Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Προς το τέλος του ημιτελούς 8ου βιβλίου, το οποίο πραγματεύεται την περίοδο της ολιγαρχίας του 411/10, ο Θουκυδίδης μας προσφέρει μια από τις λίγες προσωπικές κρίσεις που διατυπώνει στο έργο του. Οπλίτες και μετριοπαθείς ολιγαρχικοί είχαν επαναστατήσει εναντίον του ριζοσπαστικού πυρήνα των Τετρακοσίων. Μια Αθηναϊκή μοίρα είχε ηττηθεί από τον Σπαρτιατικό στόλο, η Εύβοια είχε αποσχισθεί. Τα πάντα φαίνονταν χαμένα (8.92-96). Σε μια συνέλευση (την πρώτη ύστερα από μήνες) οι Τετρακόσιοι ανατράπηκαν, και η εξουσία περιήλθε στα χέρια πέντε χιλιάδων πολιτών, οι οποίοι καθορίστηκαν με βάση τη δυνατότητά τους να εξοπλισθούν ως οπλίτες (8.97.1). Στις επόμενες συνελεύσεις αποφασίστηκε η θέσπιση ενός νέου πολιτεύματος. Στο σημείο αυτό ο Θουκυδίδης δηλώνει για το νέο καθεστώς: ‘Τον πρώτο καιρό της περιόδου αυτής - αν τον συγκρίνει κανείς με τα προηγούμενα χρόνια, όσα εγώ τουλάχιστον έζησα - οι Αθηναίοι πολιτεύτηκαν με πολλή σωφροσύνη’ (8.97.2).[1] Ήταν μια μετριοπαθής (ή αρμονική) μίξη [μέτρια ... ξύγκρασις), η οποία λάμβανε υπόψη τα συμφέροντα και των ολίγων και των πολλών’ και η οποία έδινε στην πόλη για πρώτη φορά τη δυνατότητα να βελτιώσει την άθλια κατάσταση των υπο- θέσεών της.[2]
 
Αυτή η δήλωση έχει πολλές φορές ερμηνευθεί ως έκφραση των πολιτικών πεποιθήσεων του Θουκυδίδη: ο ιστορικός θεωρείται ότι προτιμά ένα μικτό πολίτευμα που συνδυάζει στοιχεία δημοκρατίας και ολιγαρχίας και αποφεύγει ταυτόχρονα τα ακραία στοιχεία και των δύο. Πράγματι, το εν λόγω πολίτευμα αποτελούσε μίξη ή συμβιβασμό, και ο Θουκυδίδης το ανεγνώρισε ως τέτοιο, προσφέροντάς μας την πρώτη μαρτυρία μιας μακράς συζήτησης περί μικτών πολιτευμάτων[3] (στην οποία συμμετέχουν ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και ιδίως ο Πολύβιος). Αλλά ακόμη και εάν ήταν το πολίτευμα της προτίμησης του Θουκυδίδη, δεν το ομολογεί. Ούτε μας εξηγεί λεπτομερέστερα για ποιον λόγο πιστεύει ότι αυτό το συγκεκριμένο καθεστώς και μόνον είναι άξιο ενός θετικού σχολίου, ούτε με ποιους τρόπους ακριβώς κατόρθωνε αυτά τα οποία ισχυρίζεται ότι κατόρθωνε. Όπως υποθέτει ο Simon Hornblower, ίσως μια ‘ολοκληρωμένη εκδοχή αυτού του βιβλίου θα περιλάμβανε έναν λόγο ο οποίος θα έδει τι ήταν τόσο αξιόλογο σχετικά με αυτό το πολίτευμα’.[4] Το μόνο το οποίο υ δηλώνει ο Θουκυδίδης είναι ότι υπό αυτό το ιδιαίτερο πολίτευμα οι Αθηναίοι διοίκησαν την πόλη τους με εξαιρετικό τρόπο - εν πάση περιπτώσει καλύτερα από ό, τι με κάθε προηγούμενο ή μεταγενέστερο σύστημα, το οποίο μονομερώς υπηρετούσε τα συμφέροντα μερικών, των ολίγων ή των πολλών, δηλαδή οι ολιγομελείς ολιγαρχίες ή οι ‘ριζοσπαστικές’ δημοκρατίες.
 
Σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να διερευνήσει πώς ο Θουκυδίδης περιγράφει, αναλύει και κρίνει τη δημοκρατία και την ολιγαρχία, κατά πόσο εστιάζει την προσοχή του στο πολίτευμα της Σπάρτης και ποιον ρόλο αποδίδει στη φύση και τη λειτουργία των πολιτευμάτων στο πλαίσιο της ιστορικής αιτιότητας.[5] Συνεπώς, το ίδιο το κείμενο του Θουκυδίδη και η ερμηνεία είναι η πρώτη μας φροντίδα. Ο αναγνώστης θα βρει αναφορές στις πολλές νεότερες μελέτες για πολλά από τα θέματα που συζητούνται εδώ στα υπομνήματα (HCT, Hornblower), αλλά και σε άλλα κεφάλαια του ανά χείρας τόμου. Θα αρχίσω με μερικές γενικές παρατηρήσεις.
  
Αρχές
 
Στην εισαγωγή του ο Πολύβιος, ο ιστορικός του 2ου αι. π.Χ. που περιέγραψε την άνοδο της Ρώμης σε παγκόσμια δύναμη, αναγγέλλει την πρόθεσή του ‘να ερευνήσει πώς και με ποιο πολίτευμα (γένος πολιτείας) οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να θέσουν υπό έλεγχο ολόκληρη την οικουμένη’ (1.1.5). Μετά τη μάχη των Καννών, όταν η τύχη της Ρώμης βρισκόταν στο ναδίρ, ο Πολύβιος γράφει, ‘λόγω των ειδικών αρετών του πολιτεύματος τους (πολιτεύματος ἰδιότης) και της ικανότητάς τους να παραμένουν ψύχραιμοι’, κατόρθωσαν να νικήσουν τους Καρχηδόνιους (3.118.9). Για αυτόν τον λόγο τοποθετεί σε αυτό ακριβώς το σημείο μια μακρά παρέκβαση, η οποία προσφέρει μια θεωρητική συζήτηση σχετιά με τον κύκλο των πολιτευμάτων (6.3-10), αναλύει το ‘μικτό πολίτευμα’ της Ρώμης (6.19-42), περιγράφει τη στρατιωτική οργάνωσή της (6.19-42) και τη συγκρίνει με άλλα κράτη (6.43-56). Η περιγραφή του Ρωμαϊκού πολιτεύματος είναι εν μέρει εξιδανικευμένη και αναχρονιστική στα ιστορικά της συμφραζόμενα[6], πιθανώς όμως πλησιάζει αρκετά την πραγματικότητα ώστε να μη στερείται ερμηνευτικής αξίας. Στην αρχή της παρέκβασης αυτής (6.2.3) ο Πολύβιος επαναλαμβάνει την αρχική του δήλωση (που μόλις παραθέσαμε) και την αναπτύσσει: ‘Σε όλες τις πολιτικές καταστάσεις ο βασικός παράγοντας για την επιτυχία ή την αποτυχία είναι η μορφή του πολιτεύματος ενός κράτους (σύστασις πολιτείας)·, από αυτήν πηγάζουν όλα τα σχέδια και οι ενέργειες και εκεί βρίσκουν και την κατάληξή τους’ (6.2.9-10, 6.5-7).
 
Μια τόσο λεπτομερής ανάλυση του πολιτεύματος ‘θα προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες και στους μελετητές της ιστορίας και στους πρακτικούς πολιτικούς στην προσπάθειά τους να αναθεωρήσουν ή να ιδρύσουν άλλα πολιτεύματα’ (3.118.12). Επιπλέον, η ανθρώπινη φύση ‘δεν έχει καλύτερο οδηγό από τη γνώση του παρελθόντος’. Όλοι οι ιστορικοί ισχυρίζονται ‘ότι η μελέτη της ιστορίας είναι ταυτόχρονα και εκπαίδευση με την πραγματική της έννοια και εξάσκηση για πολιτική σταδιοδρομία’ (1.1.1-2). Παρόμοιες διατυπώσεις απαντούν συχνά σε ολόκληρο το έργο (π.χ. 3.13.3.31-32· 12.25 a).[7]
 
Ο Θουκυδίδης περιλαμβάνει στην Ιστορία του μερικές σύντομες παρεκβάσεις (ίσως αντιδρώντας προς τον μεγάλο αριθμό τους στον Ηρόδοτο) αλλά καμιά σχετική με την ανάλυση των πολιτευμάτων. Ούτε επιμένει ρητά όπως ο Πολύβιος στη χρησιμότητα της ιστορίας και τη σημασία των πολιτευμάτων για την ερμηνεία της ιστορίας. Έχει όμως συνείδηση και των δύο. Το έργο του, το οποίο δεν έχει σκοπό να αρέσει και να διασκεδάσει, αξίζει να αποτελέσει ένα κτῆμα ἐς αἰεί. Η ιστορία είναι χρήσιμη, επειδή δίνει σε αυτούς οι οποίοι κατανοούν τα γεγονότα του παρελθόντος τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν καλύτερα αυτά ‘που θα συμβούν στο μέλλον και που ... θα είναι όμοια και παραπλήσια’ (1.22.4). Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ακριβώς, αλλά ορισμένες καταστάσεις τείνουν να επανέρχονται. Η ανεξάντλητη ποικιλία της ιστορίας περιλαμβάνει ένα σταθερό στοιχείο: τό ἀνθρώπινον, την ανθρώπινη φύση ή την conditio bumana. Επειδή αυτός ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει ο ίδιος (1.84.4, 3-82.2), οι άνθρωποι αντιδρούν με παρόμοιο τρόπο σε παρόμοιες εμπειρίες.[8] Ο σκοπός του ιστορικού είναι ο ίδιος με εκείνον ενός ‘ανθρωπολόγου’: συλλέγει, κατατάσσει, αναλύει και κατανοεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και με τον τρόπο αυτόν είναι σε θέση να την προβλέψει. Αυτό προσδίδει στην ιστορία μια πτυχή πρόγνωσης και παιδευτική ικανότητα. Ως προς αυτό το σημείο ο Θουκυδίδης έχει επηρεασθεί από την ιατρική θεωρία. Τα στοιχεία τα οποία μόλις αναφέραμε κυριαρχούν στην ανάλυση των κοινωνικοπολιτικών πλευρών του λοιμού στην Αθήνα (2.47-53) και του εμφύλιου πολέμου στην Κέρκυρα (3.81-84). Η τυπική συμπεριφορά δεν περιορίζεται εξάλλου σε μεμονωμένα άτομα. Κάθε κοινότητα έχει τον δικό της συγκεκριμένο χαρακτήρα, έτσι ώστε να ενεργεί με ορισμένο τρόπο (1.70-71), ενώ όλοι αντιδρούν παρομοίως κάτω από ανάλογες συνθήκες (1.76).
 
Ο Επιτάφιος του Περικλή, ο οποίος εκφωνείται κατά την επίσημη κηδεία των πεσόντων κατά το 1ο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου, εστιάζει στ σημασία της πολιτείας μιας πόλης. Ο Περικλής αρνείται να ακολουθήσει τη παραδοσιακή μορφή παρόμοιων λόγων (για τους οποίους ο Λυσίας προσφέρει ένα καλό παράδειγμα, Λόγ. 2). Γενικόλογοι έπαινοι ηχούν εύκολα κενοί (2.35 Παρόλο που τα επιτεύγματα των προγόνων και των συγχρόνων πρέπει να εκτιμηθούν (36.1-3), ο Περικλής δεν ασχολείται με τις μάχες και τα ανδραγαθήματα αυτών οι οποίοι πολέμησαν σε αυτές - αυτά είναι πράγματα γνωστά σ’ όλους. Περισσότερο επιθυμεί να περιγράφει ‘τους θεσμούς (πολιτεία) και τι αρχές (ἐπιτήδευσις και τρόποι [ζωής]) που έχομε εφαρμόσει για να προσδώσουμε στην πολιτεία το σημερινό της μεγαλείο’ (36.4). Μολονότι αυτή η φράση πλησιάζει το κείμενο του Πολύβιου, ο Θουκυδίδης δεν τη διατυπώνει ως βασική αρχή ιστορικής αιτιότητας, αλλά την εφαρμόζει σε μία και μοναδική πόλη σκιαγραφώντας μόνο το πορτρέτο της Αθήνας του Περικλή στην ακμή της δύναμής της. Αυτό το πορτρέτο συνδυάζει τη ρεαλιστική κοινωνικοπολιτική ανάλυση, στοιχεία της ιδεολογίας της Αθηναϊκής δημοκρατίας και την εξιδανίκευση εκ μέρους του ομιλητή και/ή του ιστορικού. Σκόπιμα αμφίσημος, στενά συνδεδεμένος με τα κεφάλαια περί μεθόδου (βλ. παρακάτω) μέσω απηχήσεων σε σκέψη, δομή και ορολογία που επανέρχονται σε ολόκληρο το έργο, ο Επιτάφιος προκαλεί τη σύγκριση, και ως προς τα σημεία αναλογίας αλλά και τα σημεία αντίθεσης, με ολόκληρη την Ιστορία και με τον τρόπο αυτόν λειτουργεί ως ένα προγραμματικό τμήμα του σύνολου έργου.[9] Ο θετικός του τόνος 0c ανατραπεί αμέσως από τις συνέπειες του λιμού και θα αποδομηθεί συστηματικά στο υπόλοιπο έργο. Επιπλέον σε αυτό το πορτρέτο τα σχόλια για το πολίτευμα (πολιτεία) καταλαμβάνουν μόνον ένα κεφάλαιο (37). Τα υπόλοιπα αναφέρονται σε αρχές, συνήθειες, ήθη και αξίες. Ο Θουκυδίδης δηλαδή εστιάζει περισσότερο στον Αθηναϊκό τρόπο ζωής (την πολιτεία με την ευρύτερή της έννοια) παρά στο δημοκρατικό πολίτευμα με την πιο στενή έννοια.
 
Ενώ ο Ηρόδοτος συχνά κάνει δηλώσεις σε πρώτο πρόσωπο (το ‘εγώ’ του ιστορικού), μοιραζόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο με το κοινό του τη διαδικασία της αξιολόγησης των πηγών που υπόκεινται στην ιστορική αφήγηση,[10] ο Θουκυδίδης διατυπώνει τις μεθοδολογικές του αρχές με σαφήνεια (1.20-22) και κατόπιν τις εφαρμόζει παράγοντας μια πυκνή και λεία αφήγηση. Παράλληλα χωρία ως προς τη σκέψη και την ορολογία συνδέουν αυτά τα μεθοδολογικά κεφάλαια με τον Επιτάφιο και επανέρχονται στη συνέχεια σε όλη την έκταση του έργου.[11] Ο Θουκυδίδης προσφέρει επίσης μια πολυσυζητημένη περιγραφή του περιεχομένου και του σκοπού των λόγων (1.22.1, πρβλ. Πολύβ. 12.25a-b): οι δημηγορίες συνδυάζουν πληροφορίες για το τι είχε πραγματικά λεχθεί με επιχειρήματα τα οποία ο ιστορικός πιστεύει ότι είχαν ή θα έπρεπε να έχουν χρησιμοποιηθεί στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όποιος και εάν είναι ο αυθεντικός τους πυρήνας, στον συμπυκνωμένο τρόπο διατύπωσης και την εστίασή τους σε ουσιαστικά θέματα οι δημηγορίες αντικατοπτρίζουν τις απόψεις του ιστορικού και υπηρετούν τους σκοπούς του.[12] Επιπλέον απαντούν συχνά σε ζεύγη, έτσι ώστε παρουσιάζουν αντιτιθέμενες απόψεις και ενσωματώνουν συζητήσεις για θέματα αρχών, φωτίζοντας τη διαδικασία με την οποία είχε ληφθεί μια συγκεκριμένη απόφαση και προσφέροντας την ουσιαστική ερμηνεία των κυριότερων διακυβευμάτων που υπόκεινταν στις ιστορικές εξελίξεις. Επειδή πολλές από αυτές τις συζητήσεις λαμβάνουν χώρα στην Αθηναϊκή συνέλευση, έχουν άμεση συνάφεια με την ανάλυση της δημοκρατίας στην οποία προβαίνει ο Θουκυδίδης. Μερικοί από αυτούς τους λόγους φθάνουν σε ένα επίπεδο αφαίρεσης το οποίο προσεγγίζει αυτόνομα δημιουργήματα. Ο ‘Διάλογος των Μηλίων’ (5.85-113) είναι ένα ακραίο παράδειγμα, οι αντιλογίες για τη Μυτιλήνη και τη Σικελική εκστρατεία (3.36-50, 6.8-26) προχωρούν πολύ περισσότερο από το άμεσο ερώτημα (να παταχθεί η στάση στην Μυτιλήνη, να αποσταλεί στόλος για την κατάληψη της Σικελίας), αποκαλύπτοντας τα προβλήματα και τη δυναμική των αποφάσεων που λαμβάνονται με δημοκρατικό τρόπο ή του ‘ιμπεριαλισμού’ αντιστοίχως.[13]
 
Επιπλέον, ο ιστορικός χρησιμοποιεί τον φοβερό λοιμό που πλήττει την Αθήνα και τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα για να αναλύσει με ποιον τρόπο η κοινωνικοπολιτική τάξη αποσυντίθεται κάτω από υπερβολική πίεση. Αυτά τα χωρία περιγράφουν φαινόμενα τα οποία είναι βασικά για να κατανοηθεί η ιστορία. Και τα δυο συνδέονται με το ζήτημα της δημοκρατίας αλλά και μεταξύ τους. Ο λοιμός προδιαγράφει τι θα συμβεί πρώτα στην Κέρκυρα κάτω από την επιρροή μιας επιδημίας πολιτικού πάθους και πολιτικής διαμάχης, μιας στάσεως (3.70-81), έπειτα σε πολλές άλλες πόλεις (3.82-84) και τελικά στην ίδια την Αθήνα. Για να ερμηνεύσει δύο άλλα, εξίσου κεντρικά πολιτικά φαινόμενα (τη δημοκρατία και τον ιμπεριαλισμό) ο Θουκυδίδης διαλέγει μια συνεχή διαδικασία ανάλυσης, η οποία σταδιακά αποκαλύπτει τη φύση και τις εγγενείς δυνάμεις τους. Σημαντικό είναι επίσης ότι οι ίδιες ευκαιρίες συχνά προσφέρουν τη δυνατότητα να αναλύσει, και τα δύο: η δημοκρατία και ο ιμπεριαλισμός συνδέονται αδιάρρηκτα μεταξύ τους.[14] Έτσι το συλλογικό πορτρέτο των υπερδραστήριων Αθηναίων το οποίο σκιαγραφούν οι Κορίνθιοι, μολονότι στο σημείο στο οποίο απαντά έχει ως στόχο να αφυπνίσει τους Σπαρτιάτες από τον επιζήμιο λήθαργο τους, έχει σημασία και για τα δύο τα φαινόμενα, και απηχήσεις της εικόνας αυτής απαντούν σε ολόκληρο το έργο.
 
Για αυτόν τον λόγο δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τη θουκυδίδεια συζήτηση περί δημοκρατίας, εάν δεν διευρύνουμε το πεδίο των ερευνών μας. Ο ιστορικός αναλύει τη δημοκρατία εν δράσει, μέσα από τις αποφάσεις της και τη συμπεριφορά των πολιτών της. Το ίδιο ισχύει και για την ολιγαρχία, η οποία εμφανίζεται ουσιαστικά μόνο στο τελευταίο τμήμα της Ιστορίας. Πρέπει να παρακολουθήσουμε τον ιστορικό σε αυτό το επίπεδο - κυρίως επειδή επιφανειακά εστιάζει στενά στο θέμα του, τον πόλεμο μεταξύ Αθηνών και Σπάρτης, τον μεγαλύτερο πόλεμο που είχε σημειωθεί έως τότε, με τις πιο σοβαρές συνέπειες σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων (1.1.1-2, 1.23.103). Εξωτερικές σχέσεις και πόλεμος κυριαρχούν συνεπώς στις αναλύσεις και την αφήγησή του. Ο κατάλογος των στοιχείων που θεωρεί δεδομένα και μνημονεύει μόνον όταν έχουν άμεση επίπτωση στην πολιτική και στον πόλεμο είναι μακρύς και περιλαμβάνει οικονομικά, θρησκευτικά και κοινωνικά θέματα, όπως και την ‘πολιτειακή πρακτική’.[15]
 
Πουθενά δεν γίνεται αυτό τόσο προφανές όσο στην παρέκβαση για την Πεντηκονταετία, την περίοδο μεταξύ των Περσικών Πολέμων και του Πελοποννησιακού Πολέμου (1.89-117), παρέκβαση που στόχο έχει να απαντήσει στο ερώτημα πώς κατόρθωσε η Αθήνα να συγκεντρώσει τόση δύναμη, ώστε η Σπάρτη να αρχίσει να φοβάται και να αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο ως το μοναδικό μέσο με το οποίο θα ήταν δυνατόν να τη σταματήσει. Εσωτερική πολιτική και πολιτειακές εξελίξεις σπανίως αναφέρονται, παρόλο που αυτήν την περίοδο ο Κίμων λ.χ. κυριαρχεί στην πολιτική ζωή της Αθήνας, για να εκ- διωχθεί αργότερα, ενώ το δημοκρατικό πολίτευμα υλοποιήθηκε μέσα από μια σειρά μεταρρυθμίσεων οι οποίες σημειώθηκαν μεταξύ του 462 και του 450 υπό την ηγεσία του Εφιάλτη και του Περικλή,[16] ενώ στη δεκαετία του 440 η μακρόχρονη αντιπαράθεση του Περικλή με τον Θουκυδίδη, τον γιο του Μελησία, κατέληξε στον οστρακισμό του Θουκυδίδη και τη μακρόχρονη εξουσία του Περικλή.[17] Το μόνο το οποίο αναφέρει ο Θουκυδίδης είναι ότι κατά την εκστρατεία της Τανάγρας το 458/7 μερικοί Αθηναίοι διαπραγματευθείσα κρυφά με μια Σπαρτιατική δύναμη στη Βοιωτία ‘με την ελπίδα να καταλύσουν τη δημο­κρατία’, ενω οι Αθηναίοι επιτέθηκαν στους Σπαρτιάτες επίσης, διότι ‘είχαν και μερικές υποψίες για τις αντιδημοκρατικές κινήσεις’ (1.107.4, 1.107.6).
 
Ωστόσο, όπως απέδειξε η Lisa Kallet[18] στην πολύ προσεκτική μελέτη της πραγμάτευσης οικονομικών θεμάτων εκ μέρους του Θουκυδίδη, η Ιστορία περιέχει μια εντυπωσιακή ποσότητα πληροφοριών, οι οποίες όμως δεν τίθενται από τον ιστορικό στο προσκήνιο και χρειάζεται να συναχθούν από τα συμφραζόμενά τους. Το ίδιο ισχύει και για άλλα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της δημοκρατίας. Ο ιστορικός προσφέρει τις γενικώς αναμενόμενες πολιτικές και πολιτειακές λεπτομέρειες (συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των αξιωματούχων και στρατηγών και των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων θεσμικών οργάνων) μόνον όταν έχουν άμεση σημασία για τον πόλεμο.[19] Εάν περιορισθούμε στο προφανές και σε όσα μνημονεύει ρητά, διατρέχουμε τον κίνδυνο να παραβλέψουμε σημαντικές πληροφορίες. Αυτό το κεφάλαιο θα εστιάσει για αυτόν τον λόγο στο κείμενο του Θουκυδίδη. Ο αναγνώστης θα είναι εύκολα σε θέση να συμπληρώσει τα αποτελέσματά μας με αυτά τα οποία έχει αποκομίσει από διαφορετικές και πολλές φορές περισσότερο θεωρητικές προσεγγίσεις.[20]
 
Δημοκρατία
 
Εθνικός χαρακτήρας: Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη περιγράφουν τους Αθηναίους ως εξής:
 
Εκείνοι είναι καινοτόμοι και επινοητικοί και ταχείς στο να εκτελούν τα σχέδιά τους... Εκείνοι αποτολμούν πράγματα που υπερβαίνουν τις δυνάμεις τους, ριψοκινδυνεύουν, χωρίς να λογαριάζουν την φρόνηση, και είναι πάντοτε αισιόδοξοι στις αναποδιές... Εκείνοι είναι δραστήριοι... εκείνοι συνεχώς ξενιτεύονται εύκολα... Εκείνοι πιστεύουν ότι αποδημώντας πλουτίζουν... Όταν νικήσουν τους εχθρούς τους εκμεταλλεύονται στο έπακρο την επιτυχία τους, ενώ, αν νικηθούν, υποχωρούν όσο το δυνατόν λιγότερο. Με όλα αυτά, ενώ δείχνουν περισσότερο από κάθε άλλον αυταπάρνηση όταν υπηρετούν την πολιτεία τους, διατηρούν όμως όλη την ελευθερία της σκέψης τους για να βρουν τρόπους να την ωφελήσουν... Εορτή θεωρούν το να κάνουν το καθήκον τους και συμφορά είναι γι’ αυτούς περισσότερο η ησυχία της αδράνειας παρά η επίπονη δράση. Θα είχε δίκιο κανείς, αν, με μια λέξη, έλεγε οτι η ιδιοσυγκρασία τους είναι τέτοια, ώστε ούτε οι ίδιοι ησυχάζουν ποτέ ούτε αφήνουν τους άλλους να ησυχάσουν (1.70).
 
Αυτοί οι τολμηροί και δραστήριοι Αθηναίοι, παραδείγματα πολυπραγμοσύνης και απληστίας (πλεονεξία),[21] βρίσκονται σε έντονη αντίθεση με τους αργούς, προσεκτικούς Σπαρτιάτες που αποφεύγουν τους κινδύνους (βλ. παρακάτω). Ο Θουκυδίδης δίνει μεγάλη έμφαση σε αυτήν την αντίθεση, τη θεματοποιεί και αλλού (όχι μόνον στους λόγους του Περικλή) και τη χρησιμοποιεί για να εξηγήσει σημαντικές αποφάσεις (όπως την εκστρατεία των Αθηνών κατά της Σικελίας ή την ανικανότητα της Σπάρτης να εκμεταλλευθεί την αδυναμία των Αθηνών, 6.9.3, 6.18.3, 8.96). Η κοινωνικοπολιτική τάξη και ο τρόπος ζωής (πολιτεία) μιας πόλης, υποθέτει ο ιστορικός, διαπλάθει τον χαρακτήρα της. Η δημοκρατία ανατρέφει πολίτες οι οποίοι σκέπτονται και συμπεριφέρονται διαφορετικά, ενώ καλλιεργεί κοινωνικές σχέσεις και ευνοεί πολιτικές που διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες ενός ολιγαρχικού κράτους. Τέτοιες απόψεις αποτελούσαν τμήμα των κοινών αντιλήψεων που είχαν επηρεασθεί εν μέρει από ιατρικές και σοφιστικές θεωρίες, τις οποίες συμμερίζονταν πολλοί άνθρωποι του πνεύματος εκείνης της εποχής.[22]
 
Αυτό το πορτρέτο του συλλογικού χαρακτήρας εξηγεί τις Αθηναϊκές συνήθειες στην εξωτερική πολιτική και την καθημερινή ζωή των πολιτών (όπως, π.χ., αυτές γίνονται ορατές στη φιλοδικία των Αθηναίων).[23] Στον Επιτάφιο (2.36-46) ο Περικλής επικεντρώνεται σε αυτές τις πλευρές, προφανώς αντιδρώντας σε αντίστοιχη κριτική. Τρεις γενεές Αθηναίων κράτησαν την πόλη τους ελεύθερη και έκτισαν μια ισχυρή αυτοκρατορία (2.36.3) ή, όπως το θέ­τουν άλλοι, τη μεγαλύτερη και πιο ελεύθερη από όλες τις άλλες (6.89.6, 7.69.2), ενώ επίσης γνώριζαν πώς να διασκεδάσουν στην ανάπαυλα από την εργασία ή στις γιορτές και να απολαύσουν τα αγαθά τα οποία εισάγονταν από όλον τον κόσμο (2.38, 2.40.1). Οι Αθηναίοι γνωρίζουν να μάχονται εξίσου καλά με τους άλλους, και τα επιτεύγματά τους είναι συγκρίσιμα με οποιαδήποτε άλλα, όλα αυτά όμως τα κάνουν με την ελεύθερη βούλησή τους, χωρίς να καταπιέζονται από ένα αυστηρό καθεστώς (2.39, 2.41.3-5), και παράλληλα βοηθούν άλλους χωρίς ιδιοτέλεια (2.40.4-5). Η Αθήνα είναι δημοκρατία, επειδή αυτό που μετρά είναι τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και όχι των ολίγων, τα πολιτικά αξιώματα όμως είναι προσβάσιμα σε κάθε έναν ο οποίος είναι ικανός ασχέτως της κοινωνικής του θέσης ή της οικονομικής του κατάστασης, και η καθημερινή ζωή χαρακτηρίζεται από την ελευθερία και την αλληλοανοχή, αλλά και από τον σεβασμό προς τους αξιωματούχους και τον νόμο (2.37). Ένας πολίτης ο οποίος δεν αναμειγνύεται στην κοινή ζωή (ἀπράγμων) θεωρείται άχρηστος, αλλά αυτό συμβαίνει, επειδή οι Αθηναίοι έχουν το πρότυπο ενός πολίτη ο οποίος συνδέει την αφιέρωση στις ιδιωτικές υποθέσεις και την ενασχόληση στις δημόσιες (2.40.2), την ατομική αυτάρκεια (σώμα αὔταρκες, 2.41.1)   με τη συναισθηματική δέσμευση στην κοινότητα (εραστής της πόλεως, 2.43.1). Στη θετική εικόνα που προσφέρει ο Περικλής οι επιθετικοί ιμπεριαλιστές είναι επίσης ικανοί να ησυχάζουν και να απολαμβάνουν το ωραίο. Η παρόρμηση της πολυπραγμοσύνης και της πλεονεξίας ελέγχονται από τη λογική αντιπαράθεση, την υπευθυνότητά τους ως πολιτών και τον σεβασμό του κοινού καλού.
 
Εμείς οι ίδιοι κρίνουμε κι αποφασίζουμε για τα ζητήματα μας και θεωρούμε πως ο λόγος δεν βλάφτει το έργο. Αντίθετα, πιστεύουμε πως βλαβερό είναι το να αποφασίζει κανείς χωρίς να έχει φωτιστεί... Είμαστε τολμηροί, κι όμως ζυγίζουμε καλά την κάθε επιχείρησή μας (2.40.2-3).
 
Πολλά από αυτά θα αποδειχθούν με τον χρόνο όλο και πιο απατηλά. Παρ’ όλη τη διαδικασία της διαβούλευσης η παράλογη επιθυμία και ο ενθουσιασμός [ἔρως και ἐπιθυμία) προσδιορίζουν την απόφαση για τη Σικελική Εκστρατεία (6.24). Τα προσωπικά συμφέροντα κυριαρχούν στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη (3-37- 48). Ίσως αντικρούοντας την αξίωση των Αθηνών (ή του Περικλή, 2.36.3), ο Ηρόδοτος βάζει τον Σόλωνα να αρνηθεί ότι μια χώρα ή ένα άτομο είναι δυνατόν να διαθέτουν αυτάρκεια (1.32.8). Ιδίως υπό τ[24]ην επιρροή του λοιμού (2.47- 53), κανένα σώμα, είτε δυνατό είτε αδύναμο, δεν αποδεικνύεται αὔταρκες, δηλαδή ατομικά αυτόνομο, καθόσον ο σεβασμός των νόμων και των θεών εκλείπει (2.51.3), και το ανθρώπινο κτήνος, έχοντας χάσει την κοινωνικότητά του, αποκαλύπτει την πραγματική του φύση.
 
Το ίδιο συμβαίνει ως συνέπεια μιας διαφορετικής ασθένειας, της στάσεως,[25] όπως γίνεται προφανές πρώτα στην Κέρκυρα (3.69-84). Με ολιγαρχικά ή δημοκρατικά προσχήματα οι φατρίες επιτίθενται και καταστρέφουν η μία την άλλη. ‘Δημοκράτες’ σφαγιάζουν τους εχθρούς τους, κατηγορώντας τους ότι συνωμότησαν για να ανατρέψουν τη δημοκρατία —στην πραγματικότητα όμως ενεργούν από μίσος ή άλλα προσωπικά κίνητρα (3.81.4-5). Αργότερα αυτό γίνεται γενική συνήθεια, η οποία ‘αναστατώνει ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο’ (3.82.1). Υπό αυτές τις συνθήκες ακόμη και η γλώσσα μεταβάλλεται, οι αξίες και οι οικογενειακοί δεσμοί αποσυντίθενται και ομάδες με πολιτικά συμφέροντα καταλαμβάνουν την εξουσία (3.82.3-7). Η αρχή (η αγάπη για την εξουσία), η πλεονεξία, η φιλοτιμία (η προσωπική φιλοδοξία) και η τάση για βία (φιλονικεῖν) είναι τα βασικά κίνητρα. Τα προσωπικά συμφέροντα επικρατούν. Πολιτικά συνθήματα - πολιτική ισότητα των μαζών σε αντίθεση προς την αριστοκρατική μετριοπάθεια - αποδεικνύονται απλώς ιδεολογικά προσχήματα (3.82.8). Κατ’ επανάληψη η ανθρώπινη φύση αποκαλύπτει το αληθινό της πρόσωπο:
 
Οι εμφύλιες συγκρούσεις έφεραν μεγάλες κι αμέτρητες συμφορές στις πολιτείες, συμφορές που γίνονται και θα γίνονται πάντα όσο δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου... Σε καιρό ειρήνης και όταν ευημερεί ο κόσμος και οι πολιτείες, οι άνθρωποι είναι ήρεμοι... Αλλ’ όταν έρθει ο πόλεμος... γίνεται δάσκαλος της βίας... Η ανθρώπινη φύση, η οποία - κι όταν ακόμα υπάρχει ευνομία - έχει την τάση να παρανομεί, ξεχείλισε, κι ανατρέποντας τους νόμος, έδειξε με ικανοποίηση όλη της την ασυγκράτητη έχθρα εναντίον κάθε εξουσίας (3.82.3, 3.84.2).
 
Η Αθήνα είχε την τύχη να μολυνθεί από αυτή την ασθένεια μόνον πολύ αργότερα, το 411.
 
Επιστρέφουμε στον Επιτάφιο. Εφόσον ελέγχονται, υποτάσσονται στο κοινό καλό και διοχετεύονται σε λογικές συλλογικές ενέργειες, ο Θουκυδίδης φαίνεται να εννοεί, τα χαρακτηριστικά του συλλογικού χαρακτήρα των Αθηναίων μπορούν να οδηγήσουν στη μεγαλείο της πόλης. Όπως όμως θα δούμε, όταν οι Αθηναίοι είναι ανεξέλεγκτοι, υπηρετούν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και παρασύρονται με ενθουσιασμό για μη ρεαλιστικούς σκοπούς, τα χαρακτηριστικά αυτά μετατρέπονται σε πηγή αυτοκαταστροφής της πόλης.[26] Ο Περικλής, θέλοντας να τους ενώσει, κατορθώνει να τους συγκρατήσει λόγω του δικού του ανώτερου χαρακτήρα και των ικανοτήτων του. Οι διάδοχοί του αποτυγχάνουν σε αυτό και μάλιστα ενισχύουν αυτά τα χαρακτηριστικά και γίνονται διχαστικοί (2.65).
 
Η αξιολόγηση της δημοκρατίας εκ μέρους του Θουκυδίδη είναι διπλή. Η μια άποψη αφορά αυτούς οι οποίοι προτείνουν τις αποφάσεις στη συνέλευση και είναι τελικά υπεύθυνοι για την πολιτική —ακόμη και εάν αρνούνται να αναγνωρίσουν αυτήν την ευθύνη (3.43.4-5, 8.1.1). Ο Θουκυδίδης ουσιαστικά αποδίδει τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτικών ενεργειών στο σύνολο των πολιτών και όχι σε μεμονωμένους ηγέτες.[27] Η άλλη άποψη αφορά τους ηγέτες οι οποίοι συναγωνίζονται να πείσουν τους πολίτες να αποδεχθούν τις αντικρουόμενες προτάσεις τους και στη συνέχεια συχνά διώκονται γιατί τις εξετύλισσαν - κερδίζοντας έτσι επαίνους, υλικά οφέλη και αυξάνοντας την επιρροή τους σε περίπτωση επιτυχίας, ή κατηγορίες, απώλεια επιρροής και τιμωρία, σε αντίθετη περίπτωση.
 
Ο δῆμος: Η πρώτη απόφαση την οποία λαμβάνει ο δήμος στην Ιστορία επισφραγίζει τη συνθήκη με την Κέρκυρα (1.31-45). Η συζήτηση τονίζεται με την παράθεση δύο αντίθετων δημηγοριών, τις οποίες εκφωνούν απεσταλμένοι από την Κέρκυρα και την Κόρινθο. Ο δήμος χρειάζεται δύο ημέρες (ή δύο προσπάθειες;) για να καταλήξει σε μια οριστική απόφαση. Είτε αυτό ήταν αναγκαίο στην περίπτωση συμφωνιών συμμαχίας είτε όχι,[28] συνεπάγεται την αλλαγή γνώμης (1.44.1).
 
Η επομένη μεγάλη απόφαση αφορά τον πόλεμο εναντίον των Πελοποννησίων. Θέλοντας ίσως να υπογραμμίσει τη θέση του Περικλή ως ‘πρώτου ανδρός’ (2.65.9), ο Θουκυδίδης δίνει στην πρώτη του παρέμβαση στην Ιστορία (όπως και στην τελευταία του) τη μορφή μιας δημηγορίας (1.140-44, 2.60-64) η οποία δεν έχει αντίλογο. ‘Μίλησαν πολλοί ρήτορες, υποστηρίζοντας τη μια ή την άλλη άποψη. Τέλος, ο Περικλής του Ξανθίππου, η μεγαλύτερη προσωπικότητα της Αθήνας και στα λόγια και στα έργα, ανέβηκε στο βήμα και συμβούλεψε τα εξής... οι Αθηναίοι θεωρώντας ότι οι συμβουλές του ήταν οι καλύτερες, ψήφισαν τα όσα είχε προτείνει’ (1.139.4, 1.145.1).
 
Δύο χρόνια μετά, με χαμηλό το ηθικό από τις εισβολές των Σπαρτιατών και τον τρόμο του λοιμού, οι Αθηναίοι στασιάζουν ακόμη και εναντίον του Περικλή: απελπισμένοι και θυμωμένοι, τον κατηγορούν για τον πόλεμο και τον ‘καθιστούν υπεύθυνο για όλες τις ατυχίες οι οποίες τους είχαν συμβεί’ (2.59.2-3). Προβλέποντας αυτήν την αντίδραση (2.59.3), εκείνος απαντά με έναν τολμηρό αλλά και ενθαρρυντικό λόγο (60-64) και κατορθώνει να τονώσει το ηθικό τους (2.59.3,2.65.1).
 
Στην Εκκλησία του λαού πείστηκαν στα λόγια του... αλλά ο καθένας χωριστά εξακολουθούσαν να θλίβονται για τα παθήματα τους... Δεν έπαψε, λοιπόν, η αγανάκτησή τους εναντίον του Περικλή παρά μόνο όταν του επέβαλαν χρηματικό πρόστιμο. Δεν πέρασε, ωστόσο, πολύ καιρός και —με την συνηθισμένη αστάθεια του πλήθους— τον όρισαν πάλι στρατηγό και του ανέθεσαν πάλι όλη την εξουσία (2.65.1-4).
 
Αντίθετα από διάφορες δίκες φίλων του Περικλή που υποτίθεται ότι έγιναν, η πτώση του, το χρηματικό πρόστιμο που του επιβλήθηκε και η επανεκλογή του δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν.[29] Πέθανε λίγο ύστερα από αυτά τα γεγονότα. Ο Θουκυδίδης συνδέει τις μεταβολές αυτού του τελευταίου έτους της σταδιοδρομίας του με τη χαρακτηριστική αστάθεια του όχλου και προσφέρει στη συνέχεια μια συνοπτική αξιολόγηση της μακρόχρονης πολιτείας του και, τονίζοντας την έντονη αντίθεση προς τους διαδόχους του, παραθέτει τις απόψεις του για τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να μεταχειρίζεται κανείς τον δῆμον, ώστε να λειτουργεί η δημοκρατία. Δεδομένου ότι η σταδιοδρομία του Περικλή ήταν κατά μεγάλο μέρος προγενέστερη της έκρηξης του πολέμου και του σημείου εκκίνησης της Ιστορίας, αυτή η εκτίμηση λειτουργεί και ως προγραμματική σύνοψη: η θέση η οποία παρουσιάζεται εδώ θα επιβεβαιωθεί από μια σειρά παραδειγματικών περιπτώσεων κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι μάζες, υπογραμμίζει ο ιστορικός, πρέπει να συγκρατούνται, αλλά με τον σεβασμό ο οποίος αρμόζει σε ελευθέρους,[30] Ο δήμος πρέπει να χειραγωγείται αυστηρά και να μην κολακεύεται. Εάν είναι αναγκαίο, πρέπει να αντιτάσσεται κανείς στο συλλογικό αίσθημα: η αλαζονεία και η υπερβολική αυτοπεποίθηση πρέπει να εξισορροπούνται με τη δραστική υπόμνηση των ενδεχόμενων κινδύνων και την πρόκληση φόβου· ο παράλογος φόβος πρέπει να υπερνικάται με την ενίσχυση της αισιοδοξίας και του θάρρους (2.65.8-9, παρακάτω).
 
Ο Θουκυδίδης αναπτύσσει μερικά από αυτά τα στοιχεία στη συζήτηση για τη Μυτιλήνη. Επειδή η συζήτηση αυτή ακολουθεί ύστερα από την πρώτη αποστασία συμμάχων και την πάταξή της κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο ιστορικός αναλύει λεπτομερειακά τα κίνητρα, την έκρηξη και την αποτυχία της κίνησης των Μυτιληναίων (3.1-18, 3.25-28) αλλά και τις σκέψεις των Αθηναίων σχετικά με την τιμωρία των ηττημένων στασιαστών (3.36-50). Η συζήτηση για αυτό το θέμα (παραδειγματική τιμωρία ή μεγαθυμία· και τα δύο επιχειρήματα βασίζονται αποκλειστικά στη σκοπιμότητα) είναι λιγότερο σημαντική εδώ από το φως που ρίχνει στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων και την ευθύνη του πλήθους. Ο θυμός ωθεί αρχικά τη συνέλευση να αποφασίσει να καταστρέψει τη Μυτιλήνη φονεύοντας τους άνδρες και εξανδραποδίζοντας τις γυναίκες και τα παιδιά (3.36.1). Αμφιβολίες όσον αφορά την πρωτοφανή σκληρότητα της τιμωρίας αποτελούν τη βάση για την ξαφνική μεταστροφή της γνώμης (3.36.4-5). Σε μια δεύτερη συνέλευση η έντονη συζήτηση κυριαρχείται από τον Κλέωνα, ο οποίος μιλά με ένα ιδιαιτέρως δυναμικό και πειστικό ηγετικό ύφος (3-36.6), ενώ ο Διόδοτος (3.41), άγνωστος κατά τα άλλα, θα κερδίσει, έστω και με διαφορά ελάχιστων ψήφων (3-49.1) και θα σώσει την πλειονότητα των Μυτιληναίων, έστω και την ύστατη στιγμή (3.49.4).
 
Για αυτόν τον λόγο ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει πάλι την αλλαγή γνώμης και τη θυελλώδη συζήτηση στη δεύτερη συνέλευση. Η αρχική δήλωση του Κλέωνα ότι η δημοκρατία είναι ανίκανη να διοικήσει μια αυτοκρατορία (3-37.1) δίνει το έναυσμα για μια γενικότερη κριτική. Ο δήμος, που κυριαρχείται περισσότερο από τα συναισθήματα παρά από τη λογική στάθμιση των γεγονότων, είναι επιρρεπής σε μεταβολές των αποφάσεων και της πολιτικής (3-37-3). Μια πόλη πορεύεται καλύτερα με κακούς νόμους που τηρούνται παρά με καλούς νόμους που αλλάζουν συνεχώς. Ή αμάθεια, συνδυασμένη με σωφροσύνη, είναι, πιο ωφέλιμη από την επιτηδειότητα συνδυασμένη με την αστάθεια. Οι ταπεινότεροι άνθρωποι διοικούν καλύτερα τις πολιτείες από τους μορφωμένους’ (3.37.4· εντυπωσιακά παρόμοιο είναι το χωρίο [Ξεν.] Αθ. Πολ. 1.4.9). Οι ηγέτες δεν πρέπει να λαμβάνουν μέρος σε αγώνες ευφυΐας ούτε να συμβουλεύουν αυτό το οποίο δεν πιστεύουν οι ίδιοι. Πολιτικοί οι οποίοι παραπλανούν τους πολίτες με περίτεχνους λόγους έχουν πιθανώς υπέρμετρη αυτοπεποίθηση ή έχουν δωροδοκηθεί (3.38.2). Ωστόσο οι πολίτες αξίζουν μομφή διότι επιτρέ­πουν τέτοιες επιδείξεις ρητορικής ικανότητας:
 
Όταν εξετάζετε τα όσα πρέπει να γίνουν, νομίζετε πως μπορούν να γίνουν μόνο και μόνο επειδή σας το αναπτύξαν με ωραία λόγια κι όταν εξετάζετε τα όσα έχουν συμβεί, τα κρίνετε περισσότερο με βάση τα όσα ακούτε από επιτήδειους ρήτορες... Είστε οι πρώτοι και καλύτεροι στο να γοητεύεστε με καινούργια σχήματα λόγου και στο ν’ αντιδράτε σε δοκισμένα επιχειρήματα. Είστε δούλοι κάθε παραδοξολογίας και περιφρονείτε καθετί το συνηθισμένο. Ο καθένας από σας θέλει, πάνω απ’ όλα, να έχει το χάρισμα του λόγου... από πριν επιδοκιμάζετε ένα εύστοχο επιχείρημα... Όσο καταλαβαίνετε αμέσως ποια θα είναι η συνέχεια της επιχειρηματολογίας, τόσο καθυστερείτε στο να προβλέπετε τις πραγματικές συνέπειες που θα έχουν τα όσα σας λένε... Σας παρασύρει η ευχαρίστηση που προκαλούν τα ωραία λόγια και μοιάζετε περισσότερο με ανθρώπους που παρακολουθούν μια συζήτηση σοφιστών παρά με πολίτες που συσκέπτονται για τα ζητήματα της πολιτείας (3-38.4-7).
 
Οι υποστηρικτές των μαζών ισχυρίζονται ότι, παρ’ όλο τον ευμετάβολο χαρακτήρα τους, οι μάζες είναι οι καλύτεροι κριτές της πολιτικής (Ηρόδ. 3.80.6, Θουκ. 6.39.1). Ότι είναι ειδήμονες στον νεοτερικό λόγο και τα καινοτόμα επιχειρήματα είναι εδώ ένα καινούριο στοιχείο το οποίο περιέχει και κριτική και κολακεία: συγχέουν τη μορφή με την ουσία και παραπλανούνται εύκολα με πειστικούς λόγους, αλλά λόγω της συχνής επαφής γνωρίζουν και εκτιμούν το είδος της ρητορικής - η Πραξαγόρα του Αριστοφάνη το επιβεβαιώνει με ένα τέχνασμα (Εκκλ. 243-44). Αντίθετα προς την κριτική του Κλέωνα θα περίμενα μια τέτοια οικειότητα να καλύπτει και τα θέματα ουσίας, τουλάχιστον σε ένα ευρύ επίπεδο τρεχόντων ζητημάτων. Η τιμωρία όμως της αποστασίας ενός συμμάχου, παρόλο που δεν ήταν κάτι το πρωτάκουστο, δεν ήταν και συνηθισμένη υπόθεση.
 
Αντίθετα ο Διόδοτος επιβεβαιώνει την αρχή του Περικλή: η προσεκτική σκέψη, δίχως βιασύνη και θυμό, είναι ουσιαστική (3.42.102). Οι κατηγορίες για δωροδοκία εμποδίζουν τους πολιτικούς να χάσουν με αξιοπρέπεια, αποτρέποντας ακόμη και τους τίμιους από το να εκφρασθούν (3-42.3-4). Όταν η αποτυχία δεν τιμωρείται με δυσμένεια, οι πολιτικοί θα αισθάνονται λιγότερο τον πειρασμό να χρησιμοποιούν κολακείες ή να επιχειρηματολογούν αντίθετα προς την ίδια τους την πεποίθηση (3-42.5-6). Όπως έχουν τα πράγματα, οι ομιλητές οι οποίοι έχουν να προσφέρουν συνετές συμβουλές πρέπει να καταφύγουν σε ψέματα για να τους πιστέψουν περισσότερο από αυτούς οι οποίοι υποστηρίζουν τερατώδη μέτρα (3.43.1-3).
 
Είναι όμως ανάγκη, σ’ εξαιρετικές περιστάσεις, όπως στην σημερινή, ν’ απαι- τείται από εμάς τους ρήτορες να δείχνουμε μεγαλύτερη οξυδέρκεια από σας που δεν έχετε καιρό να μελετάτε τα ζητήματα. Εμείς, άλλωστε, που σας μι­λούμε έχομε ευθύνη, ενώ εσείς μας ακούτε χωρίς ν’ αναλαμβάνετε ευθύνη. Αν όσοι δίνουν συμβουλές και όσοι τις ακολουθούν κινδύνευαν να τιμωρηθούν το ίδιο, τότε θα κρίνατε με πολύ περισσότερη σωφροσύνη (43.4-5).
 
Μας υπενθυμίζει την αντίδραση των Αθηναίων στην είδηση για τη Σικελική κα­ταστροφή: ‘(ενν. οι άνθρωποι) αρνιόνταν για αρκετό καιρό να πιστέψουν... Όταν πια το παραδέχτηκαν, έστρεψαν όλον τους τον θυμό εναντίον των ρητόρων που τους είχαν παρακινήσει να κάνουν την εκστρατεία - σαν να μην είχαν οι ίδιοι ψηφίσει να γίνει’ (8.1.1). Γενικά, συνεπώς και οι δύο ομιλητές παραδέχονται το γεγονός ότι στην πολιτική πραγματικότητα, ιδίως υπό την πίεση του πολέμου, το ιδανικό το οποίο περιέγραψε ο Περικλής δεν ισχύει.
 
Ο Κλέων, που ηττάται στην πολιτική αυτή μάχη, επικρατεί στην επόμενη με αρνητικά αποτελέσματα. Οι συζητήσεις για την εκστρατεία στην Πύλο και την πρόταση της Σπάρτης για ειρήνη το 425/4 αποκαλύπτουν ακόμη περισσότερο τις αδυναμίες της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Αντιμέτωποι με την επιλογή μεταξύ μετριοπάθειας με ειρήνη (4.17-20) και πλεονεξίας με περισσότερο πόλεμο, οι Αθηναίοι, πιστοί στον εθνικό χαρακτήρα τους, υιοθετούν την φιλοπόλεμη πολιτική του Κλέωνα (4.21-22), ακόμη μάλιστα περισσότερο μετά την απρόσμενη επιτυχία του (4.41.3-4).
 
Επιπλέον η συνέλευση λαμβάνει μια σημαντική στρατηγική απόφαση σε κατάσταση συναισθηματικής έξαψης και δίχως καμιά λογική συζήτηση, εμπιστευόμενη την ηγεσία μιας σημαντικής εκστρατείας σε έναν άνδρα χωρίς στρατιωτικά διαπιστευτήρια. Ο Κλέων προκαλεί αντιπαράθεση με τον Νικία με αβάσιμες προσωπικές επιθέσεις και με αλαζονικό κομπασμό για την ικανότητά του να φέρει σε πέρας την εκστρατεία (4.27.3-5). Υποστηριζόμενος από διάφορες φωνές στη συνέλευση, ο Νικίας τον προκαλεί να κάνει πράξη τα λόγια του (4.28.1). Όταν ο Κλέων προσπαθεί να υπαναχωρήσει, ο Νικίας του προσφέρει τη στρατηγία που είχε ανατεθεί στον ίδιο. ‘Και τότε, όπως συνηθίζει να κάνει ο όχλος, όσο προσπαθούσε ο Κλέων να αποφύγει την στρατηγία, ανακαλώντας τα όσα είχε πει, τόσο παρακινούσαν τον Νικία να του παραδώσει το αξίωμά του και φώναζαν του Κλέωνα να φύγει στην εκστρατεία. Έτσι, μη έχοντας τρόπο να ξεφύγει από τα όσα ο ίδιος είχε πει, δέχτηκε να φύγει’ (4.28.3-4). Αυτήν τη φορά τα πράγματα εξελίσσονται, αίσια, αλλά το 415 οι. Αθηναίοι λαμβάνουν μια άλλη σημαντική απόφαση σε παρόμοια κατάσταση έντονων συναισθημάτων και ενθουσιασμού, και αυτή η απόφαση θα οδηγήσει στην καταστροφή.
 
Οι φιλοδοξίες των Αθηναίων για τη Σικελία έχουν προϊστορία. Μια πρώτη εκστρατεία, η οποία επιχειρήθηκε το 427-24 με αστείες προφάσεις, είχε ως στόχο να θέσει υπό έλεγχο το νησί (3.86, 1115). Αντιμέτωποι με την εξωτερική αυτή παρέμβαση, οι Έλληνες της Σικελίας διευθέτησαν απρόσμενα τις δια­φορές τους (4.58-65). Μην έχοντας λόγους για περαιτέρω παρεμβάσεις, ο Αθηναϊκός στόλος επέστρεψε. Παρ’ όλα αυτά, οι στρατηγοί τιμωρήθηκαν, επειδή δήθεν ‘αυτοί με την κατηγορία ότι, ενώ μπορούσαν να υποτάξουν την Σικελία, δωροδοκήθηκαν κ’ έφυγαν’ (4.65.3). Με εκφράσεις οι οποίες μας κάνουν να θυμηθούμε την περιγραφή του Αθηναϊκού χαρακτήρα, ο Θουκυδίδης σχολιάζει:
 
Ήταν τόση η πεποίθησή τους ότι κάθε επιχείρησή τους θα πετύχαινε, ώστε δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν καμιά αποτυχία. Είχαν την αξίωση να έχουν παντού επιτυχίες και στα όσα ήταν δυνατά και στα εξαιρετικά δύσκολα εγχειρήματα, ανεξάρτητα από το αν είχαν κάνει τις ετοιμασίες τους όπως έπρεπε ή όχι. Η αιτία ήταν οι πολλές κι απροσδόκητες επιτυχίες τους που τους είχαν δημιουργήσει μεγάλες ελπίδες. (4.65.4)
 
Την άνοιξη του 415 οι Αθηναίοι αποφάσισαν να στείλουν μια μεγάλη εκστρατευτική δύναμη στη Σικελία. Στόχος της ήταν να υποστηρίξει τους συμμάχους της Αθήνας εναντίον των εχθρών τους και να προωθήσει εν γένει τα Αθηναϊκά συμφέροντα (6.8.2). Κατά τη γνώμη του Θουκυδίδη πραγματικός σκοπός ήταν η κατάχτηση του νησιού (6.6.1, 6.8.4), οι Αθηναίοι όμως ενεργούσαν χωρίς ακριβή γνώση της Σικελίας και του μεγέθους του εγχειρήματος τους (6.1.1, 6.6.1), ενώ είχαν ελλιπείς πληροφορίες για τους πόρους των συμμάχων τους (6.8.2).
 
Μια πρώτη συνέλευση ψηφίζει υπέρ της εκστρατείας και ορίζει τρεις στρατηγούς, μεταξύ των οποίων τον Νικία και τον Αλκιβιάδη. Μια δεύτερη συνέλευση, η οποία συγκαλείται για να προσδιορίσει τα απαραίτητα στρατιωτικά μέσα, ακούει την έκκληση του Νικία να ξανασκεφθούν την απόφαση, την έκκληση του Αλκιβιάδη να την επικυρώσουν και την τελευταία προσπάθεια του Νικία, ο οποίος επιχειρεί να ακυρώσει την απόφαση, ζητώντας πολύ περισσότερα μέσα. Ο Νικίας αναφέρεται κατά λέξη στον συλλογικό χαρακτήρα των Αθηναίων (τρόποι): ‘Ξέρω καλά ότι με την ιδιοσυγκρασία σας τα λόγια μου δεν θα είχαν κανένα αποτέλεσμα αν σας προέτρεπα να φροντίσετε να διατηρήσετε τα όσα έχετε και να μην ριψοκινδυνεύσετε τα έτοιμα για αβέβαια και μελλοντικά πράγματα’ (6.9.3). Παρ’ όλα αυτά ο Νικίας υπογραμμίζει τις δυσκολίες που θα συναντήσει η εκστρατεία, προκειμένου να αποφευχθεί ιιια βεβιασμένη απόφαση και η συνέλευση να αναγκαστεί να ξανασκεφθεί την όλη κατάσταση προσεκτικά, θέτοντας υπό έλεγχο τα συναισθήματα. Η ἀπραγμοσύνη είναι καλύτερη σε αυτήν την περίπτωση από την πολυπραγμοσύνην, η πρόνοια προτιμότερη από τον ενθουσιασμό, την ἐπιθυμίαν και την πλεονεξίαν. Χαρακτηριστικά, κάνει έκκληση στους πρεσβύτερους πολίτες ‘όσοι τυχαίνει να κάθονται κοντά σε κανέναν απ’ αυτούς, να μη νομίσουν ότι θα είναι ντροπή γι’ αυτούς ή ότι θα φανούν δειλοί αν ψηφίσουν εναντίον του πολέμου. Και τους παρακαλώ να μην κυριευτούν από επικίνδυνο πόθο για μακρινούς σκοπούς’ (6.13.1). Και όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει:
 
Τόσα είπε ο Νικίας ο οποίος νόμιζε ότι, ζητώντας τόσα πολλά, ή θ’ απέτρεπε τους Αθηναίους από την εκστρατεία ή, αν αναγκαζόταν να εκστρατεύσει, θ’ αναλάμβανε το εγχείρημα έχοντας την μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Οι Αθηναίοι, όμως, δεν αποθαρρύνθηκαν με τις δυσκολίες της προετοιμασίας αλλά, αντίθετα, ο ενθουσιασμός τους μεγάλωσε και το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο από εκείνο που περίμενε ο Νικίας. Οι Αθηναίοι θεώρησαν ότι οι συμβουλές του ήταν σωστές και ότι η εκστρατεία θα είχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Όλους τους έπιασε μεγάλη επιθυμία να φύγουν στην εκστρατεία. Τους πιο ηλικιωμένους επειδή νόμιζαν ότι θα κατακτήσουν την Σικελία ή ότι τουλάχιστον δεν διατρέχαν κίνδυνο με τόσο μεγάλες δυνάμεις. Τους νεώτερους επειδή είχαν την επιθυμία να δουν τον μακρινό αυτόν τόπο και να τον γνωρίσουν, αλλά κ’ επειδή ήσαν βέβαιοι ότι θα γυρίσουν. Το πλήθος οι στρατιώτες επειδή θα έπαιρναν μισθούς αμέσως κ’ επειδή με την επέκταση της κυριαρχίας θα εξασφάλιζαν για πάντα την μισοφόρια. Έτσι, εξαιτίας του γενικού ενθουσιασμού, ακόμα κ’ εκείνοι που διαφωνούσαν σώπαιναν, από φόβο μήπως, καταψηφίζοντας, θεωρηθούν κακοί πατριώτες (6.24).
 
Έτσι ο ἔρως και η πλεονεξία υπερισχύουν: οι Αθηναίοι ενεργούν σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους, ιδιαιτέρως όταν ο Αλκιβιάδης τους προτρέπει προς αυτήν την κατεύθυνση, εκμεταλλευόμενος ακριβώς αυτές τις γνωστές τους τάσεις:
 
Δεν μπορούμε να καθορίζουμε αυστηρά, σαν να ήταν διαχείριση, τα όρια της ηγεμονίας μας, αλλά είμαστε αναγκασμένοι, αφού βρισκόμαστε σ’ αυτήν την θέση, ν’ απειλούμε μερικούς ή να μην υποχωρούμε απέναντι άλλων, αφού ο κίνδυνος για μας είναι να υπαχθούμε υπό την ηγεμονία άλλων, αν δεν την ασκούμε εμείς στους άλλους. Δεν σας επιτρέπεται, εσάς, να έχετε την ίδια αντίληψη περί ησυχίας που έχουν άλλοι λαοί, αν οι επιδιώξεις σας δεν είναι όμοιες με τις δικές τους (6.18.3).
 
Η προδιάθεση του χαρακτήρα όπως και η πολιτική αναγκαιότητα ωθούν έτσι τους Αθηναίους σε ένα περαιτέρω επεκτατικό βήμα. Ούτε οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι ούτε τα υπέρογκα στρατιωτικά μέσα που είναι αναγκαία για να αντιμετωπισθούν αυτοί οι κίνδυνοι και που προσδιόρισε επακριβώς ο Νικίας (6.19.20- 23) δεν είναι σε θέση να αποθαρρύνουν και να σταματήσουν τον ενθουσιασμό και το πάθος τους (6.24-26).
 
Αυτοί οι ίδιοι οι Αθηναίοι επίσης αντιδρούν συναισθηματικά σε θρησκευτικά σκάνδαλα, για τα οποία υπεύθυνοι είναι προφανώς νέοι αριστοκράτες και τα οποία ερμηνεύονται ως ‘κακό σημάδι για την εκστρατεία και θεωρούνται ότι ‘ήταν εκδήλωση συνωμοσίας για να γίνει επανάσταση και ν’ ανατραπεί η δημοκρατία’ (6.27.3, 6.28.2). Η όλη υπόθεση διογκώνεται πέραν κάθε μέτρου με πολιτικές αντιπαλότητες και δυσπιστία προς τον Αλκιβιάδη (6.28.2) και - σύμφωνα με τον Θουκυδίδη - με κακούς χειρισμούς μέσα σε μια ατμόσφαιρα γενικευμένης καχυποψίας και κυνηγιού μαγισσών, που στρέφεται εναντίον αριστοκρατικών κύκλων (6.53, 6.60).[31]
 
Οι ηγέτες: Με τον Περικλή ο Θουκυδίδης μας προσφέρει το πορτρέτο του ιδα­νικού δημοκρατικού πολιτικού. Είναι ικανότατος και στα λόγια και στην πράξη (1.139.4) και θυμίζει το ηρωικό ιδανικό: μύθων τε ρητῆρ’ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων (I 443). Η παραδοσιακή Ελληνική έννοια της ηγεσίας συνέδεε την πολι­τική με τη στρατιωτική ικανότητα- ο Κλέων είναι ένας από τους πρώτους πολιτικούς οι οποίοι ήταν, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, μόνο ρήτορες.[32] Ο Θουκυδίδης περιγράφει περιληπτικά την ηγεσία του Περικλή ως εξής:
 
Όσο είχε κυβερνήσει την πολιτεία σε καιρό ειρήνης, είχε δείξει μεγάλη σωφροσύνη και είχε διαφυλάξει την ασφάλεια της πολιτείας, η οποία υπό την ηγεσία του είχε γίνει πολύ ισχυρή... Αυτό εξηγείται επειδή ο Περικλής είχε μεγάλο κύρος και μεγάλες ικανότητες και αποδείχτηκε φανερότατα ανώτερος χρημάτων. Ήταν, γι’ αυτό, σε θέση να συγκρατεί τον λαό χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Δεν παρασυρόταν από τον λαό, αλλά εκείνος τον καθοδηγούσε. Δεν προσπαθούσε ν’ αποκτήσει επιρροή με παράνομα μέσα και δεν κολάκευε το πλήθος με ρητορείες, και είχε τόσο μεγάλο κύρος, ώστε μπορούσε να τους εναντιωθεί και να προκαλέσει την οργή τους. Όταν καταλάβαινε ότι οι συμπολίτες του, από υπεροψία, γίνονταν υπερβολικά τολμηροί, ενώ δεν το επιτρέπαν οι περιστάσεις, τους συγκρατούσε φοβίζοντάς τους με τα λόγια του κι όταν τους έβλεπε φοβισμένους χωρίς λόγο τους έδινε θάρρος. (2.65-5, 8-9)
 
Το ύφος του Θουκυδίδη είναι πυκνό και περίπλοκο, και το πορτρέτο του Περικλή ασφαλώς εξιδανικευμένο.[33] Ωστόσο, αυτό το χωρίο περιέχει τον κατάλογο των ικανοτήτων που έπρεπε κατά τη γνώμη του να διαθέτει ένας δημοκρατικός ηγέτης: σύνεση, ευφυΐα, προγνωστική ικανότητα και βαθειά γνώση, προσωπική διάκριση και χάρισμα, απόλυτη ακεραιότητα, αυστηρότητα στις σχέσεις του με τον δήμο, έλλειψη υπέρμετρης φιλοδοξίας και κατ’ αυτόν τον τρόπον ανεξαρτησία, η οποία τον καθιστά ικανό να αντιτεθεί στα πάθη του πλήθους, το θάρρος να προκαλεί ακόμη και θυμό, περιφρόνηση της κολακείας και την ικανότητα να εξισορροπεί τα ακραία συναισθήματα του όχλου. Ο Νικίας του Θουκυδίδη δείχνει μερικές από αυτές τις ικανότητες, αλλά του λείπει το χάρισμα του Περικλή και η ρητορική του ικανότητα - και τα δύο βρίσκονται σε αφθονία στον αντίπαλό του, τον Αλκιβιάδη, του οποίου αντιθέτως του λείπουν η ακεραιότητα και η σύνεση. Η επιτυχία του Περικλή βασίζεται ακριβώς στη σοφία και το χάρισμα που διαθέτει, ενώ η λανθασμένη απόφαση για τη Σικελική εκστρατεία οφείλεται στη σύγκρουση δύο ηγετών από τους οποίους ο καθένας διαθέτει μόνο τις μισές ικανότητες - και σε τέτοιες συγκρούσεις κατά κανόνα το χάρισμα επικρατεί της σοφίας.
 
Ο Περικλής ηγείται μιας κατ’ όνομα δημοκρατίας, αλλά ουσιαστικά ηγείται των Αθηναίων ως ο ‘πρώτος άνδρας’ (2.65.9). Ο Θουκυδίδης αποδίδει τις Αθηναϊκές αποτυχίες στον πόλεμο αποκλειστικά στα κίνητρα και την πολιτική των διαδόχων του Περικλή. Παραβιάζουν την προσεκτική του στρατηγική, η οποία βασίζεται στη σύνεση και την πειθαρχία, σπαταλούν τους πόρους της πόλης και φέρονται με κίνητρο τις προσωπικές φιλοδοξίες και την πλεονεξία, ενώ επιδιώκουν την προσωπική τιμή και πλεονεκτήματα και όχι το κοινό καλό, παρασύροντας ολόκληρη την κοινότητα στην αποτυχία τους (2.65.7). Τα ίδια κίνητρα (τιμή, οφέλη, αλλά και φόβος) κρύβονται πίσω από τη συλλογική ιμπεριαλιστική πολιτική των Αθηναίων (1.75.3,1.76.2)· ό, τι όμως επιτυγχάνει η πόλη ως σύνολο ενισχύει την ενότητά της, ενώ η αναζήτηση των ίδιων στόχων από μεμονωμένα άτομα τη διχάζει. Ο Θουκυδίδης βλέπει εδώ το κύριο πρόβλημα: Όι διάδοχοί του (ενν. του Περικλή) ήταν ίσης αξίας μεταξύ τους κι ο καθένας τους, έχοντας την φιλοδοξία να επικρατήσει εκείνος, κολάκευε το πλήθος στο οποίο έτσι παραδόθηκε η πρωτοβουλία για τις δημόσιες υποθέσεις’ (2.65.10). Σε μια ιμπεριαλιστική πόλη αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε πολιτικά λάθη, μεταξύ των οποίων το χειρότερο ήταν η Σικελική Εκστρατεία (2.65.11). Προσπαθώντας να βλάψει ο ένας τον άλλον στη διαμάχη για πολιτική κυριαρχία, οι πολιτικοί αποτυγχάνουν να υποστηρίξουν ενωμένοι την εκστρατεία αυτή (2.65.11). Ωστόσο, παρ’ όλα τα λάθη τους, οι Αθηναίοι είχαν τη δυνατότητα να επικρατήσουν στον πόλεμο. ‘Και δεν νικήθηκαν παρά μόνο όταν εξαντλήθηκαν απ’ τον εσωτερικό σπαραγμό’ (2.65-12).
 
Σε μια προσπάθεια να επικεντρωθεί στα βασικά στοιχεία της αθηναϊκής πολιτικής ο Θουκυδίδης προφανώς υπερβάλλει. Ωστόσο, θεμελιώνει την άποψή του προσεκτικά με την πρόοδο του πολέμου, ο οποίος καθιστά αναγκαία τη λήψη σοβαρών αποφάσεων. Στο πλαίσιο της συζήτησης για τη Μυτιλήνη εστιάζει στις επιπτώσεις που έχουν οι συνήθειες του δήμου στους δημοκρατικούς ηγέτες. Ενώπιον ενός δήμου ο οποίος ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ρητορική δεινότητα παρά για την πολιτική ουσία και πέφτει εύκολα θύμα εξαπάτησης, οι πολιτικοί, στον ανηλεή ανταγωνισμό τους, σκορπίζουν κατηγορίες για δωροδοκία, προωθούν μεγαλεπήβολα σχέδια, κολακεύουν τον κόσμο, μιλούν αντίθετα προς τις πεποιθήσεις τους και υποστηρίζουν ό,τι χρειάζεται για να επικρατήσουν (3-37-38, 3.42-43).
 
Η πρώτη περίπτωση στην οποία αυτές οι προϋποθέσεις καταλήγουν στη λήψη μιας εσφαλμένης πολιτικής απόφασης αφορά την εκστρατεία της Πύλου. Η θαρραλέα στρατηγική ενός Αθηναίου στρατηγού εγκλώβισε μια ισχυρή εχθρική δύναμη και εξανάγκασε με αυτόν τον τρόπο τη Σπάρτη να αρχίσει ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις (4.1-16). Η Σπάρτη προσφέρει ‘ειρήνη, συμμαχία, φιλικές και σχέσεις καλής γειτονίας’ ως αντάλλαγμα για τους εγκλωβισμένους οπλίτες της (4.19.1). Η στρατηγική του Περικλή είχε ως σκοπό να πείσει την Σπάρτη για τη ματαιότητα του πολέμου.[34] Στο σχέδιό του η ειρήνη με διατήρηση του status quo ante ισοδυναμούσε με νίκη των Αθηναίων. Ο Κλέων εκφράζει τη διαφωνία του. Έχει το θάρρος να αντιταχθεί στον δήμο και να τον επιπλήξει (3-37), αλλά εδώ υποστηρίζει την πλεονεξία των Αθηναίων, την αλαζονεία και την υπερβολική αυτοπεποίθησή τους, κάνοντάς τους να πιστέψουν ότι, έχοντας στη διάθεσή τους αιχμαλώτους, είναι σε θέση να συνομολογήσουν την ειρήνη, όποτε θέλουν αυτοί (4.21.2). Η επίμονη επιχειρηματολογία του οδηγεί στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, διότι οι Σπαρτιάτες είναι βέβαιοι ότι δεν θα μπορέσουν ‘να πείσουν τους Αθηναίους να δεχτούν όρους επιεικείς’ (4.22).
 
Σε ένα κωμικό επεισόδιο ο Κλέων, φοβούμενος ότι θα χάσει τη δημοτικότητά του εξαιτίας του ρόλου του στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και αναγκάζεται τελικά να τεθεί ο ίδιος επικεφαλής στην επιχείρηση της Πύλου. Παρά κάθε λογική πρόβλεψη φέρει σε αίσιο πέρας την εκστρατεία, επιστρέφει στην Αθήνα θριαμβευτής και αποκτά μεγαλύτερη επιρροή (4.29-39). Το αποτέλεσμα είναι ότι οι Αθηναίοι πλέον, καθώς ‘ήθελαν να επεκτείνουν τα πλεονεκτήματά τους όσο το δυνατόν περισσότερο’, απορρίπτουν κατ’ επανάληψη τις ειρηνευτικές προτάσεις των Σπαρτιατών (4.41.3-4). Η ειρήνη θα καταστεί ουσιαστικά δυνατή μόνο μετά τον θάνατο του Κλέωνα. Η Αθήνα θα επιβιώσει τα πρώτα δέκα έτη του πολέμου εξουθενωμένη, αλλά χωρίς ουσιαστικές απώλειες. Στο τελευταίο μέρος του πολέμου, το οποίο δεν εξιστορείται από τον Θουκυδίδη, η εγωιστική αδιαλλαξία ενός άλλου πολεμοκάπηλου δημαγωγού, του Κλεοφώντα, θα διασπαθίσει περισσότερες ευκαιρίες για ειρήνη και θα οδηγήσει στην ήττα και στη σχεδόν πλήρη καταστροφή των Αθηνών.
 
Η συζήτηση για τη Σικελική Εκστρατεία φέρνει αντιμέτωπους δύο ηγέτες με ριζικά διαφορετικό ύφος. Ο ένας είναι ο Νικίας, ο αντίπαλος του Κλέωνα, ο αρχιτέκτονας της ειρήνης του 421, ένας συνετός πολιτικός. Επελέγη παρά την επιθυμία του να ηγηθεί της εκστρατείας, την οποία θεωρεί σοβαρό σφάλμα (6.8.4). Όπως και ο Περικλής, ο Νικίας δεν επιδιώκει την εξουσία με κάθε αντίτιμο και τολμά να αντιπαρατεθεί στην κοινή γνώμη: ‘Και στο παρελθόν ποτέ οι τιμές τις οποίες μου έκαναν δεν μ’ εμπόδισαν να μιλήσω κατά τις πεποιθήσεις μου, και ούτε τώρα θα πω τίποτε άλλο από εκείνο που πιστεύω ότι είναι καλύτερο’ (6.9.2). Η συμβουλή του (6.10-11) ακολουθεί τη συντηρητική πολεμική στρατηγική του Περικλή. Προειδοποιεί τη συνέλευση να μη βιαστεί να υιοθετήσει τα εγωιστικά σχέδια υπερφιλόδοξων και θερμόαιμων νεαρών (12.2) και κάνει έκκληση προς τους πρεσβύτερους να σκεφθούν λογικά και να προστατεύουν την πόλη από σοβαρούς κινδύνους (13.1-14).
 
Ο αντίπαλός του, ο Αλκιβιάδης, νέος, γοητευτικός και λαμπρός έχει ως κίνητρο την επιθυμία όχι μόνο να νικήσει τον αντίπαλό του, τον Νικία, και να αποκρούσει τις επιθέσεις εναντίον του προσώπου του, αλλά να κερδίσει πλούτο και τιμές κατακτώντας τη Σικελία και τη Καρχηδόνα (6.90.2-3), ώστε να τροφοδοτήσει με αυτόν τον τρόπον τις σπατάλες και να ικανοποιήσει τα πάθη του. Παρόλο που είναι ιδιαιτέρως ταλαντούχος και έχει μια επιτυχημένη δημόσια σταδιοδρομία, η προσωπικότητά του, η υπέρμετρη φιλοδοξία και ο επιδεικτικός τρόπος ζωής του δημιουργούν εντάσεις οι οποίες κατά την άποψη του Θουκυδίδη συμβάλλουν αποφασιστικά στην ήττα των Αθηναίων. ‘Γιατί το πλήθος του λαού φοβήθηκε την περιφρόνηση που έδειχνε για τους νόμους στην ιδιωτική του ζωή, καθώς και την παρατολμία που έδειχνε σε όποια επιχείρηση αναλάμβανε. Νόμισαν ότι επιδίωξή του ήταν να γίνει τύραννος και έγιναν εχθροί του’ (6.15). Σε έντονη αντίθεση προς τον Περικλή και τις τελευταίες τάσεις των δημαγωγών,[35] ο Αλκιβιάδης προσπαθεί να συνδυάσει την αριστοκρατική επίδειξη (6.16) με τη δημοκρατική ηγεσία και έτσι γίνεται διχαστικός και ευάλωτος. Η υποτιθεμένη ανάμειξή του σε θρησκευτικά σκάνδαλα που προκάλεσαν υποψίες για ολιγαρχική συνομωσία (6.27-28, 6.53, 6.60) προσφέρει στους εχθρούς του μια ευκαιρία· πολύ σύντομα κατορθώνουν να τον ανακαλέσουν από τη Σικελία και έτσι τον υποχρεώνουν να αυτομολήσει στους Σπαρτιάτες (6.29, 6.53,6.61).
 
Ερχόμενος σε αντίθεση με την ψύχραιμη εκτίμηση των εχθρικών δυνάμεων και την έκκληση για σύνεση στις οποίες προβαίνει ο Νικίας, ο Αλκιβιάδης υποβαθμίζει τους κατοίκους της Σικελίας και την πολεμική τους ικανότητα. Αγνοώντας την εμπειρία μιας προηγουμένης εκστρατείας, τους παρουσιάζει διηρημένους και ανίκανους να ενωθούν για να υπηρετήσουν έναν κοινό σκοπό. Με επιφανειακά επιχειρήματα απορρίπτει τις προειδοποιήσεις για τους κινδύνους στο εσωτερικό μέτωπο (6.17). Περισσότερο από όλα εκμεταλλεύεται όλες τις πλευρές του χαρακτήρα των Αθηναίων. Το αποτέλεσμα: ‘οι Αθηναίοι ... είχαν τώρα πολύ περισσότερο ενθουσιασμό για την εκστρατεία παρά πριν’, ενώ ο Νικίας αποτυγχάνει ακόμη και στην τελευταία του προσπάθεια να τους αποτρέψει.
 
Συμπέρασμα: Η ανάλυση του Θουκυδίδη είναι συνεπής. Ο συλλογικός χαρακτήρας των Αθηναίων, όπως σκιαγραφείται από τον εχθρό (1.70), κυριαρχεί με όλο και πιο επιζήμιο τρόπο, όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος και όσο περισσότερο επεκτείνεται. Η εξιδανικευμένη εικόνα της κοινότητας των Αθηναίων πολιτών στον Επιτάφιο του Περικλή υπονομεύεται από τις συνέπειες του λοιμού· με τον τρόπο αυτόν αποκαλύπτεται ως αυταπάτη ή ιδεολογικό κατασκεύασμα. Τείνοντας προς την πολυπραγμοσύνη και την πλεονεξία, οι Αθηναίοι επηρεάζονται εύκολα από φιλόδοξους δημαγωγούς, οι οποίοι συναγωνίζονται μεταξύ τους για τα πρωτεία. Σε αυτήν την ατμόσφαιρα, η λογική, η μετριοπάθεια και η σύνεση γίνονται θύματα των συναισθημάτων, των παράλογων αποφάσεων και της μαζικής υστερίας. Ο δήμος είναι ευμετάβλητος και επιρρεπής σε υπεραντίδραση στις επιτυχίες, τις αποτυχίες και τις απειλές, είτε πραγματικές είτε υποτιθέμενες, παρακολουθεί τους ανταγωνισμούς βυθισμένος σε μια έκσταση, αντιδρώντας σε αυτούς με ενθουσιασμό όπως ένας διαιτητής σε έναν αγώνα του πνεύματος και όχι ως το σώμα που κυβερνά μια άρχουσα πόλη. Εγκαταλείποντας την ευθύνη για τις αποφάσεις στους ηγέτες του ο δήμος αποδεικνύεται τελικά - όχι μόνον, όπως ισχυρίζεται ο Κλέων - ανίκανος να διοικεί μια αυτοκρατορία ακολουθώντας σταθερή πολιτική, αλλά ανίκανος να διοικεί εν γένει (πρβλ. Ευρ. Ικέτ. 417-8, Ηρόδ. 3-81.2).
 
Ο ίδιος ο Περικλής, ο ιδανικός πολιτικός, φαίνεται να αποτελεί μια σπάνια εξαίρεση. Κανείς από τους διαδόχους του δεν διαθέτει τον συνδυασμό των ηγετικών ικανοτήτων οι οποίες του εξασφάλισαν τη μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία. Αυτοί οι οποίοι ακολουθούν το παράδειγμά του ίσως γνωρίζουν προς στιγμή τη νίκη (π.χ. ο Διόδοτος), αλλά, μη διαθέτοντας το χάρισμά του και την δύναμη πειθούς του (παράδειγμα αποτελεί ο Νικίας), χάνουν από δημαγωγούς με ισχυρές προσωπικότητες (όπως είναι ο Κλέων) ή που γοητεύουν τις μάζες (όπως ο Αλκιβιάδης) και οι οποίοι εφαρμόζουν ιμπεριαλιστικά σχέδια προς το συμφέρον τους. Ακόμη και εάν είναι υπερβολική, η συνοπτική εκτίμηση του Θουκυδίδη (2.65) επιβεβαιώνεται πλήρως από τα μεταγενέστερα γεγονότα.
 
Αυτή η εκτίμηση οδηγεί στο εξής παράδοξο συμπέρασμα (65.9): η δημοκρατία λειτουργεί καλά μόνον όταν είναι κατ’ όνομα (λόγω), δηλαδή όταν ο δήμος ουσιαστικά (εργω) παραδίδει την αρχήν σε έναν δυναμικό ηγέτη, τον πρώτον άνδρα. Αυτό το συμπέρασμα βασίζεται στην κατανόηση εκ μέρους του ιστορικού μιας θεμελιώδους αντίφασης: η δημοκρατία χρειάζεται ισχυρή ηγε­σία για να ακολουθήσει μια υγιή και συνεπή πολιτική και να κρατήσει τον όχλο υπό έλεγχο, αλλά επειδή έχει εμμονή με την ισότητα, δεν αποδέχεται εύκολα μια ισχυρή ηγεσία. Ο Περικλής κατορθώνει να άρει αυτήν την αντίφαση (όπως μαθαίνουμε από τις πηγές οι οποίες στρέφουν την προσοχή τους σε πλευρές που παραλείπει ο Θουκυδίδης), διότι αποφεύγει την επίδειξη, κρατά χαμηλούς τόνους, και, παρ’ όλη την εξουσία που διαθέτει, ενεργεί ως ίσος προς ίσον (Πλούταρχος, Περ. 7).[36] Ο Αλκιβιάδης, παρόλο που διαθέτει το χάρισμα και την ίδια σπάνια ικανότητα να ελέγχει το πλήθος (8.86.5), αποτυγχάνει σε αυτήν την πρόκληση, ακριβώς επειδή αγαπά την επίδειξη, κρατά υψηλούς τόνους και - όπως πολλοί νέοι αριστοκράτες της εποχής εκείνης[37] - ουσιαστικά αρνεί- ται να αποδεχθεί τη δημοκρατική ισότητα (6.15-16).
 
Κριτική και αντίθεση
 
Ας επαναλάβουμε: η εικόνα που προσφέρει ο Θουκυδίδης τονίζει προφανώς υπερβολικά και τα θετικά και τα αρνητικά σημεία. Τη συμμερίζονταν όμως οι σύγχρονοί του, των οποίων τις φωνές ακούμε ακόμη.[38] Δεν θα αναφέρω παρά μόνο μερικά παραδείγματα. Τις Ιστορίες του ο Ηρόδοτος τις τελειώνει πριν υλοποιηθεί πλήρως η δημοκρατία. Παρ’ όλα αυτά ο χαρακτηρισμός του Αθηναϊκού δήμου ακολουθεί ένα συνεπές σχήμα. Μολονότι έχουν τη φήμη ότι είναι οι ευφυέστεροι μεταξύ των Ελλήνων (1.60.3) και είναι πραγματικά αρκετά ευφυείς ώστε να αποδεχθούν την ερμηνεία του Θεμιστοκλή σχετικά με τον χρησμό για τα ξύλινα τείχη (7.141-143), εξαπατώνται δύο φορές από τα τεχνάσματα του Πεισίστρατου (1.59.4-1.60). Ο Αρισταγόρας ο Μιλήσιος, δίνοντας διάφορες υποσχέσεις, κατορθώνει ευκολότερα να πείσει 30.000 Αθηναίους από έναν Σπαρτιάτη και να τους κάνει να αναλάβουν μια εκστρατεία με αμφίβολες προοπτικές (5.97). Μολονότι τηρούν την αρχή της ἰσηγορίας (5.78), οι Αθηναίοι λιθοβολούν μέχρι θανάτου έναν διαφωνούντα (9.4-5). Στους Ιππείς ο Αριστοφάνης παρωδεί ανελέητα τον αδίστακτο ανταγωνισμό των δημαγωγών για την εύνοια του δήμου. Μολονότι τελικά αποκαλύπτεται ότι ο δήμος χρησιμοποιεί τους δημαγωγούς προς το συμφέρον του, αυτό είναι αναγκαίο για να αποκαταστήσει την ισορροπία σε μια αρνητική εικόνα μεγάλης αφέλειας, προσθέτει όμως άλλα αρνητικά χαρακτηριστικά: εγωκεντρική σπατάλη, πλεονεξία και ασυγκράτητη εκμετάλλευση των άλλων. Άλλα έργα (ιδίως οι Σφήκες και η Λυσιστράτη) προσφέρουν επίσης μια συντριπτική κριτική κατά των δημαγωγών και του δήμου. Ο Ευριπίδης εισάγει παρόμοιες ιστορίες σε διάφορα έργα του, βάζοντας τα πρόσωπα των τραγωδιών του να μιλούν και να επι­κρατούν στη συνέλευση (Ορ. 884-945) ή καταδικάζοντας τους άβουλους δημαγωγούς, οι οποίοι θωπεύουν τις ιδιοτροπίες των μαζών (Εκ. 130-33, 254-57).
 
Στις συζητήσεις περί πολιτεύματος που απαντούν στον Ηρόδοτο (3.80-82) και τον Ευριπίδη (Ικέτ. 403-41) και που αντανακλούν τις έντονες συζητήσεις της εποχής τους για τα υπέρ και τα κατά της δημοκρατίας,[39] οι υποστηρικτές της δημοκρατίας επιμένουν σε θεσμικές εγγυήσεις και αξίες (ελευθερία και ισότητα), αλλά αποτυγχάνουν να αποκρούσουν τις επιθέσεις για την έλλειψη προσωπικών ικανοτήτων εκ μέρους των μέσων πολιτών.
 
Δεν υπάρχει τίποτε πιο ασύνετο και πιο αλαζονικό από ένα απαίδευτο πλήθος. Είναι αδύνατον να υποστηριχθεί ότι για ν’ αποφύγουμε την αλαζονεία ενός τυράννου πρέπει να πέσουμε στην αχαλίνωτη αλαζονεία του πλήθους. Ο τύραννος ό, τι κάνει το κάνει ενσυνείδητα, ενώ το πλήθος ούτε αυτό δεν κάνει. Πώς θα το μπορούσε, αφού δεν έμαθε τίποτε ποτέ του, ούτε ξέρει τίποτε το σωστό απ’ τον ίδιο τον εαυτό του και όταν αναμιχθεί στα πράγματα, σπρώχνει ασυλλόγιστα σαν πλημμυρισμένος χείμαρρος (Ηρόδ. 3.81.1-2· πρβλ. Ευρ. Ικέτ. 410-25).
 
Εξηγώντας γιατί η δημοκρατία - κατά τη γνώμη του ένα απαίσιο πολιτικό σύστημα - είναι τόσο σταθερά εδραιωμένη στην Αθήνα, ώστε κάτω από τις παρούσες συνθήκες κανείς να μη μπορεί να ελπίζει πραγματικά ότι θα την ανατρέψει, ένας ανώνυμος λίβελλος κατά της δημοκρατίας, η ψευδοξενοφώντεια Αθηναίων Πολιτεία σκιαγραφεί μια γλαφυρή εικόνα. Μοναδικός σκοπός και νομιμοποίηση της δημοκρατίας είναι η διατήρηση της ελευθερίας, της εξουσίας και των υλικών συμφερόντων του δήμου - ακριβώς όπως και η ολιγαρχία αναγκαστικά υπηρετεί μόνο τα συμφέροντα της ελίτ και καταλήγει να υποδουλώσει τις κατώτερες τάξεις (Ψευδο-Ξενοφ. Αθ. 1.1-9, 3.11).[40] Στη δημοκρατία κυβερνούν οι φτωχοί, οι χυδαίοι, οι αμόρφωτοι και οι ανίκανοι, ενώ στην ολιγαρχία η εξουσία βρίσκεται στα χέρια των ἀγαθῶν, των μορφωμένων, των ικανών και εύπορων. Η δημοκρατία, η οποία συμβολίζει την κακονομίαν, αντιτίθεται αναπόφευκτα στην αριστοκρατική εὐνομίαν. Η συμμετοχή στη διακυβέρνηση (ο έλεγχος της εξουσίας) είναι για αυτόν τον λόγο μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της ελευθερίας του δήμου. Ωστόσο, βασιζόμενοι στην ποιοτική υπεροχή τους, η οποία τους δίνει την αποκλειστική δυνατότητα να κυβερνούν ‘καλά’, οι ολιγάρχες απαιτούν το αποκλειστικό δικαίωμα να κυβερνούν. Τελικά, η ζωή σε μια δημοκρατική πόλη είναι ασυμβίβαστη με την αριστοκρατική ιδεολογία. Για τον λόγο αυτόν η συμμετοχή σε μια δημοκρατική πόλη απαιτεί λεπτομερή δικαιολόγηση (αυτ. 2.20).
 
Αυτό ακριβώς κάνει και ο Αλκιβιάδης στον Θουκυδίδη μετά τη φυγή του στη Σπάρτη. Παρόλο που είναι προσκεκλημένος των Σπαρτιατών (6.88.9), είναι λογικό, δηλώνει, να τον υποπτεύονται (6.89.1-3). Μολονότι η δημοκρατία είναι ὁμολογουμένη ἄνοια (πρβλ. Ψευδο-Ξενοφ. Αθην. 1.9), υποστηρίζει ότι η ηγετική θέση της οικογένειας του στην Αθήνα οφείλεται στην αντίστασή της στην τυραννίδα (κάτι που είχαν κοινό με τη δημοκρατία), η κατάκτηση της εξουσίας στην Αθήνα δεν ήταν δυνατή εναντίον της δημοκρατίας, χρειάζονταν συνετοί ηγέτες για να συγκρατούν εκείνους οι οποίοι εξωθούσαν τις μάζες προς εσφαλμένες κατευθύνσεις, και η αλλαγή του πολιτεύματος είναι προφανώς αδύνατη κατά τη διάρκεια του πολέμου (6.89.4-6). Εμείς είμαστε ηγέτες όλου του λαού και θεωρούσαμε καθήκον μας να εργαζόμαστε για τη διατήρηση του πολιτεύματος που είχαμε κληρονομήσει και το οποίο είχε εξασφαλίσει στην πολιτεία μεγάλη δύναμη και απόλυτη ελευθερία’ (6.89.6).
 
Το ότι οδήγησε την Αθήνα στην επιτυχία ήταν ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα υπέρ της δημοκρατίας (Ηρόδ. 5-78) και ήταν δύσκολο να απορριφθεί, όσο η επιτυχία αυτή διαρκούσε. Οι αποτυχίες κατά την τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου αφαίρεσαν από τη δημοκρατία αυτή την καίρια πηγή νομιμοποίησής της και την έκαναν ευάλωτη. Ο ισχυρισμός της δημοκρατίας ότι είναι οικουμενική (τονίζεται ήδη στον Αισχύλο Ικέτ. 366-69,483- 85, 601, 609, 964) και ότι προσφέρει πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε όλους όσοι είναι ελεύθεροι και απόγονοι πολιτών (πράγμα το οποίο σημαίνει ότι δεν απαιτούσε περαιτέρω προσόντα για την ιδιότητα του πολίτη) παρέμεινε αμφισβητούμενη. Όπως οι αντίπαλοι της δημοκρατίας επιτίθενται κατά των αντιλήψεών της περί αριθμητικής ισότητας και βασικής ελευθερίας προβάλλοντας αυστηρότερες ιδέες (αναλογική ισότητα, ελευθερία που εξαρτάται από την κοινωνική θέση),[41] με τον ίδιο τρόπο και βασιζόμενοι σε παλιές κοινωνικές προκαταλήψεις[42] αμφισβητούσαν την ερμηνεία που έδινε η δημοκρατία στους όρους δήμος και δημοκρατία ως (εξουσία) όλου του λαού και την κατήγγειλαν ως (εξουσία) των χαμηλών τάξεων, του όχλου.
 
Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει έναν δημαγωγό από τις Συρακούσες, τον Αθηναγόρα, να επιβεβαιώνει μερικά από αυτά τα επιχειρήματα. Σε μια συζήτηση σχετικά με τον κίνδυνο μιας Αθηναϊκής επίθεσης (6.32.2-6.41) ο Αθηναγόρας κατηγορεί τους αντιπάλους του ότι προκαλούν πανικό με σκοπό να υπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα, να αποκτήσουν εξουσία και να εγκαθιδρύσουν ολιγαρχικό πολίτευμα (6.38.1-4). Αρνείται την κριτική των οπαδών της ολιγαρχίας κατά της δημοκρατίας, απευθυνόμενος στους νεωτέρους, τους υποκινητές αυτής της αντίθεσης (6.38.5). Θέλουν να αντικαταστήσουν τους δημοκρατικούς κανόνες για την ηλικία με περισσότερο εύκαμπτες διατάξεις που επιβραβεύουν την ικανότητα και τον δραστήριο χαρακτήρα των αρίστων και των ευπορότερων, ενώ αρνούνται να αποδεχθούν την καθολική ισότητα και την αόριστη δημοκρατική έννοια της ‘ομοιότητας’ (6.38.5, 6.39.2). ‘Θα πουν μερικοί ότι η δημοκρατία δεν είναι ούτε λογική ούτε δίκαιη και ότι οι πλούσιοι είναι οι αξιότεροι για ν’ ασκούν την εξουσία’ (6.39.1). Η οπτική γωνία των δημοκρατών είναι διαφορετική. Εκτός του ότι οι ολιγαρχικοί μοιράζονται τους κινδύνους, αλλά κρατούν όλο το όφελος για τον εαυτό τους (6.39.2),
 
Αλλά εγώ λέω, πρώτον, ότι ο όρος δημοκρατία περιλαμβάνει όλο τον λαό, ενώ ο όρος ολιγαρχία περιλαμβάνει ένα μέρος μόνο. Δεύτερον ότι οι πλούσιοι είναι, βέβαια, οι καλύτεροι για να διαχειρίζονται το χρήμα, αλλά οι συνετοί είναι οι καλύτεροι για να δίνουν συμβουλές και το πλήθος είναι το καλύτερο για να κρί­νει αφού διαφωτισθεί. Τα τρία αυτά στοιχεία έχουν, το καθένα χωριστά και όλα μαζί, ισοτιμία στο δημοκρατικό πολίτευμα (6.39.1)
 
Ο έπαινος των πολλών ως των άριστων κριτών για τις διάφορες προτάσεις και έτσι ως των πλέον ικανών να λάβουν αποφάσεις μας θυμίζει τη θεωρία της ‘αθροιστικής ικανότητας’, όπως την έχει εισηγηθεί ο Αριστοτέλης (Πολ. 128-340κ.ε.)[43] και την οποία ήδη υπαινίσσεται ο Ηρόδοτος [ἐν γάρ τῷ πολλῷ ἔνι τά πάντα, 3.80.6). Έτσι, μόνον η δημοκρατία αντιπροσωπεύει όλους τους πολίτες, χρησιμοποιεί όλα τους τα ταλέντα και τις ικανότητες (Θουκ. 2.37.2) και προστατεύει την ελευθερία, τα συμφέροντα και την ευμάρεια όλων. Ο Αθηναγόρας εδώ χρησιμοποιεί τη λέξη δήμος για να δηλώσει το σύνολο των πολιτών (6.39.1). Σε ένα άλλο χωρίο ο Θουκυδίδης αφήνει έναν Σπαρτιάτη στρατηγό να εκφράσει το δί­λημμα που δημιουργείται από αυτήν την κατάσταση για τους αντιπάλους της δημοκρατίας. Προσπαθώντας να πείσει τους συμμάχους των Αθηνών ότι αν συνταθούν με τη Σπάρτη αυτό δεν θα επηρεάσει το πολίτευμά τους, ισχυρίζεται: ‘Δεν ήρθα ν’ αναμιχθώ σε εσωτερικές διαμάχες και δεν πιστεύω ότι η ελευθερία που θα σας έφερνα θα ήταν πραγματική αν, παραμερίζοντας τους πατροπαράδοτους θεσμούς σας, υποδούλωνα τον λαό στους ολιγαρχικούς ή τους ολιγαρχικούς στον λαό’ (4.86.4). Όπως βεβαιώνει και ο Ψευδο-Ξενοφώντας (Αθην. 1.8-9), οι δημοκρατικές μάζες φοβούνται την ολιγαρχία, διότι τους υποτάσσει σε μια μειοψηφία. Οι ολιγαρχικοί αντίπαλοι της δημοκρατίας, παραδόξως, δεν υποδουλώνονται από την πλειοψηφία αλλά από όλους: η υπερισχύουσα θέληση της πλειοψηφίας έγινε δική τους, χωρίς να είναι δική τους. Θα ήταν δυνατόν να κυβερνήσουν, μόνον εάν είχαν εξαιρέσει τις μάζες από τη συμμετοχή στην πολιτική.
 
Έχοντας όλα αυτά στον νου μας, επιστρέφουμε στην εικόνα της ολιγαρ­χίας όπως την παρουσιάζει ο Θουκυδίδης.
 
Ολιγαρχία
 
Ως αποτέλεσμα της Σικελικής καταστροφής, των νέων πολεμικών επιχειρήσεων της Σπάρτης και της ανοικτής υποστήριξης της Περσίας προς την Σπάρτη οι Αθηναίοι βρέθηκαν υπό μεγάλη πίεση, τόσο από στρατιωτική όσο και από οικονομική άποψη. Έλαβαν επείγοντα μέτρα για να προλάβουν τα χειρότερα (8.1.2-3) και ‘στην περίοδο αυτή της ανησυχίας, ήσαν πρόθυμοι, όπως συμβαίνει συνήθως στη δημοκρατία, να βάλουν τάξη σε όλα τα ζητήματα’ (8.1.4, 2.65.4, 4.28.3, 6.63.2 για παρόμοια σχόλια σχετικά με την αστάθεια και την κοντόφθαλμη συμπεριφορά των μαζών).
 
Το 411, όταν η κατάσταση για την Αθήνα χειροτέρεψε περισσότερο και ύστερα από μια μεγάλη περίοδο αναταραχών, οι επικεφαλής ενός ολιγαρχικού κινήματος, το οποίο είχε ξεσπάσει μεταξύ αξιωματικών του ναυτικού τοποθετημένων στη Σάμο, έπεισαν την εκκλησία του δήμου να καταλύσει το δημοκρατικό πολίτευμα (8.47-70). Οι πολίτες επιδοκίμασαν αυτήν τη ριζική πρόταση μόνον επειδή είχαν τρομοκρατηθεί από τους ολιγαρχικούς (8.54.4, 8.65.2, 8.66), επειδή πίστευαν ότι η αλλαγή του πολιτεύματος θα καθιστούσε βέβαιη την επιστροφή του Αλκιβιάδη, ο οποίος υπερηφανευόταν ότι έχει στενές σχέσεις με τον Πέρση σατράπη και υποσχόταν τη ζωτικής σημασίας Περσική υποστήριξη (8.47.2, 8.48.1-2, 8.53. 1, 8.56, Αριστ. Αθην. Πολ. 29.1), και ότι αυτή η απόφαση θα ήταν δυνατόν να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή (8.48.3, 8.53.3, 8.54.1) και, τέλος, επειδή η κρίσιμη συνέλευση έγινε εκτός Αθηνών (8.67.2), πράγμα το οποίο προφανώς σήμαινε ότι η προσέλευση ήταν μειωμένη. Με άλλα λόγια, υπό φυσιολογικές συνθήκες, ακόμη και σε βαθιά κρίση η ολιγαρχία δεν θα είχε αρκετή υποστήριξη, ώστε να επικρατήσει. Παρά την ευφυέστατη πολιτική ηγεσία, ο Θουκυδίδης σχολιάζει, ‘ήταν δύσκολο, εκατό περίπου έτη μετά την κατάλυση των τυράννων, να αφαιρέσει κανείς τις ελευθερίες του Αθηναϊκού λαού, ο οποίος όχι μόνον ελεύθερος ήταν, αλλά και επί πλέον του μισού του χρονικού αυτού διαστήματος είχε συνηθίσει να ασκεί ηγεμονία επί άλλων’ (8.68.4). Ούτε και ο βασιλιάς των Σπαρτιατών, ο Άγης, τον οποίον οι ολιγαρχικοί είχαν πλησιάσει με μια πρόταση ειρήνης, δεν πίστευε ότι‘ο λαός δεν θα παράδινε έτσι εύκολα την παλιά του ελευθερία’ (8.71.1).
 
Η δημοκρατία είχε αντικατασταθεί από μια ολιγαρχία, η οποία κατ’ όνομα περιλάμβανε 5000 πολίτες με πλήρη δικαιώματα, ουσιαστικά όμως περιοριζόταν στους ‘Τετρακοσίους’, οι οποίοι αποτελούσαν τη νέα Βουλή (8.65.4, 8.67.3, 8.72.1). Ωστόσο, το πολίτευμα αυτό απώλεσε την υποστήριξη του στόλου που βρισκόταν στη Σάμο πριν ακόμη ουσιαστικά σταθεροποιηθεί (8.73-77, 8.81- 82). Βασιζόταν στη βία (8.70.2) και διήρκεσε μόνο μερικούς μήνες[44], πριν αντικατασταθεί από μια πιο μετριοπαθή ολιγαρχία των ‘Πεντακισχιλίων’ (89-98).[45] Μετά την επιστροφή του Αλκιβιάδη και τη νίκη στην Κύζικο η δημοκρατία αποκαταστάθηκε το 410.[46]
 
Λόγω των διαφωνιών που απαντούν στις λίγες πηγές που διαθέτουμε (ιδίως Θουκ. 8.45 κ.ε., Αριστ. Αθην. Πολ. 29-33) η ακριβής χρονολογία των γεγονότων και των πολιτειακών μεταβολών αμφισβητούνται έντονα.[47] Επιπλέον, η καλύτερη πηγή μας, το 8ο βιβλίο του Θουκυδίδη, είναι ημιτελές· λείπουν οι δημηγορίες και μαζί με αυτές και η κύρια λειτουργία τους, δηλαδή η πολιτική ανάλυση και ερμηνεία. Ακόμη και εάν διάσπαρτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν να συναγάγουμε συμπεράσματα για τους στόχους, την ιδεολογία και τις συζητήσεις των ολιγαρχικών, όλα αυτά δεν διερευνώνται πιο βαθιά, όπως συμβαίνει με τα αντίστοιχα στοιχεία που αφορούν σε άλλα σημεία του έργου τη δημοκρατία· ένα μικρό τμήμα ενός προηγούμενου λόγου του Συρακούσιου Αθηναγόρα (6.38.5- 39.1, πρβλ. παραπάνω) παραμένει μια πολύτιμη εξαίρεση. Ακόμη χειρότερα, ο Θουκυδίδης δεν έζησε για να γράψει για την αναβίωση της δημοκρατίας σε μια ακόμη πιο ριζοσπαστική μορφή, τα φοβερά της λάθη, την κατασπατάληση των ευκαιριών για τη σύναψη ειρήνης και τον παραγκωνισμό μεγάλων τμημάτων του σώματος των πολιτών, το οποίο είχε ‘αναμειχθεί’ στην ολιγαρχία, την ήττα της δημοκρατίας αυτής το 404 και τη μικρής διάρκειας, αλλά αγριότερη ολιγαρχία των ‘Τριάκοντα’.[48] Τελικά, όπως αποδεικνύει και η συστηματική ανάλυση του Αριστοτέλη,[49] η ολιγαρχία δεν ήταν ένα ομοιόμορφο φαινόμενο όπως η δημοκρατία.[50] Ο Θουκυδίδης δεν μας δείχνει ποτέ το ‘φυσιολογικό’ της πρόσωπο.[51] Στο 8° βιβλίο και στην ‘Παθολογία του πολέμου’ (3.69-85, ιδ. 82-84) ρίχνει φως σε ένα προσωπείο που έχει παραμορφωθεί, επειδή βρίσκεται αντιμέτωπο με τη δημοκρατία στην ακραία κατάσταση της στάσεως, του εμφυλίου πολέμου. Και όμως αυτό διαμόρφωσε τις απόψεις του για την ολιγαρχία.
 
Έχοντας περιπέσει σε δυσμένεια στους Λακεδαιμονίους και εξυφαίνοντας μηχανορραφίες εναντίον και των δύο αντιπάλων στην αυλή του Πέρση σατράπη (8.45-46), ο Αλκιβιάδης πληροφορεί τους ‘πιο σημαντικούς’ και ‘άριστους’ Αθηναίους στη Σάμο ότι θα σκεφθεί να επιστρέφει στην Αθήνα μόνον αν υπάρχει ολιγαρχικό πολίτευμα, όχι το διεφθαρμένο πολίτευμα (πονηριά) της δημοκρατίας (8.47.2). Παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες ακόμη και στη δημοκρατία η άρχουσα τάξη, έχοντας στα χέρια της όλες τις ηγετικές θέσεις, έχει τα περισσότερα οφέλη (8.48.6), σε αυτό το σημείο μερικοί από αυτή την τάξη πιστεύουν ότι υποφέρουν αφόρητα από τον πόλεμο και αρχίζουν προσπάθειες για να κατακτήσουν την εξουσία (8.48.1, 8.63.4). Υποστηρίζουν την ολιγαρχία ως μια λογική μορφή διακυβέρνησης που διέπεται από τις αρχές της τάξης και της σύνεσης (της σωφροσύνης, 8.53.3 , 8.64.4-5),[52] φέρνοντάς την έτσι αντιμέτωπη με τη δημοκρατία ως ένα ‘κακό’ ή ‘αδύναμο’ σύστημα (πρβλ. Ψευδο­Ξενοφ. Αθην. 1.8), το οποίο κυριαρχείται από ‘παράφρονες’ που δεν ελέγχουν ούτε τον εαυτό τους ούτε την πολιτική (1.9, Θουκ. 6.89.6· βλ. παραπάνω). Η ολιγαρχία παραχωρεί την εξουσία σε αυτούς οι οποίοι συνεισφέρουν το σώμα και τα χρήματά τους, δηλαδή στους πλούσιους ιππείς και τους οπλίτες (8.65.3, Αριστ. Αθην. Πολ. 29.5), και όχι στους θήτες, οι οποίοι αποτελούν τα πληρώματα των πλοίων (Ψευδο-Ξενοφ. Αθην. 1.2). Ο μισθός για τη στρατιωτική θητεία παραμένει άθικτος, ενώ ο μισθός για τα πολιτικά αξιώματα, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, καταργείται (Θουκ. 8.65.4, Αριστ. Αθην. Πολ. 29.5). Ο πραγματικός σκοπός των ολιγαρχικών είναι να μονοπωλήσουν την εξουσία (Θουκ. 8.48.1, 8.66.1, 8.70.1), την οποία κατόπιν υπερασπίζονται με κάθε δυνατό μέσο, συμπεριλαμβανομένης και της τρομοκρατίας (8.48.6, 8.65.2, 8.66.2 κ.ε., 8.70.2, 8.74.2-3). Το μεγάλο σώμα των 5000 πολιτών δεν ενεργοποιείται ποτέ, ούτε καν προσδιορίζεται με βάση έναν συγκεκριμένο κατάλογο ονομάτων, αποτελώντας έτσι μια πρόσοψη που σκοπό έχει να συγκαλύψει την αποκλειστική νομή της εξουσίας εκ μέρους των ‘Τετρακοσίων’ (8.66.1, 8.72.1, 8.92.11). Έτσι, και ο στρατός στη Σάμο υπό την ηγεσία του Αλκιβιάδη (8.86.6) και οι μετριοπαθείς ολιγαρχικοί στην Αθήνα (8.89.2) απαιτούν να συμμετέχουν και οι 5000 στην κυβέρνηση και το πολίτευμα να βασίζεται σε μεγαλύτερη ισότητα. Επιπλέον, η ανταγωνιστική φιλοδοξία και η δίψα της εξουσίας διασπούν ακόμη και την κεντρική ομάδα των ολιγαρχικών (8.89.3):
 
Αυτά, βέβαια, ήταν ρητορικά συνθήματα. Οι περισσότεροι δεν ακολουθούσαν παρά τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο καταστρέφεται μια ολιγαρχία που προέρχεται από δημοκρατία. Από την πρώτη μέρα ο καθένας από όσους έχουν την εξουσία δεν διεκδικεί την ισοτιμία με τους άλλους, αλλά απαιτεί να είναι ο πρώτος απ’ όλους.
 
Τελικά, ορισμένες πλευρές της εξουσίας των ολιγαρχικών έχουν τα χαρακτηριστικά της τυραννίδας (8.66.2 κ.ε., 8.74.3). Αυτό συνδέει την εξουσία τους με τον έναν βασικό εσωτερικό εχθρό, εναντίον του οποίου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι οι Αθηναίοι αισθάνονται ενωμένοι.[53]
 
Εφόσον η προοπτική της Περσικής βοήθειας προϋπέθετε την πολιτειακή αλλαγή, οι ολιγαρχικοί ισχυρίζονταν, όχι αδικαιολόγητα, ότι ο στόχος της επιβίωσης έπρεπε να έχει προτεραιότητα έναντι των συζητήσεων για το πολίτευμα (8.53.3) και ότι η κυβέρνηση των ολίγων είχε ‘σκοπό να σώσει το κράτος ως σύνολο’ (8.72.1, πρβλ. 8.86.3)· Παρόλο που κατ’ αρχήν οι ολιγαρχικοί είχαν σκοπό να διεκδικήσουν τη νίκη και στον πόλεμο, ‘εφόσον επρόκειτο να εργασθούν για τα ίδια πλέον και όχι ξένα συμφέροντα’ (8.63.4· ένας παρόμοιος ισχυρισμός σχετικά με τη δημοκρατία απαντά στον Ηρόδ. 5.78), γρήγορα επιδίωξαν να συνάψουν ειρήνη με τη Σπάρτη (8.70.2, 8.71.1, 8.71.3). Αυτές οι προσπάθειες απέτυχαν (8.86.3, 8.89.2), αλλά είχαν ως αποτέλεσμα την επέκταση του εσωτερικού προβλήματος στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής. Ενώ οι δημοκράτες επέμεναν να συνεχίσουν τον πόλεμο (8.75.2, 8.89.1), οι ριζοσπαστικοί ολιγαρχικοί υποστήριζαν την ειρήνη και - όταν η κατάστασή τους έγινε απελπιστική - ήταν έτοιμοι να προδώσουν την πόλη τους στον εχθρό, εφόσον αυτός θα τους βοηθούσε να διατηρήσουν την εξουσία ή τουλάχιστον να σώσουν τη ζωή τους (8.89.2, 90.1-2, 3 κ.ε., 91.1-2, 92.1-3).
 
Επτά χρόνια αργότερα οι ‘Τριάκοντα’ θεμελίωσαν την εξουσία τους στην υποστήριξη της Σπάρτης. Το 411 οι συνετοί ολιγαρχικοί ίσως αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τους πλέον ακραίους ανάμεσα τους ως προς αυτό το σημείο, αλλά η συμπεριφορά των τελευταίων, συνδυασμένη με την τρομοκρατία που ασκούσαν, δυσφήμισε ολόκληρο το ολιγαρχικό κίνημα. Αντίστροφα, τα γεγονότα του 411/10 προσέδωσαν αξιοπιστία στον ισχυρισμό των δημοκρατικών ότι είναι εγγυητές της εσωτερικής και εξωτερικής ελευθερίας της πόλης.
 
Οι Τετρακόσιοι απομακρύνθηκαν από την εξουσία κάτω από δραματικές συνθήκες μόνο τέσσερεις μήνες αφότου την είχαν καταλάβει (Θουκ. 8.92-98). Η κυβέρνηση παραδόθηκε στους ‘Πεντακισχιλίους’. Σε αυτό το σημείο ο Θουκυδίδης εκφέρει την κρίση του για την επιτυχία και την ποιότητα αυτού του πολιτεύματος (8.97.2), η οποία αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου.
  
Σπάρτη[54]
 
Το σχόλιο του Θουκυδίδη σχετικά με την υπερβολική φιλοδοξία και τις εσωτερικές διαμάχες που αποτελούν χαρακτηριστικά των ολιγαρχιών αφορά αποκλειστικά εκείνους οι οποίοι ‘αναλαμβάνουν την εξουσία από τους δημοκράτες’ (8.89.3, βλ. παραπάνω). Ίσως τότε θα περίμενε κανείς ότι θα είχε θετικά πράγματα να πει για το πολίτευμα της Σπάρτης. Ήδη κατά τον 7ο αιώνα η ‘Μεγάλη Ρήτρα’ έδινε στον δᾶμον των γαιοκτημόνων οπλιτών την εξουσία να λαμβάνουν την τελική απόφαση στην εκκλησία, αλλά τον ήλεγχε μέσω ενός συμβουλίου από τριάντα μέλη (της γερουσίας), στο οποίο ανήκαν και οι βασιλείς, με δικαίωμα πρωτοβουλίας και αρνησικυρίας (Τυρτ. απ. 4 West, Πλούτ. Λυκ. 6).[55] Η προσθήκη των εφόρων στο πολίτευμα πρόσφερε πρόσθετες δυνατότητες ελέγχου και της συνέλευσης και των βασιλέων.[56] Επιπλέον τόσο ο Ηρόδοτος (1.65-66) όσο και ο Θουκυδίδης (1.18) αποδίδουν στις μεταρρυθμίσεις της αρχαϊκής εποχής το γεγονός ότι η Σπάρτη απολάμβανε μακρόχρονη εὐνομίαν και σταθερότητα. Ωστόσο, το σχόλιο του Θουκυδίδη εδώ είναι εντυπωσιακά κατηγορηματικό· η εὐνομία αυτή δεν βοηθά μόνο τη Σπάρτη να αποφύγει την τυραννίδα, αλλά και να την καταστείλει και αλλού και έτσι να ‘παρέμβει στις υποθέσεις άλλων κρατών’, δηλαδή να κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο κατέκρινε την Αθήνα (1.18-19). Ουσιαστικά, με το να εξισώνουν την πρακτική των Αθηναίων με τη δημοκρατία οι Σπαρτιάτες θέτουν τις ολιγαρχίες στη σφαίρα επιρροής τους (1.19, 5.81-81). Επίσης δεν είναι κατανοητό γιατί αυτή η σταθερότητα, έστω και εάν συνδυάζεται με τάξη και μετριοπάθεια (1.6.4), κατέστησε τη Σπάρτη το πιο ισχυρό κράτος στην Ελλάδα. Παρόλο που ο ιστορικός εδώ συνδέει ένα πολίτευμα με την τύχη της κοινότητας που το υιοθέτησε, δεν μας προσφέρει για τη Σπάρτη λεπτομέρειες ανάλογες με εκείνες που απαντούν στον Επιτάφιο του Περικλή ή στην εικόνα της αύξησης της δύναμης των Αθηναίων στην Πεντηκονταετία. Όχι λιγότερο σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Θουκυδίδης σπάνια εκφράζει μια θετική γνώμη για τη Σπαρτιατική πολιτική και τους ανθρώπους της. Η παρατήρησή του ότι οι Σπαρτιάτες ήταν σχεδόν μοναδικοί στη διατήρηση της σωφροσύνης, όταν ευημερούσαν (8.24.2), παραμένει εξαίρεση. Στην πραγματικότητα όπως και στην περίπτωση των Αθηναίων οι σποραδικές θετικές γνώμες εξισορροπούνται από μια σειρά από αρνητικές παρατηρήσεις.[57] Παρόμοια, η ανάλυση του ιστορικού για τον τρόπο με τον οποίο η Σπάρτη υλοποίησε το πρόγραμμα της ‘απελευθέρωσης των Ελλήνων’, που είχε εξαγγείλει στην αρχή του πολέμου με θετική ανταπόκριση σε ολόκληρη την Ελλάδα (2.8), δεν είναι λιγότερο αποκαλυπτική από την αποδόμηση του ισχυρισμού των Αθηναίων ότι αυτοί ήταν οι πραγματικοί απελευθερωτές της Ελλάδας. Τα σχέδια των Αθηναίων που επιδίωκαν να κυριαρχήσουν σε ολόκληρη την Ελλάδα αντιστοιχούν στο τέλος του πολέμου σε παρόμοιες φιλοδοξίες της Σπάρτης (8.2). Ακόμη και εάν ο ιστορικός εδώ κάνει λόγο για ηγεμονία και όχι για αυτοκρατορία, ο αναγνώστης γνωρίζει ότι εκεί ακριβώς θα κατέληγε η ηγεμονία. Και στις δύο περιπτώσεις, ο Θουκυδίδης, τον οποίο πάλι κατά κάποιον τρόπο προλαβαίνει ο Ηρόδοτος, αποδομεί τις ιδεολογίες και αποϊδεολογικοποιεί την ιστορία, αποκαλύπτοντας με ψυχρό τρόπο ό, τι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας προσπαθούσαν να αποκρύψουν.[58] Εν πάση περιπτώσει, στο έργο του απαντούν ελάχιστοι απόηχοι από τον ενθουσιασμό τον οποίο μοιράζονταν αρκετοί αριστοκράτες Αθηναίοι για τη Σπάρτη.
 
Όπως η εικόνα του συλλογικού χαρακτήρα των Αθηναίων, έτσι και η αντίστοιχη του χαρακτήρα των Σπαρτιατών που σκιαγραφούν οι Κορίνθιοι στο χωρίο 1.70-71 επιδέχεται εμβριθή ιστορική ερμηνεία. Μολονότι δεν το αντιλαμβάνονται - ούτε καν κατανοούν τη σημασία του - οι Σπαρτιάτες είναι το εκ διαμέτρου αντίθετο των Αθηναίων: τους αρέσει να διατηρούν τα πράγματα ως έχουν, ποτέ δεν έχουν νέες ιδέες και συνήθως σταματούν λίγο πριν από τους στόχους τους. Δεν εκμεταλλεύονται τις δυνατότητές τους, δυσπιστούν στην κρίση τους, είναι απαισιόδοξοι. Μένουν πίσω, δεν απομακρύνονται από τη βάση τους, δεν θέτουν σε κίνδυνο αυτό που έχουν. Ο όλος τρόπος ζωής τους είναι εκτός χρόνου. Εν ολίγοις, ‘σε καιρό ειρήνης είναι, βέβαια, πολύ προτιμότερο να μην αλλάζουν οι θεσμοί, αλλά όταν είναι ανάγκη ν’ αντιμετωπιστούν πολλές δυσκολίες, είναι ανάγκη να επινοούνται πολλοί νέοι τρόποι’ (1.71.3). Οι παραινέσεις τις οποίες ο Θουκυδίδης βάζει στο στόμα των επικεφαλής του Πελοποννησιακού ναυτικού και του Αθηναίου ναυάρχου Φορμίωνα πριν από μια ναυμαχία το 429/28 (2.87-89) σκιαγραφούν και άλλες σημαντικές αντιθέσεις στα χαρακτηριστικά των δύο πόλεων. Ο ιστορικός παραπέμπει σε αυτόν τον χαρακτηρισμό της Σπάρτης σε πολλές μεταγενέστερες περιπτώσεις (8.96.5), αλλά δεν προσφέρει καμιά προσεκτική ανάλυση των διαδικασιών της εσωτερικής πολιτικής και της λήψης των αποφάσεων στη Σπάρτη, ούτε της αλληλεπίδρασης μεταξύ των ηγετών και του δήμου.
 
Βέβαια περιγράφει την αρχική απόφαση για τον πόλεμο το 432 με λεπτομέρειες (1.66-88)[59], αποκαλύπτοντας τις σχέσεις μεταξύ του βασιλιά, του εφόρου και της εκκλησίας του δήμου. Οι πρώτοι όμως οι οποίοι απαντούν στην παρότρυνση των Κορινθίων για την κήρυξη του πολέμου είναι οι Αθηναίοι απεσταλμένοι, οι οποίοι τυχαίνει να βρίσκονται στη Σπάρτη εκείνη τη στιγμή (1.72- 78). Το βασικό επιχείρημά τους είναι ότι οι Σπαρτιάτες θα συμπεριφέρονταν ακριβώς όπως οι Αθηναίοι, εάν δεν είχαν αποσυρθεί από τη συνέχεια του πολέμου εναντίον των Περσών. Έχοντας κανονίσει έτσι τα πράγματα, ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες τους στην Πελοπόννησο και υποκινούμενοι από τα ίδια κίνητρα, ιδιαιτέρως εκείνα του φόβου και του συμφέροντος, θα είχαν αναπόφευκτα γίνει μια αυτοκρατορική δύναμη και θα προκαλούσαν την εχθρότητα των υπηκόων τους (1.76.1, 1.77.6). Στον ‘Διάλογο των Μηλίων’ οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν παρόμοια επιχειρηματολογία: ‘οι Λακεδαιμόνιοι ... από όλους τους άλλους ανθρώπους που ξέρουμε, αυτοί είναι που δείχνουν φανερά ότι θεωρούν έντιμο το ευχάριστο και δίκαιο το συμφέρον’ (5.105.4). Πράγματι, η επι­δίωξη του ιδίου συμφέροντος είναι, κατά την άποψη του Θουκυδίδη, η πιο στα­θερή αρχή στην πολιτική της Σπάρτης (1.76.2, 3.68).
 
Στη συνεδρίαση του 432 ένας από τους Σπαρτιάτες βασιλείς, ο Αρχίδαμος, ‘τον οποίο θεωρούσαν συνετό και σώφρονα’, προσπαθεί να εμποδίσει την κήρυξη του πολέμου (1.79.2-85). Ό, τι λέει σχετίζεται με τον λόγο των Κορινθίων και τον πρώτο λόγο του Περικλή. Συνδυάζει, από την πλευρά της Σπάρτης, στοιχεία χαρακτηριστικά του Επιτάφιου του Περικλή (ένα εξιδανικευμένο, αλλά απολογητικό πορτρέτο κοινοτικών αρετών και αξιών) και των λόγων του Νικία πριν από τη Σικελική Εκστρατεία (έκκληση στους πρεσβύτερους πολίτες να μη λάβουν βεβιασμένες αποφάσεις για έναν απρόβλεπτο πόλεμο, ‘που αφορά τόσες ζωές, τόσον πλούτο, τόσες πολιτείες και τόση δόξα’, 1.80.1, 85.1). Το να είναι κανείς βραδύς και προσεκτικός σε μια πόλη η οποία διαθέτει μια απαράμιλλη ιστορία ελευθερίας και δόξας ισοδυναμεί με σοφία και σύνεση (σωφροσύνη, έφρων, 1.84.2)
 
γιατί μόνο εμείς δεν γινόμαστε υπερφίαλοι με τις επιτυχίες μας ούτε απελπιζόμαστε με τις αποτυχίες μας. Αν μερικοί προσπαθήσουν, με επαίνους, να μας εξωθήσουν, παρά τη θέλησή μας, σ’ επικίνδυνες περιπέτειες, δεν παρασυρόμαστε από τα ευχάριστα λόγια τους, κι αν θέλουν άλλοι να μας ερεθίσουν κατηγορώντας μας, δεν οργιζόμαστε και δεν αλλάζουμε γνώμη. Στην ευνομία μας χρωστούμε και την πολεμική μας αρετή και την πολιτική μας σωφροσύνη και τούτο επειδή το αίσθημα της τιμής συνδέεται στενά με την σωφροσύνη και η γενναιότητα με το αίσθημα της ντροπής. Έχουμε ευνομία επειδή η ανατροφή μας δεν είναι εκλεπτυσμένη ώστε να μας οδηγεί στο να περιφρονούμε τους νόμους. (1.84.2-3)
 
Δεν είναι δυνατόν να δείξω εδώ με λεπτομέρειες ότι αυτοί οι ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται σε ολόκληρο το θουκυδίδειο έργο, μολονότι με λιγότερη έμφαση από ό, τι στην περίπτωση των Αθηναίων. Και αυτοί θα αποδειχθούν παραπλανητικοί - όπως υπογραμμίζουν οι Αθηναίοι απεσταλμένοι πριν ακόμη εκφωνήσει τον λόγο του ο Αρχίδαμος: ‘και, εκτός απ’ αυτά, όταν συμβεί κάποιος από σας να βγει από τα σύνορά σας, τότε ούτε με τα δικά σας έθιμα συμμορφώνεται ούτε με τα έθιμα των άλλων Ελλήνων’ (1.77.6). Πράγματι, τόσο ο Ηρόδοτος όσο και ο Θουκυδίδης δίνουν έμφαση στο πόσο ευάλωτοι είναι οι Σπαρτιάτες στη διαφθορά και στο πόσο κενοί είναι οι ισχυρισμοί τους ότι τηρούν με αυστηρότητα τον νόμο.[60] Η αντίθεση με την Αθήνα είναι έντονη, αλλά ο Αρχίδαμος δηλώνει επίσης, ‘πιστεύουμε, αντίθετα, πως οι άλλοι είναι εξίσου προνοητικοί όσο και εμείς’ (1.84.3). Αυτό σημαίνει ότι, όταν γίνει πόλεμος, οι διαφορές θα αμβλυνθούν. Ίσως αυτό μας προσφέρει μια ένδειξη: παρ’ όλες τις διαφορές, η Σπάρτη και η Αθήνα μοιάζουν αρκετά. Οι Αθηναίοι το είπαν εξ αρχής, και ο πόλεμος θα τους δώσει δίκιο.[61]
 
Ο έφορος Σθενελαΐδας δίνει την απάντηση: οι μακροσκελείς και σεσοφισμένοι λόγοι δεν έχουν καμία αξία —τα γεγονότα είναι ξεκάθαρα: μόνο μια έντιμη απόφαση είναι δυνατή (1.86). Με μεγάλη πλειοψηφία οι Σπαρτιάτες συμφωνούν με αυτή την άποψη και ψηφίζουν υπέρ του πολέμου (1.87). Παραβιάζοντας τη συμφωνία για διαιτησία που προβλεπόταν στη συνθήκη ειρήνης, αυτή η απόφαση είναι εσφαλμένη, όπως υπογραμμίζουν τόσο ο Αρχίδαμος (1.85.2) όσο και ο ίδιος ο Θουκυδίδης (7.18). Δεν ακολουθεί καμία άλλη συζήτηση, κανείς αντίλογος. Ωστόσο πρέπει να υποθέσουμε - και ευκαιριακοί υπαινιγμοί το επιβεβαιώνουν— ότι πρέπει να είχαν υπάρξει λόγοι και αντίθετες απόψεις. Γιατί ο Θουκυδίδης δεν τα κατέγραψε σε ανάλογα κρίσιμα σημεία; Γιατί αφήνει μόνο τους Κορινθίους να παίρνουν τον λόγο κατά τη δεύτερη συνάντηση των συμμάχων στη Σπάρτη (1.120-24), μόνο τον Αλκιβιάδη, όταν λαμβάνεται η απόφαση να σταλεί βοήθεια στις Συρακούσες και να συνεχισθούν οι εχθροπραξίες στην ηπειρωτική Ελλάδα (6.88-93); Ο Αρχίδαμος και αργότερα ο Βρασίδας[62] διακρίνονται ως καλοί αγορητές. Μήπως ο ιστορικός, γνωρίζοντας ότι οι Σπαρτιάτες γενικώς δεν αρέσκονται σε μακροσκελείς, σεσοφισμένους ή θεωρητικούς λόγους (1.84.3), απέφυγε συνειδητά να τους αποδώσει κάτι το οποίο δεν άρμοζε στους χαρακτήρες τους; Οι Σπαρτιάτες συνήθιζαν να απο- μακρύνουν τους ξένους, πριν αρχίσουν να συσκέπτονται στη συνέλευση (1.79.1, 2.39.1). Μήπως αυτή η μυστικότητα εμπόδισε τον Θουκυδίδη από τη συλλογή πληροφοριών; Ή μήπως δεν τον ενδιέφερε αρκετά;
 
Παρόλο που με βάση τα παραπάνω θα περίμενε κανείς να είναι μάλλον αρνητική, η πραγματική του γνώμη για το καθεστώς και το κοινωνικοπολιτικό σύστημα της Σπάρτης παραμένει αινιγματική. Αντίθετα προς τον αρχικό του ισχυρισμό, ότι θέλει να περιγράψει τον πόλεμο μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων (1.1.1), εστιάζει στον πόλεμο των Αθηναίων εναντίον των Πελοποννησίων. Ο τρόπος σκέψης του για τα πολιτεύματα κυριαρχείται από την Αθηναϊκή προοπτική.
 
Συμπέρασμα
 
       Οι σύγχρονες μελέτες έχουν τοποθετήσει τον Θουκυδίδη σε διάφορα σημεία του πολιτικού χάρτη’.[63] Φαίνεται όμως βέβαιο ότι οι προσωπικές προτιμήσεις του Θουκυδίδη δεν συμπεριλάμβαναν την ριζοσπαστική ολιγαρχία και το είδος της δημοκρατίας το οποίο επικράτησε στην Αθήνα κατά το μεγαλύτερο χρο­νικό διάστημα της εποχής του: αποδοκίμαζε έντονα τα ακραία, παράλογα και βίαια καθεστώτα. Ο ισχυρισμός του Βρασίδα προς τους κατοίκους της Ακάν­θου είναι διδακτικός: ‘Δεν πιστεύω ότι η ελευθερία που θα έφερνα θα ήταν πραγματική αν ... υποδούλωνα τον λαό (τό πλέον) στους ολιγαρχικούς (τοῖς ὀλίγοις) ή τους ολιγαρχικούς (τό ἔλασσον) στον λαό (τοῖς πᾶσι). Θα ήταν αυτό βαρύτερο κι από μια ξένη κυριαρχία’ (4.86.4-5).[64] Ακόμη και εάν δεν επιτρέπεται να εξισώνουμε τους ισχυρισμούς των ομιλητών του Θουκυδίδη με τις δικές του απόψεις, έχει σημασία το γεγονός ότι η γενική τάση των λόγων που αποδίδει σε άλλους αλλά και της αφήγησης και των κρίσεών του ως ιστορικού δημιουργούν μια ενιαία εικόνα. Αυτό το οποίο φαίνεται να προβάλλει είναι ότι η δημοκρατία, διοικούμενη από τον δῆμον, ήταν καταδικασμένη να αποτύχει τελικά, εξαιτίας της αστάθειας των μαζών, που είναι ευάλωτες στη δημαγωγική ρητορική και τείνουν προς συναισθηματικές αντιδράσεις και παράλογες αποφάσεις. Είναι αλήθεια ότι αυτή η γνώμη βασίζεται στην εμπειρία των συνθηκών ενός παρατεταμένου πολέμου. Ίσως ο Θουκυδίδης παραδεχόταν ότι υπό εξαιρετικές περιστάσεις η δημοκρατία λειτουργεί μάλλον καλά. Όπως μας δείχνει με το παράδειγμα του Περικλή (2.65), και εν μέρει με τον αντίστοιχο πολιτικό στις Συρακούσες, τον Ερμοκράτη (6.72.2),[65] οι συνθήκες είναι άριστες όταν η δημοκρατία δαμάζεται από μια δυναμική προσωπικότητα με ισχυρή θέληση, ακεραιότητα και ιδιαίτερες ηγετικές ικανότητες, τόσο κατά τη διάρκεια μακρών περιόδων ειρήνης όσο και σύντομων περιόδων πολέμου (2.65.5). Αλλά αυτό είναι στην καλλίτερη περίπτωση μια αμφίσημη κρίση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ολόκληρο το θουκυδίδειο έργο περιέχει μόνο δύο χωρία τα οποία προσφέρουν πραγματικά θετικά σχόλια για την δημοκρατία. Για ένα από αυτά ο Hornblower γράφει:[66] ‘ίσως σημαίνει κάτι για τη γνώμη που ο Θουκυδίδης είχε για τη δημοκρατία το γεγονός ότι η καλύτερη θεωρητική υπεράσπισή της δεν προέρχεται από τον Περικλή, αλλά από τα χείλη του καθόλου αξιοθαύμαστου Συρακούσιου δημαγωγού, του Αθηναγόρα’ (6.39-40). Οι δηλώσεις του ίδιου του Περικλή στον Επιτάφιο έχουν απολογητικό χαρακτήρα, είναι ιδεολογικά φορτισμένες και αποδεικνύονται απατηλές στη συνέχεια του έργου (2.37-43).
 
Η ολιγαρχία με τη σειρά της ήταν πιθανό να μετατραπεί σε τυραννίδα εξαιτίας του άμετρου εγωισμού και της φιλοδοξίας αυτών οι οποίοι κυριαρχούσαν σε αυτήν. Ωστόσο, όπως είδαμε, η θλιβερή εικόνα της ολιγαρχίας των Αθηναίων (και των Κερκυραίων) που προσφέρει ο Θουκυδίδης είναι μονόπλευρη. Όπως γράφει με αφορμή την Κέρκυρα, αυτή η εικόνα ίσχυε για τις περισσότερες ολιγαρχίες που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου μέσα από συγκρούσεις με δημοκρατικά καθεστώτα. Τα σχόλιά του για τη μόνιμη ευνομία και σωφροσύνη της Σπάρτης μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η γνώμη του για τις ολιγαρχίες που είχαν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής ίσως να ήταν διαφορετική. Ωστόσο, η μεγάλη διάρκεια του πολέμου διέφθειρε επίσης τη Σπαρτιατική ηγεσία και την πολιτική της. Παρ’ όλα αυτά, ένα λογικό συμπέρασμα θα ήταν ότι ο Θουκυδίδης θα προτιμούσε μια μετριοπαθή ολιγαρχία με ευρεία βάση - η οποία, όπως αποδεικνύει η συζήτηση του Αριστοτέλη για τη μεγάλη ποικιλία των ολιγαρχικών και δημοκρατικών καθεστώτων, θα έμοιαζε πολύ με μια μετριοπαθή δημοκρατία. Ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο υλοποιήθηκε για μικρό χρονικό διάστημα από τους ‘Πεντακισχιλίους’ στην Αθήνα, θα σεβόταν τα συμφέροντα των λίγων και των πολλών (όχι όμως όλων των πολιτών) και θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει την εσωτερική αρμονία και σταθερότητα.
 
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Θουκυδίδης έγραφε για έναν πόλεμο ο οποίος, ‘ως δάσκαλος της βίας’ (3.82.3), τείνει να διαστρέφει συμπεριφορές και σχέσεις. Ένα από τα μεγαλύτερα θύματά του ήταν η ηγεσία - και στη δημοκρατία και στην ολιγαρχία. Προσφέροντας συνεχώς νέες ευκαιρίες για δόξα, δύναμη και πλούτο, παραχωρούσε ελεύθερο πεδίο στις προσωπικές φιλοδοξίες, υποδαύλιζε την αχαλίνωτη αντιπαράθεση και προωθούσε τη διαφθορά. Σε δύο ακραίες περιπτώσεις, ο Αλκιβιάδης, έως το 415 ηγέτης της δημοκρατίας, και ο Φρύνιχος, ένας από τους πλέον φιλοπόλεμους ανάμεσα στους Τετρακοσίους, ήταν πρόθυμοι και οι δύο να βοηθήσουν τον εχθρό να καταστρέψει τη χώρα τους, όταν τα πράγματα έπαψαν να είναι όπως τα ήθελαν αυτοί. Ο Θουκυδίδης αφήνει τον Αλκιβιάδη να δηλώσει στη Σπάρτη (6.92.2-4):
 
Και έχω την αξίωση να μην με θεωρήσει κανείς από σας ποταπό, επειδή, ενώ άλλοτε ήμουν πατριώτης, τώρα εργάζομαι τόσο δραστήρια εναντίον της πατρίδας μου μαζί με τους μεγαλύτερους εχθρούς της. Ούτε πρέπει να δυσπιστείτε στα λόγια μου, αποδίδοντάς τα στον ζήλο του εξορίστου. Είμαι εξόριστος, ναι! Αλλά για ν’ αποφύγω την μοχθηρία εκείνων που μ’ έδιωξαν και όχι για να αποφύγω την δυνατότητα να σας ωφελήσω, αν με ακούσετε. Χειρότεροι εχθροί δεν είναι εκείνοι οι οποίοι, σαν και σας, έβλαψαν τους εχθρούς τους, αλλά εκείνοι οι οποίοι ανάγκασαν τους φίλους να γίνουν εχθροί. Δεν αισθάνομαι πατριωτισμό όταν με αδικούν, τον αισθάνομαι εκεί που ασκώ με ασφάλεια τα πολιτικά μου δικαιώματα. Ούτε αισθάνομαι ότι έχω πια πατρίδα και ότι, τώρα, ενεργώ εναντίον της. Αντίθετα, νομίζω πως δεν έχω πια πατρίδα και θέλω να την ανακτήσω.
 
Ο Φρύνιχος, αντίθετος στην ανάκληση του Αλκιβιάδη και φοβούμενος την αντεκδίκηση, όταν η γνώμη του δεν επικράτησε, έδωσε στον εχθρό ζωτικής σημασίας πληροφορίες, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του Αθηναϊκού στόλου στη Σάμο (8.50-51). ‘Έγραφε ότι θεωρούσε πως ήταν συγγνωστό να επιδιώκει να βλάψει έναν άνθρωπο που του ήταν μισητός, έστω κι αν τούτο έβλαπτε την πατρίδα του’ και ‘ότι τώρα που κινδύνευε η ζωή του δεν μπορούσε κανείς να τον κατηγορήσει γι’ αυτό που κάνει ή για ό, τι άλλο θα έκανε, για να μην τον σκοτώσουν οι χειρότεροι εχθροί του’ (8.50. 2, 8.50.5). Πράγματι, αυτά τα γεγονότα συνέβαιναν στο αποκορύφωμα του πολέμου και της εμφύλιας διαμάχης, όταν, όπως εξηγεί ο Θουκυδίδης αναλύοντας την στά­σιν στην Κέρκυρα, τα έντονα συναισθήματα, ο κομματισμός και οι εξωτερικές επεμβάσεις διαστρέβλωσαν τις κανονικές πολιτικές ενέργειες και αντιδράσεις (3.82.1, 3.82.8). Έτσι, όπως επισημαίνει ο Πολύβιος (6.2.5-7) και όπως φαίνεται να επιβεβαιώνει ο Θουκυδίδης στα σχόλιά του για την ανθρώπινη φύση (3.84.2-3), οι ακραίες προκλήσεις είναι εκείνες οι οποίες αποκαλύπτουν την αληθινή ποιότητα μιας προσωπικότητας ή ενός καθεστώτος. Τόσο η ριζοσπαστική δημοκρατία όσο και η ριζοσπαστική ολιγαρχία απέτυχαν.
-------------------------  
[1] Η παράφραση του Andrewes στο HCT 5.339.
[2] 2Πρβλ. Pope (1988) 28 κ.ε.
[3] Von Fritz (1954), Nippel (1980). 
[4] Hornblower (1987) 70. 
[5] Βλ. γενικά Leppin (1998). 
[6] Cornell (1991), Walbank (2002) κεφ. 18. 
[7] Walbank (1957) 6-9, Sacks (1981) κεφ. 4, Eckstein (1995) 16-27. 
[8] Reinhold (1985). 
[9] Grethlein (2005). 
[10] Dewald (1987), (2002), Lateiner (1989). 
[11] Grethlein (2005). 
[12] Βλ. Ρεγκάκος, στον παρόντα τόμο. 
[13] Raaflaub (2002a). 
[14] Raaflaub (1994). 
[15] HCT 1.1-25, Hornblower, Comm. 2.10-13. 
[16] Raaflaub (2006). 
[17] Fornara -Samons (1991), Rhodes (1992). 
[18] Kallet-Marx (1993), Kallet (2001). 
[19] Βλ. Farrar (1988) κεφ. 5, Ober (1998) κεφ. 2. 
[20] Raaflaub (1994), Balot (2001). 
[21] Raaflaub (1994), Balot (2001). 
[22] Thomas (2000), Raaflaub (1989) 51 κ.ε., (2002b) 153 κ.ε.
 [23] Todd (1993) 147-63, Christ (1998). 
[24] Raaflaub (2004) 184-87. 
[25] Price (2001). 
[26] Samons (2004). 
[27] Pope (1998) 277-82. 
[28] Hornblower, Comm. 1.86. 
[29] Hornblower, Comm. 1.341, Raaflaub (2000). 
[30] Πρβλ. HCT 2.192, Edmunds -Martin (1977), Parry (1989). 
[31] HTC 4.264-90, Furley (1996). 
[32] Hansen (1999) 268-77, Ober (1989), ιδ. Μέρος III. 
[33] Badian (1993) κεφ. 4, Schubert (1994) 11-16· βλ. επίσης Podlecki (1998). 
[34] Kagan (2003) 60-63. 
[35] Connor (1971). 
[36] Connor (1971) 119-28. 
[37] Ostwald (1986) 229-50. 
[38] Roberts (1994), Ober (1998). 
[39] Raaflaub (1989). 
[40] Spahn (1986). 
[41] Harvey (1965), Raaflaub (2004), 243-47. 
[42] Donlan (1999) 225-36. 
[43] Πρβλ. de Romilly (1975) 66-71. 
[44] Lehmann (1973), (1997), Ostwald (1986) 344-95, Munn (2000) κεφ. 5, Heftner (2001), (2003). 
[45] Ostwald (1986) 395-411, Harris (1990), Bleckmann (1998) 358-86. 
[46] Ostwald (1986) 412 κ.ε., Bleckmann (1998) 387-442. 
[47] HCT 5-93 κ.ε., ιδ. 184 κ.ε., Rhodes (1981) 362 κ.ε. 
[48] Ostwaid(1986) κεφ. 9, Munn (2002) 205-44, Krentz (1982), (1995). 
[49] Dolezal (1974), Robinson (1997) 35-44, βλ. επίσης Ober (1998) κεφ. 6. 
[50] Whibley (1896), Ostwald (2000). 
[51] Βλ. Larsen (1955), Donlan (1999) 113-53. 
[52] North (1966). 
[53] Raaflaub (2003). 
[54] Επίσης Cartledge και Debnar, στον παρόντα τόμο. 
[55] Meier (1998), Cartledge (2001) 29-34 με βιβλιογραφία. 
[56] Richter (1998). 
[57] Cloche (1943). 
[58] Strasburger (1955, 1958), Raaflaub (2004) κεφ. 5. 
[59] Rawson (1969) 20-24. 
[60] Millender (2002b). 
[61] Raaflaub (2004) 193-202. 
[62] Cloche (1943), 83 f. 
[63] Ober (1998) 52 σημ. 1 με βιβλιογραφία. 
[64] Raaflaub (2004) 225 κ.ε. 
[65] Westlake (1969) ch 12, Hinrichs (1981). 
[66] Hornblower (1987) 68-69. 

Αν δε νιώθεις ευτυχία δεν μπορείς να χαρίσεις ευτυχία

Χωρίζουμε επειδή το θέλουμε κι οι δύο; Όχι βέβαια και το ξέρεις. Ποτέ δεν είναι κοινή απόφαση και δε χαίρεται ούτε αυτός που την ακούει ούτε αυτός που την ανακοινώνει. Αλήθεια, πόσο καιρό σου πήρε αυτή τη φορά; Είχες υποσχεθεί ότι δε θα το ξανά σκεφτόσουν τόσο, είχες πει ότι όταν θελήσεις να χωρίσεις ξανά θα το κάνεις χωρίς υπεραναλύσεις, προσπαθώντας να βρεις έναν τρόπο να μην πληγώσεις τον άνθρωπο που είχες δίπλα σου.

Η αγάπη πληγώνει, δεν το έμαθες ακόμα; Ανακατεύεις το ποτό λες και στον πάτο θα βρεθεί η λύση. Όσο και να πιείς, δε θα ξεχάσεις. Δε θα γίνει ευκολότερη η απόφαση. Ξέρεις ήδη τι θέλεις να κάνεις, ξέρεις ότι θέλεις να φύγεις. Τελείωσε. Το ξέρεις, το νιώθεις, τώρα πρέπει να δεις πώς θα το πεις. Φοβάσαι κιόλας, μήπως το μετανιώσεις, αλλά έχεις ακούσει αυτό που έχει πει ο Καβάφης; «Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε». Έτσι κι εσύ, αν σε ρωτούσαμε πάλι «όχι» θα έλεγες. Χωρίζεις και δε θα το μετανιώσεις.

Όταν χωρίζουν οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια να λένε ότι ήταν κοινή απόφαση ή το ζόριζαν κι οι δύο από καιρό, μεγάλωσες αρκετά όμως για να ξέρεις ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει -συνήθως αυτά τα λέει αυτός που φεύγει. Στην πραγματικότητα, ο ένας αποφασίζει κι ο άλλος ακολουθεί, μη έχοντας επιλογή. Ο ένας πονά κι ο άλλος βρίσκει τη χαμένη του ελευθερία.

Δε φθάνεις σ’ αυτό το σημείο, βέβαια, έτσι ξαφνικά. Υπάρχει μια συλλογιστική που σε φέρνει μπροστά στην απόφαση. Οι προσδοκίες δεν εκπληρώθηκαν, τα συναισθήματα ξεφούσκωσαν, όπως κι αν έχει, αλλιώς μπήκες κι αλλιώς βγαίνεις. Στην αρχή της σχέσης αυτά δεν μπορείς να τα προβλέψεις -κι αλίμονο αν ξεκινούσαμε με την πιθανότητα του φινάλε να μας τρώει το μυαλό.

Θυμάσαι πώς ένιωσες όταν κάποιος άλλος πήρε την απόφαση για σένα; Σε σόκαρε και σε κατακεραύνωσε εκείνο το «τελείωσε»/«τελειώσαμε», λες και τελειώνουν εύκολα οι άνθρωποι απ’ τις ζωές μας. Περίεργο πράγμα οι ανθρώπινες σχέσεις. Αρχίζουν μ’ ένα «Θέλω να μιλήσουμε» και τελειώνουν με ένα «Πρέπει να μιλήσουμε».

Δεν τη φοβάσαι τη μοναξιά, την αγαπάς την αφεντιά σου, γι’ αυτό και φεύγεις από αυτή τη σχέση, γιατί ένιωσες να χάνεις τον εαυτό σου, είχες άλλα σχέδια για σένα, δεν ένιωθες ευτυχία κι αν δε νιώθεις ευτυχία, δεν μπορείς και να τη χαρίσεις.

Ασφαλώς κι η ζωή δεν τελειώνει μ’ ένα χωρισμό. Άσε το ποτήρι κάτω, το ποτό δε θα πνίξει τα συναισθήματα ούτε τις τύψεις σου, σβήσε και το τσιγάρο, με τον καπνό δε θα εξαφανιστεί και ο πόνος σου. Σήκω πάνω, πήρες μια απόφαση και πρέπει να τη στηρίξεις.

Μέχρι να πάρεις την απόφαση να πεις «Δεν πάει άλλο» είχες βάλει θεούς και δαίμονες να παλεύουν μέσα σου για να βεβαιωθείς ότι ήταν η σωστή -μα τούτη την εγγύηση που αναζητάς ουδείς θα βρεθεί να στη δώσει. Ήθελες να υπάρχει η βεβαιότητα ότι το πάλεψες ως τέλους, εξάντλησες όλα τα ενδεχόμενα, δεν έφυγες αμαχητί.

Δεν προχωρούν πάντα ταυτόχρονα οι άνθρωποι μετά το τέλος της σχέσης τους. Ο πόνος για τον πόνο που θα προκαλέσουμε –έστω κι άθελά μας– δεν είναι λόγος να παραμείνουμε στη σχέση και κατά βάθος δε θα το ‘θελε ούτε ο άλλος. Μη στερείς ευκαιρίες που εσύ δεν μπορείς να εκπληρώσεις επικαλούμενος την πιο κλισέ δικαιολογία του κόσμου. Ό,τι κι αν κάνεις, όπως κι αν το θέσεις, ο άλλος θα πονέσει. Θα πονέσει μα θα το ξεπεράσει. Ενώ αν παραμείνετε σε κάτι που δεν τραβάει, αναζητώντας για πάντα ο καθένας από εσάς τον εαυτό του, θα το ξεπεράσετε;

Κούντερα: Τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρη­τες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα. Τι φριχτή ιδέα!
 
Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης.
 
Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).
 
Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπο­ρούν, σ' αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ' όλη τους τη λαμπρή ελα­φρότητα.
 
Στ' αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελα­φρότητα;
 
Το πιο βαρύ φορτίο μάς συνθλίβει, μας κάνει να λυγίζουμε κάτω απ' αυτό, μας πιέζει στο έδαφος.
 
Αλλά, στην ερωτική ποίηση όλων των αι­ώνων, η γυναίκα επιθυμεί να δεχτεί το φορτίο του αντρικού κορμιού.
 
Το πιο βαρύ φορτίο είναι λοιπόν ταυτόχρονα και η εικόνα της πιο έντονης ζωικής ολοκλήρωσης.
 
Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο πιο αληθινή και πιο πραγματική είναι.
 
Σ' αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ' τον άνεμο, να πετάει, ν' απομακρύνεται απ' τη γη, απ' το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμισυ αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς ση­μασία.
 
Λοιπόν, τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;
 
Πρόκειται για το ερώτημα που έθεσε ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατ' αυτόν, το Σύμπαν είναι χωρισμένο σε ζεύγη αντιθέτων: το φως - το σκοτάδι, το παχύ - το λεπτό, το ζεστό - το κρύο, το είναι - το μη είναι.
 
Θεωρούσε ότι ένας από τους πόλους της αντίφασης είναι θετικός (το φωτεινό, το ζεστό, το λεπτό, το είναι), ο άλλος αρνητικός.
 
Αυτός ο διαχωρισμός σε πόλους, θετικό και αρνητικό, μπορεί να μας φανεί παιδαριωδώς εύκολος.
 
Εκτός από μία περίπτωση: τι είναι θετικό, το βάρος ή η ελαφρότητα;
 
Ο Παρμενίδης απαντούσε: το ελαφρύ είναι θετικό, το βαρύ είναι αρ­νητικό.
 
Είχε δίκιο ή όχι; Ιδού η απορία.
 
Ένα πράγμα είναι βέβαιο.
 
Η αντίφαση βαρύ-ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης και η πιο διφορούμενη απ' όλες τις αντιφάσεις.
 
Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα

Το «λέω όλη την αλήθεια» είναι τελείως διαφορετικό από το «είμαι ειλικρινής» ή «δεν λέω ψέματα».
Πολλές φορές λέτε την αλήθεια, αλλά παραλείπετε σημαντικά μέρη της ή όταν δεν σας αρέσει η αλήθεια, κατασκευάζετε μια καινούρια.

Χαμογελάτε ποτέ, ενώ είστε πραγματικά θυμωμένοι; Έχετε συμπεριφερθεί ποτέ άσχημα και θυμωμένα, ενώ βαθιά μέσα σας φοβάστε πραγματικά; Γελάτε ποτέ και αστειεύεστε, ενώ νιώθετε θλίψη και απόρριψη; Έχετε κατηγορήσει ποτέ κάποιον άλλο, ενώ νιώθετε πως είστε εσείς ένοχοι;

Αυτό ακριβώς εννοώ όταν αναφέρομαι στην «πλήρη αλήθεια».

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες
στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα.

Οι άνθρωποι είμαστε όλοι αυθεντίες στο να κρύβουμε την αλήθεια για τα συναισθήματά μας. Γινόμαστε μαέστροι στη μεταμφίεση, με αποτέλεσμα να κρύβουμε και να καταπνίγουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ίσως μάλιστα είστε τόσο καλοί στο να κρύβετε την αλήθεια από τον εαυτό σας, που στο τέλος πιστεύετε τα ίδια σας τα ψέματα.

Η ικανότητά σας να νιώσετε αγάπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητά σας για απόλυτη ειλικρίνεια. Όσο πιο αληθινοί είστε στη ζωή σας, τόσο περισσότερη αγάπη θα βιώσετε. Οι σχέσεις από άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία αποτελούν πηγή αυξανόμενης αγάπης και σεβασμού προς τον εαυτό μας.

Οι σχέσεις που βασίζονται στο ψέμα μπορεί να είναι εύκολες και άνετες, αλλά δεν συμβάλλουν καθόλου στην ανάπτυξη της αγάπης προς τον εαυτό σας ούτε, βέβαια, στην ανάπτυξη του αυτοσεβασμού σας.

Το Φαινόμενο του Παγόβουνου
Τα συναισθήματά μας μοιάζουν με παγόβουνο
γενικά δείχνουμε ένα ελάχιστο μέρος
και το υπόλοιπο παραμένει «κάτω από το νερό».
Ζώντας με την Καρδιά και Όχι με το Νου

Η καταπίεση των συναισθημάτων σας είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός άμυνας, τον οποίο έχετε αναπτύξει με το πέρασμα του χρόνου. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσετε και να εκφράσετε τα αληθινά σας συναισθήματα, μαθαίνετε να τα κρύβετε βαθιά μέσα σας, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν. Με την πολύχρονη απόρριψη και καταπίεση, αποκτάτε την επιβλαβή συνήθεια να πνίγετε αυτόματα κάθε συναίσθημα που σας προκαλεί ανασφάλεια, σύγχυση ή το θεωρείτε απαράδεκτο. Αρχίζετε να ερμηνεύετε με το μυαλό ό,τι αισθάνεστε, αντί να το νιώθετε, απλά και αυθόρμητα, με την καρδιά σας.

Τι Νιώθετε Πραγματικά;
Αποτέλεσμα της καταπίεσης των συναισθημάτων σας
είναι ότι παύετε να αισθάνεστε και αρχίζετε να σκέφτεστε
πως θα έπρεπε να αισθάνεστε.

Η ανακάλυψη των κρυμμένων συναισθημάτων σας παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξή σας, επειδή, όσο τα καταπιέζετε, τόσο χάνετε την επαφή με αυτό που είστε και θέλετε πραγματικά. Όταν είστε αναστατωμένοι ή ανήμποροι (συναισθηματικά) να αντιμετωπίσετε μια συγκεκριμένη κατάσταση, βιώνετε υποσυνείδητα διάφορα επίπεδα συναισθημάτων ταυτόχρονα.

Τα επίπεδα αυτά είναι:
Θυμός, Μομφή και Πικρία
Πόνος, Θλίψη και Απογοήτευση
Φόβος και Ανασφάλεια
Ενοχή, Τύψεις και Μεταμέλεια
Αγάπη, Κατανόηση, Συγχώρεση και Επιθυμία
 
Η απόλυτη ειλικρίνεια έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα.
Είναι τελείως φυσιολογικό να έχετε πολλά αλληλοσυγκρουόμενα
συναισθήματα ταυτόχρονα.
 
Όταν εκφράζετε όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα,
μπορείτε να βιώσετε την αγάπη
και την κατανόηση τελείως αυθόρμητα.

Η απόλυτη αλήθεια για το πως αισθάνεστε έχει πολλά επίπεδα. Φυσιολογικά εσείς αναγνωρίζετε ένα συναίσθημα τη φορά, αλλά και τα άλλα είναι επίσης παρόντα. Όταν βιώνετε όλα αυτά τα επίπεδα και τα εκφράζετε πλήρως, οι συναισθηματικές αναταραχές διευθετούνται πολύ ευκολότερα. Κάθε συναίσθημα πρέπει να το ζείτε και να το εκφράζετε χωρίς περιορισμούς, διαφορετικά δεν θα ερμηνευτεί ποτέ σε βάθος. Στη δεύτερη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι να το καταπιέσετε, δημιουργώντας μεγαλύτερο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο, όμως, θα μεταφέρετε από τη μια σχέση στην άλλη.

Εκφράζοντας ειλικρινά όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα, μπορείτε να βιώσετε άμεσα την αγάπη και την κατανόηση, όπως στην αρχή της σχέσης.

Κάτω από όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα υπάρχουν τα θετικά· κάτω από όλο το θυμό και τον πόνο βρίσκονται η αγάπη και η προθυμία για επικοινωνία. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εκδηλώνετε το θυμό ή τον πόνο και αμελείτε να εκφράσετε όλη την αλήθεια για την αγάπη που βρίσκεται από κάτω. Ο μόνος τρόπος για να φέρετε στο φως την αγάπη είναι να βιώσετε και να εκφράσετε όλα τα άλλα συναισθήματα που έχουν στοιβαχτεί πάνω της.

Κάτω από όλα τα αρνητικά συναισθήματα
περιμένει η αγάπη για να αναβλύσει.

Κάφκα: Για την ζωή

O Φραντς Κάφκα ερμήνευσε µε διαύγεια και βαθύτητα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και στοχάστηκε µε τρόπο ευφυή και καυστικό πάνω στις πολλαπλές στενοχώριες και ανοησίες της κάθε µέρας µας.
 
«ΖΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΩ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ. ΜΕ ΤΕΤΟΙO ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΟΥΜΕ ΠΟΥ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΠΑΡΕΚΚΛIΝΟΥΜΕ». Η σύγχυση είναι μία από τις επιδημίες του καιρού μας, αφού ζούμε εκτεθειμένοι σε τέτοια πληθώρα ερεθισμάτων και απαιτήσεων που συχνά χάνουμε τον έλεγχο των προτεραιοτήτων μας. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο ίσιος και απλός δρόμος είναι πάντα κι ο καλύτερος.
 
Ο βιολόγος και σύμβουλος Ενρίκε δε Μόρα μιλάει στο βιβλίο του ZigZag για τη σημασία που έχει κάποιες φορές το να κάνουμε γύρους, καθώς αυτοί μας απομακρύνουν από τον πιο σύντομο δρόμο αλλά μας οδηγούν σε μέρη που πράγματι χρειάζεται να δούμε: «Ιδεατά, για να πάει κανείς από το ένα σημείο στο άλλο, η ευθεία οδός είναι η συντομότερη, αλλά, στην τροχιά της ζωής των ανθρώπων, είθισται να είναι πολύ δύσκολη η εξελικτική πορεία σε ευθεία γραμμή.
 
Συνήθως προκύπτουν απρόοπτα που αλλάζουν τη ζωή μας και φαινομενικά μας κάνουν να χάνουμε χρόνο. Ακόμα κι έτσι, το να μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε αυτές τις απρόβλεπτες συνθήκες, αυτές τις περιπλοκές, μας κάνει να ωριμάζουμε σαν άνθρωποι. Ένα ατύχημα εν πρώτοις, δεν φαίνεται να μας φέρνει τίποτα καλό, αλλά, αν μπορέσουμε να πάρουμε κάποιο μάθημα από αυτό, θα βγούμε ενδυναμωμένοι.
 
Μαθαίνουμε περισσότερο όντας υποχρεωμένοι να προχωράμε με τον άνεμο κόντρα παρά ευνοϊκό. Στις στροφές που μας βγάζουν από την κανονική μας πορεία μπορούμε να ανακαλύψουμε πολύ περισσότερα διδάγματα. Ό,τι μας συμβαίνει είναι προς το συμφέρον μας».
 
«ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ. ΕΙΤΕ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ, ΕΙΤΕ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ». Κανένας δεν είναι απαλλαγμένος από προκαταλήψεις. Ακόμα και τα πιο ελεύθερα μυαλά υφίστανται τα φίλτρα των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων. Οι αιτίες τους είναι πολιτισμικού, οικογενειακού και βιογραφικού χαρακτήρα, καθώς όλα τα βιώματά μας λειτουργούν τελικά ως φίλτρα ανάμεσα σε εμάς και στην πραγματικότητα.
 
Δεν υπάρχουν μόνο άτομα που απορρίπτουν ή περιφρονούν κάποια άλλα τα οποία δεν ανήκουν στη δική τους κοινότητα, στον πολιτισμό τους, στη φυλή ή στη θρησκεία τους. Ακόμα και απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς μας διακατεχόμαστε από προκαταλήψεις και περιορισμούς όπως:
 
- Η πίστη ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι το οποίο δεν έχουμε επιχειρήσει και πριν.
- Η υποψία ότι άλλα άτομα μας λογοκρίνουν ή δεν μας αποδίδουν αυτό που μας αξίζει, όταν είναι πολύ πιθανόν να μην έχουν σχηματίσει άποψη για μας.
- Η τάση να σκεφτόμαστε ότι μια οριστική αποτυχία θα επαναληφθεί, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν δύο ίδιες στιγμές ή περιστάσεις.
 
«ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΛΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑΣ, ΠΡΟΩΡΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΙΑΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ, ΤΕΧΝΗΤΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΠΟΥ ΥΨΩΝΕΤΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ». Η υπομονή είναι μια έξυπνη και πρακτική στάση η οποία μας γλιτώνει από άπειρες συγκρούσεις. Κατά τον γκουρού Όσο, η απλή παρατήρηση των γεγονότων είναι η τέχνη της υπομονής. Το να βλέπουμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να τα προσπερνάμε, δείχνει ότι κατέχουμε την «επιστήμη της ειρήνης».
 
Ο Δαλάι Λάμα διαβεβαιώνει πως «τίποτα δεν είναι τελικά τόσο ελκυστικό στον άνθρωπο όσο η ευγένειά του, η υπομονή του και η ανεκτικότητά του».
 
Ίσως όμως αυτός που προσδιόρισε καλύτερα αυτή την πηγή ηρεμίας και έμπνευσης να είναι ο Ζαν-Ζακ Ρουσσό, ο οποίος είπε ότι «η υπομονή είναι πικρή αλλά οι καρποί της είναι πολύ γλυκοί».
 
Αξίζει τον κόπο να ξαναβρίσκουμε αυτή την αρετή κάθε φορά που μπαίνουμε στον πειρασμό να γράψουμε ένα προσβλητικό γράμμα, να λογομαχήσουμε με τον ή τη σύντροφό μας ή να πάρουμε μια βιαστική απόφαση για μια υπόθεση που δεν έχει ακόμη ωριμάσει.

Φτάνουμε τόσο ψηλά όσο επιτρέπουμε στις σκέψεις μας!

Γίνετε ένας Θαυμάσιος Στοχαστής. Δεσμευτείτε να κάνετε κάθε σκέψη σας ένα πανέμορφο πράγμα. Αφιερωθείτε στο να βρίσκετε εντυπωσιακές έννοιες και ιδέες και σκέψεις που να είναι ξεκάθαρα αριστουργήματα.

Το έχετε ακούσει εκατοντάδες φορές με άλλους τόσους διαφορετικούς τρόπους: Γίνεστε αυτό που σκέφτεστε. Και οι σκέψεις που χρησιμοποιείτε μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Να περιμένετε να σας συμβούν εξαιρετικά πράγματα και θα σας συμβούν. Το λένε οι εμψυχωτές. Το λένε οι δάσκαλοι. Το λένε οι σοφοί. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί; Νομίζω ότι τελικά κατανοώ γιατί είναι ακριβής αυτή η ιδέα. Δεν είναι κάποια μυστικιστική φιλοσοφία. Είναι απλή λογική.
   
Ορίστε, λοιπόν: Οι ενέργειές σας κάθε μέρα δημιουργούν τα αποτελέσματα της ζωής σας. Κι αφού πριν από κάθε ενέργειά σας υπήρξε μια σκέψη (η σκέψη είναι πράγματι ο πρόγονος της απόδοσης), αυτά στα οποία επικεντρώνεστε καθοδηγούν την πραγματικότητά σας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι το είχε διατυπώσει πολύ εύστοχα όταν έγραψε: «Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε»

Ως ανθρώπινο ον, ποτέ δεν θα δράσετε με τρόπο σπουδαιότερο από τις σκέψεις σας. Αν έχετε σπουδαία όνειρα, η συμπεριφορά σας θα ακολουθήσει. Αν σκέφτεστε μικροπράγματα, θα κάνετε και μικροπράγματα. Η έννοια αυτή εξαπλώνεται ορμητικά σε κάθε διάσταση της ζωής μας. Αν σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, οι μέρες σας θα περνούν ανοιχτόκαρδα. Και αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά αληθινά δημιουργεί την πραγματικότητά σας, επειδή οι άνθρωποι κάνουν καλά πράγματα για τους καλούς ανθρώπους.

Αν σκέφτεστε ότι σας αξίζουν τα καλύτερα, οι ενέργειές σας θα αντανακλούν αυτή την εμπιστοσύνη. Οι καλύτερες ενέργειες θα οδηγήσουν τότε σε καλύτερα αποτελέσματα. Αν περιμένετε ότι στη σταδιοδρομία σας ή στην κοινότητά σας θα φτάσετε σε επίπεδο παγκόσμιας κλάσης, τότε αυτός ο λαμπρός τρόπος σκέψης θα διαμορφώσει τον τρόπο που εργάζεστε καθώς και τον τρόπο που ζείτε. Και αυτή η εξαιρετική συμπεριφορά θα προκαλέσει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ελπίζω ότι μπόρεσα να διατυπώσω αυτή την ιδέα με σαφήνεια. Επειδή πιστεύω ότι είναι μια πολύ μεγάλη ιδέα που όμως εύκολα την αγνοούμε. Οι σκέψεις σας πραγματικά διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Η μόρφωσή σας διαμορφώνει τον κόσμο σας. Εκείνα στα οποία εστιάζετε θα επεκταθούν. Κι εκείνα με τα οποία ασχολείστε είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα καθορίσουν τη μοίρα σας.

Αν κάποιος σου ζητήσει να επιλέξεις, να επιλέγεις πάντα εσένα

Μπορεί να έχουμε τη μεγαλύτερη καρδιά, ικανή να αγαπήσει τρελά και άνευ όρων. Μπορεί να πιστεύουμε στον ρομαντισμό, να τον επιζητούμε. Και πάντα πιστεύω ότι πρέπει να ερωτευόμαστε βαθιά, γρήγορα και χωρίς φόβο για το πού θα προσγειωθούμε. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε εμάς: Κι αν όλο αυτό τον καιρό το καλύτερο άτομο το οποίο θα μπορούσαμε να ερωτευθούμε είναι ο εαυτός μας;

Η αγάπη για τον εαυτό μας δεν είναι μια μόδα που ήρθε και θα φύγει. Οι άνθρωποι που την αντιλαμβάνονται έτσι έχουν χάσει μάλλον κάτι πολύ κρίσιμο. Η αγάπη για τον εαυτό μας είναι απαραίτητη, επειδή μας δίνει τα εργαλεία για να επιβιώσουμε σε αυτή τη ζωή.

Και είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας. Δεν χρειάζεται να εξαρτόμαστε από κανένα άλλο για να δώσουμε στον εαυτό μας αξία. Εμείς κρατάμε όλη τη δύναμη και σε έναν κόσμο που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, αυτό είναι ένα ενθαρρυντικό συναίσθημα.

Φυσικά, είναι ευκολότερο στη θεωρία. Είναι όμορφο πράγμα να θέλουμε να κάνουμε πράγματα για άλλους, να τους επιλέγουμε. Η ανιδιοτέλεια έχει τη θέση της στη ζωή μας φυσικά. Και ιδανικά, μπορούμε να μάθουμε να την εξισορροπούμε. Κάποιες φορές να επιλέγουμε τους άλλους. Άλλες φορές να επιλέγουμε τον εαυτό μας.

Αλλά τι γίνεται αν κάποιος μας βάλει σε μια θέση όπου συνεχώς «δουλεύουμε» γι’ αυτόν και δεν υπάρχει καμία αμοιβαιότητα; Αυτό δεν είναι αγάπη. Δεν είναι υγιές, ούτε και αποτελεί μέρος κάποιας συνταγής για την ευτυχία. Το μόνο που κάνει είναι να συσσωρεύει την πικρία και μια ψευδή ιδέα ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί.

Κι αν αντιληφθούμε ότι τελικά ξοδεύουμε πολύ χρόνο προσπαθώντας να πείσουμε τους άλλους ότι αξίζουμε; Ότι κάνουμε τα πάντα, για να βεβαιωθούμε ότι συνεχίζουμε να είμαστε αποδεκτοί από αυτούς; Αυτό αργά ή γρήγορα θα μας πνίξει και είναι βέβαιο.

Αν γίνει γρήγορα, μπορεί και να βγούμε δυνατότεροι. Αν γίνει αργά, θα έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο και αυτό θα μας καταρρακώσει ακόμα περισσότερο. Αυτή δεν είναι η ζωή που επιζητάμε να δημιουργήσουμε. Δεν είναι η οπτική που θέλουμε να έχουμε.

Επιλέγω τον εαυτό μου. Επιλέγω τον εαυτό μου επειδή είμαι το μόνο άτομο για το οποίο εγγυώμαι ότι θα κάνει τη δουλειά σωστά. Επιλέγω τον εαυτό μου σε όλες εκείνες τις φορές που κάποιος με έθεσε ως επιλογή, όχι ως προτεραιότητα. Επιλέγω τον εαυτό μου ώστε όταν κάτι εκπληκτικό έρθει, να έχω αγαπήσει ήδη τον εαυτό μου και να μπορώ να προσφέρω και στον άλλο. Οι σχέσεις προϋποθέτουν δούναι και λαβείν.

Αν κάποιος σας ραγίσει την καρδιά, μην εγκαταλείπετε την αγάπη. Μην αποκλείσετε οποιαδήποτε μελλοντική ευκαιρία. Όμως, επιλέξτε τον εαυτό σας. Μάθετε ότι όλα αυτά μπορούν να συνυπάρχουν. Μπορείτε να είστε ρομαντικοί και παράλληλα να ξέρετε ότι τα συναισθήματά σας είναι σημαντικά. Επειδή αξίζετε. Ακόμα κι αν κάποιος σας παγιδεύσει στο να σκεφτείτε το αντίθετο. Αξίζετε.

Τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή;

Όταν οι άνθρωποι περιφρουρούν την περιουσία τους, είναι συνήθως σφιχτοχέρηδες όταν όμως πρόκειται να χάσουν την ώρα τους, όταν δηλαδή βρίσκονται μπροστά στη μόνη περίπτωση που η φιλαργυρία θα ήταν έντιμο πράγμα, τότε γίνονται εξαιρετικά σπάταλοι. Θα ήθελα λοιπόν να σταματήσω κάποιον από τους γεροντότερους και να τον ρωτήσω: «Βλέπω ότι έχεις φτάσει σε βαθιά γεράματα: πλησιάζεις το εκατοστό έτος της ηλικίας σου, ίσως και περισσότερο` έλα τώρα να ξαναθυμηθείς τη ζωή σου και κάνε μου έναν απολογισμό.

Σκέψου πόσο από το χρόνο σου έχεις αφιερώσει στο δανειστή σου, πόσο στη φιλενάδα σου, πόσο στον πατρόνα σου, πόσο σπατάλησες για να λογομαχείς με τη γυναίκα σου, πόσο για να επιβάλεις τιμωρίες στους δούλους σου και πόσο για να τρέχεις πάνω κάτω στην πόλη εκτελώντας τις κοινωνικές σου υποχρεώσεις. Πρόσθεσε σ’ αυτά και τις αρρώστιες που εμείς οι ίδιοι προκαλούμε με τις πράξεις μας, και υπολόγισε επίσης και το χρόνο που έχει περάσει ανεκμετάλλευτος` τότε θα δεις ότι έχεις λιγότερα χρόνια από αυτά που υπολόγιζες ‘ότι είχες.

Κάτσε και ξανασκέψου, όποτε είχες βάλει ένα συγκεκριμένο σχέδιο στη ζωή σου, πόσο λίγες ήταν οι μέρες που πέρασες όπως τις είχες σχεδιάσει, πόσες φορές ήσουν πράγματι διαθέσιμος για τον εαυτό σου, πότε το πρόσωπό σου είχε τη φυσική του έκφραση, πότε το μυαλό σου ήταν ατάραχο, τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή, πόσοι ήταν εκείνοι που σου απέσπασαν ένα τμήμα από τη ζωή σου όταν εσύ δεν ήξερες ακόμα τι έχανες, πόσο μέρος της ζωής σου ξόδεψες σε άσκοπη λύπη, σε ανόητη χαρά, σε άπληστη επιθυμία, σε συμβατικές συζητήσεις και, τελικά, πόσο μέρος από εσένα τον ίδιο σου έχει απομείνει και τότε θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πολύ πριν από το χρόνο που η φύση έχει προορίσει για σένα».

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της συντομίας της ζωής

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Η συζυγική ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης

Οι προηγούμενοι τυπολογικοί, λειτουργικοί και σημειολογικοί ορισμοί αφορούν κατ' εξοχήν στην κορυφαία ομιλητική σχέση της Ιλιάδας, στη συζυγική δηλαδή ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, η οποία διαβαθμίζεται, με κατιούσα φορά, στις ραψωδίες Ζ (στ. 407-493), X (στ. 477-514) και Ω (στ. 725-745).
 
Τα δύο βασικά υποκείμενα της ομιλητικής αυτής σχέσης είναι ο Πριαμίδης Έκτωρ (ο επιφανέστερος και σημαντικότερος υπερασπιστής της Τροίας) και η Ανδρομάχη, το γενεολογικό μητρώο της οποίας ενδιαφέρει ιδιαίτερα: κατάγεται από βασιλική οικογένεια της Θήβας, από την Πλάκο της Κιλικίας· στο πλαίσιο του τρωικού πολέμου έχει χάσει πατρίδα, αδέλφια και γονείς· για τον τριπλό αυτόν αφανισμό ευθύνεται ο Αχιλλέας. Με τους όρους αυτούς, η προσήλωση της Ανδρομάχης στον Έκτορα είναι κυριολεκτικώς αποκλειστική, γι' αυτό και το πρόσωπό της εμφανίζεται στην Ιλιάδα σε συνάφεια μόνον προς τον Έκτορα και την τραγική του τύχη.
 
Στην ομιλητική, ωστόσο, σχέση Έκτορα και Ανδρομάχης διαμεσολαβεί, ως βωβό πρόσωπο, και το νήπιο τέκνο τους, ο Αστυάναξ ή Σκαμάνδριος - και τα δύο ονόματα, προπαντός το πρώτο, δεν είναι καθόλου αδιάφορα, όπως θα δούμε, για τη δική μας σύγκριση. Ο ρόλος του Αστυάνακτα αναγνωρίζεται καθ' οδόν: το παιδί συστήνει με τη σιωπηλή παρουσία του και το φοβισμένο του κλάμα την κορυφή του συζυγικού τριγώνου, ευνοώντας τη σύγκλιση των βασικών ομιλητικών υποκειμένων, που βρίσκονται, εξαιτίας του πολέμου, σε απόσταση μεταξύ τους. Τούτο φαίνεται καθαρά στην πρώτη βαθμίδα της συζυγικής ομιλίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δεύτερο μισό της έκτης ραψωδίας (στ. 369-502).
 
Σε αυτήν, εξάλλου, τη βαθμίδα έχουμε και τη μοναδική εν ζωή ιλιαδική συνάντηση και συνομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, που πραγματοποιείται απρογραμμάτιστα και παρ' ελπίδα στις Σκαιές Πύλες - συμβολικό όριο πολεμικού και ομιλητικού χώρου στην Ιλιάδα. Η προηγούμενη αριστεία του Διομήδη (5.144 κε.) απειλεί ήδη την τειχισμένη πόλη της Τροίας, και η απειλή αυτή αποτελεί τον λόγο εισόδου του Έκτορα στο κάστρο (ο Έλενος τον επιφορτίζει με την εντολή να κινητοποιήσει τη μάνα του και τις σεβάσμιες Τρωάδες ώστε με πέπλο και προσευχές να ικετεύσουν το ξόανο της Παλλάδας προς αποτροπή του έσχατου κινδύνου (6.77-101)· η φήμη της ίδιας απειλής προκαλεί και την έξοδο της Ανδρομάχης από τον συζυγικό θάλαμο στις επάλξεις του κάστρου, όπου συναντά τον Έκτορα, έτοιμο ήδη να διαβεί τις Σκαιές Πύλες (στ. 392-406)· εκεί μάταια προσπαθεί να αποτρέψει την επιστροφή του άντρα της στο πεδίο της μάχης, με επιχειρήματα αμυντικής τακτικής και συναισθηματικής αγωνίας (στ. 407-439).
 
Η ομιλητική σκηνή επιβαρύνεται εξαρχής από τα προαισθήματα του Έκτορα για τη βέβαιη πτώση της Τροίας, ως παρεπόμενα της οποίας προβλέπονται ο δικός του φόνος, η χηρεία και η δουλεία της γυναίκας του, η ορφανική δυστυχία του μικρού παιδιού (στ. 441-465). Η ούτως ή άλλως βαριά αυτή ατμόσφαιρα ανακουφίζεται κάπως εξαιτίας του νηπίου: που περνά από την αγκάλη της παραμάνας στα χέρια του πατέρα και εφεξής στον κόρφο της μάνας, προκαλώντας κατά σειρά: τον μερικό αφοπλισμό του Έκτορα· την ευχή του πατέρα στον Δία να έχει ο γιος του ευκλεέστερο μέλλον από το δικό του· το δακρυσμένο γέλιο της Ανδρομάχης· το τρυφερό τέλος παρηγορητικό χάδι του άντρα της (στ. 467-493).
 
Το σύνολο της ομιλητικής σκηνής μοιράζεται σε πράξη και λόγο των ομιλητικών υποκειμένων: η πράξη περιβάλλει τον λόγο. Ο συνδυασμός αυτός δίνει έντονη την αίσθηση της παράστασης, και προσφέρεται σε θεατρική μεταγραφή. Τούτο φαίνεται καθαρά και στον επίλογο της σκηνής: ο Έκτωρ παρηγορεί και συγχρόνως αποτρέπει τη γυναίκα του· ο ίδιος οφείλει να συνεχίσει το ευκλεές πολεμικό του έργο, με τίμημα έστω τον θάνατο, που τελικώς τον αποφασίζουν οι θεοί· εκείνη πρέπει να γυρίσει στον θάλαμο και να επιδοθεί στα γυναικεία της καθήκοντα (στ. 495-500)· ο Έκτωρ φορεί ξανά την περικεφαλαία του και φεύγει (στ. 494)· η Ανδρομάχη υποχωρεί κοιτάζοντας πίσω της και κλαίει· όταν φτάνει στο σπίτι, το κλάμα μεταβάλλεται σε επιτάφιο θρήνο· βέβαιη η γυναίκα ότι δεν θα ξαναδεί τον άντρα της, τον μοιρολογεί ζωντανό (στ. 499-502).
 
Οι δύο επόμενες εμφανίσεις της Ανδρομάχης στην Ιλιάδα επισυμβαίνουν με τον Έκτορα πλέον νεκρό και έχουν την τυπική μορφή του επικήδειου θρήνου (22.477-514 και 24.725-745). Η λειτουργική αυτή συγγένεια υπαγορεύει λίγο πολύ και συγγενές περιεχόμενο: καθώς το ομιλητικό τρίγωνο έχει κλονιστεί πια στη βάση του, η χηρεία και η σκλαβιά της γυναίκας, η ορφανική τύχη και η πιθανή κατακρήμνιση του παιδιού από το κάστρο της Τροίας προβάλλονται τώρα με ιδιαίτερη έμφαση και μοιράζονται δυσανάλογα στους δύο κομμούς· όπου βεβαίως προέχει ο σπαραχτικός θρήνος της γυναίκας για τον πρόωρα αφανισμένο άντρα της.
 
Παρά τις ομοιότητές τους, όμως, οι θρήνοι έχουν και χαρακτηριστικές διαφορές. Η κυριότερη διαφορά εντοπίζεται στον χώρο και στον χρόνο τους. Ο θρήνος της εικοστής δεύτερης ραψωδίας σκηνοθετείται πάνω στις επάλξεις του κάστρου, με τον νεκρό Έκτορα να διασύρεται μπροστά στα μάτια της γυναίκας του από τον Αχιλλέα. Ο θρήνος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας υπακούει σε τυπικότερη σκηνοθεσία: την εφάρματη επιστροφή του νεκρού Έκτορα στην Τροία την αναγγέλλει πάνω από το κάστρο η Κασσάνδρα ως παραισθητικό νόστο του ήρωα (στ. 704-706)· Τρώες και Τρωάδες συρρέουν στις πύλες για να υποδεχτούν τον νεκρό (στ. 707-709)· με την επιμονή του Πριάμου, ο νεκρός προτίθεται στο παλάτι (στ. 716-717)· χορός εξαρχόντων εγκαινιάζει τον επικήδειο οδυρμό (στ. 719-721)· κρατώντας το κεφάλι του νεκρού, η Ανδρομάχη προφέρει πρώτη τον δικό της κομμό (στ. 725-745)· έπονται οι θρήνοι της Εκάβης (στ. 748-759) και της Ελένης (στ. 762-775).
 
Όπως τονίσαμε ήδη, ο νεκρός και διασυρμένος Έκτωρ, ύστερα από παρέμβαση των θεών και τη μακρά εταιρική ομιλία του Πριάμου με τον Αχιλλέα, επιστρέφεται στην Τροία και προοικονομείται η ταφή του, με συμφωνημένη, ολιγοήμερη έστω, ανακωχή Δαναών και Τρώων (24.656-667) - αυτήν την τροπή του ομιλητικού θέματος ονομάσαμε προηγουμένως "νεκρώσιμο νόστο". Τον ιλιαδικό νεκρώσιμο νόστο παραλαμβάνει ο ποιητής της Οδύσσειας και τον γυρίζει σε αίσιο, μέσα βέβαια από ατέλειωτες περιπλανήσεις, τον χαμό όλων των εταίρων του, την εκδικητική μνηστηροφονία.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (380-404)

ΟΡ. τοῦτο διαμπερὲς οὖς [στρ. δ] 380
ἵκεθ᾽ ἅπερ τε βέλος.
Ζεῦ Ζεῦ, κάτωθεν ἀμπέμπων
ὑστερόποινον ἄταν,
βροτῶν τλάμονι καὶ πανούργῳ
385 χειρί, τοκεῦσι δ᾽ ὅμως τελεῖται.

ΧΟ. ἐφυμνῆσαι γένοιτό μοι πυκά- [στρ. ε]
εντ᾽ ὀλολυγμὸν ἀνδρὸς
θεινομένου, γυναικός τ᾽
ὀλλυμένας· τί γὰρ κεύ-
θω †φρενὸς θεῖον ἔμπας†
390 ποτᾶται, πάροιθεν δὲ πρῴρας
δριμὺς ἄηται κραδίας
θυμός, ἔγκοτον στύγος.

ΗΛ. καὶ πότ᾽ ἂν ἀμφιθαλὴς [ἀντ. δ]
395 Ζεὺς ἐπὶ χεῖρα βάλοι,
φεῦ φεῦ, κάρανα δαΐξας;
πιστὰ γένοιτο χώρᾳ.
δίκαν [δ᾽] ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ.
κλῦτε δὲ Γᾶ χθονίων τε τιμαί.

400 ΧΟ. ἀλλὰ νόμος μὲν φονίας σταγόνας
χυμένας ἐς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν
αἷμα· βοᾷ γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν
παρὰ τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην
ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτῃ.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
380 Αυτός σου ο λόγος χτύπησε στ᾽ αυτί
σα βέλος που τρυπά πέρα για πέρα.
Ω Δία, που στέλλεις κάτω από τη γη
την εκδικήτρα συμφορά μια μέρα,
αργά ή νωρίς, σε κείνους που τολμούν
τα πάντα με κακούργα χέρια,
και γονιοί να ᾽ναι, θα το βρουν.

ΧΟΡΟΣ
Να θε αξιωθώ τον άγιο ολολυγμό
μ᾽ όλη μου τη φωνή να ψάλω,
σαν πέφτουν άντρας και γυναίκα, οι δυο,
σφαγμένοι ο ένας πάνω από τον άλλο!
Γιατί, τί θέλω να το κρύβω αυτό
που ξεπετά και μόνο απ᾽ την καρδιά μου,
390 αφού δριμύ μου πνέει κατάπρωρα
το πάθος της ψυχής, η άγρια η μάνητά μου;

ΗΛΕΚΤΡΑ
Πότε λοιπόν κι ο παντοδύναμος
ο Δίας το χέρι του θα βάλει;
αχ κι αχ! σα σκίσει τα κεφάλια τους,
στη χώρα η πίστη θα γυρίσει πάλι.
Το δίκιο από τους άδικους ζητώ,
μ᾽ ακούστε, ω Γη κι ω σεβαστές
του κάτω κόσμου εσείς θεές!

ΧΟΡΟΣ
400 Μα είναι νόμος, το αίμα που εχύθη στη γη
νέον αίμα να θέλει· κι ο φόνος βοά,
ως που νά ᾽ρθει η Ερινύα και φέρει γι᾽ αυτούς
που σκοτώθηκαν πριν,
συμφορ᾽ άλλην στην πρώτην απάνω.

Η ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Το έργο του Θουκυδίδη κατέχει ξεχωριστή θέση ως η πρώτη καταγραφή της ιστορίας που διακρίνεται από επιστημονικό και ορθολογιστικό πνεύμα. Ο Θουκυδίδης αποτυπώνει καλύτερα από οποιονδήποτε σύγχρονό του το πνευματικό κλίμα της εποχής του. Πρώτος αυτός ζητά να ερμηνεύσει τα ιστορικά συμβάντα ορθολογιστικά, δηλαδή ως αποτελέσματα της δράσης ενδοκοσμικών παραγόντων, αποκλείοντας από το έργο του κάθε αναφορά στους θεούς και στην επίδραση υπερφυσικών δυνάμεων.
 
Η Ἱστορία του Θουκυδίδη αποτελεί μία μελέτη της προσπάθειας του ανθρώπου να υποτάξει τον κόσμο μέσα από τη νόηση (Parry 1981: 181). Σαφώς επηρεασμένος από τη διδασκαλία των σοφιστών, ο Θουκυδίδης προβάλλει την πίστη του στον νου και τον ανθρώπινο λόγο, αναγνωρίζοντας ότι «η ζωή είναι σε μεγάλο βαθμό λογική και διέπεται από τάξη» (Finley 2006: 318). Σε αυτήν ακριβώς την πίστη βασίζεται και η δυνατότητα της προγνώσεως, που όχι μόνο διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο μέσα στο έργο αλλά το καταξιώνει και ως κτῆμα ἐς ἀεὶ.
 
          Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θουκυδίδης αναγνώριζε την αδυναμία της σκέψης να εξουσιάσει πλήρως τη ζωή, καθώς υπάρχει πάντοτε μια περιοχή της ζωής που δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί ακριβώς (Finley 2006: 317-8). Εδώ έγκειται αυτό που ονομάζουμε τύχη, η έννοια της οποίας στον Θουκυδίδη φαίνεται να είναι σύμφωνη με την αντίληψη των Ιπποκρατικών. Η τύχη στον Ιπποκράτη και τη σχολή του δεν έχει υπερφυσικό χαρακτήρα, γίνεται όρος για εκείνο που δεν μπορεί να προσδιορίσει η ανθρώπινη διάνοια, για το αστάθμητο (όχι όμως και υπερφυσικό) στοιχείο εκείνο που πολλές φορές επιδρά στα ανθρώπινα.
 
          Έτσι, ενώ στον Θουκυδίδη όλα τα ανθρώπινα μέσα υποτάσσονται, τελικά, στην πνευματική ικανότητα, υπάρχει ένα στοιχείο που μένει στο περιθώριο. Αυτό δεν είναι άλλο από την τύχη, στην οποία παραχωρεί την πρέπουσα θέση μέσα στο έργο του, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι η τύχη έχει κυρίαρχη θέση στην Ἱστορία (De Romilly 1988: 175). Ο Θουκυδίδης οργανώνει την Ἱστορία του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιοχές της ανθρώπινης δράσης, τη σκέψη, που εκφράζεται με τον λόγο, και την κατεξοχήν δράση, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα, και διερευνά τη μεταξύ τους σχέση (Parry 1981: 182, Edmunds 1975: 212). Στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται ιδιαίτερα η αντίθεση γνώμητύχη, η οποία απαντά πολύ συχνά μέσα στο έργο, αν και όχι πάντοτε ρητώς εκπεφρασμένα.

Πόσο αληθινοί γίνονται οι άνθρωποι, όταν μιλούν για εκείνο που αγαπούν;

Οι άνθρωποι, όταν μιλούν γι’ αυτό που αγαπούν, λάμπουν!
Παρατήρησέ τους. Πως τα μάτια τους έχουν σπίθες θάρρους και ζωντάνιας. Πως το χαμόγελό τους είναι αλλιώτικο από κάθε άλλο, που σου έχουν χαρίσει. Παρατήρησε πως παίρνει χρώμα η φωνή τους, πως οι λέξεις τους σαν μουσική αγκαλιάζουν το χώρο.

Δεν στέκουν ακίνητοι. Το σώμα τους βρίσκεται σε μια εγρήγορση. Σε μια αναστάτωση, σαν να αντικρίζουν τον εφηβικό τους έρωτα! Παρατήρησε τις κινήσεις τους. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να σε μεταφέρουν στο όνειρό τους. Γρήγορες κινήσεις, η μία να διαχέεται την άλλη τόσο αρμονικά όμως, που νομίζεις πως τις έχουν μάθει σαν ρόλο το τι πρέπει να κάνουν.

Εκείνοι, όμως τη στιγμή αυτή βλέπουν μπροστά τους το όνειρό τους να παίρνει σάρκα και οστά. Η αναπνοή τους γίνεται πιο γρήγορη. Και θέλουν να πουν τόσα πολλά, που προσπαθούν να τα πουν όλα μαζί και γρήγορα, με αποτέλεσμα να κομπιάζουν. Γιατί δεν ξέρουν από που να ξεκινήσουν! Σε εκείνο το κόμπιασμα λοιπόν παίρνουν βαθιά ανάσα και συνεχίζουν να λένε, να λένε, να λένε…με ακόμα πιο μεγάλο ενθουσιασμό και πάντα σε κοιτάζουν μέσα στα μάτια!

Έχουν έξω το στέρνο τους και είναι οπλισμένοι με τόλμη. Ξέρουν τι θέλουν. Πατούν γερά στη γη για να αγγίξουν ό,τι αγαπούν! Θαρρείς πως αντικρίζεις άλλον άνθρωπο. Και οι κλειστοί, ναι, οι κλειστοί χαρακτήρες, αν μιλήσουν για ό,τι αγαπούν, τότε δεν τους αναγνωρίζεις.

Και δεν υπάρχει πιο όμορφος άνθρωπος, από εκείνον που σου μιλάει ή μάλλον που σου αφηγείται ό,τι αγαπάει! Από τον άνθρωπο που κατέχει ξεχωριστή θέση στην ζωή του, μέχρι εκείνο το όνειρο που είχε από μικρός. Εκείνο που παλεύει να πραγματοποιήσει για να φτάσει και να φτιάξει την ευτυχία του!

Αλλιώτικοι όμως γίνονται οι άνθρωποι και όταν σου μιλούν για ότι τους πόνεσε! Δες πως αλλάζει η όψη τους. Πως ο πόνος αγγίζει το πρόσωπό τους. Κοίταξε πως τα μάτια τους γεμίζουν από θάλασσες. Θάλασσες που ήταν γαλήνιες κάποτε και τώρα, τώρα δεν θυμίζουν τίποτα από πριν. Μα μια φουρτούνα μονάχα μπορείς να αντικρίσεις.

Παρατήρησε πως, όταν οι άνθρωποι μιλούν για ότι τους έχει πονέσει, δεν σε κοιτούν στα μάτια. Το βλέμμα τους ατενίζει αλλού. Και είναι πιο ήρεμοι, πιο ήσυχοι. Θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν κατάματα όταν φτάσουν στο τέλος της αφήγησής τους, λέγοντας κοφτά, πόνεσα πολύ! Μα πάει, πέρασε αυτό. Και θα το συνοδέψουν με ένα μικρό χαμόγελο. Σε εκείνο το χαμόγελο κρύβεται και η δύναμή τους. Εκείνη που έχουν για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ελπίζουν!

Παρατήρησε τους ανθρώπους πόσο αληθινοί γίνονται όταν σου μιλούν για ότι αγαπούν και για ότι τους έχει πονέσει στη ζωή τους. Παρατήρησε πως η αλήθεια τους αλλάζει. Πως αντικρίζεις την ίδια την ζωή εκείνη τη στιγμή. Παρατήρησε πως ότι ζούμε είναι η ίδια η ζωή!

Νίτσε: Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου

Μ’ έναν μεγάλο λαό, μεγαλοφυή, συμβαίνει ό,τι και με τον άνθρωπο τον μεγαλοφυή. Και οι παραμικρότερες εκδηλώσεις τη ζωής, έχουν το σημάδι της μεγαλοφυΐας...

Οι Έλληνες είναι όπως και η μεγαλοφυΐα: Απλοί. Γι’ αυτό είναι διδάσκαλοι αθάνατοι.

Οι θεσμοί τους, τα δημιουργήματά τους, φέρνουν τη σφραγίδα της απλότητας, τόσο, που συχνά μένει κανείς εκστατικός, βλέποντας ως τι σημείο είναι μοναδικοί σ’ αυτή τους την απλότητα.

Και, παραδόξως, είν’ εξίσου τόσο «βαθιές», όσο και απλοί. Μολοντούτο, σπάνια μας αποκαλύπτουν τα βάθη της σοφίας και της γνώσης τους...

Ανάμεσα στον μεγάλο άνθρωπο της διάνοιας, το Αριστοτέλη, και στα ήθη και την τέχνη των Ελλήνων, υπάρχει άβυσσος τεράστια, έτσι που ο καθείς από εμάς φαίνεται ρηχός και άτονος, συγκρινόμενος με το απροσμέτρητο μεγαλείο του ελληνικού ενστίκτου.

Είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες αρετές των Ελλήνων το να μην θέλουν να μεταπλάσουν σε διανόημα ό,τι καλύτερο κλείνουν μέσα τους.

Μ’ άλλα λόγια, είναι «αφελείς»· είναι μια λέξη που συνοψίζει την απλότητα και το βάθος. Έχουνε μέσα τους κάτι από το έργο της τέχνης.

Ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής για να φωτιστεί αμέσως άπλετα...

Θα προσπαθήσουμε να διδαχτούμε από τους Έλληνες και θα διδάξουμε με οδηγό τα παραδείγματά τους. Αυτό θα είναι το έργο μας...

Άλλοι λαοί έχουν αγίους. Οι Έλληνες έχουν σοφούς.

Ο Έλληνας δεν είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος· είναι, στη βαθύτατη ουσία του, «ανδρικός». Βλέπει τα τρομερά πράματα, όπως είναι και δεν τα κρύβει από τον εαυτό του.

Η φιλανθρωπία των Ελλήνων συνίσταται στην αφέλεια που χαρακτηρίζει στον κόσμο τους τον άνθρωπο, το κράτος, την τέχνη, το δίκαιο του πολέμου και το διεθνές δίκαιο, τις φυλετικές σχέσεις, την αγωγή, τη ζωή των κομμάτων· είναι ο ίδιος ανθρωπισμός που εκδηλώνεται σ’ όλους τους λαούς, όμως στους Έλληνες εμφανίζεται με τέτοια γύμνια, με τέτοιον απανθρωπισμό, που μας δίνει ένα μάθημα δυσαναπλήρωτο.

Αν η εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού έχει τέτοια σημασία, είναι γιατί ολόκληρος ο δυτικός μας κόσμος πήρε απ’ αυτόν τον παλμό του· η μοίρα θέλησε να είναι ο πιο πρόσφατος και πιο εκφυλισμένος Ελληνισμός που παρουσίασε τη μεγαλύτερη ιστορική δύναμη. Γι' αυτό, ο πρωτόγονος Ελληνισμός εκτιμήθηκε πάντοτε σφαλερά. Πρέπει να γνωρίσουμε και τον πρόσφατο Ελληνισμό για να τον ξεχωρίσουμε απ’ τον παλιό. Απομένει ακόμα ν’ ανακαλύψουμε πολλές δυνατότητες. Οι Έλληνες ανακάλυψαν άλλες και κατόπιν ανακάλυψαν εκ νέου.

Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί και τούτο είναι ζήτημα ύφους. Οι Έλληνες, αξιοθαύμαστοι, χωρίς σπουδή. Πρόγονοί μου: Ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, Ο Σπινόζα, ο Γκέτε.

Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν, που να έχει εμπνεύσει τόσο σεβασμό, όσον οι Έλληνες φιλόσοφοι.

Δεν θα κουραστώ ν’ αναπολώ με τα μάτια της ψυχής, ολόκληρη σειρά από φιλοσόφους που ο καθένας τους ενσωματώνει αυτή την ακατανόητη ιδιομορφία και ξυπνάει αυτή την ίδια την κατάπληξη με την δυνατότητα της ζωής που μπόρεσε ν’ ανακαλύψει μόνο για τον εαυτό του. Εννοώ τους φιλοσόφους που έζησαν στη ρωμαλεότερη και γονιμότερη εποχή, στον αιώνα που προηγήθηκε των μηδικών πολέμων και στα χρόνια των πολέμων αυτών.

Οι Έλληνες, λαός αληθινά υγιής, δικαίωσαν τη φιλοσοφία μια για πάντα, από το γεγονός και μόνο ότι φιλοσόφησαν. Φιλοσόφησαν δε, περισσότερο από τους άλλους λαούς.

Να μην μας επιβάλουν το συμπέρασμα πως η φιλοσοφία στην Ελλάδα, δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο παρά είδος εισαγωγής από το εξωτερικό· ότι δεν βλάστησε από το εθνικό και φυσικό χώμα κι ακόμα πως, όντας ξενικό προϊόν, οδήγησε τους Έλληνες στην καταστροφή μάλλον παρά στην πρόοδο... Αν πήγαν τόσο μακριά, ήταν γιατί μπόρεσαν να σηκώσουν για να το πετάξουν πιο μακριά, ένα δόρυ που κάποιος άλλος είχε αφήσει καταγής.

Οι Έλληνες, ασφαλώς, δεν υπερεκτιμηθήκανε ποτέ, γιατί θα έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί στην πραγματικοί τους αξία κι αυτό είναι αδύνατον. Πώς θα τους αποδίδαμε δικαιοσύνη; Αλλά τους εκτιμήσαμε λαθεμένα.

Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα είναι ξεπερασμένα· οι Έλληνες ακτινοβολούν με μια λάμψη δυνατότερη παρά ποτέ, ειδικά οι Έλληνες πριν τον Σωκράτη.

Ο Έλληνας, είναι ως την ώρα, εκείνος που έφερε τον άνθρωπο μακρύτερα.

Οι Έλληνες ανακάλυψαν τους κυριότερους τύπους φιλοσοφικού πνεύματος, στους οποίους οι μεταγενέστερες γενεές δεν πρόσθεσαν τίποτε το ουσιαστικό.

Οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι αθάνατοι διδάσκαλοι της ανθρωπότητας.

Στα λόγια των φιλοσόφων, από τον Θαλή ως τον Σωκράτη, όπως άλλωστε και στις προσωπικότητές τους, προβάλλουν τα μεγάλα χαρακτηριστικά της ελληνικής μεγαλοφυΐας.

Ξεχωρίζω με βαθύτατο σεβασμό το όνομα του Ηράκλειτου. Ενώ το υπόλοιπο φιλοσοφικό έθνος περιφρονούσε τη μαρτυρία των αισθήσεων γιατί φανερώνουν την πολλαπλότητα και την αλλαγή, αυτός περιφρονούσε τη μαρτυρία τους γιατί δίνουν στα πράγματα τη μορφή της διάρκειας και της ενότητας.

Ο Δημόκριτος, είναι ο πρώτος που απέκλεισε αυστηρά από τη θεωρία το μυθικό στοιχείο. Είναι ο πρώτος ορθολογιστής.

Ο Σωκράτης, ξορκίζοντας τον φόβο του θανάτου, είναι ο τελευταίος τύπος του σοφού που μας δόθηκε· ο σοφός νικητής των ενστίκτων διά της σοφίας.

Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου. Υπάρχουν περισσότερα πράγματα για να σεβαστεί κανείς στον Ηράκλειτο, στον Εμπεδοκλή, στον Παρμενίδη, στον Αναξαγόρα, στον Δημόκριτο (παρά στους νεότερους)· αυτοί είναι πληρέστεροι. Ο Χριστιανισμός το φέρει βάρος στη συνείδησή του ότι χάλασε πολλές πλήρεις προσωπικότητες, όπως λ.χ. τον Πασκάλ και πριν απ’ αυτόν, τον διδάσκαλο Έκαρτ.

Ο Επίκουρος πολέμησε τη διαφθορά των ψυχών από τις έννοιες της ενοχής, της τιμωρίας και της αθανασίας. Πολέμησε τις υποχθόνιες λατρείες που ήταν σχεδόν μια λανθάνουσα μορφή του Χριστιανισμού. Η απόρριψη της αθανασίας, ήταν τότε πραγματική σωτηρία. Κι ο Επίκουρος κέρδισε τη μάχη· κάθε έντιμο πνεύμα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν επικούρειο.

Η σοφία δεν προχώρησε ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του.

Ό,τι μας χωρίζει από τον Καντ, όπως κι απ’ τον Πλάτωνα και τον Λάιμπνιτς, είναι ότι παραδεχόμαστε το «γίγνεσθαι», ακόμη και σ’ αυτά τα άυλα πράγματα· είμαστε ολότελα εμποτισμένοι από το ιστορικό πνεύμα. Αυτή είναι η μεγάλη καμπή. Ο Λαμάρκ και ο Χέγκελ -κι αυτός ο Ντάρβιν-, δεν είναι παρά μια συνισταμένη. Η σκέψη του Ηράκλειτου και του Εμπεδοκλή αναστήθηκε.

Οι Έλληνες ξέρουν να μαθαίνουν... Στους Έλληνες, όλα γίνονται ζωή! Σ’ εμάς, τα πάντα μένουν στο στάδιο της γνώσης.

Η κορυφή της φιλοσοφίας: Στους Ελεάτες και στον Εμπεδοκλή.

Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνώνονταν, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Έτσι, ξανά και ξανά, μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους. Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, που και που, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

Φυλαχτείτε από την ιδέα να χλευάζετε τη μυθολογία των Ελλήνων με το πρόσχημα ότι μοιάζει τόσο λίγο με τη δική σας βαθιά μεταφυσική! Οφείλετε να θαυμάζετε έναν λαό που επέβαλε εδώ μια διακοπή στην οξύνοιά του και που είχε για πολλά χρόνια αρκετή διακριτικότητα ώστε να ξεφύγει από τον κίνδυνο του σχολαστικισμού και της σοφιστικής πρόληψης.

Να κάνουμε τα πιο αποκρουστικά πράγματα για τα οποία δεν τολμά κανείς να μιλήσει, αλλά που είναι χρήσιμα και αναγκαία, είναι κι αυτό κάτι ηρωικό. Οι Έλληνες δεν ντρέπονταν να συγκαταλέγουν στα μεγάλα κατορθώματα του Ηρακλή τον καθαρισμό ενός στάβλου.

Χρόνια και χρόνια τώρα τίποτα δεν μου φαίνεται πιο έκδηλο από το γεγονός ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε και που μας παρουσιάζεται απλά και καθαρά, είναι στην πραγματικότητα δυσκολονόητος, δυσπρόσιτος, και ότι η συνηθισμένη ευκολία με την οποία μιλούμε για τους αρχαίους είναι, είτε ελαφρότητα, είτε η παλιά κληρονομημένη ματαιοδοξία της απερισκεψίας...

Οι Έλληνες σε μια ζωή όπου οι μεγάλοι κίνδυνοι και οι κατακλυσμοί παραμόνευαν σε κάθε στιγμή, ζητούσαν στον διαλογισμό και στη γνώση ένα είδος ασφάλειας του συναισθήματος και ένα τελευταίο καταφύγιο. Εμείς που ζούμε σε μια ασύγκριτα μεγαλύτερη ηρεμία, έχουμε φέρει τον κίνδυνο στον στοχασμό και στη γνώση, και είναι μέσα στη ζωή που επαναπαυόμαστε και ηρεμούμε.

Οι κύριες ηθικές εντολές που πάντα διδάσκουν και κηρύσσουν σε έναν λαό, σχετίζονται με τα κύρια σφάλματά του και γι’ αυτό δεν τις βρίσκει καθόλου ενοχλητικές. Οι Έλληνες που τηρούσαν τόσο συχνά τη μετριοπάθεια, την ψυχραιμία, την έννοια της δικαιοσύνης και γενικά, τη σύνεση, έδιναν βάση στις τέσσερις σωκρατικές αρετές, επειδή είχαν τόση ανάγκη απ’ αυτές τις αρετές και ακριβώς τόση λίγη τάση σ’ αυτές!

Τι σημαίνει η φλυαρία μας για τους Έλληνες; Τί καταλαβαίνουμε λοιπόν από την τέχνη τους που η ψυχή της είναι το πάθος για τη γυμνή αρσενική ομορφιά; Μόνο ξεκινώντας από δω συναισθάνθηκαν τη θηλυκή ομορφιά. Είχαν λοιπόν γι’ αυτή, μια τελείως διαφορετική προοπτική από τη δική μας. Και το ίδιο έγινε με την αγάπη τους για τη γυναίκα: Σέβονταν διαφορετικά, περιφρονούσαν διαφορετικά.

«Ας γίνεται να μη νιώθουμε ότι περνούμε πολύ άνετα!». Αυτός ήταν ο μυστικός φόβος των Ελλήνων της παλιάς καλής εποχής. Να γιατί κήρυτταν το μέτρο. Κι εμείς!

«Η δύναμη την οποία κακολογούν πολύ, αξίζει περισσότερο από την αδυναμία στην οποία συμβαίνει μόνο κάτι καλό». Αυτή ήταν η νοοτροπία των Ελλήνων. Αυτό σημαίνει ότι εκτιμούσαν περισσότερο το αίσθημα της δύναμης από κάθε ωφέλεια ή καλή φήμη.

Οι ανησυχίες των εφήβων σχετικά με την εικόνα τους


Η εφηβεία είναι μία περίοδος που οι νέοι διέπονται από πολλές ανησυχίες και άγχη. Μία από αυτές είναι και το θέμα της εξωτερικής εμφάνισης.
 
Τους απασχολεί πάρα πολύ πως νιώθουν οι ίδιοι με αυτή και πως φαίνονται στους τρίτους.
 
Μάλιστα, αρκετές φορές συμβαίνει να έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα από αυτή που ισχύει στην πραγματικότητα.
   
Αυτό έχει να κάνει με την αυτοεκτίμησή που έχουν, δηλαδή ποια είναι τα πρότυπα τους και ποια κριτήρια έχουν υιοθετήσει μεγαλώνοντας.
 
Όμως, σημασία έχει πώς αισθάνονται οι ίδιοι αντικρίζοντας το είδωλο τους στον καθρέφτη.
 
Πρέπει να παρατηρήσουν αν η αίσθηση που έχουν για τον εαυτό τους ταιριάζει με τα λεγόμενα των περίγυρο τους.
 
Αν παρατηρήσουν πως είναι διαφορετικά, τότε θα πρέπει να εξετάσουν αν οι προσδοκίες τους είναι ρεαλιστικές για την εξωτερική τους εμφάνιση.
 
Σε αυτή την ηλικία επηρεάζονται με τα πρότυπα που προβάλλονται σε ΜΜΕ και σε social media, που συνήθως είναι φωτογραφίες καλαίσθητες αλλά επεξεργασμένες στην τελειότερη εικόνα.
 
Πολύ συχνά θα υποστηρίξει ένα όμορφο αγόρι «Η μύτη μου είναι χάλια... ντρέπομαι πολύ για αυτή. Μακάρι να είχα τη μύτη του Τάδε μοντέλου» ή ένα αδύνατο κορίτσι θα πει «Θεέ μου, πως πάχυνα έτσι. Μακάρι να ήμουν σαν την Τάδε ηθοποιό».
 
Προσοχή σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να παγιδευτούν σε έναν τρόπο ζωής που μπορεί να θέσουν την ζωής τους σε καταστάσεις καταστροφικές τόσο για την υγεία τους όσο και για την ψυχολογία τους.
 
Για παράδειγμα, αν τους δημιουργηθεί η εμμονή πως στερούνται ομορφιάς, η διάθεση τους θα είναι μόνιμα κακή, ανασφαλής και εσωστρεφής.
 
Αν τους δημιουργηθεί η εμμονή του πάχους θα οδηγηθούν σε εξαντλητικές δίαιτες.
 
Όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα, να μην τους απομένει ενέργεια για να απολαύσουν στιγμές και δραστηριότητες που έχουν ανάγκη τη δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής σου, όπως οι φιλίες και τα φλερτ.
 
Τέλος, δεν είναι κακό να μιλήσουν για τις όποιες ανασφάλειες τους ή προβληματισμούς έχουν για την εμφάνιση τους με τους γονείς τους ή με τους φίλους τους και γιατί όχι αν χρειάζεται να λάβουν ιατρική και ψυχολογική βοήθεια. 
 
Πριν όμως φτάσουν σε αυτό το σημείο, ας σκεφτούν ότι όσο περισσότερο αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως είναι εξωτερικά, καταβάλλοντας παράλληλα την κάθε δυνατή προσπάθεια για μια υγιεινή ζωή (δηλαδή σωστή διατροφή και άθληση) τόσο περισσότερο θα εκπέμπουν αυτοπεποίθηση και ομορφιά στους γύρω τους.

Αυτοσυμπόνια: Μαθαίνοντας να αγαπώ τον εαυτό μου

Όταν κάποιος φίλος μας ή κάποιος για τον οποίο ενδιαφερόμαστε κι αγαπάμε, βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση, πονάει ή βιώνει κάποια αποτυχία, προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε και δείχνουμε συμπόνια. Συνηθίζουμε να είμαστε πιο επιεικείς μαζί του, να του προσφέρουμε ό,τι χρειάζεται και να είμαστε δίπλα του υπενθυμίζοντάς του τα θετικά στοιχεία στη ζωή του. Άραγε, μπορούμε να το κάνουμε αυτό και στον εαυτό μας, όταν το χρειαστούμε;

Η αυτοσυμπόνια αποτελεί συναισθηματικά θετική στάση προς τον εαυτό σε μια πιθανή αποτυχία και τον προστατεύει έναντι των αρνητικών συνεπειών της αυτοκριτικής, της απομόνωσης και του μηρυκασμού. Συνδέεται με ρεαλιστικές αυτo-αξιολογήσεις οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με κίνητρο την αυτό-βελτίωση κι έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ψυχολογικής ανθεκτικότητας και της συναισθηματικής ευεξίας. Τα τρία βασικά συστατικά της αυτοσυμπόνιας είναι:
α) η ευγένεια απέναντι στον εαυτό
β) η αποδοχή της ανθρώπινης φύσης και
γ) η ενσυνειδητότητα

Η ευγένεια απέναντι στον εαυτό ουσιαστικά σημαίνει να δείχνουμε κατανόηση στον εαυτό μας όταν δυσκολεύεται και να του φερόμαστε ευγενικά, κι όχι να αυτομαστιγωνόμαστε με αρνητική κριτική και αυστηρότητα. Συχνά, όταν μας συμβαίνει μια αποτυχία, όταν αισθανόμαστε λυπημένοι κι αδύναμοι έχουμε την τάση να θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αυτό που λέμε στον εαυτό μας είναι φράσεις όπως «Ποτέ δε θα τα καταφέρεις» ή «Κοίτα πόσο αδύναμος είσαι».

Ο λόγος που συχνά επαναλαμβάνουμε τέτοιου είδους σκέψεις στο μυαλό μας είναι γιατί έχουμε την πεποίθηση ότι θα μας βοηθήσουν να αλλάξουμε την κατάσταση. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, διότι όσο πιο πολύ προσπαθούμε να τιθασεύσουμε τα δυσάρεστα συναισθήματά μας, τόσο εκείνα θεριεύουν αντί να ηρεμούν.

Το δεύτερο συστατικό αναφέρεται στην αποδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε θνητοί και ατελείς, αισθανόμαστε πόνο και περνάμε δυσκολίες. Δεν είμαστε οι μόνοι που αισθανόμαστε θλίψη. Επομένως, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μην βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα, καθώς είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Οι επικριτικές αυτές σκέψεις, λοιπόν, μας αποδυναμώνουν. Με το να παλεύουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό που πονάει, του προσφέρουμε κάθε άλλο παρά αυτό που χρειάζεται εκείνη την στιγμή.

Τα αρνητικά συναισθήματα αυξάνονται, νιώθουμε άγχος καθώς προσπαθούμε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Συνεπώς, δε θα μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τον «απαιτητικό» εαυτό μας σε μια τέτοια στιγμή. Αν, από την άλλη, αποδεχτούμε ότι αποτύχαμε σε κάτι, ότι βιώνουμε θλίψη για το δύσκολο που μας συνέβη σαν να είναι κάτι ανθρώπινο, κατευθείαν το άγχος μας μειώνεται και δεν προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο πέρα από αυτό που εκείνη την στιγμή είμαστε.

Τέλος, η ενσυνειδητότητα αναφέρεται στην αποδοχή και την επίγνωση των συναισθημάτων μας στο παρόν, έτσι ακριβώς όπως είναι, χωρίς ούτε να τα υποτιμάμε και να τα καταπιέζουμε αλλά ούτε να ταυτιζόμαστε με αυτά και να υπερβάλλουμε. Δοκιμάστε την επόμενη φορά που θα αισθανθείτε δυσάρεστα συναισθήματα να δείτε τι είναι αυτό που σας δυσκολεύει, να αποδεχτείτε αυτό που νιώθετε χωρίς να προσπαθείτε να το αλλάξετε. Παρατηρήστε τον τρόπο που μιλάτε στον εαυτό σας και μειώστε την αυτο-κριτική. Ακόμη, δείτε ποιες είναι οι ανάγκες σας και τι θα σας έκανε να αισθανθείτε καλύτερα.

Ένας κατώτερος νους εκβιάζει το συναίσθημα. Ένας ανώτερος το κερδίζει

Δεν γίνονται δικοί μας οι άνθρωποι επειδή θα τους προσφέρουμε συναίσθημα. Ούτε επειδή θα τους πούμε πόσο τους αγαπάμε. Δεν είναι στοίχημα με τον εαυτό μας η καρδιά του άλλου να το βάλουμε κάτω και να το κερδίσουμε ή να το χάσουμε. Όχι.

Ο άνθρωπος για να είναι μαζί με κάποιον άλλον πρέπει να βλέπει ότι υπάρχει χημεία. Πρέπει να το θέλουν και οι δύο. Εάν θέλει μονάχα ο ένας, όσο και να προσπαθεί, δεν θα μπορέσει να μπει στην ψυχή ενός άλλου ανθρώπου και να την μαγέψει. Αυτό ή συμβαίνει από την αρχή ή δεν συμβαίνει ποτέ.

Γι’ αυτό, μην εκβιάζετε συναισθήματα από κάποιον άνθρωπο και μην δηλητηριάζετε τον εαυτό σας. Δεν είναι υποχρεωτικό να σας αγαπήσει ο άλλος επειδή τον αγαπάτε εσείς ή να σας ερωτευτεί επειδή νιώθετε εσείς έτσι. Κανένας με το στανιό δεν αγάπησε. Κανένας με το ζόρι δεν ένιωσε.

Αφήστε τη στενή πολιορκία, εάν δεν αποδίδει, το φλερτ και την πολυλογία, εάν δεν ανταποκρίνεται ο άλλος. Καταλαβαίνει πολύ σωστά, απλά δεν θέλει. Υπάρχει κι αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο. Δεν θέλει. Δεν ενδιαφέρεται. Δεν γουστάρει πολύ απλά και μην πιάνεστε από λεπτομέρειες, κάνοντας ανάλυση ώρες και μέρες την απουσία του. Η απουσία είναι αδιαφορία, ξεχάστε τις συζητήσεις περί φανταστικών υπονοούμενων στα λόγια του ή στα μηνύματα και την δήθεν ντροπή.

Κανένας δεν ντρέπεται εάν θέλει πολύ κάτι. Απλώνει το χέρι του και το αρπάζει. Όποιος ερωτεύεται, φαίνεται. Θα το καταλάβετε. Μην θυμίζετε ποτέ με την βία την παρουσία σας σε κάποιον. Κανένας δεν σας ξέχασε άθελά του. Απλά δεν είστε προτεραιότητα του, ίσως δεν του περάσατε καθόλου από το μυαλό όλη μέρα.

Να έχετε την περηφάνια να φεύγετε από εκεί που νιώθετε πως περισσεύετε. Να μπορείτε όμως να το ξεχωρίζετε και να μην ταπεινώνετε τον εαυτό σας. Αξίζετε σίγουρα κάτι καλύτερο από ένα δήθεν ενδιαφέρον και μια σχέση φάντασμα. Οπότε ας τρέξετε να το βρείτε, αντί να κάθεστε να περιμένετε να θυμηθεί την ύπαρξη σας, το κέντρο του κόσμου σας. Η αγάπη δεν είναι γρίπη να κολλήσουμε. Είναι ιδέα και δεν αγοράζεται.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Ιλιαδική ομιλία

Ο Πλάτων, στον συνοπτικό αλλά άκρως ενδιαφέροντα περί ραψωδικής τέχνης διάλογό του, τον Ίωνα, διά στόματος Σωκράτη ενοποιεί τα επιμέρους θέματα της επικής ποίησης (αλλά και της ποίησης γενικότερα) σε δύο μεγαθέματα· στον "πόλεμο" και στην "ομιλία": οὐ περὶ πολέμου τε τὰ πολλὰ διελήλυθεν καὶ περὶ ὁμιλιῶν πρὸς ἀλλήλους ἀνθρώπων ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν καὶ ἰδιωτῶν καὶ δημιουργῶν; (531c3-4). Στο πλατωνικό κείμενο οι δύο κρίσιμοι όροι εμφανίζονται σε πληθυντικό αριθμό· πιθανώς για να δηλωθούν διάφορες, κατά περίπτωση, τροπές τους μέσα στο ίδιο έργο, αλλά και από έργο σε έργο.
 
Ας πούμε λοιπόν ότι οι πάσης φύσεως ὁμιλίαικαι ομιλητικές σκηνές στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια μορφώνονται σε φιλικό ή και ερωτικό διάλογο και λειτουργούν ως άρση ή ανάπαυλα της πολεμικής δράσης, γενικότερα της θανάσιμης σύγκρουσης.
 
Αναλόγως προς το φύλο των ομιλητικών υποκειμένων, τα ομιλητικά ζεύγη μοιράζονται σε ομόφυλα και σε ετερόφυλα. Ο πρώτος τύπος παράγει τις εκδοχές της "εταιρικής ομιλίας": παράδειγμα ο συμφιλιωτικός διάλογος Διομήδη και Γλαύκου στο πρώτο μισό της έκτης ιλιαδικής ραψωδίας· ή η μακρά συνομιλία Αχιλλέα και Πριάμου στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, με την οποία εξασφαλίζεται ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα. Ο δεύτερος τύπος δίνει ζεύγη άντρα-γυναίκας. Αν η σύζευξή τους είναι νόμιμη, μιλάμε για "συζυγική ομιλία" (παράδειγμα η ομιλητική σκηνή και σχέση Έκτορα και Ανδρομάχης)· αν πρόκειται για παράνομο ή αμφισβητούμενο ζευγάρι, τότε η ομιλία ορίζεται ως "παρασυζυγική" (παράδειγμα το τρωικό και ιλιαδικό ζεύγος Αλεξάνδρου - Ελένης).
 
Όπως το μεγάθεμα "πόλεμος", έτσι και το μεγάθεμα της "ομιλίας" έχει τη δική του διακριτική σήμανση. Ο προσφορότερος χώρος και χρόνος του πολέμου είναι αντιστοίχως το ανοιχτό πεδίο της μάχης και η ημέρα· προσφορότερος χώρος και χρόνος της ομιλίας θεωρούνται ο κλειστός και προστατευμένος τόπος (λ.χ. τειχισμένη πόλη, θάλαμος, σκηνή) και η νύχτα. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν προφανείς ή λαθραίες εξαιρέσεις, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, οι οποίες τροποποιούν την προηγούμενη κατανομή, εξασφαλίζουν όμως πάντοτε τις απαραίτητες λειτουργικές συνθήκες. Εύκολα αναγνωρίζονται και επιμέρους σήματα της ομιλίας, που αντιδιαστέλλονται προς τα σήματα του πολέμου. Έτσι, λ.χ., στην ορμητική κίνηση της πολεμικής δράσης αντιστοιχεί η ομιλητική ανάπαυση ή και κατάκλιση των ομιλητικών υποκειμένων· στη συμβολή των όπλων η διαπλοκή των λόγων· στον εξοπλισμό ο μερικός ή ολικός αφοπλισμός· στη φονική συμπλοκή η σωματική επαφή, ο εναγκαλισμός, η ερωτική ένωση· στην αγριότητα το γέλιο, έστω το δακρυσμένο χαμόγελο.
 
Πόλεμος, εξάλλου, και ομιλία συγκρούονται μεταξύ τους με το άνισο σθένος τους: στο καθαρώς ηρωικό έπος της Ιλιάδας ο πόλεμος αποδεικνύεται πολυσθενής· η ομιλία ασθενής. Αποτέλεσμα: οι ομιλητικές σχέσεις διαλύονται ή τουλάχιστον τραυματίζονται υπό την πίεση του πολέμου. Αντιθέτως, στο μεταηρωικό έπος της Οδύσσειας η ομιλία αποδεικνύεται πολυσθενέστερη του πολέμου, ο οποίος εμφανίζεται τροποποιημένος σε μνηστηροφονία.
 
Κατά κανόνα, που έχει κι αυτός τις εξαιρέσεις του, φορείς του πολέμου είναι οι πολεμιστές άντρες, που διεκδικούν το κλέος· φορείς της ομιλίας οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (345-379)

ΟΡ. εἰ γὰρ ὑπ᾽ Ἰλίῳ [στρ. γ] 345
πρός τινος Λυκίων, πάτερ,
δορίτμητος κατηναρίσθης·
λιπὼν ἂν εὔκλειαν ἐν δόμοισιν
τέκνων τ᾽ ἐν κελεύθοις
350 ἐπιστρεπτὸν αἰῶ
κτίσσας πολύχωστον ἂν εἶχες
τάφον διαποντίου γᾶς,
δώμασιν εὐφόρητον—

ΧΟ. φίλος φίλοισι τοῖς ἐκεῖ καλῶς θανοῦ- [ἀντ. β] 355
σιν, κατὰ χθονὸς ἐμπρέπων
σεμνότιμος ἀνάκτωρ,
πρόπολός τε τῶν μεγίστων
χθονίων ἐκεῖ τυράννων·
360 βασιλεὺς γὰρ ἦσθ᾽, ὄφρ᾽ ἔζης,
μόριμον λάχος πιπλάντων
χεροῖν πεισιβρότῳ τε βάκτρῳ.

ΗΛ. μηδ᾽ ὑπὸ Τρωίας [ἀντ. γ]
τείχεσι φθίμενος, πάτερ,
365 μετ᾽ ἄλλῳ δουρικμῆτι λαῷ
παρὰ Σκαμάνδρου πόρον τεθάφθαι·
πάρος δ᾽ οἱ κτανόντες
νιν οὕτως δαμῆναι,
‹ἵν᾽ ἦν› θανατηφόρον αἶσαν
370 πρόσω τινὰ πυνθάνεσθαι
τῶνδε πόνων ἄπειρον.

ΧΟ. ταῦτα μέν, ὦ παῖ, κρείσσονα χρυσοῦ,
μεγάλης δὲ τύχης καὶ ὑπερβορέου
μείζονα φωνεῖς· δύνασαι γάρ.
375 ἀλλὰ διπλῆς γὰρ τῆσδε μαράγνης
δοῦπος ἱκνεῖται· τῶν μὲν ἀρωγοὶ
κατὰ γῆς ἤδη, τῶν δὲ κρατούντων
χέρες οὐχ ὅσιαι † στυγερῶν τούτων·
παισὶ δὲ μᾶλλον γεγένηται.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αχ, και γιατί δεν ήταν να ᾽πεφτες
κάτω στην Τροία πατέρα,
νεκρός από εχθρικό κοντάρι;
κληρονομιά στα σπίτια αφήνοντας
τη δόξα σου, και στα παιδιά σου,
350 μοίρα στους δρόμους δαχτυλόδειχτη,
θεόρατο τάφο, αν και μακριά,
πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα, θενά ᾽χες,
που θα ήταν μια παρηγοριά.

ΧΟΡΟΣ
Φίλος στους φίλους πὄπεσαν γενναία πέρα εκεί,
θενά ᾽πρεπε ξεχωριστός και κάτω από τη γη,
αφέντης πολυοτίμητος ανάμεσά τους
κι υπουργός πλάι στους δυνατούς
του κάτω κόσμου αρχόντους·
360 γιατ᾽ ήταν και σα ζούσε βασιλιάς,
που από τη μοίρα του έλαχε να κυβερνά
με τα όπλα και το σκήπτρο τους λαούς.

ΗΛΕΚΤΡΑ
Μα ουδέ και κάτω απ᾽ της Τροίας
τα κάστρα πεσμένος, πατέρα,
να ᾽σουν μαζί με τους άλλους
νεκρούς του πολέμου θαμμένος
στις όχθες του Σκάμαντρου πέρα·
κάλλιο οι φονιάδες σου πριν
να πήγαιναν έτσι χαμένοι
370 κι από μακριά το χαμό τους ν᾽ ακούγαμ᾽ εδώ
στις συμφορές αυτές ξένοι.

ΧΟΡΟΣ
Πιο καλές είν᾽ αυτές κι από μάλαμα οι ευχές,
κι απ᾽ των Υπερβορείων τη μεγάλη ευτυχία
είν᾽ αυτά που ζητάς· κι έχεις δίκιο.
Μα της μάστιγας όμως αυτής της διπλής
άκου φτάν᾽ η χτυπιά: οι προστάτες αυτών
είναι που είναι πια τώρα βαθιά μες στη γη·
και τα χέρια εκεινών που κρατούν την αρχή,
μολυσμέν᾽ απ᾽ το αίμα — φριχτό και γι᾽ αυτόν,
στα παιδιά του φριχτότερο ακόμα.