Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Ξυπνώντας από το Ζωντανό Όνειρο

Επιτρέψτε μου να επιστήσω την προσοχή σας σε ένα φαινομενικά περίεργο πράγμα. Αν σας έλεγα ότι τώρα, ενώ διαβάζετε αυτές τις γραμμές, στην πραγματικότητα κοιμάστε, ότι βρίσκεστε μέσα σε ένα ζωντανό όνειρο, σίγουρα θα πιστεύατε ότι έχω τρελαθεί.

Είστε ξυπνητοί, έχετε στρέψει την προσοχή σας στην ανάγνωση, και έχετε επίγνωση του περιβάλλοντός σας επίσης. Μπορείτε να δείτε τα έπιπλα του δωματίου σας, μπορείτε να ακούσετε το κελάηδισμα των πουλιών από το κοντινό δάσος. Επίσης έχετε επίγνωση των σκέψεων και των συναισθημάτων σας. Πώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι αυτή τη στιγμή κοιμάστε;

Φυσικά, εσείς – όπως ακριβώς και όλοι οι άλλοι – κοιμάστε τη νύχτα. Ναι, μερικές φορές βλέπετε όνειρα ενώ κοιμάστε, αλλά τώρα είναι η διάρκεια της ημέρας, είστε ξύπνιοι. Έτσι, πώς θα μπορούσατε να βλέπετε όνειρα;

Φαντάζεστε Έναν Ολόκληρο Κόσμο Γύρω από τον Εαυτό σας

Πιστεύω ότι δεν κοιμάστε μόνο το βράδυ, αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Πιστεύω ότι στην παρούσα κατάσταση της συνείδησής σας, η μεγαλύτερη ψευδαίσθησή σας είναι ότι νομίζετε πως είστε ξύπνιοι. Πιστεύω ότι στην τωρινή κατάσταση της ύπαρξής σας, η μεγαλύτερη ψευδαίσθησή σας είναι όταν νομίζετε ότι είστε σε εγρήγορση. Αυτό που βλέπω είναι ότι στην τωρινή κατάσταση της συνείδησης σας είστε κοιμισμένοι, και επί του παρόντος ονειρεύεστε, και ό,τι βλέπετε και ακούτε είναι όλα τα μέρη του ονείρου σας.

Ο νυχτερινός ύπνος σας είναι διαφορετικός από τον ύπνο της ημέρας με τη διαφορά ότι τη νύχτα τα όνειρά σας είναι λιγότερο ενεργά. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, φαντάζεστε έναν ολόκληρο κόσμο γύρω σας, και παίζεται έναν ενεργό ρόλο σε αυτό το όνειρο. Η προσωπική σας ιστορία λαμβάνει χώρα σε αυτόν τον κόσμο, και η ταύτιση με αυτό τον κόσμο διαμορφώνει την προσωπική σας ταυτότητα.

Στο παρόν, ονειρεύεστε ότι ως ένα μέρος της προσωπικής σας ιστορίας διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ενώ ταυτίζεστε με το ρόλο του πνευματικού αναζητητή, και είστε εξοργισμένοι από αυτό που διαβάζετε.

Η ερώτηση που πιθανώς προκύπτει είναι “ γιατί ισχυρίζεται ότι κοιμάμαι και ονειρεύομαι τώρα;”. Λοιπόν, από την κατάσταση της συνείδησης που αποκαλώ Εγρήγορση, μπορώ να δω ότι είστε κοιμισμένοι, πιστεύετε τον εαυτό σας να είναι ένας χωριστός εαυτός, είστε αιχμάλωτοι των λειτουργιών του μυαλού σας.

Δεν Είστε Παρόντες

Ποια είναι η απόδειξη μου ώστε να πω ότι είστε τώρα κοιμισμένοι και, ως πολίτης μιας ονειροχώρας, ονειρεύεστε ότι είστε ξύπνιοι;

Είναι επειδή δεν είστε παρόντες. Να είστε παρόντες σημαίνει ότι είστε σε πλήρη εγρήγορση, προσεκτικοί, και συνειδητοί στην παρούσα στιγμή. Ότι κι αν κάνετε, το κάνετε πλήρως συνειδητά, επικεντρώνετε όλη την προσοχή σας σε αυτή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Αισθάνεστε την ευχέρεια να δηλώσετε ότι είστε παρόντες σε κάθε στιγμή της ζωής σας;

Τι σημαίνει να είναι κανείς ξύπνιος; Έχει συμβεί σε όλους μας να βιώσουμε την γοητεία της στιγμής, σε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ένα όμορφο τοπίο, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα όμορφο έργο τέχνης, ο ρυθμός της μουσικής που μας μάγεψε. Μπορεί να συμβεί ακόμη και όταν είμαστε χαμένοι στη σιωπή μιας ειρηνικής στιγμής. Η ταύτιση με τις μορφές και τα σχήματα χαλαρώνει λίγο για ένα μικρό διάστημα, και σ’ αυτό το διάστημα, μπορούμε να βιώσουμε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση Συνείδησης.

Ζείτε σε Έναν Ξεχωριστό Κόσμο

Το πόσο βαθιά κοιμάστε μπορεί να εξαρτάται από το πόσο ρεαλιστικά θεωρείτε τα όνειρά σας, πόσο ταυτίζεστε με την ταυτότητά σας ενσωματωμένη στην προσωπική ιστορία σας. Όσο πιο λίγο σε εγρήγορση είσαστε, κι όσο βαθύτερα βυθίζεστε στα όνειρά σας, τόσο περισσότερο απομονωμένοι, μοναχικοί και ατομικιστικές θα γίνετε.

Κάθε κοιμώμενος -εσάς συμπεριλαμβανομένου- έχει ένα ξεχωριστό κόσμο, μόνο όσοι υπάρχουν στην κατάσταση της Συνειδητής Επίγνωσης (το πραγματικό Συνειδητό Όνειρο [Lucid Dreaming]) έχουν μία κοινή πραγματικότητα. Όλοι αυτοί οι διαφορετικοί και ξεχωριστοί κόσμοι δημιουργήθηκαν από το μυαλό, το οποίο δημιουργεί την κατάσταση της χωριστικότητας: το Εγώ, το οποίο εμφανίζεται ως το επίκεντρο της ταύτισής μας με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Έτσι, ο καθένας έχει μια ξεχωριστή ταυτότητα, προσωπική ιστορία, ατομική κοσμοθεωρία και μεθόδους δράσης.

Μερικές φορές ο πόνος και η ταλαιπωρία σας ξυπνάει από τον ύπνο σας, αλλά τότε σπεύδετε να επιστρέψετε σε αυτήν, και να αρχίσετε ένα νέο όνειρο, ένα νέο στόχο στη ζωή, νέα ιδανικά, πάθος, φιλοδοξία που επιβεβαιώνει τη σχέση σας με την ταυτότητά σας, ριζωμένη στην προσωπική σας ιστορία.

Οι Λόγοι του Ύπνου σας

Ο λόγος που κοιμάστε είναι ότι δεν είστε σε εγρήγορση, μόνο ξύπνιοι. Μόνο μία διάσταση της Εγρήγορσης είναι παρούσα σε σας. Παρά το γεγονός ότι είστε σε θέση να εστιάσετε την προσοχή σας στα εσωτερικά συναισθήματά σας και το περιβάλλον σας, στην παρούσα κατάσταση της Συνείδησής σας είστε ακόμα δυναμικά ταυτισμένοι με το μυαλό σας και τις λειτουργίες του.

Ως εκ τούτου, παρασύρεστε στον θυελλώδη ωκεανό των σκέψεων και των συναισθημάτων σας μέρα με τη μέρα, και ο χώρος αναγκαίος για την ανάδυση μιας ενατενιστικής Μαρτυρίας λείπει από εσάς. Ακόμα ταυτίζεστε με τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας. Αυτά δημιουργούν τα όνειρα του Νου, στον οποίο ζείτε ως χωριστός εαυτός, και προσπαθείτε να βρείτε τους τρόπους μιας ασφαλούς πλοήγησης της ζωής σας στην φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Λαχτάρα για Ελευθερία

Σε αυτή την ξεχωριστή κατάσταση της Συνείδησης, η έλλειψη Εγρήγορσης μπορεί να εμφανιστεί ως μια επιθυμία για ελευθερία. Αυτή η επιθυμία προκύπτει από τον πραγματικό σας εαυτό, καθώς ο νους σας θυμάται την προέλευσή του. Αυτή η αταβιστική μνήμη του αρχαίου παρελθόντος είναι η ήσυχη έλξη που τελικά θα σας μεταφέρει πίσω στην Σιωπή.

Αυτή η βαθιά επιθυμία θα σταματήσει μόνο αν έρθετε σε κατάσταση εγρήγορσης και πάλι, δηλαδή, δεν θα είστε μόνο ξύπνιοι, αλλά και σε εγρήγορση. Στη συνέχεια, η Συνείδηση αφυπνίζεται στην δική της ύπαρξη στην ανθρώπινη μορφή που στο παρόν αποκαλείται ο εαυτός σας.

Μόνο εγκαταλείποντας τον αγώνα με τις σκέψεις και τα συναισθήματα και με την αναγνώριση της ματαιότητας της επιμονής σε αυτά θα σας φέρει την πραγματική ελευθερία, την ελευθερία της ανεξαρτησίας από τις λειτουργίες του μυαλού.

Η Εγρήγορση, η Αφυπνισμένη Συνείδηση, ο κόσμος της εσωτερικής σιωπής, είναι όλα πέρα από τις λειτουργίες του μυαλού. Εάν επιθυμείτε να φτάσετε πέρα από την ταύτιση με τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας, εάν αναγνωρίσετε τις λειτουργίες του νου και η ένταση της ταύτισής σας μαζί τους χαλαρώσει, μπορείτε να είστε σε Εγρήγορση και πάλι, στον ήσυχο, καθαρό χώρο της Συνείδησης.

Με τον τρόπο αυτό, η τρίτη διάσταση της Εγρήγορσης, δηλαδή, η ενατενιστική Συνείδηση, εμφανίζεται στη ζωή σας. Αυτή είναι η αρχική κατάσταση της ύπαρξής μας, η καθαρή Συνείδηση, η κατάσταση της μαρτυρίας της Παρουσίας.

Ελευθερία, είναι η στιγμή που στέλνεις στα τσακίδια τους αχάριστους

Και φτάνει φίλε μου κάποτε η στιγμή που δεν μπορείς άλλο, που βαριέσαι να ασχοληθείς πια, που κουράζεσαι, και ψιθυρίζεις μέσα σου ένα δυνατό “άι στο διάολο”.

Φτάνει κάποτε εκείνη η ευλογημένη στιγμή, που ανοίγεις τα μάτια σου και βλέπεις μπροστά σου την αλήθεια ολόγυμνη, που κοιτάζεις πίσω σου και μετράς κόπους, προσπάθειες και αγώνες, μάταιους τελικά.

Αγώνες δικούς σου, που κάποιοι ηλίθιοι ποτέ τους δεν τους κατάλαβαν, και ασφαλώς ποτέ τους δεν τους εκτίμησαν. Αγώνες που έδωσες για την σωτηρία!

Όχι για την δική σου σωτηρία, γιατί εσύ δεν την χρειάζεσαι, αλλά για την δική τους. Αγώνες για να σώσεις μια άλλη ψυχή κι όχι την δική σου. Και νιώθεις πια κατάκοπος και απογοητευμένος.

Φτάνει κάποτε αυτή η άγια στιγμή που το μυαλό σου γυρίζει ανάποδα και παίρνεις την πιο μεγάλη και την πιο σπουδαία απόφαση.

Αποφασίζεις, ότι αρκετά ασχολήθηκες με τελειωμένα ναυάγια, αρκετά πάλεψες για να σώσεις κάτι που τελικά σωτηρία δεν έχει. Που η ψυχούλα σου από μόνη της παίρνει την πρωτοβουλία και κάνει το ξεσκαρτάρισμα, και εκεί ακριβώς είναι που συνειδητοποιείς πόση πολύ σαβούρα υπήρχε σε σωρούς μέσα στην “αυλή” σου.

Αποφασίζεις, ότι λίγοι είναι εκείνοι που είδαν τι έκανες τόσο καιρό τώρα, και ακόμη πιο λίγοι εκείνοι που αναγνώρισαν τον αγώνα σου.

Αποφασίζεις, ότι μοναχά για αυτούς τους πολύ λίγους, που πραγματικά το αξίζουν, θα αφιερώσεις από εδώ και πέρα τον πολύτιμο χρόνο σου, και θα παλέψεις για αυτούς.

Αποφασίζεις, ότι έφτασε επιτέλους η ώρα για να ξαποστάσεις, για να ησυχάσεις, για να λυτρωθείς, για να αναπνεύσεις λίγο καθαρό αέρα, και για να ζήσεις. Να διώξεις μακριά και να στείλεις στον διάολο όλους τους αχάριστους, τους εγωιστές, τους παρτάκηδες, τους άχρηστους, και τους τελειωμένους.

Τότε είναι η στιγμή που ξεκινάς το μέτρημα, αφαιρώντας από την λίστα σου όλους εκείνους που τελικά ήταν λίγοι, που ήταν εκεί για να πάρουν μονάχα, και για να φθείρουν την ψυχή σου.

Αυτή ακριβώς η στιγμή της αλήθειας, της κόπωσης και της μεγάλης απόφασης λέγεται…

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

Να μάθεις να φεύγεις

Να φεύγεις από τελειωμένες καταστάσεις.

Από ανθρώπους που τους ανεβάζεις και αυτοί με τονισμένο το εγώ τους σε ρίχνουν.

Από αυτούς που δεν ρισκάρουν, αλλά βολεύονται.

Από ανθρώπους που δεν δίνουν παρά μόνο παίρνουν. Και αυτά που τους παρέχεις δεν τα εκτιμούν. Τα θεωρούν δεδομένα, απλά, αδιάφορα…

Από ανθρώπους που σε κοιτάζουν και ψάχνουν να βρουν στα μάτια σου κάποιον άλλον…

Από αυτούς που σου χαρίζουν στιγμές δανεικές, που περιμένεις να σου δώσουν σημασία με το σταγονόμετρο.

Να φεύγεις όσο είναι νωρίς από αυτούς που αντί για έρωτα σου πουλάνε εξυπνάδες.

Που σου προκαλούν ανασφάλειες και σκέψεις πολλές. Γιατί εάν στα αλήθεια σε ήθελαν στη ζωή τους, θα το είχες καταλάβει…

Να φεύγεις όσο είναι νωρίς από αυτά που σε πληγώνουν. Γιατί στο τέλος θα πληγωθείς περισσότερο.

Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά και να κλείνεις την πόρτα χαμογελώντας.

Γιατί εσύ ένιωσες, δεν κρύφτηκες.

Γιατί εσύ ότι είχες να δώσεις το έδωσες.

Και γιατί, πολύ απλά, σε περιμένουν άλλα καλύτερα που μόνο όταν φύγεις θα τα συναντήσεις…

Ρίχνει τον εγωισμό του όποιος αγαπάει περισσότερο

Άλλοι θα το πουν αδυναμία, γι’ άλλους πάλι είναι δύναμη μεγάλη. Όπως και να ‘χει, αυτός που αγαπάει είναι αυτός που επιμένει, που υποχωρεί, αυτός που κάνει υπομονή, ακόμη κι αυτός που συμβιβάζεται. Συμβιβάζεται, ναι, γιατί προτιμάει ακόμα κι αυτό το λίγο που έχεις να του δώσεις παρά ένα τίποτα μακριά σου. Αγαπάει αυτός που σφίγγει τα δόντια, κάνει γροθιά τα χέρια και καταπίνει τη χοντράδα που πέταξες, κι ας τον πόνεσε βαθιά.

Μούτρα, πείσματα και γκρίνιες, όλα μέσα στο παιχνίδι είναι. Μες στο παιχνίδι, μέρος αυτού, όχι, όμως, ολόκληρο το παιχνίδι. Είναι για λίγο, ίσα-ίσα για να δώσουν λίγη ένταση, να σπάσουν τη ρουτίνα και να φέρουν ύστερα περισσότερα γέλια. Κι όλα αυτά, όταν υπάρχει κάποιος που υποχωρεί. Κάποιος που κάνει πραγματική υπερπροσπάθεια για να σε έχει δίπλα του, κάποιος που ξέρει ν’ αγαπά.

Κάποιος που ρίχνει τον εγωισμό του, γιατί ο εγωισμός δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη. Είναι, ίσως, η απόδειξη ότι τα ετερώνυμα κάθε άλλο παρά έλκονται. Δε βάζει κανείς τον εαυτό του πάνω από κάποιον που αγαπά αληθινά, γιατί, απλά, όταν έχεις πληγώσει εκείνον που αγαπάς, καταλήγεις να μισείς το ίδιο σου το είναι. Ζεις, όντως, μακριά από εκείνον τον έναν που για χάρη του θα έδινες τα πάντα;

Και τώρα θα ξεκινήσουν τα γνωστά περί αυτοεκτίμησης και αυτοσεβασμού. «Έχουμε κι εμείς τα όριά μας, δεν ανεχόμαστε τα πάντα, δεν είμαστε μαλάκες» ξέρετε, δε συνεχίζω, απλώς απορώ. Πώς γίνεται, τη στιγμή που η ίδια η αγάπη δεν έχει όρια, να βάζουμε εμείς όρια στις αντοχές μας σ’ αυτήν; Ποτέ δεν ξέρεις πόση υπομονή αντέχεις να κάνεις, γιατί ποτέ δεν έχεις αγαπήσει ως το τέρμα.

Ποτέ δε θα σπάσουν τα κοντέρ σου, ποτέ δε θα χορτάσεις από αγάπη. Γι’ αυτό κι όσο προχωράς ένα βήμα παραπάνω, οι αντοχές σου αυξάνονται. Αν όχι, δεν αγαπάς. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις να φτάνεις στο τέρμα της υπομονής σου, στιγμές που θέλεις χρόνο μόνος σου. Μα όταν ο χρόνος αυτός περάσει, θα γυρίσεις πάλι εκεί που αγαπάς, γεμάτος δύναμη, κουράγιο, θέληση κι όρεξη να το πάρεις πάλι απ’ την αρχή.

Θα γίνεις και μαλάκας, ναι. Γιατί όταν δεν υπάρχει στάλα εγωισμού, σίγουρα υπάρχει χώρος για να σε πατήσουν. Αλλά δεν πειράζει, χαλάλι. Χαλάλι σ’ αυτά που νιώθεις, χαλάλι σ’ αυτά που σε κάνουν ευτυχισμένο, χαλάλι σε εκείνα τα μάτια. Αξίζει να γίνεις και λίγο μαλάκας προκειμένου να μη χάσεις ένα πρόσωπο τόσο σημαντικό απ’ τη ζωή σου. Εξάλλου, αν εσύ γίνεσαι μαλάκας, αν εσύ ρίχνεις τον εγωισμό σου, εσύ αγαπάς περισσότερο, κι αυτό είναι σίγουρα μαγκιά σου.

Η δύναμη που κρύβεις μέσα σου, θα εκπλήξει κι εσένα τον ίδιο. Αν είσαι εκείνος που ξέρει πώς να τα δίνει όλα, δύσκολα θα συνειδητοποιείς τις θυσίες που κάνεις καθημερινά, γιατί ποτέ δε θα τις μετρήσεις, ποτέ δε θα ζητήσεις αντάλλαγμα. Ξέρεις να παλεύεις για δύο, όχι μόνο για σένα. Ποτέ για σένα, αφού δεν υπάρχει νίκη αν είσαι μόνος. Γι’ αυτό αποφάσισες εξάλλου να μην είσαι ο εγωιστής της υπόθεσης, θυμάσαι;

Και θα το ξαναπώ. Αγαπάει περισσότερο αυτός που ρίχνει τον εγωισμό του πρώτος. Αυτός που σε βάζει πάνω κι από τον ίδιο του τον εαυτό, αυτός που δεν υπολογίζει τίποτα παρά μόνο εσένα. Αυτός που ξέρει να προσπαθεί, να διεκδικεί, να παλεύει. Πάνω απ’ όλα, να παλεύει με το ίδιο του το είναι. Παλεύει να το βάλει σε δεύτερη μοίρα, για να είσαι εσύ η προτεραιότητά του.

Ανταίος ηττημένος

Ο Ανταίος ήταν γίγαντας, ή ίσως ημι-γίγαντας, γιος της θεάς Γαίας, της Μητέρας Γης, και του Ποσειδώνα, του θεού της θάλασσας. Ο Ανταίος είχε μια περίεργη ενασχόληση ανάγκαζε όποιον περνούσε από τη χώρα του, τη Λιβύη, να παλέψει μαζί του- ουσιαστικά ακινητοποιούσε τα θύματά του στο έδαφος και μετά τα συνέθλιβε. Αυτή η αποτρόπαιη συνήθεια ήταν προφανώς έκφραση αφοσίωσης προς τον πατέρα του- ο Ανταίος σκόπευε να κατασκευάσει έναν ναό προς τιμήν του πατέρα του, Ποσειδώνα, χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα κρανία των θυμάτων του.

Ο Ανταίος θεωρούνταν αήττητος, αλλά υπήρχε κόλπο. Η δύναμή του πήγαζε από την επαφή με τη μητέρα του, τη Γη. Όταν δεν άγγιζε κυριολεκτικά τη Γη, έχανε όλες τις δυνάμεις του. Ο Ηρακλής, στο πλαίσιο των δώδεκα άθλων του (σε μια παραλλαγή της ιστορίας), ανέλαβε να νικήσει τον Ανταίο. Ο Ηρακλής κατάφερε να τον σηκώσει από το έδαφος και τον αποτελείωσε συνθλίβοντάς τον, ενώ κρατούσε τα πόδια του μακριά από τη μάνα του.

Αυτό που κρατάμε από αυτή την ιστορία είναι ότι, όπως ο Ανταίος, ούτε εμείς μπορούμε να αποκόψουμε από την επαφή με τη βάση του. Και η επαφή με τον πραγματικό κόσμο πραγματοποιείται μέσω του προσωπικού διακυβεύματος -όταν εκτιθέμεθα στον πραγματικό κόσμο και πληρώνουμε το τίμημα για τις συνέπειες , καλές ή κακές. Τα σημάδια που αφήνουν οι συνέπειες μας καθοδηγούν να μάθουμε και να ανακαλύψουμε περισσότερα , σαν μηχανισμός φυσικής σηματοδότησης, παθήματα μαθήματα όπως έλεγαν οι Έλληνες (”η μάθηση καθοδηγείται μέσω πόνου”, κάτι που οι μητέρες μικρών παιδιών γνωρίζουν αρκετά καλά).

Μόνο όταν έχουμε βιώσει την αγάπη συνειδητοποιούμε πραγματικά τι θα χάναμε αν δεν τη συναντούσαμε

Βασικό στοιχείο της αγάπης είναι η θέληση να ενωθούμε άρρηκτα μ’ ένα άλλο άτομο. Είναι φυσικό να θέλουμε να είμαστε σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι των προσώπων που αγαπάμε. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους κάνουμε ευτυχισμένους μόνο εφόσον γνωρίσουμε το μυαλό, το σώμα και το πνεύμα τους.

Αυτό ωστόσο μπορεί να αποβεί επικίνδυνο εάν δοθούμε στον άλλο τόσο ώστε να χάσουμε τον εαυτό μας. Έτσι γινόμαστε «πιο λίγοι» για όποιον μας αγαπά. Κι αυτό επειδή, όταν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον άλλο, απαρνιόμαστε το δικό μας παρελθόν και όλα όσα μας κάνουν αυτό που είμαστε. Μια σχέση αγάπης λειτουργεί καλύτερα ως εκούσια ένωση δύο ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Μέσα από την αμοιβαία αφοσίωση και το σεβασμό, δημιουργείται μια νέα οντότητα, που δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά ένα κομμάτι και απ’ τους δύο – η σχέση τους.

Οι καινούριες σχέσεις είναι πάντοτε εύθραυστες. Αυτές που επιβιώνουν μοιάζουν είτε να ωριμάζουν όμορφα είτε απλώς να γερνούν. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για δύο ανθρώπους που διατήρησαν την προσωπική τους ακεραιότητα και θέλησαν να ενώσουν τις δυνάμεις και τη μοναδικότητά τους για να οικοδομήσουν την αγάπη τους.

Δεν υπάρχουν ειδικοί στην αγάπη. Τη μελετώ περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια κι ακόμα διστάζω να δώσω τov ορισμό της. Κάθε φορά που πιστεύω πως έχω καταλήξει κάπου, ανακαλύπτω μια νέα, συναρπαστική πλευρά, που με αναγκάζει να αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Όσοι ζητούν να δουν την πλήρη εικόνα της αγάπης θα είναι σίγουρα διαρκώς απογοητευμένοι.

Στην αγάπη ωστόσο δεν είναι τόσο σημαντικό το να πάρουμε οριστικές απαντήσεις, αλλά το να συνεχίσουμε να τις ψάχνουμε. Θα ήταν τραγωδία να φτάσουμε στο τέλος της ζωής μας χωρίς να έχουμε καταλάβει όσο περισσότερα μπορούμε για την αγάπη, γιατί είμαι βέβαιος ότι οι ζωές πας θα κριθούν. τελικά, από την αγάπη που θα έχουμε βιώσει.

Το να εξακολουθούμε να αναπτυσσόμαστε στην αγάπη είναι ένα χαρούμενο και μυστικιστικό ταξίδι, γεμάτο εμπειρίες, συγκινήσεις και απρόοπτα.

Η θυσία για προσωπικό όφελος είναι εξευτελιστική και αφύσικη. Εντούτοις, φωτισμένη από την αγάπη, η αυτοθυσία γίνεται ιερή.

Παρά πολύ συχνά ακούμε την εξής φράση: «Έτσι μου δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου, ύστερα από όσα σου έχω προσφέρει;» Αυτού του είδους η χειραγώγηση -συνηθισμένη όσο και θλιβερή-αναιρεί κάθε έννοια αγάπης. Μοιάζει περισσότερο με εμπορική συναλλαγή, που πραγματοποιείται υπό τον όρο ότι θα ξεπληρώσουμε το «χρέος» μας σε είδος.

Όταν παραιτούμαστε από κάτι για χάρη κάποιου που αγαπάμε, όσο μεγάλη κι αν είναι η θυσία, είναι αδύνατο να τίθενται όροι. Ό,τι κάνουμε το κάνουμε επειδή το θέλουμε, χωρίς την παραμικρή σκέψη ανταπόδοσης, χρέους ή ενοχής. Μόνο μ αυτό τον τρόπο η θυσία αποτελεί υγιή εκδήλωση αγάπης.

Η αγάπη μάς διευρύνει

Η αγάπη μάς παροτρύνει να εξερευνήσουμε περιοχές του μυαλού και της καρδιάς μας που, χωρίς αυτή, δε θα μας είχαν ποτέ αποκαλυφθεί. Στην ουσία, η αγάπη μάς αποκαλύπτει στον ίδιο μας τον εαυτό.

Στην αγάπη βρίσκουμε τη σιγουριά που μας ενθαρρύνει να ρισκάρουμε, να ξαναδοκιμάσουμε, να υιοθετήσουμε καινούριους τρόπους συμπεριφοράς. Καθώς ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο, καταδυόμαστε πιο βαθιά στον εαυτό μας. Οι ορίζοντές μας διευρύνονται, συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος μας μπορεί μέχρι τώρα να ήταν περιορισμένος και ανοιγόμαστε σε νέες ιδέες και αντιλήψεις, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου.

Η αγάπη μάς προσφέρει το πιο εύφορο έδαφος για ανάπτυξη. Φροντίζουμε αυτό το έδαφος εμπλουτίζοντάς το με τη θέληση να εγκαταλείψουμε τον παλιό μας εαυτό και τις άχρηστες προκαταλήψεις μας. Σε αντάλλαγμα, μας προσφέρεται μια πολύ ευρύτερη άποψη του εαυτού μας και ένας κόσμος με απεριόριστες δυνατότητες για εξερεύνηση. Η αγάπη δεν είναι τυφλή. Έχει τέλεια όραση. Και μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε όπως δεν είχαμε δει ποτέ πριν.

Τα όρια του ανθρώπου

Το βασίλειο της μοίρας είναι το βασίλειο των ορίων, των άκρων, του πέρατος, … και το κεντρικό όριο, … είναι φυσικά ο θάνατος, ο μόρος, για κάθε ζώντα οργανισμό. Στο εσωτερικό όμως του ορίου αυτού υπάρχουν και άλλα στοιχεία, των οποίων η μοίρα εγγυάται το απαράβατο και στα οποία αντιστοιχεί η ομηρική έκφραση υπέρ μόρου: το τάδε πρόσωπο δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την τάδε πράξη, γιατί κάτι τέτοιο, λέει ο Όμηρος, θα ήταν υπέρ μόρον.

Υπάρχουν εν προκειμένω δύο περιπτώσεις που αξίζει να θυμηθούμε. Πρώτον, στην ραψωδία Π (684-711) της Ιλιάδας. Ο Πάτροκλος, παρά τις προειδοποιήσεις του Αχιλλέα, συνεχίζει μια ξέφρενη μάχη. Τρείς φορές επελαύνει κατά των τειχών της Τροίας, και την ημέρα εκείνη, μας λέει ο Όμηρος, η πόλη με τις υψηλές πύλες θα είχε πέσει υπό την πίεση των Αχαιών, αν ο Απόλλων δεν ήταν εκεί για να αποκρούσει τις επιθέσεις του Πάτροκλου: «Φύγε, το ξέρεις καλά ότι δεν είναι η αίσα (μοίρα) σου να καταλάβεις την Τροία, …». Ο Πάτροκλος καταλαβαίνει ότι έχει επιδοθεί σε υπέρ μόρον αγώνα, αλλά είναι ήδη αργά, και θα σκοτωθεί. Το άλλο επεισόδιο βρίσκεται στην αρχή της Οδύσσειας (α, 28-47). Οι θεοί συγκεντρώνονται για να αποφασίσουν την τύχη του Οδυσσέα, κρατούμενου της Καλυψούς, αλλά ο Δίας αρχίζει τη συνεδρία αναφερόμενος στην οργή και την τρέλα των ανθρώπων, και ιδίως του Αίγισθου, που τον είχε ωστόσο προειδοποιήσει ο Ερμής ότι θα τον σκότωνε ο Ορέστης αν γινόταν εραστής της Κλυταιμνήστρας και δολοφόνος του Αγαμέμνονα. Άρα, εν πλήρη γνώση του ο Αίγισθος διέπραξε τις παραβάσεις και επέσυρε τις συμφορές που τον απειλούσαν …

Οι αποφάσεις της μοίρας αφορούν επομένως πρωτίστως το θάνατο, το έσχατο όριο της ύπαρξης, καθώς επίσης, στα πλαίσια των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, ορισμένα απαράβατα όρια. Και τούτο θα παραμείνει θεμελιώδες δεδομένο της οργάνωσης του κόσμου για τους Έλληνες. Ένα απόσπασμα του Ηράκλειτου (DK B 94) λέει ότι αν ο ήλιος, που είναι θεός, απομακρυνθεί από την τροχιά του, οι Ερινύες επαγρυπνώντας θα φρόντιζαν να σεβαστεί τα όριά του. Απόσπασμα που μας επιβεβαιώνει ότι η μοίρα επιβάλλεται και στους θεούς, που δεν είναι σε θέση να της αντισταθούν … η μοίρα δεν αποτελεί πεπρωμένο με τη συνήθη έννοια του όρου, με την έννοια … ενός απόλυτου προκαθορισμού ή μια απόλυτης προδιάθεσης. Διότι, εάν η μοίρα καθορίζει τα όρια, μέσα στα όρια αυτά οι άνθρωποι αποφασίζουν κατά μία έννοια ελεύθερα. Πιο συγκεκριμένα, αποφασίζουν αν θα τα παραβούν ή όχι. Και αν τα παραβούν, η Νέμεσις θα τιμωρήσει το παράπτωμά τους …

Οι άνθρωποι γνωρίζουν λοιπόν τα εσωτερικά όρια της ύπαρξης. Και αν τα παραβούν σημαίνει πως έχουν παρασυρθεί από την ύβριν. Ο άνθρωπος είναι το ον που κατακλύζεται από την ύβριν, από τη λυσσαλέα επιθυμία της παράβασης …

Δεν υπάρχει λοιπόν πεπρωμένο, υπάρχει όμως ένα έσχατο όριο, ο θάνατος, και ορισμένα άλλα εσωτερικά όρια μέσα στα οποία ο άνθρωπος αποφασίζει μόνος του μερικές φορές, ακόμα κι όταν διαλέγεται με τους θεούς και βρίσκεται συχνά υπό την επιρροή τους. Και η ομηρική αντίληψη για την μοίραν είναι κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδης. Από τη μία, αναγγέλλει και εμπεριέχει ήδη το στοιχείο που βρίσκεται κατ’ ανάγκη στη βάση κάθε ορθολογικής έρευνας, κάθε ορθολογικής σκέψης, δηλαδή ότι υπάρχουν νόμοι που επιβάλλουν όρια στα πάντα, και δεν εξαρτώνται από κάθε κάποια αυθαίρετη θεία βούληση. Από την άλλη, όπως θα το διατυπώσει αργότερα ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος αποτελεί αρχήν των εσομένων, κανόνα και εκκίνηση όλων όσων πρόκειται να συμβούν. Ο άνθρωπος αποφασίζει και η απόφαση του λαμβάνεται με δικό του κίνδυνο, με δικά του έξοδα που αποδεικνύονται συχνά εξαιρετικά επαχθή – με τελική έκβαση τον «πολυέξοδο/ανέξοδο» θάνατο.

Η συνύπαρξη αυτή ενός απρόσωπου νόμου και της ελεύθερης απόφασης του ανθρώπου απέναντι του είναι, κατά τη γνώμη μου, αυτό που ελευθερώνει την πράξη των Ελλήνων τόσο στο πρακτικό, στο πολιτικό πεδίο, όσο και στο πεδίο της σκέψης.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.19.4-4.21.2)

[4.19.4] Οἱ δὲ βάρβαροι ἐκπλαγέντες τῷ παραλόγῳ τῆς ὄψεως καὶ πλείονάς τε ὑποτοπήσαντες εἶναι τοὺς κατέχοντας τὰ ἄκρα καὶ ἀκριβῶς ὡπλισμένους ἐνέδοσαν σφᾶς αὐτούς· οὕτω πρὸς τὴν ὄψιν τῶν ὀλίγων ἐκείνων Μακεδόνων φοβεροὶ ἐγένοντο. ἔνθα δὴ ἄλλων τε πολλῶν γυναῖκες καὶ παῖδες ἐλήφθησαν καὶ ἡ γυνὴ ἡ Ὀξυάρτου καὶ οἱ παῖδες. [4.19.5] καὶ ἦν γὰρ Ὀξυάρτῃ παῖς παρθένος ἐν ὥρᾳ γάμου, Ῥωξάνη ὀνόματι, ἣν δὴ καλλίστην τῶν Ἀσιανῶν γυναικῶν λέγουσιν ὀφθῆναι οἱ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ στρατεύσαντες μετά γε τὴν Δαρείου γυναῖκα. καὶ ταύτην ἰδόντα Ἀλέξανδρον ἐς ἔρωτα ἐλθεῖν αὐτῆς· ἐρασθέντα δὲ οὐκ ἐθελῆσαι ὑβρίσαι καθάπερ αἰχμάλωτον, ἀλλὰ γῆμαι γὰρ οὐκ ἀπαξιῶσαι. [4.19.6] καὶ τοῦτο ἐγὼ Ἀλεξάνδρου τὸ ἔργον ἐπαινῶ μᾶλλόν τι ἢ μέμφομαι. καίτοι τῆς γε Δαρείου γυναικός, ἣ καλλίστη δὴ ἐλέγετο τῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ γυναικῶν, ἢ οὐκ ἦλθεν ἐς ἐπιθυμίαν ἢ καρτερὸς αὐτὸς αὑτοῦ ἐγένετο, νέος τε ὢν καὶ τὰ μάλιστα ἐν ἀκμῇ τῆς εὐτυχίας, ὁπότε ὑβρίζουσιν οἱ ἄνθρωποι· ὁ δὲ κατῃδέσθη τε καὶ ἐφείσατο, σωφροσύνῃ τε πολλῇ διαχρώμενος καὶ δόξης ἅμα ἀγαθῆς οὐκ ἀτόπῳ ἐφέσει.
[4.20.1] Καὶ τοίνυν καὶ λόγος κατέχει ὀλίγον μετὰ τὴν μάχην, ἣ πρὸς Ἰσσῷ Δαρείῳ τε καὶ Ἀλεξάνδρῳ ξυνέβη, ἀποδράντα ἐλθεῖν παρὰ Δαρεῖον τὸν εὐνοῦχον τὸν φύλακα αὐτῷ τῆς γυναικός. καὶ τοῦτον ὡς εἶδε Δαρεῖος, πρῶτα μὲν πυθέσθαι εἰ ζῶσιν αὐτῷ αἱ παῖδες [καὶ οἱ υἱοὶ] καὶ ἡ γυνή τε καὶ ἡ μήτηρ. [4.20.2] ὡς δὲ ζώσας τε ἐπύθετο καὶ βασίλισσαι ὅτι καλοῦνται καὶ ἡ θεραπεία ὅτι ἀμφ᾽ αὐτάς ἐστιν, ἥντινα καὶ ἐπὶ Δαρείου ἐθεραπεύοντο, ἐπὶ τῷδε αὖ πυθέσθαι εἰ σωφρονεῖ αὐτῷ ἡ γυνὴ ἔτι. ὡς δὲ σωφρονοῦσαν ἐπύθετο, αὖθις ἐρέσθαι μή τι βίαιον ἐξ Ἀλεξάνδρου αὐτῇ ἐς ὕβριν ξυνέβη· καὶ τὸν εὐνοῦχον ἐπομόσαντα φάναι ὅτι· ὦ βασιλεῦ, οὕτω τοι ὡς ἀπέλιπες ἔχει ἡ σὴ γυνή, καὶ Ἀλέξανδρος ἀνδρῶν ἄριστός τέ ἐστι καὶ σωφρονέστατος. [4.20.3] ἐπὶ τοῖσδε ἀνατεῖναι Δαρεῖον ἐς τὸν οὐρανὸν τὰς χεῖρας καὶ εὔξασθαι ὧδε· ἀλλ᾽ ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, ὅτῳ ἐπιτέτραπται νέμειν τὰ βασιλέων πράγματα ἐν ἀνθρώποις, σὺ νῦν μάλιστα μὲν ἐμοὶ φύλαξον Περσῶν τε καὶ Μήδων τὴν ἀρχήν, ὥσπερ οὖν καὶ ἔδωκας· εἰ δὲ δὴ ἐγὼ οὐκέτι σοι βασιλεὺς τῆς Ἀσίας, σὺ δὲ μηδενὶ ἄλλῳ ὅτι μὴ Ἀλεξάνδρῳ παραδοῦναι τὸ ἐμὸν κράτος. οὕτως οὐδὲ πρὸς τῶν πολεμίων ἄρα ἀμελεῖται ὅσα σώφρονα ἔργα.
[4.20.4] Ὀξυάρτης δὲ ἀκούσας τοὺς παῖδας ἐχομένους, ἀκούσας δὲ καὶ ὑπὲρ Ῥωξάνης τῆς θυγατρὸς ὅτι μέλει αὐτῆς Ἀλεξάνδρῳ, θαρσήσας ἀφίκετο παρὰ Ἀλέξανδρον, καὶ ἦν ἐν τιμῇ παρ᾽ αὐτῷ, ᾗπερ εἰκὸς ἐπὶ ξυντυχίᾳ τοιαύτῃ.
[4.21.1] Ἀλέξανδρος δέ, ὡς τὰ ἐν Σογδιανοῖς αὐτῷ διεπέπρακτο, ἐχομένης ἤδη καὶ τῆς πέτρας ἐς Παρειτάκας προὐχώρει, ὅτι καὶ ἐν Παρειτάκαις χωρίον τι ὀχυρόν, ἄλλην πέτραν, κατέχειν ἐλέγοντο πολλοὶ τῶν βαρβάρων. ἐκαλεῖτο δὲ αὕτη Χοριήνου ἡ πέτρα· καὶ ἐς αὐτὴν αὐτός τε ὁ Χοριήνης ξυμπεφεύγει καὶ ἄλλοι τῶν ὑπάρχων οὐκ ὀλίγοι. [4.21.2] ἦν δὲ τὸ μὲν ὕψος τῆς πέτρας ἐς σταδίους εἴκοσι, κύκλος δὲ ἐς ἑξήκοντα· αὐτὴ δὲ ἀπότομος πάντοθεν, ἄνοδος δὲ ἐς αὐτὴν μία καὶ αὐτὴ στενή τε καὶ οὐκ εὔπορος, οἷα δὴ παρὰ τὴν φύσιν τοῦ χωρίου πεποιημένη, ὡς χαλεπὴ εἶναι καὶ μηδενὸς εἴργοντος καὶ καθ᾽ ἕνα ἀνελθεῖν, φάραγξ τε κύκλῳ περιεῖργε τὴν πέτραν βαθεῖα, ὥστε ὅστις προσάξειν στρατιὰν τῇ πέτρᾳ ἔμελλε, πολὺ πρόσθεν αὐτῷ τὴν φάραγγα εἶναι χωστέον, ὡς ἐξ ὁμαλοῦ ὁρμᾶσθαι προσάγοντα ἐς προσβολὴν τὸν στρατόν.

***
[4.19.4] Επειδή τρομοκρατήθηκαν οι βάρβαροι από το αναπάντεχο θέαμα και υποψιάσθηκαν ότι ήταν πολύ περισσότεροι οι Μακεδόνες που κατείχαν τις κορυφές και με πλήρη οπλισμό, παραδόθηκαν σε αυτούς. Τόσο πολύ φοβήθηκαν από τη θέα των ολίγων εκείνων Μακεδόνων! Τότε, λοιπόν, αιχμαλωτίστηκαν οι γυναίκες και τα παιδιά πολλών βαρβάρων και ανάμεσά τους η γυναίκα και τα παιδιά του Οξυάρτη. [4.19.5] Είχε μάλιστα ο Οξυάρτης και κόρη παρθένο σε ηλικία γάμου που ονομαζόταν Ρωξάνη, για την οποία λένε αυτοί που εκστράτευσαν μαζί με τον Αλέξανδρο ότι φαινόταν να είναι η ωραιότερη γυναίκα της Ασίας, ύστερα βέβαια από τη γυναίκα του Δαρείου. Όταν την είδε ο Αλέξανδρος, την ερωτεύθηκε, αλλά, αν και την ερωτεύθηκε, δεν θέλησε να την ατιμάσει ως αιχμάλωτο.
Αντίθετα την έκρινε άξια να την κάνει γυναίκα του. [4.19.6] Εγώ και την πράξη αυτή του Αλεξάνδρου επαινώ μάλλον παρά κατακρίνω. Όσο βέβαια για τη γυναίκα του Δαρείου, για την οποία έλεγαν ότι ήταν η ωραιότερη γυναίκα της Ασίας, ο Αλέξανδρος ή δεν αισθάνθηκε ερωτική επιθυμία ή συγκρατήθηκε, αν και ήταν νέος και στην ακμή της ευτυχίας του, τότε που οι άνθρωποι φέρονται με έπαρση. Ο Αλέξανδρος όμως και την σεβάστηκε και την άφησε ανέπαφη δείχνοντας μεγάλη σωφροσύνη, παρακινούμενος συγχρόνως και από επιθυμία, όχι παράλογη, για καλή φήμη.
[4.20.1] Υπάρχει, λοιπόν, η παράδοση ότι λίγο μετά τη μάχη που έγινε στην Ισσό ανάμεσα στον Δαρείο και τον Αλέξανδρο ο ευνούχος που φύλαγε τη γυναίκα του Δαρείου απέδρασε και ήρθε στον Δαρείο. Όταν τον είδε ο Δαρείος, ρώτησε πρώτα αν ήταν ζωντανές οι κόρες [και οι γιοι του], η γυναίκα και η μητέρα του. [4.20.2] Όταν έμαθε ότι ήταν ζωντανές, ότι τις ονόμαζαν βασίλισσες και τις φρόντιζαν όπως και επί Δαρείου, ξαναρώτησε στη συνέχεια τον ευνούχο αν του παρέμενε πιστή η γυναίκα του. Όταν πληροφορήθηκε ότι του ήταν πιστή, τον ρώτησε και πάλι μήπως της φέρθηκε ο Αλέξανδρος με τρόπο βίαιο και προσβλητικό. Και ο ευνούχος τον βεβαίωσε με όρκο ότι «η γυναίκα σου, βασιλιά μου, είναι όπως την άφησες και ο Αλέξανδρος είναι ο άριστος από τους άνδρες και ο πιο εγκρατής». [4.20.3] Τότε ο Δαρείος ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και έκανε την ακόλουθη ευχή: «Δία βασιλιά, εσύ που σου έχει δοθεί η εξουσία να διαχειρίζεσαι τα ζητήματα των βασιλέων ανάμεσα στους ανθρώπους, διαφύλαξε πριν από όλα για μένα τη βασιλεία των Περσών και των Μήδων και τώρα όπως ακριβώς και μου την παραχώρησες. Αν όμως δεν πρόκειται να με αφήσεις πλέον βασιλιά της Ασίας, μην παραδώσεις το κράτος μου σε κανένα άλλο εκτός από τον Αλέξανδρο». Έτσι ακόμη και οι εχθροί αναγνωρίζουν τις συνετές πράξεις.
[4.20.4] Όταν πληροφορήθηκε ο Οξυάρτης ότι αιχμαλωτίσθηκαν τα παιδιά του και έμαθε επίσης ότι ο Αλέξανδρος ενδιαφέρεται για την κόρη του τη Ρωξάνη, πήρε θάρρος και ήρθε στον Αλέξανδρο, ο οποίος τον κράτησε κοντά του και τον τίμησε, όπως ήταν φυσικό έπειτα από ένα τόσο χαρμόσυνο γεγονός.
[4.21.1] Αφού τακτοποίησε ο Αλέξανδρος τα ζητήματα της Σογδιανής και κυρίευσε πλέον και τον βράχο, προχώρησε προς τη χώρα των Παρειτακών, επειδή έλεγαν ότι και στη χώρα των Παρειτακών πολλοί βάρβαροι κατείχαν οχυρή τοποθεσία, έναν άλλο βράχο. Ο βράχος ονομαζόταν βράχος του Χοριήνη και σε αυτόν είχε καταφύγει ο ίδιος ο Χοριήνης καθώς και πολλοί άλλοι από τους υπάρχους. [4.21.2] Το ύψος του βράχου ήταν είκοσι περίπου στάδιοι και η περιφέρειά του περίπου εξήντα. Ο βράχος ήταν απότομος από όλες τις πλευρές και είχε μία μόνο άνοδο και αυτή στενή και δύσβατη, επειδή δεν ήταν κατασκευασμένη σύμφωνα με τη φυσική διαμόρφωση της τοποθεσίας· έτσι ήταν δύσκολη η ανάβαση ακόμη και για έναν μόνο άνδρα και μάλιστα χωρίς κανένας να τον εμποδίζει. Ένα επίσης βαθύ φαράγγι περιέκλειε τον βράχο από όλες τις πλευρές, ώστε όποιος επρόκειτο να οδηγήσει στρατό στον βράχο έπρεπε πολύ πριν να επιχωματώσει το φαράγγι, ώστε να ξεκινήσει από ομαλό έδαφος ο στρατός που θα οδηγούσε για επίθεση.

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ (668-719)

ΧΟ. εὐίππου, ξένε, τᾶσδε χώ- [στρ. α]
ρας ἵκου τὰ κράτιστα γᾶς ἔπαυλα,
670 τὸν ἀργῆτα Κολωνόν, ἔνθ᾽
ἁ λίγεια μινύρεται
θαμίζουσα μάλιστ᾽ ἀη-
δὼν χλωραῖς ὑπὸ βάσσαις,
τὸν οἰνωπὸν ἔχουσα κισ-
675 σὸν καὶ τὰν ἄβατον θεοῦ
φυλλάδα μυριόκαρπον ἀνάλιον
ἀνήνεμόν τε πάντων
χειμώνων· ἵν᾽ ὁ βακχιώ-
τας ἀεὶ Διόνυσος ἐμβατεύει
680 θείαις ἀμφιπολῶν τιθήναις.

θάλλει δ᾽ οὐρανίας ὑπ᾽ ἄ- [αντ. α]
χνας ὁ καλλίβοτρυς κατ᾽ ἦμαρ αἰεὶ
νάρκισσος, μεγάλαιν θεαῖν
ἀρχαῖον στεφάνωμ᾽, ὅ τε
685 χρυσαυγὴς κρόκος· οὐδ᾽ ἄυ-
πνοι κρῆναι μινύθουσιν
Κηφισοῦ νομάδες ῥεέ-
θρων, ἀλλ᾽ αἰὲν ἐπ᾽ ἤματι
ὠκυτόκος πεδίων ἐπινίσεται
690 ἀκηράτῳ σὺν ὄμβρῳ
στερνούχου χθονός· οὐδὲ Μου-
σᾶν χοροί νιν ἀπεστύγησαν, οὐδ᾽ αὖ
ἁ χρυσάνιος Ἀφροδίτα.

ἔστιν δ᾽ οἷον ἐγὼ γᾶς [στρ. β]
695 Ἀσίας οὐκ ἐπακούω,
οὐδ᾽ ἐν τᾷ μεγάλᾳ Δωρίδι νάσῳ
Πέλοπος πώποτε βλαστόν,
φύτευμ᾽ ἀχείρωτον αὐτοποιόν,
ἐγχέων φόβημα δαΐων,
700 ὃ τᾷδε θάλλει μέγιστα χώρᾳ,
γλαυκᾶς παιδοτρόφου φύλλον ἐλαίας·
τὸ μέν τις οὐ νεαρὸς οὐδὲ γήρᾳ
συνναίων ἁλιώσει χερὶ πέρσας·
ὁ γὰρ αἰὲν ὁρῶν κύκλος
705 λεύσσει νιν Μορίου Διὸς
χἀ γλαυκῶπις Ἀθάνα.

ἄλλον δ᾽ αἶνον ἔχω μα- [αντ.]
τροπόλει τᾷδε κράτιστον,
δῶρον τοῦ μεγάλου δαίμονος, εἰπεῖν,
710 ‹...› αὔχημα μέγιστον,
εὔιππον, εὔπωλον, εὐθάλασσον.
ὦ παῖ Κρόνου, σὺ γάρ νιν εἰς
τόδ᾽ εἷσας αὔχημ᾽, ἄναξ Ποσειδάν,
ἵπποισιν τὸν ἀκεστῆρα χαλινὸν
715 πρώταισι ταῖσδε κτίσας ἀγυιαῖς·
ἁ δ᾽ εὐήρετμος ἔκπαγλ᾽ ἁλία χερ-
σὶ παραπτομένα πλάτα
θρῴσκει, τῶν ἑκατομπόδων
Νηρῄδων ἀκόλουθος.

***
ΧΟ. Σε χώρα ήλθες, ξένε,
μ᾽ έμορφα άλογα, στο ωραιότερο
670 μέρος της γης, στον Κολωνό, με το λευκό του χώμα,
όπου μελωδικά το αηδόνι κελαηδεί,
φωλιάζοντας σε καταπράσινες βαθιές
κοιλάδες, κρυμμένο στον σκουρόχρωμο κισσό,
675 στο άβατο άλσος του θεού,
πολύκαρπο, από τον ήλιο απρόσβλητο
κι απ᾽ τον αγέρα κάθε καταιγίδας.
Εδώ περιδιαβάζει
ο βακχικός Διόνυσος και γύρω του
680 οι Νύμφες που τον τρέφουν.

Εδώ, όταν χαράζει, κι ο ουρανός
σταλάζει τη δροσιά του,
ανθίζουν ο νάρκισσος υπέροχος,
με τα λουλούδια του σαν ρώγες,
στεφάνι αρχαίο για τις δυο θεές,
685 κι ο κρόκος ο χρυσόξανθος.
Εδώ οι ροές του Κηφισσού
ακοίμητες ποτέ δεν ησυχάζουν,
μόνο ακατάπαυστα κυλούν
στα ρείθρα του, κι εκείνος
690 με το γάργαρο νερό του
αρδεύει τους λειμώνες,
γρήγορα να καρπίσουν
στη γη μας την ευρύστερνη.
Αυτόν τον τόπο δεν τον αποστρέφονται μήτε
οι Μούσες κι οι χοροί τους μήτε
με το χρυσό της χαλινάρι
η Αφροδίτη.

Υπάρχει εδώ ένας βλαστός,
τέτοιος δεν άκουσα ποτέ
να βλάστησε ή στης Ασίας το χώμα
695 ή στο μεγάλο δωρικό νησί
του Πέλοπα, βλαστός αυτόφυτος,
αχειροποίητος, φόβητρο στων εχθρών
τα βέλη, ευδοκιμεί και θάλλει
700 σ᾽ αυτή τη χώρα πιο πολύ:
η ελιά με το γλαυκό της φύλλωμα,
η παιδοτρόφος, κι αυτή κανείς,
νέος ή γέρος, δεν μπορεί
να τη χαλάσει, να την ξεριζώσει,
γιατί την προστατεύει
με τ᾽ άγρυπνό του μάτι
705 ο Μόριος Δίας κι η γλαυκώπις
Αθηνά.

Έχω ένα ακόμη έπαινο να πω
πιο δυνατό γι᾽ αυτή την πόλη,
τη μητρόπολή μας, δώρο
θεού μεγάλου, δικό τους και δικό μου
710 καύχημα:
άλογα ωραία, πουλάρια ωραία,
ωραία θάλασσα.
Ω γιε του Κρόνου, άναξ Ποσειδών,
εσύ περήφανη την ύψωσες την πόλη,
όταν πρώτη φορά στους δρόμους μας
715 βρήκες το χαλινάρι που δαμάζει
τ᾽ άλογα.
Μ᾽ εσένα πάλι το καλό κουπί
στα χέρια του θαλασσινού αρμοσμένο,
σαν από θαύμα αναπηδά παφλάζοντας
στο κύμα, ενώ μπροστά
πενήντα Νηρηίδες σέρνουν τον χορό
με τα εκατό τους πόδια.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 6. Το σταυρόλεξο των εσωτερικών διηγήσεων

6.2. Η πρώτη πλαστή διήγηση του Οδυσσέα


Πλαστές διηγήσεις θεωρούνται τα ψεύδεα που αφηγείται ο Οδυσσέας σε εχθρούς και δικούς, κρύβοντας την ονομαστική του ταυτότητα και παραμορφώνοντας το σώμα και τον βίο του. Ο ποιητής της Οδύσσειας συνδέει την επιδέξια αφηγηματική ψευδολογία του κεντρικού του ήρωα με την πολύτροπη φύση του, η οποία προεξαγγέλλεται ήδη στον πρώτο στίχο της Οδύσσειας. Η ιδιότητα αυτή επικυρώνεται και από τη θεά Αθηνά, στην οποία, όχι τυχαία, απευθύνει ο Οδυσσέας την πρώτη πλαστή του διήγηση στο πλαίσιο της δέκατης τρίτης ραψωδίας.

Οι Φαίακες έχουν αποθέσει στον κόλπο του Φόρκυνα, βυθισμένον στον ύπνο του, τον Οδυσσέα, αφήνοντας πλάι του τα ξένια δώρα: λέβητες, μαλάματα, λαμπρά υφάσματα. Ύστερα, καλόγνωμοι πάντα, φεύγουν για τη Σχερία. Όταν ο ιθακήσιος ήρωας ανοίγει τα μάτια του, αδυνατεί να αναγνωρίσει το νησί της Ιθάκης, επειδή η Αθηνά το έχει επικαλύψει με πυκνή ομίχλη. Ο Οδυσσέας οδύρεται, πιστεύοντας πως οι Φαίακες τον εξαπάτησαν, πως τον εγκατέλειψαν σε αφιλόξενο τόπο. Οπότε εμφανίζεται μπροστά του ένα αρχοντόπουλο (η Αθηνά μεταμορφωμένη) και τον βεβαιώνει πως πράγματι βρίσκεται στην Ιθάκη. Εκείνος, κρύβοντας τη χαρά του, δικαιολογεί την καχυποψία του, σερβίροντας μια πλαστή διήγηση (ν 250-286).

Είναι, λέει, Κρητικός, βεβαίως έχει ακούσει το φημισμένο όνομα της Ιθάκης, που τώρα πατά το χώμα της. Άφησε πίσω του παιδιά και αγαθά, φεύγοντας κρυφά από την Κρήτη, επειδή σκότωσε με δόλο τον γιο του Ιδομενέα Ορσίλοχο, όταν εκείνος γύρεψε να του αρπάξει όσα λάφυρα ο ίδιος, με κίνδυνο της ζωής του, μάζεψε και έφερε μαζί του από την Τροία. Μέσα στη μαύρη νύχτα, μετά τον φόνο, έτρεξε στο λιμάνι και μπάρκαρε σε φοινικικό καράβι, παρακαλώντας τους ναυτικούς να τον βγάλουν στην Πύλο ή στην Ήλιδα. Πρόθυμα αυτοί τον δέχτηκαν, αλλά στον δρόμο ανεμική τούς παρέσυρε και τους έριξε σε τούτο το λιμάνι. Εδώ τον άφησαν, μαζί με τ᾽ αγαθά του, βυθισμένο σε ύπνο βαθύ, ενώ εκείνοι σάλπαραν για την καλοχτισμένη Σιδονία. Έτσι απόμεινε, μόνος, βαρύθυμος, αμήχανος.

Η θεά χαμογελά, χαϊδεύει τον ευνοούμενο ήρωά της, αλλάζει τώρα μορφή (γίνεται μεγαλόσωμη, ωραία γυναίκα) και του απευθύνει απροκάλυπτα τον λόγο της. Ομολογεί πως δεν θα μπορούσε κανείς, θνητός ή θεός, να συναγωνιστεί τον Οδυσσέα στην εξυπνάδα και στην πονηριά. Είναι απίστευτα κερδαλέος, ἐπίκλοπος, δόλιος, ποικιλομήτης: ψάχνει δηλαδή παντού και πάντα το συμφέρον του, ξεγελώντας τους άλλους, που τους παγιδεύει με το δολερό, πολύστροφο μυαλό του· λόγια και έργα απάτης ρίζωσαν μέσα του αφότου γεννήθηκε, αποτελούν το ριζικό του. Τα λόγια ωστόσο της θεάς δεν συστήνουν ψόγο. Λέγονται με καμάρι, για να υποστηρίξουν την ομολογημένη της συγγένεια με τον πολύτροπο ήρωα: αν είναι εκείνος ο άριστος ανάμεσα στους ανθρώπους στα κερδαλέα λόγια και στην κερδαλέα σκέψη, τα ίδια προσόντα διαθέτει κι αυτή ανάμεσα στους άλλους θεούς. Είναι θεά, η Αθηνά Παλλάδα, κόρη του πανούργου Δία. Μ᾽ αυτούς τους όρους τα κόλπα τώρα περισσεύουν: όμοιοι και ίδιοι οι δύο, μπορούν να ανοίξουν τα χαρτιά τους, για να τα βρουν μεταξύ τους.

Έτσι συνεχίζεται ο διάλογος Αθηνάς και Οδυσσέα, με συμβουλές της θεάς για το πώς πρέπει να φερθεί ο προστατευόμενός της σε ξένους και δικούς, τώρα που έφτασε στο νησί του. Στο μεταξύ, σηκώνει η θεά από την Ιθάκη και την ομίχλη. Στο τέλος, κάτω από μια ελιά, συνομιλώντας σαν φίλοι, μελετούν οι δυο τους τη δυσκατόρθωτη μνηστηροφονία: ο Οδυσσέας πρέπει να καταφύγει στο απόμερο καλύβι του χοιροβοσκού, προτού προχωρήσει στην πόλη της Ιθάκης και εισχωρήσει στο παλάτι· είναι επιπλέον απαραίτητο να παραμορφωθεί, ώστε να παραμείνει, όσο χρειάζεται, αγνώριστος. Τη σωματική του παραμόρφωση την αναλαμβάνει η ίδια η θεά: σουρώνει το λυγερό κορμί, κατσιάζει το δέρμα του, τον κάνει φαλακρό εξαφανίζοντας τα ξανθά μαλλιά του. Με το πετσί ενός γέροντα, με τα μάτια τσιμπλιασμένα, με βρώμικο και σχισμένο χιτώνα, με τομάρι λαφίνας πάνω του, με ραβδί ζητιάνου στο χέρι, με τρύπιο δισάκι στον ώμο, θα φτάσει ο Οδυσσέας πρώτα στο καλύβι του Εύμαιου, μετά στο παλάτι της Ιθάκης.

Πολλοί λόγοι συντρέχουν, ώστε να εκτιμηθεί η πρώτη αυτή πλαστή διήγηση ως πρότυπη, μήτρα δηλαδή για τις επόμενες. Προηγείται η παράλλαξη της Ιθάκης με την ομίχλη της Αθηνάς. Ακολουθεί η μεταμόρφωση της θεάς σε νεαρό αρχοντόπουλο. Μεσολαβεί η πλαστή διήγηση του Οδυσσέα. Και η πλαστή σκηνοθεσία σφραγίζεται με τη σωματική παραμόρφωση του ήρωα, ώστε να μείνει αδιάγνωστη η πραγματική του ταυτότητα, μέχρις ότου εξασφαλιστεί η μνηστηροφονία. Συμπέρασμα: φύση, σώμα, λόγος υπακούουν στην επιλογή της πλαστής σκηνοθεσίας. Τούτο σημαίνει ότι οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα και της Οδύσσειας, που εγκαινιάζονται εδώ, αποτελούν μέρος ενός συνολικού σχεδίου, με το οποίο συστήνεται γενικότερα ο Οδυσσέας στην Οδύσσεια. Πρόκειται για ήρωα από τη φύση και την καταγωγή του πρωτεϊκό, που αλλάζει πρόσωπα και προσωπεία, άλλοτε αμυνόμενος και άλλοτε επιτιθέμενος, κάθε φορά που βρίσκεται σε συνθήκες προκλητικής δοκιμασίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο Οδυσσέας γενεαλογείται στην Οδύσσεια ως εγγονός του Αυτόλυκου, πατέρα της μάνας του, ο οποίος διέπρεψε στην κλεψιά και στην επιορκία, δώρα που του αντιχάρισε ο αρμόδιος θεός Ερμής για τις θυσίες που του προσέφερε (τ 395-398). Εδώ εξάλλου κολλούν και τα πονηρά προσόντα που αναγνωρίζει η θεά Αθηνά στον εγγονό του Αυτόλυκου, τα οποία ωστόσο έγιναν στο μεταξύ εργαλεία της πολεμικής και μεταπολεμικής αρετής του. Απόδειξη: η άλωση της Τροίας με την επινόηση του δούρειου ίππου· το κατόρθωμα της τοξοθεσίας και της τοξοβολίας, με το οποίο ο Οδυσσέας εξοντώνει τους μνηστήρες.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, η ευστοχία μιας πλαστής διήγησης κρίνεται από την αληθοφάνειά της, η οποία στην περίπτωση του Οδυσσέα είναι δεδομένη: επικυρώνεται καταρχήν από τον εσωτερικό ακροατή της, ο οποίος προσλαμβάνει το αληθοφανές ψεύδος ως αλήθεια, αλλά και από τον ίδιο τον ποιητή. Απόδειξη τα όσα λέγονται και συμβαίνουν αμέσως μετά το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησης του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 203-212). Κατ᾽ εξαίρεση, παρεμβαίνει εκεί ο ποιητής της Οδύσσειας, για να υπογράψει την αληθοφάνεια της πλαστής διήγησης του ήρωά του, λέγοντας:

Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.

Η Πηνελόπη, συνεπαρμένη με όσα άκουσε για τον απόντα, όπως πιστεύει, άντρα της, αναλύεται σε ασυγκράτητο θρήνο. Ανάλογες αντιδράσεις ανυπόκριτης ευπιστίας, θαυμασμού και συγκίνησης δείχνουν τόσο ο Εύμαιος όσο και ο Λαέρτης, ακούγοντας την πλαστή διήγηση που τους απευθύνει ο Οδυσσέας, αντίστοιχα στη δέκατη τέταρτη και στην εικοστή τέταρτη ραψωδία.

Η αληθοφάνεια όμως των πλαστών διηγήσεων υποστηρίζεται και από το ίδιο το περιεχόμενό τους. Σε σύγκριση προς τους «Μεγάλους Απολόγους», οι οποίοι προβάλλονται ως η κατεξοχήν γνήσια διήγηση του Οδυσσέα, μολονότι εμπεριέχουν άφθονα φανταστικά στοιχεία και τερατικά επεισόδια, οι πλαστές διηγήσεις του ήρωα αναλογούν σε πιθανές βιογραφικές εμπειρίες, απαλλαγμένες εντελώς από σημεία και τέρατα. Το χαρακτηριστικό τους δηλαδή είναι ο πραγματολογικός και γεωγραφικός ρεαλισμός. Αποτυπωμένος σε γνώριμες για την εποχή του Ομήρου θαλασσινές περιπλανήσεις και εμπορικές συναλλαγές στην Κρήτη, στη Φοινίκη, στη δυτική Πελοπόννησο, στην ηπειρωτική ακτή της Θεσπρωτίας.

Τούτο σημαίνει ότι η αληθοφάνεια των πλαστών διηγήσεων στην Οδύσσεια είναι αποφασισμένη. Υπογραμμίζει τη διηγητική ευστροφία όχι μόνο του Οδυσσέα αλλά και του ποιητή. Από αυτή τη διαφορά περιεχομένου ανάμεσα στις γνήσιες και στις πλαστές διηγήσεις, προκύπτει η αίσθηση, για τον εξωτερικό πλέον ακροατή του έπους, ότι γνησιότητα και αληθοφάνεια δεν συμπίπτουν αναγκαστικά· οι γνήσιες διηγήσεις μπορεί να είναι συναρπαστικά απίθανες· η αληθοφάνεια όμως είναι απαραίτητος όρος της πλαστής διήγησης, γιατί της εξασφαλίζει καταρχήν αφηγηματικό κύρος. Όσο για την αλήθεια, αυτή, όπου και όταν χρειάζεται να προστατευθεί, κρύβεται κάτω από το αληθοφανές ψεύδος. Για να το πούμε αλλιώς: το αληθοφανές ψεύδος επινοείται στην Οδύσσεια ως δοκιμή και δοκιμασία της αλήθειας. Για να αναγνωρίσει δηλαδή κάποιος την αλήθεια, πρέπει να περάσει πρώτα από τον προθάλαμο της αληθοφάνειας. Αυτή την πορεία εξάλλου ακολουθούν οι διαδοχικοί αναγνωρισμοί του Οδυσσέα από δικούς και εχθρούς, σύμφωνα και με τη συμβουλή της Αθηνάς. Κορυφαίο παράδειγμα ο αναγνωρισμός Οδυσσέα και Πηνελόπης, που δοκιμάζεται τρεις φορές με το άλλοθι της αληθοφάνειας, προτού καταλήξει στο αληθινό του τέρμα.

Τεντώνοντας το σχοινί αυτής της υπόθεσης λίγο παραπάνω, μπορούμε να πούμε ότι με τις πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα ο ποιητής της Οδύσσειας αποδεσμεύεται από τον προηγούμενο παραδοσιακό μύθο, στον οποίο υπακούει κατά βάση το έπος του, και επιδίδεται στην αδέσμευτη, ελεύθερη μυθοπλασία. Δικαίωμα που το διεκδικούν και οι Μούσες στο προοίμιο της ησιόδειας Θεογονίας, δηλώνοντας απερίφραστα στον ασκραίο Ησίοδο, βοσκό που ετοιμάζονται να τον χρίσουν πάνω στον Ελικώνα ραψωδό (Θεογονία 26-28):

Βοσκοί αγροίκοι, μίζεροι και λιμασμένοι.
Ξέρουμε εμείς να λέμε ψεύδη σάμπως αληθινά,
ξέρουμε όμως, όταν θέμε, να λέμε και την καθαρή αλήθεια.


Ο μεσαίος στίχος από το προηγούμενο τρίστιχο παραπέμπει ασφαλώς στην Οδύσσεια, παραλλάσσοντας ελαφρώς τη δήλωση του ποιητή για τα αληθοφανή ψεύδη του Οδυσσέα στη δέκατη ένατη ραψωδία, δήλωση για την οποία έγινε ήδη λόγος. Η εκφραστική αυτή και νοηματική σύμπτωση Ομήρου και Ησιόδου σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα δεν μπορεί να είναι τυχαία. Μοιάζει να κατοχυρώνει προκαταβολικά την αληθοφανή μυθοπλασία ως νόμιμη μέθοδο της ποίησης, της λογοτεχνίας γενικότερα.

Επιστρέφουμε τώρα στις κατά σύμβαση αληθινές διηγήσεις της Οδύσσειας, επιμένοντας στους «Μεγάλους Απολόγους», που αναδεικνύουν τον Οδυσσέα σπουδαίο αφηγητή, αντάξιο ενός επαγγελματία αοιδού. Που πάει να πει: ενός ραψωδού, δηλαδή ενός επικού ποιητή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλος από τον ποιητή της Οδύσσειας.

Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο

Πολλές φορές, συμβουλεύοντας κάποιον που έχει πρόβλημα συνεννόησης με ένα δικό του άνθρωπο, του προτείνουμε με θέρμη να μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημά του σ’ αυτόν που του το προξενεί. Να του εξομολογηθεί τις σκέψεις του, την αντίρρησή του, την πίκρα του, το θυμό του. Ό,τι τέλος πάντων μπλοκάρει και ταλαιπωρεί τη σχέση τους. Συχνά μας απαντάει πως όχι, αυτό δε γίνεται.

Και είναι φορές που δεν έχει άδικο. Είτε από εγωισμό είτε από βλακεία, ούτε που διανοείται πως μπορεί να μην είναι σωστός. Υπάρχει μάλιστα η πιθανότητα τα πράγματα μεταξύ τους να εξελιχθούν ακόμα χειρότερα. Δεν είναι πάντοτε εφικτή η ρομαντική ελπίδα ότι μια ειλικρινής εξομολόγηση των πληγωμένων αισθημάτων μας, θα μεταμορφώσει αυτόματα τον άλλον σε έναν άγγελο μετανοίας, που θα πέσει στην αγκαλιά μας και θα μεταμορφωθεί.

Το πλέγμα των σχέσεών μας είναι ένα πολύ μπερδεμένο σύστημα. Όσο στενότερη μια σχέση τόσο πιο περίπλοκη, τόσο πιο δυσνόητη, πιο τυραννική.

Όμως, και παρά την δυσκολία, εγώ επιμένω να πιστεύω πως ένας άνθρωπος πληγωμένος πρέπει να ξανοίγεται και να φανερώνει τι αισθάνεται σ’ αυτόν που τον πλήγωσε και τον πληγώνει. Μια παλιά πληγή δεν τη γιατρεύει πάντα μόνο με το πέρασμά του ο χρόνος, αντιθέτως, ο χρόνος την κακοφορμίζει. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος πρέπει να την ξεσκεπάζει καλύτερα, να φανερωθεί και να ρουφήξει φως. Κι ας μην καταλάβει ο άλλος, κι ας μη διορθωθεί.

Όσο κάποιος δε μιλάει, όσο κρατά βουβή την πίκρα και την ενόχλησή του, θερμαίνεται και φουσκώνει εντός του το παράπονο, η ματαίωση και, ως εκ τούτου, ο θυμός. Και ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο.

Όταν ο άλλος σε απογοητεύει, σε χρησιμοποιεί, σε αγνοεί, σε κακοποιεί, θυμώνεις μαζί του. Έτσι συμβαίνει, ασφαλώς, και είναι υγιές, ανθρώπινο και φυσικό. Ωστόσο μέσα σ’ αυτόν το θυμό κατά του άλλου που μας αδικεί και μας πληγώνει, σχεδόν πάντοτε φωλιάζει ένας άλλος βουβός θυμός και γι’ αυτό αγριότερος: ο θυμός κατά του εαυτού μας. Του εαυτού μας που δεν έχει τα κότσια να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να υποστηρίξει το δίκαιο, την αλήθεια, να υπερασπιστεί τα αισθήματά του, να μιλήσει. Είναι γνωστό και αποδεκτό εκείνο το χριστιανικό που συμβουλεύει να μην κάνεις στον άλλον όσα δε θες να κάνουν σ’ εσένα. Αλλά και δεν θα πρέπει να επιτρέπεις να σου κάνουν όσα άδικα εσύ ποτέ δε θα τους έκανες.

Γι’ αυτό, όταν συμβουλεύω φίλους, προτείνω να ανοίγουν την καρδιά τους και να εκφράζουν αυτό που τους ενοχλεί σ’ αυτόν ακριβώς που τους ενοχλεί απευθείας. «Και να μη σε καταλάβει, θα νιώσεις καλύτερα με τον εαυτό σου που κατόρθωσε και μίλησε. Θα νιώσεις καλύτερα με την αυτοεκτίμησή σου. Δεν είναι λίγο αυτό!»

Δεν έχεις ανάγκη τον καταθλιπτικό συμβιβασμό για να «σώσεις» μια σχέση. Μονάχα η αλήθεια και η αγάπη σώζουν όντως καταστάσεις ζωής. Συμβιβαζόμαστε όταν επιλέγουμε το φόβο κι αυτό, είναι μειωτικό. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο συμβιβασμό και στην παραχώρηση. Το πρώτο ενέχει υπολογισμό και δειλία, ενώ το δεύτερο γενναιότητα και αρχοντιά. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «απωθώ» και στο «συγχωρώ». Το ένα κλωσάει τον εφιάλτη και την εκδικητικότητα, το άλλο προσφέρει τη φρεσκάδα της νέας ευκαιρίας. Υπάρχει διαφορά, ανάμεσα στο να με καταπατούν και στο να θυσιάζομαι. Το πρώτο είναι σκλαβιά, υποτέλεια, το δεύτερο γενναιότητα αγάπης και κυρίως ελευθερία.

Έχω προσέξει πως όσοι τολμούν ν’ ανοίξουν την καρδιά τους – άσχετα από το αποτέλεσμα και την επιτυχία τους – βγαίνουν ύστερα από αυτό οι ίδιοι με άλλοι διάθεση και άλλο βλέμμα. Με πεποίθηση και με καλή περηφάνια. Με αυτοεκτίμηση και ανακούφιση. Χωρίς το άγχος να εμπλέκονται σε φανταστικούς καβγάδες μέσα στο κεφάλι τους. Και η απαλλαγή από ένα άγχος, κατά τον Φρόιντ, είναι από τις μέγιστες ηδονές.

Βγαίνουν πιο καθαροί κι ανάλαφροι όπως βγαίνουμε από ένα λουτρό. Κι αν δεν έπεισαν τον άλλον τελικά, κι αν δεν μπόρεσαν να βγάλουν μαζί του άκρη, μπόρεσαν να φανούν στα ίδια τους τα μάτια ειλικρινείς και θαρραλέοι. Κι αυτό ήδη είναι νίκη και χαρά μεγάλη.

Για όλα αποφασίζεις εσύ

Επειδή ο άνθρωπος ρέπει στην αμεριμνησία και τη νωθρότητα, συνεχώς αναβάλλει τις σοβαρές αποφάσεις του, τις βαθιές τίμιες εκτιμήσεις του, την αυτοκριτική και τους απολογισμούς του, για τότε που δε γίνεται πια να τις απωθήσει.

Γιατί έρχεται ένας καιρός, ευτυχώς, που οι εκτιμήσεις τούτες, οι απολογισμοί, οι αυτοκριτι­κές, δεν αναβάλλονται: Δεν πάει άλλο!

Ο ανεκδήλωτος θυμός είναι δηλητήριο

Μια τέτοια κρίσιμη χρονική καμπή είναι και για τη ζωή μιας γυναίκας η μέση ηλικία. Η καμπή του «δεν πάει άλλο», του «τώρα ή ποτέ». Για να ακολουθήσει η επι­κίνδυνη όσο και εσφαλμένη εγκατάλειψη στο «ποτέ…»

Όλα συνηγορούν σ’ αυτά τα επώδυνα αισθήματα.

Τα παιδιά ενηλικιώνονται και αυτονομούνται.

Φεύγουν από το σπίτι για σπουδές, για τους δικούς τους έρωτες, για τις δικές τους παρέες, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις συμβουλές της, τη φροντίδα της, τα παράπονα της, τις απειλές της. Φεύγουν με τρόπο ήπιο ή με τρόπο εμπόλε­μο και εκρηκτικό, ανάλογα- όμως φεύγουν.

Οι γονείς της, νεκροί ή γερασμένοι, δεν έχουν πια την ισχύ να επη­ρεάζουν μυαλό και αισθήματα όπως παλιά. Ο σύζυγος, συχνά, δεν είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε.

Δοσμένος τώρα στα δικά του μονοπάτια, μπερδεμένος στον δικό του ψυχολογικό χάρτη, έχει γίνει με τον καιρό ένας αδελ­φός, ένας συγκάτοικος, ένα παθητικό κουτί παραπό­νων, ένας αποφασισμένος αντίπαλος, ένας ξένος. Την εγκατέλειψε ίσως από χρόνια, είτε συναισθηματικά εί­τε και συνολικά, και τον εγκατέλειψε κι αυτή.

Οι φίλοι, είτε χαμένοι σε άλλες επιλογές είτε πληκτικά δεδομένοι, δεν μπορούν να βοηθήσουν. Ζουν τα δικά τους βάσανα. Και τότε μια γυναίκα νιώθει μόνη. Έχει μάλλον το χρόνο να το παραδεχτεί πως είναι μόνη, πως ήταν μόνη από πολύ παλιά.

Εγώ θα έλεγα πως είναι ελεύθερη, όμως εκείνη νιώθει πως είναι μόνη. Και αποτυχημένη. Και άδεια. Και κουρα­σμένη. Διότι η ελευθερία που τώρα επιτέλους — θέλει δε θέλει— της προσφέρεται, την απαλλάσσει μεν από δεκαετιών ασφυκτικά και παραμορφωτικά για την ψυ­χή καθήκοντα, αλλά τη βρίσκει απροετοίμαστη, απαίδευ­τη στο να μπορεί να αναγνωρίζει τα πραγματικά της συ­ναισθήματα. Πολύ ανίκανη να τα διαχειρίζεται. Δεν έχει μάθει άλλωστε να ασχολείται με τον εαυτό της, δεν είχε χρόνο ποτέ.

Της τον λεηλάτησαν οι άλλοι κι εκείνη αυτονόητα τον παρέδωσε. Κοιτάει τώρα πίσω και βλέ­πει εκκρεμότητες. Ακρωτηριασμένες επιθυμίες. Ατρο­φικές απόπειρες. Προδοσίες. Σπανίως είναι ένας άλλος ο προδότης μας. Ο ίδιος ο εαυτός μας είναι που πρόδω­σε τον αληθινό εαυτό μας.

Και τώρα, στη μέση ηλικία, αναγκάζεται να το υποπτευτεί αυτό. Να πονέσει.

Να συντριβεί και να αποφασίσει τελειωτικά: Θα επανορ­θώσω ή θα αφεθώ στη φθορά; Θα αντλήσω από εμπειρίες, γνώση, αναγεννημένες λαχτάρες, νέα ελευθερία ή θα ακολουθήσει η καρδιά και το πνεύμα μου — τούτα τα εν δυ­νάμει αιώνια κομμάτια του είναι μου — το μαρασμό που βλέπω πάνω στο σώμα μου και μέσα στον καθρέφτη;

Θα παραδοθώ στην ηδονή της τεμπελιάς, της αδράνειας και της γκρίνιας ή θα πετάξω σε ταξίδια ζωής, συναρπαστι­κά; Θα κλείσω το ημερολόγιο μου ή θα ξεφυλλίσω το τε­ράστιο βιβλίο της ζωής σε παρακάτω κεφάλαια; Θα νι­κήσει η τωρινή ευκολία της παραίτησης ή η δύσκολη προοπτική της δράσης;

Το εύκολο που με τον καιρό θα γίνεται όλο και πιο επαχθές ή το δύσκολο που με τον καιρό γοητεύει και λυτρώνει;

Αν σε ηλικία ώριμη και δύσκολη, μια γυναίκα —αλλά και άντρας, γιατί, ως γνωστόν, η κλιμακτήριος αφορά και στα δύο φύλα, μόνο που οι άντρες κρύβουν πιο συ­στηματικά και πιο νοσογόνα τα αισθήματα τους και δεν τα μαθαίνουμε – συνεχίζει να υποφέρει επί χρόνια με τα κλασικά συμπτώματα της δυσθυμίας, της κατάθλι­ψης, της παραίτησης, των ψυχοσωματικών, της υστερίας, κι όλα όσα χαρακτηρίζουν την κλιμακτήριο, είναι επει­δή, ξανά, κάτι αρνείται να κάνει για τον εαυτό της σω­στά.

Θάβει ξανά τη νέα, μεγάλη της ευκαιρία. Είναι που δεν αξιοποιεί τη νέα πρόταση για ζωή αληθινή, ζωή δι­κή της, του πεπρωμένου της, και αυτοπροδίδεται πάλι. Ο εαυτός της, έστω και αργότερα, έστω και μέσα σε γκρί­ζο σκηνικό, την καλεί σπαραχτικά να συμφιλιωθούν, να συνομιλήσουν, να ενωθούν, να υπερβούν τον χρόνιο δι­χασμό που τους τυράννησε.

Είναι υπεύθυνη για το πώς θα ανταποκριθεί στην κλή­ση, πολύ περισσότερο υπεύθυνη από τότε, κατά τη φουρ­τουνιασμένη της, ερωτευμένη, άπειρη, καταπιεσμένη από γονείς, νιότη. Και το ξέρει. Γι’ αυτό θυμώνει, πικραίνε­ται, απελπίζεται και το ρίχνει στις διάφορες επιφανεια­κές φυγές: στα χαρτιά, στο φαγητό, στα ψώνια, στο άψυ­χο σεξ, στις γελοίες προσωρινές ερωτοδουλειές, στις πλαστικές εγχειρίσεις, στο κουτσομπολιό. Όμως το να φεύγεις απ’ τον εαυτό σου είναι προσπάθεια μάταιη. Όσο του φεύγεις τόσο εκείνος σε αλυσοδένει και σε τραβάει με βία πίσω. Όλο και πιο θυμωμένος.

Και πάλι εσύ αποφασίζεις. Σε όλα και για όλα αποφασίζεις εσύ.

Ακόμα και για το θάνατο σου εσύ αποφα­σίζεις, υποστηρίζουν κάποιες αρχαίες διδασκαλίες.

Και ο θάνατος είναι πολλών ειδών. Για να θυμηθούμε εκεί­νο το εύστοχο:

«Πέθανε στα είκοσι του και τον έθαψαν στα ογδόντα πέντε του».

Κλείσε τους κύκλους από το παρελθόν-από παλιές σχέσεις

Και δεν είναι πάντα έρωτες αυτές οι σχέσεις

Όλοι μας, σε κάποια φάση της ζωής μας κουβαλάμε τελειωμένες σχέσεις, σχέσεις βαρίδια. Συνήθως είναι ένας μεγάλος έρωτας αλλά μπορεί να είναι και φίλος ή ακόμη και μέλος της οικογένειας και τους έχουμε μαζί μας καθημερινά να επηρεάζουν τις σκέψεις μας, τις αποφάσεις, τα όνειρά μας, με λίγα λόγια τα πάντα! Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι η σχέση, ούτε καν ο πρώην αγαπημένος/η, φίλος/η αλλά το πώς εμείς αφηνόμαστε να μας ορίζει από το παρελθόν.

Οφείλουμε στον εαυτό μας να αποδεσμευτούμε. ¨Ξέχνα το”, “ξεπέρασέ το πια” λένε συνήθως οι φίλοι μας… αλλά δεν είναι τόσο απλό κι ούτε συμβαίνει από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι σίγουρα όμως εφικτό.

Το πρώτο βήμα είναι να θέλεις να αποδεσμευτείς. Είναι πολλοί οι λόγοι που μας κρατούν δέσμιους σε μια τέτοια κατάσταση. Ίσως φοβόμαστε να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις, ίσως επιθυμούμε να επανερχόμαστε σε κάποια συναισθήματα που μας γεννά για να γεμίζουμε την καθημερινότητά μας, ίσως αποφεύγουμε με αυτόν τον τρόπο να ξαναμπούμε στο παιχνίδι και συνεπώς να ξαναπληγωθούμε. Πρέπει να αναγνωρίσουμε λοιπόν, την χρησιμότητα που έχει για εμάς αυτή η προσκόλληση στο παρελθόν. Θεωρούμε ότι κάτι μας προσφέρει, κάπως μας εξυπηρετεί και έτσι το δικαιολογούμε στον εαυτό μας. Για να αποδεσμευτούμε πρέπει πρώτα πρώτα να αποφασίσουμε ότι αυτό είναι το καλύτερο για εμάς.

Ξεκίνα να καταγράφεις τις σκέψεις σου. Γράφε με ειλικρίνεια και αποδοχή, χωρίς να λογοκρίνεσαι, χωρίς να φιλτράρεις ή να κάνεις δεύτερες σκέψεις. Γράφε ό,τι σου έρχεται στο μυαλό σχετικά με αυτό που σε κρατάει πίσω και θα αρχίσεις να παρατηρείς μοτίβα στις σκέψεις σου, στις συμπεριφορές σου σε αυτά που πυροδοτούν αντιδράσεις από την μεριά σου. Όταν τα αναγνωρίσεις θα μπορέσεις και να τα αλλάξεις.

Οι ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας είναι πάντα από την δική μας οπτική γωνία και έτσι πρέπει να είναι. Όταν όμως αυτές οι ιστορίες δεν μας βοηθάνε στην καθημερινότητά μας ίσως είναι η ώρα να τις αμφισβητήσουμε. Για να απαλλαγούμε από τις σχέσεις-βαρίδια της ζωής μας θα πρέπει να πάρουμε μια απόσταση και να ξαναγράψουμε αυτή την ιστορία από μια άλλη οπτική. Μια άλλη οπτική μπορεί να δώσει διαφορετικό χρώμα και πιο ανάλαφρο συναίσθημα και να μειώσει την επίδραση που έχει πάνω μας.

Κάθε σχέση, ακόμη και αυτές που τέλειωσαν άσχημα επιτελούν ένα σκοπό. Είναι ένα μάθημα για το μέλλον. Ας προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε αυτό το μάθημα και να δώσουμε έτσι μια θετική διάσταση στη παλιά ιστορία. Αντί να επικεντρωνόμαστε στο αρνητικό ας κοιτάξουμε το θετικό: μάθαμε να είμαστε πιο δυνατοί, υπομονετικοί, μάθαμε καινούριες συμπεριφορές ή να εκτιμούμε μικρές χαρές κλπ.

Καθώς αποδεσμευόμαστε από την παλιά μας σχέση είναι ή ώρα να οραματιστούμε πως θα είναι η ευτυχίας μας χωρίς αυτήν. Μόλις ξεκαθαρίσει το όραμα της μελλοντικής ζωής μας χωρίς την προσκόλληση στα βαρίδια μας είναι πιο εύκολο να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε κινήσεις που θα μας πάνε μπροστά.

Τέλος ας αφήσουμε τις μεγάλες προσδοκίες για τις ταινίες. Πολλές φορές οι προσδοκίες μας κρατούν δέσμιους στο παρελθόν. Προσδοκίες για μια μη ρεαλιστική ευτυχία και τελειότητα, για καταστάσεις κομμένες και ραμμένες στα μέτρα μας. Εκεί θα μας βοηθήσει για άλλη μια φορά το να γράφουμε τις σκέψεις μας καθώς έτσι θα μπορέσουμε να τις εντοπίσουμε και θα τις διαχειριστούμε.

Η αποδέσμευση είναι επίπονη και χρονοβόρα είναι όμως κρίμα να ρισκάρουμε να χάσουμε νέες συναρπαστικές ευκαιρίες στη ζωή μας, καινούριες διαδρομές και ταξίδια γιατί δεν χωράμε μαζί με όλα τα μπαγκάζια που κουβαλάμε. Ας τα ξεφορτωθούμε!

Τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το προφίλ του πραγματικά ελεύθερου ανθρώπου

Ελεύθερος λοιπόν είναι όποιος:

-δεν καταβάλλεται από φοβίες, κρίσεις πανικού, αγωνία, άγχος

-δεν βασανίζεται από αμφιθυμία

-έχει βρει τι θέλει και το ακολουθεί

-δεν ακολουθεί την πλειοψηφία αν κρίνει ότι αυτό είναι παράλογο

-ξέρει ότι η ζωή του είναι στο χέρι του κι ότι μπορεί να την αλλάξει όποτε θελήσει

-παίρνει αποφάσεις

-έχει βρει τη φωνή του

-δεν συμμορφώνεται και δεν αντιδρά, αλλά συμφωνεί ή διαφωνεί

-μπορεί να ανταποκριθεί σε πολλούς ρόλους και δεν προσκολλάται μόνο σε έναν

-δεν προσκολλάται στο παρελθόν αλλά το αξιοποιεί ως πηγή γνώσης

– δεν χάνει το παρόν

-έχει καλή σχέση με το σώμα του

-κοιμάται ήσυχος το βράδυ

-είναι σοβαρός αλλά όχι σοβαροφανής

-δεν βολεύεται σε εύκολες, αλλά στενόχωρες καταστάσεις

-δεν εξουσιάζει και δεν εξουσιάζεται

-έχει αξιοπρέπεια χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι λέει ο κόσμος

-έχει αυτοσεβασμό

-μπορεί να δεσμευτεί σε έναν στόχο που απορρέει από μία επιθυμία του

-έχει συγχωρέσει τον εαυτό και τον άλλο

-δεν είναι τελειομανής

-αντιλαμβάνεται ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτο τμήμα της ζωής και συμφιλιώνεται

-δεν αγκιστρώνεται από τον οποιονδήποτε -ισμό

-ξέρει ότι ενδέχεται να αλλάξει κάποια στιγμή εφόσον πεισθεί (απόψεις, δοξασίες, αξίες)

-αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε όλα κι ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα.

-εξασκεί και διαφυλλάσσει την κριτική του ικανότητα

-έχει μάθει να αυτοπεριορίζεται

-ακόμη εκπλήσσεται

-σέβεται την ελευθερία των άλλων

-εκφράζεται ελεύθερα αλλά με σεβασμό προς τους άλλους

-δεν φοβάται ούτε την πιο παράλογη του σκέψη

-δεν ψάχνει διψασμένος για αποδοχή ή για μπράβο

-δεν είναι ανταγωνιστικός με τους άλλους αλλά επικεντρώνεται στην δική του ανάπτυξη

-αισθάνεται εσωτερικά ασφαλής και δεν ψάχνει τεχνητές πηγές ασφάλειας εξωτερικά

-δεν πείθεται από το ψευδές δίλημμα ασφάλεια ή ελευθερία. Δεν υπάρχει ασφάλεια χωρίς ελευθερία.

-δεν αισθάνεται ένοχος (ή κάνει κάτι και το χαίρεται, ή δεν το κάνει καθόλου).

-αισθάνεται ένα τμήμα του σύμπαντος τόσο μικρό αλλά και τόσο μεγάλο

-ξέρει ότι η ελευθερία του δεν απειλείται ούτε από το πιο μικρό και σκοτεινό κελί του πιο αδυσώπητου δικτάτορα

Η ελευθερία όπως την όρισαν φιλόσοφοι, ιστορικοί και λογοτέχνες:

Ο Καζαντζάκης είχε πει κάποτε ότι αυτός που επιθυμεί την ελευθερία, παρόλο που μπορεί να μην την έχει κατακτήσει ακόμη, βαδίζει προς αυτήν. Συνέδεσε επίσης την ελευθερία με την απουσία φόβου και ελπίδας με το περιβόητο “Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα Είμαι ελεύθερος!”

Ο Καμύ, ως δημοσιογράφος σε μία ανελεύθερη εποχή, είχε πει ότι ελεύθερος είναι όποιος δεν λέει ψέμματα… Το θέμα της ελευθερίας φαίνεται να τον απασχολεί σε όλη του την ζωή και μας προτείνει ότι ο μόνος τρόπος να υπάρξεις σε έναν ανελεύθερο κόσμο είναι είσαι τόσο απόλυτα ελεύθερος ως ύπαρξη ώστε αυτό από μόνο του να αποτελεί μία πράξη ανταρσίας.

Για το Νίτσε ελεύθερος είναι όποιος έχει την θέληση να είναι υπεύθυνος απέναντι στον εαυτό του.

Ο Θουκυδίδης μας λέει ότι ευτυχισμένοι είναι οι ελεύθεροι και ελεύθεροι οι γενναίοι…

Ο Καστοριάδης είχε πει για την ελευθερία ότι μόνο με δύο τρόπους μπορεί κανείς να την καταφέρει: με την πολιτική και την ψυχανάλυση. Μετά την απογοήτευσή του από την εμπλοκή του στην πολιτική πίστευε μόνο στην απελευθερωτική δύναμη της ψυχανάλυσης..

Κι ο Μενέλαος Λουντέμης μας θυμίζει και αφυπνίζει: “Φτηνά την λευτεριά δεν την πουλούν πουθενά. Ούτε και την χαρίζουν. Όσοι την πήραν χάρισμα την χαράμισαν”.

Η αυτάρκεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος

«Η αυτάρκεια είναι ο μεγαλύτερος πλούτος», και «μέγιστος καρπός της αυτάρκειας είναι η ελευθερία». Οι βασικές ανάγκες μπορούν να καλυφθούν μ’ ένα μέτριο εισόδημα, αλλά και η ικανοποίηση που προσφέρουν σε όποιον ξέρει να εκτιμά τα πράγματα δεν είναι διόλου μικρότερη από εκείνη που έχουν να μας προσφέρουν τα ψυχοφθόρα εγχειρήματα που μας εμπλέκουν σε ανταγωνισμούς, και που οι κοινοί άνθρωποι θεωρούν ως απαραίτητα για τη συναισθηματική τους πληρότητα. Γιατί ακριβώς όπως είναι πιο εύκολο και βολικό το να αναπροσαρμόζουμε τα έξοδά μας παρά το εισόδημά μας, το ίδιο εύκολο και βολικό είναι να αναπροσαρμόζουμε τη στάση μας: «Αν θέλεις να κάνεις πλούσιο τον Πυθοκλή», συμβούλευε κάποτε ο Επίκουρος, «μη του δίνεις περισσότερα λεφτά` μείωσε τις επιθυμίες του». Γιατί η ευδαιμονία είναι μια εσωτερική νίκη που υπερβαίνει τις εξωτερικές περιστάσεις. Επομένως, το θέμα δεν είναι να ξεπερνά κανείς τις νίκες των άλλων, αλλά να παρατείνει τη νίκη μέσα του:

Αν θέλεις να κυβερνάς τη ζωή σου σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, μάθε πως πραγματικός πλούτος σημαίνει το να αρκούμαστε στα λίγα. Το λίγο ποτέ δε λείπει. Οι άνθρωποι επιθύμησαν τη δύναμη και τη δόξα για να στηρίξουν το έχει τους σε στέρεα θεμέλια και να μπορούν να ζουν τη ζωή τους ήσυχα μες στα πλούτη. Μάταιος κόπος. Στον αγώνα τους να φτάσουν ψηλά, σπέρνουν το δρόμο της ζωής με δυσκολίες και κινδύνους. Κι από την κορυφή, σαν κεραυνός ο φθόνος τους χτυπά και τους γκρεμίζει με καταφρόνια μες σε τρομερά Τάρταρα. Γιατί από το φθόνο, όπως κι από τον κεραυνό, καίγονται οι ψηλές κορφές και κάθε τι που ξεχωρίζει πάνω από τα’ άλλα. Αξίζει περισσότερο να προσαρμόζεται κανείς ήσυχα παρά να θέλει να υποτάξει τον κόσμο στη εξουσία του και να κυβερνά βασίλεια. Ασ’ τους να χύνουν άσκοπα ματωμένο ιδρώτα εξουθενωμένοι, καθώς παλεύουν στο στενό μονοπάτι της φιλοδοξίας, αφού οι γνώσεις τους υπαγορεύονται από ξένα χείλη, κι οι επιθυμίες τους καθορίζονται από αυτά που ακούν από άλλους κι όχι απ’ τα δικά τους αισθήματα.

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων

EDMUND HUSSERL: Η Επιστήμη της συνείδησης

Ο Καρτέσιος (Ντεκάρτ) αναζήτησε να θεμελιώσει τη γνώση και να εξασφαλίσει την ανάπτυξη της Επιστήμης στις πρώτες αναμφισβήτητες παρατηρήσεις που μπορούμε να κάνουμε. Για να φτάσει να βρει την αναμφισβήτητη 100% βεβαιότητα, ξεκίνησε, (με τη λογική των σκεπτικιστών να αμφισβητεί το σύνολο των πληροφοριών και των γνώσεων που αποκτήθηκαν από την εμπειρία με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι έφτασε στην πιο φανερή αλήθεια που απόμεινε και αυτό ήταν το γεγονός ότι υπάρχουμε (σκέφτομαι και αμφιβάλλω, άρα υπάρχω). 

Ο Καρτέσιος παρατήρησε ότι η πιο φανερή αλήθεια δεν χρειαζόταν πολλές σκέψεις και ιδιαίτερη ανάλυση για να είναι αξιόπιστη. Η παρατήρηση αυτή και η απλή έκφρασή της στην οποία κατέληξε με προσωρινή αμφισβήτηση για όλα, είχε από μόνη της άμεση βεβαιότητα (πρόδηλη αλήθεια). Μάλιστα, από αυτή τη δυνατότητα να είμαστε βέβαιοι για ορισμένες αλήθειες χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση και μακρόσυρτους συλλογισμούς, ο Καρτέσιος συμπέρανε ότι υπάρχει ένας εγγυητής” που μας έχει εξασφαλίσει έναν λογικό κόσμο, έναν κόσμο που δεν μας εξαπατά και αντιθέτως μπορούμε να γνωρίζουμε τον εξωτερικό κόσμο με τη λογική σκέψη και με έμφυτες ιδέες, επάνω στις οποίες μπορούμε και βασίζουμε την Επιστήμη (ορθολογισμός).

Ο Edmund Husserl (Έντμουντ Χούσερλ, 1859-1938) δεν απομακρύνθηκε πολύ από αυτή τη συγκεκριμένη διαπίστωση του Καρτέσιου. Ακολούθησε την ορθολογική ερμηνεία που θεμελίωσε ο Καρτέσιος και ανέπτυξε μία φιλοσοφική θεωρία όπου η κεντρική άποψη, κάτω από άλλους όρους της έκφρασης, είναι η παρατήρηση της άμεσης επαφής” που έχει η συνείδηση με τον εαυτό της ( προθετικότητα) και την οποία αυτή διατηρεί ανεξάρτητα από το όποιο περιεχόμενό της. Η έμφαση που έδωσε στην άμεση σχέση της συνείδησης με τον εαυτό της και η υποβάθμιση του κόσμου σε τυχαίο φαινόμενο, αυτές, με απλά λόγια αποτελούν τις κεντρικές ιδέες όλης της φιλοσοφίας του και τροφοδότησαν τις φιλοσοφικές προσπάθειες που χαρακτηρίζουμε με τον όρο “υπαρξισμό”.

Ο Edmund Husserl ήταν επικριτικός στους εμπειριστές και στους σκεπτικιστές φιλόσοφους (στον Λοκ, στον Χιουμ, στον Μπέρκλεϊ , μερικοί όπως ο ίδιος αναφέρει) οι οποίοι ξεκινούσαν με το δεδομένο ότι ήδη κατέχουμε αντικειμενική γνώση, γνώση των αντικειμένων όπως την αποκτάμε από τις αισθήσεις, χωρίς όμως να εξηγούν πως το πλήθος των πληροφορίες οργανώνεται και συσχετίζεται από διαδικασίες ψυχολογικές και λογικές, ένα γνωστό ζήτημα στη φιλοσοφία, από την αρχαιότητα. Κάπου εδώ, ο Husserl βρήκε το περιθώριο για να αναπτύξει τις δικές του σκέψεις, που μοιάζουν να έγιναν από αντίδραση στην ξέφρενη ανάπτυξη των επιστημών και στην εφαρμογή μιας ουδέτερης (αποστασιοποιημένος) λογικής στην περιγραφή των πραγμάτων.

Έτσι ο Husserl αξίωσε τη δημιουργία μίας Πρώτης Φιλοσοφίας, η οποία θα ήταν η Επιστήμη της συνείδησης και της σχέσης της με τον κόσμο (ο οποίος υπάρχει σαν πλήθος φαινομένων) και κατ’ επέκταση θα ήταν η Επιστήμη που “ενοποιεί” αν όχι θεμελιώνει το σύνολο των επιστημών, Αυτός ήταν ο προορισμός της Φιλοσοφίας. Διότι, κάθε εμπειρία, η γνώση των πραγμάτων και η επιστημονική αλήθεια εξαρτώνται από το υποκείμενο της γνωστικής διαδικασίας (που είναι ο άνθρωπος) και από την τάση της συνείδησης να αποδίδει το δικό της ξεχωριστό νόημα στο περιεχόμενο της εμπειρίας. Δηλαδή, είναι απαραίτητο πρώτα να γνωρίσουμε το υποκείμενο και τον τρόπο που λειτουργεί με τη συνείδηση του και αυτό για να το επιτύχουμε, χρειάζεται ο “καθαρισμός της συνείδησης από τα ιδιαίτερα ψυχολογικά γνωρίσματα και από το τυχαίο περιεχόμενο του φυσικού και του κοινωνικού κόσμου. 

Σε κατάσταση φυσικών και κοινωνικών περιορισμών και εξαναγκασμών, ο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφτεί και να κατανοήσει τον εαυτό του. Χρειάζεται να γίνει η αποδέσμευση από τον κόσμο των φαινομένων, που ονομάζουμε φυσική και κοινωνική πραγματικότητα και η απαλλαγή της συνείδησης από το φορτίο των εμπειριών. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται μια νέα και “καθαρή” προσέγγιση της πραγματικότητας. Με αυτή τη μέθοδο (της φαινομενολογικής αναγωγής) αποκαλύπτεται αμέσως η συνείδηση στον εαυτό της και η δική της ροπή να δίνει νόημα και ύπαρξη στα φαινόμενα.

Για τον Husserl η ουσία των πραγμάτων δεν είναι τα τυχαία φαινόμενα και οι σκέψεις που η νόηση συγκροτεί γι' αυτά, αλλά είναι η άμεση αποκάλυψη της συνείδησης στον εαυτό της Η συνείδηση είναι βέβαιη για τον εαυτό της και για τα βήματά της ανεξάρτητα από τη σύνδεσή τους με τα φαινόμενα, ενώ με τα φαινόμενα δεν παύει να στρέφεται στον εαυτό της. Η ” Πρώτη Φιλοσοφία” που μπορούμε να απο καλέσουμε και “φαινομενολογία” έχει για αντικείμενο αυτήν την ουσία κι όχι τα γεγονότα, σε αντίθεση με την Επιστήμη και συγκρούεται με τον εμπειρισμό, το θετικισμό και με την αποστασιοποιημένη λογική. Από την άλλη υποβαθμίζει το ρόλο της επιστημονικής προσέγγισης και την λογική σαν ξένες λειτουργίες της συνείδησης, που την αποξενώνουν από τον εαυτό της και της εμφανίζουν ένα κόσμο σαν άσχετο από την ίδια τη συνείδηση. Επίσης, η ανθρώπινη συνείδηση και ψυχή παρουσιάζονται στη θεωρία του σαν μεταφυσικές αρχές που υπάρχουν πριν από κάθε εμπειρία, που είναι όπως είναι ανεξάρτητα από τις σχέσεις τους με τον εξωτερικό κόσμο και θα μπορούσαν να απομείνουν χωρίς καμία πληροφορία και γνώση. 

Ο Husserl τελικά, δεν πρόσφερε στη φιλοσοφία νέες άγνωστες απόψεις ούτε τις σκέψεις που οδηγούν τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα σε νέες λύσεις, Δεν γινόμαστε σοφότεροι για τα ηθικά ζητήματα, ούτε διαβάζουμε μια νέα άποψη για τη δημιουργία των πραγμάτων και κυρίως μάς προβληματίζει για το πόσο πρέπει να εμπιστευόμαστε τις αισθήσεις μας και για το νόημα της λογικής και για τα όρια στη χρησιμότητα της Επιστήμης. Όπως πολλοί σύγχρονοί του, επεξεργάστηκε τις προηγούμενες φιλοσοφικές παρατηρήσεις και τις γνωστές αντιπαραθέσεις. Τόνισε ιδιαίτερα μερικές από αυτές τις παρατηρήσεις, τις αναδιατύπωσε, τις συμπλήρωσε με περισσότερες σκέψεις και συνετέλεσε στην καλύτερη αφομοίωσή τους με το δυσνόητο τρόπο που συνήθως επιλέγουν οι φιλόσοφοι, δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με απλούστερο λεξιλόγιο και για τα πράγματα με το πιο ιδιαίτερο όνομά τους.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: Όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός


Όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός, ενώ της ψυχής είναι όνειρο και ψευδαίσθηση` η ίδια η ζωή είναι πόλεμος και ταξίδι σε ξένο τόπο

Της ανθρώπινης ζωής ο χρόνος είναι μια στιγμή, η ουσία της ρευστή, οι αισθήσεις αμυδρές, του κορμιού η σύσταση φθαρτή, η ψυχή μια σβούρα, η τύχη ανεξιχνίαστη κι η φήμη προϊόν ακρισίας. Με δυο λόγια, όλα του σώματος είναι ρευστά σαν ποταμός, ενώ της ψυχής είναι όνειρο και ψευδαίσθηση` η ίδια η ζωή είναι πόλεμος και ταξίδι σε ξένο τόπο, κι η υστεροφημία είναι λήθη. 

Ποιος μπορεί να μας παρασταθεί στο δρόμο; Η φιλοσοφία και μόνον αυτή. Και φιλοσοφία θα πει, να διατηρείς τον δαίμονα που ‘χεις μέσα σου απρόσβλητο, σώο και αβλαβή, υπεράνω πόνων και ηδονών` τίποτα να μην κάνεις στα κουτουρού, τίποτα στα ψεύτικα και με υποκρισία` φιλοσοφία θα πει να μην έχεις ανάγκη από το τι κάνει ή δεν κάνει ο άλλος` κι ακόμη, ό, τι σου προκύψει και ό, τι σου στέλνει η μοίρα ο δαίμονάς σου να τα δέχεται, ως προερχόμενα κάπου από κει, απ’ όπου προέρχεται κι αυτός. Και πάνω απ’ όλα, να περιμένεις το θάνατο με γαλήνιο νου, ως κάτι που δεν είναι παρά μια ακόμα διάλυση στοιχείων που συνθέτουν κάθε έμβιο ον. 

Μεταβάλλονται αυτά τα στοιχεία, το καθένα σε κάτι άλλο, και δεν είναι διόλου τρομερό αυτό. Αν είναι έτσι, τι σου κακοφαίνεται αυτή η μεταβολή και διάλυση των πάντων; Αφού γίνεται σύμφωνα με τη Φύση. Και ό, τι είναι σύμφωνο με τη Φύση δεν είναι κακό.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

ΒΟΚΑΚΙΟΣ: Μια πολύ αστεία ιστορία απιστίας

Ξέρετε, ασφαλώς, πως ένας φλωρεντινός ευπατρίδης, που κατοικούσε στο Παρίσι, αναγκάστηκε απ’ τη φτώ­χεια να γίνει έμπορος, και οι δουλειές του πήγαν τόσο καλά, που έκανε μεγάλη περιουσία. Από τη γυναίκα του απόκτησε μονάχα ένα γιο, τον Λοντοβίκο, που πήρε απ’ τον πατέρα του μονάχα τις αριστοκρατικές ροπές και κα­μιά κλίση για το εμπόριο. Για τούτο ο πατέρας του δεν του εμπιστεύτηκε τη δουλειά του, αλλά τον έβαλε μαζί με άλλους νεαρούς ευγενείς στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας, όπου έμαθε καλούς τρόπους και συμπερι­φορά.

Στο διάστημα που έμενε στην Αυλή, πολλοί ιππότες, που γύριζαν απ’ τους Αγίους Τόπους, τύχαινε να κουβεν­τιάζουν μπροστά του, όπως συνηθίζουν οι νέοι, για τις ωραίες γυναίκες της Γαλλίας, της Αγγλίας κι άλλων χω­ρών του κόσμου. Ένας από τους ιππότες άρχισε να λέει πως στις διάφορες περιπλανήσεις του δεν είχε δει ομορ­φιά που να μπορεί να συγκριθεί με την ομορφιά της ντό­νας Βεατρίκης, της γυναίκας του Εγκάνο Γκαλούτσι, στην Μπολόνια. Και όλοι οι σύντροφοί του, που την εί­χαν δει στην Μπολόνια, συμφώνησαν μαζί του.

Σαν το άκουσε ο Λοντοβίκο, που ήταν ακόμη αρχάριος στον έρωτα, ένιωσε τόσο μεγάλη επιθυμία να τη δει, που δεν είχε άλλη σκέψη στο νου του. Μ’ αυτό το σκοπό, αποφάσισε να πάει οπωσδήποτε στην Μπολόνια, και μά­λιστα να μείνει εκεί, αν του άρεσε η κυρά. Είπε λοιπόν στον πατέρα του πως ήθελε δήθεν να πάει στον Πανάγιο Τάφο για προσκύνημα, και με τα πολλά κατάφερε να πάρει την άδειά του. Έφτασε στην Μπολόνια με το όνομα Ανιτσίνο, και τα ’φερε η τύχη να δει την άλλη μέρα κιόλας την κυρά σε μια γιορτή. Τη βρήκε ακόμα πιο ωραία απ’ ό,τι είχε φανταστεί, την ερωτεύτηκε φλογερά κι αποφάσισε να μη φύγει απ’ την Μπολόνια δίχως να χαρεί τον έρωτά της.

Κάθισε να σκεφτεί πώς θα το πετύχαινε, και βρήκε πως ο μόνος τρόπος που παρουσίαζε κάποιες πιθανότητες ήταν να μπει στην υπηρεσία του άντρα της, που είχε πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Πούλησε τα άλογά του, βόλεψε τους υπηρέτες του και τους έδωσε οδηγίες να κάνουν πως δεν τον γνωρίζουν αν τύχαινε να τον αν­ταμώσουν. Ύστερα, πήρε παράμερα τον ξενοδόχο και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να μπει, αν ήταν δυνατόν, στην υπηρεσία κάποιου μεγάλου αφέντη.

«Μου φαίνεται» του αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, «πως εί­σαι ό,τι χρειάζεται για ν’ αρέσεις σ’ έναν μεγάλο άρχον­τα αυτού του τόπου, τον Εγκάνο με τ’ όνομα. Έχει πολ­λούς υπηρέτες και τους θέλει με καλό παρουσιαστικό, σαν εσένα. Άσε — θα του μιλήσω».

Έκανε όπως είπε, κι ο Εγκάνο δέχτηκε να προσλάβει τον Ανιτσίνο, που η χαρά του δεν περιγράφεται.

Ο Ανιτσίνο, στην υπηρεσία τώρα του Εγκάνο, είχε συ­χνά την ευκαιρία να βλέπει την κυρά. Και υπηρετούσε τον αφέντη του τόσο καλά και με τόση αφοσίωση, που ο Εγκάνο τον συμπάθησε σε σημείο που να μην μπορεί τί­ποτα να κάνει δίχως αυτόν. Και εκτός που τον είχε στην προσωπική του υπηρεσία, του ανέθεσε και τη διαχείριση όλης της περιουσίας του.

Μια μέρα, ο Εγκάνο βγήκε να κυνηγήσει πουλιά, δί­χως να πάρει μαζί του τον Ανιτσίνο.

Η Βεατρίκη δεν είχε καταλάβει ακόμα πως ο Ανιτσίνο ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά οι τρόποι του και το παρουσιαστικό του την έκαναν πολλές φορές να σκεφτεί πως ήταν χαριτωμένος και πως της άρεσε. Κάθισαν λοιπόν σ’ ένα τραπέζι και βάλθηκαν να παίζουν σκάκι, κι ο Ανιτσίνο, θέλοντας να την ευχαριστήσει, άφησε μ’ επιτηδειότητα να νικηθεί, προς μεγάλη χαρά της Βεατρίκης. Οι κοπέ­λες της συνοδείας της παράτησαν τότε να παρακολουθούν το παιχνίδι, και τους άφησαν μόνους. Ο Ανιτσίνο αναστέναξε βαθιά, και τότε εκείνη τον κοίταξε και τον ρώτησε:

«Τι έχεις, Ανιτσίνο: Σου κακοφάνηκε που σε κέρδισα! «Ντόνα» της αποκρίθηκε, «μια πολύ πιο σοβαρή αιτία με κάνει κι αναστενάζω».

«Για το καλό που μου θέλεις» του λέει, «πες μου την».

Ο Ανιτσίνο, ακούγοντας τη γυναίκα που αγαπούσε περισσότερο από καθετί στον κόσμο να τον εξορκίζει «για το καλό που της θέλει», αναστέναξε ακόμα πιο βαθιά. Η Βεατρίκη τον παρακάλεσε και πάλι να της πει ποια αιτία τον έκανε να αναστενάζει.

«Ντόνα» της αποκρίθηκε ο Ανιτσίνο, «φοβάμαι πως θα σας ενοχλήσω αν σας το πω. Φοβάμαι μην το πείτε και σε άλλους».

«Σου υπόσχομαι» του λέει, «να μη στενοχωρηθώ. Πες μου ό,τι έχεις να μου πεις, και να ’σαι βέβαιος πως δε θα το πω σε κανέναν δίχως τη συγκατάθεσή σου».

«Αφού μου το υπόσχεστε» είπε ο Ανιτσίνο, «θα σας το πω».

Λες και τρεμόπαιζαν δάκρυα στα βλέφαρά του, όσο της διηγόταν ποιος ήταν, τι είχε μάθει γι’ αυτήν, πού και πώς την είχε ερωτευτεί, και για ποιο λόγο είχε μπει στην υπη­ρεσία του άντρα της. Ύστερα, όσο γίνεται πιο ταπεινά, την παρακάλεσε να τον λυπηθεί και να στέρξει στον τόσο μυστικό και φλογερό πόθο του. Αν όχι, δίχως τίποτα ν’ αλλάξει στις σχέσεις τους, να ανεχτεί τη λατρεία του.

Ω, αίμα μπολονέζικο, μοναδικό για τη γλύκα σου! Πό­σες φορές δε σ’ έχουν υμνήσει σε τέτοιες περιστάσεις! Μακριά τα δάκρυα κι οι αναστεναγμοί, και πάντα υποκύπτεις στις ικεσίες και στον ερωτικό πόθο· κι αν ήμουν κατάλληλη να εγκωμιάσω τις αρετές σου, ποτέ δε θα ’σβηνε η φωνή μου.

Όσο μιλούσε ο Ανιτσίνο, η όμορφη κυρά τον κοίταζε κατάματα και πίστευε απόλυτα όσα της έλεγε. Οι ικεσίες κι ο έρωτας του νεαρού τρύπησαν τόσο βαθιά την καρδιά της, που άρχισε κι αυτή να αναστενάζει. Κι αφού αναστέναξε μερικές φορές, του αποκρίθηκε:

«Γλυκέ μου Ανιτσίνο, μην απελπίζεσαι. Έχω τραβήξει -και τραβάω ακόμα— ένα πλήθος θαυμαστές. Μα ούτε τα δώρα, ούτε οι υποσχέσεις, ούτε το φλογερό πάθος, απ’ όποιον κι αν προέρχονταν, είτε από ιππότη, είτε από με­γάλο άρχοντα, είτε απ’ όποιον άλλο, δεν μπόρεσαν ποτέ να συγκινήσουν την καρδιά μου. Κι έφτασε τόσο λίγη ώρα. όσο κράτησαν τα λόγια σου, για να γίνει η καρδιά μου περισσότερο δική σου παρά δική μου. Μπόρεσες να κερδίσεις απόλυτα τον έρωτά μου. Σου τον χαρίζω και σου υπόσχομαι να τον χαρείς πριν να περάσει η νύχτα που έρχεται. Και για να κρατήσω την υπόσχεσή μου, έλα στην κάμαρά μου τα μεσάνυχτα — θ’ αφήσω την πόρ­τα ανοιχτή, ξέρεις σε ποια μεριά του κρεβατιού κοιμά­μαι, έλα εκεί, κι αν τύχει και κοιμάμαι, σκούντησε με ανάλαφρα για να ξυπνήσω, και θα σε αποζημιώσω για τον μακροχρόνιο πόθο σου. Και για να με πιστέψεις, πά­ρε για αρραβώνα ένα φιλί».

Τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό, κι έδωσαν ένα μακρόσυρτο ερωτικό φιλί.

Ύστερα, ο Ανιτσίνο την άφησε για ν’ ασχοληθεί με διάφορες υποθέσεις, περιμένοντας με χαρούμενο καρδιο­χτύπι να νυχτώσει.

Ο Εγκάνο γύρισε απ’ το κυνήγι, κάθισε να φάει, κι όπως ήταν κουρασμένος, πήγε να πλαγιάσει. Δεν άργησε ν’ ανέβει κι η γυναίκα του, και σύμφωνα με την υπόσχε­σή της, άφησε την πόρτα ανοιχτή. Την ορισμένη ώρα πήγε κι ο Ανιτσίνο, μπήκε στην κάμαρα πατώντας στ’ ακροδάχτυλα κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Τράβηξε προς το μέρος όπου πλάγιαζε η ντόνα Βεατρίκη, της άγ­γιξε το στήθος και είδε πως ήταν ξύπνια. Όταν κατάλαβε η Βεατρίκη πως ήταν ο Ανιτσίνο, του έπιασε το χέρι και το έσφιξε δυνατά. Ύστερα, γύρισε απ’ την άλλη, ξύπνη­σε τον άντρα της που κοιμόταν, κι άρχισε να του λέει: «Δε θέλησα να σου πω τίποτα σαν ήρθες, γιατί μου φάνηκες κουρασμένος. Μα πες μου, ο Θεός μαζί σου, Εγκάνο, απ’ όλους τους υπηρέτες σου, ποιος είναι ο καλύτε­ρος, ο πιο πιστός, αυτός που προτιμάς;»

«Ωραία ερώτηση!» της αποκρίθηκε. «Δεν τον ξέρεις; Ούτε είχα ποτέ, ούτε έχω σε κανέναν τόση εμπιστοσύνη, όση στον αγαπητό μου και πιστό Ανιτσίνο. Αλλά γιατί με ρωτάς;»

Ο Ανιτσίνο, βλέποντας πως ο Εγκάνο είχε ξυπνήσει, κι ακούγοντας να μιλούν γι’ αυτόν, φοβήθηκε πως η κυ­ρά τού είχε στήσει παγίδα, και δοκίμασε πολλές φορές να τραβήξει το χέρι του και να το βάλει στα πόδια, μα η Βεατρίκη το κρατούσε τόσο σφιχτά, που δεν μπόρεσε. Στο μεταξύ, αποκρινόταν εκείνη στον Εγκάνο:

«Θα σου πω. Τον νόμιζα κι εγώ, όπως εσύ, πιο αφοσιωμένο απ’ όλους. Και με έβγαλε ο ίδιος απ’ την πλάνη μου. Σαν έφυγες για το κυνήγι, εκείνος έμεινε, διάλεξε τη στιγμή και δεν ντράπηκε να μου κάνει ανήθικες προ­τάσεις. Και τότε εγώ, για να μη χρειαστεί να σου δώσω πολλές αποδείξεις και για να πειστείς με τα μάτια σου, του αποκρίθηκα πως είμαι σύμφωνη και πως απόψε κιόλας, μετά τα μεσάνυχτα, θα πάω να τον περιμένω στον κήπο, κάτω από το πεύκο. Φυσικά, δεν το ’χω σκοπό να πάω. Μα αν θες να διαπιστώσεις πόσο λίγο σου είναι πι­στός, είναι πολύ εύκολο: φόρεσε μια ρόμπα μου, τύλιξε το κεφάλι σου με μια σάρπα και πήγαινε να τον περιμέ­νεις. Είμαι βέβαιη πως θα ’ρθει».

«Σίγουρα θα πάω να δω» αποκρίθηκε ο Εγκάνο στα λόγια της γυναίκας του.

Σηκώθηκε όπως όπως στα σκοτεινά, φόρεσε μια ρόμπα της κυράς, τύλιξε μια σάρπα στο κεφάλι του, ύστερα πή­γε στον κήπο κι άρχισε να παραμονεύει κοντά σ’ ένα πεύκο.

Σαν τον είδε όρθιο η Βεατρίκη και τον άκουσε να βγαίνει, σηκώθηκε κι αυτή και σύρτωσε την πόρτα από μέσα. Ο Ανιτσίνο, που είχε δοκιμάσει τον μεγαλύτερο φόβο της ζωής του, είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τα χέρια της κυράς και καταριόταν εκατό χιλιάδες φορές τη Βεατρίκη, τον έρωτά του και την απλοϊκότητα που είχε δείξει, μα σαν είδε πού κατέληγαν όλα αυτά, ένιωσε ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Η κυρά ξαναγύρισε στο κρεβάτι, κι όταν τον κάλεσε, πλάγιασε κι αυ­τός, γδυτός όπως εκείνη, και για πολλή ώρα χάρηκαν τον αμοιβαίο έρωτά τους.

Σαν έκρινε η κυρά πως ο Ανιτσίνο δεν έπρεπε να μείνει περισσότερο, τον έβαλε να σηκωθεί και να ντυθεί και του είπε:

«Γλυκό μου στοματάκι, πάρε ένα χοντρό ραβδί, πήγαι­νε στον κήπο και προσποιήσου πως είχες θελήσει να με δοκιμάσεις. Βρίσε τον Εγκάνο σαν να ’μουν εγώ, και δώσ’ του κάμποσες με το ραβδί. Θα δεις το αποτέλεσμα και τι ωραία που θα περάσουμε οι δυο μας».

Ο Ανιτσίνο σηκώθηκε, κατέβηκε μ’ ένα ραβδί από ξύ­λο ιτιάς στο χέρι και σίμωσε στο πεύκο. Ο Εγκάνο, που τον είδε να ‘ρχεται, σηκώθηκε και προχώρησε με προ­σποιητή χαρά να τον υποδεχτεί, μα ο Ανιτσίνο έβαλε τις φωνές:

«Α, παλιογυναίκα! Ήρθες, λοιπόν! Πίστεψες πως θα πρόδινα τον αφέντη μου, ε; Χίλιες φορές καταραμένη η ώρα που ήρθες!»

Ο Εγκάνο, ακούγοντας αυτά τα λόγια και βλέποντας το ραβδί, το ‘βαλε στα πόδια, κι ο Ανιτσίνο, ξοπίσω του, δε σταματούσε να φωνάζει:

«Ε, που να το βρεις απ’ το Θεό, παλιοβρόμα! Έννοια σου, όμως, αύριο θα τα πω όλα στον Εγκάνο».

Ο Εγκάνο, που είχε φάει κάμποσες ξυλιές, γύρισε σε κακά χάλια στην κάμαρά του. Η γυναίκα του τον ρώτησε αμέσως αν είχε πάει ο Ανιτσίνο στον κήπο.

«Να ’δινε ο Θεός να μην είχε έρθει!» της αποκρίθηκε. «Με πήρε για σένα, με μαύρισε στο ξύλο και με έβρισε με τα χειρότερα λόγια, σαν να ’μουν καμιά πόρνη. Για να ’μαι ειλικρινής, μου φάνηκε πολύ παράξενο να σου είχε κάνει τέτοιες προτάσεις με την υστεροβουλία να με ατιμάσει. Θέλησε να σε δοκιμάσει, καθώς σ’ έβλεπε πάν­τα γελαστή και πεταχτή».

«Δόξα να ’χει ο Θεός, που εμένα με δοκίμασε με τα λό­για κι εσένα με τα έργα. Και σίγουρα μπορεί να λέει πως υπομένω τα λόγια καλύτερα απ’ ό,τι εσύ τα έργα. Ωστό­σο, μια και σου είναι τόσο πιστός, πρέπει να του δείξεις φιλία και να τον τιμάς».

«Ναι, έχεις δίκιο» αποκρίθηκε ο Εγκάνο.

Κι από κείνη την περιπέτεια, έβγαλε το συμπέρασμα πως είχε, απ’ όλους τους αριστοκράτες του τόπου, την τι­μιότερη γυναίκα και τον πιστότερο υπηρέτη. Και πολλές φορές οι τρεις τους ξεκαρδίζονταν στα γέλια όταν θυμόνταν το επεισόδιο – που, δίχως αυτό, ίσως να μην έβρισκαν, ο Ανιτσίνο και η κυρά, την ίδια ευκολία στις σχέσεις τους, που τις συνέχισαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Κι ο Ανιτσίνο έμεινε όσον καιρό θέλησε στο σπίτι του Εγκάνο, στην Μπολόνια.

ΒΟΚΑΚΙΟΣ, Το δεκαήμερο

Το στοίχημα του Πασκάλ

Ο Γάλλος μαθηματικός και φιλόσοφος του δεκάτου εβδόμου αιώνα Μπλεζ Πασκάλ υποστήριξε ότι η απόφαση για το αν θα πιστέψει κανείς στο Θεό ή όχι, ουσιαστικά είναι ένα στοίχημα.

Αν επιλέξουμε να συμπεριφερθούμε σαν να υπάρχει Θεός και όταν φθάσουμε στο τέλος αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει, δεν έγινε και τίποτα. Εντάξει, ίσως να έχουμε χάσει την ικανότητα να απολαύσουμε τα Εφτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, αλλά αυτό είναι ψιλά γράμματα σε σύγκριση με την εναλλακτική.

Αν βάλουμε στοίχημα ότι δεν υπάρχει Θεός, και στο τέλος ανακαλύψουμε ότι υπάρχει Θεός, έχουμε χάσει το κυρίως πιάτο, την αιώνια ευδαιμονία.

Επομένως, σύμφωνα με τον Πασκάλ, η καλύτερη στρατηγική είναι να ζούμε σαν να υπάρχει Θεός.

Αυτό είναι γνωστό στους ακαδημαϊκούς ως το “στοίχημα του Πασκάλ”. Για μας τους υπόλοιπους, είναι αυτό που λέμε “μειώνω τους κινδύνους”.

Εμπνευσμένη από τις Σκέψεις του Πασκάλ, μια γριούλα πηγαίνει στην τράπεζα με μια σάκα γεμάτη με $100.000 σε μετρητά και ζητά να ανοίξει λογαριασμό. Ο επιφυλακτικός τραπεζικός ρωτά που βρήκε τα λεφτά.
«Από τον τζόγο», λέει. «Είμαι πολύ καλή στον τζόγο».
Θέλοντας να μάθει περισσότερα, ο τραπεζικός ρωτά: «Τι είδους στοιχήματα βάζετε;»
«Α, όλων των ειδών», λέει εκείνη. «Για παράδειγμα, βάζω στοίχημα $25.000 εδώ και τώρα ότι μέχρι αύριο το μεσημέρι θα έχετε κάνει ένα τατουάζ πεταλούδα στο δεξί σας γλουτό».
«Ε, λοιπόν θα ήθελα να δεχτώ αυτό το στοίχημα» λέει ο τραπεζικός «αλλά δεν θα ήταν σωστό να πάρω τα χρήματα σας για ένα τόσο παράλογο στοίχημα».
«Αφήστε με να σας το θέσω έτσι», λέει η γυναίκα. «Αν δε δεχτείτε το στοίχημά μου θα πρέπει να βρω άλλη τράπεζα για να καταθέσω τα χρήματά μου».
«Ελάτε τώρα, μη βιάζεστε», λέει ο τραπεζικός. «Θα δεχτώ το στοίχημά σας».
Η γυναίκα επιστρέφει την επομένη μέρα το μεσημέρι με το δικηγόρο της ως μάρτυρα. Ο τραπεζικός, γυρίζει, κατεβάζει το παντελόνι του, και καλεί τους δύο τους να δουν ότι έχει κερδίσει το στοίχημα.
«Εντάξει» λέει η γυναίκα «αλλά μήπως θα μπορούσατε να σκύψετε λόγο ακόμα για να σιγουρευτούμε;»
Ο τραπεζικός δέχεται και η γυναίκα, αναγνωρίζει ότι έχασε, μετρώντας μέσα από τη σάκα της $25.000.
Εν τω μεταξύ ο δικηγόρος κάθεται κρύβοντας το κεφάλι του στα χέρια του. «Τι έπαθε;» ρωτά ο τραπεζικός.
«Α, απλά δεν ξέρει να χάνει», λέει. «Του έβαλα στοίχημα $100.000 ότι μέχρι το μεσημέρι σήμερα, θα μας δείχνατε τον πισινό σας στο γραφείο σας».

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (4.18.4-4.19.3)

[4.18.4] Ἅμα δὲ τῷ ἦρι ὑποφαίνοντι προὐχώρει ὡς ἐπὶ τὴν ἐν τῇ Σογδιανῇ πέτραν, ἐς ἣν πολλοὺς μὲν τῶν Σογδιανῶν ξυμπεφευγέναι αὐτῷ ἐξηγγέλλετο· καὶ ἡ Ὀξυάρτου δὲ γυνὴ τοῦ Βακτρίου καὶ αἱ παῖδες αἱ Ὀξυάρτου ἐς τὴν πέτραν ταύτην ξυμπεφευγέναι ἐλέγοντο, Ὀξυάρτου αὐτὰς ὡς ἐς ἀνάλωτον δῆθεν τὸ χωρίον ἐκεῖνο ὑπεκθεμένου, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀφειστήκει ἀπ᾽ Ἀλεξάνδρου. ταύτης γὰρ ἐξαιρεθείσης οὐκέτι οὐδὲν ὑπολειφθήσεσθαι ἐδόκει τῶν Σογδιανῶν τοῖς νεωτερίζειν ἐθέλουσιν. [4.18.5] ὡς δὲ ἐπέλασαν τῇ πέτρᾳ, καταλαμβάνει πάντῃ ἀπότομον ἐς τὴν προσβολὴν σιτία τε ξυγκεκομισμένους τοὺς βαρβάρους ὡς ἐς χρόνιον πολιορκίαν. καὶ χιὼν πολλὴ ἐπιπεσοῦσα τήν τε πρόσβασιν ἀπορωτέραν ἐποίει τοῖς Μακεδόσι καὶ ἅμα ἐν ἀφθονίᾳ ὕδατος τοὺς βαρβάρους διῆγεν. ἀλλὰ καὶ ὣς προσβάλλειν ἐδόκει τῷ χωρίῳ. [4.18.6] καὶ γάρ τι καὶ ὑπέρογκον ὑπὸ τῶν βαρβάρων λεχθὲν ἐς φιλοτιμίαν ξὺν ὀργῇ ἐμβεβλήκει Ἀλέξανδρον. προκληθέντες γὰρ ἐς ξύμβασιν καὶ προτεινομένου σφίσιν, ὅτι σώοις ὑπάρξει ἐπὶ τὰ σφέτερα ἀπαλλαγῆναι παραδοῦσι τὸ χωρίον, οἱ δὲ σὺν γέλωτι βαρβαρίζοντες πτηνοὺς ἐκέλευον ζητεῖν στρατιώτας Ἀλέξανδρον, οἵτινες αὐτῷ ἐξαιρήσουσι τὸ ὄρος, ὡς τῶν γε ἄλλων ἀνθρώπων οὐδεμίαν ὤραν σφίσιν οὖσαν. [4.18.7] ἔνθα δὴ ἐκήρυξεν Ἀλέξανδρος τῷ μὲν πρώτῳ ἀναβάντι δώδεκα τάλαντα εἶναι τὸ γέρας, δευτέρῳ δὲ ἐπὶ τούτῳ τὰ δεύτερα καὶ τρίτῳ τὰ ἐφεξῆς, ὡς τελευταῖον εἶναι τῷ τελευταίῳ ἀνελθόντι τριακοσίους Δαρεικοὺς τὸ γέρας. καὶ τοῦτο τὸ κήρυγμα παρώξυνεν ἔτι μᾶλλον καὶ ἄλλως τοὺς Μακεδόνας ὡρμημένους.
[4.19.1] Ξυνταξάμενοι δὴ ὅσοι πετροβατεῖν ἐν ταῖς πολιορκίαις αὐτῷ μεμελετήκεσαν, ἐς τριακοσίους τὸν ἀριθμόν, καὶ πασσάλους μικροὺς σιδηροῦς, οἷς αἱ σκηναὶ καταπεπήγεσαν αὐτοῖς, παρασκευάσαντες, τοῦ καταπηγνύναι αὐτοὺς ἔς τε τὴν χιόνα ὅπου πεπηγυῖα φανείη καὶ εἴ πού τι τῆς χώρας ἔρημον χιόνος ὑποφαίνοιτο, καὶ τούτους καλωδίοις ἐκ λίνου ἰσχυροῖς ἐκδήσαντες τῆς νυκτὸς προὐχώρουν κατὰ τὸ ἀποτομώτατόν τε τῆς πέτρας καὶ ταύτῃ ἀφυλακτότατον. [4.19.2] καὶ τούτους τοὺς πασσάλους καταπηγνύντες τοὺς μὲν ἐς τὴν γῆν, ὅπου διεφαίνετο, τοὺς δὲ καὶ τῆς χιόνος ἐς τὰ μάλιστα οὐ θρυφθησόμενα, ἀνεῖλκον σφᾶς αὐτοὺς ἄλλοι ἄλλῃ τῆς πέτρας. καὶ τούτων ἐς τριάκοντα μὲν ἐν τῇ ἀναβάσει διεφθάρησαν, ὥστε οὐδὲ τὰ σώματα αὐτῶν ἐς ταφὴν εὑρέθη ἐμπεσόντα ἄλλῃ καὶ ἄλλῃ τῆς χιόνος. [4.19.3] οἱ δὲ λοιποὶ ἀναβάντες ὑπὸ τὴν ἕω καὶ τὸ ἄκρον τοῦ ὄρους καταλαβόντες σινδόνας κατέσειον ὡς ἐπὶ τὸ στρατόπεδον τῶν Μακεδόνων, οὕτως αὐτοῖς ἐξ Ἀλεξάνδρου παρηγγελμένον. πέμψας δὴ κήρυκα ἐμβοῆσαι ἐκέλευσε τοῖς προφυλάσσουσι τῶν βαρβάρων μὴ διατρίβειν ἔτι, ἀλλὰ παραδιδόναι σφᾶς· ἐξευρῆσθαι γὰρ δὴ τοὺς πτηνοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔχεσθαι ὑπὸ αὐτῶν τοῦ ὄρους τὰ ἄκρα· καὶ ἅμα ἐδείκνυεν τοὺς ὑπὲρ τῆς κορυφῆς στρατιώτας.

***
[4.18.4] Μόλις άρχιζε η άνοιξη, ο Αλέξανδρος προχώρησε προς το Σογδιανό βράχο, στον οποίο τον πληροφόρησαν ότι είχαν καταφύγει πολλοί Σογδιανοί. Έλεγαν ακόμη ότι είχαν καταφύγει σε αυτόν τον βράχο η γυναίκα του Οξυάρτη του Βακτρίου και οι κόρες του, που τις είχε μεταφέρει ο Οξυάρτης στην οχυρή αυτή τοποθεσία με την ιδέα ότι ήταν απόρθητη, επειδή και αυτός είχε στασιάσει κατά του Αλεξάνδρου. Γιατί ήταν φανερό ότι, αν την κυρίευε και αυτή, δεν θα απέμενε πια τίποτε στους Σογδιανούς που ήθελαν να επαναστατήσουν. [4.18.5] Όταν όμως οι Μακεδόνες πλησίασαν στον βράχο, βρήκε ο Αλέξανδρος ότι ήταν απότομος από όλες τις πλευρές και απρόσβλητος και ότι οι βάρβαροι είχαν συγκεντρώσει σε αυτόν τρόφιμα για μακροχρόνια πολιορκία. Το άφθονο χιόνι που είχε πέσει έκανε και την ανάβαση πιο δύσκολη στους Μακεδόνες και εξασφάλιζε άφθονο νερό στους βαρβάρους. Παρ᾽ όλα αυτά ο Αλέξανδρος αποφάσισε να επιτεθεί κατά του βράχου. [4.18.6] Σε αυτό συνετέλεσε και ένας αλαζονικός λόγος των βαρβάρων, που είχε προκαλέσει τη φιλοδοξία και μαζί την οργή του Αλεξάνδρου. Όταν δηλαδή κάλεσαν τους βαρβάρους να έρθουν σε συμφωνία και τους πρότειναν να τους επιτρέψουν να αποχωρήσουν σώοι από τη χώρα τους, αν παρέδιδαν το οχυρό τους, αυτοί γελώντας κατά βάρβαρο τρόπο υπέδειξαν στον Αλέξανδρο να αναζητήσει φτερωτούς στρατιώτες για να του κυριεύσουν το βουνό, επειδή οι ίδιοι δεν λογάριαζαν καθόλου τους άλλους. [4.18.7] Τότε, λοιπόν, ο Αλέξανδρος διακήρυξε ότι όποιος ανέβαινε πρώτος στο βράχο θα έπαιρνε ως έπαθλο δώδεκα τάλαντα, ο δεύτερος το δεύτερο έπαθλο και ο τρίτος το επόμενο, ώστε όποιος ανέβαινε τελευταίος θα έπαιρνε ως έπαθλο τριακόσιους δαρεικούς. Η προκήρυξη αυτή παρακίνησε ακόμη περισσότερο τους Μακεδόνες που ήταν άλλωστε και από πριν πολύ πρόθυμοι.
[4.19.1] Αφού, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν όλοι όσοι είχαν ασκηθεί στην αναρρίχηση των βράχων κατά τις πολιορκίες, τριακόσιοι περίπου τον αριθμό, και αφού ετοίμασαν μικρούς σιδερένιους πασσάλους, με τους οποίους στερέωναν τις σκηνές τους, για να τους καρφώνουν και στο χιόνι, όπου φαινόταν πηγμένο, και σε όσα μέρη του τόπου το έδαφος εμφανιζόταν γυμνό από χιόνι, έδεσαν τους πασσάλους αυτούς στερεά με ανθεκτικά σχοινιά από λινάρι και άρχισαν να προχωρούν μέσα στη νύχτα από το πιο απόκρημνο μέρος του βράχου που ήταν για το λόγο αυτό και το πιο αφύλακτο. [4.19.2] Στερέωναν άλλους πασσάλους στο έδαφος, όπου διακρινόταν, και άλλους στο χιόνι, εκεί όπου θα ήταν δύσκολο να θρυμματισθεί, και άρχισαν να σύρουν ο ένας τον άλλο προς τα πάνω από διαφορετικά σημεία του βράχου. Από τους Μακεδόνες χάθηκαν τριάντα περίπου κατά την ανάβαση και δεν βρέθηκαν ούτε τα σώματά τους για να ταφούν, επειδή έπεσαν σε διαφορετικά μέρη του χιονιού. [4.19.3] Οι υπόλοιποι όμως ανέβηκαν μόλις χάραζε και αφού κατέλαβαν την κορυφή του βουνού, άρχισαν να κινούν κομμάτια από λεπτό ύφασμα προς το στρατόπεδο των Μακεδόνων, όπως τους είχε διατάξει ο Αλέξανδρος. Έστειλε τότε ο Αλέξανδρος έναν κήρυκα και τον διέταξε να φωνάξει δυνατά στους βαρβάρους των προφυλακών να μην καθυστερήσουν πια την παράδοσή τους, γιατί είχαν βέβαια βρεθεί οι φτερωτοί άνθρωποι και είχαν καταλάβει τις κορυφές του βουνού. Συγχρόνως έδειχνε τους στρατιώτες του που ήταν πάνω στην κορυφή.