Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Ο Αιώνιος Δρόμος προς την Αλήθεια

Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια, προσπάθησε να κατανοήσει το «περιβάλλον» του, να αντιληφθεί την Πραγματικότητα κι έτσι δημιούργησε διάφορες κοσμοθεωρίες. Μία τέτοια αντίληψη, μία κοσμοθεωρία, όσο απλοϊκή κι αν είναι, είναι κατά βάση φιλοσοφική και κατά δεύτερο λόγο θρησκευτική.
 
Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος βελτίωσε αρκετά την αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μάλιστα προσέγγισαν την Πραγματικότητα με τρόπο ιδιαίτερα ευφυή και «επέβαλλαν» την αντίληψή τους στους συνανθρώπους τους, επηρεάζοντας συχνά μεγάλους πληθυσμούς. Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι θεωρήθηκαν «Θεοί» ή «ενσαρκώσεις» του Θεού.
 
Στην πραγματικότητα αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς τους «κοινούς» ανθρώπους, τον κάθε άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) είναι μία και λειτουργεί σε όλους το ίδιο. Από την στιγμή που μία ανθρώπινη συνείδηση (αδιάφορο αν ονομάζεται Βούδας ή Σανκάρα, Λαό Τσε, Πλάτωνας ή Χέγγελ) φτάνει στην Αντίληψη της Πραγματικότητας (αν υποθέσουμε ότι αυτή η Αντίληψη ανταποκρίνεται στην Αλήθεια) μπορεί να το κάνει ξανά και ξανά και όχι απλά μία συνείδηση αλλά κάθε συνείδηση, οποιαδήποτε συνείδηση.
 
Βέβαια, καλό είναι να γνωρίζουμε τις αντιλήψεις των συνανθρώπων μας (όχι μόνο της κοινωνίας που ζούμε αλλά και άλλων κοινωνιών, σε όλες τις εποχές) και να μπορούμε, αν το θέλουμε, να ακολουθήσουμε κάποια φιλοσοφική, θρησκευτική, αντίληψη για να «συλλάβουμε» την Πραγματικότητα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε, είτε στηριζόμενοι σε κάποια στοιχεία από το κοινωνικό περιβάλλον μας, είτε όχι, να ξαναβρούμε τον Δρόμο προς την Αλήθεια (όπως τον βρήκαν και οι άλλοι) δομώντας έτσι την δική μας, την προσωπική μας αντίληψη για την Πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση το να αντιληφθεί κάποιος μόνος του την Αλήθεια, βασιζόμενος στον εαυτό του, είναι το πιο ορθό λογικά, φιλοσοφικά, γιατί έτσι Βιώνει πραγματικά την Αλήθεια και δεν προσπαθεί μέσα από μία ξένη αντίληψη να προσεγγίσει την Πραγματικότητα. Αν ο Βούδας, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας ή ο Πλωτίνος, ο Έκαρτ ή ο Χάιντεγκερ, ή οποιοσδήποτε φιλόσοφος, ή άλλος άνθρωπος έφτασαν στην Αλήθεια, μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να το κάνει ξανά και ξανά στους αιώνες και να δομήσει, ενδεχομένως, μία αντίληψη περισσότερο ευφυή από την αντίληψη όλων αυτών.
 
Αυτός ο Προσωπικός Δρόμος προς την Αλήθεια, είναι ο Αιώνιος Δρόμος του Ανθρώπου, η Αιώνια Φιλοσοφία, η Αιώνια Θρησκεία, που διατυπώνεται ξανά και ξανά κι Αυτός ο Δρόμος είναι ο Δρόμος όλων μας, ο δικός μου, ο δικός σου, ο δικός του, ο δικός μας, ο δικός σας, ο δικός τους. Καμία συνείδηση δεν μπορεί να «συλλάβει» κάτι που είναι αδύνατο να συλλάβουν όλες οι συνειδήσεις (σε κανονικές συνθήκες βέβαια). Ας σταματήσουμε λοιπόν να τρέχουμε πίσω από «διαφωτιστές» ή «σωτήρες» ή τουλάχιστον ας απορρίψουμε την ανόητη ιδέα ότι είναι κάτι «διαφορετικό» από εμάς. Ας βασιστούμε λίγο στον εαυτό μας, το μόνο ασφαλές θεμέλιο κι ας ανακαλύψουμε μόνοι μας την Αλήθεια. Η Πραγματικότητα είναι μέσα μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Αν δεν μιλήσεις γι’αυτά που νιώθεις, πώς θες οι άλλοι να ξέρουν;

Εγώ δεν πέφτω χαμηλά δεν εκφράζω αυτό που νιώθω, λέει ένας φίλος στον άλλον. Γιατί να το κάνω άλλωστε; Αφού θα με σέρνει από τη μύτη μετά. Εγώ από την άλλη φοβάμαι, λέει ο άλλος.

Ωραία λοιπόν μην τα εκφράσεις. Μετά όμως τι γίνεται; Η σιωπή είναι και αυτή μια απάντηση και όλη ξέρουμε ότι δεν είναι θετική. Αν η απάντηση στο ερώτημα τι θέλεις από μένα και τι αισθάνεσαι για μένα είναι η σιωπή, τότε ετοιμάσου για αντίστοιχες αντιδράσεις.

Κανείς δεν έχει μαντικές ικανότητες. Μπορεί κάποιοι από εμάς να διαισθάνονται κάποια πράγματα αλλά και πάλι αυτό δεν σημαίνει ότι γνωρίζουμε ακριβώς τι κρύβει ο εγκέφαλός σας. Ποιες είναι οι διαθέσεις σας; Τι Ζητάτε τέλος πάντων!

Η σιωπή είναι μια πόρτα κλειστή. Η σιωπή αφήνει απορίες σε πολλά αναπάντητα ερωτήματα αλλά είναι απόλυτα σίγουρο και ξεκάθαρο το ένα και μόνο μήνυμα: φύγε και σταμάτα να με ενοχλείς! Φύγε δεν θέλω ούτε να σε ακούω, ούτε να σε βλέπω. Φύγε και στο λέω με τη σιωπή μου γιατί δεν έχω τα κότσια να στο πω κατά πρόσωπο και να ακούσω το όποιο επιχείρημά σου.

Γενικά δεν μιλώ σιωπώ γιατί η σιωπή μου προς απάντησή σου. Γενικά δεν στέλνω μήνυμα και δεν παίρνω τηλέφωνο γιατί εκφράζει ενδιαφέρον και εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα θεός φυλάξει! Γενικά δεν….

Ωραία, για ακούστε και την άλλη άποψη τώρα. Ειδικά τα αινίγματα δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Ναι έχω μια καλή διαίσθηση όταν κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν είμαι η μάγισσα Κλω-κλω για να ξέρω τι έχετε μέσα στο μυαλό σας. Ειδικά σιχαίνομαι να γίνομαι φορτική χειρότερα και από τις αμαρτίες μου.

Και ναι όσο και αν σου φαίνεται περίεργο σαν άνθρωπος έχω και αμαρτίες και ελαττώματα. Ειδικά μπορεί να είμαι οπαδός του μην τα παρατάς ποτέ, αλλά πόσες φορές θα χτυπήσεις μια πόρτα κλειστή περιμένοντας να σου ανοίξει (συνδύασέ το με το προηγούμενο και θα βγάλεις το ακριβές νούμερο!)

Για να τελειώνουμε εγώ ξέρω ότι όποιος θέλει βρίσκει τρόπο και επικοινωνεί. Όποιος θέλει βρίσκει τρόπο και κάνει πράξη αυτά που νιώθει. Όποιος θέλει πραγματικά δεν καταλαβαίνει από φοβάμαι και στερεότυπα. Γιατί πολύ απλά όποιος δεν θέλει να χάσει τον άνθρωπο που έχει δίπλα του βρίσκει τρόπο. Όλοι οι υπόλοιποι βρίσκουν δικαιολογίες.

Αν λοιπόν δεν θέλεις να εκφράσεις τα θέλω σου και τα συναισθήματά σου είτε από εγωισμό είτε δεν ξέρω εγώ από τι άλλο το μόνο σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή, όχι πολύ μακρινή, εντελώς ξαφνικά θα γυρίσεις να κοιτάξεις δίπλα σου και δεν θα είμαι εκεί….

Άξιζε τελικά ο πόνος, μόνο και μόνο για να νιώσεις πως αγαπήθηκες κι εσύ;

“Δε φταις εσύ. Εγώ φταίω”. Μία τόσο κλισέ φράση, συνήθως ειπωμένη με μια μεγάλη δόση ειρωνείας.

Υπάρχουν όμως και φορές, που ξεστομίζοντάς την, ξεστομίζεις την αλήθεια σου. Μιαν αλήθεια που όσο σε πονάει, τόσο σου ανήκει.

Που όσο πιο δική σου γίνεται, τόσο σε ματώνει. Αν τώρα πονάς, φταις εσύ. Αποκλειστικά εσύ.

Θα βρεθεί ένας άνθρωπος που σ’ αγαπάει και σιχαίνεται να σε βλέπει να καταρρέεις και θα σου πει “ποτέ δε φταίμε εμείς για το πόσο μας πληγώνουν οι άλλοι”…θα βρεθεί κι εκείνος, ο εντελώς κυνικός, να σε διορθώσει λέγοντάς σου ” όχι, δε φταις εσύ. Αυτός είναι μαλάκας!”.

Κι ίσως να έχουν δίκιο. Από τη δική τους οπτική, σίγουρα έχουν. Όμως εσύ ξέρεις, έχεις δει και την άλλη όψη του νομίσματος. Εσύ ξέρεις πως όταν η φωνή της λογικής σου μέσα στο κεφαλάκι σου σού φώναζε “όχι, εκεί! Μη! Θα καείς”, εσύ εκεί… εκεί που κάνει τζιζ πήγες κ έβαλες το χέρι σου. Όταν τα απλά μαθηματικά, αυτά τα διδαγμένα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, σου αποδείκνυαν πως 1+1 = 2, εσύ εκεί…να επιμένεις πως ο έρωτας το 1+ 1 το κάνει 1.

Κι ίσως γι’ αυτή σου την επιμονή να φταίνε οι πολλές ταινίες που έχεις δει, η τόση ερωτική ποίηση που έχεις διαβάσει… Ίσως πάλι να θεωρήθηκες από ορισμένους τολμηρή, θαρραλέα, αναρχική. Αυτή που αφήνει την ασφάλεια της τάξης και πέφτει με τα μούτρα στο χάος του έρωτα. Κι ίσως πάλι άλλοι να σε χαρακτήρισαν αφελή, γραφικά ρομαντική, και να ήσουν για εκείνους αυτή “η λίγο πριν τα 30 που πιστεύει ακόμα στον αμοιβαίο έρωτα” και γελάνε πίσω απ’ την πλάτη της.

Σημασία, όμως, δεν έχει ποια πιστεύουν εκείνοι ότι είσαι, αλλά ποια σε κάνει ο πόνος που διάλεξες να ζήσεις. Γιατί, το ξέρεις μάτια μου, αν τώρα πονάς, πονάς γιατί δεν σε προστάτευσες. Γιατί έβλεπες το ντουβάρι κι έτρεξες πάνω του με χίλια. Γιατί στον γκρεμό που σε περίμενε, έκανες το πιο θεαματικό σάλτο μορτάλε.

Γιατί πίστεψες πως αν του δείξεις πώς νιώθεις, εκείνος θ’ αλλάξει. Γιατί ήξερες πως δεν είναι αυτός για σένα… Και δες τον τώρα: ατάραχος κι αλώβητος συνεχίζει την ζωή του. Εχθές ήσουν εσύ, αύριο θα είναι κάποια άλλη… Δεν έχει διαφορά για εκείνον. Στο κρεβάτι του, όλες ίδιες τού μοιάζουν. Και κοίτα κι εσένα : σκουπίζεις αίματα, ράβεις πληγές, μαζεύεις κομμάτια. Ψάχνεις λίγο κουράγιο να σηκωθείς από τον καναπέ, ίσα για να φτάσεις τα τσιγάρα σου.

Με δυσκολία αναπνέεις και με μεγαλύτερη δυσκολία απαντάς στα τηλεφωνήματα των οικείων σου προσπαθώντας να ακουστεί τουλάχιστον η φωνή σου. Μόνο εσύ άλλαξες, τελικά κι όχι εκείνος. Μόνο εσύ, που σκουπίζεις πάλι τα δάκρυά σου με τη μπλούζα σου, και κρέμεσαι πάνω από το κινητό, μήπως και…

Μόνο εσύ ένιωσες. Μόνο εσύ λαχτάρησες. Μόνο εσύ πάλεψες. Μόνο εσύ ήλπιζες. Μόνο εσύ μάτωσες. Μόνο εσύ λύγισες. Και σε ρωτάω: άξιζε τον κόπο τελικά; Πόσος πόνος χρειάζεται να ξοδευτεί, για να νιώσεις για μια στιγμή πλούσιος; Για να νιώσεις για μια στιγμή πως αγαπήθηκες κι εσύ…

Κάποια ψέματα μας έβλαψαν περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύαμε

Ψέμα∙ λέξη δισύλλαβη, μόλις τέσσερα γράμματα. Κι όμως, χωράει πολλή πίκρα μέσα του. Άσχημο να ακούς ψέματα απ’ τον άνθρωπο που εμπιστεύτηκες. Δεν έχει σημασία η πρόθεση, αλλά το αποτέλεσμα, δηλαδή, η εξαπάτηση. Μπορεί να σου είπε ένα ψέμα για να μη σε πληγώσει ή ίσως για να μη σε χάσει. Το έκανε πάντως για να προστατέψει κυρίως τον εαυτό του και να τον γλυτώσει από άβολες καταστάσεις.

Κι αφού μαθευτεί το ψέμα του ή τα πολλά ψέματά του, αυτόματα χάνεται κι η εμπιστοσύνη. Κι αν χαθεί εκείνη, σπάνια τη βρίσκεις ξανά. Αφού αβίαστα θα αμφισβητείς το καθετί που θα ακούς απ’ το συγκεκριμένο άτομο. Αργά ή γρήγορα καταστρέφεται κι η σχέση, αφού η εμπιστοσύνη είναι το πιο γερό θεμέλιό της. Κάπως έτσι, ό,τι μπερδεύεται με το ψέμα τελειώνει, αφήνοντας ένα παράπονο, μια γρατσουνιά στην καρδιά και μια καχυποψία για να σερβίρεις κάθε επόμενη γνωριμία.

Αν η πρώην σχέση σου σε κεράτωσε, σε πρόδωσε ή σε εξαπάτησε, αυτή η αναξιοπιστία γίνεται μια πληγή που κουβαλάς διαρκώς μέσα σου, πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβάνεσαι. Έστω κι υποσυνείδητα φοβάσαι πως θα σου ξανασυμβεί και θες να το προλάβεις. Είναι κι αυτή η αδικία που σε τρώει, αυτό το «γιατί». Έδωσες τα πάντα και πήρες ένα τίποτα και μια προδοσία για ευχαριστώ. Τώρα τι να πας να ξαναδώσεις; Γιατί να είσαι καλός και δοτικός με κάποιον, αφού μπορεί στο τέλος κι αυτός να σε προδώσει;

Έτσι, η προδοσία αλλάζει στο εξής ασυναίσθητα τη συμπεριφορά του προδομένου. Κάποιοι αρνούνται να ξαναμπούν στη διαδικασία της σχέσης κι αυτό γιατί φοβούνται πως θα πάθουν τα ίδια, αφού θεωρούν μάταιη τη συναισθηματική επένδυση απ’ τη στιγμή που όλοι μπορούν να στη φέρουν. Καμία σχέση, όμως, δε λειτουργεί αν δε δίνεις και δε μοιράζεσαι, συναισθήματα, χρόνο κι όνειρα. Κι εκείνοι τα θεωρούν πια υπερπολύτιμα για να τα σπαταλούν, χαρίζοντάς τα στον οποιονδήποτε.

Απ’ την άλλη, με το να μη δίνουν τίποτα και να μένουν κρυμμένοι στο κέλυφός τους, σαν σαλιγκάρια την άνοιξη, τι πετυχαίνουν; Βολεύονται στην ασφάλεια της μοναξιάς τους ή και του εφήμερου και χάνουν αυτομάτως την ευκαιρία να ζήσουν το αληθινό! Γιατί κανείς δε θέλει να ζει χωρίς αγάπη, όσο καλά κι αν περνά μόνος του.

Άλλοι πάλι μπορεί να προχωρήσουν σε μια επόμενη σχέση και να βγάλουν εκεί τα απωθημένα τους, είτε με ζήλιες κι αμφισβήτηση είτε κάνοντας τα ίδια που τους έκανε ο πρώην και χειρότερα. Κάποιος θα αναρωτηθεί, γιατί ένας άνθρωπος που απατήθηκε ή προδόθηκε να κάνει τα ίδια σε ένα άλλο –αθώο ουσιαστικά– άτομο; Βάζοντας τη λογική μπροστά, ένας άνθρωπος με τέτοια βιώματα, που έζησε την πίκρα της προδοσίας, δε θα θέλει να το ζήσει κανένας άλλος. Κάποιοι με τέτοιες συμπεριφορές νομίζουν πως παίρνουν εκδίκηση. Γενικεύοντας, αφελώς, την κατάσταση κι υποστηρίζοντας πως όλοι είναι άπιστοι, ψεύτες κι υποκριτές.

Επειδή ένα άτομο μας φέρθηκε σκάρτα δεν πάει να πει ότι όλοι είναι σκάρτοι. Αν σκεφτούμε ήρεμα κι ώριμα τα πράγματα, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός. Κι εμείς ψάχνουμε απλώς κάποιον αληθινό. Μα για να γίνει αυτό πρέπει να δώσουμε την ευκαιρία και το χρόνο σε μια νέα γνωριμία.

Είναι παράλογο να απαρνιόμαστε τον έρωτα, γιατί κάποιος τον πρόδωσε. Είναι άδικο, χαζό κι εγωιστικό να βγάζουμε τα απωθημένα μας και να πληρώνουν τα σπασμένα μας άνθρωποι που δεν έφταιξαν σε τίποτα. Είναι δύσκολο να εμπιστευτείς ξανά, αλλά καθετί χρειάζεται χρόνο. Ας εστιάσουμε στο να γιατρέψουμε τις πληγές μας, να ξεπεράσουμε ανθρώπους και καταστάσεις κι ύστερα, χωρίς αναίτια καχυποψία, κακία και πικρία ας προχωρήσουμε τη ζωή μας, πιο δυνατοί από ποτέ!

Ως πότε θα μένεις σε σχέσεις ξεφτισμένες;

Η αγάπη είναι δύναμη. Είναι η δύναμη εκείνη που θα σε κάνει να παραβλέψεις νόμους και κανόνες. Που θα σου φορέσει, έστω και λίγο, τη μάσκα της και δε θα βλέπεις μπροστά σου. Θα σε οδηγήσει σε δρόμους αγνώριστους για ‘σένα, θα σου δείξει μέρη που δεν έχει δει ξανά.

Η αγάπη είναι ένα κακομαθημένο παιδάκι, που θα σε αναγκάσει, με τα τερτίπια και τις μαλαγανιές της, να δώσεις προσοχή μόνο σε ‘κείνο, χωρίς να ‘χεις μάτια για κάτι άλλο. Γιατί, ως γνωστόν, η αγάπη σε τυφλώνει και σε κάνει να βλέπεις μόνο όσα εκείνη θέλει να δεις. Σε μαγεύει με τα ξόρκια της.

Αλλά, μέχρι πότε; Γιατί καλές οι αγάπες κι οι παντοτινές υποσχέσεις, καλοδεχούμενη κι η ευτυχία που σου προσφέρεται τόσο απλόχερα. Αλλά μέχρι πότε; Μέχρι πότε θα μπορέσεις να πείσεις τον εαυτό σου πως αυτό που έχεις σε ευχαριστεί, σε βαθμό που δε θα αναζητήσεις κάτι παραπάνω;

Οι άνθρωποι έχουν τη τάση να μένουν ευχαριστημένοι με όσα έχουν, ενώ στην πραγματικότητα δεν τους καλύπτουν ούτε στο ελάχιστο. Μερικοί για να μη χαλάσουν τις συνήθειές τους. Άπαξ και συνηθίσεις κάποιον είναι δύσκολο να ξεβολευτείς. Άλλοι γιατί παραμυθιάζουν τους εαυτούς τους, λέγοντας πως «εγώ, είμαι εντάξει με όσα έχω» ενώ στην πραγματικότητα δεν τολμούν –ούτε στους ίδιους τους τους εαυτούς– να παραδεχτούν πως δεν είναι καλά. Λες κι είναι αμαρτία. Λες και κάποιος θα τους κρίνει.

Δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις ούτε καν να τους λυπηθείς. Είναι ξεκάθαρο πως ο καθένας κάνει τις επιλογές του. Αλλά, αλήθεια, πώς μπορείς να μένεις σε μια σχέση που έχει ξεφτίσει;

Κανένας δεν αμφέβαλλε για την αγάπη. Κανένας δεν αμφέβαλλε για τα συναισθήματα κανενός. Αλλά, αλήθεια, πόσο καιρό μπορείς να μείνεις σε μια σχέση που σε κρατάει μόνο η αγάπη που τρέφεις λόγω των χρόνων που είστε μαζί; Πόσο μπορεί να σε παραμυθιάζει πως αυτό που έχετε μπορεί να επιβιώσει μήνες, ακόμα και χρόνια. Εθελοτυφλείς στην προσπάθειά σου ν’ αναβιώσεις ό,τι κρατάς εσύ ζωντανό τόσο καιρό.

Γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνειδητοποιήσουν πως ο έρωτας μερικές φορές πεθαίνει, όσες φορές κι αν έχεις προσπαθήσει εσύ να τον κρατήσεις στη ζωή. Γιατί, απλώς, οι καταστάσεις κι οι άνθρωποι αλλάζουν κι εσύ, ανήμπορος, αναγκάζεσαι να τα δεχτείς.

Γιατί, μερικές φορές, δεν μπορείς να έχεις την ευτυχία που ζητάς. Ίσως γιατί την ψάχνεις σε λάθος μέρη ή εκείνα που νομίζεις πως είναι σωστά, καταλήγουν να είναι εκείνα, που με άλλο μάτι, θα έβλεπες άδεια.

Δεν μπορείς να μένεις σε σχέσεις, με τη δικαιολογία ότι σας δένουν χρόνια. Ε, και; Κι επειδή σας δένουν χρόνια, τι; Είσαι αναγκασμένος να υπομένεις ό,τι κι αν συμβεί, ενώ δεν είσαι ευτυχισμένος;

Κι αν το κάνεις, πόσο καιρό νομίζεις ότι θα παραμυθιάζεις τον εαυτό σου; Κάποια μέρα θα ξυπνήσεις, θες-δε θες. Γιατί έτσι πάει. Η αγάπη μπορεί να σε κρατήσει, αλλά δεν μπορεί να σε δέσει. Κι αν δεθείς μόνος σου, είναι δουλειά δική σου το πώς θα ξεμπλέξεις.

Σίγουρα, θα κάτσεις να αναλογισθείς όσα πέρασες με ‘κείνον που αγαπάς. Θα γελάσεις και θα κλάψεις. Αλλά, πόσο θα σε κρατήσουν πίσω απ’ το να τραβήξεις μπροστά; Πόσο θα γελάσεις τον εαυτό σου πως είσαι καλά μ’ αυτό που έχεις; Αφού το βλέπεις ότι δεν τραβάει.

Δε σε νοιάζει αν δεν επικοινωνήσει μια μέρα. Δε σε νοιάζει αν θα κάνει ζήλιες ή αν θα σε διεκδικήσει. Δε σε νοιάζει. Γιατί να κοροϊδεύεις εσένα και τον άλλον; Δεν αξίζει σε κανέναν.

Καλά τα χρόνια. Δένουν τους ανθρώπους όσο περνάνε. Αλλά, αν τώρα δεν είσαι καλά, γιατί αυτά να σε κρατήσουν δέσμιο; Γιατί να σε αναγκάζουν να περνάς το ίδιο και το ίδιο; Τα ίδια λόγια, τις ίδιες συνήθειες, τα ίδια φιλιά.

Ακόμα κι αν νομίζεις πως εσύ έχεις νικήσει τη συνήθεια, το τέρας που ξετρυπώνει όπου σταθεί, εκείνη είναι δέκα βήματα παρακάτω και γελάει μαζί σου.

Για πόσο καιρό θα κάνεις το μαλάκα; Πίστεψέ με, ακόμα κι οι καλύτεροι, το ‘χασαν το παιχνίδι. Χαμένος βγαίνεις, όσες φορές κι αν παίξεις.

Γιατί, δεν μπορείς να μένεις. Για καλό δικό σου. Δεν μπορείς να παραμυθιάζεις, μέρα-νύχτα, εσένα και τον άλλον, πως αυτό που έχετε σας προσφέρει την ευτυχία που αναζητούσατε.

Γιατί, μερικές φορές, η αγάπη δεν αρκεί. Κάποιες φορές κι εκείνη ακόμα την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια. Γιατί μπορείς να αγαπάς έναν άνθρωπο με όλη σου την καρδιά, αλλά να μη χωράει πλέον στη ζωή σου ή να μη χωράς στη δική του.

Δεν είναι κακό να φεύγεις. Για τη δική σου ευτυχία, κανενός άλλου.

Η επιθυμία μας είναι ανάλογη της προσπάθειάς μας

Οι ανθρώπινες σχέσεις, σίγουρα, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Απαιτούν μια κοινή, συνεχή προσπάθεια, που συχνά βουλιάζει στο κενό. Κι ύστερα ικετεύουμε για μια επιστροφή του χρόνου ή έστω μια μερική έκπτωση. Να γυρνούσε για λίγο πίσω ο χρόνος. Να ήταν τα πράγματα αλλιώς. Να τα διαχειριζόμασταν κομματάκι διαφορετικά. Ποιο, όμως, το κέρδος;

Αν είχες δεύτερη ζωή τι θ’ άλλαζες; Θ’ άλλαζες τις μνήμες σου; Θ’ άλλαζες όλα αυτά που είχες την τύχη να γευτείς, για τόσο όσο; Ακόμα κι αν στην άκρη της γλώσσας σου άφησαν μια πίκρα, τελικά. Έστω. Γιατί να τ’ άλλαζες; Για να μην πληγωθείς; Μα η ζωή πληγώνει έτσι κι αλλιώς, φίλε. Δεν ξεγλιστράς.

Λένε πως η αγάπη πληγώνει και κάνουν μεγάλο λάθος. Δεν πληγώνει η αγάπη. Εμείς κάνουμε τα πράγματα περίπλοκα. Δεν αφήνουμε τους εαυτούς μας όσο ελεύθερους θα ‘πρεπε. Δε νερώνουμε το κρασί μας όπου κι όσο πρέπει. Δεν επιτρέπουμε στον άλλον να εισχωρήσει στα βαθύτερα έγκατα του νου μας κι επιλέγουμε συστηματικά τη φυγή και τον πολυπόθητο χρόνο με τον εαυτό μας, όταν η ζωή αποκτά ένα άσχημο πρόσωπο.

Κι αν έρθουμε λίγο απ’ την άλλη πλευρά, νιώθουμε πως δεν είμαστε αρκετοί, αφού δε βλέπουμε τον άνθρωπο δίπλα μας ουσιαστικά ευτυχισμένο. Να χαμογελά ακατάπαυστα και να εύχεται η μέρα να έχει περισσότερες ώρες για να τις περάσουμε όλες μαζί. Προσμένουμε η κατάσταση να αλλάξει και τα πράγματα να πάρουν μια άλλη τροπή, όσο παλεύουμε με όσα μέσα έχουμε. Στην πορεία, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα δε γίνεται με το ζόρι, πόσο μάλλον η αγάπη. Αν δεν μπορείς να μείνεις κάπου, κουνήσου και φύγε. Δεν ταιριάζουν όλες οι χημείες μεταξύ τους.

Δεν είμαστε σταθεροί στις επιθυμίες μας. Δεν εκτιμάμε κάτι αν δεν το χάσουμε πρώτα και κάνουμε συνεχώς λάθη που υποδηλώνουν σύγχυση, αβεβαιότητα κι ακαταστασία στα συναισθήματά μας. Και πάνω που όλα αυτά γιγαντώνονται κι αποκτούν μεγάλες διαστάσεις απαιτούμε παράλληλα ο άλλος να μένει, να περιμένει και να προσπαθεί μόνος του. Αμ δε.

Ποιος και γιατί να θέλει να προσπαθεί μόνος, να υποχωρεί μόνος και τελικά να αγαπά μόνος; Οι σχέσεις είναι «πάρε-δώσε» σε μια αμφίδρομη ροή και μια διαρκή προσαρμογή του ενός στον κόσμο του άλλου. Ιδανικά οι εξοχές του ενός εφάπτονται στα κενά του άλλου, σχηματίζοντας μια ευθεία γραμμή, μια κοινή πορεία.

Εκεί είναι που εντοπίζεται όλη η μαγκιά, στην καταβολή προσπάθειας. Απ’ το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο. Εκεί που βλέπεις τον άλλον να γίνεται χίλια κομμάτια για να σε χωρέσει στο πρόγραμμά του κι όχι μόνο να σου δώσει λίγο χώρο, αλλά να σου παραχωρήσει το πιο μεγάλο κομμάτι. Εκεί που θυσιάζεται για να είσαι εσύ καλύτερα κι εκεί που τρέχει να σου βρει λύσεις, γιατί ποντάρει σε σένα περισσότερο κι απ’ τον εαυτό του, εκεί είναι η μαγκιά.

Μάγκας είσαι, όμως, κι όταν έχεις το κουράγιο να πεις πως φεύγεις σε κάτι που νιώθεις πια εγκλωβισμένος. Σε κάτι που φωνάζει πως κι οι δύο αξίζετε κάτι καλύτερο. Παρ’ όλο που έχεις δεθεί, έχεις δημιουργήσει τόσες αναμνήσεις, είναι καιρός ο καθένας να συνεχίσει το άλμπουμ της ζωής του με κάτι που τον γεμίζει περισσότερο.

Πολλές φορές οι χωρισμοί σημαίνουν αγάπη. Αγαπάμε τον άλλον και θέλουμε να είναι ευτυχισμένος. Ξέρουμε πως εμείς δεν είμαστε η ευτυχία του κι έτσι το σκάμε. Κι αυτό είναι, τελικά, μεγαλύτερη μαγκιά, αν με ρωτάς.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΤΑ ΑΘΗΝΑΙΩΝ: …τοιαύτα πεπολιτευμένων

Για να ευτυχήσετε, Αθηναίοι. Δεν έχετε ανάγκη από ξένα παραδείγματα, αλλά από παραδείγματα της δικής μας ιστορίας.

Από εκείνους που δεν σας κολάκευαν και δεν σας αγαπούσαν όπως οι σημερινοί πολιτικοί, κατασκευάστηκαν τόσο ωραία και πλούσια μνημεία, που έμειναν αξεπέραστα. Όσο για την ιδιωτική τους ζωή, ήσαν τόσο μετρημένοι και εναρμονισμένοι με τα ήθη της πόλης, ώστε η οικία τους δεν διέφερε από την οικία του γείτονά τους. Διότι εκείνοι δεν πολιτεύονταν για να πλουτίσουν, αλλά για ν’ αυξήσουν τον κοινό πλούτο. Αυτό θεωρούσαν καθήκον τους. Και έτσι, επειδή ήσαν ειλικρινείς προς τους άλλους Έλληνες, ευσεβείς προς τους θεούς και είχαν ως αρχή την ισότητα μεταξύ των πολιτών, απέκτησαν όπως ήταν φυσικό μεγάλη ευδαιμονία.

Στρέψτε το βλέμμα προς τους σημερινούς πολιτικούς: άλλοι από φτωχοί έγιναν πάμπλουτοι, άλλοι από άσημοι χόρτασαν τιμές, ορισμένοι έφτιαξαν σπίτια δίπλα στα οποία τα δημόσια οικοδομήματα είναι πιο σεμνά, κι όσο ο πλούτος της πόλης ελαττωνόταν, τόσο ο δικός τους αύξανε.

Άνθρωποι μιαροί και κόλακες και χαμερπείς· ακρωτηρίασαν ο καθένας την πατρίδα του και, πίνοντας στην ελευθερία, την προσέφεραν δώρο στον εχθρό. Μέτρο της ευδαιμονίας τους είναι η κοιλιά τους και οι πιο ποταπές απολαύσεις. Έτσι, κατέλυσαν την ελευθερία και την ανεξαρτησία, που για τους παλαιότερους Έλληνες ήταν προϋπόθεση και κανόνας αγαθών.

Μου κάνει πράγματι εντύπωση ότι όλα αυτά οι Έλληνες τα ανέχονται, και τα αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζουν το χαλάζι: ο καθένας εύχεται να μην πέσει πάνω του, ουδείς όμως επιχειρεί να εμποδίσει το κακό. Και ουδείς αμύνεται, όχι μόνο απέναντι σ’ όλες τις ύβρεις που δέχεται η Ελλάδα, αλλά ούτε απέναντι στα όσα ο καθένας χωριστά υφίσταται. Και αυτό είναι έσχατη κατάπτωση.

Η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχό μας όχι γιατί δεν την εκτιμήσαμε σωστά, αλλά γιατί αρνηθήκαμε να κάνουμε το καθήκον μας.

Βλέπετε σε ποια κατάντια μας οδήγησε το γεγονός ότι ορισμένοι ρητορεύουν μόνο και μόνο για να σας ευχαριστήσουν.

Από την άλλη, ποιος εξαπατά την πόλη;

Δεν την εξαπατά όποιος δεν λέγει όσα σκέπτεται;

Υπάρχει μεγαλύτερο αδίκημα για τον πολιτικό άνδρα απ’ το άλλα να λέει κι άλλα να σκέπτεται;

Ή μήπως νομίζετε ότι οι πολιτικοί που αγαπούν το λαό διακρίνονται από τα λόγια τους και όχι από τις πράξεις και τις πολιτικές τους;

Τα λόγια, όταν δεν συνοδεύονται από πράξεις είναι μάταια και κούφια.

Πολλές φορές, σε πολλές περιπτώσεις, Αθηναίοι, δεν συνειδητοποιήσατε ποιο ήταν το δίκαιο και παρασυρθήκατε από τις κραυγές, τη βιαιότητα και την αναισχυντία των ρητόρων.

Προσέξτε μην το πάθετε και τώρα.

Όποιος λοιπόν επιθυμεί, Αθηναίοι, κάτι καλό να κάνει για την πόλη μας, χρειάζεται να γιατρέψει τ’ αφτιά σας πρώτα· για τι ’ναι διεφθαρμένα· έχετε συνηθίσει ν’ ακούτε όλο ψέματα κι οτιδήποτε άλλο, παρά τα σωστά.

Όσοι αποβλέπουν σ’ εκλογή και σε κάποιο αξίωμα καταντάν δούλοι της εύνοιας που επιδιώκουν προκειμένου να εκλεγούν… παρέχοντάς σας ελπίδες και τίποτε περισσότερο.

Όπως φαίνεται πολύ σκοτάδι υπάρχει ανάμεσα σε σας και την αλήθεια.

Δεν ανέχεσθε να σας λένε για όλα την αλήθεια. Και απορώ, πράγματι, πώς μ’ αφήσατε σήμερα να μιλήσω.

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Μία τεχνητή νοημοσύνη που γνωρίζει τον κόσμο όπως τα παιδιά

Αν κάποιος περάσει αρκετό χρόνο με παιδιά, πιθανώς θα αναρωτηθεί πώς είναι δυνατό τα νεαρά άτομα του ανθρώπινου είδους να μαθαίνουν τόσο γρήγορα. Πεντάχρονα παιδιά μαθαίνουν για τα φυτά, τα ζώα, τα ρολόγια, ακόμη και για τους δεινόσαυρους και τα διαστημόπλοια. Επιπλέον, μπορούν να καταλάβουν τι θέλουν οι άλλοι άνθρωποι, πώς σκέφτονται και πώς νιώθουν. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν τη γνώση για να κατηγοριοποιήσουν ό,τι βλέπουν και ό,τι ακούν και να κάνουν προβλέψεις.
 
Σε θεμελιώδες επίπεδο, εκείνο που λαμβάνουν ως πληροφορίες, είναι τα φωτόνια που χτυπούν στον αμφιβληστροειδή τους και οι αναταράξεις του αέρα που φτάνουν στα τύμπανα των αυτιών τους. Βεβαίως, η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν οικοδομείται από τα φωτόνια και τις αναταράξεις που προσφέρει γενικά ο φυσικός κόσμος, αλλά κυρίως από τις έμπλεες γνώσης δομημένες εκδοχές τους, που προσφέρει η ζωή μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, ο πολιτισμός. Παρ’ όλ’ αυτά, ο νευρωνικός «υπολογιστής», που βρίσκεται πίσω από τα ματάκια των παιδιών, καταφέρνει με κάποιον τρόπο να βασίζεται στις πληροφορίες που δέχεται από τις αισθήσεις και να καταλήγει σε κατηγοριοποιήσεις και προβλέψεις για νέες άγνωστες πληροφορίες, που προσλαμβάνει. 
 
Τεχνητή νοημοσύνη στην ανάπτυξη…
'Αραγε θα μπορούσαν και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές να κάνουν το ίδιο; Τα τελευταία 15 χρόνια, επιστήμονες των υπολογιστών και ψυχολόγοι προσπαθούν να βρουν μια απάντηση στο ερώτημα αυτό. Τα παιδιά αποκτούν μεγάλο όγκο γνώσης για την καθημερινότητα και όχι μόνο, χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που τους δίνουν οι γονείς τους, οι δάσκαλοί τους, το κοινωνικό περιβάλλον. Παρά την τεράστια πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη, ακόμη και οι ισχυρότεροι υπολογιστές δεν μπορούν (ακόμα) να μάθουν τόσο καλά όσο ένα πεντάχρονο παιδί. Η κατανόηση του τρόπου που λειτουργεί ο εγκέφαλος των παιδιών και η δημιουργία στη συνέχεια μιας αποδοτικής ψηφιακής εκδοχής αυτής της διαδικασίας θα συνεχίσει να απασχολεί τους επιστήμονες για αρκετά χρόνια ακόμη. Αλλά στο μεταξύ, αρχίζει ήδη να αναπτύσσεται τεχνητή νοημοσύνη που ενσωματώνει ορισμένα από τα στοιχεία που ήδη γνωρίζουμε για τον τρόπο που μαθαίνει ο άνθρωπος. 
 
Υστερα από την πρώτη έκρηξη ενθουσιασμού, τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η αναζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) βάλτωσε για πολύ καιρό. Ομως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν επαναστατικές εξελίξεις στο πεδίο αυτό, ιδιαίτερα στον τομέα της μηχανικής μάθησης και η ΤΝ έχει ξαναμπεί στο επίκεντρο των τεχνολογικών εξελίξεων.
 
Από κάτω προς τα πάνω
Μια προσέγγιση προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα από κάτω προς τα πάνω, αρχίζοντας με τα …φωτόνια και τις αναταράξεις του αέρα, που φτάνουν στους υπολογιστές ως εικονοστοιχεία (πίξελ) κάποιας ψηφιακής εικόνας, ή τμήματα μιας ψηφιακής ηχητικής καταγραφής. Από αυτές τις πληροφορίες προσπαθεί να εξάγει μοτίβα μέσα στα ψηφιακά δεδομένα, που επιτρέπουν την ανίχνευση και ταυτοποίηση ολόκληρων αντικειμένων στο φυσικό κόσμο. Τη δεκαετία του 1980 επιστήμονες ανακάλυψαν έναν ευφυή και αποτελεσματικό τρόπο να εφαρμόζουν τεχνικές από κάτω προς τα πάνω για την αναζήτηση μοτίβων: Τα νευρωνικά δίκτυα. Πρόκειται για προσομοιώσεις σε υπολογιστή της λειτουργίας δικτύων βιολογικών νευρώνων, που μπορούν για παράδειγμα να αναλύουν μια εικόνα, ώστε να αντιστοιχούν στα εικονοστοιχεία, όλο και πιο αφηρημένες αναπαραστάσεις σε κάθε επίπεδο – π.χ. μια μύτη, ένα πρόσωπο, ένα ανθρώπινο σώμα κ.ο.κ.
 
Τα ψηφιακά νευρωνικά δίκτυα επανήλθαν στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας εξαιτίας της τεχνικής της βαθιάς μηχανικής μάθησης, τεχνολογίας που ήδη αξιοποιείται εμπορικά από την «Google», το «Facebook» και άλλα μονοπώλια του τεχνολογικού τομέα. Στην επιτυχία των συστημάτων αυτών αναμφίβολα έπαιξε ρόλο και η εκθετική αύξηση της διαθέσιμης υπολογιστικής ισχύος, λόγω της εξέλιξης στον τομέα της πληροφορικής και των ημιαγωγών. Εξίσου σημαντικό ρόλο έπαιξε και η διαθεσιμότητα τεράστιων όγκων δεδομένων, που συνέλεξαν τα μονοπώλια από τα προσωπικά και δημόσια δεδομένα που καταχωρούν οι χρήστες των υπηρεσιών τους. Με μεγάλη υπολογιστική ισχύ και περισσότερα δεδομένα για να την εξασκήσουν, τα νευρωνικά δίκτυα μπορούν να μάθουν πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στο παρελθόν.
 
Από πάνω προς τα κάτω
Στο πέρασμα των χρόνων η επιστημονική κοινότητα της τεχνητής νοημοσύνης έγερνε πότε προς την πλευρά των μεθόδων από τα κάτω προς τα πάνω και πότε προς την πλευρά των μεθόδων από πάνω προς τα κάτω. Αυτή η δεύτερη προσέγγιση αξιοποιεί εκείνο που ήδη γνωρίζει ένα σύστημα, ώστε να το βοηθήσει να μάθει κάτι καινούριο. Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αυτές οι μέθοδοι βίωσαν τη δική τους αναγέννηση, με τη μορφή της μπαεσιανής μοντελοποίησης (μοντελοποίηση στη βάση πιθανοτήτων). Τα συστήματα από πάνω προς τα κάτω αρχίζουν μορφοποιώντας αφηρημένες και ευρείας εφαρμογής εικασίες για τον κόσμο. Στη συνέχεια, κάνουν προβλέψεις για μετρήσιμα στοιχεία στη βάση των εικασιών αυτών. Ανάλογα με την επιβεβαίωση ή μη των προβλέψεων, τα συστήματα αναθεωρούν τις εικασίες τους και ξαναδοκιμάζουν να δουν αν επιβεβαιώνονται από την πράξη.
 
Τα μπαεσιανά μοντέλα συνδυάζουν τη θεωρία των πιθανοτήτων με τα λεγόμενα παραγωγικά μοντέλα, εκείνα στα οποία μπορούν να αντιπροσωπευθούν αφηρημένες έννοιες από τις οποίες μπορούν να προκύψουν επαληθεύσιμες εικασίες. Τα μοντέλα αυτά δίνουν την πιθανότητα να υπάρχει ένα μοτίβο μέσα στα δεδομένα, π.χ. ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να είναι ανεπιθύμητη αλληλογραφία (spam). Αν η πιθανότητα είναι πάνω από 50% και επιβεβαιώνεται, τότε η εικασία θεωρείται επαληθευμένη, αν δεν επιβεβαιώνεται, τότε καταρρίπτεται και αντίστροφα όταν η πιθανότητα είναι κάτω από 50%. Η τεχνική από πάνω προς τα κάτω μπορεί να βοηθήσει καλύτερα να κατανοηθεί πως τα παιδιά σχηματίζουν τις συσχετίσεις αιτίου – αποτελέσματος, πώς δημιουργούν αντιλήψεις για το περιβάλλον τους και πώς τις αλλάζουν. 'Εχει ήδη χρησιμοποιηθεί π.χ. για την αναγνώριση από υπολογιστή χειρόγραφων χαρακτήρων που δεν είχε ξαναδεί το μηχάνημα.
 
Και τα δυο μαζί
Οι δύο προσεγγίσεις στη μηχανική μάθηση έχουν δυνατά και αδύνατα σημεία. Στις τεχνικές από κάτω προς τα πάνω ο υπολογιστής δεν χρειάζεται να καταλαβαίνει στην πραγματικότητα τίποτα π.χ. για τις γάτες και παρ’ όλ’ αυτά να μπορεί να αναγνωρίζει ακόμη και είδη γάτας που δεν έχει ξαναδεί, αρκεί να του έχουν δοθεί αρκετά δεδομένα προς επεξεργασία στη φάση της εκπαίδευσης. Αντίθετα, το μπαεσιανό σύστημα μπορεί να μάθει από ελάχιστα δείγματα και μπορεί να γενικεύσει πιο πλατιά. Απαιτεί όμως πολλή δουλειά πριν τη χρήση του, ώστε να επιλεγούν οι κατάλληλες εικασίες προς έλεγχο. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν προς το παρόν εφαρμογή μόνο σε σχετικά στενά και καλά καθορισμένα προβλήματα.
 
Η ανησυχία που προκαλούν – σε ειδικούς και μη – η μηχανική μάθηση και η τεχνητή νοημοσύνη είναι σε ορισμένες περιπτώσεις ολοφάνερα δικαιολογημένη, όπως η αξιοποίησή τους στην παραγωγή σε συνθήκες καπιταλισμού και η στρατιωτική αξιοποίησή τους σε επερχόμενους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ανεξάρτητα από τη ματαιότητα του εγχειρήματος, αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγες μέρες, 116 ειδικοί σε θέματα ρομποτικής έστειλαν επιστολή στον ΟΗΕ, για να αναλάβει δράση, ώστε να αποτραπεί η χρήση ΤΝ σε οπλικά συστήματα, επισημαίνοντας ότι «μόλις ανοίξει το κουτί της Πανδώρας θα είναι δύσκολο να κλείσει». Από την άλλη μεριά, ερευνητές θυγατρικής της «Google» αναζητούν τρόπους, ώστε η μάθηση που ενσωματώνεται σε ένα νευρωνικό δίκτυο να μη χάνεται, όταν το ίδιο δίκτυο εκπαιδεύεται σε νέο γνωστικό αντικείμενο, διακηρύσσοντας καθαρά τον απώτερο στόχο κατασκευής μηχανών με τεχνητή γενική νοημοσύνη, που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο σε ευρεία γκάμα δραστηριοτήτων του. Δεν θα αργήσουν, μάλλον και προσπάθειες συνδυασμού των δύο προσεγγίσεων για τη μηχανική μάθηση και την ΤΝ.
 
Ακόμη κι αν δεν υπάρξουν ριζοσπαστικές πρόοδοι στην κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου, η βέβαιη ποσοτική αύξηση στην υπολογιστική ισχύ και στα διαθέσιμα δεδομένα, μπορεί να οδηγήσει σε ποιοτικές αλλαγές και εξελίξεις στον τομέα της ΤΝ, με άμεσες πρακτικές συνέπειες.

Τέλος η τελειότητα

Η σύγχρονη ζωή μάς έχει οδηγήσει στο να θεωρούμε ότι μόνο το τέλειο μετράει. Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να κυνηγάμε την τελειότητα και να αποδεχτούμε το ενδεχόμενο να αποτύχουμε και κάποια φορά;
Σύμφωνα με τους ειδικούς, όλο και περισσότεροι -κυρίως γυναίκες- παθαίνουμε εμμονή με την τελειότητα. Παίζει ρόλο η απαιτητική και ανταγωνιστική αγορά εργασίας, αλλά και ο βομβαρδισμός -από τα μέσα, τη διαφήμιση, το Διαδίκτυο- σχετικά με το πώς θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να τα έχουμε και να τα κάνουμε όλα, στο σπίτι μας, στην οικογένειά μας, στη δουλειά μας, στην προσωπική και την κοινωνική μας ζωή. Παράλληλα, οι σύγχρονοι άνθρωποι, και κυρίως οι γυναίκες, καλούμαστε να είμαστε καλοί σε περισσότερους από έναν ρόλους, οπότε και τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα και απαιτητικά.
 
Η κατάρα της τελειότητας
Υπάρχει συχνά η εντύπωση ότι ο καλύτερος τρόπος και το δυνατότερο χαρακτηριστικό για να πετύχουμε κάτι είναι η τελειομανία. Αυτή συχνά είναι μία πεποίθηση που έχουμε από παιδιά, που μας την έχουν εμφυσήσει οι γονείς μας. Η προσπάθεια να τα κάνουμε όλα τέλεια είναι πράγματι ο δρόμος για την επιτυχία; Όχι, βέβαια. Μάλιστα, συχνά, σύμφωνα με τους ειδικούς, η τελειομανία είναι ένα δεκανίκι στο οποίο καταφεύγουμε κάθε φορά που προσπαθούμε να φέρουμε σε πέρας κάτι στο οποίο φανταζόμαστε ή θεωρούμε ότι δεν είμαστε τόσο καλοί. Είναι μία αντισταθμιστική τεχνική, όπως την ονομάζουν οι ψυχολόγοι. Όταν, δηλαδή, έχουμε μία βαθιά πεποίθηση ότι δεν είμαστε ικανοί, αλλά ο κανόνας μας είναι ότι πρέπει να τα καταφέρουμε πάση θυσία, χρησιμοποιούμε ως αντισταθμιστική τεχνική την υπερπροσπάθεια και την τελειομανία για να αποδείξουμε -κυρίως στον εαυτό μας, αλλά και στους άλλους- ότι τελικά αξίζουμε.
 
Σκεφτόμαστε: «Αν φαίνομαι τέλεια, ζω την τέλεια ζωή, έχω την τέλεια δουλειά και την τέλεια οικογένεια, μπορώ να αποφύγω την αρνητική κριτική, να συνεχίσω να είμαι αγαπητή από τους άλλους και να καταφέρω να μην πληγωθώ». Προσπαθούμε δηλαδή έτσι, μέσω της τελειομανίας, να ανακτήσουμε τον έλεγχο σε πράγματα όπου δεν τον έχουμε πραγματικά. Φυσικά, χρειάζεται να θυσιάζουμε πολλά γι’ αυτό. Το αποτέλεσμα είναι να νιώθουμε συνέχεια πιεσμένοι, γεγονός που έχει ψυχολογικές και σωματικές συνέπειες πάνω μας.
 
Γιατί να αλλάξω;
Ο πιο σημαντικός λόγος είναι η σχέση μας με τους άλλους, οι οποίοι δυσκολεύονται πολύ να μας ευχαριστήσουν, αλλά και να μας ανεχτούν, και βέβαια το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε και να ευχαριστηθούμε τη ζωή μας, αφού ποτέ τίποτε δεν ολοκληρώνουμε, καθώς όσο και αν προσπαθήσουμε τίποτε δεν είναι αρκετά καλό. Ο τελειομανής είναι ανταγωνιστικός, δύσκαμπτος, επικριτικός, δύσκολος συνεργάτης, έχει εμμονή με τις λεπτομέρειες και τους κανόνες του, βρίσκει όλους τους άλλους ανεπαρκείς, ενώ ο ίδιος είναι αρνητικός σε κάθε είδος κριτικής. Και αντί να γίνεται καλύτερος γονιός, φίλος, σύντροφος, παιδί, συνεργάτης, υπάλληλος ή αφεντικό, τελικά είναι ένας άνθρωπος που οι άλλοι δυσκολεύονται να σχετίζονται μαζί του, που δεν βλέπει τα καλά που έχει στη ζωή του, εστιάζοντας στο 1% που πιθανώς είναι λάθος αντί για το 99% που είναι σωστό. Εκτός όμως από τις σχέσεις μας με τους άλλους, που είναι προβληματικές, όταν είμαστε τελειομανείς, δυσκολεύουμε και τον ίδιο μας τον εαυτό. Ζοριζόμαστε να φέρουμε σε πέρας τα όσα αναλαμβάνουμε, γιατί το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ αρκετά ικανοποιητικό.
 
Μαθαίνουμε να αγαπάμε το αρκετά καλό
Πώς μπορούμε να ελευθερωθούμε από αυτήν την κατάρα; Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην προσπάθεια και την τελειοθηρία. Όταν προσπαθούμε, σκεφτόμαστε: Πώς θα βελτιωθώ; Όταν είμαστε τελειομανείς, λέμε: Τι θα σκεφτούν οι άλλοι; Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται να κάνουμε μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγουμε από την τελειοθηρία. Αξίζει όμως να προσπαθήσουμε.

 Έτσι, είναι απαραίτητο:* Να εκτεθούμε σε αυτό που φοβόμαστε, ώστε να μπορέσουμε να δούμε κατά πόσον είναι πράγματι τόσο τρομερό όσο νομίζουμε. Με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά αυτό που μας φοβίζει γίνεται πιο οικείο και μετά το ερέθισμα γίνεται λιγότερο κακό, ακόμα και θετικό. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να ασχοληθούμε με πράγματα στα οποία ξέρουμε εξ ορισμού ότι δεν είμαστε καλοί, ότι θα αποτύχουμε δηλαδή, και να εξασκηθούμε σε αυτό, να συμφιλιωθούμε με τον φόβο και να τον αντέξουμε.
  • Να μάθουμε να αντέχουμε την ιδέα της εποικοδομητικής κριτικής, να πάψουμε να θεωρούμε ότι όταν μας κρίνουν μας επιτίθενται και να ψάξουμε να βρούμε αν υπάρχει αλήθεια στα όσα μας λένε.
  • Να κατανοήσουμε τη διαβάθμιση της απόδοσης, ότι δεν υπάρχει μόνο το 0% και το 100%, αλλά και τα ενδιάμεσα ποσοστά, που και αυτά δείχνουν ότι κάτι καταφέραμε. Είναι σημαντικό να κοιτάμε τα πόσα έχουμε καταφέρει και να λέμε: «Μέχρι τώρα καλά τα πήγα…» ή «Λαμβάνοντας υπόψη το πόσο κουρασμένη είμαι, η απόδοσή μου είναι εξαιρετική». Μην ξεχνάμε αυτό που είπε κάποτε ο Γούντι Άλεν: «Το 85% της επιτυχίας είναι απλώς και μόνο το να εμφανιστούμε κάπου».
  • Να ζητάμε βοήθεια. Καλό είναι πού και πού να δείχνουμε στους άλλους ότι είμαστε ευάλωτοι και σε δύσκολη κατάσταση. Μπορεί να εκπλαγούμε όταν δούμε ότι θα μας δείξουν συμπαράσταση αντί να μας ειρωνευτούν, όπως πιθανώς πιστεύουμε.
  • Να αποδεχόμαστε και να μελετάμε προσεκτικά την αποτυχία. Κάθε αποτυχία μάς μαθαίνει κάτι.
  • Να αναλογιστούμε τι μας ωθεί να θέλουμε να είμαστε τέλειοι: Τι πιστεύουμε ότι θα μας καλύψει η τελειότητα; Ποιο είναι το πρόβλημά μας; Είμαστε συγκεντρωτικοί; Θέλουμε να γίνονται όλα τέλεια; Επιζητούμε τον πλήρη έλεγχο; Έχουμε αρνητικά βιώματα από όταν αφήσαμε πρωτοβουλίες σε άλλους; Θέλουμε να αποδείξουμε ότι τα καταφέρνουμε όλα;
  • Να βάζουμε ρεαλιστικούς στόχους και να κατεβάσουμε λίγο τον πήχη. Σε αυτό θα μας βοηθήσει επίσης η σύγκριση με το τι κάνουν οι υπόλοιποι, ώστε να δούμε μήπως εμείς υπερβάλλουμε. Έτσι, θα φέρουμε τα πράγματα σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
  • Να εξασκηθούμε στα λάθη. Να επιτρέψουμε, δηλαδή, στον εαυτό μας να κάνει λάθη επίτηδες, ώστε να δούμε ότι δεν είναι τραγικό κάτι τέτοιο και ότι δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε το καταστροφικό αν αποτύχουμε.

Αριστοτέλης: Η ρητορική τέχνη

Τα τρία είδη του ρητορικού λόγου
 
Όπως φανερώνει και ο τίτλος, στα τρία βιβλία του έργου αυτού ο Αριστοτέλης περιγράφει τη ρητορική τέχνη, τα είδη και τα μέσα της. Ο φιλόσοφος όρισε τη ρητορική ως τέχνη της πειθούς, ταξινόμησε τους τρόπους πειθούς (επίκληση στη λογική, στο συναίσθημα και στο ήθος του ομιλητή) και πρόσθεσε ότι ο ρήτορας μεταχειρίζεται τους ρητορικούς συλλογισμούς, τα ενθυμήματα, και τα παραδείγματα. Καθώς, όμως, τα περισσότερα ενθυμήματα στηρίζονται σε ειδικούς τόπους, δηλαδή σε προκείμενες προτάσεις που προσιδιάζουν σε έναν συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, ο φιλόσοφος θεώρησε στο σημείο αυτό αναγκαίο να καθορίσει τα είδη της ρητορικής, ώστε να είναι σε θέση ο ρήτορας να χρησιμοποιεί τους κατάλληλους κάθε φορά τόπους .
 
Τρία είδη ρητορικής υπάρχουν· γιατί τόσων ειδών είναι και οι ακροατές των λόγων. Τρία είναι τα συστατικά στοιχεία ενός λόγου: ο ομιλητής, [1358b] το θέμα για το οποίο μιλάει και, τέλος, αυτός στον οποίο απευθύνεται· αυτός, δηλαδή ο ακροατής, είναι και ο τελικός στόχος του λόγου. Ο ακροατής δεν μπορεί παρά να είναι ή ένας απλός θεατής ή κριτής, κριτής μάλιστα είτε πραγμάτων που έχουν γίνει είτε πραγμάτων που πρόκειται να γίνουν. Για πράγματα που πρόκειται να γίνουν κρίνει π.χ. το μέλος της εκκλησίας του δήμου· γι’ αυτά που έχουν ήδη γίνει κρίνει π.χ. ο δικαστής· ο απλός θεατής κρίνει τη δεινότητα του ρήτορα. Υποχρεωτικά, επομένως, τα είδη των ρητορικών λόγων είναι τρία: ο συμβουλευτικός, ο δικανικός και ο επιδεικτικός.
 
Η συμβουλή είναι ή προτροπή ή αποτροπή· το ένα από αυτά τα δύο δεν κάνουν, πράγματι, πάντοτε και αυτοί που συμβουλεύουν σε ιδιωτικό επίπεδο και αυτοί που μιλούν δημόσια στον λαό; Στη δίκη έχουμε ή κατηγορία ή απολογία· πραγματικά, οι διάδικοι παίζουν υποχρεωτικά ή τον έναν ή τον άλλον από τους δύο αυτούς ρόλους. Στον επιδεικτικό, τέλος, λόγο έχουμε ή έπαινο ή ψόγο.
 
Ο καθένας τους έχει και τον δικό του χρόνο: ο συμβουλευτικός ρήτορας τον μέλλοντα (γιατί, είτε προτρέπει είτε αποτρέπει, δίνει συμβουλές για πράγματα που πρόκειται να συμβούν), ο δικανικός ρήτορας τον παρελθοντικό χρόνο (γιατί, είτε κατηγορεί είτε απολογείται, ο λόγος του είναι για πράγματα που έχουν ήδη γίνει), ο επιδεικτικός ρήτορας κατά κύριο λόγο τον ενεστώτα (γιατί ο έπαινος ή ο ψόγος όλων τους αναφέρεται σε σύγχρονα γεγονότα), δεν είναι όμως λίγοι και αυτοί που χρησιμοποιούν επίσης τον παρελθοντικό χρόνο ―όταν υπενθυμίζουν πράγματα που έγιναν― ή τον μέλλοντα ― όταν προδιαγράφουν πράγματα που πρόκειται να γίνουν.
 
Το καθένα από τα είδη αυτά έχει και έναν ιδιαίτερο τελικό στόχο, και καθώς τα είδη είναι τρία, τρεις είναι και οι τελικοί στόχοι. Στόχος του συμβουλευτικού ρήτορα είναι το ωφέλιμο και το βλαβερό (γιατί όποιος προτρέπει, συστήνει αυτό που συστήνει με την ιδέα ότι είναι καλύτερο, και όταν αποτρέπει, αποτρέπει από κάτι που κατά τη γνώμη του είναι χειρότερο)· τους άλλους στόχους τους χρησιμοποιεί συμπληρωματικά: το δίκαιο ή το άδικο, το όμορφο ή το άσχημο. Των δικανικών ρητόρων ο στόχος είναι το δίκαιο και το άδικο, και αυτοί όμως δίπλα σ’ αυτόν χρησιμοποιούν συμπληρωματικά και τους άλλους στόχους. Αυτοί, τέλος, που επαινούν ή ψέγουν έχουν για στόχο τους το όμορφο και το άσχημο, και αυτοί όμως συσχετίζουν αυτόν τον στόχο και με τους άλλους στόχους.
 
Η απόδειξη ότι ο στόχος του καθενός είναι αυτός που είπαμε είναι ότι μερικές φορές ούτε που νοιάζεται ο ρήτορας να συζητήσει τα άλλα αυτά σημεία. Επί παραδείγματι ο δικανικός ρήτορας μπορεί να μην αμφισβητήσει καθόλου ότι η πράξη έγινε ή ότι προκάλεσε ζημία, δεν πρόκειται όμως ποτέ να παραδεχτεί ενοχή για άδικη πράξη· αν το έκανε, δεν θα χρειαζόταν καν να γίνει δίκη. Το ίδιο και οι συμβουλευτικοί ρήτορες: για όλα τα άλλα μπορεί συχνά και να αδιαφορούν, ότι όμως δεν συμβουλεύουν χρήσιμα πράγματα ή ότι αποτρέπουν από χρήσιμα πράγματα, αυτό δεν θα το δέχονταν ποτέ· συχνά δεν νοιάζονται καθόλου να αποδείξουν ότι είναι άδικο να υποδουλώνεις γειτονικούς λαούς και αυτούς που δεν σου έχουν κάνει κανένα κακό. Παρόμοια και αυτοί που επαινούν ή ψέγουν δεν εξετάζουν καθόλου αν η πράξη του τάδε ήταν ωφέλιμη γι’ αυτόν ή βλαβερή· [1359a] ίσα ίσα πολλές φορές θεωρούν άξιο επαίνου το ότι, αδιαφορώντας για το προσωπικό του συμφέρον, έκανε κάτι που ήταν όμορφο· επαινούν π.χ. τον Αχιλλέα που πρόστρεξε στον φίλο του τον Πάτροκλο, μολονότι ήξερε ότι ήταν μοιραίο τότε γι’ αυτόν να πεθάνει, ενώ μπορούσε να μείνει ζωντανός: για τον Αχιλλέα ο θάνατος αυτού του είδους ήταν πιο ωραίος· το συμφέρον του, βέβαια, ήταν να μείνει στη ζωή.
 
Από αυτά που είπαμε έγινε φανερό ότι ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει, πρώτα πρώτα, έτοιμες τις προκείμενες προτάσεις του πάνω στα τρία αυτά σημεία. Τα τεκμήρια, τα πιθανά και οι ενδείξεις είναι οι προκείμενες προτάσεις του ρήτορα. Γενικά ο συλλογισμός βασίζεται σε προκείμενες προτάσεις, και το ενθύμημα είναι ένας συλλογισμός που τον αποτελούν προκείμενες σαν αυτές που είπαμε.
 
Με δεδομένο τώρα ότι δεν μπορεί ούτε να έχουν γίνει στο παρελθόν ούτε να γίνουν στο μέλλον τα αδύνατα πράγματα αλλά μόνο τα δυνατά· με δεδομένο επίσης ότι αυτά που δεν έγιναν ή δεν πρόκειται να γίνουν δεν είναι δυνατό τα πρώτα να έχουν γίνει στο παρελθόν και τα δεύτερα να γίνουν στο μέλλον, υποχρεωτικά και ο συμβουλευτικός και ο δικανικός και ο επιδεικτικός ρήτορας πρέπει να έχουν έτοιμες προκείμενες προτάσεις σχετικές με το δυνατό και το αδύνατο: το πράγμα μπορεί να έγινε ή δεν μπορεί να έγινε; μπορεί να γίνει ή δεν μπορεί να γίνει; Επίσης: Δεδομένου ότι όλοι οι ρήτορες, είτε επαινούν είτε ψέγουν, είτε προτρέπουν είτε αποτρέπουν, είτε κατηγορούν είτε απολογούνται, όχι μόνο προσπαθούν να αποδείξουν αυτά που είπαμε, αλλά και ότι το καλό ή το κακό, το όμορφο ή το άσχημο, το δίκαιο ή το άδικο είναι μεγάλο ή μικρό ―είτε αντιμετωπίζοντας τα πράγματα καθεαυτά είτε συγκρίνοντάς τα μεταξύ τους―, είναι φανερό ότι θα πρέπει να έχουν προκείμενες προτάσεις και για το μέγεθος ή τη μικρότητα, για το μεγαλύτερο ή το μικρότερο ― φυσικά, και από τη γενική άποψη αλλά και για την κάθε επιμέρους περίπτωση· π.χ. ποιο καλό, ποια άδικη ή ποια δίκαιη πράξη είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη ― το ίδιο και για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.
 
Είπαμε λοιπόν ό,τι είχαμε να πούμε για τα θέματα για τα οποία ο ρήτορας είναι ανάγκη να έχει έτοιμες προκείμενες προτάσεις. Στη συνέχεια πρέπει να μιλήσουμε ξεχωριστά για το καθένα είδος ρητορικού λόγου· με τι δηλαδή ασχολούνται οι συμβουλευτικοί λόγοι, με τι οι επιδεικτικοί και, τρίτον, με τι οι λόγοι των δικαστηρίων.

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (1114-1135)

ΚΑ. ἒ ἔ, παπαῖ παπαῖ, τί τόδε φαίνεται; [στρ. ε]
1115 ἦ δίκτυόν τί γ᾽ Ἅιδου.
ἀλλ᾽ ἄρκυς ἡ ξύνευνος, ἡ ξυναιτία
φόνου. στάσις δ᾽ ἀκόρετος γένει
κατολολυξάτω θύματος λευσίμου.
ΧΟ. ποίαν Ἐρινὺν τήνδε δώμασιν κέλῃ
1120 ἐπορθιάζειν; οὔ με φαιδρύνει λόγος.
ἐπὶ δὲ καρδίαν ἔδραμε κροκοβαφὴς
σταγών, ἅτε καὶ δορὶ πτωσίμοις
ξυνανύτει βίου δύντος αὐγαῖς.
ταχεῖα δ᾽ ἄτα πέλει.

ΚΑ. ἆ ἆ, ἰδοὺ ἰδού· ἄπεχε τῆς βοὸς [ἀντ. ε] 1125
τὸν ταῦρον· ἐν πέπλοισιν
μελαγκέρῳ λαβοῦσα μηχανήματι
τύπτει· πίτνει δ᾽ ‹ἐν› ἐνύδρῳ τεύχει.
δολοφόνου λέβητος τύχαν σοι λέγω.
1130 ΧΟ. οὐ κομπάσαιμ᾽ ἂν θεσφάτων γνώμων ἄκρος
εἶναι, κακῷ δέ τῳ προσεικάζω τάδε.
ἀπὸ δὲ θεσφάτων τίς ἀγαθὰ φάτις
βροτοῖς τέλλεται; κακῶν γὰρ διαὶ
πολυεπεῖς τέχναι θεσπιῳδοὶ
1135 φόβον φέρουσιν μαθεῖν.

***
ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Ωή, πωπώ, πωπώ! τί ᾽ναι που φαίνεται;
δεν είναι δίχτυ του Άδη;
μα δίχτυ ᾽ναι η γυναίκα του, η φόνισσά του·
κι η κατάρα η αχόρταγη του γένους
ας κλάψει του φριχτού το θρήνο φονικού.
ΧΟΡΟΣ
Ποιά τούτ᾽ η Ερινύα που προσκαλείς να υψώσει
1120 θρήνο στο σπίτι; δε μ᾽ ευφραίνει αυτός σου ο λόγος
και κίτρινο αναρρόησε το αίμα μου στην καρδιά
καθώς από θανάσιμη πληγή
στις ύστερες στιγμές του βίου που σβήνει
και ταχιά φτάνει η σκοτεινιά.

ΚΑΣΣΑΝΤΡΑ
Α, α, ιδού, ιδού, κράτα μακριά
τον ταύρο από την αγελάδα·
με δόλο μες στα βρόχια της τον πιάνει,
βαράει του μαύρου μια και πέφτει
μες στη λεκάνη του νερού.
Για τα λεβέτια του λουτρού σου λέω τα φονικά.
ΧΟΡΟΣ
1130 Δε θα το καυχηθώ πως νιώθω τους χρησμούς σου,
με κάτι όμως κακό μου φαίνεται πως μοιάζουν.
Και πότε απ᾽ τους χρησμούς βγήκε για τους θνητούς
καμιά χαρά; — μες από συμφορές
των μάντηδων οι περισσόλογες οι τέχνες
το φόβον έρχουνται να φέρουν.

Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις

Πόσες λέξεις ξέρει ένας άνθρωπος; ρωτά ρητορικά η νεαρή κοπέλα τη μητέρα της.

Πόσες χρησιμοποιεί στο καθημερινό του λεξιλόγιο;

Εκατό, διακόσιες, τριακόσιες;

Τυλίγουμε τα αισθήματά μας σε λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε με λέξεις τη χαρά, τη λύπη και κάθε μας συγκίνηση, δηλαδή όλα όσα στην πραγματικότητα μένουν ανέκφραστα.

Ο Ρωμαίος είπε όμορφα λόγια στην Ιουλιέτα, λέξεις ζωντανές, εκφραστικές, που σίγουρα όμως δεν έλεγαν ούτε τα μισά από όσα έκαναν την καρδιά του να χτυπά δυνατά, του έκοβαν την ανάσα κι έκαναν την Ιουλιέτα να ξεχνά τα πάντα, πέρα από την αγάπη της.

Υπάρχει κι άλλο είδος γλώσσας, κι άλλη μορφή επικοινωνίας με τα αισθήματα και τις εικόνες.

Μ' αυτή την επικοινωνία οι άνθρωποι παύουν να είναι χωρισμένοι ο ένας από τον άλλον, οι φραγμοί καταργούνται.

Θέληση, συναίσθημα και συγκίνηση μετακινούν τα εμπόδια ανάμεσα στους ανθρώπους, που στέκονται από τις δύο όψεις ενός καθρέφτη, από τις δύο πλευρές μιας πόρτας.

Δημήτρης Λιαντίνης: Η Κυκλώπεια

per la spietata e perfida noverca.

Είναι και η ιστορία του Κύκλωπα μια γραμμική γραφή στις πινακίδες της Πύλου. Αν είναι για να την αποκρυπτογραφήσεις, θα αναγκαστείς να βουτήξεις σε βαθιά νερά. Πιο βαθιά απ' ό,τι βούτηξες στην ιστορία της Κίρκης. Εδώ το φροντιστήριο χρειάζεται νά 'ναι διεπιστημονικό. Interdisciplinares Seminar, που λένε.

Πρέπει η αρμάδα σου νά 'ναι λαμπρή και τρικάταρτη. Για την επιχείρηση δε δικάνε οι στρατιώτες μόνο και οι λοχαγοί. Τέτοιος πόλεμος είναι πολυ σπουδαία υπόθεση, παρά ώστε να τον εμπιστευθούμε στους στρατηγούς, που έλεγε ένας συνετός πολιτικός.

Και κύρια δεν πρέπει να μας ξεφύγει το ασήμαντο. Γιατί τότε αλλίμονο στη χώρα. Το ελάχιστο θα σώσει το πλείστο. Σύμφωνα και με το παλιό υποβλητικό σχήμα του πολύπειρου γυρολόγου:
Για το καρφί εχάθηκε το πέταλο· για το πέταλο εχάθηκε το άλογο· για το άλογο εχάθηκε ο ιππέας· για τον ιππέα εχάθηκε η μάχη· για τη μάχη εχάθηκε ο πόλεμος· για τον πόλεμο εχάθηκε η αυτοκρατορία.

Ν' αρχίσουμε, λοιπόν μέτρια, ταπεινά και δίκαια. Με τάξη και κλιτότητα, που λέει ο Ερωτόκριτος.

Εκαθότανε μια φορά κοντά στα βούρλα, δίπλα σε μια πηγή, η Μέριμνα. Cura τηνε γράφει ο λατίνος μυθοποιός. Κι εμείς οι νεοέλληνες, ή ελληνοεβραίοι αλλιώς, τηνε λέμε Φροντίδα, ή Έγνοια.

Η Μέριμνα εσύμπαιζε στα δάχτυλα της τον πηλό.
Και με το χάζι και το παίζοντας έπλασε ένα αγαλματάκι. Εστέκοταν και το θωρούσε.
Περνάει τότε από μπροστά της ο Δίας, ο Jupiter. Και τηνε βλέπει με το παιχνίδι της.

-Καλώς τα πολεμάς, βασιλαρχόντισσα, τη χαιρετάει.
-Καλό νά 'χεις, κι η αφεντιά σου, τον αντιχαιρετάει.
-Και σαν τι τάχατες καμώματα σκαρώνεις αυτού δα;
-Να! του λέει η Μέριμνα. Επιάστηκα να κάμω ένα πλασματάκι. Αλλά το καημενούλι μου είναι ξερό και άλαλο. Εσύ, πού 'σαι ο άρχος κι ο ταγός σε ούλα, κάμε να το φυσήξεις. Να ψυχωθεί και να μιλήσει. Για να σε προσκυνάει ύστερα.
-Μετά χαράς, αρχοντοπούλα μου, της απαντάει ο Δίας. Πιάνει, φυσάει τη λάσπη. Κι αμέσως το πλάσμα εζωντάνεψε. Καθόντανε κι οι δύο, και χαίρουνταν το έργο τους.
-Και πώς να το βαφτίσουμε; ρωτά η Μέριμνα. Λέω να του δώσω τ' όνομα μου. Εγώ δεν τό 'πλασα;
-Όχι, και να σου λείπει η χάρη! της κραίνει ο Δίας. Το δικό μου τ' όνομα θα δώσουμε. Γιατί εγώ του φύσηξα ζωή.

Έτσι, επιάστηκαν οι δύο θεοί, και τράβαγαν, ο ένας από δω ο άλλος από κει. Δεν έβρισκαν την άκρη. Τότε σηκώνεται από τα χώματα η Γη, η Humus, και με το στόμα του Κρόνου, του Saturnus, δικάζει, και δίνει τη λύση.

-Ούτε το δικό σου, ούτε το δικό σου. Το δικό μου όνομα θα λάβει, εδίκασε. Εσύ, Μέριμνα, που τό 'πλασες, θα το δυναστεύεις και θα το κατέχεις σε όλη του τη ζωή. Εσύ, Δία, που τού 'δωκες ζωή και γνώση, θα το οδηγάς και θα πλουταίνεις το μυαλό του. Για να σε δοξολογά, και να σε σέβεται. Κι όταν θα πεθαίνει, η πνοή του θα γυρίζει σε σένα. Το όνομα όμως θα το λάβει από μένα. Γιατί από δικά μου στοιχεία συντελέστηκε. Έξ ών συνετέθη. Έτσι θα λένε. Και σαν στερέψει ο χρόνος που του ορίστηκε, πάλι σε μένα θα ξαναγυρίζει. Και εις γήν άπελενσει.

Έτσι θα λένε. Από μένα λοιπόν, τη Humus, θα το φωνάξουμε homo. Που πάει να ειπεί άνθρωπος.

Από τις τρεις κατανομές του μύθου εμείς θα κρατήσουμε την πρώτη. Γιατί αυτή έχει το μάμαλο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με τις κατανομές των βουλευτικών εκλογών.

(Οι υπουργοί κι οι βουλευτάδες που μας κυβερνούν όλη τους τη φαιά ουσία τη σπαταλάνε στον εκλογικό νόμο. Αυτοί, μάτια μου, δεν είναι για να νοιαστούν τον τόπο. Αυτοί είναι μάγεροι μόνο. Και αρχιμάγεροι και αρχιτρίκλινοι. Το μόνο που τους πονάει είναι ο εκλογικός νόμος, οι τρεις κατανομές, το βουλευτιλίκι τους. Το σαμάρι του γάιδαρου, δηλαδή, με το στρώμα, τη μπροστελίνα, τα κολιτσάκια, τις σαμαροπαΐδες του. Ο γάιδαρος ας ψοφήσει. Η δική τους Μέριμνα δε φτάνει μακρύτερα από την κοιλιά και τα σκέλια τους).

Το ότι όρισε, λοιπόν, η φύση τη ζωή μας να την κατέχει η μέριμνα είναι εύκολο να το καταλάβουμε. Αρκεί να ρίξουμε ένα βλέμμα στους σκοπούς και τους στόχους που θέτει ο καθένας μας. Από τη στιγμή που θα νοήσει ως τη στιγμή που θα τα κλείσει, περνά τη ζωή του μέσα σε στόχους.

Κάθε φορά που θα πετύχουμε το στόχο που έχουμε, αμέσως έχει εμφανισθεί στον ορίζοντα καινούργιος. Η ζωή μας είναι μια παραπομπή σε συνεχώς εμφανιζόμενους στόχους, κατά το ακόλουθο σχήμα.Πρώτο επίπεδο. Να τελειώσω το Λύκειο· να πετύχω στις πανελλήνιες· να λάβω το πτυχίο· να βρω δουλειά· να παντρευτώ· να γεννήσω ένα ή δύο παιδιά· να χτίσω σπίτι· ν' αγοράσω αυτοκίνητο· να κάνω διακοπές στη Σιθωνία.
  • Δεύτερο επίπεδο. Να χτίσω και εξοχικό· να βελτιώσω τους τροχούς μου από τη Φάου-Βε στη Μπι-Εμ-Τάμπλιγιου· να κάνω διακοπές στην Καζαμπλάνκα· να γραφτώ και στους μασόνους.
  • Τρίτο επίπεδο. Ν' αποχτήσω κοινωνική επιφάνεια· να δημοσιογραφήσω στον κίτρινο τύπο· να ιδούν ο κόσμος τη μουσούδα μου και στο τελεβίζιο, να θαγμάξουν· να διασκεδάσω στο καμπαρέ του Παρισιού «Λατινικός Παράδεισος».
  • Τέταρτο επίπεδο. Εδώ οι γεύσεις είναι ντελικάτες, οι επιδόσεις ανώτερες, και η τεχνολογία προηγμένη. Να διχτυωθώ σε διασυνδέσεις διεθνείς· να γίνω μέλος της Ακαδημίας των αθάνατων κρανίων, της ζωντανής κοκαλίστρας αλλιώς· νά 'χω οδηγό στη λιμουζίνα μου· νά 'χω και τη φρουρά μου από γορίλλες και χωροφυλάκους· να δοκιμάσω και τη λεγόμενη «δημιουργική μοιχεία», μέσω ειδικών πολυτελών γραφείων. Τον περίφημο Schopferischen Ehebruch, που λένε οι γερμανοί.

Μ' ένα λόγο, οι συνεχώς εμφανιζόμενοι νέοι στόχοι κάνουν τη ζωή μας κάπως όμοια με την Ανάβαση των Μυρίων από τις Σάρδεις στα Κούναξα, και από τα Κούναξα στο «θάλαττα-θάλαττα» του Ξενοφώντα. Κάθε στόχος στην πορεία μας είναι κι ένας σταθμός. Και η απόσταση ανάμεσα στους σταθμούς μετριέται με παρασάγγες. Τριάντα στάδια ο καθένας. Ήγουν χιλιόμετρα πέντε κόμμα τέσσερα.
 
Έρχεται, λοιπόν, μια ωραία πρωία στις δυσμές του βίου μας, κι έχουμε θέσει ακόμη ένα σκοπό. Όμως ο σκοπός αυτός βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Γκρεμιζόμαστε απότομα μέσα στον άπατο χάνδακα του θανάτου μας, κι έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας αντίκρα. Τι τύφλωση! Πεθαίνουμε, δηλαδή, χωρίς να καταλάβουμε ότι πεθάναμε. Όπως ακριβώς εζήσαμε, χωρίς να υπάρξουμε. (Ζει το ζώο, υπάρχει ο άνθρωπος).

Μ' ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα, ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο. Και αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε ο Κρόνος στη Μέριμνα:

«Κι εσύ, Μέριμνα, θα τον κατέχεις και θα τον δυναστεύεις όσο ζει».

Αλλά εδώ ακριβώς είναι το στίγμα και η στιγμή, που εμφανίζεται το σύμπτωμα του υποστασιακού μας καρκίνου. Κοιτάζει ο στοχαστής γιατρός την ακτινογραφία του πνευματικού μας θώρακα, και με μια μελαγχολική ηρεμία ψιθυρίζει σιγά:

- Μωρέ μπράβο σου! Που το 'κονόμησες ετούτο το παράσημο; Κι είσαι μόλις δεκαοχτώ χρονώ!

Η παραβολή σημαίνει: Απορροφημένοι από τους στόχους και τη μέριμνα να τους πετύχουμε, λησμονούμε πως η ζωή μας είναι και κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο από μια κίνηση μπίλιας σε λεία επιφάνεια. Και μη νομίζεις ότι, αν πας στην Επίδαυρο να ιδείς Αισχύλο, ή αν ακούς τα βράδυα μουσική δωματίου, κυλάς έξω από αυτή τη λεία επιφάνεια.

Η μέριμνα δε μας αφήνει να σκεφθούμε πάνω σε κάποια ερωτήματα ουσίας και βάσης: Ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, για πού τραβάμε; Γιατί πεθαίνουμε; Τι θα γίνουμε όταν πεθάνουμε; Ποιος όρισε τέτοια τη φύση και τη μοίρα της ζωή μας; Και τι λογής είναι αυτός που την όρισε τέτοια; Γιατί υπάρχει το φυσικό κακό και το ηθικό κακό; To malum physicum και το malum morale, που λένε; Πώς ημπορούμε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά τον άνθρωπο με βάση τη γνώση, και όχι με βάση την ψευτιά και το δόλο των παπάδων; Μήπως η ζωή μας γίνεται να γίνει αλλιώτικη; Και τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε αυτό το έργο της ανάγκης;

Αυτά τα βαθύτερα προβλήματα τα βλέπουμε όλοι και τα βρίσκουμε απλά. Όπως βλέπουμε συνηθισμένη την κορυφή του Έβερεστ με μάτι τόσο αυτονόητο. Για δοκίμασε όμως, παλικαρά μου, να την ανεβείς!

Και αυτό είναι το κακό. Η δυσκολία τους μας σπρώχνει να τα προσπερνάμε. Ή να τα λύνουμε με μια μονοκοντυλιά. Εννοώ ότι υιοθετούμε αμέσως και αβασάνιστα τις ακαταμέτρητα γελοίες παραστάσεις που φυτεύουν μέσα μας οι θρησκείες. Και ο δόλος τους βέβαια.

Συμπέρασμα. Η αδιάκοπη μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους που θέτουμε, σκεπάζει τη ζωή μας έτσι, ώστε όλα τα βαθύτερα της να βυθίζουνται στο σκότος. Μπαίνουμε σ' ένα είδος οντολογικής ομίχλης, που κρύβει το τοπίο της ύπαρξης μας. Και να ζεις μες στη λήθη σημαίνει ότι δε ζεις στην αλήθεια.

Τι είναι η αλήθεια; Είναι εκείνο που βλέπεις και ζεις, όταν αναδυθείς από τη λήθη. Το α- είναι στερητικό. Η αλήθεια είναι το έξω από τη λήθη, που μέσα της μας βυθίζει συνέχεια η μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους μας.

Ζώντας μέσα στην οντολογική λήθη ζούμε σαν πεθαμένοι. Τούτη τη ζοφερή πραγματικότητα οι ποιητές την ιστόρησαν ανάγλυφα και ζαλιστικά. Θυμηθείτε τον Έλιοτ της Έρημης Χώρας. Κάθεται σ' ένα γιοφύρι του Τάμεση, παρατηρεί όλους αυτούς που τρέχουν στη δουλειά τους με τη φροντίδα της, και βλέπει νεκρούς να περπατάνε. Για την Αθήνα μας, λ.χ., με το ανάλογο μάτι θά 'βλεπες στην οδό Πανεπιστημίου μέρα νύχτα στρατιές από κυλιόμενα φέρετρα.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής,
Χύνοννταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί,
Δεν τό 'χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.

Είναι γνωστό ότι ο Έλιοτ αυτή την εικόνα των νεκρών στο γιοφύρι της Λόντρας τη δανείστηκε από το Δάντη. Ο μεγάλος φλωρεντινός φτάνει σε μια κοιλάδα στην Κόλαση, και βλέπει τόσες σκιές πεθαμένων, που παγώνει το αίμα του. Το στόμα του γίνεται παπούτσι με γλώσσα. Όταν τον συνεφέρνει ο Βιργίλιος, καταφέρνει να αρθρώσει: πόσοι νεκροί, θεέ μου! δεν είχα σκεφτεί ότι ο θάνατος έχει ξεκάνει τόσους πολλούς.

Πάνω σ' αυτή την άλλη όψη της πραγματικότητας δεν έχουμε εικόνα. Γιατί η μελέτη της ιστορίας κακόμαθε τη σκέψη μας να σταματάει σε πρόσωπα που μετριούνται.

Λέμε, για παράδειγμα, Κάννες ίσον ο ανόητος ύπατος Τερέντιος Ουάρρων. Στάλινγκραντ ίσον ο τραγικός στρατάρχης φον Πάουλους και ο Γκαίρινγκ που τον πήρε στο λαιμό του. Για προσπάθησε όμως να ιδείς έναν-έναν τους πενήντα χιλιάδες ρωμαίους λεγεωνάριους και ιππείς που έπεσαν στις Κάννες, ή τους ενενήντα χιλιάδες στρατιώτες που πάγωσαν στο Στάλινγκραντ; Και που ο καθένας τους σαν ύπαρξη βαραίνει όσο ο Ουάρρων και ο φον Πάουλους!

Και κατά προέκταση, για προσπάθησε να αντικρύσεις όλους τους ανθρώπους της γης που έχουν πεθάνει από την εποχή των τελευταίων παγετώνων μέχρι σήμερα; Και βέβαια που θα παγώσει το αίμα σου, σαν του Δάντη.

Όταν, λοιπόν, κάτω από την πίεση της μέριμνας ζούμε σ' αυτή την οντολογική λήθη, είμαστε στην ουσία πεθαμένοι και ανύπαρκτοι. Όπως ουσιαστικά είμαστε ανύπαρκτοι ο κάθε έλληνας για τους κατοίκους της Γουατεμάλας.

Και για να το ειπώ αντίστροφα. Σε ρωτώ, αναγνώστη μου, ποιόνε ξεύρεις από τα είκοσι εκατομμύρια της Πόλης του Μεξικού; Ποιόνε ξεύρεις από τη χώρα του Πακιστάν με τα εκατόν δέκα εκατομμύρια της; Κανέναν.

Έξω από τις πέντε δέκα εκατοντάδες ανθρώπους που γνωρίζουμε και μας γνωρίζουν, ο καθένας από μας για τους άλλους κι ο καθένας από τους άλλους για μας είναι ο κανένας. Και ταχιά θα λείψουν κι αυτές οι πέντε δέκα εκατοντάδες. Λίγο ακόμη και θα τα ξεχάσεις όλα. Λίγο ακόμη και θα σε ξεχάσουν όλα, που έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος.
------------------
*Λαβαίνω όχι τον ευκλείδειο ορισμό της αλήθειας, "Veritas est adaequatio rei et intellectus = αλήθεια είναι η εξίσωση του πράγματος και του διανοήματος", αλλά τον σχετικιστικό ορισμό, που τον δούλεψε κυρίως η Φιλοσοφία της Ύπαρξης. Η αλήθεια, δηλαδή, είναι έννοια «δυναμική». Είναι χρεία να τη δημιουργούμε συνεχώς, να την ανεβάζουμε από την αφάνεια (λήθη) στο φως (αλήθεια). Η διαλεκτική σχέση μας μαζί της είναι δραματική και ατελεύτητη.

**Έλιοτ Θ.Σ., Η Έρημη Χώρα στ. 63

Δημήτρης Λιαντίνης - "Γκέμμα", "Η Κυκλώπεια".

Η ελευθερία είναι γραμμένη στο DNA μας

«Ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος». Ζαν-Πολ Σαρτρ

Είδα ένα πολύ έντονο όνειρο χθες. Βρισκόμουν πάνω σ’ ένα εμπορικό πλοίο που διέσχιζε τον Ατλαντικό. Κάποια στιγμή είπα σε κάποιον άλλο επιβάτη ότι θα ήθελα να βουτήξω στη θάλασσα.

«Δεν γίνεται», μου είπε αυτός, «δεν μπορείς να το κάνεις, είμαστε στη μέση του ωκεανού.»

Δεν του απάντησα. Μόνο ανέβηκα στην κουπαστή και έπεσα.

Ήταν πολύ τρομακτικό. Καθώς έπεφτα τα πάντα σκοτείνιαζαν. Κι όταν βρέθηκα στο νερό ένοιωσα τα χιλιόμετρα βάθους που υπήρχαν από κάτω μου.

Σαν να μπήκα στο google earth είδα τον εαυτό μου από πολύ ψηλά, μια κουκίδα που κολυμπούσε στην καρδιά του σκότους.

Υπήρχαν τεράστια κύματα και κατάλαβα ότι το καράβι δεν μπορούσε να στρίψει τόσο εύκολα για να με περισυλλέξει.

Τρόμος, έτσι όπως το γράφει ο Κόνραντ στη Καρδιά του Σκότους και το προφέρει ο Μάρλον Μπράντο στο Αποκάλυψη, Τώρα! (the horror)

Έπειτα είδα να βρίσκομαι σ’ ένα νησί και να χαμογελώ που κατάφερα να επιζήσω απ’ αυτό, που τόλμησα να το ζήσω αυτό, τη Βουτιά.

Συνηθίζεται πολύ τα τελευταία χρόνια να γίνονται αναφορές στην ανελευθερία του ανθρώπου. Πως είμαστε εκ γενετής παγιδευμένοι στις καταστάσεις κι ότι ουσιαστικά τίποτα δεν αποφασίζουμε ελεύθερα.

Όνομα, θρησκεία, γλώσσα-έθνος, οικονομικο-κοινωνική κατάσταση, ακόμα και ο χαρακτήρας, η ζωή μας, όλα είναι προαποφασισμένα για μας. Κι ότι εμείς απλώς εκτελούμε το «πρόγραμμα» που μας φόρτωσαν.

Όμως ο άνθρωπος είναι το μόνο πραγματικά ελεύθερο ον, γιατί η ελευθερία βούλησης είναι απόρροια του γενετικού μας κώδικα, του χαοτικού εγκεφάλου μας και της επίγνωσης της ύπαρξης.

Γεννιόμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι.

Οι Γουότσον και Κρικ ανακάλυψαν το 1953 τη χημική δομή του DNA. Κάθε έμβιο, μαζί και ο άνθρωπος, μπορούσε να αναλυθεί σε μερικά αμινοξέα και μερικούς ασθενείς δεσμούς υδρογόνου.

Τέσσερα «γράμματα», A T C G, μπορούσαν να περιγράψουν τα πάντα για τη ζωή -και την ανθρώπινη φύση. Ήταν τόσο απλό.

Το 1990 ξεκίνησε το Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος, προκειμένου να αποκρυπτογραφηθεί πλήρως η γενετική πληροφορία του είδους μας, του Homo Sapiens Sapiens.

Μόλις το ολοκληρώναμε θα είχαμε τη λύση για κάθε πρόβλημα κι ασθένεια. Ήταν τόσο απλό.

Αλλά δεν ήταν. Το πρώτο εύρημα του Προγράμματος που προκάλεσε έκπληξη (αν όχι τρόμο) ήταν το συγκλονιστικό μέγεθος του γονιδιώματος μας.

Χρειαζόμαστε μόνο 90 εκατομμύρια ζευγάρια βάσεων του DNA για να κωδικοποιηθούν οι 100.000 διαφορετικές πρωτεΐνες του ανθρώπινου σώματος. Αυτά θα αρκούσαν για να δημιουργηθεί ένας βιώσιμος άνθρωπος.

Όμως στην πραγματικότητα έχουμε περισσότερα από 3 δισεκατομμύρια ζευγάρια βάσεων. Που μοιάζει να είναι άχρηστο.

Περισσότερο από το 95% του ανθρώπινου DNA αποτελείται από αυτό που οι επιστήμονες αποκαλούν εσόνια (ή ιντρόνια), τα οποία είναι εκτενή τμήματα επαναλαμβανόμενων αλληλουχιών που δεν κωδικοποιούν καμία πρωτεΐνη.

Όπως το Σύμπαν φαίνεται να αποτελείται κυρίως από Σκοτεινή Ύλη, έτσι κι ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος κυρίως από Άχρηστο Υλικό.

Όμως χωρίς τη Σκοτεινή Ύλη δεν θα μπορούσε να υπάρχει Σύμπαν, χωρίς το Άχρηστο Υλικό δεν θα ήμασταν άνθρωποι.

Το 95% της (υποτιθέμενης) πλεονάζουσας πληροφορίας που υπάρχει στα κύτταρα μας είναι εκείνη που κάνει τον καθένα από μας εξαιρετικά διαφορετικό.

Οι δυνατότητες που δίνει αυτό το 95% όταν ενεργοποιηθούν, συχνά τυχαία, κάνουν διαφορετικούς τους ομοζυγωτούς δίδυμους, διαφοροποιούν κάθε άτομο, μπορούν να οδηγήσουν και σε μετάλλαξη του είδους.

Τελικά το DNA μας δεν είναι σαν ένα εγχειρίδιο χρήσης 9 σελίδων, αλλά πιο πολύ σαν ένα μεταμοντέρνο λογοτεχνικό μυθιστόρημα κολοσσιαίων διαστάσεων, που κάθε αναγνώστης το αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο.

Θα έφτανε αυτό για να κατανοήσουμε την μοναδικότητα του ατόμου. Όμως το Δόγμα των Κρικ-Γουάτσον για το γονίδιο που δεν αλλάζει κατέρρευσε.

Όχι μόνο έχουμε «άχρηστες σελίδες» στο βιβλίο μας, αλλά αυτές μπορούν και ν’ αλλάξουν. Τα γονίδια υφίστανται διάσπαση και επανασύνδεση, επιδιόρθωση, μεθυλίωση, και ενίοτε μεταπηδούν σε άλλα χρωμοσώματα. Αυτά τα φαινόμενα αποκαλούνται επιγενετικά, και είναι σαν ο παρατηρητής να επηρεάζει το παρατηρούμενο, ν’ αλλάζουμε την πλοκή του «βιβλίου» μας.

Η ζωή έχει διαλεκτικό χαρακτήρα.

Τα κύτταρα μας, συνδιαλεγόμενα με το περιβάλλον μας, ανατροφοδοτούν το DNA μας, το διαφοροποιούν.

Το ανθρώπινο DNA εξαρτάται από τα… συμφραζόμενα. Το γονιδίωμα μας είναι όμοιο κατά 42% με ενός εντόμου και κατά 98,7% με ενός χιμπαντζή, αλλά εμείς είμαστε εντελώς διαφορετικοί (με κάποιες ομοιότητες) κι απ’ τα δύο.

Η ανθρώπινη φύση μας τροποποιείται διαρκώς απ’ τις συνθήκες και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος.

Ώσπου φτάσαμε να έχουμε έναν τεράστιο εγκέφαλο, ώσπου μπορέσαμε να αντιληφθούμε τη μοναδικότητα μας, κι εκεί ξεκίνησε να περιπλέκεται ακόμα περισσότερο η κατάσταση.

Το πιο περίπλοκο δημιούργημα στο γνωστό σύμπαν, ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αντιστοιχεί χοντρικά στον ίδιο αριθμό γονιδιών με εκείνο του ποντικού.

Η πολυπλοκότητα του εγκεφάλου δεν εξαρτάται από το μέγεθος του γονιδιώματος (κάποια είδη αμοιβάδας έχουν μεγαλύτερο γονιδίωμα απ’ το ανθρώπινο).

Τι καθορίζει τότε τον ανθρώπινο εγκέφαλο; Θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα, αλλά πιο σωστό είναι να πούμε: «Το Χάος».

Ο σπουδαίος Ιάπωνας γενετιστής Μοτόο Κίμουρα απέδειξε ότι η εξέλιξη είναι αλματώδης και τυχαία (χαοτική).

Το 2002 ο Μάικλ Έλογουιτς (Michael Elowitz) έδειξε ότι ο βιολογικός «θόρυβος» (επιστημονικό συνώνυμο του χάους) είναι εγγενής στη γονιδιακή έκφραση.

Ο νευροεπιστήμονας Φρεντ Γκέιτζ ανακάλυψε ότι υπάρχουν «άχρηστα γονίδια» σε ασυνήθιστα μεγάλη ποσότητα στους νευρώνες. Αυτά τα ενοχλητικά τμήματα DNA χώνονται στο 80% των εγκεφαλικών κυττάρων μας, τροποποιώντας το γενετικό τους πρόγραμμα.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του αυτές οι χαοτικές αλλαγές δημιουργούσαν έναν πληθυσμό από εντελώς μοναδικά μυαλά, αφού κάθε εγκέφαλος αντιδρούσε διαφορετικά κι απρόβλεπτα στις επιρροές του περιβάλλοντος και στα αντιμεταθετά στοιχεία του DNA.

Σύμφωνα με τον Γκέιτζ, όλη αυτή η εγκεφαλική αναρχία λειτουργεί προσαρμοστικά, καθώς επιτρέπει στα γονίδια μας να δημιουργούν απεριόριστη ποικιλία μυαλών.
 
Κι ακόμα αναφερόμαστε σε εγκεφάλους που δεν παίρνουν αποφάσεις που αλλάζουν τη ζωή τους.

Μέχρι κάποια ηλικία είμαστε το αποτέλεσμα της πολύπλοκης βιολογίας μας και της αλληλεπίδρασης της με τον περίπλοκο εξωτερικό κόσμο. Ένα νήπιο δεν μπορεί να επιλέξει θρησκεία ούτε όνομα. Αλλά δεν υπάρχουν ούτε δύο όμοια νήπια.

Όσο μεγαλώνουμε τόσο επιλέγουμε την ελευθερία μας ή τη σκλαβιά μας.

Μπορεί να έχεις γεννηθεί χριστιανός, να έχεις βαφτιστεί χριστιανός όταν ήσουν ενός έτους. Αλλά τίποτα δεν σε εμποδίζει να γίνεις βουδιστής, σατανιστής ή άθεος όταν μεγαλώσεις.

Ο κάθε άνθρωπος είναι ένα έργο σε εξέλιξη, όχι μια κατάσταση.

Κάθε μέρα μπορούμε να επιλέξουμε αν θα μείνουμε στο πλοίο ή αν θα βουτήξουμε στον ωκεανό. Κάθε μέρα παίρνουμε (μικρές;) αποφάσεις που αλλάζουν τη ζωή μας, την κοινωνία μας, την ιστορία.

Είμαστε καταδικασμένοι, εφόσον αποκτήσαμε επίγνωση, να αποφασίζουμε τι θα κάνουμε, πόσα τολμάμε να τολμήσουμε.

Όσο πιο δύσκολες βουτιές επιχειρούμε τόσο περισσότερα μπορούμε να κερδίσουμε -ή να χάσουμε.

Όμως αυτό είναι το μεγαλείο και η τραγωδία του ανθρώπου. Ότι η ελευθερία του είναι συνυφασμένη με την υπευθυνότητα.

Για να είσαι ελεύθερος πρέπει να είσαι έτοιμος να υποστείς τις συνέπειες των αποφάσεων σου.

Πόσα τολμάς να κάνεις;

Ντάνιελ Γκόλμαν: Αν αγαπάτε τα παιδιά σας, χαρίστε τους την προσοχή σας

Όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος, συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντάνιελ Γκόλμαν, στο βιβλίο του «Focus for Kids: Enhancing Concentration, Caring and Calm», το πιο σημαντικό πράγμα για ένα παιδί είναι να αισθάνεται ότι έχει την απόλυτη προσοχή των γονιών του. Κάθε βλέμμα, κάθε χαμόγελο, κάθε σχόλιο αποτελούν για εκείνο τη διαβεβαίωση ότι κάποιος νοιάζεται πραγματικά.

Ο ψυχολόγος Ντάνιελ Γκόλμαν ικετεύει τους γονείς: Αν αγαπάτε τα παιδιά σας, χαρίστε τους την προσοχή σας”
 
Σύμφωνα με τον ειδικό, τα παιδιά έχουν την ανάγκη να ξέρουν ότι υπάρχει κάποιος να τα προσέχει, να τα παρατηρεί, να τα φροντίζει, να νοιάζεται για όλα όσα νιώθουν και χρειάζονται. Πρόκειται για τη λεγόμενη «βάση ασφάλειας», όπως την έχει χαρακτηρίσει ο βρετανός παιδοψυχίατρος Τζον Μπόουλμπι, που αποτελεί την αφετηρία για να μπορέσει το παιδί να ανακαλύψει τον κόσμο: να μάθει, να τολμήσει, να δοκιμάσει.
 
Αυτή η βάση ασφάλειας αντιπροσωπεύει τη «φωλιά» του, το μέρος στο οποίο μπορεί να καταφύγει κάθε φορά που οτιδήποτε εκεί έξω το τρομάξει ή το ξεπεράσει.
 
Τα παιδιά που έχουν αυτή τη βάση ασφάλειας, που ξέρουν ότι υπάρχει κάποιος που τα φροντίζει και τα προστατεύει, είναι και τα πιο κατάλληλα προετοιμασμένα για τη διαδικασία της μάθησης όταν φτάνει η ώρα του σχολείου: μπορούν να δίνουν την απαιτούμενη προσοχή στο δάσκαλό τους, να ελέγχουν τις ορμές τους, να ρουφάνε κυριολεκτικά τις γνώσεις.
 
Όπως εξηγεί ο δρ. Γκόλμαν, ο εγκέφαλος ενός νηπίου μπορεί να επεξεργαστεί καλύτερα μια νέα πληροφορία όταν σε αυτή τη διαδικασία εμπλέκεται κι ένας ενήλικος, π.χ. θα μάθει πιο εύκολα ένα ζώο αν του πείτε εσείς: «Πες μου πώς λέγεται αυτό το ζωάκι», παρά αν το αφήσετε να το ανακαλύψει μόνο του. Η προσοχή σας και το γεγονός ότι ασχολείστε μαζί του αποτελούν για εκείνο την κινητήριο δύναμη.
 
Και, φυσικά, δεν είναι απλά ότι τα παιδιά χρειάζονται την προσοχή μας… για εκείνα η απόλυτη προσοχή μας είναι η υπέρτατη εκδήλωση της αγάπης μας. Είναι σαν να τους λέμε σιωπηρά: «Εγώ είμαι εδώ για σένα». Είναι κάτι που στην πραγματικότητα όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, το αποζητούμε στη ζωή μας από τους ανθρώπους που είναι σημαντικοί για εμάς, έτσι δεν είναι;
 
Βέβαια, η προσοχή είναι μια σταθερή διανοητική ικανότητα, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε τόση πολλή να δώσουμε. Όπως, όμως, τονίζει ο ειδικός, η πρόκληση για τους γονείς είναι μία: Να φροντίσουν να βεβαιωθούν ότι αρκετό από αυτό το πολύτιμο αγαθό όντως «φτάνει» στα παιδιά τους – αλλά και στους ίδιους, μεταξύ τους.
 
Γιατί η αμοιβαία προσοχή του ενός στον άλλον αποτελεί το βασικό συστατικό και για μια αρμονική σχέση. Δεν πρόκειται να επιτευχθεί «χημεία», αν δεν αφιερώσουν οι δύο σύντροφοι την απόλυτη προσοχή τους στο έτερον ήμισυ. Και δεδομένων των αμέτρητων περισπασμών της καθημερινότητας, που μας αποπροσανατολίζουν διαρκώς, η ανάγκη μιας συνειδητής προσπάθειας να διαφυλάξουμε τέτοιες πολύτιμες στιγμές μεταξύ μας φαντάζει πιο επιβεβλημένη από ποτέ!
 
Δεν συμφωνείτε;

Τρία διδάγματα από τους Στωικούς που μπορούν να συμβάλουν στην επούλωση του πολιτικού πολιτισμού μας

Συναισθηματικός - Κατεσπαρμένος - Παράλογος: τρία επίθετα που μπορούν να χαρακτηρίσουν τον πολιτικό διάλογο του 21ου αιώνα. Oι πολιτικές συζητήσεις έχουν υποχωρήσει από την εποικοδομητική κριτική και την αμοιβαία κατανόηση στους προσωπικούς χαρακτηρισμούς, την αποδόμηση και τον αναχωρητισμό σε αίθουσες ηχούς. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για μια πλουραλιστική κοινωνία.

Ευτυχώς τα πράγματα δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Στην εποχή της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης, οι ιδρυτές της στωικής φιλοσοφικής σχολής δίδαξαν τη σημασία της καθαρής σκέψης και του ορθολογισμού για την ανάπτυξη τόσο του εαυτού, όσο και της κοινωνίας. Ακολουθούν τρία από αυτά τα διδάγματα που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται να τα μάθουμε εκ νέου.
 
1. “Όσο περισσότερο πλησιάσει κανείς στην ηρεμία της σκέψης, τόσο κοντύτερα είναι στη δύναμη”
 
Ένας από τους μεγάλους στωικούς στοχαστές, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος υποστήριξε ότι οι συναισθηματικές αντιδράσεις έναντι των αντιπάλων είναι σημάδι αδυναμίας. Η οργή ισοδυναμεί με υποδούλωση στα συναισθήματα, με την παράδοση της λογικής ικανότητας. Έτσι, από την στιγμή που κάποιος επιτρέψει στον εαυτό τον να θυμώσει με τον αντίπαλό του, έχει χάσει τη μάχη.
 
Αντίθετα, θα πρέπει να κανείς να παίρνει το χρόνο που χρειάζεται ώστε να αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις θέσεις των αντιπάλων του λογικά και με καθαρό νου. Για παράδειγμα, ο θυμός έναντι των ιδεών ενός πολιτικού αντιπάλου δεν βοηθά στην ανάδειξη των λαθών στα επιχειρήματά τους, ούτε αναδεικνύει την ανωτερότητα των δικών μας επιχειρημάτων. Το να παραμείνει κανείς ήρεμος και να μη χάνει τον έλεγχο ενώπιον των αντιπάλων του του δίνει τη δύναμη που απαιτείται για να αλλάξει την κατάσταση, είτε με το να μεταπείσει τον αντίπαλο, είτε με το να κατανοήσει βαθύτερα το ζήτημα ο ίδιος.
 
Τα μέλη των ομάδων που επιδιώκουν να σιγάσουν την αντίπαλη θέση μέσω της βίας ή του εκφοβισμού, θα πρέπει να μάθουν αυτό το μάθημα – μια συναισθηματικού τύπου υπερβολική αντίδραση έναντι του αντιπάλου καταδεικνύει ότι έχει κανείς ήδη χάσει.
 
2. “Έχουμε δύο αυτιά και ένα στόμα ώστε να ακούμε διπλάσια απ’ όσο μιλάμε”
 
Ο Επίκτητος, ένας άλλος στωικός φιλόσοφος από την αρχαία Ελλάδα, εξέτασε τη σημασία του να μαθαίνει κανείς όσα γίνεται περισσότερο πριν διατυπώσει τις δικές του ιδέες . Το να ακούει κανείς περισσότερα επιχειρήματα απ’ όσα διατυπώνει, του επιτρέπει να αποκτήσει μια πολύ καλύτερη κατανόηση του ευρύτερου διαλόγου.
 
Αυτό το μάθημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, την εποχή των “χώρων ασφάλειας” και των αιθουσών ηχούς. Ενώ μπορεί να ακούμε τις ιδέες των άλλων, πολλοί επιλέγουν να ακούν μόνο τις ιδέες με τις οποίες ήδη συμφωνούν. Όταν συμβαίνει αυτό, αυτά που λέει και αυτά που ακούει κανείς γίνονται ένα και το αυτό. Έτσι, πολύ δεν ακούν πραγματικά όπως θα φανταζόταν ο Επίκτητος.
 
Το να ακούμε όσο γίνεται περισσότερες άλλες ιδέες πριν διαμορφώσουμε τη δική μας, μας επιτρέπει να δραπετεύσουμε από τις διαδικτυακές αίθουσες ηχούς και να υιοθετήσουμε μια ισορροπημένη σκέψη έναντι του φυλετισμού. Όπως είπε και ο ίδιος ο Επίκτητος “είναι αδύνατο κάποιος να μάθει κάτι που νομίζει ότι ήδη ξέρει”.
 
3. “Αν κρίνεις, ερεύνησε”
 
Στον σημερινό κόσμο των ψευδών ειδήσεων, των εναλλακτικών γεγονότων και των εντυπωσιοθηρικών τίτλων, γίνεται εύκολο το να διαμορφώσει κανείς μια ισχυρή άποψη για κάποιον ή κάτι πριν να αποκτήσει καν μια πλήρη κατανόηση του θέματος.
 
Ο Σενέκας ο νεώτερος διδάσκει πως όλες πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε πλήρως όλες τις κρίσεις και τις απόψεις που υιοθετούμε πριν αρχίσουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς μ’ αυτές.
 
Δεν αρκεί να διαμορφώνουμε τη στάση μας πάνω στα τρέχοντα ζητήματα από μία ή δύο πηγές που διαμοιράστηκαν σε μας στα κοινωνικά δίκτυα. Πρέπει να αναλαμβάνουμε το καθήκον να ερευνούμε περαιτέρω και να προσδιορίζουμε την ορθότητα των δεδομένων πριν εκφράσουμε τη δική μας κρίση.
 
Με άλλα λόγια, μη μοιραζόμαστε τον πρώτο τίτλο ειδήσεων που βλέπουμε. Να ερευνούμε λίγο το πράγμα προηγουμένως.

Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης και οι επιπτώσεις στο άτομο

Ένα παιδί ξεκινά τη ζωή με πίστη στην καλοσύνη, στην αγάπη και στη δικαιοσύνη. Το βρέφος έχει πίστη στο στήθος της μητέρας, στην προθυμία της να το σκεπάσει όταν κρυώνει, να του συμπαρασταθεί όταν είναι άρρωστο. Η πίστη αυτή μπορεί να είναι στον πατέρα, στη μητέρα, στον παππού ή στη γιαγιά, ή σε οποιοδήποτε άλλο κοντινό του πρόσωπο.

Σε πολλά άτομα αυτή η πίστη κλονίζεται σε νεαρή ηλικία. Το παιδί ακούει τον πατέρα του να λέει ψέματα για ένα σημαντικό ζήτημα. Βλέπει τη δειλία και το φόβο που νιώθει ο πατέρας για τη μητέρα και ότι είναι έτοιμος να το προδώσει (το παιδί) για να την καθησυχάσει.

Γίνεται μάρτυρας της σεξουαλικής επαφής των γονιών του και μπορεί να βιώσει τον πατέρα του σαν άγριο θηρίο. Είναι δυστυχισμένο ή τρομαγμένο και κανείς από τους γονείς, που υποτίθεται ανησυχούν τόσο για εκείνο, δεν το παρατηρεί, ή ακόμα κι αν τους το πει, δεν δίνουν σημασία.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η αρχική πίστη στην αγάπη, στην ειλικρίνεια και τη δικαιοφροσύνη των γονιών κλονίζεται. Το παιδί βιώνει το θάνατο ενός μικρού πουλιού που αγαπάει ή ενός φίλου ή μιας αδερφής και η πίστη του στην καλοσύνη και τη δικαιοσύνη κλονίζεται.

Ωστόσο, δεν έχει μεγάλη διαφορά αν κλονίζεται η πίστη σε κάποιο άτομο. Κλονίζεται πάντα η πίστη στη ζωή, στην πιθανότητα να την εμπιστευτεί, στο να στηριχτεί πάνω της. Φυσικά, είναι αλήθεια ότι κάθε παιδί βιώνει πλήθος απογοητεύσεων. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι η οξύτητα και η σοβαρότητα μιας συγκεκριμένης απογοήτευσης.

Συχνά, αυτή η πρώτη και κρίσιμη εμπειρία κλονισμού της πίστης συντελείται σε νεαρή ηλικία: στα τέσσερα, στα πέντε, στα έξι ή ακόμα και νωρίτερα, σε μια περίοδο της ζωής για την οποία υπάρχουν ελάχιστες αναμνήσεις. Συχνά ο τελικός κλονισμός της πίστης λαμβάνει χώρα σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία. Προδίδεται κανείς από έναν φίλο, μια σύντροφο, έναν δάσκαλο, έναν θρησκευτικό ή έναν πολιτικό ηγέτη που εμπιστευόταν.

Σπάνια πρόκειται για ένα μόνο περιστατικό, αλλά αντιθέτως είναι ένα πλήθος μικρών εμπειριών, που αθροιστικά κλονίζουν την πίστη του ατόμου. Οι αντιδράσεις σε αυτές τις εμπειρίες ποικίλλουν. Κάποιος μπορεί να αντιδράσει αποσείοντας την εξάρτηση από το συγκεκριμένο πρόσωπο που τον απογοήτευσε, αποκτώντας ο ίδιος μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ικανότητα να βρει νέους φίλους, δασκάλους ή συντρόφους, στους οποίους έχει πίστη και εμπιστοσύνη. Αυτή είναι η πιο επιθυμητή αντίδραση στις πρώιμες απογοητεύσεις.

Σε πολλές άλλες περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι ότι το άτομο διατηρεί τον σκεπτικισμό του, ελπίζει σε ένα θαύμα που θα αποκαταστήσει την πίστη του, δοκιμάζει τους ανθρώπους και όταν απογοητευτεί από όσους δοκίμασε, δοκιμάζει άλλους ή ρίχνεται στα χέρια μιας πανίσχυρης αυθεντίας (μιας ομάδας, ενός πολιτικού κόμματος ή ενός ηγέτη), προκειμένου να ανακτήσει την πίστη του. Συχνά, ξεπερνά την απόγνωση για την απώλεια της πίστης του στη ζωή επιδιώκοντας με μανία υλικούς στόχους – χρήματα, εξουσία ή κύρος.

Ωστόσο, η αντίδραση που είναι σημαντική στο γενικό πλαίσιο της βίας είναι άλλη. Το βαθιά εξαπατημένο και απογοητευμένο άτομο μπορεί να αρχίσει να μισεί τη ζωή. Αν δεν υπάρχει τίποτα και κανείς να πιστέψει, αν η πίστη του στην καλοσύνη και τη δικαιοσύνη ήταν απλώς μια ανόητη αυταπάτη, τότε πράγματι η ζωή γίνεται αξιομίσητη. Το άτομο δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο της απογοήτευσης. Έτσι προσπαθεί να αποδείξει ότι η ζωή είναι κακή, ότι οι άνθρωποι είναι κακοί, ότι ο ίδιος είναι κακός.

Το απογοητευμένο άτομο, που πίστευε και αγαπούσε τη ζωή, θα γίνει ως εκ τούτου κυνικό και καταστροφικό. Αυτή η καταστροφικότητα προέρχεται από απόγνωση. Η απογοήτευση από τη ζωή οδήγησε σε μίσος της ζωής.

Στην κλινική εμπειρία μου συναντώ συχνά τέτοιες βαθιά εδραιωμένες εμπειρίες απώλειας της πίστης, και πολλές φορές συνιστούν το σημαντικότερο λάιτ μοτίφ στη ζωή του ατόμου. Το ίδιο ισχύει στην κοινωνική ζωή, όπου οι ηγέτες που εμπιστεύτηκε κανείς αποδεικνύονται κακοί ή ανίκανοι. Αν η αντίδραση δεν είναι η αύξηση της ανεξαρτησίας, είναι συχνά κυνική και καταστροφική.

Η βαθιά γνώση είναι να αντιλαμβάνεσαι την αναταραχή προτού υπάρξει

Το Βιβλίο της Ισορροπίας και της Αρμονίας, ένα μεσαιωνικό ταοϊστικό έργο, λέει: «Η βαθιά γνώση των αρχών ξέρει χωρίς να βλέπει, η δυνατή εφαρμογή του Δρόμου επιτυγχάνει χωρίς να προσπαθεί. Βαθιά γνώση είναι “να ξέρεις χωρίς να βγαίνεις από την πόρτα, να βλέπεις τον δρόμο του ουρανού χωρίς να κοιτάς έξω απ’ το παράθυρο”. Η δυνατή πράξη είναι να “γίνεσαι ακόμα πιο δυνατός και να προσαρμόζεσαι σε όλες τις περιστάσεις”». Κι ακόμα: «Η βαθιά γνώση είναι να αντιλαμβάνεσαι την αναταραχή προτού υπάρξει, ν’ αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο προτού υπάρξει, ν’ αντιλαμβάνεσαι την καταστροφή προτού υπάρξει, ν’ αντιλαμβάνεσαι τη συμφορά προτού υπάρξει. Η δυνατή πράξη είναι ν’ ασκείς το σώμα χωρίς το σώμα να σε βαραίνει, ν’ ασκείς τον νου χωρίς ο νους να σε χρησιμοποιεί, να εργάζεσαι στον κόσμο χωρίς ο κόσμος να σ’ επηρεάζει, να εκτελείς τις αποστολές σου χωρίς οι αποστολές σου να σ’ εμποδίζουν. Με τη βαθιά γνώση των αρχών, μπορούμε να μετατρέψουμε την αναταραχή σε τάξη, να μετατρέψουμε τον κίνδυνο σε ασφάλεια, να μετατρέψουμε την καταστροφή σε επιβίωση, να μετατρέψουμε τη συμφορά σε τύχη. Με τη δυνατή εφαρμογή του Δρόμου, μπορούμε να φέρουμε το σώμα στο βασίλειο της μακροβιότητας, να φέρουμε τον νου στη σφαίρα του μυστηρίου, να φέρουμε τον κόσμο σε μεγάλη γαλήνη και να φέρουμε τις αποστολές σε μεγαλοπρεπή εκπλήρωση».

Και λίγο παρακάτω: «Το να νιώθεις και να κατανοείς αφού πράξεις, δεν αξίζει να αποκαλείται κατανόηση. Το να επιτυγχάνεις ύστερα από κόπο, δεν αξίζει ν’ αποκαλείται επίτευξη. Το να ξέρεις αφού δεις, δεν αξίζει ν’ αποκαλείται γνώση. Αυτά τα τρία είναι πολύ μακριά από τον δρόμο της συναίσθησης και της ανταπόκρισης. Πράγματι, το να μπορείς να κάνεις κάτι προτού υπάρξει, το να συναισθανθείς κάτι προτού δράσει, το να δεις κάτι προτού προβάλει, είναι τρεις ικανότητες που αναπτύσσονται σε αλληλεξάρτηση. Τότε δεν διαισθάνεσαι τίποτα, αλλά κατανοείς· δεν αναλαμβάνεις τίποτα, αλλά ανταποκρίνεσαι· και δεν πας πουθενά χωρίς ωφέλεια».

SUN TZU, Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η Σπάρτη σου ’λαχε· αυτή να τιμήσεις

ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΜΙΑΣ

Την ψυχική γαλήνη περιορίζει εξίσου το ότι δεν ρυθμίζουμε τις ορμές μας, όπως οι ναυτικοί τα πανιά, έτσι ώστε ν’ αντιστοιχούν προς τις δυνάμεις μας· με τις προσδοκίες που έχουμε αποβλέπουμε σε πολύ μεγάλα πράγματα, κι ύστερα, όταν αποτυγχάνουμε, κατηγορούμε τις θεότητες και τη μοίρα και όχι τη δική μας μωρία.

Δεν είναι, όμως, άτυχος αυτός που θέλει να τοξεύσει με το άροτρό του και να κυνηγήσει τον λαγό καβάλα στο βόδι του, ούτε κάποια κακόβουλη θεότητα αντιτίθεται σε κείνον που δεν μπορεί να πιάσει ελάφια και κάπρους με ψαράδικα καλάθια ή δίχτυα, αλλά από αφέλεια και ανοησία προσπαθούν το αδύνατο. Κι αυτό που φταίει κυρίως είναι η φιλαυτία, που κάνει τους ανθρώπους να λαχταρούν την πρωτιά και τη νίκη στα πάντα και να εμπλέκονται στα πάντα με απληστία. Οι άνθρωποι, δηλαδή, δεν απαιτούν μόνο να είναι ταυτόχρονα και πλούσιοι και μορφωμένοι και ισχυροί και καλοί στα συμπόσια και ευπρόσδεκτοι και φίλοι βασιλέων και άρχοντες πόλεων, αλλά, αν δεν έχουν και σκυλιά και άλογα και ορτύκια και κοκόρια που μπορούν να πάρουν βραβεία, στεναχωριούνται. Ο Διονύσιος ο πρεσβύτερος δεν ήταν ικανοποιημένος που ήταν ο μεγαλύτερος ανάμεσα στους τότε τυράννους, αλλά, επειδή δεν μπορούσε να ψάλει καλύτερα από τον ποιητή Φιλόξενο ή να ξεπεράσει τον Πλάτωνα στη διαλεκτική, οργισμένος και χολωμένος, έριξε τον Φιλόξενο στα λατομεία και, στέλνοντας τον Πλάτωνα στην Αίγινα, τον πούλησε για δούλο.

Ο Αλέξανδρος είχε διαφορετικό χαρακτήρα, και, όταν ο Κρίσων, ο δρομέας, έτρεξε σε αγώνα μαζί του και του φάνηκε πως επιβράδυνε τον ρυθμό του σκόπιμα, αγανάκτησε πολύ.

Σωστά ο Ομηρικός Αχιλλέας είχε πει αρχικά, “κανένας από τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς δεν είναι σαν εμένα”, προσθέτοντας: “στον πόλεμο· στους λόγους, όμως, άλλοι είναι καλύτεροι μου”.

Όταν, εξ άλλου, ο Πέρσης Μεγάβυζος ανέβηκε στο εργαστήριο του Απελλή και προσπάθησε ν’ ανοίξει κουβέντα μαζί του περί τέχνης, ο Απελλής τον αποστόμωσε λέγοντας:

“Όσο δεν μιλούσες, φαινόσουν να είσαι κάποιος λόγω του χρυσαφιού και της πορφύρας σου· τώρα όμως ακόμα κι αυτά τα παιδιά που τρίβουν την ώχρα σε περιγελούν για τις ανοησίες σου”

Γι’ αυτό δεν είναι όλα για όλους, αλλά πρέπει κάποιος, υπακούοντας στην Πυθική επιγραφή, να γνωρίσει τον εαυτό του, και μετά να δοθεί σε κείνο το ένα πράγμα για το οποίο η φύση τον έκανε κατάλληλο, και να μη βιάζει τη φύση σέρνοντας τον εαυτό του να μιμείται πότε το ένα είδος ζωής και πότε το άλλο.

Οι δρομείς, φυσικά, δεν στεναχωριούνται επειδή δεν παίρνουν στεφάνια παλαιστών αλλά αγάλλονται και χαίρονται με τα δικά τους.

“Η Σπάρτη σου ’λαχε· αυτή να τιμήσεις!”. (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)

Έτσι και ο Σόλων:

Όμως εμείς δεν θ’ ανταλλάξουμε την αρετή μας
για τον πλούτο τους· η αρετή είναι κτήμα σταθερό
ενώ τα χρήματα έχει πότε ο ένας και πότε ο άλλος.

Εκείνοι, δηλαδή, που έχουν σπουδαία γνώμη για όσα κατέχουν οι ίδιοι δεν θα ενοχληθούν απ’ όσα έχουν οι διπλανοί τους. Όπως έχουν όμως τώρα τα πράγματα, δεν περιμένουμε από το κλήμα να κάνει σύκα ούτε από την ελιά να κάνει σταφύλια, αλλά, όταν πρόκειται για τους εαυτούς μας, αν δεν έχουμε ταυτόχρονα τα προτερήματα και των πλούσιων και των μορφωμένων, και των στρατιωτικών και των φιλοσόφων, και των κολάκων κι αυτών που λένε ελεύθερα τη γνώμη τους, και των φειδωλών και των σπάταλων, κακολογούμε τον εαυτό μας, είμαστε δυσαρεστημένοι και τον περιφρονούμε γιατί, νομίζουμε, ζει στερημένα και ταπεινά.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ