Τρίτη 24 Ιουλίου 2018

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή ως πεδίο δοκιμασίας των σοφιστικών αντιλήψεων

Σοφοκλής και σοφιστές: διυλίζοντας νέες ιδέες
 
Πραγματευόμενος κανείς το έργο της «Αντιγόνης» μέσα από τη συγκυρία της συγγραφής της δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη μεγάλη επιρροή που άσκησε σε ηθικοκοινωνικό και πολιτικό επίπεδο το σύνολο των σοφιστών, που τότε είχε αρχίσει να εμφανίζεται στο προσκήνιο, για να εδραιωθεί συστηματικά στην αθηναϊκή κοινωνία το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π. Χ. Οι παρεμβάσεις τους αφορούν την εκπαίδευση, την πολιτική, την κοινωνία και τέλος την θρησκεία. Στα χρόνια του Σοφοκλή ο κύκλος των σοφιστών, με μπροστάρη των Πρωταγόρα, είχε καταστήσει σαφή τη δυναμική του στα πολιτικά πράγματα, καθώς, όπως φαίνεται και από το ομώνυμο έργο του Πλάτωνα, ο Πρωταγόρας υποσχόταν ρητορική δεινότητα και ικανότητα πολιτικής διοίκησης στους μαθητές του (Πρωταγόρας, 318e: «Το μάθημα [το οποίο διδάσκω] είναι η εὐβουλία, η σωστή σκέψη και λήψη αποφάσεων τόσο για τα θέματα που αφορούν τα οἰκεῖα, την ιδιωτική ζωή, πώς δηλαδή να διευθετεί κανείς με τον καλύτερο τρόπο τα ζητήματα του οἴκου του, όσο και για τα θέματα που αφορούν την πόλη, ώστε να είναι κανείς όσο γίνεται πιο ικανός να πράξει και να μιλήσει για τα πολιτικά θέματα»). Μέσα από τη διδασκαλία τους οι σοφιστές προκάλεσαν σημαντικές μεταβολές σε ποικίλους χώρους της σκέψης: μίλησαν με σκεπτικισμό για την ύπαρξη και την πολλαπλότητα της αλήθειας, πίστεψαν στη δύναμη και την πειθώ του λόγου μέσα από τον καλλωπισμό του, διέκριναν την αλήθεια από τη φαινομενικότητα, αμφισβήτησαν φύση και θεούς, τοποθέτησαν στο κέντρο της διδασκαλίας τους τον άνθρωπο και πληρώνονταν αδρά για αυτή τους την προσφορά. Ανέτρεψαν με λίγα λόγια πολλά από τα «νόμιμα» της εποχής και προκάλεσαν σωρεία αντιδράσεων. Στο έργο της «Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή» η Jaqueline de Romilly αναφέρει για τους σοφιστές: «Είναι οι πρώτοι που ύψωσαν σε βασική αρχή τη σχετικότητα της γνώσης και που άνοιξαν τον δρόμο όχι μόνο για την ελεύθερη σκέψη, αλλά και για την απόλυτη αμφιβολία μπροστά στη μεταφυσική, την ηθική, τη θρησκεία… Ήταν οι πρώτοι που έφτασαν στα απώτατα όρια του ορθολογισμού και του σκεπτικισμού» (Jaqueline de Romilly, 1994:337)
 
Παράλληλα με τη δράση του Πρωταγόρα ζει και συγγράφει ο Σοφοκλής (το 442 π.Χ. διδάσκεται η «Αντιγόνη» από τον Σοφοκλή, ενώ το 443 π.Χ. ο Πρωταγόρας απεσταλμένος του Περικλή πηγαίνει στους Θουρίους για να συγγράψει νόμους). Είναι , λοιπόν, μάρτυρας μιας ηθικής και κοινωνικής εξέλιξης που πυροδοτεί μια νέα πολυμορφία ιδεών: ο ορθός λόγος επανεξετάζει την παλιά αριστοκρατική ηθική. Το προσωπικό και κοινωνικό κοσμοείδωλο του καθενός επαναπροσδιορίζεται μέσα από νέες συγκρούσεις (κοινωνικό – ατομικό χρέος, θεϊκοί νόμοι- κρατικό δίκαιο), συγκρούσεις που αναπαράγουν οι σοφόκλειοι ήρωες και αυξάνουν τις απαιτήσεις για τον Αθηναίο θεατή καθιστώντας τον κριτή των καθηκόντων του. Η διύλιση, πάντως, του καινούριου από τη μεριά του Σοφοκλή είναι προσεκτική και η θέση του σε θέματα ηθικής αδιαπραγμάτευτη. Η στάση του απέναντι στους σοφιστές έχει αποτυπωθεί μέσα από τα λόγια του Busse: ο Σοφοκλής βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τους σοφιστές στον βαθμό που αυτοί τιμούν τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου πνεύματος στη σφαίρα της πολιτιστικής προόδου, αλλά επίσης επιτίθεται εναντίον της ανηθικότητας αυτών, όταν αυτοί θεωρούν τον ηθικό νόμο μια δημιουργία της ιδιομορφίας του ανθρώπου και χωρίς ενδοιασμό θέτουν τον εαυτό τους πάνω από αυτόν. Μέσα στο έργο οι στίχοι και οι δραματικές καταστάσεις που εμπεριέχουν αιχμές κατά των σοφιστικών ιδεών σίγουρα ηχούσαν δυνατά στα αυτιά του υποψιασμένου αθηναϊκού ακροατηρίου. Η δυνατότητα παραπλάνησης των ακροατών μέσα από φραστικά στολίδια και η εύσχημη απόκρυψη της αλήθειας από τη μεριά των σοφιστών (τὸν ἥττω λόγον κρείττω) αποδίδεται πρωτίστως μέσα από τα λόγια του Κρέοντα στους στίχους 495-496, τα οποία, μάλιστα, αναφερόμενα σε λάθος αποδέκτη (σε μια Αντιγόνη που καθόλου δεν επεδίωξε να δημιουργήσει άλλες εντυπώσεις για τον εαυτό της και την πράξη της) από πομπό που τελεί σε πλάνη (ένας Κρέοντας που επιχειρεί να παρουσιάσει τη στέρηση της ταφής ως αδιαπραγμάτευτη πολιτική επιλογή), αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τη σύγχυση μέσα από την οποία «απεργάζονται» οι σοφιστές τα τεχνάσματά τους: μισῶ γε μέντοι χὤταν ἐν κακοῖσί τις ἁλοὺς ἔπειτα τοῦτο καλλύνειν θέλῃ.
 
Την ευκολία με την οποία χάνεται η αλήθεια (αιχμή κατά των σοφιστικών μεθόδων) καταδεικνύει και η αρχή του έργου: η επιδεικτική περιφρόνηση από μέρους της Αντιγόνης των νόμων της πόλης μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι έχει άδικο. Η εμφάνιση του Κρέοντα στη σκηνή με δώρο (από τον Σοφοκλή) έναν πρώτο στίχο γεμάτο από «πολύτιμες» για τον θεατή λέξεις με τεράστια ηθική διάσταση (στ. 162 ἄνδρες, τὰ μὲν δὴ πόλεος ἀσφαλῶς θεοὶ πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν) και προγραμματικές δηλώσεις που βρίθουν από μεγαλόπνοες πολιτικές ιδέες εύλογα προκαλεί την επιδοκιμασία ενός μέρους των θεατών, που εύκολα παγιδεύεται στη λεκτική αυτή πλεκτάνη. Ο Ανδρεάδης (1994) εντοπίζει στη ρήση αυτή του Κρέοντα (στ. 102-222) στοιχεία ηγέτη και ρήτορα του οποίου το υφάδι των λόγων δημιουργεί ένα δίχτυ από πειστικά φαινόμενα, εικόνες, συλλογισμούς ανθεκτικούς και ταυτοχρόνως έτοιμους να βουλιάξουν σαν τη μακρόβιο εικόνα του καραβιού της πόλεως που ταξίδεψε από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ρεμπώ και τον Έγκελς. Η σοφιστική δικαιολογία που επινοεί ο Κρέοντας για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του σχετικά με το τέλος της Αντιγόνης στους στ. 889- 890 (ἡμεῖς γὰρ ἁγνοὶ τοὐπὶ τήνδε τὴν κόρην, μετοικίας δ᾽ οὖν τῆς ἄνω στερήσεται) ίσως του δίνει μια πρόσκαιρη ανακούφιση και σκεπάζει για λίγο την αλήθεια. Η αλήθεια και το δίκιο αποτελεί σε όλο το έργο ζητούμενο, καθεμιά από τις συγκρουόμενες πλευρές πιστεύει ότι τα κατέχει και προσκομίζει λογικά ή και λογικοφανή επιχειρήματα για να στηρίξει τις επιλογές του. Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η αμήχανη στάση του χορού που δυσκολεύεται μέχρι το τέλος να πάρει ξεκάθαρη θέση καθιστώντας σαφή τη σχετικότητα των πραγμάτων και των καταστάσεων. Ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί ένα κατεξοχήν σοφιστικό εργαλείο, για να καταφερθεί εναντίον τους: παίζει με το παιχνίδι της ανατροπής των πρώτων εντυπώσεων (σταδιακή αποκάλυψη της σαθρής νομιμότητας που υπηρετεί ο Κρέων), που πέρα από την οικονομία του έργου εξυπηρετεί και την κοινωνικοπολιτική αποστολή του: θυμίζει στους συμπολίτες του ότι και στη ζωή, κυρίως, όμως, στον πολιτικό στίβο οι λαοπλάνοι αγύρτες είναι πολλοί, το πολιτικό αισθητήριο του λαού είναι συχνά εξασθενημένο και η αλήθεια χάνεται εύκολα από τα μάτια των ανθρώπων, όπως άλλωστε έχει χαθεί από τα μάτια του Κρέοντα και ίσως κάποιες στιγμές και από τα μάτια των θεατών.
 
Παράλληλα, η ευγενική καταγωγή, η επιμελημένη παιδεία του Σοφοκλή και ο συγχρωτισμός του με τον αριστοκρατικό, καλλιεργημένο κύκλο που ηγούνταν ο Κίμων δε θα μπορούσαν να μη διαμορφώσουν μια σθεναρή υπεράσπιση από μέρους του της δύναμης της φύσης στη ζωή και στην εξέλιξη του ατόμου. Οι αρετές για αυτόν είναι έμφυτες, κληρονομούνται, όπως άλλωστε θα υποστήριζε ο Πίνδαρος και φυσικά ο Σωκράτης, που στην «Πολιτεία» επιτάσσει «τάς τε βελτίστας φύσεις» (τις οποίες, βέβαια, συνδέει με την αριστοκρατία του πνεύματος και όχι της καταγωγής) στα πολιτικά τους καθήκοντα (Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ’ ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι ἀφικέσθαι πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες ἱκανῶς ἴδωσι, μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται, 519b-d). Σε αυτή τη θέση οι σοφιστές ανθίστανται σθεναρά προτάσσοντας τη βελτιωτική δύναμη της παιδείας. Αυτοί ορθώνουν τη διδασκαλία τους εναντίον της φύσης και επικεντρώνονται στις δυνατότητες του ατόμου να διεκδικήσει και να καταφέρει πράγματα. Η Jaqueline de Romilly αναφέρεται στον νέο προβληματισμό που πυροδότησε το τολμηρό εγχείρημα των σοφιστών να θεωρούν ότι όλοι μπορούν να διδαχθούν τα αγαθά. Ο χώρος της φιλοσοφίας, αλλά και η τραγωδία και η ιστορία μπολιάζεται με αυτό το νέο θέμα και κατοπτρίζει την αίσθηση που προκαλούσε η εμπιστοσύνη των καινούριων δασκάλων στην επιτυχία της διδασκαλίας τους(Jaqueline de Romilly, 1994:83). Ο Σοφοκλής παρά την ανθρωποκεντρική του δημιουργική τάση φαίνεται ότι δεν μπορεί να απεμπλακεί εύκολα από πιεστικά ήθη της εποχής, όταν μέσα από το στόμα της Αντιγόνης απαιτείται μια στάση σύμπραξης από την Ισμήνη, που θα οφείλεται πέρα από τη θέληση στην ευγενική της καταγωγή (στ.37-38, οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα εἴτ᾽ εὐγενὴς πέφυκας εἴτ᾽ ἐσθλῶν κακή). Προσπαθεί να προασπίσει τις παραδοσιακές αξίες, που φαίνεται ότι κινδυνεύουν να ανατραπούν από τα νέα δεδομένα που παρέχει η διδασκαλία των σοφιστών στον χώρο της σκέψης.
 
Παράλληλα με τις αντιδράσεις του απέναντι στις ιδέες των σοφιστών η Αντιγόνη αποτελεί ένα έργο με έκδηλες τις επιρροές των τελευταίων πάνω στον δραματουργό. Το πρώτο στάσιμο με το περιεχόμενό του (ύμνος στον άνθρωπο) και μέσα από την αμφισημία του αποτελεί μια πρωταγόρεια σύλληψη μεταφερμένη στον έμμετρο λόγο της τραγωδίας από τον Σοφοκλή: ο χορός υμνεί τα θαύματα του πολιτισμού, τις τέχνες και τις τεχνικές που τον στηρίζουν, αλλά σκέφτεται και πόσο παράδοξη είναι η ανθρώπινη φύση που σύγκειται από αντιθέσεις, έχει την ικανότητα για το καλό και το κακό και μόνο ο νόμος μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά. Ο Lesky (1997: 342-343) δε θεωρεί σύμπτωση ότι την εποχή της σοφιστικής σχετικοποίησης κάθε παράδοσης ένας ποιητής αντιπαραθέτει στην ασυγκράτητη ορμή του ανθρώπου για πρόοδο το αμετακίνητο κύρος κάποιων αξιών και επιδοκιμάζει τον συσχετισμό ανάμεσα στα δυο φαινόμενα. Πρόκειται για ένα τραγούδι με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, καθώς διερωτάται και αναζητά τον ὑψίπολιν και τον ἄπολιν χωρίς να δίνει απαντήσεις: νόμους γεραίρων χθονὸς θεῶν τ᾽ ἔνορκον δίκαν, ὑψίπολις· ἄπολις ὅτῳ τὸ μὴ καλὸν ξύνεστι τόλμας χάριν (στ.368-371). Η ευρύτητα μεταφράσεων των δυο όρων και η δυνατότητα του καθενός να σκιαγραφήσει διαφορετικά το πορτρέτο του ὑψίπολι και του ἄπολι τροφοδοτείται ακόμη περισσότερο από τη υπόθεση και την οικονομία του έργου: ποιος είναι ο ὑψίπολις και ποιος ο ἄπολις; Η Αντιγόνη, ο Κρέοντας ή ο Πολυνείκης; Ιδιαίτερα το νοηματικό πλάτος της έννοιας του άπολι σε συνδυασμό με τις προτεραιότητες και τον προσδιορισμό του ηθικά σωστού από κάθε θεατή σε μια εποχή ηθικών επανανοηματοδοτήσεων δημιουργεί ηθελημένα σύγχυση σε σχέση με τον αποδέκτη του όρου, μια σύγχυση που κεντρίζει την αμηχανία και την αγωνία του ακροατηρίου. Τα δεδομένα μαζί με τα συναισθήματα εναλλάσσονται «βασανιστικά» για το κοινό. Η αλήθεια βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα μα και αυτά τα ίδια τα φαινόμενα κρύβουν μια δική τους αλήθεια. Ο Αθηναίος προβληματίζεται, οι πολιτικοί όροι τίθενται σε συνεχή επαναδιαπραγμάτευση, νέα ερωτηματικά απαιτούν καινούριες απαντήσεις και κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει τη συμμετοχή των σοφιστών σε αυτές τις ζυμώσεις. Πολύ κοντά σε αυτά και η αμφισημία της λέξης δεινά στον πρώτο στίχο του πρώτου στάσιμου: πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει (στ.334). Το φοβερό, το θαυμάσιο, το βίαιο, το τρομακτικό συνυπάρχουν δυναμικά στο νοηματικό πλάτος του όρου και αποδίδουν τη διπλή διάσταση της ανθρώπινης εξέλιξης, την αρετή και την κακία. Και να που η δύναμη της σοφιστικής αμφισημίας γίνεται εργαλείο στα χέρια του Σοφοκλή, προκειμένου να εμφυσήσει μέσα από το θέατρο την αναγκαιότητα της πολιτικής σκέψης και να χαλιναγωγήσει τα πολιτικά ήθη της εποχής, δεδομένης της κορύφωσης της δημοκρατίας και της αθηναϊκής αλαζονείας με την οποία αυτή συνοδεύεται.
 
Μέσα σε αυτή τη δημοκρατική ατμόσφαιρα η επιρροή της ρητορικής όπως πυροδοτήθηκε από τους σοφιστές, βρίσκει την έκφρασή της μέσα από τη σοφόκλεια τραγωδία: όλο το κείμενο βρίθει από ρητορικά κονταροχτυπήματα ανάμεσα στους ήρωες, ο λόγος του Κρέοντα στους στ. 162-210 αποτελεί υπόδειγμα ρητορικού λόγου (Προοίμιο: 162-174, Διήγηση: 175-191, Απόδειξη: 192-206, Επίλογος: 207-210), με τη φωνή του Αίμονα ακούμε στους στ. 701-723 μια υποδειγματική (από πλευράς περιεχομένου και μορφής) απόπειρα πειθούς του Κρέοντα και είναι εμφανές το ρητορικό υπόστρωμα του λόγου του αγγελιαφόρου στους στίχους 1278-1322 κατά τον διάλογό του με τον Κρέοντα. Στον στίχο 687, γένοιτο μεντἂν χἀτέρῳ καλῶς ἔχον (θα μπορούσε, όμως, και κάποιος άλλος να έχει δίκιο) ο Σοφοκλής αποδέχεται και επιδοκιμάζει αρχές που ο Πρωταγόρας διακήρυττε μέσα από τη διδασκαλία του: η αρχή της πολυφωνίας στην πολιτική έκφραση, η κριτική εξέταση και η ενδεχόμενη αποδοχή της γνώμης των άλλων, η σχετικότητα της γνώμης αποτελούν προϋποθέσεις του εποικοδομητικού διαλόγου και καθιστούν μνημειακής αξίας τα λόγια του Αίμονα. Είναι πρόδηλη η τάση του Σοφοκλή να δεχτεί ιδέες που προάγουν το πνεύμα και εξελίσσουν τη δημοκρατία, ακόμη και αν αυτές διατυπώνονται από έναν κύκλο που χαρακτηρίζεται από την ανατροπή και την αμφισβήτηση των αρχών που με σύνεση υπηρέτησε ο ίδιος. Ύστερα από όλα αυτά είναι εμφανής η βαθιά ανησυχία με την οποία έζησε ο Σοφοκλής την ορμητική εξέλιξη της εποχής του, μια εξέλιξη που πυροδοτήθηκε από την πίστη σε ακλόνητες αξίες και σε θεσμούς που υπηρέτησε πιστά η πόλις-κράτος, με την παράλληλη αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών από τη μεριά των σοφιστών.

Η Βίωση της Πραγματικότητας

Απόλυτη Πραγματικότητα, Ύστατη Πραγματικότητα, Απεριόριστη Πραγματικότητα, Χωρίς Όρια Πραγματικότητα, Χωρίς «Εμπόδια» Πραγματικότητα, δεν είναι αφηρημένοι όροι της μεταφυσικής, ή της απλής, σκέψης, αλλά Πραγματικότητα που Βιώνουν κάποιοι άνθρωποι, Αλήθεια που Κατανοούν, Ζωή που Ζουν.
 
Από την Αρχαιότητα υπάρχουν άνθρωποι που Προσέγγισαν την Πραγματικότητα Άμεσα,  πέρα από τις κοινές ανθρώπινες δυνάμεις… Πέρα από τις αισθήσεις που συλλαμβάνουν το άμεσα αντικειμενικό, τον εξωτερικό κόσμο… Πέρα από την εσωτερική αίσθηση ή συναίσθηση (και «συγκίνηση») που συλλαμβάνει τις δυνάμεις της ζωής που υπάρχουν πίσω από τα φαινόμενα… Πέρα από την σκέψη που απλά περιγράφει με βάση τα πραγματικά στοιχεία της Πραγματικότητας, καταλήγοντας σε μια κατασκευή, σε μια σκεπτοκατασκευή, που αντανακλά την Πραγματικότητα, αλλά δεν είναι η Πραγματικότητα…
Πέρα από όλα αυτά Υπάρχει Μια Άμεση Προσέγγιση της Πραγματικότητας, Μια Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα, Μια Βίωση της Πραγματικότητας, της Απεριόριστης Πραγματικότητας. Είναι όμως (η Βίωση της Πραγματικότητας) Ένας Δρόμος Άγνωστος που Οδηγεί Αλλού, Πέρα από την καθημερινή αντίληψη που χρειάζονται οι άνθρωποι για να επιβιώσουν στον κόσμο. Είναι Ένας Δρόμος που όμως Οδηγεί στην Αντικειμενικότητα, την Πραγματική Αντικειμενικότητα (την Αντικειμενική Πραγματικότητα), γιατί Οδηγεί πέρα από το εγώ, σε μια Ευρύτερη Αντίληψη που Χάνεται στην Χωρίς Όρια Παρουσία που Αγκαλιάζει τα Πάντα.
Αντίθετα, οι άνθρωποι που είναι εγκλωβισμένοι στην σκέψη, στο εγώ, θεωρούν αντικειμενικό το «εξωτερικό» στο οποίο συμφωνούν τουλάχιστον οι περισσότεροι. Με άλλα λόγια δεν Βιώνουν το Αντικειμενικό (πέρα από το εγώ), δεν είναι το Αντικειμενικό, αλλά μέσα από το υποκείμενο (τα υποκείμενα) αποδέχονται σαν αντικειμενικό το «εξωτερικό» που αντιλαμβάνονται όλοι… Αλλά για να ακριβολογήσουμε αυτό δεν είναι το Αντικειμενικό, είναι αυτό που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται σαν αντικειμενικό.
Αυτή η Χώρα της Πραγματικότητας (η Εμπειρία της Πραγματικότητας) ήταν πάντα η Αλήθεια Όλων Αυτών που Έψαξαν και Βρήκαν Μέσα τους το Απεριόριστο Βάθος της Ύπαρξής τους, ήταν η Ζωή που Ζούσαν και που Ανήκει στην Ανθρώπινη Φύση, σε Κάθε Άνθρωπο.
Υπάρχει έτσι μια Παγκόσμια Παράδοση που «μιλά» για την Πραγματικότητα, για την Αλήθεια, για την Ζωή.
Συχνά όμως οι άνθρωποι που ακολουθούν την Αρχαία Παράδοση, επειδή ακριβώς δεν είναι σε θέση να Βιώσουν Αυτή την Πραγματικότητα, την αντιλαμβάνονται μέσα από την σκέψη, το εγώ κι έτσι η Αλήθεια ξεπέφτει σε θεωρίες, διδασκαλίες, θρησκείες.
Ασφαλώς το Μυστικό Βίωμα (η Εμπειρία της Πραγματικότητας, η Άμεση Επαφή με την Πραγματικότητα) έχει τόση σχέση με (τις θεωρίες, τις διδασκαλίες και) τις θρησκείες και τις πρακτικές τους, όση σχέση έχει το φαγητό με τον τιμοκατάλογο. Το φαγητό σε χορταίνει, ο τιμοκατάλογος δεν σε χορταίνει.
Αυτό που κάνουν όλοι οι πραγματικοί ερευνητές της Αλήθειας είναι ακριβώς να μιλήσουν για την Αρχαία Παράδοση, να Συγκεντρώσουν την Αλήθεια που είναι «θαμμένη» μέσα στις παραδόσεις, στις θρησκείες – και που μένει στην πραγματικότητα αχρησιμοποίητη από αυτούς που υποτίθεται ότι ακολουθούν τις θρησκείες – και να αναδείξουν το Ουσιαστικό Περιεχόμενο της Αρχαίας Παράδοσης, το Πραγματικό Μήνυμα, που είναι πέρα από περιγραφές και λόγια, το Μυστικό Βίωμα, την Εμπειρία της Πραγματικότητας, την Βιωματική Προσέγγιση της Αλήθειας, την Ελεύθερη, Απεριόριστη, Χωρίς Εμπόδια Ζωή.
Ναι! Η Αλήθεια Υπάρχει μέσα στις θρησκείες (και μέσα σε πολλές φιλοσοφικές προσεγγίσεις της Πραγματικότητας) αλλά ποιος την χρησιμοποιεί; Πόσοι βουδιστές φτάνουν στο Νιρβάνα; Πόσοι χριστιανοί πραγματοποιούν την θέωση; Πολλοί άνθρωποι, δραστηριότητες και ιδρύματα και θεωρίες και λόγια και θρησκευτικές πράξεις… αλλά θα θέλαμε να συναντούσαμε έναν άνθρωπο που βίωσε την Αλήθεια της Θρησκείας του, την Πραγματικότητα (μέσα από την παράδοσή του).
Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ενώ Υπάρχει η Γνώση οι άνθρωποι βαδίζουν τον δρόμο της άγνοιας, έχει να κάνει με αυτούς, με τις επιλογές τους και με την χρήση της Γνώσης, όχι με αυτή καθ’ εαυτή την Γνώση.
Στο μέτρο των δυνάμεών μας, στην έκταση των δυνατοτήτων μας, προσπαθούμε να πούμε ότι μέσα σε όλες τις παραδόσεις Αναδύεται η Μία Αρχαία Παράδοση, Βρίσκεται η Μια Αλήθεια. Απλά πρέπει να την Εφαρμόσουμε, να την Ζήσουμε, τίποτα περισσότερο.
Αναφερόμαστε στους Μεγάλους Σοφούς Ανθρώπους (Ανθρώπους, όχι κάτι άλλο), στον Ορφέα και στους Έλληνες Φιλοσόφους, στον Λάο Τσε, στους Διδασκάλους των Ουπανισάδ, στον Βούδα,  με τον τρόπο που Κατανοούμε Αυτούς τους Ανθρώπους που Βίωσαν την Πραγματικότητα, και προσεγγίζουμε την Διδασκαλία τους ακριβώς σαν μια Υπόδειξη να Βιώσουμε (ο καθένας μας) Αυτή την Αλήθεια, να Ζήσουμε Αληθινά, όπως Έζησαν Αυτοί.
Ασφαλώς οι οπαδοί τους (που συχνά όχι μόνο τους «εκπροσωπούν» αλλά και τους «μεταχειρίζονται» σαν ιδιοκτησία τους) μπορεί να έχουν άλλη αντίληψη, διαφορετική από την δική μας «οπτική». Δικαίωμά μας να λέμε αυτά που Κατανοούμε. Δικαίωμά τους να ισχυρίζονται αυτά που ισχυρίζονται. Παραπλανάται μόνον αυτός που «θέλει» να παραπλανηθεί.
Κατανοούμε ότι η Πραγματικότητα Είναι Μια, η Αλήθεια Είναι Μια, η Ζωή Είναι Μια κι όλοι οι Σοφοί μιλούν για αυτή την Μια Εμπειρία.
Στην πραγματικότητα ό,τι λέμε είναι αυτά που έλεγαν πάντα οι Σοφοί Άνθρωποι. Το αν Κατανοούμε και Μιλάμε από Προσωπική Εμπειρία ή αν απλά επαναλαμβάνουμε ό,τι είπαν οι άλλοι δεν έχει και τόση σημασία. Δεν ισχυριστήκαμε ποτέ ότι είμαστε κάποιοι ή κάτι που δεν θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άνθρωπος. Στην πραγματικότητα Κατανοούμε ότι είμαστε τίποτα, δεν θέλουμε, ούτε επιδιώκουμε, ούτε είμαστε κάτι. Τελικά αυτό που έχει σημασία δεν είναι ποιοι είμαστε εμείς αλλά αν αυτά που λέμε είναι Αλήθεια.
Δοκιμάστε, Ανακαλύψτε Μόνοι σας την Αλήθεια… Αυτή είναι η μόνη επιδίωξη που μπορεί να έχει ένας Αληθινός Άνθρωπος… δηλαδή Καθένας, Μόνος του να Βιώσει την Αλήθεια… Αυτό απαιτεί η εντιμότητά μας.

Μαζοχιστικές (αυτοηττώμενες) προσωπικότητες

Σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με ένα ίσως από τα πιο ιδιαίτερα και ενδιαφέροντα στοιχεία ως προς την διαβάθμιση και ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης φύσης: την τάση του ανθρώπου να υποφέρει, να επιδιώκει τον «πόνο» και την οδύνη στη ζωή του. Να επιλέγει καταστάσεις καταστροφικές και αυτοηττώμενες, πορείες που οδηγούν σε αρνητικές συνέπειες για τον ίδιο.

Ο όρος μαζοχισμός είναι γνωστός και μας παραπέμπει αρχικά στη σεξουαλική έκφραση και δραστηριότητα φέρνοντας στο μυαλό μας την έννοια της σεξουαλικής διέγερσης που προκαλείται από τη βίωση του πόνου. Η έννοια αυτή είχε ήδη πάρει το όνομά της από τον Sacher-Masoch. Με τον όρο μαζοχιστική (αυτοηττώμενη) προσωπικότητα (self-defeating personality disorder) όμως δεν αναφερόμαστε στη σεξουαλική συμπεριφορά του ατόμου αλλά στη γενικότερη συμπεριφορά και προσωπικότητα που φαίνεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, να επιδιώκει τη βίωση της «ήττας» και της οδύνης προκειμένου να δημιουργήσει ή να επιτύχει κάτι στη ζωή. Εξάλλου, ένα άτομο με μαζοχιστικά στοιχεία προσωπικότητας μπορεί και να μην εμφανίζει μαζοχιστικά στοιχεία στη σεξουαλική του συμπεριφορά. Σημαντικός αριθμός ατόμων με μαζοχιστική (αυτοηττώμενη) προσωπικότητα περιγράφει μια ομαλή σεξουαλική συμπεριφορά και δραστηριότητα.

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ, ο οποίος ήταν ο πρώτος που απέδωσε μεγάλη σημασία στη σεξουαλική αιτιολογία του μεγαλύτερου τμήματος της ανθρώπινης συμπεριφοράς, έχει ασχοληθεί με τη χαρακτηρολογική μελέτη του μαζοχισμού. Ο ίδιος επινόησε την έννοια του ηθικού μαζοχισμού  θέλοντας να επισημάνει τη διαφοροποίηση μεταξύ της σεξουαλικής διέγερσης που προκαλείται από τη βίωση του πόνου και του χαρακτήρα ή της προσωπικότητας που διαμορφώνεται από μια τέτοια ψυχική ανάγκη.

Σύμφωνα λοιπόν με την έννοια του ηθικού μαζοχισμού, η μαζοχιστική προσωπικότητα χαρακτηρίζεται «από πρότυπα οδύνης, διαμαρτυρίας, στάσεις αυτοκαταστροφικότητας και αυτοϋποτίμησης, καθώς και από μια ασυνείδητη επιθυμία να βασανίζει τους άλλους μέσω του προσωπικού πόνου». Το άτομο νιώθει ανάξιο, ένοχο και απορριπτέο και ότι του αξίζει να τιμωρηθεί. Ωστόσο, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι για έναν μαζοχιστή δεν είναι η θλίψη και η οδύνη τα βασικά στοιχεία που συνοδεύουν τις επιλογές και τη συμπεριφορά του…
 
Απλά ο ίδιος θεωρεί, σε συνειδητό ή ασυνείδητο επίπεδο, ότι υπομένοντας όλο αυτόν τον πόνο θα μπορέσει να επιτύχει ένα σημαντικότερο όφελος για τον ίδιο. Υπάρχει ένας ανώτερος σκοπός, ένα μεγαλύτερο καλό για το οποίο αγωνίζεται. Η ύπαρξη ενός ανώτερου σκοπού αλλά και η έννοια της καρτερικότητας αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά και τη βάση της αυτοεκτίμησής του. Όσα πιο πολλά υπομένει τόσο αυξάνεται η αυτοεκτίμησή του γι’ αυτό και, όταν απαιτείται να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, το μεταφράζει αυτό ως «εγωιστικό» ή «συγκαταβατικό» ως προς τον εαυτό του και το αποφεύγει συστηματικά. 
 
Διαβαθμίσεις & αποχρώσεις
Είναι γεγονός ότι μπορούμε να εντοπίσουμε πολλές συμπεριφορές μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μαζοχιστικές καθώς συνοδεύονται από αυτοτιμωρούμενες επιλογές και …πολλή ταλαιπωρία αν μη τι άλλο. Ένα άτομο, για παράδειγμα, που κάνει διαρκώς γκάφες που προκαλούν διάφορες αντιδράσεις στους άλλους και αποφέρουν έλλειψη σεβασμού και εκτίμησης στον ίδιο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτοηττώμενη προσωπικότητα; Όπως και συμπεριφορές αλτρουϊσμού, αυτοθυσίας και αυταπάρνησης για ιδεώδη και αξίες που έχουν μείνει γνωστές στην Ιστορία, μπορούν να εμπεριέχουν μαζοχιστικά στοιχεία προσωπικότητας;

Η Nancy Mc Williams αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η συμπεριφορά που διέπεται από ηθικό μαζοχισμό δεν είναι απαραίτητα παθολογική, ακόμη και στην περίπτωση που, με τη στενότερη έννοια, είναι μια συμπεριφορά αυταπάρνησης. Μερικές φορές η ηθική επιβάλλει να υποφέρουμε για κάτι που έχει μεγαλύτερη αξία από την πρόσκαιρη προσωπική μας ανακούφιση. Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, η Helena Deutch (1944) υποστήριξε ότι η μητρότητα είναι έμφυτα μαζοχιστική.
 
Στην πραγματικότητα τα περισσότερα θηλαστικά θέτουν το καλό των απογόνων τους πάνω από την προσωπική τους επιβίωση. Αυτή η συμπεριφορά μπορεί να είναι «αυτοηττώμενη» για το ζώο που την εφαρμόζει, όχι όμως και για τα νεογνά του και για την επιβίωση του είδους. Τα πιο αξιέπαινα παραδείγματα μαζοχισμού συναντώνται όταν τα άτομα διακινδυνεύουν τη ζωή, την υγεία και την ασφάλειά τους στην υπηρεσία ενός ανώτερου κοινωνικού αγαθού, όπως είναι η επιβίωση του πολιτισμού ή των αξιών τους. Υπάρχουν άνθρωποι, όπως η Mahatma Gandhi και η Μαρία Τερέζα, για τους οποίους θα μπορούσε να υποτεθεί ότι διέθεταν προσωπικότητα με έντονες μαζοχιστικές τάσεις, καθώς έδειξαν αφοσίωση ήρωα ή και αγίου σε σκοπούς που υπερέβαιναν τα όρια του εαυτού τους».

Πέρα όμως από τις παραπάνω περιπτώσεις ο όρος μαζοχισμός αναφέρεται και σε μη ηθικοποιημένα πρότυπα αυτοκαταστροφικότητας, όπως, για παράδειγμα, είναι οι περιπτώσεις των ατόμων που είναι επιρρεπή στα ατυχήματα, ή τα άτομα που ακρωτηριάζουν ή τραυματίζουν τον εαυτό τους χωρίς όμως να χαρακτηρίζονται από αυτοκτονική πρόθεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πίσω από την αυτοκαταστροφική διάθεση υπάρχει ένας απώτερος σκοπός μπροστά στον οποίο ο σωματικός πόνος δεν είναι και τόσο σημαντικός. Για παράδειγμα, τα άτομα που αυτοτραυματίζονται περιγράφουν χαρακτηριστικά ότι αυτό που κάνουν στο σώμα τους και η αίσθηση του πόνου που βιώνουν τους κάνει και νιώθουν ότι είναι ακόμη ζωντανοί. Αυτό το αίσθημα είναι τόσο σημαντικό που δεν συγκρίνεται με τη «μικρή» ταλαιπωρία του σωματικού πόνου.

Όπως παρατηρούμε, λοιπόν, η έννοια της μαζοχιστικής προσωπικότητας παρουσιάζει σημαντικές διαβαθμίσεις και αποχρώσεις. Μαζοχισμός εντοπίζεται σε πολλές πράξεις που κάνουν κακό στον εαυτό μας αλλά και σε πολλά κλινικά περιστατικά που αν μη τι άλλο αναζητούν ψυχοθεραπευτική βοήθεια για να μπορέσουν να αρχίσουν να συμπεριφέρονται καλύτερα στον εαυτό τους. Είναι γεγονός ότι σε όλες τις ψυχιατρικές διαγνώσεις συναντούμε συμπεριφορές επιβλαβείς για τον εαυτό και αυτοκαταστροφικές.
 
Η Nancy Mc Williams καταλήγει ότι «κάθε άτομο συμπεριφέρεται μαζοχιστικά κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, συχνά μάλιστα μια τέτοια ενέργεια επιφέρει θετικό αποτέλεσμα. Τα παιδιά μαθαίνουν από μόνα τους ότι ένας τρόπος για να τραβήξουν την προσοχή των ατόμων που τα φροντίζουν είναι να προκαλούν διάφορα προβλήματα στον εαυτό τους… Ένας συνάδελφός μου μού ανέφερε κάποτε ότι άρχισε να κατανοεί τη δυναμική του φυσιολογικού μαζοχισμού, όταν η επτάχρονη κόρη του, που είχε θυμώσει μαζί του επειδή δεν της αφιέρωνε καθόλου χρόνο, του ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ανέβει στο δωμάτιό της και να καταστρέψει όλα της τα παιχνίδια».

Επίσημα διαγνωστικά κριτήρια

Η διάγνωση της αυτοηττώμενης προσωπικότητας αναφέρεται στο επίσημο διαγνωστικό εγχειρίδιο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, DSM-III-R (1987), στην κατηγορία των διαταραχών προσωπικότητας που δεν κατατάσσονται σε άλλη διαγνωστική κατηγορία (personality disorder not otherwise specified). Δεν έχει γίνει όμως επίσημα αποδεκτή και στη συνέχεια δεν συμπεριελήφθη στην έκδοση DSM-IV του 1994. Το πρόβλημα της επίσημης ένταξης και εξαίρεσης αφορά το γεγονός ότι ιστορικά η έννοια του μαζοχισμού έχει συνδεθεί με τη γυναικεία υποταγή και παθητικότητα.
 
Η διαταραχή αυτή κατέστη πολιτικά αμφιλεγόμενη όταν συνδέθηκε με την έννοια της ενδο-οικογενειακής  βίας η οποία θεωρείτο ότι προκαλείτο κατά κύριο λόγο από άντρες. Παρόλα αυτά, ορισμένος αριθμός ερευνητικών μελετών υποδεικνύει ότι η διαταραχή είναι κοινή και, παρά την εξαίρεσή της από το DSM-IV το 1994, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως από την κλινική κοινότητα ως μια έννοια που εξηγεί ευρέως πολλές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. (Η διαγνωστική κατηγορία του σεξουαλικού μαζοχισμού «που επιφέρει, σε κλινικό επίπεδο, σημαντική δυσφορία και επιβλαβή επίδραση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλη σημαντική περιοχή λειτουργικότητας του ατόμου» παραμένει στο DSM-IV).

Τα διαγνωστικά κριτήρια που είχαν προταθεί για την αυτοηττώμενη προσωπικότητα είναι τα εξής:

Α) Εκδήλωση κατ’ επανάληψη και σε σταθερή βάση αυτοηττώμενης συμπεριφοράς, που ξεκινά κατά την ενηλικίωση του ατόμου και είναι παρούσα σε μια ποικιλία πλαισίων λειτουργικότητας του ατόμου. Το άτομο μπορεί συχνά να αποφεύγει ή να υποτιμά ευχάριστες εμπειρίες, να έλκεται ή να επιλέγει καταστάσεις ή σχέσεις στις οποίες θα υποφέρει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και να εμποδίζει τους άλλους να τον βοηθήσουν, όπως φαίνεται σε τουλάχιστον πέντε από τα παρακάτω:

-Επιλέγει άτομα και καταστάσεις που επιφέρουν στον ίδιο αίσθημα απογοήτευσης, αποτυχίας ή και κακομεταχείριση ακόμη και όταν υφίστανται ξεκάθαρα καλύτερες διαθέσιμες επιλογές.

-Απορρίπτει ή καθιστά αναποτελεσματικές τις προσπάθειες των άλλων να τον βοηθήσουν.

-Όταν συμβεί κάποιο θετικό γεγονός στην προσωπική του ζωή (για παράδειγμα, μια επιτυχία στη δουλειά κλπ.) αντιδρά και ανταποκρίνεται με κατάθλιψη, ενοχή ή, γενικότερα, με συμπεριφορά που επιφέρει οδύνη (για παράδειγμα, με ένα ατύχημα).

-Υποκινεί αντιδράσεις θυμού και απόρριψης στους άλλους και στη συνέχει νιώθει πληγωμένος/η, ηττημένος/η ή ντροπιασμένος/η (για παράδειγμα, κοροϊδεύει τον/η σύντροφό του σε ένα δημόσιο χώρο προκαλώντας αντίδραση θυμού και στη συνέχεια νιώθει πληγωμένος/η και συντετριμμένος/η από την αντίδρασή του/ης.

-Απορρίπτει ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε να νιώσει ευχαρίστηση ή διστάζει να συνειδητοποιήσει ή να αναγνωρίσει ότι περνά καλά και διασκεδάζει πραγματικά σε μια συγκεκριμένη περίσταση (παρά το γεγονός ότι διαθέτει κοινωνικές δεξιότητες και την ικανότητα να βιώνει ευχαρίστηση).

-Δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει εργασίες που είναι σημαντικές κατά τα κριτήρια και τους στόχους που έχει θέσει παρά την ικανότητά του για να το κάνει αυτό. Για παράδειγμα, μπορεί να βοηθά τους συμφοιτητές του να γράψουν τις εργασίες τους, αλλά δεν καταφέρνει να γράψει τη δική του.

-Δεν ενδιαφέρεται ή απορρίπτει ανθρώπους που του συμπεριφέρονται καλά. Για παράδειγμα, δεν τον έλκουν και δεν επιλέγει ερωτικούς συντρόφους που τον φροντίζουν και του φέρονται καλά.

-Εμπλέκεται σε διάφορες επιλογές υπέρμετρης αυτοθυσίας που δεν του έχουν ζητηθεί ή επιβληθεί με κάποιο τρόπο από τους αποδέκτες της.

B) Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι συμπεριφορές που προαναφέρθηκαν δεν αναφέρονται σε καταστάσεις που αφορούν αντίδραση ή προσμονή σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής κακοποίησης.

Γ) Οι συμπεριφορές που προαναφέρθηκαν δεν εκδηλώνονται μόνο όταν το άτομο είναι σε κατάθλιψη.

Αίτια
Πώς λοιπόν διαμορφώνεται η αυτοηττώμενη προσωπικότητα και τα συνακόλουθα χαρακτηριστικά της. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πώς ένα άτομο αρχίζει να «στρέφεται» προς την ήττα και την ταπείνωση και, ουσιαστικά, σε μια πορεία αντιφατική από το βασικό ένστικτο της ζωής…

Κατά την ψυχαναλυτική θεωρία, ασυνείδητο αίσθημα ενοχής ωθεί το άτομο στην τάση «να υποφέρει» και να έχει ανάγκη την τιμωρία στη ζωή του. Οι ενοχές ωθούν το άτομο στην επιλογή προσώπων και καταστάσεων αρνητικών για τον ίδιο προκειμένου να τιμωρήσει τον εαυτό του. Η αυτοτιμωρία συντελεί στη μείωση του αισθήματος ενοχής.

Εύλογα όμως τίθεται το ερώτημα: πώς ένα μικρό παιδί που μεγαλώνει αρχίζει να νιώθει ενοχή; Οι θεωρητικές έννοιες θα ήταν εδώ μακροσκελείς και δυσνόητες, μπορούμε όμως εύκολα να θυμηθούμε την παιδική ηλικία και το πόσο εύκολα μπορεί κανείς, σε αυτή την ηλικία, να νιώσει ότι έκανε κάτι «κακό», ή ότι ο ίδιος είναι ένα «κακό παιδί». Επίσης, τα παιδιά μπορεί να νιώσουν ενοχή για τις επιθυμίες τους που συνοδεύονται από έντονα συναισθήματα που δεν μπορούν εύκολα να διαχειριστούν. Και, κυρίως, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα παιδιά προτιμούν να πιστεύουν ότι φταίνε τα ίδια και ότι είναι κακά παιδιά, παρά το ότι οι άλλοι δεν τα αγαπούν.

Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου με κάποιο τρόπο μαθαίνουν ότι μόνο μέσα από την οδύνη και τη στέρηση μπορούν να λάβουν την προσοχή και την αγάπη που επιθυμούν πραγματικά. Για παράδειγμα, ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο του λείπει η προσοχή και η αγάπη και το γεγονός αυτό το βιώνει βέβαια τραυματικά. Παρόλα αυτά όμως δεν έχει χάσει τελείως την ελπίδα του ότι οι γονείς του το αγαπούν. Όμως, με αυτό τον τρόπο μαθαίνει ότι πρέπει πάντα να προσπαθεί σκληρά, να θυσιάζει τις προσωπικές του επιθυμίες και απολαύσεις και να μην χαίρεται αυτά που θέλει, αλλά αυτά που θέλουν οι άλλοι, προκειμένου να διατηρήσει αυτή την αγάπη που τόσο δύσκολα κερδίζεται.
 
Γιατί έτσι έχει παρατηρήσει ότι οι γονείς του κινητοποιούνται και τον προσέχουν: όταν είναι πια …χάλια και υποφέρει κυριολεκτικά… Πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γονείς μπορεί να μην μπορούν να καλύψουν συναισθηματικά τα παιδιά τους αλλά, όταν τους συμβεί κάτι σοβαρό, κινητοποιούνται με κάποιο τρόπο και τα στηρίζουν. Το παιδί βέβαια, μέχρι να συμβεί αυτό, έχει ήδη πάρει το μήνυμα ότι πρέπει να ταλαιπωρηθεί αρκετά και να προσπαθήσει με αυτοθυσία προκειμένου να κερδίσει την προσοχή και την αγάπη.

Ένα συναφές δυναμικό αφορά και την περίπτωση στην οποία η προσοχή των σημαντικών άλλων προσώπων εκφράζεται μόνο μέσα από την τιμωρία. Έτσι, το παιδί μαθαίνει ότι οι μόνες στιγμές αλληλεπίδρασης και επαφής/σχέσης με τα σημαντικά πρόσωπα της ζωής του είναι μέσα από την τιμωρία. Σε πολλές περιπτώσεις κακοποίησης γυναικών αναφέρεται η έννοια της «σκληρής αγάπης» που υπομένουν και ζουν με αυτή. Άλλωστε, για ένα παιδί είναι σαφώς πιο σημαντική η επικοινωνία και η σχέση, από την επιθυμία για σωματική ασφάλεια.

Τέλος, εμπειρίες επίκρισης, κακοποίησης ή κακομεταχείρισης γενικότερα συμβάλλουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη χαμηλής αυτοεκτίμησης. Έτσι, το παιδί που μεγαλώνει λαμβάνει μήνυμα απαξίωσης και, κυρίως, ότι δεν αξίζει το σεβασμό και την καλή μεταχείριση από τους άλλους. Αν οι σημαντικοί άλλοι στη ζωή του τού συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο γιατί να μην περιμένει αυτή τη συμπεριφορά και από τους άλλους; Γιατί οι άλλοι να τον αγαπούν και να τον σέβονται;

Ο φόβος της χαράς και της επιτυχίας

Οι συνθήκες που προαναφέρθηκαν οδηγούν το άτομο σταδιακά στο να αρχίσει να παραγκωνίζει τις προσωπικές του επιθυμίες και να φοβάται την επιτυχία, τη χαρά και την απόλαυση γιατί πιστεύει ότι, τότε, οι άλλοι θα σταματήσουν να τον αγαπούν και θα τον εγκαταλείψουν. Έτσι η αδυναμία και η υποταγή καθίστανται οι βασικές συνθήκες βάσει των οποίων διαμορφώνονται οι σχέσεις με τους άλλους και η ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών.
 
Σε αυτή την περίπτωση, μόλις το άτομο νιώσει ότι τα πράγματα πηγαίνουν καλά, ή ότι θα επιτύχει κάτι που επιδιώκει από καιρό, αμέσως αυτό συνδέεται με αρνητικά συναισθήματα επίκρισης αλλά και εγκατάλειψης από τους άλλους. Και, τότε, θα κάνει πάντα πίσω για να σαμποτάρει την προσωπική του επιτυχία. Η προσμονή της επιτυχίας του δημιουργεί ουσιαστικά αίσθημα αγωνίας και εκνευρισμού που δεν μπορεί να αντέξει. Αισθάνεται ότι «ενοχλεί» τους άλλους και ότι γίνεται αντιπαθής με την επιτυχία του.

Ένα παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να είναι η μαθήτρια που διακρίνεται για την επίδοσή της και την πορεία της στα μαθήματα και, ξαφνικά, έχει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη που την  αναγκάζει να κάνει πίσω στα όνειρά της. Το μέλλον της διαγραφόταν λαμπρό με τις επιδόσεις της και είναι προφανές ότι σύντομα θα περνούσε και στο πανεπιστήμιο και θα άρχιζε να οδεύει στη δική της πορεία εκπαίδευσης και επιτυχίας. Για εκείνη όμως φαίνεται ότι το φορτίο της επιτυχίας ήταν πολύ βαρύ και η ίδια αισθανόταν ότι αυτό θα την απομάκρυνε από τη ζεστασιά της οικογένειας.

Οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά «να εφεύρουν» πολλά λάθη και κακές επιλογές αν δεν αντέχουν το βάρος της επιτυχίας και των προσδοκιών των άλλων και θέλουν να βαδίσουν σε δρόμους που μπορούν πιο εύκολα να οδηγήσουν και να ελέγξουν.

Μαζοχιστική επανάληψη τραύματος
Ο όρος αυτός αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες το άτομο ασυνείδητα κάνει επιλογές που αναδημιουργούν μια τραυματική εμπειρία που έχει ζήσει στο παρελθόν. Έτσι, ο ίδιος ξαναζεί την τραυματική εμπειρία βιώνοντας και πάλι πόνο και οδύνη.
 
Η δυναμική αυτή χαρακτηρίζει αρκετά τη συμπεριφορά της αυτοηττώμενης προσωπικότητας. Ένα παράδειγμα εδώ μπορεί να αποτελεί η σχέση ενός ζευγαριού που τα πηγαίνει πολύ καλά αλλά, πάντα, εκεί που όλα είναι πολύ καλά, δημιουργείται μια κατάσταση που επιφέρει σύγκρουση και αναστάτωση στη σχέση τους. Πολλοί άνθρωποι που έχουν βιώσει μεγάλες εντάσεις και τσακωμούς στο οικογενειακό περιβάλλον περιγράφουν το πόσο δύσκολα μπορούν τελικά να αντέξουν το «να πηγαίνουν όλα καλά» και πρέπει πάντα, ασυνείδητα, να κάνουν κάτι για να προκαλέσουν ένταση και τσακωμό. Η ανάγκη να προκαλεί κανείς ξανά και ξανά τις τραυματικές καταστάσεις που έχει βιώσει ώστε να μπορέσει να κυριαρχήσει ψυχολογικά πάνω τους είναι εμφανής αλλά και τραγική.

Θεραπευτική αντιμετώπιση
Στην ψυχοθεραπεία ατόμων με μαζοχιστική (αυτοηττώμενη) προσωπικότητα είναι σημαντικό καταρχήν να συνειδητοποιηθούν και να συζητηθούν διεξοδικά τα επαναλαμβανόμενα μοντέλα μαζοχιστικών πεποιθήσεων και πρακτικών. Για παράδειγμα, «ότι πρέπει κανείς πάντα να απολογείται για τις πράξεις του», ή «ότι δεν πρέπει να διεκδικεί» κ.ά.
 
Αυτές οι πεποιθήσεις και συμπεριφορές προφανώς εκδηλώνονται και  στη θεραπεία αλλά και στη σχέση με τον ίδιο το θεραπευτή. Για παράδειγμα, ο θεραπευόμενος μπορεί να είναι συνέχεια απολογητικός, να μην συμφωνεί με διάφορα θέματα αλλά να μην το εκφράζει, ή, επίσης, να προκαλεί ασυνείδητα ένταση και θυμό στο θεραπευτή για να έχει μια έκρηξη θυμού που θα ξεσπάσει στον ίδιο.

Το πιο σημαντικό μέρος της ψυχοθεραπείας όμως είναι να μάθει ότι ο θυμός αποτελεί μια φυσική αντίδραση και ότι μπορεί κανείς να εκφράζει τη δυσαρέσκεια και το θυμό του χωρίς να φοβάται ότι θα επέλθει «τιμωρία» με διάφορους τρόπους (π.χ. εγκατάλειψη, κριτική κ.ά.).

Είναι σημαντικό το άτομο να μην πάρει ενίσχυση για την αυτοθυσία και την καρτερικότητά του σε βάσανα και κακουχίες. Πολλές φορές αυτή η προσωπικότητα έχει δημιουργηθεί επειδή οι ίδιοι οι γονείς ήταν μαζοχιστικοί ή ενίσχυαν τέτοιες συμπεριφορές. Για παράδειγμα, όταν ένα παιδί φροντίζει τον άρρωστο γονιό ή τους παππούδες του και θυσιάζει τις χαρές της ηλικίας του γι’ αυτό… Εάν οι σημαντικοί άλλοι γύρω του αρχίσουν να τον θαυμάζουν γι’ αυτό και για το πόσο καλό παιδί είναι που υπομένει τα βάσανά του με γενναιότητα, τότε αυτός είναι και ένας τρόπος ενίσχυσης της αυτοηττώμενης προσωπικότητας.

Στην ψυχοθεραπεία με άτομα με μαζοχιστική προσωπικότητα είναι σημαντικό και ο ίδιος ο ψυχοθεραπευτής να μην εμπίπτει σε παγίδες μαζοχιστικής συμπεριφοράς και να δείχνει με τον τρόπο του ότι φοβάται να διεκδικήσει. Να μην μπαίνει στο ρόλο του σωτήρα και ότι υποφέρει για να σώσει τους άλλους. Μια στάση θεραπευτικής συγχώρεσης και αυτοθυσίας δεν βοηθά. Αντίθετα, με αυτό τον τρόπο, οι θεραπευόμενοι αισθάνονται ένοχοι και ανάξιοι για βελτίωση.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό να μην χρησιμοποιούνται εκφράσεις συμπόνιας με τους μαζοχιστικούς ασθενείς. Έχει μεγάλη σημασία για το άτομο με μαζοχιστικά στοιχεία προσωπικότητας να μάθει να εκφράζει το θυμό του και να μην φοβάται να ζητήσει ικανοποίηση των επιθυμιών του χωρίς να νιώθει ότι πρέπει να προκαλέσει συμπόνια και αυτολύπηση για να το καταφέρει αυτό. Είναι πολύ σημαντικό να μάθει ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι με τους οποίους μπορεί να λάβει χαρά και ευχαρίστηση στη ζωή του και ότι μπορεί να φροντίζει τον εαυτό του χωρίς να νιώθει ενοχές.

Νίτσε: Να κάνεις κακό με ότι καλύτερο έχεις

Καμιά φορά οι δυνάμεις μας μας ωθούν τόσο μα­κριά πού δεν μπορούμε πιά να υποφέρουμε τις αδυναμίες μας και φθίνουμε από αυτό.

Βέβαια, μας συμβαί­νει να προβλέπουμε αυτή τη διέξοδο, αλλά δεν μπορού­με να αλλάξουμε τίποτα. Και τότε γινόμαστε σκληροί σέ κείνο πού θα έπρεπε να φυλάγαμε μέσα μας, και η μεγαλοσύνη μας μας κάνει να είμαστε βάρβαροι.

Η εμπειρία αυτή, πού στο τέλος είμαστε αναγκα­σμένοι να την πληρώσουμε με τη ζωή μας, συμβολίζει την επίδραση των τρανών ανθρώπων στους άλλους και στην εποχή τους.

Γιατί, με ό,τι καλύτερο διαθέτουν — έχουν μέσα τους-—, μ' εκείνο πού μόνο αυτοί οι ίδιοι μπορούν να κατορθώσουν, καταστρέφουν πάρα πολλά όντα αδύναμα, αβέβαια, ασχημάτιστα και γεμάτα δι­σταγμούς με ό,τι καλύτερα έχουν, και γίνονται έτσι βλαβεροί.

Και μπορεί να συμβεί μάλιστα, ώστε να μην κάνουν τίποτ΄ άλλο παρά να προξενούν το κακό, γιατί αυτό το πιο παλιό κομμάτι του εαυτού τους, αδειάζει μο­νομιάς, ας πούμε, μόνο από όντα πού πνίγουν το λογικό τους και την ατομικότητά τους μέσα σ' ένα ποτήρι πο­λύ δυνατού ποτού.

Και μεθάνε μέχρι τέτοιο σημείο, που δεν μπορεί παρά να τσακίσουν όλο τους το κορμί —χέ­ρια, πόδια— σ’ όλους τούς δρόμους πού θα τούς οδηγήσει το μεθύσι τους.

Friedrich Nietzsche, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Το ότι είμαι καλός δεν σημαίνει πως δεν έχω όρια

Από τη στιγμή που ερχόμαστε στον κόσμο, μπαίνουμε στη διαδικασία να ενστερνιζόμαστε απόψεις, αντιλήψεις και ιδεολογίες του περιβάλλοντός μας. Τα πρέπει και τα μη της κοινωνίας εμφυτεύονται μέσα και ασυναίσθητα μας κατευθύνουν τις περισσότερες φορές στη ζωή μας.

Η έννοια της καλοσύνης είναι και αυτή παρεξηγημένη. Καλός άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δίνει τα πάντα στους άλλους και στερεύει εκείνος μέσα του. Καλός άνθρωπος ή φίλος δεν είναι εκείνος που ανοίγει την καρδιά του σαν τριαντάφυλλο και λέει τα πάντα για τη ζωή του, ακόμα και όταν δεν το επιθυμεί. Ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός και η παραποιημένη έννοια της ανιδιοτέλειας, μας έχουν οδηγήσει στο να υιοθετούμε λανθασμένες συμπεριφορές που βλάπτουν εμάς τους ίδιους.

Το να είμαι καλός άνθρωπος δε σημαίνει πως δεν έχω το δικαίωμα να κρατάω πράγματα για εμένα. Δε με δεσμεύει τίποτα στο να ανοίγω την ψυχή μου στον οποιονδήποτε ή στο να μιλάω για μία κατάσταση που μου συμβαίνει, όταν δεν το θέλω πραγματικά. Το να είμαι καλός άνθρωπος δε σημαίνει πως μου στερεί το δικαίωμα να χτίσω τα όριά μου ανάμεσα σε αυτά που θέλω και δε θέλω να μοιραστώ.

Η ψυχή μου δεν είναι εφημερίδα που κρέμεται σε περίπτερο και ο κάθε περαστικός τη βλέπει και τη διαβάζει· είναι ζωντανή, έχει αισθήματα και επιθυμίες τις οποίες δεν ακούμε τις περισσότερες φορές, φοβούμενοι μήπως οι άλλοι αποσύρουν την αγάπη τους ή σταματήσουν να μας θεωρούν καλούς ανθρώπους και μας απορρίψουν.

Η ιδιωτική μας ζωή έχει και αυτή τα όριά της και σίγουρα δε χρειάζεται να λέμε τα πάντα για εμάς και να ξεδιπλώνουμε κάθε πτυχή και εσωτερικό μας ζήτημα σε κάποιον, ακόμα κι αν είναι γνωστός μας. Ο άνθρωπος που μας αγαπάει, θα καταλάβει πως ίσως εκείνη τη στιγμή να προστατεύουμε και εμάς τους ίδιους από κάτι που συναισθηματικά μπορεί να είναι και τραυματικό να το συζητάμε εκείνη τη στιγμή.

Μην ανοίγεις την καρδιά σου σαν τριαντάφυλλο. Να κρατάς κάποια πράγματα και για εσένα.

Τάσεις ενοχής

Υπάρχει μια σειρά μελετών που έχει διερευνήσει τους λόγους που οι άνθρωποι εμπιστεύονται ή δεν εμπιστεύονται τους άλλους, αλλά ελάχιστες έρευνες έχουν επιχειρήσει να εντοπίσουν τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει κάποιον άξιο εμπιστοσύνης. Μια πρόσφατη έρευνα όμως υποστηρίζει ότι αν θέλουμε να διακρίνουμε ποιος αξίζει την εμπιστοσύνη μας, καλύτερα να εξετάσουμε όσους νιώθουν ενοχές.

Το Πανεπιστήμιο του Chicago (Booth School of Business) στο Illinois με κύρια ερευνήτρια την Emma Levine εξέτασε τι καθιστά έναν άνθρωπο άξιο εμπιστοσύνης. Αφού διεξήγαγαν διάφορα πειράματα, η ερευνητική ομάδα αναγνώρισε ένα βασικό χαρακτηριστικό, έναν ισχυρό προβλεπτικό παράγοντα που μπορεί να προβλέψει αν ένας άνθρωπος είναι αξιόπιστος: η τάση προς την ενοχή. Σε αντίθεση με το ίδιο το συναίσθημα της ενοχής, που είναι πιθανό να εμφανιστεί μετά από μια συγκεκριμένη πράξη που έχει τελεστεί και να οδηγήσει σε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, η τάση προς ενοχή προηγείται χρονικά της πράξης που μπορεί να οδηγήσει σε ενοχή.

Όπως εξηγούν οι ερευνητές, οι άνθρωποι που επιδεικνύουν αυτή την τάση αναμένουν ότι θα νιώθουν ενοχές ως αποτέλεσμα της εκτέλεσης μιας συγκεκριμένης πράξης, κάτι που θα τους αποθαρρύνει από την κάνουν τελικά. Εν συντομία, είναι πολύ πιθανότερο να νιώσουν υπεύθυνοι και γι’ αυτό να αποφύγουν μια κακή ή λάθος πράξη. Τα ευρήματα της ομάδας βρίσκονται δημοσιευμένα στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Personality and Social Psychology.

Ποιος είναι άξιος εμπιστοσύνης;

Η Levine και οι συνάδελφοί της έτρεξαν έξι διαφορετικά πειράματα που περιελάμβαναν παιχνίδια με χρήματα και έρευνες που αξιολογούσαν αν οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν συμπεριφορές που εμπνέουν εμπιστοσύνη και αν επεδείκνυαν έντιμες προθέσεις. Ουσιαστικά, αυτό που εντόπισαν ήταν οι ότι άνθρωποι με υψηλά επίπεδα τάσης ενοχής ήταν πιθανότερο να επιστρέψουν υψηλότερα ποσοστά χρημάτων σε άλλους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες που έδειχναν χαμηλά επίπεδα τάσης ενοχής.

Επιπλέον, η τάση ενοχής βρέθηκε ότι είναι καλύτερος προβλεπτικός παράγοντας της αξιοπιστίας ενός ανθρώπου σε σύγκριση με άλλα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών εξωστρέφειας, δεκτικότητας, τάσης προς νευρωτισμό, σχολαστικότητας και της ευχάριστης παρέας. «Τα ευρήματά μας» λένε οι συγγραφείς της έρευνας «εμπλουτίζουν την σημαντική βιβλιογραφία πάνω στην εμπιστοσύνη, εμβαθύνοντας την κατανόηση που έχουμε για την έννοια της αξιοπιστίας: όταν αποφασίζετε ποιον να εμπιστευθείτε, εμπιστευθείτε την τάση ενοχής». Αυτή η σύνδεση έχει σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες και τους αρχηγούς ομάδας, όσον αφορά στην επιλογή συνεργατών και μελών ομάδας.

Σημαντικές συνέπειες για τους εργοδότες

Ένα πείραμα, για παράδειγμα, έδειξε ότι τα άτομα μπορούν να «καθοδηγηθούν» στο να νιώσουν πιο υπεύθυνοι για τις δικές τους πράξεις και για το πώς μπορούν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους. Οι συμμετέχοντες, από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν ένα κώδικα συμπεριφοράς, επέδειξαν μεγαλύτερη ευθύνη και ήταν πιο πιθανό να επιστρέψουν χρήματα σε συμπαίκτες τους, σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες από τους οποίους ζητήθηκε να διαβάσουν για το πόσο σημαντικό είναι να υποστηρίζουμε τον εαυτό μας.

«Η εμπιστοσύνη και η αξιοπιστία είναι σημαντικά στοιχεία για αποτελεσματικές σχέσεις και αποτελεσματικούς οργανισμούς» ισχυρίζονται οι ερευνητές. «Μπορεί να προκληθεί μεγάλη ζημιά σε μια εταιρία, όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, αλλά οι άνθρωποι μπορούμε να περιορίσουμε τέτοια κόστη, αν αφοσιωθούμε και επενδύσουμε σε αξιόπιστους ανθρώπους», προσθέτουν. Η Levine υποστηρίζει ότι οι εργοδότες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τέτοια ευρήματα και να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι που παίρνουν στις ομάδες του έχουν μια ισχυρή αίσθηση ευθύνης σε σχέση με άλλους.

Nα προσέχεις στα ταξίδια σου

Δεν ξέρω πώς θα μας τα φέρει η ζωή, εάν μας δώσει την ευκαιρία να μάθουμε ποτέ πραγματικά ποιοι είμαστε. Θα ερωτευτώ, θα ξαναχωρίσω, θα ξαναπονέσω, θα ξανασταθώ στα πόδια μου. Όλα είναι ένας κύκλος. Αλλά πάντα θα πονάει αυτός ο Ένας. Κι αυτός ο ένας, ήσουν εσύ… Με πονάει ακόμα που δεν σε προσέχω πια, που δεν σε νοιάζομαι πια, που δεν μαθαίνω πρώτη τα νέα σου, που δεν σε παρηγορώ όταν προκύπτουν προβλήματα στη δουλειά σου, που δεν ξέρω αν τρως, αν προσέχεις αυτά που φοβόμουν, αν ξενυχτάς, αν…

Με πονάει που δεν είσαι ο πρώτος άνθρωπος που λέω καλημέρα, που δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα απρόοπτα της καθημερινότητας, τις λύπες μου, τις ανησυχίες μου, τις χαρές μου. Μου λείπει η καληνύχτα σου, το σ ’αγαπώ σου. Μου λείπει να με προσέχεις. Με πονάει που δεν κάναμε τη διαφορά, που χαθήκαμε όπως τόσοι άλλοι, που δεν αντέξαμε τα προβλήματα και τους φόβους μας, που η αγάπη σου σταμάτησε να υπάρχει, που με ξέχασες, που έφυγες για πάντα. Υπάρχουν στιγμές που φοβάμαι ότι κάτι θα συμβεί και δεν είσαι εδώ. Και είχα μάθει να είσαι εδώ. Και φοβάμαι.

Η ζωή μου προχωρά, όπως προχωράνε όλων των ανθρώπων οι ζωές, όπως προχωρά κι η δική σου ζωή. Έχω μάθει πια να ζω χωρίς εσένα. Ξυπνάω, χαμογελώ, βγαίνω, κάνω όνειρα, ζω. Αλλά υπάρχουν στιγμές που ταράζομαι, ακόμα και στον ύπνο μου, δεν μπορώ να στο εξηγήσω. Και μετά πάλι απ’ την αρχή. Ζω, χαμογελώ, προχωρώ.

Προχωράμε παράλληλα αντί μαζί, προχωράμε με άλλους ανθρώπους αντί μαζί, φτιάχνουμε διαφορετικά όνειρα, χώρια. Γίναμε δύο ξένοι, το χειρότερο που μπορούν να γίνουν δύο άνθρωποι. Κι αυτό πονάει πιο πολύ απ’ όλα. Που γίναμε κι εμείς σαν όλους τους άλλους. Σκέφτομαι συχνά, πως αν η αγάπη μας ήταν αληθινή, θα κρατούσε. Δεν κράτησε όμως. Ήταν όλα ένα κακόγουστο ψέμα;
Θυμάμαι ακόμα την αγκαλιά μας. Εμείς την είχαμε φτιάξει μέσα από χιλιάδες κύματα, μέσα από κόπο και προσπάθεια, μέσα από την αγάπη και τις πληγές μας, από τις εύκολες και τις δύσκολες στιγμές μας, είχαμε φτιάξει αυτό το αντίδοτο, που μας έδινε ζωή και που μας κρατούσε ενωμένους. Ακόμα κι αυτήν, την απαρνήθηκες. Μάλλον κάπου χάσαμε το παιχνίδι, αλλιώς δεν γίνεται όλα όσα ζήσαμε να ήταν ένα ψέμα, έτσι δεν είναι;

Και τι μένει, λοιπόν, πια. Μια αγάπη που γεννήθηκε ξαφνικά, πολλές οδυνηρές αναμνήσεις κι ένας οριστικός αποχωρισμός. Σε λίγο καιρό από τώρα, είτε το θέλουμε είτε όχι, θα έχουμε ξεχάσει και οι δυο εντελώς την ύπαρξη του άλλου. Δεν έχει σημασία που προχώρησες πρώτος τη ζωή σου. Κάποιος πρώτος θα παντρευτεί, κάποιος άλλος πρώτος θα κάνει παιδί, κάποιος θα ευτυχίσει ίσως πιο πολύ από τον άλλον. Κι από εμάς, τι θα απομείνει; Όταν το σκέφτομαι, τρομάζω. Τίποτα δεν θα’ χει απομείνει.

Δεν σε μισώ, δεν σου χρωστάω, δεν μου χρωστάς. Κι εσύ θα ζήσεις με τα σωστά και τα λάθη σου. Και εγώ με τα δικά μου. Και οι δυο θα ζήσουμε με τις επιλογές που κάναμε ή θα κάνουμε. Και θα ζήσουμε για πάντα με τις συνέπειες των επιλογών μας. Και φοβάμαι πολύ. Όλα συνηγορούν στο ότι δεν θα σε ξαναδώ ποτέ, δεν θα μάθω ποτέ πώς είσαι, πώς νιώθεις, πώς περνάς. Ούτε κι εσύ θα μάθεις ποτέ για μένα.

Όλα σιγά σιγά θα σβήσουν, θα ξεχαστούν. Και τα όμορφα και τα άσχημα. Κι ο δεσμός της ψυχής μας, θα σπάσει κι αυτός. Και θα χαθούμε μια για πάντα στο πλήθος, δύο ξένοι κι εμείς, δύο άνθρωποι που δεν θα μάθουν ποτέ αν αγαπήθηκαν στ’ αλήθεια γιατί το όνειρο έμεινε μισό, κόπηκε αιφνίδια στη μέση κι ένα καινούργιο «ταξίδι» ξεκινά και για τους δυο μας. Αντίο, στα «ταξίδια» σου να προσέχεις.

Να συγχωρούμε: Η ζωή προχωρά και τα καλύτερα έρχονται

Πόσες φορές έχουμε νιώσει να μας πνίγει το δίκιο και να είμαστε θυμωμένοι με άτομα που μας έχουν συμπεριφερθεί με τρόπο που να μην μας αξίζει; Δηλαδή δεν μας σεβάστηκαν, και στο τέλος μας πλήγωσαν. Συνήθως η πρώτη μας σκέψη είναι να τους εκδικηθούμε για να «δικαιωθούμε».

Σύντομα όμως, αντιλαμβανόμαστε πως το μίσος και ο θυμός που νιώθουμε γι’ αυτά τα άτομα και η εκδίκηση που θέλουμε να πάρουμε δεν οδηγεί πουθενά. Το πιο πιθανό, να μας χαλάσει και άλλο τη ψυχολογική μας διάθεση καθώς δεν μας βοηθάει να ξεχάσουμε.

Η συγχώρεση όμως, θα μας βοηθήσει να ξεχάσουμε το άτομο που μας πλήγωσε ακόμη και αν μας έβλαψε σε υπερβολικό βαθμό.  Γνωρίζω πως η συγχώρεση είναι δύσκολη υπόθεση. Θα πρέπει να ανατρέξουμε στο παρελθόν μας και να  ανασύρουμε από την μνήμη μας τα δυσάρεστα συναισθήματα που μας προκλήθηκαν και να τα επεξεργαστούμε.

Πως μπορούμε να συγχωρέσουμε κάποιον που μας έκανε μεγάλο κακό;
Σίγουρα η συγχώρεση δεν είναι εύκολη, ιδιαίτερα όταν ξέρουμε ότι είχαμε ‘’απόλυτο’’ δίκιο. Αυτό που θα μας βοηθήσει είναι να αποδεχτούμε την πραγματικότητα, δηλαδή πως το κακό έχει γίνει και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω για να αλλάξουμε κάποια συνθήκη. Η ζωή προχωρά και τα καλύτερα έρχονται, το να έχουμε αρνητικά συναισθήματα στο άτομο που μας έβλαψε δεν έχει καμία σημασία πια. Το μέλλον μας πρέπει να είναι γεμάτο με ευγένεια και χαρά και όχι με μίσος και πικρία.

Επίσης, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως η συγχώρεση θα ανακουφίσει πρώτα εμάς. Η συγχώρεση είναι προσωπική, δεν αφορά αυτόν που μας έβλαψε. Δεν χρειάζεται να  του κοινοποιήσουμε ότι τον συγχωρέσαμε. Ούτε χρειάζεται να επαναφέρουμε στη ζωή μας κάποιον που μας πλήγωσε. Αποβάλουμε το βάρος του μίσους και του θυμού για να οδηγηθούμε στην προσωπική μας ευτυχία.

Από την άλλη μεριά, καλό είναι να δεχόμαστε ότι όλοι κάνουμε λάθη είτε λιγότερο είτε περισσότερο σοβαρά. Έτσι είναι η ζωή, μπορεί να πληγωθούμε αλλά μπορεί και να πληγώσουμε. Σίγουρα κάποια στιγμή στη ζωή σας θα σφάλατε και εσείς κάπου και θα θέλατε να σας συγχωρέσουν, οπότε οφείλουμε να δίνουμε συγχώρεση και εμείς. –Ότι δίνεις,παίρνεις -.

Ένας άνθρωπος που μας πλήγωσε ίσως μας βοηθήσει να μάθουμε και τον εαυτό μας καλύτερα. Μάλλον κάναμε λάθος επιλογή και εμπιστευτήκαμε ένα άτομο που δεν μας άξιζε, αλλά μέσα από αυτή την επιλογή μάθαμε πολλά. Και ας πληγωθήκαμε! Πήραμε ένα μάθημα, ώστε στο μέλλον να διαλέγουμε πιο προσεκτικά ποιους ανθρώπους θα έχουμε δίπλα μας.

Είναι δείγμα μεγαλοψυχίας να συγχωρούμε κάποιον που μας πρόδωσε, μας πλήγωσε με τον χειρότερο τρόπο. Για να συμβεί αυτό σημαίνει πως τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, έχουμε τη δύναμη να αποβάλλουμε το θυμό μας και να καταλάβουμε τα βαθύτερα κίνητρα του ατόμου που μας πλήγωσε. Με το να συγχωρέσουμε κάποιον δείχνουμε σοφότεροι και εμπειρότεροι.

Μην διστάζουμε… Η συγχώρεση είναι αρετή!

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για σένα, να σε μειώνει, να προσβάλει τις επιλογές και τα όνειρά σου

Με τον όρο ”τοξικός”, οι ψυχολόγοι περιγράφουν τον επιβλαβή για την ψυχοσυναισθηματική και σωματική υγεία ενός ατόμου. Οι τοξικοί άνθρωποι έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στη συμπεριφορά τους τα οποία και χρησιμοποιούν εξοντώνοντας το ”θύμα” τους.

Μπορεί να είναι οι γονείς, μπορεί να είναι κάποιος άλλος συγγενής, ίσως ένας φίλος ή ακόμη και ένας σύντροφος. Η τοξική ταυτότητα δεν έχει πρόσωπο. Τοξικός μπορεί να είναι οποιοσδήποτε και κατά συνέπεια είναι δυνατό να έχετε μία τοξική σχέση με έναν άνθρωπο που βρίσκεται πολύ κοντά σας ή είναι ένας ”σημαντικός άλλος” στη ζωή σας.

Για παράδειγμα, εάν έχετε έναν τοξικό φίλο, είναι δύσκολο να το διαχειριστείτε ή να τον απομονώσετε αλλά είναι πολύ δυσκολότερο όταν έχετε έναν τοξικό γονιό ή σύζυγο.

Οι τοξικοί άνθρωποι είναι άκρως επικίνδυνοι για την ψυχική υγεία των άλλων, καθώς τον καταδυναστεύουν ψυχολογικά και συναισθηματικά και του προκαλούν έντονο στρες στον βωμό της επερχόμενης αντίδρασης του.

Η αδιάκοπη κριτική τους, η απουσία αποδοχής τους, η σκληρή απαιτητικότητά τους, η έντονη ενασχόληση με το τι θέλουν και τι χρειάζονται ΜΟΝΟ εκείνοι , είναι από τα βασικότερα χαρακτηριστικά τους που σφυροκοπούν την ψυχοσυναισθηματική υγεία των ατόμων που τους περιτριγυρίζουν.

Κατά κάποιο τρόπο, είναι τα άτομα που θεωρούν ότι μόνο εκείνα έχουν δικαιώματα και μπορούν να εξουσιάζουν τους άλλους μετατρέποντας τους σε μαριονέτες.

Τα τοξικά άτομα κακοποιούν μέσω πληθώρας μέσων ψυχολογικής κακοποίησης, όπως λεκτική εξύβριση/κριτική – προσβολές – υποτιμητικά σχόλια, απομόνωση του θύματος, απειλές, εκφοβισμό, οικονομική κακοποίηση/ έλεγχος μέσω των χρημάτων κλπ.

Το αποτέλεσμα είναι η ψυχολογική δηλητηρίαση του ατόμου που το περιβάλει. Φόβος, Άγχος, Θυμός, Θλίψη, Καταπίεση είναι από τα βασικότερα συναισθήματα που φωλιάζουν και καταπιέζονται σε έναν άνθρωπο που τον δηλητηριάζει ο ναρκισσισμός ενός τοξικού ατόμου.

Είναι κουραστικοί και εξαντλητικοί, ενώ προκαλούν φόβο εξαιτίας της σκληρής αντίδρασης και συμπεριφοράς τους. Μέσω αυτού του φόβου καταφέρνουν να εξουσιάζουν και να χειρίζονται τα θύματά τους τα οποία προσπαθούν να αποφύγουν τις προστριβές και τις εντάσεις – οι οποίες φυσικά είναι αναπόφευκτες όπως και να φερθούν οτιδήποτε και να κάνουν- και έτσι παγιδεύονται στις τοξικές διαθέσεις, ενώ απομακρύνονται από αυτά που επιθυμούν να πράξουν, να ακολουθήσουν και να υπερασπιστούν. Με λίγα λόγια απομακρύνονται από τον εαυτό τους.

Είναι γεγονός όμως πως οι τοξικοί άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με τίποτα. Η βαθιά αίσθηση αναξιότητας του εαυτού τους μετατρέπεται σε σκληρή κριτική και προσβλητικά σχόλια προς τους άλλους. Οτιδήποτε και να λάβουν ποτέ δεν θα τους είναι αρκετό. Τα άτομα που τους πλαισιώνουν προσπαθούν με κάθε τρόπο να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους με αποτέλεσμα να αποδομούνται ψυχολογικά και να εξαντλούν τα ενεργειακά συναισθηματικά τους αποθέματα.

Αναμφίβολα είναι πολύ δύσκολο, να υπάρχεις ή να έχεις υπάρξει με ένα τέτοιο πρόσωπο. Ιδιαίτερα όταν αυτό το πρόσωπο είναι και πολύ οικείο. Είναι αναγκαίο όμως, να βρεις το κουράγιο να αντιμετωπίσεις όλα όσα πέρασες ή περνάς και να διεκδικήσεις την ταυτότητά σου, την ύπαρξη σου, τα δικαιώματά σου…. τον εαυτό σου!

Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να σε ορίζει, να αποφασίζει για σένα, να σε μειώνει, να προσβάλει τις επιλογές και τα όνειρά σου….

Όλη αυτή η χειριστική συμπεριφορά αποσκοπεί στην εξάρτησή σου. Είναι πολύ σημαντικό για τον εαυτό σου να αποφασίσεις εάν θέλεις να είσαι εξαρτημένος ή ανεξάρτητος.

Να θυμάστε ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τους άλλους, παρά μόνο τον εαυτό μας!

Επιθυμώντας σε πείσμα των ψευδαισθήσεων

Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα; Γιατί επιμένουμε να επιδιώκουμε απατηλούς σκοπούς, να τρέφουμε ανέφικτες ή καταστροφικές επιθυμίες; Γιατί παραμένουμε μέσα σε σχέσεις αλλοτριωτικών και εξουθενωτικών συναισθηματικών εξαρτήσεων; Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο ανάμεσα στις συμπληγάδες του μίσους, του φθόνου, της ζήλιας, των ενοχών, των τύψεων, της χαμηλής αυτοεκτίμησης;

Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που διατρέχει όλες τις συναισθηματικές περιπλανήσεις μας: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε κάτι, έστω κι αν αυτό είναι εσφαλμένο. Έχει επίσης ανάγκη να επιθυμεί κάτι, οτιδήποτε, έστω κι αν αυτή η επιθυμία είναι μια ψευδαίσθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγαπά κάτι, να συνδέεται με κάτι, έστω κι αν στην πραγματικότητα αυτό το κάτι τον καταστρέφει περισσότερο παρά τον προάγει, τον θλίβει παρά τον χαροποιεί. Να πώς θέτει ο Σπινόζα αυτή την αρχή:

«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».

Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.

Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.

Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες….

Ο Σπινόζα και η τέχνη της ευτυχίας

Η διαφορά της ελευθερίας με την αυθαιρεσία

Από την ώρα που οι αρχές και οι κανόνες, τα παραγγέλματα και οι εντολές μας έρχονται απ’ έξω και οι κυρώσεις, θετικές ή αρνητικές, έπαινος ή ψόγος, αμοιβή ή ποινή επιβάλλονται πάλι απ’ έξω, από την ώρα που δεν κρίναμε εμείς και δεν αναδεχτήκαμε εμείς ολόκληρο το βάρος της εκλογής και της πράξης μας, δεν επήραμε μόνοι και ακέραια την απόφασή μας, η ευθύνη μας είναι περιορισμένη. Άλλο αν είναι και για το θετό Δίκαιο η ευθύνη μας στην περίπτωση αυτή πλήρης ή όχι. Εγώ μιλώ για την ηθική ευθύνη. Πλήρης είναι η ευθύνη μόνο στις πράξεις της αυτόνομης βούλησης. Πλήρως υπεύθυνος είμαι κατά το μέτρο που η πράξη είναι δική μου, κατά το μέτρο που η πράξη απέρρευσε από μένα τον ίδιο. Όσο δεν είναι δική μου με το νόημα αυτό, άλλο τόσο δεν υπέχω κι εγώ την πλήρη ευθύνη για τη σύλληψη και την εκτέλεσή της.

Ελευθερία όμως ηθική δεν θα πει αυθαιρεσία. Να μια παρεξήγηση που πρέπει να την αποφύγουμε. Άλλο ελευθερία και άλλο αναρχία. Επομένως και η ηθική αυτονομία αντιδιαστέλλεται ριζικά και σαφώς προς την αυθαιρεσία. Αυθαίρετη είναι η αναρχούμενη, όχι η ελεύθερη βούληση.

Αυτονομούμενη είναι η βούληση που προστάζεται από το δικό της νόμο, όχι εκείνη που δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο. Τέτοια είναι η αυθαίρετη, η αναρχούμενη βούληση. Η αυτονομούμενη βούληση ενεργεί σύμφωνα με τη δική της αξιοθεσία, με τη δική της ιεράρχηση των αξιών, πέρα από κάθε δέσμευση. Ενεργεί πέρα από κάθε δέσμευση, εκτός από μία. Όλες τις άλλες δεσμεύσεις μπορεί να τις αγνοήσει. Να τις καταλύσει. Μιαν όμως δέσμευση δεν μπορεί η αυτονομούμενη βούληση να την αρνηθεί ή να την αναιρέσει: τον  αυτοσεβασμό.  Να η διαφορά μεταξύ της αυθαίρετης και της ελεύθερης βούλησης. Η αυθαίρετη βούληση δεν πειθαρχεί πουθενά, δεν σέβεται κανένα νόμο, και κατά τούτο ακριβώς είναι αυθαίρετη ότι δεν πειθαρχεί στον εαυτό της. Δεν έχει καμιά δυσκολία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ή να μη σας δώσει κανένα λόγο. «Έκανα άλλοτε έτσι, αυτό τώρα το κάνω αλλιώς». Γιατί; «Γιατί έτσι θέλω». Ούτε αυτοσεβασμός, ούτε αυτοπειθαρχία. Ελευθερία όμως δεν θα πει να ενεργείς από καπρίτσιο ή ελεύθερα. Ελευθερία θα πει να ενεργείς από σεβασμό προς ένα νόμο που έχεις δώσει ο ίδιος στον εαυτό σου και να αισθάνεσαι την υποχρέωση πρώτος εσύ να τον τηρήσεις. Όχι κατά σύμπτωση. Όχι κατ’ εξαίρεση. Αλλά ως σταθερό και αμετακίνητο κανόνα βίου. Γι’ αυτό λέμε : ελεύθερη βούληση είναι εκείνη που δεν δεσμεύεται από τίποτα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό της. Να σέβεται τον εαυτό της και να πειθαρχεί σ’ αυτόν είναι η αρχή της.

Η κρίση της Μιλήτου και οι Πάριοι εμπειρογνώμονες

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Η ζωή είναι το τώραΗρόδοτος, Βιβλίο Ε’, Τερψιχόρη 28-30

Η Μίλητος, όπως θυμόμαστε από το σχολείο, ήταν η επιφανέστερη πόλη της Ιωνίας. Χτισμένη στις εκβολές του ποταμού Μαιάνδρου, από Ίωνες αποίκους, που έφτασαν εκεί από την Αττική, αλλά είχαν αρχηγούς τους Νηλείδες, τους απόγονους δηλαδή του Νέστορα, του βασιλιά της Πύλου, χάρη στη γεωγραφική της θέση και τα δυο ασφαλή λιμάνια της, έγινε πολύ γρήγορα το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Ιωνίας, υποσκελίζοντας την Έφεσο, την Πριήνη, τη Σάμο, τη Χίο, τη Φώκαια και τις λοιπές ιωνικές πόλεις.

Τον 6ο π.Χ. αιώνα στα λιμάνια της Μιλήτου μπορούσες να συναντήσεις πλοία από όλες τις μεσογειακές πόλεις και ανθρώπους κάθε φυλής και γλώσσας. Εκεί έφταναν έμποροι από τα βάθη της Μικρασίας και από πιο μακριά ακόμα, και από εκεί ξεκινούσαν πλοία για όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Ευξείνου.

Στην Ιωνία δε συγκεντρώθηκε μονάχα μεγάλος πλούτος αλλά και πάμπολλες πληροφορίες και γνώσεις. Η κοινωνία στις ιωνικές πόλεις ήταν η πιο ανοικτή της εποχής και το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη συσσώρευση πλούτου και γνώσεων, έβαλε τον σπόρο από τον οποίο άνθισε η φιλοσοφία. Στη Μίλητο λοιπόν εμφανίστηκαν οι τρεις πρώτοι φιλόσοφοι, που επειδή ασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο με τη φύση, ονομάστηκαν από τον Αριστοτέλη φυσικοί ή φυσιολόγοι. Ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης.

Από πολύ νωρίς όμως, η συσσώρευση τόσου πλούτου αλλά και η άνιση κατανομή του, προκάλεσε ταξικές αντιπαραθέσεις και κοινοτικές ταραχές. Δημιουργήθηκαν τρία «κόμματα», τα δύο από τα οποία είχαν πολύ χαρακτηριστικά ονόματα: η «Πλούτις» ήταν η παράταξη των πλουσίων και η «Χειρομάχα» η παράταξη των εργαζομένων στο λιμάνι, στα πλοία και στα εργαστήρια. Το τρίτο κόμμα, που το αποτελούσαν οι ακτήμονες αγρότες ήταν οι «Γέργιθες».

Στην αρχή την εξουσία την είχαν οι πλούσιοι, αλλά η σκληρή διακυβέρνησή τους, προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις στο λαό και διαρκώς εξυφαίνονταν συνωμοσίες εναντίον τους. Η ένταση έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε οι εκπρόσωποι της «Πλούτιδος», από φόβο για τη ζωή τους, δε συνεδρίαζαν σε κάποιο κτίριο στη στεριά, αλλά μέσα στα πλοία τους, στην ανοιχτή θάλασσα. Και επειδή αυτό γινόταν πολύ συχνά ονομάστηκαν ειρωνικά αειναύτες.

Κάποτε η «Χειρομάχα» σε συμμαχία με τους «Γέργιθες», πήρε την εξουσία και εξαπέλυσε διωγμό κατά των πλουσίων, εξορίζοντας πολλούς και δημεύοντας τις περιουσίες τους. Οι πλούσιοι όμως, με τη βοήθεια των Λυδών και των Σπαρτιατών, ξαναπήρανε την εξουσία και προχώρησαν σε αιματηρά αντίποινα. Η Μίλητος βυθίστηκε σε βαθιά κοινωνική αλλά και οικονομική κρίση, που δεν έδειχνε σημείο ύφεσης. Τότε κάποιοι επιφανείς Μιλήσιοι σκέφτηκαν να ζητήσουν τις συστάσεις ξένων «εμπειρογνωμόνων» για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Εκείνο τον καιρό η Πάρος ήταν μια ευημερούσα και καλά οργανωμένη πολιτεία, που όλοι οι Έλληνες σέβονταν για την κοινωνική γαλήνη και την οικονομική ευρωστία της. Στους Παριανούς λοιπόν απευθύνθηκαν οι Μιλήσιοι, ζητώντας τις συμβουλές τους. Πραγματικά έφτασε στη Μίλητο πολυμελής ομάδα πολιτών της Πάρου, οι οποίοι για έναν και πάνω μήνα δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να γυρίζουν στην πόλη και στους γύρω αγρούς, να μπαίνουν σε σπίτια, να συζητούν με τους κατοίκους και να κρατάνε σημειώσεις. Στο τέλος συγκέντρωσαν τους πολίτες της Μιλήτου στο θέατρο της πόλης και τους ανακοίνωσαν τα πορίσματα των ερευνών τους.

«Όλον αυτό τον καιρό καταγράψαμε ποιοι από σας έχουν τα πιο περιποιημένα χωράφια, το πιο ταχτοποιημένο σπίτι, ποιοι δουλεύουν με όρεξη και αποδοτικά και καταρτίσαμε αυτό τον κατάλογο. Αυτούς λοιπόν να βάλετε να κυβερνήσουν την πόλη σας».

Έτσι και ο Λακωνικός λόγος δεν έχει περιττά περιβλήματα

ΠΕΡΙ ΑΔΟΛΕΣΧΙΑΣ (=η ακατάσχετη, ομιλία (αργολογία, κενολογία), ΦΛΥΑΡΙΑ)

Να χρησιμοποιήσουμε τη λογική μας ως προς τα αποτελέσματα της αντίθετης συμπεριφοράς, ακούγοντας πάντα, ενθυμούμενοι και έχοντας έτοιμα να χρησιμοποιήσουμε τα εγκώμια που αποδίδονται στην εχεμύθεια και τον σεμνό, ιερό και μυστηριακό χαρακτήρα της σιωπής, και χωρίς να ξεχνάμε επίσης ότι εκείνοι που λένε λίγα και καλοδουλεμένα λόγια και που μπορούν σε λίγες λέξεις να συμπυκνώσουν πολλά νοήματα θαυμάζονται και αγαπιούνται περισσότερο και θεωρούνται σοφότεροι από αυτούς τους αχαλίνωτους και παραφερόμενους φλύαρους.

Ο Πλάτων μάλιστα επαινεί τους τέτοιου είδους ανθρώπους, λέγοντας πως μοιάζουν με τους επιδέξιους ακοντιστές, γιατί αυτά που λένε είναι πλήρη, μεστά και συμπυκνωμένα.

Ο Λυκούργος, επίσης, αναγκάζοντας τους συμπολίτες του από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια ν’ αποκτήσουν αυτή τη δεινότητα μέσω της σιωπής, τους έκανε περιεκτικούς και λιτούς στην ομιλία.

Όπως, δηλαδή, οι Κελτίβηρες ατσαλώνουν το σίδερο θάβοντάς το στη γη και μετά καθαρίζοντας τη μεγάλη συσσώρευση του χώματος, έτσι και ο Λακωνικός λόγος δεν έχει περιττά περιβλήματα, αλλά, δουλεμένος με την αφαίρεση όλων των περισσευούμενων, ατσαλώνεται μέχρι που γίνεται απόλυτα αποτελεσματικός· αυτή τους η ικανότητα για αποφθέγματα και η ταχύτητα προς εύστροφες απαντήσεις είναι καρπός της πολλής σιωπής. Πρέπει μάλιστα να προβάλλουμε στους φλύαρους τα τέτοιου είδους υποδείγματα, ώστε να μπορέσουν να δουν πόση χάρη και δύναμη έχουν· φερ’ ειπείν: “Οι Λακεδαιμόνιοι στον Φίλιππο· ο Διονύσιος στην Κόρινθο”. Όπως επίσης όταν ο Φίλιππος τους έγραψε: “Αν εισβάλω στην Λακωνική, θα σας διώξω”, εκείνοι του απάντησαν: “Αν”.
Όταν ο βασιλιάς Δημήτριος αγανάκτησε και φώναξε: “Έναν πρεσβευτή έστειλαν σε μένα οι Σπαρτιάτες!” ο πρεσβευτής απάντησε ατάραχος: “Έναν σε έναν”.

Από τους παλαιούς, επίσης, θαυμάζονται οι ολιγόλογοι, και στο ιερό του Πυθίου Απόλλωνος οι Αμφικτύονες έγραψαν όχι την “Ιλιάδα” και την “Οδύσσεια” ούτε τους παιάνες του Πίνδαρου αλλά το “Γνώθι σαυτόν”, το “Μηδέν άγαν” και το “Εγγύα πάρα δ’ άτα”, θαυμάζοντας την πυκνότητα και τη λιτότητα της έκφρασης που περιέχει μέσα στη βραχυλογία ένα καλά σφυρηλατημένο νόημα.

Μήπως δεν αγαπάει και ο θεός ο ίδιος την περιεκτικότητα και τη συντομία στους χρησμούς του και δεν ονομάζεται Λοξίας επειδή αποφεύγει περισσότερο την πολυλογία απ’ ό,τι την ασάφεια;

Δεν θαυμάζονται και επαινούνται εξαιρετικά όσοι εκφράζονται συμβολικά, χωρίς να μιλήσουν;

Έτσι ο Ηράκλειτος, όταν οι συμπολίτες του τού ζήτησαν να εκφέρει γνώμη για την ομόνοια, ανέβηκε στο βήμα, πήρε ένα κύπελλο με κρύο νερό, πασπάλισε μέσα κρίθινο αλεύρι, το ανακάτεψε με φλισκούνι, το ήπιε κι έφυγε, δείχνοντάς τους έτσι πως το ν’ αρκούνται σ’ αυτό που τους βρίσκεται και το να μη χρειάζονται πολυτέλειες διατηρεί τις πόλεις σε ομόνοια και ειρήνη.

Ο Σκίλουρος, ο βασιλιάς των Σκυθών, άφησε πίσω του ογδόντα γιους· όταν πέθαινε πρόσταξε να του φέρουν δέσμη δοράτων και ζήτησε από τους γιους του να τα πάρουν και να τα σπάσουν έτσι όπως ήταν δεμένα όλα μαζί.

Όταν εκείνοι παραιτήθηκαν από την προσπάθεια, πήρε ο ίδιος ένα ένα τα δόρατα και τα έσπασε εύκολα στα δύο, δείχνοντάς τους έτσι ότι η ενότητα και η ομόνοιά τους ήταν ισχυρό και ανίκητο πράγμα, ενώ η διάσπασή τους ασθενές και ασταθές.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Η ζωή είναι το τώρα

Ο Ονομίτο μου εξήγησε τη σημασία που δίνει το Ζεν στη στιγμή. «Είναι δύσκολο για τη Δυτική σκέψη να κατανοήσει το Ζεν, πρωταρχικά εξαιτίας της διαφοράς στην έμφαση σχετικά με την αξία της στιγμής. Για το Ζεν τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία, όσο η στιγμή. Η ζωή είναι το τώρα. Το χθες ήταν παρελθόν κι έχει φύγει, και γι’ αυτό κάτι μη πραγματικό, με μόνο πραγματικό την επίπτωσή του πάνω στη στιγμή. Το μέλλον πάλι δεν είναι πραγματικό, και πιθανό να μη γίνει ποτέ τίποτα περισσότερο και να παραμείνει απλά ένα όνειρο. Έτσι απομένει απλά το τώρα, η στιγμή, σαν μοναδική πραγματικότητα. Ωστόσο – είπε – πάρα πολλοί άνθρωποι ζουν μόνο κάτω από τη σκιά της επιτυχίας ή των λαθών του παρελθόντος, ή των πιθανοτήτων και των ελπίδων του μέλλοντος. Δε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως, όταν ασχολούνται μ’ αυτούς τους κόσμους του μη-πραγματικού, χάνουν τις «στιγμές», που η συσσώρευσή τους φτιάχνει μια ζωή. Η ζωή λοιπόν γίνεται μια σειρά από στιγμές, που είτε τις ζούμε είτε τις χάνουμε. Μια που οι στιγμές περνούν σαν χρόνος, γρήγορα δεν απομένει τίποτα κι η ζωή περνά, αφήνοντας μερικές φτωχές, δυστυχισμένες ψυχές, χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ το παραμικρό».

Ακολουθεί μια ιστορία για να σκεφτούμε:
Ήταν ένας βουδιστής μοναχός που κάποια μέρα ανακάλυψε ότι έτρεχε κυνηγημένος από μια πεινασμένη αρκούδα. Η αρκούδα τον κυνήγησε ως την άκρη ενός γκρεμού. Δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει, αν δεν ήθελε να γίνει τροφή για το πεινασμένο στομάχι της αρκούδας, απ’ το να πηδήσει στον γκρεμό. Το έκανε και μπόρεσε να πιαστεί γερά, καθώς έπεφτε, από το κλαδί ενός θάμνου που φύτρωνε στα πλαϊνά του γκρεμού. Καθώς κρεμόταν αποκεί, κοιτάζοντας την πεινασμένη αρκούδα από πάνω, άκουσε το μουγκρητό κάποιου, το ίδιο πεινασμένου λιονταριού, που ήταν βαθιά κάτω και που τον περίμενε να κουραστεί, να χαλαρώσει το κράτημά του και να πέσει στις άγριες μασέλες του.

Καθώς ο μοναχός κρεμόταν έτσι εκεί πέρα, με την πεινασμένη αρκούδα από πάνω και το ψόφιο της πείνας λιοντάρι από κάτω, παρατήρησε τα κεφαλάκια δυο σκίουρων στο πλάι του γκρεμού. Αμέσως οι σκίουροι άρχισαν να ροκανίζουν τα χλωρά κλαδιά του θάμνου απ’ όπου εκείνος κρεμόταν έτσι απελπισμένα.

Και μονομιάς ο μοναχός είδε ότι ακριβώς λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα τσαμπί από αγριοφράουλες. Ήρεμα άπλωσε το άλλο χέρι, πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη και την πιο ώριμη από τις φράουλες και την έβαλε στο στόμα του.

«Τι νόστιμη!» είπε.

Άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο

Οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται βαθύτατα για τα συστήματα των πεποιθήσεων. Πολλοί φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουίλιαμ Τζέιμς, έχουν επισημάνει τον ζωτικό ρόλο που παίζουν οι πεποιθήσεις μας – για καλό ή κακό – στην καθημερινή μας ζωή.

Ο Χομπς παρατήρησε ότι ο ανθρώπινος κόσμος κυβερνάται από τη γνώμη. Οι γνώμες είναι απλώς ανώριμες πεποιθήσεις για θέματα που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας. Μια φιλοσοφική εξέταση ενός συστήματος πεποιθήσεων προϋποθέτει την προσπάθεια να καταλάβεις όχι μόνο το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης πώς κατέληξαν να το πιστεύουν, τι λόγους έχουν να πιστεύουν αυτό, πώς οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τον τρόπο που ζούνε και μέχρι ποιο σημείο οι πεποιθήσεις τους είναι η πηγή της ευαρέσκειάς τους, της δυσαρέσκειάς τους ή της ασθένειάς τους αντίστοιχα.

Ένα εκπληκτικό πράγμα σχετικά με τις ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι ότι άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο ή κάτι μη συμβατό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανθρώπινες πράξεις οι οποίες είναι και αυτές αντιφατικές ή ασύμβατες.

Μερικούς αιώνες αργότερα, η Ιερά Εξέταση εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή δεν πίστευαν στη δική της ερμηνεία του χριστιανισμού.

Το αν ο Νέρωνας ή οι ιεροεξεταστές ήταν τρελοί ή απλώς παραπλανημένοι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Επαναστατικού Πολέμου, αυτοί που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θεωρούνται ήρωες σε δεκατρείς αποικίες, αλλά κρίνονταν προδότες από το βρετανικό στέμμα. Εάν συλλαμβάνονταν, οι Αμερικανοί “Ιδρυτές Πατέρες” θα είχαν κρεμαστεί επί εσχάτη προδοσία.

Είχαν μήπως αυτοκτονικές τάσεις αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη; Βεβαίως όχι. Ήταν θαρραλέοι άντρες, οι οποίοι έπραξαν μετά από πολλή ενδοσκόπηση και δημόσια διαμάχη, και οι οποίοι εφάρμοσαν βαθιές φιλοσοφικές αρχές ακόμη και με τον τρόπο που ενήργησαν.

Για να διαλέξω ένα πιο πρόσφατο και ανατριχιαστικό παράδειγμα: Οι περισσότεροι Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ασιάτες πιστεύουν ότι οι δεκαεννιά Άραβες που κατέλαβαν τα τέσσερα αεροπλάνα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν τρομοκράτες οι οποίοι διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας και πρόσβαλαν τον πολιτισμό. Όμως πάλι, μερικοί άνθρωποι στον ισλαμικό κόσμο πιστεύουν ότι ήταν μάρτυρες, ήρωες και πολεμιστές.

Εν τω μεταξύ, αυτά τα ακραία και βίαια παραδείγματα αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τον ζωτικό ρόλο των πεποιθήσεων στη διακυβέρνηση της πορείας της ανθρώπινης ζωής, αλλά και το πώς οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων διέπουν την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Το να καταλάβει κανείς όλα αυτά είναι μια φιλοσοφική διεργασία. Το να καταλάβει πως οι πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων, μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή καλύτερη – ή χειρότερη – επίσης είναι μια φιλοσοφική διεργασία.

Για την ιστορία: Δεν είμαι ηθικός σχετικιστής. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν την ελευθερία να πιστεύουν και να λατρεύουν τον δικό τους θεό ή θεούς με τον δικό τους τρόπο ή τρόπους, αλλά μια τέτοια ελευθερία δεν θα έπρεπε ποτέ να περιλαμβάνει την ελευθερία του να βλάπτεις ή να σκοτώνεις αυτούς που πιστεύουν σε άλλους θεούς.

Επομένως ανέχομαι τις απόψεις των άλλων ανθρώπων, όσο μπορώ να ανέχομαι και αυτούς τους ίδιους. Έτσι ταυτίζομαι συναισθηματικά με τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες – οι οποίοι πέθαναν για την πίστη τους, αλλά δεν προσπάθησαν να δολοφονήσουν άλλους για αυτή –, ενώ καταδικάζω τον Νέρωνα και την Ιερά Εξέταση και όλους τους Άραβες τρομοκράτες σαν δολοφόνους που δεν πρέπει να τους ανεχόμαστε.

Η αποδοκιμασία μου δεν έχει να κάνει με τον παγανισμό, τον χριστιανισμό ή τον ισλαμισμό: Έχει να κάνει με το προμελετημένο κακό, το οποίο πάντα αυξάνει και ποτέ δεν μειώνει τα βάσανα στον κόσμο.

Και αυτό δεν είναι σχετικισμός.

Αν οι απόψεις σου σε κάνουν να έχεις δυσαρέσκειες, και αν δεν έχεις την απαραίτητη φιλοσοφική καθοδήγηση για να αντιμετωπίσεις τη δυσαρέσκειά σου εποικοδομητικά, τότε είσαι υπεύθυνος που δεινοπαθείς χωρίς να χρειάζεται, και πιθανώς γιατί εξάπλωσες καταστροφικά την δυσαρέσκειά σου σε άλλους, σαν κάποιο μολυσματικό ιό του μυαλού.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ορισμένες απόψεις προκαλούν περισσότερη δυσαρέσκεια από άλλες· και ότι μερικές είναι πιο βλαπτικές από άλλες.

Ούτε αυτό όμως είναι ηθικός σχετικισμός.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βλάψετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο. Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βοηθάς είναι καλό. Και αυτό είναι απόλυτο επίσης.

Το πώς επιλέγετε να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους εξαρτάται από την κρίση σας.
Και αυτό είναι σχετικό.

Ρητορεία και ρητορική: Αναγέννηση-Ανθρωπισμός

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η ρητορική παράδοση δεν διακόπτεται στη Δύση, όπως άλλωστε ούτε στο Βυζάντιο. Ωστόσο, μόνο ελάχιστα ρητορικά συγγράμματα είναι γνωστά: το De inventione του Κικέρωνα -το De oratore παραδίδεται αυτή την εποχή εντελώς αποσπασματικά και ουσιαστικά αγνοείται-, το ψευδο-κικερώνειο Rhetorica ad Herennium και τμήματα της Institutio oratoria του Κοϊντιλιανού. Μόλις τον 14ο αι. έρχονται στο φως σημαντικά τμήματα της αλληλογραφίας του Κικέρωνα, όπως και κάποιοι λόγοι του. Το 1421 ανακαλύπτεται ένα ακέραιο χειρόγραφο του De oratore, που διασώζει και τα έργα Orator και Brutus, ενώ λίγα χρόνια πριν (1416) ολόκληρο το κείμενο της Institutio oratoria γίνεται γνωστό χάρη σε ένα νέο καλοδιατηρημένο χειρόγραφο. Δίπλα στα λατινικά κείμενα γίνονται σταδιακά γνωστά και αρχαία ελληνικά ρητορικά συγγράμματα: η αριστοτελική Ῥητορική γνωρίζει διάδοση, όπως και τα ρητορικά συγγράμματα του Ερμογένη.
 
Γενικά, στις αρχές του 15ου αι. η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα αναβιώνει και προβάλλει στο προσκήνιο της Ιστορίας ως ακρογωνιαίος λίθος ενός νέου εκπαιδευτικού προγράμματος. Εξάλλου η εφεύρεση της τυπογραφίας θα συμβάλει στη διάδοση των ελληνικών και λατινικών ρητορικών συγγραμμάτων και λόγων. Η εκπαίδευση στηρίζεται εν πολλοίς στη διδασκαλία της ρητορικής και αυτή η παράδοση κυριαρχεί μέχρι το 17ο αι.
 
Στο πλαίσιο του Ανθρωπισμού (Ουμανισμού, Humanismus), της πνευματικής κίνησης που φέρνει τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά κείμενα στο προσκήνιο, από τη μια ως έργα με αυτόνομη και ιδιαίτερη ιστορική ταυτότητα, κι από την άλλη ως κείμενα που θα πρέπει να μελετήσει κανείς σε βάθος, αν θέλει να κατανοήσει την ανθρωπότητα στην ιστορική συνέχειά της, η ρητορική κυριαρχεί απόλυτα, αφού η γλώσσα αναγνωρίζεται ως μέσο έκφρασης των ιδεών και της αντίληψής μας για τον κόσμο και η μελέτη της ως προϋπόθεση για την πλήρη κατανόησή του.
 
Η πρωτοκαθεδρία της ρητορικής θα αποτυπωθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα όλης αυτής της περιόδου (15ος-16ος αι.), που προκύπτει από μια ήπια μεταρρύθμιση του παλαιού συστήματος των επτά ελευθερίων τεχνών (grammatica, dialectica, rhetorica, arithmetica, geometrica, musica, astronomia). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διδασκαλία της γλώσσας, καταρχάς των λατινικών και στη συνέχεια των (αρχαίων) ελληνικών. Δίπλα στη συστηματική διδασκαλία της γραμματικής οι μαθητές διδάσκονται προσωδία και μετρική (με βάση τον Βιργίλιο) και σε δεύτερο στάδιο (αρχαία) ελληνικά, στοιχεία γραμματικής, απλούς πεζογράφους, Όμηρο και άλλους ποιητές. Ταυτόχρονα εισάγονται στο υψηλότερο επίπεδο διδασκαλίας των λατινικών με κείμενα (κατά σειρά) από την ιστοριογραφία, την ποίηση, τη ρητορική, τη φιλοσοφία. Μετά από αυτήν τη συστηματική προετοιμασία, που εκτείνεται χρονικά σε μια τετραετία, αρχίζουν οι σπουδές στη ρητορική και τη διαλεκτική. Τις ακολουθούν οι σπουδές στις «θετικές επιστήμες» (quadrivium: arithmetica, geometrica, musica, astronomia). Ύψιστος στόχος αυτού του ουμανιστικού εκπαιδευτικού προγράμματος είναι η ευγλωττία. Κάθε άλλο γνωστικό αντικείμενο υποτάσσεται σε αυτή.
 
Η εμβριθής πραγμάτευση του ύφους (elocutio) στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη διαφόρων πεζογραφικών ειδών, της επιστολής, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, της ιστοριογραφίας, του διαλόγου και της φιλοσοφικής πραγματείας. Τα πρώτα αντιπροσωπευτικά κείμενα αυτών των ειδών συντάσσονται στα λατινικά, αργότερα όμως αξιοποιούνται γι'αυτόν το σκοπό και εθνικές γλώσσες.
 
Πολυάριθμα και ποικίλα ρητορικά συγγράμματα γράφονται μεταξύ του 15ου και του 17ου αι. Συντάσσονται ακόμη πολλά εγχειρίδια για μαθητές, φοιτητές και διδάσκοντες. Πρόκειται για κείμενα που ακολουθούν κατά βάσιν την αρχαία ρητορική παράδοση. Ωστόσο, οι καινοτομίες κάθε άλλο παρά αποκλείονται. Ο Μελάγχθων για παράδειγμα ορίζει το εκκλησιαστικό κήρυγμα ως νέο είδος λόγου, που ονομάζει διδακτικόν (genus didacticum/didascalicum).
 
Μεταξύ των σημαντικότερων συγγραφέων ειδικών εγχειριδίων κατά τη συγκεκριμένη περίοδο συγκαταλέγονται οι εξής: ο G. Barzizza (1360-1431), καθηγητής της ρητορικής στο Μιλάνο· ο Γεώργιος Τραπεζούντιος (1395/6-1472/3), γεννημένος στον Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης· έζησε και έδρασε ως λόγιος στην Ιταλία (από το 1416 περίπου)· χάρη στο έργο του Rhetoricorum libri V o Ερμογένης γίνεται γνωστός στη Δύση· L. Valla (περ. 1405-1457)· δίδαξε γραμματική και ρητορική στην Παβία, στη Φλωρεντία και στη Ρώμη· ο R. Agricola (1444-1485), ο πρώτος ουμανιστής από τη βόρεια Ολλανδία· o D. Erasmus (1466-1536), Ολλανδός ουμανιστής, που συνέγραψε πλήθος ρητορικών εγχειριδίων· το έργο του Ο Εκκλησιαστής (Ecclesiastes, 1535) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για τη ρητορική «από καθέδρας» στη Δύση. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των έργων του είναι η δύναμή του να προσαρμόζεται στα δεδομένα και τις απαιτήσεις της εποχής· ο Φ. Μελάγχθων (1497-1560), εισηγητής της ομιλητικής ως νέου ρητορικού είδους (genus didacticum/didascalicum)· παρά το γεγονός ότι διακρίνει μεταξύ διαλεκτικής και ρητορικής, πιστεύει πως στην πράξη οι δύο αυτές τέχνες θα πρέπει να συνδυαστούν για την ανάλυση των αρχαίων λογοτεχνικών κειμένων και τη συγγραφή νέων· τέλος, ο F. Bacon (1561-1626), άγγλος φιλόσοφος· ως ουμανιστής ήταν απολύτως εξοικειωμένος με τη ρητορική, διαφώνησε όμως με τον κυρίαρχο ρόλο της στο ουμανιστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Εὐμενίδες (490-525)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ


ΧΟ. νῦν καταστροφαὶ νέων [στρ. α] 490
θεσμίων, εἰ κρατή-
σει δίκα ‹τε› καὶ βλάβα
τοῦδε μητροκτόνου.
πάντας ἤδη τόδ᾽ ἔργον εὐχερεί-
495 ᾳ συναρμόσει βροτούς.
πολλὰ δ᾽ ἔτυμα παιδότρωτα
πάθεα προσμένει τοκεῦ-
σιν μεταῦθις ἐν χρόνῳ.

οὐδὲ γὰρ βροτοσκόπων [ἀντ. α]
500 μαινάδων τῶνδ᾽ ἐφέρ-
ψει κότος τις ἐργμάτων·
πάντ᾽ ἐφήσω μόρον.
πεύσεται δ᾽ ἄλλος ἄλλοθεν, προφω-
νῶν τὰ τῶν πέλας κακά,
505 λῆξιν ὑπόδοσίν τε μόχθων,
ἄκεά τ᾽ οὐ βέβαια τλά-
μων [δέ τις] μάταν παρηγορεῖ.

μηδέ τις κικλῃσκέτω [στρ. β]
ξυμφορᾷ τετυμμένος,
510 τοῦτ᾽ ἔπος θροούμενος,
Ὦ Δίκα,
ὦ θρόνοι τ᾽ Ἐρινύων.
ταῦτά τις τάχ᾽ ἂν πατὴρ
ἢ τεκοῦσα νεοπαθὴς
515 οἶκτον οἰκτίσαιτ᾽, ἐπει-
δὴ πίτνει δόμος δίκας.

ἔσθ᾽ ὅπου τὸ δεινὸν εὖ [ἀντ. β]
καὶ φρενῶν ἐπίσκοπον
δεῖ μένειν καθήμενον·
520 ξυμφέρει
σωφρονεῖν ὑπὸ στένει.
τίς δὲ μηδὲν ἐν φάει
καρδίας ἀνὴρ τρέμων
ἢ πόλις βροτῶν ὁμοί-
525 ως ἔτ᾽ ἂν σέβοι δίκαν;

***
ΧΟΡΟΣ
490 Τώρ᾽ άνω κάτω θα γενεί
μ᾽ αυτούς τους νέους θεσμούς,
αν του φονιά της μάνας του
η δίκη και το κρίμα θα νικήσει·
τώρα το χέρι πιο εύκολο
θενά ᾽χουν όλ᾽ οι άνθρωποι,
τώρα απ᾽ εδώ και μπρος πολλές
στ᾽ αλήθεια φονικές πληγές
προσμένουν τους γονιούς απ᾽ τα παιδιά τους.

Γιατ᾽ ούτ᾽ εμάς τις Σκύλες πια
500 τις εκδικήτρες θα τραβά
οργή καμιά για τα έργ᾽ αυτά,
μα ελεύτερο θ᾽ αφήνω κάθε φόνο,
κι ο ένας τον άλλο θα ρωτούν,
ενώ τα πάθη θα ιστορούν
του διπλανού: πού το κακό
θενα σταθεί; μα ο ίδιος παθός
μάταια παρηγοριά και γιατρειά δίνει.

Κι ας μη δέρνεται κανείς
σαν τον έβρ᾽ η κακιά ώρα
510 τέτοιες βάζοντας φωνές:
Πού είσαι δίκη,
πού των Ερινύων θρόνος;
Τέτοιους θρήνους στεναχτά
ένας πατέρας θα σκορπά
ή μια μάνα νιόπαθη,
γιατ᾽ ο πύργος ο ψηλός
της Δίκης πέφτει ένας σωρός.

Κάπου ο φόβος είν᾽ καλός
και να μένει καθισμένος
πρέπει μες στο νου φρουρός·
520 πάντ᾽ αξίζει
η γνώση και με το στανιό·
γιατί ποιός μες στην καρδιά
σα δε θρέφει φόβου σκιά,
είτε πόλη είτ᾽ άνθρωπος
σέβεται τη δίκη πια;