Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.31.1–1.36.4

(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") Κερκυραίοι και κορίνθιοι απεσταλμένοι στην Αθήνα – Η δημηγορία των Κερκυραίων

[1.31.1] Τὸν δ’ ἐνιαυτὸν πάντα τὸν μετὰ τὴν ναυμαχίαν καὶ τὸν
ὕστερον οἱ Κορίνθιοι ὀργῇ φέροντες τὸν πρὸς Κερκυραίους
πόλεμον ἐναυπηγοῦντο καὶ παρεσκευάζοντο τὰ κράτιστα νεῶν
στόλον, ἔκ τε αὐτῆς Πελοποννήσου ἀγείροντες καὶ τῆς ἄλλης
Ἑλλάδος ἐρέτας, μισθῷ πείθοντες. [1.31.2] πυνθανόμενοι δὲ οἱ Κερ-
κυραῖοι τὴν παρασκευὴν αὐτῶν ἐφοβοῦντο, καί (ἦσαν γὰρ
οὐδενὸς Ἑλλήνων ἔνσπονδοι οὐδὲ ἐσεγράψαντο ἑαυτοὺς οὔτε
ἐς τὰς Ἀθηναίων σπονδὰς οὔτε ἐς τὰς Λακεδαιμονίων) ἔδοξεν
αὐτοῖς ἐλθοῦσιν ὡς τοὺς Ἀθηναίους ξυμμάχους γενέσθαι καὶ
ὠφελίαν τινὰ πειρᾶσθαι ἀπ’ αὐτῶν εὑρίσκεσθαι. [1.31.3] οἱ δὲ
Κορίνθιοι πυθόμενοι ταῦτα ἦλθον καὶ αὐτοὶ ἐς τὰς Ἀθήνας
πρεσβευσόμενοι, ὅπως μὴ σφίσι πρὸς τῷ Κερκυραίων ναυ-
τικῷ καὶ τὸ αὐτῶν προσγενόμενον ἐμπόδιον γένηται θέσθαι
τὸν πόλεμον ᾗ βούλονται. [1.31.4] καταστάσης δὲ ἐκκλησίας ἐς
ἀντιλογίαν ἦλθον, καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι ἔλεξαν τοιάδε.

[1.32.1] «Δίκαιον, ὦ Ἀθηναῖοι, τοὺς μήτε εὐεργεσίας μεγάλης μήτε
ξυμμαχίας προὐφειλομένης ἥκοντας παρὰ τοὺς πέλας ἐπι-
κουρίας, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς νῦν, δεησομένους ἀναδιδάξαι πρῶ-
τον, μάλιστα μὲν ὡς καὶ ξύμφορα δέονται, εἰ δὲ μή, ὅτι γε
οὐκ ἐπιζήμια, ἔπειτα δὲ ὡς καὶ τὴν χάριν βέβαιον ἕξουσιν·
εἰ δὲ τούτων μηδὲν σαφὲς καταστήσουσι, μὴ ὀργίζεσθαι ἢν
ἀτυχῶσιν. [1.32.2] Κερκυραῖοι δὲ μετὰ τῆς ξυμμαχίας τῆς αἰτήσεως
καὶ ταῦτα πιστεύοντες ἐχυρὰ ὑμῖν παρέξεσθαι ἀπέστειλαν
ἡμᾶς. [1.32.3] τετύχηκε δὲ τὸ αὐτὸ ἐπιτήδευμα πρός τε ὑμᾶς ἐς τὴν
χρείαν ἡμῖν ἄλογον καὶ ἐς τὰ ἡμέτερα αὐτῶν ἐν τῷ παρόντι
ἀξύμφορον. [1.32.4] ξύμμαχοί τε γὰρ οὐδενός πω ἐν τῷ πρὸ τοῦ
χρόνῳ ἑκούσιοι γενόμενοι νῦν ἄλλων τοῦτο δεησόμενοι ἥκο-
μεν, καὶ ἅμα ἐς τὸν παρόντα πόλεμον Κορινθίων ἐρῆμοι δι’
αὐτὸ καθέσταμεν. καὶ περιέστηκεν ἡ δοκοῦσα ἡμῶν πρότερον
σωφροσύνη, τὸ μὴ ἐν ἀλλοτρίᾳ ξυμμαχίᾳ τῇ τοῦ πέλας
γνώμῃ ξυγκινδυνεύειν, νῦν ἀβουλία καὶ ἀσθένεια φαινομένη.
[1.32.5] τὴν μὲν οὖν γενομένην ναυμαχίαν αὐτοὶ κατὰ μόνας ἀπεω-
σάμεθα Κορινθίους· ἐπειδὴ δὲ μείζονι παρασκευῇ ἀπὸ Πελο-
ποννήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἐφ’ ἡμᾶς ὥρμηνται καὶ
ἡμεῖς ἀδύνατοι ὁρῶμεν ὄντες τῇ οἰκείᾳ μόνον δυνάμει περι-
γενέσθαι, καὶ ἅμα μέγας ὁ κίνδυνος εἰ ἐσόμεθα ὑπ’ αὐτοῖς,
ἀνάγκη καὶ ὑμῶν καὶ ἄλλου παντὸς ἐπικουρίας δεῖσθαι, καὶ
ξυγγνώμη εἰ μὴ μετὰ κακίας, δόξης δὲ μᾶλλον ἁμαρτίᾳ τῇ
πρότερον ἀπραγμοσύνῃ ἐναντία τολμῶμεν.

[1.33.1] «Γενήσεται δὲ ὑμῖν πειθομένοις καλὴ ἡ ξυντυχία κατὰ
πολλὰ τῆς ἡμετέρας χρείας, πρῶτον μὲν ὅτι ἀδικουμένοις
καὶ οὐχ ἑτέρους βλάπτουσι τὴν ἐπικουρίαν ποιήσεσθε,
ἔπειτα περὶ τῶν μεγίστων κινδυνεύοντας δεξάμενοι ὡς ἂν
μάλιστα μετ’ αἰειμνήστου μαρτυρίου τὴν χάριν καταθήσεσθε·
[1.33.2] ναυτικόν τε κεκτήμεθα πλὴν τοῦ παρ’ ὑμῖν πλεῖστον. καὶ
σκέψασθε· τίς εὐπραξία σπανιωτέρα ἢ τίς τοῖς πολεμίοις
λυπηροτέρα, εἰ ἣν ὑμεῖς ἂν πρὸ πολλῶν χρημάτων καὶ
χάριτος ἐτιμήσασθε δύναμιν ὑμῖν προσγενέσθαι, αὕτη πάρ-
εστιν αὐτεπάγγελτος ἄνευ κινδύνων καὶ δαπάνης διδοῦσα
ἑαυτήν, καὶ προσέτι φέρουσα ἐς μὲν τοὺς πολλοὺς ἀρετήν,
οἷς δὲ ἐπαμυνεῖτε χάριν, ὑμῖν δ’ αὐτοῖς ἰσχύν· ἃ ἐν τῷ
παντὶ χρόνῳ ὀλίγοις δὴ ἅμα πάντα ξυνέβη, καὶ ὀλίγοι ξυμ-
μαχίας δεόμενοι οἷς ἐπικαλοῦνται ἀσφάλειαν καὶ κόσμον
οὐχ ἧσσον διδόντες ἢ ληψόμενοι παραγίγνονται. [1.33.3] τὸν δὲ
πόλεμον, δι’ ὅνπερ χρήσιμοι ἂν εἶμεν, εἴ τις ὑμῶν μὴ οἴεται
ἔσεσθαι, γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκ αἰσθάνεται τοὺς Λακε-
δαιμονίους φόβῳ τῷ ὑμετέρῳ πολεμησείοντας καὶ τοὺς
Κορινθίους δυναμένους παρ’ αὐτοῖς καὶ ὑμῖν ἐχθροὺς ὄντας
καὶ προκαταλαμβάνοντας ἡμᾶς νῦν ἐς τὴν ὑμετέραν ἐπι-
χείρησιν, ἵνα μὴ τῷ κοινῷ ἔχθει κατ’ αὐτοὺς μετ’ ἀλλήλων
στῶμεν μηδὲ δυοῖν φθάσαι ἁμάρτωσιν, ἢ κακῶσαι ἡμᾶς ἢ
σφᾶς αὐτοὺς βεβαιώσασθαι. [1.33.4] ἡμέτερον δέ γ’ αὖ ἔργον προ-
τερῆσαι, τῶν μὲν διδόντων, ὑμῶν δὲ δεξαμένων τὴν ξυμμαχίαν,
καὶ προεπιβουλεύειν αὐτοῖς μᾶλλον ἢ ἀντεπιβουλεύειν.

[1.34.1] «Ἢν δὲ λέγωσιν ὡς οὐ δίκαιον τοὺς σφετέρους ἀποίκους
ὑμᾶς δέχεσθαι, μαθόντων ὡς πᾶσα ἀποικία εὖ μὲν πάσχουσα
τιμᾷ τὴν μητρόπολιν, ἀδικουμένη δὲ ἀλλοτριοῦται· οὐ γὰρ
ἐπὶ τῷ δοῦλοι, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὁμοῖοι τοῖς λειπομένοις εἶναι
ἐκπέμπονται. [1.34.2] ὡς δὲ ἠδίκουν σαφές ἐστιν· προκληθέντες
γὰρ περὶ Ἐπιδάμνου ἐς κρίσιν πολέμῳ μᾶλλον ἢ τῷ ἴσῳ
ἐβουλήθησαν τὰ ἐγκλήματα μετελθεῖν. [1.34.3] καὶ ὑμῖν ἔστω τι
τεκμήριον ἃ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ξυγγενεῖς δρῶσιν, ὥστε
ἀπάτῃ τε μὴ παράγεσθαι ὑπ’ αὐτῶν δεομένοις τε ἐκ τοῦ
εὐθέος μὴ ὑπουργεῖν· ὁ γὰρ ἐλαχίστας τὰς μεταμελείας ἐκ
τοῦ χαρίζεσθαι τοῖς ἐναντίοις λαμβάνων ἀσφαλέστατος ἂν
διατελοίη. [1.35.1] λύσετε δὲ οὐδὲ τὰς Λακεδαιμονίων σπονδὰς
δεχόμενοι ἡμᾶς μηδετέρων ὄντας ξυμμάχους· [1.35.2] εἴρηται γὰρ
ἐν αὐταῖς, τῶν Ἑλληνίδων πόλεων ἥτις μηδαμοῦ ξυμμαχεῖ,
ἐξεῖναι παρ’ ὁποτέρους ἂν ἀρέσκηται ἐλθεῖν. [1.35.3] καὶ δεινὸν εἰ
τοῖσδε μὲν ἀπό τε τῶν ἐνσπόνδων ἔσται πληροῦν τὰς ναῦς
καὶ προσέτι καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος καὶ οὐχ ἥκιστα ἀπὸ
τῶν ὑμετέρων ὑπηκόων, ἡμᾶς δὲ ἀπὸ τῆς προκειμένης τε
ξυμμαχίας εἴρξουσι καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλοθέν ποθεν ὠφελίας,
εἶτα ἐν ἀδικήματι θήσονται πεισθέντων ὑμῶν ἃ δεόμεθα.
[1.35.4] πολὺ δὲ ἐν πλέονι αἰτίᾳ ἡμεῖς μὴ πείσαντες ὑμᾶς ἕξομεν·
ἡμᾶς μὲν γὰρ κινδυνεύοντας καὶ οὐκ ἐχθροὺς ὄντας ἀπώσεσθε,
τῶνδε δὲ οὐχ ὅπως κωλυταὶ ἐχθρῶν ὄντων καὶ ἐπιόντων
γενήσεσθε, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ὑμετέρας ἀρχῆς δύναμιν προσ-
λαβεῖν περιόψεσθε· ἣν οὐ δίκαιον, ἀλλ’ ἢ κἀκείνων κωλύειν
τοὺς ἐκ τῆς ὑμετέρας μισθοφόρους ἢ καὶ ἡμῖν πέμπειν καθ’
ὅτι ἂν πεισθῆτε ὠφελίαν, μάλιστα δὲ ἀπὸ τοῦ προφανοῦς
δεξαμένους βοηθεῖν. [1.35.5] πολλὰ δέ, ὥσπερ ἐν ἀρχῇ ὑπείπομεν,
τὰ ξυμφέροντα ἀποδείκνυμεν, καὶ μέγιστον ὅτι οἵ τε αὐτοὶ
πολέμιοι ἡμῖν ἦσαν, ὅπερ σαφεστάτη πίστις, καὶ οὗτοι οὐκ
ἀσθενεῖς, ἀλλ’ ἱκανοὶ τοὺς μεταστάντας βλάψαι· καὶ ναυ-
τικῆς καὶ οὐκ ἠπειρώτιδος τῆς ξυμμαχίας διδομένης οὐχ
ὁμοία ἡ ἀλλοτρίωσις, ἀλλὰ μάλιστα μέν, εἰ δύνασθε, μηδένα
ἄλλον ἐᾶν κεκτῆσθαι ναῦς, εἰ δὲ μή, ὅστις ἐχυρώτατος,
τοῦτον φίλον ἔχειν.

[1.36.1] «Καὶ ὅτῳ τάδε ξυμφέροντα μὲν δοκεῖ λέγεσθαι, φοβεῖται
δὲ μὴ δι’ αὐτὰ πειθόμενος τὰς σπονδὰς λύσῃ, γνώτω τὸ μὲν
δεδιὸς αὐτοῦ ἰσχὺν ἔχον τοὺς ἐναντίους μᾶλλον φοβῆσον, τὸ
δὲ θαρσοῦν μὴ δεξαμένου ἀσθενὲς ὂν πρὸς ἰσχύοντας τοὺς
ἐχθροὺς ἀδεέστερον ἐσόμενον, καὶ ἅμα οὐ περὶ τῆς Κερκύρας
νῦν τὸ πλέον ἢ καὶ τῶν Ἀθηνῶν βουλευόμενος, καὶ οὐ τὰ
κράτιστα αὐταῖς προνοῶν, ὅταν ἐς τὸν μέλλοντα καὶ ὅσον οὐ
παρόντα πόλεμον τὸ αὐτίκα περισκοπῶν ἐνδοιάζῃ χωρίον
προσλαβεῖν ὃ μετὰ μεγίστων καιρῶν οἰκειοῦταί τε καὶ πολε-
μοῦται. [1.36.2] τῆς τε γὰρ Ἰταλίας καὶ Σικελίας καλῶς παράπλου
κεῖται, ὥστε μήτε ἐκεῖθεν ναυτικὸν ἐᾶσαι Πελοποννησίοις
ἐπελθεῖν τό τε ἐνθένδε πρὸς τἀκεῖ παραπέμψαι, καὶ ἐς τἆλλα
ξυμφορώτατόν ἐστιν. [1.36.3] βραχυτάτῳ δ’ ἂν κεφαλαίῳ, τοῖς τε
ξύμπασι καὶ καθ’ ἕκαστον, τῷδ’ ἂν μὴ προέσθαι ἡμᾶς
μάθοιτε· τρία μὲν ὄντα λόγου ἄξια τοῖς Ἕλλησι ναυτικά, τὸ
παρ’ ὑμῖν καὶ τὸ ἡμέτερον καὶ τὸ Κορινθίων· τούτων δὲ εἰ
περιόψεσθε τὰ δύο ἐς ταὐτὸν ἐλθεῖν καὶ Κορίνθιοι ἡμᾶς
προκαταλήψονται, Κερκυραίοις τε καὶ Πελοποννησίοις ἅμα
ναυμαχήσετε, δεξάμενοι δὲ ἡμᾶς ἕξετε πρὸς αὐτοὺς πλείοσι
ναυσὶ ταῖς ἡμετέραις ἀγωνίζεσθαι.»

***
[1.31.1] Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία, κι άλλον ένα ακόμα οι Κορίνθιοι, έξω φρενών για τον πόλεμο που τους έκαναν οι Κερκυραίοι, ναυπηγούσαν καράβια κ' ετοίμαζαν την πολεμική τους εξάρτυση, με όση δύναμη είχαν, στρατολογώντας πληρώματα από μέσα από την Πελοπόννησο και προσφέροντας μισθό σε άντρες από την υπόλοιπην Ελλάδα για κωπηλάτες. [1.31.2] Κι όσο μάθαιναν οι Κερκυραίοι, όλες αυτές τις προετοιμασίες, τους έπιανε φόβος (γιατί δεν είχαν κάνει συνθήκη συμμαχίας με καμιάν Ελληνική πολιτεία, και δεν είχανε γραφτεί στη συνομοσπονδία των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων) κ' έτσι αποφάσισαν να πάνε στους Αθηναίους και να γίνουνε σύμμαχοί τους, και να προσπαθήσουν να βρουν κάποιο όφελος απ' αυτούς. [1.31.3] Τα έμαθαν αυτά οι Κορίνθιοι και πήγαν κι αυτοί στην Αθήνα μ' επίσημη αντιπροσωπεία, από φόβο μήπως, δίπλα στο ναυτικό των Κερκυραίων προστεθεί και ο Αθηναϊκός στόλος και τους εμποδίσει να δώσουνε στον πόλεμο τη λύση που ήθελαν. [1.31.4] Όταν συγκροτήθηκε λοιπόν η εκκλησία του δήμου ήρθαν και οι δυο αντιπροσωπείες και μίλησαν η μια ενάντια στην άλλη. Πρώτα οι Κερκυραίοι είπαν απάνω–κάτω τα ακόλουθα:

[1.32.1] «Σωστό είναι, πολίτες της Αθήνας, εκείνοι που πάνε σε άλλη πολιτεία για να παρακαλέσουν να τους δοθεί κάποια βοήθεια, όπως ερχόμαστε τώρα εμείς, χωρίς να τους χρεωστούν οι άλλοι ούτε αντάμειψη για παλιά μεγάλη χάρη, ούτε τη συμμαχία τους, να δείξουν από την αρχή, πρώτο, και το σπουδαιότερο, πως ό,τι ζητούν συμφέρει στους άλλους, κι αν όχι αυτό, τουλάχιστο πως δε θα τους ζημιώσει· δεύτερο όμως, ότι είναι σίγουρο πως θα τους αντιδώσουν τη χάρη· κι αν δε σας βεβαιώσομε καθαρά για κανένα από τα δυο, δε θα θυμώσομε αν δεν το πετύχομε. [1.32.2] Μας έστειλαν λοιπόν οι Κερκυραίοι τόσο για να ζητήσομε τη συμμαχία σας, όσο και γιατί είναι βέβαιοι πως θα σας τα δώσουν ολ' αυτά εξασφαλισμένα με εγγυήσεις. [1.32.3] Τυχαίνει όμως, τόσο να φαίνεται η ίδια πολιτική απέναντί σας παράλογη, αν αναλογιστείτε τη χρεία που σας έχομε τώρα, όσο και να μη μας συμφέρει εμάς τους ίδιους στην τωρινή περίσταση. [1.32.4] Γιατί ενώ ποτέ ως τώρα δε συμμαχήσαμε από δική μας θέληση με κανένα, ερχόμαστε τώρα να παρακαλέσομε άλλους ακριβώς γι' αυτό, και συγχρόνως, και για τον ίδιο λόγο, βρισκόμαστε απομονωμένοι στον τωρινό πόλεμο με τους Κορινθίους. Και κατάντησε εκείνο που άλλοτε φαινότανε γνωστικό, δηλαδή να μη μπλεκόμαστε σε κινδύνους από ξένη συμμαχία, γιατί έτσι το κρίνει ο άλλος, κατάντησε τώρα να μας φαίνεται ανημποριά, και έλλειψη απόφασης. [1.32.5] Αποκρούσαμε βέβαια τους Κορίνθιους στη ναυμαχία που έγινε, μόνοι μας, χωρίς άλλη βοήθεια· αφού όμως τό 'χουνε βάλει σκοπό να μας πολεμήσουνε με περισσότερες δυνάμεις, που μαζεύουν από την Πελοπόννησο και την άλλην Ελλάδα, και βλέπομε πως είναι αδύνατο να τους νικήσομε μόνοι μας με το δικό μας στρατό και στόλο, και συνάμα είναι μεγάλος ο κίντυνος αν υποταχτούμε σ' αυτούς, είναι ανάγκη να ζητήσομε βοήθεια και από σας, και από κάθε άλλον, και πρέπει να μας συγχωρήσετε αν, έχοντας προτήτερα δείξει αδιαφορία, όχι από κακή προαίρεση, αλλά από τη σφαλερή μας κρίση, τολμούμε τώρα να κάνομε το αντίθετο.

[1.33.1] Για σας όμως, αν στέρξετε στην παράκλησή μας, θα σταθεί τυχερή η σύμπτωση πως σας έχομε τώρα ανάγκη, κι αυτό για πολλούς λόγους, πρώτο γιατί θα βοηθήσετε ανθρώπους που παθαίνουν άδικα και δε ζημιώνουν κανένα, ύστερα γιατί, αν δεχτείτε για φίλους ανθρώπους που κιντυνεύουνε θανάσιμα, θα τους κρατήσετε σφιχτοδεμένους στο πλευρό σας με αξέχαστη και αποδειγμένη υποχρέωση· [1.33.2] και τρίτο, είμαστε η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη ύστερ' από σας· λογαριάστε λοιπόν ποια καλοτυχιά είναι πιο σπάνια, ή ποια στενοχωρεί τους εχτρούς περισσότερο, παρά αν μια δύναμη, που και πολλά χρήματα θα πληρώνατε, και πολλές υποχρεώσεις θ' αναλαβαίνατε για να προστεθεί στη δική σας, έρχεται τώρα από δική της πρωτοβουλία και σας προσφέρεται χωρίς κιντύνους κ' έξοδα, κι ακόμα φέρνει στους πολλούς τη φήμη της αντρείας σας, σ' εκείνους που θα βοηθήσετε ευγνωμοσύνη, και σε σας τους ίδιους μεγαλωμένη δύναμη· πράματα που σ' όλο τον καιρό της ιστορίας σε λίγους σύντυχαν μαζί, και πολύ λίγοι που ζητούνε μια συμμαχία φέρνουνε σ' αυτούς που παρακαλούν ασφάλεια μαζί και τιμή, και δε δίνουνε λιγότερα απ' όσα έρχονται να πάρουν. [1.33.3] Κι αν κανείς από σας νομίζει πως δε θα γίνει ο πόλεμος, όπου θα σας είμαστε χρήσιμοι, σφάλλεται στην κρίση του και δε νοιώθει πως οι Λακεδαιμόνιοι έχουνε σκοπό να πολεμήσουν γιατί σας φοβούνται, και πως οι Κορίνθιοι έχουνε μεγάλη επιρροή σ' αυτούς, και σας, σας εχθρεύονται· και πως με μας τώρα κάνουν αρχή του πολέμου ενάντιά σας, για να μην παρασταθούμε ο ένας στον άλλον, από την κοινήν έχτρα που τους έχομε, και για να μην τους φύγουν απ' τα χέρια και δεν προφτάσουν να πετύχουν και τα δυο, ή να μας χτυπήσουν εμάς, ή να εξασφαλιστούν οι ίδιοι. [1.33.4] Δική μας δουλειά είναι τώρα να τους προλάβομε, εμείς προσφέροντας τη συμμαχία μας, και σεις δεχόμενοί την, και καλύτερα να καταστρώσομε πρώτοι τα σχέδιά μας ενάντιά τους, παρά να κάνομε αργότερα σχέδια για να εξουδετερώσομε τα δικά τους.

[1.34.1] Αν όμως πουν πως δεν είναι σωστό να δεχτείτε σεις τους δικούς τους αποίκους, ας στοχαστούν πως κάθε αποικία τιμάει τη μητρόπολή της όταν αυτή την μεταχειρίζεται καλά και την περιποιέται, όταν όμως την αδικεί, αποξενώνεται απ' αυτήν· γιατί οι άποικοι δε στέλνονται στα καινούργια μέρη για να γίνουνε δούλοι αλλά για να έχουν τα ίδια δικαιώματα μ' αυτούς που έμειναν στην πατρίδα. [1.34.2] Και είναι φανερό πως έπραξαν άδικα απέναντί μας· γιατί όταν τους προσκαλέσαμε να υποβληθούνε σε διαιτησία, για το ζήτημα της Επιδάμνου προτίμησαν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο παρά με ισονομία. [1.34.3] Κι ας σας χρησιμέψει για σημάδι του χαραχτήρα τους τι μας κάνουν εμάς, τους συγγενείς τους, έτσι ώστε ούτε να ξεγελαστείτε απ' αυτούς, ούτε αν σας παρακαλέσουν ορθά–κοφτά για κάτι να τους εξυπηρετήσετε. Γιατί όποιος έχει τις λιγότερες ευκαιρίες να μετανιώσει για τις χάρες που έκανε στους εχτρούς, αυτός μπορεί να ζήσει πιο ασφαλισμένα.

[1.35.1] Και ούτε που θα πατήσετε τη συνθήκη ειρήνης που έχετε με τους Λακεδαιμονίους αν μας δεχτείτε, αφού δεν είμαστε σύμμαχοι με κανέναν από τους δυο σας. [1.35.2] Γιατί είναι γραμμένο στη συμφωνία πως όποια Ελληνική πολιτεία δεν έχει συμμαχία με κανένα, έχει το δικαίωμα να πάει με όποιον από τους δυο σας της αρέσει. [1.35.3] Και θα είναι φοβερό αν αυτοί μεν μπορούν να παίρνουν πληρώματα από τις πολιτείες που υπέγραψαν τη συνθήκη κι απ' την άλλη Ελλάδα και πολλούς απ' τους υπηκόους σας και μας να μας εμποδίσουν να κλείσουμε τη συμμαχία που προτείνομε ή να βρούμε βοήθεια απ' αλλού, ή αν το θεωρήσουν άδικο ν' ακούσετε σεις την παράκλησή μας· [1.35.4] πολύ πιο σωστό θα είναι να παραπονεθούμε εμείς αν δε στέρξετε να μας βοηθήσετε· γιατί θα μας αποδιώξετε, εμάς που κιντυνεύομε και δεν είμαστε εχτροί, ενώ με κανένα τρόπο δε θα τους σταματήσετε να είναι εχτροί μας και νά 'ρθουν να μας χτυπήσουν, παρά και θ' αναγκαστείτε να παραβλέψετε πως παίρνουνε στρατό και από τις χώρες της ηγεμονίας σας, πράμα που δεν είναι σωστό, αλλά πρέπει ή να εμποδίσετε τους μισθοφόρους που πάνε σ' αυτούς από τα δικά σας μέρη ή να στείλετε βοήθεια και σε μας, όση τυχόν σας πείσομε να δώσετε, και όσο πιο φανερά γίνεται να μας δεχτείτε για συμμάχους και να μας ενισχύσετε. [1.35.5] Γιατί όπως είπαμε και στην αρχή, αποδείξαμε πως πολλά συμφέροντα έχετε να το κάνετε, και το σπουδαιότερο, πως οι εχτροί μας είναι οι ίδιοι άνθρωποι (κι αυτό είναι η πιο σίγουρη εγγύηση πως θα μείνομε πιστοί) κι αυτοί δεν είναι ανίσχυροι, αλλ' άξιοι να καταστρέψουν όσους φύγουν από το μέρος τους. Και επειδή η συμμαχία που σας προσφέρεται είναι από ναυτική δύναμη, κ' όχι από στεριανή, δε σας είναι αδιάφορο αν την αφήσετε να σας φύγει· αλλά το καλύτερο που πρέπει να κάνετε είναι, αν μπορείτε, να μην αφήσετε κανέναν άλλο ν' αποχτήσει ναυτικό, ειδ' άλλως, να κάνετε φίλο όποιον έχει την αξιότερη ναυτική δύναμη.

[1.36.1] Όποιος όμως νομίζει πως αυτά που είπαμε, βέβαια σας συμφέρουν, αλλά φοβάται μήπως αν μας ακούσει, θα πατήσει τη συνθήκη, απ' αυτήν την αίτια, ας βάλει στο νου του πως αυτό που φοβάται θα του δώσει δύναμη και θα φοβίσει περισσότερο τους εναντίους, αλλ' αν βάλει τα θάρρη του στη συνθήκη και δε μας δεχτεί, αυτό θα τον κάνει πιο ανίσχυρο, και θα ελαττώσει τους φόβους των εχτρών, που έτσι κι αλλιώς έχουνε μεγάλη δύναμη· ας βάλει ακόμα στο νου του πως συνεδριάζει τώρα όχι τόσο για την Κέρκυρα όσο για την Αθήνα, και ότι δεν παίρνει τα καλύτερα προστατευτικά μέτρα γι' αυτήν, όταν εξετάζει με φόβο τις υποθέσεις της στιγμής· και για τον πόλεμο που σας μέλλεται, και μόνο που δεν άρχισε, διστάζει να πάρει με το μέρος της Αθήνας μια πολιτεία που, αν σας γίνει συμμαχική ή εχτρική, θα δημιουργήσει πολύ διαφορετικές καταστάσεις. [1.36.2] Γιατί βρίσκεται σε στρατηγική θέση πάνω στο δρόμο προς την Ιταλία και τη Σικελία, ώστε μήτε από κει να μπορέσει νά 'ρθει ναυτική βοήθεια στους Πελοποννησίους, και κάθε ναυτική αποστολή από δω προς τα εκεί μπορεί να την ασφαλίσει με τη συνοδεία του στόλου της, και για όλα τ' άλλα είναι πολύ συμφερτική η συμμαχία της. [1.36.3] Και για να τα πούμε όλα με δυο λόγια, και τα γενικά, και τις λεπτομέρειες, από τούτο να καταλάβετε πως δεν πρέπει να μας παρατήσετε: πως τρεις ναυτικές δυνάμεις αξιόλογες υπάρχουνε στην Ελλάδα, η δική σας και η δική μας, και των Κορινθίων· κι αν παραβλέψετε την πιθανότητα οι δυο απ' αυτές να ενωθούν, και αν προλάβουν οι Κορίνθιοι και μας πάρουν, θα ναυμαχήσετε με τους Κερκυραίους και τους Πελοποννησίους μαζί· ενώ αν μας δεχτείτε, θα 'χετε τόσα παραπάνω πλοία, τα δικά μας, για να πολεμήσετε ενάντιά τους».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου