Τρίτη, 24 Ιουλίου 2018

Η ζωή είναι το τώρα

Ο Ονομίτο μου εξήγησε τη σημασία που δίνει το Ζεν στη στιγμή. «Είναι δύσκολο για τη Δυτική σκέψη να κατανοήσει το Ζεν, πρωταρχικά εξαιτίας της διαφοράς στην έμφαση σχετικά με την αξία της στιγμής. Για το Ζεν τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία, όσο η στιγμή. Η ζωή είναι το τώρα. Το χθες ήταν παρελθόν κι έχει φύγει, και γι’ αυτό κάτι μη πραγματικό, με μόνο πραγματικό την επίπτωσή του πάνω στη στιγμή. Το μέλλον πάλι δεν είναι πραγματικό, και πιθανό να μη γίνει ποτέ τίποτα περισσότερο και να παραμείνει απλά ένα όνειρο. Έτσι απομένει απλά το τώρα, η στιγμή, σαν μοναδική πραγματικότητα. Ωστόσο – είπε – πάρα πολλοί άνθρωποι ζουν μόνο κάτω από τη σκιά της επιτυχίας ή των λαθών του παρελθόντος, ή των πιθανοτήτων και των ελπίδων του μέλλοντος. Δε δείχνουν να καταλαβαίνουν πως, όταν ασχολούνται μ’ αυτούς τους κόσμους του μη-πραγματικού, χάνουν τις «στιγμές», που η συσσώρευσή τους φτιάχνει μια ζωή. Η ζωή λοιπόν γίνεται μια σειρά από στιγμές, που είτε τις ζούμε είτε τις χάνουμε. Μια που οι στιγμές περνούν σαν χρόνος, γρήγορα δεν απομένει τίποτα κι η ζωή περνά, αφήνοντας μερικές φτωχές, δυστυχισμένες ψυχές, χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ το παραμικρό».

Ακολουθεί μια ιστορία για να σκεφτούμε:
Ήταν ένας βουδιστής μοναχός που κάποια μέρα ανακάλυψε ότι έτρεχε κυνηγημένος από μια πεινασμένη αρκούδα. Η αρκούδα τον κυνήγησε ως την άκρη ενός γκρεμού. Δεν του έμενε τίποτε άλλο να κάνει, αν δεν ήθελε να γίνει τροφή για το πεινασμένο στομάχι της αρκούδας, απ’ το να πηδήσει στον γκρεμό. Το έκανε και μπόρεσε να πιαστεί γερά, καθώς έπεφτε, από το κλαδί ενός θάμνου που φύτρωνε στα πλαϊνά του γκρεμού. Καθώς κρεμόταν αποκεί, κοιτάζοντας την πεινασμένη αρκούδα από πάνω, άκουσε το μουγκρητό κάποιου, το ίδιο πεινασμένου λιονταριού, που ήταν βαθιά κάτω και που τον περίμενε να κουραστεί, να χαλαρώσει το κράτημά του και να πέσει στις άγριες μασέλες του.

Καθώς ο μοναχός κρεμόταν έτσι εκεί πέρα, με την πεινασμένη αρκούδα από πάνω και το ψόφιο της πείνας λιοντάρι από κάτω, παρατήρησε τα κεφαλάκια δυο σκίουρων στο πλάι του γκρεμού. Αμέσως οι σκίουροι άρχισαν να ροκανίζουν τα χλωρά κλαδιά του θάμνου απ’ όπου εκείνος κρεμόταν έτσι απελπισμένα.

Και μονομιάς ο μοναχός είδε ότι ακριβώς λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα τσαμπί από αγριοφράουλες. Ήρεμα άπλωσε το άλλο χέρι, πήρε την πιο μεγάλη, την πιο κόκκινη και την πιο ώριμη από τις φράουλες και την έβαλε στο στόμα του.

«Τι νόστιμη!» είπε.