Η ιστορία της μεγάλης επαναφοράς, ή πώς να καταστρέψετε τον κλασικό φιλελευθερισμό.
Όπως θα έπρεπε να είναι σαφές μέχρι τώρα, η δήλωση του Φράνσις Φουκουγιάμα στο The End of History: The Last Man (1992) ότι είχαμε φτάσει στο «τέλος της ιστορίας» δεν σήμαινε ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός ή η οικονομία laissez-faire είχε βγει νικητής, ο κομμουνισμός και ο φασισμός ή ότι η τελική ιδεολογική ηγεμονία σηματοδότησε το τέλος του σοσιαλισμού.
Στην πραγματικότητα, για τον Φουκουγιάμα, το τέρμα της ιστορίας ήταν πάντα ο δημοκρατικός σοσιαλισμός ή η σοσιαλδημοκρατία. Όπως σημείωσε ο Hans-Hermann Hoppe στο Democracy: The God That Failed, ο «Τελευταίος Άνθρωπος» δεν ήταν ένας καπιταλιστής homo Economicus αλλά μάλλον ένας «homo socio-democraticus» (222). Το τέλος της ιστορίας, με όλες τις εγελιανές της προσχήσεις, δεν συνεπαγόταν την ήττα του σοσιαλισμού-κομμουνισμού αλλά του κλασικού φιλελευθερισμού.
Προφανώς, το μεγάλο κράτος και το μεγάλο κεφάλαιο υποτίθεται ότι είχαν φτάσει σε μια αναπόφευκτη και οριστική ύφεση.
Η Μεγάλη Επαναφορά είναι η ολοκλήρωση αυτής της τελικής ύφεσης.
Η ελίτ ανατροπή του συστήματος της ελεύθερης αγοράς και της δημοκρατικής δημοκρατίας είχε ήδη ξεκινήσει για πολλές δεκαετίες πριν από το «τέλος της ιστορίας». Σύμφωνα με τον W. Cleon Skousen στο The Naked Capitalist, ελίτ τοποθετημένες σε μεγάλες τράπεζες, μεγάλες εταιρείες, κορυφαίες δεξαμενές σκέψης, εκδοτικές εταιρείες με επιρροή, μέσα ενημέρωσης, αφορολόγητα ιδρύματα, το εκπαιδευτικό σύστημα και η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησαν να ανακατασκευάσουν τις ΗΠΑ στην εικόνα του (πρώην) κολεκτιβιστικού αντιπάλου της τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 (57-68).
Όπως σημείωσε ο Carrol Quigley στο Tragedy and Hope: A History of the World in Our Time (1966), οι ελίτ διέδιδαν σοσιαλιστικές, κομμουνιστικές και άλλες κολεκτιβιστικές ιδεολογίες στο εσωτερικό, ενώ χρηματοδοτούσαν και εξόπλιζαν τους Μπολσεβίκους στην Ρωσία και τους κομμουνιστές στο Βιετνάμ και προωθούσαν την διεθνή πολιτικές που οδήγησαν στην σκόπιμη εγκατάλειψη της Ανατολικής Ευρώπης και της Νοτιοανατολικής Ασίας στην κομμουνιστική μάστιγα.
Για πολλούς, ο στόχος της προώθησης του σοσιαλισμού ήταν πιο εμφανής στην ευκινησία με την οποία τα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν απορροφήσει και κυκλοφορήσει μαρξιστικές, νεομαρξιστικές και μεταμαρξιστικές συλλογικές ιδεολογίες με τις διάφορες μορφές τους τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 –συμπεριλαμβανομένων Σοβιετική προπαγάνδα, κριτική θεωρία, μεταμοντέρνα θεωρία και οι πιο πρόσφατες παραλλαγές, κριτική φυλετική θεωρία, κριτικές μελέτες λευκότητας και ιδεολογία LGBTQIA+.
Η επίφοβη «μεγάλη πορεία μέσα από τους θεσμούς» δεν ήταν ποτέ ένα έργο από την βάση.
Ήταν μια εσωτερική δουλειά που ανέλαβαν ελίτ σε θέσεις εξουσίας και επιρροής.
Όταν οι κομμουνιστές κοινωνιολόγοι και οι ψυχολόγοι της Σχολής της Φρανκφούρτης μετανάστευσαν στις ΗΠΑ το 1933 -οπλισμένοι με την μαρξιστική θεωρία της επανάστασης και το μοντέλο του Αντόνιο Γκράμσι για την σοσιαλιστική πολιτιστική ηγεμονία – δύσκολα εγκαινίασαν αυτή την πορεία. Αντίθετα, έγιναν δεκτοί από ελίτ και χρηματοδοτήθηκαν από αφορολόγητα ιδρύματα των οποίων το έργο είχε ήδη ξεκινήσει καλά.
Η λεγόμενη μεγάλη πορεία μέσα από τους θεσμούς ήταν πανεύκολη.
Για να κατανοήσουμε την Μεγάλη Επαναφορά, λοιπόν, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το έργο αντιπροσωπεύει την ολοκλήρωση μιας δεκαετίας και συνεχούς προσπάθειας καταστροφής του κλασικού φιλελευθερισμού (η ελεύθερη αγορά, η ελευθερία του λόγου και η φιλελεύθερη δημοκρατία), ο αμερικανικός συνταγματισμός και η εθνική κυριαρχία.
Η ιδέα της επαναφοράς του καπιταλισμού υποδηλώνει ότι ο καπιταλισμός ήταν προηγουμένως αγνός. Αλλά η Μεγάλη Επαναφορά είναι το αποκορύφωμα μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας κολεκτιβοποίησης και ενός δημοκρατικού σοσιαλιστικού σχεδίου, με την αντίστοιχη ανάπτυξη του κράτους.
Παρά το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως αντίδοτο στις υποτιθέμενες αδυναμίες της ελεύθερης αγοράς, τις οποίες ο ιδρυτής και πρόεδρος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ Klaus Schwab και η εταιρεία εξισώνουν με τον «νεοφιλελευθερισμό», η Μεγάλη Επαναφορά έχει σκοπό να εντείνει και να ολοκληρώσει έναν ήδη επικρατούν οικονομικό παρεμβατισμό και να χρησιμοποιήσει Στρατιωτική δύναμη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για να ολοκληρώσει αυτή την διαδικασία όπου η οικονομική παρέμβαση αποδεικνύεται ανεπιτυχής.
Αυτό εξηγεί, εν μέρει, τον οπλισμό και την χρηματοδότηση της Ουκρανίας από τη Δύση εναντίον του Ρώσου επιτιθέμενού της.
Δεν λέω ότι η παγκόσμια νεομαρξιστική οικονομία της Μεγάλης Επαναφοράς και ο διεθνής και όχι ο εθνικός οικονομικός φασισμός της δεν είναι καινούργια. Είναι καινούργια, όμως τα μέσα με τα οποία πρόκειται να δημιουργηθεί. Αλλά δεν πρέπει να μπερδευτούμε τόσο ώστε να πιστεύουμε ότι το έργο Great Reset γεννήθηκε ab nihilo —είναι το αποκορύφωμα δεκαετιών κομουνιστικής σκέψης και ακτιβισμού των ελίτ.
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022
Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους
Μας ενθουσιάζει να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο. Να γνωρίζουμε την έκβαση κάθε κατάστασης, τη λύση σε κάθε πρόβλημα και να ξέρουμε τι γράφει ο δρόμος της ζωής.
Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.
Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.
Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.
Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:
Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.
Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.
Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.
Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.
Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να υπομένουμε την αβεβαιότητα· τη θεωρούμε απειλή και, σαν ζώα που είμαστε, έχουμε προγραμματιστεί για τον αγώνα για επιβίωση και μεταβίβαση των γονιδίων μας.
Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.
Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.
Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.
Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:
Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.
Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.
Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.
Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.
Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο.
Η επιρροή του Ελ Γκρέκο σε καλλιτέχνες όπως ο Βελάθκεθ και ο Βαν Γκογκ
Μπορούμε να διδαχθούμε πολλά για το μεγαλείο του Ελ Γκρέκο, του ζωγράφου του 16ου αιώνα, απλά παρατηρώντας ένα και μόνο έργο του, την Ταφή του Κόμητος Οργκάθ (1586-1588). Με φόντο τη νύχτα που αποτυπώνεται στο έργο βλέπουμε συγκεντρωμένους μερικούς μαυροντυμένους γενειοφόρους άντρες, με πρόσωπα χλωμά πάνω από τα λευκά κολάρα τους, να παρακολουθούν τον κάτωχρο Κόμη Οργκάθ να οδηγείται στην τελευταία του κατοικία υπό την συνοδεία του Αγίου Αυγουστίνου και του Αγίου Στεφάνου.
Ωστόσο, στον επιβλητικό πίνακα του Ελ Γκρέκο δεν είναι όλοι στραμμένοι στο άψυχο σώμα του Κόμη. Ο ιερέας κοιτάζει με δέος τον ουρανό. Να! Η αθάνατη ψυχή του Κόμητος, στα χέρια ενός αγγέλου, ανέρχεται στο θεϊκό βασίλειο ενώ λαμπρό φως την περιλούζει. Ο Άγιος Ιωάννης, ο Άγιος Πέτρος, η Παρθένος Μαρία και ο Ιησούς, συνοδευόμενοι από αγγέλους, τον υποδέχονται στον Παράδεισο σε έναν αναδυόμενο στρόβιλο από γκρι καπνό και κίτρινο μετάξι.
Προσέξτε, βέβαια, μία μικρή φιγούρα η οποία μοιάζει ανεπηρέαστη από το θαυμαστό τελετουργικό που λαμβάνει χώρα μπροστά του: ένα νεαρό αγόρι στο κάτω αριστερά μέρος του πίνακα κοιτάζει κατάματα τον θεατή ενώ τα χέρια του είναι στραμμένα προς την σκηνή που εξελίσσεται. Εξυπηρετεί με σοβαρότητα τον ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του θαύματος και της πραγματικότητας, της ζωής και του καλλιτεχνικού έργου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την απεικόνιση του γιού του Ελ Γκρέκο, ο οποίος κοιτάζει τους θεατές με σκοπό να μεταδώσει την βασική καλλιτεχνική ανησυχία του πατέρα του: την κατάκτηση μιας ανώτερης αίσθησης της πραγματικότητας- μια βαθιά προσωπική και συναισθηματική μορφή πνευματικής έκφρασης.
Γεννημένος το 1541, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος-όπως ήταν το πραγματικό του όνομα- έφτασε στην Βενετία το 1567, με αφετηρία τα εργαστήρια αγιογραφίας στην γενέτειρα του Κρήτη, εξαιτίας της άκρατης περιέργειας και φιλοδοξίας που τον διακατείχε. Εκεί, εμβάθυνε στην θεωρία της Τέχνης των Ιταλών ζωγράφων της Αναγέννησης αφού, σύμφωνα με αναφορές, έγινε μαθητευόμενος του Τιτσιάνο ( πιθανότατα τον θαύμαζε βέβαια από μακριά).


Ελ Γκρέκο, Το όραμα του Αγίου Ιωάννη, 1608-1614 | «Ελ Γκρέκο στην Νέα Υόρκη» στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (2014-2015)

Ελ Γκρέκο, Η προσκύνηση των ποιμένων, 1605-1610
Το 1576, ο Ελ Γκρέκο υπέγραψε συμβόλαιο ώστε να δημιουργήσει ρετάμπλ της Εκκλησίας του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο της Ισπανίας. Μέχρι το τέλος της επόμενης χρονιάς είχε ήδη μετακομίσει εκεί αναζητώντας παραγγελίες από τον Βασιλιά Φίλιππο τον Β’, οι οποίες όμως δεν ερχόντουσαν. Ενώ λοιπόν αρχικά ο βασιλιάς είχε ικανοποιηθεί με την πρώτη του προσφορά, δυσαρεστήθηκε με την δεύτερη που ήταν Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου για την εκκλησία του ανακτόρου Εσκοριάλ το 1582. Έτσι, παρά την ελπίδα του να γίνει μέλος της βασιλικής αυλής στην Μαδρίτη, μετακόμισε μόνιμα στο Τολέδο, έπειτα από αυτή την αποτυχία του, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αν και ήταν σχετικά αποκομμένο από τα μεγάλα Ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά κέντρα, το Τολέδο ήταν το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο της χώρας. Ο Ελ Γκρέκο βρήκε μια κοινότητα ομοϊδεατών και μεταρρυθμιστών της Εκκλησίας οι οποίοι εκτίμησαν την Τέχνη του. Στο Τολέδο είναι που τελειοποίησε το χαρακτηριστικό του καλλιτεχνικό ύφος και τα έργα εκείνης της περιόδου είναι αυτά που παραμένουν διαχρονικά μέχρι και σήμερα.
Το 1600 ο Ελ Γκρέκο καταπιάστηκε ξανά με το θέμα της εκδίωξης των εμπόρων από τον Ναό από τον Ιησού. Στο έργο του «Η εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό» δείχνει παρόμοιο θέμα με το έργο της Ρώμης, είναι όμως δομικά και ουσιαστικά διαφορετικό. Εδώ, η επιρροή του Τιτσιάνο και του Τιντορέτο γίνεται ακόμη πιο προφανής: τα χρώματα είναι δυσαρμονικά και όξινα, τα κορμιά έχουν επιμηκυνθεί με Μανιεριστικό τρόπο, τα συναισθήματα είναι διαστρεβλωμένα και έντονα. Σε αυτή την εκδοχή τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία έχουν παραλειφθεί ώστε να δοθεί έμφαση στην κεντρική φιγούρα του Ιησού ο οποίος ορμά μπροστά στα μάτια μας. Φυσικά λείπουν και οι φιγούρες των τεσσάρων καλλιτεχνικών αρχηγών της Αναγέννησης: ο Ελ Γκρέκο έχει βρει την δικιά του φωνή.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα μεγάλο και παραγωγικότατο εργαστήριο στο Τολέδο, όπου δημιουργούσε σχεδόν αποκλειστικά έργα θρησκευτικού περιεχομένου και πορτραίτα. Το έργο του «Η άποψη του Τολέδου» (1599-1600) είναι ένα σπάνιο δείγμα της ζωγραφικής τοπίων του και θεωρείται από μερικούς ως το πρώτο εξπρεσιονιστικό τοπίο στην Δυτική Τέχνη. Η δραματική αυτή σύνθεση τείνει προς μια μελοδραματική παρουσίαση του τοπίου λειτουργώντας ως προάγγελος έργων Ιμπρεσιονιστών όπως ο Βαν Γκογκ.

Ελ Γκρέκο, Η εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό, γύρω στο 1600, Ιδιοκτησία της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου
Οι ψυχολογικά επιβλητικές προσωπογραφίες του Ελ Γκρέκο επηρέασαν επίσης τον διάδοχό του, Ντιέγκο Βελάθκεθ. Το έργο του, «Ο Άγιος Ιερώνυμος ως Σπουδαστής» παραδείγματος χάριν συνδυάζει επιδέξια τον ασκητισμό του ιερού προσώπου με τα φιλόδοξα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα. Η παράδοξα ελαστική φιγούρα του, το σήμα κατατεθέν της τέχνης του Ελ Γκρέκο, καταφέρνει να παρουσιάσει εξίσου πετυχημένα την σοβαρότητα με την ευσέβεια του.
Παρ’ όλα αυτά είναι τα οραματικά θρησκευτικά έργα του Ελ Γκρέκο εκείνα τα οποία προϊδέασαν την μοντέρνα τέχνη. Σε μια προσπάθεια να ανυψώσει την ψυχή σε ένα ανώτερο θεϊκό επίπεδο, ο Ελ Γκρέκο οδήγησε την τέχνη του στα άκρα όσον αφορά το μυστικιστικό του περιεχόμενο , τις αποδομημένες και διαστρεβλωμένες φιγούρες και την εντυπωσιακή χρήση του φωτός και του σκοταδιού. Κυματοειδής γυμνές φιγούρες εκτείνονται μέχρι τον ουρανό στο φόντο του μεταφυσικού έργου του «Το Όραμα του Αγίου Ιωάννη» (1608-1614). Ο ψηλόλιγνος Άγιος φορώντας μια μπλε ελεκτρίκ ρόμπα απλώνει τα χέρια του στον ουρανό αποκτώντας η μορφή του σχήμα σταυρού. Παραδόξως, δεν υπάρχουν ξεκάθαρα θρησκευτικά σύμβολα: η απουσία Καθολικής αμφίεσης, φωτοστέφανου ή αετών και βιβλίων που χαρακτηρίζουν τον Ιωάννη κάνουν την στιγμή που αποτυπώνεται στον πίνακα- μια στιγμή θρησκευτικής έκστασης- τον πραγματικό πρωταγωνιστή του έργου.
Παρόλο που επηρέασε πολλές γενιές Ισπανών ζωγράφων, από τον Βελάθκεθ μέχρι τον Πικάσο, ο οποίος τον είχε χαρακτηρίσει ως «Βενετσιάνο ζωγράφο που είναι Κυβιστής στην ουσία», ο Ελ Γκρέκο δεν ανήκει στην πραγματικότητα στην σχολή της Ισπανικής Αναγέννησης. Το εργαστήριο του , αν και ήταν δημοφιλές, δεν δημιούργησε κάποια καλλιτεχνική σχολή, και για 200 χρόνια μετά τον θάνατό του πολλά από τα έργα του αποδοκιμάστηκαν από τους κριτικούς για την σύμφωνα με αυτούς συναισθηματική και δημιουργική επιείκεια της ζωγραφικής του. Από την άλλη μπορεί απλά το συντηρητικό περιβάλλον της εποχής να απεχθανόταν την αντισυμβατική διαισθητική του προσέγγιση. Τον 19ο αιώνα η τέχνη του ήρθε πάλι στο προσκήνιο εξαιτίας του θαυμασμού των Ρομαντικών καλλιτεχνών, οι οποίοι τον επαίνεσαν για την προσωπική έκφραση και την συναισθηματική υπερβολή των έργων του. Μοντέρνοι καλλιτέχνες όπως ο Βαν Γκογκ και ο Γκογκέν αυτοχρήστηκαν καλλιτεχνικοί του κληρονόμοι.
Σήμερα, ο Ελ Γκρέκο, αν και είναι ακόμη στενά συνδεδεμένος με την Βενετσιάνικη καλλιτεχνική παράδοση, θεωρείται ότι επηρεάστηκε σημαντικά σε όλη του την καλλιτεχνική πορεία από την Αγιογραφία με την οποία είχε ασχοληθεί στα νιάτα του. Οι μορφές στην αγιογραφία λειτουργούσαν ως ιερά θρησκευτικά σύμβολα και όχι ως ρεαλιστικές απεικονίσεις στην προσπάθεια να αποδοθεί το θείο. Εντυπωσιάζει επίσης το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης υπέγραφε τα έργα του πάντα με το ελληνικό του όνομα και όχι με κάποια ιταλική ή ισπανική μετάφραση.
Τα έργα του έτσι μοιάζουν να είναι αποσυνδεδεμένα από τον χωροχρόνο: ο Ελ Γκρέκο αγκάλιασε την αρχαιότατη καλλιτεχνική παράδοση της αγιογραφίας και την συνδύασε με σύγχρονες τεχνικές στην εποχή του, τις οποίες τελειοποίησε δημιουργώντας ένα έργο το οποίο προμήνυε τις μετέπειτα καλλιτεχνικές εξελίξεις. Μοιάζει σχεδόν ταιριαστό το γεγονός ότι όπου πήγαινε, από την Ιταλία μέχρι την Ισπανία, ζούσε σαν ξένος σε κάθε τόπο. Είναι αυτή η ματιά του στην τέχνη και στη ζωή που τον έχουν κάνει έναν μεγάλο καλλιτέχνη ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου- η βαθιά πνευματικότητα της τέχνης του άντεξε και συνεχίζει να αντέχει στον χρόνο.
Ωστόσο, στον επιβλητικό πίνακα του Ελ Γκρέκο δεν είναι όλοι στραμμένοι στο άψυχο σώμα του Κόμη. Ο ιερέας κοιτάζει με δέος τον ουρανό. Να! Η αθάνατη ψυχή του Κόμητος, στα χέρια ενός αγγέλου, ανέρχεται στο θεϊκό βασίλειο ενώ λαμπρό φως την περιλούζει. Ο Άγιος Ιωάννης, ο Άγιος Πέτρος, η Παρθένος Μαρία και ο Ιησούς, συνοδευόμενοι από αγγέλους, τον υποδέχονται στον Παράδεισο σε έναν αναδυόμενο στρόβιλο από γκρι καπνό και κίτρινο μετάξι.
Προσέξτε, βέβαια, μία μικρή φιγούρα η οποία μοιάζει ανεπηρέαστη από το θαυμαστό τελετουργικό που λαμβάνει χώρα μπροστά του: ένα νεαρό αγόρι στο κάτω αριστερά μέρος του πίνακα κοιτάζει κατάματα τον θεατή ενώ τα χέρια του είναι στραμμένα προς την σκηνή που εξελίσσεται. Εξυπηρετεί με σοβαρότητα τον ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ του θαύματος και της πραγματικότητας, της ζωής και του καλλιτεχνικού έργου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την απεικόνιση του γιού του Ελ Γκρέκο, ο οποίος κοιτάζει τους θεατές με σκοπό να μεταδώσει την βασική καλλιτεχνική ανησυχία του πατέρα του: την κατάκτηση μιας ανώτερης αίσθησης της πραγματικότητας- μια βαθιά προσωπική και συναισθηματική μορφή πνευματικής έκφρασης.
Γεννημένος το 1541, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος-όπως ήταν το πραγματικό του όνομα- έφτασε στην Βενετία το 1567, με αφετηρία τα εργαστήρια αγιογραφίας στην γενέτειρα του Κρήτη, εξαιτίας της άκρατης περιέργειας και φιλοδοξίας που τον διακατείχε. Εκεί, εμβάθυνε στην θεωρία της Τέχνης των Ιταλών ζωγράφων της Αναγέννησης αφού, σύμφωνα με αναφορές, έγινε μαθητευόμενος του Τιτσιάνο ( πιθανότατα τον θαύμαζε βέβαια από μακριά).

Ολόκληρος ο πίνακας "Ταφή του Κόμητος Οργκάθ" (1586-1588)

Ελ Γκρέκο, Εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό, 1570, Ινστιτούτο Τέχνης, Μινεάπολη, ΗΠΑ
Από το 1570 έως το 1577, ο Ελ Γκρέκο ξεκίνησε να εργάζεται στην Ρώμη, όπου ήρθε αντιμέτωπος με υπερβολικά καλαίσθητα και αφύσικα παραμορφωμένα Μανιεριστικά έργα καλλιτεχνών όπως ο Μιχαήλ Αγγελος και ο Παρμιτζιανίνο. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, ο Ελ Γκρέκο αφομοίωσε ό,τι μπορούσε σχετικά με διάφορες τεχνικές προοπτικής και σύνθεσης που ειχαν ανακαλυφθεί την εποχή της Αναγέννησης, τις οποίες μάλιστα κατέκτησε και τελειοποίησε πολύ σύντομα. Έγινε γνωστός με το Ιταλικό του ψευδώνυμο, Ελ Γκρέκο (ο Έλληνας στα ιταλικά)- δείγμα της μεγάλης επιρροής που είχε αυτή η χώρα πάνω του.
Στο έργο του «Εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό» δείχνει τον θαυμασμό του για αυτές τις νέες τεχνικές χρησιμοποιώντας ένα θεματικό πλαίσιο στο οποίο επέστρεφε συχνά. Αυτή η ιστορία της Καινής Διαθήκης απέκτησε νέο νόημα κατά την διάρκεια του υπερβολικού θρησκευτικού παροξυσμού της εποχής της Αντιμεταρρύθμισης- η ιστορία χρησιμοποιούνταν για να υπογραμμίσει την προσπάθεια της Καθολικής Εκκλησίας να εξυγιανθεί από τις αιρέσεις.
Τα ζωντανά χρώματα του πίνακα, το δραματικό φως και η έμφαση στην κίνηση δείχνουν μια έντονη επιρροή από κορυφαίους Ιταλούς ζωγράφους όπως ο Τιτσιάνο και ο Τιντορέτο. Ο Ελ Γκρέκο αποφάσισε επίσης να τιμήσει τους τέσσερις καλλιτέχνες που λάτρευε τότε (Τιτσιάνο, Μιχαήλ Αγγελος, Ραφαέλο και Τζούλιο Κλόβιο) τοποθετώντας τους πυκνά συγκεντρωμένους στο κάτω δεξιά μέρος του πίνακά του.
Παρά την τεχνική του αρτιότητα ο Ελ Γκρέκο απέτυχε επαγγελματικά στην Ρώμη καθώς δεν κατάφερε να του ανατεθεί καμία δουλειά. Ο Keith Christiansen, πρόεδρος του Τμήματος Ευρωπαϊκών Πινάκων του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης ισχυρίζεται ότι ο λόγος ήταν τα αρνητικά σχόλια που είχε κάνει ο Ελ Γκρέκο για τις ζωγραφικές ικανότητες του Μιχαήλ Αγγέλου, θέτοντας το γούστο του και την τέχνη του υπό αμφισβήτηση από τους σύγχρονούς του. Όντας παρίας στην Ρώμη, η κριτική του ήταν εντελώς άστοχη καθώς ο Μιχαήλ Άγγελος, γνωστός και ως ο Θεϊκός, είχε πεθάνει πριν λίγα χρόνια και ήταν ακόμη αναμφισβήτητα ο πιο λατρεμένος.

Ελ Γκρέκο, Εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό, 1570, Ινστιτούτο Τέχνης, Μινεάπολη, ΗΠΑ
Από το 1570 έως το 1577, ο Ελ Γκρέκο ξεκίνησε να εργάζεται στην Ρώμη, όπου ήρθε αντιμέτωπος με υπερβολικά καλαίσθητα και αφύσικα παραμορφωμένα Μανιεριστικά έργα καλλιτεχνών όπως ο Μιχαήλ Αγγελος και ο Παρμιτζιανίνο. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Ιταλία, ο Ελ Γκρέκο αφομοίωσε ό,τι μπορούσε σχετικά με διάφορες τεχνικές προοπτικής και σύνθεσης που ειχαν ανακαλυφθεί την εποχή της Αναγέννησης, τις οποίες μάλιστα κατέκτησε και τελειοποίησε πολύ σύντομα. Έγινε γνωστός με το Ιταλικό του ψευδώνυμο, Ελ Γκρέκο (ο Έλληνας στα ιταλικά)- δείγμα της μεγάλης επιρροής που είχε αυτή η χώρα πάνω του.
Στο έργο του «Εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό» δείχνει τον θαυμασμό του για αυτές τις νέες τεχνικές χρησιμοποιώντας ένα θεματικό πλαίσιο στο οποίο επέστρεφε συχνά. Αυτή η ιστορία της Καινής Διαθήκης απέκτησε νέο νόημα κατά την διάρκεια του υπερβολικού θρησκευτικού παροξυσμού της εποχής της Αντιμεταρρύθμισης- η ιστορία χρησιμοποιούνταν για να υπογραμμίσει την προσπάθεια της Καθολικής Εκκλησίας να εξυγιανθεί από τις αιρέσεις.
Τα ζωντανά χρώματα του πίνακα, το δραματικό φως και η έμφαση στην κίνηση δείχνουν μια έντονη επιρροή από κορυφαίους Ιταλούς ζωγράφους όπως ο Τιτσιάνο και ο Τιντορέτο. Ο Ελ Γκρέκο αποφάσισε επίσης να τιμήσει τους τέσσερις καλλιτέχνες που λάτρευε τότε (Τιτσιάνο, Μιχαήλ Αγγελος, Ραφαέλο και Τζούλιο Κλόβιο) τοποθετώντας τους πυκνά συγκεντρωμένους στο κάτω δεξιά μέρος του πίνακά του.
Παρά την τεχνική του αρτιότητα ο Ελ Γκρέκο απέτυχε επαγγελματικά στην Ρώμη καθώς δεν κατάφερε να του ανατεθεί καμία δουλειά. Ο Keith Christiansen, πρόεδρος του Τμήματος Ευρωπαϊκών Πινάκων του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης ισχυρίζεται ότι ο λόγος ήταν τα αρνητικά σχόλια που είχε κάνει ο Ελ Γκρέκο για τις ζωγραφικές ικανότητες του Μιχαήλ Αγγέλου, θέτοντας το γούστο του και την τέχνη του υπό αμφισβήτηση από τους σύγχρονούς του. Όντας παρίας στην Ρώμη, η κριτική του ήταν εντελώς άστοχη καθώς ο Μιχαήλ Άγγελος, γνωστός και ως ο Θεϊκός, είχε πεθάνει πριν λίγα χρόνια και ήταν ακόμη αναμφισβήτητα ο πιο λατρεμένος.

Ελ Γκρέκο, Το όραμα του Αγίου Ιωάννη, 1608-1614 | «Ελ Γκρέκο στην Νέα Υόρκη» στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (2014-2015)

Ελ Γκρέκο, Η προσκύνηση των ποιμένων, 1605-1610
Το 1576, ο Ελ Γκρέκο υπέγραψε συμβόλαιο ώστε να δημιουργήσει ρετάμπλ της Εκκλησίας του Αγίου Δομήνικου στο Τολέδο της Ισπανίας. Μέχρι το τέλος της επόμενης χρονιάς είχε ήδη μετακομίσει εκεί αναζητώντας παραγγελίες από τον Βασιλιά Φίλιππο τον Β’, οι οποίες όμως δεν ερχόντουσαν. Ενώ λοιπόν αρχικά ο βασιλιάς είχε ικανοποιηθεί με την πρώτη του προσφορά, δυσαρεστήθηκε με την δεύτερη που ήταν Το μαρτύριο του Αγίου Μαυρικίου για την εκκλησία του ανακτόρου Εσκοριάλ το 1582. Έτσι, παρά την ελπίδα του να γίνει μέλος της βασιλικής αυλής στην Μαδρίτη, μετακόμισε μόνιμα στο Τολέδο, έπειτα από αυτή την αποτυχία του, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Αν και ήταν σχετικά αποκομμένο από τα μεγάλα Ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά κέντρα, το Τολέδο ήταν το πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο της χώρας. Ο Ελ Γκρέκο βρήκε μια κοινότητα ομοϊδεατών και μεταρρυθμιστών της Εκκλησίας οι οποίοι εκτίμησαν την Τέχνη του. Στο Τολέδο είναι που τελειοποίησε το χαρακτηριστικό του καλλιτεχνικό ύφος και τα έργα εκείνης της περιόδου είναι αυτά που παραμένουν διαχρονικά μέχρι και σήμερα.
Το 1600 ο Ελ Γκρέκο καταπιάστηκε ξανά με το θέμα της εκδίωξης των εμπόρων από τον Ναό από τον Ιησού. Στο έργο του «Η εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό» δείχνει παρόμοιο θέμα με το έργο της Ρώμης, είναι όμως δομικά και ουσιαστικά διαφορετικό. Εδώ, η επιρροή του Τιτσιάνο και του Τιντορέτο γίνεται ακόμη πιο προφανής: τα χρώματα είναι δυσαρμονικά και όξινα, τα κορμιά έχουν επιμηκυνθεί με Μανιεριστικό τρόπο, τα συναισθήματα είναι διαστρεβλωμένα και έντονα. Σε αυτή την εκδοχή τα εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία έχουν παραλειφθεί ώστε να δοθεί έμφαση στην κεντρική φιγούρα του Ιησού ο οποίος ορμά μπροστά στα μάτια μας. Φυσικά λείπουν και οι φιγούρες των τεσσάρων καλλιτεχνικών αρχηγών της Αναγέννησης: ο Ελ Γκρέκο έχει βρει την δικιά του φωνή.
Ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα μεγάλο και παραγωγικότατο εργαστήριο στο Τολέδο, όπου δημιουργούσε σχεδόν αποκλειστικά έργα θρησκευτικού περιεχομένου και πορτραίτα. Το έργο του «Η άποψη του Τολέδου» (1599-1600) είναι ένα σπάνιο δείγμα της ζωγραφικής τοπίων του και θεωρείται από μερικούς ως το πρώτο εξπρεσιονιστικό τοπίο στην Δυτική Τέχνη. Η δραματική αυτή σύνθεση τείνει προς μια μελοδραματική παρουσίαση του τοπίου λειτουργώντας ως προάγγελος έργων Ιμπρεσιονιστών όπως ο Βαν Γκογκ.

Ελ Γκρέκο, Η εκδίωξη των εμπόρων από τον Ναό, γύρω στο 1600, Ιδιοκτησία της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου
Οι ψυχολογικά επιβλητικές προσωπογραφίες του Ελ Γκρέκο επηρέασαν επίσης τον διάδοχό του, Ντιέγκο Βελάθκεθ. Το έργο του, «Ο Άγιος Ιερώνυμος ως Σπουδαστής» παραδείγματος χάριν συνδυάζει επιδέξια τον ασκητισμό του ιερού προσώπου με τα φιλόδοξα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα. Η παράδοξα ελαστική φιγούρα του, το σήμα κατατεθέν της τέχνης του Ελ Γκρέκο, καταφέρνει να παρουσιάσει εξίσου πετυχημένα την σοβαρότητα με την ευσέβεια του.
Παρ’ όλα αυτά είναι τα οραματικά θρησκευτικά έργα του Ελ Γκρέκο εκείνα τα οποία προϊδέασαν την μοντέρνα τέχνη. Σε μια προσπάθεια να ανυψώσει την ψυχή σε ένα ανώτερο θεϊκό επίπεδο, ο Ελ Γκρέκο οδήγησε την τέχνη του στα άκρα όσον αφορά το μυστικιστικό του περιεχόμενο , τις αποδομημένες και διαστρεβλωμένες φιγούρες και την εντυπωσιακή χρήση του φωτός και του σκοταδιού. Κυματοειδής γυμνές φιγούρες εκτείνονται μέχρι τον ουρανό στο φόντο του μεταφυσικού έργου του «Το Όραμα του Αγίου Ιωάννη» (1608-1614). Ο ψηλόλιγνος Άγιος φορώντας μια μπλε ελεκτρίκ ρόμπα απλώνει τα χέρια του στον ουρανό αποκτώντας η μορφή του σχήμα σταυρού. Παραδόξως, δεν υπάρχουν ξεκάθαρα θρησκευτικά σύμβολα: η απουσία Καθολικής αμφίεσης, φωτοστέφανου ή αετών και βιβλίων που χαρακτηρίζουν τον Ιωάννη κάνουν την στιγμή που αποτυπώνεται στον πίνακα- μια στιγμή θρησκευτικής έκστασης- τον πραγματικό πρωταγωνιστή του έργου.
Παρόλο που επηρέασε πολλές γενιές Ισπανών ζωγράφων, από τον Βελάθκεθ μέχρι τον Πικάσο, ο οποίος τον είχε χαρακτηρίσει ως «Βενετσιάνο ζωγράφο που είναι Κυβιστής στην ουσία», ο Ελ Γκρέκο δεν ανήκει στην πραγματικότητα στην σχολή της Ισπανικής Αναγέννησης. Το εργαστήριο του , αν και ήταν δημοφιλές, δεν δημιούργησε κάποια καλλιτεχνική σχολή, και για 200 χρόνια μετά τον θάνατό του πολλά από τα έργα του αποδοκιμάστηκαν από τους κριτικούς για την σύμφωνα με αυτούς συναισθηματική και δημιουργική επιείκεια της ζωγραφικής του. Από την άλλη μπορεί απλά το συντηρητικό περιβάλλον της εποχής να απεχθανόταν την αντισυμβατική διαισθητική του προσέγγιση. Τον 19ο αιώνα η τέχνη του ήρθε πάλι στο προσκήνιο εξαιτίας του θαυμασμού των Ρομαντικών καλλιτεχνών, οι οποίοι τον επαίνεσαν για την προσωπική έκφραση και την συναισθηματική υπερβολή των έργων του. Μοντέρνοι καλλιτέχνες όπως ο Βαν Γκογκ και ο Γκογκέν αυτοχρήστηκαν καλλιτεχνικοί του κληρονόμοι.
Σήμερα, ο Ελ Γκρέκο, αν και είναι ακόμη στενά συνδεδεμένος με την Βενετσιάνικη καλλιτεχνική παράδοση, θεωρείται ότι επηρεάστηκε σημαντικά σε όλη του την καλλιτεχνική πορεία από την Αγιογραφία με την οποία είχε ασχοληθεί στα νιάτα του. Οι μορφές στην αγιογραφία λειτουργούσαν ως ιερά θρησκευτικά σύμβολα και όχι ως ρεαλιστικές απεικονίσεις στην προσπάθεια να αποδοθεί το θείο. Εντυπωσιάζει επίσης το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης υπέγραφε τα έργα του πάντα με το ελληνικό του όνομα και όχι με κάποια ιταλική ή ισπανική μετάφραση.
Τα έργα του έτσι μοιάζουν να είναι αποσυνδεδεμένα από τον χωροχρόνο: ο Ελ Γκρέκο αγκάλιασε την αρχαιότατη καλλιτεχνική παράδοση της αγιογραφίας και την συνδύασε με σύγχρονες τεχνικές στην εποχή του, τις οποίες τελειοποίησε δημιουργώντας ένα έργο το οποίο προμήνυε τις μετέπειτα καλλιτεχνικές εξελίξεις. Μοιάζει σχεδόν ταιριαστό το γεγονός ότι όπου πήγαινε, από την Ιταλία μέχρι την Ισπανία, ζούσε σαν ξένος σε κάθε τόπο. Είναι αυτή η ματιά του στην τέχνη και στη ζωή που τον έχουν κάνει έναν μεγάλο καλλιτέχνη ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου- η βαθιά πνευματικότητα της τέχνης του άντεξε και συνεχίζει να αντέχει στον χρόνο.
Πώς να αγαπάς τη ζωή σου σήμερα
Νομίζω ότι η ζωή, αίφνης, θα μας φαινόταν υπέροχη, αν τυχόν μας απειλούσε ο θάνατος, όπως λέτε. Σκεφτείτε μόνο πόσα σχέδια, ταξίδια, ειδύλλια ή μελήματα μας επιφυλάσσει, τα οποία καθίστανται αόρατα ένεκα της οκνηρίας μας που, με τη βεβαιότητα ότι υπάρχει μέλλον, αναβάλλει επ’ αόριστον.
Αλλά μπροστά στην απειλή ότι όλα αυτά θα έπαυαν δια παντός να είναι εφικτά, πόσο ωραία θα μας φαινόταν ξανά η ζωή! Αχ! Ας μην ήταν να γίνει τώρα αυτή η καταστροφή και δε θα διστάζαμε διόλου να επισκεφτούμε τις νέες αίθουσες του Λούβρου, να πέσουμε στα πόδια της δίδας Χ, να ταξιδέψουμε στην Ινδία.
Η καταστροφή δεν επέρχεται, αλλά εμείς δεν κάνουμε τίποτε απ’ όλα αυτά, διότι επανερχόμαστε στην καρδιά της καθημερινότητας, όπου η ολιγωρία νεκρώνει την επιθυμία μας. Κι όμως δε θα έπρεπε να έχουμε ανάγκη την καταστροφή για να αγαπούμε τη ζωή σήμερα. Θα ήταν αρκετό να σκεφτούμε ότι είμαστε άνθρωποι και ότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνουμε ή να αναστηθούμε απόψε.
Η καταστροφή δεν επέρχεται, αλλά εμείς δεν κάνουμε τίποτε απ’ όλα αυτά, διότι επανερχόμαστε στην καρδιά της καθημερινότητας, όπου η ολιγωρία νεκρώνει την επιθυμία μας. Κι όμως δε θα έπρεπε να έχουμε ανάγκη την καταστροφή για να αγαπούμε τη ζωή σήμερα. Θα ήταν αρκετό να σκεφτούμε ότι είμαστε άνθρωποι και ότι μπορεί κάλλιστα να πεθάνουμε ή να αναστηθούμε απόψε.
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: Ο κοσμικός κύκλος
Ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα της Σικελίας υπήρξε πολύπλευρη προσωπικότητα: γιατρός και περιπλανώμενος ιερέας, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας αλλά με δημοκρατικές πεποιθήσεις, ακολούθησε το παράδειγμα του Παρμενίδη και διατύπωσε τη διδασκαλία του σε εξάμετρους στίχους.
Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες συνέθεσε δύο ποιήματα, ένα κοσμολογικό με τον τίτλο Περί φύσεως και ένα θρησκευτικό με τον τίτλο Καθαρμοί. Στο έργο Περί φύσεως ανέπτυσσε τη φυσική του διδασκαλία: δεν υπάρχει γέννηση και θάνατος, αλλά μόνο ανάμειξη και χωρισμός τεσσάρων στοιχείων (ριζωμάτων)της φωτιάς, του αέρα, του νερού και της γης· κινητήριες δυνάμεις για την ανάμειξη και τον χωρισμό είναι η Αγάπη (Φιλότης) και η Φιλονικία (Νεῖκος)·ο κόσμος υπόκειται σε μια αέναη κυκλική διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται από διάφορες φάσεις, μεταξύ της απόλυτης κυριαρχίας της Αγάπης, οπότε τα στοιχεία σχηματίζουν μιαν ομοιογενή σφαίρα (τον Σφαίρο), και της απόλυτης κυριαρχίας της Φιλονικίας, οπότε όλα τα πράγματα περιορίζονται στα τέσσερα στοιχεία.
Στο πρώτο (α) από τα αποσπάσματα που ακολουθούν ο Εμπεδοκλής διατυπώνει τις θεμελιώδεις απόψεις του για τον κοσμικό κύκλο, τα τέσσερα στοιχεία και τις κινητήριες δυνάμεις του. Τα τέσσερα μικρότερα αποσπάσματα (β-ε) περιγράφουν τις δύο πρώτες φάσεις της ζωογονίας: αρχικά εμφανίστηκαν ασύνδετα μέλη ζώων· κατά τη δεύτερη φάση ακολούθησε η ατελής συναρμογή των μελών, η οποία οδήγησε σε τερατογενέσεις.
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: 56. – Αποσπάσματα 17, 57, 59, 60, 61 Diels-Kranz
Μετάφραση:
α) Μα έλα, άκου τα λόγια μου, γιατί η μάθηση αυξάνει τη σοφία.
Όπως είπα και πριν, δηλώνοντας των λόγων μου τα όρια,15
διπλή θα πω ιστορία: κάποτε απ᾽ τα πολλά βγήκε
το ένα και μ᾽ άλλη φορά απ᾽ το ένα τα πολλά,
η φωτιά και το νερό κι η γη και του αγέρα το θεόρατο ύψος,
και, χωριστά απ᾽ αυτά, η ολέθρια Φιλονικία, ίδια απ᾽ όπου κι αν τη δεις,
κι ανάμεσά τους η Αγάπη, ίση στο μήκος και στο πλάτος.20
Αυτήν να την κοιτάξεις με το νου σου, μη στέκεσαι με θαμπωμένα μάτια.
Αυτή ᾽ναι που τη θεωρούνε έμφυτη ως και στα μέλη των θνητών,
χάρη σ᾽ αυτή κάνουνε σκέψεις φιλικές κι έργα αρμονικά,
Χαρά λέγοντάς τη με τ᾽ όνομα και Αφροδίτη.
Αυτήν ποτέ δεν τη βλέπουν οι θνητοί, όταν γυρίζει
ανάμεσά τους. Εσύ όμως άκουσε τις ντόμπρες μου κουβέντες.25
Όλ᾽ αυτά είναι ίσα και συνομήλικα,
μα το καθένα έχει δικά του προνόμια και χαρακτήρα,
κι άρχουν διαδοχικά, σαν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου.
Πέρα απ᾽ αυτά, τίποτα δεν γεννιέται ούτε πεθαίνει.
β) Εδώ πολλές βλάστησαν μορφές χωρίς αυχένα,
μπράτσα γυμνά πλανιόνταν χωρίς ώμους,
μάτια τριγύριζαν μονάχα, ψάχνοντας νά ᾽βρουν μέτωπα.
γ) Μα καθώς τα θεία στοιχεία όλο κι έσμιγαν το ᾽να με τ᾽ άλλο,
τούτα τα πράματα κολλούσαν όπως τύχαινε ν᾽ ανταμώσουν,
κι άλλα πολλά πλάι σ᾽ αυτά γεννιόνταν ολοένα.
δ) …με βάδισμα ελικοειδές κι αμέτρητα χέρια…
ε) Γεννήθηκαν πολλά πλάσματα με δυο πρόσωπα και δυο στέρνα,
βόδια με φάτσα ανθρώπου, ενώ ξεπρόβαλαν και άνθρωποι
με κεφάλι βοδιού, πλάσματα με φύση αρσενικοθήλυκη
και με σκιερά μέλη.
Αρχαίο κείμενο:
α)
ἀλλ᾽ ἄγε μύθων κλῦθι· μάθη γάρ τοι φρένας αὔξει·
15ὡς γὰρ καὶ πρὶν ἔειπα πιφαύσκων πείρατα μύθων,
δίπλ᾽ ἐρέω· τοτὲ μὲν γὰρ ἓν ηὐξήθη μόνον εἶναι
ἐκ πλεόνων τοτὲ δ᾽ αὖ διέφυ πλέον᾽ ἐξ ἑνὸς εἶναι,
πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα καὶ ἠέρος ἄπλετον ὕψος,
Νεῖκός τ᾽ οὐλόμενον δίχα τῶν, ἀτάλαντον ἁπάντῃ,
20καὶ Φιλότης ἐν τοῖσιν, ἴση μῆκός τε πλάτος τε·
τὴν σὺ νόῳ δέρκευ, μηδ᾽ ὄμμασιν ἧσο τεθηπώς·
ἥτις καὶ θνητοῖσι νομίζεται ἔμφυτος ἄρθροις,
τῇ τε φίλα φρονέουσι καὶ ἄρθμια ἔργα τελοῦσι,
Γηθοσύνην καλέοντες ἐπώνυμον ἠδ᾽ Ἀφροδίτην·
25τὴν οὔ τις μετὰ τοῖσιν ἑλισσομένην δεδάηκε
θνητὸς ἀνήρ· σὺ δ᾽ ἄκουε λόγου στόλον οὐκ ἀπατηλόν.
ταῦτα γὰρ ἶσά τε πάντα καὶ ἥλικα γένναν ἔασι,
τιμῆς δ᾽ ἄλλης ἄλλο μέδει, πάρα δ᾽ ἦθος ἑκάστῳ,
ἐν δὲ μέρει κρατέουσι περιπλομένοιο χρόνοιο.
30καὶ πρὸς τοῖς οὔτ᾽ ἄρ τι ἐπιγίνεται οὐδ᾽ ἀπολήγει·
β)
ᾗ πολλαὶ μὲν κόρσαι ἀναύχενες ἐβλάστησαν,
γυμνοὶ δ᾽ ἐπλάζοντο βραχίονες εὔνιδες ὤμων,
ὄμματά τ᾽ οἶ᾽ ἐπλανᾶτο πενητεύοντα μετώπων.
γ)
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μεῖζον ἐμίσγετο δαίμονι δαίμων
ταῦτά τε συμπίπτεσκον, ὅπῃ συνέκυρσεν ἕκαστα,
ἄλλα τε πρὸς τοῖς πολλὰ διηνεκῆ ἐξεγένοντο.
δ)
… εἰλίποδ᾽ ἀκριτόχειρα …
ε)
πολλὰ μὲν ἀμφιπρόσωπα καὶ ἀμφίστερνα φύεσθαι,
βουγενῆ ἀνδρόπρῳρα, τὰ δ᾽ ἔμπαλιν ἐξανατέλλειν
ἀνδροφυῆ βούκρανα, μεμειγμένα τῇ μὲν ἀπ᾽ ἀνδρῶν
τῇ δὲ γυναικοφυῆ σκιεροῖς ἠσκημένα γυίοις.
Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες συνέθεσε δύο ποιήματα, ένα κοσμολογικό με τον τίτλο Περί φύσεως και ένα θρησκευτικό με τον τίτλο Καθαρμοί. Στο έργο Περί φύσεως ανέπτυσσε τη φυσική του διδασκαλία: δεν υπάρχει γέννηση και θάνατος, αλλά μόνο ανάμειξη και χωρισμός τεσσάρων στοιχείων (ριζωμάτων)της φωτιάς, του αέρα, του νερού και της γης· κινητήριες δυνάμεις για την ανάμειξη και τον χωρισμό είναι η Αγάπη (Φιλότης) και η Φιλονικία (Νεῖκος)·ο κόσμος υπόκειται σε μια αέναη κυκλική διαδικασία, η οποία χαρακτηρίζεται από διάφορες φάσεις, μεταξύ της απόλυτης κυριαρχίας της Αγάπης, οπότε τα στοιχεία σχηματίζουν μιαν ομοιογενή σφαίρα (τον Σφαίρο), και της απόλυτης κυριαρχίας της Φιλονικίας, οπότε όλα τα πράγματα περιορίζονται στα τέσσερα στοιχεία.
Στο πρώτο (α) από τα αποσπάσματα που ακολουθούν ο Εμπεδοκλής διατυπώνει τις θεμελιώδεις απόψεις του για τον κοσμικό κύκλο, τα τέσσερα στοιχεία και τις κινητήριες δυνάμεις του. Τα τέσσερα μικρότερα αποσπάσματα (β-ε) περιγράφουν τις δύο πρώτες φάσεις της ζωογονίας: αρχικά εμφανίστηκαν ασύνδετα μέλη ζώων· κατά τη δεύτερη φάση ακολούθησε η ατελής συναρμογή των μελών, η οποία οδήγησε σε τερατογενέσεις.
ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ: 56. – Αποσπάσματα 17, 57, 59, 60, 61 Diels-Kranz
Μετάφραση:
α) Μα έλα, άκου τα λόγια μου, γιατί η μάθηση αυξάνει τη σοφία.
Όπως είπα και πριν, δηλώνοντας των λόγων μου τα όρια,15
διπλή θα πω ιστορία: κάποτε απ᾽ τα πολλά βγήκε
το ένα και μ᾽ άλλη φορά απ᾽ το ένα τα πολλά,
η φωτιά και το νερό κι η γη και του αγέρα το θεόρατο ύψος,
και, χωριστά απ᾽ αυτά, η ολέθρια Φιλονικία, ίδια απ᾽ όπου κι αν τη δεις,
κι ανάμεσά τους η Αγάπη, ίση στο μήκος και στο πλάτος.20
Αυτήν να την κοιτάξεις με το νου σου, μη στέκεσαι με θαμπωμένα μάτια.
Αυτή ᾽ναι που τη θεωρούνε έμφυτη ως και στα μέλη των θνητών,
χάρη σ᾽ αυτή κάνουνε σκέψεις φιλικές κι έργα αρμονικά,
Χαρά λέγοντάς τη με τ᾽ όνομα και Αφροδίτη.
Αυτήν ποτέ δεν τη βλέπουν οι θνητοί, όταν γυρίζει
ανάμεσά τους. Εσύ όμως άκουσε τις ντόμπρες μου κουβέντες.25
Όλ᾽ αυτά είναι ίσα και συνομήλικα,
μα το καθένα έχει δικά του προνόμια και χαρακτήρα,
κι άρχουν διαδοχικά, σαν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου.
Πέρα απ᾽ αυτά, τίποτα δεν γεννιέται ούτε πεθαίνει.
β) Εδώ πολλές βλάστησαν μορφές χωρίς αυχένα,
μπράτσα γυμνά πλανιόνταν χωρίς ώμους,
μάτια τριγύριζαν μονάχα, ψάχνοντας νά ᾽βρουν μέτωπα.
γ) Μα καθώς τα θεία στοιχεία όλο κι έσμιγαν το ᾽να με τ᾽ άλλο,
τούτα τα πράματα κολλούσαν όπως τύχαινε ν᾽ ανταμώσουν,
κι άλλα πολλά πλάι σ᾽ αυτά γεννιόνταν ολοένα.
δ) …με βάδισμα ελικοειδές κι αμέτρητα χέρια…
ε) Γεννήθηκαν πολλά πλάσματα με δυο πρόσωπα και δυο στέρνα,
βόδια με φάτσα ανθρώπου, ενώ ξεπρόβαλαν και άνθρωποι
με κεφάλι βοδιού, πλάσματα με φύση αρσενικοθήλυκη
και με σκιερά μέλη.
Αρχαίο κείμενο:
α)
ἀλλ᾽ ἄγε μύθων κλῦθι· μάθη γάρ τοι φρένας αὔξει·
15ὡς γὰρ καὶ πρὶν ἔειπα πιφαύσκων πείρατα μύθων,
δίπλ᾽ ἐρέω· τοτὲ μὲν γὰρ ἓν ηὐξήθη μόνον εἶναι
ἐκ πλεόνων τοτὲ δ᾽ αὖ διέφυ πλέον᾽ ἐξ ἑνὸς εἶναι,
πῦρ καὶ ὕδωρ καὶ γαῖα καὶ ἠέρος ἄπλετον ὕψος,
Νεῖκός τ᾽ οὐλόμενον δίχα τῶν, ἀτάλαντον ἁπάντῃ,
20καὶ Φιλότης ἐν τοῖσιν, ἴση μῆκός τε πλάτος τε·
τὴν σὺ νόῳ δέρκευ, μηδ᾽ ὄμμασιν ἧσο τεθηπώς·
ἥτις καὶ θνητοῖσι νομίζεται ἔμφυτος ἄρθροις,
τῇ τε φίλα φρονέουσι καὶ ἄρθμια ἔργα τελοῦσι,
Γηθοσύνην καλέοντες ἐπώνυμον ἠδ᾽ Ἀφροδίτην·
25τὴν οὔ τις μετὰ τοῖσιν ἑλισσομένην δεδάηκε
θνητὸς ἀνήρ· σὺ δ᾽ ἄκουε λόγου στόλον οὐκ ἀπατηλόν.
ταῦτα γὰρ ἶσά τε πάντα καὶ ἥλικα γένναν ἔασι,
τιμῆς δ᾽ ἄλλης ἄλλο μέδει, πάρα δ᾽ ἦθος ἑκάστῳ,
ἐν δὲ μέρει κρατέουσι περιπλομένοιο χρόνοιο.
30καὶ πρὸς τοῖς οὔτ᾽ ἄρ τι ἐπιγίνεται οὐδ᾽ ἀπολήγει·
β)
ᾗ πολλαὶ μὲν κόρσαι ἀναύχενες ἐβλάστησαν,
γυμνοὶ δ᾽ ἐπλάζοντο βραχίονες εὔνιδες ὤμων,
ὄμματά τ᾽ οἶ᾽ ἐπλανᾶτο πενητεύοντα μετώπων.
γ)
αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μεῖζον ἐμίσγετο δαίμονι δαίμων
ταῦτά τε συμπίπτεσκον, ὅπῃ συνέκυρσεν ἕκαστα,
ἄλλα τε πρὸς τοῖς πολλὰ διηνεκῆ ἐξεγένοντο.
δ)
… εἰλίποδ᾽ ἀκριτόχειρα …
ε)
πολλὰ μὲν ἀμφιπρόσωπα καὶ ἀμφίστερνα φύεσθαι,
βουγενῆ ἀνδρόπρῳρα, τὰ δ᾽ ἔμπαλιν ἐξανατέλλειν
ἀνδροφυῆ βούκρανα, μεμειγμένα τῇ μὲν ἀπ᾽ ἀνδρῶν
τῇ δὲ γυναικοφυῆ σκιεροῖς ἠσκημένα γυίοις.
Με τα δυο μου πόδια να «πατάνε σταθερά στο έδαφος» κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να φορέσω το παντελόνι μου. Με τα πόδια μου στον αέρα, είναι πιο εύκολο!
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι τίποτε άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή δεν είναι, απαραίτητο για τους ανθρώπους προκειμένου να γνωρίσουν τη χαρά και την ευτυχία.
Μόνο η αλήθεια μπορεί να μας βοηθήσει να νιώθουμε ασφαλείς. Μόνο η αλήθεια μπορεί να μας φέρει την απαραίτητη εμπιστοσύνη που χρειάζεται για τις διαρκείς και ανθεκτικές σχέσεις. Μόνο η αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι καμιά φορά, μπορεί να δημιουργήσει ένα σίγουρο περιβάλλον ενότητας και ανάπτυξης.
Βέβαια η αλήθεια με κεφαλαίο «Α» είναι μια δύσκολη κατάκτηση. Δεν παύει, ωστόσο, να βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος μιας σχέσης αγάπης. Η εμπιστοσύνη χωρίς την αγάπη είναι αδιανόητη. Όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη δεν υπάρχει αγάπη.
Λοιπόν να λέμε ψέματα ή να μην λέμε; Ο δρ. Ρότζερ Γκούλντ λέει στις Μεταμορφώσεις:
Η αλήθεια, απ’ όσο ξέρουμε, πρέπει να είναι ο σκοπός μας, ανεξάρτητα από το που μας οδηγεί. Κάθε εξαπάτηση τον εαυτού μας προκαλεί λανθασμένες κρίσεις που ακολουθούνται από κακές αποφάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες στη ζωή μας. Αλλά περισσότερο και από αυτό, κάθε προστατευτική αυτοεξαπάτηση είναι μια ρωγμή στην ψυχή μας, ένας μικρός δαίμονας που καιροφυλακτεί, έτοιμος να εξελιχθεί σ’ ένα σύμπτωμα ανεξήγητου άγχους όταν δεχτούμε μια απειλή. Οι αυτοεξαπατήσεις που σχεδιάστηκαν για να μας προστατεύσουν από τον πόνο, καταλήγουν στην πραγματικότητα να μας φέρουν περισσότερο πόνο. Οχυρώνουμε τις εξαπατήσεις μας για να τις προστατεύσουμε από τις φυσικές διορθώσεις της καθημερινής ζωής. Όσο μεγαλύτερη είναι η περιοχή του νου μας που θεωρούμε απαραίτητο να την υπερασπίσουμε, τόσο περισσότερο θα μαστίζεται η διαδικασία της σκέψης μας. Δεν θα επιτρέπουμε στο νου μας να περιπλανάται ελεύθερα, γιατί μια νέα πληροφόρηση μπορεί να αντικρούσει τις αυτοεξαπατήσεις μας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι αυτοεξαπατήσεις, τόσο μεγαλύτερο είναι και το τμήμα του κόσμου που αποκλείουμε από τον εαυτό μας.
Από την άλλη μεριά, οι συγγραφείς Ρόμπερτ Γουλκ και η Άρθουρ Χένλεϊ, στο βιβλίο τους, Το δικαίωμα στο ψέμα, ένα από τα πιο καθοριστικά έργα πάνω στο θέμα αυτό, παρατηρούν:
Ένας πετυχημένος γάμος είναι το αποτέλεσμα τόσο των ψεμάτων όσο και της αγάπης που λειτουργούν στη ζωή τον ζευγαριού. Μολονότι με τις ευαισθησίες τους και τις συγκινήσεις τους μπορεί να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, δεν παύουν να είναι δυο χωριστά άτομα και τα συναισθήματά τους δεν είναι δυνατό να συμπίπτουν πάντοτε. Μια πολιτική απόλυτης ειλικρίνειας και εντιμότητας θα τους οδηγούσε, ίσως, σε φλύαρες αποκαλύψεις αλήθειας, που θα τους πλήγωνε άσκοπα και άκαιρα. Αυτό, με σειρά του, θα καταπόντιζε τη λεπτή ισορροπία του «δούναι και λαβείν» που είναι εξαιρετικά απαραίτητη ανάμεσα στο αντρόγυνο. Εποικοδομητικά, κατάλληλα και λογικά ψέματα μπορεί να έχουν ένα αμοιβαίο προστατευτικό αποτέλεσμα, και εμποδίζουν τους δύο εταίρους στο γάμο να μπλέκουν ο ένας στα πόδια του άλλον. Να γιατί το καλό ψέμα κάνει τον καλό γάμο.
Σ’ ένα άλλο σημείο, οι ίδιοι συγγραφείς δηλώνουν: «Η οικογένεια όπου όλοι λένε ψέματα παραμένει ενωμένη» . Βέβαια οι συγγραφείς δεν μιλούν για αναλήθειες που καταστρέφουν τη ζωή, αλλά για μια έλλειψη απόλυτης εντιμότητας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, που παρέχει μια δυνατότητα προστασίας της σχέσης από συνεχή τραύματα. Και προσθέτουν:
Το μόνο ψέμα που αξίζει να ειπωθεί είναι μια αναλήθεια που μπορεί ν’ αλλάξει την κατάσταση προς το καλύτερο. Το ψέμα αυτό πρέπει να είναι δικαιωμένο, τεχνικά άρτια και κατάλληλο στην περίσταση. Για να πάρει μια πιστευτή απόφαση για ένα ψέμα, ένας υποψήφιος ψεύτης πρέπει να ζυγίζει τα πιθανά, οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους, μια διαδικασία παραπλήσια προς το παιχνίδι «αλήθεια ή συνέπειες».
Είμαστε πολύ εκλογικευμένοι στις σχέσεις μας, υπερβολικά ταξινομημένοι, οργανωμένοι και προβλεπτικοί. Χρειαζόμαστε ένα μέρος από τούτη τη μεριά της τρέλας και του παραλογισμού, όπου να μπορούμε από καιρό σε καιρό ν’ αφήνουμε την κοσμικότητα και να μετακινούμαστε στο αυθόρμητο και στο ανέλπιστο, σ’ ένα επίπεδο που περικλείει μια μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας και κινδύνου – ένα ενεργητικό περιβάλλον γεμάτο εκπλήξεις, που ενθαρρύνουν την αίσθηση της περιπέτειας˙ εδώ, ιδέες και αισθήματα, που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν δύσκολο να εκδηλωθούν, μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα. Σ’ ένα χαρούμενο περιβάλλον είναι εύκολο να βρεθεί ο δεσμός της αγάπης. Όταν γελούμε και ενθουσιαζόμαστε όλοι μαζί, ξεπερνούμε την αιτία και τη λογική, όπως ακριβώς κάνει ο κλόουν. Μιλάμε μια παγκόσμια γλώσσα. Νιώθουμε πιο δεμένοι ο ένας με τον άλλον.
Η χαρά, το χιούμορ, το γέλιο, όλα αυτά είναι θαυμάσια και προσιτά εργαλεία για να φέρουν την άνεση και τη φρεσκάδα σε μια σχέση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ξεπεραστούν οι αναστολές και η ένταση. Ο Δρ. Γονίλιαμ Φράι του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ έγραψε ότι το γέλιο βοηθάει στη δυσπεψία (εγκαταλείψτε τα αντιοξικά σας) διεγείρει την καρδιά, δυναμώνει τους μυώνες (εγκαταλείψτε το τζόγκινγκ), ενεργοποιεί τις δημιουργικές λειτουργίες του νου και κρατά τον άνθρωπο ζωηρό και σβέλτο (εγκαταλείψτε τα τεχνητά διεγερτικά). Κι όλα αυτά μ’ ένα δυνατό γέλιο.
Η χαρά και η ευτυχία είναι απλώς καταστάσεις του νου. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε δημιουργικές λύσεις. ‘Όταν νιώθουμε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ευφορίας, είμαστε πιο ανοιχτοί στη ζωή, πιο ικανοί να δούμε τα πράγματα καθαρά και να ελέγξουμε τις καθημερινές εντάσεις. ‘Όταν γελάμε το σώμα εκκρίνει μια ειδική ορμόνη που είναι ένας φυσικός δολοφόνος του πόνου. Ο Νόρμαν Κάζινς υποστηρίζει ότι αυτοθεραπεύτηκε από μια ανίατη αρρώστια χρησιμοποιώντας, ανάμεσα στ’ άλλα, τη δύναμη του γέλιου. Το αυθόρμητο βροντερό γέλιο, που σε κάνει να τινάζεσαι στη θέση σου, προκαλεί τη δόνηση σε όλα τα βασικά όργανα τον σώματος, όπως ακριβώς συμβαίνει με το καλό τροχάδην. Αν, λοιπόν, είμαστε πολύ τεμπέληδες και αποφεύγουμε το τροχάδην, μπορούμε να γελάμε. Υπηρετούμε εξίσου καλά την υγεία μας! Πέταξε την ασπιρίνη και σάρκασε οτιδήποτε σε απελπίζει.
Χρόνια ολόκληρα μου έλεγαν ότι δεν έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά, ότι η στάση μου αυτή θα με οδηγούσε στον όλεθρο και στην καταστροφή. Ένας άνθρωπος με το δικό μου επαγγελματικό υπόβαθρο θα έπρεπε να είναι ένα υπόδειγμα – ακέραιος, επίμονος, σοβαρός, με τα πόδια του να «πατάνε σταθερά στο έδαφος». Με τα δυο μου πόδια να «πατάνε σταθερά στο έδαφος» κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να φορέσω το παντελόνι μου. Με τα πόδια μου στον αέρα, είναι πιο εύκολο!
«Η χαρά έρχεται στη ζωή μας», λέει ο Τζόζεφ Άντισον, «όταν έχουμε κάτι να κάνουμε, κάτι ν’ αγαπάμε και κάτι για να ελπίζουμε».
Ζήσε με πληρότητα και αφθονία. Αγάπα ολοκληρωτικά και χωρίς φόβο. Άφησε την ελπίδα να λάμψει και ποτέ μην παραιτείσαι από το όνειρο. Όλα αυτά θα μας βοηθήσουν, αλλά η χαρά θα είναι δική μας, όταν εμείς το επιλέξουμε. Ο Αβραάμ Λίνκολν μας υπενθυμίζει: «Οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι τόσο ευτυχισμένοι όσο αποφασίζουν να είναι».
Πολλές σχέσεις έχουν διασωθεί από ένα σπαρταριστό, ακράτητο γέλιο.
Αυτό το επιβεβαίωνα αδιάκοπα όταν έβλεπα άτομα με ειδικές ανάγκες. Είδα τεταρτοπληγικούς να χαμογελούν και ν’ αντιμετωπίζουν τη ζωή τους με χιούμορ και γέλιο, ενώ αυτοί που δούλευαν μαζί τους, προικισμένοι με όλα τα φυσικά πλεονεκτήματα, ήταν συχνά μίζεροι, ανικανοποίητοι και αγχώδεις. Είναι περίεργο ότι ορισμένοι από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή μου δεν φαίνονταν να είχαν κάποιο συγκεκριμένο λόγο που ήταν χαρούμενοι. Ήταν ευτυχισμένοι, αυτό μόνο. Παρατήρησα ότι το κοινό σημείο τους ήταν το θάρρος, η προθυμία να τολμήσουν, ν’ αποτύχουν και να το ξεχάσουν˙ μια έντονη πίστη στον εαυτό τους, μια θαυμάσια εφευρετικότητα, μια εμπιστοσύνη στη δημιουργική μοναδικότητά τους και μια ικανότητα να επιμένουν στο δικό τους όνειρο.
Μεγάλο μέρος της ευτυχίας χάνεται, ίσως, στο κυνηγητό της. Ο Χόουθορν, στα Αμερικανικά Σημειωματάριά του, έγραφε ότι η ευτυχία έρχεται, πάντα συμπτωματικά. «Όταν την κάνουμε σκοπό της ζωής μας» λέει, «μας οδηγεί στο κυνήγι της αγριόχηνας που ξεφεύγει πάντα από το στόχο μας». Καλύτερα να χάσουμε το δρόμο μας και, να ακολουθήσουμε κάτι εντελώς διαφορετικό από το κυνηγητό της ευτυχίας, προτείνει ο Χόουθορν. Είναι πιο εύκολο να συναντήσουμε έτσι την ευτυχία, χωρίς καν να την έχουμε ονειρευτεί.
Μεγάλο μέρος της ευτυχίας χάνεται, ίσως, στο κυνηγητό της. Ο Χόουθορν, στα Αμερικανικά Σημειωματάριά του, έγραφε ότι η ευτυχία έρχεται, πάντα συμπτωματικά. «Όταν την κάνουμε σκοπό της ζωής μας» λέει, «μας οδηγεί στο κυνήγι της αγριόχηνας που ξεφεύγει πάντα από το στόχο μας». Καλύτερα να χάσουμε το δρόμο μας και, να ακολουθήσουμε κάτι εντελώς διαφορετικό από το κυνηγητό της ευτυχίας, προτείνει ο Χόουθορν. Είναι πιο εύκολο να συναντήσουμε έτσι την ευτυχία, χωρίς καν να την έχουμε ονειρευτεί.
Μόνο η αλήθεια μπορεί να μας βοηθήσει να νιώθουμε ασφαλείς. Μόνο η αλήθεια μπορεί να μας φέρει την απαραίτητη εμπιστοσύνη που χρειάζεται για τις διαρκείς και ανθεκτικές σχέσεις. Μόνο η αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι καμιά φορά, μπορεί να δημιουργήσει ένα σίγουρο περιβάλλον ενότητας και ανάπτυξης.
Βέβαια η αλήθεια με κεφαλαίο «Α» είναι μια δύσκολη κατάκτηση. Δεν παύει, ωστόσο, να βρίσκεται στην καρδιά του προβλήματος μιας σχέσης αγάπης. Η εμπιστοσύνη χωρίς την αγάπη είναι αδιανόητη. Όπου δεν υπάρχει εμπιστοσύνη δεν υπάρχει αγάπη.
Λοιπόν να λέμε ψέματα ή να μην λέμε; Ο δρ. Ρότζερ Γκούλντ λέει στις Μεταμορφώσεις:
Η αλήθεια, απ’ όσο ξέρουμε, πρέπει να είναι ο σκοπός μας, ανεξάρτητα από το που μας οδηγεί. Κάθε εξαπάτηση τον εαυτού μας προκαλεί λανθασμένες κρίσεις που ακολουθούνται από κακές αποφάσεις με απρόβλεπτες συνέπειες στη ζωή μας. Αλλά περισσότερο και από αυτό, κάθε προστατευτική αυτοεξαπάτηση είναι μια ρωγμή στην ψυχή μας, ένας μικρός δαίμονας που καιροφυλακτεί, έτοιμος να εξελιχθεί σ’ ένα σύμπτωμα ανεξήγητου άγχους όταν δεχτούμε μια απειλή. Οι αυτοεξαπατήσεις που σχεδιάστηκαν για να μας προστατεύσουν από τον πόνο, καταλήγουν στην πραγματικότητα να μας φέρουν περισσότερο πόνο. Οχυρώνουμε τις εξαπατήσεις μας για να τις προστατεύσουμε από τις φυσικές διορθώσεις της καθημερινής ζωής. Όσο μεγαλύτερη είναι η περιοχή του νου μας που θεωρούμε απαραίτητο να την υπερασπίσουμε, τόσο περισσότερο θα μαστίζεται η διαδικασία της σκέψης μας. Δεν θα επιτρέπουμε στο νου μας να περιπλανάται ελεύθερα, γιατί μια νέα πληροφόρηση μπορεί να αντικρούσει τις αυτοεξαπατήσεις μας. Όσο μεγαλύτερες είναι οι αυτοεξαπατήσεις, τόσο μεγαλύτερο είναι και το τμήμα του κόσμου που αποκλείουμε από τον εαυτό μας.
Από την άλλη μεριά, οι συγγραφείς Ρόμπερτ Γουλκ και η Άρθουρ Χένλεϊ, στο βιβλίο τους, Το δικαίωμα στο ψέμα, ένα από τα πιο καθοριστικά έργα πάνω στο θέμα αυτό, παρατηρούν:
Ένας πετυχημένος γάμος είναι το αποτέλεσμα τόσο των ψεμάτων όσο και της αγάπης που λειτουργούν στη ζωή τον ζευγαριού. Μολονότι με τις ευαισθησίες τους και τις συγκινήσεις τους μπορεί να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον, δεν παύουν να είναι δυο χωριστά άτομα και τα συναισθήματά τους δεν είναι δυνατό να συμπίπτουν πάντοτε. Μια πολιτική απόλυτης ειλικρίνειας και εντιμότητας θα τους οδηγούσε, ίσως, σε φλύαρες αποκαλύψεις αλήθειας, που θα τους πλήγωνε άσκοπα και άκαιρα. Αυτό, με σειρά του, θα καταπόντιζε τη λεπτή ισορροπία του «δούναι και λαβείν» που είναι εξαιρετικά απαραίτητη ανάμεσα στο αντρόγυνο. Εποικοδομητικά, κατάλληλα και λογικά ψέματα μπορεί να έχουν ένα αμοιβαίο προστατευτικό αποτέλεσμα, και εμποδίζουν τους δύο εταίρους στο γάμο να μπλέκουν ο ένας στα πόδια του άλλον. Να γιατί το καλό ψέμα κάνει τον καλό γάμο.
Σ’ ένα άλλο σημείο, οι ίδιοι συγγραφείς δηλώνουν: «Η οικογένεια όπου όλοι λένε ψέματα παραμένει ενωμένη» . Βέβαια οι συγγραφείς δεν μιλούν για αναλήθειες που καταστρέφουν τη ζωή, αλλά για μια έλλειψη απόλυτης εντιμότητας στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, που παρέχει μια δυνατότητα προστασίας της σχέσης από συνεχή τραύματα. Και προσθέτουν:
Το μόνο ψέμα που αξίζει να ειπωθεί είναι μια αναλήθεια που μπορεί ν’ αλλάξει την κατάσταση προς το καλύτερο. Το ψέμα αυτό πρέπει να είναι δικαιωμένο, τεχνικά άρτια και κατάλληλο στην περίσταση. Για να πάρει μια πιστευτή απόφαση για ένα ψέμα, ένας υποψήφιος ψεύτης πρέπει να ζυγίζει τα πιθανά, οφέλη και τους πιθανούς κινδύνους, μια διαδικασία παραπλήσια προς το παιχνίδι «αλήθεια ή συνέπειες».
Είμαστε πολύ εκλογικευμένοι στις σχέσεις μας, υπερβολικά ταξινομημένοι, οργανωμένοι και προβλεπτικοί. Χρειαζόμαστε ένα μέρος από τούτη τη μεριά της τρέλας και του παραλογισμού, όπου να μπορούμε από καιρό σε καιρό ν’ αφήνουμε την κοσμικότητα και να μετακινούμαστε στο αυθόρμητο και στο ανέλπιστο, σ’ ένα επίπεδο που περικλείει μια μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας και κινδύνου – ένα ενεργητικό περιβάλλον γεμάτο εκπλήξεις, που ενθαρρύνουν την αίσθηση της περιπέτειας˙ εδώ, ιδέες και αισθήματα, που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν δύσκολο να εκδηλωθούν, μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα. Σ’ ένα χαρούμενο περιβάλλον είναι εύκολο να βρεθεί ο δεσμός της αγάπης. Όταν γελούμε και ενθουσιαζόμαστε όλοι μαζί, ξεπερνούμε την αιτία και τη λογική, όπως ακριβώς κάνει ο κλόουν. Μιλάμε μια παγκόσμια γλώσσα. Νιώθουμε πιο δεμένοι ο ένας με τον άλλον.
Η χαρά, το χιούμορ, το γέλιο, όλα αυτά είναι θαυμάσια και προσιτά εργαλεία για να φέρουν την άνεση και τη φρεσκάδα σε μια σχέση. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να ξεπεραστούν οι αναστολές και η ένταση. Ο Δρ. Γονίλιαμ Φράι του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ έγραψε ότι το γέλιο βοηθάει στη δυσπεψία (εγκαταλείψτε τα αντιοξικά σας) διεγείρει την καρδιά, δυναμώνει τους μυώνες (εγκαταλείψτε το τζόγκινγκ), ενεργοποιεί τις δημιουργικές λειτουργίες του νου και κρατά τον άνθρωπο ζωηρό και σβέλτο (εγκαταλείψτε τα τεχνητά διεγερτικά). Κι όλα αυτά μ’ ένα δυνατό γέλιο.
Η χαρά και η ευτυχία είναι απλώς καταστάσεις του νου. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορούν να μας βοηθήσουν να βρούμε δημιουργικές λύσεις. ‘Όταν νιώθουμε χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ευφορίας, είμαστε πιο ανοιχτοί στη ζωή, πιο ικανοί να δούμε τα πράγματα καθαρά και να ελέγξουμε τις καθημερινές εντάσεις. ‘Όταν γελάμε το σώμα εκκρίνει μια ειδική ορμόνη που είναι ένας φυσικός δολοφόνος του πόνου. Ο Νόρμαν Κάζινς υποστηρίζει ότι αυτοθεραπεύτηκε από μια ανίατη αρρώστια χρησιμοποιώντας, ανάμεσα στ’ άλλα, τη δύναμη του γέλιου. Το αυθόρμητο βροντερό γέλιο, που σε κάνει να τινάζεσαι στη θέση σου, προκαλεί τη δόνηση σε όλα τα βασικά όργανα τον σώματος, όπως ακριβώς συμβαίνει με το καλό τροχάδην. Αν, λοιπόν, είμαστε πολύ τεμπέληδες και αποφεύγουμε το τροχάδην, μπορούμε να γελάμε. Υπηρετούμε εξίσου καλά την υγεία μας! Πέταξε την ασπιρίνη και σάρκασε οτιδήποτε σε απελπίζει.
Χρόνια ολόκληρα μου έλεγαν ότι δεν έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά, ότι η στάση μου αυτή θα με οδηγούσε στον όλεθρο και στην καταστροφή. Ένας άνθρωπος με το δικό μου επαγγελματικό υπόβαθρο θα έπρεπε να είναι ένα υπόδειγμα – ακέραιος, επίμονος, σοβαρός, με τα πόδια του να «πατάνε σταθερά στο έδαφος». Με τα δυο μου πόδια να «πατάνε σταθερά στο έδαφος» κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να φορέσω το παντελόνι μου. Με τα πόδια μου στον αέρα, είναι πιο εύκολο!
«Η χαρά έρχεται στη ζωή μας», λέει ο Τζόζεφ Άντισον, «όταν έχουμε κάτι να κάνουμε, κάτι ν’ αγαπάμε και κάτι για να ελπίζουμε».
Ζήσε με πληρότητα και αφθονία. Αγάπα ολοκληρωτικά και χωρίς φόβο. Άφησε την ελπίδα να λάμψει και ποτέ μην παραιτείσαι από το όνειρο. Όλα αυτά θα μας βοηθήσουν, αλλά η χαρά θα είναι δική μας, όταν εμείς το επιλέξουμε. Ο Αβραάμ Λίνκολν μας υπενθυμίζει: «Οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι τόσο ευτυχισμένοι όσο αποφασίζουν να είναι».
Πολλές σχέσεις έχουν διασωθεί από ένα σπαρταριστό, ακράτητο γέλιο.
Επίκουρος: Το Τετρακριτήριο
Η τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας αποτελείται, λοιπόν, από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινήσεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων ήδη αποθηκευμένες στο νου) και τις διορατικές συλλήψεις του νου (φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας).
Τα δύο πρώτα μπορούν να θεωρηθούν ως απλή, φυσική, αμοιβαία αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, του ζώντος οργανισμού και του φυσικού του περιβάλλοντος. Τα δύο τελευταία έχουν φέρει αντιμέτωπους τους ερμηνευτές του Επίκουρου με ουσιαστικές δυσκολίες. Θα εξετάσω παρακάτω ένα προς ένα τα στοιχεία που συνθέτουν το τετρακριτήριο και θα επιχειρήσω να ανασυγκροτήσω την οντογνωσιολογία του Επίκουρου.
Η αίσθησις
Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζονται συμπτώματα και συμβεβηκότα). Ο Επίκουρος επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες του μηχανισμού της αισθητηριακής αντίληψης στη βάση της ατομικής θεωρίας. Σύμφωνα με την ατομική θεωρία, όχι μόνο τα αισθητήρια όργανα αλλά ακόμη και η ψυχή, που θεωρείται ως ένα είδος υλικού σώματος, παίζει κρίσιμο ρόλο στην καταγραφή και στην ερμηνεία των προσλαμβανόμενων μηνυμάτων. Η αισθητηριακή αντίληψη είναι το πρωταρχικό, μη αναγώγιμο και μη διαψεύσιμο πεδίο γνωσιολογικής αναφοράς και επαλήθευσης: παρέχει μαρτυρία για την ύπαρξη ενός υλικού/ατομικού κόσμου και εγγυάται την οντολογική ομογένεια του κόσμου αυτού. Αντικείμενο και υποκείμενο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμφωνούν, παρέχοντας στο έμβιο ον την πιο ασφαλή πηγή για να κρίνει την πραγματικότητα, με βάση την καθαρή μαρτυρία (ενάργεια) της κοινής αισθητηριακής αντίληψης.
Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. Λογικά, και στο πλαίσιο της επικούρειας ψυχολογίας, η εντύπωση πρέπει να τονιστεί ως αυτό που παρέχει τη σύνδεση μεταξύ αισθητηριακής αντίληψης και συναισθήματος/συγκίνησης (πάθους). Εντούτοις, ο Επίκουρος επιλέγει να χρησιμοποιεί τον όρο αίσθησις εναλλακτικά και με τις δύο σημασίες του (ως αισθητηριακή αντίληψη και ως εντύπωση).
Ο λόγος είναι ότι στην ουσία και τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας εδράζονται τόσο στην αισθητηριακή αντίληψη όσο και στην εντύπωση. Επ’ αυτού θα συμφωνούσε ο Επίκουρος με τους περισσότερους σύγχρονους φαινομενολόγους.
Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια σύντομη ματιά στο λιγότερο διφορούμενο κείμενο που αναφέρεται στην αίσθηση
Κάθε αίσθησις στερείται λόγου (άλογος έστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ουδεμιάς δεκτική)’ δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: δεν μπορεί μία αίσθησις να ανατρέψει μιαν ομοειδή της αίσθηση [σημ.: την αίσθηση που προέρχεται από το ίδιο αισθητήριο όργανο] μιας και έχουν κι οι δυο την ίδια ισχύ (διά την ισοσθενειαν)’ ούτε μπορεί να ανατρέψει μια μη ομοειδή της αίσθηση, αφού οι δύο αποτελούν κριτήρια διαφορετικών πραγμάτων. Ούτε το λογικό (ο λόγος) μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αΐσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. Kαι το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε δια των αισθήσεων (επαισθήματα) πιστοποιεί την αλήθεια τους. Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο {ώσπερ το αλγειν). Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά {από των φαινομένων) να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά (άδηλα). Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – πότε μέσω σύμπτωσης, πότε κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρελών (μαινόμενων φαντάσματα) και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν αληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου] (κινεί yap)’ και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, σ’ αυτή την εξαιρετικά σαφή αναφορά στην αίσθηση, επιλέγονται για συζήτηση τα εξής χαρακτηριστικά της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης:
1.Η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από το λογικό (λόγον) και τη μνήμη. Συνίσταται, με άλλα λόγια, σε μια άμεση και απευθείας αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, στιγμιαία και ολοκληρωμένη, ανάμεσα στον οργανισμό που αντιλαμβάνεται (ή μάλλον, στα όργανα της αντίληψης – τις πέντε αισθήσεις και την ψυχή) αφ ενός, και αφ’ ετέρου στο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό. Η υπεροχή της αισθητηριακής σύλληψης/εντύπωσης προβάλλεται σε σχέση με οποιαδήποτε έλλογη κίνηση του νου, και σε σχέση με οποιαδήποτε ανάμνηση πραγμάτων του παρελθόντος, δηλαδή των προηγούμενων αισθητηριακών συλλήψεων/εντυπώσεων. Η πράξη της αισθητηριακής αντίληψης είναι, επομένως, μια απευθείας, άμεση σχέση -που εδραιώνεται μέσω των αισθητήριων οργάνων- ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο’ ανάμεσα στο επιμέρους ζωντανό ον και τον κόσμο όπως αυτός φαίνεται. Κάθε αισθητηριακή σύλληψη/εντύπωση είναι πλήρης και αυτόνομη, και εγγυάται την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο, δηλαδή του ατόμου και του κόσμου, καθώς και την άρρηκτη ενότητά τους.
2.Δεν είναι μόνο ότι η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από τον λόγο αλλά, επιπλέον, ότι ο λόγος (η λογική συγκρότηση του νου, η νόηση) είναι εντελώς εξαρτημένος από την αίσθηση και δευτερογενής. Το προβάδισμα της αισθητηριακής αντίληψης υποστηρίζεται εδώ και οντολογικά και γνωσιολογικά: η πραγματικότητα και η αλήθεια για την πραγματικότητα εδραιώνονται μέσω της πραγματικότητας των αισθήσεων, της πρωταρχικής και άνευ όρων συμφωνίας αυτού που αντιλαμβάνεται και αυτού που γίνεται αντιληπτό. Έτσι, ο Επίκουρος υποστηρίζει την ύπαρξη ενός μονοδιάστατου φυσικού κόσμου, άμεσα αντιληπτού μέσω των αισθήσεων του ζωντανού οργανισμού’ ενός φυσικού κόσμου φαινομένων απευθείας αποκαλύψιμων στο φυσικό -και επίσης προφανές- υποκείμενο. Όλη η πραγματικότητα και, επομένως, όλες οι βεβαιότητες βασίζονται στις αισθήσεις και στη διαύγεια του προφανούς: «Αν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις σου, δεν θα ’χεις πλέον τίποτα με βάση το οποίο να κρίνεις ακόμη και εκείνες τις αισθήσεις που ισχυρίζεσαι ότι μας εξαπατούν».
3· Η πραγματικότητα της αισθητηριακής αντίληψης ισοδυναμεί με την πραγματικότητα του φυσικού πόνου. Ο κόσμος των φαινομένων, με άλλα λόγια, αποτυπώνει τα μηνύματά του στο υποκείμενο της αντίληψης, με έναν τρόπο τόσο πραγματικό και απτό όσο και το αίσθημα ενός σωματικού πόνου. Κάθε περαιτέρω διαχείριση αυτών των αντιληπτικών αισθημάτων αποτελεί μια δευτερογενή πράξη διάταξης, συγκρότησης (ή μάλλον ανασυγκρότησης) του κόσμου με βάση την άμεση, μη ανασκευάσιμη και μη αναγώγιμη μαρτυρία των αντιληπτικών αισθήσεων, εντυπώσεων και, όπως θα δούμε, των συγκινήσεων του επιμέρους οργανισμού. Όλη η γνώση (έννοιες, ιδέες, θεωρίες) προέρχεται από την άμεση εμπειρία μας του κόσμου’ κατ’ αρχάς μέσα από την άμεση επαφή με επιμέρους πράγματα, όπως αυτά εμφανίζονται σ’ εμάς και, στη συνέχεια, «κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων»- διαδικασίες στις οποίες προφανώς το λογικό (λογισμός) συμβάλλει με ένα τεχνικό τρόπο. Έτσι, μπορούμε να φθάσουμε στη σύνθεση ή ανασύνθεση της αληθούς -ακόμη και αν αυτή είναι ατελής- εικόνας της πραγματικότητας, όπως μας την αποκαλύπτει ο κόσμος των φαινομένων.
4. Τελικά, για να συλλάβουμε πλήρως την οντολογική και γνωσιολογική σημασία του ότι ο Επίκουρος δίνει το προβάδισμα στην αίσθηση, θα πρέπει να επιμείνω στα παρακάτω: Τα σώματα είναι πραγματικά, με την έννοια ότι υπάρχουν άμεσες, αδιαμεσολάβητες αντιλήψεις των αισθήσεων, εντυπώσεις και, εν τέλει, συγκινήσεις σε σχέση και με τις μόνιμες ιδιότητες τους (όπως «σχήματα και χρώματα, μεγέθη και βάρη») και με τις μη μόνιμες ιδιότητες (τα «συμπτώματα»). Με μια έννοια, λέει ο Επίκουρος, «θα έπρεπε όλες οι ιδιότητες να θεωρούνται “συμπτώματα”, αφού «δεν έχουν αυτόνομη φύση καθεαυτές, αλλά τις παρατηρούμε (θεωρείται) με τον τρόπο που η ίδια η αίσθησή μας παρουσιάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τα γνωρίσματά τους.»
Αυτή είναι η φύσις των σωμάτων, δηλαδή της υλικής πραγματικότητας. Δεν υπάρχει ον ανεξάρτητα από τις κινήσεις που προκαλεί – δηλαδή ξέχωρα από τα επιμέρους ίχνη (κυριολεκτικά: τα υλικά ίχνη) που αφήνει πάνω σε ένα ζωντανό οργανισμό. Τα ίχνη αυτά παράγονται από την αλληλεπίδραση του ζωντανού οργανισμού και του κόσμου, όπως αυτός φαίνεται στον οργανισμό, όπως δηλαδή ο οργανισμός αντιλαμβάνεται και συλλαμβάνει με τις αισθήσεις τον κόσμο, με μια λέξη, όπως τον βιώνει. Ο κόσμος των φαινομένων, ο φυσικός φαινόμενος κόσμος είναι πραγματικός διότι μόνον αυτός κινεί’ και οπουδήποτε υπάρχει κίνηση (αισθητηριακές αντιλήψεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις) εκεί υπάρχει πραγματικότητα, υπάρχει ον. Έτσι, τα φανταστικά αντικείμενα (φαντάσματα) που γίνονται αντιληπτά από υποκείμενα διανοητικώς διαταραγμένα ή υποκείμενα που ονειρεύονται, μαρτυρούν μιαν άλλη όψη της πραγματικότητας, τόσο πραγματική όσο ο κόσμος των τραπέζιών και καρεκλών. Η πραγματικότητα είναι φαινόμενα και τα φαινόμενα είναι πραγματικότητα.
Η θεμελιώδης αρχή του παρμενίδειου μονισμού -που την αποδέχτηκαν και στη συνέχεια την επεξέτειναν οι αρχαίοι Ατομικοί φιλόσοφοι με το αξίωμά τους περί ελάχιστων μερών (ατόμων), δηλαδή μικροόντων που παρουσιάζουν τις περισσότερες από τις ιδιότητες που επιφύλασσε ο Παρμενίδης για το δικό του μέγα-όν- επεκτείνεται περαιτέρω από τον Επίκουρο για να συμπεριλάβει τον κόσμο των φαινομένων. Ο Επίκουρος μάλιστα θέτει την αρχή αυτή με επιτακτική σαφήνεια ως οντολογική βάση της σκέψης του. Το ον υπάρχει, με την έννοια που έδιναν οι Ατομικοί φιλόσοφοι, και υπάρχει ως φαινόμενο. Αυτό προφανώς δεν έρχεται σε αντίφαση με τον δεύτερο ισχυρισμό των Ατομικών φιλοσόφων, ότι δηλαδή και το μη ον υπάρχει επίσης — κάτι που και για τον Επίκουρο αποτελεί αξίωμα. Ωστόσο, μόνο το ον κινεί’ και ό,τι προκαλεί κίνηση -και μόνο αυτό- είναι. Το μη ον, που συλλαμβάνεται ως το κενόν, δεν είναι παρά ενδιάμεσο, ο άδειος χώρος μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η κίνηση. Σώματα και χώρος μαζί αποτελούν «το σύμπαν» (τό παν).
Για να ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν: η αίσθησις (άμεση αισθητηριακή αντίληψη/εντύπωση) μαζί με τα πάθη (συγκινήσεις/συναισθήματα) συνιστούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, την πρωταρχική, μη αναγώγιμη γνωσιολογική βάση. Αυτό δεν υποστηρίζεται αυθαίρετα αλλά πηγάζει από την υλιστική, με όρους ατομικής φυσικής σύλληψη της πραγματικότητας, που καθορίζει την οντολογία του Επίκουρου. Ανταποκρίνεται στη βασική του αντίληψη ότι η πραγματικότητα, όλη η πραγματικότητα, είναι δυνάμει φανερή’ ότι ο πραγματικός κόσμος είναι φύσει φαινόμενος, ακόμη και αν δεν είναι όλα τα σώματα φανερά εδώ και τώρα. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχουν πολλοί πραγματικοί κόσμοι, όπως πιστοποιείται από τα φανταστικά αντικείμενα της αντίληψης.
Στην πραγματικότητα ο Επίκουρος, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, υποστηρίζει την ύπαρξη «άπειρου αριθμού κόσμων (κόσμοι άπειροι), από τους οποίους κάποιοι είναι όμοιοι με τον δικό μας κόσμο, ενώ άλλοι όχι». Ο φιλόσοφος οδηγείται σ’ αυτό το συμπέρασμα από την απειρότητα των ατόμων αλλά και του διαστήματος. Τελικά, ο κόσμος των φαινομένων είναι δυνάμει αποκαλύψιμος στο υποκείμενο της αντίληψης, εν προκειμένω στο άτομο που αντιλαμβάνεται, νιώθει και εντέλει διανοείται ή γνωρίζει. Κατά μία -κρίσιμη- έννοια, η γνώση -η άμεση, χειροπιαστή πληροφορία ή, ακόμη καλύτερα, η εναργής μαρτυρία περί του πραγματικού, δηλαδή του φαινόμενου κόσμου— εγγυάται την ομοιογενή και απόλυτα φυσική δομή του οντος, και το αντίστροφο. Η οντολογία και η γνωσιολογία βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και αμοιβαιότητα. Αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε για «οντογνωσιολογικό» συνδυασμό: των αρχών του Κανονικού με τις αρχές της Φυσικής του Επίκουρου.
Πάθη
Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τ όσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μάς παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυσικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και υπό μια γενική έννοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητές του. Για τον λόγο αυτό, όταν καταπίπτει η επιχειρηματολογία (και έχουμε δει ότι ο Επίκουρος διστάζει να μιλήσει για το λογικό μέρος της θεωρίας του, προτιμώντας αντ’ αυτού να υποστηρίζει τις αρχές του Κανονικού που σκιαγραφούν τα οντολογικά και, κατά συνέπεια, τα γνωσιολογικά του αξιώματα), υποχρεώνεται να υποστηρίξει την συμπληρωματικότητα των αισθήσεων και των παθών ως γνωσιολογικών κριτηρίων. Τα δύο αυτά κριτήρια αλήθειας συνιστούν από κοινού ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.
Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθήσεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική -ακόμη και φυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Επιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμπειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος -το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν,
[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (άλγηδών), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον (παν ζώον)’ ότι το ένα είναι οίχεΐον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο άλλότριον (ξένο /εχθρικό)’ και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξου- με και τι θα αποφύγουμε (<αιρέσεις και φυγάς).
Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών: η έρευνα που αφορά στα πράγματα (περί των πραγμάτων), και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια (περί φίλην την φωνήν).
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τον ρόλο που παίζουν τα πάθη στον καθορισμό των επιλογών του ατόμου κατά την αναζήτηση της ευδαιμονίας- που, όπως θα δούμε, συμπίπτει με την επιδίωξη της ηδονής: του οικείου πάθους που «ευνοεί την ευφροσύνη» κάθε έμβιου όντος. Η διαδικασία αυτή, που χαρακτηρίζει και προσδιορίζει αυτό που σωστά θεωρείται ως σφαίρα της δράσης («επιλογές και αποφυγές»), θα εξεταστεί στο πλαίσιο της ηθικής θεωρίας του Επίκουρου. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών -ηδονή και πόνος (άλγηδών)- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθήσεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχολογικά δεδομένα, που πιστοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μάς παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας. Μας παρέχουν μια αδιάψευστη απόδειξη για τη φύση του κόσμου και ταυτόχρονα διαγράφουν την έκταση και τα opta της -εν δυνάμει- γνώσης αυτού του κόσμου και της θέσης μας μέσα σ’ αυτόν. Εμπεριέχουν, όπως έχουμε δει, την υποδομή της γνωσιοθεωρίας του Επίκουρου, όπως αυτή υπαγορεύεται από το υλιστικό όραμα του φυσικό ΰ κόσμου, αφού συνιστούν αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς. Ανήκουν στην πρώτης τάξης, αδιαμεσολάβητη εμπειρία του κόσμου. Επομένως, η τελευταία φράση του αποσπάσματος του Διογένη Λαέρτιου που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν είναι τόσο άσχετη όσο φαίνεται ίσως με την πρώτη ματιά. Η αληθινή έρευνα ενδιαφέρεται για τα υπαρκτά πράγματα, για το όν όπως εμφανίζεται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης, της εντύπωσης και του συναισθήματος, και όχι για σκέτα λόγια (φιλαι φωναι) που δεν ανταποκρίνονται στην άμεσα αποκαλύψιμη πραγματικότητα του κόσμου.
Για να κλείσουμε, λοιπόν: ως μέρος του τετρακριτήριου της αλήθειας ή γνωσιολογικού κριτηρίου, οι αισθητηριακές αντιλήψεις, οι εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις αποκαλύπτουν την οντολογική δομή της πραγματικότητας και εγγυώνται όλη την περαιτέρω αναζήτηση της αλήθειας. Καθορίζουν όλες τις περαιτέρω προσπάθειες που καταβάλλουμε για να συγκροτήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε μια -έστω και μερικώς- αληθή εικόνα ή ερμηνευτική θεωρία του φυσικού κόσμου. Ετοιμάζουν το έδαφος και ανοίγουν το δρόμο για την κοινή λογική που θα κρίνει τον κόσμο των φαινομένων. Αυτή, σύμφωνα με τον Επίκουρο, είναι η μόνη ασφαλής βάση της επιστήμης. Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστερα, η ολοφάνερη μαρτυρία (ενάργεια) που μας παρέχουν η αισθητηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας: «…επί τάς αισθήσεις καί τά πάθη – οΰτω γάρ ή βεβαιότατη πίστις εσται…»
Πρόληψις
Οφείλουμε τώρα να εξετάσουμε τη σημαντική και κρίσιμη μετάβαση από τη γνωσιοθεωρητική υποδομή -που ορίζεται από την επικούρεια ανάλυση της φύσης και του ρόλου των αισθήσεων και των παθών-, στο γνωσιολογικό εποικοδόμημα, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία, για να χρησιμοποιήσω την γλώσσα του Μαρξ, παράγεται η συνείδηση από την ύλη. Η έκφραση βέβαια δεν είναι του Επίκουρου, αν και είναι φανερό ότι ο Επίκουρος ακολουθεί την ίδια γραμμή σκέψης. Η δεύτερη σειρά κριτηρίων της αλήθειας, η πρόληψις και η φανταστική επιβολή τής διάνοιας, (ασχέτως αν η δεύτερη προβλήθηκε ως κριτήριο από τον ίδιο τον Επίκουρο) έχει να κάνει ακριβώς μ’ αυτή τη μετάβαση.
Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός -που συχνότερα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη» (Bailey), και ακόμη ως preconception (Hicks, Furley)-, προφανώς αναφέρεται στη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ίδιου του Επίκουρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προληψεως. Θα προσπαθήσω να απομονώσω τα χαρακτηριστικά που μπορούν με σιγουριά να αποδοθούν στην πρόληψη και, επιπλέον, να καταδείξω -ελπίζω, με πληρότητα- τη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, στο γνωσιολογικό σύστημα του Επίκουρου. Θα φανεί εδώ ότι η φυσική γλώσσα παίζει κρίσιμο ρόλο για την ανασύνθεση που επιχειρούμε. Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έχει ως εξής:
Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού (κατάληφιν), ή ορθή γνώμη (δόξαν ορθήν), ή έννοια ή γενική ιδέα (καθολικήν νόησιν) επαναποθηκευμένη στο νου δηλαδή την μνημη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρωπος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψη που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του (τύπος), σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αισθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μία λέξη (παντί όνόματι) [ή αλλιώς: το πρωταρχικό νόημα που έχει αποδοθεί σε κάθε λέξη], είναι ξεκάθαρο (εναργές). Δεν θα ρωτούσαμε ποτέ για κάτι που προηγουμένως δεν έχουμε γνωρίσει’ ρωτάμε, λόγου χάρη, «άλογο είναι αυτό που στέκεται εκεί πέρα ή βόδι;». Θα πρέπει να μας είναι ήδη γνωστές, με βάση την πρόληψιν, οι μορφές του αλόγου και του βοδιού. Ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να ονομάσουμε κάτι, αν προηγουμένως δεν γνωρίζαμε, σύμφωνα με την πρόληψιν, τη μορφή του (τύπον). Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα (εναργείς). Και το αντικείμενο της γνώμης μας πάντα εξαρτάται από κάποιο προηγούμενο αυταπόδεικτο πράγμα, στο οποίο αναφερόμαστε’ όπως λ.χ,: «Από πού ξέρουμε ότι τούτο το ον είναι άνθρωπος;».
Για την γνώμη χρησιμοποιούν την λέξη ύπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες (άνμεν έπιμαρτυρήτοα) ή δεν αναιρείται (μη άντιμαρτυρήται), τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υπάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής, Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμενον» [ = αυτό που περιμένει επαλήθευση] όπως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πώς φαίνεται εκ του σύνεγγυς [δηλ. να εξακριβώσει αν είναι κυλινδρικός ή ορθογώνιος].
Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη. Ενώ βεβαιώνεται ότι η αισθησις στερείται λόγου (άλογός έστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ούδεμιάς δεκτική), η πρόληφις αναφέρεται στη διαδικασία με την οποία επιμέρους, άλογες και δίχως μνήμη αισθητηριακές εντυπώσεις και λειτουργίες συνενώνονται -για να το πούμε έτσι- για να σχηματίσουν εικόνες (τύπους) αντικειμένων που έχουν εμφανιστεί ξανά και ξανά στο υποκείμενο της αντίληψης, μέσω της αίσθήσεως και ενδεχομένως μέσω των παθών. Αυτές οι προλήψεις, ή εικόνες που ανακαλούνται στη μνήμη μπορούν, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, να εναποθηκεύονται και να χρησιμοποιούνται για κατοπινή ταυτοποίηση ή, καλύτερα, αναγνώριση των αντικειμένων του φαινόμενου κόσμου.
Ot όροι κατάληψις (= αποδοχή μιας παράστασης ως αληθούς ή υπαρκτής), δόξα ορθή (= ορθή γνώμη), έννοια και καθολική νόησις (= καθολική ιδέα) εισάγονται σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το νόημα της προλήψεως. Θα ’λεγε κανείς ότι καταδεικνύουν μια διαδικασία βαθμιαίου σχηματισμού προλήψεων από το απόθεμα των επιμέρους, ασύνδετων και δίχως μνήμη αισθητηριακών αντιλήψεων, εντυπώσεων και, ενδεχομένως, συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, η σχέση της προλήψεως με τη μνήμη εισάγει τη διάσταση του χρόνου, αυτής της «ιδιόμορφης ιδιότητας» (ίδιον τι σύμπτωμα), που συνοδεύει τις αισθητηριακές μας συλλήψεις, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας. Διαδοχικές αισθητηριακές αντιλήψεις, εντυπώσεις και συγκινήσεις συνενώνονται, μέσα σε ξεχωριστές χρονικές στιγμές, σε μια συνεκτική, σταθερή εικόνα, δυνάμει αποθηκεύσιμη και διαθέσιμη για ανάκτηση και εφαρμογή για την ταυτοποίηση/αναγνώριση περαιτέρω αντικειμένων της ομοιογενούς, υλικής, φαινόμενης πραγματικότητας. Μέσω των προλήψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου’ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.
Μέσω της προλήφεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, εναποθηκεύονται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση. Ο αρχικά -και δυνάμει- χαοτικός, ασυνάρτητος, αποσπασματικός κόσμος της φαινόμενης πραγματικότητας αρχίζει να εμφανίζεται -εν μέρει, έστω- ως ένα συνεκτικό, δομημένο όλον. Το υποκείμενο, που θα ήταν δέσμιο ενός χαοτικού και δίχως νόημα κόσμου ασύνδετων αισθήσεων και παθών, τώρα μετατρέπεται σε μνήμονα κάτοικο ενός συνεκτικού κόσμου του οποίου τα μηνύματα βαθμιαία ο- μογενοποιούνται και σταθεροποιούνται. Παρελθούσες, παρούσες και μελλοντικές αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναισθήματα ομαδοποιούνται, τροφοδοτώντας τον υποκειμενικό χρόνο με τις δικές του φυσικές, σταθερές προλήψεις. Ο υποκειμενικός χρόνος τώρα κατοικείται από αντικειμενικές προλήψεις ή προβλέψεις αλλά και, θα τολμούσα να πω, προαισθήματα. 0 Επίκουρος θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιχειρεί να διατυπώσει μια μάλλον αυστηρή επαγωγική αρχή.
Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς’, έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αίσθή- σεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνεπώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήματα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που επιτυγχάνεται μέσω των προλήφεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. 'Οταν ο νους ανακαλεί τις σταθερές εικόνες που έχουν δομηθεί με βάση άμεσες αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναισθήματα, το κάνει με την ίδια βεβαιότητα και φυσική αναγκαιότητα με την οποία είχε καθοριστεί η απόκτηση της αρχικής εμπειρίας του κόσμου μέσω των αισθήσεων και των παθών. Η μόνη διαφορά είναι η διάρκεια και η διαθεσιμότητα αυτών των νέων νοητικών εικόνων που μπορούν να ανακαλούνται στη μνήμη και να χρησιμοποιούνται ανά πάσα στιγμή. Η ένάργείά τους εκτείνεται μέσα στο χρόνο. Παραμένουν σταθερές και ανακτήσιμες. Στη συνέχεια, μέσω της γλώσσας, μπορούν να αποκτήσουν ανεξάρτητη υπόσταση και να περάσουν στη σφαίρα της αφαίρεσης και της θεωρίας. Υπάρχει, φυσικά, ο κίνδυνος η γλώσσα να αποκτήσει δική της, ανεξάρτητη υπόσταση αλλά όσο οι προλήψεις παραμένουν προσκολλημένες στις λέξεις -στις ονομασίες, στους όρους, στις έννοιες- που χρησιμοποιούμε όταν ταυτοποιούμε τα αντικείμενα της εμπειρίας μας, είναι πάντοτε εφικτή μια αληθής θεωρία για τη φύση του κόσμου.
Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόληψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχειρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας (τά ύποτεταγμενα τοΐς φθόγγοις), ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις λέξεις με τρόπο που ανταποκρινεται στις προλήφεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέλεγκτες.
Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως -και ίσως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. Η διαδικασία που είχε θεωρηθεί ως δεδομένη σε σχέση με την παραγωγή αισθήσεων (δηλαδή ότι προκύπτουν μέσω ενεργούς αλληλεπίδρασης -«πραγματικής επαφής» με ένα συγκεκριμένο πράγμα- ή κατ’ αναλογία, ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων -κατά περίπτωσιν, αναλογίαν, ομοιότηταν καί συνθεσιν), επεκτείνεται για να συμπεριλάβει την επιβεβαίωση και μη επιβεβαίωση με βάση την καθαρή ενάργεια που προσφέρουν τα ίδια τα φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήφεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που ανοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία.
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει με σιγουριά ότι με το τρίτο κριτήριο της αλήθειας ο Επίκουρος εισέρχεται προσεκτικά στον χώρο του επαγωγικού συλλογισμού. Τονίζει όμως ότι μόνο με σχολαστικές διαδικασίες συλλογής και διαίρεσης, επιβεβαίωσης ή μη επιβεβαίωσης (με την άμεση και απευθείας -μολονότι χαοτική και αποσπασματική- μαρτυρία αισθήσεων και συναισθημάτων), μπορεί ο λογισμός ν’ αρχίσει να συγκροτεί ή να ανασυνθέτει μια αληθή -αν και αφηρημένη και απόμακρη- εικόνα ενός δομημένου και συνεκτικού κόσμου, όπου αντικείμενο και υποκείμενο προσχωρούν σε ένα είδος συμμαχίας και φτάνουν ακόμη και να συμπίπτουν. Μέσω της μνήμης και της διάστασης του χρόνου, η οποία επιτρέπει σύγκριση, αναλογική συγκρότηση και σύνθεση, γίνεται δυνατή η παραγωγή της υλικής συνείδησης – μια διαδικασία που άμεσα θέτει το ζήτημα της γλώσσας. Σ’ αυτό το ζήτημα πρέπει τώρα να στραφούμε.
«Πρόληψις» και φυσική γλώσσα
Ποιο ρόλο παίζει γλώσσα -οι λέξεις, οι ονομασίες, οι όροι, οι έννοιες και, τελικά, η θεωρία— στο σχηματισμό των προλήψεων;
Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, που πραγματεύεται τη φυσική επιστήμη (φυσιολογία, φύσεως θεωρία) και επιχειρεί να δώσει στους ενδιαφερομένους μια ικανοποιητική σύνοψη των αρχών που πρέπει να μας οδηγούν στην έρευνα της φύσης, ο Επίκουρος γράφει τα εξής:
Πρώτα-πρώτα, Ηρόδοτε, πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να μας είναι δεδομένο (τα ύποτεταγμενα τοΐς φθόγγοις Βει είληφέναι), ώστε να τις έχουμε ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς όταν εκφέρουμε κρίσεις για τα όσα φρονούμε ή αναζητούμε ή για τα άλυτα προβλήματα” κι όχι να χανόμαστε σε ατέρμονες ερμηνείες ή να χρησιμοποιούμε λέξεις κενές νοήματος (κενούς φθόγγους). Πρέπει απαραίτητα να είναι σαφές το πρωταρχικό νόημα (τό πρώτον εν νόημα) της κάθε λέξης, χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο όταν αναζητούμε, όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ή όταν εκφέρουμε γνώμες.
Κι επίσης, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να στηριζόμαστε στις αισθήσεις μας, προσηλωμένοι στις παρούσες εντυπώσεις είτε του νου (έπιβολάς Βιανοίας) είτε οποιοσδήποτε άλλου κριτηρίου, καθώς και στα υπαρκτά συναισθήματα (πάθη), ώστε να έχουμε μια βάση για να βγάζουμε συμπεράσματα και για τα όσα περιμένουν επιβεβαίωση (το προσμένον) και για τα μη προφανή (άδηλον).
Με βάση τις αισθητηριακές εμπειρίες, τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα, «τις παρούσες εντυπώσεις, είτε του νου είτε οπουδήποτε κριτηρίου», που όπως είδαμε παρέχουν θεμελιώδη αδιάψευστη μαρτυρία περί του κόσμου, σχηματίζεται μια γλωσσική δομή της οποίας οι αρχικοί ήχοι καθώς και οι κατοπινές λέξεις, όροι και έννοιες έχουν φυσικό χαρακτήρα. Υπάρχουν, δηλαδή, κατ’ αντιστοιχία «ένα προς ένα» με την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται και η σημασία τους, το νόημά τους, πρέπει να είναι δυνάμει επαληθεύσιμα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, με αναφορά σε αυτή την πραγματικότητα. Η αντιστοίχιση, ακόμη και ταυτοποίηση, «λέξης και αντικειμένου» (ή σημαίνοντος και σημαινομένου) είναι φυσική, αδιαφιλονίκητη και προφανής στο αντιλαμβανόμενο/συναισθανόμενο υποκείμενο. Διαφορετικά, όλη η έρευνα θα αποδειχθεί ότι είναι μάταιη, ότι ενδιαφέρεται για λέξεις χωρίς περιεχόμενο (κενοί φθόγγοι), ή για ατελέσφορα, μη επαληθεύσιμα επιχειρήματα επ’ άπειρον (εις άπειρον). Για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Διογένη Λαέρτιου που παρέθεσα προηγουμένως, μια τέτοια έρευνα θα αφορά μόνο σε λέξεις κενές περιεχομένου (περί φίλην την φωνήν), ενώ η πραγματική φυσιολογία πρέπει να ενδιαφέρεται για την έρευνα των αληθινών πραγμάτων (περί τά πράγματα). Άρα, είναι απαραίτητη κατ’ αρχάς η βεβαιότητα για το πρωταρχικό νόημα (τό πρώτον εννόημα) καθεμιάς λέξης, κάθε όρου και τελικά κάθε έννοιας, πριν να προχωρήσουμε στη έρευνα του φυσικού κόσμου.
Η οντο-γνωσιολογία του Επίκουρου έχει ήδη υποστηρίξει ότι η φυσική αντιστοιχία μεταξύ του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται και του αντικειμένου που γίνεται αντιληπτό βρίσκεται στη ρίζα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, και ότι δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Οι προλήψεις λειτουργούν ακριβώς ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην άμεση μαρτυρία που παρέχουν οι αισθήσεις και στην ανώτερη δραστηριότητα του σχηματισμού εννοιών και του λογισμού. Υποστηρίζεται, λοιπόν, τώρα ότι η γλώσσα, η φυσική γλώσσα που απόλυτα και κατηγορηματικά αντιστοιχεί στις αισθητηριακές εμπειρίες μας, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα μας, μπορεί να παρέχει μια επαρκή εξήγηση του μηχανισμού αυτής της μετάβασης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράφει επακριβώς τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του θεωρητικού εποικοδομήματος το οποίο τελικά θα μας επιτρέψει να εκφέρουμε νοήμονα λόγο περί του κόσμου, να ερευνούμε και να διατυπώνουμε θεωρίες για τη φύση του.
Πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο, ο Επίκουρος αναφέρεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια σ’ αυτή τη φυσική ανάδυση της συνείδησης από την ύλη, μέσω της φυσικής γλώσσας. Θα διαπιστώσουμε ότι τα επιχειρήματά του προοιωνίζουν -και ίσως πραγματικά να έχουν επηρεάσει- την επιχειρηματολογία του νεαρού Μαρξ πάνω στο ίδιο θέμα.
Συνεπώς, ακόμη και οι λέξεις (όνόματα) αρχικά δεν προέκυψαν ως προϊόν σύμβασης {μη θέσει γενέσθαι)’^ η ίδια η φύση των ανθρώπων, ανάλογα σε τι έθνος ανήκαν, και τι ιδιαίτερα αισθήματα ένιωθαν (ίδια πάθη) και ποιες ήταν οι παραστάσεις τους (ίδια φαντάσματα), τους έκανε να εκπνέουν τον συμπιεσμένο αέρα με ιδιαίτερο τρόπο, που καθοριζόταν από τα εκάστοτε συναισθήματα και τις παραστάσεις και τις διαφορές από τόπο σε τόπο. Αργότερα δε, καθιερώθηκαν σε κάθε λαό κοινές ονομασίες ώστε να υπάρχει λιγότερη σύγχυση και να εκφράζονται οι άνθρωποι πιο σύντομα. Κι επίσης, όσοι συνειδητοποιούσαν κάποια πράγματα που δεν τα έβλεπαν όλοι (ου συνορώμενα), τα πρόβαλαν στους υπολοίπους προφέροντας κάποιες λέξεις’ άλλοι το έκαναν σπρωγμένοι από την ανάγκη, κι άλλοι τις επέλεγαν οδηγημένοι από το λογικό τους, έτσι ώστε να εκφράζονται κατά τρόπο σύμφωνο με τις γενικότερα αίτια που διέπουν την ομιλία.
Η γλώσσα, σύμφωνα με το κείμενο αυτό, δεν είναι ζήτημα απλής σύμβασης μεταξύ ανθρώπινων όντων που συμφωνούν για τη σημασία των ήχων και, τελικά, των συμβόλων που επινοούν αυθαίρετα’ μάλλον έχει τη βάση της στη φυσική αλληλεπίδραση των ατόμων με το περιβάλλον τους και, κατά δεύτερο λόγο, μεταξύ τους. Οι αρχικοί στοιχειώδεις ήχοι, που βαθμιαία εξελίσσονται σε λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν τις επιμέρους εντυπώσεις και τα συναισθήματα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, παράγονται ως ένα είδος άμεσης φυσικής εκροής.
Οι λέξεις/ονομασίες -οι πλέον στοιχειώδεις γλωσσικές οντότητες- εμφανίζονται ως φυσικές αντιδράσεις, φυσικές υλικές οντότητες, ήχοι που εκπέμπονται αυθόρμητα για να ταυτοποιήσουν ή να εκφράσουν αισθητηριακές εμπειρίες και συναισθήματα. Λέξη και αντικείμενο έχουν αιτιώδη σύνδεση. Έχουμε εδώ ένα στοιχειώδες πρόγραμμα που θα ταίριαζε με οποιαδήποτε «συμπεριφορική» (behavioural) θεωρία της γλώσσας.
Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε, επ’ ευκαιρία, την ενθουσιώδη υποστήριξη της επικούρειας θεωρίας της φυσικής γλώσσας από τον Διογένη Οινοανδέα, και τη χλευαστική στάση του απέναντι σε αντίπαλες φιλοσοφικές θεωρίες που εξηγούν τη γένεση της γλώσσας ως προϊόντος επινόησης και σύμβασης:
Όσο για τους ήχους της ομιλίας -δηλαδή τα ρήματα και ουσιαστικά που πρόφεραν οι γεννημένοι από τη γη άνθρωποι-, ας μην παρουσιάζουμε τον Ερμή σαν τον πρώτο διδάξαντα όπως κάνουν μερικοί -είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για ανοησία. Αλλά ούτε και τους φιλοσόφους να πιστεύουμε, εκείνους που λένε πως τα πράγματα απέκτησαν τις ονομασίες τους σύμφωνα με κάποια οδηγία και διδασκαλία, έτσι ώστε να έχουν οι άνθρωποι σύμβολα των πραγμάτων για να μπορούν να συνεννοούνται εύκολα. Πρόκειται για γελοία ιδέα -και μάλιστα, την πιο γελοία ανάμεσα σε όλες τις γελοιότητες’ χώρια που είναι εντελώς αδύνατο, κάποιος να συγκεντρώσει από μόνος του τόσο μεγάλα πλήθη ανθρώπων … και αφού τα συγκεντρώσει με μια προσταγή, ν’ αρχίσει να δίνει εντολές με μια βέργα στο χέρι σαν δάσκαλος, ν’ ακουμπάει το καθετί και να λέει «τούτο ’δω θα ονομάζεται πέτρα, αυτό ξύλο, αυτό άνθρωπος ή σκυλί ή βόδι…».
Αυτή η εκ πρώτης όψεως ανεπεξέργαστη θεωρία περί παραγωγής της γλώσσας εδραιώνει, όπως ήδη έχουμε δει, μια φυσική αντιστοιχία- ανάμεσα στο αντιληπτό αντικείμενο και την ονομασία του, στο πράγμα και στη λέξη, στο σημαινόμενο και στο σημαίνον, μέσω του σημείου: μια θεμελιώδη οντολογική αμοιβαιότητα ανάμεσα στις αισθητηριακές εμπειρίες/συναισθήματα και στις ηχητικές εικόνες ή τα ισοδύναμά τους που, ασφαλώς, οδηγεί σε μια σειρά γνωσιολογικών συμπερασμάτων. Την αναγκαιότητα αυτής της φυσικής παραγωγής γλώσσας -και, τελικά, συνείδησης- εγγυάται η ομοιογενής υλική/ατομική δομή του φυσικού κόσμου. Μέσω της μνήμης -της εμπειρίας της ταυτότητας μέσα στον χρόνο- σχηματίζονται οι προλήψεις: τα ανθεκτικά είδωλα που αναπαριστούν ή συνοψίζουν ή αναφέρονται στις αισθητηριακές εμπειρίες/εντυπώσεις/συναισθήματα που βιώνει το υποκείμενο. Προετοιμάζεται έτσι το έδαφος για την εισαγωγή της λογικής, ρυθμιστικής δραστηριότητας του νου (για τον λογισμόν), με βάση την φυσική γλώσσα που, όπως δείξαμε, μας δίνει τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στο οντολογικό όραμα του Επίκουρου και στις γνωσιοθεωρητικές του συνέπειες. Όλη η έρευνα και επομένως όλη η γνώση (επιστήμη) για τον φυσικό κόσμο βασίζεται στις στοιχειώδεις λέξεις, ονομασίες, όρους και έννοιες που παράγονται από αυτή την κατεξοχήν φυσική αλληλεπίδραση μεταξύ του υποκειμένου και του περιβάλλοντος του, του κόσμου των φαινομένων. Και στη συνέχεια οι προτάσεις, εδραιωμένες πάνω στις ήδη αποκτημένες προλήψεις, ανοίγουν το δρόμο στην επιστημονική έρευνα, όπως σωστά ονομάζεται.
Το σύστημα που προτείνει ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Ηρόδοτο είναι αυτό της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευής». Εφ’ όσον μια υπόθεση εξηγεί επαρκώς μια σειρά φαινομένων, και εφ’ όσον απουσιάζουν παραδείγματα που την αντιστρατεύονται, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να θεωρείται εύλογη και ικανοποιητική. Πράγματι, η επικούρεια θεωρία της γνώσης -ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην επιστημονική έρευνα-, μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος μόνο μιας ευρύτερης «θετικιστικής επίθεσης εναντίον της μεταφυσικής». Άλλωστε η φυσιολογία, η έρευνα του φυσικού κόσμου, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μια απαραίτητη προπαιδευτική ενασχόληση που θα επιφέρει την ψυχική ηρεμία (γαληνισμόν), την αναγκαία για την επιδίωξη του ευ ζήν.
Φανταστικοί επιβολαί της διανοίας
Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι -αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν τής διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εντούτοις, πουθενά δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του, και ο ρόλος του στο ευρύτερο πλαίσιο της επικούρειας γνωσιολογίας παραμένει ασαφής. Δεν θα υπεισέλθω εδώ στις βυζαντινού τύπου ατέρμονες ακαδημαϊκές διαφωνίες ως προς την ερμηνεία αυτής της παράξενης έκφρασης. Ο Bailey, σ’ ένα εκτενές “Παράρτημα” (στην έκδοσή του των σωζόμενων γραπτών του Επίκουρου), μιλά για το νόημα του όρου – μάλλον επαρκώς, αν όχι πειστικά. Ο Bailey συνοψίζει το επιχείρημά του ως εξής.
Το φυσικό νόημα της επιβολής, που αποδόθηκε σε λειτουργίες των αισθήσεων ή του νου, είναι: «προβολή (πάνω σε-)», και έτσι «προσοχή (σε-)», και -αν προσθέσουμε και το αποτέλεσμα- «σύλληψη», ακόμη και «θέαση». (2) 0 Επίκουρος, σε αρκετά κρίσιμα χωρία, υπαινίσσεται την επιβολήν των αισθήσεων ως «αντίληψη» δια της «προσήλωσης του βλέμματος», σε αντίθεση με το παθητικό κοίταγμα. (3) Η επιβολή τής διανοίας αντιστοιχεί ακριβώς σ’ αυτό και σημαίνει, πρώτον, την άμεση σύλληψη, μέσω της νοητιχής προσήλωσης, ορισμένων λεπτών «ειδώλων» -υπερβολικά λεπτών για να τα συλλάβουν οι αισθήσεις-, και ιδιαίτερα των «ειδώλων» των θεϊκών όντων και δεύτερον, σημαίνει την άμεση ή «ενορατική» σύλληψη εννοιών -ιδιαίτερα των «ξεκάθαρων», δηλαδή αυταπόδεικτων εννοιών της επιστημονικής σκέψης.
Για τους σκοπούς της μελέτης μας αρκεί να περιορίσουμε τη συζήτηση σε μια απλή επισήμανση του πιθανού νοήματος της έκφρασης «φανταστική επιβολή τής διάνοιας», και της σημασίας της στην τετραπλή συνταγή της αλήθειας, ανεξάρτητα αν αυτή υποστηρίχτηκε από τον ίδιο τον Επίκουρο ή μόνο από τους μαθητές του.
1. Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα- εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επιβολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανεξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθήσεων. Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, ο Επίκουρος επιμένει: «[κανόνας μας] είναι ότι αληθές εστιν αυτό που παρατηρούμε με τις αισθήσεις ή συλλαμβάνουμε άμεσα με τον νου (τό κατ’ επιβολήν λαμβανόμενον τή διανοία ). Οι εικόνες αυτές, ό,τι κι αν είναι, έχουν βαρύτητα και εγκυρότητα που συναγωνίζεται την εγκυρότητα των εντυπώσεων που μας δίνουν οι αισθήσεις. Είναι απλώς διαφορετικά είδη εντύπωσης. Είναι εξίσου αληθείς -και επομένως πραγματικές- με τις αισθήσεις μας. Με άλλα λόγια, παρέχουν μαρτυρία για την πραγματικότητα και τη δομή του κόσμου εξίσου αποφασιστική με την μαρτυρία που παρέχουν τα άλλα τρία κριτήρια που ρητά έθεσε ο Επίκουρος.
2. Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έννοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές -διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. 0 Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυτού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις (τά των μαινομενων φαντάσματα), όπως και αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας ([τά] κατ’ όναρ) είναι άληθεΐς, διότι προκαλούν κίνηση -δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. Παρέχουν άμεση και μη βελτιώσιμη μαρτυρία για έναν μη προφανή, μη ορατό -αλλά, εν προκειμένω, όχι λιγότερο πραγματικό ή υλικό- κόσμο που υπάρχει δίπλα στον αισθητό, άμεσα αποκαλύψιμο κόσμο των φαινομένων. Από οντολογική άποψη, αυτός ο κόσμος ανήκει στην ίδια τάξη πραγματικότητας με τον κόσμο των φαινομένων τον οποίο βιώνει το άτομο διά των αισθήσεων και συναισθημάτων του, και τον οποίο δομεί και ταυτίζει δια των προλήψεων του. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διάνοιας, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχηματισμό τους. Στο μέτρο που μπορεί αυτό να συμβαίνει, τέτοιες παραστάσεις που σχηματίζονται στο νου θα πρέπει να ελέγχονται με τον εμπειρικό τρόπο της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευής» που ήδη έθεσε ρητά και με σαφήνεια ο Επίκουρος. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποθέσεις που, αναντίρρητα, αφορούν στην πραγματικότητα, μα που ωστόσο επιδέχονται επιβεβαίωση ή μη επιβεβαίωση – αν και ο Επίκουρος πουθενά δεν υποστηρίζει ξεκάθαρα κάτι τέτοιο. Και μάλιστα επιμένει, όπως έχουμε δει, ότι η εγκυρότητα της μαρτυρίας που παρέχει ο νους συν αγωνίζεται την εγκυρότητα της μαρτυρίας των αισθήσεων. Φαίνεται λοιπόν να ισχύει ο ίδιος υπό όρους χειρισμός και των δύο τύπων κριτηρίων: τόσο η βάση (αισθητηριακή αντίληψη /εντύπωση και συναίσθημα/συγκίνηση) όσο και το εποικοδόμημα {πρόληφιςί«διορατική σύλληψη του νου») της γνωσιολογίας του Επίκουρου απαιτούν εμπειρική επικύρωση.
3. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικού επιβολαί τής διάνοιας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Ανήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων. Εντούτοις, είναι σαφές ότι αυτές οι «διορατικές συλλήψεις του νου» ξανοίγουν σε ένα κόσμο νοήματος που προηγουμένως απούσιαζε από το επικούρειο σύστημα. Εισάγουν μια διάσταση που προσιδιάζει στην ίδια την σκέψη, και είναι τελικά απαραίτητες για οποιοδήποτε θεωρητικό εγχείρημα – μια διάσταση που δεν θα μπορούσε να έχει απαλειφθεί ακόμη και από τη θετικιστική, ή καλύτερα, υλιστική γνωσιολογία του Επίκουρου. Σε τελική ανάλυση, η υλική παραγωγή της συνείδησης πρέπει κατ’ ανάγκη να παραμείνει ασαφής. Η ασάφεια της ορολογίας του Επίκουρου μαρτυρεί τα προβλήματα που υφίστανται, προβλήματα που και σήμερα ακόμη συζητούνται και παραμένουν άλυτα. Το γνωσιοθεωρητικό εποικοδόμημά του τα αφήνει ανοιχτά, διάσπαρτο καθώς είναι με εννοιολογικές νάρκες.
Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια τής αλήθειας —οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητικό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Α
υτά τα κριτήρια είναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε πού τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και πού αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης. Επιχείρησα να δείξω ότι το τετραπλό κριτήριο εμπεριέχει εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που είναι απολύτως απαραίτητα για την σκιαγράφηση του επικούρειου οράματος του κόσμου και, ταυτόχρονα, τις διαδικασίες επαλήθευσης ή επικύρωσης που θα επέτρεπαν μια σαφή, συνεκτική και μη ανασκευάσιμη -έστω και μερική- αναπαράσταση αυτού του κόσμου με όρους αισθητηριακών εμπειριών, συναισθημάτων, εννοιών και νοητικών εικόνων.
Η ανάλυση έχει επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι μια φιλοσοφική ανασύνθεση με τον τρόπο της «νοηματικής επιλεκτικότητας» είναι η πιο κατάλληλη για μια τέτοια προσπάθεια. Ο εκλεκτικός και ελλειπτικός, κι ωστόσο συστηματικός τρόπος σκέψης του Επίκουρου όχι μόνον επιτρέπει, αλλά απαιτεί μια τέτοια προσέγγιση. Η πραγματικότητα ως φαινόμενο και το φαινόμενο ως πραγματικότητα -θεμελιώδες αξίωμα της Επικούρειας σκέψης-, δείξαμε ότι ενέχει πλήθος οντολογικών προϋποθέσεων και γνωσιολογικών συνεπειών. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο φανερώνονται οι δυνατότητες αλλά και τα όρια της γνώσης του κόσμου και, τελικά, του εαυτού μας.
Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η φυσική γλώσσα (η αποκρυστάλλωση -σε λέξεις, ονομασίες, όρους, έννοιες και, τελικά, λογικές κατασκευές- των άμεσα διαθέσιμων παραστάσεων και συναισθημάτων, μέσω της μνήμης), παρέχει τον αναγκαίο σύνδεσμο ανάμεσα σε ό,τι έχω ονομάσει «υποδομή» και «εποικοδόμημα» του οντογνωσιολογικού συστήματος του Επίκουρου. Η φυσική γλώσσα εγγυάται την συγκρότηση ενός κόσμου συνεκτικού, ανθεκτικού στο χρόνο, ενός κόσμου που αναδύεται μέσα από τις εκ πρώτης όψεως ασύνδετες, ασυνεχείς, εύθραυστες και φθαρτές εντυπώσεις του υποκειμένου. Η φυσική γλώσσα αντικειμενοποιεί, θα έλεγε κανείς, με έναν επαληθεύσιμο τρόπο αυτές τις εντυπώσεις. Κατά συνέπεια, στην επικούρεια οντολογία η φυσική γλώσσα γίνεται ο τόπος όπου το «υποκειμενικό» και το «αντικειμενικό» των δυϊστών συμπίπτουν για να σχηματίσουν ένα όλον. Το υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και αντιστρόφως. Η φυσική γλώσσα δείχνει πώς και σε ποια έκταση είναι δυνατή η υλική παραγωγή συνείδησης.
Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στήν ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έχει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονοκλαστική -αν όχι τελείως αιρετική— επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου. Απ’ όσο γνωρίζω, το εγχείρημά του δεν έχει προηγούμενο, και οι συνέπειες είναι μοναδικές στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας.
Ο κεντρικός πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, όπως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητά του: το φυσικό ανθρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρχικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κόσμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επίκουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.
Η στεγνή και τεχνική γλώσσα του, ο ελλειπτικός χαρακτήρας της σκέψης του και οι αρνητικές προκαταλήψεις που συχνά ταλαιπώρησαν ακόμη και τους πιο ευνοϊκά διακείμενους μελετητές και σχολιαστές του, μας εμπόδισαν να συλλάβουμε αυτή την εξαιρετικά ουσιώδη συνεισφορά. Σε όσα ακολουθούν θα προσπαθήσω να περιγράψω τους άξονες αυτής της πρωτότυπης κοσμοαντίληψης και να εκθέσω, στο μέτρο του δυνατού, τις συνέπειές της για την ουμανιστική φιλοσοφία στο ιστορικό πλαίσιο του αρχαίου κόσμου.
Τα δύο πρώτα μπορούν να θεωρηθούν ως απλή, φυσική, αμοιβαία αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, του ζώντος οργανισμού και του φυσικού του περιβάλλοντος. Τα δύο τελευταία έχουν φέρει αντιμέτωπους τους ερμηνευτές του Επίκουρου με ουσιαστικές δυσκολίες. Θα εξετάσω παρακάτω ένα προς ένα τα στοιχεία που συνθέτουν το τετρακριτήριο και θα επιχειρήσω να ανασυγκροτήσω την οντογνωσιολογία του Επίκουρου.
Η αίσθησις
Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζονται συμπτώματα και συμβεβηκότα). Ο Επίκουρος επεξεργάζεται τις λεπτομέρειες του μηχανισμού της αισθητηριακής αντίληψης στη βάση της ατομικής θεωρίας. Σύμφωνα με την ατομική θεωρία, όχι μόνο τα αισθητήρια όργανα αλλά ακόμη και η ψυχή, που θεωρείται ως ένα είδος υλικού σώματος, παίζει κρίσιμο ρόλο στην καταγραφή και στην ερμηνεία των προσλαμβανόμενων μηνυμάτων. Η αισθητηριακή αντίληψη είναι το πρωταρχικό, μη αναγώγιμο και μη διαψεύσιμο πεδίο γνωσιολογικής αναφοράς και επαλήθευσης: παρέχει μαρτυρία για την ύπαρξη ενός υλικού/ατομικού κόσμου και εγγυάται την οντολογική ομογένεια του κόσμου αυτού. Αντικείμενο και υποκείμενο αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και συμφωνούν, παρέχοντας στο έμβιο ον την πιο ασφαλή πηγή για να κρίνει την πραγματικότητα, με βάση την καθαρή μαρτυρία (ενάργεια) της κοινής αισθητηριακής αντίληψης.
Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. Λογικά, και στο πλαίσιο της επικούρειας ψυχολογίας, η εντύπωση πρέπει να τονιστεί ως αυτό που παρέχει τη σύνδεση μεταξύ αισθητηριακής αντίληψης και συναισθήματος/συγκίνησης (πάθους). Εντούτοις, ο Επίκουρος επιλέγει να χρησιμοποιεί τον όρο αίσθησις εναλλακτικά και με τις δύο σημασίες του (ως αισθητηριακή αντίληψη και ως εντύπωση).
Ο λόγος είναι ότι στην ουσία και τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας εδράζονται τόσο στην αισθητηριακή αντίληψη όσο και στην εντύπωση. Επ’ αυτού θα συμφωνούσε ο Επίκουρος με τους περισσότερους σύγχρονους φαινομενολόγους.
Ας ρίξουμε, λοιπόν, μια σύντομη ματιά στο λιγότερο διφορούμενο κείμενο που αναφέρεται στην αίσθηση
Κάθε αίσθησις στερείται λόγου (άλογος έστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ουδεμιάς δεκτική)’ δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: δεν μπορεί μία αίσθησις να ανατρέψει μιαν ομοειδή της αίσθηση [σημ.: την αίσθηση που προέρχεται από το ίδιο αισθητήριο όργανο] μιας και έχουν κι οι δυο την ίδια ισχύ (διά την ισοσθενειαν)’ ούτε μπορεί να ανατρέψει μια μη ομοειδή της αίσθηση, αφού οι δύο αποτελούν κριτήρια διαφορετικών πραγμάτων. Ούτε το λογικό (ο λόγος) μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αΐσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. Kαι το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε δια των αισθήσεων (επαισθήματα) πιστοποιεί την αλήθεια τους. Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο {ώσπερ το αλγειν). Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά {από των φαινομένων) να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά (άδηλα). Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – πότε μέσω σύμπτωσης, πότε κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρελών (μαινόμενων φαντάσματα) και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν αληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου] (κινεί yap)’ και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, σ’ αυτή την εξαιρετικά σαφή αναφορά στην αίσθηση, επιλέγονται για συζήτηση τα εξής χαρακτηριστικά της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης:
1.Η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από το λογικό (λόγον) και τη μνήμη. Συνίσταται, με άλλα λόγια, σε μια άμεση και απευθείας αλληλεπίδραση, ακόμη και αντιστοιχία, στιγμιαία και ολοκληρωμένη, ανάμεσα στον οργανισμό που αντιλαμβάνεται (ή μάλλον, στα όργανα της αντίληψης – τις πέντε αισθήσεις και την ψυχή) αφ ενός, και αφ’ ετέρου στο αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό. Η υπεροχή της αισθητηριακής σύλληψης/εντύπωσης προβάλλεται σε σχέση με οποιαδήποτε έλλογη κίνηση του νου, και σε σχέση με οποιαδήποτε ανάμνηση πραγμάτων του παρελθόντος, δηλαδή των προηγούμενων αισθητηριακών συλλήψεων/εντυπώσεων. Η πράξη της αισθητηριακής αντίληψης είναι, επομένως, μια απευθείας, άμεση σχέση -που εδραιώνεται μέσω των αισθητήριων οργάνων- ανάμεσα στο υποκείμενο και στο αντικείμενο’ ανάμεσα στο επιμέρους ζωντανό ον και τον κόσμο όπως αυτός φαίνεται. Κάθε αισθητηριακή σύλληψη/εντύπωση είναι πλήρης και αυτόνομη, και εγγυάται την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο, δηλαδή του ατόμου και του κόσμου, καθώς και την άρρηκτη ενότητά τους.
2.Δεν είναι μόνο ότι η αίσθηση είναι ανεξάρτητη από τον λόγο αλλά, επιπλέον, ότι ο λόγος (η λογική συγκρότηση του νου, η νόηση) είναι εντελώς εξαρτημένος από την αίσθηση και δευτερογενής. Το προβάδισμα της αισθητηριακής αντίληψης υποστηρίζεται εδώ και οντολογικά και γνωσιολογικά: η πραγματικότητα και η αλήθεια για την πραγματικότητα εδραιώνονται μέσω της πραγματικότητας των αισθήσεων, της πρωταρχικής και άνευ όρων συμφωνίας αυτού που αντιλαμβάνεται και αυτού που γίνεται αντιληπτό. Έτσι, ο Επίκουρος υποστηρίζει την ύπαρξη ενός μονοδιάστατου φυσικού κόσμου, άμεσα αντιληπτού μέσω των αισθήσεων του ζωντανού οργανισμού’ ενός φυσικού κόσμου φαινομένων απευθείας αποκαλύψιμων στο φυσικό -και επίσης προφανές- υποκείμενο. Όλη η πραγματικότητα και, επομένως, όλες οι βεβαιότητες βασίζονται στις αισθήσεις και στη διαύγεια του προφανούς: «Αν αντιμάχεσαι όλες τις αισθήσεις σου, δεν θα ’χεις πλέον τίποτα με βάση το οποίο να κρίνεις ακόμη και εκείνες τις αισθήσεις που ισχυρίζεσαι ότι μας εξαπατούν».
3· Η πραγματικότητα της αισθητηριακής αντίληψης ισοδυναμεί με την πραγματικότητα του φυσικού πόνου. Ο κόσμος των φαινομένων, με άλλα λόγια, αποτυπώνει τα μηνύματά του στο υποκείμενο της αντίληψης, με έναν τρόπο τόσο πραγματικό και απτό όσο και το αίσθημα ενός σωματικού πόνου. Κάθε περαιτέρω διαχείριση αυτών των αντιληπτικών αισθημάτων αποτελεί μια δευτερογενή πράξη διάταξης, συγκρότησης (ή μάλλον ανασυγκρότησης) του κόσμου με βάση την άμεση, μη ανασκευάσιμη και μη αναγώγιμη μαρτυρία των αντιληπτικών αισθήσεων, εντυπώσεων και, όπως θα δούμε, των συγκινήσεων του επιμέρους οργανισμού. Όλη η γνώση (έννοιες, ιδέες, θεωρίες) προέρχεται από την άμεση εμπειρία μας του κόσμου’ κατ’ αρχάς μέσα από την άμεση επαφή με επιμέρους πράγματα, όπως αυτά εμφανίζονται σ’ εμάς και, στη συνέχεια, «κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων»- διαδικασίες στις οποίες προφανώς το λογικό (λογισμός) συμβάλλει με ένα τεχνικό τρόπο. Έτσι, μπορούμε να φθάσουμε στη σύνθεση ή ανασύνθεση της αληθούς -ακόμη και αν αυτή είναι ατελής- εικόνας της πραγματικότητας, όπως μας την αποκαλύπτει ο κόσμος των φαινομένων.
4. Τελικά, για να συλλάβουμε πλήρως την οντολογική και γνωσιολογική σημασία του ότι ο Επίκουρος δίνει το προβάδισμα στην αίσθηση, θα πρέπει να επιμείνω στα παρακάτω: Τα σώματα είναι πραγματικά, με την έννοια ότι υπάρχουν άμεσες, αδιαμεσολάβητες αντιλήψεις των αισθήσεων, εντυπώσεις και, εν τέλει, συγκινήσεις σε σχέση και με τις μόνιμες ιδιότητες τους (όπως «σχήματα και χρώματα, μεγέθη και βάρη») και με τις μη μόνιμες ιδιότητες (τα «συμπτώματα»). Με μια έννοια, λέει ο Επίκουρος, «θα έπρεπε όλες οι ιδιότητες να θεωρούνται “συμπτώματα”, αφού «δεν έχουν αυτόνομη φύση καθεαυτές, αλλά τις παρατηρούμε (θεωρείται) με τον τρόπο που η ίδια η αίσθησή μας παρουσιάζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τα γνωρίσματά τους.»
Αυτή είναι η φύσις των σωμάτων, δηλαδή της υλικής πραγματικότητας. Δεν υπάρχει ον ανεξάρτητα από τις κινήσεις που προκαλεί – δηλαδή ξέχωρα από τα επιμέρους ίχνη (κυριολεκτικά: τα υλικά ίχνη) που αφήνει πάνω σε ένα ζωντανό οργανισμό. Τα ίχνη αυτά παράγονται από την αλληλεπίδραση του ζωντανού οργανισμού και του κόσμου, όπως αυτός φαίνεται στον οργανισμό, όπως δηλαδή ο οργανισμός αντιλαμβάνεται και συλλαμβάνει με τις αισθήσεις τον κόσμο, με μια λέξη, όπως τον βιώνει. Ο κόσμος των φαινομένων, ο φυσικός φαινόμενος κόσμος είναι πραγματικός διότι μόνον αυτός κινεί’ και οπουδήποτε υπάρχει κίνηση (αισθητηριακές αντιλήψεις, εντυπώσεις, συγκινήσεις) εκεί υπάρχει πραγματικότητα, υπάρχει ον. Έτσι, τα φανταστικά αντικείμενα (φαντάσματα) που γίνονται αντιληπτά από υποκείμενα διανοητικώς διαταραγμένα ή υποκείμενα που ονειρεύονται, μαρτυρούν μιαν άλλη όψη της πραγματικότητας, τόσο πραγματική όσο ο κόσμος των τραπέζιών και καρεκλών. Η πραγματικότητα είναι φαινόμενα και τα φαινόμενα είναι πραγματικότητα.
Η θεμελιώδης αρχή του παρμενίδειου μονισμού -που την αποδέχτηκαν και στη συνέχεια την επεξέτειναν οι αρχαίοι Ατομικοί φιλόσοφοι με το αξίωμά τους περί ελάχιστων μερών (ατόμων), δηλαδή μικροόντων που παρουσιάζουν τις περισσότερες από τις ιδιότητες που επιφύλασσε ο Παρμενίδης για το δικό του μέγα-όν- επεκτείνεται περαιτέρω από τον Επίκουρο για να συμπεριλάβει τον κόσμο των φαινομένων. Ο Επίκουρος μάλιστα θέτει την αρχή αυτή με επιτακτική σαφήνεια ως οντολογική βάση της σκέψης του. Το ον υπάρχει, με την έννοια που έδιναν οι Ατομικοί φιλόσοφοι, και υπάρχει ως φαινόμενο. Αυτό προφανώς δεν έρχεται σε αντίφαση με τον δεύτερο ισχυρισμό των Ατομικών φιλοσόφων, ότι δηλαδή και το μη ον υπάρχει επίσης — κάτι που και για τον Επίκουρο αποτελεί αξίωμα. Ωστόσο, μόνο το ον κινεί’ και ό,τι προκαλεί κίνηση -και μόνο αυτό- είναι. Το μη ον, που συλλαμβάνεται ως το κενόν, δεν είναι παρά ενδιάμεσο, ο άδειος χώρος μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η κίνηση. Σώματα και χώρος μαζί αποτελούν «το σύμπαν» (τό παν).
Για να ανακεφαλαιώσουμε, λοιπόν: η αίσθησις (άμεση αισθητηριακή αντίληψη/εντύπωση) μαζί με τα πάθη (συγκινήσεις/συναισθήματα) συνιστούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, την πρωταρχική, μη αναγώγιμη γνωσιολογική βάση. Αυτό δεν υποστηρίζεται αυθαίρετα αλλά πηγάζει από την υλιστική, με όρους ατομικής φυσικής σύλληψη της πραγματικότητας, που καθορίζει την οντολογία του Επίκουρου. Ανταποκρίνεται στη βασική του αντίληψη ότι η πραγματικότητα, όλη η πραγματικότητα, είναι δυνάμει φανερή’ ότι ο πραγματικός κόσμος είναι φύσει φαινόμενος, ακόμη και αν δεν είναι όλα τα σώματα φανερά εδώ και τώρα. Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρχουν πολλοί πραγματικοί κόσμοι, όπως πιστοποιείται από τα φανταστικά αντικείμενα της αντίληψης.
Στην πραγματικότητα ο Επίκουρος, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, υποστηρίζει την ύπαρξη «άπειρου αριθμού κόσμων (κόσμοι άπειροι), από τους οποίους κάποιοι είναι όμοιοι με τον δικό μας κόσμο, ενώ άλλοι όχι». Ο φιλόσοφος οδηγείται σ’ αυτό το συμπέρασμα από την απειρότητα των ατόμων αλλά και του διαστήματος. Τελικά, ο κόσμος των φαινομένων είναι δυνάμει αποκαλύψιμος στο υποκείμενο της αντίληψης, εν προκειμένω στο άτομο που αντιλαμβάνεται, νιώθει και εντέλει διανοείται ή γνωρίζει. Κατά μία -κρίσιμη- έννοια, η γνώση -η άμεση, χειροπιαστή πληροφορία ή, ακόμη καλύτερα, η εναργής μαρτυρία περί του πραγματικού, δηλαδή του φαινόμενου κόσμου— εγγυάται την ομοιογενή και απόλυτα φυσική δομή του οντος, και το αντίστροφο. Η οντολογία και η γνωσιολογία βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και αμοιβαιότητα. Αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε για «οντογνωσιολογικό» συνδυασμό: των αρχών του Κανονικού με τις αρχές της Φυσικής του Επίκουρου.
Πάθη
Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τ όσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μάς παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυσικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και υπό μια γενική έννοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητές του. Για τον λόγο αυτό, όταν καταπίπτει η επιχειρηματολογία (και έχουμε δει ότι ο Επίκουρος διστάζει να μιλήσει για το λογικό μέρος της θεωρίας του, προτιμώντας αντ’ αυτού να υποστηρίζει τις αρχές του Κανονικού που σκιαγραφούν τα οντολογικά και, κατά συνέπεια, τα γνωσιολογικά του αξιώματα), υποχρεώνεται να υποστηρίξει την συμπληρωματικότητα των αισθήσεων και των παθών ως γνωσιολογικών κριτηρίων. Τα δύο αυτά κριτήρια αλήθειας συνιστούν από κοινού ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.
Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθήσεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική -ακόμη και φυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Επιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμπειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος -το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν,
[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (άλγηδών), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον (παν ζώον)’ ότι το ένα είναι οίχεΐον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο άλλότριον (ξένο /εχθρικό)’ και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξου- με και τι θα αποφύγουμε (<αιρέσεις και φυγάς).
Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών: η έρευνα που αφορά στα πράγματα (περί των πραγμάτων), και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια (περί φίλην την φωνήν).
Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τον ρόλο που παίζουν τα πάθη στον καθορισμό των επιλογών του ατόμου κατά την αναζήτηση της ευδαιμονίας- που, όπως θα δούμε, συμπίπτει με την επιδίωξη της ηδονής: του οικείου πάθους που «ευνοεί την ευφροσύνη» κάθε έμβιου όντος. Η διαδικασία αυτή, που χαρακτηρίζει και προσδιορίζει αυτό που σωστά θεωρείται ως σφαίρα της δράσης («επιλογές και αποφυγές»), θα εξεταστεί στο πλαίσιο της ηθικής θεωρίας του Επίκουρου. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών -ηδονή και πόνος (άλγηδών)- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθήσεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχολογικά δεδομένα, που πιστοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μάς παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας. Μας παρέχουν μια αδιάψευστη απόδειξη για τη φύση του κόσμου και ταυτόχρονα διαγράφουν την έκταση και τα opta της -εν δυνάμει- γνώσης αυτού του κόσμου και της θέσης μας μέσα σ’ αυτόν. Εμπεριέχουν, όπως έχουμε δει, την υποδομή της γνωσιοθεωρίας του Επίκουρου, όπως αυτή υπαγορεύεται από το υλιστικό όραμα του φυσικό ΰ κόσμου, αφού συνιστούν αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς. Ανήκουν στην πρώτης τάξης, αδιαμεσολάβητη εμπειρία του κόσμου. Επομένως, η τελευταία φράση του αποσπάσματος του Διογένη Λαέρτιου που παραθέσαμε πιο πάνω, δεν είναι τόσο άσχετη όσο φαίνεται ίσως με την πρώτη ματιά. Η αληθινή έρευνα ενδιαφέρεται για τα υπαρκτά πράγματα, για το όν όπως εμφανίζεται μέσω της αισθητηριακής αντίληψης, της εντύπωσης και του συναισθήματος, και όχι για σκέτα λόγια (φιλαι φωναι) που δεν ανταποκρίνονται στην άμεσα αποκαλύψιμη πραγματικότητα του κόσμου.
Για να κλείσουμε, λοιπόν: ως μέρος του τετρακριτήριου της αλήθειας ή γνωσιολογικού κριτηρίου, οι αισθητηριακές αντιλήψεις, οι εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις αποκαλύπτουν την οντολογική δομή της πραγματικότητας και εγγυώνται όλη την περαιτέρω αναζήτηση της αλήθειας. Καθορίζουν όλες τις περαιτέρω προσπάθειες που καταβάλλουμε για να συγκροτήσουμε ή να ανασυγκροτήσουμε μια -έστω και μερικώς- αληθή εικόνα ή ερμηνευτική θεωρία του φυσικού κόσμου. Ετοιμάζουν το έδαφος και ανοίγουν το δρόμο για την κοινή λογική που θα κρίνει τον κόσμο των φαινομένων. Αυτή, σύμφωνα με τον Επίκουρο, είναι η μόνη ασφαλής βάση της επιστήμης. Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστερα, η ολοφάνερη μαρτυρία (ενάργεια) που μας παρέχουν η αισθητηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας: «…επί τάς αισθήσεις καί τά πάθη – οΰτω γάρ ή βεβαιότατη πίστις εσται…»
Πρόληψις
Οφείλουμε τώρα να εξετάσουμε τη σημαντική και κρίσιμη μετάβαση από τη γνωσιοθεωρητική υποδομή -που ορίζεται από την επικούρεια ανάλυση της φύσης και του ρόλου των αισθήσεων και των παθών-, στο γνωσιολογικό εποικοδόμημα, δηλαδή τη διαδικασία με την οποία, για να χρησιμοποιήσω την γλώσσα του Μαρξ, παράγεται η συνείδηση από την ύλη. Η έκφραση βέβαια δεν είναι του Επίκουρου, αν και είναι φανερό ότι ο Επίκουρος ακολουθεί την ίδια γραμμή σκέψης. Η δεύτερη σειρά κριτηρίων της αλήθειας, η πρόληψις και η φανταστική επιβολή τής διάνοιας, (ασχέτως αν η δεύτερη προβλήθηκε ως κριτήριο από τον ίδιο τον Επίκουρο) έχει να κάνει ακριβώς μ’ αυτή τη μετάβαση.
Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός -που συχνότερα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη» (Bailey), και ακόμη ως preconception (Hicks, Furley)-, προφανώς αναφέρεται στη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ίδιου του Επίκουρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προληψεως. Θα προσπαθήσω να απομονώσω τα χαρακτηριστικά που μπορούν με σιγουριά να αποδοθούν στην πρόληψη και, επιπλέον, να καταδείξω -ελπίζω, με πληρότητα- τη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, στο γνωσιολογικό σύστημα του Επίκουρου. Θα φανεί εδώ ότι η φυσική γλώσσα παίζει κρίσιμο ρόλο για την ανασύνθεση που επιχειρούμε. Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έχει ως εξής:
Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού (κατάληφιν), ή ορθή γνώμη (δόξαν ορθήν), ή έννοια ή γενική ιδέα (καθολικήν νόησιν) επαναποθηκευμένη στο νου δηλαδή την μνημη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρωπος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψη που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του (τύπος), σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αισθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μία λέξη (παντί όνόματι) [ή αλλιώς: το πρωταρχικό νόημα που έχει αποδοθεί σε κάθε λέξη], είναι ξεκάθαρο (εναργές). Δεν θα ρωτούσαμε ποτέ για κάτι που προηγουμένως δεν έχουμε γνωρίσει’ ρωτάμε, λόγου χάρη, «άλογο είναι αυτό που στέκεται εκεί πέρα ή βόδι;». Θα πρέπει να μας είναι ήδη γνωστές, με βάση την πρόληψιν, οι μορφές του αλόγου και του βοδιού. Ούτε θα μπορούσαμε ποτέ να ονομάσουμε κάτι, αν προηγουμένως δεν γνωρίζαμε, σύμφωνα με την πρόληψιν, τη μορφή του (τύπον). Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα (εναργείς). Και το αντικείμενο της γνώμης μας πάντα εξαρτάται από κάποιο προηγούμενο αυταπόδεικτο πράγμα, στο οποίο αναφερόμαστε’ όπως λ.χ,: «Από πού ξέρουμε ότι τούτο το ον είναι άνθρωπος;».
Για την γνώμη χρησιμοποιούν την λέξη ύπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες (άνμεν έπιμαρτυρήτοα) ή δεν αναιρείται (μη άντιμαρτυρήται), τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υπάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής, Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμενον» [ = αυτό που περιμένει επαλήθευση] όπως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πώς φαίνεται εκ του σύνεγγυς [δηλ. να εξακριβώσει αν είναι κυλινδρικός ή ορθογώνιος].
Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη. Ενώ βεβαιώνεται ότι η αισθησις στερείται λόγου (άλογός έστί) και δεν είναι επιδεκτική μνήμης (μνήμης ούδεμιάς δεκτική), η πρόληφις αναφέρεται στη διαδικασία με την οποία επιμέρους, άλογες και δίχως μνήμη αισθητηριακές εντυπώσεις και λειτουργίες συνενώνονται -για να το πούμε έτσι- για να σχηματίσουν εικόνες (τύπους) αντικειμένων που έχουν εμφανιστεί ξανά και ξανά στο υποκείμενο της αντίληψης, μέσω της αίσθήσεως και ενδεχομένως μέσω των παθών. Αυτές οι προλήψεις, ή εικόνες που ανακαλούνται στη μνήμη μπορούν, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, να εναποθηκεύονται και να χρησιμοποιούνται για κατοπινή ταυτοποίηση ή, καλύτερα, αναγνώριση των αντικειμένων του φαινόμενου κόσμου.
Ot όροι κατάληψις (= αποδοχή μιας παράστασης ως αληθούς ή υπαρκτής), δόξα ορθή (= ορθή γνώμη), έννοια και καθολική νόησις (= καθολική ιδέα) εισάγονται σε μια προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το νόημα της προλήψεως. Θα ’λεγε κανείς ότι καταδεικνύουν μια διαδικασία βαθμιαίου σχηματισμού προλήψεων από το απόθεμα των επιμέρους, ασύνδετων και δίχως μνήμη αισθητηριακών αντιλήψεων, εντυπώσεων και, ενδεχομένως, συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, η σχέση της προλήψεως με τη μνήμη εισάγει τη διάσταση του χρόνου, αυτής της «ιδιόμορφης ιδιότητας» (ίδιον τι σύμπτωμα), που συνοδεύει τις αισθητηριακές μας συλλήψεις, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας. Διαδοχικές αισθητηριακές αντιλήψεις, εντυπώσεις και συγκινήσεις συνενώνονται, μέσα σε ξεχωριστές χρονικές στιγμές, σε μια συνεκτική, σταθερή εικόνα, δυνάμει αποθηκεύσιμη και διαθέσιμη για ανάκτηση και εφαρμογή για την ταυτοποίηση/αναγνώριση περαιτέρω αντικειμένων της ομοιογενούς, υλικής, φαινόμενης πραγματικότητας. Μέσω των προλήψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου’ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.
Μέσω της προλήφεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, εναποθηκεύονται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση. Ο αρχικά -και δυνάμει- χαοτικός, ασυνάρτητος, αποσπασματικός κόσμος της φαινόμενης πραγματικότητας αρχίζει να εμφανίζεται -εν μέρει, έστω- ως ένα συνεκτικό, δομημένο όλον. Το υποκείμενο, που θα ήταν δέσμιο ενός χαοτικού και δίχως νόημα κόσμου ασύνδετων αισθήσεων και παθών, τώρα μετατρέπεται σε μνήμονα κάτοικο ενός συνεκτικού κόσμου του οποίου τα μηνύματα βαθμιαία ο- μογενοποιούνται και σταθεροποιούνται. Παρελθούσες, παρούσες και μελλοντικές αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναισθήματα ομαδοποιούνται, τροφοδοτώντας τον υποκειμενικό χρόνο με τις δικές του φυσικές, σταθερές προλήψεις. Ο υποκειμενικός χρόνος τώρα κατοικείται από αντικειμενικές προλήψεις ή προβλέψεις αλλά και, θα τολμούσα να πω, προαισθήματα. 0 Επίκουρος θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιχειρεί να διατυπώσει μια μάλλον αυστηρή επαγωγική αρχή.
Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς’, έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αίσθή- σεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνεπώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήματα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που επιτυγχάνεται μέσω των προλήφεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. 'Οταν ο νους ανακαλεί τις σταθερές εικόνες που έχουν δομηθεί με βάση άμεσες αισθητηριακές εμπειρίες, εντυπώσεις και συναισθήματα, το κάνει με την ίδια βεβαιότητα και φυσική αναγκαιότητα με την οποία είχε καθοριστεί η απόκτηση της αρχικής εμπειρίας του κόσμου μέσω των αισθήσεων και των παθών. Η μόνη διαφορά είναι η διάρκεια και η διαθεσιμότητα αυτών των νέων νοητικών εικόνων που μπορούν να ανακαλούνται στη μνήμη και να χρησιμοποιούνται ανά πάσα στιγμή. Η ένάργείά τους εκτείνεται μέσα στο χρόνο. Παραμένουν σταθερές και ανακτήσιμες. Στη συνέχεια, μέσω της γλώσσας, μπορούν να αποκτήσουν ανεξάρτητη υπόσταση και να περάσουν στη σφαίρα της αφαίρεσης και της θεωρίας. Υπάρχει, φυσικά, ο κίνδυνος η γλώσσα να αποκτήσει δική της, ανεξάρτητη υπόσταση αλλά όσο οι προλήψεις παραμένουν προσκολλημένες στις λέξεις -στις ονομασίες, στους όρους, στις έννοιες- που χρησιμοποιούμε όταν ταυτοποιούμε τα αντικείμενα της εμπειρίας μας, είναι πάντοτε εφικτή μια αληθής θεωρία για τη φύση του κόσμου.
Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόληψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχειρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας (τά ύποτεταγμενα τοΐς φθόγγοις), ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις λέξεις με τρόπο που ανταποκρινεται στις προλήφεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέλεγκτες.
Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως -και ίσως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. Η διαδικασία που είχε θεωρηθεί ως δεδομένη σε σχέση με την παραγωγή αισθήσεων (δηλαδή ότι προκύπτουν μέσω ενεργούς αλληλεπίδρασης -«πραγματικής επαφής» με ένα συγκεκριμένο πράγμα- ή κατ’ αναλογία, ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων -κατά περίπτωσιν, αναλογίαν, ομοιότηταν καί συνθεσιν), επεκτείνεται για να συμπεριλάβει την επιβεβαίωση και μη επιβεβαίωση με βάση την καθαρή ενάργεια που προσφέρουν τα ίδια τα φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήφεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που ανοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία.
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει με σιγουριά ότι με το τρίτο κριτήριο της αλήθειας ο Επίκουρος εισέρχεται προσεκτικά στον χώρο του επαγωγικού συλλογισμού. Τονίζει όμως ότι μόνο με σχολαστικές διαδικασίες συλλογής και διαίρεσης, επιβεβαίωσης ή μη επιβεβαίωσης (με την άμεση και απευθείας -μολονότι χαοτική και αποσπασματική- μαρτυρία αισθήσεων και συναισθημάτων), μπορεί ο λογισμός ν’ αρχίσει να συγκροτεί ή να ανασυνθέτει μια αληθή -αν και αφηρημένη και απόμακρη- εικόνα ενός δομημένου και συνεκτικού κόσμου, όπου αντικείμενο και υποκείμενο προσχωρούν σε ένα είδος συμμαχίας και φτάνουν ακόμη και να συμπίπτουν. Μέσω της μνήμης και της διάστασης του χρόνου, η οποία επιτρέπει σύγκριση, αναλογική συγκρότηση και σύνθεση, γίνεται δυνατή η παραγωγή της υλικής συνείδησης – μια διαδικασία που άμεσα θέτει το ζήτημα της γλώσσας. Σ’ αυτό το ζήτημα πρέπει τώρα να στραφούμε.
«Πρόληψις» και φυσική γλώσσα
Ποιο ρόλο παίζει γλώσσα -οι λέξεις, οι ονομασίες, οι όροι, οι έννοιες και, τελικά, η θεωρία— στο σχηματισμό των προλήψεων;
Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, που πραγματεύεται τη φυσική επιστήμη (φυσιολογία, φύσεως θεωρία) και επιχειρεί να δώσει στους ενδιαφερομένους μια ικανοποιητική σύνοψη των αρχών που πρέπει να μας οδηγούν στην έρευνα της φύσης, ο Επίκουρος γράφει τα εξής:
Πρώτα-πρώτα, Ηρόδοτε, πρέπει το εννοιολογικό περιεχόμενο των λέξεων να μας είναι δεδομένο (τα ύποτεταγμενα τοΐς φθόγγοις Βει είληφέναι), ώστε να τις έχουμε ως συγκεκριμένα σημεία αναφοράς όταν εκφέρουμε κρίσεις για τα όσα φρονούμε ή αναζητούμε ή για τα άλυτα προβλήματα” κι όχι να χανόμαστε σε ατέρμονες ερμηνείες ή να χρησιμοποιούμε λέξεις κενές νοήματος (κενούς φθόγγους). Πρέπει απαραίτητα να είναι σαφές το πρωταρχικό νόημα (τό πρώτον εν νόημα) της κάθε λέξης, χωρίς τη βοήθεια καμιάς πρόσθετης απόδειξης, αν θέλουμε να αναφερόμαστε σε κάτι συγκεκριμένο όταν αναζητούμε, όταν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο ή όταν εκφέρουμε γνώμες.
Κι επίσης, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να στηριζόμαστε στις αισθήσεις μας, προσηλωμένοι στις παρούσες εντυπώσεις είτε του νου (έπιβολάς Βιανοίας) είτε οποιοσδήποτε άλλου κριτηρίου, καθώς και στα υπαρκτά συναισθήματα (πάθη), ώστε να έχουμε μια βάση για να βγάζουμε συμπεράσματα και για τα όσα περιμένουν επιβεβαίωση (το προσμένον) και για τα μη προφανή (άδηλον).
Με βάση τις αισθητηριακές εμπειρίες, τις εντυπώσεις, τα συναισθήματα, «τις παρούσες εντυπώσεις, είτε του νου είτε οπουδήποτε κριτηρίου», που όπως είδαμε παρέχουν θεμελιώδη αδιάψευστη μαρτυρία περί του κόσμου, σχηματίζεται μια γλωσσική δομή της οποίας οι αρχικοί ήχοι καθώς και οι κατοπινές λέξεις, όροι και έννοιες έχουν φυσικό χαρακτήρα. Υπάρχουν, δηλαδή, κατ’ αντιστοιχία «ένα προς ένα» με την πραγματικότητα στην οποία αναφέρονται και η σημασία τους, το νόημά τους, πρέπει να είναι δυνάμει επαληθεύσιμα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, με αναφορά σε αυτή την πραγματικότητα. Η αντιστοίχιση, ακόμη και ταυτοποίηση, «λέξης και αντικειμένου» (ή σημαίνοντος και σημαινομένου) είναι φυσική, αδιαφιλονίκητη και προφανής στο αντιλαμβανόμενο/συναισθανόμενο υποκείμενο. Διαφορετικά, όλη η έρευνα θα αποδειχθεί ότι είναι μάταιη, ότι ενδιαφέρεται για λέξεις χωρίς περιεχόμενο (κενοί φθόγγοι), ή για ατελέσφορα, μη επαληθεύσιμα επιχειρήματα επ’ άπειρον (εις άπειρον). Για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Διογένη Λαέρτιου που παρέθεσα προηγουμένως, μια τέτοια έρευνα θα αφορά μόνο σε λέξεις κενές περιεχομένου (περί φίλην την φωνήν), ενώ η πραγματική φυσιολογία πρέπει να ενδιαφέρεται για την έρευνα των αληθινών πραγμάτων (περί τά πράγματα). Άρα, είναι απαραίτητη κατ’ αρχάς η βεβαιότητα για το πρωταρχικό νόημα (τό πρώτον εννόημα) καθεμιάς λέξης, κάθε όρου και τελικά κάθε έννοιας, πριν να προχωρήσουμε στη έρευνα του φυσικού κόσμου.
Η οντο-γνωσιολογία του Επίκουρου έχει ήδη υποστηρίξει ότι η φυσική αντιστοιχία μεταξύ του υποκειμένου που αντιλαμβάνεται και του αντικειμένου που γίνεται αντιληπτό βρίσκεται στη ρίζα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, και ότι δεν μπορεί να συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Οι προλήψεις λειτουργούν ακριβώς ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην άμεση μαρτυρία που παρέχουν οι αισθήσεις και στην ανώτερη δραστηριότητα του σχηματισμού εννοιών και του λογισμού. Υποστηρίζεται, λοιπόν, τώρα ότι η γλώσσα, η φυσική γλώσσα που απόλυτα και κατηγορηματικά αντιστοιχεί στις αισθητηριακές εμπειρίες μας, τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα μας, μπορεί να παρέχει μια επαρκή εξήγηση του μηχανισμού αυτής της μετάβασης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράφει επακριβώς τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του θεωρητικού εποικοδομήματος το οποίο τελικά θα μας επιτρέψει να εκφέρουμε νοήμονα λόγο περί του κόσμου, να ερευνούμε και να διατυπώνουμε θεωρίες για τη φύση του.
Πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο, ο Επίκουρος αναφέρεται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια σ’ αυτή τη φυσική ανάδυση της συνείδησης από την ύλη, μέσω της φυσικής γλώσσας. Θα διαπιστώσουμε ότι τα επιχειρήματά του προοιωνίζουν -και ίσως πραγματικά να έχουν επηρεάσει- την επιχειρηματολογία του νεαρού Μαρξ πάνω στο ίδιο θέμα.
Συνεπώς, ακόμη και οι λέξεις (όνόματα) αρχικά δεν προέκυψαν ως προϊόν σύμβασης {μη θέσει γενέσθαι)’^ η ίδια η φύση των ανθρώπων, ανάλογα σε τι έθνος ανήκαν, και τι ιδιαίτερα αισθήματα ένιωθαν (ίδια πάθη) και ποιες ήταν οι παραστάσεις τους (ίδια φαντάσματα), τους έκανε να εκπνέουν τον συμπιεσμένο αέρα με ιδιαίτερο τρόπο, που καθοριζόταν από τα εκάστοτε συναισθήματα και τις παραστάσεις και τις διαφορές από τόπο σε τόπο. Αργότερα δε, καθιερώθηκαν σε κάθε λαό κοινές ονομασίες ώστε να υπάρχει λιγότερη σύγχυση και να εκφράζονται οι άνθρωποι πιο σύντομα. Κι επίσης, όσοι συνειδητοποιούσαν κάποια πράγματα που δεν τα έβλεπαν όλοι (ου συνορώμενα), τα πρόβαλαν στους υπολοίπους προφέροντας κάποιες λέξεις’ άλλοι το έκαναν σπρωγμένοι από την ανάγκη, κι άλλοι τις επέλεγαν οδηγημένοι από το λογικό τους, έτσι ώστε να εκφράζονται κατά τρόπο σύμφωνο με τις γενικότερα αίτια που διέπουν την ομιλία.
Η γλώσσα, σύμφωνα με το κείμενο αυτό, δεν είναι ζήτημα απλής σύμβασης μεταξύ ανθρώπινων όντων που συμφωνούν για τη σημασία των ήχων και, τελικά, των συμβόλων που επινοούν αυθαίρετα’ μάλλον έχει τη βάση της στη φυσική αλληλεπίδραση των ατόμων με το περιβάλλον τους και, κατά δεύτερο λόγο, μεταξύ τους. Οι αρχικοί στοιχειώδεις ήχοι, που βαθμιαία εξελίσσονται σε λέξεις που χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν τις επιμέρους εντυπώσεις και τα συναισθήματα της εμπειρίας του κόσμου των φαινομένων, παράγονται ως ένα είδος άμεσης φυσικής εκροής.
Οι λέξεις/ονομασίες -οι πλέον στοιχειώδεις γλωσσικές οντότητες- εμφανίζονται ως φυσικές αντιδράσεις, φυσικές υλικές οντότητες, ήχοι που εκπέμπονται αυθόρμητα για να ταυτοποιήσουν ή να εκφράσουν αισθητηριακές εμπειρίες και συναισθήματα. Λέξη και αντικείμενο έχουν αιτιώδη σύνδεση. Έχουμε εδώ ένα στοιχειώδες πρόγραμμα που θα ταίριαζε με οποιαδήποτε «συμπεριφορική» (behavioural) θεωρία της γλώσσας.
Είναι ενδιαφέρον να επισημάνουμε, επ’ ευκαιρία, την ενθουσιώδη υποστήριξη της επικούρειας θεωρίας της φυσικής γλώσσας από τον Διογένη Οινοανδέα, και τη χλευαστική στάση του απέναντι σε αντίπαλες φιλοσοφικές θεωρίες που εξηγούν τη γένεση της γλώσσας ως προϊόντος επινόησης και σύμβασης:
Όσο για τους ήχους της ομιλίας -δηλαδή τα ρήματα και ουσιαστικά που πρόφεραν οι γεννημένοι από τη γη άνθρωποι-, ας μην παρουσιάζουμε τον Ερμή σαν τον πρώτο διδάξαντα όπως κάνουν μερικοί -είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για ανοησία. Αλλά ούτε και τους φιλοσόφους να πιστεύουμε, εκείνους που λένε πως τα πράγματα απέκτησαν τις ονομασίες τους σύμφωνα με κάποια οδηγία και διδασκαλία, έτσι ώστε να έχουν οι άνθρωποι σύμβολα των πραγμάτων για να μπορούν να συνεννοούνται εύκολα. Πρόκειται για γελοία ιδέα -και μάλιστα, την πιο γελοία ανάμεσα σε όλες τις γελοιότητες’ χώρια που είναι εντελώς αδύνατο, κάποιος να συγκεντρώσει από μόνος του τόσο μεγάλα πλήθη ανθρώπων … και αφού τα συγκεντρώσει με μια προσταγή, ν’ αρχίσει να δίνει εντολές με μια βέργα στο χέρι σαν δάσκαλος, ν’ ακουμπάει το καθετί και να λέει «τούτο ’δω θα ονομάζεται πέτρα, αυτό ξύλο, αυτό άνθρωπος ή σκυλί ή βόδι…».
Αυτή η εκ πρώτης όψεως ανεπεξέργαστη θεωρία περί παραγωγής της γλώσσας εδραιώνει, όπως ήδη έχουμε δει, μια φυσική αντιστοιχία- ανάμεσα στο αντιληπτό αντικείμενο και την ονομασία του, στο πράγμα και στη λέξη, στο σημαινόμενο και στο σημαίνον, μέσω του σημείου: μια θεμελιώδη οντολογική αμοιβαιότητα ανάμεσα στις αισθητηριακές εμπειρίες/συναισθήματα και στις ηχητικές εικόνες ή τα ισοδύναμά τους που, ασφαλώς, οδηγεί σε μια σειρά γνωσιολογικών συμπερασμάτων. Την αναγκαιότητα αυτής της φυσικής παραγωγής γλώσσας -και, τελικά, συνείδησης- εγγυάται η ομοιογενής υλική/ατομική δομή του φυσικού κόσμου. Μέσω της μνήμης -της εμπειρίας της ταυτότητας μέσα στον χρόνο- σχηματίζονται οι προλήψεις: τα ανθεκτικά είδωλα που αναπαριστούν ή συνοψίζουν ή αναφέρονται στις αισθητηριακές εμπειρίες/εντυπώσεις/συναισθήματα που βιώνει το υποκείμενο. Προετοιμάζεται έτσι το έδαφος για την εισαγωγή της λογικής, ρυθμιστικής δραστηριότητας του νου (για τον λογισμόν), με βάση την φυσική γλώσσα που, όπως δείξαμε, μας δίνει τον χαμένο κρίκο ανάμεσα στο οντολογικό όραμα του Επίκουρου και στις γνωσιοθεωρητικές του συνέπειες. Όλη η έρευνα και επομένως όλη η γνώση (επιστήμη) για τον φυσικό κόσμο βασίζεται στις στοιχειώδεις λέξεις, ονομασίες, όρους και έννοιες που παράγονται από αυτή την κατεξοχήν φυσική αλληλεπίδραση μεταξύ του υποκειμένου και του περιβάλλοντος του, του κόσμου των φαινομένων. Και στη συνέχεια οι προτάσεις, εδραιωμένες πάνω στις ήδη αποκτημένες προλήψεις, ανοίγουν το δρόμο στην επιστημονική έρευνα, όπως σωστά ονομάζεται.
Το σύστημα που προτείνει ο Επίκουρος στην Επιστολή προς Ηρόδοτο είναι αυτό της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευής». Εφ’ όσον μια υπόθεση εξηγεί επαρκώς μια σειρά φαινομένων, και εφ’ όσον απουσιάζουν παραδείγματα που την αντιστρατεύονται, η υπόθεση αυτή θα πρέπει να θεωρείται εύλογη και ικανοποιητική. Πράγματι, η επικούρεια θεωρία της γνώσης -ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην επιστημονική έρευνα-, μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος μόνο μιας ευρύτερης «θετικιστικής επίθεσης εναντίον της μεταφυσικής». Άλλωστε η φυσιολογία, η έρευνα του φυσικού κόσμου, δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μια απαραίτητη προπαιδευτική ενασχόληση που θα επιφέρει την ψυχική ηρεμία (γαληνισμόν), την αναγκαία για την επιδίωξη του ευ ζήν.
Φανταστικοί επιβολαί της διανοίας
Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι -αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν τής διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εντούτοις, πουθενά δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του, και ο ρόλος του στο ευρύτερο πλαίσιο της επικούρειας γνωσιολογίας παραμένει ασαφής. Δεν θα υπεισέλθω εδώ στις βυζαντινού τύπου ατέρμονες ακαδημαϊκές διαφωνίες ως προς την ερμηνεία αυτής της παράξενης έκφρασης. Ο Bailey, σ’ ένα εκτενές “Παράρτημα” (στην έκδοσή του των σωζόμενων γραπτών του Επίκουρου), μιλά για το νόημα του όρου – μάλλον επαρκώς, αν όχι πειστικά. Ο Bailey συνοψίζει το επιχείρημά του ως εξής.
Το φυσικό νόημα της επιβολής, που αποδόθηκε σε λειτουργίες των αισθήσεων ή του νου, είναι: «προβολή (πάνω σε-)», και έτσι «προσοχή (σε-)», και -αν προσθέσουμε και το αποτέλεσμα- «σύλληψη», ακόμη και «θέαση». (2) 0 Επίκουρος, σε αρκετά κρίσιμα χωρία, υπαινίσσεται την επιβολήν των αισθήσεων ως «αντίληψη» δια της «προσήλωσης του βλέμματος», σε αντίθεση με το παθητικό κοίταγμα. (3) Η επιβολή τής διανοίας αντιστοιχεί ακριβώς σ’ αυτό και σημαίνει, πρώτον, την άμεση σύλληψη, μέσω της νοητιχής προσήλωσης, ορισμένων λεπτών «ειδώλων» -υπερβολικά λεπτών για να τα συλλάβουν οι αισθήσεις-, και ιδιαίτερα των «ειδώλων» των θεϊκών όντων και δεύτερον, σημαίνει την άμεση ή «ενορατική» σύλληψη εννοιών -ιδιαίτερα των «ξεκάθαρων», δηλαδή αυταπόδεικτων εννοιών της επιστημονικής σκέψης.
Για τους σκοπούς της μελέτης μας αρκεί να περιορίσουμε τη συζήτηση σε μια απλή επισήμανση του πιθανού νοήματος της έκφρασης «φανταστική επιβολή τής διάνοιας», και της σημασίας της στην τετραπλή συνταγή της αλήθειας, ανεξάρτητα αν αυτή υποστηρίχτηκε από τον ίδιο τον Επίκουρο ή μόνο από τους μαθητές του.
1. Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα- εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επιβολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανεξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθήσεων. Στην Επιστολή προς Ηρόδοτο, ο Επίκουρος επιμένει: «[κανόνας μας] είναι ότι αληθές εστιν αυτό που παρατηρούμε με τις αισθήσεις ή συλλαμβάνουμε άμεσα με τον νου (τό κατ’ επιβολήν λαμβανόμενον τή διανοία ). Οι εικόνες αυτές, ό,τι κι αν είναι, έχουν βαρύτητα και εγκυρότητα που συναγωνίζεται την εγκυρότητα των εντυπώσεων που μας δίνουν οι αισθήσεις. Είναι απλώς διαφορετικά είδη εντύπωσης. Είναι εξίσου αληθείς -και επομένως πραγματικές- με τις αισθήσεις μας. Με άλλα λόγια, παρέχουν μαρτυρία για την πραγματικότητα και τη δομή του κόσμου εξίσου αποφασιστική με την μαρτυρία που παρέχουν τα άλλα τρία κριτήρια που ρητά έθεσε ο Επίκουρος.
2. Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έννοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές -διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. 0 Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυτού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις (τά των μαινομενων φαντάσματα), όπως και αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας ([τά] κατ’ όναρ) είναι άληθεΐς, διότι προκαλούν κίνηση -δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. Παρέχουν άμεση και μη βελτιώσιμη μαρτυρία για έναν μη προφανή, μη ορατό -αλλά, εν προκειμένω, όχι λιγότερο πραγματικό ή υλικό- κόσμο που υπάρχει δίπλα στον αισθητό, άμεσα αποκαλύψιμο κόσμο των φαινομένων. Από οντολογική άποψη, αυτός ο κόσμος ανήκει στην ίδια τάξη πραγματικότητας με τον κόσμο των φαινομένων τον οποίο βιώνει το άτομο διά των αισθήσεων και συναισθημάτων του, και τον οποίο δομεί και ταυτίζει δια των προλήψεων του. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διάνοιας, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχηματισμό τους. Στο μέτρο που μπορεί αυτό να συμβαίνει, τέτοιες παραστάσεις που σχηματίζονται στο νου θα πρέπει να ελέγχονται με τον εμπειρικό τρόπο της «επιστημονικής εικασίας και ανασκευής» που ήδη έθεσε ρητά και με σαφήνεια ο Επίκουρος. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποθέσεις που, αναντίρρητα, αφορούν στην πραγματικότητα, μα που ωστόσο επιδέχονται επιβεβαίωση ή μη επιβεβαίωση – αν και ο Επίκουρος πουθενά δεν υποστηρίζει ξεκάθαρα κάτι τέτοιο. Και μάλιστα επιμένει, όπως έχουμε δει, ότι η εγκυρότητα της μαρτυρίας που παρέχει ο νους συν αγωνίζεται την εγκυρότητα της μαρτυρίας των αισθήσεων. Φαίνεται λοιπόν να ισχύει ο ίδιος υπό όρους χειρισμός και των δύο τύπων κριτηρίων: τόσο η βάση (αισθητηριακή αντίληψη /εντύπωση και συναίσθημα/συγκίνηση) όσο και το εποικοδόμημα {πρόληφιςί«διορατική σύλληψη του νου») της γνωσιολογίας του Επίκουρου απαιτούν εμπειρική επικύρωση.
3. Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικού επιβολαί τής διάνοιας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Ανήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων. Εντούτοις, είναι σαφές ότι αυτές οι «διορατικές συλλήψεις του νου» ξανοίγουν σε ένα κόσμο νοήματος που προηγουμένως απούσιαζε από το επικούρειο σύστημα. Εισάγουν μια διάσταση που προσιδιάζει στην ίδια την σκέψη, και είναι τελικά απαραίτητες για οποιοδήποτε θεωρητικό εγχείρημα – μια διάσταση που δεν θα μπορούσε να έχει απαλειφθεί ακόμη και από τη θετικιστική, ή καλύτερα, υλιστική γνωσιολογία του Επίκουρου. Σε τελική ανάλυση, η υλική παραγωγή της συνείδησης πρέπει κατ’ ανάγκη να παραμείνει ασαφής. Η ασάφεια της ορολογίας του Επίκουρου μαρτυρεί τα προβλήματα που υφίστανται, προβλήματα που και σήμερα ακόμη συζητούνται και παραμένουν άλυτα. Το γνωσιοθεωρητικό εποικοδόμημά του τα αφήνει ανοιχτά, διάσπαρτο καθώς είναι με εννοιολογικές νάρκες.
Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια τής αλήθειας —οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί τής διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητικό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Α
υτά τα κριτήρια είναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε πού τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και πού αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης. Επιχείρησα να δείξω ότι το τετραπλό κριτήριο εμπεριέχει εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που είναι απολύτως απαραίτητα για την σκιαγράφηση του επικούρειου οράματος του κόσμου και, ταυτόχρονα, τις διαδικασίες επαλήθευσης ή επικύρωσης που θα επέτρεπαν μια σαφή, συνεκτική και μη ανασκευάσιμη -έστω και μερική- αναπαράσταση αυτού του κόσμου με όρους αισθητηριακών εμπειριών, συναισθημάτων, εννοιών και νοητικών εικόνων.
Η ανάλυση έχει επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι μια φιλοσοφική ανασύνθεση με τον τρόπο της «νοηματικής επιλεκτικότητας» είναι η πιο κατάλληλη για μια τέτοια προσπάθεια. Ο εκλεκτικός και ελλειπτικός, κι ωστόσο συστηματικός τρόπος σκέψης του Επίκουρου όχι μόνον επιτρέπει, αλλά απαιτεί μια τέτοια προσέγγιση. Η πραγματικότητα ως φαινόμενο και το φαινόμενο ως πραγματικότητα -θεμελιώδες αξίωμα της Επικούρειας σκέψης-, δείξαμε ότι ενέχει πλήθος οντολογικών προϋποθέσεων και γνωσιολογικών συνεπειών. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο φανερώνονται οι δυνατότητες αλλά και τα όρια της γνώσης του κόσμου και, τελικά, του εαυτού μας.
Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, η φυσική γλώσσα (η αποκρυστάλλωση -σε λέξεις, ονομασίες, όρους, έννοιες και, τελικά, λογικές κατασκευές- των άμεσα διαθέσιμων παραστάσεων και συναισθημάτων, μέσω της μνήμης), παρέχει τον αναγκαίο σύνδεσμο ανάμεσα σε ό,τι έχω ονομάσει «υποδομή» και «εποικοδόμημα» του οντογνωσιολογικού συστήματος του Επίκουρου. Η φυσική γλώσσα εγγυάται την συγκρότηση ενός κόσμου συνεκτικού, ανθεκτικού στο χρόνο, ενός κόσμου που αναδύεται μέσα από τις εκ πρώτης όψεως ασύνδετες, ασυνεχείς, εύθραυστες και φθαρτές εντυπώσεις του υποκειμένου. Η φυσική γλώσσα αντικειμενοποιεί, θα έλεγε κανείς, με έναν επαληθεύσιμο τρόπο αυτές τις εντυπώσεις. Κατά συνέπεια, στην επικούρεια οντολογία η φυσική γλώσσα γίνεται ο τόπος όπου το «υποκειμενικό» και το «αντικειμενικό» των δυϊστών συμπίπτουν για να σχηματίσουν ένα όλον. Το υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο και αντιστρόφως. Η φυσική γλώσσα δείχνει πώς και σε ποια έκταση είναι δυνατή η υλική παραγωγή συνείδησης.
Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στήν ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έχει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονοκλαστική -αν όχι τελείως αιρετική— επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου. Απ’ όσο γνωρίζω, το εγχείρημά του δεν έχει προηγούμενο, και οι συνέπειες είναι μοναδικές στην ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας.
Ο κεντρικός πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, όπως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητά του: το φυσικό ανθρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρχικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κόσμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επίκουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.
Η στεγνή και τεχνική γλώσσα του, ο ελλειπτικός χαρακτήρας της σκέψης του και οι αρνητικές προκαταλήψεις που συχνά ταλαιπώρησαν ακόμη και τους πιο ευνοϊκά διακείμενους μελετητές και σχολιαστές του, μας εμπόδισαν να συλλάβουμε αυτή την εξαιρετικά ουσιώδη συνεισφορά. Σε όσα ακολουθούν θα προσπαθήσω να περιγράψω τους άξονες αυτής της πρωτότυπης κοσμοαντίληψης και να εκθέσω, στο μέτρο του δυνατού, τις συνέπειές της για την ουμανιστική φιλοσοφία στο ιστορικό πλαίσιο του αρχαίου κόσμου.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ
ΘΟΥΚ 1.31.1–1.36.4
ΘΟΥΚ 1.31.1–1.36.4
(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") Κερκυραίοι και κορίνθιοι απεσταλμένοι στην Αθήνα – Η δημηγορία των Κερκυραίων
[1.31.1] Τὸν δ’ ἐνιαυτὸν πάντα τὸν μετὰ τὴν ναυμαχίαν καὶ τὸν
ὕστερον οἱ Κορίνθιοι ὀργῇ φέροντες τὸν πρὸς Κερκυραίους
πόλεμον ἐναυπηγοῦντο καὶ παρεσκευάζοντο τὰ κράτιστα νεῶν
στόλον, ἔκ τε αὐτῆς Πελοποννήσου ἀγείροντες καὶ τῆς ἄλλης
Ἑλλάδος ἐρέτας, μισθῷ πείθοντες. [1.31.2] πυνθανόμενοι δὲ οἱ Κερ-
κυραῖοι τὴν παρασκευὴν αὐτῶν ἐφοβοῦντο, καί (ἦσαν γὰρ
οὐδενὸς Ἑλλήνων ἔνσπονδοι οὐδὲ ἐσεγράψαντο ἑαυτοὺς οὔτε
ἐς τὰς Ἀθηναίων σπονδὰς οὔτε ἐς τὰς Λακεδαιμονίων) ἔδοξεν
αὐτοῖς ἐλθοῦσιν ὡς τοὺς Ἀθηναίους ξυμμάχους γενέσθαι καὶ
ὠφελίαν τινὰ πειρᾶσθαι ἀπ’ αὐτῶν εὑρίσκεσθαι. [1.31.3] οἱ δὲ
Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας
πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυ-
τικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι
τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται. [1.31.4] καταστάσης δὲ ἐκκλησίας ἐς
ἀντιλογίαν ἦλθον, καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι ἔλεξαν τοιάδε.
[1.32.1] «Δίκαιον, ὦ Ἀθηναῖοι, τοὺς μήτε εὐεργεσίας μεγάλης μήτε
ξυμμαχίας προὐφειλομένης ἥκοντας παρὰ τοὺς πέλας ἐπι-
κουρίας, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς νῦν, δεησομένους ἀναδιδάξαι πρῶ-
τον, μάλιστα μὲν ὡς καὶ ξύμφορα δέονται, εἰ δὲ μή, ὅτι γε
οὐκ ἐπιζήμια, ἔπειτα δὲ ὡς καὶ τὴν χάριν βέβαιον ἕξουσιν·
εἰ δὲ τούτων μηδὲν σαφὲς καταστήσουσι, μὴ ὀργίζεσθαι ἢν
ἀτυχῶσιν. [1.32.2] Κερκυραῖοι δὲ μετὰ τῆς ξυμμαχίας τῆς αἰτήσεως
καὶ ταῦτα πιστεύοντες ἐχυρὰ ὑμῖν παρέξεσθαι ἀπέστειλαν
ἡμᾶς. [1.32.3] τετύχηκε δὲ τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα πρός τε ὑμᾶς ἐς τὴν
χρείαν ἡμῖν ἄλογον καὶ ἐς τὰ ἡμέτερα αὐτῶν ἐν τῷ παρόντι
ἀξύμφορον. [1.32.4] ξύμμαχοί τε γὰρ οὐδενός πω ἐν τῷ πρὸ τοῦ
χρόνῳ ἑκούσιοι γενόμενοι νῦν ἄλλων τοῦτο δεησόμενοι ἥκο-
μεν, καὶ ἅμα ἐς τὸν παρόντα πόλεμον Κορινθίων ἐρῆμοι δι’
αὐτὸ καθέσταμεν. καὶ περιέστηκεν ἡ δοκοῦσα ἡμῶν πρότερον
σωφροσύνη, τὸ μὴ ἐν ἀλλοτρίᾳ ξυμμαχίᾳ τῇ τοῦ πέλας
γνώμῃ ξυγκινδυνεύειν, νῦν ἀβουλία καὶ ἀσθένεια φαινομένη.
[1.32.5] τὴν μὲν οὖν γενομένην ναυμαχίαν αὐτοὶ κατὰ μόνας ἀπεω-
σάμεθα Κορινθίους· ἐπειδὴ δὲ μείζονι παρασκευῇ ἀπὸ Πελο-
ποννήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἐφ’ ἡμᾶς ὥρμηνται καὶ
ἡμεῖς ἀδύνατοι ὁρῶμεν ὄντες τῇ οἰκείᾳ μόνον δυνάμει περι-
γενέσθαι, καὶ ἅμα μέγας ὁ κίνδυνος εἰ ἐσόμεθα ὑπ’ αὐτοῖς,
ἀνάγκη καὶ ὑμῶν καὶ ἄλλου παντὸς ἐπικουρίας δεῖσθαι, καὶ
ξυγγνώμη εἰ μὴ μετὰ κακίας, δόξης δὲ μᾶλλον ἁμαρτίᾳ τῇ
πρότερον ἀπραγμοσύνῃ ἐναντία τολμῶμεν.
[1.33.1] «Γενήσεται δὲ ὑμῖν πειθομένοις καλὴ ἡ ξυντυχία κατὰ
πολλὰ τῆς ἡμετέρας χρείας, πρῶτον μὲν ὅτι ἀδικουμένοις
καὶ οὐχ ἑτέρους βλάπτουσι τὴν ἐπικουρίαν ποιήσεσθε,
ἔπειτα περὶ τῶν μεγίστων κινδυνεύοντας δεξάμενοι ὡς ἂν
μάλιστα μετ’ αἰειμνήστου μαρτυρίου τὴν χάριν καταθήσεσθε·
[1.33.2] ναυτικόν τε κεκτήμεθα πλὴν τοῦ παρ’ ὑμῖν πλεῖστον. καὶ
σκέψασθε· τίς εὐπραξία σπανιωτέρα ἢ τίς τοῖς πολεμίοις
λυπηροτέρα, εἰ ἣν ὑμεῖς ἂν πρὸ πολλῶν χρημάτων καὶ
χάριτος ἐτιμήσασθε δύναμιν ὑμῖν προσγενέσθαι, αὕτη πάρ-
εστιν αὐτεπάγγελτος ἄνευ κινδύνων καὶ δαπάνης διδοῦσα
ἑαυτήν, καὶ προσέτι φέρουσα ἐς μὲν τοὺς πολλοὺς ἀρετήν,
οἷς δὲ ἐπαμυνεῖτε χάριν, ὑμῖν δ’ αὐτοῖς ἰσχύν· ἃ ἐν τῷ
παντὶ χρόνῳ ὀλίγοις δὴ ἅμα πάντα ξυνέβη, καὶ ὀλίγοι ξυμ-
μαχίας δεόμενοι οἷς ἐπικαλοῦνται ἀσφάλειαν καὶ κόσμον
οὐχ ἧσσον διδόντες ἢ ληψόμενοι παραγίγνονται. [1.33.3] τὸν δὲ
πόλεμον, δι’ ὅνπερ χρήσιμοι ἂν εἶμεν, εἴ τις ὑμῶν μὴ οἴεται
ἔσεσθαι, γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκ αἰσθάνεται τοὺς Λακε-
δαιμονίους φόβῳ τῷ ὑμετέρῳ πολεμησείοντας καὶ τοὺς
Κορινθίους δυναμένους παρ’ αὐτοῖς καὶ ὑμῖν ἐχθροὺς ὄντας
καὶ προκαταλαμβάνοντας ἡμᾶς νῦν ἐς τὴν ὑμετέραν ἐπι-
χείρησιν, ἵνα μὴ τῷ κοινῷ ἔχθει κατ’ αὐτοὺς μετ’ ἀλλήλων
στῶμεν μηδὲ δυοῖν φθάσαι ἁμάρτωσιν, ἢ κακῶσαι ἡμᾶς ἢ
σφᾶς αὐτοὺς βεβαιώσασθαι. [1.33.4] ἡμέτερον δέ γ’ αὖ ἔργον προ-
τερῆσαι, τῶν μὲν διδόντων, ὑμῶν δὲ δεξαμένων τὴν ξυμμαχίαν,
καὶ προεπιβουλεύειν αὐτοῖς μᾶλλον ἢ ἀντεπιβουλεύειν.
[1.34.1] «Ἢν δὲ λέγωσιν ὡς οὐ δίκαιον τοὺς σφετέρους ἀποίκους
ὑμᾶς δέχεσθαι, μαθόντων ὡς πᾶσα ἀποικία εὖ μὲν πάσχουσα
τιμᾷ τὴν μητρόπολιν, ἀδικουμένη δὲ ἀλλοτριοῦται· οὐ γὰρ
ἐπὶ τῷ δοῦλοι, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὁμοῖοι τοῖς λειπομένοις εἶναι
ἐκπέμπονται. [1.34.2] ὡς δὲ ἠδίκουν σαφές ἐστιν· προκληθέντες
γὰρ περὶ Ἐπιδάμνου ἐς κρίσιν πολέμῳ μᾶλλον ἢ τῷ ἴσῳ
ἐβουλήθησαν τὰ ἐγκλήματα μετελθεῖν. [1.34.3] καὶ ὑμῖν ἔστω τι
τεκμήριον ἃ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ξυγγενεῖς δρῶσιν, ὥστε
ἀπάτῃ τε μὴ παράγεσθαι ὑπ’ αὐτῶν δεομένοις τε ἐκ τοῦ
εὐθέος μὴ ὑπουργεῖν· ὁ γὰρ ἐλαχίστας τὰς μεταμελείας ἐκ
τοῦ χαρίζεσθαι τοῖς ἐναντίοις λαμβάνων ἀσφαλέστατος ἂν
διατελοίη. [1.35.1] λύσετε δὲ οὐδὲ τὰς Λακεδαιμονίων σπονδὰς
δεχόμενοι ἡμᾶς μηδετέρων ὄντας ξυμμάχους· [1.35.2] εἴρηται γὰρ
ἐν αὐταῖς, τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἥτις μηδαμοῦ ξυμμαχεῖ,
ἐξεῖναι παρ’ ὁποτέρους ἂν ἀρέσκηται ἐλθεῖν. [1.35.3] καὶ δεινὸν εἰ
τοῖσδε μὲν ἀπό τε τῶν ἐνσπόνδων ἔσται πληροῦν τὰς ναῦς
καὶ προσέτι καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος καὶ οὐχ ἥκιστα ἀπὸ
τῶν ὑμετέρων ὑπηκόων, ἡμᾶς δὲ ἀπὸ τῆς προκειμένης τε
ξυμμαχίας εἴρξουσι καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλοθέν ποθεν ὠφελίας,
εἶτα ἐν ἀδικήματι θήσονται πεισθέντων ὑμῶν ἃ δεόμεθα.
[1.35.4] πολὺ δὲ ἐν πλέονι αἰτίᾳ ἡμεῖς μὴ πείσαντες ὑμᾶς ἕξομεν·
ἡμᾶς μὲν γὰρ κινδυνεύοντας καὶ οὐκ ἐχθροὺς ὄντας ἀπώσεσθε,
τῶνδε δὲ οὐχ ὅπως κωλυταὶ ἐχθρῶν ὄντων καὶ ἐπιόντων
γενήσεσθε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ὑμετέρας ἀρχῆς δύναμιν προσ-
λαβεῖν περιόψεσθε· ἣν οὐ δίκαιον, ἀλλ’ ἢ κἀκείνων κωλύειν
τοὺς ἐκ τῆς ὑμετέρας μισθοφόρους ἢ καὶ ἡμῖν πέμπειν καθ’
ὅτι ἂν πεισθῆτε ὠφελίαν, μάλιστα δὲ ἀπὸ τοῦ προφανοῦς
δεξαμένους βοηθεῖν. [1.35.5] πολλὰ δέ, ὥσπερ ἐν ἀρχῇ ὑπείπομεν,
τὰ ξυμφέροντα ἀποδείκνυμεν, καὶ μέγιστον ὅτι οἵ τε αὐτοὶ
πολέμιοι ἡμῖν ἦσαν, ὅπερ σαφεστάτη πίστις, καὶ οὗτοι οὐκ
ἀσθενεῖς, ἀλλ’ ἱκανοὶ τοὺς μεταστάντας βλάψαι· καὶ ναυ-
τικῆς καὶ οὐκ ἠπειρώτιδος τῆς ξυμμαχίας διδομένης οὐχ
ὁμοία ἡ ἀλλοτρίωσις, ἀλλὰ μάλιστα μέν, εἰ δύνασθε, μηδένα
ἄλλον ἐᾶν κεκτῆσθαι ναῦς, εἰ δὲ μή, ὅστις ἐχυρώτατος,
τοῦτον φίλον ἔχειν.
[1.36.1] «Καὶ ὅτῳ τάδε ξυμφέροντα μὲν δοκεῖ λέγεσθαι, φοβεῖται
δὲ μὴ δι’ αὐτὰ πειθόμενος τὰς σπονδὰς λύσῃ, γνώτω τὸ μὲν
δεδιὸς αὐτοῦ ἰσχὺν ἔχον τοὺς ἐναντίους μᾶλλον φοβῆσον, τὸ
δὲ θαρσοῦν μὴ δεξαμένου ἀσθενὲς ὂν πρὸς ἰσχύοντας τοὺς
ἐχθροὺς ἀδεέστερον ἐσόμενον, καὶ ἅμα οὐ περὶ τῆς Κερκύρας
νῦν τὸ πλέον ἢ καὶ τῶν Ἀθηνῶν βουλευόμενος, καὶ οὐ τὰ
κράτιστα αὐταῖς προνοῶν, ὅταν ἐς τὸν μέλλοντα καὶ ὅσον οὐ
παρόντα πόλεμον τὸ αὐτίκα περισκοπῶν ἐνδοιάζῃ χωρίον
προσλαβεῖν ὃ μετὰ μεγίστων καιρῶν οἰκειοῦταί τε καὶ πολε-
μοῦται. [1.36.2] τῆς τε γὰρ Ἰταλίας καὶ Σικελίας καλῶς παράπλου
κεῖται, ὥστε μήτε ἐκεῖθεν ναυτικὸν ἐᾶσαι Πελοποννησίοις
ἐπελθεῖν τό τε ἐνθένδε πρὸς τἀκεῖ παραπέμψαι, καὶ ἐς τἆλλα
ξυμφορώτατόν ἐστιν. [1.36.3] βραχυτάτῳ δ’ ἂν κεφαλαίῳ, τοῖς τε
ξύμπασι καὶ καθ’ ἕκαστον, τῷδ’ ἂν μὴ προέσθαι ἡμᾶς
μάθοιτε· τρία μὲν ὄντα λόγου ἄξια τοῖς Ἕλλησι ναυτικά, τὸ
παρ’ ὑμῖν καὶ τὸ ἡμέτερον καὶ τὸ Κορινθίων· τούτων δὲ εἰ
περιόψεσθε τὰ δύο ἐς ταὐτὸν ἐλθεῖν καὶ Κορίνθιοι ἡμᾶς
προκαταλήψονται, Κερκυραίοις τε καὶ Πελοποννησίοις ἅμα
ναυμαχήσετε, δεξάμενοι δὲ ἡμᾶς ἕξετε πρὸς αὐτοὺς πλείοσι
ναυσὶ ταῖς ἡμετέραις ἀγωνίζεσθαι.»
[1.31.1] Τὸν δ’ ἐνιαυτὸν πάντα τὸν μετὰ τὴν ναυμαχίαν καὶ τὸν
ὕστερον οἱ Κορίνθιοι ὀργῇ φέροντες τὸν πρὸς Κερκυραίους
πόλεμον ἐναυπηγοῦντο καὶ παρεσκευάζοντο τὰ κράτιστα νεῶν
στόλον, ἔκ τε αὐτῆς Πελοποννήσου ἀγείροντες καὶ τῆς ἄλλης
Ἑλλάδος ἐρέτας, μισθῷ πείθοντες. [1.31.2] πυνθανόμενοι δὲ οἱ Κερ-
κυραῖοι τὴν παρασκευὴν αὐτῶν ἐφοβοῦντο, καί (ἦσαν γὰρ
οὐδενὸς Ἑλλήνων ἔνσπονδοι οὐδὲ ἐσεγράψαντο ἑαυτοὺς οὔτε
ἐς τὰς Ἀθηναίων σπονδὰς οὔτε ἐς τὰς Λακεδαιμονίων) ἔδοξεν
αὐτοῖς ἐλθοῦσιν ὡς τοὺς Ἀθηναίους ξυμμάχους γενέσθαι καὶ
ὠφελίαν τινὰ πειρᾶσθαι ἀπ’ αὐτῶν εὑρίσκεσθαι. [1.31.3] οἱ δὲ
Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας
πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυ-
τικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι
τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται. [1.31.4] καταστάσης δὲ ἐκκλησίας ἐς
ἀντιλογίαν ἦλθον, καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι ἔλεξαν τοιάδε.
[1.32.1] «Δίκαιον, ὦ Ἀθηναῖοι, τοὺς μήτε εὐεργεσίας μεγάλης μήτε
ξυμμαχίας προὐφειλομένης ἥκοντας παρὰ τοὺς πέλας ἐπι-
κουρίας, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς νῦν, δεησομένους ἀναδιδάξαι πρῶ-
τον, μάλιστα μὲν ὡς καὶ ξύμφορα δέονται, εἰ δὲ μή, ὅτι γε
οὐκ ἐπιζήμια, ἔπειτα δὲ ὡς καὶ τὴν χάριν βέβαιον ἕξουσιν·
εἰ δὲ τούτων μηδὲν σαφὲς καταστήσουσι, μὴ ὀργίζεσθαι ἢν
ἀτυχῶσιν. [1.32.2] Κερκυραῖοι δὲ μετὰ τῆς ξυμμαχίας τῆς αἰτήσεως
καὶ ταῦτα πιστεύοντες ἐχυρὰ ὑμῖν παρέξεσθαι ἀπέστειλαν
ἡμᾶς. [1.32.3] τετύχηκε δὲ τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα πρός τε ὑμᾶς ἐς τὴν
χρείαν ἡμῖν ἄλογον καὶ ἐς τὰ ἡμέτερα αὐτῶν ἐν τῷ παρόντι
ἀξύμφορον. [1.32.4] ξύμμαχοί τε γὰρ οὐδενός πω ἐν τῷ πρὸ τοῦ
χρόνῳ ἑκούσιοι γενόμενοι νῦν ἄλλων τοῦτο δεησόμενοι ἥκο-
μεν, καὶ ἅμα ἐς τὸν παρόντα πόλεμον Κορινθίων ἐρῆμοι δι’
αὐτὸ καθέσταμεν. καὶ περιέστηκεν ἡ δοκοῦσα ἡμῶν πρότερον
σωφροσύνη, τὸ μὴ ἐν ἀλλοτρίᾳ ξυμμαχίᾳ τῇ τοῦ πέλας
γνώμῃ ξυγκινδυνεύειν, νῦν ἀβουλία καὶ ἀσθένεια φαινομένη.
[1.32.5] τὴν μὲν οὖν γενομένην ναυμαχίαν αὐτοὶ κατὰ μόνας ἀπεω-
σάμεθα Κορινθίους· ἐπειδὴ δὲ μείζονι παρασκευῇ ἀπὸ Πελο-
ποννήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἐφ’ ἡμᾶς ὥρμηνται καὶ
ἡμεῖς ἀδύνατοι ὁρῶμεν ὄντες τῇ οἰκείᾳ μόνον δυνάμει περι-
γενέσθαι, καὶ ἅμα μέγας ὁ κίνδυνος εἰ ἐσόμεθα ὑπ’ αὐτοῖς,
ἀνάγκη καὶ ὑμῶν καὶ ἄλλου παντὸς ἐπικουρίας δεῖσθαι, καὶ
ξυγγνώμη εἰ μὴ μετὰ κακίας, δόξης δὲ μᾶλλον ἁμαρτίᾳ τῇ
πρότερον ἀπραγμοσύνῃ ἐναντία τολμῶμεν.
[1.33.1] «Γενήσεται δὲ ὑμῖν πειθομένοις καλὴ ἡ ξυντυχία κατὰ
πολλὰ τῆς ἡμετέρας χρείας, πρῶτον μὲν ὅτι ἀδικουμένοις
καὶ οὐχ ἑτέρους βλάπτουσι τὴν ἐπικουρίαν ποιήσεσθε,
ἔπειτα περὶ τῶν μεγίστων κινδυνεύοντας δεξάμενοι ὡς ἂν
μάλιστα μετ’ αἰειμνήστου μαρτυρίου τὴν χάριν καταθήσεσθε·
[1.33.2] ναυτικόν τε κεκτήμεθα πλὴν τοῦ παρ’ ὑμῖν πλεῖστον. καὶ
σκέψασθε· τίς εὐπραξία σπανιωτέρα ἢ τίς τοῖς πολεμίοις
λυπηροτέρα, εἰ ἣν ὑμεῖς ἂν πρὸ πολλῶν χρημάτων καὶ
χάριτος ἐτιμήσασθε δύναμιν ὑμῖν προσγενέσθαι, αὕτη πάρ-
εστιν αὐτεπάγγελτος ἄνευ κινδύνων καὶ δαπάνης διδοῦσα
ἑαυτήν, καὶ προσέτι φέρουσα ἐς μὲν τοὺς πολλοὺς ἀρετήν,
οἷς δὲ ἐπαμυνεῖτε χάριν, ὑμῖν δ’ αὐτοῖς ἰσχύν· ἃ ἐν τῷ
παντὶ χρόνῳ ὀλίγοις δὴ ἅμα πάντα ξυνέβη, καὶ ὀλίγοι ξυμ-
μαχίας δεόμενοι οἷς ἐπικαλοῦνται ἀσφάλειαν καὶ κόσμον
οὐχ ἧσσον διδόντες ἢ ληψόμενοι παραγίγνονται. [1.33.3] τὸν δὲ
πόλεμον, δι’ ὅνπερ χρήσιμοι ἂν εἶμεν, εἴ τις ὑμῶν μὴ οἴεται
ἔσεσθαι, γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκ αἰσθάνεται τοὺς Λακε-
δαιμονίους φόβῳ τῷ ὑμετέρῳ πολεμησείοντας καὶ τοὺς
Κορινθίους δυναμένους παρ’ αὐτοῖς καὶ ὑμῖν ἐχθροὺς ὄντας
καὶ προκαταλαμβάνοντας ἡμᾶς νῦν ἐς τὴν ὑμετέραν ἐπι-
χείρησιν, ἵνα μὴ τῷ κοινῷ ἔχθει κατ’ αὐτοὺς μετ’ ἀλλήλων
στῶμεν μηδὲ δυοῖν φθάσαι ἁμάρτωσιν, ἢ κακῶσαι ἡμᾶς ἢ
σφᾶς αὐτοὺς βεβαιώσασθαι. [1.33.4] ἡμέτερον δέ γ’ αὖ ἔργον προ-
τερῆσαι, τῶν μὲν διδόντων, ὑμῶν δὲ δεξαμένων τὴν ξυμμαχίαν,
καὶ προεπιβουλεύειν αὐτοῖς μᾶλλον ἢ ἀντεπιβουλεύειν.
[1.34.1] «Ἢν δὲ λέγωσιν ὡς οὐ δίκαιον τοὺς σφετέρους ἀποίκους
ὑμᾶς δέχεσθαι, μαθόντων ὡς πᾶσα ἀποικία εὖ μὲν πάσχουσα
τιμᾷ τὴν μητρόπολιν, ἀδικουμένη δὲ ἀλλοτριοῦται· οὐ γὰρ
ἐπὶ τῷ δοῦλοι, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὁμοῖοι τοῖς λειπομένοις εἶναι
ἐκπέμπονται. [1.34.2] ὡς δὲ ἠδίκουν σαφές ἐστιν· προκληθέντες
γὰρ περὶ Ἐπιδάμνου ἐς κρίσιν πολέμῳ μᾶλλον ἢ τῷ ἴσῳ
ἐβουλήθησαν τὰ ἐγκλήματα μετελθεῖν. [1.34.3] καὶ ὑμῖν ἔστω τι
τεκμήριον ἃ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ξυγγενεῖς δρῶσιν, ὥστε
ἀπάτῃ τε μὴ παράγεσθαι ὑπ’ αὐτῶν δεομένοις τε ἐκ τοῦ
εὐθέος μὴ ὑπουργεῖν· ὁ γὰρ ἐλαχίστας τὰς μεταμελείας ἐκ
τοῦ χαρίζεσθαι τοῖς ἐναντίοις λαμβάνων ἀσφαλέστατος ἂν
διατελοίη. [1.35.1] λύσετε δὲ οὐδὲ τὰς Λακεδαιμονίων σπονδὰς
δεχόμενοι ἡμᾶς μηδετέρων ὄντας ξυμμάχους· [1.35.2] εἴρηται γὰρ
ἐν αὐταῖς, τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἥτις μηδαμοῦ ξυμμαχεῖ,
ἐξεῖναι παρ’ ὁποτέρους ἂν ἀρέσκηται ἐλθεῖν. [1.35.3] καὶ δεινὸν εἰ
τοῖσδε μὲν ἀπό τε τῶν ἐνσπόνδων ἔσται πληροῦν τὰς ναῦς
καὶ προσέτι καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος καὶ οὐχ ἥκιστα ἀπὸ
τῶν ὑμετέρων ὑπηκόων, ἡμᾶς δὲ ἀπὸ τῆς προκειμένης τε
ξυμμαχίας εἴρξουσι καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλοθέν ποθεν ὠφελίας,
εἶτα ἐν ἀδικήματι θήσονται πεισθέντων ὑμῶν ἃ δεόμεθα.
[1.35.4] πολὺ δὲ ἐν πλέονι αἰτίᾳ ἡμεῖς μὴ πείσαντες ὑμᾶς ἕξομεν·
ἡμᾶς μὲν γὰρ κινδυνεύοντας καὶ οὐκ ἐχθροὺς ὄντας ἀπώσεσθε,
τῶνδε δὲ οὐχ ὅπως κωλυταὶ ἐχθρῶν ὄντων καὶ ἐπιόντων
γενήσεσθε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ὑμετέρας ἀρχῆς δύναμιν προσ-
λαβεῖν περιόψεσθε· ἣν οὐ δίκαιον, ἀλλ’ ἢ κἀκείνων κωλύειν
τοὺς ἐκ τῆς ὑμετέρας μισθοφόρους ἢ καὶ ἡμῖν πέμπειν καθ’
ὅτι ἂν πεισθῆτε ὠφελίαν, μάλιστα δὲ ἀπὸ τοῦ προφανοῦς
δεξαμένους βοηθεῖν. [1.35.5] πολλὰ δέ, ὥσπερ ἐν ἀρχῇ ὑπείπομεν,
τὰ ξυμφέροντα ἀποδείκνυμεν, καὶ μέγιστον ὅτι οἵ τε αὐτοὶ
πολέμιοι ἡμῖν ἦσαν, ὅπερ σαφεστάτη πίστις, καὶ οὗτοι οὐκ
ἀσθενεῖς, ἀλλ’ ἱκανοὶ τοὺς μεταστάντας βλάψαι· καὶ ναυ-
τικῆς καὶ οὐκ ἠπειρώτιδος τῆς ξυμμαχίας διδομένης οὐχ
ὁμοία ἡ ἀλλοτρίωσις, ἀλλὰ μάλιστα μέν, εἰ δύνασθε, μηδένα
ἄλλον ἐᾶν κεκτῆσθαι ναῦς, εἰ δὲ μή, ὅστις ἐχυρώτατος,
τοῦτον φίλον ἔχειν.
[1.36.1] «Καὶ ὅτῳ τάδε ξυμφέροντα μὲν δοκεῖ λέγεσθαι, φοβεῖται
δὲ μὴ δι’ αὐτὰ πειθόμενος τὰς σπονδὰς λύσῃ, γνώτω τὸ μὲν
δεδιὸς αὐτοῦ ἰσχὺν ἔχον τοὺς ἐναντίους μᾶλλον φοβῆσον, τὸ
δὲ θαρσοῦν μὴ δεξαμένου ἀσθενὲς ὂν πρὸς ἰσχύοντας τοὺς
ἐχθροὺς ἀδεέστερον ἐσόμενον, καὶ ἅμα οὐ περὶ τῆς Κερκύρας
νῦν τὸ πλέον ἢ καὶ τῶν Ἀθηνῶν βουλευόμενος, καὶ οὐ τὰ
κράτιστα αὐταῖς προνοῶν, ὅταν ἐς τὸν μέλλοντα καὶ ὅσον οὐ
παρόντα πόλεμον τὸ αὐτίκα περισκοπῶν ἐνδοιάζῃ χωρίον
προσλαβεῖν ὃ μετὰ μεγίστων καιρῶν οἰκειοῦταί τε καὶ πολε-
μοῦται. [1.36.2] τῆς τε γὰρ Ἰταλίας καὶ Σικελίας καλῶς παράπλου
κεῖται, ὥστε μήτε ἐκεῖθεν ναυτικὸν ἐᾶσαι Πελοποννησίοις
ἐπελθεῖν τό τε ἐνθένδε πρὸς τἀκεῖ παραπέμψαι, καὶ ἐς τἆλλα
ξυμφορώτατόν ἐστιν. [1.36.3] βραχυτάτῳ δ’ ἂν κεφαλαίῳ, τοῖς τε
ξύμπασι καὶ καθ’ ἕκαστον, τῷδ’ ἂν μὴ προέσθαι ἡμᾶς
μάθοιτε· τρία μὲν ὄντα λόγου ἄξια τοῖς Ἕλλησι ναυτικά, τὸ
παρ’ ὑμῖν καὶ τὸ ἡμέτερον καὶ τὸ Κορινθίων· τούτων δὲ εἰ
περιόψεσθε τὰ δύο ἐς ταὐτὸν ἐλθεῖν καὶ Κορίνθιοι ἡμᾶς
προκαταλήψονται, Κερκυραίοις τε καὶ Πελοποννησίοις ἅμα
ναυμαχήσετε, δεξάμενοι δὲ ἡμᾶς ἕξετε πρὸς αὐτοὺς πλείοσι
ναυσὶ ταῖς ἡμετέραις ἀγωνίζεσθαι.»
***
[1.31.1] Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία, κι άλλον ένα ακόμα οι Κορίνθιοι, έξω φρενών για τον πόλεμο που τους έκαναν οι Κερκυραίοι, ναυπηγούσαν καράβια κ' ετοίμαζαν την πολεμική τους εξάρτυση, με όση δύναμη είχαν, στρατολογώντας πληρώματα από μέσα από την Πελοπόννησο και προσφέροντας μισθό σε άντρες από την υπόλοιπην Ελλάδα για κωπηλάτες. [1.31.2] Κι όσο μάθαιναν οι Κερκυραίοι, όλες αυτές τις προετοιμασίες, τους έπιανε φόβος (γιατί δεν είχαν κάνει συνθήκη συμμαχίας με καμιάν Ελληνική πολιτεία, και δεν είχανε γραφτεί στη συνομοσπονδία των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων) κ' έτσι αποφάσισαν να πάνε στους Αθηναίους και να γίνουνε σύμμαχοί τους, και να προσπαθήσουν να βρουν κάποιο όφελος απ' αυτούς. [1.31.3] Τα έμαθαν αυτά οι Κορίνθιοι και πήγαν κι αυτοί στην Αθήνα μ' επίσημη αντιπροσωπεία, από φόβο μήπως, δίπλα στο ναυτικό των Κερκυραίων προστεθεί και ο Αθηναϊκός στόλος και τους εμποδίσει να δώσουνε στον πόλεμο τη λύση που ήθελαν. [1.31.4] Όταν συγκροτήθηκε λοιπόν η εκκλησία του δήμου ήρθαν και οι δυο αντιπροσωπείες και μίλησαν η μια ενάντια στην άλλη. Πρώτα οι Κερκυραίοι είπαν απάνω–κάτω τα ακόλουθα:
[1.32.1] «Σωστό είναι, πολίτες της Αθήνας, εκείνοι που πάνε σε άλλη πολιτεία για να παρακαλέσουν να τους δοθεί κάποια βοήθεια, όπως ερχόμαστε τώρα εμείς, χωρίς να τους χρεωστούν οι άλλοι ούτε αντάμειψη για παλιά μεγάλη χάρη, ούτε τη συμμαχία τους, να δείξουν από την αρχή, πρώτο, και το σπουδαιότερο, πως ό,τι ζητούν συμφέρει στους άλλους, κι αν όχι αυτό, τουλάχιστο πως δε θα τους ζημιώσει· δεύτερο όμως, ότι είναι σίγουρο πως θα τους αντιδώσουν τη χάρη· κι αν δε σας βεβαιώσομε καθαρά για κανένα από τα δυο, δε θα θυμώσομε αν δεν το πετύχομε. [1.32.2] Μας έστειλαν λοιπόν οι Κερκυραίοι τόσο για να ζητήσομε τη συμμαχία σας, όσο και γιατί είναι βέβαιοι πως θα σας τα δώσουν ολ' αυτά εξασφαλισμένα με εγγυήσεις. [1.32.3] Τυχαίνει όμως, τόσο να φαίνεται η ίδια πολιτική απέναντί σας παράλογη, αν αναλογιστείτε τη χρεία που σας έχομε τώρα, όσο και να μη μας συμφέρει εμάς τους ίδιους στην τωρινή περίσταση. [1.32.4] Γιατί ενώ ποτέ ως τώρα δε συμμαχήσαμε από δική μας θέληση με κανένα, ερχόμαστε τώρα να παρακαλέσομε άλλους ακριβώς γι' αυτό, και συγχρόνως, και για τον ίδιο λόγο, βρισκόμαστε απομονωμένοι στον τωρινό πόλεμο με τους Κορινθίους. Και κατάντησε εκείνο που άλλοτε φαινότανε γνωστικό, δηλαδή να μη μπλεκόμαστε σε κινδύνους από ξένη συμμαχία, γιατί έτσι το κρίνει ο άλλος, κατάντησε τώρα να μας φαίνεται ανημποριά, και έλλειψη απόφασης. [1.32.5] Αποκρούσαμε βέβαια τους Κορίνθιους στη ναυμαχία που έγινε, μόνοι μας, χωρίς άλλη βοήθεια· αφού όμως τό 'χουνε βάλει σκοπό να μας πολεμήσουνε με περισσότερες δυνάμεις, που μαζεύουν από την Πελοπόννησο και την άλλην Ελλάδα, και βλέπομε πως είναι αδύνατο να τους νικήσομε μόνοι μας με το δικό μας στρατό και στόλο, και συνάμα είναι μεγάλος ο κίντυνος αν υποταχτούμε σ' αυτούς, είναι ανάγκη να ζητήσομε βοήθεια και από σας, και από κάθε άλλον, και πρέπει να μας συγχωρήσετε αν, έχοντας προτήτερα δείξει αδιαφορία, όχι από κακή προαίρεση, αλλά από τη σφαλερή μας κρίση, τολμούμε τώρα να κάνομε το αντίθετο.
[1.33.1] Για σας όμως, αν στέρξετε στην παράκλησή μας, θα σταθεί τυχερή η σύμπτωση πως σας έχομε τώρα ανάγκη, κι αυτό για πολλούς λόγους, πρώτο γιατί θα βοηθήσετε ανθρώπους που παθαίνουν άδικα και δε ζημιώνουν κανένα, ύστερα γιατί, αν δεχτείτε για φίλους ανθρώπους που κιντυνεύουνε θανάσιμα, θα τους κρατήσετε σφιχτοδεμένους στο πλευρό σας με αξέχαστη και αποδειγμένη υποχρέωση· [1.33.2] και τρίτο, είμαστε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη ύστερ' από σας· λογαριάστε λοιπόν ποια καλοτυχιά είναι πιο σπάνια, ή ποια στενοχωρεί τους εχτρούς περισσότερο, παρά αν μια δύναμη, που και πολλά χρήματα θα πληρώνατε, και πολλές υποχρεώσεις θ' αναλαβαίνατε για να προστεθεί στη δική σας, έρχεται τώρα από δική της πρωτοβουλία και σας προσφέρεται χωρίς κιντύνους κ' έξοδα, κι ακόμα φέρνει στους πολλούς τη φήμη της αντρείας σας, σ' εκείνους που θα βοηθήσετε ευγνωμοσύνη, και σε σας τους ίδιους μεγαλωμένη δύναμη· πράματα που σ' όλο τον καιρό της ιστορίας σε λίγους σύντυχαν μαζί, και πολύ λίγοι που ζητούνε μια συμμαχία φέρνουνε σ' αυτούς που παρακαλούν ασφάλεια μαζί και τιμή, και δε δίνουνε λιγότερα απ' όσα έρχονται να πάρουν. [1.33.3] Κι αν κανείς από σας νομίζει πως δε θα γίνει ο πόλεμος, όπου θα σας είμαστε χρήσιμοι, σφάλλεται στην κρίση του και δε νοιώθει πως οι Λακεδαιμόνιοι έχουνε σκοπό να πολεμήσουν γιατί σας φοβούνται, και πως οι Κορίνθιοι έχουνε μεγάλη επιρροή σ' αυτούς, και σας, σας εχθρεύονται· και πως με μας τώρα κάνουν αρχή του πολέμου ενάντιά σας, για να μην παρασταθούμε ο ένας στον άλλον, από την κοινήν έχτρα που τους έχομε, και για να μην τους φύγουν απ' τα χέρια και δεν προφτάσουν να πετύχουν και τα δυο, ή να μας χτυπήσουν εμάς, ή να εξασφαλιστούν οι ίδιοι. [1.33.4] Δική μας δουλειά είναι τώρα να τους προλάβομε, εμείς προσφέροντας τη συμμαχία μας, και σεις δεχόμενοί την, και καλύτερα να καταστρώσομε πρώτοι τα σχέδιά μας ενάντιά τους, παρά να κάνομε αργότερα σχέδια για να εξουδετερώσομε τα δικά τους.
[1.34.1] Αν όμως πουν πως δεν είναι σωστό να δεχτείτε σεις τους δικούς τους αποίκους, ας στοχαστούν πως κάθε αποικία τιμάει τη μητρόπολή της όταν αυτή την μεταχειρίζεται καλά και την περιποιέται, όταν όμως την αδικεί, αποξενώνεται απ' αυτήν· γιατί οι άποικοι δε στέλνονται στα καινούργια μέρη για να γίνουνε δούλοι αλλά για να έχουν τα ίδια δικαιώματα μ' αυτούς που έμειναν στην πατρίδα. [1.34.2] Και είναι φανερό πως έπραξαν άδικα απέναντί μας· γιατί όταν τους προσκαλέσαμε να υποβληθούνε σε διαιτησία, για το ζήτημα της Επιδάμνου προτίμησαν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο παρά με ισονομία. [1.34.3] Κι ας σας χρησιμέψει για σημάδι του χαραχτήρα τους τι μας κάνουν εμάς, τους συγγενείς τους, έτσι ώστε ούτε να ξεγελαστείτε απ' αυτούς, ούτε αν σας παρακαλέσουν ορθά–κοφτά για κάτι να τους εξυπηρετήσετε. Γιατί όποιος έχει τις λιγότερες ευκαιρίες να μετανιώσει για τις χάρες που έκανε στους εχτρούς, αυτός μπορεί να ζήσει πιο ασφαλισμένα.
[1.35.1] Και ούτε που θα πατήσετε τη συνθήκη ειρήνης που έχετε με τους Λακεδαιμονίους αν μας δεχτείτε, αφού δεν είμαστε σύμμαχοι με κανέναν από τους δυο σας. [1.35.2] Γιατί είναι γραμμένο στη συμφωνία πως όποια Ελληνική πολιτεία δεν έχει συμμαχία με κανένα, έχει το δικαίωμα να πάει με όποιον από τους δυο σας της αρέσει. [1.35.3] Και θα είναι φοβερό αν αυτοί μεν μπορούν να παίρνουν πληρώματα από τις πολιτείες που υπέγραψαν τη συνθήκη κι απ' την άλλη Ελλάδα και πολλούς απ' τους υπηκόους σας και μας να μας εμποδίσουν να κλείσουμε τη συμμαχία που προτείνομε ή να βρούμε βοήθεια απ' αλλού, ή αν το θεωρήσουν άδικο ν' ακούσετε σεις την παράκλησή μας· [1.35.4] πολύ πιο σωστό θα είναι να παραπονεθούμε εμείς αν δε στέρξετε να μας βοηθήσετε· γιατί θα μας αποδιώξετε, εμάς που κιντυνεύομε και δεν είμαστε εχτροί, ενώ με κανένα τρόπο δε θα τους σταματήσετε να είναι εχτροί μας και νά 'ρθουν να μας χτυπήσουν, παρά και θ' αναγκαστείτε να παραβλέψετε πως παίρνουνε στρατό και από τις χώρες της ηγεμονίας σας, πράμα που δεν είναι σωστό, αλλά πρέπει ή να εμποδίσετε τους μισθοφόρους που πάνε σ' αυτούς από τα δικά σας μέρη ή να στείλετε βοήθεια και σε μας, όση τυχόν σας πείσομε να δώσετε, και όσο πιο φανερά γίνεται να μας δεχτείτε για συμμάχους και να μας ενισχύσετε. [1.35.5] Γιατί όπως είπαμε και στην αρχή, αποδείξαμε πως πολλά συμφέροντα έχετε να το κάνετε, και το σπουδαιότερο, πως οι εχτροί μας είναι οι ίδιοι άνθρωποι (κι αυτό είναι η πιο σίγουρη εγγύηση πως θα μείνομε πιστοί) κι αυτοί δεν είναι ανίσχυροι, αλλ' άξιοι να καταστρέψουν όσους φύγουν από το μέρος τους. Και επειδή η συμμαχία που σας προσφέρεται είναι από ναυτική δύναμη, κ' όχι από στεριανή, δε σας είναι αδιάφορο αν την αφήσετε να σας φύγει· αλλά το καλύτερο που πρέπει να κάνετε είναι, αν μπορείτε, να μην αφήσετε κανέναν άλλο ν' αποχτήσει ναυτικό, ειδ' άλλως, να κάνετε φίλο όποιον έχει την αξιότερη ναυτική δύναμη.
[1.36.1] Όποιος όμως νομίζει πως αυτά που είπαμε, βέβαια σας συμφέρουν, αλλά φοβάται μήπως αν μας ακούσει, θα πατήσει τη συνθήκη, απ' αυτήν την αίτια, ας βάλει στο νου του πως αυτό που φοβάται θα του δώσει δύναμη και θα φοβίσει περισσότερο τους εναντίους, αλλ' αν βάλει τα θάρρη του στη συνθήκη και δε μας δεχτεί, αυτό θα τον κάνει πιο ανίσχυρο, και θα ελαττώσει τους φόβους των εχτρών, που έτσι κι αλλιώς έχουνε μεγάλη δύναμη· ας βάλει ακόμα στο νου του πως συνεδριάζει τώρα όχι τόσο για την Κέρκυρα όσο για την Αθήνα, και ότι δεν παίρνει τα καλύτερα προστατευτικά μέτρα γι' αυτήν, όταν εξετάζει με φόβο τις υποθέσεις της στιγμής· και για τον πόλεμο που σας μέλλεται, και μόνο που δεν άρχισε, διστάζει να πάρει με το μέρος της Αθήνας μια πολιτεία που, αν σας γίνει συμμαχική ή εχτρική, θα δημιουργήσει πολύ διαφορετικές καταστάσεις. [1.36.2] Γιατί βρίσκεται σε στρατηγική θέση πάνω στο δρόμο προς την Ιταλία και τη Σικελία, ώστε μήτε από κει να μπορέσει νά 'ρθει ναυτική βοήθεια στους Πελοποννησίους, και κάθε ναυτική αποστολή από δω προς τα εκεί μπορεί να την ασφαλίσει με τη συνοδεία του στόλου της, και για όλα τ' άλλα είναι πολύ συμφερτική η συμμαχία της. [1.36.3] Και για να τα πούμε όλα με δυο λόγια, και τα γενικά, και τις λεπτομέρειες, από τούτο να καταλάβετε πως δεν πρέπει να μας παρατήσετε: πως τρεις ναυτικές δυνάμεις αξιόλογες υπάρχουνε στην Ελλάδα, η δική σας και η δική μας, και των Κορινθίων· κι αν παραβλέψετε την πιθανότητα οι δυο απ' αυτές να ενωθούν, και αν προλάβουν οι Κορίνθιοι και μας πάρουν, θα ναυμαχήσετε με τους Κερκυραίους και τους Πελοποννησίους μαζί· ενώ αν μας δεχτείτε, θα 'χετε τόσα παραπάνω πλοία, τα δικά μας, για να πολεμήσετε ενάντιά τους».
[1.31.1] Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία, κι άλλον ένα ακόμα οι Κορίνθιοι, έξω φρενών για τον πόλεμο που τους έκαναν οι Κερκυραίοι, ναυπηγούσαν καράβια κ' ετοίμαζαν την πολεμική τους εξάρτυση, με όση δύναμη είχαν, στρατολογώντας πληρώματα από μέσα από την Πελοπόννησο και προσφέροντας μισθό σε άντρες από την υπόλοιπην Ελλάδα για κωπηλάτες. [1.31.2] Κι όσο μάθαιναν οι Κερκυραίοι, όλες αυτές τις προετοιμασίες, τους έπιανε φόβος (γιατί δεν είχαν κάνει συνθήκη συμμαχίας με καμιάν Ελληνική πολιτεία, και δεν είχανε γραφτεί στη συνομοσπονδία των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων) κ' έτσι αποφάσισαν να πάνε στους Αθηναίους και να γίνουνε σύμμαχοί τους, και να προσπαθήσουν να βρουν κάποιο όφελος απ' αυτούς. [1.31.3] Τα έμαθαν αυτά οι Κορίνθιοι και πήγαν κι αυτοί στην Αθήνα μ' επίσημη αντιπροσωπεία, από φόβο μήπως, δίπλα στο ναυτικό των Κερκυραίων προστεθεί και ο Αθηναϊκός στόλος και τους εμποδίσει να δώσουνε στον πόλεμο τη λύση που ήθελαν. [1.31.4] Όταν συγκροτήθηκε λοιπόν η εκκλησία του δήμου ήρθαν και οι δυο αντιπροσωπείες και μίλησαν η μια ενάντια στην άλλη. Πρώτα οι Κερκυραίοι είπαν απάνω–κάτω τα ακόλουθα:
[1.32.1] «Σωστό είναι, πολίτες της Αθήνας, εκείνοι που πάνε σε άλλη πολιτεία για να παρακαλέσουν να τους δοθεί κάποια βοήθεια, όπως ερχόμαστε τώρα εμείς, χωρίς να τους χρεωστούν οι άλλοι ούτε αντάμειψη για παλιά μεγάλη χάρη, ούτε τη συμμαχία τους, να δείξουν από την αρχή, πρώτο, και το σπουδαιότερο, πως ό,τι ζητούν συμφέρει στους άλλους, κι αν όχι αυτό, τουλάχιστο πως δε θα τους ζημιώσει· δεύτερο όμως, ότι είναι σίγουρο πως θα τους αντιδώσουν τη χάρη· κι αν δε σας βεβαιώσομε καθαρά για κανένα από τα δυο, δε θα θυμώσομε αν δεν το πετύχομε. [1.32.2] Μας έστειλαν λοιπόν οι Κερκυραίοι τόσο για να ζητήσομε τη συμμαχία σας, όσο και γιατί είναι βέβαιοι πως θα σας τα δώσουν ολ' αυτά εξασφαλισμένα με εγγυήσεις. [1.32.3] Τυχαίνει όμως, τόσο να φαίνεται η ίδια πολιτική απέναντί σας παράλογη, αν αναλογιστείτε τη χρεία που σας έχομε τώρα, όσο και να μη μας συμφέρει εμάς τους ίδιους στην τωρινή περίσταση. [1.32.4] Γιατί ενώ ποτέ ως τώρα δε συμμαχήσαμε από δική μας θέληση με κανένα, ερχόμαστε τώρα να παρακαλέσομε άλλους ακριβώς γι' αυτό, και συγχρόνως, και για τον ίδιο λόγο, βρισκόμαστε απομονωμένοι στον τωρινό πόλεμο με τους Κορινθίους. Και κατάντησε εκείνο που άλλοτε φαινότανε γνωστικό, δηλαδή να μη μπλεκόμαστε σε κινδύνους από ξένη συμμαχία, γιατί έτσι το κρίνει ο άλλος, κατάντησε τώρα να μας φαίνεται ανημποριά, και έλλειψη απόφασης. [1.32.5] Αποκρούσαμε βέβαια τους Κορίνθιους στη ναυμαχία που έγινε, μόνοι μας, χωρίς άλλη βοήθεια· αφού όμως τό 'χουνε βάλει σκοπό να μας πολεμήσουνε με περισσότερες δυνάμεις, που μαζεύουν από την Πελοπόννησο και την άλλην Ελλάδα, και βλέπομε πως είναι αδύνατο να τους νικήσομε μόνοι μας με το δικό μας στρατό και στόλο, και συνάμα είναι μεγάλος ο κίντυνος αν υποταχτούμε σ' αυτούς, είναι ανάγκη να ζητήσομε βοήθεια και από σας, και από κάθε άλλον, και πρέπει να μας συγχωρήσετε αν, έχοντας προτήτερα δείξει αδιαφορία, όχι από κακή προαίρεση, αλλά από τη σφαλερή μας κρίση, τολμούμε τώρα να κάνομε το αντίθετο.
[1.33.1] Για σας όμως, αν στέρξετε στην παράκλησή μας, θα σταθεί τυχερή η σύμπτωση πως σας έχομε τώρα ανάγκη, κι αυτό για πολλούς λόγους, πρώτο γιατί θα βοηθήσετε ανθρώπους που παθαίνουν άδικα και δε ζημιώνουν κανένα, ύστερα γιατί, αν δεχτείτε για φίλους ανθρώπους που κιντυνεύουνε θανάσιμα, θα τους κρατήσετε σφιχτοδεμένους στο πλευρό σας με αξέχαστη και αποδειγμένη υποχρέωση· [1.33.2] και τρίτο, είμαστε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη ύστερ' από σας· λογαριάστε λοιπόν ποια καλοτυχιά είναι πιο σπάνια, ή ποια στενοχωρεί τους εχτρούς περισσότερο, παρά αν μια δύναμη, που και πολλά χρήματα θα πληρώνατε, και πολλές υποχρεώσεις θ' αναλαβαίνατε για να προστεθεί στη δική σας, έρχεται τώρα από δική της πρωτοβουλία και σας προσφέρεται χωρίς κιντύνους κ' έξοδα, κι ακόμα φέρνει στους πολλούς τη φήμη της αντρείας σας, σ' εκείνους που θα βοηθήσετε ευγνωμοσύνη, και σε σας τους ίδιους μεγαλωμένη δύναμη· πράματα που σ' όλο τον καιρό της ιστορίας σε λίγους σύντυχαν μαζί, και πολύ λίγοι που ζητούνε μια συμμαχία φέρνουνε σ' αυτούς που παρακαλούν ασφάλεια μαζί και τιμή, και δε δίνουνε λιγότερα απ' όσα έρχονται να πάρουν. [1.33.3] Κι αν κανείς από σας νομίζει πως δε θα γίνει ο πόλεμος, όπου θα σας είμαστε χρήσιμοι, σφάλλεται στην κρίση του και δε νοιώθει πως οι Λακεδαιμόνιοι έχουνε σκοπό να πολεμήσουν γιατί σας φοβούνται, και πως οι Κορίνθιοι έχουνε μεγάλη επιρροή σ' αυτούς, και σας, σας εχθρεύονται· και πως με μας τώρα κάνουν αρχή του πολέμου ενάντιά σας, για να μην παρασταθούμε ο ένας στον άλλον, από την κοινήν έχτρα που τους έχομε, και για να μην τους φύγουν απ' τα χέρια και δεν προφτάσουν να πετύχουν και τα δυο, ή να μας χτυπήσουν εμάς, ή να εξασφαλιστούν οι ίδιοι. [1.33.4] Δική μας δουλειά είναι τώρα να τους προλάβομε, εμείς προσφέροντας τη συμμαχία μας, και σεις δεχόμενοί την, και καλύτερα να καταστρώσομε πρώτοι τα σχέδιά μας ενάντιά τους, παρά να κάνομε αργότερα σχέδια για να εξουδετερώσομε τα δικά τους.
[1.34.1] Αν όμως πουν πως δεν είναι σωστό να δεχτείτε σεις τους δικούς τους αποίκους, ας στοχαστούν πως κάθε αποικία τιμάει τη μητρόπολή της όταν αυτή την μεταχειρίζεται καλά και την περιποιέται, όταν όμως την αδικεί, αποξενώνεται απ' αυτήν· γιατί οι άποικοι δε στέλνονται στα καινούργια μέρη για να γίνουνε δούλοι αλλά για να έχουν τα ίδια δικαιώματα μ' αυτούς που έμειναν στην πατρίδα. [1.34.2] Και είναι φανερό πως έπραξαν άδικα απέναντί μας· γιατί όταν τους προσκαλέσαμε να υποβληθούνε σε διαιτησία, για το ζήτημα της Επιδάμνου προτίμησαν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο παρά με ισονομία. [1.34.3] Κι ας σας χρησιμέψει για σημάδι του χαραχτήρα τους τι μας κάνουν εμάς, τους συγγενείς τους, έτσι ώστε ούτε να ξεγελαστείτε απ' αυτούς, ούτε αν σας παρακαλέσουν ορθά–κοφτά για κάτι να τους εξυπηρετήσετε. Γιατί όποιος έχει τις λιγότερες ευκαιρίες να μετανιώσει για τις χάρες που έκανε στους εχτρούς, αυτός μπορεί να ζήσει πιο ασφαλισμένα.
[1.35.1] Και ούτε που θα πατήσετε τη συνθήκη ειρήνης που έχετε με τους Λακεδαιμονίους αν μας δεχτείτε, αφού δεν είμαστε σύμμαχοι με κανέναν από τους δυο σας. [1.35.2] Γιατί είναι γραμμένο στη συμφωνία πως όποια Ελληνική πολιτεία δεν έχει συμμαχία με κανένα, έχει το δικαίωμα να πάει με όποιον από τους δυο σας της αρέσει. [1.35.3] Και θα είναι φοβερό αν αυτοί μεν μπορούν να παίρνουν πληρώματα από τις πολιτείες που υπέγραψαν τη συνθήκη κι απ' την άλλη Ελλάδα και πολλούς απ' τους υπηκόους σας και μας να μας εμποδίσουν να κλείσουμε τη συμμαχία που προτείνομε ή να βρούμε βοήθεια απ' αλλού, ή αν το θεωρήσουν άδικο ν' ακούσετε σεις την παράκλησή μας· [1.35.4] πολύ πιο σωστό θα είναι να παραπονεθούμε εμείς αν δε στέρξετε να μας βοηθήσετε· γιατί θα μας αποδιώξετε, εμάς που κιντυνεύομε και δεν είμαστε εχτροί, ενώ με κανένα τρόπο δε θα τους σταματήσετε να είναι εχτροί μας και νά 'ρθουν να μας χτυπήσουν, παρά και θ' αναγκαστείτε να παραβλέψετε πως παίρνουνε στρατό και από τις χώρες της ηγεμονίας σας, πράμα που δεν είναι σωστό, αλλά πρέπει ή να εμποδίσετε τους μισθοφόρους που πάνε σ' αυτούς από τα δικά σας μέρη ή να στείλετε βοήθεια και σε μας, όση τυχόν σας πείσομε να δώσετε, και όσο πιο φανερά γίνεται να μας δεχτείτε για συμμάχους και να μας ενισχύσετε. [1.35.5] Γιατί όπως είπαμε και στην αρχή, αποδείξαμε πως πολλά συμφέροντα έχετε να το κάνετε, και το σπουδαιότερο, πως οι εχτροί μας είναι οι ίδιοι άνθρωποι (κι αυτό είναι η πιο σίγουρη εγγύηση πως θα μείνομε πιστοί) κι αυτοί δεν είναι ανίσχυροι, αλλ' άξιοι να καταστρέψουν όσους φύγουν από το μέρος τους. Και επειδή η συμμαχία που σας προσφέρεται είναι από ναυτική δύναμη, κ' όχι από στεριανή, δε σας είναι αδιάφορο αν την αφήσετε να σας φύγει· αλλά το καλύτερο που πρέπει να κάνετε είναι, αν μπορείτε, να μην αφήσετε κανέναν άλλο ν' αποχτήσει ναυτικό, ειδ' άλλως, να κάνετε φίλο όποιον έχει την αξιότερη ναυτική δύναμη.
[1.36.1] Όποιος όμως νομίζει πως αυτά που είπαμε, βέβαια σας συμφέρουν, αλλά φοβάται μήπως αν μας ακούσει, θα πατήσει τη συνθήκη, απ' αυτήν την αίτια, ας βάλει στο νου του πως αυτό που φοβάται θα του δώσει δύναμη και θα φοβίσει περισσότερο τους εναντίους, αλλ' αν βάλει τα θάρρη του στη συνθήκη και δε μας δεχτεί, αυτό θα τον κάνει πιο ανίσχυρο, και θα ελαττώσει τους φόβους των εχτρών, που έτσι κι αλλιώς έχουνε μεγάλη δύναμη· ας βάλει ακόμα στο νου του πως συνεδριάζει τώρα όχι τόσο για την Κέρκυρα όσο για την Αθήνα, και ότι δεν παίρνει τα καλύτερα προστατευτικά μέτρα γι' αυτήν, όταν εξετάζει με φόβο τις υποθέσεις της στιγμής· και για τον πόλεμο που σας μέλλεται, και μόνο που δεν άρχισε, διστάζει να πάρει με το μέρος της Αθήνας μια πολιτεία που, αν σας γίνει συμμαχική ή εχτρική, θα δημιουργήσει πολύ διαφορετικές καταστάσεις. [1.36.2] Γιατί βρίσκεται σε στρατηγική θέση πάνω στο δρόμο προς την Ιταλία και τη Σικελία, ώστε μήτε από κει να μπορέσει νά 'ρθει ναυτική βοήθεια στους Πελοποννησίους, και κάθε ναυτική αποστολή από δω προς τα εκεί μπορεί να την ασφαλίσει με τη συνοδεία του στόλου της, και για όλα τ' άλλα είναι πολύ συμφερτική η συμμαχία της. [1.36.3] Και για να τα πούμε όλα με δυο λόγια, και τα γενικά, και τις λεπτομέρειες, από τούτο να καταλάβετε πως δεν πρέπει να μας παρατήσετε: πως τρεις ναυτικές δυνάμεις αξιόλογες υπάρχουνε στην Ελλάδα, η δική σας και η δική μας, και των Κορινθίων· κι αν παραβλέψετε την πιθανότητα οι δυο απ' αυτές να ενωθούν, και αν προλάβουν οι Κορίνθιοι και μας πάρουν, θα ναυμαχήσετε με τους Κερκυραίους και τους Πελοποννησίους μαζί· ενώ αν μας δεχτείτε, θα 'χετε τόσα παραπάνω πλοία, τα δικά μας, για να πολεμήσετε ενάντιά τους».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)






