τον αναστείλει, προβάλλοντας διαδοχικά εμπόδια), αφού στο μεταξύ απολέσει όλους τους εταίρους του. Ο Ποσειδών εισακούει την ευχή του γιου του (ι 536).
Μετά βίας σώζεται από τα βλήματα του Κύκλωπα το καράβι του Οδυσσέα, ωσότου αράζει στο απέναντι παραδείσιο νησί, όπου με αγωνία περιμένουν οι εναπομείναντες σύντροφοι. Στο ακρογιάλι τελείται θυσία στον Δία: καίγονται σφάγια πολλά, μήπως αποτραπεί η κατάρα του Πολύφημου. Ο ύπατος θεός όμως δεν αποδέχεται την έμπυρη ικεσία· αντ᾽ αυτού, μουρμουρίζοντας στοχάζεται πώς θα χαθούν όλα τα καράβια στην εξέλιξη του νόστου, πώς θα αφανιστούν όλοι οι εταίροι - για αφανισμό του Οδυσσέα δεν γίνεται λόγος.
Με τον τρόπο αυτό προαποφασίζεται από τον Δία, ύστερα και από τη συναίνεση του Ποσειδώνα, ο ολοκληρωτικός όλεθρος των εταίρων, που αποτελεί μοναδική εξαίρεση, σε σύγκριση προς όλους τους άλλους νόστους, όσοι περιέχονται στο εσωτερικό του έπους ή αναφέρονται στην περίληψη του επικού κύκλου. Το σκάνδαλο αυτό της Οδύσσειας (που εξυπηρετεί ωστόσο τις συνθετικές προδιαγραφές του έπους) ο ποιητής το παρακάμπτει με διαδοχικούς ελιγμούς. Ο κυριότερος εντοπίζεται στο επεισόδιο της Θρινακίας (προβάλλεται και στο προοίμιο του έπους), όπου οι εταίροι ενοχοποιούνται, επειδή, παρά τις αποτρεπτικές προειδοποιήσεις του Οδυσσέα, σφάζουν, ψήνουν και τρώνε τα ιερά βόδια του Ήλιου, για να κατευνάσουν την αδήριτη πείνα τους.
Η ατάσθαλη αυτή πράξη προκαλεί την οργή του Ήλιου, ο οποίος μπροστά στον Δία απαιτεί άμεση τιμωρία των ενόχων· άλλως απειλεί να κατέβει στον Άδη, αφήνοντας τη γη στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Δίας αποτρέπει την πραγματοποίηση της απειλής με την υπόσχεση ότι ο ίδιος θα τιμωρήσει παραδειγματικά τους ανίερους συντρόφους, συντρίβοντας το καράβι τους με πυρφόρο κεραυνό. Η συντριβή συντελείται, μόλις το καράβι αποπλέει από το νησί, και επιφέρει τον τραγικό όλεθρο όλων των εταίρων. Μόνος ο Οδυσσέας σώζεται, κρεμασμένος πρώτα σε μια αγριοσυκιά, προσηλωμένος μετά σε ένα μαδέρι, που τον μεταφέρει εννέα μέρες, ωσότου τη δέκατη τον βγάζει στο νησί της Καλυψώς. Έτσι ελαττώνεται, αν δεν μηδενίζεται, η άδικη μεροληψία του Δία στο τέλος της «Κυκλώπειας» εις βάρος των εταίρων του Οδυσσέα: οι ανένοχοι ακόμη εκεί σύντροφοι γίνονται εδώ αμετάκλητα ένοχοι.
Η προδήλωση εξάλλου του ολέθρου των εταίρων (τόσο από τον Ποσειδώνα όσο και από τον Δία) στη δέκατη ραψωδία δεν είναι άμεση, εφόσον περιέχεται στην αναδιήγηση του επεισοδίου από τον ήρωα, ύστερα μάλιστα από δέκα χρόνια. Από την άποψη αυτή τίθεται το ερώτημα με ποιους όρους τη χρεώνει ο ποιητής στον Οδυσσέα: ως προκαταβολική εικασία του αφηγητή του; ως μεταγενέστερη γνώση δική του, που μεταφέρεται από το παρόν στο παρελθόν; Η απορία ακούγεται σχολαστική, βοηθάει όμως να διαγνώσουμε τις συνέπειες που έχει κάποτε ο δανεισμός της σκέψης και της γνώσης του ποιητή ειδικότερα στον Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί, όπως έχουμε αλλού υποδείξει, το αφηγηματικό του άλλοθι. Γεγονός που σημαίνει ότι ο ποιητής εμπιστεύεται τη δική του αφηγηματική παντογνωσία στον κεντρικό του ήρωα. Θα πρέπει ίσως και αυτός ο ελιγμός να συνυπολογιστεί ως δείγμα της γενικότερης ειρωνείας που διαπερνά το έπος της Οδύσσειας.
Η διείσδυση του Ερμή στο σώμα των «Απολόγων» αναγνωρίζεται σε κομβικό σημείο του επεισοδίου της Κίρκης (κ 274-307). Η μάγισσα έχει παγιδεύσει ήδη τους μισούς εταίρους του Οδυσσέα, μεταμορφώνοντάς τους σε έγκλειστα γουρούνια. Ειδοποιημένος ο Οδυσσέας από τον τρομαγμένο Ευρύλοχο, προστρέχει «στον τόπο του εγκλήματος», για να δει τι γίνεται και τι μπορεί ο ίδιος να κάνει, αδιαφορώντας για τον προσωπικό του κίνδυνο. Από αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο τον προφυλάσσει εγκαίρως ο Ερμής: μεταμορφωμένος σε έφηβο, που μόλις χνούδισε το γένι του, τον σταματά καθ᾽ οδόν, του εξηγεί τι έγινε με τους μισούς εταίρους του, τι απειλείται να γίνει και με τον ίδιο, του προσφέρει το βότανο μώλυ, ως αντιφάρμακο στο φαρμάκι της Κίρκης, και του συστήνει πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις άλλες ορέξεις και προσφορές της δαιμονικής θεάς.
Κάποια μέρα όλη η αγάπη που προσφέρεις θα σου επιστραφεί
Περίμενα πολλά χρόνια μέχρι να έρθει η στιγμή που θα κρατάω στην αγκαλιά μου από τη μια τον/την σύντροφο της ζωής μου. Χρόνια που έδινα, κι έδινα, κι έδινα και το μόνο που έπαιρνα πίσω ήταν αναπάντητα μηνύματα, φρούδες υποσχέσεις και άνθρωποι κενοί και ψεύτικοι.
Τίποτα δεν πήγε χαμένο όμως. Όλη η αγάπη που μοίραζα απλόχερα μου επεστράφη στο διπλάσιο με την οικογένειά μου: τον άνθρωπό μου που είναι πάντα δίπλα μου. Γι’ αυτό, όπως λέει και το παρακάτω κείμενο, κάποια μέρα όλη η αγάπη που πρόσφερες θα σου επιστραφεί. Να αγαπάς με όλη σου την καρδιά και δεν θα βγεις χαμένος…
Είμαι βέβαιος ότι όλα τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα που έχεις κάνει και έχουν μείνει αναπάντητα, που έχουν αγνοηθεί και έχουν μείνει απλά «διαβασμένα» θα σου επιστραφούν με τον πιο γλυκό και τρυφερό τρόπο.
Θα βρουν το δρόμο τους πίσω σε εσένα, επειδή το καταπληκτικό Σύμπαν δουλεύει ακριβώς με αυτό τον τρόπο. Και θα σε βρουν με έναν συνεπή τρόπο που δεν θα σε αφήσουν να απορείς ή να νιώθεις μπερδεμένος ή μπερδεμένη. Θα γνωρίζεις στην καρδιά σου ότι αυτές οι λέξεις, τα τηλεφωνήματα και τα κείμενα είναι αληθινά και ειλικρινή. Ότι κάθε συναίσθημα είναι αληθινό.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα βράδια που μένεις άγρυπνος/η, περιμένοντας για ένα τηλεφώνημα ή ένα μήνυμα που ποτέ δεν ήρθε θα μεταμορφωθούν σε ατέλειωτες μεγάλες συζητήσεις με κάποιον που δεν θα θέλει να σταματήσει να σου μιλά.
Και δεν θα είσαι εσύ που θα ξεκινάς τις συζητήσεις. Δεν θα νιώθεις ότι είσαι το μόνο άτομο που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει τη συζήτηση. Θα είναι αμοιβαίο. Θα κοιμάστε και θα ξυπνάτε και οι δύο με το μεγαλύτερο χαμόγελο στο πρόσωπό σας, επειδή θα ανυπομονείτε να ακούσετε ο ένας νέα του άλλου ξανά.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα ακυρωμένα ραντεβού θα αντικατασταθούν από τα καλύτερα ραντεβού της ζωής σου. Γιατί θα έχεις την καλύτερη παρέα του κόσμου. Όλα θα είναι τόσο όμορφα και η συζήτηση θα κυλά τόσο ομαλά που δεν θα αντιλαμβάνεστε το χρόνο που θα περνά.
Θα μένετε έξω μέχρι να κλείσει και το τελευταίο μαγαζί. Θα ξεχάσετε κάθε άσχημο ραντεβού, επειδή θα έχετε δίπλα σας το ξεχωριστό. Θα βρίσκει χρόνο για εσένα και θα θέλει να βιώσει μαζί σου το καθετί επειδή ήδη θα σχεδιάζει όλα τα ραντεβού που θα ακολουθήσουν.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα χρόνια που βιώνουμε απόρριψη, που παρεξηγούμαστε και που μένουμε αόρατοι θα αποκατασταθούν με πολλά χρόνια αγάπης με έναν άνθρωπο που θα βλέπει ξεκάθαρα την αξία μας.
Με έναν άνθρωπο που θα σέβεται εμάς και τα συναισθήματά μας. Με έναν άνθρωπο που δεν θα θεωρεί ότι είμαστε απεγνωσμένα ρομαντικοί ή υπερβολικά ευαίσθητοι. Με κάποιον που θα εκτιμά εμάς και τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά μας. Με κάποιον που δεν θα θέλει να αλλάξουμε επειδή θα έχει ερωτευθεί εμάς όπως είμαστε.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα δάκρυα που έχουμε ρίξει για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή μας και που μας πλήγωσαν, θα εξαφανιστεί από μια αγάπη πραγματική και αγνή. Θα βρείτε την αγάπη, την ευτυχία, τη γαλήνη και την ασφάλεια. Και όλα στα μάτια ενός ανθρώπου. Η αγάπη μεταξύ σας θα ξεπεράσει και τις προσδοκίες σας. Γιατί θα είναι πλασμένη μέσα από τη δύσκολη ορισμένες φορές πραγματικότητα. Δεν θα χρειάζεται να ανησυχείτε για το τέλος.
Και αυτό είναι το είδος της αγάπης που βρίσκει κάποιος μετά από πολύ πόνο, μετά από όλες τις φορές που πίστεψε σε κάποιον, που του προσέφερε χωρίς εγωισμό και που όμως δεν έλαβε τίποτα σε αντάλλαγμα.
Αυτή η αγάπη που θα σε βρει στο τέλος, θα σε κάνει να πιστέψεις ξανά. Και να συνειδητοποιήσεις ότι τίποτα δεν έχεις σπαταλήσει μάταια. Έπρεπε να δώσεις όλη σου την αγάπη και να πληγωθείς ώστε το Σύμπαν στο τέλος να σου δώσει όλα όσα θέλησες.
Τίποτα δεν πήγε χαμένο όμως. Όλη η αγάπη που μοίραζα απλόχερα μου επεστράφη στο διπλάσιο με την οικογένειά μου: τον άνθρωπό μου που είναι πάντα δίπλα μου. Γι’ αυτό, όπως λέει και το παρακάτω κείμενο, κάποια μέρα όλη η αγάπη που πρόσφερες θα σου επιστραφεί. Να αγαπάς με όλη σου την καρδιά και δεν θα βγεις χαμένος…
Είμαι βέβαιος ότι όλα τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα που έχεις κάνει και έχουν μείνει αναπάντητα, που έχουν αγνοηθεί και έχουν μείνει απλά «διαβασμένα» θα σου επιστραφούν με τον πιο γλυκό και τρυφερό τρόπο.
Θα βρουν το δρόμο τους πίσω σε εσένα, επειδή το καταπληκτικό Σύμπαν δουλεύει ακριβώς με αυτό τον τρόπο. Και θα σε βρουν με έναν συνεπή τρόπο που δεν θα σε αφήσουν να απορείς ή να νιώθεις μπερδεμένος ή μπερδεμένη. Θα γνωρίζεις στην καρδιά σου ότι αυτές οι λέξεις, τα τηλεφωνήματα και τα κείμενα είναι αληθινά και ειλικρινή. Ότι κάθε συναίσθημα είναι αληθινό.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα βράδια που μένεις άγρυπνος/η, περιμένοντας για ένα τηλεφώνημα ή ένα μήνυμα που ποτέ δεν ήρθε θα μεταμορφωθούν σε ατέλειωτες μεγάλες συζητήσεις με κάποιον που δεν θα θέλει να σταματήσει να σου μιλά.
Και δεν θα είσαι εσύ που θα ξεκινάς τις συζητήσεις. Δεν θα νιώθεις ότι είσαι το μόνο άτομο που προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει τη συζήτηση. Θα είναι αμοιβαίο. Θα κοιμάστε και θα ξυπνάτε και οι δύο με το μεγαλύτερο χαμόγελο στο πρόσωπό σας, επειδή θα ανυπομονείτε να ακούσετε ο ένας νέα του άλλου ξανά.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα ακυρωμένα ραντεβού θα αντικατασταθούν από τα καλύτερα ραντεβού της ζωής σου. Γιατί θα έχεις την καλύτερη παρέα του κόσμου. Όλα θα είναι τόσο όμορφα και η συζήτηση θα κυλά τόσο ομαλά που δεν θα αντιλαμβάνεστε το χρόνο που θα περνά.
Θα μένετε έξω μέχρι να κλείσει και το τελευταίο μαγαζί. Θα ξεχάσετε κάθε άσχημο ραντεβού, επειδή θα έχετε δίπλα σας το ξεχωριστό. Θα βρίσκει χρόνο για εσένα και θα θέλει να βιώσει μαζί σου το καθετί επειδή ήδη θα σχεδιάζει όλα τα ραντεβού που θα ακολουθήσουν.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα χρόνια που βιώνουμε απόρριψη, που παρεξηγούμαστε και που μένουμε αόρατοι θα αποκατασταθούν με πολλά χρόνια αγάπης με έναν άνθρωπο που θα βλέπει ξεκάθαρα την αξία μας.
Με έναν άνθρωπο που θα σέβεται εμάς και τα συναισθήματά μας. Με έναν άνθρωπο που δεν θα θεωρεί ότι είμαστε απεγνωσμένα ρομαντικοί ή υπερβολικά ευαίσθητοι. Με κάποιον που θα εκτιμά εμάς και τα εκπληκτικά χαρακτηριστικά μας. Με κάποιον που δεν θα θέλει να αλλάξουμε επειδή θα έχει ερωτευθεί εμάς όπως είμαστε.
Είμαι βέβαιος ότι όλα εκείνα τα δάκρυα που έχουμε ρίξει για τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή μας και που μας πλήγωσαν, θα εξαφανιστεί από μια αγάπη πραγματική και αγνή. Θα βρείτε την αγάπη, την ευτυχία, τη γαλήνη και την ασφάλεια. Και όλα στα μάτια ενός ανθρώπου. Η αγάπη μεταξύ σας θα ξεπεράσει και τις προσδοκίες σας. Γιατί θα είναι πλασμένη μέσα από τη δύσκολη ορισμένες φορές πραγματικότητα. Δεν θα χρειάζεται να ανησυχείτε για το τέλος.
Και αυτό είναι το είδος της αγάπης που βρίσκει κάποιος μετά από πολύ πόνο, μετά από όλες τις φορές που πίστεψε σε κάποιον, που του προσέφερε χωρίς εγωισμό και που όμως δεν έλαβε τίποτα σε αντάλλαγμα.
Αυτή η αγάπη που θα σε βρει στο τέλος, θα σε κάνει να πιστέψεις ξανά. Και να συνειδητοποιήσεις ότι τίποτα δεν έχεις σπαταλήσει μάταια. Έπρεπε να δώσεις όλη σου την αγάπη και να πληγωθείς ώστε το Σύμπαν στο τέλος να σου δώσει όλα όσα θέλησες.
Κάθε φορά που δεν τολμάς να ζήσεις τη ζωή
Πόση δυσκολία.
Πόσο δύσκολα είναι οι άνθρωποι.
Δύσκολα γελάνε.
Δύσκολα μιλάνε.
Δύσκολα αφήνονται.
Δύσκολα τολμάνε.
Πιάνονται σε δίχτυα απελπισίας.
Υφαίνουν ιστούς αράχνης και παλεύουν να ξεφύγουν από τις επιλογές τους.
Δεν αναπνέουν.
Δεν ονειρεύονται.
Δεν ελπίζουν.
Ματαιοπονούν ότι κάτι θα αλλάξουν.
Μα ξαναγυρνούν εκεί από όπου θέλουν να φύγουν και στέκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Μόνοι τους και φοβισμένοι.
Χωρίς πλάνο απελευθέρωσης.
Κάνουν τα πάντα να παραμείνουν στα σφιχτά σχοινιά τους που αναθεματίζουν.
Είναι ανήμποροι χωρίς δύναμη.
Αδύναμοι χωρίς διέξοδο.
Οργανώνουν τόσο καλά φαύλους κύκλους που τους αποδυναμώνουν σα ρουφήχτρες.
Δεν δημιουργούν.
Διεκπεραιώνουν τη ζωή τους.
Κινούνται στον αυτόματο χωρίς σταματημό.
Νομίζουν πως ζουν.
Νομίζουν πως χαίρονται.
Ζουν με ψευδαισθήσεις γιατί φοβούνται να ζήσουν με την αλήθεια.
Φρενάρουν εκεί που πρέπει να πατήσουν γκάζι και πατάνε γκάζι εκεί που πρέπει να πατήσουν φρένο.
Δεν συνειδητοποιούν.
Πολλές φορές δεν φέρουν δική τους γνώμη.
Αναπαράγουν δανεικές απόψεις γιατί νομίζουν ότι τους ταιριάζουν.
Μα κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους.
Δύσκολοι σήμερα οι άνθρωποι.
Έγιναν μικροί σε έναν κόσμο τεράστιο να τους καταπιεί.
Ξέχασαν ποιοι είναι και επιλέγουν να ξεχνούν ολοένα και περισσότερο.
Να ξεχνούν για να ξεχνούν ότι τους υπερβαίνει.
Κάθε φορά που δεν τολμάς να ζήσεις φεύγοντας από ένα αδιέξοδο, χάνεσαι ακόμα περισσότερο.
Κάθε φορά που επιλέγεις να πεις ένα ψέμα αντί την αλήθεια σου, πέφτεις στα μάτια του εαυτού σου.
Πέφτεις τόσο πολύ όταν δεν αναλαμβάνεις το μερίδιο της ευθύνης σου να σε γνωρίσεις.
Τόσο πολύ που σίγουρα θα έρθει μια στιγμή να ξανα συστηθείς ποιος είσαι.
Και τότε με πόση δυσκολία θα μπορέσεις να σε κοιτάξεις να σου πεις όλα αυτά που είσαι.
Ολα αυτά που εσύ ο ίδιος δεν τολμάς να πεις στον ίδιο σου τον εαυτό!
Δύσκολα γελάνε.
Δύσκολα μιλάνε.
Δύσκολα αφήνονται.
Δύσκολα τολμάνε.
Πιάνονται σε δίχτυα απελπισίας.
Υφαίνουν ιστούς αράχνης και παλεύουν να ξεφύγουν από τις επιλογές τους.
Δεν αναπνέουν.
Δεν ονειρεύονται.
Δεν ελπίζουν.
Ματαιοπονούν ότι κάτι θα αλλάξουν.
Μα ξαναγυρνούν εκεί από όπου θέλουν να φύγουν και στέκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Μόνοι τους και φοβισμένοι.
Χωρίς πλάνο απελευθέρωσης.
Κάνουν τα πάντα να παραμείνουν στα σφιχτά σχοινιά τους που αναθεματίζουν.
Είναι ανήμποροι χωρίς δύναμη.
Αδύναμοι χωρίς διέξοδο.
Οργανώνουν τόσο καλά φαύλους κύκλους που τους αποδυναμώνουν σα ρουφήχτρες.
Δεν δημιουργούν.
Διεκπεραιώνουν τη ζωή τους.
Κινούνται στον αυτόματο χωρίς σταματημό.
Νομίζουν πως ζουν.
Νομίζουν πως χαίρονται.
Ζουν με ψευδαισθήσεις γιατί φοβούνται να ζήσουν με την αλήθεια.
Φρενάρουν εκεί που πρέπει να πατήσουν γκάζι και πατάνε γκάζι εκεί που πρέπει να πατήσουν φρένο.
Δεν συνειδητοποιούν.
Πολλές φορές δεν φέρουν δική τους γνώμη.
Αναπαράγουν δανεικές απόψεις γιατί νομίζουν ότι τους ταιριάζουν.
Μα κοροϊδεύουν τον εαυτό τους και τους άλλους.
Δύσκολοι σήμερα οι άνθρωποι.
Έγιναν μικροί σε έναν κόσμο τεράστιο να τους καταπιεί.
Ξέχασαν ποιοι είναι και επιλέγουν να ξεχνούν ολοένα και περισσότερο.
Να ξεχνούν για να ξεχνούν ότι τους υπερβαίνει.
Κάθε φορά που δεν τολμάς να ζήσεις φεύγοντας από ένα αδιέξοδο, χάνεσαι ακόμα περισσότερο.
Κάθε φορά που επιλέγεις να πεις ένα ψέμα αντί την αλήθεια σου, πέφτεις στα μάτια του εαυτού σου.
Πέφτεις τόσο πολύ όταν δεν αναλαμβάνεις το μερίδιο της ευθύνης σου να σε γνωρίσεις.
Τόσο πολύ που σίγουρα θα έρθει μια στιγμή να ξανα συστηθείς ποιος είσαι.
Και τότε με πόση δυσκολία θα μπορέσεις να σε κοιτάξεις να σου πεις όλα αυτά που είσαι.
Ολα αυτά που εσύ ο ίδιος δεν τολμάς να πεις στον ίδιο σου τον εαυτό!
Η δημοκρατία γεννήθηκε από το χάος
Αν απορρίπτουμε τη δικτατορία για το λόγο πως είναι δικτατορία, δηλαδή αυταρχική εξουσία του ενός, ή των περί τον έναν ολίγων, ή των περί των όπισθεν του ενός ολίγιστων, τότε αντιμετωπίζουμε την Ιστορία σαν αθεράπευτοι αισθηματίες, που δεν παίρνουν υπόψη πως τα «κακά πράγματα» δεν είναι προϊόντα των κακών εγκεφάλων κακών ανθρώπων, αλλά κακές συνέπειες μιας κακής κατάστασης που κι αυτή δεν δημιουργήθηκε από κακούς ανθρώπους, αλλά από μια προγενέστερη κακή κατάσταση, που θα ήταν αδύνατο να είναι καλύτερη απ’ αυτήν που ήταν, γιατί αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό, κανείς δεν θα διάλεγε το χειρότερο, εκτός κι αν ήταν αθεράπευτα ηλίθιος. Αλλά, η ηλιθιότητα δεν αφορά τους λαούς (δεν υπάρχουν ηλίθιοι λαοί), αφορά μόνο κάποιους μεμονωμένους ανθρώπους (υπάρχουν ένα σωρό μεμονωμένοι ηλίθιοι, που ευτυχώς ποτέ δεν σχημάτισαν σύλλογο για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους ή κόμμα για να καταλάβουν την εξουσία).
Η ανθρώπινη κοινωνία, νοούμενη σαν ευρύτατο σύνολο ανθρώπων, δεν εμφάνισε ποτέ αυτοκαταστροφικές ή αυτοκτονικές τάσεις - κι ούτε σήμερα εμφανίζει τέτοιες τάσεις.
Αν η υδρόγειος κινδυνεύει να γίνει κονιορτός σήμερα, και να επιστρέφει στην αρχική κατάσταση της αστρικής σκόνης, δεν είναι γιατί οι τρελοί και οι ηλίθιοι αποτέλεσαν ξαφνικά την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά διότι οι οικονομικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν τόσο, που σε λίγο οι οικονομικές διαφορές που κρύβονται πίσω απ’ όλες τις διαφορές, δεν θα είναι δυνατό να λυθούν με διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, πριν από κάθε πόλεμο προηγείται μια μεγάλη περίοδος διαπραγματεύσεων. Και το γεγονός πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πρώτα το όπλο της γλώσσας κι ύστερα τη γλώσσα των όπλων, σημαίνει πως καμία, μα καμία απολύτως κοινωνική ομάδα δεν θέλει τον πόλεμο.
Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε πάντα. Όσο πιο πρωτόγονες είναι οι κοινωνικές ομάδες, τόσο μεγαλύτερη σημασία δίνουν στη γλώσσα των όπλων, που τη χρησιμοποιούν εξαρχής, και τελειώνουν τις «διαπραγματεύσεις» στα γρήγορα. Ένας νεκρός είναι ο πιο βολικός «συζητητής»: Δεν αντιλέγει ποτέ.
Αλλά σήμερα, ο κίνδυνος της ολικής καταστροφής δεν προέρχεται από πρωτόγονες κοινωνικές ομάδες, δεν είναι πρωτόγονοι, παρά το γεγονός πως στη ρύμη του οργισμένου μας λόγου, συχνά έχουμε την τάση να τους χαρακτηρίζουμε έτσι. Είναι, απλώς. Και ως τέτοιοι πρέπει να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους με νύχια και δόντια. Και η μακριά προέκταση των νυχιών και των δοντιών, που ήταν τα πρώτα όπλα, είναι τα πυρηνικά όπλα.
Ακόμα και ένας βλάκας με πατέντα, γνωρίζει τη σημασία των διαπραγματεύσεων. Κι αν αυτές οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, γι’ αυτό δεν θα φταίει κάποιος όποιος άλλος, αλλά το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στο κλασικό και αιματηρό δόγμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Ο πόλεμος είναι εγγεγραμμένος ως δυνατότητα στο παραπάνω σλόγκαν, που θα μπορούσε να είναι το σήμα κατατεθέν του καπιταλισμού.
Στην ατέλειωτη αλυσίδα των πολέμων, ο πρώτος κρίκος ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος, δεδομένου ότι οι φυλές είναι προγενέστερες των κρατών και στην αφετηρία του πρώτου εμφύλιου πολέμου, βρίσκεται ένας ενδοοικογενειακός πόλεμος. Ο βιβλικός μύθος του Άβελ και του Κάιν, έχει το νόημά του, όπως άλλωστε κάθε μύθος, κάθε μυθολογίας.
Λοιπόν που λέτε, με τη δικτατορία (τυραννίδα) του Πεισίστρατου και των γιων του, Ίππαρχου και Ιππία, που λήγει αισίως, αλλά με τη βοήθεια των Σπαρτιατών, το 510 π.χ. (μη σας φανεί παράξενο που οι στρατοκράτες Σπαρτιάτες κυνηγούν τους τυράννους, η Αθήνα, που μόλις μετά βίας είχε γλιτώσει, διά του Πεισιστράτου, από τον εμφύλιο πόλεμο, κινδυνεύει και πάλι να εμφυλιοκαταστραφεί εξαιτίας της ύπαρξης φυλών.
(Είναι αυτονόητο, πως, όταν δεν υπάρχουν φυλές, δεν υπάρχει ούτε εμφύλιος πόλεμος, τουλάχιστον τούτη τη μακρινή περίοδο, γιατί αργότερα τα πράγματα άλλαξαν. Ωστόσο, ο λανθασμένος όρος «εμφύλιος πόλεμος» παραμένει εν χρήσει και σήμερα, παρότι σήμερα ένας τέτοιος πόλεμος θα έπρεπε να ονομάζεται «ενδοεθνικός ταξικός πόλεμος» - ο όρος είναι δικός μου και τον προτείνω για υιοθέτηση). Στα δύο μόλις χρόνια που μεσολαβούν από την πτώση του Ιππία το 510 π.Χ. μέχρι το 508 π.Χ. (θα δούμε τι φοβερό συνέβη αυτή τη χρονιά, αλλά δεν σας το λέμε από τώρα, για να σας υποχρεώσουμε... τυραννικά να διαβάσετε και τη συνέχεια τούτου του «διδακτικού» αναγνώσματος, που όπως όλα τα διδακτικά αναγνώσματα δεν πρόκειται να διδάξει κανέναν), λέγαμε πως μέχρι το 508 π.Χ. στην Αθήνα επικρατεί πλήρες χάος (περίπου σαν το σημερινό, που ευχόμαστε να οδηγήσει εκεί που οδήγησε τότε - και το λέμε αυτό για να αποκαλύψουμε μέρος του μυστικού που σας κρύψαμε, αν και ήδη καταλάβατε περί τίνος πρόκειται).
Στην Αθήνα της άμεσα προδημοκρατικής περιόδου (δύσκολα να φυλάξει κανείς ένα τέτοιο μυστικό) υπήρχαν τρεις κοινωνικές παρατάξεις, που δεν τις ονομάζουμε τάξεις, για να μη σας μπερδέψουμε:
Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες του Λεκανοπεδίου της Αττικής, που κατοικούσαν στη Μεσόγειο (τα σημερινά Μεσόγεια), οι κάτοικοι των παραλίων της Αττικής, που ήταν έμποροι και αλιείς, και οι μικροί γεωργοί των ορεινών διαμερισμάτων της βορειοανατολικής Αττικής, που όπως είδαμε, είχαν αναδείξει και είχαν βοηθήσει τον ορεινό Πεισίστρατο.
Φυσικά, στην οικονομική ζωή κυριαρχούσαν οι πλούσιοι Μεσόγειοι. Όμως οι Παράλιοι είχαν γίνει ήδη πάρα πολύ απειλητικοί για τους Μεσόγειους, γιατί το εμπόριο αναπτυσσόταν ολοένα και περισσότερο. Αλλά και οι Ορεινοί, χάρη στην αριθμητική τους δύναμη (η ποσότητα έπαιξε πάντα σημαίνοντα ρόλο στην Ιστορία), απειλούσαν να τα κάνουν γης μαδιάμ, γιατί δεν ήταν ευχαριστημένοι από τους νόμους του Σόλωνα. Άλλωστε, κανείς δεν ήταν ευχαριστημένος από τους νόμους του Σόλωνα, παρά τη σοφία τους, διότι οι νόμοι του Σόλωνα ήταν διαλλακτικοί και συμβιβαστικοί. Είχε δηλαδή την αφέλεια να πιστεύει, αυτός ο σοφός, πως αρκεί να δώσεις στους ανθρώπους νόμους αντί ψωμιού, κι όλα θα πάνε καλύτερα. Αμ, δε!
Ποτέ κανένας καλός νόμος δεν έκανε τα πράγματα οριστικά καλύτερα. Απλώς, οι νόμοι, κάνουν τα πράγματα προσωρινά καλύτερα, μέχρι που να σκάσει το καζάνι και να διαλύσει μαζί μ όλα και τους νόμους.
Μια τέτοια έκρηξη λέγεται επανάσταση. Αλλά μια επανάσταση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην πρόοδο. Υπάρχουν επαναστάσεις και επαναστάσεις. Δεν δικαιολογείται συνεπώς κανένας εκ των προτέρων θαυμασμός για τους επαναστάτες, για μόνο το λόγο πως είναι ή αυτοχαρακτηρίζονται επαναστάτες.
Λοιπόν, η κατάσταση στην Αθήνα από το 510 μέχρι το 508 π.Χ. ήταν «έκρυθμη», τουτέστιν, όλοι απειλούσαν να βγάλουν απ’ τον τρέχοντα ρυθμό την καθημερινή ζωή, πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί ανετότατα, γιατί οι αρχαίες φυλές διατηρούσαν τη συνοχή τους και η μία ήταν έτοιμη να επιτεθεί κατά της άλλης, προκαλώντας έτσι έναν εμφύλιο πόλεμο και δεν υπάρχει τίποτα πιο βάρβαρο από έναν εμφύλιο πόλεμο. Τούτος ο επαπειλούμενος εμφύλιος πόλεμος έπρεπε να αποφευχθεί οπωσδήποτε. Και όλοι ήθελαν να τον αποφύγουν, όπως και σήμερα, που όλοι προσπαθούν να αποφύγουν τον πόλεμο, και τούτο γιατί κανείς δεν μπορεί να προλέξει την έκβασή του.
Αλίμονο μας αν οι νικητές ενός πολέμου γνώριζαν εκ των προτέρων πως αυτοί θα είναι οι πιθανότεροι νικητές! Βέβαια όλοι φροντίζουν να είναι αυτοί οι πιθανότεροι νικητές και προετοιμάζονται προς τούτο κατάλληλα, αλλά όπως έδειξε πανηγυρικά, στον πόλεμο «ουδένα προ του τέλους (του) μακάριζε». Άλλωστε, όλες οι νίκες είναι λίγο ως πολύ πύρρειες, αφού και οι νικητές πληρώνουν πάντα ακριβά το τίμημα της νίκης. Απλώς, οι νικητές, μπορεί να ευνοούνται στον τελικό ισολογισμό, όσον αφορά την ανθρώπινη ζωή. Αλλά, ποιος λογαριάζει την ανθρώπινη ζωή, όταν είναι ν’ αρπάξει τη λεία απ’ τον εχθρό, που είναι και το τελικό ζητούμενο σε κάθε πόλεμο, εμφύλιο, διεθνικό και πολυεθνικό; Πάντως, όταν μπορείς ν’ αρπάξεις τη λεία ειρηνικά δεν καταφεύγεις σε πόλεμο, εκτός κι αν είσαι βλαξ, πράγμα που το αποκλείσαμε, προκειμένου περί κοινωνικών ομάδων.
Ο Κλεισθένης, λοιπόν, έβαλε το φοβερό μυαλό του κάτω και προσπάθησε να καταλάβει τι δεν πήγαινε καλά με τους κατά τα άλλα έξοχους νόμους του Σόλωνα. Αφού οι Αθηναίοι είχαν νόμους τόσο τέλειους, που μερικοί απ’ αυτούς ισχύουν και στις μέρες μας ελαφρώς παραλλαγμένοι, γιατί τσακώνονταν παρά ταύτα; Βέβαια, ο Κλεισθένης, όπως και ο πνευματικός του πατέρας, ο Σόλων, όπως κι όλοι όσοι έχουν μισό γραμμάριο μυαλό στο κεφάλι τους, ήξερε πως ο καβγάς γίνεται πάντα για το πάπλωμα. Όμως ήξερε και κάτι παραπάνω: Πως το πάπλωμα, πριν αρχίσουν να το τραβούν από δω κι από κει, έπρεπε να σκεπάζει όλους, προκειμένου όλοι να μπορέσουν να το τραβήξουν, στην περίπτωση που θα αποχτούσαν τις προς τούτο απαιτούμενες δυνάμεις. Η περίφημη ισονομία του Σόλωνα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, αν ο καθένας δεν είναι σε θέση να κάνει δικούς του τους νόμους.
Συνεπώς, αν όλοι τραβούσαν το πάπλωμα με την ίδια ακριβώς δύναμη, κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει ολότελα δικό του, παρόλο που το τράβηγμα θα συνεχίζονταν (συνεχίζεται ακόμα).
Ο Κλεισθένης, λοιπόν, είναι ο εφευρέτης του πολιτικού αξιώματος της «ισορροπίας των δυνάμεων», που ισχύει ακόμα. Βέβαια, οι ισόρροπες δυνάμεις, συνεχίζουν να είναι δυνάμεις και να μάχονται. Ο Κλεισθένης δεν έβαλε τέρμα στην «πάλη των τάξεων» που, φυσικά, δεν είναι μοντέρνα εφεύρεση αλλά πανάρχαιο κοινωνικό γεγονός. Απλώς, ισορρόπησε τις αντίρροπες και αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να αποφευχθεί η άμεση σύγκρουση, που ήταν το επειγόντως ζητούμενο.
Και κατάφερε όντως να τις ισορροπήσει μ’ ένα εκπληκτικό στρατήγημα, που είχε διαφύγει απ’ το Σάλωνα. Κατάλαβε, δηλαδή, ο Κλεισθένης πως, όσο στην Αθήνα (δηλαδή στην Αττική), υπάρχουν φυλές που η καθεμιά εφαρμόζει πρώτα τους δικούς της αρχαίους νόμους κι ύστερα τους κοινούς για όλους τους Αθηναίους, ούτε λόγος να γίνεται για τη σολώνεια ισονομία, δηλαδή την ισότητα απέναντι στους νόμους, που σήμερα είναι ένα κενό σχήμα λόγου, αντίθετα από την αμέσως μετά τον Κλεισθένη εποχή.
Έπρεπε, λοιπόν, να καταργηθούν οι εξ αίματος φυλές και τη θέση τους να πάρουν οι κατά γεωγραφικά διαμερίσματα φυλές, που παρόλο που διατηρούν και τώρα την ονομασία «φυλή», δεν είναι ακριβώς φυλές αλλά κοινότητες, δήμοι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τις μικρότερες διοικητικές μονάδες, που στην περίπτωση της πόλης-κράτους, ήταν ταυτόχρονα και οι μεγαλύτερες.
Θυμίζουμε κάτι σημαντικό που ήδη το αναφέραμε σε άλλο κείμενο: Η δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας ήταν συνασπισμός δήμων, των δήμων ολόκληρης της Αττικής, και συνεπώς η Αθηναϊκή Δημοκρατία θα έπρεπε να λέγεται, πιο σωστά, Αττική Δημοκρατία. Άλλωστε, όπως ήδη έγινε φανερό, οι κοινωνικές διεργασίες που προηγούνται της εμφάνισης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας αφορούν ολόκληρη την Αττική, κι όχι μόνο το βασικό της δήμο, την Αθήνα, που ποτέ, ούτε πριν, ούτε κατά, ούτε μετά τη δημοκρατία (γιατί υπάρχει και ένα μετά που είναι τραγικό, όπως θα δούμε αργότερα), καθυπόταξε στη δική της εξουσία τους άλλους δήμους της Αττικής.
Ο συνασπισμός των δήμων της Αττικής σ’ ένα ενιαίο διοικητικό σύστημα ήταν αυτονόητος για όλους τους κατοίκους της Αττικής, εξαιτίας της γεωγραφικής διαμόρφωσης αυτής της γωνιώδους περιοχής, όπου όλες οι παραλίες έχουν εύκολη πρόσβαση στα Μεσόγεια, και τα Μεσόγεια «εκβάλλουν» φυσικά στις παραλίες. Κατά κάποιο τρόπο, στην Αττική, δεν υπάρχουν στεριανοί και θαλασσινοί. Όμως, η βόρεια πλευρά του τριγώνου είναι ανοιχτή και ευάλωτη, κι αυτό δημιουργεί στους κατοίκους της Αττικής το αίσθημα πως, ο όποιος εχθρός είναι κοινός.
Η γεωγραφική κλειστότητα αποτελεί προϋπόθεση για να εγκλωβιστεί εντός της μια φυλή ή ένα έθνος. Αν δεν υπήρχαν γεωγραφικά εμπόδια, δεν θα υπήρχαν ούτε σύνορα, σε μια εποχή μάλιστα που θα ήταν πολύ δύσκολο να φυλαχτούν τα σύνορα, αν δεν τα «φύλαγε» η ίδια η φύση, ας πούμε μ’ ένα ποτάμι ή ένα ψηλό βουνό, που για αιώνες λειτούργησε σαν τείχος, πριν οι άνθρωποι κατασκευάσουν τείχη.
Ο Κλεισθένης κατάλαβε πως σε μια ιδιόρρυθμα κλειστή περιοχή, όπως η Αττική, θα ήταν δύσκολο να συνυπάρξουν ειρηνικά πολλές φυλές, πολύ περισσότερο όταν αυτές οι φυλές είχαν απόλυτη ανάγκη η μία από την άλλη, εξαιτίας της γεωλογικής ιδιομορφίας της Αττικής. Θα ’πρεπε, λοιπόν, είτε να κυριαρχήσει μια φυλή σ’ ολόκληρη την περιοχή, καθυποτάσσοντας όλες τις άλλες, όπως στη Σπάρτη, που κι αυτή ήταν ομοσπονδία δήμων, άλλα πάρα πολύ διαφορετικών, είτε να βρεθεί τρόπος να συνυπάρξουν όλες οι φυλές ειρηνικά. Και για να συμβεί το δεύτερο έπρεπε να εξαφανιστούν τα αριστοκρατικά γένη. Γιατί οι αριστοκράτες ήταν αυτοί που είχαν κάθε λόγο να υποθάλπουν τη φυλετική διαίρεση της κοινωνίας.
Όταν κάνεις είναι φτωχός και ακτήμων, δεν έχει κανένα λόγο να «περηφανεύεται για την «ευγενική» καταγωγή του -εκτός κ αν είναι μωρός Νεοέλλην. Τούτη η περηφάνεια, άλλωστε, κρύβε, πάντα μια επιθυμία για τη διαφύλαξη των κεκτημένων ή την ανάκτηση τους, στην περίπτωση που έχουν χαθεί. Κι ένας εκ καταγωγής φτωχός (δηλαδή, χωρίς πλούσιους προγόνους, που κάποτε χρεοκόπησαν), πρέπει να είναι εντελώς βλάξ για να νοιώθει περήφανος για την καταγωγή του.
Ο μεγάλος Κλεισθένης, ο αριστοκράτης Κλεισθένης, τα κατάλαβε όλα αυτά, αιώνες πριν. Κατάλαβε, δηλαδή, πως στη διαμόρφωση μιας εθνότητας η γεωγραφία και όχι το αίμα παίζει τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο. Και το σωτήριο για την ανθρωπότητα έτος 508 π.Χ. καταργεί τις φυλές και φκιάχνει τους «γεωγραφικούς» νόμους του. Η δημοκρατία έχει γεννηθεί, αυτή τη χρονιά.
Η ανθρώπινη κοινωνία, νοούμενη σαν ευρύτατο σύνολο ανθρώπων, δεν εμφάνισε ποτέ αυτοκαταστροφικές ή αυτοκτονικές τάσεις - κι ούτε σήμερα εμφανίζει τέτοιες τάσεις.
Αν η υδρόγειος κινδυνεύει να γίνει κονιορτός σήμερα, και να επιστρέφει στην αρχική κατάσταση της αστρικής σκόνης, δεν είναι γιατί οι τρελοί και οι ηλίθιοι αποτέλεσαν ξαφνικά την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά διότι οι οικονομικοί ανταγωνισμοί οξύνθηκαν τόσο, που σε λίγο οι οικονομικές διαφορές που κρύβονται πίσω απ’ όλες τις διαφορές, δεν θα είναι δυνατό να λυθούν με διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, πριν από κάθε πόλεμο προηγείται μια μεγάλη περίοδος διαπραγματεύσεων. Και το γεγονός πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πρώτα το όπλο της γλώσσας κι ύστερα τη γλώσσα των όπλων, σημαίνει πως καμία, μα καμία απολύτως κοινωνική ομάδα δεν θέλει τον πόλεμο.
Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε πάντα. Όσο πιο πρωτόγονες είναι οι κοινωνικές ομάδες, τόσο μεγαλύτερη σημασία δίνουν στη γλώσσα των όπλων, που τη χρησιμοποιούν εξαρχής, και τελειώνουν τις «διαπραγματεύσεις» στα γρήγορα. Ένας νεκρός είναι ο πιο βολικός «συζητητής»: Δεν αντιλέγει ποτέ.
Αλλά σήμερα, ο κίνδυνος της ολικής καταστροφής δεν προέρχεται από πρωτόγονες κοινωνικές ομάδες, δεν είναι πρωτόγονοι, παρά το γεγονός πως στη ρύμη του οργισμένου μας λόγου, συχνά έχουμε την τάση να τους χαρακτηρίζουμε έτσι. Είναι, απλώς. Και ως τέτοιοι πρέπει να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους με νύχια και δόντια. Και η μακριά προέκταση των νυχιών και των δοντιών, που ήταν τα πρώτα όπλα, είναι τα πυρηνικά όπλα.
Ακόμα και ένας βλάκας με πατέντα, γνωρίζει τη σημασία των διαπραγματεύσεων. Κι αν αυτές οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, γι’ αυτό δεν θα φταίει κάποιος όποιος άλλος, αλλά το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στο κλασικό και αιματηρό δόγμα «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Ο πόλεμος είναι εγγεγραμμένος ως δυνατότητα στο παραπάνω σλόγκαν, που θα μπορούσε να είναι το σήμα κατατεθέν του καπιταλισμού.
Στην ατέλειωτη αλυσίδα των πολέμων, ο πρώτος κρίκος ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος, δεδομένου ότι οι φυλές είναι προγενέστερες των κρατών και στην αφετηρία του πρώτου εμφύλιου πολέμου, βρίσκεται ένας ενδοοικογενειακός πόλεμος. Ο βιβλικός μύθος του Άβελ και του Κάιν, έχει το νόημά του, όπως άλλωστε κάθε μύθος, κάθε μυθολογίας.
Λοιπόν που λέτε, με τη δικτατορία (τυραννίδα) του Πεισίστρατου και των γιων του, Ίππαρχου και Ιππία, που λήγει αισίως, αλλά με τη βοήθεια των Σπαρτιατών, το 510 π.χ. (μη σας φανεί παράξενο που οι στρατοκράτες Σπαρτιάτες κυνηγούν τους τυράννους, η Αθήνα, που μόλις μετά βίας είχε γλιτώσει, διά του Πεισιστράτου, από τον εμφύλιο πόλεμο, κινδυνεύει και πάλι να εμφυλιοκαταστραφεί εξαιτίας της ύπαρξης φυλών.
(Είναι αυτονόητο, πως, όταν δεν υπάρχουν φυλές, δεν υπάρχει ούτε εμφύλιος πόλεμος, τουλάχιστον τούτη τη μακρινή περίοδο, γιατί αργότερα τα πράγματα άλλαξαν. Ωστόσο, ο λανθασμένος όρος «εμφύλιος πόλεμος» παραμένει εν χρήσει και σήμερα, παρότι σήμερα ένας τέτοιος πόλεμος θα έπρεπε να ονομάζεται «ενδοεθνικός ταξικός πόλεμος» - ο όρος είναι δικός μου και τον προτείνω για υιοθέτηση). Στα δύο μόλις χρόνια που μεσολαβούν από την πτώση του Ιππία το 510 π.Χ. μέχρι το 508 π.Χ. (θα δούμε τι φοβερό συνέβη αυτή τη χρονιά, αλλά δεν σας το λέμε από τώρα, για να σας υποχρεώσουμε... τυραννικά να διαβάσετε και τη συνέχεια τούτου του «διδακτικού» αναγνώσματος, που όπως όλα τα διδακτικά αναγνώσματα δεν πρόκειται να διδάξει κανέναν), λέγαμε πως μέχρι το 508 π.Χ. στην Αθήνα επικρατεί πλήρες χάος (περίπου σαν το σημερινό, που ευχόμαστε να οδηγήσει εκεί που οδήγησε τότε - και το λέμε αυτό για να αποκαλύψουμε μέρος του μυστικού που σας κρύψαμε, αν και ήδη καταλάβατε περί τίνος πρόκειται).
Στην Αθήνα της άμεσα προδημοκρατικής περιόδου (δύσκολα να φυλάξει κανείς ένα τέτοιο μυστικό) υπήρχαν τρεις κοινωνικές παρατάξεις, που δεν τις ονομάζουμε τάξεις, για να μη σας μπερδέψουμε:
Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες του Λεκανοπεδίου της Αττικής, που κατοικούσαν στη Μεσόγειο (τα σημερινά Μεσόγεια), οι κάτοικοι των παραλίων της Αττικής, που ήταν έμποροι και αλιείς, και οι μικροί γεωργοί των ορεινών διαμερισμάτων της βορειοανατολικής Αττικής, που όπως είδαμε, είχαν αναδείξει και είχαν βοηθήσει τον ορεινό Πεισίστρατο.
Φυσικά, στην οικονομική ζωή κυριαρχούσαν οι πλούσιοι Μεσόγειοι. Όμως οι Παράλιοι είχαν γίνει ήδη πάρα πολύ απειλητικοί για τους Μεσόγειους, γιατί το εμπόριο αναπτυσσόταν ολοένα και περισσότερο. Αλλά και οι Ορεινοί, χάρη στην αριθμητική τους δύναμη (η ποσότητα έπαιξε πάντα σημαίνοντα ρόλο στην Ιστορία), απειλούσαν να τα κάνουν γης μαδιάμ, γιατί δεν ήταν ευχαριστημένοι από τους νόμους του Σόλωνα. Άλλωστε, κανείς δεν ήταν ευχαριστημένος από τους νόμους του Σόλωνα, παρά τη σοφία τους, διότι οι νόμοι του Σόλωνα ήταν διαλλακτικοί και συμβιβαστικοί. Είχε δηλαδή την αφέλεια να πιστεύει, αυτός ο σοφός, πως αρκεί να δώσεις στους ανθρώπους νόμους αντί ψωμιού, κι όλα θα πάνε καλύτερα. Αμ, δε!
Ποτέ κανένας καλός νόμος δεν έκανε τα πράγματα οριστικά καλύτερα. Απλώς, οι νόμοι, κάνουν τα πράγματα προσωρινά καλύτερα, μέχρι που να σκάσει το καζάνι και να διαλύσει μαζί μ όλα και τους νόμους.
Μια τέτοια έκρηξη λέγεται επανάσταση. Αλλά μια επανάσταση δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην πρόοδο. Υπάρχουν επαναστάσεις και επαναστάσεις. Δεν δικαιολογείται συνεπώς κανένας εκ των προτέρων θαυμασμός για τους επαναστάτες, για μόνο το λόγο πως είναι ή αυτοχαρακτηρίζονται επαναστάτες.
Λοιπόν, η κατάσταση στην Αθήνα από το 510 μέχρι το 508 π.Χ. ήταν «έκρυθμη», τουτέστιν, όλοι απειλούσαν να βγάλουν απ’ τον τρέχοντα ρυθμό την καθημερινή ζωή, πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί ανετότατα, γιατί οι αρχαίες φυλές διατηρούσαν τη συνοχή τους και η μία ήταν έτοιμη να επιτεθεί κατά της άλλης, προκαλώντας έτσι έναν εμφύλιο πόλεμο και δεν υπάρχει τίποτα πιο βάρβαρο από έναν εμφύλιο πόλεμο. Τούτος ο επαπειλούμενος εμφύλιος πόλεμος έπρεπε να αποφευχθεί οπωσδήποτε. Και όλοι ήθελαν να τον αποφύγουν, όπως και σήμερα, που όλοι προσπαθούν να αποφύγουν τον πόλεμο, και τούτο γιατί κανείς δεν μπορεί να προλέξει την έκβασή του.
Αλίμονο μας αν οι νικητές ενός πολέμου γνώριζαν εκ των προτέρων πως αυτοί θα είναι οι πιθανότεροι νικητές! Βέβαια όλοι φροντίζουν να είναι αυτοί οι πιθανότεροι νικητές και προετοιμάζονται προς τούτο κατάλληλα, αλλά όπως έδειξε πανηγυρικά, στον πόλεμο «ουδένα προ του τέλους (του) μακάριζε». Άλλωστε, όλες οι νίκες είναι λίγο ως πολύ πύρρειες, αφού και οι νικητές πληρώνουν πάντα ακριβά το τίμημα της νίκης. Απλώς, οι νικητές, μπορεί να ευνοούνται στον τελικό ισολογισμό, όσον αφορά την ανθρώπινη ζωή. Αλλά, ποιος λογαριάζει την ανθρώπινη ζωή, όταν είναι ν’ αρπάξει τη λεία απ’ τον εχθρό, που είναι και το τελικό ζητούμενο σε κάθε πόλεμο, εμφύλιο, διεθνικό και πολυεθνικό; Πάντως, όταν μπορείς ν’ αρπάξεις τη λεία ειρηνικά δεν καταφεύγεις σε πόλεμο, εκτός κι αν είσαι βλαξ, πράγμα που το αποκλείσαμε, προκειμένου περί κοινωνικών ομάδων.
Ο Κλεισθένης, λοιπόν, έβαλε το φοβερό μυαλό του κάτω και προσπάθησε να καταλάβει τι δεν πήγαινε καλά με τους κατά τα άλλα έξοχους νόμους του Σόλωνα. Αφού οι Αθηναίοι είχαν νόμους τόσο τέλειους, που μερικοί απ’ αυτούς ισχύουν και στις μέρες μας ελαφρώς παραλλαγμένοι, γιατί τσακώνονταν παρά ταύτα; Βέβαια, ο Κλεισθένης, όπως και ο πνευματικός του πατέρας, ο Σόλων, όπως κι όλοι όσοι έχουν μισό γραμμάριο μυαλό στο κεφάλι τους, ήξερε πως ο καβγάς γίνεται πάντα για το πάπλωμα. Όμως ήξερε και κάτι παραπάνω: Πως το πάπλωμα, πριν αρχίσουν να το τραβούν από δω κι από κει, έπρεπε να σκεπάζει όλους, προκειμένου όλοι να μπορέσουν να το τραβήξουν, στην περίπτωση που θα αποχτούσαν τις προς τούτο απαιτούμενες δυνάμεις. Η περίφημη ισονομία του Σόλωνα δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, αν ο καθένας δεν είναι σε θέση να κάνει δικούς του τους νόμους.
Συνεπώς, αν όλοι τραβούσαν το πάπλωμα με την ίδια ακριβώς δύναμη, κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει ολότελα δικό του, παρόλο που το τράβηγμα θα συνεχίζονταν (συνεχίζεται ακόμα).
Ο Κλεισθένης, λοιπόν, είναι ο εφευρέτης του πολιτικού αξιώματος της «ισορροπίας των δυνάμεων», που ισχύει ακόμα. Βέβαια, οι ισόρροπες δυνάμεις, συνεχίζουν να είναι δυνάμεις και να μάχονται. Ο Κλεισθένης δεν έβαλε τέρμα στην «πάλη των τάξεων» που, φυσικά, δεν είναι μοντέρνα εφεύρεση αλλά πανάρχαιο κοινωνικό γεγονός. Απλώς, ισορρόπησε τις αντίρροπες και αντιμαχόμενες κοινωνικές δυνάμεις, ώστε να αποφευχθεί η άμεση σύγκρουση, που ήταν το επειγόντως ζητούμενο.
Και κατάφερε όντως να τις ισορροπήσει μ’ ένα εκπληκτικό στρατήγημα, που είχε διαφύγει απ’ το Σάλωνα. Κατάλαβε, δηλαδή, ο Κλεισθένης πως, όσο στην Αθήνα (δηλαδή στην Αττική), υπάρχουν φυλές που η καθεμιά εφαρμόζει πρώτα τους δικούς της αρχαίους νόμους κι ύστερα τους κοινούς για όλους τους Αθηναίους, ούτε λόγος να γίνεται για τη σολώνεια ισονομία, δηλαδή την ισότητα απέναντι στους νόμους, που σήμερα είναι ένα κενό σχήμα λόγου, αντίθετα από την αμέσως μετά τον Κλεισθένη εποχή.
Έπρεπε, λοιπόν, να καταργηθούν οι εξ αίματος φυλές και τη θέση τους να πάρουν οι κατά γεωγραφικά διαμερίσματα φυλές, που παρόλο που διατηρούν και τώρα την ονομασία «φυλή», δεν είναι ακριβώς φυλές αλλά κοινότητες, δήμοι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες τις μικρότερες διοικητικές μονάδες, που στην περίπτωση της πόλης-κράτους, ήταν ταυτόχρονα και οι μεγαλύτερες.
Θυμίζουμε κάτι σημαντικό που ήδη το αναφέραμε σε άλλο κείμενο: Η δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας ήταν συνασπισμός δήμων, των δήμων ολόκληρης της Αττικής, και συνεπώς η Αθηναϊκή Δημοκρατία θα έπρεπε να λέγεται, πιο σωστά, Αττική Δημοκρατία. Άλλωστε, όπως ήδη έγινε φανερό, οι κοινωνικές διεργασίες που προηγούνται της εμφάνισης της Αθηναϊκής Δημοκρατίας αφορούν ολόκληρη την Αττική, κι όχι μόνο το βασικό της δήμο, την Αθήνα, που ποτέ, ούτε πριν, ούτε κατά, ούτε μετά τη δημοκρατία (γιατί υπάρχει και ένα μετά που είναι τραγικό, όπως θα δούμε αργότερα), καθυπόταξε στη δική της εξουσία τους άλλους δήμους της Αττικής.
Ο συνασπισμός των δήμων της Αττικής σ’ ένα ενιαίο διοικητικό σύστημα ήταν αυτονόητος για όλους τους κατοίκους της Αττικής, εξαιτίας της γεωγραφικής διαμόρφωσης αυτής της γωνιώδους περιοχής, όπου όλες οι παραλίες έχουν εύκολη πρόσβαση στα Μεσόγεια, και τα Μεσόγεια «εκβάλλουν» φυσικά στις παραλίες. Κατά κάποιο τρόπο, στην Αττική, δεν υπάρχουν στεριανοί και θαλασσινοί. Όμως, η βόρεια πλευρά του τριγώνου είναι ανοιχτή και ευάλωτη, κι αυτό δημιουργεί στους κατοίκους της Αττικής το αίσθημα πως, ο όποιος εχθρός είναι κοινός.
Η γεωγραφική κλειστότητα αποτελεί προϋπόθεση για να εγκλωβιστεί εντός της μια φυλή ή ένα έθνος. Αν δεν υπήρχαν γεωγραφικά εμπόδια, δεν θα υπήρχαν ούτε σύνορα, σε μια εποχή μάλιστα που θα ήταν πολύ δύσκολο να φυλαχτούν τα σύνορα, αν δεν τα «φύλαγε» η ίδια η φύση, ας πούμε μ’ ένα ποτάμι ή ένα ψηλό βουνό, που για αιώνες λειτούργησε σαν τείχος, πριν οι άνθρωποι κατασκευάσουν τείχη.
Ο Κλεισθένης κατάλαβε πως σε μια ιδιόρρυθμα κλειστή περιοχή, όπως η Αττική, θα ήταν δύσκολο να συνυπάρξουν ειρηνικά πολλές φυλές, πολύ περισσότερο όταν αυτές οι φυλές είχαν απόλυτη ανάγκη η μία από την άλλη, εξαιτίας της γεωλογικής ιδιομορφίας της Αττικής. Θα ’πρεπε, λοιπόν, είτε να κυριαρχήσει μια φυλή σ’ ολόκληρη την περιοχή, καθυποτάσσοντας όλες τις άλλες, όπως στη Σπάρτη, που κι αυτή ήταν ομοσπονδία δήμων, άλλα πάρα πολύ διαφορετικών, είτε να βρεθεί τρόπος να συνυπάρξουν όλες οι φυλές ειρηνικά. Και για να συμβεί το δεύτερο έπρεπε να εξαφανιστούν τα αριστοκρατικά γένη. Γιατί οι αριστοκράτες ήταν αυτοί που είχαν κάθε λόγο να υποθάλπουν τη φυλετική διαίρεση της κοινωνίας.
Όταν κάνεις είναι φτωχός και ακτήμων, δεν έχει κανένα λόγο να «περηφανεύεται για την «ευγενική» καταγωγή του -εκτός κ αν είναι μωρός Νεοέλλην. Τούτη η περηφάνεια, άλλωστε, κρύβε, πάντα μια επιθυμία για τη διαφύλαξη των κεκτημένων ή την ανάκτηση τους, στην περίπτωση που έχουν χαθεί. Κι ένας εκ καταγωγής φτωχός (δηλαδή, χωρίς πλούσιους προγόνους, που κάποτε χρεοκόπησαν), πρέπει να είναι εντελώς βλάξ για να νοιώθει περήφανος για την καταγωγή του.
Ο μεγάλος Κλεισθένης, ο αριστοκράτης Κλεισθένης, τα κατάλαβε όλα αυτά, αιώνες πριν. Κατάλαβε, δηλαδή, πως στη διαμόρφωση μιας εθνότητας η γεωγραφία και όχι το αίμα παίζει τον πρώτο και κυρίαρχο ρόλο. Και το σωτήριο για την ανθρωπότητα έτος 508 π.Χ. καταργεί τις φυλές και φκιάχνει τους «γεωγραφικούς» νόμους του. Η δημοκρατία έχει γεννηθεί, αυτή τη χρονιά.
Το «Φαινόμενο του Φωτοστέφανου» και πώς επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων
To φαινόμενο του φωτοστέφανου “the halo effect“, αποτελεί αντικείμενο εξαιρετικού ενδιαφέροντος της κοινωνικής ψυχολογίας και ειδικότερα της κοινωνικής νόησης.
Πρόκειται για μια προκατάληψη που παρουσιάζεται σκόπιμα όταν κρίνεται κάποιος άνθρωπος. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά σε ένα μεμονωμένο θετικό χαρακτηριστικό του και ας έχει και άλλα θετικά.
Υπάρχει βέβαια και το αντίθετο του φωτοστέφανου το “the horn effect”, που και εδώ υπάρχει η ίδια προκατάληψη να κρίνεται ένας άνθρωπος αρνητικά από ένα και μόνο του στοιχείο αρνητικό
Αυτό γίνεται γιατί συνήθως κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους γενικά σε καλούς και κακούς .
Το φαινόμενο του φωτοστέφανου και το αντίθετο του, παρατηρείται κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση όπως στον χώρο της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, της πολιτικής και του μάρκετινγκ. Όπως κι άλλες γνωστικές μεροληψίες, καταδεικνύει ότι η κοινωνική αντίληψη είναι μια δημιουργική διαδικασία που δεν βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικές πληροφορίες, αλλά αντλεί από προηγούμενες εντυπώσεις και επιδιώκει να κατασκευάσει μια εικόνα που ταιριάζει με όσα ήδη γνωρίζουμε.
Ένα παράδειγμα είναι η εντύπωση που έχουμε για διάσημους ανθρώπους. Από την στιγμή που τον θεωρούμε συμπαθή έχουμε την τάση να τον βλέπουμε και ως πανέξυπνο με αίσθηση του χιούμορ.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες μελέτες του φαινομένου, εάν πάρουμε κάποιον «με καλό μάτι» από την πρώτη στιγμή, δύσκολα θα τον δούμε διαφορετικά στη συνέχεια.
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι, όταν αξιολογούμε κάποιους ανθρώπους βάσει της όμορφης εξωτερικής εμφάνιση,ς έχουμε την τάση να πιστεύουμε πως είναι έξυπνοι κι εργατικοί. Μελέτες έχουν δείξει ότι πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν την εξωτερική τους εμφάνιση για να χειραγωγήσουν.
Ορισμοί για το «φαινόμενο του φωτοστέφανου»
– Το φαινόμενο είναι επίσης γνωστό ως το «φυσικό στερεότυπο της ελκυστικότητας» και η αρχή του «ό,τι είναι όμορφο είναι και καλό», και αναφέρεται στη συνήθεια των ανθρώπων να βαθμολογούν τα ελκυστικά άτομα με μεγαλύτερη επιείκεια από τα μη ελκυστικά. Ακόμη, αναφέρεται στον αντίκτυπο μιας αποδεκτής και αγαπητής προσωπικότητας στο να σχηματίζονται βεβιασμένα και μεροληπτικά συμπεράσματα για αυτήν την προσωπικότητα σε όλες τις πτυχές της.
– Σε έρευνα που έγινε το 1915 σε υπαλλήλους δύο μεγάλων βιομηχανιών, βρέθηκε πως η αποτίμηση, διαφορετικών μεταξύ τους, χαρακτηριστικών ενός ανθρώπου, όπως η ευφυία, η εργατικότητα, οι τεχνικές ικανότητες και η αξιοπιστία, συσχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό. Τα αποτελέσματα επηρεάστηκαν από τη γενική εικόνα που υπήρχε για τα άτομα που πήραν μέρος στην έρευνα.
Η ιστορία του «φαινομένου του φωτοστέφανου»
Ο ψυχολόγος Edward Thorndike, πρωτοανέφερε τον όρο, το 1920, σε άρθρο του με τίτλο: «Το συνεχές λάθος των ψυχολογικών μετρήσεων». Στο άρθρο του εξηγούσε το σχετικό πείραμα που πραγματοποίησε κατά το οποίο ζήτησε από υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού να εκτιμήσουν μια ποικιλία από ιδιότητες των υφισταμένων τους. Μερικές από αυτές ήταν η ικανότητα να ηγηθούν, η αφοσίωση, η αξιοπιστία αλλά και η εξωτερική εμφάνιση.
Σκοπός του Thorndike ήταν να εξετάσει το κατά πόσο η εκτίμηση ορισμένων χαρακτηριστικών, συμφωνούσε με την εκτίμηση άλλων διαφορετικών χαρακτηριστικών. Αυτό που βρήκε ήταν πως όταν τα δεδομένα για ορισμένα χαρακτηριστικά ήταν υψηλά βαθμολογημένα, τότε ακολουθούσαν την ίδια πορεία και τα άλλα χαρακτηριστικά. Κατά τον ίδιο τρόπο, συνέβαινε και με την αρνητική βαθμολογία.
Πρόκειται για μια προκατάληψη που παρουσιάζεται σκόπιμα όταν κρίνεται κάποιος άνθρωπος. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά σε ένα μεμονωμένο θετικό χαρακτηριστικό του και ας έχει και άλλα θετικά.
Υπάρχει βέβαια και το αντίθετο του φωτοστέφανου το “the horn effect”, που και εδώ υπάρχει η ίδια προκατάληψη να κρίνεται ένας άνθρωπος αρνητικά από ένα και μόνο του στοιχείο αρνητικό
Αυτό γίνεται γιατί συνήθως κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους γενικά σε καλούς και κακούς .
Το φαινόμενο του φωτοστέφανου και το αντίθετο του, παρατηρείται κατά την κοινωνική αλληλεπίδραση όπως στον χώρο της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, της πολιτικής και του μάρκετινγκ. Όπως κι άλλες γνωστικές μεροληψίες, καταδεικνύει ότι η κοινωνική αντίληψη είναι μια δημιουργική διαδικασία που δεν βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικές πληροφορίες, αλλά αντλεί από προηγούμενες εντυπώσεις και επιδιώκει να κατασκευάσει μια εικόνα που ταιριάζει με όσα ήδη γνωρίζουμε.
Ένα παράδειγμα είναι η εντύπωση που έχουμε για διάσημους ανθρώπους. Από την στιγμή που τον θεωρούμε συμπαθή έχουμε την τάση να τον βλέπουμε και ως πανέξυπνο με αίσθηση του χιούμορ.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες μελέτες του φαινομένου, εάν πάρουμε κάποιον «με καλό μάτι» από την πρώτη στιγμή, δύσκολα θα τον δούμε διαφορετικά στη συνέχεια.
Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι, όταν αξιολογούμε κάποιους ανθρώπους βάσει της όμορφης εξωτερικής εμφάνιση,ς έχουμε την τάση να πιστεύουμε πως είναι έξυπνοι κι εργατικοί. Μελέτες έχουν δείξει ότι πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν την εξωτερική τους εμφάνιση για να χειραγωγήσουν.
Ορισμοί για το «φαινόμενο του φωτοστέφανου»
– Το φαινόμενο είναι επίσης γνωστό ως το «φυσικό στερεότυπο της ελκυστικότητας» και η αρχή του «ό,τι είναι όμορφο είναι και καλό», και αναφέρεται στη συνήθεια των ανθρώπων να βαθμολογούν τα ελκυστικά άτομα με μεγαλύτερη επιείκεια από τα μη ελκυστικά. Ακόμη, αναφέρεται στον αντίκτυπο μιας αποδεκτής και αγαπητής προσωπικότητας στο να σχηματίζονται βεβιασμένα και μεροληπτικά συμπεράσματα για αυτήν την προσωπικότητα σε όλες τις πτυχές της.
– Σε έρευνα που έγινε το 1915 σε υπαλλήλους δύο μεγάλων βιομηχανιών, βρέθηκε πως η αποτίμηση, διαφορετικών μεταξύ τους, χαρακτηριστικών ενός ανθρώπου, όπως η ευφυία, η εργατικότητα, οι τεχνικές ικανότητες και η αξιοπιστία, συσχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό. Τα αποτελέσματα επηρεάστηκαν από τη γενική εικόνα που υπήρχε για τα άτομα που πήραν μέρος στην έρευνα.
Η ιστορία του «φαινομένου του φωτοστέφανου»
Ο ψυχολόγος Edward Thorndike, πρωτοανέφερε τον όρο, το 1920, σε άρθρο του με τίτλο: «Το συνεχές λάθος των ψυχολογικών μετρήσεων». Στο άρθρο του εξηγούσε το σχετικό πείραμα που πραγματοποίησε κατά το οποίο ζήτησε από υψηλόβαθμα στελέχη του στρατού να εκτιμήσουν μια ποικιλία από ιδιότητες των υφισταμένων τους. Μερικές από αυτές ήταν η ικανότητα να ηγηθούν, η αφοσίωση, η αξιοπιστία αλλά και η εξωτερική εμφάνιση.
Σκοπός του Thorndike ήταν να εξετάσει το κατά πόσο η εκτίμηση ορισμένων χαρακτηριστικών, συμφωνούσε με την εκτίμηση άλλων διαφορετικών χαρακτηριστικών. Αυτό που βρήκε ήταν πως όταν τα δεδομένα για ορισμένα χαρακτηριστικά ήταν υψηλά βαθμολογημένα, τότε ακολουθούσαν την ίδια πορεία και τα άλλα χαρακτηριστικά. Κατά τον ίδιο τρόπο, συνέβαινε και με την αρνητική βαθμολογία.
Γιατί ένας άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη να μειώσει κάποιον; Τι κερδίζει;
Δεν υπάρχει πάθος τόσο βαθιά ριζωμένο στην καρδιά, όσο ο φθόνος.
Στην καθημερινότητά μας, όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες, έχουμε βιώσει ή έχουμε και εμείς οι ίδιοι προσπαθήσει με λόγια και με πράξεις να μειώσουμε έναν άλλο άνθρωπο. Απαξιωτικά σχόλια για το βάρος μίας γυναίκας, «αθώα» γελάκια για την εμφάνιση κάποιου, υποτίμηση των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου, ειρωνικά σχόλια για τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την καταγωγή κάποιου και άλλα τόσα παραδείγματα.
Λόγια και πράξεις που έχουν ως απώτερο σκοπό να μειώσουν την προσωπικότητα και την ψυχή εκείνου που είναι ο αποδέκτης. Και, φυσικά, η προσπάθεια μείωσης μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει μία απλή λεκτική επίθεση και να φτάσει και στο επίπεδο πρόκλησης σωματικών βλαβών.
Το βασικό όμως ερώτημα είναι:
Γιατί ένας άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη να μειώσει κάποιον, τι κερδίζει από τη λεκτική ή τη σωματική βία ή τις όποιες απαξιωτικές συμπεριφορές;
Μειώνουμε τους άλλους ακριβώς για να νοιώσουμε εμείς καλύτερα με τον εαυτό μας, για να εξυψώσουμε το δικό μας εγώ και να νοιώσουμε ανώτεροι. Η γυναίκα που ειρωνεύεται μία άλλη γυναίκα με παραπανίσια κιλά μέσω αυτής της ειρωνείας προσπαθεί να νοιώσει εκείνη καλύτερα με το σώμα της και σιγουρεύει περισσότερο τον εαυτό της για τη θηλυκότητά της, μειώνοντας τη θηλυκότητα μίας άλλης γυναίκας. Με παρόμοιο τρόπο και ο άνδρας που κάνει άσχημα και ομοφοβικά σχόλια για έναν ομοφυλόφιλο με αυτό τον τρόπο μέσω του νοιώθει ακόμα πιο σίγουρος για τη δική του σεξουαλικότητα.
Η προσπάθεια μείωσης δεν αφορά βέβαια έναν άνθρωπο έξω από εμάς. Αφορά τη δική μας αυτοεκτίμηση, το πόσο καλά νοιώθουμε εμείς με τον εαυτό μας και το πόσο αγαπάμε και αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε. Όσο πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση έχει κάποιος, τόσο περισσότερο θα επιθυμεί να μειώνει άλλους ανθρώπους.
Κανένας υγιής άνθρωπος δεν γίνεται βασανιστής, εξετάζω τους λόγους που ωθούν έναν άνθρωπο να ασκεί σχολικό εκφοβισμό σε άλλους μαθητές.
Η βασικότερη αιτία είναι η πρόκληση της ευχαρίστησης και το αίσθημα ανωτερότητας που νοιώθει ένα άτομο όταν ασκεί βία σωματική και λεκτική σε ένα άλλο άτομο.
Στα παιδιά αυτά διαπιστώνεται ένα μεγάλο πρόβλημα σε σχέση με την αυτοεκτίμησή τους. Η προσπάθεια μείωσης σχετίζεται με την αυτοεκτίμηση και την υγιή σχέση που έχουμε χτίσει με τον εαυτό μας. Όσο πιο καλά νοιώθει κάποιος με τον εαυτό του εκτιμά αυτό που είναι, τόσο λιγότερο θα προβαίνει σε λεκτική, σωματική επίθεση και προσπάθεια μείωσης.
Η σχέση με τον εαυτό μας αποτελεί τη σημαντικότερη σχέση που θα αποκτήσει ένας άνθρωπος, θα διαρκέσει όλη τη ζωή του και θα καθορίσει και τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά και επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές η προσπάθεια μείωσης κρύβει μέσα ακόμα και ζήλεια ή φθόνο για το άτομο το οποίο προσπαθούμε να υποβιβάσουμε.
Όσο πιο μεγάλη αυτοεκτίμηση και αυτογνωσία διαθέτει ένα άτομο, τόσο λιγότερο θα προσπαθεί να μειώσει τους άλλους για να πείσει τον εαυτό του για την αξία του.
Στην καθημερινότητά μας, όλοι έχουμε γίνει μάρτυρες, έχουμε βιώσει ή έχουμε και εμείς οι ίδιοι προσπαθήσει με λόγια και με πράξεις να μειώσουμε έναν άλλο άνθρωπο. Απαξιωτικά σχόλια για το βάρος μίας γυναίκας, «αθώα» γελάκια για την εμφάνιση κάποιου, υποτίμηση των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου, ειρωνικά σχόλια για τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την καταγωγή κάποιου και άλλα τόσα παραδείγματα.
Λόγια και πράξεις που έχουν ως απώτερο σκοπό να μειώσουν την προσωπικότητα και την ψυχή εκείνου που είναι ο αποδέκτης. Και, φυσικά, η προσπάθεια μείωσης μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει μία απλή λεκτική επίθεση και να φτάσει και στο επίπεδο πρόκλησης σωματικών βλαβών.
Το βασικό όμως ερώτημα είναι:
Γιατί ένας άνθρωπος νοιώθει την ανάγκη να μειώσει κάποιον, τι κερδίζει από τη λεκτική ή τη σωματική βία ή τις όποιες απαξιωτικές συμπεριφορές;
Μειώνουμε τους άλλους ακριβώς για να νοιώσουμε εμείς καλύτερα με τον εαυτό μας, για να εξυψώσουμε το δικό μας εγώ και να νοιώσουμε ανώτεροι. Η γυναίκα που ειρωνεύεται μία άλλη γυναίκα με παραπανίσια κιλά μέσω αυτής της ειρωνείας προσπαθεί να νοιώσει εκείνη καλύτερα με το σώμα της και σιγουρεύει περισσότερο τον εαυτό της για τη θηλυκότητά της, μειώνοντας τη θηλυκότητα μίας άλλης γυναίκας. Με παρόμοιο τρόπο και ο άνδρας που κάνει άσχημα και ομοφοβικά σχόλια για έναν ομοφυλόφιλο με αυτό τον τρόπο μέσω του νοιώθει ακόμα πιο σίγουρος για τη δική του σεξουαλικότητα.
Η προσπάθεια μείωσης δεν αφορά βέβαια έναν άνθρωπο έξω από εμάς. Αφορά τη δική μας αυτοεκτίμηση, το πόσο καλά νοιώθουμε εμείς με τον εαυτό μας και το πόσο αγαπάμε και αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε. Όσο πιο χαμηλή αυτοεκτίμηση έχει κάποιος, τόσο περισσότερο θα επιθυμεί να μειώνει άλλους ανθρώπους.
Κανένας υγιής άνθρωπος δεν γίνεται βασανιστής, εξετάζω τους λόγους που ωθούν έναν άνθρωπο να ασκεί σχολικό εκφοβισμό σε άλλους μαθητές.
Η βασικότερη αιτία είναι η πρόκληση της ευχαρίστησης και το αίσθημα ανωτερότητας που νοιώθει ένα άτομο όταν ασκεί βία σωματική και λεκτική σε ένα άλλο άτομο.
Στα παιδιά αυτά διαπιστώνεται ένα μεγάλο πρόβλημα σε σχέση με την αυτοεκτίμησή τους. Η προσπάθεια μείωσης σχετίζεται με την αυτοεκτίμηση και την υγιή σχέση που έχουμε χτίσει με τον εαυτό μας. Όσο πιο καλά νοιώθει κάποιος με τον εαυτό του εκτιμά αυτό που είναι, τόσο λιγότερο θα προβαίνει σε λεκτική, σωματική επίθεση και προσπάθεια μείωσης.
Η σχέση με τον εαυτό μας αποτελεί τη σημαντικότερη σχέση που θα αποκτήσει ένας άνθρωπος, θα διαρκέσει όλη τη ζωή του και θα καθορίσει και τον τρόπο με τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά και επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Πολλές φορές η προσπάθεια μείωσης κρύβει μέσα ακόμα και ζήλεια ή φθόνο για το άτομο το οποίο προσπαθούμε να υποβιβάσουμε.
Όσο πιο μεγάλη αυτοεκτίμηση και αυτογνωσία διαθέτει ένα άτομο, τόσο λιγότερο θα προσπαθεί να μειώσει τους άλλους για να πείσει τον εαυτό του για την αξία του.
Ζωή θα πει, τα αλλάζω όλα μέχρι να τα κάνω όπως θέλω
Πόσα βιβλία διαβάζουμε, πόσα άρθρα, πόσες φιλοσοφίες ενστερνιζόμαστε κατά καιρούς, πόσους μέντορες αναζητούμε. Κι όλα αυτά με θέμα τη ζωή.
Ζωή. Μια λέξη με χίλιες σημασίες. Κι αν σε ρωτήσω τι σημαίνει ζωή, τι θα μου πεις; Μπορείς να απαντήσεις; Είναι άραγε η διαδικασία ωρίμανσης του σώματος; Είναι μήπως αυτός ο χρόνος μεταξύ της γέννησης και του θανάτου; Είναι μια μόνο στιγμή; Είναι ο αριθμός των χτύπων της καρδιάς σου;
Όσο κι αν έχω ψάξει για τη σημασία αυτής της λέξης, καμία ερμηνεία δε με ικανοποιεί. Ούτε κι εσένα. Κι αν δεν το έχεις κάνει μέχρι τώρα, σε προκαλώ να το κάνεις. Ψάξε σε βιβλία, σε σελίδες, σε άρθρα, σε λόγια σοφών. Ποτέ δε θα βρεις κάτι συγκεκριμένο, μια ιδανική περιγραφή γι’ αυτή την τόσο μικρή λέξη, με τα τρία γράμματα, που τόσα άλλα γράμματα κρύβει μέσα της.
Ψάχνοντας για τη σημασία της λέξης «ζωή», καταλήγω ξανά και ξανά στην αναζήτηση για την έννοια της ζωής, τη σημασία της ζωής. Αυτής εδώ, αυτού του κόσμου, του τώρα, σε αυτό το σύμπαν και αυτή τη διάσταση, με αυτό τον Θεό. Κι αυτή η σημασία της ζωής που αιώνες τώρα οι άνθρωποι αναζητούν, το περιζήτητο νόημα της ζωής, θα μείνει ανεξήγητο. Στο λέω αλλά νομίζω πως το ξέρεις ήδη. Κανείς δε θα μπορέσει να βγει να πει στον κόσμο μια τυχαία μέρα του χρόνου, ποιο είναι αυτό το περιβόητο νόημα της ζωής. Κανείς. Ούτε επιστήμονας, ούτε φιλόσοφος, ούτε εσύ, ούτε κι εγώ.
Και ξέρεις γιατί; Γιατί το νόημα της ζωής δεν είναι καθολικό, δεν αποτελεί μια κοινή μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί, δεν είναι μια συνταγή πολλαπλώς ειπωμένη κατά τη διάρκεια των αιώνων. Το νόημα της ζωής και συνεπώς η σημασία της, είναι κάτι μοναδικό για τον καθένα… Γι’ αυτό και δε θα υπάρξει ποτέ ένας καθολικός ορισμός. Γιατί είσαι εσύ με τη ζωή σου, είμαι κι εγώ με τη δική μου. Μοναδικές κι ανεπανάληπτες ζωές, δώρο από το Θεό και τη φύση, πολυτιμότερο πετράδι από όλα τα πιο φανταχτερά όλου του κόσμου.
Μέσα σε αυτή την κοινωνία που επιβιώνεις, ξέχασες ότι κρατάς στα χέρια σου το πιο ακριβό κόσμημα, το πιο πολύτιμο αγαθό. Ξέχασες ότι κρατάς μια ζωή στην αγκαλιά σου, ότι την κουβαλάς στους ώμους σου, ότι είναι τυλιγμένη στο λαιμό σου. Την έχεις τόσο δεδομένη που δεν τη βλέπεις καν. Ξεχνάς τα όνειρα, ξεχνάς να αναπνέεις. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή, κάθε μέρα οι ίδιοι άνθρωποι, κάθε μέρα η ίδια θλίψη, κάθε μέρα τα ίδια, κάθε μέρα. Μα ξεχνάς πως το σήμερα δε θα ξανάρθει, γίνεται χθες, κι έρχεται το αύριο και γίνεται κι αυτό σήμερα και θα περάσει κι αυτό στη θέση του χθες, αυτού του χθες που δε σε νοιάζει, που αποτελεί τον κάδο απορριμμάτων σου. Κι αυτό γιατί πάλι το σήμερα το ξέχασες, το άφησες στην άκρη, το πήρες δεδομένο και δεν το βλέπεις πια.
Μα αν κάτσεις κι αναλογιστείς πόσα σήμερα πέρασαν και δε σε άγγιξαν, δεν έμαθες κάτι καινούριο, σήμερα δε γέλασες, δεν έκανες κάτι να σε ευχαριστεί πραγματικά, δεν ονειρεύτηκες… Ίσως λίγο να τρομάξεις. Και σκέψου τώρα πως ο χρόνος που πέρασε, δε σου χαρίστηκε και γι’ αυτό δε γυρνάει πίσω.
Αντί να σηκωθείς από τη ρουτίνα σου και να ρίξεις μια γροθιά στο μαχαίρι χωρίς να φοβάσαι τον πόνο, με σύμμαχο την ελπίδα και τη βεβαιότητα της επούλωσης, κάθεσαι στον καναπέ σου και απολαμβάνεις μια «σιγουριά». Για ποια σιγουριά μου μιλάς; Όλα εικονικά είναι. Ποτέ και πουθενά δεν υπάρχει αληθινή σιγουριά.
Κάθεσαι στη λιμνούλα σου και ρεμβάζεις, νομίζοντας πως τίποτα δε θα την ταράξει, κανένα κύμα και κανένας καρχαρίας. Μα δεν υπολογίζεις πως σιγά σιγά η ακίνητη λίμνη σου, αρχίζει να βαλτώνει. Στον πάτο της γεννιέται ο βάλτος, ένας κρυφός, θλιβερός βάλτος. Στην επιφάνεια αργεί να φτάσει, για να τον δεις, μα ακόμα κι έτσι εσύ ξέρεις. Ξέρεις πως κάτι δεν είναι όπως πριν, κάτι σκοτεινιάζει τα νερά της λίμνης σου. Και αντί να κάνεις κάτι γι’ αυτό, στέκεσαι απλός παρατηρητής της αλλοίωσής της.
Αφού δεν είσαι ικανοποιημένος με τη ζωή που ζεις, γιατί δεν την αλλάζεις; Ξέρω πόσο φοβάσαι αλλά θα φοβηθείς ακόμα πιο πολύ όταν πια θα έχεις γεράσει και θα κοιτάζεις τα περασμένα χρόνια. Εκείνα τα χρόνια που θα μπορούσες να αγαπήσεις τη λίμνη σου και αντ’ αυτού την άφησες να γίνει βάλτος. Μην αφήσεις το χρόνο κι άλλο να περάσει. Ψάξε και βρες τρόπους να αλλάξεις οτιδήποτε δε σ’ αρέσει. Κι αν αποτύχεις, σήκω ξανά και προσπάθησε. Άλλαξε τα όλα μέχρι να σου αρέσουν! Μη φοβάσαι τίποτα! Μη φοβάσαι να ζήσεις! Πως δέχεσαι να φτάσεις στο θάνατο χωρίς να έχεις πραγματοποιήσει τις επιθυμίες σου, χωρίς να έχεις ζήσει μια ζωή ονειρεμένη. Για σένα ονειρεμένη! Όπως εσύ την ονειρευόσουν από μικρό παιδί.
Μη σε νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι, μη φοβάσαι να εκθέσεις τον εαυτό σου στον κόσμο και να διεκδικήσεις τα όνειρά σου, τις αγάπες σου. Μην αφήσεις να τελειώσει η ζωή σου χωρίς να έχεις βρει το δικό σου νόημα.
Εγώ έχω ένα όνειρο. Όταν έρθει η ώρα που ο θάνατος θα χτυπήσει την πόρτα μου κι θα παίρνω τις τελευταίες μου ανάσες, να μπορέσω να πω ότι ΕΖΗΣΑ.
Ζωή. Μια λέξη με χίλιες σημασίες. Κι αν σε ρωτήσω τι σημαίνει ζωή, τι θα μου πεις; Μπορείς να απαντήσεις; Είναι άραγε η διαδικασία ωρίμανσης του σώματος; Είναι μήπως αυτός ο χρόνος μεταξύ της γέννησης και του θανάτου; Είναι μια μόνο στιγμή; Είναι ο αριθμός των χτύπων της καρδιάς σου;
Όσο κι αν έχω ψάξει για τη σημασία αυτής της λέξης, καμία ερμηνεία δε με ικανοποιεί. Ούτε κι εσένα. Κι αν δεν το έχεις κάνει μέχρι τώρα, σε προκαλώ να το κάνεις. Ψάξε σε βιβλία, σε σελίδες, σε άρθρα, σε λόγια σοφών. Ποτέ δε θα βρεις κάτι συγκεκριμένο, μια ιδανική περιγραφή γι’ αυτή την τόσο μικρή λέξη, με τα τρία γράμματα, που τόσα άλλα γράμματα κρύβει μέσα της.
Ψάχνοντας για τη σημασία της λέξης «ζωή», καταλήγω ξανά και ξανά στην αναζήτηση για την έννοια της ζωής, τη σημασία της ζωής. Αυτής εδώ, αυτού του κόσμου, του τώρα, σε αυτό το σύμπαν και αυτή τη διάσταση, με αυτό τον Θεό. Κι αυτή η σημασία της ζωής που αιώνες τώρα οι άνθρωποι αναζητούν, το περιζήτητο νόημα της ζωής, θα μείνει ανεξήγητο. Στο λέω αλλά νομίζω πως το ξέρεις ήδη. Κανείς δε θα μπορέσει να βγει να πει στον κόσμο μια τυχαία μέρα του χρόνου, ποιο είναι αυτό το περιβόητο νόημα της ζωής. Κανείς. Ούτε επιστήμονας, ούτε φιλόσοφος, ούτε εσύ, ούτε κι εγώ.
Και ξέρεις γιατί; Γιατί το νόημα της ζωής δεν είναι καθολικό, δεν αποτελεί μια κοινή μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί, δεν είναι μια συνταγή πολλαπλώς ειπωμένη κατά τη διάρκεια των αιώνων. Το νόημα της ζωής και συνεπώς η σημασία της, είναι κάτι μοναδικό για τον καθένα… Γι’ αυτό και δε θα υπάρξει ποτέ ένας καθολικός ορισμός. Γιατί είσαι εσύ με τη ζωή σου, είμαι κι εγώ με τη δική μου. Μοναδικές κι ανεπανάληπτες ζωές, δώρο από το Θεό και τη φύση, πολυτιμότερο πετράδι από όλα τα πιο φανταχτερά όλου του κόσμου.
Μέσα σε αυτή την κοινωνία που επιβιώνεις, ξέχασες ότι κρατάς στα χέρια σου το πιο ακριβό κόσμημα, το πιο πολύτιμο αγαθό. Ξέχασες ότι κρατάς μια ζωή στην αγκαλιά σου, ότι την κουβαλάς στους ώμους σου, ότι είναι τυλιγμένη στο λαιμό σου. Την έχεις τόσο δεδομένη που δεν τη βλέπεις καν. Ξεχνάς τα όνειρα, ξεχνάς να αναπνέεις. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή, κάθε μέρα οι ίδιοι άνθρωποι, κάθε μέρα η ίδια θλίψη, κάθε μέρα τα ίδια, κάθε μέρα. Μα ξεχνάς πως το σήμερα δε θα ξανάρθει, γίνεται χθες, κι έρχεται το αύριο και γίνεται κι αυτό σήμερα και θα περάσει κι αυτό στη θέση του χθες, αυτού του χθες που δε σε νοιάζει, που αποτελεί τον κάδο απορριμμάτων σου. Κι αυτό γιατί πάλι το σήμερα το ξέχασες, το άφησες στην άκρη, το πήρες δεδομένο και δεν το βλέπεις πια.
Μα αν κάτσεις κι αναλογιστείς πόσα σήμερα πέρασαν και δε σε άγγιξαν, δεν έμαθες κάτι καινούριο, σήμερα δε γέλασες, δεν έκανες κάτι να σε ευχαριστεί πραγματικά, δεν ονειρεύτηκες… Ίσως λίγο να τρομάξεις. Και σκέψου τώρα πως ο χρόνος που πέρασε, δε σου χαρίστηκε και γι’ αυτό δε γυρνάει πίσω.
Αντί να σηκωθείς από τη ρουτίνα σου και να ρίξεις μια γροθιά στο μαχαίρι χωρίς να φοβάσαι τον πόνο, με σύμμαχο την ελπίδα και τη βεβαιότητα της επούλωσης, κάθεσαι στον καναπέ σου και απολαμβάνεις μια «σιγουριά». Για ποια σιγουριά μου μιλάς; Όλα εικονικά είναι. Ποτέ και πουθενά δεν υπάρχει αληθινή σιγουριά.
Κάθεσαι στη λιμνούλα σου και ρεμβάζεις, νομίζοντας πως τίποτα δε θα την ταράξει, κανένα κύμα και κανένας καρχαρίας. Μα δεν υπολογίζεις πως σιγά σιγά η ακίνητη λίμνη σου, αρχίζει να βαλτώνει. Στον πάτο της γεννιέται ο βάλτος, ένας κρυφός, θλιβερός βάλτος. Στην επιφάνεια αργεί να φτάσει, για να τον δεις, μα ακόμα κι έτσι εσύ ξέρεις. Ξέρεις πως κάτι δεν είναι όπως πριν, κάτι σκοτεινιάζει τα νερά της λίμνης σου. Και αντί να κάνεις κάτι γι’ αυτό, στέκεσαι απλός παρατηρητής της αλλοίωσής της.
Αφού δεν είσαι ικανοποιημένος με τη ζωή που ζεις, γιατί δεν την αλλάζεις; Ξέρω πόσο φοβάσαι αλλά θα φοβηθείς ακόμα πιο πολύ όταν πια θα έχεις γεράσει και θα κοιτάζεις τα περασμένα χρόνια. Εκείνα τα χρόνια που θα μπορούσες να αγαπήσεις τη λίμνη σου και αντ’ αυτού την άφησες να γίνει βάλτος. Μην αφήσεις το χρόνο κι άλλο να περάσει. Ψάξε και βρες τρόπους να αλλάξεις οτιδήποτε δε σ’ αρέσει. Κι αν αποτύχεις, σήκω ξανά και προσπάθησε. Άλλαξε τα όλα μέχρι να σου αρέσουν! Μη φοβάσαι τίποτα! Μη φοβάσαι να ζήσεις! Πως δέχεσαι να φτάσεις στο θάνατο χωρίς να έχεις πραγματοποιήσει τις επιθυμίες σου, χωρίς να έχεις ζήσει μια ζωή ονειρεμένη. Για σένα ονειρεμένη! Όπως εσύ την ονειρευόσουν από μικρό παιδί.
Μη σε νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι, μη φοβάσαι να εκθέσεις τον εαυτό σου στον κόσμο και να διεκδικήσεις τα όνειρά σου, τις αγάπες σου. Μην αφήσεις να τελειώσει η ζωή σου χωρίς να έχεις βρει το δικό σου νόημα.
Εγώ έχω ένα όνειρο. Όταν έρθει η ώρα που ο θάνατος θα χτυπήσει την πόρτα μου κι θα παίρνω τις τελευταίες μου ανάσες, να μπορέσω να πω ότι ΕΖΗΣΑ.
Η μαγεία του να διαφέρεις
Είναι αυτοί που ο κόσµος δεν τους φαντάζεται ικανούς για κάτι, που κατορθώνουν συχνά αυτό, που κανείς δεν φανταζόταν ότι µπορεί να γίνει.
«Είναι κάποιοι που µπορεί να επηρεάσουν, να εµπνεύσουν, να κάνουν καλύτερο τον κόσµο, έστω µια στάλα», έλεγε ο ήρωας της ταινίας στη σύντροφό του… Από τα σχολικά του χρόνια έδειχνε διαφορετικός, πολύ ευφυής µα κλεισµένος στον εαυτό του. Είχε µάθει, έδειχνε η ταινία, ότι -χωρίς κανέναν να τον υποστηρίζει- ο τρόπος για να σταµατούν πιο σύντοµα τα πειράγµατα των συµµαθητών του, ήταν να τους στερήσει την ευχαρίστηση που ένιωθαν, µε την προσπάθειά του να τους ξεφεύγει.
Η παραίτησή του αυτή, τέλειωνε τα πειράγµατα πιο γρήγορα. Γιατί δεν έβρισκαν ικανοποίηση στο να επιβάλλουν τη δύναµή τους. Μια τεχνική που ανακάλυψε µόνος του, αφού δεν ένιωθε να υπάρχει κανείς σύµµαχός του, να τον προστατεύσει. Ωσπου βρέθηκε ένας καλός φίλος κοντά του… Ο άνθρωπος αυτός, που τόσο διαφορετικός έδειχνε σαν παιδί, έµελλε να γίνει ο εµπνευστής της τεχνητής νοηµοσύνης. Αυτός που θα «έσπαγε» τον κωδικό κρυπτογράφησης Ενίγκµα, του Γ’ Ράιχ, κάτι που τότε έµοιαζε αδιανόητο να γίνει.
ΟΙ «∆ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ»
Άνθρωποι ευαίσθητοι, ευφυείς, συχνά νιώθουν ότι µειονεκτούν, γιατί µεγάλωσαν σε ένα δύσκολο περιβάλλον, µε πράγµατα που έκαναν ταπεινή την αυτοεκτίµησή τους. Ετσι, φέρονται διαφορετικά από τους πολλούς και ξεχωρίζουν από την οµοιοµορφία. Κάτι που κάνει καµιά φορά τους πολλούς να τους κοιτάζουν µε περιέργεια, θα ᾽λεγε κανείς αρνητικά… Ισως γιατί οι ευαίσθητοι άνθρωποι δεν νιώθουν πάντα εύκολο να ακολουθήσουν τους τύπους κοινωνικής συµπεριφοράς κι έτσι δείχνουν συνεσταλµένοι, «διαφορετικοί»!
Από διάφορα τυχαία περιστατικά µπορεί να χαρακτηριστούν «παράξενοι»… Ποιος έχει την υποµονή να αναλύσει σε βάθος τη συµπεριφορά τους; Οι άνθρωποι αυτοί φέρονται διαφορετικά, ίσως όχι πάντα «άνετα», µα πιο γνήσια στην πραγµατικότητα. Μπορεί να µην πηγαίνουν στην κηδεία κάποιου συγγενούς τους, όχι γιατί δεν νιώθουν πόνο, µα διότι πονούν περισσότερο και δεν θέλουν να δουν αυτόν που έχασαν από τη ζωή τους… Μπορεί να αποφεύγουν τις κοσµικές συγκεντρώσεις γιατί ντρέπονται, και η αίσθηση ότι µειονεκτούν στην άνετη κοινωνική συµπεριφορά, τραβάει -σαν το µέλι- την προσοχή κάποιων… Αυτών που θέλουν να φανούν δυνατοί στο πλήθος, σαρκάζοντας τη διαφορά τους από την οµοιόµορφη συµπεριφορά.
Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ
Είναι εύκολο κάποιες φορές να ξεχνάµε ή να κρύβουµε τα προβλήµατά µας, γελώντας µε τα προβλήµατα των άλλων. Θέλει δύναµη και γνώση για να το αποφύγεις αυτό. Ο άνθρωπος µαθαίνει να είναι ανθρώπινος ή όχι. Είναι πιο εύκολο να προσέξουµε τη διαφορά κάποιων ευαίσθητων ανθρώπων από την οµοιοµορφία, παρά να εστιάσουµε στο πρόβληµα αυτών που τη χλευάζουν µε µένος… Η σκληρότητα λανθασµένα θεωρείται ως δύναµη και η ευαισθησία ως πρόβληµα, ενώ στην ουσία ισχύει το αντίστροφο!
Κι έτσι, η -κάποιες φορές- λειψή από την οικογένεια, αυτοεκτίµηση των ευαίσθητων ανθρώπων, τραυµατίζεται ακόµη περισσότερο από τον υπόλοιπο άγνωστο κόσµο…
Πολύ συχνά, γνωρίζεις τέτοιους ανθρώπους στην καθηµερινότητά σου… Νοµίζουν λανθασµένα ότι είναι αδυναµία η ευαισθησία, το να σκέφτεσαι διαφορετικά, αφού δεν το κάνουν πολλοί. ∆εν τους είναι εύκολο να καταλάβουν τη σηµασία των ικανοτήτων τους, γιατί δεν βλέπουν τις αξίες να είναι δηµοφιλείς. Και πόσο δύσκολο είναι να πιστέψουν ότι η κακία των άλλων συχνά προέρχεται από το φθόνο των ικανοτήτων τους. Οι ίδιοι νοµίζουν ότι χλευάζεται η διαφορετικότητά τους. Οµως, όταν βρεθεί κάποιος που θα τους αναγνωρίσει την αξία τους, αντιδρούν µε ένα πλατύ χαµόγελο. Και αρχίζει η µεταµόρφωσή τους από φαινοµενικό άνθρακα κοινωνικά, σε διαµάντι…
Τότε µπορεί να καταλάβουν ότι ο άνθρωπος, µε σιγουριά για τον εαυτό του, δεν εκφράζει κακία ή φθόνο προς τους άλλους. Ότι αυτοί που τους πείραζαν µε κακία, εξέφραζαν σε κάποιον άλλον τη δυσφορία µε το δικό τους εαυτό… Τότε καταλαβαίνουν ότι η επίδραση της οµορφιάς και της οµοιογένειας είναι παροδική και γρήγορα ξεθωριάζει… Και ότι το διαφορετικό γίνεται στο τέλος το αντικείµενο του θαυµασµού.
«Η οµορφιά είναι ανώτερη από την ευφυΐα, γιατί δεν χρειάζεται απόδειξη», είπε κάποτε ο Ουµπέρτο Εκο, θέλοντας να δείξει ότι ότι το ανθρώπινο µάτι προσελκύεται πρώτα από την οµορφιά, και ότι θέλει περισσότερο χρόνο για να εκτιµήσει άλλα χαρίσµατα… αν δώσει αυτό το χρόνο και την ευκαιρία!
«Είναι κάποιοι που µπορεί να επηρεάσουν, να εµπνεύσουν, να κάνουν καλύτερο τον κόσµο, έστω µια στάλα», έλεγε ο ήρωας της ταινίας στη σύντροφό του… Από τα σχολικά του χρόνια έδειχνε διαφορετικός, πολύ ευφυής µα κλεισµένος στον εαυτό του. Είχε µάθει, έδειχνε η ταινία, ότι -χωρίς κανέναν να τον υποστηρίζει- ο τρόπος για να σταµατούν πιο σύντοµα τα πειράγµατα των συµµαθητών του, ήταν να τους στερήσει την ευχαρίστηση που ένιωθαν, µε την προσπάθειά του να τους ξεφεύγει.
Η παραίτησή του αυτή, τέλειωνε τα πειράγµατα πιο γρήγορα. Γιατί δεν έβρισκαν ικανοποίηση στο να επιβάλλουν τη δύναµή τους. Μια τεχνική που ανακάλυψε µόνος του, αφού δεν ένιωθε να υπάρχει κανείς σύµµαχός του, να τον προστατεύσει. Ωσπου βρέθηκε ένας καλός φίλος κοντά του… Ο άνθρωπος αυτός, που τόσο διαφορετικός έδειχνε σαν παιδί, έµελλε να γίνει ο εµπνευστής της τεχνητής νοηµοσύνης. Αυτός που θα «έσπαγε» τον κωδικό κρυπτογράφησης Ενίγκµα, του Γ’ Ράιχ, κάτι που τότε έµοιαζε αδιανόητο να γίνει.
ΟΙ «∆ΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ»
Άνθρωποι ευαίσθητοι, ευφυείς, συχνά νιώθουν ότι µειονεκτούν, γιατί µεγάλωσαν σε ένα δύσκολο περιβάλλον, µε πράγµατα που έκαναν ταπεινή την αυτοεκτίµησή τους. Ετσι, φέρονται διαφορετικά από τους πολλούς και ξεχωρίζουν από την οµοιοµορφία. Κάτι που κάνει καµιά φορά τους πολλούς να τους κοιτάζουν µε περιέργεια, θα ᾽λεγε κανείς αρνητικά… Ισως γιατί οι ευαίσθητοι άνθρωποι δεν νιώθουν πάντα εύκολο να ακολουθήσουν τους τύπους κοινωνικής συµπεριφοράς κι έτσι δείχνουν συνεσταλµένοι, «διαφορετικοί»!
Από διάφορα τυχαία περιστατικά µπορεί να χαρακτηριστούν «παράξενοι»… Ποιος έχει την υποµονή να αναλύσει σε βάθος τη συµπεριφορά τους; Οι άνθρωποι αυτοί φέρονται διαφορετικά, ίσως όχι πάντα «άνετα», µα πιο γνήσια στην πραγµατικότητα. Μπορεί να µην πηγαίνουν στην κηδεία κάποιου συγγενούς τους, όχι γιατί δεν νιώθουν πόνο, µα διότι πονούν περισσότερο και δεν θέλουν να δουν αυτόν που έχασαν από τη ζωή τους… Μπορεί να αποφεύγουν τις κοσµικές συγκεντρώσεις γιατί ντρέπονται, και η αίσθηση ότι µειονεκτούν στην άνετη κοινωνική συµπεριφορά, τραβάει -σαν το µέλι- την προσοχή κάποιων… Αυτών που θέλουν να φανούν δυνατοί στο πλήθος, σαρκάζοντας τη διαφορά τους από την οµοιόµορφη συµπεριφορά.
Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ
Είναι εύκολο κάποιες φορές να ξεχνάµε ή να κρύβουµε τα προβλήµατά µας, γελώντας µε τα προβλήµατα των άλλων. Θέλει δύναµη και γνώση για να το αποφύγεις αυτό. Ο άνθρωπος µαθαίνει να είναι ανθρώπινος ή όχι. Είναι πιο εύκολο να προσέξουµε τη διαφορά κάποιων ευαίσθητων ανθρώπων από την οµοιοµορφία, παρά να εστιάσουµε στο πρόβληµα αυτών που τη χλευάζουν µε µένος… Η σκληρότητα λανθασµένα θεωρείται ως δύναµη και η ευαισθησία ως πρόβληµα, ενώ στην ουσία ισχύει το αντίστροφο!
Κι έτσι, η -κάποιες φορές- λειψή από την οικογένεια, αυτοεκτίµηση των ευαίσθητων ανθρώπων, τραυµατίζεται ακόµη περισσότερο από τον υπόλοιπο άγνωστο κόσµο…
Πολύ συχνά, γνωρίζεις τέτοιους ανθρώπους στην καθηµερινότητά σου… Νοµίζουν λανθασµένα ότι είναι αδυναµία η ευαισθησία, το να σκέφτεσαι διαφορετικά, αφού δεν το κάνουν πολλοί. ∆εν τους είναι εύκολο να καταλάβουν τη σηµασία των ικανοτήτων τους, γιατί δεν βλέπουν τις αξίες να είναι δηµοφιλείς. Και πόσο δύσκολο είναι να πιστέψουν ότι η κακία των άλλων συχνά προέρχεται από το φθόνο των ικανοτήτων τους. Οι ίδιοι νοµίζουν ότι χλευάζεται η διαφορετικότητά τους. Οµως, όταν βρεθεί κάποιος που θα τους αναγνωρίσει την αξία τους, αντιδρούν µε ένα πλατύ χαµόγελο. Και αρχίζει η µεταµόρφωσή τους από φαινοµενικό άνθρακα κοινωνικά, σε διαµάντι…
Τότε µπορεί να καταλάβουν ότι ο άνθρωπος, µε σιγουριά για τον εαυτό του, δεν εκφράζει κακία ή φθόνο προς τους άλλους. Ότι αυτοί που τους πείραζαν µε κακία, εξέφραζαν σε κάποιον άλλον τη δυσφορία µε το δικό τους εαυτό… Τότε καταλαβαίνουν ότι η επίδραση της οµορφιάς και της οµοιογένειας είναι παροδική και γρήγορα ξεθωριάζει… Και ότι το διαφορετικό γίνεται στο τέλος το αντικείµενο του θαυµασµού.
«Η οµορφιά είναι ανώτερη από την ευφυΐα, γιατί δεν χρειάζεται απόδειξη», είπε κάποτε ο Ουµπέρτο Εκο, θέλοντας να δείξει ότι ότι το ανθρώπινο µάτι προσελκύεται πρώτα από την οµορφιά, και ότι θέλει περισσότερο χρόνο για να εκτιµήσει άλλα χαρίσµατα… αν δώσει αυτό το χρόνο και την ευκαιρία!
ALFRED ADLER: Ένας τρόπος διαφυγής από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, είναι το άτομο να φαντάζεται ότι υπερέχει χωρίς αυτό να αληθεύει
Ο Άντλερ υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος έχει ένα αίσθημα κατωτερότητας, το οποίο σε ορισμένους λειτουργεί ως κίνητρο για την πραγματοποίηση θετικών αλλαγών στη ζωή τους, ενώ σε άλλους, το στοιχείο που τους τοποθετεί σε μειονεκτικότερη θέση συγκριτικά με τον κόσμο γύρω τους, μπορεί να μετατραπεί σε διαβρωτικό παράγοντα και να εμποδίσει την οποιαδήποτε εξελικτική τους πορεία. Όταν το άτομο προσπαθεί να μεταβάλλει τα ελαττωματικά χαρακτηριστικά του και επιδιώκει την υπεροχή σε ένα θετικό πλαίσιο αυτοβελτίωσης και εξέλιξης, δείχνοντας παράλληλα ότι διαθέτει κοινωνικό συναίσθημα – ενδιαφέρεται δηλαδή να κάνει καλό στους συμπολίτες του και στην κοινωνία – το στοιχείο αυτό ακριβώς είναι που μετριάζει την επιδίωξη της υπεροχής του και τον τοποθετεί στη χρήσιμη πλευρά της ζωής.
Όταν, όμως, το άτομο θεωρεί ότι πρέπει να διαχειριστεί μία πιο δύσκολη κατάσταση από ότι οι άλλοι γύρω του και αρχίζει να επικεντρώνει την προσοχή του πιο πολύ στον εαυτό του, χάνει το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επαφές και καταστάσεις και υιοθετεί μία εσφαλμένη συμπεριφορά για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η οποία δεν διευκολύνει με κανέναν τρόπο την επίλυσή του. Η αιτία της συμπεριφοράς αυτής μπορεί να εντοπιστεί στην αδυναμία του ατόμου να αντιληφθεί τη συνάρτηση της ζωής στο σύνολό της.
Όταν το άτομο σκέφτεται συνεχώς τα αρνητικά στοιχεία που θεωρεί ότι τον καθιστούν κατώτερο σε σχέση με τους διπλανούς του και ασχολείται ακατάπαυστα με το πώς θα ξεπεράσει τους άλλους, στρέφεται στην άχρηστη πλευρά της ζωής. Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι όταν γίνεται λόγος για την άχρηστη πλευρά της ζωής στην ατομική ψυχολογία, υποδηλώνεται ότι το άτομο στερείται κοινωνικού συναισθήματος, ότι είναι δηλαδή κοινωνικά απροσάρμοστος και δεν ενδιαφέρεται να λειτουργεί προσωπικά ως ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Τη στιγμή, λοιπόν, που κατακλύζεται από σκέψεις που αφορούν τα μειονεκτικά χαρακτηριστικά του, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν εντυπώσεις για την κατοχή εξαιρετικών ιδιοτήτων που, χωρίς κόπο και πραγματικό αγώνα, οδηγούν το άτομο να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια ανώτερη θέση συγκριτικά με τους άλλους γύρω του.
Μέσα από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, δηλαδή, είναι δυνατόν να φύεται ένα σύμπλεγμα υπεροχής, το οποίο λειτουργεί σαν ένας τρόπος διαφυγής από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, καθώς το άτομο φαντάζεται ότι υπερέχει, κάτι όμως που δεν αληθεύει. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στους μεγαλομανείς, στους ανθρώπους δηλαδή που θεωρούν ότι είναι κάποια θεϊκή οντότητα η μία αυτοκρατορική προσωπικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί περνούν τον καιρό τους εγκλωβισμένοι στην άχρηστη πλευρά της ζωής, σε έναν πλασματικό κόσμο που τον αντιλαμβάνονται ως αληθινό και που τους οδηγεί στην απομόνωση.
Ορισμένοι άνθρωποι ζουν με ευχαρίστηση στο φανταστικό τους κόσμο και αυτό συμβαίνει κυρίως όταν στερούνται το θάρρος. Καθώς δεν αισθάνονται ιδιαίτερα δυνατοί να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στο δρόμο τους, γίνονται φυγόπονοι, νομίζοντας πως με αυτή τη συνεχόμενη αποφυγή να εμπλακούν σε οποιαδήποτε μορφή αγώνα γίνονται πιο δυνατοί και πιο έξυπνοι από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Ο Άντλερ θεωρούσε ότι η εγκληματικότητα δεν είναι η έκφραση κάποιας θεμελιακής διαφθοράς αλλά η εκδήλωση ενός συμπλέγματος υπεροχής. Σύμφωνα με την άποψη του, ένα παιδί που κλέβει μπορεί να έχει οδηγηθεί σε αυτή την πρακτική επειδή θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους υπόλοιπους, πιστεύει δηλαδή ότι μπορεί να εξαπατά τους άλλους χωρίς εκείνοι να αντιλαμβάνονται ότι τους κλέβει. Όταν ένας άνθρωπος είναι υπερόπτης και καυχάται υπερβολικά για τον εαυτό του, η συμπεριφορά του αυτή μπορεί να υποδηλώνει ότι αισθάνεται μειονεκτικά σε σχέση με τους υπόλοιπους και ότι θεωρεί πως δεν μπορεί να τους ανταγωνιστεί. Προκύπτει έτσι ένα κοινό στοιχείο που διαθέτουν τα συμπλέγματα κατωτερότητας και υπεροχής: και οι δύο αυτές συναισθηματικές τάσεις κατευθύνουν το άτομο προς την άχρηστη πλευρά της ζωής.
Όταν, όμως, το άτομο θεωρεί ότι πρέπει να διαχειριστεί μία πιο δύσκολη κατάσταση από ότι οι άλλοι γύρω του και αρχίζει να επικεντρώνει την προσοχή του πιο πολύ στον εαυτό του, χάνει το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές επαφές και καταστάσεις και υιοθετεί μία εσφαλμένη συμπεριφορά για την αντιμετώπιση του προβλήματος, η οποία δεν διευκολύνει με κανέναν τρόπο την επίλυσή του. Η αιτία της συμπεριφοράς αυτής μπορεί να εντοπιστεί στην αδυναμία του ατόμου να αντιληφθεί τη συνάρτηση της ζωής στο σύνολό της.
Όταν το άτομο σκέφτεται συνεχώς τα αρνητικά στοιχεία που θεωρεί ότι τον καθιστούν κατώτερο σε σχέση με τους διπλανούς του και ασχολείται ακατάπαυστα με το πώς θα ξεπεράσει τους άλλους, στρέφεται στην άχρηστη πλευρά της ζωής. Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι όταν γίνεται λόγος για την άχρηστη πλευρά της ζωής στην ατομική ψυχολογία, υποδηλώνεται ότι το άτομο στερείται κοινωνικού συναισθήματος, ότι είναι δηλαδή κοινωνικά απροσάρμοστος και δεν ενδιαφέρεται να λειτουργεί προσωπικά ως ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Τη στιγμή, λοιπόν, που κατακλύζεται από σκέψεις που αφορούν τα μειονεκτικά χαρακτηριστικά του, είναι δυνατόν να δημιουργηθούν εντυπώσεις για την κατοχή εξαιρετικών ιδιοτήτων που, χωρίς κόπο και πραγματικό αγώνα, οδηγούν το άτομο να τοποθετήσει τον εαυτό του σε μια ανώτερη θέση συγκριτικά με τους άλλους γύρω του.
Μέσα από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, δηλαδή, είναι δυνατόν να φύεται ένα σύμπλεγμα υπεροχής, το οποίο λειτουργεί σαν ένας τρόπος διαφυγής από το σύμπλεγμα κατωτερότητας, καθώς το άτομο φαντάζεται ότι υπερέχει, κάτι όμως που δεν αληθεύει. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στους μεγαλομανείς, στους ανθρώπους δηλαδή που θεωρούν ότι είναι κάποια θεϊκή οντότητα η μία αυτοκρατορική προσωπικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί περνούν τον καιρό τους εγκλωβισμένοι στην άχρηστη πλευρά της ζωής, σε έναν πλασματικό κόσμο που τον αντιλαμβάνονται ως αληθινό και που τους οδηγεί στην απομόνωση.
Ορισμένοι άνθρωποι ζουν με ευχαρίστηση στο φανταστικό τους κόσμο και αυτό συμβαίνει κυρίως όταν στερούνται το θάρρος. Καθώς δεν αισθάνονται ιδιαίτερα δυνατοί να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στο δρόμο τους, γίνονται φυγόπονοι, νομίζοντας πως με αυτή τη συνεχόμενη αποφυγή να εμπλακούν σε οποιαδήποτε μορφή αγώνα γίνονται πιο δυνατοί και πιο έξυπνοι από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.
Ο Άντλερ θεωρούσε ότι η εγκληματικότητα δεν είναι η έκφραση κάποιας θεμελιακής διαφθοράς αλλά η εκδήλωση ενός συμπλέγματος υπεροχής. Σύμφωνα με την άποψη του, ένα παιδί που κλέβει μπορεί να έχει οδηγηθεί σε αυτή την πρακτική επειδή θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους υπόλοιπους, πιστεύει δηλαδή ότι μπορεί να εξαπατά τους άλλους χωρίς εκείνοι να αντιλαμβάνονται ότι τους κλέβει. Όταν ένας άνθρωπος είναι υπερόπτης και καυχάται υπερβολικά για τον εαυτό του, η συμπεριφορά του αυτή μπορεί να υποδηλώνει ότι αισθάνεται μειονεκτικά σε σχέση με τους υπόλοιπους και ότι θεωρεί πως δεν μπορεί να τους ανταγωνιστεί. Προκύπτει έτσι ένα κοινό στοιχείο που διαθέτουν τα συμπλέγματα κατωτερότητας και υπεροχής: και οι δύο αυτές συναισθηματικές τάσεις κατευθύνουν το άτομο προς την άχρηστη πλευρά της ζωής.
Ο άνθρωπος που είναι βλάκας, πάντοτε βαριέτα
Βαριέται επειδή τα μάτια του είναι τόσο γεμάτα από γνώση, που δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει. Έχει τόσο πολλές γνώσεις, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος απολύτως τίποτα. Δεν είναι σοφός, απλώς έχει πολλές γνώσεις. Όταν κοιτάει ένα τριαντάφυλλο, δεν βλέπει αυτό το συγκεκριμένο τριαντάφυλλο, αλλά όλα τα τριαντάφυλλα τα οποία έχει διαβάσει, όλα τα τριαντάφυλλα που έχουν ζωγραφίσει οι ζωγράφοι και για τα οποία έχουν μιλήσει οι φιλόσοφοι.
Βλακεία είναι το να επαναλαμβάνεις τους άλλους. Είναι κάτι φτηνό, επειδή δεν χρειάζεται να μάθεις εσύ ο ίδιος. Το να μάθεις εσύ ο ίδιος είναι επίπονο. Χρειάζεται να έχει κανείς κότσια για να μπορεί να μαθαίνει. Το να μαθαίνεις, σημαίνει να είσαι έτοιμος να παρατήσεις το παλιό και να είσαι συνεπώς έτοιμος να αποδεχθείς το καινούριο. Το να μαθαίνεις, σημαίνει να μην έχεις εγωισμό.
Και ποτέ κανείς δεν ξέρει πού θα σε οδηγήσουν αυτά που μαθαίνεις. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πού θα οδηγηθεί ο μαθητής. Η ζωή του είναι απρόβλεπτη. Ούτε κι ο ίδιος δεν μπορεί να προβλέψει τι πρόκειται να συμβεί αύριο, πού θα βρίσκεται αύριο. Προχωράει χωρίς να έχει προκατασκευασμένη γνώση. Μαθαίνεις μόνο όταν ζεις χωρίς έτοιμες γνώσεις, όταν ζεις σε μια συνεχή κατάσταση μη γνώσης.
Γι’ αυτό τα παιδιά είναι όμορφα. Όσο μεγαλώνουν, σταματούν να μαθαίνουν, επειδή μαζεύουν γνώση και είναι φτηνό το να την επαναλαμβάνουν. Γιατί να σκοτίζονται; Είναι φτηνό, είναι απλό, ακολουθείς το πρότυπο και κινείσαι σε κύκλους. Τότε όμως εγκαθίσταται η ανία. Βλακεία και ανία πηγαίνουν μαζί.
Και όλα εκείνα τα τριαντάφυλλα στέκονται μπροστά στα μάτια του, οπότε το συγκεκριμένο τριαντάφυλλο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή μπροστά του, στέκεται τελευταίο, σε μια τεράστια ουρά, χαμένο μέσα στο πλήθος και δεν μπορεί να το δει. Απλώς επαναλαμβάνει. Λέει: «Το τριαντάφυλλο είναι όμορφο.» Εκείνα τα λόγια δεν είναι καν δικά του. Δεν είναι αυθεντικά, δεν είναι ειλικρινή, δεν είναι αληθινά. Είναι η φωνή κάποιου άλλου κ εκείνος παίζει απλώς μια κασέτα.
Βλακεία είναι το να επαναλαμβάνεις τους άλλους. Είναι κάτι φτηνό, επειδή δεν χρειάζεται να μάθεις εσύ ο ίδιος. Το να μάθεις εσύ ο ίδιος είναι επίπονο. Χρειάζεται να έχει κανείς κότσια για να μπορεί να μαθαίνει. Το να μαθαίνεις, σημαίνει να είσαι έτοιμος να παρατήσεις το παλιό και να είσαι συνεπώς έτοιμος να αποδεχθείς το καινούριο. Το να μαθαίνεις, σημαίνει να μην έχεις εγωισμό.
Και ποτέ κανείς δεν ξέρει πού θα σε οδηγήσουν αυτά που μαθαίνεις. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πού θα οδηγηθεί ο μαθητής. Η ζωή του είναι απρόβλεπτη. Ούτε κι ο ίδιος δεν μπορεί να προβλέψει τι πρόκειται να συμβεί αύριο, πού θα βρίσκεται αύριο. Προχωράει χωρίς να έχει προκατασκευασμένη γνώση. Μαθαίνεις μόνο όταν ζεις χωρίς έτοιμες γνώσεις, όταν ζεις σε μια συνεχή κατάσταση μη γνώσης.
Γι’ αυτό τα παιδιά είναι όμορφα. Όσο μεγαλώνουν, σταματούν να μαθαίνουν, επειδή μαζεύουν γνώση και είναι φτηνό το να την επαναλαμβάνουν. Γιατί να σκοτίζονται; Είναι φτηνό, είναι απλό, ακολουθείς το πρότυπο και κινείσαι σε κύκλους. Τότε όμως εγκαθίσταται η ανία. Βλακεία και ανία πηγαίνουν μαζί.
Τα 9 είδη διάκρισης της αγάπης
Ο καθένας χρειάζεται στη ζωή του περισσότερα από ένα είδος αγάπης. Έτσι, καλό είναι να γνωρίζουμε της διάφορες παραλλαγές της, ώστε να προσπαθούμε να καλλιεργήσουμε τις περισσότερες από αυτές.
Για ποιο λόγο είναι καλό να καλλιεργούμε μέσα μας όσο περισσότερα είδη αγάπης μπορούμε; Προφανώς, επειδή υπάρχουν ατυχίες στην αγάπη και κάθε φορά που έρχεται μια τέτοια απώλεια, μας κυριεύει η θλίψη και η απόγνωση για τις αγάπες που χάνουμε.
Πότε έρχεται μια τέτοια θλίψη; όταν μια αγάπη χάνεται λόγω θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου μας, λόγω του τέλους μιας μακράς σχέσης από ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη. Κι αν γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω τους δείκτες του χρόνου για να τα διορθώσουμε, δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε αυτή την απώλεια και θλίψη. Έτσι, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι στη ζωή μας η αγάπη είναι παρούσα σε διάφορες παραλλαγές.
Μερικές φορές, η γνώση ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα είδη αγάπης μπορεί να μετριάσει τη στενοχώρια της απώλειας. Ένα αγαπημένο μας πρόσωπο μπορεί να φύγει από κοντά μας, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να υπάρχει ένα πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο που να μας παρέχει με πολλά διαφορετικά είδη αγάπης ταυτόχρονα. Ο σκοπός είναι να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει αγάπη στη ζωή μας σε διάφορες μορφές και να μην απογοητευόμαστε. Όπως συμβαίνει κι όταν κάποιος χάνει το αγαπημένο ψηλό δέντρο του κήπου του, αυτό ίσως τον βοηθά να δώσει περισσότερη προσοχή στα λουλούδια και στα υπόλοιπα φυτά που υπάρχουν ακόμα γύρω του.
Η ταυτοποίηση των διαφορετικών ειδών αγάπης έγινε για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι ανέπτυξαν ρεαλιστικά τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από τα λογοτεχνικά τους έργα.
1.Ο Έρωτας
Μία από τις πιο κοινές μορφές της αγάπης που μας έρχεται εύκολα στο μυαλό όταν σκεφτόμαστε την πιο ρομαντική εκδοχή της αγάπης είναι ο Έρωτας. Εκφράζει το σεξουαλικό πάθος και την ερωτική επιθυμία και οφείλει την ονομασία του στον ομώνυμο Έλληνα θεό της γονιμότητας. Είναι αυτό το μαγικό συστατικό το οποίο εκφράζει τη χημεία που πυροδοτεί την αρχή μιας σχέσης και την ατέλειωτη αναζήτηση του ζευγαρώματος.
2. Το Φλερτ
Είναι αυτό το συναίσθημα που μας κάνει να νοιώθουμε πως πετάνε πεταλούδες στην καρδιά μας. Αυτό το είδος αγάπης είναι το πιο αθώο και παιχνιδιάρικο. Μπορεί να υπάρχει στην παρέα με ένα ρομαντικό σύντροφο που μας αρέσει και περνάμε καλά, αλλά μπορεί επίσης να είναι μια παιχνιδιάρικη αγάπη με έναν φίλο που δεν περιλαμβάνει την ερωτική έλξη και επιθυμία.
3. Η Αδελφική Φιλία
Μιλώντας για φίλους, υπάρχει ένα ειδικό είδος αγάπης που εκφράζει μια βαθιά φιλία και ονομάζεται αδελφική φιλία. Είναι αυτοί οι φίλοι που τους αισθάνεστε σαν Αδελφές Ψυχές. Οι φίλοι που αν κι ο χρόνος μπορεί να πέρασε και να τους χάσατε για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν τους ξανασυναντήσετε θα αρχίσετε ακριβώς εκεί που σταματήσατε πριν απομακρυνθείτε. Μια βαθιά αγάπη που σχηματίζει ένα σταθερό δεσμό. Είναι ο φίλος ή η φίλη που διαφέρει από τη ρομαντική σχέση ή μπορεί να εξελιχθεί σε μια τέτοια.
4. Η Πραγματιστική Αγάπη
Είναι το είδος της αγάπης που υποψιάζομαι ότι ο καθένας επιθυμεί βαθιά μέσα του, ακόμα κι αν δεν συνειδητοποιεί ότι αποτελεί αυτό που στην ουσία αναζητά. Αποτελεί μια μακροχρόνια πιο ορθολογικού τύπου αγάπη. Είναι η αγάπη που εκφράζεται από τη φράση “ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα” στα παραμύθια. Η συζυγική αγάπη που έρχεται με τα χρόνια είναι μια έκφανσή της.
5. Η Στοργή
Ακόμα πιο βαθιά αγάπη είναι η στοργή, η οποία εκφράζει την οικογενειακή αγάπη και δίνεται άνευ όρων στα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους περιλαμβάνοντας τις ανάγκες εξάρτησης των ανήλικων μελών της και τους συγγενικούς οικογενειακούς δεσμούς, ανεξάρτητα από την προσωπικότητά τους.
6. Η Αλτρουιστική Αγάπη
Είναι η καθολική αγάπη που εκφράζουμε σε όλους ανεξαρτήτως χωρίς ιδιοτέλεια. Υπήρχε στα τραγούδια του 60′, της εποχή των χίπις με σύνθημα “κάντε έρωτα και όχι πόλεμο”. Ο Ιησούς την περιέγραψε στο χρυσό κανόνα του «Φερθείτε στους άλλους έτσι όπως θα θέλατε να φέρονται αυτοί σε σας». Επίσης, υπάρχει και στις ανατολικές θρησκείες στην έννοια της συμπόνιας και πιο συγκεκριμένα στο χαιρετισμό «Namaste» που σημαίνει “Υποκλίνομαι στη θεότητα μέσα σου”. Είναι μια δοτική αγάπη χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα Η αγάπη που δε ζητά να επιστραφεί.
7. Η Φιλαυτία
Υπάρχει η φιλαυτία ,η οποία είναι η αγάπη για τον εαυτό μας. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον εγωισμό ή το ναρκισσιτικό είδος αγάπης που συνδέεται με την αυτοϊκανοποίηση και την ιδιοτέλεια. Έχω διαπιστώσει ότι αυτό το είδος αγάπης είναι και το πιο δύσκολο να καλλιεργηθεί και να εξερευνηθεί από το άτομο. Είναι η αγάπη για τον εαυτό μας που αφουγκράζεται και σέβεται τα ατομικά συναισθήματα και το εσωτερικό μας ένστικτο. Μας βοηθά να μην πέφτουμε στην παγίδα της αυτοταπείνωσης και της αυτολύπησης. Παραδόξως, όταν συμπεριφερόμαστε άσχημα στον εαυτό μας και τον καταπιέζουμε, τείνουμε να επικρίνουμε και να ελέγχουμε και τις ζωές και των άλλων. Ενώ όταν συγχωρούμε και συμπεριφερόμαστε όμορφα στον εαυτό μας, τείνουμε να συμπάσχουμε με τους άλλους, να τους κατανοούμε καλύτερα και να τους συγχωρούμε.
8. Η Συγχώρεση
Η συγχώρεση οποιουδήποτε μας έχει βλάψει προϋποθέτει μια αγάπη, που όχι μόνο δεν ζητά ανταλλάγματα, αλλά εκφράζει και μια καθολικότητα έξω από τις ανθρώπινες πράξεις. Αυτός που μπορεί να συγχωρεί βρίσκεται σε ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας και η αγάπη μέσα του υπάρχει σε μια υγιή ισορροπία.
9. Η Πίστη
Η πίστη εκφράζει το είδος της αγάπης προς το άγνωστο και το υπέρλογο, την αιτία και την αρχή της ύπαρξης και του υπερφυσικού. Δείχνει ότι η ζωή αυτή δεν είναι το τέλος και ότι κάτι μεγαλύτερο υπάρχει που δεν μπορεί να εξηγηθεί σε αυτό τον κόσμο.
Για ποιο λόγο είναι καλό να καλλιεργούμε μέσα μας όσο περισσότερα είδη αγάπης μπορούμε; Προφανώς, επειδή υπάρχουν ατυχίες στην αγάπη και κάθε φορά που έρχεται μια τέτοια απώλεια, μας κυριεύει η θλίψη και η απόγνωση για τις αγάπες που χάνουμε.
Πότε έρχεται μια τέτοια θλίψη; όταν μια αγάπη χάνεται λόγω θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου μας, λόγω του τέλους μιας μακράς σχέσης από ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη. Κι αν γνωρίζουμε πως δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω τους δείκτες του χρόνου για να τα διορθώσουμε, δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε αυτή την απώλεια και θλίψη. Έτσι, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι στη ζωή μας η αγάπη είναι παρούσα σε διάφορες παραλλαγές.
Μερικές φορές, η γνώση ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα είδη αγάπης μπορεί να μετριάσει τη στενοχώρια της απώλειας. Ένα αγαπημένο μας πρόσωπο μπορεί να φύγει από κοντά μας, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να υπάρχει ένα πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο που να μας παρέχει με πολλά διαφορετικά είδη αγάπης ταυτόχρονα. Ο σκοπός είναι να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει αγάπη στη ζωή μας σε διάφορες μορφές και να μην απογοητευόμαστε. Όπως συμβαίνει κι όταν κάποιος χάνει το αγαπημένο ψηλό δέντρο του κήπου του, αυτό ίσως τον βοηθά να δώσει περισσότερη προσοχή στα λουλούδια και στα υπόλοιπα φυτά που υπάρχουν ακόμα γύρω του.
Η ταυτοποίηση των διαφορετικών ειδών αγάπης έγινε για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες, οι οποίοι ανέπτυξαν ρεαλιστικά τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από τα λογοτεχνικά τους έργα.
1.Ο Έρωτας
Μία από τις πιο κοινές μορφές της αγάπης που μας έρχεται εύκολα στο μυαλό όταν σκεφτόμαστε την πιο ρομαντική εκδοχή της αγάπης είναι ο Έρωτας. Εκφράζει το σεξουαλικό πάθος και την ερωτική επιθυμία και οφείλει την ονομασία του στον ομώνυμο Έλληνα θεό της γονιμότητας. Είναι αυτό το μαγικό συστατικό το οποίο εκφράζει τη χημεία που πυροδοτεί την αρχή μιας σχέσης και την ατέλειωτη αναζήτηση του ζευγαρώματος.
2. Το Φλερτ
Είναι αυτό το συναίσθημα που μας κάνει να νοιώθουμε πως πετάνε πεταλούδες στην καρδιά μας. Αυτό το είδος αγάπης είναι το πιο αθώο και παιχνιδιάρικο. Μπορεί να υπάρχει στην παρέα με ένα ρομαντικό σύντροφο που μας αρέσει και περνάμε καλά, αλλά μπορεί επίσης να είναι μια παιχνιδιάρικη αγάπη με έναν φίλο που δεν περιλαμβάνει την ερωτική έλξη και επιθυμία.
3. Η Αδελφική Φιλία
Μιλώντας για φίλους, υπάρχει ένα ειδικό είδος αγάπης που εκφράζει μια βαθιά φιλία και ονομάζεται αδελφική φιλία. Είναι αυτοί οι φίλοι που τους αισθάνεστε σαν Αδελφές Ψυχές. Οι φίλοι που αν κι ο χρόνος μπορεί να πέρασε και να τους χάσατε για μεγάλο χρονικό διάστημα, όταν τους ξανασυναντήσετε θα αρχίσετε ακριβώς εκεί που σταματήσατε πριν απομακρυνθείτε. Μια βαθιά αγάπη που σχηματίζει ένα σταθερό δεσμό. Είναι ο φίλος ή η φίλη που διαφέρει από τη ρομαντική σχέση ή μπορεί να εξελιχθεί σε μια τέτοια.
4. Η Πραγματιστική Αγάπη
Είναι το είδος της αγάπης που υποψιάζομαι ότι ο καθένας επιθυμεί βαθιά μέσα του, ακόμα κι αν δεν συνειδητοποιεί ότι αποτελεί αυτό που στην ουσία αναζητά. Αποτελεί μια μακροχρόνια πιο ορθολογικού τύπου αγάπη. Είναι η αγάπη που εκφράζεται από τη φράση “ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα” στα παραμύθια. Η συζυγική αγάπη που έρχεται με τα χρόνια είναι μια έκφανσή της.
5. Η Στοργή
Ακόμα πιο βαθιά αγάπη είναι η στοργή, η οποία εκφράζει την οικογενειακή αγάπη και δίνεται άνευ όρων στα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους περιλαμβάνοντας τις ανάγκες εξάρτησης των ανήλικων μελών της και τους συγγενικούς οικογενειακούς δεσμούς, ανεξάρτητα από την προσωπικότητά τους.
6. Η Αλτρουιστική Αγάπη
Είναι η καθολική αγάπη που εκφράζουμε σε όλους ανεξαρτήτως χωρίς ιδιοτέλεια. Υπήρχε στα τραγούδια του 60′, της εποχή των χίπις με σύνθημα “κάντε έρωτα και όχι πόλεμο”. Ο Ιησούς την περιέγραψε στο χρυσό κανόνα του «Φερθείτε στους άλλους έτσι όπως θα θέλατε να φέρονται αυτοί σε σας». Επίσης, υπάρχει και στις ανατολικές θρησκείες στην έννοια της συμπόνιας και πιο συγκεκριμένα στο χαιρετισμό «Namaste» που σημαίνει “Υποκλίνομαι στη θεότητα μέσα σου”. Είναι μια δοτική αγάπη χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα Η αγάπη που δε ζητά να επιστραφεί.
7. Η Φιλαυτία
Υπάρχει η φιλαυτία ,η οποία είναι η αγάπη για τον εαυτό μας. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον εγωισμό ή το ναρκισσιτικό είδος αγάπης που συνδέεται με την αυτοϊκανοποίηση και την ιδιοτέλεια. Έχω διαπιστώσει ότι αυτό το είδος αγάπης είναι και το πιο δύσκολο να καλλιεργηθεί και να εξερευνηθεί από το άτομο. Είναι η αγάπη για τον εαυτό μας που αφουγκράζεται και σέβεται τα ατομικά συναισθήματα και το εσωτερικό μας ένστικτο. Μας βοηθά να μην πέφτουμε στην παγίδα της αυτοταπείνωσης και της αυτολύπησης. Παραδόξως, όταν συμπεριφερόμαστε άσχημα στον εαυτό μας και τον καταπιέζουμε, τείνουμε να επικρίνουμε και να ελέγχουμε και τις ζωές και των άλλων. Ενώ όταν συγχωρούμε και συμπεριφερόμαστε όμορφα στον εαυτό μας, τείνουμε να συμπάσχουμε με τους άλλους, να τους κατανοούμε καλύτερα και να τους συγχωρούμε.
8. Η Συγχώρεση
Η συγχώρεση οποιουδήποτε μας έχει βλάψει προϋποθέτει μια αγάπη, που όχι μόνο δεν ζητά ανταλλάγματα, αλλά εκφράζει και μια καθολικότητα έξω από τις ανθρώπινες πράξεις. Αυτός που μπορεί να συγχωρεί βρίσκεται σε ένα υψηλότερο επίπεδο αυτογνωσίας και η αγάπη μέσα του υπάρχει σε μια υγιή ισορροπία.
9. Η Πίστη
Η πίστη εκφράζει το είδος της αγάπης προς το άγνωστο και το υπέρλογο, την αιτία και την αρχή της ύπαρξης και του υπερφυσικού. Δείχνει ότι η ζωή αυτή δεν είναι το τέλος και ότι κάτι μεγαλύτερο υπάρχει που δεν μπορεί να εξηγηθεί σε αυτό τον κόσμο.
Αριστοτέλης: Η ευτυχία ως ύψιστο αγαθό
Ότι κάνουν οι άνθρωποι συνειδητά και σκόπιμα, το κάνουν, κατά τον Αριστοτέλη, για χάρη κάποιου πράγματος που τους φαίνεται καλό. Επιδιώκουμε ότι είναι καλό, και έτσι η επιδίωξη του αγαθού ή των αγαθών αποτελεί το κύριο κίνητρο των ανθρώπινων πράξεων. Ως εκ τούτου, η αριστοτελική ηθική βασίζεται σε μια γενική θεωρία της επιδίωξης και των αγαθών. Σε αυτή τη θεωρία η ευζωία, δηλαδή η ευτυχία (ευδαιμονία), διαδραματίζει τον ρόλο του ύψιστου αγαθού, δηλαδή του ύψιστου στόχου των επιδιώξεων μας.
Τι είναι αγαθό εξηγείται κατά τον απλούστερο τρόπο με τη βοήθεια ενός καταλόγου αγαθών υποδιαιρούμενων σε τρεις κατηγορίες: στα εξωτερικά αγαθά, στα εσωτερικά αγαθά του σώματος και στα εσωτερικά αγαθά της ψυχής (Πολιτικά 1323a 24 κ.ε.). Στα εξωτερικά αγαθά ανήκουν μεταξύ άλλων ο πλούτος, η φιλία, η ευγενής καταγωγή, οι άξιοι απόγονοι, η τιμή, η εύνοια της τύχης. Στα εσωτερικά αγαθά του σώματος ανήκουν η υγεία, η ομορφιά, η δύναμη, οι αθλητικές ικανότητες, και ως εσωτερικά αγαθά της ψυχής εκλαμβάνονται οι διάφορες αρετές (Ρητορική Α 5).
Το αγαθό ορίζεται ως κάτι που επιδιώκεται από όλους ή που επιλέγεται από όλους ή που επιλέγεται για χάρη του ιδίου ή που για χάρη του επιλέγουμε άλλα πράγματα (Ηθικά Νικομάχεια 1094a 2 κ.ε., Ρητορική 1362a 21 κ.ε.). Ότι κάνουμε σκόπιμα, το κάνουμε επειδή επιδιώκουμε ένα συγκεκριμένο αγαθό και προσπαθούμε να το αποκτήσουμε. Άρα, τα αγαθά είναι οι επιδιωκόμενοι στόχοι όλων των σκόπιμων πράξεων μας. Ένας τέτοιος στόχος μπορεί να διαφέρει από τη σχετική δραστηριότητα (όπως το αποπερατωμένο σπίτι αποτελεί τον στόχο της οικοδόμησης, διαφοροποιούμενο από αυτήν) ή να ενυπάρχει στην ίδια τη δραστηριότητα (όπως η ευδαιμονία αποτελεί στόχο, χωρίς να μπορεί, όπως θα συνέβαινε με ένα προϊόν, να αποσπαστεί από τον τρόπο ζωής).
Πολλοί από τους επιδιωκόμενους στόχους αποτελούν τμήματα μιας ιεραρχικής ακολουθίας: Μελετούμε για τις εξετάσεις, περνούμε τις εξετάσεις για να αποκτήσουμε συγκεκριμένα επαγγελματικά προσόντα, ασκούμε κάποιο επάγγελμα για βιοπορισμό. Αν τώρα η ακολουθία επιδιωκόμενων στόχων προεκτεινόταν επ’ άπειρον, η επιδίωξή μας θα ήταν ανούσια και μάταιη (Ηθικά Νικομάχεια 1094a21)· άρα, συμπεραίνει ο Αριστοτέλης, τέτοιου είδους ακολουθίες πρέπει να κλείνουν με έναν υπέρτατο στόχο, που επιλέγεται για χάρη του ίδιου και όχι για χάρη κάποιου άλλου πράγματος. Έτσι, από την προκείμενη ότι καμιά από αυτές τις ακολουθίες αγαθών δεν πρέπει να μένει χωρίς τελικό στόχο, ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα πως για όλες τις πιθανές ιεραρχίες επιδιώξεων πρέπει να υπάρχει ένας ύψιστος τελικός στόχος.
Προτού όμως, ο Αριστοτέλης φτάσει στο σημείο να ταυτίσει το ύψιστο αγαθό με την ευδαιμονία ή την ευτυχία, θέτει μορφολογικά κριτήρια που ένα ύψιστο αγαθό ή στόχος οφείλουν να πληρούν (Ηθικά Νικομάχεια 1097a 25κ.ε.):
Υπάρχουν πράγματα που επιλέγονται μόνο για χάρη κάποιου άλλου στόχου (όπως ένα φάρμακο), και πράγματα που επιλέγονται τόσο για χάρη των ίδιων όσο και για χάρη κάποιου άλλου στόχου (όπως η ηδονή και η αρετή). Το ύψιστο, όμως,αγαθό ή σκοπός επιλέγεται μόνο για χάρη του ίδιου και ποτέ για χάρη κάποιου άλλου πράγματος.
Το ύψιστο αγαθό δεν μεγεθύνεται με τη συγκαταρίθμηση κάποιου άλλου αγαθού.
Αυτά τα κριτήρια πληρούνται κατά γενική προσδοκία από την ευδαιμονίαν:
Αγαθά όπως η υγεία, η φιλία, η ευημερία επιδιώκονται για χάρη της ευδαιμονίας, αλλά, αντίστροφα, η ευδαιμονία δεν επιδιώκεται για χάρη αυτών των αγαθών.
θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι το αγαθό της ευδαιμονίας μεγεθύνεται, αν προστεθεί σε αυτό κάποιο άλλο αγαθό που επιλέγεται για χάρη της ευδαιμονίας: Ο άνθρωπος που ζει γενικά μια καλή ζωή δεν θα γίνει ευτυχέστερος αν, για παράδειγμα, προστεθούν στην ευτυχία του 100 δραχμές ή ένα μπουκάλι κρασί.
Μορφολογικά καθίσταται σαφές ότι η εφικτή ευτυχία στη ζωή συνιστά το ύψιστο αγαθό και τον έσχατο επιδιωκόμενο στόχο.Αμφιλεγόμενο, ωστόσο, παραμένει το ερώτημα σε τι συνίσταται η ευτυχία, καθώς τα μορφολογικά κριτήρια του ύψιστου αγαθού δεν πληρούνται από όλες τις αντιλήψεις για το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Έτσι, η ζωή που προσανατολίζεται αποκλειστικά στη συσσώρευση πλούτου δεν είναι δυνατόν να επιδιώκει το ζητούμενο ύψιστο αγαθό, γιατί ο πλούτος αποτελεί πάντοτε το μέσο για την απόκτηση άλλων πραγμάτων, και αυτό που υπάρχει για χάρη άλλων πραγμάτων δεν μπορεί να είναι το ύψιστο αγαθό (Ηθικά Νικομάχεια 1096a 5κ.ε.).
Τι είναι αγαθό εξηγείται κατά τον απλούστερο τρόπο με τη βοήθεια ενός καταλόγου αγαθών υποδιαιρούμενων σε τρεις κατηγορίες: στα εξωτερικά αγαθά, στα εσωτερικά αγαθά του σώματος και στα εσωτερικά αγαθά της ψυχής (Πολιτικά 1323a 24 κ.ε.). Στα εξωτερικά αγαθά ανήκουν μεταξύ άλλων ο πλούτος, η φιλία, η ευγενής καταγωγή, οι άξιοι απόγονοι, η τιμή, η εύνοια της τύχης. Στα εσωτερικά αγαθά του σώματος ανήκουν η υγεία, η ομορφιά, η δύναμη, οι αθλητικές ικανότητες, και ως εσωτερικά αγαθά της ψυχής εκλαμβάνονται οι διάφορες αρετές (Ρητορική Α 5).
Το αγαθό ορίζεται ως κάτι που επιδιώκεται από όλους ή που επιλέγεται από όλους ή που επιλέγεται για χάρη του ιδίου ή που για χάρη του επιλέγουμε άλλα πράγματα (Ηθικά Νικομάχεια 1094a 2 κ.ε., Ρητορική 1362a 21 κ.ε.). Ότι κάνουμε σκόπιμα, το κάνουμε επειδή επιδιώκουμε ένα συγκεκριμένο αγαθό και προσπαθούμε να το αποκτήσουμε. Άρα, τα αγαθά είναι οι επιδιωκόμενοι στόχοι όλων των σκόπιμων πράξεων μας. Ένας τέτοιος στόχος μπορεί να διαφέρει από τη σχετική δραστηριότητα (όπως το αποπερατωμένο σπίτι αποτελεί τον στόχο της οικοδόμησης, διαφοροποιούμενο από αυτήν) ή να ενυπάρχει στην ίδια τη δραστηριότητα (όπως η ευδαιμονία αποτελεί στόχο, χωρίς να μπορεί, όπως θα συνέβαινε με ένα προϊόν, να αποσπαστεί από τον τρόπο ζωής).
Πολλοί από τους επιδιωκόμενους στόχους αποτελούν τμήματα μιας ιεραρχικής ακολουθίας: Μελετούμε για τις εξετάσεις, περνούμε τις εξετάσεις για να αποκτήσουμε συγκεκριμένα επαγγελματικά προσόντα, ασκούμε κάποιο επάγγελμα για βιοπορισμό. Αν τώρα η ακολουθία επιδιωκόμενων στόχων προεκτεινόταν επ’ άπειρον, η επιδίωξή μας θα ήταν ανούσια και μάταιη (Ηθικά Νικομάχεια 1094a21)· άρα, συμπεραίνει ο Αριστοτέλης, τέτοιου είδους ακολουθίες πρέπει να κλείνουν με έναν υπέρτατο στόχο, που επιλέγεται για χάρη του ίδιου και όχι για χάρη κάποιου άλλου πράγματος. Έτσι, από την προκείμενη ότι καμιά από αυτές τις ακολουθίες αγαθών δεν πρέπει να μένει χωρίς τελικό στόχο, ο Αριστοτέλης καταλήγει στο συμπέρασμα πως για όλες τις πιθανές ιεραρχίες επιδιώξεων πρέπει να υπάρχει ένας ύψιστος τελικός στόχος.
Προτού όμως, ο Αριστοτέλης φτάσει στο σημείο να ταυτίσει το ύψιστο αγαθό με την ευδαιμονία ή την ευτυχία, θέτει μορφολογικά κριτήρια που ένα ύψιστο αγαθό ή στόχος οφείλουν να πληρούν (Ηθικά Νικομάχεια 1097a 25κ.ε.):
Υπάρχουν πράγματα που επιλέγονται μόνο για χάρη κάποιου άλλου στόχου (όπως ένα φάρμακο), και πράγματα που επιλέγονται τόσο για χάρη των ίδιων όσο και για χάρη κάποιου άλλου στόχου (όπως η ηδονή και η αρετή). Το ύψιστο, όμως,αγαθό ή σκοπός επιλέγεται μόνο για χάρη του ίδιου και ποτέ για χάρη κάποιου άλλου πράγματος.
Το ύψιστο αγαθό δεν μεγεθύνεται με τη συγκαταρίθμηση κάποιου άλλου αγαθού.
Αυτά τα κριτήρια πληρούνται κατά γενική προσδοκία από την ευδαιμονίαν:
Αγαθά όπως η υγεία, η φιλία, η ευημερία επιδιώκονται για χάρη της ευδαιμονίας, αλλά, αντίστροφα, η ευδαιμονία δεν επιδιώκεται για χάρη αυτών των αγαθών.
θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι το αγαθό της ευδαιμονίας μεγεθύνεται, αν προστεθεί σε αυτό κάποιο άλλο αγαθό που επιλέγεται για χάρη της ευδαιμονίας: Ο άνθρωπος που ζει γενικά μια καλή ζωή δεν θα γίνει ευτυχέστερος αν, για παράδειγμα, προστεθούν στην ευτυχία του 100 δραχμές ή ένα μπουκάλι κρασί.
Μορφολογικά καθίσταται σαφές ότι η εφικτή ευτυχία στη ζωή συνιστά το ύψιστο αγαθό και τον έσχατο επιδιωκόμενο στόχο.Αμφιλεγόμενο, ωστόσο, παραμένει το ερώτημα σε τι συνίσταται η ευτυχία, καθώς τα μορφολογικά κριτήρια του ύψιστου αγαθού δεν πληρούνται από όλες τις αντιλήψεις για το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ευδαιμονίας.
Έτσι, η ζωή που προσανατολίζεται αποκλειστικά στη συσσώρευση πλούτου δεν είναι δυνατόν να επιδιώκει το ζητούμενο ύψιστο αγαθό, γιατί ο πλούτος αποτελεί πάντοτε το μέσο για την απόκτηση άλλων πραγμάτων, και αυτό που υπάρχει για χάρη άλλων πραγμάτων δεν μπορεί να είναι το ύψιστο αγαθό (Ηθικά Νικομάχεια 1096a 5κ.ε.).
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΟΣ ΝΙΚΟΚΛΕΑ
ΙΣΟΚΡ 2.1–8
Στον παραινετικό αυτό λόγο ο Ισοκράτης παραθέτει διδαχές προς τον νεαρό διάδοχο του κυπριακού θρόνου, τον Νικοκλή, για τα καθήκοντα και τον τρόπο διακυβέρνησης του καλού ηγεμόνα.
[1] Οἱ μὲν εἰωθότες, ὦ Νικόκλεις, τοῖς βασιλεῦσιν ὑμῖν
ἐσθῆτας ἄγειν ἢ χαλκὸν ἢ χρυσὸν εἰργασμένον ἢ τῶν ἄλλων
τι τῶν τοιούτων κτημάτων, ὧν αὐτοὶ μὲν ἐνδεεῖς εἰσιν
ὑμεῖς δὲ πλουτεῖτε, λίαν ἔδοξαν εἶναί μοι καταφανεῖς οὐ
δόσιν ἀλλ’ ἐμπορίαν ποιούμενοι, καὶ πολὺ τεχνικώτερον
αὐτὰ πωλοῦντες τῶν ὁμολογούντων καπηλεύειν· [2] ἡγη-
σάμην δ’ ἂν γενέσθαι ταύτην καλλίστην δωρεὰν καὶ χρησι-
μωτάτην καὶ μάλιστα πρέπουσαν ἐμοί τε δοῦναι καὶ σοὶ
λαβεῖν, εἰ δυνηθείην ὁρίσαι ποίων ἐπιτηδευμάτων ὀρεγόμε-
νος καὶ τίνων ἀπεχόμενος ἄριστ’ ἂν καὶ τὴν πόλιν καὶ τὴν
βασιλείαν διοικοίης.
Τοὺς μὲν γὰρ ἰδιώτας ἐστὶ πολλὰ τὰ παιδεύοντα,
μάλιστα μὲν τὸ μὴ τρυφᾶν ἀλλ’ ἀναγκάζεσθαι περὶ τοῦ
βίου καθ’ ἑκάστην τὴν ἡμέραν βουλεύεσθαι, [3] ἔπειθ’ οἱ
νόμοι καθ’ οὓς ἕκαστοι πολιτευόμενοι τυγχάνουσιν, ἔτι
δ’ ἡ παρρησία καὶ τὸ φανερῶς ἐξεῖναι τοῖς τε φίλοις ἐπι-
πλῆξαι καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἐπιθέσθαι ταῖς ἀλλήλων ἁμαρ-
τίαις· πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῶν ποιητῶν τινες τῶν προγεγε-
νημένων ὑποθήκας ὡς χρὴ ζῆν καταλελοίπασιν· ὥστ’ ἐξ
ἁπάντων τούτων εἰκὸς αὐτοὺς βελτίους γίγνεσθαι. [4] τοῖς
δὲ τυράννοις οὐδὲν ὑπάρχει τοιοῦτον, ἀλλ’ οὓς ἔδει παιδεύ-
εσθαι μᾶλλον τῶν ἄλλων, ἐπειδὰν εἰς τὴν ἀρχὴν καταστῶ-
σιν, ἀνουθέτητοι διατελοῦσιν· οἱ μὲν γὰρ πλεῖστοι τῶν ἀν-
θρώπων αὐτοῖς οὐ πλησιάζουσιν, οἱ δὲ συνόντες πρὸς χάριν
ὁμιλοῦσι. καὶ γάρ τοι κύριοι γιγνόμενοι καὶ χρημάτων
πλείστων καὶ πραγμάτων μεγίστων, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆ-
σθαι ταύταις ταῖς ἀφορμαῖς πεποιήκασιν ὥστε πολλοὺς
ἀμφισβητεῖν, πότερόν ἐστιν ἄξιον ἑλέσθαι τὸν βίον τὸν
τῶν ἰδιωτευόντων μὲν ἐπιεικῶς δὲ πραττόντων, ἢ τὸν τῶν
τυραννευόντων. [5] ὅταν μὲν γὰρ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰς
τιμὰς καὶ τοὺς πλούτους καὶ τὰς δυναστείας, ἰσοθέους
ἅπαντες νομίζουσι τοὺς ἐν ταῖς μοναρχίαις ὄντας· ἐπειδὰν
δ’ ἐνθυμηθῶσιν τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ δι-
εξιόντες ὁρῶσι τοὺς μὲν ὑφ’ ὧν ἥκιστα χρῆν διεφθαρμέ-
νους, τοὺς δ’ εἰς τοὺς οἰκειοτάτους ἐξαμαρτεῖν ἠναγκασμέ-
νους, τοῖς δ’ ἀμφότερα ταῦτα συμβεβηκότα, πάλιν ὁπωσοῦν
ζῆν ἡγοῦνται λυσιτελεῖν μᾶλλον ἢ μετὰ τοιούτων συμφορῶν
ἁπάσης τῆς Ἀσίας βασιλεύειν. [6] ταύτης δὲ τῆς ἀνωμαλίας
καὶ τῆς ταραχῆς αἴτιόν ἐστιν, ὅτι τὴν βασιλείαν ὥσπερ
ἱερωσύνην παντὸς ἀνδρὸς εἶναι νομίζουσιν, ὃ τῶν ἀνθρω-
πίνων πραγμάτων μέγιστόν ἐστι καὶ πλείστης προνοίας
δεόμενον.
Καθ’ ἑκάστην μὲν οὖν τὴν πρᾶξιν, ἐξ ὧν ἄν τις μάλι-
στα δύναιτο κατὰ τρόπον διοικεῖν καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ διαφυ-
λάττειν τὰς δὲ συμφορὰς διαφεύγειν, τῶν ἀεὶ παρόντων
ἔργον ἐστὶ συμβουλεύειν· καθ’ ὅλων δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων,
ὧν χρὴ στοχάζεσθαι καὶ περὶ ἃ δεῖ διατρίβειν, ἐγὼ πειρά-
σομαι διελθεῖν. [7] εἰ μὲν οὖν ἔσται τὸ δῶρον ἐξεργα-
σθὲν ἄξιον τῆς ὑποθέσεως, χαλεπὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς συνι-
δεῖν· πολλὰ γὰρ καὶ τῶν μετὰ μέτρου ποιημάτων καὶ τῶν
καταλογάδην συγγραμμάτων ἔτι μὲν ἐν ταῖς διανοίαις ὄντα
τῶν συντιθέντων μεγάλας τὰς προσδοκίας παρέσχεν, ἐπιτε-
λεσθέντα δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ἐπιδειχθέντα πολὺ καταδεε-
στέραν τὴν δόξαν τῆς ἐλπίδος ἔλαβεν. [8] οὐ μὴν ἀλλὰ τό
γ’ ἐπιχείρημα καλῶς ἔχει, τὸ ζητεῖν τὰ παραλελειμμένα
καὶ νομοθετεῖν ταῖς μοναρχίαις· οἱ μὲν γὰρ τοὺς ἰδιώτας
παιδεύοντες ἐκείνους μόνον ὠφελοῦσιν· εἰ δέ τις τοὺς κρα-
τοῦντας τοῦ πλήθους ἐπ’ ἀρετὴν προτρέψειεν, ἀμφοτέρους
ἂν ὀνήσειε, καὶ τοὺς τὰς δυναστείας ἔχοντας καὶ τοὺς
ὑπ’ αὐτοῖς ὄντας· τοῖς μὲν γὰρ ἂν τὰς ἀρχὰς ἀσφαλεστέ-
ρας, τοῖς δὲ τὰς πολιτείας πραοτέρας ποιήσειεν.
ΙΣΟΚΡ 2.1–8
Προοίμιον: Ο ρήτορας αιτιολογεί την πρόθεσή του για παροχή συμβουλών προς τον Νικοκλή
Στον παραινετικό αυτό λόγο ο Ισοκράτης παραθέτει διδαχές προς τον νεαρό διάδοχο του κυπριακού θρόνου, τον Νικοκλή, για τα καθήκοντα και τον τρόπο διακυβέρνησης του καλού ηγεμόνα.
[1] Οἱ μὲν εἰωθότες, ὦ Νικόκλεις, τοῖς βασιλεῦσιν ὑμῖν
ἐσθῆτας ἄγειν ἢ χαλκὸν ἢ χρυσὸν εἰργασμένον ἢ τῶν ἄλλων
τι τῶν τοιούτων κτημάτων, ὧν αὐτοὶ μὲν ἐνδεεῖς εἰσιν
ὑμεῖς δὲ πλουτεῖτε, λίαν ἔδοξαν εἶναί μοι καταφανεῖς οὐ
δόσιν ἀλλ’ ἐμπορίαν ποιούμενοι, καὶ πολὺ τεχνικώτερον
αὐτὰ πωλοῦντες τῶν ὁμολογούντων καπηλεύειν· [2] ἡγη-
σάμην δ’ ἂν γενέσθαι ταύτην καλλίστην δωρεὰν καὶ χρησι-
μωτάτην καὶ μάλιστα πρέπουσαν ἐμοί τε δοῦναι καὶ σοὶ
λαβεῖν, εἰ δυνηθείην ὁρίσαι ποίων ἐπιτηδευμάτων ὀρεγόμε-
νος καὶ τίνων ἀπεχόμενος ἄριστ’ ἂν καὶ τὴν πόλιν καὶ τὴν
βασιλείαν διοικοίης.
Τοὺς μὲν γὰρ ἰδιώτας ἐστὶ πολλὰ τὰ παιδεύοντα,
μάλιστα μὲν τὸ μὴ τρυφᾶν ἀλλ’ ἀναγκάζεσθαι περὶ τοῦ
βίου καθ’ ἑκάστην τὴν ἡμέραν βουλεύεσθαι, [3] ἔπειθ’ οἱ
νόμοι καθ’ οὓς ἕκαστοι πολιτευόμενοι τυγχάνουσιν, ἔτι
δ’ ἡ παρρησία καὶ τὸ φανερῶς ἐξεῖναι τοῖς τε φίλοις ἐπι-
πλῆξαι καὶ τοῖς ἐχθροῖς ἐπιθέσθαι ταῖς ἀλλήλων ἁμαρ-
τίαις· πρὸς δὲ τούτοις καὶ τῶν ποιητῶν τινες τῶν προγεγε-
νημένων ὑποθήκας ὡς χρὴ ζῆν καταλελοίπασιν· ὥστ’ ἐξ
ἁπάντων τούτων εἰκὸς αὐτοὺς βελτίους γίγνεσθαι. [4] τοῖς
δὲ τυράννοις οὐδὲν ὑπάρχει τοιοῦτον, ἀλλ’ οὓς ἔδει παιδεύ-
εσθαι μᾶλλον τῶν ἄλλων, ἐπειδὰν εἰς τὴν ἀρχὴν καταστῶ-
σιν, ἀνουθέτητοι διατελοῦσιν· οἱ μὲν γὰρ πλεῖστοι τῶν ἀν-
θρώπων αὐτοῖς οὐ πλησιάζουσιν, οἱ δὲ συνόντες πρὸς χάριν
ὁμιλοῦσι. καὶ γάρ τοι κύριοι γιγνόμενοι καὶ χρημάτων
πλείστων καὶ πραγμάτων μεγίστων, διὰ τὸ μὴ καλῶς χρῆ-
σθαι ταύταις ταῖς ἀφορμαῖς πεποιήκασιν ὥστε πολλοὺς
ἀμφισβητεῖν, πότερόν ἐστιν ἄξιον ἑλέσθαι τὸν βίον τὸν
τῶν ἰδιωτευόντων μὲν ἐπιεικῶς δὲ πραττόντων, ἢ τὸν τῶν
τυραννευόντων. [5] ὅταν μὲν γὰρ ἀποβλέψωσιν εἰς τὰς
τιμὰς καὶ τοὺς πλούτους καὶ τὰς δυναστείας, ἰσοθέους
ἅπαντες νομίζουσι τοὺς ἐν ταῖς μοναρχίαις ὄντας· ἐπειδὰν
δ’ ἐνθυμηθῶσιν τοὺς φόβους καὶ τοὺς κινδύνους, καὶ δι-
εξιόντες ὁρῶσι τοὺς μὲν ὑφ’ ὧν ἥκιστα χρῆν διεφθαρμέ-
νους, τοὺς δ’ εἰς τοὺς οἰκειοτάτους ἐξαμαρτεῖν ἠναγκασμέ-
νους, τοῖς δ’ ἀμφότερα ταῦτα συμβεβηκότα, πάλιν ὁπωσοῦν
ζῆν ἡγοῦνται λυσιτελεῖν μᾶλλον ἢ μετὰ τοιούτων συμφορῶν
ἁπάσης τῆς Ἀσίας βασιλεύειν. [6] ταύτης δὲ τῆς ἀνωμαλίας
καὶ τῆς ταραχῆς αἴτιόν ἐστιν, ὅτι τὴν βασιλείαν ὥσπερ
ἱερωσύνην παντὸς ἀνδρὸς εἶναι νομίζουσιν, ὃ τῶν ἀνθρω-
πίνων πραγμάτων μέγιστόν ἐστι καὶ πλείστης προνοίας
δεόμενον.
Καθ’ ἑκάστην μὲν οὖν τὴν πρᾶξιν, ἐξ ὧν ἄν τις μάλι-
στα δύναιτο κατὰ τρόπον διοικεῖν καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ διαφυ-
λάττειν τὰς δὲ συμφορὰς διαφεύγειν, τῶν ἀεὶ παρόντων
ἔργον ἐστὶ συμβουλεύειν· καθ’ ὅλων δὲ τῶν ἐπιτηδευμάτων,
ὧν χρὴ στοχάζεσθαι καὶ περὶ ἃ δεῖ διατρίβειν, ἐγὼ πειρά-
σομαι διελθεῖν. [7] εἰ μὲν οὖν ἔσται τὸ δῶρον ἐξεργα-
σθὲν ἄξιον τῆς ὑποθέσεως, χαλεπὸν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς συνι-
δεῖν· πολλὰ γὰρ καὶ τῶν μετὰ μέτρου ποιημάτων καὶ τῶν
καταλογάδην συγγραμμάτων ἔτι μὲν ἐν ταῖς διανοίαις ὄντα
τῶν συντιθέντων μεγάλας τὰς προσδοκίας παρέσχεν, ἐπιτε-
λεσθέντα δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις ἐπιδειχθέντα πολὺ καταδεε-
στέραν τὴν δόξαν τῆς ἐλπίδος ἔλαβεν. [8] οὐ μὴν ἀλλὰ τό
γ’ ἐπιχείρημα καλῶς ἔχει, τὸ ζητεῖν τὰ παραλελειμμένα
καὶ νομοθετεῖν ταῖς μοναρχίαις· οἱ μὲν γὰρ τοὺς ἰδιώτας
παιδεύοντες ἐκείνους μόνον ὠφελοῦσιν· εἰ δέ τις τοὺς κρα-
τοῦντας τοῦ πλήθους ἐπ’ ἀρετὴν προτρέψειεν, ἀμφοτέρους
ἂν ὀνήσειε, καὶ τοὺς τὰς δυναστείας ἔχοντας καὶ τοὺς
ὑπ’ αὐτοῖς ὄντας· τοῖς μὲν γὰρ ἂν τὰς ἀρχὰς ἀσφαλεστέ-
ρας, τοῖς δὲ τὰς πολιτείας πραοτέρας ποιήσειεν.
***
[1] Εσχημάτισα την γνώμην, Νικοκλή, ότι εκείνοι μεν, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να προσφέρουν εις σας τους βασιλείς ενδύματα ή χάλκινα σκεύη ή χρυσά κοσμήματα ή κάτι τι από τα άλλα πράγματα αυτού του είδους, τα οποία αυτοί μεν στερούνται, σεις όμως τα έχετε εν αφθονία, ότι δεν δωρίζουν, αλλ' εμπορεύονται και ότι σας πωλούν αυτά κατά τρόπον πολύ τεχνικώτερον από κείνους, οι οποίοι λέγουν καθαρά, ότι είναι έμποροι. [2] Εγώ όμως ενόμισα, ότι η πιο ωραία και πάρα πολύ χρήσιμη δωρεά, που ταιριάζει κατ' εξοχήν και εις εμένα, να την προσφέρω και εις σε να την δεχθής, θα ήτο αν ημπορούσα να ορίσω, ποίας ασχολίας εάν επιθυμής και από ποίας πράξεις εάν απέχης θα ημπορούσες άριστα να διοικής και την πόλιν και να διαχειρίζεσαι την βασιλικήν εξουσίαν. Διότι εκείνα μεν, που μορφώνουν τους ιδιώτας είναι πολλά· πρώτον μεν το να μη ζουν πολυτελώς, αλλά να αναγκάζωνται να σκέπτωνται καθ' όλην την ημέραν διά την συντήρησιν της ζωής των· [3] έπειτα οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους ζη ο καθένας ως πολίτης, ακόμη δε η ελευθεροστομία και η άδεια και τους φίλους φανερά να κατηγορούν και τους εχθρούς να κατακρίνουν αναμεταξύ των διά τα σφάλματά των· προς τούτοις δε και μερικοί από τους ποιητάς, που έζησαν πριν από ημάς, έχουν αφήσει συμβουλάς πώς πρέπει να ζη κανείς· ώστε επόμενον είναι με αυτά να γίνωνται οι ιδιώται ούτοι καλύτεροι. [4] Δια τους μονάρχας όμως δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο, αλλά αυτοί παραμένουν ασυμβούλευτοι, αφ' ότου αναλάβουν την εξουσίαν, αυτοί, οι οποίοι έπρεπε να μορφώνωνται περισσότερον από τους άλλους· καθ' όσον οι περισσότεροι μεν από τους ανθρώπους δεν τους πλησιάζουν, όσοι δε εξ άλλου τους συναναστρέφονται, τους ομιλούν διά να τους ευχαριστούν. Διότι βεβαίως αν και γίνονται κύριοι και πάρα πολλών χρησίμων πραγμάτων και πολύ μεγάλης περιουσίας, επειδή δεν μεταχειρίζονται καλά αυτά τα μέσα, έχουν κάμει πολλούς να αμφιβάλλουν περί του ποίον από τα δύο αξίζει να προτιμήση κανείς, την ζωήν εκείνων που ζουν μεν ως ιδιώται, ευρίσκονται όμως εις κάποιαν μέσην κατάστασιν, ή την ζωήν εκείνων, οι οποίοι ασκούν ηγεμονικήν εξουσίαν. [5] Διότι, όταν μεν λάβουν υπ' όψιν των τας τιμάς και τα πλούτη και τας εξουσίας, νομίζουν όλοι ότι είναι ισόθεοι εκείνοι, που είναι μονάρχαι· όταν όμως σκεφθώσι τους φόβους και τους κινδύνους των, και όταν λεπτομερώς παρακολουθούντες την ιστορίαν των βλέπουν άλλους μεν απ' αυτούς να έχουν χαθή από ανθρώπους, από τους οποίους ελάχιστα έπρεπεν, άλλους δε να έχουν έλθει εις την ανάγκην να φερθώσιν απρεπώς εις τους προσφιλεστάτους των, εις άλλους δε να έχουν συμβή και τα δύο ταύτα, αντιθέτως νομίζουν, ότι το να ζουν όπως–όπως, αξίζει περισσότερον,από το να είναι βασιλείς όλης της Ασίας εν μέσω τέτοιων δυστυχημάτων. [6] Αφορμή δε της ανωμαλίας αυτής και της ταραχής είναι το ότι νομίζουν ότι η βασιλεία αρμόζει εις κάθε άνθρωπον, καθώς ακριβώς η ιερωσύνη, πράγμα το οποίον όμως είναι το μεγαλύτερον από τα ανθρώπινα πράγματα και έχει ανάγκην πάρα πολλής περισκέψεως.
Λοιπόν, εκείνων μεν οι οποίοι κάθε φοράν είναι παρόντες εις εκάστην πράξιν έργον είναι να συμβουλεύουν πώς θα ημπορούσε κανείς κυρίως να διοική, καθώς πρέπει, και πώς να διατηρή μεν τα καλά, να αποφεύγη δε τα δυστυχήματα. Εγώ όμως θα προσπαθήσω να εκθέσω τας γνώμας μου περί όλων των ασχολιών, των οποίων την επιτυχίαν πρέπει να επιδιώκη κανείς, και με τας οποίας πρέπει να απασχολήται. [7] Αληθώς είναι δύσκολον πράγμα να προβλέψω, εάν το δώρον μου, αφού περατωθή, θα είναι άξιον του προορισμού του· διότι πολλά και από τα έμμετρα ποιήματα και από τα πεζογραφήματα, εφ' όσον μεν είναι ακόμη εις τον νουν εκείνων οι οποίοι τα συνθέτουν, παρέχουν μεγάλας ελπίδας, όταν όμως έλθουν εις πέρας και παρουσιασθούν εις τους άλλους, αποκτούν φήμην πολύ κατωτέραν από την ελπίδα, που υπάρχει περί αυτής. [8] Εν τούτοις η προσπάθειά μου τουλάχιστον είναι καλή, δηλαδή το να επιζητώ εκείνα, τα οποία έχουν παραλειφθή και να θεσπίζω νόμους διά τα μοναρχικά πολιτεύματα. Διότι όσοι μεν μορφώνουν τους ιδιώτας, ωφελούν μόνον εκείνους· εάν όμως ήθελε κανείς συμβουλεύσει προς ενάρετον βίον εκείνους οι οποίοι κυβερνούν το πλήθος, θα ωφελούσε και τους δύο, δηλαδή και εκείνους που έχουν την εξουσίαν και εκείνους που είναι εις την δικαιοδοσίαν των· διότι εις αυτούς μεν θα έκαμνε την εξουσίαν πλέον ασφαλή, εις εκείνους δε πλέον ήσυχον την πολιτικήν των ζωήν.
[1] Εσχημάτισα την γνώμην, Νικοκλή, ότι εκείνοι μεν, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να προσφέρουν εις σας τους βασιλείς ενδύματα ή χάλκινα σκεύη ή χρυσά κοσμήματα ή κάτι τι από τα άλλα πράγματα αυτού του είδους, τα οποία αυτοί μεν στερούνται, σεις όμως τα έχετε εν αφθονία, ότι δεν δωρίζουν, αλλ' εμπορεύονται και ότι σας πωλούν αυτά κατά τρόπον πολύ τεχνικώτερον από κείνους, οι οποίοι λέγουν καθαρά, ότι είναι έμποροι. [2] Εγώ όμως ενόμισα, ότι η πιο ωραία και πάρα πολύ χρήσιμη δωρεά, που ταιριάζει κατ' εξοχήν και εις εμένα, να την προσφέρω και εις σε να την δεχθής, θα ήτο αν ημπορούσα να ορίσω, ποίας ασχολίας εάν επιθυμής και από ποίας πράξεις εάν απέχης θα ημπορούσες άριστα να διοικής και την πόλιν και να διαχειρίζεσαι την βασιλικήν εξουσίαν. Διότι εκείνα μεν, που μορφώνουν τους ιδιώτας είναι πολλά· πρώτον μεν το να μη ζουν πολυτελώς, αλλά να αναγκάζωνται να σκέπτωνται καθ' όλην την ημέραν διά την συντήρησιν της ζωής των· [3] έπειτα οι νόμοι, συμφώνως με τους οποίους ζη ο καθένας ως πολίτης, ακόμη δε η ελευθεροστομία και η άδεια και τους φίλους φανερά να κατηγορούν και τους εχθρούς να κατακρίνουν αναμεταξύ των διά τα σφάλματά των· προς τούτοις δε και μερικοί από τους ποιητάς, που έζησαν πριν από ημάς, έχουν αφήσει συμβουλάς πώς πρέπει να ζη κανείς· ώστε επόμενον είναι με αυτά να γίνωνται οι ιδιώται ούτοι καλύτεροι. [4] Δια τους μονάρχας όμως δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο, αλλά αυτοί παραμένουν ασυμβούλευτοι, αφ' ότου αναλάβουν την εξουσίαν, αυτοί, οι οποίοι έπρεπε να μορφώνωνται περισσότερον από τους άλλους· καθ' όσον οι περισσότεροι μεν από τους ανθρώπους δεν τους πλησιάζουν, όσοι δε εξ άλλου τους συναναστρέφονται, τους ομιλούν διά να τους ευχαριστούν. Διότι βεβαίως αν και γίνονται κύριοι και πάρα πολλών χρησίμων πραγμάτων και πολύ μεγάλης περιουσίας, επειδή δεν μεταχειρίζονται καλά αυτά τα μέσα, έχουν κάμει πολλούς να αμφιβάλλουν περί του ποίον από τα δύο αξίζει να προτιμήση κανείς, την ζωήν εκείνων που ζουν μεν ως ιδιώται, ευρίσκονται όμως εις κάποιαν μέσην κατάστασιν, ή την ζωήν εκείνων, οι οποίοι ασκούν ηγεμονικήν εξουσίαν. [5] Διότι, όταν μεν λάβουν υπ' όψιν των τας τιμάς και τα πλούτη και τας εξουσίας, νομίζουν όλοι ότι είναι ισόθεοι εκείνοι, που είναι μονάρχαι· όταν όμως σκεφθώσι τους φόβους και τους κινδύνους των, και όταν λεπτομερώς παρακολουθούντες την ιστορίαν των βλέπουν άλλους μεν απ' αυτούς να έχουν χαθή από ανθρώπους, από τους οποίους ελάχιστα έπρεπεν, άλλους δε να έχουν έλθει εις την ανάγκην να φερθώσιν απρεπώς εις τους προσφιλεστάτους των, εις άλλους δε να έχουν συμβή και τα δύο ταύτα, αντιθέτως νομίζουν, ότι το να ζουν όπως–όπως, αξίζει περισσότερον,από το να είναι βασιλείς όλης της Ασίας εν μέσω τέτοιων δυστυχημάτων. [6] Αφορμή δε της ανωμαλίας αυτής και της ταραχής είναι το ότι νομίζουν ότι η βασιλεία αρμόζει εις κάθε άνθρωπον, καθώς ακριβώς η ιερωσύνη, πράγμα το οποίον όμως είναι το μεγαλύτερον από τα ανθρώπινα πράγματα και έχει ανάγκην πάρα πολλής περισκέψεως.
Λοιπόν, εκείνων μεν οι οποίοι κάθε φοράν είναι παρόντες εις εκάστην πράξιν έργον είναι να συμβουλεύουν πώς θα ημπορούσε κανείς κυρίως να διοική, καθώς πρέπει, και πώς να διατηρή μεν τα καλά, να αποφεύγη δε τα δυστυχήματα. Εγώ όμως θα προσπαθήσω να εκθέσω τας γνώμας μου περί όλων των ασχολιών, των οποίων την επιτυχίαν πρέπει να επιδιώκη κανείς, και με τας οποίας πρέπει να απασχολήται. [7] Αληθώς είναι δύσκολον πράγμα να προβλέψω, εάν το δώρον μου, αφού περατωθή, θα είναι άξιον του προορισμού του· διότι πολλά και από τα έμμετρα ποιήματα και από τα πεζογραφήματα, εφ' όσον μεν είναι ακόμη εις τον νουν εκείνων οι οποίοι τα συνθέτουν, παρέχουν μεγάλας ελπίδας, όταν όμως έλθουν εις πέρας και παρουσιασθούν εις τους άλλους, αποκτούν φήμην πολύ κατωτέραν από την ελπίδα, που υπάρχει περί αυτής. [8] Εν τούτοις η προσπάθειά μου τουλάχιστον είναι καλή, δηλαδή το να επιζητώ εκείνα, τα οποία έχουν παραλειφθή και να θεσπίζω νόμους διά τα μοναρχικά πολιτεύματα. Διότι όσοι μεν μορφώνουν τους ιδιώτας, ωφελούν μόνον εκείνους· εάν όμως ήθελε κανείς συμβουλεύσει προς ενάρετον βίον εκείνους οι οποίοι κυβερνούν το πλήθος, θα ωφελούσε και τους δύο, δηλαδή και εκείνους που έχουν την εξουσίαν και εκείνους που είναι εις την δικαιοδοσίαν των· διότι εις αυτούς μεν θα έκαμνε την εξουσίαν πλέον ασφαλή, εις εκείνους δε πλέον ήσυχον την πολιτικήν των ζωήν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)












