Τρίτη 27 Ιουνίου 2017

ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ ΩΣ ΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ

Η λέξη και η έννοιά της

          Επειδή η λέξη φάλαγγα (άρχ. Φάλαγξ- γεν. φάλαγγος) χρησιμοποιείται σήμερα με πολλές έννοιες, είναι χρήσιμο προοιμιακά να παρατηρήσουμε ότι η ετυμολογική της βάση παραπέμπει σε αυτό που, υπό διάφορες έννοιες, δηλώνεται και σήμερα: κάτι συμπαγές αλλά κυλινδρικό, όπως: κορμός ενός δέντρου ή το κόκκαλο των δακτύλων[1]. Η λέξη για πρώτη φορά απαντάται στον Όμηρο με την έννοια του στρατιωτικού σχηματισμού: τάξη, στρατός παρατεταγμένος για μάχη («φάλαγγες Τρώων» Γ 77, «φάλαγγες ανδρών» Τ 158). Ο Όμηρος πάλι μας δίνει και το επίρρημα «φαλαγγηδόν» (Ο 360) προς υποδήλωση ανδρών παραταγμένων σε σχήμα φάλαγγας. Το ομηρικό κείμενο και συγκεκριμένα το κατ’ εξοχήν πολεμικό έπος η «Ιλιάς», όπως φαίνεται από τα παραπάνω, προσδίδει στη λέξη τη σημασία της οργανικής στρατιωτικής μονάδος, που έχει κάποιο σχηματισμό. Ο σχηματισμός αυτός προϋποθέτει προγύμναση και κάποιον υπεύθυνο αρχηγό. Έτσι η φράση «κοσμείν την φάλαγγα» σήμαινε το «παρατάσσειν την φάλαγγα». Από το «κοσμείν» αυτό προέκυψε ο όρος «κοσμήτωρ» προς υποδήλωση του αρχηγού που βάζει σε τάξη μάχης το πλήθος των ανδρών. Σήμερα ο όρος «κοσμήτωρ» - «κοσμήτορας» χρησιμοποιείται κυρίως στην εκπαίδευση.
 
Στους μετά τον Όμηρο χρόνους, όταν οι μάχες δίνονταν κατά συμπαγείς όγκους βαριά οπλισμένων ανδρών, η έννοια της φάλαγγας πήρε τη σημασία της παρατάξεως οπλιτών. Έχει μάλιστα σημασία να τονίσουμε ότι η λέξη «όπλον» αρχικά σήμαινε μόνο την ασπίδα και μάλιστα τη βαριά ασπίδα[2]. Η φάλαγγα με αφετηρία την Σπάρτη, είχε κατά πόλεις ειδική συγκρότηση και σχηματισμό (βλ. «Λοξή φάλαγγα» του Επαμεινώνδα). Στο Μακεδονικό στρατό, όπως θα δούμε, πήρε πολλές ονομασίες από τα ονόματα των στρατηγών (φάλαγγα Περδίκκα, φάλαγγα πεζεταίρων). Κάθε πόλη, πέρα από τη δική της συγκρότηση, σε ό,τι αφορά στη φάλαγγα, είχε και τη δική της τακτική ως προς την χρησιμοποίησή της κατά τη μάχη. Δυστυχώς οι ιστορικοί των κλασσικών χρόνων μας δίνουν έμμεσες πληροφορίες ως προς αυτά (σχηματισμό και τακτική). Πρέπει να φτάσουμε στους ελληνιστικούς χρόνους, όταν πια ιστορικά ο ρόλος της ελληνικής φάλαγγας είχε λήξει, για να βρούμε ειδικά στρατιωτικά συγγράμματα, όπως το «Τέχνη τακτική» του Ασκληποιοδώρου (1ος αιώνας π.Χ.), το «Τακτική Θεωρία» του Αιλιανού και το «Τέχνη τακτική» του Αρριανού (πρόκειται για τον συγγραφέα που έγραψε το «Αλεξάνδρου Ανάβασις» και ο οποίος έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ.). Στους χρόνους αυτούς η έννοια της φάλαγγας είχε χάσει την παλιά της σημασία (παράταξη βαριά οπλισμένων μαχητών) και έχει προσλάβει ευρύτερη έννοια: μεγάλη μονάδα ανδρών, αρμάτων, ακόμη και ελεφάντων!
  
Η Σπαρτιάτικη Φάλαγγα
 
H πόλη του Λυκούργου, ειδικά μετά τους Μεσσηνιακούς πολέμους, καθόρισε τον τρόπο της επιστημονικής διεξαγωγής του πολέμου. Στην Αθήνα, λόγω ασφάλειας και ειδικών συνθηκών, αναπτύχθηκε ευρέως το πολιτεύεσθαι, ενώ στη Σπάρτη λόγω ανασφάλειας (ολιγαριθμία και συνεχής απειλή από μέρους των πολυπληθέστερων ειλώτων) αναπτύχθηκε εντονότερα το στρατεύεσθαι. Όπως γράφει ένας από τους οξυδερκέστερους συγγραφείς που έφυγε δυστυχώς πολύ νωρίς, ο Κώστας Παπαϊωάννου, «η Σπάρτη ήταν εκείνη που αποκάλυψε στους Έλληνες την τέχνη της εκπαίδευσης των οπλιτών, τη διάταξη της μάχης σε πυκνούς σχηματισμούς, τις κινήσεις συνόλων, την ανάπτυξη εν σειρά και στοιχηδόν που έχει προκαλέσει τον θαυμασμό του Ξενοφώντα»[3]
 
Η Σπάρτη, όπως γράφουμε στην δική μας δίτομη ιστορία της πόλης αυτής, δημιούργησε τον πρώτο τακτικό στρατό του αρχαίου κόσμου, ένα στρατό επαγγελματικό αλλά χωρίς μισθό, στον οποίο ο πολίτης ήταν διά βίου (μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του) και για όλο το διάστημα της ημέρας οπλίτης. Έτσι μπορεί η Σπάρτη να μην ανέδειξε πολίτες πολιτικούς, ανέδειξε πάντως πολίτες στρατιωτικούς που ύψωσαν την πολεμική τέχνη σε επίπεδο επιστήμης. Χωρίς να λείπει από τους στρατιωτικούς της ηγήτορες και το στοιχείο της πολιτικότητας.
 
Γενικά, ο χαρακτήρας της σπαρτιάτικης πολιτείας ήταν καθαρά στρατιωτικός. Η Σπάρτη ήταν μια πόλη-στρατόπεδο και γι’ αυτό είναι λάθος να ζητάμε από αυτή, τουλάχιστον στην κλασσική εποχή, αυστηρή ρυμοτομία. Οι λεγόμενες κώμες που απάρτιζαν τη Σπάρτη δεν πρέπει να εκλαμβάνονται σαν χωριά ή σαν συνοικισμοί αλλά περισσότερο σαν στρατιωτικές βάσεις. Ασφαλώς ήταν οικισμοί, κατά βάση όμως ήταν στρατιωτικοί πυρήνες. Μπορεί ο Ηρόδοτος να ονομάζει τις σπαρτιάτικες κώμες, δήμους, κατά αναλογία προς τα συμβαίνοντα στην Αθήνα, αλλά οι κώμες των Σπαρτιατών δεν είχαν διοικητικό -ή μόνον διοικητικό-, είχαν πρωτίστως στρατιωτικό χαρακτήρα. Διότι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (αποσπ. 498), ο στρατός των Σπαρτιατών απαρτιζόταν από πέντε λόχους, που προέρχονταν από τις κώμες αυτές. Κι επειδή οι λόχοι έπρεπε να έχουν ίσο αριθμό ανδρών, εξυπακούεται ότι οι κώμες αυτές είχαν τοπικό χαρακτήρα μόνον αρχικά. Αφότου μάλιστα σχηματίστηκε ένα πολιτικό κέντρο (Γερουσία, Έφοροι, Βασιλείς) ήταν φυσικό πέριξ του κέντρου αυτού να υπάρχει πολυπληθέστερο ανθρώπινο δυναμικό.
 
Οι λόχοι των Σπαρτιατών έφεραν τα ακόλουθα ονόματα: Αρίμας ή Σαρίνας, Σίνης, Πλόας, Μεσσοάτης, Εδωλός ή Αιδωλός. Οι αυξανόμενες στρατιωτικές ανάγκες, επέβαλαν κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα και τον σχηματισμό έκτου λόχου. Ταυτόχρονα ή λίγο μετά, αλλάζει και η δομή του σπαρτιάτικου στρατού και εμφανίζεται η γνωστή σπαρτιάτικη ονομασία «μόρα», δηλαδή μοίρα, όχι βέβαια με την έννοια της ειμαρμένης αλλά με την έννοια του μέρους (από το μοιράζω), του τμήματος, δηλαδή της μεγάλης στρατιωτικής μονάδος.

Σε «μόρες» χωρίστηκε και το σπαρτιάτικο ιππικό, υποδιαιρούμενο σε μονάδες 50 ιππέων, τους λεγόμενους «ουλαμούς». Αποστολή του σπαρτιατικού ιππικού, περιορισμένου πάντα αριθμητικά, ήταν να καλύπτει σε ώρα μάχης τα πλευρά της φάλαγγας, το κύριο σώμα μάχης. Κάθε «μόρα» πεζών ήταν χωρισμένη σε λόχους. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς τον αριθμό των ανδρών μιας «μόρας». Οι πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων ποικίλλουν. Άλλωστε, όπως γράφει ο Θουκυδίδης, στη Σπάρτη ίσχυε ως στρατιωτικός κανόνας το «της πολιτείας το κρυπτόν». Δηλαδή η απόλυτη μυστικότητα. Μπορούμε πάντως να εικάσουμε ότι μια «μόρα» σε πληρότητα είχε περί τους 1000 άνδρες. Σε περίπτωση μέτριου κινδύνου δεν ξεπερνούσε τους 600. Οι διοικητές των «μορών» (=μοιρών) έφεραν την ονομασία πολέμαρχοι και των λόχων λοχαγοί.
 
Οι μόρες-μοίρες, όπως και οι λόχοι είχαν μικρότερες υποδιαιρέσεις. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (5, 68, 5), κάθε λόχος χωριζόταν σε τέσσερις «πεντηκοστύες» (μονάδες 50 ανδρών) και κάθε πεντηκοστύς περιλάμβανε τέσσερις «ενωμοτίες». Αξίζει εδώ να τονιστεί ότι η λέξη ενωμοτία παράγεται από το ρήμα όμνυμι =  ορκίζομαι, κάτι που μας οδηγεί στη σκέψη ότι η ενωμοτία ήταν ο αρχικός πυρήνας του σπαρτιάτικου στρατού, αποτελούμενου από άνδρες που ήσαν στενά δεμένοι μεταξύ τους με όρκο. Άρα, ο στρατιωτικός όρκος εκπηγάζει από τις στρατιωτικο-θρησκευτικές παραδόσεις της Σπάρτης.
 
Oι ενωμοτίες καθόριζαν και το σχηματισμό της λακωνικής φάλαγγας κατά τη μάχη. Κάθε ενωμοτία χωριζόταν σε στίχους (γραμμές) που ο αριθμός τους καθοριζόταν από το βάθος της παρατάξεως. «Ο διοικητής της ενωμοτίας, ο ενωματάρχης, στεκόταν στην κεφαλή της ενωμοτίας και γι’ αυτό λεγόταν πρωτοστάτης. Ο τελευταίος οπλίτης της ενωμοτίας λεγόταν ουραγός»[4].
 
Εξυπακούεται πως, όταν γινόταν αναστροφή, ο ουραγός έπαιρνε θέση πρωτοστάτη. Τόσον οι πρωτοστάτες, όσο και οι ουραγοί χρησίμευαν ως οδηγοί στις πορείες και στις μάχες.
 
Οι οπλίτες της λακωνικής φάλαγγας, όπως συμβαίνει σε όλους τους στρατούς μεταγενέστερων εποχών, είχαν ένα τύπο ειδικής εμφανίσεως κατά την διεξαγωγή της μάχης. Φορούσαν ερυθρά «φοινικίδα» χλαίνη και δεν έκανε άμεσα ορατό το αίμα τους κατά τον τραυματισμό. Κρατούσαν χάλκινη ασπίδα μεγάλου μεγέθους και πολεμούσαν με δόρυ 3-4 μέτρων. Για τις μάχες σώμα με σώμα, «εκ του συστάδην», χρησιμοποιούσαν τα ειδικής κατασκευής λακωνικά ξίφη τους. Σχετικά, τώρα, με το βάρος του σπαρτιάτικου οπλισμού δεν είναι εύκολο να γίνουν ακριβείς υπολογισμοί. Ξένος μελετητής σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί: «Οι περισσότεροι σύγχρονοι υπολογισμοί του βάρους του εξοπλισμού κυμαίνονται από είκοσι ως τριάντα κιλά για την πανοπλία, δηλαδή θώρακας, περικνημίδες, κράνος, δόρυ, ξίφος -ένα απίστευτο φορτίο για να το αντέξει ένας αρχαίος πεζός, ο οποίος και ο ίδιος δεν πρέπει να ξεπερνούσε σε βάρος τα εβδομήντα περίπου κιλά»[5] . Όσο για την ασπίδα, το κατ’ εξοχήν όπλο, ο ίδιος συγγραφέας παρατηρεί (σ. 103) ότι αυτή, πλην του μεταλλικού καλύμματος, είχε ξύλινο και δερμάτινο πυρήνα και ειδικά «κρατήματα». Το βάρος της, που καθοριζόταν από τη σωματική διάπλαση και την ηλικία του οπλίτη, κατά διάφορους υπολογισμούς έφθανε στα 30 έως 40 κιλά. Η λακωνική ασπίδα έφερε ως διακριτικό σήμα ένα τεράστιο κεφαλαιώδες Λ.
 
Η μακρά πολεμική παράδοση θέλει τις Λάκαινες μητέρες να παραδίδουν αυτές την ασπίδα στους γιούς τους, λέγοντάς τους την περιώνυμη φράση «ή ταν ή επί τάς». Δηλαδή, να επανέλθει ζωντανός με αυτή ή σε περίπτωση ήττας να έρθει νεκρός πάνω σε αυτή. Αντίληψη που δύσκολα σήμερα μπορεί να κατανοηθεί. Όπως επίσης ακατανόητος φαίνεται και ο στολισμός της κεφαλής των Σπαρτιατών προ της μάχης, για να είναι ωραίοι, όταν θα αντικρίσουν το θάνατο! Αλίμονο δε σε εκείνους που έδειχναν δειλία προ του εχθρού. Ονομαζόταν χλευαστικά «τρέσαντες» (=τρέμοντες). Τόσο αυτοί οι ριψασπίδες όσο και η οικογένειά τους δεν είχαν καμία υπόληψη στην πόλη. Γενικά, πολεμική αρχή των Σπαρτιατών ήταν το «νικάν ή απόλλυσθαι» (=να νικούν ή να σκοτωθούν). Βραβεία ανδρείας ήσαν στεφάνια (όχι βέβαια χρυσά), δημόσιοι έπαινοι και μια ζώνη σκυτίνη (=δερμάτινη)! Για αυτό, άλλωστε, «στη Σπάρτη αξιοσημείωτο φαινόμενο δεν ήταν να είναι αλλά το να μην είναι κανείς γενναίος»[6].
 
Πάντως, αυτό που κατέστησε περιώνυμη την Σπάρτη δεν ήταν μόνο η γενναιότητα, η αυτοθυσία και η ρωμαλεότητα των ανδρών της, όσο η οργάνωση της φάλαγγας, η οποία εκινείτο στο πεδίο της μάχης σαν ένας έμψυχος σιδερένιος μηχανισμός. Η σπαρτιάτικη φάλαγγα ήταν μια συμπαγής σιδηροφορεμένη μάζα, σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, που βάδιζε με ρυθμικό βήμα στη μάχη υπό τον ήχο αυλών ή άλλων διερεθιστικών οργάνων.
 
Το βάθος της σπαρτιάτικης φάλαγγας είχε κατά κανόνα πυκνότητα 8 ανδρών (οκτώ γραμμές σε ευθεία παράταξη). Οι οπλίτες, πέραν του οπλισμού που προαναφέραμε, φορούσαν για την προστασία της κεφαλής περικεφαλαία με λοφίο, που τους έκανε πιο φοβερούς. Κρατούσαν το δόρυ με το δεξί χέρι και την ασπίδα με το αριστερό. Πολεμούσαν κατά ζεύγη (κι αυτό εξηγεί και τον περίφημο λακωνικό έρωτα· σύντροφοι στη ζωή και σύντροφοι και στη μάχη)[7].
 
Σε παλαιότερες εποχές το κύριο όπλο μάχης ήταν το ιππικό ή το άρμα το συρόμενο από άλογα. Οι Σπαρτιάτες με τη φάλαγγα κατέβασαν την εξ ύψου (από το άλογο ή το άρμα) μάχης στο έδαφος. Το πέλμα του οπλίτη απέκτησε υπεροχή έναντι της οπλής του αλόγου, και τούτο σημαίνει υπερκέραση της αριστοκρατίας από μια ευρύτερη πολιτική κοινωνία οπλιτών. Πάντως στη Σπάρτη διατηρήθηκε, σε ανάμνηση των παλαιών πολεμικών ημερών, η ονομασία «ιππείς» για 300 επίλεκτους πολεμιστές που περιστοίχιζαν τον βασιλιά στη διάρκεια της μάχης. «Ιππείς» λέγονταν -έστω κι αν ήσαν πεζοί- και οι 300 που πολέμησαν με τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, «ιππείς» επίσης λέγονταν και οι 300 οπλίτες που ξεπροβόδισαν τον Θεμιστοκλή, όταν, μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, είχε επισκεφθεί τη Σπάρτη.
 
 Θα ήταν παράλειψη, αν στα περί σπαρτιατικής φάλαγγας δεν προσθέταμε ότι ως οπλίτες και με τον ίδιο οπλισμό μετείχαν και οι Περίοικοι, επίσης και οι λεγόμενοι «μόθακες» (κυρίως από μεικτούς γάμους) που μετείχαν από παιδιά της σπαρτιατικής αγωγής. Από τους μόθακες προερχόταν μερικά από τα επιφανέστερα τέκνα της Σπάρτης, όπως οι ναύαρχοι Καλλικρατίδας και Λύσανδρος και ο καταστροφέας των Αθηναίων στη Σικελία, ο Γύλιππος. Τέλος, ένα ειδικό τμήμα της φάλαγγας αποτελούσαν οι Σκιρίτες (το όνομα από την αρκαδική περιοχή της Σκιρίτιδας που αργότερα έγινε λακωνική). Οι Σκιρίτες ήσαν 600 επίλεκτοι πεζοί (κακώς θεωρήθηκαν ιππείς) που κρατούσαν το αριστερό κέρας και μάχονταν κοντά στο βασιλιά. Ήταν μονάδα ειδικών αποστολών. Αυτοί «αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή κατά την πορεία, αυτοί ανελάμβαναν τη νυκτοφυλακή, την ανίχνευση του εδάφους και πρώτοι αυτοί άρχιζαν την επίθεση»[8].
 
Γενικά περί της ελληνικής φάλαγγας (εκτός Σπάρτης)
 
 Μετά τις καινοτομίες των Σπαρτιατών, που τις «πλήρωσαν» άσχημα Μεσσήνιοι, Αρκάδες, Αργείοι, σταδιακά όλες οι ελληνικές πόλεις άρχισαν ως προς την στρατιωτική τους οργάνωση να έχουν ένα «φαλαγγιτικό» προσανατολισμό. Με βάση τα στρατιωτικά «εγχειρίδια» που αναφέραμε στην εισαγωγή, η ελληνική φάλαγγα στην κλασική της μορφή αποτελείτο από τέσσερα μέρη, για αυτό και λεγόταν τετραφαλαγγία με συνολική δύναμη (υπό ιδανικές συνθήκες) 16.384 ανδρών. Η τετραφαλαγγία χωριζόταν σε δύο διφαλαγγαρχίες[9] (8.192 άνδρες). Η διφαλαγγαρχία, με την σειρά της, χωριζόταν σε δύο φαλαγγαρχίες (δύναμη 4.000 περίπου ανδρών) και περιελάμβανε δύο μεραρχίες. Κάθε μεραρχία σχηματιζόταν από δύο χιλιαρχίες. Ο διοικητής της μεραρχίας λεγόταν μεράρχης και της χιλιαρχίας χιλιάρχης. Υπήρχαν και ακόμη μικρότερες μονάδες που θα πήγαινε σε μάκρος να τις αναφέρουμε.
 
Σε γενικές γραμμές η ελληνική φάλαγγα (μη εξαιρουμένης και της λακωνικής) είχε σχήμα επιμήκους «πλινθίου». Υπό ιδανικές συνθήκες είχε βάθος 16 γραμμών ή «ζυγών»[10]. Κατά τη μάχη το σύνολο της φάλαγγας χωριζόταν σε δύο μέρη: το δεξιόν κέρας και το ευώνυμον κέρας (αριστερό)[11]. Το μέσον της παρατάξεως λεγόταν ομφαλός ή στόμα ή αραρός (από το ρήμα αραρίσκω = σχηματίζω, συγκροτώ). Τον πρώτο «ζυγόν» αποτελούσαν οι λοχαγοί και τον τελευταίο οι ουραγοί. Υπό κανονικές συνθήκες κάθε οπλίτης βρισκόταν σε απόσταση από τους πλαϊνούςκαιαπό τους έμπροσθεν και όπισθεν οπλίτας περί τα 2 τετραγωνικά μέτρα. Για την ακρίβεια 1,85. Κατά την ώρα της μάχης γινόταν η λεγόμενη πύκνωσις και τα διαστήματα γίνονταν μικρότερα περίπου στο μισό (0,93 μ.). Όταν η φάλαγγα δεχόταν επίθεση τότε η πύκνωσις περιοριζόταν σε έναν πήχυ (περίπου 46 εκατοστά). Γινόταν δηλαδή μια συμπαγής μάζα. Όταν δύο αντίπαλες φάλαγγες έφθαναν στην κατάσταση της μάχης εκ του συστάδην, τότε πλην του ξίφους γινόταν χρήση του ωθισμού, δηλαδή με τη μαζική ώθηση να υποχρεωθεί ο αντίπαλος να ανατραπεί και να υποχωρήσει. Η φάλαγγα τότε λειτουργούσε σαν γροθιά.
 
Μερικές ακόμη λεπτομέρειες: Πλάγια φάλαγξ λεγόταν αυτή που το μήκος της παρατάξεως ήταν μεγαλύτερο του βάθους. Όταν το βάθος γινόταν μικρότερο από τους 16 ζυγούς, η παράταξη λεγόταν «εν λεπτισμώ». Όταν, όμως, το βάθος ήταν πολλαπλάσιο του μετώπου τότε η φάλαγγα λεγόταν ορθή ή ορθία και αυτό γινόταν συνήθως στην πορεία. Ενδιαφέρον έχει η αμφίστομος φάλαγξ, δηλαδή, σχηματισμός που έπαιρναν τα δύο αυτής τμήματα (αντίνωτα), όταν δεχόταν κατά μέτωπο επίθεση και κατά το δεξιό και το αριστερό κέρας[12]. Τέλος αντίστομος λεγόταν η φάλαγγα που δεχόταν επίθεση και από τα εμπρός και από τα νώτα.
 
Από τον Μιλτιάδη στον Επαμεινώνδα
 
Το σχηματισμό της πλινθίας φάλαγγος διατήρησε ο στρατός των ελληνικών πόλεων ως τη μάχη του Μαραθώνος (490 π.Χ.). Τότε έλαμψε το στρατηγικό δαιμόνιο του Μιλτιάδη, που ξέροντας τον τρόπο παρατάξεως των Περσών (είχε ακολουθήσει το Δαρείο Α΄ στη Σκυθική εκστρατεία), πυκνό κέντρο, όπου αρχηγός, και ασθενή άκρα, προέβη σε μια εκπληκτική για τα τότε δεδομένα καινοτομία: έσπασε την ισοπαχή διάταξη. Σύμφωνα με όσα γράφει ο Ηρόδοτος (6,11), οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν στον Μαραθώνα με τέτοιο τρόπο ώστε η φάλαγγά[13] τους να έχει την ίδια έκταση κατά πλάτος με το περσικό στράτευμα, για να αποφύγουν την κύκλωση («υπερκέραση/υπερκέρωση»). Και ενώ το μισό της παρατάξεως ήταν αραιότερο και ασθενέστερο, τα δύο άκρα ήταν πολύ ισχυρά λόγω του εκεί πλήθους των στρατιωτών («το δε κέρας εκάτερον έρρωτο πλήθει»). Έτσι-και μόνο σ’ αυτή την περίσταση- εγκαταλείφθηκε ο σχηματισμός του πλινθίου και εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά οι αρχές τακτικής. «Η Αθηναϊκή παράταξη δεν βασίζεται στην αρχή της πυκνότητας αλλά στην αρχή της ευκαμψίας και της δυνατότητας ελιγμών. Ο μεγαλοφυής στρατιωτικός νους του Μιλτιάδη έφερε την πρώτη επανάσταση στον τομέα της τακτικής»[14]. Έτσι επιτεύχθηκε η νίκη. Τα ελληνικά ά κ ρ α απώθησαν τα περσικά, ενώ το κέντρο υποχωρούσε ελάχιστα, ώστε να σχηματισθεί ένα είδος ηλάγρας (=τανάλιας), που μέσα στις δαγκάνες της έκλεισε τον περσικό στρατό. Μοιραία επήλθε ανατροπή, φυγή προς τα πλοία και άγρια σφαγή. Κατά τον Ηρόδοτο, 6.400 Πέρσες νεκροί, έναντι 192 Αθηναίων και Πλαταιέων.
 
            Στη μάχη αυτή οι Αθηναίοι έδωσαν κι ένα υψηλό δείγμα του λεγόμενου πολιτισμού του πολέμου. Κατά τον περιηγητή Παυσανία (Α΄ 325), έθαψαν τους νεκρούς Πέρσες «ως πάντος όσιον ανθρώπου νεκρόν γη κρύψαι». Δυστυχώς, ούτε στα χρόνια του Περιηγητή (2 μ.Χ. αι.) υπήρχαν ίχνη του τάφου αυτού. Ίσως είχαν χαθεί στο βαλτώδες έδαφος της περιοχής.
 
Στα μετέπειτα χρόνια οι Αθηναίοι, όπως και οι λοιποί Έλληνες, κράτησαν ως προς τη φάλαγγα τον ίδιο σχηματισμό, μόνο που κατά τη διάρκεια του Κορινθιακού ή Βοιωτικού πολέμου (394/5-385) η Αθήνα ανέδειξε μια άλλη στρατιωτική ιδιοφυΐα, τον Ιφικράτη, τον δημιουργό των πρώτων στην ιστορία λεγόμενων σήμερα Μονάδων Καταδρομών, γνωστών με το πορτογαλικό «κομάντος». Αλλά οι «Ιφικράτειοι στρατιώτες» εκφεύγουν από τα όρια της παρούσας μελέτης. Ο αναγνώστης πάντως μπορεί να προσφύγει για περισσότερες πληροφορίες στα όσα γράφουμε γι’ αυτούς στους δεύτερους τόμους της Ιστορίας των αρχαίων Αθηνών και της αρχαίας Σπάρτης.
 
Ο Ιφικράτης, όμως με τις τολμηρές καινοτομίες του άνοιξε το δρόμο στον Επαμεινώνδα που εμφανίζεται, μετά την επαίσχυντη Ανταλκίδειο Ειρήνη (386 π.Χ.), όταν άρχισαν οι συγκρούσεις ανάμεσα στη Σπάρτη και στη Θήβα. Ο γράφων, παρότι Λάκων, δεν φείδεται στις συγγραφές του επαίνων για το Θηβαίο στρατηγό που νίκησε τον λακωνικό στρατό. Στην «Ιστορία της αρχαίας Σπάρτης» γράφουμε γι’ αυτόν τα εξής: «Έγινε ο πρώτος φιλόσοφος στρατηγός. Ο Κλαούζεβιτς της αρχαίας Ελλάδος» (τ. Β΄, σ. 426). Μόνο που τη φιλοσοφία του στα πολεμικά ο Επαμεινώνδας δεν την έγραψε στο χαρτί αλλά στα πεδία της μάχης των Λεύκτρων (371 π.Χ.) και της Μαντίνειας (362 π.Χ.).
 
Ο Επαμεινώνδας, επειδή οι δυνάμεις του υστερούσαν έναντι των Λακωνικών σε αριθμό στρατιωτών, εγκαινίασε την τακτική της Λοξής Φάλαγγας, η οποία συνίσταται στην πύκνωση-ενίσχυση του ενός κέρατος, δεξιού ή αριστερού, με εκλεκτά τμήματα και εξαπόλυση επιθέσεως, εν είδει σφήνας, προς το ασθενέστερο σημείο του αντιπάλου. Όπως γράφει ο σπουδαίος Γερμανός ιστορικός U. Wilken, «η επινόηση της νέας τακτικής από τον Επαμεινώνδα (…) αποτελεί σταθμό στη στρατιωτική τέχνη»[15]. Η «λοξή φάλαγξ» θα εξελιχθεί αργότερα από το Φίλιππο και έπαιξε ακόμη κάποιο ρόλο και στην νεότερη εποχή, όπως π.χ. στη μάχη του Λόυτεν όπου εφαρμόσθηκε από τον Μ. Φρειδερίκο[16]. Αλλά και η τακτική της χρησιμοποιήσεως των τεθωρακισμένων στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είναι παραλλαγή της Επαμεινώνδειας Λοξής Φάλαγγας. Ο μέχρι πρόσφατα θεωρούμενος σαν ο μεγαλύτερος θεωρητικός του πολέμου των νεότερων καιρών, ο Σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ, γράφει για τον Επαμεινώνδα τα εξής: «Ο Επαμεινώνδας όχι μόνο απομακρύνθηκε από τις τακτικές μεθόδους που είχαν καθιερωθεί από πείρα αιώνων, αλλά έβαλε τα θεμέλια νέων μεθόδων στη τακτική, την Στρατηγική και την Υψηλή Στρατηγική τις οποίες εγκολπώθηκαν οι μετέπειτα διδάσκαλοι της Πολεμικής Τέχνης για την περαιτέρω ανέλιξή της. Αυτή καθ’ αυτή η «υφή» των στρατηγικών σχεδίων του επέζησε και αναπλάστηκε. Η τακτική της «λοξής φάλαγγας», η οποία κατέστησε Μεγάλο τον Φρειδερίκο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία ελαφρά βελτίωση της μεθόδου της τακτικής του Επαμεινώνδα»[17].
 
Ένας άλλος αξιόλογος μελετητής της Επαμεινώνδειας τακτικής -και όχι μόνον-, ο Egon Friedell, παρατηρεί: «Ως τότε (δηλαδή ως την εποχή του Επαμεινώνδα) ήταν το δεξιό κέρας το επιθετικότερο και το ισχυρότερο, γιατί τα δόρατα έκλιναν ακούσια προς τα δεξιά. Επομένως η νίκη εξαρτιόταν πάντα από αυτό το κέρας»[18]. Ο Επαμεινώνδας έπραξε το αντίθετο. Στην μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), επειδή είχε λιγότερες δυνάμεις από τον Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεόμβροτο, ενίσχυσε το αριστερό κέρας (του έδωσε βάθος 50 ανδρών, ενώ οι Σπαρτιάτες διατήρησαν την ισοπαχή διάταξη των 8 ανδρών σε όλη την έκταση του μετώπου) και του έδωσε κατά την επίθεση τη μορφή σφήνας. Έτσι βέβαια αδυνάτιζε το αριστερό. Για την προστασία του χρησιμοποίησε το εκλεκτό βοιωτικό ιππικό που και σ’ αυτό έδωσε επιθετική αποστολή. Ωστόσο, την κύρια αποστολή είχε το αριστερό κέρας, που όσο προχωρούσε στις γραμμές των Σπαρτιατών, από λοξή η φάλαγγα γινόταν λοξότερη, έτσι που να συντελείται μια πλήρης μετάθεση του κέντρου βάρους της μάχης (Σ. Ι. Καργάκος: «Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης» τ. Β΄, σ. 428).
 
Αφού δημιουργούσε ρήγμα στο αριστερό, ο Επαμεινώνδας έστρεφε προς το κέντρο τη φάλαγγα και έθετε, όπως έπραξε και στη Μαντίνεια (362 π.Χ.) τους Σπαρτιάτες μεταξύ σφύρας και άκμονος. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε ο Επαμεινώνδας, και όπως γράφει ο Ξενοφών, «ακρισία και ταραχή έτι πλείων μετά την μάχην εγένετο ή πρόσθεν εν τη Ελλάδι»[19]. Δηλαδή, αβεβαιότητα και ταραχή επικράτησε στην Ελλάδα μεγαλύτερη απ’ ότι πριν. Αλλά η ιστορία δεν ανέχεται το κενό. Οι συγκρούσεις Αθηναίων, Σπαρτιατών και Θηβαίων ενέπλεξαν στο πολιτικό / πολεμικό τους παιχνίδι και τους Μακεδόνες, οι οποίοι είχαν, χάρη σε μια εκστρατεία του Πελοπίδα, προσδεθεί στο άρμα της βοιωτικής πολιτικής. Ως εγγύηση ασφάλειας ο Πελοπίδας έφερε στη Θήβα κι ένα μεγάλο αριθμό Μακεδόνων ευγενών, που φιλοξενήθηκαν στους επιφανέστερους θηβαϊκούς οίκους.

Η Μακεδονική Φάλαγγα
 
Ο θάνατος του Επαμεινώνδα άνοιξε την αυλαία για να εμφανισθεί στην ιστορική σκηνή ο καλύτερος μαθητής, ο Φίλιππος, που ήταν μεταξύ των νεαρών Μακεδόνων, τους οποίους ο Πελοπίδας είχε μεταφέρει στη Θήβα. Ο 15ετής γιος του Μακεδόνα βασιλιά Αμύντα Β΄ φιλοξενήθηκε στην οικία του στρατηγού και φιλοσόφου Παμμένη, έλαβε πλήρη ελληνική παιδεία, κυρίως, όμως, έμαθε όλους τους κανόνες της Επαμεινώνδειας τακτικής. Αλλ’ οι μεγάλοι στρατηλάτες δεν περιορίζονται στους κανόνες (που τους σπουδάζουν όλοι), προεκτείνονται στις εξαιρέσεις, που μετά από αυτούς γίνονται κανόνες. Ακόμη ο Φίλιππος γνώρισε και τις πολιτικές αδυναμίες των πόλεων της Ν. Ελλάδος. Έτσι, όταν σε ηλικία 19/20 ετών επανήλθε στη Μακεδονία και αφού απέκρουσε την επιδρομή των Ιλλυριών και εκτόπισε από το θρόνο τον ανήλικο ανεψιό του, αφοσιώθηκε στη δημιουργία ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους, στηριζόμενος σ’ έναν νέο τύπο στρατού που κύριος κορμός του ήταν η Μακεδονική φάλαγγα. Όπως γράφει ο Θεόδ. Σαράντης, «χωρίς δύναμη στρατιωτική, ένα κράτος, όσον ισχυρόν οικονομικώς κι αν είναι, όσα αποθέματα πνευματικών αγαθών κι αν διατηρεί, υπόκειται διαρκώς στον κίνδυνο του αφανισμού.  Όσο λεπτή και εύστροφη κι αν είναι, όσο ισχυρά τα δίκαια που εκφράζει και διεκδικεί, η γλώσσα της διπλωματίας είναι ανίσχυρη να επιβληθεί, αν δεν έχει συνεπίκουρο τη γλώσσα των όπλων και της δυνάμεως, η οποία πάντοτε πείθει»[20].
 
Ο Φίλιππος, ως νέος Ηρακλής, αντί της λεοντής, φρόντισε να αποκτήσει ένα ισχυρό ρόπαλο. Για το σκοπό αυτό καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατολογία σε όλη την έκταση της Μακεδονίας και δημιούργησε ένα στρατό «εθνικό» και όχι «πολιτικό», δηλαδή όχι στρατό πόλεων, όπως γινόταν στη Ν. Ελλάδα. Προς τούτο χώρισε τη Μακεδονία σε 12 στρατιωτικές περιφέρειες και δημιούργησε μια τάξη επαγγελματιών στρατιωτικών. Βάση του μακεδονικού στρατού ήταν μια άλλου τύπου φάλαγγα, παρότι έδωσε αυξημένο ρόλο στο ιππικό. Οι φαλαγγίτες, εύρωστοι και εύσωμοι Μακεδόνες, έφεραν ειδικό οπλισμό: περικεφαλαία, θώρακα, κυκλική ασπίδα και την περίφημη σάρισα, δόρυ μήκους 6-7 μέτρων. Τούτο σημαίνει ότι η μακεδονική σάρισα είχε μήκος διπλάσιο από το νοτιοελλαδιτικό δόρυ. Συνεπώς, ο Μακεδόνας φαλαγγίτης είχε το πλεονέκτημα του πρώτου κτυπήματος. Η αιχμή της σάρισας είχε μήκος 10 εκατοστά και το βάρος της ήταν 6-7 κιλά. Κατασκευαζόταν από ξύλο κρανιάς. Λόγω του μήκους έπρεπε την ώρα της μάχης να κρατιέται με τα δυο χέρια και να στηρίζεται στον ώμο. Γι αυτό η ασπίδα των φαλαγγιτών ήταν μικρή, προστάτευε μόνο το στήθος και κρατιόταν από το βραχίονα, ώστε να δίνει ευχέρεια στο αριστερό χέρι στην υποβοήθηση του δεξιού.
 
Οι φαλαγγίτες παρατάσσονταν κατά στοίχους («στοιχηδόν») και η παράταξή τους είχε βάθος 16 ανδρών. Η φάλαγγα ήταν χωρισμένη σε τετράγωνα. Κάθε τετράγωνο, που κατά το μήκος και το πλάτος ήταν παραταγμένοι 16 άνδρες, είχε σύνολο 256 και αποτελούσε ένα λόχο. Δυο λόχοι (512 άνδρες) αποτελούσαν την πεντακοσιαρχία και τρεις πεντακοσιαρχίες την τάξη. Όπως γράφουμε στα βιβλία μας[21], οι άνδρες των πέντε πρώτων γραμμών κρατούσαν τη σάρισα με τα δύο χέρια προτεταμένη, κατά τρόπο που η αιχμή της σάρισας του πέμπτου στην σειρά στρατιώτη να προεξέχει πέντε πόδια από τον πρώτο στρατιώτη. Του δεύτερου 10, του τρίτου 15 κ.ο.κ. Έτσι, οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής ήσαν προστατευμένοι από τις προέχουσες αιχμές πέντε σαρισών. Οι αντίπαλοι στρατιώτες δεν μπορούσαν εύκολα να πλήξουν την πρώτη γραμμή, λόγω βραχύτητας του δικού τους δόρατος. Με τη διάταξη αυτή σχηματιζόταν ένα κινούμενο τοίχος από αιχμές σαρισών, που βάδιζε προς τα εμπρός σαν χιονοστιβάδα. Οι στρατιώτες των υπολοίπων 11 γραμμών κατά την παράταξη μάχης κρατούσαν τη σάρισα όρθια. Όταν σκοτωνόταν ή πληγωνόταν στρατιώτης από τις πρώτες γραμμές, τότε τη θέση του, με προτεταμένη τη σάρισα, έπαιρνε ο όπισθεν αυτού ερχόμενος στρατιώτης. Έτσι στις πέντε πρώτες γραμμές δεν υπήρχε σε ώρα μάχης κανένα κενό[22].
 
Η φάλαγγα λόγω του γρανιτώδους σχηματισμού της είχε μια ευπάθεια: μπορούσε να προσβληθεί από τα πλάγια. Αλλά και για αυτό είχε μεριμνήσει ο Φίλιππος. Γράφει Έλληνας μελετητής: «Η φάλαγγα αποτελούσε την αμυντική πτέρυγα που μπορούσε να δράσει μόνο ως συμπαγής μάζα με το δάσος από τις σάρισες. Επειδή η φάλαγγα δεν μπορούσε να αλλάξει μέτωπο, ανάλογα με τις περιστάσεις τα πλευρά της τα προστάτευαν από ενδεχόμενες πλευροκοπήσεις των αντιπάλων τα ελαφρά σώματα»[23].
 
Ο Φίλιππος είχε βέβαια και άλλα ειδικά σώματα, τοξότες, ακοντιστές, βηματιστές (=ανιχνευτές), το τελειότερο μηχανικό, που πέρα από την πλευρική κάλυψη της φάλαγγας, είχαν κι άλλες αποστολές. Ωστόσο, η άλλη μεγάλη καινοτομία του ήταν το ειδικά απαρτισμένο και καταρτισμένο ιππικό που ήταν η κύρια επιθετική του αιχμή. Ήταν η δική του λοξή φάλαγγα. Αλλά η εξέταση των άλλων στρατιωτικών καινοτομιών του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου εκφεύγουν από τα όρια της παρούσας μελέτης.
 
Χάρη στις τολμηρές αυτές καινοτομίες οι Φίλιππος και Αλέξανδρος συνέτριψαν Θηβαίους και Αθηναίους στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.) και ακολούθως ο «αήττητος παις» κατήγαγε τις περιφανείς νίκες στην Ασία, όπου όμως υποχρεώθηκε, λόγω ειδικών εδαφικών και πολεμικών συνθηκών, να επινοήσει νέες τεχνικές μάχης και να δημιουργήσει νέου τύπου μονάδες (ακόμη και «πτηνούς στρατιώτες», δηλ. φτερωτούς), για να μπορέσει να φθάσει πάντα νικητής ως την Ινδία[24]. Οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου μπορεί κατά μίμηση των Περσών/Ινδών να έκαναν χρήση και των ελεφάντων ως «θωρηκτών ξηράς» και χάρη σε αυτούς να είχαν αρκετές επιτυχίες στους μεταξύ τους πολέμους, επίσης κατά των Γαλατών και ειδικά ο Πύρρος αρχικά κατά των Ρωμαίων. Ωστόσο η χρήση αυτή δεν συνιστούσε βαθύτερη αλλαγή της στρατιωτικής δομής. Τελικά η ρωμαϊκήλεγεώναφάνηκευπέρτερηστηντελευταία μάχη του Πύρρου στο Βενεβέντο της Ιταλίας. Κυρίως όμως η υπεροχή της ρωμαϊκήςλεγεώναςέναντιτηςΜακεδονικής φάνηκε στις κρίσιμες μάχες που δόθηκαν στις Κυνός Κεφαλές της Θεσσαλίας το 197 π.Χ. και στην Πύδνα το 168 π.Χ. Οι Μακεδόνες βασιλείς Φίλιππος Ε΄ και Περσεύς νικήθηκαν κατά κράτος από τους ύπατους Κόιντο Φλαμινίνο και Αιμίλιο Παύλο.
 
Η Ρωμαϊκή Λεγεώνα
 
Oι Ρωμαίοι[25], αντλώντας διδάγματα από τους Έλληνες και τους Καρχηδόνιους, δημιούργησαν τον τελειότερο στρατό της αρχαιότητας. Όλοι οι πολίτες από τα 17 μέχρι τα 60 χρόνια υπόκεινται σε στράτευση (μέχρι τα 45 τακτική και μετά εφεδρική). Απαλλάσσονταν οι προλετάριοι, οι μη έχοντες περιουσία, επειδή λόγω πενίας δεν είχαν τίποτε να υπερασπίσουν ή για το οποίο να αγωνισθούν. Ο ρωμαϊκόςστρατόςδενείναι μόνιμος· αποτελεί ένα είδος εθνοφυλακής, που συγκεντρωνόταν όταν παρουσιαζόταν έκτατη πολεμική κατάσταση (επιδρομή).
 
 Βασικός πυρήνας του Ρωμαϊκούστρατού είναι η λεγεώνα (Λατ. legio από το ρ. lego = συναθροίζω). Η λεγεώνα είναι ένα σύνολο μαχητών κι ένας πολύπλοκος σχηματισμός μάχης που έπαιρνε πολλές μορφές, παρόλο που κατά την παράταξη είχε τετράγωνο σχήμα. Την αποτελούσαν 4.200 βαριά οπλισμένοι στρατιώτες (milites) και 300 ιππείς (equites). Οι οπλίτες κατά ηλικία τοποθετούνται σε τρεις γραμμές[26]. Κάθε γραμμή διαιρείται σε 10 σπείρες και κάθε σπείρα σε 10 λόχους. Οι ιππείς κάθε λεγεώνας χωρίζονται σε 10 ίλες. Μετά την κατάκτηση της Ιταλίας άρχισε απ’ όλη τη χερσόνησο στρατολογία για το σχηματισμό βοηθητικών σωμάτων. Αυτοί λέγονται σύμμαχοι (socii). Οι μισθοφόροι και οι ελαφρά οπλισμένοι ονομάζονται επίκουροι. Αυτό πάντως που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη καινοτομία των Ρωμαίων ως προς το σχηματισμό της λεγεώνας δεν ήταν ότι τα διάφορα τμήματά της σχημάτιζαν ένα τετράγωνο, αλλά το ότι εντός του τετραγώνου αυτού υπήρχαν τετράγωνα κενά ισομεγέθη προς τα παράπλευρα τετράγωνα τα πλήρη ανδρών. Ο αναγνώστης για να έχει μια οπτική εικόνα της λεγεώνας κατά τη μάχη, πρέπει να την φανταστεί σαν ένα τεράστιο σκάκι. Τα μαύρα τετράγωνα να τα φανταστεί πλήρη λεγεωναρίων και τα λευκά εντελώς κενά. Αυτό έδινε στη λεγεώνα οπτικά διπλάσιο όγκο απ’ ό,τι αν είχε πυκνή διάταξη, επιπλέον τα κενά τετράγωνα παρείχαν ευχέρεια κινήσεων και πολλαπλών μετασχηματισμών κατά τη μάχη (τριγώνου, κύκλου, κ.λπ.).
 
Αρχικά, αρχηγοί της λεγεώνας ήσαν οι ύπατοι. Αλλ’ επειδή αυτοί επωμίσθηκαν σταδιακά πολιτικά καθήκοντα, τη διοίκηση του σώματος αυτού αναλαμβάνουν έξι χιλίαρχοι που είχαν υπό τις διαταγές τους 60 λοχαγούς. Χαμηλότερος βαθμός είναι αυτός του εκατόνταρχου (centurio). Επιθετικά όπλα των λεγεωναρίων είναι το ξίφος, το δόρυ και το ακόντιο· και αμυντικά, η περικεφαλαία, ο θώρακας, η ασπίδα και οι κνημίδες. Επειδή οι Ρωμαίοι υποχρεώθηκαν να πολεμήσουν κατά οχυρωμένων πόλεων, ανέπτυξαν σπουδαίο μηχανικό με πολλές και πολύπλοκες πολεμικές μηχανές (ξύλινοι πύργοι, όναγρος, καταπέλτης, κριός κ.λπ.). Το ρωμαϊκόστρατόπεδο, ότανβρίσκεταισεανοικτό πεδίο, δίνει εντύπωση φρουρίου. Προστατεύεται με χαντάκι, ανάχωμα, ξύλινο φράγμα, πύργους κ.λπ.
 
Η δύναμη του ρωμαϊκούστρατού, πέρααπό την άσκηση, τη σκληραγωγία, την ταχύτητα, την ευελιξία (η ρωμαϊκήλεγεώνα είναι πιο ευέλικτη από την ελληνική φάλαγγα), βρίσκεται στην πειθαρχία (disciplina). Σε περίπτωση μάλιστα ομαδικών παραπτωμάτων επιβάλλεται ο λεγόμενος δεκατισμός, δηλαδή επιλέγεται με κλήρο ένας στρατιώτης μεταξύ δέκα και εκτελείται. Ελαφρότερη τιμωρία είναι η μαστίγωση και η αποπομπή από το στράτευμα.
 
Στα χρόνια του Μάριου (156-86 π.Χ.) ο σχηματισμός της λεγεώνας άλλαξε. Η δύναμη της αυξήθηκε σε 6.000 άνδρες και χωρίστηκε όχι όπως παλιά σε σπείρες (λόχους) αλλά σε 10 κοόρτεις (cohorts), δηλαδή τάγματα. Η εκγύμναση των λεγεωναρίων ακολούθησε τα πρότυπα των μονομάχων. Επίσης ο Μάριος ενέταξε στο στρατό και τους προλετάριους. Κάθε λεγεωνάριος ελάμβανε στρατιωτικό μισθό κι έτσι σχηματίστηκε ένας μόνιμος επαγγελματικός στρατός, άριστη πολεμική μηχανή, που πολεμούσε, όμως, όχι για την πατρίδα αλλά για το μισθό και γι’ αυτό οι λεγεώνες (που αυξήθηκαν σε αριθμό) έγιναν όργανα φιλόδοξων στρατηγών, που θανάτωσαν τη δημοκρατία, επέβαλαν αρχικά την ισόβια δικτατορία, η οποία μετά τον Οκταβιανό μεταβλήθηκε σε αυτοκρατορία.
----------------------------------
Σημειώσεις
[1] Προκειμένου περί οστών, φάλαγγες καλούνται τα τρία επιμήκη οστά των δακτύλων και των ποδιών, πλην του αντίχειρα και του μεγάλου δακτύλου. Από την ονομασία αυτή των οστών, ειδικά των ποδιών, προέκυψε ή ονομασία «φάλαγγα» με την έννοια του βασανιστηρίου (μαστίγωση ή ραβδισμός πελμάτων), που είναι γνωστό ως «μαρτύριο της φάλαγγας».
[2] Οι ελαφρά οπλισμένοι που έφεραν ακόντιο και «πέλτη», δηλαδή ελαφριά ασπίδα, λεγόταν πελταστές. Οι μαχόμενοι με τόξο -έστω και αν έφεραν ελαφριά ασπίδα- λεγόταν τοξότες. Όμοια και οι λοιποί ελαφρά οπλισμένοι (π.χ. σφενδονήτες) που λέγονταν όλοι «ψιλοί» (ψιλός=γυμνός και επί στρατιωτών ελαφρά οπλισμένος).
[3] 3 Κώστας Παπαϊωάννου: «ΤέχνηκαιπολιτισμόςστηνΑρχαία Ελλάδα», Εναλλακτικές εκδόσεις 1998, σ. 131.
[4] 4 Σαράντος Ι. Καργάκος: «Ιστορία της Αρχαίας Σπάρτης» , εκδόσεις Cutenberg 2006, τ. Α΄, σ. 479.
[5] 5 Victor D. Hanson: «Ο Δυτικός τρόπος πολέμου» εκδ. Κ. Τουρίκη, Αθήνα 2003, σ. 92. Ειδικά για τον οπλισμό των Σπαρτιατών ενδιαφέροντα είναι τα βιβλία του Γεωργίου Σταϊνχάουερ: «ΟΠόλεμοςστηνΑρχαίαΕλλάδα»εκδ. Παπαδήμας, Αθήνα 2000 και του S.N. Snodgrass: «Τα επιθετικά και αμυντικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων» εκδ.
University Studio Press [6]  Σ.Ι. Καργάκος, όπ.π. τ. Α΄, σ. 482. [7] Οι ξένοι, αδυνατώντας να κατανοήσουν ότι το «έρως» δεν είναι «love» ούτε η παιδεραστία ομοφυλοφιλία, έχουν δημιουργήσει γύρω από τους Σπαρτιάτες και τους Έλληνες μαχητές ειδικά μια αισχρή επιστημονικοφανή μυθολογία. Ο Ξενοφών που γνώρισε τη Σπάρτη σε χρόνια ακμής παρατηρεί για τα Σπαρτιάτικα ήθη: «Ει δε τις παιδός σώματος ορεγόμενος φανείη, αίσχιστον τούτο θεός εποίησεν εν Λακεδαίμονι μηδέν ήττον εραστάς παιδικών απέχεσθαι ή γονείς παίδων ή και αδελφοί αδελφών εις αφροδίσια απέχονται» (Λακεδαιμονίων Πολιτεία 2,3), [Εάν κάποιος φαινόταν ότι ορεγόταν το παιδικό σώμα, (ο Λυκούργος) επειδή τούτο το θεώρησε αναίσχυντο, ενομοθέτησε να απέχουν οι εραστές από τους παιδικούς έρωτες, όσο αποφεύγουν τις ερωτικές σχέσεις οι γονείς με τα παιδιά τους και οι αδελφοί με τις αδελφές τους]. Αλλά και ο πολύ μεταγενέστερος Αιλιανός, στηριζόμενος σε μαρτυρίες παλιές ή και σε σύγχρονα δεδομένα παρατηρεί: «Σπαρτιάτης δε έρως αισχρόν ούκ οίδεν είτε γάρ μειράκιον ετόλμησεν ύβριν υπομείναι εραστής υβρίσαι, αλλ’ ουδετέρους ελυσιτέλησε την Σπάρτην καταμιάναι· ή γάρ πατρίδος απηλλάγησαν ή και έτι θερμότερον και του βίου αυτών» (Ποικίλη στοά Γ΄ 12), [Ο σπαρτιατικός έρωτας δε γνωρίζει τίποτε αισχρό. Διότι, είτε το παιδάριο που ετόλμησε να υπομείνει την ασέλγεια είτε ο εραστής που τόλμησε να το προσβάλει, σε κανέναν δεν υπήρξε ωφέλιμο να κηλιδώσουν τη Σπάρτη. Διότι, ή εξορίστηκαν ή υπέστησαν κάτι ακόμη σκληρότερο: έχασαν τη ζωή τους. Δηλαδή εκτελέστηκαν].
[8]  Σ.Ι. Καργάκος, όπ. π. τ. Α΄.
[9]  Η διφαλαγγαρχία λεγόταν ακόμη «αποτομή» και «στρατηγία»
[10] Ακόμη και σήμερα ακούγεται το παράγγελμα: «τους ζυγούς λύσατε…»!
[11] Το «ευώνυμος» προέκυψε κατά ευφημισμό. Στην αρχαιότητα, κατά πρόληψη ή δεισιδαιμονία, η δεξιά πλευρά δήλωνε εύνοια και η αριστερή τη συμφορά. Για την αποτροπή της συμφοράς, και μάλιστα σε ώρα μάχης, γινόταν καταφυγή στον λεγόμενο ευφημισμό: το να ονομάζουμε κάτι δυσάρεστο με όνομα ευάρεστο. Π.χ. Εύξεινος (ενώ είναι άξενος) Πόντος. Και σήμερα μια κακή αρρώστια τη λέμε «ευλογιά», ενώ το ξίδι το λέμε και «γλυκάδι».
[12] Τη διάταξη αυτή προσδιόρισε επιγραμματικά ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης στην περίφημη μάχη της Γράνας (10 Αυγούστου 1821) με τη φράση «κώλο με κώλο».
[13] Οφείλουμε εδώ να προσθέσουμε ότι μετά την εγκαθίδρυση δημοκρατίας (508π.χ.) από τον Κλεισθένη, οι Αθηναίοι ως προς τον στρατό τους μιμήθηκαν τους Λακεδαιμόνιους. Όπως γράφουμε στην τρίτομη «Ιστορία των Αρχαίων Αθηνών» (Cutenberg 2004) «έδειξαν περισσότερη εμπιστοσύνη στο δόρυ παρά στην ιππική λόγχη» (τ. Α σ. 635).
[14] Σ. Ι. Καργάκος, όπ. π., τ. Α΄ σ. 477.
[15] U. Wilken: «Αρχαία Ελληνική Ιστορία», εκδ. Παπαζήση, σ. 275.
[16] Αυτό, άλλωστε, ήταν το σχέδιο ανωτάτων Τούρκων αξιωματικών, σχέδιο που εκπονήθηκε το 2003 και αποκαλύφθηκε πρόσφατα. Το σχέδιο, γνωστό ως «Βαριοπούλα» θα έπληττε τις ελληνικές δυνάμεις στο Ν. Έβρου στο λεπτότερο σημείο του νομού, στην περιοχή Διδυμοτείχου με άμεσο αντικειμενικό σκοπό οι προωθούμενες τουρκικές δυνάμεις, κατά μήνα Σεπτέμβριο όπου τα νερά του Έβρου φθάνουν το 1,5 μ., με κάλυψη τον Ερυθροπόταμο / Ξηροπόταμο, θα έφθαναν ως τα βουλγαρικά σύνορα και θα τεμάχιζαν το νομό και τις εκεί ελληνικές δυνάμεις. Εξυπακούεται ότι οι Β. του Διδυμοτείχου ελληνικές δυνάμεις θα απομονώνονταν και ακολούθως, με πολιτική μέτρων «ήπιας προσαρμογής», το ελληνικό στοιχείο θα εξαφανιζόταν από την περιοχή.
[17] Σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ: «Οι Μεγάλοι πόλεμοι της Ιστορίας» σ. 40.
[18] Egon Friedell: «Πολιτιστική πορεία της Αρχαίας Ελλάδος» εκδ. Πορεία, 1994, σ. 302.
[19] Ξενοφών: «Ελληνικά» Ζ΄, 5, 27.
[20] Θεόδωρος Σαράντης: «Ο μέγας Αλέξανδρος από την ιστορία έως τον θρύλο» Αθήνα 1983, σ. 78.
[21] Σ. Ι. Καργάκος: «Φίλιππος και Αλέξανδρος ως στρατιωτικοί και πολιτικοί ηγέτες» (Cutenberg 1993, σ. 18 κ.έ.) και «Ιστορία του Ελληνικού Κόσμου και του Μείζονος Χώρου» (Cutenberg 1999, τ. Α΄, σ. 263-264 κ.έ.).
[22] Για την Μακεδονική φάλαγγα σπουδαία πραγματεία είχε γράψει ο στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης (ήταν στρατιωτικός επίτροπος στην «Δίκη των Έξι» και την είχε προτάξει στην εισαγωγή της εκδόσεως του Αρριανού από τη βιβλιοθήκη Ζαχαρόπουλου), σ. 42.
[23] Δημ. Σαμσάρης, όπ. π., σ. 22.
[24] Για τις αλλαγές αυτές το βλ. το ειδικό τεύχος του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», φυλ. 22, 3 Ιουνίου 1983 «Κρίσεις και πρόοδος», όπου το ειδικό μελέτημα του γράφοντος «Η κρίση της στρατιωτικής τακτικής» σ.62-74.
[25] Σ. Ι Καργάκος: «Ιστορία του Ελληνικού κόσμου και του Μείζονος Χώρου» τ. Α΄, σ. 401.
[26] Πιο συγκεκριμένα, στις πρώτες γραμμές τοποθετούνται οι λεγόμενοι λογχοφόροι (hastati) περίπου 1200, στο μέσο οι πιο ακμαίοι σε ηλικία, ονομαζόμενοι principes (περίπου 1200), ενώ την τρίτη γραμμή κρατούν οι πρεσβύτεροι και εμπειρότεροι (περίπου 600), οι λεγόμενοι triarii. Πίσω από αυτούς τοποθετούνται περίπου 1200.

Ιερές τελετές και αυτογνωσία

Όπως λέει ο Πλάτων στον «Αλκιβιάδη, 133.b», η ψυχή εισερχόμενη στον εαυτό θα δει και όλα τα άλλα και τον θεό. Και συγκεντρωμένη προς την ένωσή της και το κέντρο της ζωής και ξεπερνώντας το πλήθος και την ποικιλία των κάθε είδους δυνάμεων που βρίσκονται σε αυτήν, ανεβαίνει στη ίδια την άκρα «περιωπή» [παρατηρητήριο] των όντων όπως λέει στον «Πολιτικό, 272.b» ο Πλάτων.

Και όπως ακριβώς στις πιο ιερές τελετές λένε ότι οι μύστες στην αρχή συναντούν πολυποίκιλα και πολυειδή αυτά τα γένη των θεών που έχουν προπορευτεί, ενώ, αν εισέλθουν ατάραχοι και προστατευόμενοι από τις τελετές, την ίδια τη θεία έλλαμψη ακραιφνώς εγκολπώνονται και «γυμνοί», όπως εκείνοι λένε, του θείου μεταλαμβάνουν, κατά τον ίδιο τρόπο και εν τη θεωρία των όλων η ψυχή η οποία κοιτάζει αυτά που βρίσκονται μετά από αυτήν, βλέπει τις σκιές και τα είδωλα των όντων, ενώ, αν στραφεί προς τον εαυτό της, ξεδιπλώνει τη δική της ουσία και τους δικούς της λογικούς προσδιορισμούς.

Και αρχικά, καθώς βλέπει μόνο τον εαυτό της, εμβαθύνει στην αυτογνωσία της και βρίσκει τον νου μέσα της και τις βαθμίδες των όντων, και προχωρώντας στο εσωτερικό της και περίπου στο άδυτο της ψυχής, εκεί «με κλειστά τα μάτια» (εξ ου και μύηση) παρατηρεί (εξ ου και εποπτεία) και «το γένος των θεών» και τις ενάδες των όντων. Γιατί όλα υπάρχουν εντός μας με τρόπο ψυχικό και για αυτό από τη φύση μας τα γνωρίζουμε όλα, αφυπνίζοντας τις δυνάμεις που βρίσκονται εντός μας και τις εικόνες των πάντων".

Πρόκλος, «Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, Α,1.15 – 1.17»

Δεν υπάρχει ανιδιοτέλεια

Θυσιαστήκαμε κι αυτό δεν εκτιμήθηκε, δεν ανταποδώθηκε, μείναμε με τη γενναιοδωρία αμανάτι και την ανιδιοτέλειά μας κάδρο στο σαλόνι να ‘χουμε να καμαρώνουμε, να καθυστερήσει κι άλλο η συνειδητοποίηση. Ένα πρώτο βήμα που ίσως βοηθήσει είναι να παραδεχτούμε ότι δεν υπάρχει ανιδιοτέλεια. Ξέρω ότι είναι πολύ εύκολο να αναγνωρίσουμε την απουσία της στους άλλους, η αλήθεια όμως είναι ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν υπάρχουν διακρίσεις. Δεν υπάρχει σε κανέναν και για κανέναν. Είναι μια πολύ ωραία λέξη, εύηχη, κουλτουριάρα και βαρύγδουπη. Καμαρώνεις να την ακούσεις απ’ το πεντάχρονο ανίψι σου, είναι σοφιστικέ για κουβέντα σε cocktail καταστάσεις και βολεύει και για δεκάδες ρίμες. Εκεί ξεκινάει κι εκεί τελειώνει η χρησιμότητά της.

Μέσα σε κάθε «ανιδιοτελή» πράξη μας κρύβεται ένα κίνητρο ιδιοτέλειας, είτε αντέχει η ιδιοσυγκρασία μας να σηκώσει αυτή την παραδοχή, είτε όχι.

Το κίνητρο δεν είναι απαραίτητα σκόπιμο και συνειδητό, γι’ αυτό μην αρχίσετε να φέρνετε στο νου καταστάσεις που είστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι το κάνατε το καλό μόνο για χάρη του άλλου. Όλοι έχουμε τέτοιες στιγμές ν’ ανασύρουμε και ν’ απαριθμήσουμε. Πολλές φορές η ανταμοιβή μας θα είναι απλώς και μόνο η αγαλλίαση του ότι προσφέραμε. Αυτές οι φορές όμως στην πραγματικότητα δε θα ‘ναι όντως και τόσες πολλές. Τις περισσότερες υπάρχει ένα προσδοκώμενο φιλόδοξο αντίκρισμα: απ’ το να μας φερθούν παρομοίως, μέχρι το να χειραγωγήσουμε μέσω της έντονης προσφοράς μας.

Σαφώς και δεν είμαστε οι καλοί Σαμαρείτες που ορισμένοι φαντασιώνεστε. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είμαστε και τα καθάρματα που υποψιάζεστε. Για την ακρίβεια επιβεβαιώνουμε απλώς έναν απ’ τους πιο βασικούς νόμους της ύπαρξής μας. Δίνουμε για να λάβουμε. Τόσο απλό. Τρανή απόδειξη αυτού δεν είναι παρά το πόσο εξοργιζόμαστε όταν τελικά δε λαμβάνουμε. Αν υπήρχε η περιβόητη ανιδιοτέλεια προς τι τόση οργή; Γιατί κόβουμε μαχαίρι τις γενναιοδωρίες όταν πλέον ο άλλος δε μας ενδιαφέρει και κυρίως γιατί τόση επαναληπτικότητα στα τραγούδια;

Κι ακόμη κι αν στο ερωτικό είναι κάπως πιο εύκολο να ξεκαθαρίσουμε δράσεις κι αντιδράσεις, το πράγμα μπερδεύεται όταν μιλάμε για ανιδιοτέλεια και φιλία. Ή ακόμα πιο ζόρικα, για ανιδιοτέλεια κι οικογένεια. Ας μη γελιόμαστε ωστόσο· κι εκεί μία απ’ τα ίδια ισχύουν κι ας μεταφράζεται το αντίκρισμα σε έννοιες όπως αποδοχή, υπερηφάνια, διατήρηση θέρμης κι οικειότητας.  Στις δε φιλικές κι οικογενειακές σχέσεις, παίζει εντονότερα κι ο παράγοντας της υποχρέωσης – ο πιο καταπιεστικός απ’ όλους τους λόγους για να προσφέρεις κάτι. Το κάνεις γιατί νιώθεις υποχρεωμένος, γιατί έτσι φέρεται ο σωστός κολλητός ή γιος, γιατί μέσα απ’ το δόσιμό σου ενισχύεις την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Και για να γλυτώσεις από τυχόν Ερινύες. Και πάλι δηλαδή το κίνητρο δεν είναι παρά η δική σου ανακούφιση.

Στα ερωτικά η υποχρέωση παίρνει τη μορφή ενός αόρατου manual που προσπαθούμε ν’ ακολουθήσουμε κατά γράμμα, συνήθως για να κρατάμε τα νερά σε νηνεμία. Οι άνθρωποι ερχόμαστε στον κόσμο με προορισμό να σχετιστούμε αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε καν πώς πρέπει να το κάνουμε. Έτσι συμπεριφερόμαστε, παρατηρώντας τους άλλους γύρω μας. Τους γονείς μας, τα φιλικά μας ζευγάρια, όλα όσα προστάζει το Χόλιγουντ κι η λογοτεχνία. Εξαγοράζουμε με δώρα τη διαλλακτικότητα ή τη συγχώρεση του άλλου, χρησιμοποιούμε φράσεις κονσέρβες των οποίων την επιτυχία θεωρούμε εγγυημένη, συμβιβαζόμαστε ή προσπαθούμε για το «καλό» της σχέσης και φροντίζουμε να το υπενθυμίζουμε διαρκώς στον άμεσα ενδιαφερόμενο. Σαφώς κι η έννοια μας ούτε εδώ είναι μην και το ξεχάσει ή δεν το παρατηρήσει.

Βέβαια υπάρχουν κι εκείνοι που θα επιμείνουν -και θα το αισθάνονται- ότι μοναδικός σκοπός τους είναι να κάνουν τον άλλο ευτυχισμένο κι ότι η γενναιοδωρία τους πηγάζει από ατόφια, ακατέργαστη αγάπη. Όσο όμως ανιδιοτελής δεν είναι η γενναιοδωρία, άλλο τόσο δεν είναι κι η αγάπη. Μόνο που αυτό δεν ξέρω αν θα ‘μαστε ποτέ έτοιμοι για να το κουβεντιάσουμε.

Γεννιόμαστε ή γινόμαστε αλτρουιστές;

Ο άνθρωπος ίσως είναι βιολογικά προορισμένος να συνεργάζεται. H επιλογή της συνεργασίας και της αλτρουιστικής συμπεριφοράς ερεθίζει τα κέντρα της ευχαρίστησης στον εγκέφαλο. Αυτό το «νευρωνικό κύκλωμα» ανταμοιβής πιθανότατα αποτελεί τη βάση του αλτρουισμού. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: στη σαβάνα της Πλειστοκαίνου εποχής οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν σε ομάδες, διότι ήταν σχεδόν αδύνατο να ζήσουν μόνοι τους από πρακτική – και όχι από συναισθηματική – άποψη.

H πρώτη πράξη αλτρουισμού
Σύμφωνα με τον Eccles, το πρώτο απτό δείγμα αλτρουιστικής πράξης έρχεται πριν από 60.000 χρόνια: βρέθηκε ο σκελετός ενός ανθρώπου Νεάντερταλ με εκ γενετής προβλήματα τέτοιου είδους, που δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ως την ηλικία των 40 ετών αν δεν τον είχαν φροντίσει οι δικοί του άνθρωποι, π.χ. δίνοντάς του μασημένη τροφή. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το δαρβινικό δόγμα της επιβίωσης του ισχυροτέρου.
 
H βιολογική βάση του αλτρουισμού
H πρώτη ένδειξη ότι ο αλτρουισμός έχει βιολογική βάση βρέθηκε το 1984, σε πειράματα με πιθήκους που έμαθαν να τραβάνε δύο αλυσίδες: στη μία περίπτωση τραβώντας την αλυσίδα εξασφάλιζαν φαγητό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξασφάλιζαν περισσότερο φαγητό αλλά ταυτόχρονα έβλεπαν ότι δινόταν ηλεκτροσόκ σε κάποιον άλλο πίθηκο. Πολύ σύντομα η πλειονότητα των πιθήκων του πειράματος προτιμούσε να τραβάει την αλυσίδα που δεν συνεπαγόταν ηλεκτροσόκ για τους άλλους, παρά το ότι σήμαινε λιγότερο φαγητό. Το συμπέρασμα; Τα άτομα στενοχωριούνται με τον πόνο του άλλου και προβαίνουν σε πράξεις για να τον σταματήσουν, ακόμη και αν οι ίδιοι χάνουν κάτι.
 
Επιστήμονες εντόπισαν «νευρώνες-καθρέφτες» στον προκινητικό φλοιό του εγκεφάλου πιθήκων και ανθρώπων. Το χαρακτηριστικό αυτών των νευρώνων είναι ότι ενεργοποιούνται τόσο όταν το άτομο κάνει μια πράξη όσο και όταν παρακολουθεί τον πειραματιστή να προβαίνει στην ίδια πράξη. Οι επιστήμονες συμπέραναν ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι «καλωδιωμένος» να αντιλαμβάνεται τη συναισθηματική εμπειρία του άλλου και να κινητοποιείται για να κάνει κάτι.
 
Με την τεχνική του f MRI βρέθηκε ότι υπάρχει μια βιολογικά προκαθορισμένη βάση για αλτρουιστική συμπεριφορά: συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται όταν τα εξεταζόμενα υποκείμενα έπαιζαν το παιχνίδι «δίλημμα του φυλακισμένου» και αποφάσιζαν να δείξουν εμπιστοσύνη και να συνεργαστούν μεταξύ τους, παρά να αλληλοπροδοθούν για άμεσο κέρδος, λένε ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Emory (η έρευνα δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Neuron»). H έρευνα αυτή για πρώτη φορά δείχνει ότι η συνεργασία και ο αλτρουισμός αποτελούν εσωτερική ανταμοιβή για τον εγκέφαλο, ακόμη και όταν υπάρχει εξωτερική πίεση για το αντίθετο, δηλώνει ο Δρ Berns. H βάση του αλτρουισμού είναι βιολογική: είτε γενετικά προγραμματισμένη είτε εξελισσόμενη μέσω της κοινωνικοποίησης στην παιδική και εφηβική ηλικία.
 
H θεωρία των «εγωιστικών γονιδίων»
Ο εξελικτικός βιολόγος Richard Dawkins στο βιβλίο του «Selfish Gene» εξηγεί ότι τα γονίδια συμπεριφέρονται σαν να είναι οντότητες με προσωπικό συμφέρον. Και αφού ο άνθρωπος αποτελείται από γονίδια, άρα είναι ένας οργανισμός που δημιουργήθηκε από γονίδια για να αυξηθούν οι πιθανότητες της αναπαραγωγής αυτών των γονιδίων. Τα γονίδια θεωρούνται «εγωιστικά», με την έννοια ότι ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι η επιβίωσή τους. H συνεργασία και ο αλτρουισμός είναι εξίσου σημαντικά με τον ανταγωνισμό για την επιβίωση των γονιδίων.
 
H υπόθεση του μεγάλου λάθους
Οι δρες John Tooby και Leda Cosmides προτείνουν ότι η συγγενική επιλογή είναι η δύναμη πίσω από το ένστικτο για την ευρύτερη συνεργασία στη σύγχρονη εποχή. Αυτή η ιδέα ονομάζεται «υπόθεση του μεγάλου λάθους». Ο άνθρωπος εξελίχθηκε στη σαβάνα, όπου ήταν απαραίτητη η συνεργασία για τροφή, καταφύγιο και ασφάλεια, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα συγγενικά γονίδια θα επιβίωναν. Ο εγκέφαλός μας προσαρμόστηκε στις απαιτήσεις της σαβάνας και όχι στις πολυσύνθετες σύγχρονες κοινωνίες, τις οποίες «λανθασμένα» εκλαμβάνουμε ως συγγενικές ομάδες. Επομένως, η συνεργασία στη σύγχρονη εποχή είναι κατά κάποιον τρόπο δυσλειτουργικό υποπροϊόν της συγγενικής επιλογής. Ετσι εξακολουθούμε να βοηθούμε τον διπλανό μας ακόμη και όταν δεν έχουμε άμεσο όφελος, αφού δεν διαθέτει σημαντικό ποσοστό των γονιδίων μας, σε αντίθεση με την οικογένειά μας.
 
H ομαδική ζωή χρειάζεται… μυαλό!
Τα μέλη της ομάδας πρέπει να θυμούνται ποιοι αποτελούν την ομάδα, τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς επίσης και να βρουν τρόπους επικοινωνίας για να εδραιώσουν συνεννόηση και εμπιστοσύνη. Ο Robin Dunbar πρότεινε ότι το αυξημένο μέγεθος του εγκεφάλου των πιθηκοειδών και του ανθρώπου σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις ομάδας συγκεκριμένου μεγέθους. H συνεργασία λοιπόν συνετέλεσε στην αύξηση του μεγέθους του ανθρώπινου εγκεφάλου.
 
Πρόσφατες έρευνες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης έδειξαν ότι ο αλτρουισμός βελτίωσε την ψυχική και σωματική υγεία καθώς και τη μακροζωία 400 ηλικιωμένων ζευγαριών. Πιθανότατα υπεύθυνος είναι ο βιολογικός μηχανισμός που καταστέλλει τις αντιδράσεις στρες και ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον εγκέφαλο και τα συναισθήματα.
 
Άλλη πιθανή εξήγηση προτείνει ότι ο αλτρουισμός εξουδετερώνει τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση – παράγοντες επικινδυνότητας για ψυχική δυσφορία, ασθένειες και θάνατο μέσω της ενεργοποίησης των οδών του στρες στον εγκέφαλο. \ Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ παρακολούθησαν απόφοιτους για 40 χρόνια και βρήκαν ότι ο αλτρουισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες που βοήθησαν αυτά τα άτομα να αντεπεξέλθουν στο καθημερινό στρες.
 
Ο αλτρουισμός ενεργοποιεί τις ορμόνες της καλής διάθεσης, τις ενδορφίνες του εγκεφάλου, καταλήγοντας στην αίσθηση του «ανεβάσματος», δηλαδή ζεστασιάς, αυξημένης ενεργητικότητας και ευφορίας που δηλώνουν ότι αισθάνονται όσοι βοηθάνε συνανθρώπους τους.

Η ανάγκη για αλλαγή όταν οι σχέσεις φτάνουν σε αδιέξοδο

Σε κάθε σχέση της ζωής μας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πρόκληση της αλλαγής. Πόσες φορές θέλαμε να πείσουμε τον σύντροφό μας, τους γονείς μας ή το παιδί μας να αλλάξουν συμπεριφορά, προκειμένου να γίνουν οι σχέσεις μας αρμονικές; Ή πόσες φορές μας ζητήθηκε να αλλάξουμε εμείς τις συνήθειές μας, γιατί δεν συμβαδίζουν με τις συνήθειες και τα «θέλω» του άλλου; Το υπαρξιακό ερώτημα που θέτουμε στον εαυτό μας, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι « να αλλάξει κανείς ή να μην αλλάξει;» και αν ναι, αναρωτιόμαστε « γιατί να αλλάξω;».

Παρ΄ όλο που η σταθερότητα μας προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας, η αλλαγή είναι και αναπόφευκτη και συνεχής. Εξελισσόμαστε και αλλάζουμε διαρκώς σε όλα τα στάδια της ζωής μας και μέσα από τις σχέσεις μας, έχοντας ταυτόχρονα την ανάγκη να αλλάξουμε και την ανάγκη να μην αλλάξουμε. Η θέλησή μας, όμως, να μην αλλάξουμε και να είμαστε ο εαυτός μας με οποιοδήποτε τίμημα, τονίζοντας την ατομικότητά μας, μπορεί να οδηγήσει τη σχέση μας σε αδιέξοδο. Πολλές φορές, ενώ αγωνιζόμαστε να είμαστε ο εαυτός μας και όχι αυτό που θα ήθελαν οι άλλοι, δεν επιτρέπουμε και στους άλλους να είναι ο εαυτός τους. Έχοντας μια τέτοια εγωιστική στάση, προκαλούμε μια ατελείωτη διαμάχη για επικράτηση του ενός ή του άλλου, επικράτηση προσωπικοτήτων, με αποτέλεσμα οι σχέσεις να οδηγούνται σε τέλμα.
 
Από τη στιγμή που μια σχέση φτάνει σε αδιέξοδο, η θέληση για αλλαγή δεν αρκεί. Αναπόφευκτα, αντιδρούμε συνεχώς, ρίχνουμε τα βάρη στον άλλον και εστιάζουμε την προσοχή μας σε αυτόν και όχι σε εμάς, με αποτέλεσμα να βλέπουμε τη μια μόνο πλευρά, τη δική μας, διαιωνίζοντας το πρόβλημα. Επιπλέον, πιθανώς να θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε, αλλά να μην εστιάζουμε στο κυρίως πρόβλημα, είτε γιατί δεν το έχουμε εντοπίσει, είτε γιατί αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε κατά πρόσωπο. Παρ’ όλ’ αυτά, αρκετές φορές εστιάζουμε στο πρόβλημα και ψάχνουμε την επίλυσή του. Αυτό, όμως, δεν αρκεί όταν έχουμε αφήσει άλυτα άλλα προβλήματα του παρελθόντος ή του παρόντος, καθώς αυτά συνεχίζουν να επηρεάζουν όλη την συμπεριφορά μας.
 
Οι αλλαγές που μπορούμε να πετύχουμε στις σχέσεις μας θα πρέπει να είναι μακροπρόθεσμες και να τις επιδιώκουμε προτού οι σχέσεις φτάσουν σε αδιέξοδο. Στόχος του καθενός μας είναι να έχουμε αρμονικές σχέσεις με τα άτομα που μας ενδιαφέρουν. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ατομικότητα και τη συντροφικότητα και να συνειδητοποιήσουμε ότι το ιδανικό είναι πάνω απ’ όλα να είμαστε ο εαυτός μας και ταυτόχρονα να επιτρέπουμε και στον άλλον να είναι ο εαυτός του.
 
Αυτό που πρέπει να τονιστεί, είναι ότι η προσπάθεια για αλλαγή στις αδιέξοδες σχέσεις μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα, αρκεί να έχουν λυθεί δευτερεύοντα προβλήματα που δεν έχουν λυθεί, να εστιάζουμε και να συζητάμε για το κυρίως πρόβλημα χωρίς παρωπίδες και κυρίως να μην περιμένουμε αντίπραξη ή την εκκίνηση της αλλαγής από τους άλλους, όταν έχουμε εντοπίσει το δικό μας μερίδιο ευθύνης και έχουμε ήδη βρει τρόπους για την επίλυση του προβλήματος.
 
Η αλλαγή προϋποθέτει κουράγιο. Επειδή, όμως, η αποτυχία μιας αλλαγής, κυρίως όταν η αλλαγή αφορά τις γυναίκες, επιφέρει κατηγορίες, τόσο από τις ίδιες , όσο και από τους άλλους, είναι σκόπιμο να κατανοούμε τόσο τις αδυναμίες όσο και τις συγκυρίες που μπορούν να αποτρέψουν το επιθυμητό αποτέλεσμα της αλλαγής. Όταν δεν κατορθώνουμε να πραγματοποιήσουμε τις αλλαγές που επιθυμούμε ή που μας επιβάλλουν οι άλλοι, θα πρέπει να έχουμε τη στήριξη τόσο από τους άλλους όσο και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί η ύπαρξη πολλών επιλογών μας κάνει πιο δυστυχισμένους;

Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ύπαρξη επιλογών είναι συνώνυμη με την ελευθερία. Είναι τοποθετημένη στο υψηλότερο επίπεδο των αξιών επάνω στις οποίες έχουμε δομήσει τον πολιτισμό μας. Αν όμως έχουμε σαν γνώμονα το να είναι οι πολίτες της κοινωνίας μας ευτυχισμένοι, ίσως να χρειαζόταν να επανεξετάσουμε την αξία αυτή. Ο λόγος είναι ότι η διαθεσιμότητα πολλών επιλογών δημιουργεί αρκετές και σημαντικές παρενέργειες.

Η ύπαρξη πολλών επιλογών οδηγεί σε παράλυση
Μπαίνεις σε ένα κατάστημα και θέλεις να πάρεις ένα μπλουζάκι. Στα ράφια υπάρχουν τουλάχιστον 50 τα οποία θα μπορούσες να αγοράσεις. Είναι πολύ πιθανό η ύπαρξη τόσων επιλογών να σε αγχώσει τόσο πολύ ώστε να αναβάλεις την αγορά σου. «Πώς να διαλέξω τώρα. Ασ’ το καλύτερα». Πράγματι, σε μια έρευνα εξέτασαν τα ποσοστά των υπαλλήλων οι οποίοι επέλεγαν ένα αμοιβαίο κεφάλαιο για να τοποθετήσουν τη σύνταξή τους.

Η εταιρεία εργοδότης έδινε μια επιλογή κάποιων αμοιβαίων όπου ο υπάλληλος θα μπορούσε να επενδύσει και αν επέλεγε ένα, η εταιρεία θα επένδυε επίσης ισόποσο χρηματικό ποσό στο αμοιβαίο αυτό. Όσο μεγαλύτερος αριθμός αμοιβαίων κεφαλαίων ήταν διαθέσιμος για τον κάθε υπάλληλο ώστε να επιλέξει, τόσο μεγαλύτερο ήταν το ποσοστό των υπαλλήλων το οποίο ανέβαλαν τη διαδικασία επιλογής. Γιατί όσο πιο πολλά τα αμοιβαία τόσο πιο αγχωτική και πολύπλοκη η διαδικασία του να επιλέξεις. Όπως όταν πας σε ένα εστιατόριο με μεγάλο κατάλογο…

Η ύπαρξη πολλών επιλογών, λοιπόν, μπορεί να οδηγήσει σε παράλυση και στο παράδειγμα του πειράματος οδήγησε και σε πραγματικά διαφυγόντα κέρδη για τους υπαλλήλους αυτούς. Ακόμα και όταν με κάποιο τρόπο καταφέρουμε να κάνουμε μια επιλογή όμως, τότε είναι πολύ πιθανό να είμαστε λιγότερο ευχαριστημένοι από την επιλογή που κάναμε από ό,τι θα ήμασταν αν είχαμε λιγότερες επιλογές.

Υπάρχουν τέσσερις λόγοι γι’ αυτό.

1. Ευκολία να μετανιώσουμε για την επιλογή μας

Όσο πιο πολλές επιλογές υπάρχουν διαθέσιμες τόσο πιο εύκολο είναι να φανταζόμαστε ότι θα υπάρχει μια τέλεια επιλογή μέσα σε όλες αυτές. «Αν υπάρχουν 50 μπλουζάκια τότε ένα από αυτά θα πρέπει να είναι το τέλειο για μένα» θα σκεφτείς. Αυτό το φανταστικό μπλουζάκι θα κάνει οποιοδήποτε χαρακτηριστικό δε μας αρέσει στην μπλούζα που αγοράσαμε, να φαίνεται πολύ άσχημο αφού στη φαντασία μας υπάρχει το τέλειο μπλουζάκι («Ωραίο είναι, όμως το μανίκι είναι 2 χιλιοστά μακρύτερο από το ιδανικό!»). Ακόμα και αν αυτό που αγοράσαμε είναι πολύ ωραίο…

2. Το κόστος ευκαιρίας

Η ικανοποίηση την οποία αντλούμε από τις επιλογές μας προκύπτει συνήθως μέσω σύγκρισης με άλλες διαθέσιμες επιλογές. Όταν, λοιπόν, υπάρχουν πολλές διαθέσιμες επιλογές τότε είναι εύκολο να φανταστούμε ωραία στοιχεία των επιλογών που αποκλείσαμε και αυτός ο αποκλεισμός να αυξάνει τη δυσφορία που θα μας προκαλεί η επιλογή που κάναμε. Διότι πάντα όταν επιλέγουμε κάτι εξ ορισμού αποκλείουμε κάτι άλλο.

Αν έχουμε να διαλέξουμε ένα σύντροφο και πιστεύουμε ότι υπάρχει πληθώρα επιλογών εκεί έξω (όπως ακριβώς κάνουμε στην πραγματικότητα) τότε είναι πιθανό να υπάρχει κάποιος εκεί έξω λίγο πιο γυμνασμένος ή με λίγο περισσότερο χιούμορ ή που να ξέρει να μαγειρεύει καλύτερα. Όλα τα χαρακτηριστικά αυτά τα οποία αποκλείουμε επιλέγοντας το δικό μας σύντροφο είναι πιθανό να μειώνουν την ικανοποίηση που εκείνος μπορεί να μας προσφέρει. Ακόμα και αν πρόκειται για έναν πολύ καλό σύντροφο!

3. Δημιουργία υψηλών προσδοκιών

Όταν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες επιλογές τότε όπως αναφέρθηκε είναι πολύ πιθανό να φανταζόμαστε ότι μια από αυτές θα είναι η τέλεια για μας. Είναι πολύ εύκολο να φανταζόμαστε ότι θα υπάρχει το τέλειο μπλουζάκι ή ο τέλειος σύντροφος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να δημιουργούμε πολύ υψηλές προσδοκίες τις οποίες κανένα μπλουζάκι ή κανένας σύντροφος δεν μπορεί να εκπληρώσει. Αναπόφευκτα, η επιλογή μας έχει μεγάλες πιθανότητες να μας απογοητεύσει.

Είναι γνωστό, εξ άλλου, πως οι χαμηλές προσδοκίες είναι η συνταγή της ευτυχίας. H ύπαρξη πολλών επιλογών σημαίνει ότι θα κάνουμε μάλλον καλύτερη επιλογή από ό,τι αν είχαμε λιγότερες, αλλά παραδόξως θα είμαστε λιγότερο ικανοποιημένοι από αυτή! Αυτό συμβαίνει διότι είναι πολύ απίθανο να εκπλαγούμε θετικά, καθώς έχουμε τόσο υψηλές προσδοκίες. Αντίθετα, αν δε μας δοθεί επιλογή και μας υποχρεώσουν να φοράμε μια στολή μετά από λίγο μπορεί να τη συνηθίσουμε και να μας αρέσει κιόλας («εντάξει δεν είναι τόσο όμορφη αλλά έχει βολικές τσέπες…»)

4. Θα κατηγορήσουμε τον εαυτό μας αν δε μας αρέσει η επιλογή μας

Αν πας σε ένα μαγαζί και έχει μόνο δυο μπλουζάκια και διαλέξεις το ένα, τότε αν δε σου αρέσει και ψάξεις να βρεις ποιος φταίει μάλλον θα πεις: «Ε, τι να κάνουμε. Δυο είχε μόνο. Δε φταίω εγώ. Το κατάστημα φταίει». Αν όμως έχει 50, τότε αν δε σου αρέσει, μέσα σου θα σκεφτείς: «Εγώ φταίω που δε διάλεξα το σωστό!». Αν υπάρχουν πολλοί διαθέσιμοι σύντροφοι εκεί έξω και αυτός που επέλεξες δε σου αρέσει, τότε είναι ξεκάθαρο ότι εσύ είσαι αυτός που φταίει που δεν έκανε τη «σωστή» επιλογή. Με τόση ποικιλία δεν υπάρχει εσωτερική δικαιολογία για μια «αποτυχημένη» επιλογή.

Είτε πρόκειται για ένα μπλουζάκι είτε για ένα σύντροφο η γνώση της ύπαρξης πολλών εναλλακτικών είναι πολύ εύκολο να επηρεάσει αρνητικά την ικανοποίηση που θα λάβουμε αν καταφέρουμε να κάνουμε μια επιλογή. Όσοι, λοιπόν, διεκδικούμε την ελευθερία με την ύπαρξη πολλών επιλογών ας αναρωτηθούμε μήπως ταυτόχρονα θυσιάζουμε την ευτυχία…

Οι θεωρίες και οι ερμηνείες είναι εμπόδια

Η Ε. Η. Είπε ότι είχε μαζέψει ένα τσουβάλι από θεωρίες, ερμηνείες, τελετουργίες και αποφθέγματα, αλλά ήταν μπερδεμένη, αβέβαιη και μάλλον χαμένη.

Τη ρώτησα αν δεν θεωρούσε σημαντικό να κατανοήσει πρώτα τι είχε κάνει στον εαυτό της κι από κει να προχωρήσει με αυτή την κατανόηση και να «ξαναεκπαιδεύσει» τον εαυτό της.

Επειδή χωρίς να κατανοήσει το παρελθόν θα ήταν σαν να επαναλαμβάνει ή να βουλιάζει μέσα σ΄αυτές τις ανώφελες σκέψεις και δραστηριότητες. Για να κατανοήσει το παρελθόν έπρεπε να αρχίσει με το παρόν, από την κατάσταση όπου βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Ήταν σημαντικό να γίνει αντιληπτό το εξής: από τη γνώση του εαυτού της που είχε στο παρόν, όσο μεγάλη ή μικρή μπορεί να ήταν, θα έπρεπε να αποκτήσει επίγνωση ακολουθώντας τις κινήσεις του παρελθόντος. Έτσι, κατανοώντας τες, δεν θα ξαναπαγιδευόταν σ΄αυτές.

Οι άνθρωποι πηγαίνουν από κλουβί σε κλουβί, από εμπόδιο σε εμπόδιο, από γνωστό σε γνωστό, κι έτσι υπάρχει αδιάκοπη εσωτερική σύγκρουση και καμία απελευθέρωση από τη θλίψη. Αυτό το όργιο συναισθημάτων και δακρύων, ρομαντισμού και ευχαρίστησης είναι ο τρόπος για την ανακάλυψη της αλήθειας, κάτι ύψιστου; Εκεί που δυναμώνουν τα αισθήματα, μετά δεν τα παρατάνε πάλι; Και αυτό το αδιάκοπο πλάτεμα και στένεμα δεν φθείρει άδικα την ευλυγισία της σκέψης;

Δεν είναι ουσιαστικό να καλλιεργηθεί σε ύψιστο βαθμό η ευλυγισία της σκέψης και του συναισθήματος για να κατανοηθεί το αληθινό; Όταν αυτή η βαθιά ευλυγισία εξαντληθεί, σπαταληθεί σε ρομαντικά δάκρυα και ικανοποιήσεις, τότε πώς μπορείς να νιώσεις, να καταλάβεις, το αληθινό που χρειάζεται μια αυξημένη σταθερότητα;

Έχοντας σπαταλήσει τον εαυτό της, όπως πολλοί άλλοι, θα έπρεπε τώρα, ήπια και συνετά, να καταπιαστεί με το να αναζωογονήσει την κατασπαταλημένη ευαισθησία της μέσα από την αυτεπίγνωση. Με αυτή την επίγνωση έπρεπε να καλλιεργήσει μια ήσυχη και ανεκτική παρατήρηση των σκέψεων και των συναισθημάτων της, χωρίς να ταυτίζεται μαζί τους. Οι θεωρίες και οι ερμηνείες, οι τελετουργίες και τα αποφθέγματα δεν έχουν καμία αξία: εμποδίζουν την αυτογνωσία και δεν βοηθάνε. Περισσότερο διασκορπίζουν παρά εστιάζουν τη σκέψη και το συναίσθημα σε εκείνο που είναι ουσιαστικό. Φέρνουν διάσπαση και όχι ενοποίηση. Φέρνουν ένα στενό πνεύμα μισαλλοδοξίας και διαίρεση ανάμεσα στους ανθρώπους.

Σ΄αυτόν το δρόμο υπάρχει σύγχυση, σύγκρουση και ανταγωνισμός. Ενδίδει κανείς σ΄αυτά σαν μια φυγή από τον εαυτό του, αλλά δεν υπάρχει φυγή από τον εαυτό, απαλλαγή από τον εαυτό, ασφάλεια στον εαυτό. Χωρίς αυτογνωσία υπάρχει άγνοια, και η άγνοια θρέφει θλίψη και σύγχυση, αβεβαιότητα και φθορά. Ο νους κάποιου είναι γεμάτος με θεωρίες και ερμηνείες, ενώ κάποιος άλλος διαμορφώνεται να ζει με πράγματα νεκρά. Ένας άλλος πιέζει τη σκέψη και το συναίσθημά του να συμμορφωθεί με κάποιο μοντέλο.

Το καλό και το κακό, και τα δύο, σε περιορίζουν αντί να επιτρέπουν στη σκέψη και στο συναίσθημα να κυλούν άγρυπνα και παρατηρητικά, σε βαθύτερη και πλατύτερη κατανόηση. Η παρεμπόδισή της, μέσω του φόβου, της απληστίας και της εχθρότητας, είναι επίσης αιτία σύγκρουσης και σύγχυσης.

Η επισκέπτρια θα έπρεπε να αποκτήσει αυτεπίγνωση και να ανακαλύψει γιατί είχε μαζέψει θεωρίες, ερμηνείες και λοιπά. Οι απλές εγκεφαλικές, επιφανειακές, λογικές εξηγήσεις για τη συσσώρευση τους έχουν μικρή σημασία και δεν πρόκειται να ελευθερώσουν τη σκέψη και το συναίσθημά της. Θα πρέπει να το ανακαλύψει μέσα από επίγνωση.

Αυτή η ανακάλυψη, καθώς είναι η αλήθεια, θα είναι απελευθερωτική και δημιουργική. Από αυτή την ανακάλυψη με την αυτογνωσία έρχεται σωστή σκέψη. Η επιθυμία διαλύεται με τη σωστή σκέψη. Η ελευθερία από την επιθυμία είναι αρετή. Και καθώς ο νους πλησιάζει το αιώνιο, υπάρχει σβήσιμο κάθε επιθυμίας.

Τι μας δίδαξε ο Ιούλιος Καίσαρας για την ηγεσία

Αποτέλεσμα εικόνας για julius caesar statue louvreΟ Ιούλιος Καίσαρας σταμάτησε την ανταρσία του στρατού του με μία μόνο λέξη!
 
Υπάρχουν δύο τρόποι για να ηγηθεί κανείς ενός οργανισμού: μέσω της ισχύος ή του εξαναγκασμού. Ο πρώτος οδηγεί τον ηγέτη συντομότερα στην επίτευξη των στόχων του – αλλά είναι πολύ δυσκολότερος. Γι΄αυτό τον λόγο, πολλοί ηγέτες καταφεύγουν στον εξαναγκασμό.

Ισχύς είναι η ικανότητα να παρακινείτε τους άλλους να ενεργούν με τον τρόπο που θέλετε. Αγγίζετε την καρδιά και το μυαλό τους, και σας ακολουθούν επειδή το επιθυμούν. Πραγματική ισχύς σημαίνει ότι η ομάδα γίνεται προέκταση της βούλησής σας. Αυτός είναι ο τελικός στόχος κάθε ηγέτη. Αντίθετα, εξαναγκασμός είναι η χρήση εξωτερικών απειλών ή πίεσης για να ωθήσετε τους άλλους να δράσουν. Η ηγεσία μέσω της άσκησης πίεσης έχει αμφίβολη αποτελεσματικότητα και δεν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.

Αν πάρουμε ως κριτήριο την ικανότητα να επικοινωνεί κανείς πραγματικά με τους άλλους, να τους δίνει βαθύτερο κίνητρο και να αποδεικνύει συνεχώς την υπεροχή της ισχύος επί του εξαναγκασμού και της βίας, τότε δεν υπάρχει καλύτερο πρότυπο ηγεσίας από τον Ιούλιο Καίσαρα. Ελάχιστοι πρωτοπόροι που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή τους κατάφεραν να σπάσουν τα καλούπια και να ακολουθήσουν με τέτοια αποφασιστικότητα αυτόν τον αχαρτογράφητο δρόμο.

Ήταν 47 π.Χ. Ο Ιούλιος Καίσαρας στεκόταν μπροστά από το στρατό του, τον ισχυρότερο που είχε συγκεντρώσει ποτέ η Ρώμη. Για δεκαπέντε χρόνια προήλαυναν σε όλη την Ευρώπη, πολεμώντας ενάντια στα γερμανικά φύλα, τους Γαλάτες, ακόμη και κόντρα σε ρωμαϊκά στρατεύματα που είχαν αποστατήσει.

Είχαν διαβεί το Στενό της Μάγχης και είχαν γίνει οι πρώτοι Ρωμαίοι που είχαν δει το απόκοσμο και τρομακτικό νησί του Βορρά.

Είχαν ακολουθήσει το στρατηγό τους στις εσχατιές του κόσμου, είχαν κατατροπώσει κάθε εχθρό και είχαν αναμετρηθεί νικηφόρα με το θάνατο. Τώρα είχαν επιστρέψει στην ιταλική χερσόνησο και είχαν στασιάσει.

Ήταν η ώρα να καρπωθούν όσα τους είχε υποσχεθεί ο Καίσαρας: Θα τους έδινε αναδρομικούς μισθούς και γη για να καλλιεργούν, θα τερμάτιζε τις συνεχείς εκστρατείες και δεν θα πολεμούσαν ξανά εναντίον Ρωμαίων. Αυτά ήταν τα κίνητρα που είχε χρησιμοποιήσει για να παρακινήσει το στρατό του. Όμως οι κατακτήσεις διαδέχονταν η μια την άλλη και η τήρηση των υποσχέσεων μεταφερόταν πάντα στην επόμενη νίκη. Δεν πήγαινε άλλο.

Αρχικά, ο στρατός αρνήθηκε να προχωρήσει. Ύστερα, η άρνηση έγινε δυσαρέσκεια και η αγανάκτησή του ξεχείλισε και μετατράπηκε σε οργή. Ο πιο φονικός στρατός του κόσμου στασίασε και άρχισε να μαίνεται, οργισμένος και ακέφαλος. Χιλιάδες στρατιώτες από την πιο επίλεκτη πολεμική μονάδα στην ιστορία εξεγέρθηκαν και αντί να πολεμούν αλλοεθνείς εχθρούς, στράφηκαν κατά των πολιτών τους οποίους είχαν ορκιστεί να προστατεύουν και κατά του αρχηγού τους.

Δεν ήταν κάτι που συνέβη από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο στρατός είχε δυσανασχετήσει με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, στο μεγαλύτερο διάστημα της ανταρσίας, ο Καίσαρας βρισκόταν μακριά από τον στρατό του, στην Αίγυπτο. Αρμένιζε στο Νείλο σε ταξίδι αναψυχής με τη γοητευτική βασίλισσα της Αιγύπτου, Κλεοπάτρα. Για όσο θα διαρκούσαν οι διακοπές του, που έγιναν σε τόσο ακατάλληλο χρόνο, ο Καίσαρας είχε αναθέσει τη διοίκηση των στρατευμάτων του, που είχαν στρατοπεδεύσει στην Ιταλία, στον στρατηγό του, Μάρκο Αντώνιο, που δεν είχε ούτε το χάρισμα ούτε τις ηγετικές ικανότητες του Καίσαρα.

Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός μέχρι ο Μάρκος Αντώνιος να χάσει τον έλεγχο και, με δεδομένη την απουσία του Καίσαρα στη ν Αίγυπτο, να μην μπορέσει να αποτρέψει τελικά την πτώση του ηθικού του στρατού. Μόλις ο Καίσαρας πληροφορήθηκε την κρισιμότητα της κατάστασης στην Ιταλία, επέστρεψε αμέσως για να αναμετρηθεί με τους στρατιώτες του. Χωρίς να σταματήσει για να συγκεντρώσει σωματοφυλακή ή να πάρει μέτρα για να διασφαλίσει την προσωπική του ασφάλεια, πέρασε σιωπηλά αλλά αποφασιστικά μπροστά από τα στρατεύματα και ανέβηκε στο βήμα. Αν ένιωσε ανησυχία που βρισκόταν σε αντιπαράθεση με τον ίδιο του το στρατό δεν το έδειξε.

Παρότι στεκόταν μπροστά σε χιλιάδες εκπαιδευμένους δολοφόνους που τις τελευταίες εβδομάδες είχαν λεηλατήσει τις γύρω περιοχές, παρέμεινε ψύχραιμος και σιωπηλός. Στάθηκε εκεί μέχρι όλο το στράτευμα να σωπάσει από σεβασμό προς τον διοικητή του. Είχε ηρεμήσει τα πνεύματα προτού καν βγάλει μιλιά. Ο Καίσαρας είπε μόνο μία λέξη και έπειτα σιώπησε αφήνοντάς τη να αιωρείται. Στην αρχή, οι στρατιώτες σάστισαν. Θα απαντούσε στις διαμαρτυρίες τους με μία μόνο λέξη; Και, ύστερα, συνειδητοποίησαν τη βαρύτητά της. «Πολίτες».

Ο Καίσαρας δεν επέλεξε να χρησιμοποιήσει βία φέρνοντας άλλα στρατεύματα για να καταπνίξει την ανταρσία. Δεν χρησιμοποίησε βία, ούτε απειλές για να ξαναπάρει τον έλεγχο. Όχι. Ο Καίσαρας χρησιμοποίησε την ισχύ του για να παρακινήσει το στρατό του. Βρήκε τρόπο να αγγίξει τη συλλογική ψυχή τους και να τους υπενθυμίσει ότι δεν ήθελαν να χάσουν την εύνοιά του. Δεν τους είπε να σταματήσουν την ανταρσία, αλλά τους έδωσε τις απαραίτητες πληροφορίες για να τους επιτρέψει να επιλέξουν μόνοι τους μια πολύ πιο βιώσιμη και αυθεντική απόφαση.

Με αυτή τη μία του λέξη, η εξέγερση σταμάτησε. Αλλά τι το μαγικό είχε; Πώς ένας ηγέτης μπορεί να έχει τόσο κύρος, τόση βαρύτητα, ώστε να μπορεί να κάμψει την αιμοσταγή αδιαλλαξία ενός ολόκληρου στρατού που τον πρόδωσε με τόσο μικρή προσπάθεια; Από πολλές απόψεις, ο Καίσαρας αποτελεί ένα πρώιμο παράδειγμα του αρχέτυπου του φωτισμένου και προοδευτικού ηγέτη της σύγχρονης εποχής. Ναι, ήταν αναμφίβολα προϊόν της εποχής του και η εποχή εκείνη αποτελεί αντανάκλαση εντελώς διαφορετικών αξιών και πρακτικών.

Δεν μπορούμε να εκλάβουμε κάθε πράξη του Καίσαρα ως αυστηρό υπόδειγμα του πώς πρέπει να ηγούμαστε στον σύγχρονο κόσμο. Ωστόσο, ήταν τόσο μπροστά από την εποχή του, τόσο διαφορετικός και ευφυής, που το στιλ ηγεσίας του πλησίαζε στον σύγχρονο τρόπο ηγεσίας περισσότερο από οποιασδήποτε άλλης προσωπικότητας στην ιστορία.

Κι αν η σχέση σου ρουτίνιασε, ξεβολέψου από τον καναπέ

Βολεμένες σχέσεις και ανούσια ζευγαράκια μόνιμα υποταγμένα μόνιμα στα πρέπει τους. Σχέσεις ανιαρές, βαρετές, επαναλαμβανόμενες που βαλτώνουν στην καθημερινότητά τους, χάνοντας κάθε ίχνος σεβασμού οι υποτιθέμενοι πρωταγωνιστές τους. Πρωταγωνιστές σε ένα έργο χιλιοπαιγμένο με το ίδιο προβλέψιμο τέλος.

Φαντασία μηδέν. Αυθορμητισμός χαμένος στην μετάφραση. Αισθήματα βουλιαγμένα στα πρέπει. Βαρετά όσο η καθημερινότητά τους. Σχέσεις ρουτίνας ξαπλωμένες στην γωνία ενός καναπέ. Χιλιοπαιγμένα ξεχαρβαλωμένα συναισθήματα γιατί σας τέλειωσαν αλλά ποιος έχει την μαγκιά να το ξεστομίσει. Κανείς.

Έμενα αυτό το παιχνίδι σχέσεων δε μου ταιριάζει. Έμενα δώσε μου ξεβόλεμα. Ένταση και δυνατά συναισθήματα. Δώσε μου θέλω και θα σου δώσω την ψυχή μου.

Θέλω αληθινά συναισθήματα, αγάπη μικρού παιδιού και έρωτα που ν' αγγίζει τα όρια της τρέλας. Δε μου αρέσει το άραγμα του καναπέ. Προτιμώ την ένταση και την τρικυμία. Προτιμώ καθημερινότητα γεμάτη περιπέτεια χωρίς ίχνος ρουτίνας. Την βαριέμαι μάτια μου.

Με ξενερώνει η ρουτίνα των σχέσεων. Έμενα ότι μου τελειώνει το τελειώνω, δε χάνω χρόνο άδικα. Η ζωή είναι μια κι αν την ζήσω βολεμένα για ποια επανάσταση και ποιον μεγάλο έρωτα θα μιλώ στα εγγόνια μου;

Αξίζει να τα τινάξεις όλα στον αέρα για τον μεγάλο σου έρωτα. Αλλά μη γκρινιάζεις ότι κάποτε ήρθε μπροστά σου κι εσύ τον έδιωξες. Τότε θα είσαι άξιος της τύχης σου.

Καληνύχτα βολεμένοι.

Καλημέρα τολμηροί.

Έρωτας

Ο έρωτας διαχωρίζεται σε θετική και αρνητική δύναμη. Αυτός και μόνο αυτός μπορεί να σε οδηγήσει τόσο στην αρετή όσο και στην αθλιότητα.

Έρωτας είναι το καρδιοχτύπι όταν βλέπεις μέσα στα μάτια αυτό που ποθείς. Είναι έκσταση και μαρτύριο, ελευθερία και σκλαβιά μαζί.

Άλλοτε δημιουργικός και άλλοτε καταστροφικός. Ο μεν είναι αυτός που θα σε βοηθήσει να ανοίξεις τα φτερά και να ανακαλύψεις το είναι σου. Να δεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο να κολυμπάει σε κόκκινα χρώματα δίχως όρια και δίχως φραγμούς. Δίχως πείσματα,γκρίνιες και εγωισμούς.

Ο δε όμως είναι πιο ισχυρός και σε χτυπά κατά κούτελα...

είναι αυτός που θα σε κάνει να ζήσεις με πάθος στη κόλαση. Επειδή είναι ένας «δαίμονας», μεσολαβητής ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Δαίμονας που σε κυριεύει και ελέγχει το νου και τις κινήσεις σου. Δαίμονας που τρέφεται απ τη ίδια του την φωτιά, πόλεμος μεταξύ δυο πλασμάτων.

Ζει, αναπτύσσεται και φλέγεται με τσακωμούς και εντάσεις. Γιατί μόνο έτσι τρέφεται. Γιατί αρέσει να πονάει αυτός ο μαζοχιστικός έρωτας!

Πρέπει να κλάψεις, να πονέσεις για να καταλάβεις τι εστί έρωτας! Άλλωστε δε θα είχε ουσία, αν δεν καείς, αν δεν αμαρτήσεις, πως θα αναστηθείς;

Ο έρωτας αγαπάει τους κολασμένους...

Παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν

Ίσως ένας ανάλγητος δαίμονας δεν θα’ χε τίποτα περισσότερο να πει για τη λεγόμενη «παγκόσμια Ιστορία», την «αλήθεια», τη «δόξα», κι όλες τις μεγαλειώδεις μας αλληγορίες, πέρ’ από τούτα τα λόγια:

«Σε κάποιαν απόμερη γωνιά του Σύμπαντος που ξεχύθηκε αστραποβολώντας σε αναρίθμητα ηλιακά συστήματα, ήταν μια φορά κ’ έναν καιρό έν’ άστρο. Στο άστρο αυτό ζούσαν κάτι έξυπνα ζώα που μηχανεύτηκαν το γιγνώσκειν. Η πιο αλαζονική και πλανερή στιγμή της παγκόσμιας Ιστορίας – όμως μονάχα μια στιγμή! Μετά από λίγες εισπνοές-εκπνοές της Φύσης, το άστρο πάγωσε και τα έξυπνα ζώα έπρεπε να πεθάνουν. H ώρα είχε σίγουρα φτάσει: παρά τους κομπασμούς τους για τα πολλά που τάχα γνώριζαν, προς μεγάλη τους δυσαρέσκεια ανακάλυψαν πως όλα ήταν λάθος. Πέθαναν και χάθηκαν μαζί με την Αλήθεια. Αυτή ήταν η τύχη, λοιπόν, των απεγνωσμένων εκείνων ζώων, που είχαν επινοήσει το γιγνώσκειν…»

Τούτος κι ο κλήρος του ανθρώπου -αν ήταν πράγματι κάτι περισσότερο από ένα ζώο με κάποιαν έφεση για γνώση… H Αλήθεια θα τον έσπρωχνε στην απόγνωση, στο μηδέν – θα του ‘δείχνε πώς είν’ αιώνια καταδικασμένος στη Μη Αλήθεια, η Αλήθεια… Όμως ο άνθρωπος θέλει να πιστεύει σε μια προσιτή Αλήθεια, σε μια κοντινή του Ψευδαίσθηση που του εμπνέει απόλυτη εμπιστοσύνη. Μήπως δε ζει τάχα χάρη σε μια διαρκή αυταπάτη; Μήπως δεν του αποκρύπτει τάχα η Φύση τα περισσότερα – ίσα-ίσα τα πιο κοντινά του, λόγου χάρη, το ίδιο του το σώμα, που διαθέτει μόνο μια γητεύτρα «συνείδηση»; Σ’ αυτή τη συνείδηση κλείστηκε, κ’ η Φύση πέταξε μακριά το κλειδί. Ω, την ολέθρια περιέργεια του φιλοσόφου, να θέλει, σώνει και καλά, να βρει μια σχισμή στο κελί της συνείδησής του, να δει έστω μια φορά τι υπάρχει παραέξω! Ίσως να διαισθάνθηκε μετά, ότι ο άνθρωπος, ζώντας μες στην αδιαφορία της άγνοιάς του, δε στηρίζεται παρά πάνω σε αδηφάγες, άπληστες, βδελυρές, άσπλαχνες, δολοφονικές ροπές, κι ονειροπολεί, ούτως ειπείν, πάνω στη ράχη ενός τίγρη…

Έχει μεγάλη σημασία να μάθουμε ότι ζήσαν, κάποτε τέτοιοι άνθρωποι. Η ροπή για γνώση μοιάζει απ’ τη φύση της ανικανοποίητη αλλ’ ούτε και ικανοποιεί· ποιος, λοιπόν, θα πίστευε -παρεκτός κι αν τον έχει ειδοποιήσει σχετικώς η Ιστορία – πως υπήρξε άνθρωπος σαν τον σοφό Ηράκλειτο, τόσο αυτοκρατορικά μεγαλοπρεπής και μεγαλόφρων, με την απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο εκλεκτός μνηστήρας της Αλήθειας! Τέτοιοι άνθρωποι ζουν στο δικό τούς ηλιακό σύστημα, και μόνον εκεί πρέπει κανείς να τους γυρέψει. Ένας Πυθαγόρας ή ένας Εμπεδοκλής έδειχναν υπέρ-ανθρώπινο σεβασμό προς τον εαυτό τους, ένα δέος σχεδόν θρησκευτικό· όμως, εξαιτίας της πίστης τους στη μετεμψύχωση και την ενότητα όλων των εμβίων, τους κατέκλυζε συμπόνια – τους τραβούσε, σα χαλκάς, ξανά πίσω, στους άλλους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Όσο για τη μοναξιά του Εφέσιου αναχωρητή του ναού της Αρτέμιδος, μονάχα στα όρη της πιο άγριας ερημιάς,παραλυμένος άπ’ την παγωνιά, μπορεί κανείς κάπως να τη νοιώσει. Αυτός δεν εκπέμπει τη θέρμη καμμιάς συμπόνιας, καμμιάς λαχτάρας να «βοηθήσει» και να «σώσει»: μοιάζει μ’ άστρο χωρίς ατμόσφαιρα. Το μάτι του γυρνάει, φλεγόμενο, προς τα μέσα, θωρώντας σβησμένο και παγερό, σαν ψεύτικο, τον έξω κόσμο. Ολόγυρά του, στο φρούριο της περηφάνιας του, σκάνε τα κύματα της πλάνης και της παραζάλης· αηδιασμένος αποστρέφει το πρόσωπο… Βέβαια, ένα τέτοιο τραγικό προσωπείο το αποφεύγουν οι «ευαίσθητες» ψυχές· τούτη η μορφή θα ταίριαζε μάλλον ανάμεσα σ’ αγάλματα θεών, σε κάποιο απόμακρο Ιερό ψυχρής, μεγαλόπρεπης αρχιτεκτονικής…

Ανάμεσα σ’ ανθρώπους, τώρα, ως άνθρωπος, ο Ηράκλειτος: απίστευτος! Σαν τον είδαν, λέει, να μελετά το θορυβώδες παιγνίδι των παιδιών, στοχάζονταν ό,τι ποτέ δε στοχάστηκε θνητός εξ αφορμής τέτοιου θεάματος: το παιγνίδι τού Μεγάλου Παιδιού-Κόσμου, του Δία, που γελώντας αιώνια χτίζει και γκρεμίζει κόσμους. Δε χρειαζόταν τους ανθρώπους – ούτε κ’ η γνώση του εξαρτιόταν από δαύτους· όσα θα μάθαινε τάχα από άλλους η όσα ερευνούσαν παλιότεροι σοφοί, που ‘ξεραν να ρωτούν και να μαθαίνουν, τον άφηναν αδιάφορο. «Tοv εαυτό μου γύρεψα κ’ ερεύνησα», είπε χρησιμοποιώντας μια λέξη – κλειδί για τη νοηματική διερεύνηση ενός χρησμού: σα να ‘ταν αυτός ο απόλυτος τηρητής κ’ εκτελεστής της περίφημης δελφικής ρήσης «γνώθι σαυτόν» – και κανείς άλλος!..

…Οι φιλόσοφοι χρειάζονται πάνω απ’ όλα: ελευθερία από καταναγκασμούς, οχλήσεις, θορύβους, από κάθε λογής πάρε–δώσε, καθήκοντα, έγνιες: χρειάζονται διαύγεια· σκέψεις που να χορεύουν, να πηδάν, να πετάνε· αέρα καθαρό, ελαφρύ, ελεύθερο, ξηρό, όπως είν’ ο αέρας στα ψηλά, εκεί που κάθε ζωντανό πλάσμα γίνεται πνενματικότερο κι αποκτάει φτερά· ηρεμία σ’ όλα τα υπόγεια· όλα τα σκυλιά όμορφα–όμορφα με τις αλυσίδες τους· κανένα εχθρικό γάβγισμα, καμμιά «σκυλίσια» μνησικακία κανένα σκουλήκι πληγωμένης φιλοδοξίας να κατατρώει τα σωθικά· διακριτικά και υπάκουα σπλάχνα, εργατικά σα μυλόπετρες, αλλά σ’ απόσταση· η καρδιά να ‘ναι ξένη, στην αντί πέρα κιόλας όχθη, στο μέλλον, στο μετά θάνατον… το ασκητικό ιδεώδες στην πιο χαρούμενη μορφή του!..

Την έρημο όπου αποτραβιούνται και αυτοσυγκεντρώνονται τα ρωμαλέα, τ’ ανεξάρτητα πνεύματα.. – α, πόσο διαφορετική τη φαντάζονται οι μορφωμένοι κ’ οι τσαρλατάνοι τού πνεύματος! Πάει καιρός που δε μπορούν ούτε δευτερόλεπτο να ζήσουν εκεί! δεν τούς είναι πια αρκετά ρομαντική, συριακή, θεατρινίστικη, μόλο που έχει και παραέχει καμήλες! – μα ως εδώ η ομοιότητα… «Έρημος» εν προκειμένω είν’ ίσως μια θεληματική σκοτεινιά· ένας παραμερισμός μπροστά στον εαυτό· συστολή μπροστά σε θορύβους, εκδηλώσεις λατρείας, εφημερίδες, επιρροές ένα μικροεπάγγελμα, μια καθημερινή ρουτίνα, κάτι που περισσότερα κρύβει παρά φανερώνει· συναναστροφή με άκακα χαρούμενα ζώα και πουλιά, που η όψη τους αναζωογονεί· ένα βουνό για συντροφιά, διόλου νεκρή συντροφιά, με μάτια (παναπεί: λίμνες)· ως κ’ ένα δωμάτιο σε πολυσύχναστο πανδοχείο, όπου μπορεί κανείς να περνά απαρατήρητος και να κουβεντιάζει ατιμώρητα με τον καθένα,.. αυτά είν’ «έρημος»: ώ, κ είν’ αρκετά έρημη, πιστέψτε με! Βέβαια, να κ’ η περίπτωση του Ηρακλείτου, που αποτραβήχτηχε στις ελεύθερες εκτάσεις και στα περιστύλια του τεράστιου ναού της ‘Αρτέμιδας: τούτη η «έρημος» ήταν, οπωσδήποτε, πιο άξια — τ’ ομολογώ! Γιατί να μην υπάρχουν και για μας τέτοιοι ναοί; (…Χμ, ίσως και να υπάρχουν. Να μου έρχεται τώρα δα στο νου το ωραιότερο δωμάτιο εργασίας που είχα ποτέ, στην Piazza di san Marco, άνοιξη, δέκα με δώδεκα το πρωί…) Ωστόσο, κι o Ηράκλειτος απέφευγε αυτό που εμείς αποφεύγουμε σήμερα: το θόρυβο και τη φλυαρία των Εφεσίων, όλη τη βρομερή πραμάτεια τού «σήμερα»,.. γιατί εμείς οι φιλόσοφοι χρειαζόμαστε πάνω απ όλα μια συγκεκριμένη ησυχία: χρειαζόμαστε ανάπαυση απ’ το «σήμερα».

Φρ. Νίτσε, ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Έκαναν «νεκροψία» στα πρώτα άστρα

Έχει διαπιστωθεί ότι η αυτοκαταστροφή των άστρων μέσα σε τρομερές εκρήξεις διοχετεύει στο Διάστημα «υλικά» με τα οποία δημιουργούνται εκ νέου κοσμικές δομές και αντικείμενα που ανανεώνουν και εξελίσσουν το Σύμπαν. Μια νέα μελέτη ρίχνει φως στην καταστροφή των πρώτων άστρων του Σύμπαντος τα οποία όπως αναφέρουν οι ερευνητές «έσπειραν» τα χημικά στοιχεία που ήταν απαραίτητα για να αρχίσει να αναπτύσσεται ο Κόσμος που βρισκόταν ακόμη σε εμβρυϊκή κατάσταση.
 
Διαφορετικό τέλος
Ομάδα αστροφυσικών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια και του Πανεπιστημίου της Μινεσότα πραγματοποίησαν σειρά προσομοιώσεων σε υπερυπολογιστές με τις οποίες κατάφεραν να αποκρυπτογραφήσουν το πώς καταστράφηκαν τα πρώτα άστρα του Σύμπαντος και τι επιπτώσεις είχε αυτή η καταστροφή. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές τα πρώτα άστρα που έλαμψαν στο νεαρό Σύμπαν είχαν μάζα 55-56 χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από αυτή του Ήλιου. Οι προσομοιώσεις δείχνουν ότι τα πρώτα άστρα αυτοκαταστράφηκαν σε εκρήξεις σουπερνόβα που εξελίχτηκαν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από ότι οι «συμβατικές» εκρήξεις σουπερνόβα.

Τα βαρέα στοιχεία
Τα πρώτα άστρα «καίγονταν» ολοσχερώς και δεν άφηναν πίσω τους μια μελανή οπή κοσμικό φαινόμενο που όπως φαίνεται έκανε την εμφάνιση του στις επόμενες γενιές άστρων. Όμως η καύση των πρώτων άστρων παρήγαγε τις πρώτες ύλες για να αρχίσει το πρώιμο Σύμπαν να παράγει νέα κοσμικά αντικείμενα, να αλλάζει και να επεκτείνεται. Σύμφωνα με τους ερευνητές η καταστροφή των πρώτων άστρων παρήγαγε και τα πρώτα βαρέα χημικά στοιχεία του Σύμπαντος.

Αυτά τα βαρέα στοιχεία μαζί με το υδρογόνο και το ήλιο που είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους με τη γέννηση του Σύμπαντος δημιούργησαν ένα κοσμικό κοκτέιλ που επέτρεψε τη δημιουργία μιας νέας γενιάς άστρων και άνοιξε τον δρόμο για τον σχηματισμό πλανητικών συστημάτων και γαλαξιών. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο καταστράφηκαν τα πρώτα άστρα του Σύμπαντος θα προσφέρει νέα στοιχεία για την εξέλιξη του Σύμπαντος.

Πώς σχηματίζονται τα δυαδικά αστρικά συστήματα που είναι πολύ συνηθισμένα στον Γαλαξία μας

how_form_binary_starsΓια πολλά χρόνια νόμιζαν οι άνθρωποι ότι τα περισσότερα αστέρια είναι παρόμοια με τον Ήλιο μας, με την έννοια ότι αυτά αποτελούν τον μοναδικό πυρήνα των ηλιακών συστημάτων τους. Η εικόνα αυτή φαίνεται να διαλύεται κομμάτι κομμάτι από τα νέα επιστημονικό στοιχείο, που δείχνουν ότι ένας μεγάλος αριθμός κοσμικών πύρινων βολίδων αποτελούν στην πραγματικότητα μέλη των δυαδικών συστημάτων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δύο άστρα στρέφονται το ένα γύρω από το άλλο, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με μια αμοιβαία βαρυτική έλξη. Οι μηχανισμοί μέσω των οποίων σχηματίζονται αυτά τα δυαδικά συστήματα, έχουν συναρπάσει και προβληματίσει τους αστρονόμους για πολύ καιρό, αλλά τώρα τα νέα δεδομένα έρχονται να αποσαφηνίσουν το μυστήριο.
 
Ασύμμετροι σχηματισμοί αερίου και σκόνης μπορεί να προωθούν τον σχηματισμό δυαδικών αστρικών συστημάτων μέσα στον Γαλαξία
Ένα από τα κύρια ζητήματα που σχετίζονται με την ανάπτυξή τους είναι το κατά πόσον τα δύο συστατικά του δυαδικού συστήματος αναπτύσσονται σε ξεχωριστό μοριακά νέφη, ή εάν έχουν γεννηθεί ίσως στο ίδια νέφος. Συνήθως, οι ειδικοί λένε ότι τα συστήματα που διαθέτει αστέρια που είναι σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, που εμφανίστηκαν όταν κατέρρευσαν δύο γειτονικά νέφη αερίου και σκόνης. Όταν τα αστέρια στρέφονται το ένα γύρω από το άλλο αλλά σε κοντινή απόσταση, οι ερευνητές πιστεύουν ότι υπήρχε ένα μόνο νέφος που ήταν και η πηγή για τις δύο πύρινες βολίδες (άστρα). Όμως, οι αστρονόμοι ήταν στο σκοτάδι σχετικά με το πώς η μία και μοναδική πηγή (ένα μόνο νέφος) θα μπορούσε να παράγει δύο αστέρια.
 
Τώρα, ειδικοί του Πανεπιστημίου του Michigan στο Ann Arbor αποφάσισαν να ερευνήσουν το φαινόμενο, και να χρησιμοποιήσουν το διαστημικό τηλεσκόπιο Spitzer το οποίο ερευνά τον ουρανό στα υπέρυθρα μήκη κύματος. Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν με το ευαίσθητο παρατηρητήριο βρήκαν την παρουσία ενός ασύμμετρου σχηματισμού αερίου και σκόνης, γύρω από τα σχηματιζόμενα αστέρια. Αυτές οι δομές σαν σταγόνες μπορεί να προωθήσουν την ανάπτυξη ανωμαλιών στο εσωτερικό των νεφών, πράγμα που μπορεί με τη σειρά τους να οδηγήσουν στην εμφάνιση δυαδικών συστημάτων.
 
Λεπτομέρειες σχετικά με τις νέες εργασίες εμφανίζονται σε ένα πρόσφατο τεύχος του Astrophysical Journal.
 
Ο αστροφυσικός John Tobin, από το Πανεπιστήμιο στο Ann Arbor, οποίος είναι επίσης αυτός που υπογράφει την δημοσίευση, λέει ότι «βλέπουμε ασυμμετρίες στο πυκνό υλικό γύρω από αυτά τα πρωτο-αστέρια, σε κλίμακες μόνο λίγες φορές μεγαλύτερες από το μέγεθος του ηλιακού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι οι δίσκοι που βρίσκονται γύρω τους θα τροφοδοτούνται άνισα, ενισχύοντας, ενδεχομένως, τον κατακερματισμό του δίσκου και προκαλώντας τον σχηματισμό δυαδικών αστέρων.
 
‘”Μείναμε πραγματικά έκπληκτοι με την επικράτηση ασύμμετρων δομών. Και επειδή γνωρίζουμε ότι τα περισσότερα αστέρια είναι δυαδικά, οι ασυμμετρίες μπορεί να είναι ενδεικτικό του πώς αυτά σχηματίζονται.

Το νεογέννητο άστρο που εντυπωσιάζει τους αστρονόμους

W75NBΈκπληκτοι οι αστρονόμοι παρατηρούν τις τρομερές μεταβολές που υφίσταται ένα νεογέννητο αστέρι στα πρώτα στάδια της ζωής του μελετώντας τις εικόνες που ελήφθησαν σε ένα διάστημα 18 ετών.
 
Το νεαρό αλλά γιγάντιο άστρο ονομάζεται W75N(B)-VLA 2
 
Στο πλαίσιο της μελέτης τους οι ειδικοί εξετάζουν ένα νεαρό αλλά τεραστίων διαστάσεων άστρο που βρίσκεται σε απόσταση 4.250 ετών φωτός και το οποίο ονομάζεται W75N(B)-VLA 2. Το νεογέννητο άστρο είναι περίπου 8 φορές μεγαλύτερο από τον ήλιο.
 
Το 1996, με τη βοήθεια ραδιοτηλεσκοπίων ανιχνεύεται για πρώτη φορά ένα σύννεφο στην περιοχή σχηματισμού του άστρου W75N (Β), επρόκειτο για ένα νέφος με ασθενή δομή, και μαγνητικό πεδίο που δεν ήταν προσανατολισμένο σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.
 
Γράφοντας στο περιοδικό Science, οι αστρονόμοι αναφέρουν στις παρατηρήσεις που έκαναν το περασμένο έτος φάνηκε ότι οι αστρικοί άνεμοι είχαν αρχίσει να ευθυγραμμίζονται με τους πόλους του αντικειμένου και το μαγνητικό πεδίο του άρχισε τώρα, σύμφωνα με τις νέες παρατηρήσεις των αστρονόμων, να ευθυγραμμίζεται με το πεδίο του γιγαντιαίου σύννεφου σκόνης και αερίων μέσα στο οποίο σχηματίστηκε.
 
«Η σύγκριση των εικόνων είναι χαρακτηριστική», λέει ο Carlos Carrasco-Gonzalez του Κέντρου Ραδιοαστρονομίας και Αστροφυσικής του Εθνικού Πανεπιστημίου του Μεξικού.
 
newbornstarΤο νεογέννητο άστρο είναι περίπου 8 φορές μεγαλύτερο από τον ήλιο
 
«Βλέπουμε αυτήν την δραματική αλλαγή σε πραγματικό χρόνο, έτσι έχουμε μια συναρπαστική ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τα επόμενα χρόνια ένα πολύ νεαρό άστρο στα πρώτα στάδια του σχηματισμού του» λέει ο Carrasco-Gonzalez, ο επικεφαλής της μελέτης.
 
Θα περάσουν όμως εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια μέχρι το αστέρι να ενηλικιωθεί. Οι παρατηρήσεις των ειδικών στο προσεχές διάστημα θα τους βοηθήσουν να τελειοποιήσουν τα μαθηματικά μοντέλα τους που αφορούν στη γέννηση των άστρων.

Αριστοτέλης: δημόσια ή ιδιωτική παιδεία;

Αποτέλεσμα εικόνας για αριστοτελησ λογιαΗ δημόσια παιδεία ως θεμέλιο της δημοκρατίας

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Στο έργο του Πολιτικά ο Αριστοτέλης εξετάζει, ανάμεσα στα άλλα, τη σημασία της ουσιαστικής συμμετοχής των πολλών στην άσκηση της εξουσίας και τη δυνατότητά τους να συλλέγουν τις γνώσεις, να διαμορφώνουν τεκμηριωμένη γνώμη και να αποφαίνονται με παραδειγματική ευστοχία για θέματα πολιτικής δημοκρατίας, όχι σπάνια μάλιστα πιο εύστοχα και από τους ειδήμονες. Μόνο εκεί όπου αποφασίζει πραγματικά και όχι τυπικά η πλειοψηφία των πολιτών, μπορεί να ευδοκιμεί η δημοκρατία, μας λέει ο φιλόσοφος. Μια τέτοια πλειοψηφία όμως δεν συλλέγει μόνο γνώσεις και αρετές, αλλά διέπεται και από ανεξέλεγκτα πάθη, είναι δέσμια μιας απαιδευσίας, η οποία την εμποδίζει να αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά. Αυτό λοιπόν που συγκροτεί το ήθος των πολιτών και πιο ειδικά των νέων ανθρώπων, ώστε να κατακτούν ουσιωδώς την πολιτική αρετή και να συμμετέχουν με ορθό λόγο και με έργο στα κοινά, είναι η παιδεία. Αλλά ποια παιδεία; Η ιδιωτική ή η δημόσια; Ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά: η δημόσια παιδεία. Η ενιαία και δημόσια παιδεία είναι και πρέπει να είναι ο ύψιστος σκοπός της πόλης, αποφαίνεται ο φιλόσοφος, διότι αυτή μόνο καλλιεργεί στους νέους τα κοινά ενδιαφέροντα της πολιτείας· ενδιαφέροντα που συνδέονται με την αυτάρκεια και την ευδαιμονία της πόλης, άρα και με την ευτυχία των ατόμων. Απεναντίας, η ιδιωτική παιδεία, τόσο ως προς τα περιεχόμενά της όσο και ως προς τους σκοπούς της, υπηρετεί συμφέρονται που δεν εναρμονίζονται με τα συμφέροντα της κοινότητας. Επομένως παιδαγωγεί τους νέους με βάση τις ιδιωτικές γνώμες και τα ιδιωτικά συμφέροντα, απομακρύνοντάς τους έτσι από την υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και από την αναζήτηση, κατ’ επέκταση, της ευτυχίας εντός της κοινότητας.

Κείμενο (Πολιτικά, 1337a33-b11)

«Είναι λοιπόν φανερό ότι πρέπει να ορίσουμε νόμους για την παιδεία και να της δώσουμε δημόσιο χαρακτήρα· ποιος όμως θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και πώς πρέπει αυτή να παρέχεται [ή να ασκείται], αυτά δεν πρέπει να διαφύγουν την προσοχή μας. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Πράγματι, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για το τι πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι ούτε σε σχέση με την αρετή ούτε σε σχέση με την άριστη ζωή, ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της την άσκηση και καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα· εάν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση και καθόλου δεν είναι φανερό τι πρέπει να επιδιώκει η παιδεία: αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· και για εκείνα τα θέματα που σχετίζονται με την αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως συμφωνία (αφού, πρώτα-πρώτα, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για την αρετή που τιμούν, άρα είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της). Είναι λοιπόν φανερό πως οι νέοι πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα πιο απαραίτητα· είναι ακόμη φανερό ότι δεν πρέπει να τα διδάσκονται όλα, καθότι οι ασχολίες διακρίνονται σε αυτές που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε όσες δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και [είναι φανερό] πως από τα χρήσιμα πράγματα οι νέοι πρέπει να μαθαίνουν όσα δεν κάνουν αγροίκο/ευτελή/τιποτένο αυτόν που τα μαθαίνει. Πρέπει όμως να θεωρούμε ευτελή κάθε ασχολία και τέχνη ή μάθηση που κάνει άχρηστο το σώμα ή το νου/μυαλό/πνεύμα των ελεύθερων ανθρώπων για τα έργα και τις πράξεις της αρετής». 

Σχολιασμός

1. Γενικό πνεύμα:
· Οι απόψεις, που εκφράζει εδώ ο Αριστοτέλης, συνυφαίνονται με τη γενική ιδέα που διατύπωσε ο φιλόσοφος σε προηγούμενα κείμενά του: δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει «πολιτικόν ζώο».
· Η υπόθεση της παιδείας επομένως είναι κατεξοχήν πολιτική πράξη: το ατομικό καλό συμπορεύεται με το γενικό, το κοινό καλό, δηλαδή με το καλό της πόλης. Έτσι η πλήρης ανάπτυξη του ατόμου επιτυγχάνεται μόνο εντός της πολιτικής κοινότητας.
· Η παιδεία, που πρέπει να στοχεύει στην άσκηση της αρετής και στη διαμόρφωση πολιτών με ολοκληρωμένη προσωπικότητα, είναι δημόσιο αγαθό και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται από την πολιτεία.
· Συναφώς, η πολιτική δεν νοείται ξεχωριστά από την ηθική: το ήθος της πόλης καλλιεργείται και διαφυλάσσεται, όταν η πόλη παρέχει δημόσια και για όλους παιδεία και αγωγή.

2. Ανάλυση:
· Πρώτη αναγκαιότητα: η θέσπιση νόμων για τη παιδεία. Δημόσιος και όχι ιδιωτικός χαρακτήρας της παιδείας.
· Ως προς τη «διδακτέα ύλη»: το τι θα πρέπει να διδάσκεται απαιτεί προσεχτική αντιμετώπιση.
· Η εκπαίδευση των νέων θα αποβλέπει στην καλλιέργεια του ήθους ή στην ανάπτυξη της νόησης; Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί υπάρχουν διαφορετικές γνώμες επί του θέματος.
· Εδώ έχει αξία, μεταξύ των άλλων, η διαχρονική ισχύς της αριστοτελικής σκέψης σχετικά με το συνδυασμό: πρακτική γνώση, που είναι χρήσιμη για τη ζωή και προάγει την αρετή, αφενός και θεωρητική γνώση αφετέρου.
· Επίσης ως προς την αρετή: δεν εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα με αυτή την έννοια.
· Προϋπόθεση λοιπόν για οιονδήποτε σχετικό προβληματισμό είναι η γνώση και η επίγνωση: τι είναι αρετή;
· Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και τα πρακτικά, τα χρήσιμα γνωστικά αντικείμενα που πρέπει να διδάσκονται. Εδώ συγκαταλέγονται, από άποψη αρχής, τα απολύτως απαραίτητα. Όλα τα χρήσιμα δεν είναι πάντοτε κατάλληλα για διδασκαλία.
· Τα μαθήματα που διδάσκονταν την εποχή του Αριστοτέλη:
α) ανάγνωση και γραφή, χρήσιμα για τη ζωή («χρήσιμα πρὸς τὸν βίον»).
β) γυμναστική για την καλλιέργεια της ανδρείας.
γ) μουσική, χρήσιμη για τη ζωή και την ηθική διάπλαση των νέων.
δ) ορισμένες φορές σχέδιο και ζωγραφική, δεξιότητες χρήσιμες κι αυτές για τη ζωή.
· Απ’ αυτή την άποψη, το πρόγραμμα εκπαίδευσης των νέων δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνει ασχολίες που δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους.
· Ποιες τελικά ταιριάζουν στους ελεύθερους ανθρώπους; Εκείνες οι ενασχολήσεις που δεν κάνουν τον άνθρωπο και μάλιστα τον νέο άξεστο, αγροίκο, βάναυσο.
· Βάναυση είναι, κατά τον φιλόσοφο, εκείνη η ασχολία, η τέχνη, η μάθηση, που καθιστά το σώμα και το πνεύμα των ελεύθερων ανθρώπων ακατάλληλο, δηλαδή άχρηστο, για τη χρήση και την άσκηση της αρετής.
· Τέτοιες βάναυσες τέχνες και ασχολίες ήταν, στην εποχή του Αριστοτέλη, οι χειρωνακτικές εργασίες. Αυτές προορίζονταν για τους δούλους και όχι για τους ελεύθερους. Κρίνονταν ασυμβίβαστες με το ήθος και την κοινωνική υπόσταση του ελεύθερου πολίτη.

3. Κατανόηση:
· Η παιδεία, ως ανθρώπινο αγαθό, συνδέεται με την ορθή διακυβέρνηση της πολιτείας. Επηρεάζει και διαμορφώνει ουσιαστικά το μέλλον όχι μόνο των πολιτών ως ατόμων, αλλά και της ίδιας της πολιτείας ως θεσμού.
· Επειδή οι πολίτες μιας πολιτικής κοινότητας έχουν ενιαίο σκοπό ως συλλογικά όντα, η παιδεία πρέπει να είναι κοινή και δημόσια: ίδια για όλους.
· Η παιδεία, ως προς τα περιεχόμενα, πρέπει να αποτελεί έναν συνδυασμό πρακτικής διδασκαλίας και θεωρητικής ανάπτυξης. Και εδώ ο Αριστοτέλης ακολουθεί τη μέση οδό: πρόκειται για την περιώνυμη μεσότητα.
· Με βάση τα περιεχόμενα και τους σκοπούς της παιδείας, οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν πρέπει να καταγίνονται με χρηστικές μόνο ή αταίριαστες για τη φύση τους ενασχολήσεις.
· Η επιδίωξη έτσι της αρετής για να είναι τελεσφόρος και δημιουργική, πρέπει να είναι σαφής η γνώση σχετικά με το τι είναι αρετή.

Fr. Hölderlin: η ποιητική ελευθερία της ύπαρξης

Friedrich Hölderlin: 1770–1843

«…Να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα»

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Όλη σχεδόν η ποίηση του Χαίλντερλιν είναι μια αιώνια περιπλάνηση του ταξιδιώτη ποιητή. Η περιπλάνηση αυτή συμβαίνει μέσα στον κόσμο των ανθρώπων και αισθητοποιείται ως αναζήτηση εντός αυτού του κόσμου ενός άλλου κόσμου: του απέραντου κόσμου της ποίησης ως συμπαντικού κόσμου της ελευθερίας. Το απέραντο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν στέκεται κατάντικρυ στο πεπερασμένο ως ένα επέκεινα άλλο, ως η υπερβατική δύναμη που απεργάζεται τη συντριβή του πεπερασμένου, αλλά συνθέτει μαζί με το τελευταίο το αγαπητικό Όλο της ύπαρξής μας· ένα Όλο που ποτέ δεν είναι ένα κλειστό αντικείμενο γνώσης, αλλά ο πλέον «όμορφος κόσμος ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Απ’ αυτή την άποψη, ετούτο το Όλο είναι η ωραία μορφή του κόσμου, η οποία εισέρχεται μέσα στη μοναχική ύπαρξη του ποιητή –γενικότερα μέσα στη δυνάμει ποιητική ύπαρξη του ανθρώπου– και τη δονεί σύγκορμη: συνιστά το σκοτεινό θεμέλιο του εαυτού της. Σκοτεινό θεμέλιο με το νόημα ότι είναι η αρχέγονη-υποστασιακή πηγή που αποτελεί συνθήκη της εαυτότητάς μας και αποτρέπει την απέραντη πτυχή του Είναι μας να απονεκρώνεται, να μεταποιείται σε ερήμωση. Αυτό το σκοτεινό θεμέλιο είναι η Νύχτα, γύρω από την οποία θα κινηθεί ο ποιητικός Λόγος της παρακάτω δεύτερης ακολουθίας από τη συλλογή-ελεγεία του Χαίλντερλιν: Άρτος και Οίνος.

Άρτος και Οίνος 2

Θαυμαστή είναι η εύνοια που από ψηλά η νύχτα μας χαρίζει και κανένας
Δεν ξέρει από πού και τι εξ αιτίας της συμβαίνει σε κάποιον.
Έτσι κινεί τον κόσμο αυτή και την ελπίδα στην ψυχή των ανθρώπων,
Που και ο ίδιος ο σοφός δεν κατανοεί τι αυτή ετοιμάζει, αφού έτσι
Το θέλει ο ύψιστος θεός που πολύ σε αγαπά και γι’ αυτό
Είναι ακόμα πιο αγαπητή, από εκείνη, σε σένα η συνετή Ημέρα.
Καμιά φορά όμως και το διαυγές μάτι αγαπά τη σκιά
Και δοκιμάζει να απολαύσει, προτού η ανάγκη να φτάσει, τον ύπνο,
Ή πρόθυμα κι ένας πιστός άνδρας ρίχνει το βλέμμα του μέσα στη νύχτα,
Ναι, αρμόζει να της αφιερώνουμε στεφάνια και άσματα,
Επειδή ιερή έχει γίνει για τους πλάνητες και τους νεκρούς,
Ενώ η ίδια υπάρχει, αιωνίως, ως το πιο ελεύθερο πνεύμα.
Αλλά κι αυτή πρέπει σε μας, για να ’χουμε στου δισταγμού μας τη στιγμή,
Μέσα στη σκοτεινιά κάτι που να ’ναι σταθερό,
Τη λησμοσύνη να μας χαρίζει και τη μέθη την ιερή,
Τον ρέοντα λόγο να μας χαρίζει, που, σαν τους ερωτευμένους, να ’ναι
Ανύσταχτος, και πιο γεμάτο κύπελλο και τολμηρότερη ζωή,
Και μνήμη ιερή, ώστε να μένουμε άγρυπνοι μες στη νύχτα.
    
 
Σχολιασμός–ερμηνεία

1. Η Νύχτα δεν είναι ούτε φιλική ούτε εχθρική προς εμάς. Απεναντίας είναι ενθρονισμένη ψηλά στον ουρανό και από κει χύνει παντού πάνω στη γη ένα αδιαπέραστο σκότος, που κρατά μέσα στο άδηλο, στο απρόσμενο, στο ερεβώδες τις ανθρώπινες ψυχές. Αυτό όμως συνάμα μας υπενθυμίζει πως ό,τι υπάρχει αλάθητα, αδιάψευστα, είναι η θαυμαστή εύνοια των θεών. Ετούτη η εύνοια είναι ο μοναδικός μας πλούτος.

2. Αυτός ο πλούτος δεν λύνει, αλλά ούτε εξαφανίζει το μυστήριο της ύπαρξης, έτσι όπως κάθε φορά μας το προετοιμάζει η ζοφερή Νύχτα, αυτή τούτη η συμπαντική τάξη. Απλώς μας ομιλεί, μας σαγηνεύει, μας γαληνεύει απέναντι στο μοιραίο –με το νόημα ότι ανήκει στη μοίρα μας– που μας ετοιμάζει η νύχτα και το οποίο βρίσκεται πέρα ακόμη και από τη γνώση των σοφών.

3. Τι μένει τότε στον άνθρωπο; Η συνετή Ημέρα. Η ημέρα ως τέτοια είναι η περατή μας συνθήκη: αυτό που βλέπουμε, που ζούμε, που μαθαίνουμε να αγαπάμε. Είναι εκείνο που δεν μας φοβίζει, αλλά μας επιτρέπει να δινόμαστε στον εαυτό μας ως δωρεά. Με μια πρόταση είναι: η δια-λεκτική του ψεύδους και της αλήθειας μας, των περατών μας ορίων και της απέραντης ιδέας αυτό-υπέρβασης αυτών των ορίων.

4. Η δια-λεκτική τούτη ωθεί τον άνθρωπο όχι απλώς να είναι, αλλά να είναι ο ίδιος και ο συντελεστής, ώστε να υπάρχουν και όλα τα άλλα. Να υπάρχουν, ως κινητήριες δυνάμεις του Είναι του, και η Ημέρα και η Νύχτα, δηλαδή να υπάρχει και ο συνετός βηματισμός της ζωής [=Ημέρα] και το επικίνδυνο μονοπάτι του ακραίου, του ηρωικού, του τρομακτικού [=Νύχτα].

5. Μέσα στη δίνη της ως άνω δια-λεκτικής, εκδηλώνεται και η εσωτερική τάση ή ορμή της ύπαρξής μας να μην αρκείται στο συνετό, στο σίγουρο, στο ασφαλές, όχι πάντοτε όμως φλογερό και ρηξικέλευθο, παρά να επιζητεί και τον ίλιγγο της νύχτας, να κάνει το άλμα προς τις πιο τρομακτικές περιοχές του Είναι της και να θεάται τον θάνατο [= «τους πλάνητες και τους νεκρούς»].

6. Ο άνθρωπος εν τέλει δεν έχει ανάγκη μόνο τον Άρτο [=την ημέρα], αλλά και τον Οίνο [=τη νύχτα]. Ο πρώτος είναι η επιβίωση, ο δεύτερος είναι η βίωση. Στην πρώτη περίπτωση ζητάμε την ασφάλεια, τη σιγουριά τη βεβαιότητα της άμεσης ζωής. Από μόνη της, μια τέτοια βεβαιότητα μας επιφυλάσσει την πιο αβέβαιη, σαθρή, ασταθή μορφή ύπαρξης. Αποκτά ισχύ και νόημα μόνο σε συνδυασμό με τη μέθη που μας χαρίζει η νύχτα. Η συμβολική κατανόηση της τελευταίας περικλείει τόσο την απώλεια, τον χαμό, όσο και τον οραματισμό.

7. Ο οραματισμός είναι η ποιητική εκδήλωση της ύπαρξής μας, η ίδια η κατά φύση ποιητικότητά μας, που ως δημιουργική πνοή ρίχνει στη λήθη καθετί το φαινομενικά ασφαλές, αλλά οντολογικά επισφαλές, και μας κρατά άγρυπνους, ακούραστους, ανυπόταχτους μπροστά στη θέα του Χάους. Συγχρόνως μας προικίζει με τη σταθερή έλξη και άπωση της δύναμης –εσωτερικής και εξωτερικής: έλξη προς αναμέτρηση με το χάος· άπωση ως απομάκρυνση από την αδράνεια και την καθήλωση στο εφήμερο και ψευδές.

Ο Προσωκρατικός Λόγος ως Διαλεκτική

Διαλεκτική της αυτοθέσμισης

Οι Προσωκρατικοί διανοητές είναι οι πρώτοι στην ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας, που επιχείρησαν να αρθρώσουν στοχαστικό-διαφωτιστικό λόγο σε σαφή διάκριση από τους αρχαϊκούς ποιητές. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ετούτοι οι ποιητές ανήκουν στους μυθολόγους και θεολόγους, γιατί αντλούν τα θέματά τους κυρίως από μύθους για ήρωες και για θεούς. Απεναντίας, οι Προσωκρατικοί διατυπώνουν ολικές και βαθυστόχαστες αποφάνσεις, που εκτείνονται από την άμεση πολιτική κατάσταση της πόλης έως το Είναι και μη-Είναι, τη φύση και τη δια-νοηματική συνάρτηση κόσμου και ψυχής. Μέσα στον ορίζοντα ανάπτυξης αυτού του πρώτου ιστορικά διασκεπτικού λόγου, ο λόγος του μύθου [=μυθο-λογία] υπερβαίνεται διαλεκτικά: παύει να συγκροτεί τα περιεχόμενα της σκέψης και αναλαμβάνεται ως στοιχείο μορφής μέσα στη στοχαστική κίνηση του λέγειν και θεωρείν. Ετούτη η κίνηση είναι παρούσα στις διάφορες πτυχές της Προσωκρατικής σκέψης ως κίνηση ή διεργασία ζήτησης και εύρεσης. Δυνάμει αυτής της διεργασίας και διαδικασίας, αποκαθηλώνεται η αυθεντία των κοινωνικοπολιτικών σχέσεων και προσ(ς)-βάλλονται, χωρίς να καθυβρίζονται, οι ως τώρα προστακτικές αρχές γύρω από το Πολιτικό και το κοσμολογικό, μα όχι λιγότερο και γύρω από το θείο. 

Η διαλεκτική ζήτηση και εύρεση έτσι δεν εξελίσσεται ως διαπιστωτική περιγραφή αυτών που συμβαίνουν ούτε ως μια καταστροφική «Λογική» απέναντι στο παραδεδομένο ή ως ουδέτερη παρατήρηση, που δεν εγγίζει τον βίο και τον τρόπο ζωής των ίδιων των πρώτων στοχαστών. Απεναντίας συνυφαίνεται με ένα είδος ερευνητικής διάθεσης, της «διζήσιος», σύμφωνα με την οποία η σκέψη αντιπαρατίθεται με το παραδοσιακό και είναι ικανή για μια τέτοια αντιπαράθεση, επειδή πρωτίστως καθιδρύεται μέσα στον κόσμο [=τάξη και φύση-Είναι] της ζωής ως προστακτική αυτογνωσίας των ίδιων των στοχαστών και γι’ αυτό δημιουργών: «εδιζησάμην εμεωυτόν» [=αναζήτησα τον εαυτό μου] (Ηράκλειτος). Από το παρατηρητήριο αυτής της «διζήσιος» λοιπόν γεννιούνται τα σπέρματα για χειραφέτηση της σκέψης. Μια τέτοια χειραφέτηση και τότε και τώρα και πάντα μπορεί να είναι μόνο συγκεκριμένη και όχι γενική και αφηρημένη, όπως συμβαίνει στις δικές μας μετανεωτερικές εποχές του απόλυτου θρυμματισμού. Στα σπέρματα αυτά ανήκει η διαλεκτική λάθους και αλήθειας: το εδραιωμένο λάθος, που ενεργοποιείται ως ψεύδος με τη φιλοσοφική έννοια, δηλαδή ως επίφαση, φαινομενικότητα, πλάνη, απάτη και εν τέλει ως αδιαμφισβήτητο δόγμα, στέκεται τώρα απέναντι στον δυναμικό λόγο, που εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο και στον εκάστοτε συγκεκριμένο χώρο.

Η πρώτη λοιπόν διαλεκτική αντιπαράθεση είναι αυτή της α-λήθειας–λάθους και εκδιπλώνεται μέσα στα κείμενα των Προσωκρατικών ως διαφορά ή διάκριση δόξας [=γνώμης] και αλήθειας. Πρόκειται για μια ουσιωδώς θεμελιακή διαφορά, που στον κάθε Προσωκρατικό στοχαστή εμφανίζεται με μορφή αντίστοιχη προς τη συγκεκριμένη ανάπτυξη των στοχασμών του. Στον Παρμενίδη, ας πούμε, είναι η διάκριση της «δόξας των βροτών» και της αλήθειας, το ίδιο περίπου και στον Ξενοφάνη. Ο Ηράκλειτος συλλαμβάνει τη διαφορά ως διάκριση ανάμεσα στον «ξυνόν λόγον» και την «ιδίην φρόνησιν» κ.λπ. Αυτή η θεμελιακή διαφορά απηχεί γενικώς την οντο-λογική διαφορά Είναι και φαίνεσθαι. Στη συνάφεια τούτη, η τοπολογία του διαλεκτικά εκδηλωνόμενου λόγου εδράζεται στο ερώτημα για την αλήθεια και το ψεύδος ή λάθος, για το Είναι και το φαινόμενο. Το ερώτημα δεν νοείται ως κάποιο μεμονωμένο ερώτημα, αλλά ως ερωτηματική στάση, που ζητεί να συλλάβει, να αναλύσει, να κατανοήσει, να συνθέσει και να ρωτήσει πάλι από την αρχή. Κατ’ αυτή την ερωτηματική διαδικασία διαμορφώνονται πυρηνικά μόρια γνώσης, τα οποία με τη σειρά τους συγκροτούν αυτή τούτη την αλήθεια της Προσωκρατικής σκέψης ως τέτοιας. 

Η δυναμική των ως άνω πυρηνικών μορίων εγγράφεται ως ο βαθύς λόγος της ψυχής (Ηράκλειτος) και κατ’ επέκταση ως η αυτοκινησία της. Με σημερινούς όρους, ετούτη η αυοκινησία είναι ο αυτοπροσδιορισμός του πνεύματος: δηλαδή η αυτοθέσμιση της κοινωνίας και της πολιτείας του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Αυτή η πράξη αυτοθέσμισης, δηλαδή η αυτοκινησία χαρακτηρίζεται από δυο τινά: 1. Την εσωτερικότητα, ήτοι τον προαναφερθέντα βαθύ λόγο, που είναι αυτοδύναμος, αυτόνομος, ελεύθερος· 2. Από την εξωτερικότητα, η οποία απηχεί ή αντανακλά εν πολλοίς την βαθύτητα του εσωτερικού, ενώ την ίδια στιγμή εσωτερικεύεται από το τελευταίο. Χωρίς ετούτη την εσωτερίκευση του εξωτερικού δεν νοείται βαθύτητα του εσωτερικού. Δομικό στοιχείο έτσι του Προσωκρατικού λόγου αναδεικνύεται η διαλεκτική εσωτερικού και εξωτερικού. Αυτή εδώ θα αποτελέσει την πρώτη διαλεκτική ύλη, πάνω στην οποία στηρίχθηκε ο Χέγκελ για να διατυπώσει, εναρμονισμένος με το πνεύμα της εποχής του, τη δική του διαλεκτική αυτονομία ως διαλεκτική εσωτερικότητας–εξωτερικότητας, γνώμης–γνώσης, περατού–απείρου, με γνώμονα πάντοτε την απελευθέρωση του νεωτερικού ανθρώπου από την αιχμαλωσία της αυθαίρετης υποκειμενικότητας και από τα δεσμά μιας απρόσωπης, δεσποτικής αντικειμενικότητας, που απροσχημάτιστα πλέον αντιποιείται ό,τι ακόμη θα μπορούσε να ζωογονεί την ουσία του ανθρώπου.