Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2022

Πορφύριος: Περί Αγαλμάτων

“Φασί δέ καί τόν άγαλματοποιόν Φειδίαν κατασκευάζοντα τήν έν άκροπόλει ‘Αθήναν έν μέση τή ταύτης άσπίδι τό έαυτοϋ πρόσωπον έντυπώσασθαι, καί συνδήσαι τω άγάλματι διά τίνος αφανούς δημιουργίας, ώστε έξ ανάγκης, εϊ τις βούλοιτο αύτό περιαιρεϊν, τό σόμπαν άγαλμα λύειν τε καί συγχεΐν. Τούτο ούν έχει τόν λόγον ό Θεός έν κόσμφ, συνέχων τήν των όλων αρμονίαν τε καί σωτηρίαν, πλήν ούτε μέσος ών, ένθα ή γη τε καί ό θολερός τόπος ούτος, άλλ’ άνω καθαρός έν καθαρω χωρώ βεβηκώς, ον έτύμως καλούμεν Ούρανόν μέν από τού όρον είναι τόν άνω, Όλυμπον δέ οίον όλολαμπή τε καί παντός ζόφου καί άτάκτου κινήματος κεχωρισμένον.”

“Λένε ότι καί ό Φειδίας ο αγαλματοποιός όταν κατασκεύαζε το άγαλμα της Αθήνας, πού βρίσκεται στην Ακρόπολη, στο μέσον της ασπίδας της αποτύπωσε το δικό του πρόσωπο, καί συνέδεσε το όλο άγαλμα με κάποιο είδος αφανούς δημιουργίας, ώστε εξ ανάγκης αν κάποιος ήθελε να το αφαιρέσει από την θέση του, ολόκληρο το άγαλμα διαλυόταν και τα μέρη του συγχέονταν. Αυτή, λοιπόν, την έννοια έχει καί ο Θεός στον κόσμο- να διατηρεί την αρμονία καί σωτηρία των πάντων, πλην όμως δεν είναι στο ενδιάμεσο όπου βρίσκεται η γη και ο θολερός αυτός τόπος, αλλά άνω καθαρός σε καθαρό χώρο ευρισκόμενος, αυτόν πού κατά ορθή ετυμολογία ονομάζουμε Ουρανό, επειδή αποτελεί όρον τού άνω, καί Όλυμπο, επειδή είναι ολόλαμπρος καί απαλλαγμένος από κάθε σκιά καί άτακτη κίνηση.”

Η λέξη άγαλμα είναι αρχαιότατη. Συναντάται επτά φορές στα ομηρικά έπη· μία στην Ιλιάδα (Δ 144) καί έξι φορές στην Οδύσσεια (γ 274, 438, δ 602, θ 509, μ 347, σ 300). Στους Ομηρικούς ύμνους συναντάται μία φορά (Άποσπ. Ύμνου εις Βάκχον). Το ίδιο και στα Ορφικά, όπου την συναντούμε μόνο στον Ύμνο της Σελήνης, ή οποία αποκαλείται από τον Ορφέα «νυκτός άγαλμα». Ή αρχική της σημασία είναι «κόσμημα, στόλισμα, αφιέρωμα στους Θεούς», αλλά στην ραψωδία μ της Οδύσσειας ή σημασία της σχεδόν ταυτίζεται με ό,τι σήμερα αντιλαμβανόμαστε με την λέξη αυτή: «Ήελίω Ύπερίονι πίονα νηόν τεύξομεν, έν δέ κε θεΐμεν άγάλματα πολλά καί εσθλά». “Στον Υπερίωνα Ήλιο πλούσιο ναό θα χτίσουμε κι εντός του θα θέσουμε αγάλματα πολλά καί ωραία” (μ 347).

Ή δε έκφραση «περικαλλές άγαλμα», πού την συναντούμε σε πολλούς συγγραφείς της αρχαιότητος, είναι ομηρική (σ 300), και θα μπορούσαμε να την αποδώσουμε ώς «ακτινοβόλο μνημείο χαράς». Μετά τον Όμηρο ή σημασία τής λέξεως μετακινήθηκε περισσότερο προς την λατρεία και την σχέση του ανθρώπου με το θείο, με «τον κόσμο του Θαυμαστού και του Ωραίου». Ο αρχετυπικός εκείνος Κόσμος από τον όποιο εκπορεύεται κάθε γνώση καί ικανότητα για την δημιουργία τέτοιων «αντικειμένων θαυμασμού».

Στους αττικούς συγγραφείς έχει την σημασία τού «ομοιώματος που προσφέρεται σε κάποιον θεό». Ό Ισοκράτης διακρίνει μεταξύ εικόνων (ομοιώματα ανθρώπου) καί άγαλμά- των (ομοιώματα θεού). Ό Γοργίας διαχωρίζει την έννοια του αγάλματος από την έννοια του αναθήματος, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Διός μεν αγάλματα, εαυτών δε (των ανθρώπων) αναθήματα».

Ο δε Ξενοφάνης διευκρινίζει ότι, ή μορφή των ομοιωμάτων είναι μόνον ή ανθρώπινη σύλληψη τής ιδέας τού θείου. Αλλά ή σημασία τής λέξεως γενικεύεται ήδη από πολύ παλιά καί σημαίνεται με αυτήν κάθε τι στην θέα του οποίου αγάλλεται, χαίρεται ή αναζωογονείται κανείς, κάθε αντικείμενο θαυμασμού.

Έτσι, σε αντικείμενα πού αφιερώνονται στους Θεούς απαντάται ή φράση «Ο (τάδε) με άνέθηκεν περικαλλές άγαλμα». Στο μνημειώδες άγαλμα τής Ήρας (6ος αί. π.κ.ε.) πού βρέθηκε στη Σάμο καί σήμερα βρίσκεται στο Λούβρο, υπάρχει χαραγμένη ή έξης επιγραφή στην άκρη τού ιματίου της Θεάς: “ΧΗΡΑΜΥΗΣΜΑΝΑΘΗΚΕΝΤΗΡΙΑΓΑΛΜΑ”.

Σε έναν χάλκινο αρύβαλλο (μυροδοχείο) του ίδιου αιώνα, πού βρέθηκε στην Σπάρτη είναι χαραγμένη από τα δεξιά προς τα αριστερά ή επιγραφή: “ΧΑΛΚΟΔΑΜΑΣΜΕΝΕΘΕΚΕΘΙΙΟΙΜΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣΑΓΑΛΜΑ”

Η ομορφιά (άρχ. ευμορφία), πού ακτινοβολεί ή προϋποθέτει ένα αληθινό έργο τέχνης θεωρείται ότι προέρχεται από τον Θείο κόσμο, από τους ίδιους τους Θεούς, γι’ αυτό και τα αναθήματα σε αυτούς δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά «αγάλματα», δηλαδή, έργα πού γεννώνται (άρχ. τίκτω > τέκνον, τέχνη) από ό,τι ανώτερο καί θεϊκό διαθέτει ό άνθρωπος για να αποτελέσει σημείο συνάντησης του θείου και του ανθρώπινου κόσμου. Το άγαλμα είναι ή κίνηση από την πλευρά τού ανθρώπου πού του δίνει παρρησία ενώπιον του θείου, γι αυτό καί τοποθετείτο σε μέρος ιερό και καθαγιασμένο· στον σηκό του ναού της λατρευομένης όψεως του Θείου. Από εδώ προήλθε και η θεωρία ότι αγάλματα υπέροχης και ασύλληπτης ομορφιάς είχαν ριχτεί στην γη από τον ίδιο τον Δία (Διοπετή αγάλματα).

Το άγαλμα είναι ένας σιωπηλός μυστηριακός ύμνος, ό οποίος διατηρεί την σύνδεση μεταξύ ανθρώπινου καί θείου κόσμου.

«Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των
Γιατί τούς διώξαμε από τούς ναούς των.
Διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι Θεοί
», 
λέει ο Καβάφης σε ένα ποίημά του…

Εκείνο πού πέθανε δεν είναι ασφαλώς οι Θεοί, αλλά η αληθινή ευσέβεια του ανθρώπου και η δυνατότητα να επικοινωνεί μαζί τους. Τα ιερά βεβηλώθηκαν καί γκρεμίστηκαν, τα αγάλματα έγιναν συντρίμμια… Ένας κόσμος θαυμαστός, συντριμμένος από την χριστιανική μαύρη καί λυσσαλέα ασχήμια· πού την μόνη χαρά πού μπορεί να νιώσει είναι ή «χαρά της καταστροφής». Ή χαρά της δημιουργίας ποτέ δεν θα φωλιάσει μέσα σε μελανοχίτωνα, ανέραστα, πανουκλιασμένα και θωρακισμένα σώματα… Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, ακόμα καί συντριμμένη, ή ομορφιά προκαλεί θαυμασμό· όλα τα ερείπια τρομάζουν καί μόνο τα Ελληνικά προκαλούν θαυμασμό, αγαλλίαση… Γιατί, άραγε, συμβαίνει αυτό;

Το εκπληκτικό είναι ότι ακόμα κι έτσι, ακόμα και συντριμμένη η Ελληνική τέχνη, έχει τον τρόπο της να προσφέρει πολύτιμες γνώσεις- έτσι όπως στωικά καί πεισματικά το θέτει ό ποιητής Λουκιανός Παπαϊωάννου:

«Απ’ όσα κλέψανε κι απ’ όσα σπάσανε, σύμφυτες ευπροσήγορες φωνές κρύβουν οι τάφοι, στ’ αγγεία μας, την ιστορία εικονογραφημένη…»
(Στου Ιαπετού τα βέλη, στ. 3028 – 3030).

Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς Αθηνάς ήταν στολισμένο με έναν τόνο χρυσού. Ο Παρθενώνας χτίστηκε προς τιμήν της προστάτιδας της πόλης, Θεάς Αθηνάς και σχεδιάστηκε ώστε να χωράει το χρυσελεφάντινο άγαλμα στο εσωτερικό του. Ήταν τοποθετημένο σε ένα βάθρο στο σηκό του ναού και ο πυρήνας του αγάλματος ήταν κατασκευασμένος από ξύλο. Ο Φειδίας χρησιμοποίησε για τα γυμνά μέρη του σώματος ελεφαντόδοντο και για το ένδυμα και τα μαλλιά χρυσό βάρους 1.140 κιλών. Η Θεά Αθηνά παρουσιαζόταν πάνοπλη να κοιτά προς την Ανατολή και να κρατά στο δεξί της χέρι την Θεά νίκη και στο αριστερό την ασπίδα και το δόρυ της.

Είχε 13 μέτρα ύψος και ήταν εφάμιλλο της δόξας και της δύναμης της Αθήνας του Περικλή. Η Αθηνά Παρθένος, όπως τα περισσότερα έργα του Φειδία, ήταν ένα αριστούργημα. Φορούσε αττικό κράνος που ήταν διακοσμημένο με μυθικά ζώα, δωρικό πέπλο και μέσα στην ασπίδα της υπήρχε το ιερό της φίδι. Σε όλο το δημιούργημα, όπως και στον ναό του Παρθενώνα, υπήρχαν αναπαραστάσεις κενταυρομαχίας, γιγαντομαχίας και αμαζονομαχίας. Οι Αθηναίοι είχαν την ευκαιρία να το θαυμάσουν μόνο στις γιορτές της πόλης. Το κατέστρεψαν τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. με μια πυρκαγιά στο εσωτερικό του ναού.

Το αντίγραφο του χρυσελεφάντινου αγάλματος ανακαλύφτηκε το 1880 στο Βαρβάκειο Λύκειο γι’ αυτό ονομάζεται Αθηνά Παρθένος του Βαρβακείου (εικόνα κάτω). Έχει ύψος 1,05 και χρονολογείται τον 2ο αιώνα π.κ.ε.

Λέγεται ότι όταν ο Πάναινος, αδελφός ή ανεψιός του Φειδία, τον ερώτησε πώς εμπνεύστηκε την μορφή αυτή του Διός, αν ο ίδιος ανέβηκε στον Όλυμπο για να δει τον Δία, ή αν ο Ζεύς κατέβηκε από τον Όλυμπο έτσι ώστε ο Φειδίας μπόρεσε να τον δει, εκείνος του απήντησε λέγοντάς του ένα χωρίο του Ομήρου από την Ιλιάδα, που περιέγραφε τον Δία ως έναν Θεό τρομερό και αυστηρό, που μ’ ένα νεύμα της κεφαλής του έκανε ολόκληρο τον Όλυμπο να σείεται.

ἦ καὶ κυανέῃσιν ἐπ’ ὀφρύσι νεῦσε Κρονίων
ἀμβρόσιαι δ’ ἄρα χαῖται ἐπερρώσαντο ἄνακτος
κρατὸς ἀπ’ ἀθανάτοιο μέγαν δ’ ἐλέλιξεν Ὄλυμπον
.

Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης,
έκλινε από τ᾽ αθάνατο κεφάλι του κυρίου
Θεία κόμη και ο τρανός ο Όλυμπος εσείσθη.

Ανασυνθέτοντας το παρελθόν, εισάγοντας με προσοχή τα νέα στοιχεία, και ανταποκρινόμενοι στις νέες ανάγκες, προχωρούμε με βεβαιότητα προς το μέλλον… Αυτή ή πρόταση όμως απαιτεί κι ένα ανάλογο επίπεδο κατανόησης και αντίληψης· απαιτεί ανθρώπους πού να μπορούν να διεκπεραιώνουν έστω καί στοιχειωδώς τις ανθρώπινες λειτουργίες τους. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει κάθε πνευματικό ρεύμα θα «ηττάται».

Ο χριστιανισμός είναι δογματικός, μονολιθικός, απαιτεί μόνο πίστη και υπακοή, ενώ ό νεοπλατωνισμός ήταν δυναμικός, πολυσχιδής, απαιτούσε πολύ περισσότερα… Ο Έλληνας Φιλόσοφος Κέλσος, το 178 μ.κ.ε. γράφει το έργο του «Αληθής Λόγος». Είναι ένα έργο πού κρίνει, συγκρίνει καί αξιολογεί το καινοφανές για την εποχή του χριστιανικό δόγμα και απερίφραστα το θεωρεί προϊόν βάρβαρης καί απαίδευτης σκέψης, πού δεν διαθέτει καμιά σοβαρή θεωρητική βάση.

Το δόγμα αυτό ελέγχεται από τον Κέλσο ως ένα ψεύδος πού στηρίζεται σε αρνητικές προϋποθέσεις- στην κοινωνική αποκοπή, στον φανατισμό καί στην καλλιέργεια φόβου προς ό,τι του είναι ξένο. Κατηγορεί τούς Χριστιανούς ήδη από τότε για αδίστακτο προσηλυτισμό, πού τον απευθύνουν προς άτομα αδαή και δουλόφρονα, χρησιμοποιώντας ώς όπλο κάθε είδος φόβους, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Παντοδαπά συμπλάσσοντες δείματα έπισπώνται τούς άνθρώπους… Πάντα μέν σοφόν άπελαύνουσι τοϋ λόγου τής πίστεως αυτών μόνους δέ άνοήτους καί τούς άνδραπώδεις καλοϋσι».

Επινοώντας κάθε λογής φόβητρα προσελκύουν κόσμο στις γραμμές τους τρομοκρατώντας τον με την ιδέα της θείας τιμωρίας… Κάθε έξυπνο άνθρωπο τον απομακρύνουν από την διδασκαλία της πίστης τους, ενώ καλοδέχονται τους ανόητους και τους δουλοπρεπείς. (βλ. Κέλσος, ‘Αληθής Λόγος, έκδ. Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 1996). Τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει και πολύ από τότε, διότι ένα δόγμα μοιάζει με ένα δέντρο, κι ένα δέντρο παράγει κάθε φορά τούς ίδιους καρπούς! Ό λόγος του Κέλσου ήταν και αποδείχτηκε πραγματικά αληθής- είναι ό στιβαρός, καίριος λόγος τής Ελληνικής Φιλοσοφίας, ή οποία δεν μπόρεσε τότε να αντιμετωπίσει στο επίπεδό της την τεκταινόμενη «δύναμη των ποιμνίων» ή «δύναμη των μαζών» όπως ονομάζεται το φαινόμενο στην γλώσσα τής σύγχρονης προπαγάνδας…

Στην κρίσιμη καμπή του 3ου – 4ου μ.κ.ε. αιώνα, ή Ελληνική Φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά της όπλα, προσπαθούσε να πείσει και να αντικρούσει την επερχόμενη βαρβαρότητα διά του Λόγου. Και πράγματι, ή βαρβαρότητα αντικρούστηκε στο ιδεολογικό επίπεδο με απόλυτη επιτυχία από πολλούς καταρτισμένους και μαχητικούς Φιλοσόφους- υπό μία έννοια, ακόμα και τα Ευαγγέλια στην αρχική τους μορφή και πριν μετατραπούν σε αντικείμενο εκμαθήσεως «κοπτορραπτικής», θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ώς προωθημένη αιχμή του δόρατος της Ελληνικής Φιλοσοφίας.

Αλλά ή βαρβαρότητα πρακτικά υπερίσχυσε και σάρωσε τα πάντα… Διότι, ηττημένη στο ιδεολογικό επίπεδο, μετέφερε το επίπεδο σύγκρουσης πολύ χαμηλά, κάτω από την μέση, καί οι άσπονδοι εχθροί του Ελληνισμού βρήκαν την ευκαιρία -ευκαιρία την οποία είχαν επιμελώς προετοιμάσει άλλωστε- να κάνουν πολύ καλά «την δουλειά τους»… Το «θεάρεστο έργο» τους δεν ήταν άλλο από την συστηματική καταστροφή των επιτευγμάτων καί υλοποιήσεων του Ελληνικού Πολιτισμού, σε κάθε τομέα…

Ό «Αληθής Λόγος» του Κέλσου, όπως και το άκρως εμπεριστατωμένο μνημειώδες έργο «Κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου, τα «Δεκαοκτώ Επιχειρήματα Κατά Χριστιανών» του Πρόκλου, καί άλλα έργα πού δεν μάς είναι γνωστά, έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς, θύματα κι αυτά της χριστιανικής πανούκλας!

Ο Πορφύριος αφιέρωσε την ζωή του στον αγώνα της πολιτισμένης ανθρωπότητας κατά τής επερχόμενης βαρβαρότητας. Για τον σκοπό αυτό συνέθεσε καί το φοβερό έργο «Κατά Χριστιανών», αποτελούμενο από 15 βιβλία, στο όποιο χωρίς «φόβο των Ιουδαίων», αλλά καί χωρίς διάθεση υποτίμησης καί χλευασμού, με βαθιά γνώση καί με νηφαλιότητα ασκεί εμπεριστατωμένη κριτική σε όλες τις ιουδαϊκές καί χριστιανικές γραφές, και στο ίδιο το καινοφανές χριστιανικό δόγμα. Θεωρεί ότι γύρω από το πρόσωπο του Ιησού, στο όποιο αποδίδει τον πρέποντα σεβασμό, «στήθηκε» ένα καθ’ όλα ψεύτικο καί αλλοπρόσαλλο σκηνικό, το όποιο διασώζεται μόνο αν κανείς απλώς το πιστεύει καί πάψει να το έρευνά (εξ ου καί το βασικό ιδεολόγημα του χριστιανισμού: «Πίστευε καί μη έρευνα»).

Το έργο αυτό είχε τεράστια απήχηση στον κόσμο, σε τέτοιο σημείο μάλιστα ώστε αργότερα με διάταξη του Κωνσταντίνου να ονομάζονται «Πορφυριανοί» όχι μόνο οι «εξωτερικοί εχθροί» του χριστιανισμού, αλλά καί «οι έκ των ένδον» διαφωνούντες, οι γνωστοί «αιρετικοί»: «…άλλ’ ώσπερ οί Άρειανοί, φησίν, έκ διατάξεως Κωνσταντίνου, Πορφυριανοί εκλήθησαν, από Πορφυρίου του φιλοσόφου του πολλά κατά των χριστιανών συγγραψαμένου ταύτην λαβόντες τήν προσηγορίαν…» (Τών Βασιλικών, Βιβλίον Α’, Τίτλος Α’, διάταγμα κς’).

Το «Κατά Χριστιανών» άρχιζε με μιά σαρωτική κριτική για την χριστιανική άποψη περί προφητείας, καυτηρίαζε την προσηλυτιστική τακτική τους, τα ογκώδη οικήματα πού επιδίωκαν να κατασκευάζουν επιδεικτικά, καί γενικώς θεωρούσε το χριστιανικό δόγμα ώς μιά επικίνδυνη μορφή δεισιδαιμονίας, ή οποία όταν καταλάμβανε έναν άνθρωπο, ήταν σαν να του αφαιρούσε την λογική του λειτουργία. Σε κάποιο σημείο λέει χαρακτηριστικά, ότι, είναι πιο εύκολο να γράψεις πάνω στο νερό, παρά να λογικέψεις με λογικά επιχειρήματα έναν χριστιανό.

Η θρησκεία αυτή, έλεγε ό Πορφύριος, δεν έχει ούτε εθνικό στήριγμα, ούτε λογική βάση. Από τον νεοφώτιστο ζητούν να δεχτεί τα πάντα με τυφλή πίστη, κι έτσι σωρευτικά σχηματίζεται ένα σύνολο από ηθικώς ανάπηρα άτομα, τα όποια αισθάνονται ασφαλή μέσα στην κοινή τους αδυναμία. Οι χριστιανοί εκπροσωπούν μιά ναρκωμένη ηθική πού βρίσκεται στους αντίποδες της ελληνικής αναζήτησης για ηθική ανωτερότητα.

Η ακριβής έκταση του έργου αυτού παραμένει άγνωστη (τουλάχιστον μέχρι σήμερα). Ό,τι γνωρίζουμε έχει σταχυολογηθεί από σκόρπιες αναφορές, παραθέσεις καί παραφράσεις μέσα σε κείμενα διαφόρων εκκλησιαστικών συγγραφέων. Οι επιχειρούμενες ανασυγκροτήσεις του κειμένου δεν είναι οριστικές, καθώς διευρύνονται με νέα σχετικά αποσπάσματα πού η αρχαιογνωστική έρευνα φέρνει στο φως. Κύρια πηγή βεβαίως αποτελεί ο «Απολογητικός» του Μακαρίου Μάγνητος, απολογητικό εκκλησιαστικό σύγγραμμα του 4ου – 5ου μ.κ.ε. αιώνα πού βρέθηκε στην Αθήνα το 1867. Μόλις πρόσφατα εκδόθηκε καί κυκλοφόρησε στην Ελλάδα ένα σύνολο διασωθέντων αποσπασμάτων προερχόμενα από το «Κατά Χριστιανών» του Πορφυρίου (Εκδόσεις Θύραθεν. Θεσσαλονίκη 2000). Από την έκδοση αυτή αντλήσαμε και ορισμένες από τις πληροφορίες που παραθέτουμε.

Με την αντίκρουση του έργου αυτού ασχολήθηκε μιά ολόκληρη στρατιά εκκλησιαστικών αξιωματούχων, επιστρατεύτηκαν οι πιο μορφωμένοι, οι πιο καταρτισμένοι, αλλά όλοι, από τον Ευσέβιο μέχρι τον Αυγουστίνο τρόμαζαν από τα επιχειρήματα του Πορφυρίου και τις εντυπωσιακές γνώσεις του για τις εβραϊκές και χριστιανικές πηγές… Ο Αυγουστίνος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον Πορφύριο, τον όποιο χαρακτηρίζει «επιστημονέστατον των φιλοσόφων» (doctissimum philosophorum). Ο Απολινάριος έγραψε τριάντα τόμους: «Ούτος έγραψε καταλογάδην κατά Πορφυρίου του δυσσεβούς τόμους λ’, καί δι’ ηρώων επών πάσαν την των Εβραίων γραφήν»!

Ο Ιερώνυμος έγραψε ένα μεγάλο σχολαστικό υπόμνημα για το βιβλίο του «Δανιήλ» της Π. Διαθήκης, σε μιά προσπάθειά του να εξουδετερώσει τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του Πορφυρίου για την αληθινή φύση των βιβλικών προφητειών· ότι δηλαδή και το «προφητικό» αυτό βιβλίο δεν αναφέρεται σε «προφητείες» αλλά σε γεγονότα, αφού ο Πορφύριος αποδεικνύει ότι γράφτηκε μετά τα γεγονότα πού δήθεν «προφητεύει».

Όλα είναι θέμα ύφους… Αν σε μιά σειρά από παλιές εφημερίδες αλλάξεις έντεχνα την ημερομηνία κυκλοφορίας τους και τις τιτλοφορήσεις « Ημερήσιες Προφητείες», τότε και ιδίως όταν φροντίσεις να απευθύνεσαι σε ανθρώπους πού δεν έχουν ζήσει τα γεγονότα, έ, τότε γίνεσαι προφήτης έκ του ασφαλούς με μιά απλή μετάθεση της ήμεροχρονολογίας!

«Οι απόψεις πού εξέφραζε ό Πορφύριος ήταν συντριπτικές γιατί προέρχονταν από κάποιον πού είχε βαθιά γνώση των «Ιερών γραφών» των χριστιανών καί του δόγματός τους. Επιπλέον, στην πολεμική του ο Πορφύριος αρνιόταν στους χριστιανούς το αγαπημένο τους καταφύγιο: την αλληγορία. Ό Πορφύριος αποδίδει στα κείμενα την κυριολεκτική σημασία τους. Καθώς υπήρξε μαθητής του Λογγίνου, κατείχε τέλεια την αλληγορική ερμηνεία… αρνιόταν να δεχτεί ότι μιά καταφανής αντίφαση αποτελεί «μυστήριο» ή τις εσφαλμένες περιγραφές αντικειμενικών γεγονότων ώς «παράδοξο»» (Κατά Χριστιανών, έκδ. Θύραθεν, σελ. 27).

Καμία αντίκρουση δεν θεωρήθηκε ικανοποιητική! Κι έτσι, ελλείψει πειστικών επιχειρημάτων έφεραν σε αντίκρουση το μόνο απολύτως πειστικό επιχείρημα της… πυράς.

Ό Αγαθάγγελος Γεωργιάδης, γράφει σχετικώς (σελ. 54):

«Ένεκα τούτου δυνάμεθα να εννοήσομε ότι ουχί μόνον οι αυτοκράτορες υπό του Κωνσταντίνου μέχρι Θεοδοσίου του Β’ πάντες αποπειράθηκαν να άπαγορεύσωσιν αυστηρότατα την ανάγνωσιν του έργου του Πορφυρίου, αλλά καί αί κατ’ αυτού γενόμεναι αναιρέσεις, πολυαριθμότεραι των του Κέλσου ούσαι, μετέσχον τής αυτής τώ πολεμουμένω βιβλίο τύχης. Το δηλητήριον όπερ έρρευσεν έκ του φοβερού καλάμου του Πορφυρίου, έφαίνετο, ότι δεν έξουδετεροΰτο διά των απολογητικών αναιρέσεων των χριστιανών καί ένεκα τούτου προετιμήθη ή καταστροφή αμφοτέρων των έργων των τε πολεμούντων τον χριστιανισμόν καί των υπερασπιζόντων αυτού…».

Οι αυτοκράτορες Θεοδόσιος Β’ καί Ούαλεντινιανός εξέδωσαν το 448 μ.κ.ε. -144 χρόνια μετά τον θάνατο του Πορφυρίου– το παρακάτω διάταγμα, το όποιο διατηρήθηκε σε ισχύ καθ’ όλη την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφού συμπεριελήφθη στην κωδικοποίηση τον Βασιλικών τον 9° αιώνα:

«Θεσπίζουμε, πάντα, όσα Πορφύριος υπό της εαυτού μανίας έλαυνόμενος ή έτερός τις κατά τής των χριστιανών ευσεβούς θρησκείας συνέγραψε, παρ’ οιοδήποτε ευρισκόμενα πυρί παραδίδοσθαι. Πάντα γαρ τα κινούντα τον θεόν εις οργήν συγγράμματα και τας ψυχάς αδικούντα ουδέ εις ακοάς ανθρώπων ελθείν βουλόμεθα.»

«Θεσπίζουμε, όλα όσα συνέγραψε ο Πορφύριος κινούμενος από την μανία του κατά της ευσεβούς θρησκείας των χριστιανών, σε οποιουδήποτε τα χέρια κι αν βρίσκονται, να παραδίδονται στην πυρά. Διότι πρόθεσή μας είναι, όλα τα συγγράμματα πού εξοργίζουν τον Θεό και αδικούν τις ψυχές να μην φτάνουν καθόλου στα αυτιά των ανθρώπων.»
(Ιουστινιάνειος Κώδιξ, I 1.3 καί Βασιλικά, Βιβλίον Α’, Τίτλος Α’, διάταγμα γ’).

Ή Εξουσία τότε, έχοντας κάνει τις στρατηγικές επιλογές της, «αισθάνθηκε» την ανάγκη να κάψει βιβλία πού αφύπνιζαν τον νου, κρατούσαν ξύπνια την μνήμη καί υπηρετούσαν την αλήθεια. Μία εξουσία πού καίει βιβλία… αντιλαμβάνεται κανείς τι είδους εξουσία είναι καί σε τι αποσκοπεί…

Υπολογίζεται ότι ο Πορφύριος συνέγραψε συνολικά πλέον των 80 έργων. Πίνακα των έργων του Πορφυρίου συγκρότησε ό J. Bidez, «Vie de Porphyre, le philosophe neoplatonicien», Λειψία: Teubner, 1913, άνατ. Hildesheim: 01ms, 1964. Τον κατάλογο αυτόν καθώς και σημαντικές παρατηρήσεις του Γάλλου συγγραφέα παραθέτουν οι Άγις και Παν. Μαρίνης στην εκτενή εισαγωγή τους στο βιβλίο «Περί τού εν Οδύσσεια των Νυμφών Άντρου» (1998), όπου μεταξύ άλλων σημειώνονται και τα εξής:

«Ή πολύπλευρος καλλιέργεια του Πορφυρίου προσδίδει μίαν μοναδικήν ποικιλίαν εις το έργο του, καθ’ όσον μάλιστα επιτυγχάνει τον γόνιμο συγκερασμό των ιδεών διαφόρων φιλοσοφικών σχολών… ο Πορφύριος με το πολυσχιδές καί βαθυστόχαστο έργο του ήσκησε ιδιαιτέρως σημαντικήν επίδρασην καί εις τάς μεταγενεστέρας εποχάς. Ο Πρόκλος τής Σχολής των Αθηνών τον αναφέρει διαρκώς εις τα έργα του (π.χ. εις τα «Σχόλια εις τον Τίμαιον»), παραθέτων φιλοσοφικός απόψεις καί ερμηνείας του. Ομοίως καί ο Σιμπλίκιος μαρτυρεί ένα μεγάλον σε βαθμόν διά τον Τύριον Φιλόσοφον. Κατόπιν οι Σύροι καί οι Άραβες λόγιοι τον θεωρούν διδάσκαλο της φιλοσοφίας τους (Η μαρτυρία του Ibn Al-Qifti: «’Οξυδερκής εις την έπιστήμην της φιλοσοφίας καί ανώτερος εις την γνώσιν του συστήματος του Αριστοτέλους», του Ibn Sina, γνωστού ως Άβικένα, και άλλων εις το έργον του Bidez).

Επίσης εις την χριστιανικήν Κωνσταντινούπολη, όταν άναγεννήθη το ένδιαφέρον διά τα γράμματα μετά τούς αιώνας του σκοταδισμού, ό Πορφύριος είναι μεταξύ εκείνων, οι όποιοι βοηθούν εις την άνάγνωσιν των ποιητών καί πεζογράφων τής άρχαιότητος. Μεταξύ των εγκωμίων πού τού πλέκουν οι μαθηταί τού Ψελλού υπάρχουν πολλά συγκινητικά εξαιτίας τής γραφικής αδεξιότητας καί τής ειλικρίνειας των. Το όνομα «Πορφύριος» εμπνέει τούς επιγραμματοποιούς. Αλλοτε διακηρύσσουν ότι καθιστά σαφή καί διαφανή τα σκοτεινά βάθη της αριστοτελικής σκέψεως, καί άλλοτε πιστεύουν ότι, όπως από το όστρακον εξάγεται ή πορφύρα διά να δίδει το βαθύ ερυθρό χρώμα εις τα χείλη, έτσι καί από τούς λόγους του εξάγεται ένα βασιλικόν ένδυμα διά το πνεύμα.

Και ό Δυτικός κόσμος ήσχολήθη με τον Πορφύρων, αν καί όχι τόσον έντόνως. Εκεί εχρησίμευσε ή φιλοσοφία του ώς ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ τού Πλωτίνου καί τού Αύγουστίνου, τού Πλωτίνου καί των σχολαστικών. Αλλά όχι μόνον. Μία άγνωστος, πλην όμως σπουδαιότατη, πτυχή τής προσφοράς τού Πορφυρίου εις το ανθρώπινον πνεύμα είναι ή διατήρησις καί διάσωσις πολλών έκ των σωζόμενων αποσπασμάτων των Προσωκρατικών, των Στωικών καί των ’Ορφικών, τα όποια άλλως θα είχαν άπολεσθή. Πολλά λοιπόν του οφείλει καί ή φιλολογική επιστήμη. Γενικώς, θα δυνάμεθα να είπωμε, ότι ή συνεισφορά τού Πορφυρίου εις την διαμόρφωσιν τής μετέπειτα φιλοσοφικής σκέψεως καί εσωτερικής αναζητήσεως είναι πολύ μεγαλυτέρα απ’ ό,τι έχομε συνειδητοποιήσει».

Για τον sir James George Frazer όλη η κοινωνική ζωή είναι μία θεσμική έκφραση συμβολισμών, μία αναπαράσταση κάποιου άλλου πράγματος και το βιβλίο του «The Golden Bough» έχει κύριο θέμα τον αποσυμβολισμό ή την ερμηνεία αυτών των συμβολισμών. Το έργο του έχει χαρακτηριστεί σαν μία αίθουσα με μία σειρά από ατελείωτους καθρέπτες όπου το κάθε σύμβολο αντικατοπτρίζεται μέσα στο άλλο κατά αναλογικό τρόπο παρουσιάζοντας μία συνεχή ερμηνευτική μετατόπιση.

Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν μία κολοσσιαία, καθήμενη μορφή του Θεού Διός, περίπου 42 πόδια (13 μέτρα) ύψος, σμιλευμένη από τον Αθηναίο γλύπτη Φειδία περί το 435 π.κ.ε. και τοποθετημένη μέσα στον ναό του Διός, στο Ιερόν της Ολυμπίας. Ήταν ένα από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία που κατασκευάστηκαν στην αρχαιότητα, ενώ το κολοσσιαίο άγαλμα, συμπεριλαμβανόταν στα Επτά Θαύματα του κόσμου, μέχρι την τελική κλοπή και καταστροφή του κατά τον 5ο αιώνα μ.κ.ε. στην Κωνσταντινούπολη από τους χριστιανούς. Ο λόφος πάνω από την Άλτιν ήταν τόπος λατρείας του Κρόνου, πατέρα του Διός, εξ ου και το όνομα αυτού Κρόνιος. Η τοποθεσία είναι ιστορική, αφού από την αρχαιότητα εδώ διαδραματίστηκαν πολλές μάχες, και από το 1000 π.κ.ε. δέσποζε εκεί το Ἡραῖον, ένας από τους αρχαιότερους ναούς της Ελλάδος και αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά στον αρχαίο αυτό ναό ήταν και το στάδιο των Ολυμπιακών αγώνων.

Σύμφωνα με τον Σουετώνιο, ο Ρωμαίος αυτοκράτωρ Καλιγούλας, είχε διατάξει να το μεταφέρουν στην Ρώμη και να του αλλάξουν το πρόσωπο, δίνοντάς του την μορφή του αυτοκράτορα, πράγμα που όμως δεν έγινε, επειδή το πλοίο που περίμενε στον λιμένα για να το φορτώσει χτυπήθηκε από κεραυνό και κάηκε. Κατά μία άλλη παράδοση, το άγαλμα έβγαλε έναν πολύ δυνατό κρότο, που φάνταζε σαν άκουσμα γέλιου, έτσι ώστε οι σκαλωσιές που το περιέβαλλαν κατέρρευσαν και οι εργάτες ετράπησαν σε φυγή. Ευτυχώς για εκείνους, ο αυτοκράτωρ είχε ήδη δολοφονηθεί όταν γύρισαν πίσω στην Ρώμη, με άδεια τα χέρια.

Μετά την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.κ.ε. ο ναός παρήκμασε. Το 426 μ.κ.ε. την εποχή του Θεοδοσίου, ο ναός πυρπολήθηκε και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε, αν και οι συνθήκες της ενδεχόμενης καταστροφής του είναι σχετικά άγνωστες. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Θεοδόσιος το 390 μ.κ.ε. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, τοποθετήθηκε μέσα στο Παλάτιον του Λαύσου, ενός Έλληνα χριστιανού ευνούχου, μαζί με άλλα σπουδαία έργα τέχνης, όπου καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά το 475 μ.κ.ε. παραμένοντας εκεί για περίπου 60 έτη. Ενώ το Ιερόν της Ολυμπίας κατέρρεε από αμέλεια, το άγαλμα αυτό που θεωρούταν ως το μεγαλύτερο έργο της κλασικής γλυπτικής, χανόταν στην “περικαλλή” χριστιανική Βασιλεύουσα.

Ο δε ναός δεν είχε καλύτερη μοίρα από το άγαλμα. Κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου Β’, περί το 426, το ιερό λεηλατήθηκε, ενώ σεισμοί κατά τα έτη 522 και 551 προκάλεσαν την εν μέρει ταφή των ερειπίων του ναού του Διός. Κατά άλλη άποψη, το αρχιτεκτόνημα του Λίβωνος λεηλατήθηκε από τους Γότθους και τα υπολείμματά του μετετράπησαν σε χριστιανικό ναό, μέχρι που κατέρρευσε από σεισμό, ενώ αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τεσσάρων μέτρων χώμα. Το 2004, έτος διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, αναστηλώθηκε ένας κίων του ναού, ο οποίος δείχνει στους επισκέπτες της Ολυμπίας το μέγεθος και το αλλοτινό μεγαλείο του ναού.

Το περιβάλλον μας πάντα ήταν γεμάτο με εικόνες και σύμβολα που παίρνουν ποικίλες μορφές και ερμηνείες, με τα οποία βρισκόμαστε σε μία συνεχή αλληλεπίδραση δημιουργώντας συνδέσμους πέρα από τον αντιληπτό για εμάς χώρο και χρόνο. Ακόμα και ο Frazer στο βιβλίο του σημειώνει ότι οι ερμηνείες στους συμβολισμούς που δίνει δεν είναι απόλυτες και δίνει έμφαση στο γεγονός ότι το μέγιστο που μπορούμε να φιλοδοξούμε σε αυτά τα θέματα είναι να τα προσεγγίζουμε με ένα λογικό βαθμό πιθανότητας.

Παρόλο την πολυδιαστατικότητα των συμβόλων αυτά πάντα μιλούσαν και μιλούν σε εμάς μέσα από ένα σημείο επαφής μεταδίδοντας πληροφορίες, κάτι όμως που απαιτεί τον συντονισμό μεταξύ πομπού και δέκτη. Ο συντονισμός αυτός γίνεται γνωρίζοντας τα κλειδιά ή την γλώσσα που θα ξεκλειδώσει τους συμβολισμούς, ώστε να μπορέσουμε να τους προσεγγίσουμε, μία γλώσσα που αν και ξεχασμένη από εμάς είναι ικανή να μας κάνει να αντιληφθούμε την δύναμή τους.

Μία τέτοια κωδική γλώσσα ήταν και αυτή των αγαλμάτων στην αρχαιότητα, όπου όσοι την ήξεραν μπορούσαν να αντιληφθούν την λειτουργία των θείων δυνάμεων και να αντλήσουν γνώση και δύναμη. Εσφαλμένα, μάλλον καλύτερα εσκεμμένα η χριστιανική παράδοση προώθησε την εικόνα μίας ειδωλολατρικής αρχαιότητας, όπου τα αγάλματα κατασκευάστηκαν και λατρεύτηκαν για την ύλη από την οποία ήταν φτιαγμένα. Αυτά όλα ήταν συκοφαντίες προς το πρόσωπο της Ελληνικής θρησκείας και νομίζω ότι καταλαβαίνετε για ποιους λόγους.

Αντιθέτως, τα αγάλματα θεωρούνταν από τους αρχαίους Έλληνες ότι είναι υποδοχείς και δέκτες κοσμικής ενέργειας.

Ο Πορφύριος στο έργο του “Κατά Χριστιανών” αναφέρει ότι: “…Όποιος σέβεται τους Θεούς δεν τους ταυτίζει με το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένα τα αγάλματά τους.”

Την ίδια θέση ο Πορφύριος είχε την ευκαιρία να την αναπτύξει στο έργο το «Περί Αγαλμάτων». Δυστυχώς, όμως, το έργο του σώζεται αποσπασματικά μέσα στο κεφάλαιο «Περί της Φυσικής Θεολογίας των Ελλήνων» στο βιβλίο «Ευαγγελική Προπαρασκευή» του επισκόπου Καισαρείας Ευσεβίου Παμφίλου.

Φυσικά, όπως και με άλλα έργα της αρχαιότητας σκοπός των παραπομπών αυτών σε χριστιανικά βιβλία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά να αντικρουστούν και να απορριφθούν. Μέσα στην ατυχία, είμαστε τυχεροί που έστω και με αυτόν τον τρόπο σώθηκαν κάποια αποσπάσματα από το συγκεκριμένο έργο του Πορφυρίου, που πιθανότερα ο πλήρης τίτλος του πρέπει να ήταν «Περί της εξ Αγαλμάτων φυσιολογίας». Αξίζει να παραθέσουμε ένα σχετικό κομμάτι από την πρώτη παράγραφο του έργου σε μετάφραση:

«Θα απευθύνω τον λόγο μου σε όσους είναι θεμιτό, κλείστε τις θύρες στους βέβηλους, δεχόμενος αυτά τα νοήματα σοφίας του Θεολόγου [αναφέρεται στον Ορφέα], αναφέρομαι σε όσους υποδούλωσαν τον Θεό και τις δυνάμεις του Θεού, με σύμφυτες προς την αίσθηση εικόνες αποτυπώνοντας τα αόρατα σε ορατά δημιουργήματα, τα οποία σαν ένα είδος ανοικτών βιβλίων περιγράφουν τις βασικές γνώσεις για τους Θεούς σε όσους γνωρίζουν να τα διαβάζουν. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι αμαθέστατοι των ανθρώπων θεωρούν τα αγάλματα ξύλα και πέτρες, αφού και τα γράμματα έτσι τα θεωρούν οι ανόητοι, βλέποντας τις ενεπίγραφες στήλες σαν απλές πέτρες, τις πινακίδες σαν ξύλα και τα βιβλία σαν υφασμένο πάπυρο.»

Τα αρχαία Ελληνικά αγάλματα μιλούσαν μέσα στην ψυχή των ανθρώπων γεγονός που το δηλώνει και η ίδια η λέξη. Σύμφωνα με το Λεξικό του Ησύχιου από την Αλεξάνδρεια όπου, άγαλμα, είναι κάθε τι με το οποίο αγάλλεται κάποιος, δηλαδή κάτι που τον γεμίζει συναισθήματα χαράς, τον αναζωογονεί και τον εντυπωσιάζει. Η λέξη άγαλμα συναντάται για πρώτη φορά στα ομηρικά έπη και η αρχική της σημασία είναι «κόσμημα, στόλισμα, αφιέρωμα στους Θεούς.»

Ταυτόχρονα, όμως με αυτή την σημασία της υπήρχε και εκείνη του γλυπτού όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς σήμερα. Τους επόμενους αιώνες η χρήση της λέξης συνδέθηκε περισσότερο με τη λατρεία προς το Θείο και την σχέση του ανθρώπου με αυτό.

Οι αττικοί συγγραφείς και σοφιστές της δίνουν και την σημασία του «ομοιώματος» που προσφέρεται σε έναν Θεό. Κάποιοι, όπως ο ρήτορας Ισοκράτης διακρίνει τα αγάλματα από τις εικόνες, με τα πρώτα να αφορούν τα ομοιώματα των Θεών και τα δεύτερα τα ομοιώματα του ανθρώπου. Το περιεχόμενο, λοιπόν, της λέξης αποκτά μία πολυσημαντικότητα, η οποία συναντάται γραπτώς και στα αναθήματα που αφιέρωναν οι πιστοί στα ιερά. Η στερεότυπη φράση «ο/η τάδε με ανέθηκεν περικαλλές άγαλμα» βρίσκεται χαραγμένη σε κάθε μορφής ανάθημα είτε πρόκειται για άγαλμα είτε για ένα μικρό αγγείο αφού η λέξη άγαλμα σήμαινε οποιοδήποτε ήταν αντικείμενο θαυμασμού.

Σε κάποιες μάλιστα εξαιρετικές περιπτώσεις οι αρχαίοι πίστευαν ότι συγκεκριμένα αγάλματα ασύλληπτης ομορφιάς είχαν πέσει στην γη από τον ίδιο τον Δια, τα λεγόμενα διοπετή αγάλματα (κάτι αντίστοιχο με αυτό που αργότερα θα κλέψουν οι χριστιανοί και το βαφτίσουν σαν αχειροποίητες εικόνες ή «η τάδε εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης» κτλ.).

Τα αγάλματα αποτελούσαν το σημείο της ένωσης μεταξύ των Θεών και των ανθρώπων και ήταν αυτά που γεφύρωναν την επικοινωνία μεταξύ τους. Ήταν το μέσο της υπενθύμισης για τους πιστούς χωρίς να πιστεύουν ότι ο ίδιος ο Θεός ή μέρη του έχουν κλειστεί μέσα σε αυτό. Πάνω σε αυτό πάτησε αργότερα η χριστιανική εκκλησία μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Ιουλιανού και κατηγόρησε την παλαιά θρησκεία σαν ειδωλολατρική ισχυριζόμενη ότι μέσα στα αγάλματα κατοικούν δαίμονες.

Δεν είναι τυχαίο ότι έργα γλυπτικής τέχνης και έκφρασης δεν ενθαρρύνθηκαν από τους μετέπειτα σκοτεινούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά και κάθε εκδήλωση που αφορούσε την γλυπτική περιορίστηκε αποκλειστικά σχεδόν στην διακόσμηση των χριστιανικών εκκλησιών (κυρίως ξυλογλυπτική σε τέμπλα, άμβωνες, εικόνες κτλ.). Μεγάλη άνθιση και πάλι της γλυπτικής εμφανίστηκε στην Δ. Ευρώπη την Αναγέννηση μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο θαυμασμού για τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο, ενώ την ίδια περίοδο στην μεσαιωνική Ελλάδα τα πράγματα παρέμειναν στάσιμα.

Τα αγάλματα που κοσμούσαν τους αρχαίους ελληνικούς ναούς και ιερά, τις οικείες, τα δημόσια κτήρια, τα θέατρα, τους δρόμους δεν ήταν απλά και μόνο έργα τέχνης και επίσης, δεν κατασκευάστηκαν σαν αντικείμενα λατρείας. Αυτό που έκανε λειτουργικό έναν λατρευτικό χώρο ή ναό, εκεί δηλαδή που υπήρχε λατρεία του Θεού και λάμβανε ουσιαστικά χώρα σαν ένα δρώμενο δεν ήταν μπροστά στο άγαλμά του.

Ένας βράχος, ένα σπήλαιο ή ακόμα και μία πηγή μπορούσε να αποτελέσει χώρο λατρείας χωρίς την φυσική παρουσία ενός λατρευτικού αγάλματος. Βλέπετε, δυστυχώς, πολλές από τις εικόνες που έχουμε για την αρχαιότητα τις υιοθετούμε από την βιομηχανία του κινηματογράφου. Για να υπάρχει, λοιπόν, λατρεία ενός ή περισσοτέρων Θεών απαραίτητη ήταν η ύπαρξη βωμού προσφορών όπου εκεί γίνονταν και οι πράξεις λατρείας. Η παρουσία λατρευτικού αγάλματος είναι μεν συχνή, αλλά όχι απαραίτητη.

Σε άλλο διασωθέν απόσπασμα από το έργο του “Κατά Χριστιανών”, ο Πορφύριος συμπληρώνει τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα (απόσ. 76):

«Ότι οι πρόγονοι των Ελλήνων δημιούργησαν τους ναούς και τα αγάλματα που τους διακοσμούν για την διαρκή υπενθύμιση των Θεών (ὑπομνήσεως γὰρ ἕνεκα). Με αυτόν τον τρόπο επέτρεπαν στους παρευρισκομένους να ανάγονται στην έννοια του Θεού (εἰς ἔννοιαν γίνεσθαι τοῦ Θεού) και να ζητούν από αυτούς ό,τι έχουν ανάγκη μέσω προσευχής και ικεσίας.»

Σε αυτό το σημείο του κειμένου ο Πορφύριος προσπαθεί να διαχωρίσει την εικόνα/είδωλο/άγαλμα από την ίδια την έννοια του Θείου υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο αποτελεί ένα μέσο το οποίο χρησιμοποιεί ο πιστός για να αποδώσει τιμή στους Θεούς. Το μέσο αυτό δεν θα μπορούσε να έχει κάτι άλλο από ανθρωπομορφικό σχήμα γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος υπερέχει σε ομορφιά όλων των ζώων και ο ίδιος υποτίθεται ότι αποτελεί εικόνα του Θεού.

Ο Πορφύριος στο “Περί αγαλμάτων” αναφέρει ότι:

«Οι άνθρωποι αποτύπωσαν τους Θεούς με ανθρώπινη μορφή γιατί το Θείο είναι λογικό και τους απέδωσαν ωραιότητα γιατί το κάλλος σε εκείνους είναι άφθαρτο»

Ένας από τους εκπροσώπους του κινήματος της Δεύτερης Σοφιστικής, ο Δίων Χρυσόστομος εξηγεί γιατί η τέχνη της αγαλματοποιητικής επέλεξε την ανθρώπινη μορφή στο λόγο του Περί Βασιλείας (Α, 1.12):

«Τον νου και την φρόνηση αυτή καθαυτή δεν είναι ικανός να απεικονίσει κανένας, ούτε αγαλματοποιός, ούτε ζωγράφος διότι τέτοιες δυνάμεις είναι αόρατες και παντελώς άγνωστες σε όλους. Έτσι, καταφεύγουμε στο ανθρώπινο σώμα στο οποίο οτιδήποτε αποδίδουμε δεν υπονοείται απλώς, αλλά και αναγνωρίζεται. Και επειδή το θεωρούμε ως σκεύος φρονήσεως και λόγου το συνδέουμε με τον Θεό, λόγω ελλείψεως και απουσίας άλλου παραδείγματος αυτών, επιζητώντας να δείξουμε με το φανερό και απεικονιζόμενο το αφανές και το ανεικονικό, χρησιμοποιώντας το ανθρώπινο σώμα σαν σύμβολο δυνάμεων.»

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς με τον Πορφύριο έκαναν ιδιαίτερες μνείες στα έργα τους πάνω στο συγκεκριμένο θέμα για το τι είναι και τι απεικονίζει ένα άγαλμα στα μάτια του πιστού. Είναι μάλλον προφανές, ότι οι κινήσεις αυτές με σκοπό να δοθούν εξηγήσεις για μία παράδοση που ήταν ζωντανή εδώ και πολλούς αιώνες έχει άμεση σύνδεση με τον συκοφαντικό πόλεμο που δέχθηκε η αρχαία Ελληνική θρησκεία από τους εκπροσώπους της χριστιανικής εκκλησίας εκείνη την εποχή.

Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με τα έργα των Ελλήνων φιλοσόφων οι πιστοί που θυσιάζουν παρουσία αγαλμάτων των Θεών, δεν τιμούν ούτε θυσιάζουν στην ύλη από την οποία είναι φτιαγμένα, αλλά τιμούν τον Θεό και όχι το υποκείμενο του, δηλ. το ομοίωμά του. Σε καμία όμως περίπτωση δεν υπάρχει ταύτιση, όπως αργότερα υποστήριξαν οι χριστιανοί μεταξύ του Θείου και των εκδηλώσεών του, δηλ. αγαλμάτων. Και αυτό γιατί σύμφωνα με τον Πορφύριο τα αγάλματα είναι κάτι πολύ παραπέρα από το σχήμα που τα περιγράφει, είτε αυτό εκδηλώνεται με την πραγματική φυσιολογική τους στάση ή με την λεκτική τους περιγραφή.

Σκεφθείτε την παρακάτω αναλογία, για παράδειγμα, δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι οι ηλεκτρικές συσκευές (αγάλματα) δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα σημεία και τα σύμβολα του ηλεκτρικού ρεύματος (θείο). Το σωστό είναι να θεωρήσουμε, για παράδειγμα, μία ηλεκτρική κουζίνα σαν μία «προσδιορισμένη εκδήλωση (άγαλμα) του ηλεκτρικού ρεύματος (Θείου). Βασιζόμενοι στην παραπάνω αναλογία μπορούμε να πούμε ότι κάθε άγαλμα υπονοεί την ύπαρξη μίας ενέργειας (Θείον) που εκδηλώνεται στα μάτια μας σαν παραγόμενο έργο. Για να κατανοήσουμε αυτή την ενέργεια ή τους συμβολισμούς που είναι αποτυπωμένοι στην μορφή ενός αγάλματος χρειαζόμαστε κάποια λοιπόν κλειδιά.

Το έργο του Πορφυρίου “Περί Αγαλμάτων” είναι ολόκληρο αφιερωμένο σε αυτό το θέμα προσέγγισης των συμβολισμών που επικεντρώνονται κυρίως στο φυσιολογικό επίπεδο της αγαλματικής παράστασης (δηλ. στάση σώματος, μορφή, εξωτερικά χαρακτηριστικά). Το “Περί Αγαλμάτων” ανήκει σε μία συγγραφική παράδοση στην οποία βασίστηκαν αρκετοί φιλόσοφοι και συγγραφείς της αρχαιότητας ανάμεσά τους και Στωικοί, ο Πλούταρχος, ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς, και οι Νεοπλατωνικοί. Χρήση της ετυμολογίας των ονομάτων για να επεξηγήσει την φύση των Θεών συναντάται και στον Κρατύλο του Πλάτωνα και στο έργο Saturnalia του Μακρόβιου.

Στο έργο του ο Πορφύριος εξηγεί γιατί οι Θεοί και οι Θεές παίρνουν τις συγκεκριμένες μορφές στα αγάλματά τους και πώς τα ονόματά τους και οι συμβολισμοί είναι αλληγορικές αναφορές των Δυνάμεων της Φύσης και των κοσμικών αρχών του σύμπαντος. Στην ίδια παράδοση ανήκουν και τα έργα του Πλούταρχου “Περί Ίσιδος και Οσίριδος” και του Σαλλούστιου “Περί Θεών και Κόσμου”. Ας παραθέσουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το “Περί Αγαλμάτων” που αφορά τον συνήθη τρόπο του απεικονίζεται ο Δίας (αποσπ. 4):

«…το ομοίωμα του Διός το έπλασαν κατά την ανθρώπινη μορφή, διότι νους ήταν και σύμφωνα με αυτόν δημιουργούσε, ολοκληρώνοντας τα πάντα δια σπερματικών λόγων. Τον εμφανίζουν να κάθεται, υπαινισσόμενοι την σταθερότητα της δυνάμεώς του. Έχει γυμνό το πάνω μέρος του σώματός καθότι είναι φανερός στα νοερά και στα ουράνια μέρη του κόσμου, ενώ τα πρόσθια και κάτω μέρη είναι σκεπασμένα, καθότι είναι αφανής και απόκρυφος στα κάτω μέρη του κόσμου. Στο αριστερό χέρι έχει το σκήπτρο, καθόσον στην αριστερή πλευρά εδρεύει και λειτουργεί η καρδιά, που είναι το πιο ηγεμονικό και νοερό σπλάχνο όλων των μερών του σώματος αφού βασιλεύς του κόσμου είναι ο δημιουργικός νους. Στο δεξί χέρι φέρει είτε τον αετό, καθότι προΐσταται των Θεών του αέρος, όπως ο αετός που είναι μεταρσιωτικό* πτηνό, είτε άγαλμα νίκης, διότι αυτός ενίκησε τα πάντα.»

[*μετάρσιος: αυτός που είναι σηκωμένος ψηλά στον αέρα, ο μετέωρος.]

Από εκεί και πέρα η Κλίμακα των Ερμηνειών για τον καθένα είναι ανοικτή και όποιος ήθελε και ήταν έτοιμος να την βαδίσει το έκανε. Ο κάθε πιστός προσέδιδε σε κάθε Θεό τα ιδιαίτερα σύμβολά του τα οποία είχαν εννοιολογική συνάφεια και σχέση με τον απεικονιζόμενο Θεό. Θεωρούσαν, λοιπόν και οι αγαλματοποιοί, αλλά και οι πιστοί που πλησίαζαν ένα άγαλμα ότι τα σχήματα και οι μορφές συγκρατούν μέσα τους συγκεκριμένες ιδιότητες, οι οποίες αποτυπώνονται στο υλικό και για αυτό το κάθε άγαλμα περιβάλλεται από τα δικά του συγκεκριμένα σχήματα, δηλαδή εκείνο τον ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας. Μέσω αυτών των συμβόλων άρρητων και μη αποκαλύπτεται το Θείο σε αυτόν που προσεγγίζει το άγαλμα.

Στο έργο του Πρόκλου “Περί της Ιερατικής Τέχνης” (εκδ. Joseph Bidez: 149.20 κ.ε.) αναφέρεται ότι οι ιερείς χρησιμοποιούσαν επιπρόσθετα σύμβολα για να ενισχύσουν την επικοινωνία με το Θείο. Τα σύμβολα αυτά βασίζονταν στην δύναμη της αρχής της συμπάθειας, δηλαδή την χρήση ίδιων πραγμάτων που προκαλούν ίδια αποτελέσματα. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούσαν βότανα και φυτά που οι ιδιότητές τους είχαν τις ίδιες αντίστοιχες ιδιότητες με αυτές των Θεών.

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι πολύ γνωστό μαρμάρινο άγαλμα, του τέλους ελληνιστικής – αρχών ρωμαϊκής εποχής (περί το 150 – 50 π.κ.ε.), το οποίο βρέθηκε, την άνοιξη του 1820, σε αγροτική περιοχή της Μήλου. Το άγαλμα βρέθηκε σε πάνω από 6 χωριστά κομμάτια και κατέληξε ένα χρόνο αργότερα στο Μουσείο του Λούβρου, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα. Στο μουσείο της Μήλου υπάρχει πιστό αντίγραφό του, το οποίο έστειλε αργότερα ως δωρεά το Λούβρο. Η Αφροδίτη της Μήλου θεωρείται καταπληκτικό έργο της ελληνιστικής τέχνης, το οποίο συνδυάζει αρμονικά την γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα. Άλλοτε θεωρείτο έργο του Πραξιτέλη, σήμερα όμως είναι σαφές ότι ο δημιουργός της είναι άλλος ο Αγήσανδρος ή Αλέξανδρος της Αντιοχείας . Είναι σήμα κατατεθέν της Μήλου ή προσδιοριστικό στοιχείο του τουρισμού της και οπωσδήποτε ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα του Λούβρου.

Η Αφροδίτη της Μήλου είναι σκαλισμένη σε παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 2,02 μ. Χρονολογείται γύρω στο 150 – 50 π.κ.ε και παριστάνει την Αφροδίτη, παρότι αρχικά κάποιοι θεωρούσαν ότι μπορεί να παριστάνει την Αμφιτρίτη. Βρέθηκε ακρωτηριασμένη και εικάζεται πως η Θεά στο αριστερό της χέρι κρατούσε μήλο ή καθρέφτη ή ότι με τα δύο χέρια της κρατούσε την ασπίδα του Άρη. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι δεν έκανε τίποτε από αυτά και ότι ήταν έτοιμη να λουστεί. Για τα χέρια της υπάρχει ο μύθος ότι έσπασαν πάνω σε καβγά Γάλλων αρχαιολόγων και Ελλήνων κατά την κλοπή-μεταφορά του αγάλματος, αλλά αυτό δεν ευσταθεί γιατί το έργο είχε βρεθεί εξαρχής δίχως τα χέρια. Εκείνο που πιθανόν αληθεύει είναι ότι τμήματα των χεριών είχαν βρεθεί σε διάφορα σημεία και ότι το αριστερό κρατούσε μήλο, αλλά χάθηκε κατά την μεταφορά ή ότι επάνω στην συμπλοκή (η οποία όντως συνέβη για την απόκτησή της), κάποια από αυτά τα κομμάτια που συνόδευαν το γλυπτό (όπως το αριστερό χέρι) έπεσαν στην θάλασσα από τα βράχια και χάθηκαν για πάντα.

Σχέση Πομπού και Δέκτη, μία σχέση ενέργειας

Είδαμε ότι δινόταν πολύ μεγάλη προσοχή σε αυτόν τον φανερό ή μυστικό διάλογο μεταξύ του αγάλματος και του πιστού που ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό την σημασία που δίνουμε σήμερα στον τρόπο που εκλαμβάνουμε γενικότερα τα μηνύματα (οπτικά και μη). Σήμερα είμαστε συντονισμένοι να αντιλαμβανόμαστε μόνο την επιφανειακή όψη των πραγμάτων και τυφλά να εισπράττουμε τα μηνύματα των πομπών θεωρώντας τα απλά σαν εικόνες.

Σαν παθητικοί δέκτες απορροφάμε εικόνες χωρίς όμως να κάνουμε διάλογο μαζί τους και δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις θα έπρεπε να διακόψουμε κάθε επαφή μαζί τους, είτε οπτική είτε αυτή που γίνεται με την ψυχή μας. Γιατί ναι, οι εικόνες εξακολουθούν να μιλούν ακόμα και σήμερα, αλλά ποιος τις ακούει; Ακούει μόνο μία ανομοιογενή φασαρία και αναταραχή χάνοντας μέρα με την μέρα την ικανότητά της να εστιάζει στα επιμέρους σημεία, όπως εστίαζαν οι αρχαίοι Έλληνες στην θέα μίας εικόνας ή αγάλματος. Πόσο, λοιπόν, ακοίμητα είναι τα μάτια μας;

Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος είχε αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό την αξία και την λειτουργία των εικόνων που πολύ προσεκτικά επέλεγε για να ντύσουν την καθημερινότητά του. Ακόμα και ίσως άσχημες για την αισθητική μας εικόνες (άσχημες γιατί ξεχάσαμε την συμβολική τους γλώσσα) είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένες στον τόπο που θα τοποθετούνταν. Σκεφθείτε λίγο τι απεικονίζεται πολύ συχνά στις ασπίδες των αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών που τις βλέπουμε σε αγγεία.

Ήξεραν πολύ καλά, λοιπόν, τους τρόπους που τα αγάλματα είναι δέκτες και υποδοχείς ενέργειας και η τελική τους μορφή συντελούσε σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο ήταν λειτουργικά σε αυτό το κομμάτι. Το Λεξικό της Σούδας αναφέρει κάποιον Ηραΐσκο από την πόλη της Αλεξάνδρειας που περιγράφει την ανταλλαγή αυτής της ενέργειας. Λέει, λοιπόν τα εξής το αντίστοιχο λήμμα για τον Ηραΐσκο:

«Ο Ηραΐσκος εκ γενετής είχε την ικανότητα να διαισθάνεται τα ζώντα από τα μη ζώντα ιερά αγάλματα. Πράγματι, μόλις έστρεφε το βλέμμα του στο άγαλμα δεχόταν ένα κύμα ενθουσιασμού στην καρδιά και αναπηδούσε το σώμα και η ψυχή του, σαν να καταλαμβανόταν από Θεία ενέργεια. Εάν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το άγαλμα εκείνο ήταν άψυχο και άμοιρο θείας επίπνοιας.»

Τα αγάλματα σαν πρότυπα ομορφιάς και ευγονικής

Ο πρωτοπόρος για την εποχή του (3ος αι. π.κ.ε.) ιατρός Ηρόφιλος από την Αλεξάνδρεια υποστήριζε ότι η αίσθηση της όρασης λειτουργεί ως εξής: το «εσωτερικό πνεύμα» που βρίσκεται στο μάτι είναι αυτό που συλλαμβάνει τις εικόνες. Πάνω, λοιπόν, στο πνεύμα αποτυπώνεται το οποιοδήποτε αντικείμενο είναι ορατό και το πνεύμα το μεταφέρει στα νεύρα σαν πληροφορία και εκείνα με την σειρά τους την αποτυπώνουν στην ψυχή εκείνου που βλέπει. Ακόμα και αν σήμερα η επιστήμη διαφωνεί με τον Ηρόφιλο βλέπετε πόσο σημαντικό ήταν για τους αρχαίους ποια εικόνα με την μορφή ενέργειας, σκεπτομορφής ή ενθουσιασμού θα φόρτιζε την ψυχή τους μέσω της όρασης. Θυμηθείτε και πάλι τι σημαίνει άγαλμα.

Η παράδοση λέει ότι όταν η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της, παραδέχθηκε ότι γεννήθηκε με έναν τόσο άθλιο χαρακτήρα που την οδήγησε σε αυτήν την πράξη, γιατί όταν εκείνη ήταν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας της, η μητέρα της δεν φρόντισε να περιτριγυρίζεται από περικαλλή αγάλματα. Η άποψη ότι τα χαρακτηριστικά των παιδιών προσδιορίζονται από τις σκέψεις των γονέων τους, κυρίως από την μητέρα την στιγμή της σύλληψής τους ήταν αρκετά διαδεδομένη.

Ο προ-σωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου συχνά γυναίκες που κυοφορούαν ερωτεύονταν αγάλματα και αργότερα έφερναν στον κόσμο απογόνους που έμοιαζαν στο αντικείμενο του πόθου τους. Ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά(4.8) αναφέρει ότι από ένα ζευγάρι γονέων που ήταν και οι δύο μαύροι ήρθε στον κόσμο ένα λευκό κοριτσάκι. Η ίδια η μητέρα ομολογεί ότι την στιγμή της σύλληψής της κοιτούσε μία εικόνα όπου απεικόνιζε μία ερωτική σκηνή με την Ανδρομέδα γυμνή και τον Περσέα.

Για να μην υπάρχουν ανάλογες περιπλοκές, ο Γαληνός απαγόρευε την ύπαρξη ζωγραφικών πινάκων στα υπνοδωμάτια γιατί μπορεί η σύλληψη να έχει ως αποτέλεσμα μία τερατογένεση, αφού υπάρχει η πιθανότητα η φαντασία της μητέρας να διεγερθεί από μία μη πρέπουσα εικόνα. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης συμβούλευε (Πολιτικά, 7.18) τις μητέρες να κρατούν το πνεύμα τους όσο πιο ήσυχο γίνεται.

Έτσι, λοιπόν, ένας άλλος σπουδαίος ιατρός του 2ου αιώνα μ.κ.ε. ο Σωρανός από την Έφεσο υπογραμμίζει ότι η ποιοτική κατάσταση της ψυχής την ώρα της συνουσίας επιφέρει μεταβολές στα παιδιά που θα ενδέχεται να γεννηθούν. Συμβουλεύει τις μητέρες ότι για να αποφύγουν την γέννηση ενός άσχημου παιδιού εξαιτίας των αλλόκοτων φαντασιών της ψυχής, όταν αυτή βρίσκεται υπό την επήρεια οποιασδήποτε μέθης, καλό θα ήταν να είναι νηφάλιες την ώρα της ερωτικής συνουσίας γιατί,

«…Η ομοιότητα των γεννηθέντων τέκνων προς τις μητέρες τους αφορά όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην ψυχή» (Γυναικείων Α, 1.39).

Οι άσχημες ή μη πρέπουσες εικόνες στην συγκεκριμένη περίπτωση της σύλληψης έχουν μεγάλη σημασία για τον Σωρανό καθώς αναφέρει ότι κάποιες γυναίκες κατά την διάρκεια της συνουσίας τους έβλεπαν πιθήκους και γέννησαν παιδιά πιθηκόμορφα. Σε αντιπαράθεση αυτού, συνεχίζει ο Σωρανός, ο κυβερνήτης των Κυπρίων αν και ήταν άσχημος, όταν πλησίαζε ερωτικά την σύζυγό του την υποχρέωνε να βλέπει όμορφα αγάλματα, με αποτέλεσμα να γίνει πατέρας όμορφων παιδιών. Ακόμα και στην περίοδο που ζευγαρώνουν τα άλογα, εκείνοι που τα εκτρέφουν κρατούν μπροστά στα θηλυκά για να τα βλέπουν αρσενικά άλογα ευγενικής καταγωγής.

Αν όλα αυτά σας φαίνονται υπερβολικά ρίξτε μία ματιά γύρω σας και κοιτάξτε τι από όλα αυτά που έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο χέρι σας δημιουργεί αγαλλίαση και μιλάει στην καρδιά σας; Αν δεν βρείτε τίποτα, κοιτάξτε τις εικόνες, τα γλυπτά και τα αγάλματα που κοσμούν το περιβάλλον σας. Κοιτάξτε τις εικόνες και τους ήχους που μας πλημμυρίζουν καθημερινά. Όλα αυτά μας μιλάνε, ακόμα και αν δεν τα ακούμε και αποτυπώνουν τις κακέκτυπες τους μορφές στην ψυχή μας.

Είναι σε έναν μονόλογο μαζί μας γιατί συντονίζονται σε αυτή την συχνότητα της παράδοσης άνευ όρων. Μην αναρωτιέστε γιατί πάμε όπως πάμε κατά διαόλου σήμερα. Αν σας ενοχλούν αυτά που «κοσμούν» τους χώρους που ζείτε και εργάζεστε μην τα κοιτάτε παθητικά. Είπαμε… είναι πομποί, αλλά και δέκτες και ας δούμε με ένα πολύ όμορφο κομμάτι από την εισαγωγή της του σχολιαστή της Ελληνικής έκδοσης του Περί Αγαλμάτων (εκδ. Ηλιοτρόπιον):

«Αν θέλαμε να διακρίνουμε αδρομερώς την ανθρωπότητα, θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να πούμε ότι διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: Σε αυτούς που φτιάχνουν αγάλματα, σε αυτούς που τα καταστρέφουν και στο επαμφοτερίζον πλήθος. Με άλλα λόγια: στους Δημιουργούς, τους Καταστροφείς και τους Αδιάφορους. Το επαμφοτερίζον πλήθος είναι που κάνει τη ζυγαριά να γέρνει πότε από τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. Δημιουργικότητα και καταστροφικότητα φαίνεται πως έχουν κοινή ενεργειακή βάση, αλλά εντελώς διαφορετική πορεία. Η πρώτη είναι δρόμος, ενώ η δεύτερη σύνδρομο. Συχνά η ανικανότητα προς δημιουργία «δημιουργεί» ικανότητα προς καταστροφή.»

Η Τέχνη, της Τέχνης για την διαμόρφωση της Πνευματικότητας, είναι τεράστιος, επειδή ακριβώς επιφέρει την ισορροπία των ψυχικών δυνάμεων και βάσει αυτού, επέρχεται και ισορροπία του πολιτισμού, εφ’ όσον μειώνεται στο ελάχιστο η καταδυνάστευση από μονοκρατορικές δυνάμεις και γιατί το ωραίο που συνεισφέρει η τέχνη, αφαιρεί τις αιχμές από την σκληρή πραγματικότητα.

Η Τέχνη επιβάλλεται να παριστάνει ωραία πράγματα, παρά ίσως ανατριχιαστικά, όπως συμβαίνει με τα εκτρώματα που παρουσιάζονται ως “τέχνη” και εμβολιάζουν τους ανθρώπους με το μικρόβιο του κακού, το οποίο παρασταίνεται ακριβώς για να αποκτήσει ανοσία ο οργανισμός του και να μην ρυμουλκηθεί ποτέ, σε τέτοιες ή παρόμοιες καταστάσεις. Χαρά στον άνθρωπο και στην κοινωνία, που έχουν, όχι τυπική, αλλά ζωτική σχέση με την Τέχνη. Αυτοί μπορούν να είναι βέβαιοι ότι και οι δυσκολότερες στιγμές τους μπορούν να γίνουν τραγούδι, χορός, χειροτέχνημα.

Ότι και να καταλαβαίνει ο καθένας, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του πάντα οι συμβολισμοί έχουν και ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ. Αυτό επιλέγει να το ξεχνάει ο άνθρωπος που κοιτάει την δουλειά – δουλεία του.

Το έργο του Πορφυρίου αν και είχε την ίδια τύχη με τα ακρωτηριασμένα αγάλματα, συνεχίζει να μιλάει μέσα από τους ακρωτηριασμένους του βραχίονες, ίσως γιατί αυτά που λέει δεν κατοικούσαν πότε πίσω από τις γραμμένες από χέρι λέξεις.

Τα αγάλματα, ιδίως αυτά των Θεών, αποτυπώνουν μιά ξεχασμένη σήμερα σε μάς μυστηριακή «γλώσσα του σώματος», ή οποία μετέδιδε πληροφορίες κατευθείαν στο υποσυνείδητο αυτού πού τα έθεάτο. Για κάποιον πού γνωρίζει την «άγαλματική γραφή», υπάρχει ή δυνατότητα να αντλήσει μυστηριακές γνώσεις καί πληροφορίες υψίστης σημασίας.

Αυτός είναι, έξαλλου, και ο υποκρυπτόμενος λόγος της καταστροφικής μανίας πού εξαπολύθηκε εναντίον τους, στόχος ήταν ή καταστροφή της μυστηριακής γνώσης.

Το έργο «Περί Αγαλμάτων» του Πορφυρίου είχε κι αυτό την τύχη των αρχαίων αγαλμάτων διασώθηκε ακρωτηριασμένο, με κομμένους βραχίονες, τεμαχισμένο εις χείρας ενός έκ των πρωταιτίων της μεγάλης καταστροφής… Έτσι, «πορφυρωμένο» από τα «αίματα της αγάπης», κατά την έκφραση του Ελύτη, μάς παραδόθηκε καί αυτό το κείμενο…

Ας ακούσουμε τον Πορφύριο, πού η γεμάτη ευγένεια καί σαφήνεια φωνή του φιμώθηκε για αιώνες, κάτω από τα μελανά πέπλα τής σιωπής, του σκοταδισμού και του φόβου. Ας μην ξεχνάμε πώς, όταν μιλάμε για τα έργα του, μιλάμε για απαγορευμένα βιβλία.

Eckhart Tolle: H συνήθεια του παραπόνου

Τίποτα δεν είναι προσωπικό. Ο κάθε άνθρωπος συμπεριφέρεται σύμφωνα με το επίπεδο της συνειδητότητάς του. Όταν λες “ο τάδε μου έκανε αυτό” δεν σημαίνει ότι ο άλλος απηύθυνε σε σένα προσωπικά αυτό που έκανε. Αλλά μερικοί άνθρωποι τα κάνουν όλα προσωπικά.

Για παράδειγμα, εκεί που οδηγείς το αυτοκίνητό σου μπαίνει κάποιος μπροστά σου και σου κλείνει το δρόμο. Γιατί να το πάρεις προσωπικά; Ο άλλος δεν σε ξέρει καν. Το Εγώ όμως θα ερμηνεύσει την κατάσταση και θα πει “αυτός μου έκλεισε τον δρόμο, εμένα”, ενώ ο άλλος οδηγεί πάντα έτσι.

Στο Εγώ αρέσει πολύ να παραπονιέται και να λέει “οι άλλοι μου έκαναν αυτό κι αυτό”. Και όσο περισσότερο παραπονιέσαι για το τι σου έκαναν οι άλλοι, τόσο περισσότερο δυναμώνει το “μου (έκαναν)”, δηλαδή το Εγώ. Αυτός ο μηχανισμός είναι ασυνείδητος.

Οι αφορμές μπορεί να είναι πολλές και διάφορες, αλλά το Εγώ ερμηνεύει πάντα τα πράγματα σαν να μην είναι ικανοί οι άλλοι να μας ικανοποιήσουν -είτε κάνουν κάτι που δεν έπρεπε, είτε δεν κάνουν κάτι που έπρεπε, αλλά πάντα σε σχέση με “εμένα”. Γι’ αυτό το Εγώ λατρεύει να παραπονιέται για διάφορα πράγματα που κάνουν οι άλλοι. Και όσο περισσότερο παραπονιέται, τόσο αυξάνεται μέσα μας η αίσθηση ότι εμείς είμαστε οι σωστοί και οι άλλοι λάθος.

Ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που μας δίνουν αφορμές να παραπονιόμαστε. Και η ζωή το κάνει αυτό, όχι για να σου σπάσει τα νεύρα, αλλά για να σε κάνει πιο συνειδητό. Δεν είναι ότι κάποιο κακό δαιμόνιο έβαλε τους ανθρώπους αυτούς γύρω σου για να σε κάνουν δυστυχισμένο.

Οι προσδοκίες σου να συμπεριφέρονται οι άλλοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο είναι που σε κάνει δυστυχισμένο.

Πρέπει όμως να “πιάσεις” τον εαυτό σου να παραπονιέται για τους άλλους τη στιγμή που το κάνεις για να εξέλθεις από αυτό το μοτίβο. Το Εγώ τότε θα νιώσει ότι δεν το τάισες ‐και όντως αυτό συμβαίνει‐ και θα αισθανθεί σαν να συρρικνώνεται. “Αν δεν παραπονεθώ”, θα έλεγε το Εγώ, “θα γίνω μικρότερο και λιγότερο”, γιατί κάθε φορά που παραπονιέσαι το Εγώ σου φουσκώνει και αισθάνεσαι ότι γίνεσαι “περισσότερος”.

Και όσο πιο συναισθηματικά φορτισμένο είναι το παράπονο, τόσο πιο πολύ αισθάνεσαι να φουσκώνεις σαν μπαλόνι. Και πολλές φορές ο θυμός μπορεί να συνοδεύει το παράπονο. Μπορείς λοιπόν να εξασκηθείς στο να μην παραπονιέσαι. Στην αρχή θα σου φανεί σαν να λείπει κάτι από τη ζωή σου, αλλά μετά θα νιώσεις μια γαλήνη μέσα σου.

Βέβαια, τώρα πολλοί θα αναρωτηθούν “πρέπει να αφήνω τους άλλους να με εκμεταλλεύονται και να με κάνουν ό,τι θέλουν;”. Φυσικά και όχι. Αν χρειαστεί να πεις κάτι στον άλλον θα το πεις, αλλά χωρίς παράπονο. Ας πούμε ότι περιμένεις κάποιον τεχνικό να έρθει στο σπίτι σου για να επιδιορθώσει μια βλάβη. Τον παίρνεις μια φορά τηλέφωνο, σου λέει ότι θα έρθει την τάδε ώρα και δεν έρχεται. Μετά μπορείς να τον πάρεις τηλέφωνο και να του πεις “σε περίμενα να έρθεις αλλά δεν ήρθες, θα πάρω κάποιον άλλον, ευχαριστώ που με άκουσες”. Αν του παραπονεθείς δεν θα τον βοηθήσεις. Δεν θα τον κάνεις πιο συνειδητό. Και το μόνο “όφελος” που θα έχεις εσύ από το παράπονο είναι ότι θα δυναμώσεις την ταύτισή σου με τον ψεύτικο εαυτό σου.

Μπορείς να είσαι πραγματικά ευγνώμων για όλους αυτούς τους ανθρώπους που σε κάνουν πιο συνειδητό. Όταν συνειδητοποιείς ότι παραπονιέσαι μπορείς να παρατηρείς τον νου σου, να στρέφεις την προσοχή σου μέσα σου, και να εξετάζεις αν υπάρχει κάποιο όφελος από αυτές τις σκέψεις. Δηλαδή, ακόμα και αν δεν εκφράζεις ανοιχτά κάποιο παράπονο, δες αν ο νους σου συνεχίζει να παραπονιέται κάνοντας τις αντίστοιχες σκέψεις. Γιατί μπορεί να μην το λες, αλλά να το σκέφτεσαι.

Αν εντοπίσεις τέτοιες σκέψεις, αναρωτήσου αν σε κάνουν πιο ευτυχισμένο ή πιο χαρούμενο, ή αν η ζωή σου θα ήταν καλύτερη και πιο ανάλαφρη χωρίς αυτές.

Οι 3 εγκέφαλοί μας

Οι νευροεπιστήμονες μέσα από διάφορες έρευνες έχουν καταφέρει να αποδείξουν ότι ο νους είναι ο εγκέφαλος σε λειτουργία. Αυτό σημαίνει ότι αυτό που είμαστε κι ο τρόπος που σκεφτόμαστε, είναι όλες οι πληροφορίες που συλλέξαμε κι αποθηκεύσαμε στη μνήμη μας, ύστερα από την επεξεργασία που έκανε ο εγκέφαλός μας. Κάθε φορά που μαθαίνουμε κάτι νέο ο εγκέφαλός μας αλλάζει ανατομικά, που σημαίνει ότι ανάλογα με τις εμπειρίες μας και τις γνώσεις μας κρίνεται η δομή του κι ο τρόπος που δουλεύει το κάθε τι μέσα του.

Η θεωρία του τρισυπόστατου εγκεφάλου (Triune brain), είναι αυτό που με απλά λόγια λέμε «οι 3 εγκέφαλοί μας», καθένας εκ των οποίων έχει τη δική του δουλίτσα μέσα στο κεφάλι μας. Στην ουσία έχουμε ένα και μοναδικό μυαλό, το οποίο όμως με βάση τη θεωρία αυτή αποτελείται από τρία διαφορετικά κομμάτια: τον νεοφλοιό (neocortex), το μεταιχμιακό σύστημα (limbic brain), και το reptilian (=ερπετικό) brain (basal gaglia). Και τώρα, επειδή το παρακάναμε με τις επιστημονικές ορολογίες, ας μιλήσουμε λιγάκι πιο απλά. Γενικεύοντας τη θεωρία αυτή λοιπόν συμπεραίνουμε ότι το ένα κομμάτι του εγκεφάλου μας είναι εκείνο που αφορά την απόκτηση των γνώσεων, το δεύτερο είναι εκείνο που επεξεργάζεται τη γνώση, και το τρίτο αυτό το οποίο μας κάνει να θυμόμαστε τη γνώση βάζοντάς τη στη ζωή μας.

1. Σκέφτομαι

Το neocortex brain είναι το μέρος του εγκεφάλου το οποίο ενεργοποιείται όταν κάνουμε σκέψεις. Συλλέγει τις πληροφορίες που μας δίνει το περιβάλλον γύρω μας κι όταν αυτές αποθηκεύονται, γίνονται γνώσεις. Αυτό είναι το κομμάτι που ευθύνεται για το ότι ξέρουμε να μιλάμε τη μητρική μας ή άλλες γλώσσες, για το ότι ξέρουμε μαθηματικά, γεωγραφία, γενικότερα για όσα μάθαμε διανύοντας τη ζωή μας. Είναι επίσης το κομμάτι που μας βοηθάει ν’ αντιλαμβανόμαστε -δηλαδή να επεξεργαζόμαστε- όσα βλέπουμε, ακούμε, νιώθουμε τα δεύτερα πριν κάνουμε μια σκέψη.

2. Πράττω

Γνωρίζουμε ήδη ότι πριν γίνει μια πράξη, γίνεται μια σκέψη η οποία προκύπτει μέσα από δουλειά του εγκεφάλου. Ωστόσο, η συμπεριφορά του καθενός μας, ο χαρακτήρας μας κι ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα είναι πράγματα που μας οδηγούν σε πράξεις επίσης, πράγματα τα οποία έχουμε μακροπρόθεσμα, που προέκυψαν από το μυαλό μας- από το μεταιχμιακό σύστημά του συγκεκριμένα. Ειδικότερα, το μεταιχμιακό σύστημα είναι αυτό που ελέγχει τη συμπεριφορά μας, αφού πρώτα επεξεργαστεί τις γνώσεις και τις σκέψεις μας. Συνεπώς, το neocortex λαμβάνει την πληροφορία και το limbic αποφασίζει αν θα υιοθετήσουμε την πληροφορία αυτή στη ζωή μας, αν τελικά δηλαδή την κάνουμε κομμάτι μας.

3. Είμαι

Το reptilian brain είναι το κομμάτι του μυαλού μας που είναι υπεύθυνο για τις συνήθειές μας, η συμπεριφορά μας δηλαδή που υπάρχει ασυνείδητα. Είναι αυτό που αποτελείται από όλα μας τα ένστικτα και τις παρορμήσεις και το χρησιμοποιούμε όταν κάνουμε πράξεις χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, κυρίως γιατί απλά έχουμε την ώθηση. Επειδή όμως δεν υπάρχει πράξη χωρίς σκέψη, αυτό που στην πραγματικότητα κάνουμε, μ’ αυτό το μέρος ενεργοποιημένο, είναι ότι χρησιμοποιώντας τη σκέψη-γνώση για την οποία δούλεψαν τα άλλα δύο κομμάτια, δρούμε με τη μνήμη έστω κι ασυνείδητα. Θυμόμαστε, δρούμε άρα υπάρχουμε.

Αόρατη επίδραση

Όλοι νομίζουμε πως είμαστε μοναδικοί μέσα σ’ ένα κοπάδι από πρόβατα. Το κατά πόσον όμως είμαστε όντως μοναδικοί ή όχι, αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

Το προπτυχιακό μάθημα Ψυχολογίας της Προσωπικότητας του καθηγητή Ρίτσαρντ Μόρλαντ στο Πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ έμοιαζε μ’ ένα από τα πολλά μαθήματα που μπορεί να έχετε παρακολουθήσει στο πανεπιστήμιο. Οι διαλέξεις γίνονταν σε ένα μεγάλο αμφιθέατρο που είχε σχήμα βεντάλιας και καθίσματα αθλητικού σταδίου. Ο χώρος είχε περίπου διακόσιες θέσεις, οι οποίες γέμιζαν κυρίως από πρωτοετείς και δευτεροετείς φοιτητές, μαζί με λίγους τριτοετείς και τελειόφοιτους. Οι μισοί περίπου από τους φοιτητές ήταν άντρες, οι μισές γυναίκες, ενώ υπήρχε και η συνήθης ποικιλία από αθλητές και σπασίκλες, χασομέρηδες και καπάτσους

Στα μαθήματα ψυχολογίας δίνεται συχνά η δυνατότητα να πάρει κάποιος επιπλέον βαθμό για τη συμμετοχή του σε ακαδημαϊκή έρευνα – και το μάθημα του καθηγητή Μόρλαντ δεν διέφερε σ’ αυτό. Στο τέλος του εξαμήνου οι φοιτητές ρωτήθηκαν αν θα ήθελαν να συμπληρώσουν ένα σύντομο ερωτηματολόγιο. Οι περισσότεροι δέχτηκαν

Το ερωτηματολόγιο ήταν απλό. Οι φοιτητές, άντρες και γυναίκες, είδαν τις φωτογραφίες τεσσάρων γυναικών (Α, Β, Γ και Δ) και τους ζητήθηκε να απαντήσουν σε μερικές ερωτήσεις για καθεμία από αυτές. Πόσο ελκυστική έβρισκαν κάθε γυναίκα; Πίστευαν πως η παρέα της θα ήταν ευχάριστη; Θα ήθελαν να γίνουν φίλοι μαζί της;

Καμία από τις τέσσερις γυναίκες δεν είχε κάτι ξεχωριστό. Όλες τους έμοιαζαν με κλασικές φοιτήτριες πανεπιστημίου. Ήταν περίπου στην ίδια ηλικία, φορούσαν απλά ρούχα και είχαν την εμφάνιση οποιασδήποτε κοπέλας θα μπορούσε να κάθεται στη διπλανή σου θέση καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου.

Πράγμα που είχε όντως συμβεί. Εν αγνοία τους, οι φοιτητές του μαθήματος του καθηγητή Μόρλαντ είχαν συμμετάσχει σε ένα σύνθετο πείραμα

Καθ’ όλη τη διάρκεια του εξαμήνου οι γυναίκες των οποίων οι φωτογραφίες είχαν χρησιμοποιηθεί στην έρευνα προσποιούνταν ότι ήταν φοιτήτριες του μαθήματος. Έφταναν λίγα λεπτά προτού ξεκινήσει η διάλεξη, περπατούσαν αργά προς το μπροστινό μέρος της αίθουσας και κάθονταν σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορούν να τις δουν οι περισσότεροι συμφοιτητές τους. Κατά τη διάρκεια των διαλέξεων παρέμεναν ήσυχες, άκουγαν και κρατούσαν σημειώσεις. Όταν οι διαλέξεις τελείωναν, μάζευαν τα πράγματά τους και έφευγαν από την αίθουσα μαζί με τους υπόλοιπους. Εκτός από το ότι δεν είχαν εγγραφεί στο μάθημα, σε ελάχιστα διέφεραν από τους υπόλοιπους φοιτητές.

Υπήρχε όμως μία σημαντική λεπτομέρεια. Κάθε γυναίκα παρακολούθησε διαφορετικό αριθμό μαθημάτων. Η τάξη του καθηγητή Μόρλαντ έκανε σαράντα μαθήματα κατά τη διάρκεια του εξαμήνου. Η Γυναίκα Α δεν εμφανίστηκε σε κανένα μάθημα, η Γυναίκα Β εμφανίστηκε σε πέντε μαθήματα, η Γυναίκα Γ σε δέκα και η Γυναίκα Δ σε δεκαπέντε.

Είναι αυτονόητο πως κάθε άνθρωπος ελκύεται από διαφορετικά στοιχεία. Κάποιοι προτιμούν τις ξανθές, άλλοι τις μελαχρινές. Κάποιες γυναίκες θέλουν τους άντρες τους ψηλούς, μελαχρινούς και ελκυστικούς, ενώ άλλες έχουν διαφορετικές προτιμήσεις (να και μια καλή είδηση για τους κοντούς, χλομούς και λιγότερο όμορφους από εμάς).

Δεν μας εκπλήσσει καθόλου, λοιπόν, το ότι οι διάφοροι φοιτητές είδαν με διαφορετικό τρόπο τις διάφορες γυναίκες. Κάποιοι βρήκαν κούκλα τη Γυναίκα Α, άλλοι προτίμησαν τη Γυναίκα Γ. Σε κάποιους άρεσαν τα μάτια της Γυναίκας B, άλλοι βρήκαν πιο ελκυστική τη Γυναίκα Δ. Όμως, παρά τις όποιες ιδιοσυγκρασιακές προτιμήσεις, υπήρξε ένα χαρακτηριστικό μοτίβο. Οι γυναίκες που είχαν εμφανιστεί στο μάθημα περισσότερες φορές θεωρήθηκαν πιο ελκυστικές. Η γυναίκα που είχε εμφανιστεί σε δεκαπέντε μαθήματα θεωρήθηκε περισσότερο ελκυστική από αυτήν που είχε εμφανιστεί σε δέκα· η οποία με τη σειρά της θεωρήθηκε ελκυστικότερη από τη γυναίκα που είχε εμφανιστεί σε πέντε, και πάει λέγοντας. Όσο συχνότερα βλέπουμε κάποιον τόσο περισσότερο μας αρέσει

Πιθανόν να αναρωτιέστε μήπως η γυναίκα που εμφανίστηκε σε δεκαπέντε μαθήματα ήταν απλώς πιο εμφανίσιμη. Μπορεί δηλαδή να ήταν εκ φύσεως πιο ελκυστική. Κάτι τέτοιο όμως δεν ίσχυε. Οι φοιτητές που δεν είχαν παρακολουθήσει το μάθημα βρήκαν όλες τις γυναίκες εξίσου ελκυστικές. Απουσία του διαφορετικού βαθμού έκθεσης σε αυτές, οι τέσσερις γυναίκες έμοιαζαν μεταξύ τους.

Μήπως οι φοιτητές είχαν γνωριστεί καλύτερα με τις γυναίκες που είχαν παρακολουθήσει περισσότερες φορές το μάθημα; Η απάντηση είναι και πάλι αρνητική. Μολονότι οι γυναίκες αυτές παρακολουθούσαν το μάθημα, δεν είχαν ποτέ αλληλεπιδράσει, με λεκτικό ή μη λεκτικό τρόπο, με κανέναν από τους φοιτητές.

Στους φοιτητές άρεσαν περισσότερο κάποιες από τις γυναίκες επειδή τις είχαν δει περισσότερες φορές. Οι φοιτητές βρήκαν περισσότερο ελκυστικές και εκδήλωσαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον να γνωρίσουν όσες γυναίκες είχαν πιο συχνή παρουσία στο μάθημα – μόνο και μόνο δηλαδή επειδή είχαν δει τις συγκεκριμένες γυναίκες λίγο περισσότερες φορές

Ίσως η ιδέα ότι η απλή έκθεση ενισχύει την προτίμηση να μοιάζει αρχικά παράδοξη, εντούτοις έχει καταδειχθεί από εκατοντάδες πειράματα. Είτε πρόκειται για πρόσωπα στην επετηρίδα του πανεπιστημίου, είτε για διαφημιστικά μηνύματα, είτε για κατασκευασμένες λέξεις, φρουτοχυμούς, ακόμα και κτήρια, όσο περισσότερο οι άνθρωποι βλέπουν κάτι τόσο περισσότερο αυτό τούς αρέσει. Η εξοικείωση οδηγεί σε αρέσκεια.

Κι ενώ ήδη είναι από μόνη της προκλητική η ιδέα πως όταν βλέπουμε κάτι συχνότερα το προτιμάμε και περισσότερο, υπάρχει άλλη μια πτυχή της απλής έκθεσης που την κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: έχουμε απόλυτη άγνοια ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Όταν οι φοιτητές στο μάθημα του Μόρλαντ ρωτήθηκαν αν είχαν δει προηγουμένως κάποια από τις γυναίκες, σχεδόν κανένας απ’ αυτούς δεν συνειδητοποίησε πως πράγματι τις είχε δει. Αν μάλιστα κάποιος ρωτούσε τους φοιτητές κατά πόσον η άποψή τους καθορίστηκε από το γεγονός ότι είχαν δει τις συγκεκριμένες γυναίκες περισσότερες φορές, οι φοιτητές θα τον κοιτούσαν σαν τρελό.Φυσικά και όχι, θα έλεγαν. Γιατί να μου φαίνεται κάποια γυναίκα περισσότερο ελκυστική μόνο και μόνο επειδή την είδα λίγες φορές παραπάνω; Κι όμως, αυτό συνέβαινε.

Διότι, είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, είμαστε όλοι μας φοιτητές στο μάθημα του Μόρλαντ. Υποτιμούμε τον αντίκτυπο της κοινωνικής επίδρασης στη συμπεριφορά μας μόνο και μόνο γιατί δεν συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει. Όταν αναζητούμε ενδείξεις για το ότι η κοινωνική επίδραση διαμόρφωσε τη συμπεριφορά μας, συχνά δεν βρίσκουμε ούτε μία. Δεν έχουμε επίγνωση ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεαζόμαστε, ως εκ τούτου υποθέτουμε πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη· ωστόσο, η έλλειψη επίγνωσης της επίδρασης δεν σημαίνει πως αυτή δεν υπάρχει.

Ο Αφοπλισμός του Συνειδητού Νου

Ο συνειδητός νους, το Λερναιοκέφαλο τέρας με τα 5.000 κεφάλια, το “Εγώ”, είναι ένας χαοτικός στρόβιλος από σκέψεις, εικόνες, μνήμες, συναισθήματα, αλληλοσυγκρουόμενες επιθυμίες κι αμφιβολίες, ανεκπλήρωτα όνειρα και φοβίες, αντιφάσεις και παρανοϊκότητες. Είναι ανίκανος ο συνειδητός νους, να συγκεντρώσει την προσοχή του καθαρά και απόλυτα σε ένα μοναδικό αντικείμενο, έστω και για ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου, χωρίς να παρεμβάλλουν δευτερεύουσες σκέψεις, που αρχίζουν να την νοθεύουν και να την παρασύρουν σε έναν μεγαλύτερο εσωτερικό μονόλογο. Συμβολίζεται, πολύ σωστά, με μια μαϊμού που πηδάει ασταμάτητα από κλαδί σε κλαδί. Αν δεν το πιστεύετε αυτό, τότε δοκιμάστε να συγκεντρώσετε την προσοχή της συνείδησης σας στην τελεία που βρίσκεται στο τέλος αυτής της πρότασης, χωρίς να εμπλακείτε σε καμία άλλη μορφή σκέψης, αλλά και χωρίς την ίδια την σκέψη για την τελεία.

Ο συνειδητός νους, το “εγώ”, είναι απασχολημένος σε μόνιμη βάση, σε έναν ατέρμονο εσωτερικό μονόλογο, κι αυτό δίνει όλον τον χώρο και τον χρόνο στον υποσυνείδητο νου να δουλέψει ανενόχλητος, φτιάχνοντας έναν υπόγειο λαβύρινθο κάτω από έναν εξωτερικό λαβύρινθο. Μόνο που ο υποσυνείδητος-εσωτερικός έχει πολύ πιο γερά θεμέλια, ενώ ο εξωτερικός διαλύεται στο πρώτο φύσημα του ανέμου για να δώσει την θέση του σε έναν άλλον. Είναι επειδή αντιδρά χωρίς λογική αλλά εντελώς παράλογα, με εξωτερικά ερεθίσματα, χωρίς διαφοροποίηση ετερόκλητων στοιχείων, αλλά μόνο με ταυτοποιήσεις ανόμοιων. Όπου η ταυτοποίηση εντελώς ανόμοιων πραγμάτων, όπως, ένα άλογο, ένα αχλάδι, η βροχή και το άρωμα από το γιασεμί… αντιστοιχούν σε “εχθρός εδώ κοντά” χωρίς να υπάρχει απολύτως τίποτε εδώ κοντά. Έτσι ελέγχεται το ανθρώπινο ζώο.

Αυτή την τεχνική επιβολής χρησιμοποίησαν πρόσφατα στην σαπουνόπερα του κορωνοϊού. Την ταυτοποίηση των ανόμοιων. Έτσι μεγάλη μερίδα ανθρώπων, οι μαζάνθρωποι, πίστεψαν ότι τους κυνηγάει ένας ιός και υπέκυψαν ασυζητητί στις κρατικές αγκιτάτσια-επιβολές, με κίνδυνο της ζωής τους.

Μια δέσμη φωτός, στο σκοτάδι

Περπατάς σε μια σκοτεινή νύχτα. Το μόνο φως που έχεις είναι ο μικρός φακός που κρατάς στο χέρι σου. Καθώς κουνάς το φακό σε διάφορες κατευθύνσεις ολόγυρα, η δέσμη του φωτός μετακινείται, και αποσπά την προσοχή σου με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο. Φωτίζει μόνο εκεί που κοιτά, και βλέπει μόνο εκεί που φωτίζει. Ο νους μας, είναι κάτι σαν αυτόν τον φακό στο σκοτάδι. Και με την συγκέντρωση της προσοχής, κατευθύνουμε το νου από μέρος σε μέρος. Όπως και η δέσμη του φωτός, βλέπουμε που κατευθύνεται ο νους, αλλά τίποτε παραπάνω.

Όλα τα υπόλοιπα είναι παρεμβολές. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές οι παρεμβολές είναι όλα τα άλλα πράγματα που δεν εστιάσαμε την προσοχή μας επάνω τους. Θα μπορούσαν να είναι αρνητικά αισθήματα, συμπεριφορές και σκέψεις, που κάνουν ακόμη πιο δύσκολο τον προσανατολισμό της προσοχής. Τα αισθήματά μας ακολουθούν την σκέψη μας πανεύκολα. Τα αισθήματα είναι αντιδράσεις που υποκινούνται από το Μοντέλο του “Εγώ”, σαν μια θεατρική παράσταση, ενώ ο πραγματικός Διανοητικός εαυτός μας, το ΕΙΝΑΙ, απλά παρακολουθεί…

Με παρόμοιο τρόπο, αν κατευθύνεις την προσοχή σου σε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, θα έχει σαν αποτέλεσμα να νιώσεις το συναίσθημα -έστω κι αν αυτό είναι αδικαιολόγητο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί εσύ δεν είσαι ο «φακός», είσαι αυτός που χειρίζεται το «φακό». Με τις κατευθυνόμενες δέσμες του μικρού φακού, αντιλαμβάνεσαι αποσπασματικά το περιβάλλον, σαν να λύνεις ένα παζλ βάζοντας τα κομμάτια με τυχαία σειρά -που παραδόξως έχει την ικανότητα να μοιάζει πάντα σωστή σε σένα, όσο παράλογη κι αν είναι. Στην σκηνή είσαι πάντα εσύ, (Εγώ) το σκοτάδι, και το μέρος που φωτίζει ο φακός.

Ο υποσυνείδητος νους βλέπει μέσα στο σκοτάδι. Συνεχίστε μόνοι σας αυτήν την απλή παραβολή, προσθέτοντας τι ψάχνετε, πόσο δυνατό φακό μπορείτε να πάρετε, τι φοβάστε μέσα στο σκοτάδι, πως επιδρούν οι ήχοι στο πού θα φωτίσετε με τον φακό, πώς παρερμηνεύετε τις σκιές ολόγυρα, τι κινδύνους αντιμετωπίζετε αν δεν φωτίζετε συχνά εκεί που βαδίζετε, και με ποιόν τρόπο ο φακός φωτίζει άπλετα ένα συγκεκριμένο σημείο αλλά κάνει το σκοτάδι γύρω σας ακόμη πιο σκοτεινό. Συνεχίστε την αλληγορία όσο περισσότερο θέλετε, αν έχετε την φαντασία για να το κάνετε. Προσοχή όμως, δημιουργείτε σκεπτομορφές.

Η βασική παρατήρηση είναι: Αν καταφέρετε να ξεπεράσετε τους λογικούς δισταγμούς και τους φόβους σας, και κλείσετε τον φακό, και ξεπεράσετε το σοκ του απόλυτου σκοταδιού τα πρώτα πέντε λεπτά, τα μάτια σας θα συνηθίσουν, και θ’ αρχίσετε να βλέπετε μέσα στο σκοτάδι. Συγκεντρωτικά. Αληθινά. Ξεπερνώντας τους περιορισμούς των μπαταριών και της λάμπας. Θα μπορείτε να συγκεντρώσετε την προσοχή σας αληθινά και απόλυτα στην τελεία που βρίσκεται στο τέλος αυτής της πρότασης, χωρίς να χρειάζεται να σκέφτεστε την εστίαση πάνω της. Θα σιγήσετε την μαϊμού που κόβει βόλτες μέσα στο κεφάλι σας.

Η απόλυτη καταγραφή, μέσα από την απουσία καταγραφής.

Ένα καλειδοσκοπικό ρητό των Σούφι, λέει:

«Είμαι ψηλά. Πολύ ψηλά.
Κάνοντας την καρδιά λευκή με την θέαση τ’ ουρανού.
Κι όχι κοιτώντας κάτω, κάνοντας μαύρο το χαρτί με το γράψιμο.»

Αυτή η ιδιόμορφη διανοητική κατάσταση, μπορεί να επέλθει αν χρησιμοποιήσουμε τις πιο σταθερές σκέψεις, συναισθήματα, αισθήσεις, και εικόνες, που είναι αποθηκευμένες στα υποσυνείδητα ή στα ασυνείδητα μέρη του νου, για να μπλοκάρουν αυτόν τον συνεχή εσωτερικό μονόλογο, όπως ακριβώς ένα φράγμα σε έναν ποταμό. Διάφορα τρικ πρέπει να χρησιμοποιηθούν, γιατί αν αυτά τα πράγματα του υποσυνείδητου νου συμπεριληφθούν μέσα στην εστίαση του συνειδητού, δεν θα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Από την άλλη, πρέπει να απελευθερωθούν ή να ενεργοποιηθούν σε ένα επίπεδο ακριβώς κάτω από την συνείδηση, γιατί στην μορφή που έχουν αποθηκευτεί στο υποσυνείδητο, που είναι ένας αφηρημένος, αντιδραστικός κώδικας, δεν μπορούν να λειτουργήσουν με σαφήνεια. Πρέπει λοιπόν να απασχολήσουμε τον συνειδητό και υποσυνείδητο νου με κάτι που να ενεργοποιεί την πρόθεση στον ασυνείδητο νου, χωρίς να μας θυμίζει συνειδητά τι είναι. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε σαν παράδειγμα: το Μάντρα που επαναλαμβάνουν οι Βουδιστές μοναχοί, γυρνώντας ταυτόχρονα τον Τροχό Προσευχής, κινήσεις που σκοπό τους έχουν να επιδράσουν σε ένα διαφορετικό επίπεδο συνείδησης.

Στα βιβλία του Καστανέντα, ο Δον Χουάν βάζει τον μαθητευόμενό του να κρατάει σφιχτά δυο μικρές μυτερές πέτρες στα χέρια του, για να «υπενθυμίζουν στο σώμα του αυτό που πρέπει να κάνει, χωρίς ο ίδιος να συμμετέχει συνειδητά».

Οι Αρχαίοι Τολτέκοι της Κεντρικής Αμερικής, χρησιμοποιούσαν μικρά αγαλματάκια που ήταν «φορτισμένα» με μια ειδική ατμόσφαιρα, για να μεταφέρουν στον ασυνείδητο νου του κατόχου τους, μαγικές εντολές που σχετίζονταν με το συνειδητό ονείρεμα. Αυτά τα αγαλματίδια συνήθως απεικόνιζαν οντότητες που ήταν προσωποποιήσεις της εντολής αυτής, και ονομαζόταν Εncubriros (Ενκουμπρίρος, που σημαίνει: Αυτοί που συγκαλύπτουν).

Ο ασυνείδητος νους χρησιμοποιούσε την ανάμνηση αυτών των μορφών, για να τις χρησιμοποιήσει σαν οδηγούς στο ονειρικό του ταξίδι. Το παράδοξο είναι ότι ο δάσκαλος τις έδινε στο μαθητή, για να τις έχει πάντα μαζί του, χωρίς ο μαθητής να ξέρει τι ακριβώς είναι, αλλά παρ’ όλα αυτά ανταποκρινόταν απόλυτα στην εντολή.

Ο αφοπλισμός του συνειδητού-υποσυνείδητου νου, και της άμεσης ανάγκης για συνεχή εσωτερικό μονόλογο και για συνεχή ερμηνεία, και η ενίσχυση του ασυνείδητου νου ώστε να δημιουργήσει γέφυρες επικοινωνίας με τον «κόσμο της επιφανείας» (να «συνηθίσουν τα μάτια στο σκοτάδι»), είναι μία φόρμουλα κατανόησης των πραγμάτων που μπορεί να την συναντήσει κανείς σε όλο της το μεγαλείο, αν καταδυθεί στην Ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

Από τον Νταντά και τον Σουρεαλισμό, μέχρι τον Κυβισμό και τον Εξπρεσιονισμό. Εκτενείς μελέτες πάνω στο ζήτημα, έχουν γράψει ο Αντρέ Μπρετόν (πρωτεργάτης του Σουρεαλισμού), ο Τριστάν Τζαρά (τα Μανιφέστα του Ντανταϊσμού), και ο Μαρσέλ Ντουσάμπ, ενώ για πρώτη φορά παρουσιάζεται στον κινηματογράφο στο Γερμανικό Εξπρεσιονιστικό φιλμ του 1919 Το Εργαστήριο του Δόκτορος Καλιγκάρι, του Ρόμπερτ Βίνε, και στο Μυστήρια μιας Ψυχής του Πάμπστ, το 1926. Δυο ταινίες που διαδραματίζονται μέσα στην ίδια την τοπογραφία του νου ενός ψυχασθενούς, ο οποίος βαδίζει με κώδικες του υποσυνείδητου νου προσπαθώντας να ερμηνεύσει με έναν διαφορετικό τρόπο την πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που γίνεται ρευστή, επειδή εξαρτάται απόλυτα από τον παρατηρητή.

Η Δύναμη του Χειρισμού της Εστίασης της Προσοχής

Οι περισσότερες παραδοσιακές μαγικές τεχνικές, απαιτούν από τον χρήστη τους να συγκεντρώσει την προσοχή του σε κάποια αφηρημένη αναλογική αναπαράσταση του πράγματος που θέλει να επιτύχει. Για παράδειγμα: για να προκαλέσει διαφωνία ανάμεσα στους εχθρούς του, πρέπει να ονομάσει μερικές πέτρες με τα ονόματα τους κι έπειτα να αναγκάσει τον εαυτό του να εξοργιστεί σε σημείο υστερίας και να αρχίσει να χτυπά με δύναμη τις πέτρες μεταξύ τους, μεταφέροντας όλη την οργή του πάνω τους και ξεχνώντας τελείως τους αληθινούς εχθρούς του.

Η υστερική οργή λειτουργεί κυρίως για να μπλοκάρει την συνειδητή-υποσυνείδητη σκέψη, και να ενισχύσει με δύναμη την ασυνείδητη επιθυμία, αν και πρέπει να εξοργιστεί σκεπτόμενος οτιδήποτε άλλο εκτός από τους στόχους του. Προσπαθεί να περιορίσει την συνειδητή προσοχή του ολοκληρωτικά σε αυτήν την μικρή τελετουργία και να ακινητοποιήσει τον συνειδητό νου, για να μπορέσει να καναλιζάρει την επιθυμητή δύναμη στο ασυνείδητο. Εκπληκτικά αποτελέσματα παρατηρούνται επίσης, όταν ο χρήστης τέτοιων παραδοσιακών τελετουργιών δημιουργεί μια σειρά από τεχνικές, σε μία χρονική περίοδο, και έπειτα τις εκτελεί πολύ αργότερα, όταν έχει συνειδητά ξεχάσει για ποιόν σκοπό είχαν φτιαχτεί.

Ένας από τους βασικούς στόχους της Κελτικής Δρυιδικής μύησης ήταν η παραμονή στο σκοτεινό δάσος, όπου ο μαθητευόμενος έπρεπε να μείνει μόνος μέσα στην νύχτα του δάσους και να αντιμετωπίσει την σκέψη του μέχρι να την αφανίσει (στο Ναγκουάλ του Καστανέντα, στον Υπόγειο Κόσμο των Σαμάνων, στον ποταμό Αχέροντα και στην Λίμνη της Στυγός των Ελλήνων) για να γίνει ένα με αυτήν των προγόνων του. Όταν τα κατάφερνε, αντίκριζε τον «Ήλιο του Μεσονυκτίου», και πλέον μπορούσε να δει μέσα σε εκείνο το σκοτάδι που όλοι μας φοβόμαστε να κοιτάξουμε, αλλά που αυτό μας κοιτάει.

Ο Νίτσε, έλεγε: «Αν κοιτάς την Άβυσσο, και η Άβυσσος θα κοιτάει εσένα.»

Ο νους μας ακολουθεί την προσοχή μας.

Όπου συγκεντρώσουμε την προσοχή μας, εκεί θα κατευθυνθούν και οι σκέψεις μας. Κατευθύνοντας προσεκτικά την προσοχή σε ένα συγκεκριμένο μέρος ή σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, εστιάζουμε πάνω του μία δέσμη ενέργειας. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, το φαινόμενο αυτό δεν διαφέρει πολύ από το φαινόμενο της δημιουργίας του στατικού ηλεκτρισμού.

Όποτε συγκεντρώνουμε τις σκέψεις μας, συγκεντρώνουμε μια μορφή ενέργειας που μπορούμε ίσως να την ονομάσουμε Νοητική Ενέργεια, η οποία λειτουργεί ως δεσμός αυτής της συγκέντρωσης. Αυτό αποκαλείται Σκεπτομορφή. Συνήθως, η ενέργεια αυτή σκορπίζει αμέσως μόλις σπάσουμε την συγκέντρωση, αλλά είναι δυνατόν να συγκεντρώσουμε ενέργεια με τέτοιον τρόπο ώστε να παράγουμε πολύ δυνατές σκεπτομορφές.

Τέτοιες σκεπτομορφές είναι στρόβιλοι νοητικής ενέργειας, και μπορούν να υπάρξουν ως αυτόνομες οντότητες, τουλάχιστον για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Βασικά όμως, είναι ανόργανες, μη-σκεπτόμενες δυνάμεις, και το να απευθυνθείς σ’ αυτές θα είναι σαν να απευθύνεσαι σε μια καρέκλα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι σκεπτομορφές είναι παρόμοιες με τις στοιχειακές δυνάμεις, που συνήθως ονομάζουμε φαντάσματα και στοιχειά.

Οι μελετητές του αποκρυφισμού υποστηρίζουν ότι αυτές οι δυνάμεις είναι νοητικές, ανόργανες οντότητες, που ανταποκρίνονται στα ηλεκτροστατικά και μαγνητικά πεδία, και σε άλλους ενεργειακούς στροβίλους, και γι’ αυτό ανταποκρίνονται και σε μία μαγική τελετή, που άλλωστε δημιουργεί ένα πεδίο ενέργειας. Ίσως κάποτε να πετύχουμε το ίδιο πράγμα, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικές συσκευές. Και σύμφωνα με αυτές τις σκέψεις, οι «φαντασματοπαγίδες» – ηλεκτρικές σκούπες που χρησιμοποιούσαν οι κινηματογραφικοί Ghostbasters, δεν είναι και τόσο παράλογη ιδέα.

Οι μελετητές του ζητήματος επίσης υποστηρίζουν ότι οι σκεπτομορφές -και γενικά τα στοιχειακά- δεν είναι και τόσο έξυπνες. Και αν παρουσιάζουν μερικές φορές κάποια νοημοσύνη, είναι πολύ περιορισμένη. Η συμπεριφορά τους είναι συνήθως αυτοματική. Οι σύγχρονοι πειραματιστές, ονομάζουν αυτά τα «τεχνητά στοιχειακά»: Αστρικά-Ρομπότ, και εξηγούν ότι λειτουργούν με την ακρίβεια και την ηλιθιότητα ενός περιορισμένα προγραμματισμένου ρομπότ.

Και τι μπορεί να κάνει συνήθως ένα τέτοιο ρομπότ; Να επαναλαμβάνει συνέχεια ένα μήνυμα, να σημάνει συναγερμό με ένα συγκεκριμένο ερέθισμα, να αναλάβει μια ανατρέψιμη αποστολή δολοφονίας, να ακολουθεί σαν σκιά τον ξενιστή του, να επαναλαμβάνει συνέχεια μια σειρά κινήσεων σαν βελόνα που κόλλησε στο πικάπ, να περιπλανιέται ανεξέλεγκτο μέχρι να του τελειώσουν οι μπαταρίες, να αφομοιωθεί σε ένα σύμβολο, να μεταφέρει ένα συναίσθημα σαν ταχυδρόμος σε έναν παραλήπτη, να προσελκύσει την προσοχή, να προκαλέσει «παρεμβολές», να μεταμφιεστεί και να υποδυθεί κάτι άλλο.

Η Κατάρα των Φαραώ

Ο Λόρδος Γουέστμπουρυ, είχε στο διαμέρισμα του στο Λονδίνο, μία αρχαία αιγυπτιακή επιγραφή (σε ιερογλυφικά, δηλαδή εικόνες και σύμβολα) που την είχε πάρει από τον τάφο του Φαραώ Τουταγχαμών ο αρχαιολόγος Χάουαρντ Κάρτερ, που είχε ανακαλύψει τον τάφο. Η επιγραφή, όπως την απόδοσαν οι μελετητές, έλεγε:
«Ο Θάνατος θα έλθει πάνω σε γοργά φτερά του Μεσονυκτίου, σε όποιον άγγιξε τον ιερό τάφο του Φαραώ.»

Αυτή είναι η θρυλική «Κατάρα του Φαραώ» (μια από τις πιο διάσημες ωρολογιακές-σκεπτομορφές) που έστειλε στον θάνατο, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, 14 άτομα που είχαν αναμιχθεί στο άνοιγμα του τάφου, και 22 άτομα που ήρθαν σε επαφή μαζί τους. Ο πρώτος από αυτούς πέθανε στην Αίγυπτο την επόμενη μέρα, από τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού, και ο τελευταίος από αυτούς πέθανε ένα χρόνο μετά στο Τέξας των Η.Π.Α. όταν κατέρρευσε πάνω του ο πύργος μιας πετρελαιοπηγής(!).

Ο Λόρδος Γουέστμπουρυ, που είχε στην κατοχή του την πλάκα με την επιγραφή, έπεσε από τον έβδομο όροφο, από το παράθυρο του διαμερίσματος του στο Λονδίνο. Καθώς η νεκροφόρα τον συνόδευσε στο κρεματόριο, με συνοδηγό τον αδελφό του, χτύπησε και σκότωσε ένα οκτάχρονο αγοράκι κι έπειτα καρφώθηκε πάνω σε έναν τοίχο, οι δύο επιβάτες υπέκυψαν αργότερα στα τραύματα τους, ενώ το φέρετρο έπεσε στον δρόμο πολλά μέτρα πιο πέρα, έσπασε, και το πτώμα του Λόρδου έμεινε ημίγυμνο στο πλακόστρωτο. Την ίδια μέρα, στο Κάιρο είχε αυτοκτονήσει ο βασικός οδηγός της αποστολής, με περίστροφο που αγόρασε από τα λεφτά της αμοιβής του.

Η τέχνη των Αιγυπτίων Ιερέων που «παγίδευσαν» τον τάφο του βασιλιά τους (για τον οποίον ήταν γνωστό πριν την ανακάλυψη ότι ήταν στοιχειωμένος), είναι άγνωστη για τους περισσότερους σύγχρονους ερευνητές, αλλά σήμερα ξέρουμε πως μια τέτοια «κατάρα» λειτουργεί όπως ένας ιός, και μάλιστα έχει την ίδια φυσιολογία. Το Ιερογλυφικό για τον «θάνατο που έρχεται» παριστάνει έναν άντρα που τσακίζει το ίδιο του το κεφάλι με ένα τσεκούρι. Βλέπουμε ότι ο Θάνατος ερμηνεύεται σαν να έρχεται από μέσα, σαν να έχουν εμφυτεύσει στο θύμα του έναν μηχανισμό αυτοκαταστροφής.

Ένας από τους αρχηγούς της Θεοσοφικής Εταιρίας-Στοάς (συνεχιστής του έργου της περιβόητης Μαντάμ Μπλαβάτσκυ), ο C.W. Leadbeater, γράφει:

«Ο σκεπτόμενος άνθρωπος ενδύεται ένα σώμα που αποτελείται από αναρίθμητους συνδυασμούς της λεπτοφυούς ύλης του νοητικού πεδίου. Το σώμα αυτό είναι περισσότερο ή λιγότερο εξευγενισμένο ανάλογα με το στάδιο της διανοητικής ανάπτυξης που έχει φτάσει ο άνθρωπος. Η λεπτότητα και η ταχύτατη κίνηση των σωματιδίων του δίνουν την όψη ενός ιριδίζοντος φωτός. Κάθε σκέψη γεννά μια ομάδα σχετικών με αυτήν δονήσεων στο υλικό αυτού του σώματος, εμπλουτισμένων με μια σειρά χρωματισμών. Κάτω από αυτήν την παρόρμηση το σώμα εκδηλώνει ένα δονούμενο τμήμα του, το οποίο σχηματίζεται σύμφωνα με την φύση των δονήσεων. Όμοια είναι και τα σχέδια που δημιουργούνται αν βάλουμε άμμο πάνω σε έναν δίσκο που πάλλεται σύμφωνα με μία νότα. Αυτό λοιπόν το τμήμα, έρχεται σε επαφή με την περιβάλλουσα ατμόσφαιρα και συσσωρεύει υλικό αντίστοιχης υφής από τη στοιχειακή ουσία του νοητικού κόσμου. Τότε έχουμε μια απλή σκεπτομορφή, η οποία είναι μιά ζωντανή οντότητα έντονης δραστηριότητας, εμψυχωμένη από την ιδέα που την γέννησε. Εάν δημιουργήθηκε από πολύ λεπτά μόρια νοητικής ύλης, τότε θα είναι μεγάλης δύναμης και ενέργειας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ο πιο δυναμικός παράγοντας δράσης, όταν κατευθύνεται από μιά ισχυρή και σταθερή θέληση…»

Ένας για Όλους και Όλοι για Έναν

Όλοι έχουμε βιώσει την χαρά, την οργή, ή τον πανικό του πλήθους. Χιλιάδες θεατές έχουν συγκεντρωμένη την προσοχή τους σε έναν στόχο, παρακολουθώντας έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε ένα γήπεδο, κι αυτός ο στόχος συγκρούεται πάνω από το γήπεδο με τον αντίπαλο, πολύ πιο ψηλά από εκεί που κυλά η μπάλα, προσπαθώντας ο ένας να επιβληθεί στον άλλον, πιέζοντας τους παίκτες, και κάνοντας τους ίδιους τους πομπούς του υποχείρια της αυξανόμενης δύναμης του.

Ένα έθνος ενώνεται σε καιρό πολέμου, κάτω από τον ίδιο στόχο, και συγκινείται από φόρμουλες που είναι πολύ καιρό πριν δημιουργημένες, οι οποίες ενεργοποιούνται με την επίκληση των συμβόλων που έχουν επιβληθεί. Η σημαία είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του φαινομένου, και δύσκολα μπορεί κανείς να παραδεχτεί το αντίθετο. Στους προηγούμενους πολέμους, έφτανε να υψωθεί η σημαία του αντιπάλου πάνω στο λόφο και να κλαπεί ή να καταστραφεί η σημαία των άλλων, για να νιώσει ηττημένος ο στρατός που την «υπερασπίζεται».

Το «τελετουργικό» κάψιμο της σημαίας του εχθρού, που υιοθετήθηκε από τα περισσότερα αραβικά κράτη που έκαιγαν την Αμερικανική σημαία (όπως στο Ιράκ και στη Λιβύη), αλλά και από τους διαφωνούντες στον πόλεμο του Βιετνάμ, είχε ακριβώς αυτόν τον χαρακτήρα, ως μια ενέργεια που μπορούσε να συγκεντρώσει το δυναμικό της νοητικής ενέργειας των παρευρισκομένων, και να την κατευθύνει ενάντια στο σύμβολο που αναπαριστούσε τον αντίπαλο, για να πλήξει τον ίδιο, όπως ακριβώς οι πέτρες με τα ονόματα των εχθρών που χτυπούν μεταξύ τους.

Ένας ηγέτης που μιλά σε ένα μεγάλο πλήθος, και χρησιμοποιεί καλοσχεδιασμένες λέξεις κλειδιά για να διεγείρει τον υποσυνείδητο νου τους, (νους που τα έχει ήδη δεχθεί στο παρελθόν), χωρίς την συμμετοχή και την έγκριση του συνειδητού νου. Με μια αντίστροφη διαδικασία από αυτήν που περιγράφηκε ήδη, πετυχαίνει να επηρεάσει το πλήθος σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο συγχρονισμό, ώστε να αντιδρά σαν ένα σώμα, μια φωνή, μια συγκίνηση, έναν ενθουσιασμό.

Υποσυνείδητες φράσεις αγκιτάτσια

Το «Ε-ε-έρχεται!!» που φώναζαν τα πλήθη στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν αυτός επέστρεφε από το Παρίσι κατά την Μεταπολίτευση, δεν ακουγόταν για να ενημερωθεί ο κόσμος ότι έρχεται, αλλά για να αποδεχτεί το συλλογικό υποσυνείδητο τον ερχομό του ως Μεσσία-Ηγέτη. («Μετά από μένα το χάος» «Ή εγώ ή τα τανκς»). Το «Εδώ και Τώρα», η λέξη αγκιτάτσια-κλειδί που χρησιμοποιούσε σε όλες τις προεκλογικές εκστρατείες του ο Α. Παπανδρέου, έχει σαφέστατη μαγικο-τελετουργική καταγωγή, και ήταν αυτό και το Καρμίνα Μπουράνα του Καρλ Όρφ, τα σύμβολα-συνθήματα για την ενεργοποίηση των μηνυμάτων που είχαν επιβληθεί στον υποσυνείδητο νου των ανθρώπων.

Ακόμη και το συνθηματικό «V» (το γνωστό ως σήμα της νίκης, που υποτίθεται ότι προέρχεται από την λέξη Νίκη = Victory), το οποίο πρωτοπαρουσίασε ο Γουίνστον Τσώρτσιλ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι ένα μήνυμα που επικαλείται τις πιο αρχέγονες μνήμες, και συμβολίζει την καταστροφή και όχι την νίκη (το αληθινό του σύνθημα είναι «αφανίστε τον εχθρό»).

Είναι αρχαίο μαγικό σύμβολο, η «Διχάλα του Τυφώνα», το σύμβολο της Κόλασης, (μια δυναμική μαγική χειρονομία), και η ερμηνεία του είναι ακριβώς αντίστροφη από το «Κηρύκειο του Ερμή» -που οι περισσότεροι το γνωρίζουν σαν το καθησυχαστικό έμβλημα των απανταχού γιατρών, αλλά απεικονίζει την καθυπόταξη της ανεξέλεγκτης δύναμης, την ηρεμία, συμβολίζει την καταστροφή και την αιώνια διαμάχη, βρίσκεται πάνω στο κεφάλι της οχιάς (Viper), αλλά είναι και ο ρωμαϊκός αριθμός πέντε, που συμβολίζει το χάος που θέλησε να επιβάλλει η παράξενη αδελφότητα των Ιλλουμινάτοι, υπενθυμίζει την μαγική δύναμη του πενταγώνου, όπως αυτή που εκπέμπει το Πεντάγωνο της Κυβέρνησης των Η.Π.Α. (και όλων των άλλων), από την οποία για να προστατευτεί ο Πρόεδρος συνεδριάζει και δίνει εντολές από το «Οβάλ Δωμάτιο», ένα χώρο χωρίς καθόλου γωνίες. (δες το γωνιώδες βλάσφημο χάος του Λάβγκραφτ)

Αλλά ακόμη κι εκείνοι, οι σταρς του Χόλιγουντ, που παίζουν με τις ανικανοποίητες σεξουαλικές επιθυμίες δισεκατομμυρίων ανθρώπων, που προβάλλονται πάνω τους -και γι’ αυτόν τον λόγο λέγονται και «σύμβολα του σεξ» – με ποιόν τρόπο κατευθύνουν αυτοί και οι παραγωγοί τους, μια τέτοια τεράστια εστίαση της προσοχής από όλες τις πλευρές; Μια εποχή, το σήμα της Μέτρο Γκόλντουιν Μάγιερ, το Λιοντάρι που βρυχάται τρεις φορές, προκαλούσε συναισθήματα ευεξίας και απόλυτης συγκέντρωσης στο κοινό, το οποίο αντιδρούσε αρνητικά προδιατεθειμένο στις ταινίες που δεν άρχιζαν με το γνωστό βρυχηθμό με τις δύο παύσεις.

Τα μεγάλα αγάλματα και τα μνημεία, επίσης συγκεντρώνουν σκεπτομορφές μεγάλης έντασης (ας θυμηθούμε το Γκόλεμ, ένα άγαλμα που έπαιρνε ζωή από τους αλχημιστές), και λειτουργούν κυριολεκτικά όπως εκείνα τα ειδικά φώτα που μαζεύουν τα κουνούπια, ή όπως τα αλεξικέραυνα. Η ανθρώπινη μορφή, είναι ο κύριος πόλος προσέλκυσης πάσης φύσεως ενεργειών και σκεπτομορφών, και δεν χρειάζεται να πούμε πολλά γι’ αυτό, παρά να σας θυμίσουμε τα κουκλάκια του Βουντού και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται, αλλά και τις ιδιότητες που απέδιδαν οι ιθαγενείς στα τοτέμ, αλλά και ο αρχαίος κόσμος στα είδωλα.

Το Άγαλμα της Ελευθερίας, που το έκανε δώρο ο γαλλικός λαός στον αμερικανικό λαό για την ανεξαρτησία του (και το έφτιαξε ο ίδιος άνθρωπος, ο Άιφελ, που έφτιαξε και τον πύργο σύμβολο του γαλλικού λαού), είναι το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της μαγικής τελετουργίας σε κοινή θέα. Στέκει σε ένα μικρό νησί απέναντι από την Νέα Υόρκη, με τον πυρσό της σηκωμένο ψηλά, και την διακήρυξη της ανεξαρτησίας στο χέρι, και ήταν το πρώτο θέαμα που αντίκριζαν οι μετανάστες που ερχόντουσαν από τον ωκεανό, και χοροπηδούσαν από την χαρά τους στο κατάστρωμα, γιατί αυτή η θέα σήμαινε: «Καλώς ήλθατε στον Ελεύθερο Κόσμο, αφήστε πίσω σας τα δεσμά του παλιού, μέσα στη νύχτα σας οδηγώ για να με βρείτε»

Κι έτσι, η Αμερική που ξέρουμε, χτίστηκε κυριολεκτικά πάνω στις ελπίδες-σκεπτομορφές που εξέπεμπε από άκρη σε άκρη όλης της οικουμένης, αυτό το άγαλμα. Ελπίδες που μπορεί να προδόθηκαν επανειλημμένως, οι άνθρωποι όμως δεν έχουν παρά να το κοιτάξουν για να επαναφορτιστούν, και να συνεχίσουν την ζωή τους στο «Home of the Brave, Land of the Free», που βασικά είναι η εικόνα από το «μικρό σπίτι στο λιβάδι» που έχει κατατροπώσει τους Άγγλους και τους Ινδιάνους και το «λιβάδι» είναι πια ελεύθερο.

Η ίδια ακριβώς τελετουργία σε κοινή θέα συμβαίνει και με το τεράστιο άγαλμα του Ιησού Λυτρωτή στην Βραζιλία, με απλωμένα τα χέρια και βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Κορκοβάντο (Corcovado), πάνω από το Ρίο ντε Τζανέιρο, στο εθνικό πάρκο του Δάσους Τιζούκα (Tijuca). Στέκεται με απλωμένα τα χέρια σαν να καλωσορίζει τον κόσμο, σε ύψος 710 μέτρων. Έχει ύψος 32 μέτρα, ζυγίζει 1.000 τόνους και μάλιστα είναι εγκατεστημένο με τρόπο ώστε να ατενίζει την πόλη του Ρίο. Ενισχύοντας την σκεπτομορφή του Ιουδαίου Ιησού στο συλλογικό ασυνείδητο των μαζών.

Στα αρχαία χρόνια δινόταν πολύ μεγάλη προσοχή σε αυτόν τον φανερό ή μυστικό διάλογο μεταξύ του αγάλματος και του πιστού που ξεπερνά σε μεγάλο βαθμό την σημασία που δίνουμε σήμερα στον τρόπο που εκλαμβάνουμε γενικότερα τα μηνύματα (οπτικά και μη). Σήμερα είμαστε συντονισμένοι να αντιλαμβανόμαστε μόνο την επιφανειακή όψη των πραγμάτων και τυφλά να εισπράττουμε τα μηνύματα των πομπών θεωρώντας τα απλά σαν εικόνες.

Σαν παθητικοί δέκτες απορροφάμε εικόνες χωρίς όμως να κάνουμε διάλογο μαζί τους και δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις θα έπρεπε να διακόψουμε κάθε επαφή μαζί τους, είτε οπτική είτε αυτή που γίνεται με την ψυχή μας. Γιατί ναι, οι εικόνες εξακολουθούν να μιλούν ακόμα και σήμερα, αλλά ποιος τις ακούει; Ακούει μόνο μία ανομοιογενή φασαρία και αναταραχή χάνοντας μέρα με την μέρα την ικανότητά της να εστιάζει στα επιμέρους σημεία, όπως εστίαζαν οι αρχαίοι Έλληνες στην θέα μίας εικόνας ή αγάλματος. Πόσο, λοιπόν, ακοίμητα είναι τα μάτια μας;

Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος είχε αντιληφθεί σε μεγάλο βαθμό την αξία και την λειτουργία των εικόνων που πολύ προσεκτικά επέλεγε για να ντύσουν την καθημερινότητά του. Ακόμα και ίσως άσχημες για την αισθητική μας εικόνες (άσχημες γιατί ξεχάσαμε την συμβολική τους γλώσσα) είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένες στον τόπο που θα τοποθετούνταν. Σκεφθείτε λίγο τι απεικονίζεται πολύ συχνά στις ασπίδες των αρχαίων Ελλήνων πολεμιστών που τις βλέπουμε σε αγγεία.

Ήξεραν πολύ καλά, λοιπόν, τους τρόπους που τα αγάλματα είναι δέκτες και υποδοχείς ενέργειας και η τελική τους μορφή συντελούσε σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο ήταν λειτουργικά σε αυτό το κομμάτι. Το Λεξικό της Σούδας αναφέρει κάποιον Ηραΐσκο από την πόλη της Αλεξάνδρειας που περιγράφει την ανταλλαγή αυτής της ενέργειας. Λέει, λοιπόν τα εξής το αντίστοιχο λήμμα για τον Ηραΐσκο:

«Ο Ηραΐσκος εκ γενετής είχε την ικανότητα να διαισθάνεται τα ζώντα από τα μη ζώντα ιερά αγάλματα. Πράγματι, μόλις έστρεφε το βλέμμα του στο άγαλμα δεχόταν ένα κύμα ενθουσιασμού στην καρδιά και αναπηδούσε το σώμα και η ψυχή του, σαν να καταλαμβανόταν από θεία ενέργεια. Εάν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το άγαλμα εκείνο ήταν άψυχο και άμοιρο θείας επίπνοιας.»

Ο πρωτοπόρος για την εποχή του (3ος αι. π.Κ.Ε.) ιατρός Ηρόφιλος από την Αλεξάνδρεια υποστήριζε ότι η αίσθηση της όρασης λειτουργεί ως εξής: το «εσωτερικό πνεύμα» που βρίσκεται στο μάτι είναι αυτό που συλλαμβάνει τις εικόνες. Πάνω, λοιπόν, στο πνεύμα αποτυπώνεται το οποιοδήποτε αντικείμενο είναι ορατό και το πνεύμα το μεταφέρει στα νεύρα σαν πληροφορία και εκείνα με την σειρά τους την αποτυπώνουν στην ψυχή εκείνου που βλέπει. Ακόμα και αν σήμερα η επιστήμη διαφωνεί με τον Ηρόφιλο βλέπετε πόσο σημαντικό ήταν για τους αρχαίους ποια εικόνα με την μορφή ενέργειας, σκεπτομορφής ή ενθουσιασμού θα φόρτιζε την ψυχή τους μέσω της όρασης. Θυμηθείτε και πάλι τι σημαίνει άγαλμα.

Η παράδοση λέει ότι όταν η Μήδεια σκότωσε τα παιδιά της παραδέχθηκε ότι γεννήθηκε με έναν τόσο άθλιο χαρακτήρα που την οδήγησε σε αυτήν την πράξη, γιατί όταν εκείνη ήταν ακόμα στην κοιλιά της μητέρας της, η μητέρα της δεν φρόντισε να περιτριγυρίζεται από περικαλλή αγάλματα. Η άποψη ότι τα χαρακτηριστικά των παιδιών προσδιορίζονται από τις σκέψεις των γονέων τους, κυρίως από την μητέρα την στιγμή της σύλληψής τους ήταν αρκετά διαδεδομένη.

Ο φιλόσοφος Εμπεδοκλής υποστήριζε ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου συχνά γυναίκες που κυοφορούαν ερωτεύονταν αγάλματα και αργότερα έφερναν στον κόσμο απογόνους που έμοιαζαν στο αντικείμενο του πόθου τους. Ο Ηλιόδωρος στα Αιθιοπικά(4.8) αναφέρει ότι από ένα ζευγάρι γονέων που ήταν και οι δύο μαύροι ήρθε στον κόσμο ένα λευκό κοριτσάκι. Η ίδια η μητέρα ομολογεί ότι την στιγμή της σύλληψής της κοιτούσε μία εικόνα όπου απεικόνιζε μία ερωτική σκηνή με την Ανδρομέδα γυμνή και τον Περσέα.

Για να μην υπάρχουν ανάλογες περιπλοκές, ο Γαληνός απαγόρευε την ύπαρξη ζωγραφικών πινάκων στα υπνοδωμάτια γιατί μπορεί η σύλληψη να έχει ως αποτέλεσμα μία τερατογένεση, αφού υπάρχει η πιθανότητα η φαντασία της μητέρας να διεγερθεί από μία μη πρέπουσα εικόνα. Ο Αριστοτέλης συμβούλευε (Πολιτικά, 7.18) τις μητέρες να κρατούν το πνεύμα τους όσο πιο ήσυχο γίνεται.

Έτσι, λοιπόν, ένας άλλος σπουδαίος ιατρός του 2ου αιώνα μ.Κ.Ε., ο Σωρανός από την Έφεσο υπογραμμίζει ότι η ποιοτική κατάσταση της ψυχής την ώρα της συνουσίας επιφέρει μεταβολές στα παιδιά που ενδέχεται να γεννηθούν. Συμβουλεύει τις μητέρες ότι για να αποφύγουν την γέννηση ενός άσχημου παιδιού εξαιτίας των αλλόκοτων φαντασιών της ψυχής, όταν αυτή βρίσκεται υπό την επήρεια οποιασδήποτε μέθης, καλό θα ήταν να είναι νηφάλιες την ώρα της ερωτικής συνουσίας γιατί

«η ομοιότητα των γεννηθέντων τέκνων προς τις μητέρες τους αφορά όχι μόνο το σώμα, αλλά και στην ψυχή» (Γυναικείων Α, 1.39).

Οι άσχημες ή μη πρέπουσες εικόνες στην συγκεκριμένη περίπτωση της σύλληψης έχουν μεγάλη σημασία για τον Σωρανό καθώς αναφέρει ότι κάποιες γυναίκες κατά την διάρκεια της συνουσίας τους έβλεπαν πιθήκους και γέννησαν παιδιά πιθηκόμορφα. Σε αντιπαράθεση αυτού, συνεχίζει ο Σωρανός, ο κυβερνήτης των Κυπρίων αν και ήταν άσχημος, όταν πλησίαζε ερωτικά την σύζυγό του την υποχρέωνε να βλέπει όμορφα αγάλματα, με αποτέλεσμα να γίνει πατέρας όμορφων παιδιών. Ακόμα και στην περίοδο που ζευγαρώνουν τα άλογα, εκείνοι που τα εκτρέφουν κρατούν μπροστά στα θηλυκά για να τα βλέπουν αρσενικά άλογα ευγενικής καταγωγής.

Μία εικόνα χίλιες σκέψεις.

Αν όλα αυτά σας φαίνονται υπερβολικά ρίξτε μία ματιά γύρω σας και κοιτάξτε τι από όλα αυτά που έχει δημιουργήσει το ανθρώπινο χέρι σας δημιουργεί αγαλλίαση και μιλάει στην καρδιά σας; Αν δεν βρείτε τίποτα, κοιτάξτε τις εικόνες, τα γλυπτά και τα αγάλματα που κοσμούν το περιβάλλον σας. Κοιτάξτε τις εικόνες και τους ήχους που μας πλημμυρίζουν καθημερινά. Όλα αυτά μας μιλάνε, ακόμα και αν δεν τα ακούμε και αποτυπώνουν τις κακέκτυπες τους μορφές στην ψυχή μας.

Είναι σε έναν μονόλογο μαζί μας γιατί συντονίζονται σε αυτή την συχνότητα «της παράδοσης άνευ όρων.» Μην αναρωτιέστε γιατί πάμε όπως πάμε κατά διαόλου σήμερα. Αν σας ενοχλούν αυτά που «κοσμούν» τους χώρους που ζείτε και εργάζεστε μην τα κοιτάτε παθητικά. Είπαμε… είναι πομποί, αλλά και δέκτες:

«Αν θέλαμε να διακρίνουμε αδρομερώς την ανθρωπότητα, θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να πούμε ότι διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: Σε αυτούς που φτιάχνουν αγάλματα, σε αυτούς που τα καταστρέφουν και στο επαμφοτερίζον πλήθος. Με άλλα λόγια: στους Δημιουργούς, τους Καταστροφείς και τους Αδιάφορους. Το επαμφοτερίζον πλήθος είναι που κάνει την ζυγαριά να γέρνει πότε από την μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση. Δημιουργικότητα και καταστροφικότητα φαίνεται πως έχουν κοινή ενεργειακή βάση, αλλά εντελώς διαφορετική πορεία. Η πρώτη είναι δρόμος, ενώ η δεύτερη σύνδρομο. Συχνά η ανικανότητα προς δημιουργία «δημιουργεί» ικανότητα προς καταστροφή.»

Το έργο του Πορφυρίου αν και είχε την ίδια τύχη με τα ακρωτηριασμένα αγάλματα, συνεχίζει να μιλάει μέσα από τους ακρωτηριασμένους του βραχίονες, ίσως γιατί αυτά που λέει δεν κατοικούσαν πότε πίσω από τις γραμμένες από χέρι λέξεις.

Η Τέχνη, της Τέχνης για την διαμόρφωση της Πνευματικότητας, είναι τεράστιος, επειδή ακριβώς επιφέρει την ισορροπία των ψυχικών δυνάμεων και βάσει αυτού, επέρχεται και ισορροπία του πολιτισμού, εφ’ όσον μειώνεται στο ελάχιστο η καταδυνάστευση από μονοκρατορικές δυνάμεις και γιατί το ωραίο που συνεισφέρει η τέχνη, αφαιρεί τις αιχμές από την σκληρή πραγματικότητα.

Η τέχνη επιβάλλεται να παριστάνει ωραία πράγματα, παρά ανατριχιαστικά, όπως συμβαίνει με τα εκτρώματα που βλέπουμε γύρω μας, και εμβολιάζουν τους ανθρώπους με το μικρόβιο του κακού, το οποίο παρασταίνεται ακριβώς για να αποκτήσει ανοσία ο οργανισμός του και να μην ρυμουλκηθεί ποτέ, σε τέτοιες ή παρόμοιες καταστάσεις. Χαρά στον άνθρωπο και στην κοινωνία, που έχουν, όχι τυπική, αλλά ζωτική σχέση με την τέχνη. Αυτοί μπορούν να είναι βέβαιοι ότι και οι δυσκολότερες στιγμές τους μπορούν να γίνουν τραγούδι, χορός, χειροτέχνημα.

Μπορεί να φανταστείς μεγαλύτερη παραδοξολογία από την έννοια της μάζας;

Αποτελείται από μεμονωμένες μονάδες, που όλες μαζί κάνουν το πλήθος, αλλά συνεχίζουν να είναι μονάδες. Δημιουργώντας με την συνεύρεση τους μιά ξεχωριστή οντότητα, που έχει τις δικές της ξεχωριστές παρορμήσεις και τον ολόδικό της συνειδητό, υποσυνείδητο και ασυνείδητο νου, που είναι ένας υπερφυσικός μπεμπές που πανικοβάλλεται με το παραμικρό, χαίρεται με το παραμικρό, οργίζεται με το παραμικρό, ανάλογα με το ποιο ερέθισμα θα του εκπέμψουν για να ανταποκριθεί. Κυριολεκτικά είναι μια μαριονέτα που άγεται και φέρεται ανάλογα με το πως θα κουνήσουν τα σκοινιά που την κρατούν δεμένη οι χειριστές της.

Κι όμως, κανείς από αυτούς που συμμετέχουν στις πράξεις και στις αντιδράσεις του πλήθους, δεν έχει επίγνωση καμιάς από αυτές, και θεωρεί τον εαυτό του ως ανεξάρτητο που παραβρέθηκε σε μια εκδήλωση· αλλά αυτός στάθηκε όσο μπορούσε αποστασιοποιημένος. Αστείο και μόνο ως πρόταση, για τον ανεξάρτητο παρατηρητή.

Οι πανάρχαιες τεχνικές επιρροής του συλλογικού ασυνείδητου, ξέρουν πολύ καλά ποιος είναι η μάζα, ο όχλος, το πλήθος και ξέρουν πως βρίσκεται μέσα στον καθένα που θα ενωθεί με τις υπόλοιπες μπαταρίες -παράλληλα ή σειριακά- για να δουλέψει το κασετόφωνο, και να παίξει την κασέτα που θα του δώσουν. Η μάζα είναι αυτό το «κασετόφωνο», και οι «κασέτες» που παίζει είναι πολύ συχνά αγνώστου προελεύσεως -και ποιος ξέρει τι θ’ ακουστεί αν παιχτούν ανάποδα.

Η μεγαλύτερη αρνητική σκεπτομορφή και το πιο δυναμικό στοιχείο επιρροής της συνείδησης του σύγχρονου ανθρώπου, είναι το Χρήμα. Το Χρήμα έχει αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά ενός «πνευματικού» όντος. Είναι αόρατο και άυλο, γιατί τα νομίσματα, τα χαρτιά, και τα ηλεκτρονικά νούμερα δεν είναι Χρήμα. Είναι απλώς αναπαραστάσεις ή Τάλισμανς ενός πράγματος που οι οικονομολόγοι δεν μπορούν ξεκάθαρα να το προσδιορίσουν. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να επηρεάσει δυναμικά την ίδια την πραγματικότητα.

Το Χρήμα έχει την δική του προσωπικότητα και την δική του ιδιοσυγκρασία, αποφεύγει αυτούς που το βλασφημούν, και ρέει προς το μέρος εκείνων που του φέρονται με τον τρόπο που του αρέσει. Η φύση του “Πνεύματος των Χρημάτων” είναι η κίνηση, του αρέσει να κινείται. Αν συγκρατείται συνεχώς και δεν χρησιμοποιείται, αργοπεθαίνει. Το Χρήμα επιδιώκει την άμεσα ικανοποιούμενη επιθυμία και την απόλαυση της, αλλά πρέπει και να επενδυθεί σαν μιά μεγαλύτερη επίκληση δύναμης.

Μεταφέρει πάνω του σύμβολα εξουσίας, και οι άνθρωποι νιώθουν υποσυνείδητα ότι ένα χαρτονόμισμα είναι κάτι σαν ένα συγχωροχάρτι από τον Πάπα. Μια προσωρινή άδεια που τους παρέχει η αυστηρή εξουσία, για να χρησιμοποιήσουν ένα ψίχουλο της δύναμής της. Στην πραγματικότητα, το Χρήμα είναι η κλειστοφοβική σκεπτομορφή της επιβολής του κράτους, πάνω στον αδύναμο άνθρωπο που κουρνιάζει στην πύλη του για προστασία. Είναι μια προσωρινή ταυτότητα ελεύθερης εισόδου που σου παρέχει το σύστημα, αν συμβαδίζεις μ’ αυτό. Μία ταυτότητα χαραγμένη με τα πιο δυνατά σύμβολα: Βασιλιάδες, Θεούς, ήρωες, εθνικές προσωπικότητες και ευεργέτες, ιστορικά γεγονότα, ηγεμόνες, επικρατούντες επιστήμονες και καλλιτέχνες, κλπ. Ένας πανίσχυρος, αόρατος, άυλος Θεός, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των πονηρών και ζωής χορηγός…

Το ζήτημα που ξεδιπλώνεται εδωνά είναι τόσο τεράστιο που θα χρειαζόταν μια αντίστοιχα τεράστια μελέτη για να γίνει κατανοητό σε όλες τις προεκτάσεις του. Είναι ένα σαφέστατα παράξενα μαγικό θέμα, γνώσεις για το οποίο έχουν άνθρωποι που δεν θα φανταζόσασταν ότι τις έχουν: ιερωμένοι, πολιτικοί, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, στρατιωτικοί, κ.ά. Δηλαδή ένα πλήθος ανθρώπων που ξεπερνά τον πιθανό αριθμό των μυστικιστών και των ερευνητών που το εξερευνούν. Αυτή την στιγμή, υπάρχουν και λειτουργούν δυναμικά αμέτρητες σκεπτομορφές, (θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές, εχθρικές κ.ά.) και με την σωστή οπτική και μόρφωση θα μπορούσατε να τις διακρίνετε εύκολα, το ίδιο και τις δραστηριότητές τους. Άλλωστε, πολλά από τα πράγματα που κάνουμε ή σκεφτόμαστε ή λέμε καθημερινά, είναι αποτέλεσμα ανεξιχνίαστων σκεπτομορφών ή έχουν ως αποτέλεσμα ανεξιχνίαστες σκεπτομορφές.

Ποιος θα μπορέσει κάποτε να τις χαρτογραφήσει; Πως μπορούμε να αποφύγουμε την επιβολή τους;

Είναι σχετικά εύκολο, αρκεί και μόνο η χρήση της Παρατήρησης του Ολοφάνερου και η συνεχής επαγρύπνηση για να γίνουν αντιληπτές οι σκεπτομορφές που επιχειρούν να μας παγιδέψουν.

Η Σιγουριά της Αμφιβολίας (εκτός από πολεμική ιαχή εμού προσωπικά) είναι η μόνη σιγουριά που μπορούμε να έχουμε για οποιοδήποτε θέμα, ειδικά όποια προέρχονται από τα συστημικά κι εξουσιαστικά κέντρα.

Νίτσε: Φρόντισε να είσαι πιστός μόνο στον εαυτό σου

Κατοικώ στο δικό μου σπίτι
Ποτέ δεν μιμήθηκα κανέναν σε τίποτε
Και - γελώ με κάθε αριστοτέχνη
Που δεν μπόρεσε να γελάσει με τον εαυτό του.
Επιγραφή πάνω απ' την πόρτα μου

Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΜΟΥ

Από τότε που κουράστηκα να ψάχνω,
Έμαθα να βρίσκω.
Κι από τότε που ένας άνεμος μου εναντιώθηκε,
Σαλπάρω μ' όλους τους ανέμους.

ΑΤΡΟΜΗΤΟΣ

Όπου και να βρίσκεσαι, σκάβε βαθιά!
Κάτω είναι η πηγή!
Άσε τους επίβουλους να φωνάζουν:
«Κάτω υπάρχει μόνο η κόλαση».

ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Μη μένεις στο χωράφι!
Και μην ανεβαίνεις πάρα πολύ ψηλά!
Ωραιοτερος φαινεται ο κοσμος
Από ένα ύψος στα μισά.

VADEMECUM - VADEΤECUM (Λατινικά στο κείμενο. Vademecum: «ακολούθα με». Vadetecum: «ακολούθα τον εαυτό σου».)

Σε γοητεύει η τέχνη και η γλώσσα μου,
Έρχεσαι πίσω μου και μ' ακολουθείς;
Φρόντισε να είσαι πιστός μόνο στον εαυτό σου,
Κι έτσι θα μ' ακολουθήσεις - σιγά-σιγά, σιγά-σιγά!

Ο ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΤΗΣ

Πολλά πράγματα αφήνω να πέσουν και να κυλήσουν
Και γι' αυτό λέτε με αποκαλείτε καταφρονητή.
Όποιος πίνει από ξέχειλο ποτήρι,
Αφήνει να χυθεί πολύ,
Δίχως να καταφρονεί το κρασί.

Σ' ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Αν δεν θέλεις να εξασθενήσουν τα μάτια και το μυαλό σου
Ακολούθα τρέχοντας τον ήλιο ακόμη και μες στη σκιά.

ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΑΝΩ

«Πώς θα μπορέσω ν' ανέβω γρηγορότερα στην κορφή του βουνού;»
«Ανέβαινε συνέχεια και μην το σκέφτεσαι πολύ».

ΤΟ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ ΤΟΥ ΒΑΝΑΥΣΟΥ

Ποτέ σου μην παρακαλάς! Άσε τα κλαψουρίσματα! Παίρνε, σου λέω, πάντα παίρνε!

ΣΤΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

Μου είναι απεχθείς οι στενές ψυχές.
Μέσα τους δεν υπάρχει τίποτα καλό και τίποτα κακό.

Φρίντριχ Νίτσε, Η Χαρούμενη Γνώση

Μίλαν Κούντερα: Τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρη­τες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα. Τι φριχτή ιδέα!

Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης.

Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).

Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπο­ρούν, σ' αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ' όλη τους τη λαμπρή ελα­φρότητα.

Στ' αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελα­φρότητα;

Το πιο βαρύ φορτίο μάς συνθλίβει, μας κάνει να λυγίζουμε κάτω απ' αυτό, μας πιέζει στο έδαφος.

Αλλά, στην ερωτική ποίηση όλων των αι­ώνων, η γυναίκα επιθυμεί να δεχτεί το φορτίο του αντρικού κορμιού.

Το πιο βαρύ φορτίο είναι λοιπόν ταυτόχρονα και η εικόνα της πιο έντονης ζωικής ολοκλήρωσης.

Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο πιο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο είναι πιο αληθινή πιο πραγματική.

Σ' αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ΄τον άνεμο, να πετάει, ν΄απομακρύνεται από τη γη, απ΄το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμιση αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς σημασία.

Λοιπόν, τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;

Πρόκειται για το ερώτημα που έθεσε ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατ' αυτόν, το Σύμπαν είναι χωρισμένο σε ζεύγη αντιθέτων: το φως - το σκοτάδι, το παχύ - το λεπτό, το ζεστό - το κρύο, το είναι - το μη είναι.

Θεωρούσε ότι ένας από τους πόλους της αντίφασης είναι θετικός (το φωτεινό, το ζεστό, το λεπτό, το είναι), ο άλλος αρνητικός.

Αυτός ο διαχωρισμός σε πόλους, θετικό και αρνητικό, μπορεί να μας φανεί παιδαριωδώς εύκολος.

Εκτός από μία περίπτωση: τι είναι θετικό, το βάρος ή η ελαφρότητα;

Ο Παρμενίδης απαντούσε: το ελαφρύ είναι θετικό, το βαρύ είναι αρ­νητικό.

Είχε δίκιο ή όχι; Ιδού η απορία.

Ένα πράγμα είναι βέβαιο.

Η αντίφαση βαρύ-ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης και η πιο διφορούμενη απ' όλες τις αντιφάσεις.

Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Ίσως υπάρχουν σωσίες µας οι οποίοι ζουν εντελώς διαφορετικές ζωές σε άλλα παράλληλα σύμπαντα

Σήµερα πολλοί από τους κορυφαίους φυσικούς στον κόσµο ξεκινούν αυτή την κοσµική αναζήτηση, η οποία θα συµβάλει στο να κατανοήσουµε ουσιαστικά την πραγµατικότητα και το νόηµα της ύπαρξης. Θα ήταν το επιστέγασµα χιλιάδων ετών επιστηµονικής έρευνας, εφόσον και ορισµένοι αρχαίοι πολιτισµοί διερευνούσαν το πώς δηµιουργήθηκε το Σύµπαν και από τι είναι φτιαγµένο. Απώτερος στόχος της “Θεωρίας των πάντων” είναι να συνδυάσει τη “Θεωρία της σχετικότητας” του Αϊνστάιν µε τον παράξενο κόσµο της κβαντικής θεωρίας.

Στην ουσία, η “Θεωρία της σχετικότητας” εµβαθύνει στα πιο σπουδαία κοσµικά φαινόµενα: όπως οι µαύρες τρύπες και η γέννηση του Σύµπαντος. Ο τοµέας της σχετικότητας περιλαµβάνει ολόκληρο το Σύµπαν. Από την άλλη, η κβαντική θεωρία διερευνά τη συµπεριφορά της ύλης σε πιο µικροσκοπική κλίµακα. Αντικείµενό της είναι τα πλέον µικροσκοπικά σωµατίδια της φύσης, δηλαδή αυτά που κρύβονται βαθιά στον πυρήνα του ατόµου.

Τo “πάντρεµα” αυτών των δύο πεδίων σκέψης και η διαµόρφωση µίας συνεκτικής θεωρίας είναι ένα φιλόδοξο εγχείρηµα, το οποίο βασίζεται και οικοδοµείται πάνω στα θεµέλια που έβαλε ο Αϊνστάιν. Για να έχει αποτέλεσµα, όµως, οι επιστήµονες θα πρέπει πρώτα να καθορίσουν µια ζωτικής σηµασίας αλήθεια: πώς δηµιουργήθηκε το Σύµπαν.

Εδώ είναι που τα δύο πεδία σκέψης αποκλίνουν.

Εάν δεχθούµε τη “Θεωρία της σχετικότητας” του Αϊνστάιν, τότε το Σύµπαν µοιάζει µε φυσαλίδα η οποία διαστέλλεται. Εµείς ζούµε στο περίβληµα αυτής της φυσαλίδας, η οποία εξερράγη πριν από 13,8 δισεκατοµµύρια χρόνια: αναφέροµαι στη Μεγάλη Έκρηξη. Αυτή γέννησε το µοναδικό Σύµπαν, όπως το γνωρίζουµε.

Η κβαντική θεωρία στηρίζεται σε µια θεµελιωδώς διαφορετική παράµετρο: την πολλαπλότητα. Τα υποατοµικά σωµατίδια µπορούν να υπάρχουν συγχρόνως σε διαφορετικές καταστάσεις. Για παράδειγµα, το ηλεκτρόνιο: ένα υποατοµικό σωµατίδιο µε αρνητικό φορτίο. Θαυµαστές συσκευές της καθηµερινότητας, όπως το ραδιόφωνο, οι υπολογιστές και τo λέιζερ, οφείλουν την ύπαρξή τους στο ηλεκτρόνιο, που, κατά µία έννοια, µπορεί να βρίσκεται σε πολλά µέρη ταυτόχρονα. Η συµπεριφορά του αψηφά τη συµβατική αντίληψη που έχουµε για την πραγµατικότητα.

Εδώ είναι το κλειδί: όπως η κβαντική θεωρία µάς “επιβάλλει” να δεχθούµε ότι υπάρχουν πολλαπλά ηλεκτρόνια την ίδια στιγµή, έτσι και η εφαρµογή αυτής της θεωρίας σε ολόκληρο το Σύµπαν µάς “επιβάλλει” να δεχτούµε ότι υπάρχουν πολλαπλά σύµπαντα – ένα Πολυσύµπαν από Σύµπαντα. Με την ίδια λογική, η µία και µόνη φυσαλίδα που συνέλαβε η διάνοια του Αϊνστάιν µετατρέπεται σε ένα “σύννεφο” φυσαλίδων από παράλληλα Σύµπαντα, που συνέχεια “αυτοεκρήγνυνται” ή σκάνε από την πρόσκρουσή τους µε άλλες φυσαλίδες. Στο σενάριο αυτό, µια Μεγάλη Έκρηξη θα µπορούσε να συµβαίνει διαρκώς κάπου µακριά, προκαλώντας την απόσχιση ή την ένωση αυτών των Συµπάντων που παροµοιάζουµε µε φυσαλίδες.

Στη Φυσική, η έννοια του Πολυσύµπαντος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο ενός πρωτοπόρου πεδίου µελέτης, το οποίο βασίζεται στη “Θεωρία των πάντων”. Πρόκειται για τη “Θεωρία των χορδών”, όπου επικεντρώνεται η έρευνά µου. Σύµφωνα µε αυτήν, τα υποατοµικά σωµατίδια είναι απλώς διαφορετικές νότες σε µια µικροσκοπική χορδή που πάλλεται, γεγονός που εξηγεί γιατί υπάρχουν τόσα πολλά. Κάθε δόνηση της χορδής, ή αντήχηση, αντιστοιχεί και σε άλλο σωµατίδιο. Οι αρµονίες της χορδής αντιστοιχούν στους νόµους της Φυσικής. Οι µελωδίες της χορδής εξηγούν τη Χηµεία.

Υπό αυτό το πρίσµα, το Σύµπαν είναι µια συµφωνία εγχόρδων. Η “Θεωρία των χορδών” υποστηρίζει ότι υπάρχει άπειρος αριθµός παράλληλων Συµπάντων και ότι το Σύµπαν µας είναι απλώς ένα από αυτά.

Μια συζήτηση που κάναµε κάποτε µε τον Νοµπελίστα φυσικό Steven Weinberg αποτυπώνει παραστατικά τη θεωρία. “Φαντάσου να κάθεσαι στο σαλόνι σου”, µου είπε, “και να ακούς ραδιόφωνο. Στο δωµάτιο υπάρχουν κύµατα από εκατοντάδες ραδιοφωνικούς σταθµούς, όµως το ραδιόφωνό σου είναι συντονισµένο σε µία µόνο συχνότητα. Μπορείς να ακούσεις µόνο τον σταθµό που µεταδίδει η συσκευή σου – εν ολίγοις, ο σταθµός που ακούς δονείται σε αρµονία µε το τρανζίστορ σου”.

Τώρα φανταστείτε πως το σαλόνι σας είναι γεµάτο µε τα κύµατα όλων των ηλεκτρονίων και των ατόµων που δονούνται στον συγκεκριµένο χώρο. Αυτά τα κύµατα µπορεί να υποδηλώνουν διαφορετικές πραγµατικότητες – κάποια µπορεί να περιέχει δεινόσαυρους ή εξωγήινους. Ναι, µες στο σαλόνι σας. Είναι δύσκολο, όµως, να αλληλεπιδράσετε, επειδή δεν δονείστε σε συντονισµό µαζί τους. Έχετε αποκοπεί από αυτές τις παράλληλες πραγµατικότητες.

Υπάρχει µια άσκηση που οι συνάδελφοί µου και εγώ βάζουµε καµιά φορά στους διδακτορικούς φοιτητές στο τµήµα Θεωρίας της Φυσικής. Τους ζητάµε να λύσουν ένα πρόβληµα υπολογίζοντας την πιθανότητα να ξυπνήσει κάποιος αύριο στον πλανήτη Άρη. Η κβαντική θεωρία στηρίζεται στην “Αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενµπεργκ”, η οποία αφήνει µια µικρή πιθανότητα να υπάρξουµε και σε µέρη όπως ο Άρης. Εποµένως, υπάρχει µια ελάχιστη µα µετρήσιµη πιθανότητα το κβαντικό µας κύµα να διαπεράσει τον χωροχρόνο και να βρεθεί στον Άρη.

Εάν, όµως, κάνετε τους υπολογισµούς, θα διαπιστώσετε πως, για να συµβεί αυτό, θα χρειαστεί να περιµένετε περισσότερο από όση είναι η ηλικία του Σύµπαντος. Εποµένως, το πιθανότερο είναι αύριο να ξυπνήσετε στο κρεβάτι σας και όχι στον Άρη. Παραφράζοντας τον σπουδαίο Βρετανό γενετιστή J.B.S. Haldane, η πραγµατικότητα δεν είναι πιο αλλόκοτη από όσο υποθέτουµε, αλλά πιο αλλόκοτη από όσο µπορούµε να υποθέσουµε.

Έχουν περάσει πάνω από 60 χρόνια από τον θάνατο του Αϊνστάιν, και ακόµη ανατρέχω σε εκείνη τη φωτογραφία που πρωτοείδα 8 ετών: το γραφείο του, το ηµιτελές έργο του, η µεγάλη επίδραση. Στην προσπάθειά µας να συνθέσουµε δύο αντίθετες οπτικές για το Σύµπαν, έχουµε αποµείνει µε µια σειρά θεµελιωδών ερωτηµάτων που ακόµη αναζητούν απαντήσεις. Μπορεί να υπάρχουµε σε πολλαπλές καταστάσεις; Τι θα συνέβαινε εάν είχαµε επιλέξει διαφορετική επαγγελµατική σταδιοδροµία; Εάν είχαµε παντρευτεί άλλο άτοµο; Εάν –µε κάποιον τρόπο– µπορούσαµε να αλλάξουµε την έκβαση καθοριστικών για τη ζωή µας γεγονότων από το παρελθόν; Όπως έγραψε κάποτε ο Αϊνστάιν, “ο διαχωρισµός ανάµεσα στο παρελθόν, το παρόν και το µέλλον είναι απλώς µια εµµονική ψευδαίσθηση”.

Ίσως υπάρχουν σωσίες µας οι οποίοι ζουν εντελώς διαφορετικές ζωές. Εάν η “Θεωρία των πάντων” ισχύει, τότε ίσως υπάρχει ένα παράλληλο Σύµπαν όπου είµαστε δισεκατοµµυριούχοι και σχεδιάζουµε την επόµενη απόδρασή µας ή όπου ζούµε άστεγοι αναζητώντας απεγνωσµένα το επόµενο γεύµα µας. Ποιος ξέρει; Μια απλή κβαντική διακλάδωση στην πορεία µας µπορεί να έχει κάνει όλη τη διαφορά.

Η «εμπλεγμένη» οικογένεια

Η «εμπλεγμένη» οικογένεια και οι δυσκολίες αυτονόμησης των μελών της. Ένα πλαίσιο αγχωτικής οικογένειας, ένα είδος ανασφαλούς προσκόλλησης, μία οικογένεια που χαρακτηρίζεται από άκαμπτα όρια με τον έξω κόσμο και εμπλοκής με τα μέλη της, αντιπροσωπεύει ένα πιθανό εμπόδιο για την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας απομάκρυνσης των μελών της και για την δημιουργία μιας υγιούς αυτοεκτίμησης.

Στο παιδί που μεταφέρεται συνεχώς το μήνυμα, ότι ο έξωκόσμος είναι επικίνδυνος, ότι μόνο στο σπίτι του υπάρχει ασφάλεια, ότι μόνο η οικογένειά του μπορεί να είναι ένα πολύτιμο σημείο αναφοράς, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό το παιδί θα αναπτύξει κάποια χαρακτηριστικά εξάρτησης από τα πρόσωπα αναφοράς και ταυτόχρονα ένα αίσθημα ανασφάλειαςπου θα παγιδεύσουν τις ικανότητές του για αυτονόμηση, αρχίζοντας ήδη από την εφηβική περίοδο.

Αυτές οι δυσκολίες του, ανάλογα με την παρουσία ή απουσία παραγόντων αντιστάθμισης, μπορούν να συνεχιστούν, εάν δεν τις αντιμετωπίσει κατάλληλα, σε όλη την ενήλικη ζωή του.

Η κλινική πραγματικότητα αναφέρει όλο και πιο συχνά εφήβους που αντιμετωπίζουν τέτοιες αρνητικές επιπτώσεις, όταν π.χ. πρέπει να φύγουν για σπουδές σε μία άλλη πόλη ή χώρα ή όταν μπαίνουν για πρώτη φορά στον κόσμο της εργασίας ή όταν ακόμη θα χρειαστεί να αναμετρηθούν στις συναισθηματικές σχέσεις.

Όταν λοιπόν θα χρειαστεί να δοκιμαστούν σε άγνωστους και μη προστατευτικούς χώρους, θα αναδυθούν όλες εκείνες οι δυσκολίες που παρέμεναν σε λανθάνουσα μέχρι τότε μορφή και ορισμένες φορές με πολύ αρνητικές συνέπειες για την ψυχολογική τους ευημερία.

Αφορά άτομα στα οποία έχουν μεταφερθεί ειδικές «εντολές της οικογένειας» – μαζί με καθήκοντα, ρόλους και προσδοκίες που κάθε μέλος καλείται να καλύψει και να ικανοποιήσει- «εντολές» που είναι δεσμευτικές και περιοριστικές, στοχεύοντας να εμποδίσουν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, την απομάκρυνσή τους από την οικογενειακή εστία.

Αυτού του είδους η οικογένεια που την ονομάζω «εμπλεγμένη», δεν επιτρέπει στα μέλη της να εξερευνήσουν αυτόνομα τον κόσμο. Εφαρμόζει εκλεπτυσμένες στρατηγικές ελέγχου, περισσότερο ή λιγότερο σαφείς και ενεργεί πάνω στο αίσθημα ενοχής.

Τα όρια μεταξύ των μελών είναι πολύ ασταθή, όλοι εισβάλουν σε όλα, όλοι εξαρτώνται από όλους, καθένας υιοθετεί μια συμπεριφορά προκειμένου να αποφύγει τη μοναξιά, την απόρριψη και την εγκατάλειψη.

Στον γιο ή στην κόρη που δεν επιτρέπεται η ελευθερία της απομάκρυνσης, για να μην κινδυνεύσει να υποφέρει, να κάνει λάθη, δεν θα του δοθεί καν η ευκαιρία να μάθει να διαχειρίζεται τον πόνο του αποχωρισμού, να διορθώσει τα λάθη του και να σηκωθεί μετά από μία αποτυχία.

Αρχαίοι Κυνικοί: εξέγερση Βίου

Από τον Σωκράτη στους Κυνικούς

§1

Ποιοι είναι οι Κυνικοί; Φιλοσοφικά αναδύονται ως μια «αιρετική» διεκδίκηση του ορθού μέσα στον κατακερματισμό της ελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο κατακερματισμός άρχισε να γίνεται αισθητός από το δεύτερο ήμισυ του 5ου π.Χ. αιώνα· αποκορυφώθηκε δε κατά τον 4ο αι. και εντεύθεν. Η Κυνική φιλοσοφία δεν χάραξε κάποια χωριστή αλλά συμβατή κατεύθυνση με την κανονιστική πορεία της τοτινής κοινωνίας και πολιτείας των ανθρώπων. Απεναντίας εξέφραζε τάσεις στοχαστικής και εν ταυτώ βιωματικής απόσυρσης ως κριτικής εναντίωσης στη μαζική έκφραση της παρακμασμένης ανθρώπινης κοινότητας. Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από ποικίλες διακυμάνσεις και αποκλίσεις. Ωστόσο, κατά την ύστερη περίοδο εξέλιξης του Κυνισμού, ας πούμε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, εμφανιζόταν μια πιο ομοιογενής τάση προς τον «μονώτην βίον». Αυτός ο βίος ταιριάζει στον Κυνικό σοφό, γιατί του επιτρέπει, όπως μας λέει ο Διογένης με τον δικό του «μονώτην βίο», να είναι μέσα στον κοινωνικό-πολιτικό θόρυβο της καθημερινότητας ο αυθεντικός, ο πραγματικός άρχοντας που δύναται και δικαιούται να διδάξει στους μη σοφούς το ορθό. Ο «αιρετικός» χαρακτήρας του Κυνικού, υπό ένα πιο ευρύ βλέμμα βέβαια, έγκειται στο να αναδεικνύει την Κυνική σύζευξη θεωρείν και πράττειν ως το υπόδειγμα, δυνάμει του οποίου μπορεί και πρέπει να οργανώνεται ο ιδιωτικός και ο δημόσιος/πολιτικός βίος των ανθρώπων. Έτσι η «αιρετική» του διεκδίκηση ηχεί περισσότερο ως ανειλημμένη αποστολή για μεταρρύθμιση της κοινωνίας σύμφωνα με το «πολύτροπο» (Αντισθένης) του σοφού. Το πολύτροπο σημαίνει πως ο σοφός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους ακροατές του, αλλά και τον «καιρόν», δηλ. τις εκάστοτε συνθήκες και περιστάσεις. Με γνώμονα αυτό το «πολύτροπον», ο σοφός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε ειδικούς που θέλουν να ακούσουν ή να μάθουν και μη ειδικούς. Και τούτο δεν θα μπορούσε να συμβεί στην περίπτωση της Κυνικής φιλοσοφίας, γιατί τότε θα έπαυε να είναι «αίρεσις βίου».

§2

Από τη σκοπιά της ιστορίας της φιλοσοφίας η Κυνική φιλοσοφία φαίνεται να ανάγει τις θεμελιώδεις καταβολές της στη Σωκρατική φιλοσοφία. Συνιστά, ως ένα μεγάλο βαθμό, ένα είδος φιλοσοφικής εξέγερσης ενάντια στη θεωρητική και στοχαστική μετεξέλιξη που υπέστη το πρωταρχικό φιλοσοφικό θεώρημα εν όλω του Σωκράτη. Έτσι ξαναπιάνει το νήμα της Σωκρατικής θεώρησης των πραγμάτων και κηρύσσει την έμπρακτη περισσότερο εφαρμογή του αγαθού παρά την επιστημονική του θεώρηση. Ακριβώς όπως και στον Σωκράτη, οι Κυνικοί αναγνωρίζουν ως βασική θεμιτή αρχή του βίου –θεωρητικού και πρακτικού– τη μετάβαση από την πράξη στη σκέψη και όχι αντίστροφα. Αυτή η πράξη κατανοείται, για τους Κυνικούς, κυρίως ως ένας σωκρατικός τρόπος ύπαρξης, με όλες βέβαια τις διαφοροποιήσεις που υπαγορεύουν οι διαφορετικές συνθήκες δράσης. Σωκρατικός τρόπος ύπαρξης για αυτούς σημαίνει πρωτίστως ανα-τροπή της τελετουργικής ιεράρχησης των αξιών και άμεση αναζήτηση, καθίδρυση μιας μορφής ηθικής τέχνης, η οποία οξύνει τον ανθρώπινο νου και τον καθιστά ικανό σε όλα τα επίπεδα της ζωής, από το ηθικό με την στενή έννοια του όρου ως το οικονομικό και πολιτικό, να έχει άμεση και καθαρή εποπτεία των πραγμάτων. Τούτη η αμεσότητα, η καθαρότητα του εποπτεύειν εφαρμόζεται ως ένας συνεχής, κοπιαστικός έλεγχος του δημόσιου λέγειν και πράττειν. Ένας τέτοιος έλεγχος λαμβάνει, μέσα από την άμεση πράξη και στάση του Κυνικού σοφού, τον χαρακτήρα ενός ανηλεούς «σφυροκοπήματος» του οποιουδήποτε ανίδεου όντος, που θέλει είτε να «κυβερνήσει» είτε να «φιλοσοφήσει» με παραμορφωτικό τρόπο, δηλαδή έξω από τον πόνο [=από τον κόπο της εργασίας] και την άσκηση. Όπως ο τεχνικός, κατά την ηθική τέχνη των Κυνικών, ξέρει το αντικείμενό του, όχι όταν το θεωρεί γενικά, αλλά μόνο όταν το πιάνει με τα χέρια του και το υποβάλλει σε εξαντλητική, σε πρακτική και ουσιώδη επεξεργασία, ώστε να αυτο-εξαγνίζεται και ο ίδιος, να γιγνώσκει εαυτόν εν έργω, έτσι και όποιος βούλεται να συμβάλει στην κατασκευή, στην οικοδόμηση του ορθού βίου, είτε διανοητής είτε πολιτικός είτε ιδιώτης, πρέπει να επιτυγχάνει την «παραχάραξη του νομίσματος» (Διογένης), δηλαδή εν έργω να ξεθεμελιώνει τις ψευδείς γνώμες περί του πράττειν και περί του εαυτού του και με ένθερμη διαύγεια ήθους και λόγου να πορεύεται προς το «εστί» των πραγμάτων:

«Να αναζητείς τους πιο πυκνοκατοικημένους τόπους και να θέλεις σ’ αυτούς να μένεις μόνος σου και χωρίς συντροφιά κι ούτε να δέχεσαι φίλο ή φιλοξενούμενο· όλα τούτα καταργούν την εξουσία. Μπροστά σε όλους να κάνεις θαρρετά όσα δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει ιδιαιτέρως, κι από τις σαρκικές ηδονές να προτιμάς τις πιο καταγέλαστες … Δεν θα σου χρειαστεί ούτε μόρφωση ούτε λόγια και φλυαρίες … αρκεί να είσαι αναιδής και θρασύς και να έχεις μάθει καλά να εξευτελίζεις».

Λόγος ειρωνικός, αλλά με βαθύ νόημα περιγράφει ό,τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα της αγοράς, στη μαζική δηλ. κοινωνία, εκείνη την εποχή αλλά, ως φαίνεται, και σήμερα. Συμβαίνει πράγματι στον χώρο της αγοράς να αναπτύσσεται δράση και αντίδραση ανάμεσα σε όμοιους και ανόμοιους. Μια δράση και αντίδραση ωστόσο, που λόγω της ενδότερης στοχαστικότητάς της με τον δικό της κυνικό τρόπο όχι, δεν είναι δράση εκφυλισμένων όντων, όπως συμβαίνει στην ενδοχώρα της δυσώδους κοινωνικο-πολιτικής αγοράς του σήμερα: οι ανίκανοι και οι φαύλοι, είτε δεσμώτες/οπαδοί των εκάστοτε κυβερνητών είναι αυτοί είτε κυβερνήτες των δεσμωτών, να θεωρούν εαυτόν αναντικατάστατο «αναμορφωτή» των ιστορικών μας πεπρωμένων.

Επίκουρος: Επιστολή προς Μενοικέα

Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργεί να φιλοσοφεί ούτε και όταν φτάσει στα γηρατειά να λυπάται τον κόπο να φιλοσοφεί. Γιατί κανείς δεν είναι άωρος ούτε πάρωρος για εκείνο που κάνει την ψυχή να υγιαίνει. Όποιος λέει ότι ακόμη δεν είναι καιρός ή ότι πέρασε ο καιρός για να φιλοσοφεί, μοιάζει μ’ αυτόν που λέει πως δεν ήρθε ή ότι πέρασε ο καιρός για την ευδαιμονία. Επομένως πρέπει να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος. Ο νέος για να είναι νέος μαζί και γέρος λόγω της αφοβίας για εκείνα που θα έρθουν, ο γέρος για να παραμένει νέος με την ανάμνηση των αγαθών που χάρηκε. Πρέπει, λοιπόν, να μελετήσουμε όσα κάνουν την ευδαιμονία, γιατί όταν αυτή την έχουμε, τα έχουμε όλα, όταν πάλι τη στερηθούμε, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Όσα συνεχώς σου παράγγελνα αυτά και να τα κάνεις και να τα μελετάς, θεωρώντας τα στοιχεία της σωστής ζωής. Πρώτα πρώτα τον θεό να τον θεωρείς όν, άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράσταση του θεού, και να μην του φορτώνεις τίποτα ξένο προς την αφθαρσία του και αταίριαστο στη μακαριότητά του. Αντίθετα να φρονείς γι’ αυτόν κάθε τι που μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Διότι οι θεοί υπάρχουν, εφ’ όσον η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος. Διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση για τους θεούς. Ασεβής δεν είναι εκείνος που δεν παραδέχεται τους θεούς πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών.

Ό,τι φρονούν οι πολλοί για τους θεούς δεν είναι γνώση αλλά προλήψεις, από όπου, στους κακούς προκαλούνται από τους θεούς οι μεγαλύτερες βλάβες και οι ωφέλειες στους καλούς. Γιατί επειδή οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές αποδέχονται όλους τους όμοιους και θεωρούν ξένο κάθε τι που δεν είναι τέτοιο.

Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι’ αυτό η σωστή γνώση πως ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για εμάς, κάνει να χαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι επειδή μας φορτώνει ατελείωτα χρόνια, αλλά επειδή μας αφαιρεί τον κόπο της αθανασίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα φοβερό στη ζωή του ανθρώπου αν έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτα φοβερό γι’ αυτόν που παύει να ζει. Επομένως, ανόητος είναι εκείνος ο οποίος λέει ότι φοβάται το θάνατο όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν θα έρθει αλλά γιατί τον στενοχωρεί το ότι θα έρθει. Γιατί εκείνο που δεν μας ενοχλεί όταν είναι μπροστά μας, άδικα μας στενοχωρεί όταν το περιμένουμε. Το πιο φρικιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί ακριβώς, όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν όμως ο θάνατος είναι παρών τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Επομένως, ούτε με τους ζωντανούς έχει σχέση ούτε με τους πεθαμένους, γιατί ακριβώς για τους ζωντανούς δεν υπάρχει (ο θάνατος), οι δε πεθαμένοι δεν υπάρχουν (όταν έλθει). Ο πολύς όμως κόσμος άλλοτε αποφεύγει τον θάνατο σα μέγιστο κακό, κι άλλοτε τον επιδιώκει σαν ανάπαυση των δυσκολιών της ζωής. Ο σοφός όμως ούτε εγκαταλείπει τη ζωή, ούτε φοβάται το να μη ζει, γιατί δεν θεωρεί κακό το να μη ζει ούτε του είναι πόθος το να ζει. Γιατί όπως φαγητό δεν διαλέγει το περισσότερο, αλλά το πιο νόστιμο, έτσι και στη ζωή δεν ζητάει τον περισσότερο χρόνο, αλλά τον πιο ευχάριστο. Αυτός δε που παραγγέλει στον νέο να ζει καλά, ενώ τον γέροντα να έχει καλά γεράματα είναι ανόητος, όχι μόνο γιατί η ζωή έχει τις χάρες της αλλά και γιατί αυτές είναι η μελέτη του να ζει κανείς καλά και να πεθαίνει καλά. Αλλά πολύ χειρότερος είναι και εκείνος που λέει:

καλό είναι να μην γεννηθεί ο άνθρωπος, αφού όμως γεννήθηκε να περάσει τις πύλες του Άδη όσο μπορεί γρηγορότερα.

Γιατί αν αυτό το λέει επειδή το πιστεύει, πως λοιπόν δεν φεύγει από τη ζωή; γιατί αυτό του είναι εύκολο, εάν βέβαια το έχει πάρει απόφαση. Εάν όμως το λέει κοροϊδεύοντας, είναι απερίσκεπτος σε πράγματα που δεν επιδέχονται αστεία. Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι το μέλλον ούτε είναι εξ ολοκλήρου δικό μας, ούτε δεν είναι. Ώστε να μην περιμένουμε ότι σίγουρα θα είναι δικό μας, ούτε εξ ολοκλήρου να απελπιζόμαστε ότι δεν θα είναι.

Θα πρέπει να αναλογιστούμε και ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες και από τις φυσικές άλλες είναι αναγκαίες και άλλες μονάχα φυσικές. Από τις αναγκαίες επιθυμίες, άλλες είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, άλλες για την ανάπαυση του σώματος και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η χωρίς πλάνη μελέτη αυτών μας οδηγεί στο να ανάγουμε κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και στην αταραξία της ψυχής, εφ’ όσον αυτός είναι ο σκοπός της μακάριας ζωής. Γιατί όλα γι’ αυτό τα κάνουμε, για να μην πονάμε και για να μην ταραζόμαστε. Άπαξ και τούτο διασφαλιστεί για εμάς, γαληνεύει η βαρυχειμωνιά της ψυχής, διότι ο άνθρωπος δεν έχει πια ανάγκη να τρέξει να κυνηγήσει κάτι για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν υποφέρουμε από τη στέρησή της. Όταν όμως δεν υποφέρουμε, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

Και για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθό σύμφυτο μ’ εμάς, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση και αποφυγή και σ’ αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σαν κανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό. Και επειδή αυτή είναι το πρώτο και έμφυτο αγαθό, γι’ αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταν από αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Κατά τον ίδιο τρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλές ηδονές, εφ’ όσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή, όταν υπομείνουμε πολύ χρόνο τους πόνους. Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχει συγγενική φύση με εμάς είναι καλό, δεν προτιμάται όμως κάθε ηδονή. Όπως ακριβώς κάθε πόνος είναι κακό, όμως από τη φύση του δεν είναι αποφευκτός κάθε πόνος. Όλα όμως αυτά επιβάλλεται να κριθούν με συγκριτική μεταξύ τους κλίμακα και προσεχτικό καταλογισμό του τι είναι από τα συμφέροντα και του τι δεν είναι. Γιατί μερικές φορές χρησιμοποιούμε το μεν αγαθό σαν κακό, το δε κακό αντίθετα σαν καλό.

Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε μεγάλο αγαθό όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα αν δεν έχουμε πολλά, με πλήρη πεποίθηση ότι με μεγάλη ευχαρίστηση απολαμβάνουν την πολυτέλεια αυτοί που την έχουν ελάχιστα ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό είναι ευκολοπόριστο, ενώ το περιττό δυσκολοπόριστο. Και τα λιτά γεύματα δίνουν την ίδια ευχαρίστηση με τα πολυτελή δείπνα εφ’ όσον εξαλείφουν τελείως όλο τον πόνο που προέρχεται από την έλλειψη. Και το ψωμί και το νερό προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, εφ’ όσον τα παίρνει κάποιος όταν τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει κανείς σε απλή και όχι πολυτελή διατροφή και στην υγεία του είναι ωφέλιμο και στις αναγκαίες του βίου ενασχολήσεις ακούραστο τον κάνει και όταν, λοιπόν, κατά διαστήματα καταλήγουμε σε πολυδάπανες δίαιτες, τις απολαμβάνουμε καλύτερα και απέναντι στις μεταπτώσεις της τύχης μας κάνει άφοβους. Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτές των απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονται ή (είναι) κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάει κανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται στην ψυχή. Γιατί δεν είναι τα μεθύσια και οι αδιάκοπες διασκεδάσεις ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων όσα προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, εκείνα που γεννούν την ευχάριστη ζωή, αλλά ο νηφάλιος λογισμός που ερευνά στο βάθος τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή αποφυγή, και που διώχνει τις δοξασίες από τις οποίες μεγάλη ταραχή κυριεύει τις ψυχές.

Αρχή όλων αυτών και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση. Γι’ αυτό και πολυτιμότερο από τη φιλοσοφία είναι η φρόνηση, διότι απ’ αυτήν όλες οι υπόλοιπες αρετές έχουν βγει, και επειδή διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζει φρόνιμα και ηθικά και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείς φρόνιμα και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα. Γιατί οι αρετές έχουν φυτρώσει από την ίδια ρίζα με την ευχάριστη ζωή και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές.

Γιατί ποιος νομίζεις ότι είναι ανώτερος από αυτόν που έχει σωστές απόψεις για τον θεό και ο οποίος έχει λυτρωθεί τελείως από το φόβο του θανάτου και ο οποίος έχει συνειδητοποιήσει το σκοπό που έθεσε η φύση και ο οποίος πιστεύει πόσο εύκολα μπορεί να αναζητηθεί και να επιτευχθεί το ύψιστο αγαθό και πόσο η διάρκεια ή η ένταση των δεινών είναι σύντομη; Την δε ειμαρμένη του προτείνουν μερικοί ως κυρίαρχο των πάντων, πόσο αυτός κοροϊδεύει βεβαιώνοντας ότι μερικά κατ’ ανάγκη συμβαίνουν, άλλα κατά τύχη κι άλλα από εμάς, επειδή βλέπει ότι η μεν ανάγκη είναι ανεύθυνη η δε τύχη άστατη, η δική μας όμως δραστηριότητα είναι ελεύθερη, γι’ αυτό από τη φύση του είναι να υπόκειται σε μομφή ή να επαινείται, γιατί είναι προτιμότερο να ακολουθούμε το μύθο και τους θεούς παρά να υποτασσόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικών φιλοσόφων. Γιατί ο μύθος για τους θεούς αφήνει να διαφαίνεται κάποια ελπίδα εξιλέωσης με τη μεσολάβηση της τιμής προς τους θεούς. Η ειμαρμένη εμφανίζει την ανάγκη να μη γνωρίζει εξιλέωση. Την τύχη ούτε θεό την θεωρεί, όπως την θεωρούν οι πολλοί, γιατί από τον θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα, ούτε την θεωρεί αβέβαιη έστω αιτία, γιατί δεν πιστεύει ότι από αυτή παρέχεται το αγαθό ή το κακό για την μακαριότητα των ανθρώπων, παρ’ όλο που δημιουργεί την αφετηρία για μεγάλα αγαθά ή κακά. Πιστεύει, λοιπόν, ότι είναι καλύτερο να ατυχήσει κανείς μετά από σωστή σκέψη, παρά να ευτυχήσει παράλογα. Διότι είναι καλύτερο στις πράξεις των ανθρώπων εκείνο που σωστά επιλέχθηκε να αποτύχει, παρά εκείνο που κακώς επιλέχθηκε να πετύχει λόγω τύχης.

Να μελετάς, λοιπόν, αυτά τα συγγενικά με αυτά, μέρα και νύχτα μόνος σου ή μαζί με όμοιον με σένα και ποτέ ούτε στον ύπνο σου ούτε στον ξύπνιο σου θα διαταραχθείς, θα ζήσεις δε σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων. Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ζώο άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 3.104.1–3.104.6

Καθαρμός της Δήλου από τους Αθηναίους

Στο τέλος του καλοκαιριού του 427 π.Χ. οι Αθηναίοι έστειλαν για πρώτη φορά στη Σικελία είκοσι τριήρεις με αρχηγούς τους Λάχητα και Χαροιάδη. Αυτό το μικρό εκστρατευτικό σώμα έλαβε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Στο σημείο αυτό ο ιστορικός περιγράφει ένα γεγονός που συνέβη τον χειμώνα του 426/5 π.Χ. και δεν σχετίζεται με τον πόλεμο.


[3.104.1] Τοῦ δ’ αὐτοῦ χειμῶνος καὶ Δῆλον ἐκάθηραν Ἀθηναῖοι
κατὰ χρησμὸν δή τινα. ἐκάθηρε μὲν γὰρ καὶ Πεισίστρατος
ὁ τύραννος πρότερον αὐτήν, οὐχ ἅπασαν, ἀλλ’ ὅσον ἀπὸ τοῦ
ἱεροῦ ἐφεωρᾶτο τῆς νήσου· τότε δὲ πᾶσα ἐκαθάρθη τοιῷδε
τρόπῳ. [3.104.2] θῆκαι ὅσαι ἦσαν τῶν τεθνεώτων ἐν Δήλῳ, πάσας
ἀνεῖλον, καὶ τὸ λοιπὸν προεῖπον μήτε ἐναποθνῄσκειν ἐν τῇ
νήσῳ μήτε ἐντίκτειν, ἀλλ’ ἐς τὴν Ῥήνειαν διακομίζεσθαι.
ἀπέχει δὲ ἡ Ῥήνεια τῆς Δήλου οὕτως ὀλίγον ὥστε Πολυ-
κράτης ὁ Σαμίων τύραννος ἰσχύσας τινὰ χρόνον ναυτικῷ
καὶ τῶν τε ἄλλων νήσων ἄρξας καὶ τὴν Ῥήνειαν ἑλὼν
ἀνέθηκε τῷ Ἀπόλλωνι τῷ Δηλίῳ ἁλύσει δήσας πρὸς τὴν
Δῆλον. καὶ τὴν πεντετηρίδα τότε πρῶτον μετὰ τὴν κάθαρσιν
ἐποίησαν οἱ Ἀθηναῖοι τὰ Δήλια. [3.104.3] ἦν δέ ποτε καὶ τὸ πάλαι
μεγάλη ξύνοδος ἐς τὴν Δῆλον τῶν Ἰώνων τε καὶ περικτιόνων
νησιωτῶν· ξύν τε γὰρ γυναιξὶ καὶ παισὶν ἐθεώρουν, ὥσπερ
νῦν ἐς τὰ Ἐφέσια Ἴωνες, καὶ ἀγὼν ἐποιεῖτο αὐτόθι καὶ
γυμνικὸς καὶ μουσικός, χορούς τε ἀνῆγον αἱ πόλεις. [3.104.4] δηλοῖ
δὲ μάλιστα Ὅμηρος ὅτι τοιαῦτα ἦν ἐν τοῖς ἔπεσι τοῖσδε, ἅ
ἐστιν ἐκ προοιμίου Ἀπόλλωνος·
ἀλλ’ ὅτε Δήλῳ, Φοῖβε, μάλιστά γε θυμὸν ἐτέρφθης,
ἔνθα τοι ἑλκεχίτωνες Ἰάονες ἠγερέθονται
σὺν σφοῖσιν τεκέεσσι γυναιξί τε σὴν ἐς ἀγυιάν·
ἔνθα σε πυγμαχίῃ τε καὶ ὀρχηστυῖ καὶ ἀοιδῇ
μνησάμενοι τέρπουσιν, ὅταν καθέσωσιν ἀγῶνα.
[3.104.5] ὅτι δὲ καὶ μουσικῆς ἀγὼν ἦν καὶ ἀγωνιούμενοι ἐφοίτων ἐν
τοῖσδε αὖ δηλοῖ, ἅ ἐστιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ προοιμίου· τὸν γὰρ
Δηλιακὸν χορὸν τῶν γυναικῶν ὑμνήσας ἐτελεύτα τοῦ ἐπαίνου
ἐς τάδε τὰ ἔπη, ἐν οἷς καὶ ἑαυτοῦ ἐπεμνήσθη·
ἀλλ’ ἄγεθ’, ἱλήκοι μὲν Ἀπόλλων Ἀρτέμιδι ξύν,
χαίρετε δ’ ὑμεῖς πᾶσαι. ἐμεῖο δὲ καὶ μετόπισθε
μνήσασθ’, ὁππότε κέν τις ἐπιχθονίων ἀνθρώπων
ἐνθάδ’ ἀνείρηται ταλαπείριος ἄλλος ἐπελθών·
«ὦ κοῦραι, τίς δ’ ὔμμιν ἀνὴρ ἥδιστος ἀοιδῶν
ἐνθάδε πωλεῖται, καὶ τέῳ τέρπεσθε μάλιστα;»
ὑμεῖς δ’ εὖ μάλα πᾶσαι ὑποκρίνασθαι ἀφήμως·
«τυφλὸς ἀνήρ, οἰκεῖ δὲ Χίῳ ἔνι παιπαλοέσσῃ.»
[3.104.6] τοσαῦτα μὲν Ὅμηρος ἐτεκμηρίωσεν ὅτι ἦν καὶ τὸ πάλαι
μεγάλη ξύνοδος καὶ ἑορτὴ ἐν τῇ Δήλῳ· ὕστερον δὲ τοὺς
μὲν χοροὺς οἱ νησιῶται καὶ οἱ Ἀθηναῖοι μεθ’ ἱερῶν ἔπεμ-
πον, τὰ δὲ περὶ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰ πλεῖστα κατελύθη ὑπὸ
ξυμφορῶν, ὡς εἰκός, πρὶν δὴ οἱ Ἀθηναῖοι τότε τὸν ἀγῶνα
ἐποίησαν καὶ ἱπποδρομίας, ὃ πρότερον οὐκ ἦν.

***
[3.104.1] Τον ίδιο χειμώνα ξεκαθάρισαν οι Αθηναίοι και τη Δήλο σύμφωνα με κάποιο χρησμό. Την είχε βέβαια καθαρίσει κι ο Πεισίστρατος ο τύραννος παλιότερα, όχι όμως ολόκληρη, αλλά όσην απόσταση μπορούσε κανείς να ιδεί ένα γύρο από το ιερό. Τώρα όμως καθαρίστηκε ολόκληρη κατά τον ακόλουθο τρόπο: [3.104.2] Όσοι τάφοι ανθρώπων που πέθαναν εκεί υπήρχαν στη Δήλο, τους εσήκωσαν όλους, κ' έβγαλαν διάτα μήτε να πεθαίνει κανείς στη Δήλο από δω και μπρος, ούτε να ξεγεννάει, αλλά να τους μεταφέρουν απέναντι στη Ρήνεια· η Ρήνεια απέχει από τη Δήλο τόσο λίγο που ο Πολυκράτης, ο τύραννος των Σαμίων, που έναν καιρό είχε μεγάλη εξουσία με το ναυτικό του και πήρε και τη Ρήνεια, την αφιέρωσε στον Απόλλωνα το Δήλιο δένοντάς τη με αλυσίδα με τη Δήλο. Και τότε, μετά τον εξαγνισμό της Δήλου, τέλεσαν για πρώτη φορά οι Αθηναίοι, τη γιορτή που γιορτάζεται κάθε πέμπτο χρόνο. [3.104.3] Γινόταν και τα παλιότερα χρόνια στη Δήλο μεγάλη σύναξη των Ιώνων και άλλων από τα γύρω νησιά· κ' έπαιρναν μέρος στις πομπές με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, όπως κάνουν και τωρ' ακόμα οι Ίωνες στα Εφέσια, και γίνονταν αγώνες εκεί τόσο αθλητικοί όσο και μουσικοί, και διάφορες πολιτείες έστελναν χορωδίες. [3.104.4] Και το δείχνει φανερά ο Όμηρος, πως γίνονταν έτσι τότε, με τους ακόλουθους στίχους από τον ύμνο στον Απόλλωνα:

Όταν στη Δήλο, Φοίβε, τόσο αναγαλλιά η καρδιά σου
σαν Ίωνες συνάζονται με τους σερτούς χιτώνες
με τα γυναικόπαιδά τους στο δρόμο το δικό σου,
σε αναθυμούνται με χορό, πάλαιμα και τραγούδι
και σου γλυκαίνουν την καρδιά σαν αρχινούν οι αγώνες.

[3.104.5] Πως γίνονταν κι αγώνες μουσικής και πως σ' αυτούς συνάζονταν από πολλά μέρη όσοι έμελλαν ν' αγωνιστούν, το δείχνει και στ' ακόλουθα, που είναι απ' τον ίδιο ύμνο. Γιατί το ποίημα, αφού πρώτα υμνεί το Δηλιακό χορό των γυναικών, καταλήγει με τούτους τους στίχους, όπου ο ποιητής αναφέρει καιτον εαυτό του:

Τώρα δεηθείτε στον Απόλλωνα και στην Άρτεμη μαζί.
Γεια και χαρά σας όλες· θυμηθείτε με τότε και με,
όποτε κάποιος άνθρωπος που ζει στην γην ετούτη
φτάσει ως εδώ βασανισμένος απ' το μόχτο και ρωτήσει:
«Σαν ποιος τραγουδιστής, κορίτσια, σας ευφραίνει πιότερο,
που εδώ συχνά γυρίζει, και με ποιον κάλλιο χαιρόσαστε;»
Τότε και σεις όλες μαζί με μια φωνή ν' αποκριθείτε:
Ο τυφλός άντρας που στη Χιο με τους γκρεμούς πάντοτε μένει.

[3.104.6] Με τα λόγια αυτά μαρτυρεί ο Όμηρος πως γινόταν τον παλιό καιρό μεγάλη σύναξη και γιορτή στη Δήλο· αργότερα όμως, τις χορωδίες τις έστελναν οι Αθηναίοι και οι νησιώτες μαζί με τα σφαχτάρια, οι περισσότερες όμως τελετές των αγώνων και πολλές άλλες εσταμάτησαν από τις συμφορές που έπεσαν όπως φαίνεται πιθανό, ώσπου οι Αθηναίοι ξαναθέσπισαν τους αγώνες, κ' έκαναν και ιπποδρομίες, που δε γίνονταν προτήτερα.