Εμπιστοσύνη, αυτός που έχει πίστη στις δυνάμεις του, σε κάποιο άλλο πρόσωπο, κατάσταση αλλά και στην ίδια την διαδικασία της ζωής.
Η εμπιστοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ασφάλεια, όταν την αισθανόμαστε βιώνουμε ηρεμία δεν έχουμε τάση για έλεγχο γιατί μέσα μας πιστεύουμε ότι θα γίνει αυτό που πραγματικά χρειάζεται για την εξέλιξη μας ή και ακόμα ότι έχουμε όλα τα απαραίτητα στοιχεία ότι δεν θα κινδυνέψουμε.
Η εμπιστοσύνη δομείται από την παιδική ηλικία στο οικογενειακό περιβάλλον και όσο μεγαλώνουμε επεκτείνεται και σε άλλους τομείς της ζωής μας όπως το κοινωνικό, ερωτικό, επαγγελματικό κ.α
Πολλές φορές όμως μπορεί να χαθεί ή ακόμα και να μην έχει δομηθεί σωστά, ανάλογα με τα παιδικά μας βιώματα και εμπειρίες. Για αυτό το λόγο χρειάζεται μια πάρα πάνω προσπάθεια στην συνέχεια ώστε να ξανά έρθουμε σε επαφή με αυτό το κομμάτι μας που εν υπάρχει απ’ την αρχή της δημιουργίας.
Η εμπιστοσύνη εκτός της ηρεμίας μας προσφέρει και αισιοδοξία μια καλύτερη οπτική για το μέλλον αλλά και το παρόν. Μας μαθαίνει ότι αν αφεθούμε στην ροή μπορούμε να προσελκύσουμε ό,τι χρειαζόμαστε γιατί η ασφάλεια ξεκινάει πρώτα από εμάς και ότι δεν είναι μόνο μια αίσθηση ή ένα συναίσθημα αλλά και ένας τρόπος ζωής.
Κάνοντας θετικές σκέψεις εκπέμπουμε σε αυτή τη συχνότητα ανεξάρτητα του τι συμβαίνει γύρο μας, θέλει εκπαίδευση και πειθαρχεία αλλά όσο προχωράμε τόσο θα αρχίσουν να μας παρουσιάζονται τα δώρα που φέρει.
Εμπιστοσύνη σημαίνει ότι είμαι ασφαλής, ελεύθερος και μέσα από αυτή βιώνουμε την αυθεντικότητα, εκπαιδευόμαστε στην υπομονή, είμαστε ανοιχτοί στην συγχώρεση όπως και σε κάθε τι θετικό στη ζωή μας.
Επιλέξτε την και δείτε μόνη σας τα αποτελέσματα, η ευτυχία άλλωστε είναι επιλογή. Μην ξεχνάτε ότι όλα ξεκινάνε και τελειώνουν σε εμάς, οι άλλοι δεν είναι το πραγματικό πρόβλημα αλλά το ερέθισμα, το ερέθισμα που μας δίνετε ως ευκαιρία για εξέλιξη, ώστε να απελευθερώσουμε ότι μας κρατάει δέσμιους απ’ την αληθινή μας φύση.
Κυριακή 9 Ιουλίου 2023
Να αφήνεις…
Ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που πρέπει να κάνουμε είναι να αφήσουμε σκέψεις, συναισθήματα, καταστάσεις, ανθρώπους.
Το παρελθόν, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, επιλογές που δεν είχαν την επιθυμητή κατάληξη, στόχοι που δεν επετεύχθησαν, αδικίες και προδοσίες που βιώσαμε, μας στενοχωρούν, μας πονάνε και όμως μένουμε στη σκιά τους πεισματικά μερικές φορές.
Το «να αφήσω πίσω» κάτι είναι μια αλλαγή και συνήθως οι άνθρωποι δυσκολεύονται όταν υπάρχουν αλλαγές, πολλές φορές ακόμη και αν πρόκειται για μια θετική αλλαγή.
Η συνήθεια και η αδράνεια είναι στη φύση του ανθρώπου και όταν προκύπτει μια αλλαγή συχνά υπάρχει μια αντίσταση.
Οι αλλαγές όμως συμβαίνουν για κάποιο λόγο, στη ζωή υπάρχει μια συνέχεια, τίποτα δεν σταματά.
Όταν έχουμε παγιδευτεί σε σκέψεις, συναισθήματα, καταστάσεις που πονάνε έχουμε την επιλογή, είτε να συνεχίσουμε να «βουτάμε» σε αυτά, είτε να τα αφήσουμε και να προχωρήσουμε παρακάτω.
Τι κάνει τόσο δύσκολο να αφήσουμε κάτι πίσω
– Η δυσκολία να αφήσουμε κάτι πίσω δε σχετίζεται τόσο με τις ίδιες τις καταστάσεις, τα γεγονότα, αλλά κυρίως με τη θέληση κάποιου να το κάνει, τις αιτίες που τον κρατάνε εκεί, τις δεξιότητες που έχει και την προσπάθεια που καταβάλλει.
– Το να μπορώ να «αφήνω πίσω» ίσως είναι και αυτό μια δεξιότητα, που μπορεί να μην έχουμε, αλλά όπως κάθε δεξιότητα μπορεί να μαθευτεί, έτσι μπορεί και αυτή και μέσα από αυτό να αλλάξουμε τη ζωή μας.
– Πολλές φορές πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε πίσω ό,τι δε μας κάνει καλό είναι κάποιες παραποιήσεις στη σκέψη, όπως η καταστροφοποίηση («αν συμβεί αυτό θα είναι καταστροφικό, δεν θα το αντέξω»), το άσπρο- μαύρο («ή θα έχω αυτό ή τίποτα») και άλλες παραποιήσεις που μας κρατάνε παγιδευμένους.
– Πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε μια κατάσταση μπορεί να υπάρχει ένα συναίσθημα που δε μπορούμε να διαχειριστούμε ή ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας που μας δυσκολεύει αντί να μας βοηθά. Μπορεί να υπάρχει μια ψευδής ελπίδα η οποία μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα συμβεί αυτό που επιθυμούμε.
Ο φόβος της επόμενης μέρας, της νέας κατάστασης, ο φόβος για το άγνωστο που μας κρατά στο γνωστό και ας πονάει, ο φόβος για μια νέα απώλεια. Μπορεί να είναι ο θυμός για μια αδικία που βιώσαμε και η πεποίθηση ότι αν το αφήσω πίσω, σταματήσω να το σκέφτομαι ξανά και ξανά μέχρι να υπάρξει εκδίκηση με κάποιο τρόπο, θα έχει κερδίσει ο άλλος. Μπορεί να υπάρχει η τελειομανία, που δεν επιτρέπει να μην έχουμε την κατάληξη, το ακριβές αποτέλεσμα που θέλουμε.
Θα βοηθούσε:
– Να εξετάσουμε μήπως μείναμε πολύ καιρό σε μια κατάσταση που τελικά είναι τοξική και χρειάζεται να πάμε παρακάτω. Να παραιτηθούμε από ανθυγιεινές καταστάσεις, δεσμεύσεις, ιδέες, συναισθήματα. Τα παρατάω για να αρχίσω να ζήσω.
– Να δεχθούμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, να δούμε πόσο ανοιχτοί είμαστε στην αλλαγή αυτή και τι μπορεί να μας δυσκολεύει να προχωρήσουμε σε αυτή.
– Να εστιαζόμαστε στο παρόν και το μέλλον και όχι στο παρελθόν. Αυτό μας δίνει την δύναμη να ξεκολλήσουμε από παρελθόν ή από μια κατάσταση και να προχωρήσουμε παρακάτω.
– Να κάνουμε ένα ξεκαθάρισμα, να εξετάσουμε τι χρειαζόμαστε τελικά στη ζωή μας και αν έχει νόημα να κρατάμε ακόμη κάτι που δεν μας ωφελεί. Ίσως θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με τα ντουλάπια μας. Αν έχουν γεμίζει άχρηστα πλέον πράγματα δεν υπάρχει χώρος για καινούρια χρήσιμα. Έτσι και στη ζωή ίσως χρειάζεται ένα ξεκαθάρισμα για να ανοίξει ο χώρος για καινούριες εμπειρίες.
– Να παρατηρήσουμε, να δεχθούμε τα συναισθήματα μας, να τα βιώσουμε αντί να προσπαθούμε να αποφύγουμε και αν χρειάζεται να τα αφήσουμε πια. Να αφήσουμε τη ματαίωση και την απογοήτευση. Αντί να μένουμε κολλημένοι και απογοητευμένοι σε έναν στόχο που δεν πετύχαμε, να δούμε μήπως μείναμε αρκετά σε αυτό, να διαλέξουμε έναν καινούριο στόχο και να προχωρήσουμε προς αυτόν.
Μήπως ο θυμός κράτησε πολύ. Ο θυμός μας κάνει πολλές φορές να πονάμε περισσότερο από ότι αυτό ή αυτός που μας θύμωσε.
– Να σκεφτούμε πόσο καιρό θα ζούμε με μια ψευδή ίσως ελπίδα, πόσο καιρό θα δηλητηριαζόμαστε και θα ζούμε με την εικόνα του θύματος οι ίδιοι κρατώντας τον θυμό περιμένοντας την εκδίκηση, πόσο καιρό θα ζούμε δυστυχισμένοι φοβούμενοι το επόμενο βήμα που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πιο ευτυχές.
– Να αναζητήσουμε στη σκέψη μας τις παραποιήσεις που μας κρατάνε εγκλωβισμένους σε καταστάσεις που μας βλάπτουν και να τις αλλάξουμε.
– Να αφήσουμε την ασφαλή μας ζώνη και να τολμήσουμε κάτι καινούριο. Μέσα από αυτό έρχεται η προσωπική ανάπτυξη και η επίτευξη των στόχων.
Μερικές φορές εκτός από το να προσθέτουμε κάτι καινούριο στη ζωή μας, μια καινούρια συνήθεια, έναν καινούριο άνθρωπο, μια καινούρια συνθήκη, ίσως είναι καλό να αφήνουμε κάτι ή κάποιον που μας κρατά πίσω.
Το να αφήσεις πίσω πράγματα που σε κρατάνε εγκλωβισμένο ίσως είναι η λύση στο να προχωρήσεις σε κάτι καλύτερο ή έστω να προχωρήσεις τουλάχιστον την παρούσα στιγμή ενώ έχεις μείνει κολλημένος σε ένα παρελθόν που δεν έχει να προσφέρει καμία δυνατότητα για τίποτα πια.
Το παρελθόν, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, επιλογές που δεν είχαν την επιθυμητή κατάληξη, στόχοι που δεν επετεύχθησαν, αδικίες και προδοσίες που βιώσαμε, μας στενοχωρούν, μας πονάνε και όμως μένουμε στη σκιά τους πεισματικά μερικές φορές.
Το «να αφήσω πίσω» κάτι είναι μια αλλαγή και συνήθως οι άνθρωποι δυσκολεύονται όταν υπάρχουν αλλαγές, πολλές φορές ακόμη και αν πρόκειται για μια θετική αλλαγή.
Η συνήθεια και η αδράνεια είναι στη φύση του ανθρώπου και όταν προκύπτει μια αλλαγή συχνά υπάρχει μια αντίσταση.
Οι αλλαγές όμως συμβαίνουν για κάποιο λόγο, στη ζωή υπάρχει μια συνέχεια, τίποτα δεν σταματά.
Όταν έχουμε παγιδευτεί σε σκέψεις, συναισθήματα, καταστάσεις που πονάνε έχουμε την επιλογή, είτε να συνεχίσουμε να «βουτάμε» σε αυτά, είτε να τα αφήσουμε και να προχωρήσουμε παρακάτω.
Τι κάνει τόσο δύσκολο να αφήσουμε κάτι πίσω
– Η δυσκολία να αφήσουμε κάτι πίσω δε σχετίζεται τόσο με τις ίδιες τις καταστάσεις, τα γεγονότα, αλλά κυρίως με τη θέληση κάποιου να το κάνει, τις αιτίες που τον κρατάνε εκεί, τις δεξιότητες που έχει και την προσπάθεια που καταβάλλει.
– Το να μπορώ να «αφήνω πίσω» ίσως είναι και αυτό μια δεξιότητα, που μπορεί να μην έχουμε, αλλά όπως κάθε δεξιότητα μπορεί να μαθευτεί, έτσι μπορεί και αυτή και μέσα από αυτό να αλλάξουμε τη ζωή μας.
– Πολλές φορές πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε πίσω ό,τι δε μας κάνει καλό είναι κάποιες παραποιήσεις στη σκέψη, όπως η καταστροφοποίηση («αν συμβεί αυτό θα είναι καταστροφικό, δεν θα το αντέξω»), το άσπρο- μαύρο («ή θα έχω αυτό ή τίποτα») και άλλες παραποιήσεις που μας κρατάνε παγιδευμένους.
– Πίσω από τη δυσκολία να αφήνουμε μια κατάσταση μπορεί να υπάρχει ένα συναίσθημα που δε μπορούμε να διαχειριστούμε ή ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μας που μας δυσκολεύει αντί να μας βοηθά. Μπορεί να υπάρχει μια ψευδής ελπίδα η οποία μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα συμβεί αυτό που επιθυμούμε.
Ο φόβος της επόμενης μέρας, της νέας κατάστασης, ο φόβος για το άγνωστο που μας κρατά στο γνωστό και ας πονάει, ο φόβος για μια νέα απώλεια. Μπορεί να είναι ο θυμός για μια αδικία που βιώσαμε και η πεποίθηση ότι αν το αφήσω πίσω, σταματήσω να το σκέφτομαι ξανά και ξανά μέχρι να υπάρξει εκδίκηση με κάποιο τρόπο, θα έχει κερδίσει ο άλλος. Μπορεί να υπάρχει η τελειομανία, που δεν επιτρέπει να μην έχουμε την κατάληξη, το ακριβές αποτέλεσμα που θέλουμε.
Θα βοηθούσε:
– Να εξετάσουμε μήπως μείναμε πολύ καιρό σε μια κατάσταση που τελικά είναι τοξική και χρειάζεται να πάμε παρακάτω. Να παραιτηθούμε από ανθυγιεινές καταστάσεις, δεσμεύσεις, ιδέες, συναισθήματα. Τα παρατάω για να αρχίσω να ζήσω.
– Να δεχθούμε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, να δούμε πόσο ανοιχτοί είμαστε στην αλλαγή αυτή και τι μπορεί να μας δυσκολεύει να προχωρήσουμε σε αυτή.
– Να εστιαζόμαστε στο παρόν και το μέλλον και όχι στο παρελθόν. Αυτό μας δίνει την δύναμη να ξεκολλήσουμε από παρελθόν ή από μια κατάσταση και να προχωρήσουμε παρακάτω.
– Να κάνουμε ένα ξεκαθάρισμα, να εξετάσουμε τι χρειαζόμαστε τελικά στη ζωή μας και αν έχει νόημα να κρατάμε ακόμη κάτι που δεν μας ωφελεί. Ίσως θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με τα ντουλάπια μας. Αν έχουν γεμίζει άχρηστα πλέον πράγματα δεν υπάρχει χώρος για καινούρια χρήσιμα. Έτσι και στη ζωή ίσως χρειάζεται ένα ξεκαθάρισμα για να ανοίξει ο χώρος για καινούριες εμπειρίες.
– Να παρατηρήσουμε, να δεχθούμε τα συναισθήματα μας, να τα βιώσουμε αντί να προσπαθούμε να αποφύγουμε και αν χρειάζεται να τα αφήσουμε πια. Να αφήσουμε τη ματαίωση και την απογοήτευση. Αντί να μένουμε κολλημένοι και απογοητευμένοι σε έναν στόχο που δεν πετύχαμε, να δούμε μήπως μείναμε αρκετά σε αυτό, να διαλέξουμε έναν καινούριο στόχο και να προχωρήσουμε προς αυτόν.
Μήπως ο θυμός κράτησε πολύ. Ο θυμός μας κάνει πολλές φορές να πονάμε περισσότερο από ότι αυτό ή αυτός που μας θύμωσε.
– Να σκεφτούμε πόσο καιρό θα ζούμε με μια ψευδή ίσως ελπίδα, πόσο καιρό θα δηλητηριαζόμαστε και θα ζούμε με την εικόνα του θύματος οι ίδιοι κρατώντας τον θυμό περιμένοντας την εκδίκηση, πόσο καιρό θα ζούμε δυστυχισμένοι φοβούμενοι το επόμενο βήμα που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πιο ευτυχές.
– Να αναζητήσουμε στη σκέψη μας τις παραποιήσεις που μας κρατάνε εγκλωβισμένους σε καταστάσεις που μας βλάπτουν και να τις αλλάξουμε.
– Να αφήσουμε την ασφαλή μας ζώνη και να τολμήσουμε κάτι καινούριο. Μέσα από αυτό έρχεται η προσωπική ανάπτυξη και η επίτευξη των στόχων.
Μερικές φορές εκτός από το να προσθέτουμε κάτι καινούριο στη ζωή μας, μια καινούρια συνήθεια, έναν καινούριο άνθρωπο, μια καινούρια συνθήκη, ίσως είναι καλό να αφήνουμε κάτι ή κάποιον που μας κρατά πίσω.
Το να αφήσεις πίσω πράγματα που σε κρατάνε εγκλωβισμένο ίσως είναι η λύση στο να προχωρήσεις σε κάτι καλύτερο ή έστω να προχωρήσεις τουλάχιστον την παρούσα στιγμή ενώ έχεις μείνει κολλημένος σε ένα παρελθόν που δεν έχει να προσφέρει καμία δυνατότητα για τίποτα πια.
Arthur C. Clarke: Ο ΦΡΟΥΡΟΣ
Την επόμενη φορά που θ’ αντικρίσετε την πανσέληνο ψηλά στο νότο, κοιτάξτε προσεκτικά τη δεξιά πλευρά της και αφήστε το βλέμμα σας να ταξιδέψει προς τα πάνω, κατά μήκος της καμπύλης του δίσκου. Γύρω στις δύο η ώρα θα παρατηρήσετε ένα μικρό, σκούρο ωοειδές σχήμα. Οποιοσδήποτε με φυσιολογική όραση μπορεί να το εντοπίσει αρκετά εύκολα. Είναι η μεγάλη περιτειχισμένη πεδιάδα, μία από τις ομορφότερες στη Σελήνη, που ονομάζεται Mare Crisium – Θάλασσα των Κρίσεων. Έχει διάμετρο τετρακόσια ογδόντα δύο χιλιόμετρα και περικλείεται ολοκληρωτικά σχεδόν από μία εντυπωσιακή οροσειρά. Δεν είχε εξερευνηθεί ποτέ, μέχρι που την επισκεφθήκαμε στα τέλη του καλοκαιριού του 1996.
Η αποστολή μας ήταν μεγάλη. Είχαμε δύο τεράστια φορτηγά σκάφη που μετέφεραν τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας από την κεντρική σεληνιακή βάση στη Mare Serenitatis, σε απόσταση οκτακοσίων χιλιομέτρων. Υπήρχαν επίσης τρεις μικροί πύραυλοί για τα ταξίδια μικρών αποστάσεων πάνω από περιοχές τις οποίες τα οχήματα επιφάνειας δεν μπορούσαν να διασχίσουν. Ευτυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα της Mare Crisium είναι εντελώς επίπεδο. Δεν έχει καμία από τις μεγάλες ρωγμές που είναι τόσο συνηθισμένες και τόσο επικίνδυνες αλλού, ενώ υπάρχουν ελάχιστοι κρατήρες ή βουνά. Από όσο μπορούσαμε να υπολογίσουμε, τα δυνατά ερπυστριοφόρα οχήματα δεν θα δυσκολεύονταν να μας πάνε όπου επιθυμούσαμε.
Ήμουν γεωλόγος -ή σεληνιολόγος, αν θέλουμε να ακριβολογούμε- και επικεφαλής της ομάδας που εξερευνούσε τη νότια περιοχή της Mare. Είχαμε διανύσει εκατόν εξήντα χιλιόμετρα σε μία εβδομάδα, περνώντας πλάι στους πρόποδες των βουνών όπου κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχε μία αρχαία θάλασσα. Όταν η ζωή ξεκινούσε στη Γη, εδώ ήδη αργοπέθαινε. Τα νερά υποχωρούσαν από τις πλαγιές αυτών των τεράστιων γκρεμών και χάνονταν στην άδεια καρδιά της Σελήνης. Στην περιοχή που διασχίζαμε ο ωκεανός, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ παλίρροια, είχε κάποτε βάθος οκτακόσια μέτρα και τώρα το μοναδικό ίχνος υγρασίας ήταν ο υαλόπαγος στο εσωτερικό των σπηλαίων που ο καυτός ήλιος δεν έβλεπε ποτέ.
Είχαμε αρχίσει το ταξίδι μας κατά τη διάρκεια της νωθρής σεληνιακής αυγής και είχαμε ακόμα μια εβδομάδα γήινου χρόνου πριν πέσει η νύχτα. Έξι φορές τη μέρα εγκαταλείπαμε το όχημα και βγαίναμε με τις διαστημικές στολές μας για να αναζητήσουμε ενδιαφέροντα ορυκτά ή για να τοποθετήσουμε οδόσημα για τους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Ήταν μία διαδικασία ρουτίνας, χωρίς απρόοπτα. Δεν υπάρχει τίποτε επικίνδυνο ή εξαιρετικά συναρπαστικό στην εξερεύνηση της Σελήνης.
Θα μπορούσαμε να ζήσουμε άνετα για ένα μήνα μέσα στα ερπυστριοφόρα οχήματα, όπου η ατμόσφαιρα ήταν υπό κανονική πίεση, και, αν συναντούσαμε προβλήματα, μπορούσαμε πάντα να ζητήσουμε βοήθεια με τον ασύρματο και να κάτσουμε στ’ αβγά μας μέχρι να έρθει κάποιο διαστημόπλοιο να μας σώσει. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ακολουθούσε πάντοτε γενική κατακραυγή για τη σπατάλη των πυραυλικών καυσίμων, οπότε τα ερπυστριοφόρα έστελναν SOS μόνο όταν υπήρχε πραγματική ανάγκη.
Είπα ότι η εξερεύνηση της Σελήνης δεν έχει τίποτε το συναρπαστικό, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Κανείς δεν βαριέται αυτά τα φανταστικά βουνά, που είναι πολύ πιο παρακάμπταμε απόκρημνα από τους απαλούς λόφους της Γης. Ποτέ δεν ξέραμε, καθώς καβατζάραμε τα ακρωτήρια εκείνης της άνυδρης θάλασσας, τί νέα θαύματα θα μας αποκαλύπτονταν. Ολόκληρη η νότια καμπύλη της Mare Crisium είναι ένα πελώριο Δέλτα, στο οποίο κάποτε χύνονταν αμέτρητοι ποταμοί στον ωκεανό, τροφοδοτούμενοι ίσως από τις καταρρακτώδεις βροχές που θα μαστίγωναν τα βουνά όταν η Σελήνη ήταν νέα, κατά τη σύντομη ηφαιστειακή εποχή της.
Καθεμία από εκείνες τις αρχαίες κοιλάδες ήταν μία πρόκληση, μία πρόσκληση να σκαρφαλώσουμε στα άγνωστα υψίπεδα πέρα από αυτές. Όμως είχαμε ακόμα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα να διανύσουμε και μπορούσαμε μόνο να κοιτάμε με λαχτάρα τα ύψη που θα κατακτούσαν άλλοι. Στο ερπυστριοφόρο ακολουθούσαμε γήινο χρόνο και ακριβώς στις 22.00 θα στέλναμε το τελευταίο ραδιομήνυμα στη βάση και θα σταματούσαμε για κείνη τη μέρα. Έξω, τα πετρώματα ακόμα έκαιγαν κάτω από το σχεδόν κάθετο ήλιο, αλλά για μας ήταν νύχτα μέχρι να ξυπνήσουμε ξανά, οχτώ ώρες αργότερα. Ύστερα ένας από μας θα ετοίμαζε πρωινό, οι ξυριστικές μηχανές θ’ άρχιζαν να βουίξουν και κάποιος θα άναβε τον ασύρματο των βραχέων κυμάτων από τη Γη.
Πράγματι, όταν η μυρωδιά του τηγανιτού μπέικον, άρχιζε να πλημμυρίζει την καμπίνα, κάποιες φορές ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι δεν βρισκόμαστε πίσω στον κόσμο μας – όλα ήταν τόσο συνηθισμένα και οικεία, εκτός από την αίσθηση του μειωμένου βάρους και την αφύσικη βραδύτητα των αντικειμένων όταν έπεφταν.
Ήταν σειρά μου να ετοιμάσω πρωινό στη γωνιά της κυρίως καμπίνας που χρησίμευε ως μαγειρείο. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή πολύ ζωντανά κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, γιατί στο ραδιόφωνο μόλις είχε τελειώσει μία από τις αγαπημένες μου μελωδίες, το παλιό ουαλικό David of the White Rock. Ο οδηγός μας ήταν ήδη έξω με τη διαστημική στολή του, επιθεωρώντας τις ερπύστριες.
Ο βοηθός μου, ο Λούις Γκάρνετ, ήταν μπροστά, στη θέση ελέγχου, καταχωρίζοντας καθυστερημένα κάποια στοιχεία στο χτεσινό ημερολόγιο.
Ενώ στεκόμουν πάνω από το τηγάνι, περιμένοντας, σαν καλή νοικοκυρά πίσω στη Γη, να ψηθούν τα λουκάνικα, άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί νωχελικά στα ορεινά τείχη που κάλυπταν ολόκληρο το νότιο ορίζοντα, προχωρώντας ανατολικά και δυτικά, μέχρι που χάνονταν κάτω από την καμπύλη της Σελήνης. Έμοιαζαν ν’ απέχουν ένα δυο χιλιόμετρα από το ερπυστριοφόρο, αλλά ήξερα ότι το πιο κοντινό από αυτά βρισκόταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά. Στη Σελήνη φυσικά οι λεπτομέρειες δεν αλλοιώνονται με την απόσταση, καθώς δεν υπάρχει αυτή η σχεδόν αδιόρατη θαμπάδα [t.p. είναι η οργόνη, που υπάρχει μονάχα σε ζωντανούς πλανήτες κι όπου υπάρχει ζωντανή ζωή] που απαλύνει και ορισμένες φορές μεταμορφώνει όλα τα μακρινά αντικείμενα στη Γη.
Εκείνα τα βουνά είχαν ύψος τρεις χιλιάδες μέτρα και ανηφόριζαν απότομα από την πεδιάδα, λες και πριν από αιώνες κάποια έκρηξη στο υπέδαφος τα είχε εκτοξεύσει προς τα πάνω μέσα από το λιωμένο φλοιό. Οι πρόποδες ακόμη και του κοντινότερου βουνού ήταν κρυμμένοι από την απότομη καμπύλη της πεδιάδας, καθώς η Σελήνη είναι ένας πολύ μικρός κόσμος, και από εκεί που στεκόμουν ο ορίζοντας απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα.
Σήκωσα τα μάτια μου προς τις κορυφές που κανείς άνθρωπος δεν είχε πατήσει, τις κορυφές που, πριν από την έλευση των Γήινων, είχαν παρακολουθήσει τους ωκεανούς να βυθίζονται σκυθρωπά στους τάφους τους, παίρνοντας μαζί τους την ελπίδα επιβίωσης ενός κόσμου. Η αντανάκλαση του φωτός σ’ εκείνες τις επάλξεις έτσουξε τα μάτια, ωστόσο μόλις λίγο ψηλότερα τα άστρα έλαμπαν σταθερά σ’ έναν ουρανό πιο μαύρο κι από αυτόν του χειμερινού μεσονυκτίου στη Γη.
Απέστρεφα το βλέμμα όταν την προσοχή μου τράβηξε μία μεταλλική λάμψη ψηλά στην άκρη ενός ακρωτηρίου που έμπαινε στη «θάλασσα», πενήντα μίλια στα δυτικά. Ήταν ένα σημείο φωτός χωρίς διαστάσεις, λες και μία από εκείνες τις άγριες κορυφές είχε αρπάξει ένα άστρο από τον ουρανό, και φαντάστηκα ότι κάποια επίπεδη βραχώδης επιφάνεια αντανακλούσε το φως του ήλιου και το έστελνε κατευθείαν στα μάτια μου: Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα. Όταν η Σελήνη βρίσκεται στο δεύτερο τέταρτο, οι παρατηρητές στη Γη διακρίνουν κάποιες φορές τις μεγάλες οροσειρές του Oceanus Procellarum να ιριδίζουν ασπρογάλανες, καθώς το φως αντανακλάται στις πλαγιές τους και ταξιδεύει από κόσμο σε κόσμο. Όμως ήμουν περίεργος να μάθω τί είδους πέτρωμα μπορούσε να λάμπει τόσο έντονα εκεί ψηλά. Έτσι, ανέβηκα στο παρατηρητήριο και έστρεψα το τηλεσκόπιο των δέκα εκατοστών προς τη δύση.
Είδα αρκετά ώστε η περιέργεια μου ν’ αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Διαυγείς στο οπτικό πεδίο μου, οι βουνοκορφές έμοιαζαν ν’ απέχουν μόλις οκτακόσια μέτρα, αλλά αυτό που αντανακλούσε το φως του ήλιου ήταν πολύ μικρό για να το διακρίνω. Ωστόσο έμοιαζε να διαθέτει μία περίεργη συμμετρία, ενώ η κορυφή στην οποία βρισκόταν ήταν αλλόκοτα επίπεδη. Έμεινα να κοιτάζω ώρα πολλή το λαμπερό αίνιγμα, προσπαθώντας να εκμηδενίσω την απόσταση με το βλέμμα μου, μέχρι που η μυρωδιά καμένου από το μαγειρείο με ειδοποίησε ότι τα λουκάνικα που προορίζονταν για το πρωινό μας είχαν ταξιδέψει τετρακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα μάταια.
Όλο εκείνο το πρωινό διασχίζαμε τη Mare Crisium διαφωνώντας, ενώ τα δυτικά όρη υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στον ουρανό. Ακόμη και όταν ερευνούσαμε την περιοχή με τις διαστημικές στολές μας, η συζήτηση συνεχιζόταν από τον ασύρματο. Ήταν απολύτως βέβαιο, υποστήριζαν οι σύντροφοί μου, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ κανένα έλλογο πλάσμα στη Σελήνη. Τα μοναδικά όντα που έζησαν εκεί ήταν μερικά πρωτόγονα φυτά και οι ελαφρώς λιγότερο εκφυλισμένοι προγονοί τους.
Αυτό το ήξερα κι εγώ πολύ καλά, όμως έρχονται στιγμές που ένας επιστήμονας δεν πρέπει να φοβάται να γελοιοποιηθεί. «Ακούστε» είπα τελικά «εγώ θα πάω εκεί, τουλάχιστον για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου. Το βουνό έχει ύψος το πολύ τρεισήμισι χιλιάδες μέτρα, δηλαδή μόλις εξακόσια μέτρα με γήινη βαρύτητα, και μπορώ να ολοκληρώσω τη διαδρομή σε είκοσι ώρες. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα ν’ ανέβω σ’ αυτούς τους λόφους, και αυτό μου δίνει την τέλεια δικαιολογία».
«Αν δεν σπάσεις το σβέρκο σου» είπε ο Γκάρνετ «θα γίνεις περίγελος της αποστολής όταν γυρίσουμε στη Βάση. Αυτό το βουνό από δω και πέρα πιθανότατα θα λέγεται Μωρία του Γουίλσον».
«Δεν θα σπάσω το σβέρκο μου» είπα αποφασιστικά. «Ποιος ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο Πίκο και τον Ελικώνα;»
«Δεν ήσουν λίγο νεότερος τότε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Λούις.
«Αυτό» είπα περήφανα «είναι ένας λόγος παραπάνω για να πάω».
Πέσαμε για ύπνο νωρίς εκείνη τη νύχτα, αφού οδηγήσαμε το ερπυστριοφόρο σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων από το ακρωτήριο. Ο Γκάρνετ θα ερχόταν μαζί μου το πρωί· ήταν καλός ορειβάτης και παλιότερα με είχε συνοδεύσει σε πολλές τέτοιες εξορμήσεις. Ο οδηγός μας ήταν περιχαρής που τον αφήσαμε να προσέχει το όχημα.
Με την πρώτη ματιά εκείνοι οι γκρεμοί έμοιαζαν τελείως κάθετοι, αλλά για οποιονδήποτε πεπειραμένο ορειβάτη η αναρρίχηση είναι εύκολη σε έναν κόσμο που καθετί ζυγίζει το ένα δέκατο έκτο του κανονικού του βάρους. Ο πραγματικός κίνδυνος στη σεληνιακή ορειβασία είναι η υπερβολική αυτοπεποίθηση· μία πτώση από ύψος διακοσίων μέτρων στη Σελήνη μπορεί να σε σκοτώσει τόσο αποτελεσματικά όσο και μία πτώση από τα τριάντα μέτρα στη Γη.
Κάναμε την πρώτη στάση σε έναν πλατύ βράχο που βρισκόταν περίπου χίλια διακόσια μέτρα πάνω από την πεδιάδα. Η αναρρίχηση δεν ήταν δύσκολη, όμως είχα πιαστεί από την ασυνήθιστη προσπάθεια και χάρηκα για το διάλειμμα. Το ερπυστριοφόρο φαινόταν ακόμα, ένα μικροσκοπικό μεταλλικό έντομο στους πρόποδες του γκρεμού, κι αναφέραμε την πρόοδό μας στον οδηγό πριν συνεχίσουμε την ανάβαση.
Ώρα με την ώρα ο ορίζοντας διευρυνόταν και μπορούσαμε να δούμε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πλατιάς πεδιάδας. Βλέπαμε πια σε βάθος ογδόντα χιλιομέτρων στη Mare, ενώ διακρίναμε ακόμη και τις βουνοκορφές στην απέναντι ακτή, που απείχε πάνω από εκατόν εξήντα χιλιόμετρα. Ελάχιστες από τις μεγάλες σεληνιακές πεδιάδες είναι τόσο ομαλές όσο η Mare Crisium, και μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι τρία χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας απλωνόταν μία θάλασσα από νερό και όχι από βράχια. Μόνο ένα σύνολο κρατήρων κοντά στον ορίζοντα διέλυαν την ψευδαίσθηση.
Δεν διακρίναμε ακόμα το στόχο μας πάνω από την προεξοχή του βουνού και προσανατολιζόμασταν με χάρτες, χρησιμοποιώντας τη Γη ως οδηγό. Ανατολικά από μας ο ασημένιος πλανήτης μας κρεμόταν χαμηλά πάνω από την πεδιάδα, ήδη στο πρώτο τέταρτό του. Ο Ήλιος και τα άστρα θα παρέλαυναν αργά στον ουρανό και θα χάνονταν από το οπτικό μας πεδίο, όμως η Γη θα ήταν πάντα εκεί, στην προκαθορισμένη θέση της, γεμίζοντας και αδειάζοντας καθώς περνούσαν οι εποχές και τα χρόνια. Σε δέκα μέρες θα ήταν ένας εκτυφλωτικός δίσκος που θα έλουζε αυτούς τους βράχους με την ακτινοβολία της τα μεσάνυχτα, πενήντα φορές λαμπρότερη από την πανσέληνο. Όμως έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα βουνά πολύ πριν από τη νύχτα, αλλιώς θα μέναμε ανάμεσά τους για πάντα.
Οι στολές μας ήταν δροσερές, αφού οι μονάδες ψύξης πολεμούσαν τον καυτό Ήλιο και απομάκρυναν τη θερμότητα του σώματός μας όταν αυτή ανέβαινε από την προσπάθεια. Μιλούσαμε ελάχιστα μεταξύ μας, μόνο για να δώσουμε οδηγίες σχετικά με την ανάβαση και για να συζητήσουμε την καλύτερη διαδρομή. Δεν ξέρω τί σκεφτόταν ο Γκάρνετ, μάλλον ότι αυτό ήταν το πιο τρελό πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Σχεδόν συμφωνούσα μαζί του, αλλά η χαρά της αναρρίχησης, η γνώση ότι κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει ποτέ από δω, καθώς και η ευφορία που μου προκαλούσε η ολοένα και πιο πλατιά θέα ήταν αρκετή ανταμοιβή για μένα.
Δεν νομίζω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα όταν αντίκρισα μπροστά μας τον πέτρινο τοίχο που είχα διακρίνει με το τηλεσκόπιο από απόσταση πενήντα χιλιομέτρων. Γινόταν επίπεδος περίπου δεκαπέντε μέτρα ψηλότερα κι εκεί, στο πλάτωμα, βρισκόταν το αντικείμενο που με είχε κάνει να διασχίσω την ερημιά για να έρθω ως εδώ. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, κάποιος ογκόλιθος που είχε κοπεί αιώνες πριν από κάποιον μετεωρίτη και οι επιφάνειές του ακόμα γυάλιζαν σ’ αυτή την άφθαρτη αμετάβλητη σιωπή.
Ο επίπεδος βράχος δεν είχε προεξοχές από τις οποίες θα μπορούσαμε να κρατηθούμε, γι’ αυτό και έπρεπε να χρησιμοποιούμε γάντζους. Τα κουρασμένα χέρια μου έμοιαζαν να δυναμώνουν ξανά καθώς στριφογύριζα το τριπλό μεταλλικό άγκιστρο πάνω από το κεφάλι μου και το εκτόξευα ψηλά, προς τα άστρα. Την πρώτη φορά ξεκόλλησε και έπεσε αργά πίσω όταν τραβήξαμε το σχοινί. Με την τρίτη προσπάθεια τα άγκιστρα στερεώθηκαν γερά και δεν μετακινήθηκαν ακόμη και όταν κρεμαστήκαμε και οι δυο μας από το σχοινί.
Ο Γκάρνετ με κοίταξε με αγωνία. Έβλεπα ότι ήθελε να πάει πρώτος, αλλά του χαμογέλασα μέσα από το γυαλί του κράνους μου και κούνησα το κεφάλι. Αργά, με το πάσο μου, άρχισα την τελική ανάβαση. Ακόμη και με τη στολή μου ζύγιζα μόλις δεκαοχτώ κιλά, έτσι ανέβηκα τραβώντας με τα χέρια, χωρίς να μπω στον κόπο να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου. Στο χείλος κοντοστάθηκα και κούνησα το χέρι στο σύντροφό μου, ύστερα σκαρφάλωσα και στάθηκα όρθιος, κοιτώντας ευθεία μπροστά.
Πρέπει να καταλάβετε ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήμουν σχεδόν πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να βρω τίποτε περίεργο ή ασυνήθιστο. Σχεδόν, αλλά όχι απόλυτα· αυτή η βασανιστική αμφιβολία με ωθούσε προς τα μπρος. Λοιπόν, αμφιβολία δεν υπήρχε πια, αλλά τα βάσανα τώρα άρχιζαν.
Στεκόμουν σε ένα πλάτωμα με διάμετρο περίπου τριάντα μέτρα. Κάποτε ήταν λείο -υπερβολικά λείο για να είναι φυσικό- αλλά με το πέρασμα αμέτρητων αιώνων η επιφάνειά του είχε σημαδευτεί από την πτώση μετεώρων. Είχε λειανθεί ώστε να στηρίζει μία γυαλιστερή κατασκευή όμοια με πυραμίδα, με ύψος διπλάσιο από του ανθρώπου, που ήταν τοποθετημένη στο βράχο σαν τεράστιο πολυεπίπεδο πετράδι.
Δεν νομίζω ότι αισθάνθηκα οτιδήποτε εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ύστερα ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει και να γεμίζει με μία παράξενη απερίγραπτη χαρά. Γιατί αγαπούσα τη Σελήνη και τώρα ήξερα ότι τα βρύα του Αρίσταρχου και του Ερατοσθένη δεν ήταν η μοναδική μορφή ζωής που είχε γεννήσει στα νιάτα της. Το παλιό αμφισβητούμενο όνειρο των πρώτων εξερευνητών ήταν αληθινό. Τελικά είχε υπάρξει σεληνιακός πολιτισμός – κι εγώ ήμουν ο πρώτος που τον ανακάλυπτε. Δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου που είχα αργήσει γύρω στα εκατό εκατομμύρια χρόνια· μου αρκούσε που βρισκόμουν εδώ.
Ο νους μου άρχισε να λειτουργεί κανονικά, να αναλύει και να θέτει ερωτήματα. Ήταν ένα κτίριο, ένας βωμός – ή κάτι για το οποίο η γλώσσα μας δεν είχε όνομα; Αν ήταν κτίριο, τότε γιατί είχε χτιστεί σε ένα τόσο απρόσιτο σημείο; Αναρωτήθηκα μήπως ήταν ναός, και φαντάστηκα τους πιστούς κάποιας παράξενης θρησκείας να προσεύχονται μάταια στους θεούς τους για να τους προστατέψουν, καθώς η ζωή στράγγιζε από τη Σελήνη μαζί με τους ωκεανούς. Έκανα καμιά δεκαριά βήματα μπροστά για να εξετάσω το αντικείμενο καλύτερα, όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με εμπόδισε να πλησιάσω πολύ κοντά. Διέθετα κάποιες γνώσεις αρχαιολογίας και έτσι προσπάθησα να μαντέψω το επίπεδο του πολιτισμού των πλασμάτων που είχαν λειάνει το βουνό και είχαν κατασκευάσει τις αστραφτερές κατοπτρικές επιφάνειες που ακόμα θάμπωναν τα μάτια μου.
Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει οι Αιγύπτιοι, σκέφτηκα, αν οι εργάτες τους διέθεταν τα παράξενα υλικά που είχαν χρησιμοποιήσει αυτοί οι κατά πολύ αρχαιότεροι αρχιτέκτονες. Το αντικείμενο ήταν τόσο μικρό που δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν το δημιούργημα μίας φυλής πιο εξελιγμένης από τη δική μου. Και μόνο η ιδέα ότι κάποτε στη Σελήνη είχαν ζήσει ευφυή όντα ήταν πολύ συγκλονιστική για να τη χωνέψω και η περηφάνια μου δεν με άφηνε να κάνω το τελευταίο ταπεινωτικό βήμα.
Ύστερα πρόσεξα κάτι που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκωθούν όρθιες – κάτι τόσο κοινότοπο και αθώο που πολλοί δεν θα το είχαν προσέξει καθόλου. Έχω ήδη αναφέρει ότι το πλάτωμα ήταν σημαδεμένο από μετέωρα. Ήταν επίσης σκεπασμένο από αρκετά εκατοστά της κοσμικής σκόνης η οποία καταλήγει στην επιφάνεια κάθε κόσμου που δεν διαθέτει ανέμους για να την παρασύρουν μακριά. Ωστόσο η σκόνη και οι αμυχές από τα μετέωρα σταματούσαν απότομα σε έναν πλατύ κύκλο γύρω από τη μικρή πυραμίδα, σαν ένα αόρατο τείχος να την προστάτευε από τις επιθέσεις του χρόνου και τον αργό, αδυσώπητο βομβαρδισμό από το διάστημα.
Κάποιος φώναξε στ’ ακουστικά μου και συνειδητοποίησα ότι ο Γκάρνετ με καλούσε εδώ και κάμποση ώρα. Έφτασα με ασταθές βήμα στην άκρη του γκρεμού και του έγνεψα να έρθει, καθώς δεν εμπιστευόμουν τη φωνή μου. Ύστερα επέστρεψα στον κύκλο που είχε σχηματιστεί πάνω στη σκόνη. Σήκωσα από κάτω ένα σπασμένο κομμάτι βράχου και το πέταξα απαλά προς το λαμπερό αίνιγμα. Αν το χαλίκι είχε εξαφανιστεί συναντώντας το αόρατο φράγμα δεν θα είχα εκπλαγεί, αλλά φάνηκε να χτυπά μία λεία ημισφαιρική επιφάνεια και να γλιστρά αργά στο έδαφος.
Ήξερα τότε ότι αντίκριζα κάτι που δεν είχε όμοιο του στην ιστορία της φυλής μου. Αυτό δεν ήταν κτίριο, αλλά ένα μηχάνημα που προστάτευε τον εαυτό του με δυνάμεις που αψηφούσαν την αιωνιότητα. Αυτές οι δυνάμεις, ότι κι αν ήταν, βρίσκονταν ακόμα σε λειτουργία και ίσως ήδη να είχα πλησιάσει υπερβολικά. Σκέφτηκα όλες τις ακτινοβολίες που ο άνθρωπος είχε τιθασεύσει τον περασμένο αιώνα. Θα μπορούσα να είμαι τόσο αναπόφευκτα καταδικασμένος όσο κι αν είχα παραβιάσει τη θανατηφόρα, σιωπηλή αύρα ενός ατομικού αντιδραστήρα.
Θυμάμαι ότι στράφηκα τότε προς τον Γκάρνετ, που είχε πλησιάσει και στεκόταν ακίνητος δίπλα μου. Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Έτσι, δεν τον ενόχλησα, αλλά περπάτησα ως την άκρη του γκρεμού, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Εκεί, χαμηλά, απλωνόταν η Mare Crisium -Θάλασσα των Κρίσεων, πραγματικά- αλλόκοτη για τους περισσότερους ανθρώπους, αλλά καθησυχαστικά οικεία για μένα.
Σήκωσα το βλέμμα προς το φωτισμένο ημισφαίριο της Γης, που ξεκουραζόταν στο λίκνο των άστρων, και αναρωτήθηκα τί κάλυπταν τα νέφη της όταν αυτοί οι άγνωστοί αρχιτέκτονες είχαν ολοκληρώσει το οικοδόμημα τους. Ήταν οι πνιγηρές ζούγκλες του Λιθανθρακοφόρου, η γυμνή ακτή στην οποία τα πρώτα αμφίβια έπρεπε να συρθούν για να κατακτήσουν την ξηρά – ή, ακόμα παλιότερα, η ατέλειωτη μοναξιά πριν από την έλευση της ζωής;
Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μάντεψα την αλήθεια νωρίτερα – την αλήθεια που τώρα μοιάζει τόσο προφανής. Μέσα στον αρχικό ενθουσιασμό για την ανακάλυψή μου είχα υποθέσει ότι αναμφίβολα αυτή η κρυσταλλική οπτασία είχε κατασκευαστεί από κάποια φυλή κατά το μακρινό παρελθόν της Σελήνης. Αίφνης όμως, και με συγκλονιστική δύναμη, ήρθε η σκέψη ότι η πυραμίδα ήταν τόσο ξένη στη Σελήνη όσο κι εγώ.
Στη διάρκεια είκοσι ετών δεν είχαμε εντοπίσει κανένα ίχνος ζωής, εκτός από ελάχιστα εκφυλισμένα φυτά. Κανένας σεληνιακός πολιτισμός, όπως κι αν εξαφανίστηκε, δεν ήταν δυνατόν να είχε αφήσει μόνο ένα ενθύμιο της ύπαρξης του.
Κοίταξα ξανά τη λαμπερή πυραμίδα και μου φάνηκε ακόμα πιο μακρινή από οτιδήποτε είχε σχέση με τη Σελήνη. Ξαφνικά ένιωσα να με κατακλύζει ένα ανόητο υστερικό γέλιο, που το είχαν προκαλέσει ο ενθουσιασμός και η κούραση. Είχα φανταστεί ότι η μικρή πυραμίδα μού μιλούσε και έλεγε: «Συγνώμη, κι εγώ ξένη είμαι εδώ».
Χρειαστήκαμε είκοσι χρόνια για να παραβιάσουμε την αόρατη ασπίδα και να φτάσουμε στο μηχανισμό που έκρυβαν εκείνα τα κρυστάλλινα τείχη. Ό,τι δεν κατανοούσαμε το υποτάξαμε τελικά με τη βάρβαρη δύναμη της ατομικής ενέργειας, και κάποια στιγμή αντίκρισα θρυμματισμένο το υπέροχο αστραφτερό αντικείμενο που είχα βρει εκεί ψηλά στο βουνό.
Δεν έχει κανένα νόημα για μας. Ο μηχανισμός – αν όντως είναι μηχανισμός- της πυραμίδας ανήκει σε μία τεχνολογία που βρίσκεται πολύ μακριά από τον ορίζοντά μας, ίσως στην τεχνολογία των παραφυσικών δυνάμεων.
Το μυστήριο μάς βασανίζει ακόμα περισσότερο τώρα που έχουμε φτάσει στους άλλους πλανήτες και ξέρουμε ότι μόνο η Γη φιλοξένησε κάποτε έλλογα όντα. Και κανένας χαμένος πολιτισμός από το δικό μας κόσμο δεν θα μπορούσε να είχε κατασκευάσει αυτό το μηχανισμό, καθώς το πάχος της μετεωρικής σκόνης στο πλάτωμα μάς έδωσε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την ηλικία του. Τοποθετήθηκε εκεί, πάνω στο βουνό του, πριν βγει οποιαδήποτε μορφή ζωής από τις θάλασσες της Γης.
Όταν ο κόσμος μας είχε τη μισή από τη σημερινή του ηλικία, κάτι από τα άστρα διέσχισε το ηλιακό σύστημα, άφησε αυτό το ενθύμιο της παρουσίας του και έφυγε ξανά. Μέχρι που τη στιγμή που τον καταστρέψαμε, ο μηχανισμός συνέχιζε να εξυπηρετεί το σκοπό των κατασκευαστών του· και όσον αφορά αυτό το σκοπό, να τί πιστεύω:
Σχεδόν εκατό χιλιάδες εκατομμύρια άστρα ταξιδεύουν μέσα στο γαλαξία και, πολύ καιρό πριν άλλες φυλές στους κόσμους άλλων ήλιων πρέπει να έφτασαν και να ξεπέρασαν το στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρισκόμαστε εμείς. Φανταστείτε αυτούς τους πολιτισμούς, πολύ πίσω στο χρόνο, όταν η λάμψη της δημιουργίας άρχιζε ν’ αργοσβήνει, αφέντες ενός σύμπαντος τόσο νέου, ώστε η ζωή είχε εμφανιστεί μόνο σε ελάχιστους κόσμους. Η μοναξιά τους πρέπει να ήταν αφάνταστη – η μοναξιά των Θεών που ατενίζουν το άπειρο και δεν συναντούν κανέναν για να μοιραστούν τις σκέψεις τους.
Πρέπει να έψαξαν στα σμήνη των άστρων, όπως ψάξαμε κι εμείς στους πλανήτες. Παντού θα υπήρχαν κόσμοι, αλλά θα ήταν άδειοι ή κατοικημένοι από πλάσματα που σέρνονταν στο χώμα χωρίς ίχνος λογικής σκέψης. Έτσι ήταν και η Γη μας, όπου ο καπνός των μεγάλων ηφαιστείων ακόμα σκέπαζε τους ουρανούς, όταν εκείνο το πρώτο σκάφος των λαών από την απαρχή του χρόνου ξεπρόβαλλε από την άβυσσο πέρα από τον Πλούτωνα. Διέσχισε τους παγωμένους εξωτερικούς πλανήτες, γνωρίζοντας ότι η ζωή δεν θα μπορούσε να παίζει κανένα ρόλο στη μοίρα τους, και στάθηκε ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, που απολάμβαναν τη θαλπωρή του Ήλιου και περίμεναν ν’ αρχίσει η ιστορία τους.
Αυτοί οι ταξιδιώτες πρέπει να κοίταξαν τη Γη, που περιφερόταν με ασφάλεια στη στενή ζώνη ανάμεσα στη φωτιά και τον πάγο, και να μάντεψαν ότι ήταν το αγαπημένο από τα παιδιά του Ήλιου. Εδώ, στο μακρινό μέλλον, θα υπήρχαν ευφυή όντα· αλλά είχαν ακόμα αμέτρητα άστρα μπροστά τους και μπορεί να μην ξαναπερνούσαν ποτέ από δω.
Έτσι, άφησαν ένα φρουρό, έναν από τα εκατομμύρια που διασκόρπισαν σε όλο το σύμπαν για να παρακολουθούν κάθε κόσμο που έκρυβε την υπόσχεση της ζωής. Ήταν ένας πομπός, που εδώ και τόσους αιώνες συνέχιζε να στέλνει υπομονετικά το μήνυμα ότι κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει.
Ίσως καταλαβαίνετε τώρα γιατί η κρυσταλλική πυραμίδα τοποθετήθηκε στη Σελήνη και όχι στη Γη. Οι κατασκευαστές της δεν ενδιαφέρονταν για φυλές που ακόμα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το στάδιο της βαρβαρότητας. Θα τους απασχολούσε ο πολιτισμός μας μόνο αν αποδεικνύαμε την ικανότητά μας να επιβιώνουμε – διασχίζοντας το διάστημα και ξεφεύγοντας από τη Γη, το λίκνο μας. Αυτή είναι η πρόκληση που όλες οι ευφυείς φυλές πρέπει κάποτε ν’ αντιμετωπίσουν, αργά ή γρήγορα. Είναι μία διπλή πρόκληση, καθώς εξαρτάται από την κατάκτηση της ατομικής ενέργειας και την τελική επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.
Αφού ξεπεράσαμε αυτή την κρίση, ήταν πια θέμα χρόνου να βρούμε την πυραμίδα και να την παραβιάσουμε. Τώρα το σήμα της έχει σιωπήσει και εκείνοι που έχουν αναλάβει αυτό το καθήκον θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τη Γη. Ίσως θέλουν να βοηθήσουν το νεαρό πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είναι πολύ-πολύ ηλικιωμένοι και οι ηλικιωμένοι συχνά ζηλεύουν παθολογικά τους νέους.
Δεν μπορώ πια να κοιτάξω το γαλαξία χωρίς ν’ αναρωτηθώ από ποιο αχνό νεφέλωμα θα έρθουν οι απεσταλμένοι. Συγχωρέστε μου την κοινότοπη παρομοίωση, αλλά νομίζω ότι σπάσαμε το τζάμι του συναγερμού πυρκαγιάς και τώρα δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε.
Δεν νομίζω ότι θα περιμένουμε πολύ.
Sir Arthur Charles Clarke
Η αποστολή μας ήταν μεγάλη. Είχαμε δύο τεράστια φορτηγά σκάφη που μετέφεραν τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας από την κεντρική σεληνιακή βάση στη Mare Serenitatis, σε απόσταση οκτακοσίων χιλιομέτρων. Υπήρχαν επίσης τρεις μικροί πύραυλοί για τα ταξίδια μικρών αποστάσεων πάνω από περιοχές τις οποίες τα οχήματα επιφάνειας δεν μπορούσαν να διασχίσουν. Ευτυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα της Mare Crisium είναι εντελώς επίπεδο. Δεν έχει καμία από τις μεγάλες ρωγμές που είναι τόσο συνηθισμένες και τόσο επικίνδυνες αλλού, ενώ υπάρχουν ελάχιστοι κρατήρες ή βουνά. Από όσο μπορούσαμε να υπολογίσουμε, τα δυνατά ερπυστριοφόρα οχήματα δεν θα δυσκολεύονταν να μας πάνε όπου επιθυμούσαμε.
Ήμουν γεωλόγος -ή σεληνιολόγος, αν θέλουμε να ακριβολογούμε- και επικεφαλής της ομάδας που εξερευνούσε τη νότια περιοχή της Mare. Είχαμε διανύσει εκατόν εξήντα χιλιόμετρα σε μία εβδομάδα, περνώντας πλάι στους πρόποδες των βουνών όπου κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχε μία αρχαία θάλασσα. Όταν η ζωή ξεκινούσε στη Γη, εδώ ήδη αργοπέθαινε. Τα νερά υποχωρούσαν από τις πλαγιές αυτών των τεράστιων γκρεμών και χάνονταν στην άδεια καρδιά της Σελήνης. Στην περιοχή που διασχίζαμε ο ωκεανός, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ παλίρροια, είχε κάποτε βάθος οκτακόσια μέτρα και τώρα το μοναδικό ίχνος υγρασίας ήταν ο υαλόπαγος στο εσωτερικό των σπηλαίων που ο καυτός ήλιος δεν έβλεπε ποτέ.
Είχαμε αρχίσει το ταξίδι μας κατά τη διάρκεια της νωθρής σεληνιακής αυγής και είχαμε ακόμα μια εβδομάδα γήινου χρόνου πριν πέσει η νύχτα. Έξι φορές τη μέρα εγκαταλείπαμε το όχημα και βγαίναμε με τις διαστημικές στολές μας για να αναζητήσουμε ενδιαφέροντα ορυκτά ή για να τοποθετήσουμε οδόσημα για τους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Ήταν μία διαδικασία ρουτίνας, χωρίς απρόοπτα. Δεν υπάρχει τίποτε επικίνδυνο ή εξαιρετικά συναρπαστικό στην εξερεύνηση της Σελήνης.
Θα μπορούσαμε να ζήσουμε άνετα για ένα μήνα μέσα στα ερπυστριοφόρα οχήματα, όπου η ατμόσφαιρα ήταν υπό κανονική πίεση, και, αν συναντούσαμε προβλήματα, μπορούσαμε πάντα να ζητήσουμε βοήθεια με τον ασύρματο και να κάτσουμε στ’ αβγά μας μέχρι να έρθει κάποιο διαστημόπλοιο να μας σώσει. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ακολουθούσε πάντοτε γενική κατακραυγή για τη σπατάλη των πυραυλικών καυσίμων, οπότε τα ερπυστριοφόρα έστελναν SOS μόνο όταν υπήρχε πραγματική ανάγκη.
Είπα ότι η εξερεύνηση της Σελήνης δεν έχει τίποτε το συναρπαστικό, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Κανείς δεν βαριέται αυτά τα φανταστικά βουνά, που είναι πολύ πιο παρακάμπταμε απόκρημνα από τους απαλούς λόφους της Γης. Ποτέ δεν ξέραμε, καθώς καβατζάραμε τα ακρωτήρια εκείνης της άνυδρης θάλασσας, τί νέα θαύματα θα μας αποκαλύπτονταν. Ολόκληρη η νότια καμπύλη της Mare Crisium είναι ένα πελώριο Δέλτα, στο οποίο κάποτε χύνονταν αμέτρητοι ποταμοί στον ωκεανό, τροφοδοτούμενοι ίσως από τις καταρρακτώδεις βροχές που θα μαστίγωναν τα βουνά όταν η Σελήνη ήταν νέα, κατά τη σύντομη ηφαιστειακή εποχή της.
Καθεμία από εκείνες τις αρχαίες κοιλάδες ήταν μία πρόκληση, μία πρόσκληση να σκαρφαλώσουμε στα άγνωστα υψίπεδα πέρα από αυτές. Όμως είχαμε ακόμα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα να διανύσουμε και μπορούσαμε μόνο να κοιτάμε με λαχτάρα τα ύψη που θα κατακτούσαν άλλοι. Στο ερπυστριοφόρο ακολουθούσαμε γήινο χρόνο και ακριβώς στις 22.00 θα στέλναμε το τελευταίο ραδιομήνυμα στη βάση και θα σταματούσαμε για κείνη τη μέρα. Έξω, τα πετρώματα ακόμα έκαιγαν κάτω από το σχεδόν κάθετο ήλιο, αλλά για μας ήταν νύχτα μέχρι να ξυπνήσουμε ξανά, οχτώ ώρες αργότερα. Ύστερα ένας από μας θα ετοίμαζε πρωινό, οι ξυριστικές μηχανές θ’ άρχιζαν να βουίξουν και κάποιος θα άναβε τον ασύρματο των βραχέων κυμάτων από τη Γη.
Πράγματι, όταν η μυρωδιά του τηγανιτού μπέικον, άρχιζε να πλημμυρίζει την καμπίνα, κάποιες φορές ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι δεν βρισκόμαστε πίσω στον κόσμο μας – όλα ήταν τόσο συνηθισμένα και οικεία, εκτός από την αίσθηση του μειωμένου βάρους και την αφύσικη βραδύτητα των αντικειμένων όταν έπεφταν.
Ήταν σειρά μου να ετοιμάσω πρωινό στη γωνιά της κυρίως καμπίνας που χρησίμευε ως μαγειρείο. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή πολύ ζωντανά κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, γιατί στο ραδιόφωνο μόλις είχε τελειώσει μία από τις αγαπημένες μου μελωδίες, το παλιό ουαλικό David of the White Rock. Ο οδηγός μας ήταν ήδη έξω με τη διαστημική στολή του, επιθεωρώντας τις ερπύστριες.
Ο βοηθός μου, ο Λούις Γκάρνετ, ήταν μπροστά, στη θέση ελέγχου, καταχωρίζοντας καθυστερημένα κάποια στοιχεία στο χτεσινό ημερολόγιο.
Ενώ στεκόμουν πάνω από το τηγάνι, περιμένοντας, σαν καλή νοικοκυρά πίσω στη Γη, να ψηθούν τα λουκάνικα, άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί νωχελικά στα ορεινά τείχη που κάλυπταν ολόκληρο το νότιο ορίζοντα, προχωρώντας ανατολικά και δυτικά, μέχρι που χάνονταν κάτω από την καμπύλη της Σελήνης. Έμοιαζαν ν’ απέχουν ένα δυο χιλιόμετρα από το ερπυστριοφόρο, αλλά ήξερα ότι το πιο κοντινό από αυτά βρισκόταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά. Στη Σελήνη φυσικά οι λεπτομέρειες δεν αλλοιώνονται με την απόσταση, καθώς δεν υπάρχει αυτή η σχεδόν αδιόρατη θαμπάδα [t.p. είναι η οργόνη, που υπάρχει μονάχα σε ζωντανούς πλανήτες κι όπου υπάρχει ζωντανή ζωή] που απαλύνει και ορισμένες φορές μεταμορφώνει όλα τα μακρινά αντικείμενα στη Γη.
Εκείνα τα βουνά είχαν ύψος τρεις χιλιάδες μέτρα και ανηφόριζαν απότομα από την πεδιάδα, λες και πριν από αιώνες κάποια έκρηξη στο υπέδαφος τα είχε εκτοξεύσει προς τα πάνω μέσα από το λιωμένο φλοιό. Οι πρόποδες ακόμη και του κοντινότερου βουνού ήταν κρυμμένοι από την απότομη καμπύλη της πεδιάδας, καθώς η Σελήνη είναι ένας πολύ μικρός κόσμος, και από εκεί που στεκόμουν ο ορίζοντας απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα.
Σήκωσα τα μάτια μου προς τις κορυφές που κανείς άνθρωπος δεν είχε πατήσει, τις κορυφές που, πριν από την έλευση των Γήινων, είχαν παρακολουθήσει τους ωκεανούς να βυθίζονται σκυθρωπά στους τάφους τους, παίρνοντας μαζί τους την ελπίδα επιβίωσης ενός κόσμου. Η αντανάκλαση του φωτός σ’ εκείνες τις επάλξεις έτσουξε τα μάτια, ωστόσο μόλις λίγο ψηλότερα τα άστρα έλαμπαν σταθερά σ’ έναν ουρανό πιο μαύρο κι από αυτόν του χειμερινού μεσονυκτίου στη Γη.
Απέστρεφα το βλέμμα όταν την προσοχή μου τράβηξε μία μεταλλική λάμψη ψηλά στην άκρη ενός ακρωτηρίου που έμπαινε στη «θάλασσα», πενήντα μίλια στα δυτικά. Ήταν ένα σημείο φωτός χωρίς διαστάσεις, λες και μία από εκείνες τις άγριες κορυφές είχε αρπάξει ένα άστρο από τον ουρανό, και φαντάστηκα ότι κάποια επίπεδη βραχώδης επιφάνεια αντανακλούσε το φως του ήλιου και το έστελνε κατευθείαν στα μάτια μου: Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα. Όταν η Σελήνη βρίσκεται στο δεύτερο τέταρτο, οι παρατηρητές στη Γη διακρίνουν κάποιες φορές τις μεγάλες οροσειρές του Oceanus Procellarum να ιριδίζουν ασπρογάλανες, καθώς το φως αντανακλάται στις πλαγιές τους και ταξιδεύει από κόσμο σε κόσμο. Όμως ήμουν περίεργος να μάθω τί είδους πέτρωμα μπορούσε να λάμπει τόσο έντονα εκεί ψηλά. Έτσι, ανέβηκα στο παρατηρητήριο και έστρεψα το τηλεσκόπιο των δέκα εκατοστών προς τη δύση.
Είδα αρκετά ώστε η περιέργεια μου ν’ αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Διαυγείς στο οπτικό πεδίο μου, οι βουνοκορφές έμοιαζαν ν’ απέχουν μόλις οκτακόσια μέτρα, αλλά αυτό που αντανακλούσε το φως του ήλιου ήταν πολύ μικρό για να το διακρίνω. Ωστόσο έμοιαζε να διαθέτει μία περίεργη συμμετρία, ενώ η κορυφή στην οποία βρισκόταν ήταν αλλόκοτα επίπεδη. Έμεινα να κοιτάζω ώρα πολλή το λαμπερό αίνιγμα, προσπαθώντας να εκμηδενίσω την απόσταση με το βλέμμα μου, μέχρι που η μυρωδιά καμένου από το μαγειρείο με ειδοποίησε ότι τα λουκάνικα που προορίζονταν για το πρωινό μας είχαν ταξιδέψει τετρακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα μάταια.
Όλο εκείνο το πρωινό διασχίζαμε τη Mare Crisium διαφωνώντας, ενώ τα δυτικά όρη υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στον ουρανό. Ακόμη και όταν ερευνούσαμε την περιοχή με τις διαστημικές στολές μας, η συζήτηση συνεχιζόταν από τον ασύρματο. Ήταν απολύτως βέβαιο, υποστήριζαν οι σύντροφοί μου, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ κανένα έλλογο πλάσμα στη Σελήνη. Τα μοναδικά όντα που έζησαν εκεί ήταν μερικά πρωτόγονα φυτά και οι ελαφρώς λιγότερο εκφυλισμένοι προγονοί τους.
Αυτό το ήξερα κι εγώ πολύ καλά, όμως έρχονται στιγμές που ένας επιστήμονας δεν πρέπει να φοβάται να γελοιοποιηθεί. «Ακούστε» είπα τελικά «εγώ θα πάω εκεί, τουλάχιστον για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου. Το βουνό έχει ύψος το πολύ τρεισήμισι χιλιάδες μέτρα, δηλαδή μόλις εξακόσια μέτρα με γήινη βαρύτητα, και μπορώ να ολοκληρώσω τη διαδρομή σε είκοσι ώρες. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα ν’ ανέβω σ’ αυτούς τους λόφους, και αυτό μου δίνει την τέλεια δικαιολογία».
«Αν δεν σπάσεις το σβέρκο σου» είπε ο Γκάρνετ «θα γίνεις περίγελος της αποστολής όταν γυρίσουμε στη Βάση. Αυτό το βουνό από δω και πέρα πιθανότατα θα λέγεται Μωρία του Γουίλσον».
«Δεν θα σπάσω το σβέρκο μου» είπα αποφασιστικά. «Ποιος ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο Πίκο και τον Ελικώνα;»
«Δεν ήσουν λίγο νεότερος τότε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Λούις.
«Αυτό» είπα περήφανα «είναι ένας λόγος παραπάνω για να πάω».
Πέσαμε για ύπνο νωρίς εκείνη τη νύχτα, αφού οδηγήσαμε το ερπυστριοφόρο σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων από το ακρωτήριο. Ο Γκάρνετ θα ερχόταν μαζί μου το πρωί· ήταν καλός ορειβάτης και παλιότερα με είχε συνοδεύσει σε πολλές τέτοιες εξορμήσεις. Ο οδηγός μας ήταν περιχαρής που τον αφήσαμε να προσέχει το όχημα.
Με την πρώτη ματιά εκείνοι οι γκρεμοί έμοιαζαν τελείως κάθετοι, αλλά για οποιονδήποτε πεπειραμένο ορειβάτη η αναρρίχηση είναι εύκολη σε έναν κόσμο που καθετί ζυγίζει το ένα δέκατο έκτο του κανονικού του βάρους. Ο πραγματικός κίνδυνος στη σεληνιακή ορειβασία είναι η υπερβολική αυτοπεποίθηση· μία πτώση από ύψος διακοσίων μέτρων στη Σελήνη μπορεί να σε σκοτώσει τόσο αποτελεσματικά όσο και μία πτώση από τα τριάντα μέτρα στη Γη.
Κάναμε την πρώτη στάση σε έναν πλατύ βράχο που βρισκόταν περίπου χίλια διακόσια μέτρα πάνω από την πεδιάδα. Η αναρρίχηση δεν ήταν δύσκολη, όμως είχα πιαστεί από την ασυνήθιστη προσπάθεια και χάρηκα για το διάλειμμα. Το ερπυστριοφόρο φαινόταν ακόμα, ένα μικροσκοπικό μεταλλικό έντομο στους πρόποδες του γκρεμού, κι αναφέραμε την πρόοδό μας στον οδηγό πριν συνεχίσουμε την ανάβαση.
Ώρα με την ώρα ο ορίζοντας διευρυνόταν και μπορούσαμε να δούμε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πλατιάς πεδιάδας. Βλέπαμε πια σε βάθος ογδόντα χιλιομέτρων στη Mare, ενώ διακρίναμε ακόμη και τις βουνοκορφές στην απέναντι ακτή, που απείχε πάνω από εκατόν εξήντα χιλιόμετρα. Ελάχιστες από τις μεγάλες σεληνιακές πεδιάδες είναι τόσο ομαλές όσο η Mare Crisium, και μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι τρία χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας απλωνόταν μία θάλασσα από νερό και όχι από βράχια. Μόνο ένα σύνολο κρατήρων κοντά στον ορίζοντα διέλυαν την ψευδαίσθηση.
Δεν διακρίναμε ακόμα το στόχο μας πάνω από την προεξοχή του βουνού και προσανατολιζόμασταν με χάρτες, χρησιμοποιώντας τη Γη ως οδηγό. Ανατολικά από μας ο ασημένιος πλανήτης μας κρεμόταν χαμηλά πάνω από την πεδιάδα, ήδη στο πρώτο τέταρτό του. Ο Ήλιος και τα άστρα θα παρέλαυναν αργά στον ουρανό και θα χάνονταν από το οπτικό μας πεδίο, όμως η Γη θα ήταν πάντα εκεί, στην προκαθορισμένη θέση της, γεμίζοντας και αδειάζοντας καθώς περνούσαν οι εποχές και τα χρόνια. Σε δέκα μέρες θα ήταν ένας εκτυφλωτικός δίσκος που θα έλουζε αυτούς τους βράχους με την ακτινοβολία της τα μεσάνυχτα, πενήντα φορές λαμπρότερη από την πανσέληνο. Όμως έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα βουνά πολύ πριν από τη νύχτα, αλλιώς θα μέναμε ανάμεσά τους για πάντα.
Οι στολές μας ήταν δροσερές, αφού οι μονάδες ψύξης πολεμούσαν τον καυτό Ήλιο και απομάκρυναν τη θερμότητα του σώματός μας όταν αυτή ανέβαινε από την προσπάθεια. Μιλούσαμε ελάχιστα μεταξύ μας, μόνο για να δώσουμε οδηγίες σχετικά με την ανάβαση και για να συζητήσουμε την καλύτερη διαδρομή. Δεν ξέρω τί σκεφτόταν ο Γκάρνετ, μάλλον ότι αυτό ήταν το πιο τρελό πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Σχεδόν συμφωνούσα μαζί του, αλλά η χαρά της αναρρίχησης, η γνώση ότι κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει ποτέ από δω, καθώς και η ευφορία που μου προκαλούσε η ολοένα και πιο πλατιά θέα ήταν αρκετή ανταμοιβή για μένα.
Δεν νομίζω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα όταν αντίκρισα μπροστά μας τον πέτρινο τοίχο που είχα διακρίνει με το τηλεσκόπιο από απόσταση πενήντα χιλιομέτρων. Γινόταν επίπεδος περίπου δεκαπέντε μέτρα ψηλότερα κι εκεί, στο πλάτωμα, βρισκόταν το αντικείμενο που με είχε κάνει να διασχίσω την ερημιά για να έρθω ως εδώ. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, κάποιος ογκόλιθος που είχε κοπεί αιώνες πριν από κάποιον μετεωρίτη και οι επιφάνειές του ακόμα γυάλιζαν σ’ αυτή την άφθαρτη αμετάβλητη σιωπή.
Ο επίπεδος βράχος δεν είχε προεξοχές από τις οποίες θα μπορούσαμε να κρατηθούμε, γι’ αυτό και έπρεπε να χρησιμοποιούμε γάντζους. Τα κουρασμένα χέρια μου έμοιαζαν να δυναμώνουν ξανά καθώς στριφογύριζα το τριπλό μεταλλικό άγκιστρο πάνω από το κεφάλι μου και το εκτόξευα ψηλά, προς τα άστρα. Την πρώτη φορά ξεκόλλησε και έπεσε αργά πίσω όταν τραβήξαμε το σχοινί. Με την τρίτη προσπάθεια τα άγκιστρα στερεώθηκαν γερά και δεν μετακινήθηκαν ακόμη και όταν κρεμαστήκαμε και οι δυο μας από το σχοινί.
Ο Γκάρνετ με κοίταξε με αγωνία. Έβλεπα ότι ήθελε να πάει πρώτος, αλλά του χαμογέλασα μέσα από το γυαλί του κράνους μου και κούνησα το κεφάλι. Αργά, με το πάσο μου, άρχισα την τελική ανάβαση. Ακόμη και με τη στολή μου ζύγιζα μόλις δεκαοχτώ κιλά, έτσι ανέβηκα τραβώντας με τα χέρια, χωρίς να μπω στον κόπο να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου. Στο χείλος κοντοστάθηκα και κούνησα το χέρι στο σύντροφό μου, ύστερα σκαρφάλωσα και στάθηκα όρθιος, κοιτώντας ευθεία μπροστά.
Πρέπει να καταλάβετε ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήμουν σχεδόν πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να βρω τίποτε περίεργο ή ασυνήθιστο. Σχεδόν, αλλά όχι απόλυτα· αυτή η βασανιστική αμφιβολία με ωθούσε προς τα μπρος. Λοιπόν, αμφιβολία δεν υπήρχε πια, αλλά τα βάσανα τώρα άρχιζαν.
Στεκόμουν σε ένα πλάτωμα με διάμετρο περίπου τριάντα μέτρα. Κάποτε ήταν λείο -υπερβολικά λείο για να είναι φυσικό- αλλά με το πέρασμα αμέτρητων αιώνων η επιφάνειά του είχε σημαδευτεί από την πτώση μετεώρων. Είχε λειανθεί ώστε να στηρίζει μία γυαλιστερή κατασκευή όμοια με πυραμίδα, με ύψος διπλάσιο από του ανθρώπου, που ήταν τοποθετημένη στο βράχο σαν τεράστιο πολυεπίπεδο πετράδι.
Δεν νομίζω ότι αισθάνθηκα οτιδήποτε εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ύστερα ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει και να γεμίζει με μία παράξενη απερίγραπτη χαρά. Γιατί αγαπούσα τη Σελήνη και τώρα ήξερα ότι τα βρύα του Αρίσταρχου και του Ερατοσθένη δεν ήταν η μοναδική μορφή ζωής που είχε γεννήσει στα νιάτα της. Το παλιό αμφισβητούμενο όνειρο των πρώτων εξερευνητών ήταν αληθινό. Τελικά είχε υπάρξει σεληνιακός πολιτισμός – κι εγώ ήμουν ο πρώτος που τον ανακάλυπτε. Δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου που είχα αργήσει γύρω στα εκατό εκατομμύρια χρόνια· μου αρκούσε που βρισκόμουν εδώ.
Ο νους μου άρχισε να λειτουργεί κανονικά, να αναλύει και να θέτει ερωτήματα. Ήταν ένα κτίριο, ένας βωμός – ή κάτι για το οποίο η γλώσσα μας δεν είχε όνομα; Αν ήταν κτίριο, τότε γιατί είχε χτιστεί σε ένα τόσο απρόσιτο σημείο; Αναρωτήθηκα μήπως ήταν ναός, και φαντάστηκα τους πιστούς κάποιας παράξενης θρησκείας να προσεύχονται μάταια στους θεούς τους για να τους προστατέψουν, καθώς η ζωή στράγγιζε από τη Σελήνη μαζί με τους ωκεανούς. Έκανα καμιά δεκαριά βήματα μπροστά για να εξετάσω το αντικείμενο καλύτερα, όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με εμπόδισε να πλησιάσω πολύ κοντά. Διέθετα κάποιες γνώσεις αρχαιολογίας και έτσι προσπάθησα να μαντέψω το επίπεδο του πολιτισμού των πλασμάτων που είχαν λειάνει το βουνό και είχαν κατασκευάσει τις αστραφτερές κατοπτρικές επιφάνειες που ακόμα θάμπωναν τα μάτια μου.
Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει οι Αιγύπτιοι, σκέφτηκα, αν οι εργάτες τους διέθεταν τα παράξενα υλικά που είχαν χρησιμοποιήσει αυτοί οι κατά πολύ αρχαιότεροι αρχιτέκτονες. Το αντικείμενο ήταν τόσο μικρό που δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν το δημιούργημα μίας φυλής πιο εξελιγμένης από τη δική μου. Και μόνο η ιδέα ότι κάποτε στη Σελήνη είχαν ζήσει ευφυή όντα ήταν πολύ συγκλονιστική για να τη χωνέψω και η περηφάνια μου δεν με άφηνε να κάνω το τελευταίο ταπεινωτικό βήμα.
Ύστερα πρόσεξα κάτι που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκωθούν όρθιες – κάτι τόσο κοινότοπο και αθώο που πολλοί δεν θα το είχαν προσέξει καθόλου. Έχω ήδη αναφέρει ότι το πλάτωμα ήταν σημαδεμένο από μετέωρα. Ήταν επίσης σκεπασμένο από αρκετά εκατοστά της κοσμικής σκόνης η οποία καταλήγει στην επιφάνεια κάθε κόσμου που δεν διαθέτει ανέμους για να την παρασύρουν μακριά. Ωστόσο η σκόνη και οι αμυχές από τα μετέωρα σταματούσαν απότομα σε έναν πλατύ κύκλο γύρω από τη μικρή πυραμίδα, σαν ένα αόρατο τείχος να την προστάτευε από τις επιθέσεις του χρόνου και τον αργό, αδυσώπητο βομβαρδισμό από το διάστημα.
Κάποιος φώναξε στ’ ακουστικά μου και συνειδητοποίησα ότι ο Γκάρνετ με καλούσε εδώ και κάμποση ώρα. Έφτασα με ασταθές βήμα στην άκρη του γκρεμού και του έγνεψα να έρθει, καθώς δεν εμπιστευόμουν τη φωνή μου. Ύστερα επέστρεψα στον κύκλο που είχε σχηματιστεί πάνω στη σκόνη. Σήκωσα από κάτω ένα σπασμένο κομμάτι βράχου και το πέταξα απαλά προς το λαμπερό αίνιγμα. Αν το χαλίκι είχε εξαφανιστεί συναντώντας το αόρατο φράγμα δεν θα είχα εκπλαγεί, αλλά φάνηκε να χτυπά μία λεία ημισφαιρική επιφάνεια και να γλιστρά αργά στο έδαφος.
Ήξερα τότε ότι αντίκριζα κάτι που δεν είχε όμοιο του στην ιστορία της φυλής μου. Αυτό δεν ήταν κτίριο, αλλά ένα μηχάνημα που προστάτευε τον εαυτό του με δυνάμεις που αψηφούσαν την αιωνιότητα. Αυτές οι δυνάμεις, ότι κι αν ήταν, βρίσκονταν ακόμα σε λειτουργία και ίσως ήδη να είχα πλησιάσει υπερβολικά. Σκέφτηκα όλες τις ακτινοβολίες που ο άνθρωπος είχε τιθασεύσει τον περασμένο αιώνα. Θα μπορούσα να είμαι τόσο αναπόφευκτα καταδικασμένος όσο κι αν είχα παραβιάσει τη θανατηφόρα, σιωπηλή αύρα ενός ατομικού αντιδραστήρα.
Θυμάμαι ότι στράφηκα τότε προς τον Γκάρνετ, που είχε πλησιάσει και στεκόταν ακίνητος δίπλα μου. Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Έτσι, δεν τον ενόχλησα, αλλά περπάτησα ως την άκρη του γκρεμού, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Εκεί, χαμηλά, απλωνόταν η Mare Crisium -Θάλασσα των Κρίσεων, πραγματικά- αλλόκοτη για τους περισσότερους ανθρώπους, αλλά καθησυχαστικά οικεία για μένα.
Σήκωσα το βλέμμα προς το φωτισμένο ημισφαίριο της Γης, που ξεκουραζόταν στο λίκνο των άστρων, και αναρωτήθηκα τί κάλυπταν τα νέφη της όταν αυτοί οι άγνωστοί αρχιτέκτονες είχαν ολοκληρώσει το οικοδόμημα τους. Ήταν οι πνιγηρές ζούγκλες του Λιθανθρακοφόρου, η γυμνή ακτή στην οποία τα πρώτα αμφίβια έπρεπε να συρθούν για να κατακτήσουν την ξηρά – ή, ακόμα παλιότερα, η ατέλειωτη μοναξιά πριν από την έλευση της ζωής;
Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μάντεψα την αλήθεια νωρίτερα – την αλήθεια που τώρα μοιάζει τόσο προφανής. Μέσα στον αρχικό ενθουσιασμό για την ανακάλυψή μου είχα υποθέσει ότι αναμφίβολα αυτή η κρυσταλλική οπτασία είχε κατασκευαστεί από κάποια φυλή κατά το μακρινό παρελθόν της Σελήνης. Αίφνης όμως, και με συγκλονιστική δύναμη, ήρθε η σκέψη ότι η πυραμίδα ήταν τόσο ξένη στη Σελήνη όσο κι εγώ.
Στη διάρκεια είκοσι ετών δεν είχαμε εντοπίσει κανένα ίχνος ζωής, εκτός από ελάχιστα εκφυλισμένα φυτά. Κανένας σεληνιακός πολιτισμός, όπως κι αν εξαφανίστηκε, δεν ήταν δυνατόν να είχε αφήσει μόνο ένα ενθύμιο της ύπαρξης του.
Κοίταξα ξανά τη λαμπερή πυραμίδα και μου φάνηκε ακόμα πιο μακρινή από οτιδήποτε είχε σχέση με τη Σελήνη. Ξαφνικά ένιωσα να με κατακλύζει ένα ανόητο υστερικό γέλιο, που το είχαν προκαλέσει ο ενθουσιασμός και η κούραση. Είχα φανταστεί ότι η μικρή πυραμίδα μού μιλούσε και έλεγε: «Συγνώμη, κι εγώ ξένη είμαι εδώ».
Χρειαστήκαμε είκοσι χρόνια για να παραβιάσουμε την αόρατη ασπίδα και να φτάσουμε στο μηχανισμό που έκρυβαν εκείνα τα κρυστάλλινα τείχη. Ό,τι δεν κατανοούσαμε το υποτάξαμε τελικά με τη βάρβαρη δύναμη της ατομικής ενέργειας, και κάποια στιγμή αντίκρισα θρυμματισμένο το υπέροχο αστραφτερό αντικείμενο που είχα βρει εκεί ψηλά στο βουνό.
Δεν έχει κανένα νόημα για μας. Ο μηχανισμός – αν όντως είναι μηχανισμός- της πυραμίδας ανήκει σε μία τεχνολογία που βρίσκεται πολύ μακριά από τον ορίζοντά μας, ίσως στην τεχνολογία των παραφυσικών δυνάμεων.
Το μυστήριο μάς βασανίζει ακόμα περισσότερο τώρα που έχουμε φτάσει στους άλλους πλανήτες και ξέρουμε ότι μόνο η Γη φιλοξένησε κάποτε έλλογα όντα. Και κανένας χαμένος πολιτισμός από το δικό μας κόσμο δεν θα μπορούσε να είχε κατασκευάσει αυτό το μηχανισμό, καθώς το πάχος της μετεωρικής σκόνης στο πλάτωμα μάς έδωσε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την ηλικία του. Τοποθετήθηκε εκεί, πάνω στο βουνό του, πριν βγει οποιαδήποτε μορφή ζωής από τις θάλασσες της Γης.
Όταν ο κόσμος μας είχε τη μισή από τη σημερινή του ηλικία, κάτι από τα άστρα διέσχισε το ηλιακό σύστημα, άφησε αυτό το ενθύμιο της παρουσίας του και έφυγε ξανά. Μέχρι που τη στιγμή που τον καταστρέψαμε, ο μηχανισμός συνέχιζε να εξυπηρετεί το σκοπό των κατασκευαστών του· και όσον αφορά αυτό το σκοπό, να τί πιστεύω:
Σχεδόν εκατό χιλιάδες εκατομμύρια άστρα ταξιδεύουν μέσα στο γαλαξία και, πολύ καιρό πριν άλλες φυλές στους κόσμους άλλων ήλιων πρέπει να έφτασαν και να ξεπέρασαν το στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρισκόμαστε εμείς. Φανταστείτε αυτούς τους πολιτισμούς, πολύ πίσω στο χρόνο, όταν η λάμψη της δημιουργίας άρχιζε ν’ αργοσβήνει, αφέντες ενός σύμπαντος τόσο νέου, ώστε η ζωή είχε εμφανιστεί μόνο σε ελάχιστους κόσμους. Η μοναξιά τους πρέπει να ήταν αφάνταστη – η μοναξιά των Θεών που ατενίζουν το άπειρο και δεν συναντούν κανέναν για να μοιραστούν τις σκέψεις τους.
Πρέπει να έψαξαν στα σμήνη των άστρων, όπως ψάξαμε κι εμείς στους πλανήτες. Παντού θα υπήρχαν κόσμοι, αλλά θα ήταν άδειοι ή κατοικημένοι από πλάσματα που σέρνονταν στο χώμα χωρίς ίχνος λογικής σκέψης. Έτσι ήταν και η Γη μας, όπου ο καπνός των μεγάλων ηφαιστείων ακόμα σκέπαζε τους ουρανούς, όταν εκείνο το πρώτο σκάφος των λαών από την απαρχή του χρόνου ξεπρόβαλλε από την άβυσσο πέρα από τον Πλούτωνα. Διέσχισε τους παγωμένους εξωτερικούς πλανήτες, γνωρίζοντας ότι η ζωή δεν θα μπορούσε να παίζει κανένα ρόλο στη μοίρα τους, και στάθηκε ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, που απολάμβαναν τη θαλπωρή του Ήλιου και περίμεναν ν’ αρχίσει η ιστορία τους.
Αυτοί οι ταξιδιώτες πρέπει να κοίταξαν τη Γη, που περιφερόταν με ασφάλεια στη στενή ζώνη ανάμεσα στη φωτιά και τον πάγο, και να μάντεψαν ότι ήταν το αγαπημένο από τα παιδιά του Ήλιου. Εδώ, στο μακρινό μέλλον, θα υπήρχαν ευφυή όντα· αλλά είχαν ακόμα αμέτρητα άστρα μπροστά τους και μπορεί να μην ξαναπερνούσαν ποτέ από δω.
Έτσι, άφησαν ένα φρουρό, έναν από τα εκατομμύρια που διασκόρπισαν σε όλο το σύμπαν για να παρακολουθούν κάθε κόσμο που έκρυβε την υπόσχεση της ζωής. Ήταν ένας πομπός, που εδώ και τόσους αιώνες συνέχιζε να στέλνει υπομονετικά το μήνυμα ότι κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει.
Ίσως καταλαβαίνετε τώρα γιατί η κρυσταλλική πυραμίδα τοποθετήθηκε στη Σελήνη και όχι στη Γη. Οι κατασκευαστές της δεν ενδιαφέρονταν για φυλές που ακόμα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το στάδιο της βαρβαρότητας. Θα τους απασχολούσε ο πολιτισμός μας μόνο αν αποδεικνύαμε την ικανότητά μας να επιβιώνουμε – διασχίζοντας το διάστημα και ξεφεύγοντας από τη Γη, το λίκνο μας. Αυτή είναι η πρόκληση που όλες οι ευφυείς φυλές πρέπει κάποτε ν’ αντιμετωπίσουν, αργά ή γρήγορα. Είναι μία διπλή πρόκληση, καθώς εξαρτάται από την κατάκτηση της ατομικής ενέργειας και την τελική επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.
Αφού ξεπεράσαμε αυτή την κρίση, ήταν πια θέμα χρόνου να βρούμε την πυραμίδα και να την παραβιάσουμε. Τώρα το σήμα της έχει σιωπήσει και εκείνοι που έχουν αναλάβει αυτό το καθήκον θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τη Γη. Ίσως θέλουν να βοηθήσουν το νεαρό πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είναι πολύ-πολύ ηλικιωμένοι και οι ηλικιωμένοι συχνά ζηλεύουν παθολογικά τους νέους.
Δεν μπορώ πια να κοιτάξω το γαλαξία χωρίς ν’ αναρωτηθώ από ποιο αχνό νεφέλωμα θα έρθουν οι απεσταλμένοι. Συγχωρέστε μου την κοινότοπη παρομοίωση, αλλά νομίζω ότι σπάσαμε το τζάμι του συναγερμού πυρκαγιάς και τώρα δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε.
Δεν νομίζω ότι θα περιμένουμε πολύ.
Sir Arthur Charles Clarke
Απληστία ως Αντίδοτο στον Φόβο
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία.
Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία. Διάλεξα να πω «από την επιθυμία» αντί «από τα μέσα της ζωής του», διότι πιστεύω ότι η αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες.
Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.
Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά. Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.
«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο. Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία». Θα εξετάσουμε την απληστία, αρχικά, μέσα από την ιστορία.
Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του στο χρυσό παρομοιώδης. Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους.
«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.
Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία.
Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό. Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στη μεταλλαγή της.
Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό. Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.
Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.
Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός. Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες. Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.
Η απληστία όμως για την ολοκλήρωση οδηγεί στην ολοκλήρωση της απληστίας, αλλά αυτός είναι ο άπληστος. Επομένως, τι συνέβη; Αυξήθηκε απλά η πολυπλοκότητα του συστήματος με μια τροχοπέδη. Η φύση αυτορυθμίζεται, η θέση που θα βρεθεί το κάθε κύτταρο ή άνθρωπος είναι δεδομένη. Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου». Είναι μια αντίδραση «φυσιολογική» η οποία εκδηλώνεται με τη μεταβολή των ορμονών και της ψυχολογίας. Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα. Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).
Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα. Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.
Η γη κατέληξε «μονοειδής»
Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου. Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.
Η απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή – τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό – εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.
Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα. Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.
Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων. Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.
Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η ανησυχία. Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη. «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.
Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε στον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;
Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία. Διάλεξα να πω «από την επιθυμία» αντί «από τα μέσα της ζωής του», διότι πιστεύω ότι η αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες.
Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.
Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά. Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.
«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο. Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία». Θα εξετάσουμε την απληστία, αρχικά, μέσα από την ιστορία.
Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του στο χρυσό παρομοιώδης. Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους.
«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.
Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία.
Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό. Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στη μεταλλαγή της.
Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό. Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.
Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.
Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός. Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες. Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.
Η απληστία όμως για την ολοκλήρωση οδηγεί στην ολοκλήρωση της απληστίας, αλλά αυτός είναι ο άπληστος. Επομένως, τι συνέβη; Αυξήθηκε απλά η πολυπλοκότητα του συστήματος με μια τροχοπέδη. Η φύση αυτορυθμίζεται, η θέση που θα βρεθεί το κάθε κύτταρο ή άνθρωπος είναι δεδομένη. Το κλειδί στην ψυχολογία του άπληστου λέγεται «άγχος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου». Είναι μια αντίδραση «φυσιολογική» η οποία εκδηλώνεται με τη μεταβολή των ορμονών και της ψυχολογίας. Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα. Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).
Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα. Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.
Η γη κατέληξε «μονοειδής»
Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου. Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.
Η απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή – τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό – εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.
Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα. Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.
Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων. Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.
Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η ανησυχία. Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη. «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.
Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε στον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;
Πως να γίνεις αθάνατος σύμφωνα με την αρχαίες μυθολογίες
Το όνειρο να ζήσουμε για πάντα είναι τόσο παλιό όσο και ο χρόνος. Είναι μια καθολική έννοια είτε πρόκειται λόγω του φόβου προς τον θάνατο, λόγω της αγάπης για τη ζωή, λόγω της δίψας για γνώση, είτε για την αίσθηση του ότι είμαστε αήττητοι. Πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί δηλώνουν διαφορετικές τακτικές για την επίτευξη της αιώνιας ύπαρξης. Εδώ είναι δέκα ιδέες που επεκτάθηκαν μέσα στους περασμένους αιώνες.
Γιαπωνέζικη Μυθολογία: Φάε μια γοργόνα
Οι αρχαίοι Ιάπωνες πίστευαν στα ningyo, ένα πλάσμα που περιγράφεται ως διασταύρωση μεταξύ μαϊμούς και κυπρίνου. Όπως και οι γοργόνες, ζουν στη θάλασσα και αν κάποιος τα πιάσει φέρνουν κακή τύχη ή κακοκαιρία.
Στον διάσημο μύθο Eight Hundred Nun ένας άντρας κατά λάθος σέρβιρε κρέας από ningyo στην κόρη του.
Αφού το κορίτσι δάγκωσε, καταράστηκε με την αθανασία. Η ύπαρξή της έγινε καταθλιπτική, αφού είδε πολλούς συζύγους και παιδιά της να πεθαίνουν, το ένα μετά το άλλο. Συνεπώς αφιέρωσε τη ζωή της στον Βούδα.
Λόγω της ιεροσύνης της, είχε την τύχη να πεθάνει στην ώριμη ηλικία των 800 ετών.
Χριστιανική Μυθολογία: Χλευασμός στον Χριστό
Ο μύθος λέει ότι υπήρχε ένας Εβραίος που κορόιδευε τον Ιησού καθώς πήγαινε προς τον σταυρό. Χτύπησε τον Ιησού με το παπούτσι του και του είπε να βιαστεί. Ο Ιησούς απάντησε ότι παρόλο που έφυγε, αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να παραμείνει μέχρι να επιστρέψει.
Συνειδητοποιώντας τη βαρύτητα των πράξεών του, ο άνθρωπος αυτός προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό και πήρε το όνομα Ιωσήφ. Ωστόσο, η κατάρα είχε οδυνηρές επιπτώσεις. Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε να καθίσει ή να ξεκουραστεί ποτέ, εκτός από τα Χριστούγεννα. Στην αρχή κάθε αιώνα, ήταν θανάσιμα άρρωστος και πάθαινε επιληπτική κρίση, μετά την οποία γινόταν και πάλι 30 χρονών.
Ελληνική Μυθολογία: Θυμός ενός Θεού
Ένα κοινό νήμα στις Ελληνικές ιστορίες είναι υπερήφανοι άνθρωποι που προσπαθούν να αμφισβητήσουν ή να εξαπατήσουν τους θεούς. Πολλοί από αυτούς τιμωρήθηκαν για όλη την αιωνιότητα.
Σε μια για παράδειγμα, ο Σίσυφος εξαπάτησε τον Δία και παγίδευσε τον Θάνατο, την προσωποποίηση του θανάτου. Κανονικά θα πέθαινε, αλλά ο Άρης, ο θεός του πολέμου, εξοργίστηκε. Ως τιμωρία, ο Σίσυφος αναγκάζεται να κουβαλά έναν βαρύ ογκόλιθο πάνω σε ένα βουνό κάθε μέρα, μόνο για να πέσει πίσω στην αρχή τη νύχτα. Για πάντα.
Ταοϊσμός: Κινναβαρίτης
Ο Κινναβαρίτης είναι γνωστός ως κοινός υδράργυρος. Είναι επίσης το κύριο συστατικό για το ελιξίριο της αθανασίας, το οποίο οι Ταοϊστές ονομάζουν huandan (Ελιξίριο Επαναφοράς). Αυτό το φίλτρο πιστεύεται ότι απαλλάσσει το σώμα από τις ατέλειες που το εμποδίζουν να πετύχει την αιώνια ζωή.
Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά τα ελιξίρια ήταν τοξικά και πολλοί άνθρωποι πέθαναν, συμπεριλαμβανομένου και αυτοκράτορες. Συνεπώς η εξωτερική αλχημεία εξελίχθηκε στο να εστιάζει στον εσωτερισμό, όπου κάποιος αξιοποιεί την φυσική του ενέργεια με γιόγκα και άλλες πρακτικές.
Σουμεριακή Μυθολογία: Ένα Άγνωστο Φυτό
Όπως έχει γραφτεί στο έπος του Γκιλγκαμές, ο ήρωας από τον οποίο πήρε το όνομα του, κυνηγούσε την πηγή της αθανασίας για να σώσει τον φίλο του Ενκίντου από το θάνατο. Η αναζήτησή του τον οδήγησε στο Ουτναπιστίμ στον οποίο δόθηκε η αιώνια ζωή αφού κατασκεύασε ένα μεγάλο σκάφος όπως του είπαν οι θεοί για να επιβιώσει από μια πλημμύρα, παρόμοια με τον Νώε. Ο Ουτναπιστίμ λέει στο Γκιλγκαμές για ένα φυτό απόκρυφης προέλευσης και τα είδη του που χαρίζουν σε αυτόν που θα το φάει αιώνια ζωή. Η περιγραφή του ακουγόταν παρόμοια με το Γκότζι Μπέρι. Ωστόσο, αφού απέκτησε τον βλαστό ο Γκιλγκαμές, τον έχασε από ένα φίδι. Έτσι δε θα ξέρουμε ποτέ αν λειτουργεί.
Κινέζικη Μυθολογία: Ροδάκινα
Ο Sun Wukong γνωστός ως Monkey King καθορίστηκε ο προστάτης των ροδάκινων, και επέλεξε να φάει ένα, το οποίο του έδωσε χίλια χρόνια ζωής. Απέδρασε, αλλά στη συνέχεια συνελήφθη για να τον κρίνουν. Δεδομένου ότι είχε επίσης καταπιεί τα Ροδάκινα της Αθανασίας, δεν μπορούσαν να τον εκτελέσουν. Ξεκίνησε πόλεμο εναντίον του Ουρανού και ο Βούδας μπόρεσε να τον παγιδέψει για πέντε αιώνες.
Αυτά τα ροδάκινα δόθηκαν στους θεούς για την αθανασία τους.
Ινδουισμός: Amrita
Στα Σανσκριτικά «amrita» σημαίνει αθανασία. Οι Devas ή θεοί είχαν χάσει την αθανασία τους εξαιτίας μιας κατάρας και αναζητούσαν έναν τρόπο να ξανακερδίσουν αυτήν την δύναμη.
Συμμάχησαν με τους εχθρούς τους, τους Asuras, για να κλώσουν τον Ωκεανό του Γάλακτος που δημιούργησε ένα νέκταρ που ονομάζεται amrita. Οι Devas κατάφεραν να εξαπατήσουν τους Asuras και ήπιαν μόνο αυτοί την amrita. Μερικοί δάσκαλοι γιόγκα πιστεύουν ότι η amrita χύθηκε στην Γη καθώς βιαζόντουσαν να την κρύψουν από τους Asuras.
Νορβηγική Μυθολογία: Τα Χρυσά Μήλα
Όλες οι νορβηγικές θεότητες είχαν την απαίτηση αυτά τα μήλα να διατηρούν τη νεότητα και την αθανασία τους. Η Idun, η θεά της άνοιξης, ήταν η φύλακας του οπωρώνα. Ο Λόκι την εξαπάτησε και την παρέδωσε στον γίγαντα Thiassi με όλα τα μήλα.
Στη συνέχεια, οι νορβηγικοί θεοί έγιναν γηραιότεροι και η δύναμή τους μειώθηκε. Στην εξασθενημένη κατάσταση τους, ανάγκασαν τον Λόκι να ανακτήσει την Idun και τα φρούτα.
Το κατάφερε με το να γίνει γεράκι, την έφερε πίσω, και οι θεοί ανέκτησαν τις δυνάμεις τους.
Ελληνική Μυθολογία: Αμβροσία
Ο θρύλος λέει ότι η αμβροσία έχει γεύση σαν μέλι και ήταν το ποτό των Ολύμπιων που τους έδινε την αθανασία τους.
Μερικοί θνητοί και ημίθεοι είχαν το προνόμιο να την πιουν, όπως ο Ηρακλής, και άλλοι την έκλεψαν και τιμωρήθηκαν, όπως ο Τάνταλος, ο οποίος παγιδεύτηκε σε ένα ποτάμι κάτω από το οπωροφόρο δέντρο αλλά δεν μπορούσε ποτέ να φτάσει το φαγητό ή να πιει νερό από το ποτάμι.
Χριστιανική Μυθολογία: Το Άγιο Δισκοπότηρο
Το Άγιο Δισκοπότηρο είναι το ποτήρι από το οποίο ήπιε ο Ιησούς στο Μυστικό Δείπνο. Οι θρύλοι λένε επίσης ότι σε αυτό ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας έβαλε το αίμα του Ιησού όταν αυτός βρισκόταν στο σταυρό.
Ένας από τους πιο διάσημους αναζητητές του Αγίου Δισκοπότηρου ήταν ο βασιλιάς Αρθούρος και οι ιππότες του. Μόνο οι πιο αγνές ψυχές μπορούν να το πιάσουν και ο ιππότης Γκάλαχαντ κέρδισε την αθανασία αφού ήταν ο μόνος που μπορούσε να το αγγίξει.
Γιαπωνέζικη Μυθολογία: Φάε μια γοργόνα
Οι αρχαίοι Ιάπωνες πίστευαν στα ningyo, ένα πλάσμα που περιγράφεται ως διασταύρωση μεταξύ μαϊμούς και κυπρίνου. Όπως και οι γοργόνες, ζουν στη θάλασσα και αν κάποιος τα πιάσει φέρνουν κακή τύχη ή κακοκαιρία.
Στον διάσημο μύθο Eight Hundred Nun ένας άντρας κατά λάθος σέρβιρε κρέας από ningyo στην κόρη του.
Αφού το κορίτσι δάγκωσε, καταράστηκε με την αθανασία. Η ύπαρξή της έγινε καταθλιπτική, αφού είδε πολλούς συζύγους και παιδιά της να πεθαίνουν, το ένα μετά το άλλο. Συνεπώς αφιέρωσε τη ζωή της στον Βούδα.
Λόγω της ιεροσύνης της, είχε την τύχη να πεθάνει στην ώριμη ηλικία των 800 ετών.
Χριστιανική Μυθολογία: Χλευασμός στον Χριστό
Ο μύθος λέει ότι υπήρχε ένας Εβραίος που κορόιδευε τον Ιησού καθώς πήγαινε προς τον σταυρό. Χτύπησε τον Ιησού με το παπούτσι του και του είπε να βιαστεί. Ο Ιησούς απάντησε ότι παρόλο που έφυγε, αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να παραμείνει μέχρι να επιστρέψει.
Συνειδητοποιώντας τη βαρύτητα των πράξεών του, ο άνθρωπος αυτός προσηλυτίστηκε στον Χριστιανισμό και πήρε το όνομα Ιωσήφ. Ωστόσο, η κατάρα είχε οδυνηρές επιπτώσεις. Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε να καθίσει ή να ξεκουραστεί ποτέ, εκτός από τα Χριστούγεννα. Στην αρχή κάθε αιώνα, ήταν θανάσιμα άρρωστος και πάθαινε επιληπτική κρίση, μετά την οποία γινόταν και πάλι 30 χρονών.
Ελληνική Μυθολογία: Θυμός ενός Θεού
Ένα κοινό νήμα στις Ελληνικές ιστορίες είναι υπερήφανοι άνθρωποι που προσπαθούν να αμφισβητήσουν ή να εξαπατήσουν τους θεούς. Πολλοί από αυτούς τιμωρήθηκαν για όλη την αιωνιότητα.
Σε μια για παράδειγμα, ο Σίσυφος εξαπάτησε τον Δία και παγίδευσε τον Θάνατο, την προσωποποίηση του θανάτου. Κανονικά θα πέθαινε, αλλά ο Άρης, ο θεός του πολέμου, εξοργίστηκε. Ως τιμωρία, ο Σίσυφος αναγκάζεται να κουβαλά έναν βαρύ ογκόλιθο πάνω σε ένα βουνό κάθε μέρα, μόνο για να πέσει πίσω στην αρχή τη νύχτα. Για πάντα.
Ταοϊσμός: Κινναβαρίτης
Ο Κινναβαρίτης είναι γνωστός ως κοινός υδράργυρος. Είναι επίσης το κύριο συστατικό για το ελιξίριο της αθανασίας, το οποίο οι Ταοϊστές ονομάζουν huandan (Ελιξίριο Επαναφοράς). Αυτό το φίλτρο πιστεύεται ότι απαλλάσσει το σώμα από τις ατέλειες που το εμποδίζουν να πετύχει την αιώνια ζωή.
Δυστυχώς, τα περισσότερα από αυτά τα ελιξίρια ήταν τοξικά και πολλοί άνθρωποι πέθαναν, συμπεριλαμβανομένου και αυτοκράτορες. Συνεπώς η εξωτερική αλχημεία εξελίχθηκε στο να εστιάζει στον εσωτερισμό, όπου κάποιος αξιοποιεί την φυσική του ενέργεια με γιόγκα και άλλες πρακτικές.
Σουμεριακή Μυθολογία: Ένα Άγνωστο Φυτό
Όπως έχει γραφτεί στο έπος του Γκιλγκαμές, ο ήρωας από τον οποίο πήρε το όνομα του, κυνηγούσε την πηγή της αθανασίας για να σώσει τον φίλο του Ενκίντου από το θάνατο. Η αναζήτησή του τον οδήγησε στο Ουτναπιστίμ στον οποίο δόθηκε η αιώνια ζωή αφού κατασκεύασε ένα μεγάλο σκάφος όπως του είπαν οι θεοί για να επιβιώσει από μια πλημμύρα, παρόμοια με τον Νώε. Ο Ουτναπιστίμ λέει στο Γκιλγκαμές για ένα φυτό απόκρυφης προέλευσης και τα είδη του που χαρίζουν σε αυτόν που θα το φάει αιώνια ζωή. Η περιγραφή του ακουγόταν παρόμοια με το Γκότζι Μπέρι. Ωστόσο, αφού απέκτησε τον βλαστό ο Γκιλγκαμές, τον έχασε από ένα φίδι. Έτσι δε θα ξέρουμε ποτέ αν λειτουργεί.
Κινέζικη Μυθολογία: Ροδάκινα
Ο Sun Wukong γνωστός ως Monkey King καθορίστηκε ο προστάτης των ροδάκινων, και επέλεξε να φάει ένα, το οποίο του έδωσε χίλια χρόνια ζωής. Απέδρασε, αλλά στη συνέχεια συνελήφθη για να τον κρίνουν. Δεδομένου ότι είχε επίσης καταπιεί τα Ροδάκινα της Αθανασίας, δεν μπορούσαν να τον εκτελέσουν. Ξεκίνησε πόλεμο εναντίον του Ουρανού και ο Βούδας μπόρεσε να τον παγιδέψει για πέντε αιώνες.
Αυτά τα ροδάκινα δόθηκαν στους θεούς για την αθανασία τους.
Ινδουισμός: Amrita
Στα Σανσκριτικά «amrita» σημαίνει αθανασία. Οι Devas ή θεοί είχαν χάσει την αθανασία τους εξαιτίας μιας κατάρας και αναζητούσαν έναν τρόπο να ξανακερδίσουν αυτήν την δύναμη.
Συμμάχησαν με τους εχθρούς τους, τους Asuras, για να κλώσουν τον Ωκεανό του Γάλακτος που δημιούργησε ένα νέκταρ που ονομάζεται amrita. Οι Devas κατάφεραν να εξαπατήσουν τους Asuras και ήπιαν μόνο αυτοί την amrita. Μερικοί δάσκαλοι γιόγκα πιστεύουν ότι η amrita χύθηκε στην Γη καθώς βιαζόντουσαν να την κρύψουν από τους Asuras.
Νορβηγική Μυθολογία: Τα Χρυσά Μήλα
Όλες οι νορβηγικές θεότητες είχαν την απαίτηση αυτά τα μήλα να διατηρούν τη νεότητα και την αθανασία τους. Η Idun, η θεά της άνοιξης, ήταν η φύλακας του οπωρώνα. Ο Λόκι την εξαπάτησε και την παρέδωσε στον γίγαντα Thiassi με όλα τα μήλα.
Στη συνέχεια, οι νορβηγικοί θεοί έγιναν γηραιότεροι και η δύναμή τους μειώθηκε. Στην εξασθενημένη κατάσταση τους, ανάγκασαν τον Λόκι να ανακτήσει την Idun και τα φρούτα.
Το κατάφερε με το να γίνει γεράκι, την έφερε πίσω, και οι θεοί ανέκτησαν τις δυνάμεις τους.
Ελληνική Μυθολογία: Αμβροσία
Ο θρύλος λέει ότι η αμβροσία έχει γεύση σαν μέλι και ήταν το ποτό των Ολύμπιων που τους έδινε την αθανασία τους.
Μερικοί θνητοί και ημίθεοι είχαν το προνόμιο να την πιουν, όπως ο Ηρακλής, και άλλοι την έκλεψαν και τιμωρήθηκαν, όπως ο Τάνταλος, ο οποίος παγιδεύτηκε σε ένα ποτάμι κάτω από το οπωροφόρο δέντρο αλλά δεν μπορούσε ποτέ να φτάσει το φαγητό ή να πιει νερό από το ποτάμι.
Χριστιανική Μυθολογία: Το Άγιο Δισκοπότηρο
Το Άγιο Δισκοπότηρο είναι το ποτήρι από το οποίο ήπιε ο Ιησούς στο Μυστικό Δείπνο. Οι θρύλοι λένε επίσης ότι σε αυτό ο Ιωσήφ της Αριμαθαίας έβαλε το αίμα του Ιησού όταν αυτός βρισκόταν στο σταυρό.
Ένας από τους πιο διάσημους αναζητητές του Αγίου Δισκοπότηρου ήταν ο βασιλιάς Αρθούρος και οι ιππότες του. Μόνο οι πιο αγνές ψυχές μπορούν να το πιάσουν και ο ιππότης Γκάλαχαντ κέρδισε την αθανασία αφού ήταν ο μόνος που μπορούσε να το αγγίξει.
Άλλο γνώση άλλο πληροφορία
Τεχνολογικές «παγίδες» στον δρόμο της γνώσης.
Μη σπεύσετε να πετάξετε το τετράδιο και το μολύβι! Στο διατμηματικό μάθημα της Βιοηθικής, αξιοποιώντας τις προφορικές επιχειρηματολογίες (debate) μεταξύ φοιτητών, για να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους ως προς τα υπέρ και τα κατά μιας νέας τεχνολογίας, της γενετικής παρέμβασης στην επιμήκυνση λ.χ. του προσδόκιμου ορίου ζωής μέσω γενετικών παρεμβάσεων, πολλοί προσέτρεξαν στο Διαδίκτυο. Στην παρουσίασή τους όμως μερικοί (μη εξοικειωμένοι με τη Γενετική – μη βιολόγοι) ανάλωσαν τον χρόνο τους επιχειρηματολογώντας στο επίπεδο της αισθητικής και όχι των νέων γενετικών τεχνολογιών. Στην παρατήρησή μας ότι βρέθηκαν εκτός θέματος, υπερασπίστηκαν εαυτούς ότι αυτά βρήκαν στις ιστοσελίδες ινστιτούτων αισθητικής και παγιδεύτηκαν αμαχητί!
Η εκπαίδευση μέσω της τεχνολογίας αναφέρεται στη χρησιμοποίησή της με στόχο την προώθηση της μάθησης. Ο επηρεασμός όμως των παιδιών από τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (ΤΠΕ) είναι αναμφίβολα μεγάλος στην εποχή της πληροφορίας, αλλά και της παραπληροφόρησης και της υπερπληροφόρησης. Γι’ αυτό πολλές έρευνες αφορούν την αποκάλυψη της πραγματικής ή όχι συμβολής των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και στη μάθηση, το πώς πρέπει να διδάσκονται, το πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος από αυτές, το τι πρέπει να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι πολιτικοί που αποφασίζουν για την εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία, ακόμη και το πώς πρέπει να λειτουργούν οι γονείς.
Μια εξαρχής παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι η χρήση των ΤΠΕ και η αντίστοιχη καλλιέργεια της βιολογικά βασικής τεχνολογικής δεξιότητας δεν εντάσσονται σ’ ένα θεωρητικό πλαίσιο, αλλά κινούνται σε εμπειρικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα ερευνητικά ευρήματα που τονίζουν τους κινδύνους της κακής και άκριτης χρήσης των ΤΠΕ.
Αλλο γνώση, άλλο πληροφορία
Ως σήμερα, παρ’ ότι έχουν εκφραστεί πολλοί δυνατοί ισχυρισμοί υπέρ της μαθησιακής δυναμικής των ΤΠΕ, ελάχιστοι έχουν υποστηριχθεί από ερευνητικά ευρήματα και έχουν ελεγχθεί σε αυστηρά ερευνητικά πλαίσια, σύμφωνα με επιστημονικά κείμενα του ΟΟΣΑ. Μια σύντομη ιστορική σχετική αναφορά δείχνει ότι ούτε το ραδιόφωνο στις δεκαετίες του ‘30 και του ‘40 έγινε ευρέως αποδεκτό στην εκπαίδευση, ούτε στη δεκαετία του ‘50 η εκπαιδευτική τηλεόραση προωθήθηκε ως εκπαιδευτική τεχνολογία που θα έφερνε επανάσταση στην εκπαίδευση, ούτε η διδασκαλία βασισμένη στους υπολογιστές και στα ανάλογα προγράμματα στη δεκαετία του ‘60 είχε μεγάλη απήχηση, αλλά, όπως υποστηρίζουν ειδικοί ερευνητές, ούτε και η εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία κατάφερε να μετασχηματίσει τη διδασκαλία και να φέρει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα.
Κατά μια ερμηνεία το λάθος με τη χρήση της τεχνολογίας αυτής έγκειται στην αποτυχία να ληφθεί υπόψη ο μαθητής, αλλά και ο εκπαιδευτικός, που είναι υποχρεωμένοι να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών, αντί αυτές να προσαρμοσθούν στις ανάγκες τους· και τούτο διότι η κατανόηση του πώς μαθαίνουμε εμπίπτει στα πορίσματα της νέας επιστήμης της μάθησης, της διεπιστημονικής προσέγγισής της με βάση τη βιολογική διάστασή της, στις αρχές της οποίας πρέπει να ενταχθεί και η αξιοποίηση των ΤΠΕ.
Ας μην ξεχνάμε ότι η μάθηση είναι μια μακρόχρονη διεργασία κατάκτησης της γνώσης μέσω της εμπειρίας. Η γνώση είναι το επίκεντρο της μάθησης και όχι η πληροφορία, που δεν συνιστά γνώση, το πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να καθοριστεί από την κατανόηση γεγονότων, εννοιών και αρχών, των διεργασιών μάθησης, των στρατηγικών και των «πιστεύω» μας.
Ιεράρχηση γνώσης και μνήμης
Η ιεραρχημένη οργάνωση της γνώσης είναι επίσης μεγάλης σημασίας για τη διεργασία κατάκτησής της, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την ιεραρχική μνήμη αναπαραστάσεων. Μια ενεργητική λοιπόν διεργασία βαθιάς μάθησης με πολυμέσα απαιτεί τη σωστή επιλογή της πληροφορίας, την οργάνωσή της και την ενσωμάτωσή της στην υπάρχουσα γνώση. Ενα όμως σημαντικό πρόβλημα στη χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση είναι ότι η μάθηση επηρεάζεται από τη μέθοδο διδασκαλίας πολύ περισσότερο, παρά από το διδακτικό μέσο, την τεχνολογία εν προκειμένω, που μπορεί να έχει και σημαντική θέση στην όλη διεργασία μάθησης, αν αξιοποιηθεί σωστά.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπερφορτώνεται, με τη χρήση των ΤΠΕ, η γνωσιακή δυνατότητα του διδασκομένου, για να την αξιοποιεί προς την ουσιαστική και γενεσιουργό βαθιά μάθησή του με τη σωστή σύνδεση των διαδικτυακών πληροφοριών, τη συνεργασία, τη βοήθεια και διαδραστικότητα του εκπαιδευτικού, την παραδειγματική εργασία, την ανακάλυψη, την πρόκληση ενδιαφέροντος, τη διατήρηση της ζωτικότητας κ.ά.
Η σημαντικότητα της τεχνολογίας, ακόμη και ως απλού εργαλείου διδασκαλίας, έχει καταδειχθεί πρωτίστως σε μικρά παιδιά· μια σειρά, λ.χ., αριθμών σε αντικείμενα, ράβδους, παιχνίδια κ.ά., με εύκολο τον χειρισμό τους στον χώρο, μπορούν να ενδυναμώσουν/σταθεροποιήσουν τη διαισθητική/ενστικτώδη κατανόηση των μαθηματικών, καθώς υπάρχει βιολογική προδιάθεση βιωματικής συσχέτισης των αριθμών με τον χώρο. Στην αφηρημένη οθόνη όμως τι γίνεται;
Για να είναι λοιπόν αποτελεσματική στη μάθηση, η τεχνολογία, κλασική ή νέα, θα πρέπει να επανέλθουμε, πέραν των προαναφερθέντων, και στην αναγκαιότητα του θεωρητικού πλαισίου της ιεραρχημένης κατάκτησης της γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτό η βιοπαιδαγωγική θεώρηση της μάθησης, προϋποθέτει, στις μικρές κυρίως ηλικίες, την πρόταξη της βιωματικής καλλιέργειας της τεχνολογικής δεξιότητας ως πρώτης, για να ακολουθήσουν η κοινωνική, η γλωσσική και η αριθμητική δεξιότητα, πάντα σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η κατάργηση αυτής της βιολογικά, εξελικτικο-αναπτυξιακά καθοριζόμενης ιεραρχημένης μάθησης είναι πιθανόν να ευθύνεται για τις ατελέσφορες αλλά και αρνητικές συνέπειες της τεχνολογίας και ειδικότερα των ΤΠΕ στην εγκεφαλική, γνωσιακή, συμπεριφορική και μαθησιακή μορφοποίησή μας.
Οι κρυφές παγίδες
Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι η κακή και υπέρμετρη χρήση των ΤΠΕ μπορεί να ενισχύσουν εθιστικές, εγωιστικές και αυτιστικές συμπεριφορές, παραβατικότητα, βία, διάσπαση της προσοχής κ.ά., όπως και την απόσταση από την πραγματικότητα, με τη «μορφοποίηση» ενός εικονικού προσωπικού κόσμου, που προκαλεί αδυναμίες στην ηθική επεξεργασία των σκέψεων και τελικά την απομόνωση, καταστρέφοντας τη δεύτερη στη σειρά δεξιότητα, την κοινωνική, απαραίτητη για την ενίσχυση της γλωσσικής και αριθμητικής δεξιότητας.
Χωρίς λοιπόν να έχει ερευνηθεί πλήρως η δυναμική των ΤΠΕ στη μορφοποίηση του εγκεφάλου, στη γνωσιακή μας ανάπτυξη, προωθούνται άκριτα «εκπαιδευτικές καινοτομίες» στα προγράμματα των σχολείων ανά τον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας, που μυθοποιούν και θεοποιούν τις νέες τεχνολογίες, οι οποίες όμως φαίνεται ότι κρύβουν και παγίδες για μαθητές, αλλά και εκπαιδευτικούς· όπως και για τους γονείς, που δεν καταλαβαίνουν πόσο επιβλαβής είναι, λ.χ., η τηλεόραση για τα πολύ μικρά παιδιά, τα οποία παρκάρουν μπροστά στην οθόνη, με επιπτώσεις στις γλωσσικές τους ικανότητες, ή η υπέρμετρη χρήση του Διαδικτύου για τους εφήβους.
Μην πετάξετε το μολύβι!
Γι’ αυτό δεν μπορεί το λάπτοπ να αντικαταστήσει το τετράδιο, το χαρτί, το μολύβι και το βιβλίο. Σπεύδουν όμως να τα καταργήσουν ήδη σε ορισμένα «άτυχα» σχολεία των ΗΠΑ, αγνοώντας ότι είναι κλασικά βιωματικά τεχνολογικά εργαλεία, που προηγούνται των «αφηρημένων» πλήκτρων. Είναι επίσης λάθος να υποστηρίζουν ορισμένοι ότι είναι χαμένη και η ιστορία των βιβλίων και των έντυπων μέσων, καθώς θα υπερισχύσουν οι υπολογιστές και οι διαδραστικοί πίνακες. Η φύση του ανθρώπου ίσως να μην το επιτρέψει τελικά.
Τι να κάνουμε λοιπόν; Να διδάσκουμε τα παιδιά μας όπως διδαχθήκαμε εμείς ή να προχωρήσουμε άκριτα στις Σειρήνες των ΤΠΕ; Η αλήθεια δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Άλλωστε ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία υπάρχει το θάρρος· κι αυτό υπαγορεύει την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών εντός ενός θεωρητικού βιολογικού πλαισίου μάθησης, στο οποίο προαναφερθήκαμε· μαζί με τη σύνεση και το μέτρο που ταιριάζουν στη νευροβιολογική δυναμική του εγκεφάλου μας.
Διαφορετικά θα «κάψουμε» πολλούς, παιδικούς κυρίως, εγκεφάλους, ώσπου να καταλάβουμε το λάθος της κακής αξιοποίησης των τεχνολογιών αυτών, που δεν είναι ούτε ευχή ούτε κατάρα· είναι απλώς εργαλεία, χρήσιμα αλλά και επικίνδυνα, ανάλογα με τη χρήση τους!
Μη σπεύσετε να πετάξετε το τετράδιο και το μολύβι! Στο διατμηματικό μάθημα της Βιοηθικής, αξιοποιώντας τις προφορικές επιχειρηματολογίες (debate) μεταξύ φοιτητών, για να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους ως προς τα υπέρ και τα κατά μιας νέας τεχνολογίας, της γενετικής παρέμβασης στην επιμήκυνση λ.χ. του προσδόκιμου ορίου ζωής μέσω γενετικών παρεμβάσεων, πολλοί προσέτρεξαν στο Διαδίκτυο. Στην παρουσίασή τους όμως μερικοί (μη εξοικειωμένοι με τη Γενετική – μη βιολόγοι) ανάλωσαν τον χρόνο τους επιχειρηματολογώντας στο επίπεδο της αισθητικής και όχι των νέων γενετικών τεχνολογιών. Στην παρατήρησή μας ότι βρέθηκαν εκτός θέματος, υπερασπίστηκαν εαυτούς ότι αυτά βρήκαν στις ιστοσελίδες ινστιτούτων αισθητικής και παγιδεύτηκαν αμαχητί!
Η εκπαίδευση μέσω της τεχνολογίας αναφέρεται στη χρησιμοποίησή της με στόχο την προώθηση της μάθησης. Ο επηρεασμός όμως των παιδιών από τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας (ΤΠΕ) είναι αναμφίβολα μεγάλος στην εποχή της πληροφορίας, αλλά και της παραπληροφόρησης και της υπερπληροφόρησης. Γι’ αυτό πολλές έρευνες αφορούν την αποκάλυψη της πραγματικής ή όχι συμβολής των ΤΠΕ στην εκπαίδευση και στη μάθηση, το πώς πρέπει να διδάσκονται, το πώς επηρεάζεται ο εγκέφαλος από αυτές, το τι πρέπει να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί αλλά και οι πολιτικοί που αποφασίζουν για την εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία, ακόμη και το πώς πρέπει να λειτουργούν οι γονείς.
Μια εξαρχής παρατήρηση αφορά το γεγονός ότι η χρήση των ΤΠΕ και η αντίστοιχη καλλιέργεια της βιολογικά βασικής τεχνολογικής δεξιότητας δεν εντάσσονται σ’ ένα θεωρητικό πλαίσιο, αλλά κινούνται σε εμπειρικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν τα ερευνητικά ευρήματα που τονίζουν τους κινδύνους της κακής και άκριτης χρήσης των ΤΠΕ.
Αλλο γνώση, άλλο πληροφορία
Ως σήμερα, παρ’ ότι έχουν εκφραστεί πολλοί δυνατοί ισχυρισμοί υπέρ της μαθησιακής δυναμικής των ΤΠΕ, ελάχιστοι έχουν υποστηριχθεί από ερευνητικά ευρήματα και έχουν ελεγχθεί σε αυστηρά ερευνητικά πλαίσια, σύμφωνα με επιστημονικά κείμενα του ΟΟΣΑ. Μια σύντομη ιστορική σχετική αναφορά δείχνει ότι ούτε το ραδιόφωνο στις δεκαετίες του ‘30 και του ‘40 έγινε ευρέως αποδεκτό στην εκπαίδευση, ούτε στη δεκαετία του ‘50 η εκπαιδευτική τηλεόραση προωθήθηκε ως εκπαιδευτική τεχνολογία που θα έφερνε επανάσταση στην εκπαίδευση, ούτε η διδασκαλία βασισμένη στους υπολογιστές και στα ανάλογα προγράμματα στη δεκαετία του ‘60 είχε μεγάλη απήχηση, αλλά, όπως υποστηρίζουν ειδικοί ερευνητές, ούτε και η εισαγωγή των ΤΠΕ στα σχολεία κατάφερε να μετασχηματίσει τη διδασκαλία και να φέρει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα.
Κατά μια ερμηνεία το λάθος με τη χρήση της τεχνολογίας αυτής έγκειται στην αποτυχία να ληφθεί υπόψη ο μαθητής, αλλά και ο εκπαιδευτικός, που είναι υποχρεωμένοι να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των νέων τεχνολογιών, αντί αυτές να προσαρμοσθούν στις ανάγκες τους· και τούτο διότι η κατανόηση του πώς μαθαίνουμε εμπίπτει στα πορίσματα της νέας επιστήμης της μάθησης, της διεπιστημονικής προσέγγισής της με βάση τη βιολογική διάστασή της, στις αρχές της οποίας πρέπει να ενταχθεί και η αξιοποίηση των ΤΠΕ.
Ας μην ξεχνάμε ότι η μάθηση είναι μια μακρόχρονη διεργασία κατάκτησης της γνώσης μέσω της εμπειρίας. Η γνώση είναι το επίκεντρο της μάθησης και όχι η πληροφορία, που δεν συνιστά γνώση, το πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να καθοριστεί από την κατανόηση γεγονότων, εννοιών και αρχών, των διεργασιών μάθησης, των στρατηγικών και των «πιστεύω» μας.
Ιεράρχηση γνώσης και μνήμης
Η ιεραρχημένη οργάνωση της γνώσης είναι επίσης μεγάλης σημασίας για τη διεργασία κατάκτησής της, καθώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την ιεραρχική μνήμη αναπαραστάσεων. Μια ενεργητική λοιπόν διεργασία βαθιάς μάθησης με πολυμέσα απαιτεί τη σωστή επιλογή της πληροφορίας, την οργάνωσή της και την ενσωμάτωσή της στην υπάρχουσα γνώση. Ενα όμως σημαντικό πρόβλημα στη χρήση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση είναι ότι η μάθηση επηρεάζεται από τη μέθοδο διδασκαλίας πολύ περισσότερο, παρά από το διδακτικό μέσο, την τεχνολογία εν προκειμένω, που μπορεί να έχει και σημαντική θέση στην όλη διεργασία μάθησης, αν αξιοποιηθεί σωστά.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να υπερφορτώνεται, με τη χρήση των ΤΠΕ, η γνωσιακή δυνατότητα του διδασκομένου, για να την αξιοποιεί προς την ουσιαστική και γενεσιουργό βαθιά μάθησή του με τη σωστή σύνδεση των διαδικτυακών πληροφοριών, τη συνεργασία, τη βοήθεια και διαδραστικότητα του εκπαιδευτικού, την παραδειγματική εργασία, την ανακάλυψη, την πρόκληση ενδιαφέροντος, τη διατήρηση της ζωτικότητας κ.ά.
Η σημαντικότητα της τεχνολογίας, ακόμη και ως απλού εργαλείου διδασκαλίας, έχει καταδειχθεί πρωτίστως σε μικρά παιδιά· μια σειρά, λ.χ., αριθμών σε αντικείμενα, ράβδους, παιχνίδια κ.ά., με εύκολο τον χειρισμό τους στον χώρο, μπορούν να ενδυναμώσουν/σταθεροποιήσουν τη διαισθητική/ενστικτώδη κατανόηση των μαθηματικών, καθώς υπάρχει βιολογική προδιάθεση βιωματικής συσχέτισης των αριθμών με τον χώρο. Στην αφηρημένη οθόνη όμως τι γίνεται;
Για να είναι λοιπόν αποτελεσματική στη μάθηση, η τεχνολογία, κλασική ή νέα, θα πρέπει να επανέλθουμε, πέραν των προαναφερθέντων, και στην αναγκαιότητα του θεωρητικού πλαισίου της ιεραρχημένης κατάκτησης της γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτό η βιοπαιδαγωγική θεώρηση της μάθησης, προϋποθέτει, στις μικρές κυρίως ηλικίες, την πρόταξη της βιωματικής καλλιέργειας της τεχνολογικής δεξιότητας ως πρώτης, για να ακολουθήσουν η κοινωνική, η γλωσσική και η αριθμητική δεξιότητα, πάντα σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η κατάργηση αυτής της βιολογικά, εξελικτικο-αναπτυξιακά καθοριζόμενης ιεραρχημένης μάθησης είναι πιθανόν να ευθύνεται για τις ατελέσφορες αλλά και αρνητικές συνέπειες της τεχνολογίας και ειδικότερα των ΤΠΕ στην εγκεφαλική, γνωσιακή, συμπεριφορική και μαθησιακή μορφοποίησή μας.
Οι κρυφές παγίδες
Σχετικές έρευνες δείχνουν ότι η κακή και υπέρμετρη χρήση των ΤΠΕ μπορεί να ενισχύσουν εθιστικές, εγωιστικές και αυτιστικές συμπεριφορές, παραβατικότητα, βία, διάσπαση της προσοχής κ.ά., όπως και την απόσταση από την πραγματικότητα, με τη «μορφοποίηση» ενός εικονικού προσωπικού κόσμου, που προκαλεί αδυναμίες στην ηθική επεξεργασία των σκέψεων και τελικά την απομόνωση, καταστρέφοντας τη δεύτερη στη σειρά δεξιότητα, την κοινωνική, απαραίτητη για την ενίσχυση της γλωσσικής και αριθμητικής δεξιότητας.
Χωρίς λοιπόν να έχει ερευνηθεί πλήρως η δυναμική των ΤΠΕ στη μορφοποίηση του εγκεφάλου, στη γνωσιακή μας ανάπτυξη, προωθούνται άκριτα «εκπαιδευτικές καινοτομίες» στα προγράμματα των σχολείων ανά τον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας, που μυθοποιούν και θεοποιούν τις νέες τεχνολογίες, οι οποίες όμως φαίνεται ότι κρύβουν και παγίδες για μαθητές, αλλά και εκπαιδευτικούς· όπως και για τους γονείς, που δεν καταλαβαίνουν πόσο επιβλαβής είναι, λ.χ., η τηλεόραση για τα πολύ μικρά παιδιά, τα οποία παρκάρουν μπροστά στην οθόνη, με επιπτώσεις στις γλωσσικές τους ικανότητες, ή η υπέρμετρη χρήση του Διαδικτύου για τους εφήβους.
Μην πετάξετε το μολύβι!
Γι’ αυτό δεν μπορεί το λάπτοπ να αντικαταστήσει το τετράδιο, το χαρτί, το μολύβι και το βιβλίο. Σπεύδουν όμως να τα καταργήσουν ήδη σε ορισμένα «άτυχα» σχολεία των ΗΠΑ, αγνοώντας ότι είναι κλασικά βιωματικά τεχνολογικά εργαλεία, που προηγούνται των «αφηρημένων» πλήκτρων. Είναι επίσης λάθος να υποστηρίζουν ορισμένοι ότι είναι χαμένη και η ιστορία των βιβλίων και των έντυπων μέσων, καθώς θα υπερισχύσουν οι υπολογιστές και οι διαδραστικοί πίνακες. Η φύση του ανθρώπου ίσως να μην το επιτρέψει τελικά.
Τι να κάνουμε λοιπόν; Να διδάσκουμε τα παιδιά μας όπως διδαχθήκαμε εμείς ή να προχωρήσουμε άκριτα στις Σειρήνες των ΤΠΕ; Η αλήθεια δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Άλλωστε ανάμεσα στο θράσος και στη δειλία υπάρχει το θάρρος· κι αυτό υπαγορεύει την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών εντός ενός θεωρητικού βιολογικού πλαισίου μάθησης, στο οποίο προαναφερθήκαμε· μαζί με τη σύνεση και το μέτρο που ταιριάζουν στη νευροβιολογική δυναμική του εγκεφάλου μας.
Διαφορετικά θα «κάψουμε» πολλούς, παιδικούς κυρίως, εγκεφάλους, ώσπου να καταλάβουμε το λάθος της κακής αξιοποίησης των τεχνολογιών αυτών, που δεν είναι ούτε ευχή ούτε κατάρα· είναι απλώς εργαλεία, χρήσιμα αλλά και επικίνδυνα, ανάλογα με τη χρήση τους!
Δ. Λιαντίνης: Τρύγησε την ημέρα… Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη
Η ζωή είναι προσφορά, η ζωή είναι απόλαυση, η ζωή είναι ευφροσύνη, ευλογία. Αλλά, σιγά-σιγά και καθώς περνούν τα χρόνια, να το έχουμε υπόψη μας αυτό το πράγμα, ότι σε ένα άλλο πλαίσιο είμαστε κι εμείς και θα έρθει μια μέρα που θα πεθάνουμε. Εκείνη η ώρα να μας βρει να έχουμε εξισωθεί με την αναγκαιότητα της σκληρής τιμής. Τότε κάπως αν δεν συμφιλιωθούμε, θα έρθουμε σε μια κατανόηση όμως. Να πεθάνουμε αξιοπρεπώς, που λέει ο Καβάφης, καταλάβατε;
Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χρηστός, «μην κοιμηθείτε παρθένες θα σας πω μωρές». Μη κοιμηθείτε. Τι θα πει αυτό; Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των 10 παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο.
Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να σαι πάντα άγρυπνος, «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», λέει ο Σολωμός. Νά ’τοι οι στίχοι του Σολωμου που σας λέω ότι καθένας αξίζει για δεκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να την ρουφάω, θα την χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα, υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική.
Τρύγησε την ημέρα. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη, την κάθε μέρα. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μην τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε με το παράδειγμα των βοδιών του Απόλλωνα.
Άντε να σας πω κι ένα Σεφέρη τώρα. Λέει: «Οι σύντροφοι στον Άδη». Ποιοι είναι οι σύντροφοι στον Άδη, καταδικασμένοι δηλαδή και στη ζωή και στο θάνατο. Σαν να μην ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης:
«αφού μας μέναν παξιμάδια,
τι κακοκεφαλιά να φάμε στην ακρογιαλιά του θεού (Ήλιου) τ´αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς σαράντα χρόνους
να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο.
Αυτό το πράγμα όμως είναι ένα αγώνισμα ολυμπιακό δια βίου. Είναι εκείνο που λέει ο Χρηστός, «μην κοιμηθείτε παρθένες θα σας πω μωρές». Μη κοιμηθείτε. Τι θα πει αυτό; Είναι φοβερή αυτή η εντολή, η παραβολή των 10 παρθένων, οι μωρές. Μιλάμε για υπαρκτικό ύπνο.
Σε παρέσυρε η ζωή και ξεχνάς ποια είναι η ουσία; Να σαι πάντα άγρυπνος, «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου», λέει ο Σολωμός. Νά ’τοι οι στίχοι του Σολωμου που σας λέω ότι καθένας αξίζει για δεκα τόμους. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα. Να τη ζω, να την ρουφάω, θα την χαίρομαι, όσο μπορώ πιο έντιμα, γιατί λάθη θα κάνουμε όλοι αγαπητοί μου φίλοι. Όσο μπορώ πιο έντιμα, πιο ηθικά, πιο ενάρετα, πιο όμορφα, υπάρχει ομορφιά μέσα στην ηθική.
Τρύγησε την ημέρα. Μην την αφήσεις να πάει χαμένη, την κάθε μέρα. Ό,τι χαρές είναι να σου δώσει μην τις αφήσεις, γιατί δεν θα την ξαναβρείς. Δεν είναι αναβλητή η ζωή, ούτε αναστρέψιμη. Είναι εκείνο που ο Όμηρος μας το είπε με το παράδειγμα των βοδιών του Απόλλωνα.
Άντε να σας πω κι ένα Σεφέρη τώρα. Λέει: «Οι σύντροφοι στον Άδη». Ποιοι είναι οι σύντροφοι στον Άδη, καταδικασμένοι δηλαδή και στη ζωή και στο θάνατο. Σαν να μην ζήσανε. Ακούστε τι λέει ο Σεφέρης:
«αφού μας μέναν παξιμάδια,
τι κακοκεφαλιά να φάμε στην ακρογιαλιά του θεού (Ήλιου) τ´αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο για να το πολεμάς σαράντα χρόνους
να πας να γίνεις ήρωας κι άστρο.
Πεινάσαμε στης γης την πλάτη
σα φάγαμε καλά πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι».
Τι σημαίνει εδώ «φάγανε τα γελάδια του ήλιου»; Τα γελάδια του ήλιου κατά μία έννοια είναι 365. Σημαίνει μην αφήσετε, μην σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα να τη βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήσεις και περνάει γιατί την έχασες. Και δεν θα ξανάρθει. Και φεύγει κι η άλλη, κι η άλλη κι η άλλη…
Τα σβήστα κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος μια απέραντη σειρά από κεράκια σβηστά. Λοιπόν, αυτό είναι. Να την χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία και ευλογία και νόημα και εντολή. Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού Δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή, μέσα σε μέτρα όμως. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρη. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση.
Λοιπόν, και όσο δεν έχουμε αυτή την αγρυπνία και αφήνουμε και περνάει η μέρα και περνάει και αύριο και αύριο και έχεις καιρό και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε εκείνο που έπαθε ο Θαλής (αυτός το έπαθε συνειδητά βέβαια). Ο Θαλής, πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ο Θαλής ο Μιλήσιος. Του έλεγε λοιπόν η μάνα του, είχε αφιερωθεί εκεί στις έρευνες του, « Παντρέψου γιε μου». Της έλεγε έχω καιρό μάνα, ουκέτι καιρός, δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτώ».«Παντρέψου γιε μου και παντρέψου, παντρέψου». Οπότε μια μέρα του λέει «Παντρέψου γιε μου!» και εκείνος λέει εκείνο το περίφημο «Ούπω καιρός», δεν είναι πια καιρός. Αυτό είναι το νόημα, να χαιρόμαστε τη ζωή, αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά και στομάχι και μήτρα, με την χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού…
Οι τρεις αιτίες που κίνησαν την ιστορία λέει κι ο Ουγκώ είναι το μυαλό, η καρδιά (λέγοντας “η καρδιά” εδώ είναι και τα συναισθήματα) και η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλικού, με την έννοια όχι του φαγητού αλλά της γενετήσιας βουλιμίας.
Λοιπόν, όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, θα πει χαίρομαι, είμαι άγρυπνος και ξέρω ποια είναι η πραγματική μου κατάσταση και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά-σιγά καθώς πλησιάζω στο τέλος, με βρίσκει σύμμετρο…
σα φάγαμε καλά πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι».
Τι σημαίνει εδώ «φάγανε τα γελάδια του ήλιου»; Τα γελάδια του ήλιου κατά μία έννοια είναι 365. Σημαίνει μην αφήσετε, μην σπαταλήσετε άδικα και ανόητα τις μέρες σας. Την κάθε μέρα να τη βλέπεις και να την καρπώνεσαι μέσα σε μέτρα, μην την αφήσεις και περνάει γιατί την έχασες. Και δεν θα ξανάρθει. Και φεύγει κι η άλλη, κι η άλλη κι η άλλη…
Τα σβήστα κεριά του Καβάφη. Και στο τέλος μια απέραντη σειρά από κεράκια σβηστά. Λοιπόν, αυτό είναι. Να την χαιρόμαστε τη ζωή, είναι οδηγία και ευλογία και νόημα και εντολή. Η πιο σπουδαία εντολή, ας πούμε ελληνική, ενός ελληνικού Δεκαλόγου. Να τη χαίρεσαι τη ζωή, μέσα σε μέτρα όμως. Χωρίς υπερβολές, χωρίς να φτάνεις στην ύβρη. Αυτό είναι το νόημα, που σημαίνει κατάφαση.
Λοιπόν, και όσο δεν έχουμε αυτή την αγρυπνία και αφήνουμε και περνάει η μέρα και περνάει και αύριο και αύριο και έχεις καιρό και έχεις καιρό, κάποτε θα πάθουμε εκείνο που έπαθε ο Θαλής (αυτός το έπαθε συνειδητά βέβαια). Ο Θαλής, πολύ μεγάλος, τρομακτικό πνευματικό μέγεθος στους προσωκρατικούς φιλοσόφους, ο Θαλής ο Μιλήσιος. Του έλεγε λοιπόν η μάνα του, είχε αφιερωθεί εκεί στις έρευνες του, « Παντρέψου γιε μου». Της έλεγε έχω καιρό μάνα, ουκέτι καιρός, δεν ήρθε ακόμα η ώρα να παντρευτώ».«Παντρέψου γιε μου και παντρέψου, παντρέψου». Οπότε μια μέρα του λέει «Παντρέψου γιε μου!» και εκείνος λέει εκείνο το περίφημο «Ούπω καιρός», δεν είναι πια καιρός. Αυτό είναι το νόημα, να χαιρόμαστε τη ζωή, αλλά μέσα σε μέτρα. Δεν είναι όλα κοιλιά και στομάχι και μήτρα, με την χλωρίδα της, του ευλογημένου θηλυκού…
Οι τρεις αιτίες που κίνησαν την ιστορία λέει κι ο Ουγκώ είναι το μυαλό, η καρδιά (λέγοντας “η καρδιά” εδώ είναι και τα συναισθήματα) και η κοιλιά, κυρίως η κοιλιά του θηλικού, με την έννοια όχι του φαγητού αλλά της γενετήσιας βουλιμίας.
Λοιπόν, όταν είμαστε άγρυπνοι και χαιρόμαστε σωστά τη μέρα μας, θα πει χαίρομαι, είμαι άγρυπνος και ξέρω ποια είναι η πραγματική μου κατάσταση και περνάω και δεν πάνε χαμένες οι μέρες μου, σιγά-σιγά καθώς πλησιάζω στο τέλος, με βρίσκει σύμμετρο…
ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ: Η ανακάλυψη του αληθινού ατόμου
§1
Το ερώτημα: Το ανθρώπινο άτομο έχει μεγαλύτερη αξία ή το είδος; Η συγκεκριμένη εκάστοτε ατομική ύπαρξη τίθεται πάνω από τη γενικότητα, από την καθολικότητα ή το αντίστροφο; Με βάση τη δυναμική του ερωτήματος, από την αρχαία εποχή έως και σήμερα έχει αναπτυχθεί ένας πλούσιος, όχι σπάνια αντιθετικός, φιλοσοφικός προβληματισμός χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό δείχνει ότι η ουσία του ατόμου δεν είναι κάτι το αυτονόητο και προφανές. Απασχολεί σοβαρά τη φιλοσοφία και κάθε αντίστοιχη θεώρηση αποτελεί έναν σχετικό, όχι απόλυτο οδοδείκτη. Το να καταλαβαίνουμε νωρίς τον προορισμό μας, το να βρίσκουμε την αλήθεια που προσιδιάζει σε μας, την ιδέα που μας «κατευθύνει προς ένα αστέρι» (Χάιντεγκερ), όλα αυτά είναι στοιχεία που δεν αντιπροσωπεύουν τα πράγματα, την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά τη μοναδικότητα της ατομικότητάς μας, την οντολογική μας συνθήκη και συνδέονται με μια καθορισμένη εκάστοτε μαρτυρία ζωής.
§2
Μια τέτοια μαρτυρία ζωής είναι ο ίδιος ο Κίρκεγκαρντ (1813–1855). Τι μαρτυρεί η ζωή του; Πως είχε μαζέψει όλη την καταιγίδα, τη σχετική με τον αφανισμό της ανθρώπινης-ατομικής ύπαρξης. Η ανθρώπινη ύπαρξη κινδυνεύει καθημερινά να αφανιστεί μέσα στην ανεξέλεγκτη εξωτερικότητα. Η ζωή μας είναι παγιδευμένη στη διχαστική και πολωτική αντίθεση υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Ο Χέγκελ επιχείρησε να υπερβεί αυτή την αντίθεση μέσα από τον διαλεκτικό Λόγο του πνεύματος, του απόλυτου: η αλήθεια είναι το όλο. Ο Κίρκεγκαρντ επιδίδεται σε έναν ενδοσκοπικό συλλογισμό γύρω από το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης: ο άνθρωπος δεν προορίζεται να είναι οικονομικό μέγεθος, εξάρτημα μηχανών και μηχανισμών, υπήκοος ενός σιδερόφρακτου συστήματος του κόσμου. Απεναντίας ανάγει την ουσία του στο άτομο, μέσα από το οποίο πρέπει να περάσει η ιστορία, ο χρόνος, ο ανθρώπινος κόσμος ως ολότητα.
§ 3
Ο Κίργκεγκαρντ τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην αγωνία, έτσι όπως τη βίωνε ως αγωνία έναντι στο μηδέν και έναντι στο υπάρχειν. Τον διαχώριζε από το Εγώ άλλων φιλοσόφων που ύψωναν/υψώνουν συστήματα για θέα και όχι για οίκηση. Όπως έλεγε, δεν ωφελεί να κτίζει κανείς λαμπρά οικοδομήματα, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι, και να μένει σε καλύβα. Με αυτό ήθελε να πει ότι πρέπει να οικούμε την αλήθεια άμεσα, βιωματικά και όχι να ομιλούμε αφηρημένα για αυτή. Πρέπει να έχουμε κοινό πεπρωμένο με την αλήθεια, να γινόμαστε οι ίδιοι αλήθεια. Αλλά ποια αλήθεια; Εκείνη του ζην όχι ως μιας βιολογικής διαπόρευσης, αλλά ως υποστασιακής εγρήγορσης, ως υψηλής αυτοσυνειδησίας, ως υπόστασης που τείνει διαρκώς να υπερβαίνει τον εαυτό της ως προφάνεια, ως αντι-κειμενικότητα. Η αλήθεια επομένως, για τον φιλόσοφο, δεν αφορά σε κάποιο διανοητικό, ιδεολογικό ή κοσμοθεωρητικό σχήμα που καθιστά το άτομο αντι-κείμενο, πράγμα, αλλά στον εαυτό της ως εκείνον τον εαυτό που το ανθρώπινο άτομο καλείται κάθε φορά να προτάσσει ως αίτημα ζωής.
Το ερώτημα: Το ανθρώπινο άτομο έχει μεγαλύτερη αξία ή το είδος; Η συγκεκριμένη εκάστοτε ατομική ύπαρξη τίθεται πάνω από τη γενικότητα, από την καθολικότητα ή το αντίστροφο; Με βάση τη δυναμική του ερωτήματος, από την αρχαία εποχή έως και σήμερα έχει αναπτυχθεί ένας πλούσιος, όχι σπάνια αντιθετικός, φιλοσοφικός προβληματισμός χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό δείχνει ότι η ουσία του ατόμου δεν είναι κάτι το αυτονόητο και προφανές. Απασχολεί σοβαρά τη φιλοσοφία και κάθε αντίστοιχη θεώρηση αποτελεί έναν σχετικό, όχι απόλυτο οδοδείκτη. Το να καταλαβαίνουμε νωρίς τον προορισμό μας, το να βρίσκουμε την αλήθεια που προσιδιάζει σε μας, την ιδέα που μας «κατευθύνει προς ένα αστέρι» (Χάιντεγκερ), όλα αυτά είναι στοιχεία που δεν αντιπροσωπεύουν τα πράγματα, την εξωτερική πραγματικότητα, αλλά τη μοναδικότητα της ατομικότητάς μας, την οντολογική μας συνθήκη και συνδέονται με μια καθορισμένη εκάστοτε μαρτυρία ζωής.
§2
Μια τέτοια μαρτυρία ζωής είναι ο ίδιος ο Κίρκεγκαρντ (1813–1855). Τι μαρτυρεί η ζωή του; Πως είχε μαζέψει όλη την καταιγίδα, τη σχετική με τον αφανισμό της ανθρώπινης-ατομικής ύπαρξης. Η ανθρώπινη ύπαρξη κινδυνεύει καθημερινά να αφανιστεί μέσα στην ανεξέλεγκτη εξωτερικότητα. Η ζωή μας είναι παγιδευμένη στη διχαστική και πολωτική αντίθεση υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Ο Χέγκελ επιχείρησε να υπερβεί αυτή την αντίθεση μέσα από τον διαλεκτικό Λόγο του πνεύματος, του απόλυτου: η αλήθεια είναι το όλο. Ο Κίρκεγκαρντ επιδίδεται σε έναν ενδοσκοπικό συλλογισμό γύρω από το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης: ο άνθρωπος δεν προορίζεται να είναι οικονομικό μέγεθος, εξάρτημα μηχανών και μηχανισμών, υπήκοος ενός σιδερόφρακτου συστήματος του κόσμου. Απεναντίας ανάγει την ουσία του στο άτομο, μέσα από το οποίο πρέπει να περάσει η ιστορία, ο χρόνος, ο ανθρώπινος κόσμος ως ολότητα.
§ 3
Ο Κίργκεγκαρντ τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στην αγωνία, έτσι όπως τη βίωνε ως αγωνία έναντι στο μηδέν και έναντι στο υπάρχειν. Τον διαχώριζε από το Εγώ άλλων φιλοσόφων που ύψωναν/υψώνουν συστήματα για θέα και όχι για οίκηση. Όπως έλεγε, δεν ωφελεί να κτίζει κανείς λαμπρά οικοδομήματα, όπως κάνουν οι φιλόσοφοι, και να μένει σε καλύβα. Με αυτό ήθελε να πει ότι πρέπει να οικούμε την αλήθεια άμεσα, βιωματικά και όχι να ομιλούμε αφηρημένα για αυτή. Πρέπει να έχουμε κοινό πεπρωμένο με την αλήθεια, να γινόμαστε οι ίδιοι αλήθεια. Αλλά ποια αλήθεια; Εκείνη του ζην όχι ως μιας βιολογικής διαπόρευσης, αλλά ως υποστασιακής εγρήγορσης, ως υψηλής αυτοσυνειδησίας, ως υπόστασης που τείνει διαρκώς να υπερβαίνει τον εαυτό της ως προφάνεια, ως αντι-κειμενικότητα. Η αλήθεια επομένως, για τον φιλόσοφο, δεν αφορά σε κάποιο διανοητικό, ιδεολογικό ή κοσμοθεωρητικό σχήμα που καθιστά το άτομο αντι-κείμενο, πράγμα, αλλά στον εαυτό της ως εκείνον τον εαυτό που το ανθρώπινο άτομο καλείται κάθε φορά να προτάσσει ως αίτημα ζωής.
Ο Αριστοτέλης και η θεωρία της πράξης για την ιδανική εξουσία
Αποδεχόμενοι ότι η πολιτειακή οργάνωση αποσκοπεί στην ευδαιμονία και κατανοώντας ότι συλλογική ευτυχία δίχως την αρετή είναι αδύνατο να υπάρξει, τίθεται το δίλημμα της πραγμάτωσης του ενάρετου βίου σε ατομικό επίπεδο σε σχέση με τη συμμετοχή στα πολιτικά αξιώματα ή την αποστασιοποίηση από αυτά: «γιατί άλλοι αποδοκιμάζουν την ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων με το επιχείρημα ότι ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι κάτι διαφορετικό από το βίο του πολιτικού και συγκεντρώνει την πιο μεγάλη προτίμηση, και άλλοι ότι αυτός είναι ο άριστος βίος, διότι είναι αδύνατο να ευτυχεί κάποιος που δεν ενεργοποιείται καθόλου πολιτικά». (1325a 18 – 22).
Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στα κοινά, ως διεκδίκηση αξιωμάτων συντείνει σ’ αυτό που ονομάζουμε άριστο βίο ή όχι; Και, για να τεθεί διαφορετικά, κατά πόσο η αναζήτηση των αξιωμάτων στο πλαίσιο της πολιτειακής συμμετοχής αποτελεί εχέγγυο ευτυχίας;
Το βέβαιο είναι ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει απάντηση που να διασφαλίζει με τρόπο απόλυτο τη μία ή την άλλη εκδοχή, αφού και οι δύο απόψεις εμπεριέχουν την υπερβολή. Η ευτυχία δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με την ανάληψη θέσεων εξουσίας, αλλά ούτε και να αποκοπεί εντελώς από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς η ενασχόληση με τα κοινά σηματοδοτεί τη συμμετοχή ως επισφράγιση της πολιτειακής αξιοπιστίας. Ένα πολίτευμα, όταν οι πολίτες είναι τελείως αδιάφοροι για τη λειτουργία του, δεν μπορεί παρά να θρέψει τη διαφθορά : «Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι και οι δύο απόψεις έχουν σωστά και λανθασμένα σημεία». (1325a 23 – 24).
Το ζήτημα είναι ο τρόπος που ορίζει κανείς τη θέση εξουσίας: «Σύμφωνα με την πρώτη άποψη ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι ποιοτικά ανώτερος από το βίο του δεσποτικού ανθρώπου». (1325a 24 – 25). Εφόσον, λοιπόν, η εξουσία εκλαμβάνεται ως δεσποτική υπεροχή, τότε πράγματι η αναζήτηση των αξιωμάτων δεν αντανακλά καμιά ιδιαίτερη αξία. Γιατί η δεσποτική εξουσία αρμόζει στους δούλους και το να εξουσιάζει κανείς δούλους δεν αποτελεί σημαντική επιδίωξη: «Αυτό είναι αλήθεια, γιατί δεν είναι καθόλου άξιο σεβασμού και εκτίμησης να ασκεί κανείς εξουσία σε δούλο, ο οποίος είναι πράγματι δούλος, καθώς οι εντολές για την επιτέλεση των αναγκαίων δεν έχουν κανένα στοιχείο ποιοτικής ανωτερότητας». (1325a 25 – 27).
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης από το πρώτο κιόλας βιβλίο των «Πολιτικών» έχει ξεκαθαρίσει ότι αποδέχεται τη δουλεία ως κάτι δοσμένο από τη φύση, το ενδιαφέρον δε στρέφεται στην έννοια του δεσποτισμού που δικαίως – κατά τον Αριστοτέλη – απευθύνεται στους φύσει δούλους, αλλά στη γενίκευση του όρου, καθώς απευθύνεται πλέον προς πάσα κατεύθυνση: «Από την άλλη όμως και η αντίληψη ότι κάθε εξουσία είναι δεσποτική, δεν είναι σωστή, γιατί δε διαφέρει η άσκηση της εξουσίας των ελεύθερων ανθρώπων από εκείνη των δούλων λιγότερο από όσο διαφέρει ο φύσει ελεύθερος από τον φύσει δούλο». (1325a 27 – 30).
Από τη στιγμή που έχει ήδη επισημανθεί από το πρώτο βιβλίο ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας (η δεσποτική που απευθύνεται σε δούλους, η βασιλική που απευθύνεται σε ελεύθερους αλλά όχι ισότιμους, όπως οι γυναίκες και τα παιδιά και η πολιτική που απευθύνεται σε ελεύθερους και ισότιμους ανθρώπους) είναι φανερό ότι η εξουσία που τίθεται δεσποτικά απέναντι σε όλους αποτελεί διαστρέβλωση, αφού λειτουργεί απολύτως ισοπεδωτικά. Είναι η κατάχρηση της εξουσίας, που εκλαμβάνεται ως άλλοθι της επιβολής και που, με βεβαιότητα, θα οδηγήσει στις αυθαιρεσίες. Υπό αυτές τις συνθήκες ασφαλώς και δεν είναι εποικοδομητικό να αναλώνεται κανείς στη διεκδίκηση αξιωμάτων.
Η αντίληψη της εξουσίας ως δεσποτική αρχή δεν είναι τίποτε άλλο από το απροκάλυπτο πρόταγμα της προσωπικής ισχύος, που επιθυμεί να μετατρέψει τον πολίτη σε δούλο. Κι όταν γίνεται λόγος για δεσποτική αρχή, δεν εννοείται μόνο η ευθεία αυταρχικότητα μιας δικτατορίας (ούτε βέβαια και αποκλείεται) αλλά – πρωτίστως – η συμφεροντολογική εκδοχή της εξουσίας ως ατομική επικράτηση, δηλαδή ως έπαθλο που οφείλει να προσδώσει τα ανταλλάγματα. Η διακυβέρνηση που αποσκοπεί στο προσωπικό συμφέρον καταπατώντας τη δημόσια ωφέλεια απαξιώνει συνειδητά τον πολίτη υποβαθμίζοντας τη θέση του, ως κάτι ανάξιο να ληφθεί υπόψη.
Η διαιώνιση μιας τέτοιας διακυβέρνησης είναι συγκαλυμμένη δουλεία, αφού μόνο ο δούλος δεν υπολογίζεται. Γι’ αυτό και μεταξύ ομοίων πρέπει η εξουσία να αλλάζει χέρια, ώστε όλοι να αναλάβουν την ευθύνη της: «Γιατί για τους όμοιους το καλό και το δίκαιο συνίσταται στην εκ περιτροπής ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων, καθώς αυτό είναι ίσο και όμοιο». (1325b 7 – 8).
Η πεποίθηση ότι όλοι «εκ περιτροπής» πρέπει να αναλαμβάνουν τα πολιτικά αξιώματα είναι ξεκάθαρη απάντηση στο κατά πόσο πρέπει να ασχολείται κανείς ή όχι με τα θέματα της πολιτείας. Η απαξίωση των πολιτικών εξελίξεων και η απροθυμία συμμετοχής στο βάθος κρύβουν την απογοήτευση, που σταδιακά φέρνει την αποστασιοποίηση. Η εξουσία που εκλαμβάνεται ως υγιής υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, η εξουσία δηλαδή που διέπεται από αξίες δικαίου και σεβασμού, πραγματώνεται με τη διασφάλιση της ισότητας, που πλέον μετουσιώνεται σε καθήκον για κάθε ελεύθερο άνθρωπο: «το μη ίσο για τους ίσους και το μη όμοιο για τους όμοιους είναι αντίθετα με τη φύση και βέβαια τίποτε αντίθετο με τη φύση δεν είναι καλό». (1325b 8 – 10).
Με άλλα λόγια, είναι η ίδια η φύση που ωθεί τον άνθρωπο στην υπεράσπιση της ισότητας – μεταξύ πράγματι ίσων – όπως είναι και πάλι η φύση που τον καθοδηγεί, ώστε να δημιουργήσει κοινωνία. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την αξιοκρατική αντίληψη στη διαχείριση της εξουσίας, αφού η αναγνώριση της ισότητας και της ομοιότητας των ελεύθερων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο από την αμοιβαία αναγνώριση της αξίας τους. Αν αυτό ανατραπεί με την παρουσία ενός ανθρώπου που ξεχωρίζει ανάμεσα στους άριστους, τότε το δίκαιο είναι να αναλάβει αυτός και τα αξιώματα: «Γι’ αυτό και αν κάποιος άλλος είναι ανώτερος από τους άριστους στην αρετή και στην πρακτική δεξιότητα, είναι καλό αυτόν να ακολουθούμε και δίκαιο να τον υπακούμε». (1325b 10 – 12).
Το ενδεχόμενο αυτό βέβαια τίθεται απολύτως υποθετικά, αφού στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί, όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από το τρίτο βιβλίο των «Πολιτικών».
Κι εδώ, βέβαια, το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ανώτερο των αρίστων είναι η «πρακτική δεξιότητα» που πρέπει να τον χαρακτηρίζει. Ότι η απραξία είναι αρνητικό το έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «… είναι λάθος να επαινεί κανείς την απραγία περισσότερο από την ενεργοποίηση κάποιου, γιατί η ευδαιμονία είναι πράξη και επιπλέον οι πράξεις των δικαίων και συνετών ανθρώπων οδηγούν σε πολλά και καλά αποτελέσματα». (1325a 31 – 34).
Η αποφθεγματική διατύπωση, που θέλει την ευδαιμονία να είναι πράξη, είναι η αντίληψη της ευτυχίας που κερδίζεται με την ανθρώπινη ενεργητικότητα. Ο άνθρωπος, ως απόλυτα υπεύθυνος για τη μοίρα του, οφείλει να ενεργήσει προκειμένου να πετύχει αυτά που επιθυμεί. Η αποδοχή της μοίρας είναι η παθητικότητα που επιφέρει την αδράνεια κι αυτό δεν ταιριάζει στους πραγματικά ελεύθερους. Η μετατόπιση της ευθύνης στον άνθρωπο δε λειτουργεί εκ του πονηρού, ως άλλοθι μιας άδικης κοινωνίας που θέλει να ρίξει και την ευθύνη σ’ αυτούς που αδικούνται, αλλά ως ειλικρινής αισιόδοξη οπτική, που θέλει τον άνθρωπο δυνατό να διαμορφώσει την τύχη του.
Γι’ αυτό πρέπει η πολιτεία να διέπεται από δικαιοσύνη. Για να εξασφαλίζεται η ελευθερία των πολιτών να πράξουν προς την κατεύθυνση της ευτυχίας τους. Η κοινωνία της ανισότητας, με τις ακραίες ταξικές διαφορές, τους εκπαιδευτικούς κι εργασιακούς αποκλεισμούς, της αναξιοκρατίας και των υπόγειων διασυνδέσεων είναι πριν απ’ όλα ανελεύθερη, ακριβώς επειδή δεν αφήνει τους πολίτες να πράξουν.
Όμως, η φράση «πρακτική δεξιότητα» δεν αναφέρεται τόσο στη διάθεση της δράσης, ως ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση όλων των ερεθισμάτων προς την επιθυμητή κατεύθυνση, όσο – κυρίως – στη δυνατότητα εφαρμογής όλων των γνώσεων κι όλων των θεωρητικών κεκτημένων στις καθημερινές προκλήσεις που θα έλθουν. Κι αυτό έχει να κάνει με την προσαρμοστικότητα του ελιγμού που αναγκαστικά θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Η ανεφάρμοστη θεωρητική γνώση τείνει στο άχρηστο. Ο άριστος είναι εκείνος που θα προσδώσει τις χειροπιαστές διαστάσεις: «Χρειάζεται όμως να διαθέτει αυτός» (εννοείται ο άριστος) «όχι μόνο αρετή αλλά και ικανότητα που θα του επιτρέπει να είναι πρακτικός. Αλλά αν αυτά καλώς λέγονται και αν οφείλουμε να ορίσουμε την ευδαιμονία ως ευπραγία, ο πρακτικός είναι άριστος βίος και για όλη την πόλη συλλογικά και για τον καθένα ξεχωριστά». (1325b 12 – 16).
Υπό αυτή την έννοια, η εξουσία είναι αδύνατο να νοηθεί απλώς ως μια θεωρητική κατασκευή. Τα θεμέλια της πολιτείας, ο νόμος και η εκπαίδευση, δεν έχουν καμία αξία, ακόμη κι αν σε επίπεδο ιδεών είναι τέλεια, εφόσον είναι αδύνατο να πραγματωθούν. Γι’ αυτό οφείλουν να προσαρμόζονται στην ιδιοσυγκρασία, τις παραδόσεις, την ιστορία και την κουλτούρα του λαού που θα υπηρετήσουν. Η ιδανική νομοθεσία μιας πόλης δε σημαίνει ότι θα είναι εξίσου ιδανική και σε μια άλλη, γιατί μπορεί να μην εκπληρώνει τις πρακτικές προϋποθέσεις που ορίζονται από την εκεί νοοτροπία, ώστε να γίνει αποδεκτή. Κι αν δε γίνει αποδεκτή, θα παραμείνει ανεφάρμοστη, δηλαδή θα αποτύχει.
Μια προοδευτική νομοθετική μεταρρύθμιση, όταν γίνεται απότομα μέσα σε μια οπισθοδρομική κοινωνία, είναι πολύ πιθανό να αποτύχει. Καμία πρόοδος δεν επέρχεται απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται η συμβολή της παιδείας, που επίσης, θα είναι μακροχρόνια, αφού δεν είναι εύκολο να αλλάξουν αντιλήψεις παγιωμένες στη λαϊκή συνείδηση. Ο πρακτικός νομοθέτης είναι αυτός που θα διαχειριστεί τις ισορροπίες υπηρετώντας την πρόοδο χωρίς να φέρει συγκρούσεις. Η θεωρητική ακαμψία δεν μπορεί να προσφέρει κοινωνικά κι ως εκ τούτου δεν ανήκει στα γνωρίσματα του άριστου.
Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης σπεύδει να διευκρινίσει: «Όμως ο πρακτικός βίος δεν υφίσταται κατ’ ανάγκη μόνο σε σχέση με τους άλλους, όπως νομίζουν ορισμένοι, ούτε μόνο εκείνες οι θεωρήσεις είναι πρακτικές που αποβλέπουν στα θετικά αποτελέσματα της πρακτικής εφαρμογής τους, αλλά πολύ περισσότερο οι αυτοτελείς και αυτόνομες θεωρήσεις και σκέψεις». (1325b 16 – 21).
Βρισκόμαστε στο σημείο που ταυτίζεται η θεωρητική και η πρακτική σκέψη, αφού η δυνατότητα της πρακτικής εφαρμογής προϋποθέτει τη νόηση. Η σκέψη, ως διανοητική ενέργεια, ακόμη και αφηρημένων εννοιών, όσο αυτόνομη ή αυτοτελής κι αν είναι, όσο μεμονωμένη ή ατομική, είναι αδύνατο να στερηθεί το πρακτικό της υπόβαθρο, καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγει από τα όρια των δομών που συνθέτουν τον υπαρκτό κόσμο. Ακόμη και η πιο ακραία επιστημονική φαντασία, ακόμη και η ολοκληρωτική ανατροπή όλων των γήινων δεδομένων, έχουν πάντα μία αρχή· τα γήινα δεδομένα που πρέπει να ανατραπούν.
Η σκέψη δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τις γνώσεις του ανθρώπου που την παράγει ούτε από το γλωσσικό του υπόβαθρο. Με άλλα λόγια, υπάρχει αναπόφευκτη σύνδεση της σκέψης και της πράξης: «Μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι οι αρχιτέκτονες (οι αρχιμάστορες) στις διανοητικές διεργασίες και πράττουν και είναι συντελεστές των εξωτερικών πράξεων». (1325b 21 – 23).
Η έννοια «αρχιτέκτονες» όπως γράφει ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο, «αρχιμάστορες», όπως εύστοχα προτείνει η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, είναι ακριβώς η πρακτική διάσταση της σκέψης. Κι ο άνθρωπος που σκέφτεται ένας μάστορας είναι, ένας μάστορας του πνεύματος που μπορεί να αναδημιουργεί, ακόμη και να ανατρέπει τον κόσμο, αντιπαραβάλλοντας το δικό του. Γι’ αυτό και μπορεί να γίνει συντελεστής «εξωτερικών πράξεων», γιατί η σκέψη, ως εσωτερική πράξη, μπορεί να μετουσιωθεί σε κοινωνική προοπτική προξενώντας εξωτερικές πράξεις: «Διαφορετικά δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καλή η κατάσταση του θεού και του σύμπαντος κόσμου, αν δεν υπάρχουν εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». (1325b 28 – 30).
Ο Αριστοτέλης θα λέγαμε ότι προλειάνει το έδαφος και για το Χέγκελ. «Οι εσωτερικές πράξεις συντίθενται με τις εσωτερικές και στην ενότητά τους διατρέχουν τον κόσμο και το θεό. Η διπλή αυτή πράξη παρατηρείται και στη χεγκελιανή σύλληψη της Ιδέας η οποία συλλαμβάνεται ως η απόλυτη ενότητα της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας. Ως παραγωγός του κόσμου εξωτερικεύεται διαρκώς, επιστρέφοντας στον εαυτό της. Η σημασία της πράξης στη χεγκελιανή φιλοσοφία αλλά και η μαρξική κριτική στη χεγκελιανή σύλληψη της πράξης έχει ενδιαφέρον να συνδεθούν με την αριστοτελική αντίληψη για την πράξη των στίχων αυτών».
Με άλλα λόγια, αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη θεϊκή ισορροπία ανάμεσα στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο. Ο θεός, ως σύμβολο της πιο ολοκληρωτικής τελειότητας, και ολόκληρο το σύμπαν, ως ενσάρκωση του θεού μέσα στις τέλειες δομές του φυσικού κόσμου, είναι η άριστη κατάσταση που προκύπτει στις «εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». Κι αν πρέπει να το πούμε ακόμη απλούστερα, η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο δεν είναι τίποτε άλλο από τη σύμπλευση των εξωτερικών πράξεων σε σχέση με τις εσωτερικές που ορίζουν οι επιθυμίες.
Αλίμονο σ’ αυτόν που κάνει αυτά που απεχθάνεται. Είναι καταδικασμένος στη δυστυχία. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του ιδανικού βίου, που προκύπτει από την αρμονία της σκέψης με την πράξη (εσωτερικότητας – εξωτερικότητας). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορεί να οριστεί και ο άριστος βίος σε συλλογικό επίπεδο, ως αρμονία που προκύπτει από την άριστη πολιτειακή οργάνωση της πόλης. Αρκεί να είναι ξεκάθαρες οι προτεραιότητες, ως συλλογική εσωτερικότητα, ώστε να πραγματωθεί και το πρακτικό κομμάτι της εξωτερίκευσής τους.
Οι κοινωνίες που στα λόγια προάγουν αξίες διαφορετικές από αυτές που υπηρετούν σε επίπεδο εξουσίας, πέρα από υποκριτικές, είναι τελικά αδιέξοδες, αφού νομοτελειακά προάγουν τη συλλογική δυστυχία: «Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι ο ίδιος βίος είναι κατ’ ανάγκη ο άριστος βίος και για τον καθένα άνθρωπο ξεχωριστά και για τις πόλεις και για τους ανθρώπους συλλογικά». (1325b 30 – 32).
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στα κοινά, ως διεκδίκηση αξιωμάτων συντείνει σ’ αυτό που ονομάζουμε άριστο βίο ή όχι; Και, για να τεθεί διαφορετικά, κατά πόσο η αναζήτηση των αξιωμάτων στο πλαίσιο της πολιτειακής συμμετοχής αποτελεί εχέγγυο ευτυχίας;
Το βέβαιο είναι ότι δε θα μπορούσε να υπάρξει απάντηση που να διασφαλίζει με τρόπο απόλυτο τη μία ή την άλλη εκδοχή, αφού και οι δύο απόψεις εμπεριέχουν την υπερβολή. Η ευτυχία δε θα μπορούσε να ταυτιστεί με την ανάληψη θέσεων εξουσίας, αλλά ούτε και να αποκοπεί εντελώς από το πολιτικό γίγνεσθαι, καθώς η ενασχόληση με τα κοινά σηματοδοτεί τη συμμετοχή ως επισφράγιση της πολιτειακής αξιοπιστίας. Ένα πολίτευμα, όταν οι πολίτες είναι τελείως αδιάφοροι για τη λειτουργία του, δεν μπορεί παρά να θρέψει τη διαφθορά : «Υποστηρίζουμε λοιπόν ότι και οι δύο απόψεις έχουν σωστά και λανθασμένα σημεία». (1325a 23 – 24).
Το ζήτημα είναι ο τρόπος που ορίζει κανείς τη θέση εξουσίας: «Σύμφωνα με την πρώτη άποψη ο βίος του ελεύθερου ανθρώπου είναι ποιοτικά ανώτερος από το βίο του δεσποτικού ανθρώπου». (1325a 24 – 25). Εφόσον, λοιπόν, η εξουσία εκλαμβάνεται ως δεσποτική υπεροχή, τότε πράγματι η αναζήτηση των αξιωμάτων δεν αντανακλά καμιά ιδιαίτερη αξία. Γιατί η δεσποτική εξουσία αρμόζει στους δούλους και το να εξουσιάζει κανείς δούλους δεν αποτελεί σημαντική επιδίωξη: «Αυτό είναι αλήθεια, γιατί δεν είναι καθόλου άξιο σεβασμού και εκτίμησης να ασκεί κανείς εξουσία σε δούλο, ο οποίος είναι πράγματι δούλος, καθώς οι εντολές για την επιτέλεση των αναγκαίων δεν έχουν κανένα στοιχείο ποιοτικής ανωτερότητας». (1325a 25 – 27).
Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης από το πρώτο κιόλας βιβλίο των «Πολιτικών» έχει ξεκαθαρίσει ότι αποδέχεται τη δουλεία ως κάτι δοσμένο από τη φύση, το ενδιαφέρον δε στρέφεται στην έννοια του δεσποτισμού που δικαίως – κατά τον Αριστοτέλη – απευθύνεται στους φύσει δούλους, αλλά στη γενίκευση του όρου, καθώς απευθύνεται πλέον προς πάσα κατεύθυνση: «Από την άλλη όμως και η αντίληψη ότι κάθε εξουσία είναι δεσποτική, δεν είναι σωστή, γιατί δε διαφέρει η άσκηση της εξουσίας των ελεύθερων ανθρώπων από εκείνη των δούλων λιγότερο από όσο διαφέρει ο φύσει ελεύθερος από τον φύσει δούλο». (1325a 27 – 30).
Από τη στιγμή που έχει ήδη επισημανθεί από το πρώτο βιβλίο ότι υπάρχουν τρία είδη εξουσίας (η δεσποτική που απευθύνεται σε δούλους, η βασιλική που απευθύνεται σε ελεύθερους αλλά όχι ισότιμους, όπως οι γυναίκες και τα παιδιά και η πολιτική που απευθύνεται σε ελεύθερους και ισότιμους ανθρώπους) είναι φανερό ότι η εξουσία που τίθεται δεσποτικά απέναντι σε όλους αποτελεί διαστρέβλωση, αφού λειτουργεί απολύτως ισοπεδωτικά. Είναι η κατάχρηση της εξουσίας, που εκλαμβάνεται ως άλλοθι της επιβολής και που, με βεβαιότητα, θα οδηγήσει στις αυθαιρεσίες. Υπό αυτές τις συνθήκες ασφαλώς και δεν είναι εποικοδομητικό να αναλώνεται κανείς στη διεκδίκηση αξιωμάτων.
Η αντίληψη της εξουσίας ως δεσποτική αρχή δεν είναι τίποτε άλλο από το απροκάλυπτο πρόταγμα της προσωπικής ισχύος, που επιθυμεί να μετατρέψει τον πολίτη σε δούλο. Κι όταν γίνεται λόγος για δεσποτική αρχή, δεν εννοείται μόνο η ευθεία αυταρχικότητα μιας δικτατορίας (ούτε βέβαια και αποκλείεται) αλλά – πρωτίστως – η συμφεροντολογική εκδοχή της εξουσίας ως ατομική επικράτηση, δηλαδή ως έπαθλο που οφείλει να προσδώσει τα ανταλλάγματα. Η διακυβέρνηση που αποσκοπεί στο προσωπικό συμφέρον καταπατώντας τη δημόσια ωφέλεια απαξιώνει συνειδητά τον πολίτη υποβαθμίζοντας τη θέση του, ως κάτι ανάξιο να ληφθεί υπόψη.
Η διαιώνιση μιας τέτοιας διακυβέρνησης είναι συγκαλυμμένη δουλεία, αφού μόνο ο δούλος δεν υπολογίζεται. Γι’ αυτό και μεταξύ ομοίων πρέπει η εξουσία να αλλάζει χέρια, ώστε όλοι να αναλάβουν την ευθύνη της: «Γιατί για τους όμοιους το καλό και το δίκαιο συνίσταται στην εκ περιτροπής ανάληψη των πολιτικών αξιωμάτων, καθώς αυτό είναι ίσο και όμοιο». (1325b 7 – 8).
Η πεποίθηση ότι όλοι «εκ περιτροπής» πρέπει να αναλαμβάνουν τα πολιτικά αξιώματα είναι ξεκάθαρη απάντηση στο κατά πόσο πρέπει να ασχολείται κανείς ή όχι με τα θέματα της πολιτείας. Η απαξίωση των πολιτικών εξελίξεων και η απροθυμία συμμετοχής στο βάθος κρύβουν την απογοήτευση, που σταδιακά φέρνει την αποστασιοποίηση. Η εξουσία που εκλαμβάνεται ως υγιής υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος, η εξουσία δηλαδή που διέπεται από αξίες δικαίου και σεβασμού, πραγματώνεται με τη διασφάλιση της ισότητας, που πλέον μετουσιώνεται σε καθήκον για κάθε ελεύθερο άνθρωπο: «το μη ίσο για τους ίσους και το μη όμοιο για τους όμοιους είναι αντίθετα με τη φύση και βέβαια τίποτε αντίθετο με τη φύση δεν είναι καλό». (1325b 8 – 10).
Με άλλα λόγια, είναι η ίδια η φύση που ωθεί τον άνθρωπο στην υπεράσπιση της ισότητας – μεταξύ πράγματι ίσων – όπως είναι και πάλι η φύση που τον καθοδηγεί, ώστε να δημιουργήσει κοινωνία. Κι αυτό είναι σύμφωνο με την αξιοκρατική αντίληψη στη διαχείριση της εξουσίας, αφού η αναγνώριση της ισότητας και της ομοιότητας των ελεύθερων ανθρώπων δεν είναι τίποτε άλλο από την αμοιβαία αναγνώριση της αξίας τους. Αν αυτό ανατραπεί με την παρουσία ενός ανθρώπου που ξεχωρίζει ανάμεσα στους άριστους, τότε το δίκαιο είναι να αναλάβει αυτός και τα αξιώματα: «Γι’ αυτό και αν κάποιος άλλος είναι ανώτερος από τους άριστους στην αρετή και στην πρακτική δεξιότητα, είναι καλό αυτόν να ακολουθούμε και δίκαιο να τον υπακούμε». (1325b 10 – 12).
Το ενδεχόμενο αυτό βέβαια τίθεται απολύτως υποθετικά, αφού στην πράξη είναι αδύνατο να συμβεί, όπως έχει ήδη ξεκαθαριστεί από το τρίτο βιβλίο των «Πολιτικών».
Κι εδώ, βέβαια, το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ανώτερο των αρίστων είναι η «πρακτική δεξιότητα» που πρέπει να τον χαρακτηρίζει. Ότι η απραξία είναι αρνητικό το έχει ήδη ξεκαθαρίσει: «… είναι λάθος να επαινεί κανείς την απραγία περισσότερο από την ενεργοποίηση κάποιου, γιατί η ευδαιμονία είναι πράξη και επιπλέον οι πράξεις των δικαίων και συνετών ανθρώπων οδηγούν σε πολλά και καλά αποτελέσματα». (1325a 31 – 34).
Η αποφθεγματική διατύπωση, που θέλει την ευδαιμονία να είναι πράξη, είναι η αντίληψη της ευτυχίας που κερδίζεται με την ανθρώπινη ενεργητικότητα. Ο άνθρωπος, ως απόλυτα υπεύθυνος για τη μοίρα του, οφείλει να ενεργήσει προκειμένου να πετύχει αυτά που επιθυμεί. Η αποδοχή της μοίρας είναι η παθητικότητα που επιφέρει την αδράνεια κι αυτό δεν ταιριάζει στους πραγματικά ελεύθερους. Η μετατόπιση της ευθύνης στον άνθρωπο δε λειτουργεί εκ του πονηρού, ως άλλοθι μιας άδικης κοινωνίας που θέλει να ρίξει και την ευθύνη σ’ αυτούς που αδικούνται, αλλά ως ειλικρινής αισιόδοξη οπτική, που θέλει τον άνθρωπο δυνατό να διαμορφώσει την τύχη του.
Γι’ αυτό πρέπει η πολιτεία να διέπεται από δικαιοσύνη. Για να εξασφαλίζεται η ελευθερία των πολιτών να πράξουν προς την κατεύθυνση της ευτυχίας τους. Η κοινωνία της ανισότητας, με τις ακραίες ταξικές διαφορές, τους εκπαιδευτικούς κι εργασιακούς αποκλεισμούς, της αναξιοκρατίας και των υπόγειων διασυνδέσεων είναι πριν απ’ όλα ανελεύθερη, ακριβώς επειδή δεν αφήνει τους πολίτες να πράξουν.
Όμως, η φράση «πρακτική δεξιότητα» δεν αναφέρεται τόσο στη διάθεση της δράσης, ως ενεργή συμμετοχή στη διαχείριση όλων των ερεθισμάτων προς την επιθυμητή κατεύθυνση, όσο – κυρίως – στη δυνατότητα εφαρμογής όλων των γνώσεων κι όλων των θεωρητικών κεκτημένων στις καθημερινές προκλήσεις που θα έλθουν. Κι αυτό έχει να κάνει με την προσαρμοστικότητα του ελιγμού που αναγκαστικά θα λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Η ανεφάρμοστη θεωρητική γνώση τείνει στο άχρηστο. Ο άριστος είναι εκείνος που θα προσδώσει τις χειροπιαστές διαστάσεις: «Χρειάζεται όμως να διαθέτει αυτός» (εννοείται ο άριστος) «όχι μόνο αρετή αλλά και ικανότητα που θα του επιτρέπει να είναι πρακτικός. Αλλά αν αυτά καλώς λέγονται και αν οφείλουμε να ορίσουμε την ευδαιμονία ως ευπραγία, ο πρακτικός είναι άριστος βίος και για όλη την πόλη συλλογικά και για τον καθένα ξεχωριστά». (1325b 12 – 16).
Υπό αυτή την έννοια, η εξουσία είναι αδύνατο να νοηθεί απλώς ως μια θεωρητική κατασκευή. Τα θεμέλια της πολιτείας, ο νόμος και η εκπαίδευση, δεν έχουν καμία αξία, ακόμη κι αν σε επίπεδο ιδεών είναι τέλεια, εφόσον είναι αδύνατο να πραγματωθούν. Γι’ αυτό οφείλουν να προσαρμόζονται στην ιδιοσυγκρασία, τις παραδόσεις, την ιστορία και την κουλτούρα του λαού που θα υπηρετήσουν. Η ιδανική νομοθεσία μιας πόλης δε σημαίνει ότι θα είναι εξίσου ιδανική και σε μια άλλη, γιατί μπορεί να μην εκπληρώνει τις πρακτικές προϋποθέσεις που ορίζονται από την εκεί νοοτροπία, ώστε να γίνει αποδεκτή. Κι αν δε γίνει αποδεκτή, θα παραμείνει ανεφάρμοστη, δηλαδή θα αποτύχει.
Μια προοδευτική νομοθετική μεταρρύθμιση, όταν γίνεται απότομα μέσα σε μια οπισθοδρομική κοινωνία, είναι πολύ πιθανό να αποτύχει. Καμία πρόοδος δεν επέρχεται απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται η συμβολή της παιδείας, που επίσης, θα είναι μακροχρόνια, αφού δεν είναι εύκολο να αλλάξουν αντιλήψεις παγιωμένες στη λαϊκή συνείδηση. Ο πρακτικός νομοθέτης είναι αυτός που θα διαχειριστεί τις ισορροπίες υπηρετώντας την πρόοδο χωρίς να φέρει συγκρούσεις. Η θεωρητική ακαμψία δεν μπορεί να προσφέρει κοινωνικά κι ως εκ τούτου δεν ανήκει στα γνωρίσματα του άριστου.
Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης σπεύδει να διευκρινίσει: «Όμως ο πρακτικός βίος δεν υφίσταται κατ’ ανάγκη μόνο σε σχέση με τους άλλους, όπως νομίζουν ορισμένοι, ούτε μόνο εκείνες οι θεωρήσεις είναι πρακτικές που αποβλέπουν στα θετικά αποτελέσματα της πρακτικής εφαρμογής τους, αλλά πολύ περισσότερο οι αυτοτελείς και αυτόνομες θεωρήσεις και σκέψεις». (1325b 16 – 21).
Βρισκόμαστε στο σημείο που ταυτίζεται η θεωρητική και η πρακτική σκέψη, αφού η δυνατότητα της πρακτικής εφαρμογής προϋποθέτει τη νόηση. Η σκέψη, ως διανοητική ενέργεια, ακόμη και αφηρημένων εννοιών, όσο αυτόνομη ή αυτοτελής κι αν είναι, όσο μεμονωμένη ή ατομική, είναι αδύνατο να στερηθεί το πρακτικό της υπόβαθρο, καθώς είναι αδύνατο να ξεφύγει από τα όρια των δομών που συνθέτουν τον υπαρκτό κόσμο. Ακόμη και η πιο ακραία επιστημονική φαντασία, ακόμη και η ολοκληρωτική ανατροπή όλων των γήινων δεδομένων, έχουν πάντα μία αρχή· τα γήινα δεδομένα που πρέπει να ανατραπούν.
Η σκέψη δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τις γνώσεις του ανθρώπου που την παράγει ούτε από το γλωσσικό του υπόβαθρο. Με άλλα λόγια, υπάρχει αναπόφευκτη σύνδεση της σκέψης και της πράξης: «Μάλιστα ισχυριζόμαστε ότι οι αρχιτέκτονες (οι αρχιμάστορες) στις διανοητικές διεργασίες και πράττουν και είναι συντελεστές των εξωτερικών πράξεων». (1325b 21 – 23).
Η έννοια «αρχιτέκτονες» όπως γράφει ο Αριστοτέλης στο πρωτότυπο, «αρχιμάστορες», όπως εύστοχα προτείνει η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου, είναι ακριβώς η πρακτική διάσταση της σκέψης. Κι ο άνθρωπος που σκέφτεται ένας μάστορας είναι, ένας μάστορας του πνεύματος που μπορεί να αναδημιουργεί, ακόμη και να ανατρέπει τον κόσμο, αντιπαραβάλλοντας το δικό του. Γι’ αυτό και μπορεί να γίνει συντελεστής «εξωτερικών πράξεων», γιατί η σκέψη, ως εσωτερική πράξη, μπορεί να μετουσιωθεί σε κοινωνική προοπτική προξενώντας εξωτερικές πράξεις: «Διαφορετικά δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καλή η κατάσταση του θεού και του σύμπαντος κόσμου, αν δεν υπάρχουν εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». (1325b 28 – 30).
Ο Αριστοτέλης θα λέγαμε ότι προλειάνει το έδαφος και για το Χέγκελ. «Οι εσωτερικές πράξεις συντίθενται με τις εσωτερικές και στην ενότητά τους διατρέχουν τον κόσμο και το θεό. Η διπλή αυτή πράξη παρατηρείται και στη χεγκελιανή σύλληψη της Ιδέας η οποία συλλαμβάνεται ως η απόλυτη ενότητα της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας. Ως παραγωγός του κόσμου εξωτερικεύεται διαρκώς, επιστρέφοντας στον εαυτό της. Η σημασία της πράξης στη χεγκελιανή φιλοσοφία αλλά και η μαρξική κριτική στη χεγκελιανή σύλληψη της πράξης έχει ενδιαφέρον να συνδεθούν με την αριστοτελική αντίληψη για την πράξη των στίχων αυτών».
Με άλλα λόγια, αυτό που ονομάζουμε ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη θεϊκή ισορροπία ανάμεσα στον εσωτερικό κι εξωτερικό κόσμο. Ο θεός, ως σύμβολο της πιο ολοκληρωτικής τελειότητας, και ολόκληρο το σύμπαν, ως ενσάρκωση του θεού μέσα στις τέλειες δομές του φυσικού κόσμου, είναι η άριστη κατάσταση που προκύπτει στις «εξωτερικές πράξεις παράλληλα με τις εσωτερικές τους». Κι αν πρέπει να το πούμε ακόμη απλούστερα, η ευτυχία σε ατομικό επίπεδο δεν είναι τίποτε άλλο από τη σύμπλευση των εξωτερικών πράξεων σε σχέση με τις εσωτερικές που ορίζουν οι επιθυμίες.
Αλίμονο σ’ αυτόν που κάνει αυτά που απεχθάνεται. Είναι καταδικασμένος στη δυστυχία. Κι αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του ιδανικού βίου, που προκύπτει από την αρμονία της σκέψης με την πράξη (εσωτερικότητας – εξωτερικότητας). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο μπορεί να οριστεί και ο άριστος βίος σε συλλογικό επίπεδο, ως αρμονία που προκύπτει από την άριστη πολιτειακή οργάνωση της πόλης. Αρκεί να είναι ξεκάθαρες οι προτεραιότητες, ως συλλογική εσωτερικότητα, ώστε να πραγματωθεί και το πρακτικό κομμάτι της εξωτερίκευσής τους.
Οι κοινωνίες που στα λόγια προάγουν αξίες διαφορετικές από αυτές που υπηρετούν σε επίπεδο εξουσίας, πέρα από υποκριτικές, είναι τελικά αδιέξοδες, αφού νομοτελειακά προάγουν τη συλλογική δυστυχία: «Συνεπώς έχει αποδειχθεί ότι ο ίδιος βίος είναι κατ’ ανάγκη ο άριστος βίος και για τον καθένα άνθρωπο ξεχωριστά και για τις πόλεις και για τους ανθρώπους συλλογικά». (1325b 30 – 32).
Αριστοτέλης, Πολιτικά
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑ
ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.2.12–3.2.16
Ο βασιλιάς των Αρμενίων υποσχέθηκε (βλ. και ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.1.14–3.1.22) να καταβάλλει πλέον φόρους στον Κυαξάρη, να δώσει χρήματα στον Κύρο και να στείλει στράτευμα υπό τον γιο του Τιγράνη, για να πολεμήσει στο πλευρό των Μήδων. Όταν βρέθηκαν στα όρη των Χαλδαίων, ο Κύρος κατόρθωσε να καταλάβει κάποια από αυτά και να συλλάβει μερικούς αιχμαλώτους. Παράλληλα, βλέποντας την οχυρή τοποθεσία όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι Χαλδαίοι, ζήτησε από τον βασιλιά της Αρμενίας να έρθει με όλους τους ξυλουργούς και χτίστες της χώρας, για να χτίσουν φρούριο.
[3.2.12] Ἐν δὲ τούτῳ προσάγουσι τῷ Κύρῳ τοὺς αἰχμαλώτους
δεδεμένους, τοὺς δέ τινας καὶ τετρωμένους. ὡς δὲ εἶδεν, εὐθὺς
λύειν μὲν ἐκέλευσε τοὺς δεδεμένους, τοὺς δὲ τετρωμένους
ἰατροὺς καλέσας θεραπεύειν ἐκέλευσεν· ἔπειτα δὲ ἔλεξε τοῖς
Χαλδαίοις ὅτι ἥκοι οὔτε ἀπολέσαι ἐπιθυμῶν ἐκείνους οὔτε
πολεμεῖν δεόμενος, ἀλλ’ εἰρήνην βουλόμενος ποιῆσαι Ἀρμε-
νίοις καὶ Χαλδαίοις. Πρὶν μὲν οὖν ἔχεσθαι τὰ ἄκρα οἶδ’ ὅτι
οὐδὲν ἐδεῖσθε εἰρήνης· τὰ μὲν γὰρ ὑμέτερα ἀσφαλῶς εἶχε,
τὰ δὲ τῶν Ἀρμενίων ἤγετε καὶ ἐφέρετε· νῦν δὲ ὁρᾶτε δὴ ἐν
οἵῳ ἐστέ. [3.2.13] ἐγὼ οὖν ἀφίημι ὑμᾶς οἴκαδε τοὺς εἰλημμένους, καὶ
δίδωμι ὑμῖν σὺν τοῖς ἄλλοις Χαλδαίοις βουλεύσασθαι εἴτε
βούλεσθε πολεμεῖν ἡμῖν εἴτε φίλοι εἶναι. καὶ ἢν μὲν πόλεμον
αἱρῆσθε, μηκέτι ἥκετε δεῦρο ἄνευ ὅπλων, εἰ σωφρονεῖτε· ἢν
δὲ εἰρήνης δοκῆτε δεῖσθαι, ἄνευ ὅπλων ἥκετε· ὡς δὲ καλῶς
ἕξει τὰ ὑμέτερα, ἢν φίλοι γένησθε, ἐμοὶ μελήσει. [3.2.14] ἀκού-
σαντες δὲ ταῦτα οἱ Χαλδαῖοι, πολλὰ μὲν ἐπαινέσαντες, πολλὰ
δὲ δεξιωσάμενοι τὸν Κῦρον ᾤχοντο οἴκαδε.
Ὁ δὲ Ἀρμένιος ὡς ἤκουσε τήν τε κλῆσιν τοῦ Κύρου καὶ
τὴν πρᾶξιν, λαβὼν τοὺς τέκτονας καὶ τἆλλα ὅσων ᾤετο δεῖν,
ἧκε πρὸς τὸν Κῦρον ὡς ἐδύνατο τάχιστα. [3.2.15] ἐπεὶ δὲ εἶδε τὸν
Κῦρον, ἔλεξεν· Ὦ Κῦρε, ὡς ὀλίγα δυνάμενοι προορᾶν ἅν-
θρωποι περὶ τοῦ μέλλοντος πολλὰ ἐπιχειροῦμεν πράττειν.
νῦν γὰρ δὴ καὶ ἐγὼ ἐλευθερίαν μὲν μηχανᾶσθαι ἐπιχειρήσας
δοῦλος ὡς οὐδεπώποτε ἐγενόμην· ἐπεὶ δ’ ἑάλωμεν, σαφῶς
ἀπολωλέναι νομίσαντες νῦν ἀναφαινόμεθα σεσωσμένοι ὡς
οὐδεπώποτε. οἳ γὰρ οὐδεπώποτε ἐπαύοντο πολλὰ κακὰ ἡμᾶς
ποιοῦντες, νῦν ὁρῶ τούτους ἔχοντας ὥσπερ ἐγὼ ηὐχόμην.
[3.2.16] καὶ τοῦτο ἐπίστω, ἔφη, ὦ Κῦρε, ὅτι ἐγὼ ὥστε ἀπελάσαι
Χαλδαίους ἀπὸ τούτων τῶν ἄκρων πολλαπλάσια ἂν ἔδωκα
χρήματα ὧν σὺ νῦν ἔχεις παρ’ ἐμοῦ· καὶ ἃ ὑπισχνοῦ ποιήσειν
ἀγαθὰ ἡμᾶς ὅτ’ ἐλάμβανες τὰ χρήματα, ἀποτετέλεσταί σοι
ἤδη, ὥστε καὶ προσοφείλοντές σοι ἄλλας χάριτας ἀναπεφή-
ναμεν, ἃς ἡμεῖς γε, εἰ μὴ κακοί ἐσμεν, αἰσχυνοίμεθ’ ἄν σοι
μὴ ἀποδιδόντες.
ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.2.12–3.2.16
Ο Κύρος και οι Χαλδαίοι
Ο βασιλιάς των Αρμενίων υποσχέθηκε (βλ. και ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.1.14–3.1.22) να καταβάλλει πλέον φόρους στον Κυαξάρη, να δώσει χρήματα στον Κύρο και να στείλει στράτευμα υπό τον γιο του Τιγράνη, για να πολεμήσει στο πλευρό των Μήδων. Όταν βρέθηκαν στα όρη των Χαλδαίων, ο Κύρος κατόρθωσε να καταλάβει κάποια από αυτά και να συλλάβει μερικούς αιχμαλώτους. Παράλληλα, βλέποντας την οχυρή τοποθεσία όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι Χαλδαίοι, ζήτησε από τον βασιλιά της Αρμενίας να έρθει με όλους τους ξυλουργούς και χτίστες της χώρας, για να χτίσουν φρούριο.
[3.2.12] Ἐν δὲ τούτῳ προσάγουσι τῷ Κύρῳ τοὺς αἰχμαλώτους
δεδεμένους, τοὺς δέ τινας καὶ τετρωμένους. ὡς δὲ εἶδεν, εὐθὺς
λύειν μὲν ἐκέλευσε τοὺς δεδεμένους, τοὺς δὲ τετρωμένους
ἰατροὺς καλέσας θεραπεύειν ἐκέλευσεν· ἔπειτα δὲ ἔλεξε τοῖς
Χαλδαίοις ὅτι ἥκοι οὔτε ἀπολέσαι ἐπιθυμῶν ἐκείνους οὔτε
πολεμεῖν δεόμενος, ἀλλ’ εἰρήνην βουλόμενος ποιῆσαι Ἀρμε-
νίοις καὶ Χαλδαίοις. Πρὶν μὲν οὖν ἔχεσθαι τὰ ἄκρα οἶδ’ ὅτι
οὐδὲν ἐδεῖσθε εἰρήνης· τὰ μὲν γὰρ ὑμέτερα ἀσφαλῶς εἶχε,
τὰ δὲ τῶν Ἀρμενίων ἤγετε καὶ ἐφέρετε· νῦν δὲ ὁρᾶτε δὴ ἐν
οἵῳ ἐστέ. [3.2.13] ἐγὼ οὖν ἀφίημι ὑμᾶς οἴκαδε τοὺς εἰλημμένους, καὶ
δίδωμι ὑμῖν σὺν τοῖς ἄλλοις Χαλδαίοις βουλεύσασθαι εἴτε
βούλεσθε πολεμεῖν ἡμῖν εἴτε φίλοι εἶναι. καὶ ἢν μὲν πόλεμον
αἱρῆσθε, μηκέτι ἥκετε δεῦρο ἄνευ ὅπλων, εἰ σωφρονεῖτε· ἢν
δὲ εἰρήνης δοκῆτε δεῖσθαι, ἄνευ ὅπλων ἥκετε· ὡς δὲ καλῶς
ἕξει τὰ ὑμέτερα, ἢν φίλοι γένησθε, ἐμοὶ μελήσει. [3.2.14] ἀκού-
σαντες δὲ ταῦτα οἱ Χαλδαῖοι, πολλὰ μὲν ἐπαινέσαντες, πολλὰ
δὲ δεξιωσάμενοι τὸν Κῦρον ᾤχοντο οἴκαδε.
Ὁ δὲ Ἀρμένιος ὡς ἤκουσε τήν τε κλῆσιν τοῦ Κύρου καὶ
τὴν πρᾶξιν, λαβὼν τοὺς τέκτονας καὶ τἆλλα ὅσων ᾤετο δεῖν,
ἧκε πρὸς τὸν Κῦρον ὡς ἐδύνατο τάχιστα. [3.2.15] ἐπεὶ δὲ εἶδε τὸν
Κῦρον, ἔλεξεν· Ὦ Κῦρε, ὡς ὀλίγα δυνάμενοι προορᾶν ἅν-
θρωποι περὶ τοῦ μέλλοντος πολλὰ ἐπιχειροῦμεν πράττειν.
νῦν γὰρ δὴ καὶ ἐγὼ ἐλευθερίαν μὲν μηχανᾶσθαι ἐπιχειρήσας
δοῦλος ὡς οὐδεπώποτε ἐγενόμην· ἐπεὶ δ’ ἑάλωμεν, σαφῶς
ἀπολωλέναι νομίσαντες νῦν ἀναφαινόμεθα σεσωσμένοι ὡς
οὐδεπώποτε. οἳ γὰρ οὐδεπώποτε ἐπαύοντο πολλὰ κακὰ ἡμᾶς
ποιοῦντες, νῦν ὁρῶ τούτους ἔχοντας ὥσπερ ἐγὼ ηὐχόμην.
[3.2.16] καὶ τοῦτο ἐπίστω, ἔφη, ὦ Κῦρε, ὅτι ἐγὼ ὥστε ἀπελάσαι
Χαλδαίους ἀπὸ τούτων τῶν ἄκρων πολλαπλάσια ἂν ἔδωκα
χρήματα ὧν σὺ νῦν ἔχεις παρ’ ἐμοῦ· καὶ ἃ ὑπισχνοῦ ποιήσειν
ἀγαθὰ ἡμᾶς ὅτ’ ἐλάμβανες τὰ χρήματα, ἀποτετέλεσταί σοι
ἤδη, ὥστε καὶ προσοφείλοντές σοι ἄλλας χάριτας ἀναπεφή-
ναμεν, ἃς ἡμεῖς γε, εἰ μὴ κακοί ἐσμεν, αἰσχυνοίμεθ’ ἄν σοι
μὴ ἀποδιδόντες.
***
Στο μεταξύ φέρνουν στον Κύρο τους αιχμαλώτους δεμένους και άλλους πληγωμένους. Μόλις τους είδε, διέταξε να λύσουν αμέσως τους δεμένους, κι όσο για τους πληγωμένους, αφού κάλεσε γιατρούς, διέταξε να φροντίσουν για τη θεραπεία τους· έπειτα είπε στους Χαλδαίους ότι δεν ήρθε με σκοπό να τους καταστρέψει ούτε και για να τους πολεμήσει, αλλά επειδή ήθελε να επιτύχει ειρήνη ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Χαλδαίους. Πριν λοιπόν καταληφθούν οι κορυφές των βουνών, είπε, ξέρω πως δεν είχατε ανάγκη από ειρήνη· γιατί εσείς ήσαστε ασφαλείς και λεηλατούσατε τις περιουσίες των Αρμενίων· τώρα όμως βλέπετε σε ποια κατάσταση βρίσκεστε. Εγώ λοιπόν αφήνω εσάς τους αιχμαλώτους να πάτε σπίτια σας και σας δίνω προθεσμία να σκεφτείτε με τους άλλους Χαλδαίους αν θέλετε να μας πολεμάτε ή να γίνετε φίλοι μας. Στην περίπτωση πάντως που προτιμήσετε πόλεμο, να μην ξανάρθετε εδώ χωρίς όπλα, αν είστε λογικοί. Αν όμως νομίσετε πως έχετε ανάγκη από ειρήνη, να έρθετε εδώ δίχως όπλα· αν ωστόσο γίνετε φίλοι μας, εγώ θα φροντίσω να τακτοποιηθούν οι υποθέσεις σας. Όταν άκουσαν αυτά οι Χαλδαίοι, επαίνεσαν πολύ τον Κύρο και, αφού τον αποχαιρέτησαν θερμά, έφυγαν για τη χώρα τους.
Ο βασιλιάς της Αρμενίας, μόλις πληροφορήθηκε την πρόσκληση του Κύρου και τα κατορθώματά του, πήρε μαζί του τους τεχνίτες και όσα άλλα νόμιζε πως χρειάζονταν και έτρεξε στον Κύρο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στο πρώτο αντίκρυσμα του είπε: Πόσο ελάχιστα, Κύρε, μπορούν να προβλέπουν οι άνθρωποι για το μέλλον και ωστόσο πόσο πολλά επιχειρούν να κάνουνε. Εγώ δηλαδή τώρα, ενώ επιχειρούσα να επινοήσω τρόπο ελευθερίας, κατάντησα δούλος όσο ποτέ μέχρι τώρα· όταν πάλι αιχμαλωτιστήκαμε, ενώ πιστεύαμε απόλυτα πως είμαστε χαμένοι, τώρα όσο καμιά άλλη φορά παρουσιαζόμαστε σώοι. Γιατί αυτοί που ποτέ δεν έπαψαν να μας προκαλούν συμφορές, βλέπω τώρα ότι βρίσκονται στην κατάσταση που εγώ ευχόμουν. Και τούτο, Κύρε, να ξέρεις, συνέχισε ότι δηλαδή εγώ θα έδινα πολύ περισσότερα χρήματα απ' αυτά που πήρες από μένα, για να απομακρύνω τους Χαλδαίους από αυτά τα βουνά· και όσα καλά μας υποσχέθηκες πως θα κάνεις, όταν έπαιρνες τά λεφτά, τα έχεις τώρα αποτελειώσει, ώστε διαπιστώνουμε πως σου οφείλουμε και άλλες χάρες που θα ντρεπόμαστε να μην τις ανταποδώσουμε, εκτός αν ήμαστε αχάριστοι.
Στο μεταξύ φέρνουν στον Κύρο τους αιχμαλώτους δεμένους και άλλους πληγωμένους. Μόλις τους είδε, διέταξε να λύσουν αμέσως τους δεμένους, κι όσο για τους πληγωμένους, αφού κάλεσε γιατρούς, διέταξε να φροντίσουν για τη θεραπεία τους· έπειτα είπε στους Χαλδαίους ότι δεν ήρθε με σκοπό να τους καταστρέψει ούτε και για να τους πολεμήσει, αλλά επειδή ήθελε να επιτύχει ειρήνη ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Χαλδαίους. Πριν λοιπόν καταληφθούν οι κορυφές των βουνών, είπε, ξέρω πως δεν είχατε ανάγκη από ειρήνη· γιατί εσείς ήσαστε ασφαλείς και λεηλατούσατε τις περιουσίες των Αρμενίων· τώρα όμως βλέπετε σε ποια κατάσταση βρίσκεστε. Εγώ λοιπόν αφήνω εσάς τους αιχμαλώτους να πάτε σπίτια σας και σας δίνω προθεσμία να σκεφτείτε με τους άλλους Χαλδαίους αν θέλετε να μας πολεμάτε ή να γίνετε φίλοι μας. Στην περίπτωση πάντως που προτιμήσετε πόλεμο, να μην ξανάρθετε εδώ χωρίς όπλα, αν είστε λογικοί. Αν όμως νομίσετε πως έχετε ανάγκη από ειρήνη, να έρθετε εδώ δίχως όπλα· αν ωστόσο γίνετε φίλοι μας, εγώ θα φροντίσω να τακτοποιηθούν οι υποθέσεις σας. Όταν άκουσαν αυτά οι Χαλδαίοι, επαίνεσαν πολύ τον Κύρο και, αφού τον αποχαιρέτησαν θερμά, έφυγαν για τη χώρα τους.
Ο βασιλιάς της Αρμενίας, μόλις πληροφορήθηκε την πρόσκληση του Κύρου και τα κατορθώματά του, πήρε μαζί του τους τεχνίτες και όσα άλλα νόμιζε πως χρειάζονταν και έτρεξε στον Κύρο όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στο πρώτο αντίκρυσμα του είπε: Πόσο ελάχιστα, Κύρε, μπορούν να προβλέπουν οι άνθρωποι για το μέλλον και ωστόσο πόσο πολλά επιχειρούν να κάνουνε. Εγώ δηλαδή τώρα, ενώ επιχειρούσα να επινοήσω τρόπο ελευθερίας, κατάντησα δούλος όσο ποτέ μέχρι τώρα· όταν πάλι αιχμαλωτιστήκαμε, ενώ πιστεύαμε απόλυτα πως είμαστε χαμένοι, τώρα όσο καμιά άλλη φορά παρουσιαζόμαστε σώοι. Γιατί αυτοί που ποτέ δεν έπαψαν να μας προκαλούν συμφορές, βλέπω τώρα ότι βρίσκονται στην κατάσταση που εγώ ευχόμουν. Και τούτο, Κύρε, να ξέρεις, συνέχισε ότι δηλαδή εγώ θα έδινα πολύ περισσότερα χρήματα απ' αυτά που πήρες από μένα, για να απομακρύνω τους Χαλδαίους από αυτά τα βουνά· και όσα καλά μας υποσχέθηκες πως θα κάνεις, όταν έπαιρνες τά λεφτά, τα έχεις τώρα αποτελειώσει, ώστε διαπιστώνουμε πως σου οφείλουμε και άλλες χάρες που θα ντρεπόμαστε να μην τις ανταποδώσουμε, εκτός αν ήμαστε αχάριστοι.
Σάββατο 8 Ιουλίου 2023
O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα
Φθογγικές αλλαγές κατά τη σύνθεση
1. Συνθετική έκταση
§ 118. Ο παλιότερος, προερχόμενος από την ινδοευρωπαϊκή, τρόπος να ελαφρύνει η συνάντηση φωνηέντων στον αρμό της σύνθεσης είναι η συναίρεση. Οι περιπτώσεις που παρατηρούνται στα Eλληνικά είναι οι ακόλουθες:
ο + α = ᾱ (ιων.-αττ. η): στρατᾱγός (στρατηγός) 'οδηγός, αρχηγός του στρατού'
ο + ε = η: φιλήρετμος 'που του αρέσει να κωπηλατεί'
ο + ο = ω: ὁρκώμοτος 'ορκισμένος'
ε = α = ᾱ (η): νᾱμερτής (νημερτής) 'που δεν αστοχεί'
ε + ε = η: νηλεής 'χωρίς έλεος'
ε + ο = ω: νώνυμ(ν)ος 'χωρίς φήμη'
Ότι αυτή η συναίρεση είναι παλιά φαίνεται κιόλας από τη διαφορά της από τη συναίρεση των ιστορικών χρόνων: εδώ έχουμε π.χ. ε + ε = ει (φιλεῖτε), ο + ο, ο + ε, ε + ο = ου (μισθοῦμεν, μισθοῦτε, φιλοῦμεν).[1] Επειδή όμως φαινόταν σαν τα -ᾱ, -η-,-ω- σε τέτοιες μορφές να ήταν έκταση ενός αρχικού α-, ε-, ο- σχετιζόμενη με τη σύνθεση, η εκτεταμένη μορφή του αρχικού φωνήεντος επικράτησε στη σύνθεση με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνέπεια, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορούσε να γίνει λόγος για συναίρεση. Η μακρότητα ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή, όταν το σύνθετο είχε κατά τα άλλα μόνο βραχείες συλλαβές· έτσι εξασφαλιζόταν μια ακολουθία συλλαβών με καλύτερο ρυθμό [2]: ἀν-ήροτος 'ανόργωτος' (ἀροῦν), πολυ-ήρατος 'πολυαγαπημένος' (ἔρασθαι), ἐπ-ώνυμος 'ονομαστός' (ὄνομα) και πολλά άλλα. Μερικά από αυτά τα β΄ συνθετικά με έκταση έγιναν μάλιστα τα επικρατέστερα· έτσι π.χ. τα -ήγορος, -ήρης, -ήλατος, -ώμοτος, -ώνυμος, -ῶρυξ αποτελούν τον κανόνα. Και από το ἄγειν παράγεται πάντα -ηγός (στρατηγός, χορηγός, ὁδηγός), στα δωρικά -αγός (λοχαγός, ξεναγός 'διοικητής μισθοφορικού στρατεύματος', οὐραγός 'αρχηγός της οπισθοφυλακής', που ως στρατιωτικοί όροι έφτασαν από τους Δωριείς στους Αθηναίους και στους Ίωνες).
--------------------------------
[1] Υπόμνηση: Το γράμμα η συμβολίζει μακρό ανοιχτό φωνήεν. Ώστε τα δύο βραχέα φωνήεντα, ο + ε, τρέπονται σε ένα περίπου αντίστοιχο μακρό. Έτσι αποφεύγεται η χασμωδία, ενώ παράλληλα διατηρείται το "βάρος" της συλλαβής. Το γράμμα ω συμβολίζει μακρό φωνήεν. Ώστε τα δύο βραχέα ο + ο τρέπονται στο αντίστοιχο μακρό κτλ. (Δες στο Παράρτημα για την προφορά.) Κατά την ιστορική εποχή, η συναίρεση έχει κάπως διαφορετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, τα δύο βραχέα ε + ε δεν τρέπονται σε ανοιχτό μακρό [ε΄], γραμμένο η, αλλά σε κλειστό μακρό [e΄], γραμμένο με το δίψηφο ει. Αυτό αργότερα τράπηκε στην προφορά σε [i]. Το δίψηφο ου συμβολίζει κατά την κλασική εποχή μακρό κλειστό [ο΄], που αργότερα τράπηκε σε [u].
[2] Πρβ. την εναλλαγή των -ότερος, -ότατος και -ώτερος, -ώτατος στα παραθετικά ανάλογα με την ποσότητα της προηγούμενης συλλαβής
1. Συνθετική έκταση
§ 118. Ο παλιότερος, προερχόμενος από την ινδοευρωπαϊκή, τρόπος να ελαφρύνει η συνάντηση φωνηέντων στον αρμό της σύνθεσης είναι η συναίρεση. Οι περιπτώσεις που παρατηρούνται στα Eλληνικά είναι οι ακόλουθες:
ο + α = ᾱ (ιων.-αττ. η): στρατᾱγός (στρατηγός) 'οδηγός, αρχηγός του στρατού'
ο + ε = η: φιλήρετμος 'που του αρέσει να κωπηλατεί'
ο + ο = ω: ὁρκώμοτος 'ορκισμένος'
ε = α = ᾱ (η): νᾱμερτής (νημερτής) 'που δεν αστοχεί'
ε + ε = η: νηλεής 'χωρίς έλεος'
ε + ο = ω: νώνυμ(ν)ος 'χωρίς φήμη'
Ότι αυτή η συναίρεση είναι παλιά φαίνεται κιόλας από τη διαφορά της από τη συναίρεση των ιστορικών χρόνων: εδώ έχουμε π.χ. ε + ε = ει (φιλεῖτε), ο + ο, ο + ε, ε + ο = ου (μισθοῦμεν, μισθοῦτε, φιλοῦμεν).[1] Επειδή όμως φαινόταν σαν τα -ᾱ, -η-,-ω- σε τέτοιες μορφές να ήταν έκταση ενός αρχικού α-, ε-, ο- σχετιζόμενη με τη σύνθεση, η εκτεταμένη μορφή του αρχικού φωνήεντος επικράτησε στη σύνθεση με μεγαλύτερη ή μικρότερη συνέπεια, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορούσε να γίνει λόγος για συναίρεση. Η μακρότητα ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή, όταν το σύνθετο είχε κατά τα άλλα μόνο βραχείες συλλαβές· έτσι εξασφαλιζόταν μια ακολουθία συλλαβών με καλύτερο ρυθμό [2]: ἀν-ήροτος 'ανόργωτος' (ἀροῦν), πολυ-ήρατος 'πολυαγαπημένος' (ἔρασθαι), ἐπ-ώνυμος 'ονομαστός' (ὄνομα) και πολλά άλλα. Μερικά από αυτά τα β΄ συνθετικά με έκταση έγιναν μάλιστα τα επικρατέστερα· έτσι π.χ. τα -ήγορος, -ήρης, -ήλατος, -ώμοτος, -ώνυμος, -ῶρυξ αποτελούν τον κανόνα. Και από το ἄγειν παράγεται πάντα -ηγός (στρατηγός, χορηγός, ὁδηγός), στα δωρικά -αγός (λοχαγός, ξεναγός 'διοικητής μισθοφορικού στρατεύματος', οὐραγός 'αρχηγός της οπισθοφυλακής', που ως στρατιωτικοί όροι έφτασαν από τους Δωριείς στους Αθηναίους και στους Ίωνες).
--------------------------------
[1] Υπόμνηση: Το γράμμα η συμβολίζει μακρό ανοιχτό φωνήεν. Ώστε τα δύο βραχέα φωνήεντα, ο + ε, τρέπονται σε ένα περίπου αντίστοιχο μακρό. Έτσι αποφεύγεται η χασμωδία, ενώ παράλληλα διατηρείται το "βάρος" της συλλαβής. Το γράμμα ω συμβολίζει μακρό φωνήεν. Ώστε τα δύο βραχέα ο + ο τρέπονται στο αντίστοιχο μακρό κτλ. (Δες στο Παράρτημα για την προφορά.) Κατά την ιστορική εποχή, η συναίρεση έχει κάπως διαφορετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, τα δύο βραχέα ε + ε δεν τρέπονται σε ανοιχτό μακρό [ε΄], γραμμένο η, αλλά σε κλειστό μακρό [e΄], γραμμένο με το δίψηφο ει. Αυτό αργότερα τράπηκε στην προφορά σε [i]. Το δίψηφο ου συμβολίζει κατά την κλασική εποχή μακρό κλειστό [ο΄], που αργότερα τράπηκε σε [u].
[2] Πρβ. την εναλλαγή των -ότερος, -ότατος και -ώτερος, -ώτατος στα παραθετικά ανάλογα με την ποσότητα της προηγούμενης συλλαβής
Η Υπερβατική Φωτεινότητα: Μια Μυστική Θεωρία της Ανάληψης στο Θείο
1. Η εγγενής καθαρότητα της συνείδησης
Στον πυρήνα κάθε ατόμου βρίσκεται η έμφυτη καθαρότητα της συνείδησης. Αυτή η άψογη ουσία είναι μια αντανάκλαση του θείου, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς και τους περιορισμούς του υλικού πεδίου. Η αληθινή μας φύση είναι άπειρη, άμορφη και αιώνια, ενσωματώνοντας την υπερβατική λάμψη που διαπερνά όλη την ύπαρξη.
2. Το πέπλο της ψευδαίσθησης
Ο υλικός κόσμος, με την παροδική φύση και την ψυχοδυναμική του δραστηριότητα, αποκρύπτει την αληθινή μας ουσία από εμάς. Αυτό το πέπλο ψευδαίσθησης, ή «μάγια», μας μπλέκει σε έναν ιστό επιθυμιών, προσκολλήσεων και επιδιώξεων που καθοδηγούνται από το εγώ, εμποδίζοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε την εγγενή μας θεϊκότητα.
3. Το ταξίδι προς τα μέσα
Ο δρόμος προς την πνευματική φώτιση βρίσκεται στο ταξίδι προς τα μέσα, προς τα βάθη της συνείδησής μας. Μέσω του στοχασμού, του διαλογισμού και της αυτοδιερεύνησης, αρχίζουμε να ξετυλίγουμε τα στρώματα της ψευδαίσθησης και να αποκαλύπτουμε την αληθινή μας φύση. Αυτό το ταξίδι προς τα μέσα είναι μια διαδικασία κάθαρσης, καθώς αποβάλλουμε τους περιορισμούς και τους περιορισμούς του νου, επιτρέποντας στη συνείδησή μας να επεκταθεί και να γίνει ένα με το θείο.
4. Η δύναμη της αγάπης και της συμπόνιας
Η αγάπη και η συμπόνια είναι ουσιαστικοί καταλύτες για την υπέρβαση του εγώ και την συνειδητοποίηση της θεϊκής μας φύσης. Καθώς καλλιεργούμε αυτές τις ιδιότητες, αρχίζουμε να βλέπουμε τη διασύνδεση όλης της ύπαρξης, αναγνωρίζοντας ότι κάθε ον είναι μια αντανάκλαση του θείου. Αυτή η συνειδητοποίηση διαλύει τα όρια μεταξύ του εαυτού και του άλλου, οδηγώντας σε μια βαθιά αίσθηση ενότητας με όλη τη δημιουργία.
5. Η Θεία Ένωση και η Υπερβατική Φωτεινότητα
Καθώς η συνείδησή μας απελευθερώνεται από τα δεσμά της ψευδαίσθησης, βιώνουμε τη θεϊκή ένωση, μια κατάσταση ύπαρξης όπου η συνείδησή μας συγχωνεύεται με το άπειρο θείο. Σε αυτή την κατάσταση, «αντιλαμβανόμαστε» ότι όλες οι σφαίρες του «αντικειμενικού» βρίσκονται μέσα μας, καθώς γινόμαστε ένα με την υπερβατική φωτεινότητα που φωτίζει όλη την ύπαρξη. Αυτή η ένωση επιφέρει μια απαράμιλλη αίσθηση ελευθερίας, καθώς η συνείδησή μας εκτοξεύεται πέρα από τους περιορισμούς της υλικής ζωής, ανυψωμένη στο βασίλειο του απέραντου θεϊκού.
6. Το Φαινόμενο του Κυματισμού της Πνευματικής Αφύπνισης
Οι μεταμορφωτικές επιδράσεις της πνευματικής αφύπνισης δεν περιορίζονται στο άτομο. Καθώς αφυπνίζουμε την αληθινή μας φύση και ενσωματώνουμε την υπερβατική φωτεινότητα, γινόμαστε φάροι φωτός, που εκπέμπουν αγάπη και συμπόνια σε όλους γύρω μας. Αυτό το φαινόμενο κυματισμού μπορεί να εμπνεύσει άλλους να ξεκινήσουν τα δικά τους πνευματικά ταξίδια, συμβάλλοντας στη συλλογική ανύψωση της συνείδησης και στην πραγματοποίηση της Βασιλείας του Θεού στη Γη.
Συμπερασματικά, η μυστικιστική θεωρία της υπερβατικής φωτεινότητας μας ενθαρρύνει να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι προς τα μέσα για να ανακαλύψουμε την αληθινή θεϊκή μας φύση. Μέσω της καλλιέργειας της αγάπης, της συμπόνιας και της αυτογνωσίας, μπορούμε να διαπεράσουμε το πέπλο της ψευδαίσθησης και να ενωθούμε με το άπειρο θείο, ανυψώνοντας τη συνείδησή μας και τελικά μεταμορφώνοντας τον κόσμο γύρω μας.
Στον πυρήνα κάθε ατόμου βρίσκεται η έμφυτη καθαρότητα της συνείδησης. Αυτή η άψογη ουσία είναι μια αντανάκλαση του θείου, απαλλαγμένη από τους περιορισμούς και τους περιορισμούς του υλικού πεδίου. Η αληθινή μας φύση είναι άπειρη, άμορφη και αιώνια, ενσωματώνοντας την υπερβατική λάμψη που διαπερνά όλη την ύπαρξη.
2. Το πέπλο της ψευδαίσθησης
Ο υλικός κόσμος, με την παροδική φύση και την ψυχοδυναμική του δραστηριότητα, αποκρύπτει την αληθινή μας ουσία από εμάς. Αυτό το πέπλο ψευδαίσθησης, ή «μάγια», μας μπλέκει σε έναν ιστό επιθυμιών, προσκολλήσεων και επιδιώξεων που καθοδηγούνται από το εγώ, εμποδίζοντάς μας να συνειδητοποιήσουμε την εγγενή μας θεϊκότητα.
3. Το ταξίδι προς τα μέσα
Ο δρόμος προς την πνευματική φώτιση βρίσκεται στο ταξίδι προς τα μέσα, προς τα βάθη της συνείδησής μας. Μέσω του στοχασμού, του διαλογισμού και της αυτοδιερεύνησης, αρχίζουμε να ξετυλίγουμε τα στρώματα της ψευδαίσθησης και να αποκαλύπτουμε την αληθινή μας φύση. Αυτό το ταξίδι προς τα μέσα είναι μια διαδικασία κάθαρσης, καθώς αποβάλλουμε τους περιορισμούς και τους περιορισμούς του νου, επιτρέποντας στη συνείδησή μας να επεκταθεί και να γίνει ένα με το θείο.
4. Η δύναμη της αγάπης και της συμπόνιας
Η αγάπη και η συμπόνια είναι ουσιαστικοί καταλύτες για την υπέρβαση του εγώ και την συνειδητοποίηση της θεϊκής μας φύσης. Καθώς καλλιεργούμε αυτές τις ιδιότητες, αρχίζουμε να βλέπουμε τη διασύνδεση όλης της ύπαρξης, αναγνωρίζοντας ότι κάθε ον είναι μια αντανάκλαση του θείου. Αυτή η συνειδητοποίηση διαλύει τα όρια μεταξύ του εαυτού και του άλλου, οδηγώντας σε μια βαθιά αίσθηση ενότητας με όλη τη δημιουργία.
5. Η Θεία Ένωση και η Υπερβατική Φωτεινότητα
Καθώς η συνείδησή μας απελευθερώνεται από τα δεσμά της ψευδαίσθησης, βιώνουμε τη θεϊκή ένωση, μια κατάσταση ύπαρξης όπου η συνείδησή μας συγχωνεύεται με το άπειρο θείο. Σε αυτή την κατάσταση, «αντιλαμβανόμαστε» ότι όλες οι σφαίρες του «αντικειμενικού» βρίσκονται μέσα μας, καθώς γινόμαστε ένα με την υπερβατική φωτεινότητα που φωτίζει όλη την ύπαρξη. Αυτή η ένωση επιφέρει μια απαράμιλλη αίσθηση ελευθερίας, καθώς η συνείδησή μας εκτοξεύεται πέρα από τους περιορισμούς της υλικής ζωής, ανυψωμένη στο βασίλειο του απέραντου θεϊκού.
6. Το Φαινόμενο του Κυματισμού της Πνευματικής Αφύπνισης
Οι μεταμορφωτικές επιδράσεις της πνευματικής αφύπνισης δεν περιορίζονται στο άτομο. Καθώς αφυπνίζουμε την αληθινή μας φύση και ενσωματώνουμε την υπερβατική φωτεινότητα, γινόμαστε φάροι φωτός, που εκπέμπουν αγάπη και συμπόνια σε όλους γύρω μας. Αυτό το φαινόμενο κυματισμού μπορεί να εμπνεύσει άλλους να ξεκινήσουν τα δικά τους πνευματικά ταξίδια, συμβάλλοντας στη συλλογική ανύψωση της συνείδησης και στην πραγματοποίηση της Βασιλείας του Θεού στη Γη.
Συμπερασματικά, η μυστικιστική θεωρία της υπερβατικής φωτεινότητας μας ενθαρρύνει να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι προς τα μέσα για να ανακαλύψουμε την αληθινή θεϊκή μας φύση. Μέσω της καλλιέργειας της αγάπης, της συμπόνιας και της αυτογνωσίας, μπορούμε να διαπεράσουμε το πέπλο της ψευδαίσθησης και να ενωθούμε με το άπειρο θείο, ανυψώνοντας τη συνείδησή μας και τελικά μεταμορφώνοντας τον κόσμο γύρω μας.
Την δεύτερη ευκαιρία σου, μην την χαραμίσεις
Δεν ξέρω αν πρέπει να σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά σκέφτομαι ότι είμαστε άνθρωποι ατελείς, δεν είμαστε τέλειοι και κάνουμε λάθη.
Ίσως γι’ αυτό να αξίζεις κι εσύ αυτήν δεύτερη ευκαιρία κι ας τα σκάτωσες στην πρώτη.
Κοίταξες μόνο τον εαυτό σου κι όχι τις ανάγκες και τα θέλω του άλλου.
Κάνω πολλά λάθη και οι άνθρωποι που αγαπάω μου δίνουν ευκαιρίες για να τους αποδείξω την αγάπη μου.
Έτσι κι εγώ θα σ’ αφήσω να με ξανά πλησιάσεις, γιατί νομίζω αξίζει τον κόπο να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους εαυτούς μας.
Μερικές φορές νοιώθω τόσο περήφανη για την καρδιά μου.
Την έχουν ματώσει, την έχουν μαχαιρώσει, την έχουν κατακρεουργήσει και ακόμη χτυπάει.
Χτυπάει και καμαρώνει που είναι ακόμα ζωντανή.
Δεν κάθεται να κλαίει και να χτυπιέται.
Άλλωστε ποτέ δεν μου άρεσαν τα κλαψουρίσματα.
Ούτε μου αρέσει να βλέπω την ψυχή μου πληγωμένη.
Με πλήγωσες πολύ, αλλά ίσως δεν είχες τον τρόπο να δεις και να καταλάβεις τον άλλον.
Πολλές φορές δικαιολογώ τους άλλους και τους δίνω ευκαιρία, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο μαθαίνω να εμπιστεύομαι.
Είναι σημαντικό να έχεις εμπιστοσύνη στον άλλον.
Μ’ αυτήν την λογική επέζησα, μ’ αυτήν την λογική θέριεψα.
Και μ’ αυτήν την λογική θα συνεχίσω να ζω.
Μ’ αρέσουν πολύ οι άνθρωποι που κάνουν λάθη, που τσαλακώνονται, που ζητάνε συγνώμη όταν χρειαστεί.
Κι εγώ την θέλω την συγνώμη σου, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα δείξεις ότι με σέβεσαι και με εκτιμάς.
Ο εγωισμός είναι αρνητικός αποδέκτης στις καταστάσεις του μυαλού.
Θυμήσου μόνο τα καλά και προχώρα.
Μην δεσμεύεις το μυαλό σου.
Θυμήσου ότι αγάπησες με τρυφερότητα κι όχι με πόνο.
Μια αληθινή ψυχή έτσι κάνει!
Κοίταξες μόνο τον εαυτό σου κι όχι τις ανάγκες και τα θέλω του άλλου.
Κάνω πολλά λάθη και οι άνθρωποι που αγαπάω μου δίνουν ευκαιρίες για να τους αποδείξω την αγάπη μου.
Έτσι κι εγώ θα σ’ αφήσω να με ξανά πλησιάσεις, γιατί νομίζω αξίζει τον κόπο να δώσουμε μια δεύτερη ευκαιρία στους εαυτούς μας.
Μερικές φορές νοιώθω τόσο περήφανη για την καρδιά μου.
Την έχουν ματώσει, την έχουν μαχαιρώσει, την έχουν κατακρεουργήσει και ακόμη χτυπάει.
Χτυπάει και καμαρώνει που είναι ακόμα ζωντανή.
Δεν κάθεται να κλαίει και να χτυπιέται.
Άλλωστε ποτέ δεν μου άρεσαν τα κλαψουρίσματα.
Ούτε μου αρέσει να βλέπω την ψυχή μου πληγωμένη.
Με πλήγωσες πολύ, αλλά ίσως δεν είχες τον τρόπο να δεις και να καταλάβεις τον άλλον.
Πολλές φορές δικαιολογώ τους άλλους και τους δίνω ευκαιρία, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο μαθαίνω να εμπιστεύομαι.
Είναι σημαντικό να έχεις εμπιστοσύνη στον άλλον.
Μ’ αυτήν την λογική επέζησα, μ’ αυτήν την λογική θέριεψα.
Και μ’ αυτήν την λογική θα συνεχίσω να ζω.
Μ’ αρέσουν πολύ οι άνθρωποι που κάνουν λάθη, που τσαλακώνονται, που ζητάνε συγνώμη όταν χρειαστεί.
Κι εγώ την θέλω την συγνώμη σου, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο θα δείξεις ότι με σέβεσαι και με εκτιμάς.
Ο εγωισμός είναι αρνητικός αποδέκτης στις καταστάσεις του μυαλού.
Θυμήσου μόνο τα καλά και προχώρα.
Μην δεσμεύεις το μυαλό σου.
Θυμήσου ότι αγάπησες με τρυφερότητα κι όχι με πόνο.
Μια αληθινή ψυχή έτσι κάνει!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)



.jpg)





