Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Τα μαύρα φεγγάρια της υπομονής μας

«Δεν έχω πια την υπομονή για κάποια πράγματα, όχι επειδή έχω γίνει υπερόπτης, αλλά επειδή έχω φτάσει σε ένα σημείο στην ζωή μου που δεν θέλω να σπαταλώ το χρόνο μου με πράγματα που με δυσαρεστούν και με πληγώνουν. Δεν έχω υπομονή με τον κυνισμό, την υπερβολική κριτική και τις παράλογες απαιτήσεις οποιασδήποτε μορφής. Δεν έχω καμιά διάθεση να ικανοποιώ αυτούς που δεν με συμπαθούν, να αγαπώ αυτούς που δεν με αγαπούν και να χαμογελάω σε αυτούς που δεν θέλουν να ανταποδίδουν.

Δεν θέλω να ξοδεύω ούτε λεπτό με ψεύτες και εκμεταλλευτές. Δεν θέλω να συνυπάρχω με τα προσχήματα και τα δήθεν , με την υποκρισία, την ανεντιμότητα και τον «φτωχό» έπαινο. Δεν αντέχω την επιλεκτική πολυμάθεια ούτε και την ακαδημαϊκή αλαζονεία. Ούτε και συμβαδίζω με το δημοφιλές καθημερινό κουτσομπολιό. Δεν μου αρέσουν οι διαμάχες και οι συγκρίσεις. Πιστεύω σε ένα κόσμο των αντίθετων (στην διαφορετικότητα) και για αυτό αποφεύγω τους ξεροκέφαλους και όσους έχουν άκαμπτη προσωπικότητα. Στην φιλία μισώ την έλλειψη εμπιστοσύνης και την προδοσία.

Δεν τα πάω καλά με όσους δεν ξέρουν πώς να δώσουν μια λέξη ενθάρρυνσης ή ένα κομπλιμέντο. Οι υπερβολές με κουράζουν και δεν μπορώ να αποδεχτώ ανθρώπους που δεν αγαπούν τα ζώα, Και σαν επιστέγασμα δεν έχω υπομονή με αυτούς που δεν αξίζουν την υπομονή μου».

Είναι από εκείνα τα κείμενα ή ατάκες που γιατί εκφράζουν κάποια οργή σου ή κάποια επιθυμία που έχεις καταπιέσει. Ταυτίζεσαι, λες να, κάποιος εκεί έξω με καταλαβαίνει, δεν είμαι μόνος με όλους τους τρελούς και διαπιστώνεις πόσοι ακόμα άνθρωποι γύρω σου έχουν την ίδια οργή ή επιθυμία που έκρυβες κι εσύ. Κοίτα πως μοιάζουμε μερικές φορές οι άνθρωποι…

Η υπομονή σε γενικές γραμμές θεωρείται προτέρημα. Αποθεώνεται από φιλοσοφία και θρησκεία και συνήθως δικαιώνεται κοινωνικά και προσωπικά. Η υπομονή δεν είναι αναμονή όπως λανθασμένα τη μεταφράζουμε μερικές φορές. Δεν περιμένουμε, υπομένουμε. Είναι διαφορετικά πράγματα. Και είναι λάθος να υπομένουμε περιμένοντας κάτι. Η αναμονή κρύβει συχνά αναβολή και απραξία, ενώ η υπομονή πρέπει να περιλαμβάνει δράση, ή ενέργεια. Για αλλάξει αυτό που υπομένουμε. Ή μέχρι να αλλάξει αυτό που υπομένουμε.

Η υπομονή είναι βαθιά προσωπική υπόθεση. Είναι επιλογή. Υπομένεις για τον εαυτό σου, ακόμα και αν φαίνεται παροδικά πως γι’ αυτό ευθύνονται άλλοι. Υπομένουμε ένα παρανοϊκό αφεντικό, συναδέλφους που είναι δύσκολο να επικοινωνήσουμε, συνεργάτες που δημιουργούν μονίμως προβλήματα. Υπομένουμε την ανεργία, την οικονομική δυσχέρεια και τη θλίψη γύρω μας. Υπομένουμε το σύντροφό μας που μπορεί να αντιμετωπίζει προσωπικά θέματα ή και ολόκληρη την οικογένειά του που δεν συμπαθούμε. Τη σχέση μας την ίδια που μπορεί να περνάει κρίση. Το κυκλοφοριακό, τον κάθε τρελό που πήρε ένα αυτοκίνητο και βγήκε στο δρόμο, αυτόν που μας κλέβει τη σειρά οπουδήποτε, εκείνον που δεν μας σέβεται. Υπομένουμε ένα πρόβλημα υγείας δικό μας είτε αγαπημένου προσώπου. Σε κάθε έκφανση η ζωή μοιάζει να απαιτεί υπομονή. Δεν θα έβγαινε πέρα χωρίς αυτή!

Όταν φτάνει η συζήτηση στην υπομονή πάντα μου έρχεται στο μυαλό το βιβλίο «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα». Η πρωταγωνίστρια υπομένει απίστευτο κυνισμό, αλαζονεία και υποτίμηση από το σύντροφό της. Μέχρι που εκείνος μένει παράλυτος και ξαφνικά την έχει απόλυτη ανάγκη. Και τότε εκείνη του επιστρέφει πίσω όλα εκείνα που της έκανε. Από τη μία ο πρωταγωνιστής μοιάζει να πληρώνει την αλαζονεία του και η κοπέλα να δικαιώνεται για την υπομονή της. Στο τέλος όμως κι εκείνη με τη σειρά της πληρώνει αυτά που του κάνει. Ίσως γιατί εξαργύρωσε με λάθος τρόπο την υπομονή της.

Η υπομονή είναι βαθιά προσωπική υπόθεση. Είναι επιλογή. Είναι διδαχή, μάθημα ζωής. Πρέπει να περιλαμβάνει ενέργεια. Και αυτή η ενέργεια είναι συνήθως μια απλή εσωτερική αναζήτηση, μια εσωτερική πάλη, αν μπορεί αυτό να είναι απλό… Η υπομονή μου θυμίζει μαχαίρι. Αν το πιάσεις σωστά από τη λαβή μπορεί να αποδειχτεί το πιο χρήσιμο εργαλείο και να σε σώσει. Αν πάλι το πιάσεις ανάποδα, από τη λάμα μπορεί να σε σκοτώσει. Όπως την πρωταγωνίστρια του βιβλίου.

Βγαίνοντας από τα μαύρα φεγγάρια της υπομονής, όντας πλέον σοφότερος, τι δεν θέλω να υπομένω πια. Οι πρώτιστες υπομονές μάλλον θα είναι λυτρωτικές για το μέλλον. Έτσι πρέπει να είναι η υπομονή. Λύτρωση και θωράκιση για παρακάτω. Για την επόμενη. Γιατί η υπομονή δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς θα ξέρουμε να την παρέχουμε σε εκείνους τους ανθρώπους και σε εκείνες τις καταστάσεις που το αξίζουν. Έτσι θα αναδεικνύεται πάντα μέσα μας και η αξία της υπομονής μας και τελικά θα φωτίζεται η βαθιά προσωπική μας αξία.

Τα μαύρα φεγγάρια της υπομονής μας κάποτε θα φωτίσουν το πραγματικό μας πρόσωπο… Ας έχουμε κάνει το καλύτερο γι’ αυτό…

Υπάρχουν δύο τρόποι αναπαραγωγής: η σωματική και η ψυχική

Ο πόθος της αναπαραγωγής είναι ένα ακόμη στοιχείο του έρωτα. Υπάρχουν δύο τρόποι αναπαραγωγής: η σωματική και η ψυχική. Οι ερωτευμένοι άνθρωποι ενώνουν τα σώματά τους για να αναπαραχθούν. Η συνουσία είναι θείο πράγμα, λέει η Διοτίμα, όμως ο ψυχικός τρόπος αναπαραγωγής είναι ανώτερος, γιατί η ψυχή γεννά σε μια άλλη άφθαρτες ιδέες και αισθήματα. Αυτοί που εγκυμονούν στην ψυχή συλλαμβάνουν μέσω της σκέψης.

Είναι οι ποιητές, οι καλλιτέχνες, οι σοφοί και, τέλος, οι νομοθέτες που διδάσκουν τη φρόνηση και τη δικαιοσύνη. Έτσι, ένας εραστής μπορεί να γεννήσει στην ψυχή του ερωμένου προσώπου τη γνώση, την αρετή, το σεβασμό για το ωραίο, το δίκαιο και το καλό. Το κάλλος, η αλήθεια και η αρετή είναι τρεις έννοιες και ταυτόχρονα μία.. Πρόκειται για όψεις της ίδιας πραγματικότητας. Ο έρωτας είναι «η οδός προς το πάλλον κάλλος». Αυτός είναι ο δρόμος της αθανασίας.

ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Θεωρείτε σωστή την πρόταση: “Έχω έναν πόνο”;

Στο έργο του Φιλοσοφικές Έρευνες, ο Βίτγκενσταϊν είχε κατά νου τη διαφορά μεταξύ πραγματικής και κίβδηλης ερώτησης. Μια γλωσσική διατύπωση μπορεί να έχει μορφή ερώτησης, αλλά να μην είναι ερώτηση. ‘Η μπορεί η γραμματική μας να μας μπερδέψει και να θεωρήσουμε μια πρόταση ως κάτι άλλο. Το “Λοιπόν, συμπατριώτες μου, υπάρχει κάτι που να μη μπορούμε να επιτύχουμε άπαξ και νικήσουμε τον εχθρό;”, ακούγεται σαν ερώτηση που περιμένει απάντηση, αλλά στην πραγματικότητα είναι ρητορική, στην οποία μπορεί κάποιος να κάνει το λάθος να απαντήσει:

“Τίποτε”. Απλώς η δήλωση παίρνει ερωτηματική μορφή για να ενισχύσει τη δραματική της ισχύ. Το “Και τι έγινε;”, το “Δεν πας στο διάολο;” και το “Τι κοιτάς;” ακούγονται σαν ερωτήσεις, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Το “Σε ποιο σημείο του σώματος βρίσκεται η ψυχή;” ακούγεται σαν λογική ερώτηση, αλλά μονάχα γιατί σκεφτόμαστε στη γραμμή του “Σε ποιο σημείο του σώματος βρίσκονται τα νεφρά;” Το “Πού εδρεύει η ζήλεια μου;” έχει μορφή έγκυρης ερώτησης, μοναχά γιατί ασυναίσθητα την συσχετίζουμε με ερωτήσεις όπως, “Πού είναι η μασχάλη μου;”.

Ο Βίτγκενσταϊν κατέληξε ότι πάμπολλοι φιλοσοφικοί γρίφοι προκύπτουν από τη λανθασμένη αυτή χρήση της γλώσσας. Πάρτε για παράδειγμα τη δήλωση “έχω έναν πόνο”, που μοιάζει γραμματικώς με το “έχω ένα καπέλο”. Αυτή η ομοιότητα μπορεί να μας οδηγήσει στη λανθασμένη ιδέα ότι οι πόνοι, ή οι “εμπειρίες” εν γένει, είναι πράγματα που τα έχουμε, με τον ίδιο τρόπο που έχουμε καπέλα. Θα ήταν όμως παράξενο να πούμε “Ορίστε, πάρε τον πόνο μου”. Και ενώ θα ήταν λογικό να πεις “Δικό σου είναι αυτό το καπέλο, ή δικό μου;”, θα ακουγόταν περίεργο αν ρωτούσες “Δικός σου είναι αυτός ο πόνος, ή δικός μου;” Ίσως υπάρχουν κάμποσοι άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο και μαζί ένας περιφερόμενος πόνος και καθώς ένα-ένα τα άτομα διπλώνονται στα δύο από τον πόνο, εμείς αναφωνούμε: Α, τώρα τον έχει αυτός!”

Ακούγεται απλώς ανόητο’ προκύπτουν όμως από αυτό κάποιες βαρυσήμαντες συνέπειες. Ο Βίτγκενσταϊν είναι σε θέση να διαχωρίσει τη γραμματική των προτάσεων “Έχω ένα καπέλο” και “Έχω έναν πόνο” με τρόπο που όχι απλώς ρίχνει φως στη χρήση των προσωπικών αντωνυμιών όπως “εγώ” και “αυτός”, αλλά και υποσκάπτει την παραδοσιακή υπόθεση ότι οι εμπειρίες μου είναι προσωπική μου ιδιοκτησία. Στην πραγματικότητα μοιάζουν να είναι πιο προσωπική μου ιδιοκτησία από ό,τι το καπέλο μου, αφού μπορώ να δώσω σε κάποιον το καπέλο μου αλλά όχι τον πόνο μου. Ο Βίτγκενσταϊν μάς δείχνει πώς το συντακτικό μάς εξαπατά και μας κάνει να σκεφτόμαστε έτσι και το επιχείρημά του οδηγεί σε συμπεράσματα.

Σκοπός του φιλοσόφου, θεωρούσε ο Βίτγκενσταϊν, δεν ήταν τόσο να λύσει αυτά τα ζητήματα, όσο να τα διαλύσει -να καταδείξει ότι προκύπτουν από το ότι συγχέουμε το ένα είδος “γλωσσικού παιχνιδιού”, όπως το αποκαλούσε, με άλλο. Μας μαγεύει η δομή της γλώσσας μας, και δουλειά του φιλοσόφου είναι να διαλύσει αυτή τη μαγεία, απεμπλέκοντας τις διαφορετικές χρήσεις των λέξεων. Η γλώσσα, επειδή αναπόφευκτα έχει ένα βαθμό ομοιομορφίας, τείνει να κάνει διαφορετικές εκφράσεις να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Έτσι ο Βίτγκενσταϊν φλέρταρε με την ιδέα να προσθέσει ως επίγραμμα στις Φιλοσοφικές Έρευνες μια φράση από τον Βασιλιά Ληρ: “Θα σου διδάξω διαφορές”.

Κ. Αξελός: Γιατί ο Ηράκλειτος;

Ο Ηράκλειτος στη σύγχρονη πλανητική εποχή

§1

Τι αναζητεί ο Κ. Αξελός στον Ηράκλειτο; Αναζητεί εκείνη τη δεσμευτική επικοινωνία που καθιστά τη σύγχρονη φιλοσοφία στοχαστική, ώστε η ίδια να γεννά εξ εαυτής και κατά τις επιταγές των καιρών όλο και πιο κεραυνοβόλα ερωτήματα, ικανά να αναζωογονούν την ανθρώπινη σκέψη της σύγχρονης πλανητικής εποχής. Πώς είναι δυνατή μια τέτοια αναζωογόνηση, όταν ξέρουμε πως ο Ηράκλειτος είναι παιδί μιας αρχαϊκής εποχής, τόσο απόμακρης και τόσο διαφορετικής από το σήμερα; Μελετώντας κανείς αυτόν τον ιδιό-τροπο αρχαϊκό στοχαστή, χωρίς να πνίγεται μέσα σε επιδερμικές περιγραφές, ψυχολογικής βασικά υφής, για τη ζωή και τη δράση του, συναντά έναν στοχασμό, που στρέφει συνειδητά τα νώτα του στις εξάψεις και τους αναβρασμούς των κοινών θνητών. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι ο Ηράκλειτος αποστρέφεται συνειδητά τους θορύβους και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας. Η βροντόφωνη σκέψη του ούτε μια στιγμή δεν ησυχάζει μπροστά στην ασκεψία, την α-νοησία και την υπνοβασία του υγιούς κοινού νου. Ο μέσος άνθρωπος, τότε και τώρα και πάντα, είτε μετατρέπεται σε μάζα, σε πολτό, και συγκροτεί τα οχλοκρατικά στίφη, είτε μάχεται ενάντια στη μαζική του αποβλάκωση και ανυψώνεται σε συστατικό στοιχείο της ιστορικότητας ενός λαού. Ο Ηράκλειτος, όπως μας λέει ο Αξελός, δεν συγχωρεί την ανθρώπινη βλακεία και ακριβώς γι’ αυτό επιχειρεί να ανακαλύψει τον Λόγο ως το πιο ζωτικό Είναι του ιστορικού ανθρώπου. Ζωτικό Είναι σημαίνει: το Είναι ως γίγνεσθαι. Να γιατί, διευκρινίζει περαιτέρω ο Αξελός, το κέντρο της σκέψης του Ηράκλειτου δεν είναι ούτε βασικά θεολογικό ούτε αποκλειστικά φυσιοκρατικό.

§2

Τι είναι; Διαλεκτικό. Η διαλεκτική προϋποθέτει τον Λόγο και τον πραγματοποιεί. Είναι λοιπόν μια οδός, μια μέθ-οδος. Αυτή η οδός δεν νοείται ως κάποιο εξωτερικό ποτάμι, μέσα στο οποίο κολυμπούν όλοι οι τυχοδιώκτες της πολιτικής βλακείας και οι στυγεροί διαφθορείς του δημόσιου βίου· απεναντίας είναι η διαρθρωμένη δομή του Λόγου, που συλλαμβάνει το ρυθμό του σύμπαντος κόσμου. Όταν ο άνθρωπος ιδιο-ποιείται, εγκολπώνεται την εν λόγω διαλεκτική, μπορεί να ανταποκρίνεται στη ρυθμική κίνηση του Λόγου και έτσι να αρχίζει να απεγκλωβίζεται από το μύθο και τους μύθους. Εάν ένας τέτοιος απεγκλωβισμός ιστορικά, στην εποχή ας πούμε του Ηράκλειτου, σήμαινε στην κυριολεκτική του σημασία το πέρασμα από το μύθο στον Λόγο, στην ευρύτερη σημασία του δήλωνε και δηλώνει την απαλλαγή, την κάθαρση της ανθρώπινης σκέψης από την επιφανειακή κουλτούρα των μύθων και των εικασιών. Και πώς καθίσταται δυνατή μια τέτοια κάθαρση; Ο Αξελός απαντά: με τον κατά Ηράκλειτο διαλεκτικό Λόγο. Γιατί με αυτό τον Λόγο; Επειδή δεν συμβιβάζει, δεν συμπιέζει, δεν εξολοθρεύει τη μια πλευρά για χάρη της άλλης, αλλά ενώνει: αντι-θέτει και συν-θέτει έριδα και αρμονία. Πρόκειται για μια εσωτερική, κατά τη λογική δομή [=ενδότερη φωνή] των πραγμάτων και των όντων, εναρμόνιση, η οποία ξεσπά πάντοτε ως πόλεμος και διατρέχει όλες τις πτυχές του ανθρώπινου Είναι: πολιτικές, μουσικές, φυσικές, ιατρικές. Κάθε συγκεκριμένη έκφανση του ανθρώπινου βίου, κάθε στιγμή του γίγνεσθαι είναι ζωντανή και σχετικά αυθύπαρκτη, στο βαθμό που είναι ενταγμένη μέσα στο ρυθμό της σκέψης και του κόσμου. Αυτός ο ρυθμός είναι το μόνο ανέσπερο φως που φωτίζει.

§3

Ο Ηράκλειτος μας μιλάει ως εξής γι’ αυτό το φως: «Τὸ μὴ δῦνόν ποτε πῶς ἄν τις λάθοι;» [=από το φως που δεν δύει ποτέ, πώς θα μπορούσε κάποιος να μείνει κρυμμένος, να διαφύγει της προσοχής του;] (απ. 16). Ενώ το φως είναι παρόν, ο άνθρωπος είναι απών, γιατί δεν το καταλαβαίνει. Και δεν το καταλαβαίνει, δεν το αισθάνεται, επειδή ο στοχασμός του δεν διανοίγεται εύκολα σε αυτό, προς το οποίο καλεί τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει πως το αυτό-νόητο, το απλό, δεν είναι δεδομένο, δεν χορηγείται ή δεν χαρίζεται αυτόχρημα, παρά μόνο εκκαλύπτεται. Μια τέτοια εκκάλυψη, φανέρωση, εκ-δήλωση στο φως και του φωτός δεν μπορεί να είναι μια εξωτερική σύνθεση ή ταυτότητα των αντιθέτων, μας λέει ο Ηράκλειτος κατά τον Αξελό, αλλά η ενότητά τους. Ετούτη η ενότητα, με όρους εγελιανούς, είναι αυτή τούτη η έννοια, που αυτό-αποκαλύπτεται ως καθαρή σκέψη. Ο Ηράκλειτος, ως εκ τούτου, δεν εννοεί τη διαλεκτική ούτε ως διαλεκτική ή λογική της ταυτότητας ούτε ως εκείνη της σύνθεσης, της σύγχυσης ή της συσσώρευσης λέξεων, μεταχειρισμένων εννοιών και φλύαρων γνωμών. Αντιθέτως τη συλλαμβάνει ως τη δημιουργική σκέψη, που εισχωρεί στο συμπαντικό κόσμο και συγκροτεί έννοιες, τον διαβάζει με έννοιες. Τον αποκρυπτογραφεί ως τον περιέχοντα Λόγο· ήτοι ως την περιεκτική σκέψη, που ρυθμικά και εναρμονισμένα αποκαλύπτει νοήματα του κόσμου. Με αυτό το νόημα είναι: τὸ μὴ δῦνόν ποτε. Ο περιέχων Λόγος και όχι λιγότερο λογισμός δεν δύει ποτέ, γιατί φέρει μέσα του τη Λογική αντίθεση σε ανταπόκριση με την πραγματική αντίθεση και αντίστροφα. Από εδώ προκύπτει πως ο διαλεκτικός Λόγος δεν είναι μονοσήμαντος: δεν προσκολλάται ούτε στην υλικότητα των πραγμάτων ούτε στην ιδεατή τους μετουσίωση, αλλά κινείται στο εννοιολογικό Μεταξύ και αποκαλύπτει τη θεμελιακή σύλληψη του υπάρχοντος. Και όλα τούτα σε αντίθεση με πολλούς στυγερούς δολοφόνους του σημερινού μας πολιτικού λέγειν και πράττειν, για τους οποίους τὸ μὴ δῦνόν ποτε είναι η απαιδευσία τους και η ανικανότητά τους.

Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τον φονιάς της Υπατίας γιορτάζει ο χριστιανισμός στις 18 Ιανουαρίου και 9 Ιουνίου

Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος στους χρόνους αυτούς την μεγάλη εκκλησία εν Αλεξάνδρεια έκτισε η οποία μέχρι και νυν Θεοδοσίου λέγεται, εφίλει δε Κύριλλον τον επίσκοπον Αλεξανδρείας. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν λαβόντες οι Αλεξανδρείς  φρυγάνοις έκαυσαν Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον» Ι. Μαλάλας ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ (Λόγος Δ΄) 359.8

1998: Έτος Κυρίλλου. Ο Φονιάς της Υπατίας… γιορτάζει!

 
Το 1998 ήταν έτος Εκκλησιαστικής δοκιμασίας για τα αποθέματα μνήμης στη χώρα των Ελλήνων! Τα αποτελέσματα του υπήρξαν άκρως εντυπωσιακά. Η μνήμη των Ελλήνων… πράγματι δεν λειτουργεί! Από δω και πέρα, τίποτε δεν αποκλείεται και όλα μπορούν να συμβούν εις βάρος της ιστορικής αξιοπρέπειας των Ελλήνων…! Ο φύλακας της αξιοπρέπειας τους, ή μνήμη, ασθενεί, τους πρόδωσε ή κοιμάται!

Οι περί «σπαραγμάτων» ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν (όπως και το έκαναν ήδη) ακόμα και ένα κομμάτι… απ’ την Ακρόπολη! Αφού στο ιερότερο βράχο του πολιτισμού, στο σύμβολο της καθημαγμένης από τον θρησκευτικό φανατισμό αρχαιότητας, θα εορτασθεί η γέννηση του σφοδρότερου κατεδαφιστή του ελληνισμού.

Από ‘δω και πέρα, όλα τα αίσχη κατά του πολιτισμού μπορούν να συμβούν. Οι πολιτσμοκλέφτες μπορούν ελευθέρα να αποσπάσουν οτιδήποτε, ο φρουρός των διαχρονικών ελληνικών άξιων ή Μνημοσύνη, η μυθική μητέρα των μουσών, της έμπνευσης και των τεχνών, φαίνεται πως εγκατέλειψε την χώρα που την γέννησε, και ντροπιασμένη αποσύρθηκε στην σκοτεινότερη γωνιά της Λήθης!

Δυστυχώς, η θλιβερή αυτή διαπίστωση πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αληθεύει, αφού ο σκαιότατος φονιάς της τρυφερότερης ηρωίδας πολιτισμού, της Ελληνίδας Υπατίας, μπορεί ακόμα να δέχεται ετήσιες τιμές αδιαμαρτύρητα, από μια ολόκληρη χώρα… την δική της χώρα!

Για να φανεί οριστικά ότι οι Έλληνες διατελούν υπό εκκλησιαστική δεσποτεία, η κρατική των Ελλήνων εκκλησία ανακήρυξε το 1998 έτος Κυρίλλου του Αλεξανδρέως! Σε τετραήμερο μάλιστα θεολογικό (ΙΘ΄) συνέδριο (11-14/11/98) υμνήθηκε τα μέγιστα, ως στυλοβάτης και υπεράγιος της θρησκείας των Ελλήνων!

«Κανένας» δε φαίνεται να απάντησε στους προκλητικότατους αυτούς ετήσιους πανηγυρισμούς. Πουθενά δεν είδαμε γραμμένη μια κριτική σκέψη, κατά του ορκισμένου ανθέλληνα Κύριλλου!

Ποιος είναι όμως επιτέλους αυτός ο υπεράγιος, που δικαιούται ετήσιες τιμές, και ποιές ήταν οι αντιπροσωπευτικότερες της πίστεως του σκέψεις, ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το περιγράψει:

«Κύριλλου αγιότατου επισκόπου… Πάσα η γραφή (η εβραϊκή Βίβλος) είναι θεόπνευστος και ωφέλιμος… και ότι ο θεός προείπε αυτό είναι πάντων σωτήριον… ο δια του πανσόφου Μωυσέως προσταχθείς νόμος παραγγέλνει «Μη έχεις άλλους θεούς πλην εμού» δια τούτο και ο θεσπέσιος Μωυσής στους εξ’ αίματος Ισραηλίτες παράγγειλε, να φυλάγουν τις εντολές αυτές και να αφανίζουν από προσώπου γης όλους τους τόπους στους οποίους λάτρευσαν εκεί τα έθνη τους θεούς τους. «Στα όρη τα ψηλά και στους λόφους και υποκάτω παντός δένδρου δασούς, κατασκάψτε τους βωμούς αυτών και συντρίψτε τις (λατρευτικές) στήλες αυτών. Κατακόψετε τα (ιερά) άλση τους και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακάψτε με πυρ και αφανίστε το όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου» (Αυτά εντέλει η Βίβλος, τότε στο άγριο Ισραήλ που δεν ήξερε από αγάπη! Δείτε όμως και τη συνέχεια) Ακριβώς έτσι είναι πρέπον τον εξ απάτης Ελληνικής προς το της αληθείας να μετακινείτε φως (προσέξτε με πόση αγάπη θα γίνει αυτή ή προς την σωτηρία μετακίνηση!) δια Μωυσέως προστάζοντα είδωλα και ναούς μαζί να κατακάψετε ανασκάπτοντας τους βωμούς και κατακόβοντας τα άλση, ώστε καμιάς δικής τους βδελιρότητας να μην απομείνει λείψανο, κερδίζοντας έτσι μερίδιο στην δόξα». Πραγματικός άγιος… αυτός ο Κύριλλος!

Και συνεχίζει με απερίγραπτη… αγάπη: «Εμείς δε στις θεϊκές αυτές εντολές (της Παλαιάς Διαθήκης) εμπιστευόμενοι τον νουν μας, δεν θα αμελήσουμε και ούτε θα βραδύνουμε, αλλά με ακρίβεια μάλλον δε και φιλογρηγορούντες, της αληθείας το αξιοθαύμαστο κάλος με χαρά θα κυνηγούμε και όλο ένα περισσότερο θα σπουδάζουμε το πως ο θεός την ανατροπή της πλάνης και τον φωτισμό του σκότους δια του Μωσαϊκού νόμου μας παρέδωσε… για δε τους ακάθαρτους δαίμονες ο νόμος (του Μωυσέως) σκιά των μελλόντων είναι… διότι γεννούν οι σκιές την αλήθεια καθώς προείπε και ο θεσπέσιος Μωυσής»!!! Γ΄ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΤΑ ΝΕΣΤΟΡΙΟΥ – ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΡΟΣ ΑΚΑΚΙΟΝ (1,4,41)

Αυτός ήταν ο τιμώμενος ολόκληρο το 1998 Κύριλλος! Ή μάλλον ο άγιος Κύριλλος! Του οποίου το κατεδαφιστικό παραλήρημα κατά των Ελλήνων δεν έχει πραγματικά το όμοιο του!

Τελικά όμως να κάτι που ο άγριος Κύριλλος, μας το λέει καλύτερα απ’ όλες μας τις διατυπώσεις! Η Παλαιά Διαθήκη είναι παρακαταθήκη από πολλές χρήσιμες «σκιές»…!

Τι είναι οι «σκιές»;

Να σας εξηγήσω… όταν λοιπόν έχετε κουραστεί να μιλάτε για αγάπη και κανένας δεν σας δίνει σημασία και ούτε τη γη του σας παραχωρεί, ούτε τα προνόμια του σας παραδίδει… τότε και σεις (σύμφωνα με την χριστιανική οδηγία του Κυρίλλου), απ’ την Καινή Διαθήκη που βρισκόσαστε, απλώνετε το χέρι σας, έτσι, δίπλα προς τις σκιές (πληγές) της Παλαιάς Διαθήκης, αρπάζετε ότι «σκιά» βρεθεί μπροστά σας και χτυπώντας κατακέφαλα, ρίχνετε ανάσκελα οποίον αντιστέκεται στις ευγενικές σας προθέσεις!

Αμέσως μετά, δηλαδή τώρα που σας πρόσεξε και είναι όλος δικός σας, μπορείτε να τον μετακινήσετε (τραβώντας τον προσεκτικά και με αγάπη απ’ τα πόδια) προς το φως της αληθείας! Τώρα που όλα τακτοποιήθηκαν, με τον χριστιανικότερο τρόπο, μπορείτε να αφήσετε πάλι πίσω στην θέση τους τις χρήσιμες βαριές «σκιές» της Παλιάς Διαθήκης… και να συνεχίσετε να μιλάτε για νεοδιαθηκική αγάπη! Συγχαρητήρια, έχετε μετακινήσει επιτυχώς έναν δαιμονισμένο προς το φως της αληθείας!

Να λοιπόν που όλα χρειάζονται! Καλή είναι η Καινή Διαθήκη, αλλά ας είναι από κοντά και η Παλαιά, που έχει όλες τις «σκιές» του… αρχαιο-χαλδαιικού κόσμου. Μπόλικη λοιπόν βιτρινάτη αγάπη και στο βάθος… σκιές!

Φαίνεται λοιπόν ότι με μια βαριά παλαιοδιαθηκική «σκιά» στο χέρι, μπορούσες κάποτε να σπάσεις άνετα το κεφάλι των αλλοδόξων, φωνάζοντας «αγάπη», «φως», «σωτηρία» και μετά, όχι μόνο να μην αποβάλλεσαι από την θρησκεία της αγάπης, αλλά να αξιώνεσαι και ετήσιων τιμών! Ακριβώς έτσι έγινε με τον εν λόγω Κύριλλο!

Βλέπετε γιατί τελικά όλη η εβραϊκή γραφή είναι οπωσδήποτε θεόπνευστη και ωφέλιμη! Σκέφτεστε τι θα γλιτώναμε… αν δεν ήταν τόσο πολύ «ωφέλιμη» και τόσο χαριτωμένα ή μάλλον δυναμικά θεόπνευστη;!

Δεν εξηγείται λοιπόν φυσιολογικά, πως μπορούν οι Έλληνες σήμερα να θεωρούν άξιο ετήσιων τιμών, έναν άνθρωπο που με τέτοια κακόψυχη εντολή, παραγγέλνει την μαζική πυρπόληση, καταστροφή και κατασυντριβή των ναών και όλων των ιερών τόπων της αρχαίας Ελλάδος, που ας σημειωθεί, οι περισσότεροι είχαν ήδη μετατραπεί σε φυλακτήρια γνώσης, βιβλιοθήκες και ουσιαστικά θεραπευτήρια ψυχών και σωμάτων!

Ακούσαμε μάλιστα και τόσα απανωτά εγκώμια για την ζωή και το έργο του, που προς στιγμή μπερδευτήκαμε νομίζοντας ότι επρόκειτο πράγματι για κάποιον άλλον Κύριλλο… λίγο καλύτερο από δαύτον! Αναγκάσθηκα λοιπόν να πάω ο ίδιος μέχρι την μητρόπολη και να ζητήσω ο ίδιος να δω την εγκύκλιο, ώστε να βεβαιωθώ ότι πράγματι πρόκειται για τον συγκεκριμένο αγριάνθρωπο τον Κύριλλο Αλεξανδρείας!

Μα, γιατί τιμούν έναν άνθρωπο που από το θρησκευτικό του μένος και την καταδιωκτική μανία, κατά πασών των διαφωνούντων, ούτε καν οι δικοί του ομόθρησκοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν;

Ακόμα και το βαρύ πυροβολικό της θρησκείας, ο άλλος ασυγκράτητος ανθέλληνας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο παραγωγικότερος συγγραφέας χριστιανικού επεκτατισμού, δεινοπάθησε οικτρά κάτω από τον κυνηγετικό θρησκευτικό ίστρο, του καθ’ έξη κυνηγού διαφωνούντων Κύριλλου!

Όμως ας μη γελιόμαστε, αυτές ακριβώς οι καταδιωκτικές εξάρσεις του Κύριλλου, και του κάθε Κύριλλου, είναι που επέβαλαν την χριστιανική ιδεολογία και εδραίωσαν την ελέω θεού θεολογική δυναστεία! Δεν υπήρχε αίρεση η σκιά διαφωνίας λοιπόν, που με «το φως του Μωυσή» να μην υπέστη τον αφανιστικό εξαγνισμό απ’ το χέρι του κάθε Κυρίλλου.

Τελικά αυτό το φως του Μωυσή, από πνευματικής πλευράς πρέπει να ήταν κάτι σαν ατέλειωτα παχιά λόγια αγάπης, αλλά από υλικής άποψης, πρέπει να ήταν κάτι σαν δάδα χειρός, γιατί όπου «έφεγγε» λαμπάδιαζαν όλα με μια παράξενη εξαγνιστική φλόγα! Θέατρα, σταδία, ναοί, αγορές, βουλευτήρια, μουσεία, σχολές, άλση, πλατείες… οπουδήποτε υπήρχαν τα «βδελυρά» αγάλματα των αλλόθρησκων και κακόθρησκων Ελλήνων, που μπορεί: «εξωτερικά να ήταν εξαίσια αλλά, μόνο για να πλανεύουν τις αισθήσεις, ενώ εσωτερικά ήταν γεμάτα με δαίμονες και ποντίκια»!

Ο εραστής της Παλαιάς Διαθήκης Κύριλλος, με την αρρωστημένη μανία καταδίωξης, ένιωθε άπειρη ευδαιμονία και απέραντη ψυχική συγγένεια με τον δεσποτικότερο των προφητών Μωυσή. Τον συγκλόνιζε η ιδέα ότι αντιγράφοντας τις βαριές σκιές (εντολές-πληγών) του εβραϊκού παρελθόντος, στο μέλλον θα έμοιαζε κι’ αυτός λίγο με τον τρισένδοξο, αδίστακτο εκτελεστή αντιπάλων Μωυσή!

Ένιωθε απέραντη ψυχική ανάταση στο ενδεχόμενο να ξεπεράσει σε σωτηριοφανή βαρβαρότητα κι’ αυτόν τον συγγενή, θείο του και προκάτοχο του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας Θεόφιλο, που πριν από λίγο μόλις καιρό κατεδάφισε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας! Ο Κύριλλος ήθελε οπωσδήποτε να αφήσει εποχή, ενώνοντας την φωνή του στεντόρεια μ’ αυτήν του «θεσπέσιου Μωυσή», παραγγέλνοντας στους πνευματικούς πια ισραηλίτες, (χριστιανούς) ξεκάθαρα φωτιά και τσεκούρι σ’ όλους τους ιδεολογικούς εχθρούς… φυσικά στο όνομα και υπό το πρόσχημα της αγάπης!

Για φαντάσου… όλα αυτά τα πολύ σοφά και επωφελή, ο Κύριλλος τα ξεσηκώνει μέσα απ’ τις σελίδα της Παλαιάς Διαθήκης, κατ’ ευθείαν από το στόμα του μεγαλύτερου κατασκευαστή πληγών Μωυσέα! Γεννιέται όμως η δικαιολογημένη νομίζω απορία: Αφού λοιπόν η χριστιανική σκέψη του Κύριλλου, βρίσκεται απολύτως στα αχνάρια, στη σκιά, στην προέκταση και τα πρότυπα των βίαιων Μωυσιακών επεκτατισμών, δεν έπρεπε όλο αυτό το πράγμα να λέγεται Μωυσισμός και όχι Χριστιανισμός; Αφού αυτοί οι άγιοι του Χριστιανισμού, υιοθέτησαν τις βιαιότερες εντολές του επιθετικότατου παλαιοδιαθηκικού Ιουδαϊσμού, γιατί λοιπόν χρησιμοποιήθηκε το παραπλανητικό όνομα Χριστιανισμός και όχι το φυσικότερο Νέο-ιουδαϊσμός, ή και Χριστιανο-ΓιαχβισμόςΑπ’ την άλλη, αν ο χριστιανισμός δεν υιοθετεί τα πύρινα αυτά κηρύγματα μίσους και τις αφανιστικές μεθόδους του νέο-Μωυσέα Κύριλλου, αλλά την Νεοδιαθικηκή απέραντη και ανυπόκριτον αγάπη, ακόμα και προς τους εχθρούς… κλπ. κλπ… τότε γιατί όχι μόνο δεν καθαιρέθεισαν ποτέ για τις πράξεις τους αυτές, και τα ακατονόμαστα αυτά εγκλήματά τους κατά της ανθρωπότητας, αλλά σήμερα ο συγκεκριμένος «άγιος», ο αγριότερος των αγίων Κύριλλος, παραμένει άγιος και μάλιστα ετήσιας εορταστικής διάρκειας; Τελικά, αναρωτιέται κανείς: αν για την επικράτησή του ο χριστιανισμός, μπορούσε τόσο εύκολα να δανειστεί τις σκιές-πληγές της Παλαιάς Διαθήκης, την πυρπολητική δάδα του Αβραάμ και την κατεδαφιστική σφύρα του Μωυσή… τότε προς τι ο τόσος θόρυβος περί της χριστιανικής αγάπης;

Αλήθεια, μήπως επιτέλους μπορούμε να διακρίνουμε ότι η αγάπη είναι η παραπλανητική βιτρίνα, το δόλιο προσκλητήριο και το καταλληλότερο ιστορικό άλλοθι, για τον φόνο ενός πολιτισμού; Μήπως από την ιστορική πια αυτή απόσταση, μπορούμε να δούμε ότι αυτή ακριβώς η αγάπη, ήταν η ιδεώδης αρχή μιας απίστευτης σε έκταση και μανία κατασυντριβή του Ελληνικού πολιτισμού, που κανένα μίσος δεν θα πετύχαινε καλύτερα;

Ας δούμε όμως τι άλλο εντελώς χριστιανικό και αλησμόνητο έκανε ο περίφημος αυτός Κύριλλος (370-444 μ.Χ.) και γιατί τόσο μένος κατά των Ελλήνων: «Συνέβη δε ο επίσκοπος επί των αιρέσεων Κύριλλος, να περάσει (αστυνόμευε δηλαδή, εντελώς τυχαία…!) έξω από τον οίκο της Υπατίας, όπου είδε συνωστιζόμενους στις εξώθυρες άνδρες και γυναίκες ανθρώπους πολλούς που άλλοι έφευγαν άλλοι έρχοντο και άλλοι έστεκαν εκεί. Ερώτησε λοιπόν (ο Κύριλλος) τι είναι όλο αυτό το πλήθος και περί τινός όλος αυτός ο θόρυβος στην συγκεκριμένη οικία.. Κάποιος του εξήγησε ότι μέσα αγορεύει η φιλόσοφος Υπατία και δική της είναι η οικία.

«Μαθαίνοντας αυτά (
ο άγιος) δαγκώθηκε η ψυχή του ώστε τον φόνο αυτής ταχέως επιβουλεύετο, τον ανοσιότατον μάλιστα φόνο, που κατά την συνήθεια (του αγίου!) προήλθε από πολλούς μαζί θηριώδεις επιτιθέμενους ανθρώπους, ανθρώπους φαύλους που ούτε θεών ούτε ανθρώπων φόβο είχαν, και ξέκαναν έτσι την φιλόσοφο» Σουΐδας (ύψιλον 166) Βλέπετε «συνήθειες» ο άγιος;!

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, μας διέσωσε επιπλέον φρικιαστικές λεπτομέρειες από το συμβόλαιο θανάτου του αλητάγιου Κύριλλου κατά της Υπατίας: «Συμφωνήσαντες δε οι άνδρες (το πόσο «άνδρες» ήταν θα το δείτε σε λίγο) με ένθερμο φρόνημα, (δηλαδή φανατικούς) στους οποίους ηγείτο κάποιος Πέτρος ο αναγνώστης (προφανώς εκκλησιαστικός αναγνώστης) και παραμόνευαν την επιστρέφουσα Υπατία στον οίκο της. Όρμησαν, την έβγαλαν έξω από το δίφρο (μεταφορικό μέσον την εποχής) την έσυραν μέχρι την εκκλησία, της εξέδυσαν την εσθήτα (ενδεικτικό ένδυμα διδασκάλου) και με όστρακα και θεια μανία την κατέκοψαν, την κατέσπασαν, (τις τσάκισαν τα μέλη!) και στην συνέχεια συνεργαζόμενοι αφού την καταδιαμέλισαν, κατέκαψαν τα μέλη της μέχρι καταναλώσεως (καταδιαμελίσθη!). Αυτό όλο το έγκλημα μεγάλη κατακραυγή ξεσήκωσε κατά του Κυρίλλου και της αλεξανδρινής Εκκλησίας…

Αυτά δε συνέβησαν το τέταρτο έτος της Κυρίλλου επισκοπής και το έκτο του («μεγάλου») Θεοδοσίου, τον μήνα Μάρτιο διαρκούντων των νηστειών»!!!
 Σωκράτους Σχολαστικού ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΠΕΡΙ ΥΠΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ 7.15

Τι να πω! Μα, αυτοί, την διαμέλισαν, την έψησαν και μόνο που… δεν την αλάτισαν να τη φάνε! Ευτυχώς δηλαδή που ήταν κι αυτός ο μήνας των νηστειών, που όσο να ‘ναι έπρεπε να αποφεύγουν το κρέας..! Βλέπετε λοιπόν πόσο βοήθησαν οι νηστείες στην ειρήνη του κόσμου;! Φαντάζεστε τι θα της έκαναν της γυναίκας αν δεν ήταν… μήνας νηστειών, που κατευνάζει τα πνεύματα;!

Βλέπετε λοιπόν, με τι λεπτές διαδικασίες νικήσαν την φιλοσοφία των Ελλήνων; Απλά κάποιοι ομιχλώδους καταγωγής άγιοι, έφτασαν στην διαπίστωση, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι… ψητοί αποδίδουν λιγότερο!

Δεν ξέρουμε αν ωφέλησε σε τίποτε η μεγάλη κατακραυγή κατά του πατριάρχη Κυρίλλου και της τοπικής εκκλησίας. Αυτό που ξέρουμε μετά βεβαιότητας είναι, ότι μετά απ’ το απολύτως μελετημένο, χυδαίο, ανατριχιαστικό, και απίστευτης αγριότητας τρομοκρατικό χτύπημα, σίγουρα σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια, δεν ξανατόλμησε άνθρωπος αυτό που αποτόλμησε η ελληνόψυχη Υπατία!

Η «δολομήχανος ελπίδα» αναμοχλεύοντας τα λαϊκά πάθη και ταΐζοντας τους πόθους των απαιδεύτων για δύναμη και εξουσία, έστρεψε κατά των Ελλήνων κάθε λογής βαρβάρων.

Ο σαδιστής αυτός «άγιος», που περισσότερο θυμίζει καλικάντζαρο παρά άνθρωπο θεού, δεν άφηνε τίποτε στην τύχη! Ασκήτεψε δήθεν τρομάρα του στην έρημο, όπου αντί να χάνει τον καιρό του σε αόριστες προσευχές, αυτός επαναδημιούργησε από μαινόμενους αναχωρητές, τον φανατικότερο στρατό ρασοφόρων της «σωτηρίας»! Το αδίστακτο αυτό σώμα καλογέρων, αφού προ καιρού υπηρετήσαν τον Θεόφιλο στην καταστροφή του Σεράπειου, ήταν έτοιμο να υπηρετήσει τον διάδοχο και ανεψιό του Κύριλλο!

Τους καθεστωτικούς στόχους του πνευματικού δικτάτορα Αλεξανδρείας Κύριλλου, υπηρετούσε και μια άλλη ομάδα αναρχικών στρατιωτών της σωτήριας οι ονομαστοί:«παραβολάνοι, μια άλλη τάξη 600 έως 800 δυνατών νέων ανδρών των οποίων η αρχική αιτία σύστασης ήταν η περίθαλψη των ασθενών ανάπηρων και άστεγων της πόλεως…(βλέπετε ότι σε κάθε αθλιότητα χρειάζεται μια αγαθή βιτρίνα) ενεργούσαν επίσης σαν ένα είδος στρατιωτικού σώματος του πατριάρχη Κυρίλλου που αναλάμβανε δράση εναντίων των αντίπαλων… άνθρωποι αμαθείς, ορμητικοί αμόρφωτοι παράφοροι, πειθαρχούμενοι στους εκκλησιαστικούς ηγέτες τους, ήταν πρόθυμοι να αντιδράσουν σε κάθε λαϊκή θέληση της πόλης… είναι βέβαιο ότι οι παραβολάνοι αυτοί διέπραξαν τον φόνο της Υπατίας» Maria Dyielski «Υπατία η Αλεξανδρινή» σελ.179-181

Τόσο «καυτή» ήταν θεοσέβεια τους, που δεν δίσταζαν να σκοτώσουν και να κάψουν κατά τα πρότυπα του Λευίτη Μωυσέα οτιδήποτε μη χριστιανικό!

Ο Σουΐδας συμπληρώνει: «και το σώμα της (της Υπατίας) καθυβριζόμενο διεσπάρη εις όλη την πόλη. Τούτο δε συνέβη δια την υπερβάλλουσα αυτής σοφία, και μάλιστα εις τα περί αστρονομίαν… υπό Κυρίλλου θράσος» Σουΐδας ύψιλον 166.

Η κύρια του Ελληνισμού η Υπατία, αδιαφορώντας για τους χριστιανο-βρυχηθμούς του Κυρίλλου, έβαζε την τήβεννο της και με παρρησία ανακοίνωνε σε δημόσιους χώρους, τα νέα της ναυσιπλοΐας των μαθηματικών και της αστρονομίας. Η Υπατία ακτινοβολούσε δημοσίως το άρωμα της ελληνικής παιδείας. Ο θαλερός ελληνισμός της, κατέθελγε τους πολίτες της ελληνοθρεμμένης Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στον κουασιμόδο της ιεροσύνης Κύριλλο!

Αυτός λοιπόν ο καταχθόνιος ανθρωποκυνηγός, το αιμοβόρο θηρίο, ο αλάστωρ Κύριλλος Αλεξανδρείας, (τον οποίο ούτε ο Σουΐδας, αν και χριστιανός δεν διστάζει να φανερά να περιφρονήσει), δεν είχε να φοβηθεί τίποτε!

Μετά απ’ αυτόν τον κατά παραγγελία θάνατο της Υπατίας, όχι μόνο δεν ίδρωσε το αυτί του, αλλά επειδή στην θρησκευτική μεζούρα, οι αξιότιμοι προσμετρόνται ανάλογα με τα εγκλήματα πίστης, γνώρισε πραγματικές δόξες και τιμές, αφού μετά απ’ αυτή την θηριωδία του ανακηρύχθηκε: «σοφός», «ιερός», «θεσπέσιος», «νικηφόρος», «μακάριος», «θείος», «δάσκαλος», και… θερμός «εραστής της αλήθειας» και φυσικά «άγιος» Φώτιος ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.
Χριστιανοκανίβαλο, είναι αλήθεια δεν πρέπει να τον είπε κανείς μέχρι σήμερα! Ας έχω εγώ αυτή την τιμή!

Αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα, πράγματι μόνο με ανατριχιαστικές ιστορίες κανιβάλων μπορεί να συγκριθεί! Μόνο που αν το δούμε εγκληματολογικά, είναι κατά πολύ ανώτερο σε αποτρόπαια κίνητρα και συγκρίσεις, αφού ο αλεξανδρινός αυτός ρασοφορεμένος κανίβαλος, έχει για θύμα του μια εντελώς αθώα, πάνσοφη και όμορφη γυναίκα, (κάτι που δεν τυχαίνει συχνά σε αφθεντικούς κανιβάλους). Ο δε οικτρός κανιβαλιστικός διαμελισμός της, γίνετε άκουσον-άκουσον, στο όνομα μια θεόσταλτης αγάπης! Μιας αγάπης, που ενίοτε πυρπολεί, διαμελίζει και σκοτώνει! Ειδικά αυτό το τελευταίο… την αγάπη δηλαδή που με τόσο μίσος σκοτώνει, ούτε και ο πιο διεστραμμένος κανίβαλος δεν θα μπορέσει ποτέ να την εξηγήσει!

Αυτός ήταν ο ψυχοπαθής δήμιος Αλεξανδρείας Κύριλλος! Δηλαδή, ευτυχώς που αυτός ο άνθρωπος ήταν άγιος, διότι αν δεν τον είχε ημερέψει η τόση χριστιανική του παιδεία και η αγιότητα του… αν δεν αγαπούσε έτσι τρυφερά, ακόμα και τους εχθρούς του… φαντάζεστε πόσο πιο κακός μπορούσε να γίνει;

Ποια ήταν όμως η Υπατία; Το θηλυκό αυτό «τέρας», που κατατρόμαξε τους ποιμένες της αλεξανδρινής εκκλησίας, και γιατί έπρεπε να το εξαφανίσουν τόσο μακάβρια από προσώπου γης; Τι το αποτρόπαιο έκανε, που δεν έδενε πουθενά με τον Ιουδαιο-χριστιανισμό, ώστε να δικαιούται τέτοιο φρικτό θάνατο;

Η Υπατία ήταν μια ψυχωμένη Ελληνίδα, που εκτός από εξαιρετικά όμορφη, υπήρξε και φαινόμενο επιστημονικής γνώσης και φιλοσοφίας.

Κόρη του γνωστού μαθηματικού Θέωνα. Μαθηματικός η ίδια, γεωμέτρης, φιλόσοφος και αστρονόμος, με γνώσεις που ξεπερνούσαν την εποχή της, με πρωτοποριακές μηχανο-κατασκευαστικές επιδώσεις.

Το συγγραφικό της έργο, που φυσικά δεν έφτασε ως εμάς περιλαμβάνει τίτλους όπως: «Υπόμνημα εις Διόφαντο», «Υπόμνημα εις τα Κυνικά του μαθηματικού Απολλώνιου Περγέου», «Αστρονομικός κανόν». Πιθανολογούνται και αλλά έργα δικά της που όλα ΧΑΘΗΚΑΝ οριστικά. Εξαιρετική γεωμέτρης είχε το παρατσούκλι Υπατία η Γεωμετρική.

Η Υπατία δεν είχε θρησκευτικές τοποθετήσεις. Δεν μισούσε τους χριστιανούς. Μάλλον(κατά την Τσιέλσκα Μαρία (στο βιλίο της Υπατία η Αλεξανδρινή) απέφευγε διακριτικά ακόμα και την πατρώα θρησκεία, και ο μόνος έρωτας της ζωής της, ήταν οι επιστήμες!

Με τις υποδείξεις της ανεξίθρησκης Υπατίας, ο χριστιανός μαθητής της Συνέσιος, κατασκεύασε το αστρονομικό όργανο αστρολάβο. Ένα όργανο, που μόνο οι λεπτότατες κατασκευαστικές του απαιτήσεις, προϋπέθεταν προχωρημένο ωρολογοποιό μηχανολογικό εξοπλισμό! Πράγμα που στην προέκταση του σημαίνει, ότι η Υπατία διέθετε ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο, και ειδικευμένους τεχνίτες μικροκατασκευών!

Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι διόλου ασήμαντη, αφού καταληκτικά, είναι μάλλον η διαφωτιστικότερη για τον σημαντικότατο ρόλο της Υπατίας στην διεκδίκηση του κοινού της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας, απ’ την Ελληνόφωτη επιστήμη ή την σκοταδιστική θρησκεία!

Για να πάρουμε μια γεύση του αστρονομικο-μαθηματικού επιτεύγματος που εδώ ασαφώς και γενικόλογα αναφέρουμε ως «αστρολάβο» πρέπει να υπενθυμίσουμε την πολυπλοκότητα του αντίστοιχου ευρήματος των Αντικυθήρων που αν και κατά πέντε περίπου αιώνες αρχαιότερος αυτού της Υπατίας, αφήνει έκθαμβους τους σημερινούς μελετητές του με τις μαθηματικές και τεχνολογικές του προϋποθέσεις!

Το όργανο αυτό, ανεσύρθη το 1901 από αρχαίο ναυάγιο των Αντικυθήρων. Είναι ένας «αστρονομικός υπολογιστής μεγάλης ακρίβειας, του 80 π. Χ. χαρακτηρίσθηκε σαν το πιο περίπλοκο μηχανισμό που κατασκευαστικέ ποτέ στον κόσμο, τουλάχιστον έως τα 1200μ.Χ.» Χ. Λάζος «τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα».

Με τους 27 του συνολικά γραναζοτούς δίσκους του, κατασκευασμένους πριν από 21 αιώνες η πρωτοχριστιανική Ελλάδα, αποστομώνει στους επικριτές της με τον καλύτερο τρόπο!

Η τεχνολογία και οι ευφυέστατες εφαρμογές των θεωρητικών επιτευγμάτων της ελληνικής διανόησης, απαντούν καλύτερα απ’ όλα τα επιχειρήματα, για το αν η Ελλάδα ήταν ή όχι βουτηγμένη στην δεισιδαιμονία και την ειδωλολατρική αποχαύνωση, απ’ την οποία έπρεπε επειγόντως να σωθεί! Κάποιοι άλλοι πρέπει σήμερα επειγόντως να καταλάβουν, το σχεδιασμένο έγκλημα που διεπράχθη κατά της ολοσέβαστης Ελλάδος, που στο πρόσωπο και στο τραγικό τέλος της Υπατίας, βρίσκει μια ανεπανάληπτη θλιβερή ταύτιση!

Ο «αστρολάβος» της Υπατίας, κατασκευασμένος πεντακόσια και πλέον χρόνια μετά, πρέπει να ήταν μια ανάλογη θεαματική μετεξέλιξη. Ένα τέτοιο αριστούργημα ακριβέστατης μικροκοπής, ωρολογοποιού συναρμογής και αστρονομικών συσχετισμών, βγαλμένο μέσα απ’ τα εργαστήρια της Υπατίας, επιδεικνυόμενο στις δημόσιες διαλέξεις της Αλεξανδρινής φιλόσοφου, μαζί με αλλά ίσως τεχνολογικά αριστουργήματα, πρέπει να άφηναν κατάπληκτο και τον τελευταίο αλεξανδρινό!

Εξ όλων αυτών λοιπόν διαφαίνεται, ότι η Υπατία αντιπροσώπευε την ουσιαστικότερη συνεχεία, της άγνωστης στους πολλούς προηγμένης «τεχνολογίας» των Ελλήνων! Η Υπατία λοιπόν πέρα απ’ το θάρρος της διαφωνίας προς την δικτατορία της σωτήριας, αντιπροσώπευε τον ισχυρότερο αντίπαλο της διεκδικητικής θεολογίας!

Η Υπατία, απέναντι στις θανατονικήτρες σειρήνες της θεολογίας, φαίνεται πως μεθοδικά αντεπιστράτευε την απτή και οφθαλμοφανή απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας, την οποία μεθοδικά και με μεγάλη ως φαίνεται αποδοχή, επεδείκνυε στους δημόσιους χώρους της πόλης! Η μαζική αποδοχή της Υπατίας, απειλούσε να αχρηστεύσει το επιδιωκόμενο μονοπώλιο της προσοχής του όχλου, απ’ τους ελπιδέμπορους της θρησκείας!

Η τεχνολόγος Υπατία, με την τόλμη, την γοητεία και τις κατασκευές της, κέρδιζε μεγάλη μερίδα απ’ τον ενθουσιασμό και την υποστήριξη ακόμα και των απαίδευτων του όχλου! Αυτό όμως προβλημάτισε βαθιά τους θρησκευτικούς δέσποτες της εποχής της! Έτσι η απροκάλυπτη δολοφονία της, μπορεί να αφαιρούσε για λίγο απ’ τον πατριάρχη το χαμογελαστό προσωπείο του κοινωνικού αγαπητικού, αλλά ο παραδειγματικός της θάνατος, ήταν πράξη αναπότρεπτης ανάγκης!

Από την Αλεξάνδρεια, την πρωτεύουσα της γνώσης των βιβλίων και των τεχνολογικών θαυμάτων, η παντοειδής σοφία των Ελλήνων αν δεν ανεκόπτετο απ’ την θρησκευτική δεισιδαιμονία, σε χρόνο ρεκόρ θα ταξίδευε στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, εμπεδώνοντας την απόλυτη ελληνική πνευματική παντοκρατορία, με ανυπολόγιστες εξελίξεις παιδείας και πολιτισμού!

Αυτά ακριβώς όμως ήταν που ανησύχησαν τον Κύριλλο, τον τοποτηρητή της ιδεολογικής κατοχής στην Αλεξάνδρεια, στην συμπεριφορά της ανυπότακτης και ατρόμητης Υπατίας.

Η θαρραλέα αυτή Ελληνίδα, παρ’ ότι μικρή πρέπει να έζησε τις ταραχές και την καταστροφή του Σεραπείου επί Θεόφιλου, ξεπέρασε το θάρρος πολλών ανδρών, και αδιαφορώντας έμπρακτα με την δεδομένη εκκλησιαστική τρομοκρατία, με δημόσιες διαλέξεις αναπτέρωνε το ενδιαφέρων των επιστημών, διατηρώντας έναν χώρο σταθερής πνευματικής αντίστασης στη ογκούμενη θρησκευτική παντοδυναμία!

Η γυναίκα αυτή είχε λοιπόν τον ελληνικότατο «δαίμονα» του δημόσιου κήρυκα μέσα της, κι’ αυτό ήταν που ανάγκασε τον καταχθόνιο νου του ανθρωποκυνηγού Κύριλλου, να παραγγείλει τον χειρότερο παραδειγματικό χαμό της.

Η αγριότητα δεν ήταν τυχαία!

Ο θάνατος της έπρεπε να είναι συγκλονιστικός! Κάτι εξαιρετικά τρομακτικό, που θα καθήλωνε και τον τελευταίο Έλληνα, που θα είχαν ακόμα το θράσος, μετά την έλευση της ουρανοκατέβατης Εβραιο-Βιβλικής σοφίας στην Αλεξάνδρεια, να μιλάει για έρευνα και γνώσεις!

Να γιατί κατ’ εντολή του, έσυραν στους δρόμους την φιλόσοφο την κατέγδαραν με θραύσματα κεραμικών (όστρακα), τις κατέσπασαν τα μέλη, την καταδιαμέλισαν και στο τέλος… την έψησαν, ναι σκεφτείτε το… έψησαν τα μέλη της σε ανθρακιά… σαν να επρόκειτο για εκδρομή ξέγνοιαστων κανιβάλων!

Ναι, αυτήν την τελευταία εντελώς απίστευτη και τρομακτικά εντυπωσιακή λεπτομέρεια μας διέσωσε ο Ι. Μαλάλας: «Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος στους χρόνους αυτούς την μεγάλη εκκλησία εν Αλεξάνδρεια έκτισε η οποία μέχρι και νυν Θεοδοσίου λέγεται, εφίλει (συμπαθούσε) δε Κύριλλον τον επίσκοπον Αλεξανδρείας. (μα πως να μη τον συμπαθείς τέτοιων κύριο) Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν (εξουσία παρά Κυρίλλου) λαβόντες οι Αλεξανδρείς (παραβολάνοι) φρυγάνοις έκαυσαν (στα ξερόξυλα!) Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον» Ι. Μαλάλας ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ (Λόγος Δ΄) 359.8

Γι’ αυτό το έγκλημα της ελληνόψυχη Υπατίας, δεν λογοδότησε ποτέ κανείς. Απεναντίας, ο δήμιος της απολαμβάνει ακόμα τις υψηλότερες τιμές αγίου, με ετήσιες τιμές και πανηγύρια!

Αυτός ήταν ο θηριόψυχος Κύριλλος, που ενώ είναι να απορεί κανείς γιατί έγινε χριστιανός, αυτός ο παρανοϊκός ο από παντού καθυβριζόμενος… παραμένει ακόμα σούπερ άγιος, ανάμεσα στους πολύπαθους απόγονους των θυμάτων του, τους αμνήμονες Έλληνες!

Η Εκκλησία της Ελλάδος προκλητικότερη παρά ποτέ, όχι μόνο γιορτάζει δυο φορές ετησίως τον εν λόγω Κύριλλο (18/1 και 9/6) αλλά δεν δίστασε να δοκιμάσει τις ευαισθησίες των αφανισμένων Ελλήνων, κηρύττοντας το 1998 έτος Κυρίλλου! Το τεστ μνήμης ήταν βέβαια δικαιολογημένο, και απέδειξε περίτρανα στους εμπνευστές του, τον αξιοθαύμαστο βαθμό ιστορικής αμνησίας, της κατάμαυρης και αδιαπέραστης ιστορικής άγνοιας των Ελλήνων!

Καμιά ουσιαστική αντίδραση! Η ιερατειο-κρατούμενη εκκλησία, ο πνευματική δεσπότης των Ελλήνων, δεν έχει να φοβηθεί το παραμικρό. Οι Έλληνες κοιμούνται ή αργοπεθαίνουν, πάνω στις πληγές τους και στα δοξασμένα συντρίμμια των προγόνων τους! Κοιμούνται βαθιά, ληθαργικά, έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες ναρκωτικής υποσχεσιακής εβραιοβιβλικής σωτηριολογία!

Ως πότε όμως;!
 

Απ' τον «ανθόκηπο» του Χριστιανισμού: Άγιος Αθανάσιος

Ο Άγιος Αθανάσιος, υπήρξε μέγας εχθρός του Ελληνισμού συμμετείχε σε μαζικές καταστροφές έργων τέχνης των προγόνων μας και ήταν αυτός που απαγόρευσε την ονομασία «Έλλην» και την αντικατέστησε με το «Ρωμιός». Προέτρεπε τούς βυζαντινούς κατακτητές τής πατρίδος μας σε σφαγές Ελλήνων και απειλούσε με αφορισμό όποιον τολμούσε να αναφερθεί σε οτιδήποτε ελληνικό. Έγραψε βιβλίο με τίτλο «Κατά των Ελλήνων» οπού καταφέρεται με λύσσα κατά του Ελληνισμού και τής ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτόν τον ανθέλληνα τιμούν οι Ιουδαιοχριστιανοί, αποδεικνύοντας για μια φορά ακόμα ότι: αν είσαι χριστιανός δεν μπορεί να είσαι Έλληνας...

Ο Μέγας και Άγιος της 18ης Ιανουαρίου

«Ουκούν ει μήτε άνθρωπος απλώς μήτε μάγος μήτε δαίμων τις εστίν ο Σωτήρ, αλλά και την παρά ποιηταίς υπόνοιαν και δαιμόνων φαντασίαν και Ελλήνων σοφίαν τη εαυτού θειότητι κατήργησε και επεσκίασε».
(Άγιος Αθανάσιος, «Κατά Ελλήνων», κεφ. 48, παρ. 9).

Ο Αθανάσιος, Άγιος και Μέγας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεννήθηκε το 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πιθανότατα από ελληνικής καταγωγής γονείς. Από πολύ μικρή ηλικία κατηχήθηκε στον Χριστιανισμό ξεχνώντας ολοκληρωτικά την καταγωγή του. Κατά την εφηβεία του μαθήτευσε δίπλα στον φανατικό ασκητή Άγιο Αντώνιο τον Μέγα, στην έρημο της Ερυθραίας. Ο δάσκαλός του πέθανε στην έρημο μέσα σε ένα ξεροπήγαδο προσευχόμενος στον Γιαχβέχ.

Ο Αντώνιος, κατά την περίοδο που ασκήτευε, δεν άλλαξε ποτέ κανένα ένδυμα, δεν έπλυνε ποτέ το σώμα του και τρεφόταν μέρα παρά μέρα με ένα ξερό παξιμάδι. Γυναίκα δεν γνώρισε ποτέ (Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», λήμμα «Άγιος Αντώνιος»). Τα οράματά του με μεταφυσικά όντα και η κατά φαντασίαν μάχη του με τον ίδιο τον Διάβολο ήταν οι πνευματικές καθημερινές του ενασχολήσεις. Με τις παράλογες και σχιζοφρενικές αυτές διδαχές γαλουχήθηκε ο χαρακτήρας του Αγίου Αθανασίου, ενός απ' τους πλέον φανατικούς ανθρώπους της ιστορίας.

Κατά την περίοδο του 4ου μ.Χ. αιώνος, στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν σε εξέλιξη ένας ανελέητος διωγμός εναντίον των Ελλήνων, που καθοδηγείτο από χριστιανούς. Την ίδια εποχή, κορυφώνονταν και οι αλληλοσφαγές μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων. Τα σχίσματα πλήθαιναν, καθώς και ο αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος αναμεταξύ τους για το ποιό δόγμα θα επικρατούσε ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία τριάντα τριών περίπου ετών, ο Αθανάσιος ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ήταν μικρόσωμος και φιλάσθενος, αλλά τρομερά δραστήριος και πανούργος. Σύμφωνα με όλους τους υποστηρικτές του, αλλά και τους μη, μέθοδοί του ήταν οι κολακείες, οι δωροδοκίες, οι πλαστογραφίες, οι συκοφαντίες, η βία ενάντια στους εχθρούς του, οι πυρπολήσεις ναών και οι δολοφονίες. Απ' την Αλεξάνδρεια ο Αθανάσιος εκδιώχθηκε πέντε φορές μέσα σε μία χρονική περίοδο 18 ετών. Ο Γερμανός ιστορικός και πρώην ιερέας Καρλ Χάινς Ντέσνερ στο έργο του «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού» λέει για τον Αθανάσιο: «Υπήρξε ένας απ' τους σκληρότερους και πιο αδίστακτους εκκλησιαστικούς δημαγωγούς» (σελ. 475).

Επίορκοι «έκλεψαν» την πατριαρχία υπέρ του Αθανασίου

 Η εκλογή του στο αξίωμα του πατριάρχη έγινε με τον πλέον σκοτεινό και αμφιλεγόμενο τρόπο, αφού απ' τους πενήντα τέσσερις εκλέκτορες αρχιμανδρίτες τον χειροτόνησαν μόνον οι επτά, που παρεμπιπτόντως ήταν και επίορκοι: «Ταύτα μεν Απολλινάριος γράφει περί Αθανασίου, οι δε από της Αρείου αιρέσεως λέγουσιν ως Αλεξάνδρου (προηγούμενος πατριάρχης) τελευτήσαντος εκοινώνουν αλλήλοις οι τα Αλεξάνδρου και Μελιτίου φρονούντες, συνελθόντες τε εκ Θηβαίδος και της άλλης Αιγύπτου πεντήκοντα και τέσσαρες επίσκοποι ενωμότως συνέθεντο κοινή ψήφω αιρείσθαι τον οφείλοντα την Αλεξανδρέων εκκλησίαν επιτροπεύειν· επιορκίσαντας δε επτά τινας των επισκόπων παρά την πάντων γνώμην κλέψαι του Αθανασίου χειροτονίαν και δια τούτο πολλούς του λαού και των ανά την Αίγυπτον κληρικών αποφυγείν την προς αυτόν κοινωνίαν» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 17, 4).

Η παράνομη και σκανδαλώδης αυτή εκλογή του, δημιούργησε μεγάλες αναταραχές. Πιστοί του Αθανασίου προέβησαν σε ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις και δολοφονίες εναντίον όσων αμφισβητούσαν τον ποιμένα τους. Η δράση του αγίου επικεντρώθηκε κυρίως εναντίον των αρειανιστών και των μελιτιανών χριστιανών. Εκ παραλλήλου κι άλλες αιρέσεις μπήκαν δυναμικά στον αιματηρό χριστιανικό εμφύλιο για την μοιρασιά της πίτας, όπως οι απολλιναριστές, οι μασσαλιανοί, οι νοβατιανοί, οι ιακωβίτες κ.ά.

Δολοφόνησε επίσκοπο και βίασε γυναίκα

 Το 335 μ.Χ. είχαν συσσωρευτεί πολλές κατηγορίες εναντίον του πατριάρχη Αθανασίου. Οι κύριες ήταν: Για υπερβολική φορολογία, που είχε επιβάλει στην επαρχία της Αλεξάνδρειας, για βίαιες ενέργειες αυτού και των πιστών του εναντίον πολλών εκ των εχθρών του ακόμα και μέσα σε εκκλησίες, για την κρυφή βοήθεια σε πολιτικούς αντιπάλους τού αυτοκράτορα και για την παρεμπόδιση της αποστολής σιταριού απ' το λιμάνι της πόλης, που κατευθυνόταν προς τους φτωχούς.

Οι κατηγορίες αυτές τον οδήγησαν στην καθαίρεσή του απ' τον ίδιο τον ορθόδοξο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μέγα, με έγγραφο που έστειλε στην σύνοδο της Τύρου. Όμως, ο Αθανάσιος παραποίησε το έγγραφο αυτό δύο φορές, αναδημοσιεύοντας την επιστολή με ψεύτικα λόγια του Κωνσταντίνου, που έλεγαν δήθεν, ότι ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε. Οι κατηγορίες για βία και επιθέσεις πλήθαιναν, όπως ότι διέταξε τον ιερέα Μακάριο να επιτεθεί εναντίον του αρειανιστή ιερέα Ισχύρα, ότι ο ίδιος ο Αθανάσιος είχε δολοφονήσει τον επίσκοπο Αρσένιο κι ότι ο άγιος είχε διαφθείρει κάποια γυναίκα. Με όλα αυτά ο Αθανάσιος εξορίστηκε στα Τρέβηρα της Γαλατίας για δύο χρόνια. Οι απολογητές του λένε, ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και πίσω τους βρίσκονταν οι αρειανιστές και οι μελιτιανοί.

Οι αιρέσεις των αρειανιστών και των μελιτιανών πρέσβευαν, ότι ο Χριστός ήταν θνητός άνθρωπος, κάτι το οποίο οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί πολέμησαν μετά μανίας. Ο Αθανάσιος τους βρίζει σε κάθε έργο του αποκαλώντας τους «δυσεβεστάτους», «υποκριτές», «μανιακούς», «μοχθηρούς», «απατεώνες», τον δε αρχηγό του αρειανισμού Άρειο, «βλάσφημο», «παρανοϊκό», «πρόδρομο του Αντιχρίστου» κ.ά.

Ποιός «έχυσε τα έντερα» του Άρειου στην τουαλέτα;

Έτσι, καλλιεργήθηκε το ανάλογο κλίμα και το 336 μ.Χ., την εποχή της πρώτης εξορίας του αγίου Αθανασίου, ο Άρειος δολοφονείται με άγριο τρόπο. Η δολοφονία έγινε στην Κωνσταντινούπολη κατά την διάρκεια διαλείμματος κοινής συλλειτουργίας του Αρείου με ορθοδόξους με μαφιόζικο τρόπο: «Ήσαν δε τότε πατριάρχαι εις μεν την Κωνσταντινούπολιν Αλέξανδρος, εις δε την Αντιόχειαν Ευστάθιος και εις τα Ιεροσόλυμα Μάξιμος. Εις την Αλεξάνδρειαν ουδείς εχειροτονήθη εξωρισμένου του Αγίου Αθανασίου. Τούτων ούτως εχόντων, πεισθείς ο βασιλεύς υπό του Ευσεβίου και των λοιπών, διέταξε τον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον, όπως συλλειτουργήση απροφασίστως μετά του Αρείου η άλλως να παραιτηθή του θρόνου. Ιδών ο Αλέξανδρος ότι και τα δύο δεινά είναι, έστρεψε την ελπίδα αυτού πάσαν προς τον Θεόν και παρεκάλει αυτόν να κάμη την εκδίκησιν. Ότε δε έφθασεν η ωρισμένη ημέρα, την οποίαν καθώρισεν ο βασιλεύς, μεταβάς ο Άρειος προς εκπλήρωσιν της σωματικής του ανάγκης, παρευθύς -ω της δικαίας κρίσεως του Θεού!- εχύθησαν τα εντόσθιά του υποκάτω αυτού και έλαβεν την αξίαν τιμωρίαν ο θεομάχος, απολαύσας το αιώνιον πυρ, το ητοιμασμένον τω Διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» («Μέγας Συναξαριστής», Ιανουαρίου ΙΗ , σελ. 419).

Και ο Αθανάσιος επιβεβαιώνει την δολοφονία: «...και ως αντιπεμπούσης της δίκης το ξύλον εν αυτώ την ιδίαν κοιλίαν έπληξε και αντί του θρόνου τη πληγή τα ίδια εξήνεγκεν έντερα και μάλλον ο θρόνος εκείνου το ζην απέσπασεν η αυτός απεσπάσθη παρ' εκείνου· εξεχύθη γουν, ως γέγραπται κατά τον Ιούδαν, τοις σπλάγχνοις και καταπεσών εβαστάχθη και μετά μία ημέραν απώλετο» (Άγιος Αθανάσιος, «Προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών», κεφ. 57, παρ. 3-4).

Βεβαίως, ούτε ο ίδιος ο Γιαχβέ, αλλά ούτε και η «δικαία κρίση» του ξεκοίλιασαν τον Άρειο, αλλά οι φανατικοί ορθόδοξοι αντίπαλοί του. Ως δολοφόνος κατηγορήθηκε απ' τους αρειανιστές ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Παύλος. Άλλωστε οτιδήποτε διαφοροποιείται απ' το δόγμα τους αποτελεί γι' αυτούς έργο του Σατανά. Εδώ επιβεβαιώνεται για ακόμα μία φορά και στην πράξη η γνωστή ρήση του τυφλού θρησκευτικού φανατισμού: «Ορθοδοξία ή θάνατος». Η δολοφονία αυτή έριξε κι άλλο λάδι στην φωτιά, που είχε ήδη ανάψει μεταξύ όλων των παρατάξεων και θρησκειών: «Υπό γαρ τούδε του εμφυλίου των χριστιανών πολέμου συνεχείς εγίγνοντο κατά την πόλιν στάσεις, πολλοί τε εκ των γιγνομένων συντριβέντες απώλοντο» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ.12, παρ.17-20).

Ο Μέγας Αθανάσιος, πέρασε χρόνια στην έρημο υπηρετώντας τον Άγιο Αντώνιο, ο οποίος τον υποστήριξε αργότερα στην πολεμική του κατά του Αρείου. Στην εικόνα φαίνονται να πατούν και οι δύο μαζί τον Άρειο (tο ύφασμα, που κρατούν, είναι -σύμφωνα με την παράδοση- αυτό που φορούσε ο Άγιος Παύλος, προτού «αναχωρήσει για τον Παράδεισο»).

Η δυναμική επιστροφή του Αθανάσιου στην Αλεξάνδρεια σημαδεύτηκε από αιματηρά επεισόδια με την προσπάθεια των ορθοδόξων να επανέλθουν στην εξουσία: «Παντού μετά την προπαγανδιστική του περιοδεία (του Αθανασίου) ανέβηκαν στους θρόνους αντιεπίσκοποι, προκλήθηκε διχόνοια και προέκυψαν νέες διασπάσεις. Γιατί με τους νέους αντιεπισκόπους δημιουργούνταν διαρκώς αναταραχές και οδομαχίες, με αποτέλεσμα τα λιθόστρωτα να καλύπτονται από εκατοντάδες πτώματα» (Καρλ Χάινς Ντέσνερ, «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», σελ. 487).

Πιστός ιδεολογικός υποστηρικτής του στην μάχη εναντίον όλων ήταν ο δάσκαλός του, Άγιος Αντώνιος, θαυματοποιός και αντιαρειανιστής, που τότε ζούσε ασκητεύοντας σε πηγάδια της ερήμου. Και επειδή η διαμονή σε ξεροπήγαδα υπήρξε μόδα της εποχής, ο Αθανάσιος κατέφυγε εκεί για έξι χρόνια, για να γλυτώσει από τους διώκτες του αρειανιστές: «Και ο μεν Αθανάσιος έβλεπεν εαυτόν εις μεγάλην στεναχωρίαν και φυγών εκρύβη εις εν ξηροπήγαδον, εκείνοι δε ζητήσαντες και μη ευρόντες αυτόν έγραψαν δευτέραν καθαίρεσιν κατ' αυτού... Έμεινε λοιπόν κεκρυμμένος εις τον λάκκον εκείνον ο Μέγας Αθανάσιος έτη εξ» («Συναξαριστής», Τόμος Ιανουαρίου, σελ. 422).

Ιερέας Παύλος: Η «μαύρη χειρ» του Αθανασίου

 Ακολούθησε η δεύτερη εξορία του αγίου απ' το 339 έως το 346 μ.Χ., που έγινε επί του αρειανιστή αυτοκράτορα Κωνστάντιου απ' την Σύνοδο της Αντιοχείας και διήρκεσε επτάμισυ έτη. Η εξορία του αποτέλεσε ακόμη μία φορά πυροδότηση της βίας και των οδομαχιών στην πολύπαθη Αλεξάνδρεια: «Οι αστυνομικές και στρατιωτικές επεμβάσεις, οι εξορίες, οι θάνατοι στην πυρά και οι εκτελέσεις δεν έπαιρναν τέλος, ενώ ο Αθανάσιος υποστήριζε μονίμως, πως είχε την ομόφωνη υποστήριξη του λαού της Αλεξανδρείας, αν και ίσχυε μάλλον το αντίθετο» («Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», σελ. 48).

Ας δούμε όμως, πως περιγράφει και ένας ορθόδοξος υποστηρικτής του Αθανασίου τον μαινόμενο εμφύλιο των χριστιανών: «Άλλοι δε ξιφών πληγάς επεδείκνυντο, άλλοι λιμόν υπομεμενηκέναι παρ' αυτών απωδύροντο και ταύτα ουχ οι τυχόντες εμαρτύρουν άνθρωποι, αλλ' εκκλησίαι όλαι ήσαν υπέρ ων οι απαντήσαντες και πρεσβεύοντες εδίδασκον, στρατιώτας ξιφήρεις, όχλους μετά ροπάλων, δικαστών απειλάς, πλαστών γραμμάτων υποβολάς, προς τούτοις παρθένων γυμνώσεις, εμπρησμούς εκκλησιών, φυλακάς κατά των συλλειτουργών και ταύτα πάντα δι' ουδέν έτερον η δια την δυσώνυμον αίρεσιν των Αρειομανιτών» (Θεοδώρητος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», κεφ. 105, παρ. 617).

Το 342 μ.Χ. ο στρατηγός του ιππικού Ερμογένης ανέλαβε να αποκαταστήσει την τάξη και να θέσει τέλος στον εμφύλιο εκκλησιαστικό πόλεμο ύστερα από διαταγή του Κωνστάντιου. Ο Ερμογένης, ύστερα από παγίδα, που του είχε στήσει το πλήθος των φανατικών ορθοδόξων, εγκλωβίζεται μέσα στο σπίτι του και καίγεται ζωντανός: «Ως δε επέκειτο ο Ερμογένης δια στρατιωτικής χειρός απελάσαι τον Παύλον, παροξυνθέν τότε το πλήθος οία εν τοις τοιούτοις φιλεί γίγνεσθαι, αλογωτέρας εποιείτο κατ' αυτού τας ορμάς και εμπίπρησι μεν αυτού την οικίαν, αυτόν δε σύραντες απέκτειναν» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 13, παρ. 9-13).

Ως εγκέφαλος της πράξης καταδείχθηκε ο ορθόδοξος ιερέας Παύλος, ο δολοφόνος του Αρείου. Ο Παύλος εξορίζεται στην περιοχή της Μικρής Αρμενίας, όπου αρκετά χρόνια αργότερα θα στραγγαλιστεί με την σειρά του από αρειανιστές. Πίσω απ' αυτόν βρισκόταν για άλλη μία φορά ο εγκέφαλος του όλου εγχειρήματος, Αθανάσιος.

Την ίδια εποχή, δρομολογείται για πρώτη φορά το μετέπειτα σχίσμα των εκκλησιών απ' τον εξόριστο στα Τρέβηρα Αθανάσιο, που έχει πείσει τους καθολικούς και τον αυτοκράτορα της Δύσης Κώνσταντα να αντιταχθούν στον Κωνστάντιο και στους αρειανιστές. Εκεί, συνομότησε με τον εξόριστο Παύλο, πείθοντας τον αυτοκράτορα και αδελφό του Κωστάντιου, Κώνστα, να τους στείλει πίσω στην Αλεξάνδρεια υπό την προστασία του. Ουσιαστικά ο Αθανάσιος προσπαθούσε να πείσει τον Κώνσταντα να ξεκινήσει την αναπροσάρτηση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στην Ρώμη μέσω πολέμου.

Ο Κωνστάντιος, φοβούμενος τον εμφύλιο πόλεμο ζήτησε την επιστροφή του Αθανασίου στην Αντιόχεια, όπου τον υποδέχθηκε ο ίδιος με δάφνες καταστρέφοντας όλα τα έγγραφα, που τον ενοχοποιούσαν. Με την επιστροφή του αγίου στην Αλεξάνδρεια και χωρίς χρονοτριβές στήθηκαν οι διορισμοί δικών του επισκόπων και οι βίαιοι διωγμοί των αντιπάλων του. Ο Αθανάσιος έστησε και μία μικρή Εκκλησιαστική Σύνοδο στην Ιερουσαλήμ, που αποκατέστησε την φήμη και την δόξα του.

Οδομαχίες, πυρές, βεβηλώσεις και δολοφονίες

 Η τρίτη εξορία του έγινε από το 356 έως το 362 μ.Χ. πάλι από τον Κωνστάντιο. Το 357 μ.Χ. έγραψε ένα έργο προς τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, την «Απολογίαν προς τον βασιλέα Κωνστάντιον», όπου κολακεύει υπερβολικά τον αρειανιστή αυτοκράτορα, αποκαλώντας τον «θεοφιλέστατον», «δίκαιον» ζητώντας την συγγνώμη του: «Συγχώρησον ειπόντι μοι ταύτα, φιλανθρωπότατε Αύγουστε, και πολλήν μοι συγγνώμην δος» (παρ. 3), ενώ το 358 μ.Χ. στο «Προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών επί Κωνσταντίου» εξαπολύει λεκτική επίθεση εναντίον του.

Οι απόψεις του για τον Κωνστάντιο αλλά και για πολλούς άλλους μεταβάλλονταν αρκετές φορές ανάλογα με την περίσταση. Την ίδια περίοδο οι πράξεις βίας, οι οδομαχίες, οι βεβηλώσεις, οι πυρές και οι καταστροφές επεκτάθηκαν γρήγορα σε όλη την ανατολική επικράτεια της αυτοκρατορίας. Αντιόχεια, Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Ανδριανούπολη, Γάζα και πολλές άλλες πόλεις αλληλοσπαράσσονταν.

Ο Κωνστάντιος, για να σταματήσει τον ανεξέλεγκτο εμφύλιο, έλαβε σκληρά μέτρα. Την νύχτα της 9ης Φεβρουαρίου του 356 μ.Χ., ο Αθανάσιος ιερουργούσε σε αγρυπνία στο ναό του Αγίου Θεωνά. Τότε 5.000 στρατιώτες κύκλωσαν την εκκλησία, για να συλλάβουν τον Αθανάσιο: «Μερισθέν δε το πλήθος εις δύο μέρη και των μεν θελόντων τον Γρηγόριον, των δε τον Μέγαν Αθανάσιον, σύγχυσις μεγάλη εγένετο. Βλέπων δε ο στρατηγός Συριανός, ότι κινδυνεύει να γίνη εμφύλιος πόλεμος, και ότι έκαυσαν ένα ναό, του Διονυσίου καλούμενον, εσκέφθη να φονεύση τον Αθανάσιον, δια να παύση η σύγχυσις» («Συναξαριστής», Τόμος Ιανουαρίου, σελ. 423). Παρά την αιματηρή μάχη που ακολούθησε, ο άγιος κατάφερε να φυγαδευτεί από τους κληρικούς του. Ο πρόωρος θάνατος του Κωνστάντιου τον έφερε και πάλι πίσω στην Αλεξάνδρεια. Το 358 μ.Χ. δολοφονείται από καθολικούς και ορθοδόξους ο αρειανιστής πατριάρχης Αλεξανδρείας, Γεώργιος.

Η τέταρτη εξορία του Αθανασίου κράτησε ενάμισυ χρόνο και έγινε το 362 μ.Χ. επί Ιουλιανού του «Παραβάτη», επειδή συνέχιζε να είναι ο αρχηγός των ταραχών και επειδή κατηχούσε και βάπτιζε μετά βίας Ελληνίδες γυναίκες στο Χριστιανισμό. Ο Ιουλιανός έστειλε στην Αλεξάνδρεια ένα στρατηγό του με 200 άνδρες, να συλλάβουν τον ταραχοποιό Αθανάσιο. Όμως εκείνος κατάφερε να ξεφύγει και έμεινε κρυμμένος στο σπίτι ενός χριστιανού της Αλεξάνδρειας μέχρι και τον θάνατο του Ιουλιανού. Μετά την δολοφονία του αυτοκράτορα από τον στρατιώτη του Άγιο Μερκούριο και την στέψη του ορθόδοξου αυτοκράτορα Ιοβιανού, ο Αθανάσιος επέστρεψε το 363 μ.Χ. πίσω στα καθήκοντά του και στον θρόνο του.

Η επιστροφή του έφερε ξανά πόλεμο και συμπλοκές με κινητοποιήσεις του στρατού. Πολλοί αιρετικοί επίσκοποι διαπομπεύτηκαν ή εξορίστηκαν. Η πέμπτη εξορία του έγινε το 365 μ.Χ. για έξι μήνες επί του αρειανιστή αυτοκράτορα Ουάλεντος. Ο Ουάλης κινήθηκε εναντίον του θεωρώντας τον υπαίτιο των ταραχών. Το φανατικό πλήθος, που καθοδηγούσε ο Αθανάσιος, στασίασε και πάλι. Ο άγιος απειλούσε τον αυτοκράτορα με αιματηρό εμφύλιο. Ο Ουάλης φοβούμενος τον Αθανάσιο και θέλοντας να ομαλοποιήσει τις ταραχές σταμάτησε και την δίωξη του πανίσχυρου πατριάρχη. Ο Αθανάσιος πέθανε στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ.. Τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν τον συνολικό τυχοδιωκτικό του βίο, είναι πραγματικά ατελείωτα και θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες, για να τα στοιχειοθετήσουμε.

Το μίσος του Αγίου Αθανασίου κατά των Ελλήνων

 Ο Αθανάσιος στα γραπτά του επιτίθεται κατά πάντων μη ορθοδόξων και ειδικά κατά των Ελλήνων: «Ταύτας δε και τας τοιαύτας της ειδωλομανίας ευρέσεις άνωθεν και προ πολλού προεδίδασκεν η γραφή λέγουσα. Αρχή πορνείας επίνοια ειδώλων, εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής· ούτε γαρ ην απ' αρχής, ούτε εις τον αιώνα έσται, κενοδοξία γαρ ανθρώπων ήλθεν εις τον κόσμον, και δια τούτο σύντομον αυτών (των Ελλήνων) τέλος επενοήθη» (Αθανάσιος, «Κατά Ελλήνων», κεφ. 11, 1-6).

Επίσης: «Είθε δε και οι των τοιούτων ψευδοθεών κήρυκες και μάντεις (οι Έλληνες), ποιηταί λέγω και συγγραφείς, απλώς θεούς αυτούς είναι γεγραφήκεσαν. Αλλά μη και τας πράξεις αυτών προς έλεγχον αθεότητος και αισχροποιού πολιτείας αναγεγραφήκεσαν; ηδύναντο γαρ και μόνω τω της θεότητος ονόματι την αλήθειαν υφαρπάσαι, μάλλον δε τους πολλούς από της αληθείας πλανήσαι, νυν δε έρωτας και ασελγείας διηγούμενοι του Διος και παιδοφθορίας των άλλων και ζηλοτυπίας προς ηδονήν των θηλειών και φόβους και δειλίας και τας άλλας κακίας, ουδέν άλλο η εαυτούς ελέγχουσιν, ότι ου μόνον ου περί θεών διηγούνται, αλλά ουδέ περί ανθρώπων, περί δε αισχρών και του καλού μακράν όντων μυθολογούσιν» (κεφ. 15, 12-22).

Επίθετα και φράσεις εναντίον των Ελλήνων εξακοντίζονται σε όλα τα έργα του όπως «βλάσφημοι», «τρελοί», «ψεύτες», «δουλοπρεπείς», «άθεοι», «πρέπει να εξοντωθούν», «θα καούν στην Κόλαση», «αποτρόπαιοι δαίμονες» κ.ά.: «...εξιλεούσθαι ους Έλληνες καλούσιν αποτροπαίους δαίμονας» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 5, κεφ. 5, παρ. 1).

Δειγματοληψία κειμένων του Αγίου Αθανασίου με τις απόψεις του για τους Έλληνες

- «Τοιούτοι θεοί εις αυτούς ο Έρως και η Αφροδίτη της Πάφου, εις την Κρήτην ο περιβόητος εκεί Ζευς, και ο εν Αρκαδία Ερμής... ημείς έχομεν ένα παράδειγμα εναντίον πάσης ειδωλολατρίας, ότι δηλαδή οι άνθρωποι την εφεύρον όχι δι' άλλο τίποτε αλλά δια τα πάθη εκείνων που την έπλασαν, όπως και η σοφία του Θεού προ πολλού εμαρτύρησε λέγουσα "Αρχή της πορνείας η επινόησις των ειδώλων”» (Σοφ. Σολ. 14,12: 9,1510) (Από το έργο του «Κατά Ελλήνων», έκδοση «Έργα Απολογητικά», εποπτεία του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Παν. Χρήστου, μτφρ. του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Στέργιου Σάκκου.)

- «...οι λεγόμενοι φιλόσοφοι και επιστήμονες των ειδωλολατρών, όταν μεν κατηγορούνται, δεν αρνούνται ότι οι παρουσιαζόμενοι ως θεοί είναι μορφαί και τύποι ανθρώπων και κτηνών, όταν δε απολογούνται, λέγουν ότι έχουν τα ομοιώματα, δια να τους απαντά το θείον δια μέσου αυτών και να τους εμφανίζεται -διότι, λέγουν, δεν είναι δυνατόν αλλιώς να γνωρίσουν τον ίδιον τον αόρατον, παρά μόνον με τα τοιαύτα αγάλματα και τας τελετάς. Εκείνοι δε που είναι ακόμη φιλοσοφώτεροι απ' αυτούς και νομίζουν ότι λέγουν περισσότερον βαθυστόχαστα πράγματα, ισχυρίζονται ότι τα ομοιώματα κατεσκευάσθησαν και εζωγραφήθησαν, δια να επικαλούνται δι' αυτών και να εμφανίζωνται θείοι άγγελοι και θείαι δυνάμεις, ώστε εμφανιζόμενοι δια μέσου αυτών να τους διδάσκουν την γνώσιν του Θεού. Και λέγουν, ότι αυτά είναι δια τους ανθρώπους ένα είδος γραμμάτων, τα οποία διαβάζοντες οι άνθρωποι δύνανται να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τον Θεόν, δια της εμφανίσεως των θείων αγγέλων που γίνεται δια μέσου αυτών. Αυτά βέβαια εκείνοι έτσι τα μυθολογούν, διότι ασφαλώς δεν θεολογούν, μη γένοιτο» («Κατά Ελλήνων», 19, 5-20).

 - «Και το αξιοθαύμαστον, καθώς λέγουν αυτοί που ιστορούν, είναι το εξής· ότι, ενώ οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των θεών από τους Αιγυπτίους, δεν γνωρίζουν αυτοί τους θεούς που λατρεύονται εις την Αίγυπτον και λατρεύουν άλλους θεούς διαφορετικούς από τους θεούς εκείνων. Και είναι τελείως διαφορετική η θεωρία και η θρησκεία των εθνικών, οι οποίοι κατελήφθησαν από την μανίαν των ειδώλων, και δεν συναντώνται τα αυτά εις τους αυτούς» («Κατά Ελλήνων», 23).

Την επίθεση κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, συνεχίζει ο Αθανάσιος και στο απολογητικό έργο του «Περί Ενανθρωπήσεως»:

- «Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων έγραψαν πολλά με αληθοφάνειαν και τέχνην· επαρουσίασαν λοιπόν κάτι τόσον μέγα όσον ο σταυρός του Χριστού; Διότι μέχρι του θανάτου των τα σοφίσματά των είχον την αληθοφάνειαν, αλλά και όσα εθεωρούσαν, όταν ήσαν ζώντες, ότι έχουν ισχύν, ήσαν αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ των, και εφιλονείκουν μεταξύ των δια την θεωρίαν των. Και το παραδοξότατον είναι, ότι, ενώ ο Λόγος του Θεού εδίδαξε με πτωχοτέρας λέξεις, επεσκίασε τους περιφήμους σοφιστάς και κατήργησε τας διδασκαλίας εκείνων και προσήλωσεν όλους πλησίον του και εγέμισε τας εκκλησίας αυτού. Και το αξιοθαύμαστον είναι, ότι με την κάθοδόν του ως ανθρώπου εις τον θάνατον κατήργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών περί των ειδώλων. Ποίου αλήθεια ο θάνατός ποτε εξεδίωξε δαίμονας;» (50, 5-15).

 - «Των Ελλήνων η σοφία μεμώραται» («Περί ενσαρκώσεως του λόγου», κεφ. 46, τμ. 4, γρ. 3).

 - «Πάντα ψευσάμενοι Έλληνες» («Περί ενσαρκώσεως του λόγου», κεφ. 50, τμ. 6, γρ. 2).

 - «Την ελληνικήν αφροσύνην» («Τρεις λόγοι κατ' Αρειανών», τομ. 26, σελ. 177, γρ. 16).

 - «Των Ελλήνων αγνωσίαν» («Τρεις λόγοι κατ' Αρειανών», τομ. 26, σελ. 673, γρ. 24).

Ο βίος του Αγίου Αθανασίου ακολουθεί την πεπατημένη γραμμή της Ορθοδοξίας, που πρεσβεύει, ότι όσο πιο φανατικός, μισαλλόδοξος, αιμοβόρος και βίαιος είναι κάποιος ιερέας ή πιστός της, τότε αγιοποιείται. Αρκεί βέβαια να υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τα εξουσιαστικά συμφέροντα της Εκκλησίας. Ο Άγιος και Μέγας Αθανάσιος τιμάται στις 18 Ιανουαρίου κάθε έτους μαζί με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον εγκέφαλο της κατακρεούργησης της φιλοσόφου Υπατίας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1358a-1359a)

Τα τρία εἰδη του ρητορικού λόγου: κεφ 3

[III] Ἔστιν δὲ τῆς ῥητορικῆς εἴδη τρία τὸν ἀριθμόν· τοσοῦτοι γὰρ καὶ οἱ ἀκροαταὶ τῶν λόγων ὑπάρχουσιν ὄντες. σύγκειται μὲν γὰρ ἐκ τριῶν ὁ λόγος, ἔκ τε τοῦ λέγοντος καὶ

[1358b] περὶ οὗ λέγει καὶ πρὸς ὅν, καὶ τὸ τέλος πρὸς τοῦτόν ἐστιν, λέγω δὲ τὸν ἀκροατήν. ἀνάγκη δὲ τὸν ἀκροατὴν ἢ θεωρὸν εἶναι ἢ κριτήν, κριτὴν δὲ ἢ τῶν γεγενημένων ἢ τῶν μελλόντων. ἔστιν δ᾽ ὁ μὲν περὶ τῶν μελλόντων κρίνων ὁ ἐκκλησιαστής, ὁ δὲ περὶ τῶν γεγενημένων οἷον ὁ δικαστής, ὁ δὲ περὶ τῆς δυνάμεως ὁ θεωρός, ὥστ᾽ ἐξ ἀνάγκης ἂν εἴη τρία γένη τῶν λόγων τῶν ῥητορικῶν, συμβουλευτικόν, δικανικόν, ἐπιδεικτικόν.

Συμβουλῆς δὲ τὸ μὲν προτροπή, τὸ δὲ ἀποτροπή· ἀεὶ γὰρ καὶ οἱ ἰδίᾳ συμβουλεύοντες καὶ οἱ κοινῇ δημηγοροῦντες τούτων θάτερον ποιοῦσιν. δίκης δὲ τὸ μὲν κατηγορία, τὸ δ᾽ ἀπολογία· τούτων γὰρ ὁποτερονοῦν ποιεῖν ἀνάγκη τοὺς ἀμφισβητοῦντας. ἐπιδεικτικοῦ δὲ τὸ μὲν ἔπαινος τὸ δὲ ψόγος. Χρόνοι δὲ ἑκάστου τούτων εἰσὶ τῷ μὲν συμβουλεύοντι ὁ μέλλων (περὶ γὰρ τῶν ἐσομένων συμβουλεύει ἢ προτρέπων ἢ ἀποτρέπων), τῷ δὲ δικαζομένῳ ὁ γενόμενος (περὶ γὰρ τῶν πεπραγμένων ἀεὶ ὁ μὲν κατηγορεῖ, ὁ δὲ ἀπολογεῖται), τῷ δ᾽ ἐπιδεικτικῷ κυριώτατος μὲν ὁ παρών (κατὰ γὰρ τὰ ὑπάρχοντα ἐπαινοῦσιν ἢ ψέγουσιν πάντες), προσχρῶνται δὲ πολλάκις καὶ τὰ γενόμενα ἀναμιμνήσκοντες καὶ τὰ μέλλοντα προεικάζοντες.

Τέλος δὲ ἑκάστοις τούτων ἕτερόν ἐστι, καὶ τρισὶν οὖσι τρία, τῷ μὲν συμβουλεύοντι τὸ συμφέρον καὶ βλαβερόν· ὁ μὲν γὰρ προτρέπων ὡς βέλτιον συμβουλεύει, ὁ δὲ ἀποτρέπων ὡς χείρονος ἀποτρέπει, τὰ δ᾽ ἄλλα πρὸς τοῦτο συμπαραλαμβάνει, ἢ δίκαιον ἢ ἄδικον, ἢ καλὸν ἢ αἰσχρόν· τοῖς δὲ δικαζομένοις τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἄδικον, τὰ δ᾽ ἄλλα καὶ οὗτοι συμπαραλαμβάνουσι πρὸς ταῦτα· τοῖς δ᾽ ἐπαινοῦσιν καὶ ψέγουσιν τὸ καλὸν καὶ τὸ αἰσχρόν, τὰ δ᾽ ἄλλα καὶ οὗτοι πρὸς ταῦτα ἐπαναφέρουσιν. σημεῖον δ᾽ ὅτι τὸ εἰρημένον ἑκάστοις τέλος· περὶ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων ἐνίοτε οὐκ ἂν ἀμφισβητήσαιεν, οἷον ὁ δικαζόμενος ὡς οὐ γέγονεν ἢ οὐκ ἔβλαψεν· ὅτι δ᾽ ἀδικεῖ οὐδέποτ᾽ ἂν ὁμολογήσειεν· οὐδὲν γὰρ ἂν ἔδει δίκης. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ συμβουλεύοντες τὰ μὲν ἄλλα πολλάκις προΐενται, ὡς δὲ ἀσύμφορα συμβουλεύουσιν ἢ ἀπ᾽ ὠφελίμων ἀποτρέπουσιν οὐκ ἂν ὁμολογήσαιεν· ὡς δ᾽ [οὐκ] ἄδικον τοὺς ἀστυγείτονας καταδουλοῦσθαι καὶ τοὺς μηδὲν ἀδικοῦντας, πολλάκις οὐδὲν φροντίζουσιν. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἐπαινοῦντες καὶ οἱ ψέγοντες οὐ σκοποῦσιν

[1359a] εἰ συμφέροντα ἔπραξεν ἢ βλαβερά, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐπαίνῳ πολλάκις τιθέασιν ὅτι ὀλιγωρήσας τοῦ αὑτῷ λυσιτελοῦντος ἔπραξεν ὅ τι καλόν, οἷον Ἀχιλλέα ἐπαινοῦσιν ὅτι ἐβοήθησε τῷ ἑταίρῳ Πατρόκλῳ εἰδὼς ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀποθανεῖν ἐξὸν ζῆν. τούτῳ δὲ ὁ μὲν τοιοῦτος θάνατος κάλλιον, τὸ δὲ ζῆν συμφέρον.

Φανερὸν δὲ ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ἀνάγκη περὶ τούτων ἔχειν πρῶτον τὰς προτάσεις· τὰ γὰρ τεκμήρια καὶ τὰ εἰκότα καὶ τὰ σημεῖα προτάσεις εἰσὶν ῥητορικαί· ὅλως μὲν γὰρ συλλογισμὸς ἐκ προτάσεών ἐστιν, τὸ δ᾽ ἐνθύμημα συλλογισμός ἐστι συνεστηκὼς ἐκ τῶν εἰρημένων προτάσεων.

Ἐπεὶ δὲ οὔτε πραχθῆναι οἷόν τε οὔτε πεπρᾶχθαι τὰ ἀδύνατα ἀλλὰ τὰ δυνατά, οὐδὲ τὰ μὴ γενόμενα ἢ μὴ ἐσόμενα [οὐχ] οἷόν τε τὰ μὲν πεπρᾶχθαι, τὰ δὲ πραχθήσεσθαι, ἀναγκαῖον καὶ τῷ συμβουλεύοντι καὶ τῷ δικαζομένῳ καὶ τῷ ἐπιδεικτικῷ ἔχειν προτάσεις περὶ δυνατοῦ καὶ ἀδυνάτου, καὶ εἰ γέγονεν ἢ μή, καὶ εἰ ἔσται ἢ μή. ἔτι δὲ ἐπεὶ ἅπαντες, καὶ ἐπαινοῦντες καὶ ψέγοντες, καὶ προτρέποντες καὶ ἀποτρέποντες, καὶ κατηγοροῦντες καὶ ἀπολογούμενοι, οὐ μόνον τὰ εἰρημένα δεικνύναι πειρῶνται, ἀλλὰ καὶ ὅτι μέγα ἢ μικρὸν τὸ ἀγαθὸν ἢ τὸ κακόν, ἢ τὸ καλὸν ἢ τὸ αἰσχρόν, ἢ τὸ δίκαιον ἢ τὸ ἄδικον, ἢ καθ᾽ αὑτὰ λέγοντες ἢ πρὸς ἄλληλα ἀντιπαραβάλλοντες, δῆλον ὅτι δέοι ἂν καὶ περὶ μεγέθους καὶ μικρότητος καὶ τοῦ μείζονος καὶ τοῦ ἐλάττονος προτάσεις ἔχειν, καὶ καθόλου καὶ περὶ ἑκάστου, οἷον τί μεῖζον ἀγαθὸν ἢ ἔλαττον ἢ ἀδίκημα ἢ δικαίωμα· ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων.

Περὶ ὧν μὲν οὖν ἐξ ἀνάγκης δεῖ λαβεῖν τὰς προτάσεις, εἴρηται· μετὰ δὲ ταῦτα διαιρετέον ἰδίᾳ περὶ ἑκάστου τούτων, οἷον περὶ ὧν συμβουλὴ καὶ περὶ ὧν οἱ ἐπιδεικτικοὶ λόγοι, τρίτον δὲ περὶ ὧν αἱ δίκαι.

***
[3] Τρία είδη ρητορικής υπάρχουν· γιατί τόσων ειδών είναι και οι ακροατές των λόγων. Τρία είναι τα συστατικά στοιχεία ενός λόγου: ο ομιλητής,

[1358b] το θέμα για το οποίο μιλάει και, τέλος, αυτός στον οποίο απευθύνεται· αυτός, δηλαδή ο ακροατής, είναι και ο τελικός στόχος του λόγου. Ο ακροατής δεν μπορεί παρά να είναι ή ένας απλός θεατής ή κριτής, κριτής μάλιστα είτε πραγμάτων που έχουν γίνει είτε πραγμάτων που πρόκειται να γίνουν. Για πράγματα που πρόκειται να γίνουν κρίνει π.χ. το μέλος της εκκλησίας του δήμου· γι᾽ αυτά που έχουν ήδη γίνει κρίνει π.χ. ο δικαστής· ο απλός θεατής κρίνει τη δεινότητα του ρήτορα. Υποχρεωτικά, επομένως, τα είδη των ρητορικών λόγων είναι τρία: ο συμβουλευτικός, ο δικανικός και ο επιδεικτικός.

Η συμβουλή είναι ή προτροπή ή αποτροπή· το ένα από αυτά τα δύο δεν κάνουν, πράγματι, πάντοτε και αυτοί που συμβουλεύουν σε ιδιωτικό επίπεδο και αυτοί που μιλούν δημόσια στον λαό; Στη δίκη έχουμε ή κατηγορία ή απολογία· πραγματικά, οι διάδικοι παίζουν υποχρεωτικά ή τον έναν ή τον άλλον από τους δύο αυτούς ρόλους. Στον επιδεικτικό, τέλος, λόγο έχουμε ή έπαινο ή ψόγο.

Ο καθένας τους έχει και τον δικό του χρόνο: ο συμβουλευτικός ρήτορας τον μέλλοντα (γιατί, είτε προτρέπει είτε αποτρέπει, δίνει συμβουλές για πράγματα που πρόκειται να συμβούν), ο δικανικός ρήτορας τον παρελθοντικό χρόνο (γιατί, είτε κατηγορεί είτε απολογείται, ο λόγος του είναι για πράγματα που έχουν ήδη γίνει), ο επιδεικτικός ρήτορας κατά κύριο λόγο τον ενεστώτα (γιατί ο έπαινος ή ο ψόγος όλων τους αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα), δεν είναι όμως λίγοι και αυτοί που χρησιμοποιούν επίσης τον παρελθοντικό χρόνο —όταν υπενθυμίζουν πράγματα που έγιναν— ή τον μέλλοντα — όταν προδιαγράφουν πράγματα που πρόκειται να γίνουν.

Το καθένα από τα είδη αυτά έχει και έναν ιδιαίτερο τελικό στόχο, και καθώς τα είδη είναι τρία, τρεις είναι και οι τελικοί στόχοι. Στόχος του συμβουλευτικού ρήτορα είναι το ωφέλιμο και το βλαβερό (γιατί όποιος προτρέπει, συστήνει αυτό που συστήνει με την ιδέα ότι είναι καλύτερο, και όταν αποτρέπει, αποτρέπει από κάτι που κατά τη γνώμη του είναι χειρότερο)· τους άλλους στόχους τους χρησιμοποιεί συμπληρωματικά: το δίκαιο ή το άδικο, το όμορφο ή το άσχημο. Των δικανικών ρητόρων ο στόχος είναι το δίκαιο και το άδικο, και αυτοί όμως δίπλα σ᾽ αυτόν χρησιμοποιούν συμπληρωματικά και τους άλλους στόχους. Αυτοί, τέλος, που επαινούν ή ψέγουν έχουν για στόχο τους το όμορφο και το άσχημο, και αυτοί όμως συσχετίζουν αυτόν τον στόχο και με τους άλλους στόχους.

Η απόδειξη ότι ο στόχος του καθενός είναι αυτός που είπαμε είναι ότι μερικές φορές ούτε που νοιάζεται ο ρήτορας να συζητήσει τα άλλα αυτά σημεία. Επί παραδείγματι ο δικανικός ρήτορας μπορεί να μην αμφισβητήσει καθόλου ότι η πράξη έγινε ή ότι προκάλεσε ζημία, δεν πρόκειται όμως ποτέ να παραδεχτεί ενοχή για άδικη πράξη· αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν καν να γίνει δίκη. Το ίδιο και οι συμβουλευτικοί ρήτορες: για όλα τα άλλα μπορεί συχνά και να αδιαφορούν, ότι όμως δεν συμβουλεύουν χρήσιμα πράγματα ή ότι αποτρέπουν από χρήσιμα πράγματα, αυτό δεν θα το δέχονταν ποτέ· συχνά δεν νοιάζονται καθόλου να αποδείξουν ότι είναι άδικο να υποδουλώνεις γειτονικούς λαούς και αυτούς που δεν σου έχουν κάνει κανένα κακό. Παρόμοια και αυτοί που επαινούν ή ψέγουν δεν εξετάζουν καθόλου

[1359a] αν η πράξη τού τάδε ήταν ωφέλιμη γι᾽ αυτόν ή βλαβερή· ίσα ίσα πολλές φορές θεωρούν άξιο επαίνου το ότι, αδιαφορώντας για το προσωπικό του συμφέρον, έκανε κάτι που ήταν όμορφο· επαινούν π.χ. τον Αχιλλέα που πρόστρεξε στον φίλο του τον Πάτροκλο, μολονότι ήξερε ότι ήταν μοιραίο τότε γι᾽ αυτόν να πεθάνει, ενώ μπορούσε να μείνει ζωντανός: για τον Αχιλλέα ο θάνατος αυτού του είδους ήταν πιο ωραίος· το συμφέρον του, βέβαια, ήταν να μείνει στη ζωή.

Από αυτά που είπαμε έγινε φανερό ότι ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει, πρώτα πρώτα, έτοιμες τις προκείμενες προτάσεις του πάνω στα τρία αυτά σημεία. Τα τεκμήρια, τα πιθανά και οι ενδείξεις είναι οι προκείμενες προτάσεις του ρήτορα. Γενικά ο συλλογισμός βασίζεται σε προκείμενες προτάσεις, και το ενθύμημα είναι ένας συλλογισμός που τον αποτελούν προκείμενες σαν αυτές που είπαμε.

Με δεδομένο τώρα ότι δεν μπορεί ούτε να έχουν γίνει στο παρελθόν ούτε να γίνουν στο μέλλον τα αδύνατα πράγματα αλλά μόνο τα δυνατά· με δεδομένο επίσης ότι αυτά που δεν έγιναν ή δεν πρόκειται να γίνουν δεν είναι δυνατό τα πρώτα να έχουν γίνει στο παρελθόν και τα δεύτερα να γίνουν στο μέλλον, υποχρεωτικά και ο συμβουλευτικός και ο δικανικός και ο επιδεικτικός ρήτορας πρέπει να έχουν έτοιμες προκείμενες προτάσεις σχετικές με το δυνατό και το αδύνατο: το πράγμα μπορεί να έγινε ή δεν μπορεί να έγινε; μπορεί να γίνει ή δεν μπορεί να γίνει; Επίσης: Δεδομένου ότι όλοι οι ρήτορες, είτε επαινούν είτε ψέγουν, είτε προτρέπουν είτε αποτρέπουν, είτε κατηγορούν είτε απολογούνται, όχι μόνο προσπαθούν να αποδείξουν αυτά που είπαμε, αλλά και ότι το καλό ή το κακό, το όμορφο ή το άσχημο, το δίκαιο ή το άδικο είναι μεγάλο ή μικρό —είτε αντιμετωπίζοντας τα πράγματα καθεαυτά είτε συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους—, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχουν προκείμενες προτάσεις και για το μέγεθος ή τη μικρότητα, για το μεγαλύτερο ή το μικρότερο — φυσικά, και από τη γενική άποψη αλλά και για την κάθε επιμέρους περίπτωση· π.χ. ποιό καλό, ποιά άδικη ή ποιά δίκαιη πράξη είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη — το ίδιο και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.

Είπαμε λοιπόν ό,τι είχαμε να πούμε για τα θέματα για τα οποία ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει έτοιμες προκείμενες προτάσεις. Στη συνέχεια πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά για το καθένα είδος ρητορικού λόγου· με τί δηλαδή ασχολούνται οι συμβουλευτικοί λόγοι, με τί οι επιδεικτικοί και, τρίτον, με τί οι λόγοι των δικαστηρίων.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἀνδρομάχη (1273-1288)

ΠΗ. ὦ πότνι᾽, ὦ γενναῖα συγκοιμήματα,
Νηρέως γένεθλον χαῖρε· ταῦτα δ᾽ ἀξίως
1275 σαυτῆς τε ποιεῖς καὶ τέκνων τῶν ἐκ σέθεν.
παύω δὲ λύπην σοῦ κελευούσης, θεά,
καὶ τόνδε θάψας εἶμι Πηλίου πτυχάς,
οὗπερ σὸν εἷλον χερσὶ κάλλιστον δέμας.
κᾆτ᾽ οὐ γαμεῖν δῆτ᾽ ἔκ τε γενναίων χρεὼν
1280 δοῦναί τ᾽ ἐς ἐσθλούς, ὅστις εὖ βουλεύεται,
κακῶν δὲ λέκτρων μὴ ᾽πιθυμίαν ἔχειν,
μηδ᾽ εἰ ζαπλούτους οἴσεται φερνὰς δόμοις;
οὐ γάρ ποτ᾽ ἂν πράξειαν ἐκ θεῶν κακῶς.

ΧΟ. πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων,
1285 πολλὰ δ᾽ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί·
καὶ τὰ δοκηθέντ᾽ οὐκ ἐτελέσθη,
τῶν δ᾽ ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός.
τοιόνδ᾽ ἀπέβη τόδε πρᾶγμα.

***
ΠΗΛΕΑΣ
Ω σεβαστή και γενναιόψυχη συντρόφισσά μου,
του Νηρέα κόρη, χαίρε. Ό,τι κι αν πράξεις
είναι πρεπούμενο για σένα και για τα παιδιά σου.
Αφού εσύ μου το προστάζεις, θεά,
θα σταματήσω τον θρήνο μου.
Και τούτον τον νεκρό θα τον θάψω
στου Πηλίου τα φαράγγια,
εκεί που αγκάλιασα τ᾽ ωραίο σου το κορμί.
Γι᾽ αυτό λοιπόν πρέπει ο καθένας που σωστά
σκέφτεται να γυρεύει σύζυγο ευγενή
1280 και σε καλούς τις κόρες του να δίνει·
και ν᾽ αποφεύγει τους κακούς τούς γάμους,
ακόμα κι αν του φέρνουνε πολλά προικιά.
Αν έτσι σκέφτεται, ποτέ οι θεοί
δεν θα τον ρίξουνε σε δυστυχία.
(Δούλοι παίρνουν το φορείο με τον νεκρό Νεοπτόλεμο και κατευθύνονται προς το παλάτι.)

ΧΟΡΟΣ
Είναι πολλές οι μορφές
που παίρνουνε τα θεϊκά,
πολλά τ᾽ ανέλπιστα
που οι θεοί πραγματώνουν.
Αυτά που περιμένουμε δεν γίνονται,
και για τ᾽ απρόσμενα
βρίσκει ο θεός τον τρόπο να γενούνε.
Τέτοιο τέλος είχε κι αυτό το δράμα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΣΜΥΡΝΑ ή ΜΥΡΡΑ

ΣΜΥΡΝΑ ή ΜΥΡΡΑ
(φυτό, μύρρα)
 
μύῤῥα δὲ ἡ σμύρνα παρ᾽ Αἰολεῦσιν, ἀφ᾽ ἧς τὰ πολλὰ τῶν
μύρων ἐσκευάζετο
(Αθήν., Δειπνοσοφοσταί 1.1.155)
 
Σύμφωνα με τον μύθο, η Σμύρνα, κόρη ή εγγονή της Νύμφης Ωρείθυιας και του βασιλιά Θείαντα, γιου του Βήλου, που ζούσε στην περιοχή του Λιβάνου, ερωτεύτηκε τον πατέρα της. Τον άνομο αυτό έρωτα τής τον ενέβαλε η Αφροδίτη, γιατί δεν την τιμούσε, κάτι που συνήθιζε η θεά σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η παραμάνα της Ιππολύτη την έβαζε στον κοιτώνα του πατέρα της με σκεπασμένο πρόσωπο, ενώ σε εκείνον είχε πει ότι κοπέλα από αρχοντική γενιά ήθελε να βρεθεί μαζί του αλλά να μείνει άγνωστη. Όταν ο Θείαντας θέλησε να μάθει ποια ήταν η αρχόντισσα με την οποία κοιμόταν για δώδεκα νύχτες, κράτησε λαμπάδα. Ο πατέρας της την καταδίωξε με μαχαίρι και η Σμύρνα, ήδη έγκυος, παρακάλεσε τους θεούς να μην την αφήσουν ούτε στον κόσμο των ανθρώπων ούτε των νεκρών, και αυτοί τη μεταμόρφωσαν* στο δέντρο μύρρα. Δέκα μήνες μετά ο φλοιός του δέντρου έσκασε και βγήκε από εκεί ένα όμορφο αγόρι, ο Άδωνης, τόσο όμορφο που το διεκδίκησαν δυο θεές, η Αφροδίτη και η Περσεφόνη (βλ. Άδωνης). Οι καρποί του δέντρου είναι τα δάκρυα της Σμύρνας.
 
Ενίοτε ως πατέρας της Σμύρνας αναφέρεται ο Κινύρας και ως μητέρα της η Κεγχρεΐς. Αυτή φαίνεται να ευθύνεται, σε άλλες εκδοχές του μύθου, για τον άνομο έρωτα της κόρης της, γιατί είχε παινευτεί ότι η κόρη της ήταν πιο όμορφη από την ίδια τη θεά της ομορφιάς. Όταν η Σμύρνα συνειδητοποίησε τον άνομο έρωτά της, θέλησε να κρεμαστεί αλλά η τροφός τη συμβούλευσε να αποδεχθεί και να ικανοποιήσει το πάθος της. Ο κορεσμός του πάθους έφερε την ντροπή και η Σμύρνα κρύφτηκε στο δάσος. Εκεί η Αφροδίτη τη μεταμόρφωσε σε δέντρο, γιατί λυπήθηκε το αθώο θύμα της ύβρεως της μητέρας της. Ο ίδιος ο πατέρας της και πατέρας του παιδιού της Κινύρας έσκισε τη φλούδα του δέντρου με το μαχαίρι του και ελευθέρωσε το μωρό ή ένας κάπρος με τους χαυλιόδοντές τους.
 
(Για τις διάφορες παραδόσεις και την ιστορία της Σμύρνας και του Άδωνη βλ. Απολλόδωρος 3.14.2**)
-------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πόσο τυχαία είναι η επιλογή του ονόματος της παραμάνας; Το όνομα είναι, βέβαια, συνηθισμένο, όμως αναπόφευκτα προσκαλείται στη μνήμη η ιστορία ενός άλλου άνομου έρωτα, της Φαίδρας για τον προγονό της Ιππόλυτο και τον ρόλο της παραμάνας της βασίλισσας ως μεσολαβήτριας. Εξάλλου, και ο άνομος έρωτας της Σμύρνας για τον πατέρα της ήρθε ως τιμωρία από τη θεά, γιατί δεν την τιμούσε, όπως ακριβώς ο Ιππόλυτος.
 
*Σμύρνας μεταμόρφωση
 
Η οργή της Αφροδίτης (επειδή δεν την τιμούσε [η Σμύρνα]) την παρακίνησε να ερωτευτεί τον πατέρα της [Θείαντα, βασιλιά των Ασσυρίων], και με συνεργό την τροφό της εξαπάτησε τον πατέρα της και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν εκείνος το κατάλαβε, τράβηξε το σπαθί του και την καταδίωξε· και η κοπέλα, τη στιγμή που ήταν να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να εξαφανιστεί. Και επειδή οι θεοί τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Ύστερα από δέκα μήνες, το δέντρο έσκασε και γεννήθηκε το παιδί που πήρε το όνομα Άδωνις.
(Απολλόδωρος, 3.183-184)
 
**Βίος Σμύρνας και Αδώνιδος
 
[Ο Κινύρας] έφτασε στην Κύπρο με πολύ λαό, ίδρυσε την πόλη της Πάφου, παντρεύτηκε εκεί τη Μεθάρμη, κόρη του βασιλιά των Κυπρίων Πυγμαλίωνα, και απέκτησε τον Οξύπορο και τον Άδωνι, καθώς και κόρες, την Ορσεδίκη, τη Λαογόρη και τη Βραισία. Αυτές, εξαιτίας της οργής της Αφροδίτης εναντίον τους, έσμιξαν με ξένους άνδρες και πέθαναν στην Αίγυπτο. Ο Άδωνις, όταν ακόμη ήταν νέος, από την οργή της Άρτεμης εναντίον του, πέθανε στο κυνήγι χτυπημένος από έναν κάπρο. Ο Ησίοδος τον αναφέρει ως γιο του Φοίνικα και της Αλφεσίβοιαας, ενώ ο Πανύασσις τον θέλει γιο του Θείαντα, του βασιλιά των Ασσυρίων, που είχε και μια θυγατέρα, τη Σμύρνα. Η οργή της Αφροδίτης (επειδή δεν την τιμούσε) την παρακίνησε να ερωτευτεί τον πατέρας της, και με συνεργό την τροφό της εξαπάτησε τον πατέρα της και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν εκείνος το κατάλαβε, τράβηξε το σπαθί του και την καταδίωξε· και η κοπέλα, τη στιγμή που ήταν να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να εξαφανιστεί. Και επειδή οι θεοί τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Ύστερα από δέκα μήνες, το δέντρο έσκασε και γεννήθηκε το παιδί που πήρε το όνομα Άδωνις και το οποίο η Αφροδίτη, για την ομορφιά του, κρυφά από τους θεούς το έκρυψε σε λάρνακα, την οποία εμπιστεύτηκε στην Περσεφόνη. Εκείνη όμως, μόλις το είδε, αρνήθηκε να το δώσει πίσω. Όταν το ζήτημα τέθηκε στην κρίση του Δία, εκείνος χώρισε το έτος σε τρία μέρη και όρισε το ένα τρίτο του χρόνου ο Άδωνις να μένει μόνος του, το άλλο τρίτο με την Περσεφόνη και το τελευταίο τρίτο με την Αφροδίτη· ο Άδωνις όμως παραχώρησε σε αυτήν και το δικό του μέρος. Αργότερα, ο Άδωνις τραυματίστηκε θανάσιμα από αγριογούρουνο στο κυνήγι και πέθανε.
(Απολλόδωρος 3.9.2)

Αργοπεθαίνει όποιος...

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει το βήμα του, όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του.
 
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια, που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο, που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.
 
Αργοπεθαίνει όποιος δεν «αναποδογυρίζει το τραπέζι» όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές.
 
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του.
 
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη ή για τη βροχή την ασταμάτητη.
 
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει.
 
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.
Μονάχα με μια φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.

Σε καταστάσεις πίεσης δείχνουμε ποιοι πραγματικά είμαστε

Σε καταστάσεις που μας εγκλωβίζουν και μας περιορίζουν από επιλογές, καλούμαστε να βγάλουμε την προσωπικότητά μας ολοκληρωμένη, με όλες τις εκφάνσεις της.

Οι ποικίλες εκδοχές ενός χαρακτήρα βγαίνουν ανάλογα με καταστάσεις που βιώνουμε, καθώς και συναισθήματα που μας προκαλεί η καθεμιά. Οι καταστάσεις προκύπτουν από ανθρώπους οι οποίοι προδίδουν την αυθεντικότητα του χαρακτήρα μας και μας αναγκάζουν να εξωτερικεύουμε κάθε στοιχείο του. Ο καθένας ποικίλει καθώς κάποιοι δε δείχνουν ότι πιέζονται κι αποκαλούνται ήρεμοι και άλλοι προσπαθούν να φανούν ήρεμοι αλλά δεν μπορούν.

Η γνησιότητά μας αποκαλύπτεται όταν βρεθούμε στο απόγειο των περιπτώσεων και της πίεσης που θα δεχτούμε. Άλλοι λειτουργούν υπό πίεση, διατηρώντας ένα ύφος ζεν σαν να μην συμβαίνει τίποτα συνταρακτικό γύρω τους. Κάποιοι ψάχνουν να βρουν τρόπους να μοιάσουν στην αντίθετη κατηγορία ανθρώπων μέσω τεχνικών. Σημασία έχει να μπορούμε να διατηρούμε ανεξίτηλη την αξιοπρέπειά μας αναλλοίωτη χωρίς να επιτρέπουμε σε κανέναν να μας την αμαυρώνει.

Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που είναι αξιοθαύμαστοι από πολλούς λόγω χαρισμάτων ή ταλέντων. Η έφεση σε κάποια πράγματα δεν είναι δεδομένη και για κάποιους η ιδιότητα αυτή αποτελεί βουνό για να ανέβουν με πολλή δουλειά, κάτι που για τους πρώτους είναι μονόδρομος. Σε αντίστοιχες περιπτώσεις, άνθρωποι χαρισματικοί δέχονται πιέσεις γιατί «πρέπει» να αποδίδουν πάντα το αναμενόμενο και το προσδοκώμενο.

Τέτοιοι άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να λειτουργούν με παρωπίδες και να βλέπουν αυτό που κάνουν καλά σαν τη μοναδική επιλογή, χωρίς όμως να θέλουν να το ακολουθήσουν. Τα περιθώρια γι’ αυτούς στενεύουν κι αυτό που κάνουν δεν τους δημιουργεί την αναμενόμενη ευχαρίστηση. Έτσι, έρχονται σε αντιπαράθεση μ’ αυτούς που τους κατηγορούν ότι καθησυχάζονται. Η αξιοπρέπειά τους θίγεται λόγω εντάσεων κι έτσι καλούνται να την υπερασπιστούν.

Όμως, δεν μπορούν όλοι να το κάνουν. Να βγάλουν την προσωπικότητα που αρμόζει εντός των συνθηκών. Όταν κάποιος επιβάλλει τα δικά του όνειρα μέσω απαιτήσεων βλέποντας ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που του χαρίζει προοπτικές δε χρειάζεται απαραίτητα να το ακολουθήσει.

Οι προσωπικότητες βγαίνουν μπροστά όταν οι απαιτήσεις κορυφώνονται. Όμως, όταν οι απαιτήσεις κορυφώνονται, δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν όλοι. Οι απαιτήσεις φέρνουν εντάσεις και οι εντάσεις αποστάσεις. Όταν κάποιος προσβάλλει το «εγώ» μας και διαταράσσει την ηρεμία μας, τότε δημιουργούνται αποστάσεις, θέλοντας και μη.

Δεν αναγκάζεται κανείς να φέρει προσδοκίες για ανθρώπους που δεν τις δέχτηκαν. Οι προσδοκίες δημιουργούν πιέσεις και μια συμπεριφορά γονεϊκή. Σε αντίθετη περίπτωση, μιλάμε για απαιτήσεις αλλά όχι για προσδοκίες. Η διαφορά τεράστια. Οι απαιτήσεις κορυφώνονται αλλά δεν λειτουργούν όλοι για να αναδείξουν προσωπικότητες αλλά για να υποβαθμίσουν άλλες. Δε δουλεύουν όλοι το ίδιο κι αυτή η ανισότητα σχέσεων προσπάθειας και συνεργασίας, αναδεικνύει αυτόματα προσωπικότητες που θα διεκδικήσουν τη δουλειά τους με κάθε κόστος. Σε εργασιακά περιβάλλονται η ποιότητα δε διασφαλίζεται με το επίπεδο που βρίσκεται κάποιος. Θίγονται προσωπικότητες γιατί κάποιοι αλλάζουν ταμπέλες.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν, η σιωπή μιλά από μόνη της

Και έρχεται η στιγμή που πνίγεσαι… Που υπάρχουν μέσα σου τόσοι διάλογοι, υπάρχουν τόσα λόγια, υπάρχουν σκέψεις. Κάθεσαι με τις ώρες και σκέφτεσαι, τι έκανες, πώς αντέδρασες, βάζεις τον εαυτό σου σε μια διαδικασία διαμάχης. Αρχίζεις να μιλάς, να κάνεις διάλογο με μοναδικό ακροατή εσένα.

Ρωτάς, απαντάς ξανά ρωτάς, παίρνεις τη θέση κάποιου τρίτου, καμία φορά ακόμα και περισσότερων ανθρώπων. Προσπαθείς να βρεις τις αιτίες, τις λύσεις, προσπαθείς να πάρεις απαντήσεις, να βγάλεις συμπεράσματα για συμπεριφορές και πλάθεις τα δικά σου σενάρια.

Και ύστερα, κουρασμένος πλέον, μην έχοντας άλλες ψυχικές αντοχές να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι βρήκες τη λύση. Ποια λύση; Ας μην εξαπατόμαστε, ακόμα και στα μαθηματικά για να έχεις ένα αποτέλεσμα χρειάζεσαι τουλάχιστον δύο αριθμούς. Με τους ανθρώπους πιστεύεις η μονάδα αρκεί;

Και όλο αυτό συμβαίνει γιατί απλά δείλιασες. Ναι ακριβώς. Είχες μπροστά σου όλα όσα χρειαζόσουν, ήταν η καλύτερη στιγμή, απλά εσύ διάλεξες να σωπάσεις. Και τώρα όλα γυρνούν στο μυαλό σου γιατί αυτά που δεν κατάφερες να πεις με λόγια, αυτά που δεν άφησες να φύγουν από μέσα σου, δεν βρήκαν διέξοδο και έχουν φωλιάσει. Και όσο τα κρατάς κλειστά και κλειδωμένα, εκείνα αντιδρούν. Δεν τους αρέσει να φυλακίζονται, οι λέξεις είναι ελεύθερες και έτσι ελεύθερες τριγυρνούν μέσα σου μέχρι να απελευθερωθούν.

Ξέρεις τι θα συμβεί αν δεν καταφέρουν να αποδράσουν, αν φανείς εσύ πιο επίμονος από αυτές, αν τις αγνοήσεις; θα μείνουν εκεί για λίγο ήσυχες μέχρι που θα πιστέψεις κι εσύ ίδιος ότι δεν υπάρχουν κι όταν στην παρέα τους κάνεις το λάθος και προσθέσεις και άλλες, τότε όλες μαζί θα ενωθούν, θα συμμαχήσουν, θα δυναμώσουν και το ξεσήκωμά τους θα είναι αναπόφευκτο.

Εντάξει όμως δείλιασες, δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να μιλήσεις, ήθελες να πάρεις τον χρόνο σου, να βεβαιωθείς για τις σκέψεις σου, να μιλήσεις και να ακούσεις πρώτα εσένα. Ο χρόνος που χρειάστηκε, λίγος – πολύς, εσύ το ξέρεις καλύτερα από όλους, πέρασε, τώρα γιατί ακόμα σωπαίνεις;

Γιατί πιστεύεις ότι τα λόγια σου δεν θα έχουν καμία σημασία για τον άλλο. Γιατί οι πράξεις του, σου έδειξαν και σε έφεραν στο σημείο που βρίσκεσαι. Γιατί για σένα αυτά που θα ακουστούν έχουν αξία και θέλεις ο άλλος που θα τα πάρει, να τα προσέξει σαν θησαυρό. Γιατί θέλεις να καταλάβουν τη σιωπή σου και όσα δεν έχεις πει, να ειπωθούν μέσω αυτής.

Μόνο που η σιωπή μιλάει στους άλλους όταν οι λέξεις σου πραγματικά έχουν τελειώσει, όταν οι σκέψεις σου έχουν φύγει και όταν οι διάλογοί σου πλέον είναι πραγματικοί. Τότε μόνο η σιωπή σου θα κάνει θόρυβο, τότε μόνο εσύ θα σωπάσεις.