Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Οι δήθεν «προφητείες» των αρχαίων Ελλήνων για τον Ιησού: φιλολογική κριτική, χριστιανική απολογητική στρέβλωση και ιστορική τεκμηρίωση

Οι δήθεν «προφητείες» των αρχαίων Ελλήνων για τον Ιησού: φιλολογική κριτική, χριστιανική απολογητική στρέβλωση και ιστορική τεκμηρίωση

Ιστορικοφιλολογική μελέτη — κριτική εξέταση της σχέσης αρχαίας ελληνικής γραμματείας και χριστιανικής μεσσιανικής προπαγανδιστικής ερμηνείας

Περίληψη

Ο ισχυρισμός ότι ο Ιησούς Χριστός είχε προφητευθεί από τους αρχαίους Έλληνες, ακόμη και από κορυφαίους φιλοσόφους όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, εμφανίζεται συχνά σε εκλαϊκευτικά θρησκευτικά δημοσιεύματα. Συνήθως στηρίζεται σε τρεις κατηγορίες τεκμηρίων: σε αποσπάσματα που αποδίδονται σε αρχαίους Έλληνες χωρίς να απαντούν στα γνήσια έργα τους, σε αυθεντικά χωρία τα οποία ερμηνεύονται εκ των υστέρων ως προαναγγελίες του Χριστού και σε χρησμούς των Σιβυλλών, των οποίων η σωζόμενη γραμματεία περιλαμβάνει ιουδαϊκά και χριστιανικά στρώματα.

Η παρούσα μελέτη εξετάζει κριτικά αυτούς τους ισχυρισμούς, με ιδιαίτερη έμφαση στην Πολιτεία του Πλάτωνα, στην Απολογία Σωκράτους, στις αποδιδόμενες στον Σόλωνα προφητείες, στους Σιβυλλικούς Χρησμούς και στη στάση των πρώιμων χριστιανών απολογητών. Παράλληλα, αξιοποιεί τις μαρτυρίες του Κέλσου και του Πορφυρίου, οι οποίοι άσκησαν κριτική στον Χριστιανισμό και αμφισβήτησαν την αυθεντία των βιβλικών κειμένων.

Η βασική θέση είναι ότι δεν διαθέτουμε αξιόπιστη τεκμηρίωση για κάποια προχριστιανική ελληνική προφητεία που να προαναγγέλλει ειδικά τον Ιησού των Ευαγγελίων. Η μεταγενέστερη επιλεκτική χριστιανική ερμηνεία με την απομόνωση ορισμένων ελληνικών κειμένων είναι ιστορικά τεκμηριωμένη, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την απόδειξη ότι οι αρχικοί συντάκτες τους γνώριζαν ή προέβλεπαν τον Χριστιανισμό.

Οι χριστιανοί απολογητές πράγματι επικαλέστηκαν Έλληνες φιλοσόφους και Σιβυλλικούς χρησμούς. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακριβώς επικαλούνταν, από πότε χρονολογούνται τα κείμενα που χρησιμοποιούσαν και κατά πόσον οι ερμηνείες τους ανταποκρίνονται στο αρχικό νόημα των πηγών;

1. Εισαγωγή: από την αρχαία ελληνική σοφία στην εκ των υστέρων «προφητεία»

Η παρουσίαση του Χριστιανισμού ως θρησκείας που είχε προαναγγελθεί όχι μόνο από τους Ιουδαίους προφήτες αλλά και από τους μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη απολογητική λειτουργία. Επιχειρεί να καταστήσει τη νέα θρησκεία αποδεκτή σε ένα ελληνόφωνο και ελληνικά πεπαιδευμένο κοινό, προσδίδοντάς της κύρος μέσω προσωπικοτήτων που έχαιραν ήδη μεγάλου σεβασμού.

Η συλλογιστική αυτή μπορεί να λάβει διάφορες μορφές. Ο Σωκράτης παρουσιάζεται ως πρόδρομος του Χριστού, ο Πλάτων ως φιλόσοφος που περιέγραψε εκ των προτέρων τα Πάθη του και ο Σόλων ως φορέας ενός μυστηριώδους χρησμού περί θεότητας που θα ενσαρκωνόταν και θα θανατωνόταν. Αντίστοιχα, οι Σίβυλλες εμφανίζονται να έχουν προαναγγείλει τη γέννηση, τη σταύρωση ή τη σωτηριώδη αποστολή του Ιησού.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι τέτοιες ερμηνείες διατυπώθηκαν από χριστιανούς συγγραφείς. Η ύπαρξή τους αποτελεί πραγματικό αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η μεταγενέστερη ερμηνεία παρουσιάζεται ως αυτούσια μαρτυρία της προχριστιανικής αρχαιότητας, χωρίς να εξετάζονται η γνησιότητα, η χρονολόγηση, το κειμενικό πλαίσιο και η αρχική σημασία του αποσπάσματος.

Για να χαρακτηριστεί ένα αρχαίο κείμενο προφητεία για τον Ιησού, δεν αρκεί να περιγράφει έναν δίκαιο άνθρωπο που υποφέρει ή μια θεότητα που σχετίζεται με την ανθρώπινη ζωή. Χρειάζεται να αποδεικνύεται ότι το κείμενο προηγείται των γεγονότων, ότι το περιεχόμενό του αναφέρεται επαρκώς συγκεκριμένα σε αυτά και ότι η ταύτιση δεν αποτελεί προϊόν μεταγενέστερης αναδρομικής ανάγνωσης.

Αυτή είναι η βασική μεθοδολογική αρχή της ιστορικής και φιλολογικής κριτικής.

2. Ο Σωκράτης και η υποτιθέμενη προαναγγελία ενός μελλοντικού θεόπεμπτου σωτήρα

Σε πολλά δημοσιεύματα αποδίδεται στον Σωκράτη η ακόλουθη δήλωση προς τους Αθηναίους:

«Ω Αθηναίοι, σ' όλη σας τη ζωή θα κοιμάστε. Με καταδικάζετε σε θάνατο εμένα που κατάφερνα να σας ξυπνώ από τον ύπνο του σκοταδιού. Θα κοιμάστε μέχρι που να σας λυπηθεί ο Θεός και να στείλει σ' εσάς εκείνον, που θα σας ξυπνήσει πραγματικά».

Η φράση χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί ότι ο Σωκράτης προέβλεψε την έλευση του Χριστού, τον οποίο υποτίθεται ότι θεωρούσε τον αληθινό αφυπνιστή της ανθρωπότητας.

2.1. Τι αναφέρει πραγματικά η Απολογία;

Το χωρίο που συνήθως επικαλούνται είναι η Απολογία Σωκράτους 30e–31a του Πλάτωνα. Εκεί ο Σωκράτης εξηγεί ότι η αποστολή του στην Αθήνα προέρχεται από τον θεό και ότι ο ίδιος λειτουργεί ως αλογόμυγα που εμποδίζει την πόλη να περιπέσει σε πνευματική αδράνεια.

Το αυθεντικό κείμενο περιλαμβάνει τη διατύπωση:

«οἷον δή μοι δοκεῖ ὁ θεὸς ἐμὲ τῇ πόλει προστεθηκέναι—τοιοῦτόν τινα, ὃς ὑμᾶς ἐγείρων καὶ πείθων καὶ ὀνειδίζων».

Δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, ο θεός έχει τάξει τον Σωκράτη στην υπηρεσία της πόλης, ώστε να αφυπνίζει, να πείθει και να ελέγχει τους συμπολίτες του.

Εδώ η αναφορά στον θεό εντάσσεται στη σωκρατική αντίληψη περί θεϊκής αποστολής του φιλοσόφου. Δεν αποτελεί αναγγελία κάποιου μελλοντικού σωτήρα. Η αφύπνιση των Αθηναίων είναι ακριβώς το έργο που ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι επιτελεί ο ίδιος, όχι μια αποστολή που αναβάλλεται έως την έλευση άλλου προσώπου.

Η φράση περί του θεού που θα λυπηθεί τους Αθηναίους και θα τους στείλει έναν μελλοντικό αφυπνιστή δεν περιλαμβάνεται στο αντίστοιχο πλατωνικό χωρίο. Επομένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ιστορική μαρτυρία για τις αντιλήψεις του Σωκράτη.

Η φιλολογική διάκριση είναι ουσιώδης: άλλο η αυθεντική σωκρατική μεταφορά της πνευματικής αφύπνισης και άλλο η μεταγενέστερη προσθήκη ενός προσώπου που ταυτίζεται με τον Χριστό.

Εννοείται ότι ο Σωκράτης δεν αντιλαμβανόταν το θείο και τον θεό με την μονοθεϊστική αντίληψη, καθότι ο Σωκράτης τιμούσε την πολυθεϊστική παράδοση της πόλης του της Αθήνας όπως προκύπτει από το σύνολο των αρχαίων πηγών. Για παράδειγμα η τελευταία του επιθυμία ήταν μια θυσία στον θεό της υγείας Ασκληπιό. Επίσης ο Πλάτων μας δίνει την προσευχή του Σωκράτη στον Πάνα!

2.2. Η υπόθεση του Αλκιβιάδη

Συναφής ισχυρισμός αποδίδει στον Σωκράτη τη δήλωση ότι ο Θεός θα στείλει κάποτε έναν δάσκαλο ο οποίος θα αποκαλύψει στους ανθρώπους πώς πρέπει να προσεύχονται και τι πρέπει να ζητούν.

Και εδώ απαιτείται συγκεκριμένη παραπομπή σε αρχαίο κείμενο. Η παρουσίαση ενός φιλοσοφικού διαλόγου ως δήθεν προφητείας δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει την αυθεντικότητα της φράσης. Ούτε η γενική σωκρατική αναζήτηση του αγαθού ούτε η αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης γνώσης αποδεικνύουν ότι ο Σωκράτης αναφερόταν στον Ιησού.

Συμπέρασμα: η συγκεκριμένη φράση περί μελλοντικού θεόπεμπτου αφυπνιστή δεν τεκμηριώνεται από την Απολογία. Όποιος επιθυμεί να τη χρησιμοποιήσει ως ιστορικό τεκμήριο οφείλει να προσκομίσει διαφορετική, εξακριβώσιμη αρχαία πηγή και να αποδείξει τη γνησιότητά της. Η εκ των υστέρων ερμηνεία με αναχρονιστική ισχύ είναι επιστημονικό και λογικό ατόπημα.

3. Ο Πλάτων και ο «πάσχων δίκαιος»: το αυθεντικό χωρίο της Πολιτείας

Η σημαντικότερη περίπτωση είναι διαφορετική, διότι εδώ δεν έχουμε ανύπαρκτο πλατωνικό απόσπασμα. Έχουμε ένα γνήσιο χωρίο που υποβάλλεται σε ερμηνεία η οποία υπερβαίνει το αρχικό του νόημα.

Στην Πολιτεία 361e–362a ο Γλαύκων ζητεί από τον Σωκράτη να εξετάσει τη δικαιοσύνη ανεξάρτητα από τη φήμη, τις κοινωνικές ανταμοιβές και την εξωτερική αναγνώριση. Για να καταστήσει το επιχείρημά του ισχυρότερο, περιγράφει την ακραία περίπτωση ενός ανθρώπου που είναι πραγματικά δίκαιος, αλλά θεωρείται άδικος από τους άλλους.

Το κρίσιμο χωρίο αναφέρει:

«ἐροῦσι δὲ τάδε, ὅτι οὕτω διακείμενος ὁ δίκαιος μαστιγώσεται, στρεβλώσεται, δεδήσεται, ἐκκαυθήσεται τὠφθαλμώ, τελευτῶν πάντα κακὰ παθὼν ἀνασχινδυλευθήσεται καὶ γνώσεται ὅτι οὐκ εἶναι δίκαιον ἀλλὰ δοκεῖν δεῖ ἐθέλειν».
Πλάτων, Πολιτεία, Β΄, 361e–362a.

3.1. Μετάφραση

«Όντας έτσι διατεθειμένος, ο δίκαιος θα μαστιγωθεί, θα βασανιστεί στη στρεβλωτική μηχανή, θα δεθεί, θα του καυτηριάσουν τα μάτια και, στο τέλος, αφού υποστεί κάθε κακό, θα ανασκολοπιστεί· και τότε θα καταλάβει ότι δεν πρέπει να θέλει κανείς να είναι δίκαιος, αλλά να φαίνεται δίκαιος».

Η μετάφραση αποδίδει το νόημα του χωρίου, με μία σημαντική διευκρίνιση: ο Γλαύκων δεν εκφράζει τη δική του τελική ηθική θέση. Παρουσιάζει το επιχείρημα εκείνων που προτιμούν την αδικία από τη δικαιοσύνη, προκειμένου να προκαλέσει τον Σωκράτη να αποδείξει την εγγενή αξία του δίκαιου βίου.

3.2. Γιατί ο Γλαύκων περιγράφει τόσο ακραία βασανιστήρια;

Το επιχείρημα του Γλαύκωνα στηρίζεται σε μια σκόπιμη αντιστροφή ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην κοινωνική εικόνα.

Ο πραγματικά δίκαιος άνθρωπος δεν απολαμβάνει τις ανταμοιβές που θα είχε εάν αναγνωριζόταν ως δίκαιος. Αντίθετα, θεωρείται άδικος και υφίσταται τις συνέπειες αυτής της λανθασμένης κρίσης. Ο άδικος, αντιστρόφως, μπορεί να αποκτήσει φήμη δικαίου και να απολαμβάνει κοινωνικά οφέλη.

Ο στόχος είναι να τεθεί ένα δύσκολο φιλοσοφικό ερώτημα: εάν αφαιρέσουμε από τη δικαιοσύνη τη φήμη, τις τιμές, την ευημερία και τις εξωτερικές ανταμοιβές, εξακολουθεί να αξίζει να είναι κανείς δίκαιος;

Ο Σωκράτης καλείται να αποδείξει ότι η δικαιοσύνη έχει αξία καθαυτή, ακόμη και όταν ο δίκαιος άνθρωπος υφίσταται αδικίες.

Το επεισόδιο, επομένως, δεν παρουσιάζεται ως χρησμός, μαντική αποκάλυψη ή αναγγελία ενός μελλοντικού προσώπου. Αποτελεί τμήμα ενός οργανωμένου φιλοσοφικού επιχειρήματος για τη φύση της δικαιοσύνης.

3.3. Προφήτευσε ο Πλάτων τη σταύρωση του Χριστού;

Το επιχείρημα υπέρ αυτής της άποψης στηρίζεται στην ομοιότητα ανάμεσα στον δίκαιο του Πλάτωνα και στην ευαγγελική αφήγηση του Ιησού: ένας δίκαιος άνθρωπος αδικείται, βασανίζεται και οδηγείται στον θάνατο.

Η ομοιότητα είναι υπαρκτή σε επίπεδο μοτίβου. Δεν αποδεικνύει, όμως, προφητική πρόθεση.

Πρώτον, ο Πλάτων δεν κατονομάζει κάποιον μελλοντικό Μεσσία ούτε συνδέει τον δίκαιο με τη σωτηρία της ανθρωπότητας, την άφεση αμαρτιών ή την ανάσταση.

Δεύτερον, η περιγραφή αποτελεί υποθετική ακραία περίπτωση. Δεν δίνεται χρονολογία, τόπος, ιστορικό πρόσωπο ή κάποια μοναδική λεπτομέρεια που να επιτρέπει την ασφαλή ταύτιση με τον Ιησού.

Τρίτον, το ρήμα «ἀνασχινδυλευθήσεται» αναφέρεται σε ανασκολοπισμό ή ανάρτηση σε πάσσαλο. Δεν αποτελεί ειδικό τεχνικό όρο για τη ρωμαϊκή σταύρωση ούτε αποδεικνύει ότι ο Πλάτων είχε κατά νου τον συγκεκριμένο τρόπο εκτέλεσης που περιγράφουν τα Ευαγγέλια.

Η ακαδημαϊκή έκδοση του Paul Shorey στην κλασική σειρά Loeb τοποθετεί το χωρίο στο ίδιο επιχείρημα του Γλαύκωνα, ενώ το κείμενο είναι διαθέσιμο και μέσω του Perseus Digital Library.

Η ιστορικά προσεκτική διατύπωση, συνεπώς, είναι η εξής: ο Πλάτων περιγράφει αυθεντικά τον διωγμό ενός δίκαιου ανθρώπου· δεν τεκμηριώνεται ότι προφητεύει τον Ιησού.

4. Η ανύπαρκτη προφητεία του Πλάτωνα στους Νόμους και στο «Επινομίς»

Σε θρησκευτικά δημοσιεύματα κυκλοφορεί επίσης η φράση:

«Ο δίκαιος χωρίς να έχει αδικήσει θα μαστιγωθεί, θα δαρεί και τέλος θα σταυρωθεί».

Η διατύπωση εμφανίζεται συχνά ως παράλληλο χωρίο από τους Νόμους ή στην Επινομίδα του Πλάτωνα.

Εδώ χρειάζεται να διακρίνουμε δύο πράγματα. Το γνωστό χωρίο του δικαίου που υποφέρει υπάρχει πράγματι στην Πολιτεία. Δεν υπάρχει, όμως, τεκμηριωμένη βάση για να μεταφερθεί αυτούσιο στους Νόμους ή στο «Επινομίς» με τη μορφή που αναπαράγεται σε αυτά τα δημοσιεύματα.

Όταν ένα απόσπασμα αποδίδεται σε διαφορετικό έργο χωρίς βιβλίο, κεφάλαιο, αριθμό σελίδας κριτικής έκδοσης ή αναγνωρίσιμο ελληνικό πρωτότυπο, η απόδοση δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως εξακριβωμένη αρχαία μαρτυρία.

Επιπλέον, η λέξη «σταυρωθεί» σε τέτοιες νεοελληνικές αποδόσεις δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως απόδειξη ότι το πρωτότυπο κείμενο περιείχε ακριβώς αυτή τη λέξη ή ότι ο Πλάτων αναφερόταν στη χριστιανική σταύρωση. Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, απαιτείται το αυθεντικό κείμενο στην πρωτότυπη γλώσσα.

Η ορθή φιλολογική πρακτική δεν είναι να δηλώνεται αβασάνιστα ότι κάθε τέτοια φράση έχει αποδεδειγμένα συγκεκριμένο μεσαιωνικό πλαστογράφο, εφόσον δεν έχει εντοπιστεί η ακριβής διαδρομή της. Είναι να σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη απόδοση δεν τεκμηριώνεται από το έργο στο οποίο αποδίδεται και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ιστορική απόδειξη.

5. Ο Σόλων και ο «άσαρκος Θεός» που θα λάβει σάρκα

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο αποδίδεται στον Σόλωνα:

«Οποτεδήποτε εις την διηρημένην ανθρωπότητα η άσαρκος Θεότης θα λάβει σάρκα. Αυτή η Θεότης θα φέρει την απαλλαγή από τα πάθη. Ο άσαρκος αυτός Θεός θα κρεμασθεί υπό αγνώμονος λαού και όλα τα πάθη θεληματικά θα υποστεί».

Η διατύπωση περιέχει ένα σύνολο θεολογικών ιδεών που παραπέμπουν άμεσα στη χριστιανική αντίληψη της ενσάρκωσης και του εκούσιου Πάθους. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν το κείμενο μπορεί να ερμηνευθεί χριστιανικά. Είναι αν προέρχεται πράγματι από τον Σόλωνα, τον Αθηναίο νομοθέτη και ποιητή του 6ου αιώνα π.κ.χ.

5.1. Η απουσία επαληθεύσιμης πρωτογενούς πηγής

Για να γίνει δεκτό το απόσπασμα ως σολώνειο, θα έπρεπε να υπάρχει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες ενδείξεις:

-αναγνωρίσιμο απόσπασμα από τα σωζόμενα ποιήματα του Σόλωνα,

-παραπομπή σε αρχαίο συγγραφέα που παραθέτει τη φράση και προσδιορίζει την πηγή του,

-χειρόγραφη παράδοση που να επιτρέπει την ιστορική και φιλολογική χρονολόγηση του κειμένου.

Δεν διαθέτουμε τέτοια τεκμηρίωση για τη συγκεκριμένη διατύπωση. Επομένως, δεν είναι θεμιτό να παρουσιάζεται ως αυθεντικός λόγος του Σόλωνα.

Η απουσία τεκμηρίωσης δεν επιτρέπει, από μόνη της, να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα ποιος συνέθεσε το απόσπασμα και πότε. Επιτρέπει, ωστόσο, ένα σαφές συμπέρασμα: η απόδοση στον Σόλωνα δεν έχει αποδειχθεί και η φράση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως προχριστιανική ελληνική μαρτυρία για τον Ιησού.

5.2. Η θεολογική σημασία του λεξιλογίου

Οι έννοιες του άσαρκου Θεού που προσλαμβάνει ανθρώπινη σάρκα, του εκούσιου Πάθους και της απαλλαγής της ανθρωπότητας από τα πάθη συνδέονται στενά με τη χριστιανική θεολογική γλώσσα, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις ευαγγελικές αφηγήσεις και τη μεταγενέστερη δογματική παράδοση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιμέρους ιδέα είναι άγνωστη στην προχριστιανική φιλοσοφία. Οι αρχαίοι Έλληνες συζητούσαν εκτενώς τη θεϊκή φύση, τη σχέση θεών και ανθρώπων, την ψυχή και την απαλλαγή από τα πάθη. Ωστόσο, η γενική παρουσία τέτοιων θεμάτων δεν πιστοποιεί τη γνησιότητα ενός κειμένου που συνδυάζει συγκεκριμένα την ενσάρκωση του Θεού, το εκούσιο Πάθος και τη σωτηρία της ανθρωπότητας.

Χωρίς εντοπισμένη αρχαία πηγή, το απόσπασμα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μη επαληθευμένη απόδοση, όχι ως χρησμός του 6ου αιώνα π.κ.χ.

Περισσότερο όλα αυτά μοιάζουν με απέλπιδα προσπάθεια στρέβλωσης και μεταγενέστερης ερμηνείας με στοιχεία αναχρονισμού.

6. Οι Σίβυλλες και οι Σιβυλλικοί Χρησμοί: η σημαντικότερη ιστορική περίπτωση

Η περίπτωση των Σιβυλλών διαφέρει από εκείνη του Σωκράτη και του Σόλωνα, επειδή υπάρχει πραγματική και εκτεταμένη αρχαία γραμματεία με αυτό το όνομα. Ακριβώς γι' αυτό απαιτείται προσεκτικότερη εξέταση.

Οι Σίβυλλες ήταν μαντικές μορφές του αρχαίου μεσογειακού κόσμου, ενώ οι Σιβυλλικοί Χρησμοί αποτελούν συλλογή ελληνικών εξάμετρων κειμένων που συντέθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Δεν πρόκειται για ενιαίο έργο γραμμένο από μία ιστορική προφήτισσα.

Η σύγχρονη έρευνα διακρίνει στη συλλογή ιουδαϊκά, χριστιανικά και άλλα στρώματα. Η βάση δεδομένων e-Clavis: Christian Apocrypha της North American Society for the Study of Christian Apocryphal Literature περιγράφει τη συλλογή ως ψευδεπίγραφη γραμματεία που συντέθηκε επί αιώνες, από τον 2ο αιώνα π.κ.χ. έως και τον 7ο αιώνα μ.κ.χ.

6.1. Τι σημαίνει αυτό για τις υποτιθέμενες προφητείες;

Σημαίνει ότι πρέπει να εξετάζεται κάθε χρησμός ξεχωριστά.

Ένα τμήμα μπορεί να έχει συνταχθεί από Ιουδαίο συγγραφέα πριν από την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Ένα άλλο μπορεί να έχει γραφτεί από χριστιανό συγγραφέα μετά την εμφάνισή του. Ένα τρίτο μπορεί να διατηρεί παλαιότερο υλικό το οποίο αναδιαμορφώθηκε από μεταγενέστερους συντάκτες.

Επομένως, η φράση «το προφήτευσε η αρχαία Σίβυλλα» δεν αρκεί. Πρέπει να απαντηθούν συγκεκριμένα ερωτήματα:

-Σε ποιο βιβλίο των Σιβυλλικών Χρησμών βρίσκεται το απόσπασμα;

-Ποια είναι η πιθανότερη χρονολόγηση του συγκεκριμένου τμήματος;

-Υπάρχουν ενδείξεις χριστιανικής επεξεργασίας ή ιουδαϊκής προέλευσης;

-Μπορεί το κείμενο να αποδειχθεί ανεξάρτητο από τις χριστιανικές αφηγήσεις που υποτίθεται ότι προφητεύει;

Χωρίς αυτές τις διακρίσεις, η επίκληση των Σιβυλλών αποτελεί αδικαιολόγητη γενίκευση.

6.2. Η χριστιανική χρήση των Σιβυλλικών Χρησμών

Οι χριστιανοί συγγραφείς πράγματι χρησιμοποίησαν Σιβυλλικούς Χρησμούς για να υποστηρίξουν ότι η χριστιανική διδασκαλία επιβεβαιωνόταν από μαρτυρίες έξω από τη βιβλική παράδοση.

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, στην Πρώτη Απολογία 20, επικαλείται τη Σίβυλλα και τον Υστάσπη σε συνδυασμό με την προσδοκία της καταστροφής του φθαρτού κόσμου. Αργότερα, ο Λακτάντιος και ο Αυγουστίνος αξιοποίησαν σιβυλλικά χωρία σε χριστιανικά απολογητικά και θεολογικά συμφραζόμενα. Ο Αυγουστίνος, ειδικότερα, αφιερώνει το De civitate Dei 18.23 στη Σίβυλλα της Ερυθραίας και στην ερμηνεία στίχων ως μαρτυριών για τον Χριστό.

Το γεγονός αυτό είναι ιστορικά σημαντικό, αλλά δεν αποδεικνύει ότι μία προχριστιανική ελληνική προφήτισσα προανήγγειλε τον Ιησού. Αποδεικνύει ότι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς ερμήνευσαν ή αξιοποίησαν κείμενα που κυκλοφορούσαν υπό το όνομα των Σιβυλλών.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης: η ιστορία της χριστιανικής πρόσληψης ενός κειμένου δεν ταυτίζεται με την ιστορία της αρχικής σύνθεσής του.

7. Η χριστιανική απολογητική και οι Έλληνες φιλόσοφοι: μια αναγκαία ιστορική διευκρίνιση

7.1. Ιουστίνος ο Μάρτυρας

Ο Ιουστίνος, γράφοντας κατά τον 2ο αιώνα μ.κ.χ., προσπάθησε να παρουσιάσει τον Χριστιανισμό ως την πληρέστερη έκφραση μιας αλήθειας την οποία οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν προσεγγίσει «μόνο εν μέρει».

Στη Δεύτερη Απολογία 10, υποστηρίζει ότι οι φιλόσοφοι και οι νομοθέτες είχαν συλλάβει τμήματα του Λόγου, χωρίς να γνωρίζουν την πληρότητά του, την οποία ταυτίζει με τον Χριστό. Στο ίδιο κεφάλαιο συνδέει τον Σωκράτη με τον Χριστό, παρουσιάζοντας τον πρώτο ως κάποιον που είχε μερική γνώση του Λόγου.

Η συλλογιστική αυτή είναι σαφώς απολογητική: ο Ιουστίνος δεν παραθέτει έναν προχριστιανικό χρησμό που κατονομάζει τον Ιησού. Ερμηνεύει τη φιλοσοφική αναζήτηση του Σωκράτη μέσα από τη δική του χριστιανική θεολογία του Λόγου.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προτάσεις είναι ουσιώδης:

«Ο Σωκράτης προφήτευσε ιστορικά τον Ιησού» είναι ένας ισχυρισμός που απαιτεί συγκεκριμένο προχριστιανικό τεκμήριο.

«Ο Ιουστίνος ερμήνευσε τον Σωκράτη ως άνθρωπο που είχε μερική γνώση του Λόγου» είναι ένας ιστορικά τεκμηριωμένος ισχυρισμός για τη χριστιανική απολογητική.

Μόνο ο δεύτερος αποδεικνύεται από το συγκεκριμένο κείμενο.

7.2. Κλήμης Αλεξανδρείας και Ωριγένης

Ο Κλήμης Αλεξανδρείας, στα έργα του, αξιοποίησε την ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία για να υποστηρίξει ότι ορισμένες αλήθειες ήταν ήδη γνωστές στους Έλληνες, αν και δεν είχαν φθάσει στην πληρότητα που εκείνος απέδιδε στη χριστιανική αποκάλυψη.

Ο Ωριγένης, από την πλευρά του, αντιμετώπισε συστηματικά τις ελληνικές φιλοσοφικές παραδόσεις στο πλαίσιο της υπεράσπισης του Χριστιανισμού. Η χρήση της ελληνικής φιλοσοφίας, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ισχυρισμό ότι ο Πλάτων ή ο Σωκράτης είχαν προφητεύσει τη γέννηση και τη σταύρωση του Ιησού.

Η διάκριση ανάμεσα στην πρόσληψη της ελληνικής φιλοσοφίας ως προετοιμασίας για τον Χριστιανισμό και στην κυριολεκτική πρόβλεψη συγκεκριμένων γεγονότων της ευαγγελικής αφήγησης πρέπει να διατηρείται σε κάθε επιστημονική ανάλυση. Η μελέτη της επίδρασης του Πλατωνισμού στους πρώιμους απολογητές αποτελεί αναγνωρισμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας.

7.3. Ευσέβιος Καισαρείας και η «Ευαγγελική Απόδειξη»

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το έργο του Ευσεβίου Καισαρείας Εὐαγγελικὴ Ἀπόδειξις (Demonstratio Evangelica). Ο Ευσέβιος επιδιώκει να αποδείξει ότι η έλευση του Χριστού είχε προαναγγελθεί από τις ιουδαϊκές Γραφές και ότι οι υποσχέσεις τους αφορούσαν τελικά και τα έθνη.

Το έργο του εντάσσεται σε ένα ευρύτερο απολογητικό πρόγραμμα: την υπεράσπιση της χριστιανικής θρησκείας απέναντι τόσο στις ελληνικές παραδόσεις όσο και στις ιουδαϊκές αντιρρήσεις. Η Ευαγγελική Προπαρασκευή εξετάζει ρητά την ένσταση ότι οι χριστιανοί εγκατέλειψαν τις πατροπαράδοτες θρησκευτικές παραδόσεις των Ελλήνων και υιοθέτησαν ξένες, ιουδαϊκές διδασκαλίες.

Αυτό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την κατανόηση της απολογητικής στρατηγικής: η χριστιανική γραμματεία προσπάθησε να υπερβεί την εικόνα μιας θρησκείας που προερχόταν από την Ιουδαία, αξιοποιώντας την ελληνική φιλοσοφία και ορισμένα κείμενα που κυκλοφορούσαν ως χρησμοί.

Δεν προκύπτει, όμως, ότι οι Έλληνες συγγραφείς των πρωτότυπων κειμένων είχαν πράγματι προβλέψει τον Χριστιανισμό. Προκύπτει ότι μεταγενέστεροι χριστιανοί συγγραφείς επιχείρησαν να θεμελιώσουν μια τέτοια συνέχεια.

8. Ο Κέλσος: η εξωτερική κριτική ενός Χριστιανισμού με ιουδαϊκές Γραφές

Ο Κέλσος, φιλόσοφος του 2ου αιώνα μ.κ.χ., συνέγραψε το έργο Ἀληθὴς Λόγος (Αληθής Λόγος, περίπου 175–180 μ.Χ.), μια εκτενή πολεμική κατά του Χριστιανισμού. Το έργο δεν σώζεται αυτοτελώς· το γνωρίζουμε κυρίως μέσα από τις παραθέσεις και την ανασκευή του Ωριγένη στο Κατὰ Κέλσου. Η χρονολόγηση και ο φιλοσοφικός προσανατολισμός του Κέλσου αποτελούν αντικείμενο της σύγχρονης έρευνας.

Η μαρτυρία του είναι σημαντική για το παρόν ζήτημα, επειδή δείχνει πώς ένας μορφωμένος, μη χριστιανός Έλληνας αντίπαλος αντιμετώπιζε τις αξιώσεις της νέας θρησκείας.

8.1. Η κριτική της ιουδαϊκής καταγωγής

Στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο του Κατὰ Κέλσου, όπως τα διασώζει ο Ωριγένης, αναπτύσσεται μια πολεμική που συνδέει τον Χριστιανισμό με την Ιουδαϊκή παράδοση και αμφισβητεί την αξιοπιστία της ευαγγελικής αφήγησης. Ο Κέλσος χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, έναν ιουδαίο συνομιλητή για να διατυπώσει αντιρρήσεις κατά του Ιησού και των χριστιανών.

Η σύγχρονη έρευνα έχει εξετάσει εκτενώς το κατά πόσον αυτή η φωνή αντανακλά αυθεντική ιουδαϊκή αντιχριστιανική πολεμική ή αποτελεί λογοτεχνική κατασκευή του ίδιου του Κέλσου. Το σχετικό άρθρο του James Carleton Paget στο Journal of Ancient Christianity υπογραμμίζει τη σημασία αυτής της ενότητας για την ιστορία της αντιπαράθεσης Ιουδαίων και Χριστιανών.

Για τον Κέλσο, επομένως, ο Χριστιανισμός δεν αποτελεί ουδαμώς αυτονόητη συνέχεια της ελληνικής φιλοσοφίας. Είναι μια θρησκευτική κίνηση που πρέπει να ελεγχθεί ως προς τις ιστορικές αφηγήσεις της, τις ιουδαϊκές καταβολές της και τις αξιώσεις της για αλήθεια.

8.2. Τι αποδεικνύει η στάση του Κέλσου — και τι δεν αποδεικνύει

Η σημασία του Κέλσου είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τον Ιησού ως την αυτονόητη εκπλήρωση μιας δήθεν αναγνωρισμένης προχριστιανικής ελληνικής προφητικής παράδοσης. Η πολεμική του στρέφεται κατά των ισχυρισμών των χριστιανών και κατά των πηγών στις οποίες βασίζονται.

Το ισχυρότερο επιχείρημα είναι ότι εφόσον δεν διαθέτουμε ανεξάρτητη, χρονολογημένη προχριστιανική πηγή που να αναγγέλλει ειδικά τον Ιησού, δεν δικαιολογείται να αποδίδουμε τέτοια γνώση στους αρχαίους Έλληνες.

Ο Κέλσος ενισχύει το ιστορικό πλαίσιο της συζήτησης.

9. Ο Πορφύριος: η φιλολογική αμφισβήτηση των χριστιανικών Γραφών

Ο Πορφύριος, νεοπλατωνικός φιλόσοφος του 3ου αιώνα μ.κ.χ., υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διανοητικούς αντιπάλους του Χριστιανισμού. Η αντιχριστιανική γραμματεία του σώζεται αποσπασματικά, μέσα από μεταγενέστερες παραθέσεις και ανασκευές χριστιανών συγγραφέων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η κριτική του στο βιβλίο του Δανιήλ. Σύμφωνα με τα σωζόμενα αποσπάσματα, ο Πορφύριος υποστήριζε ότι το έργο δεν είχε γραφτεί την εποχή του Δανιήλ, αλλά πολύ αργότερα, κατά τον 2ο αιώνα π.κ.χ. Η θέση αυτή είχε άμεση συνέπεια για την αξιολόγηση των προφητειών: εάν ένα κείμενο περιγράφει γεγονότα που έχουν ήδη συμβεί, δεν αποτελεί κατ' ανάγκην πρόβλεψη του μέλλοντος.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας. Η χρονολόγηση ενός κειμένου προηγείται λογικά της αξιολόγησης της προφητικής του αξίωσης. Δεν αρκεί να υπάρχει μια αφήγηση που φαίνεται να προλέγει κάποιο γεγονός· πρέπει να εξακριβωθεί πότε γράφτηκε και αν είναι ανεξάρτητη από αυτό.

Η Stanford Encyclopedia of Philosophy επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος του έργου του Πορφυρίου έχει χαθεί, ενώ η σύγχρονη έρευνα εξετάζει την αντιχριστιανική κριτική του με βάση τα αποσπάσματα και τα συμφραζόμενά τους.

9.1. Η σημασία του Πορφυρίου για τις δήθεν ελληνικές «προφητείες»

Η συμβολή του Πορφυρίου είναι μεθοδολογική. Η κριτική του αναδεικνύει τη σημασία της χρονολόγησης, της γλωσσικής εξέτασης και της ιστορικής προέλευσης των κειμένων. Η ίδια μέθοδος πρέπει να εφαρμοστεί στις αποδιδόμενες στον Σωκράτη και στον Σόλωνα φράσεις, καθώς και στα σιβυλλικά αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν από χριστιανούς απολογητές.

Ειδικά για τους Σιβυλλικούς Χρησμούς, η ύπαρξη διαφορετικών χρονικών στρωμάτων σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε συλλήβδην όλη τη συλλογή ούτε στην προχριστιανική ελληνική θρησκεία ούτε στον Χριστιανισμό. Απαιτείται εξέταση ανά βιβλίο και, όπου είναι δυνατόν, ανά επιμέρους χωρίο.

10. Η εβραϊκή παράδοση ως βασικός κορμός της χριστιανικής μεσσιανικής επιχειρηματολογίας

Για να κατανοήσουμε γιατί εμφανίστηκαν οι λεγόμενες ελληνικές προφητείες, πρέπει να εξετάσουμε τον κεντρικό ρόλο των ιουδαϊκών Γραφών στην πρώιμη χριστιανική επιχειρηματολογία.

Οι πρώτοι χριστιανοί συγγραφείς παρουσίαζαν τον Ιησού ως τον αναμενόμενο Μεσσία και υποστήριζαν ότι η ζωή και το έργο του εκπλήρωναν τις προφητείες των ιουδαϊκών Γραφών. Η χριστιανική ερμηνεία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε χωρία από τον Ησαΐα, τους Ψαλμούς, τον Μιχαία και τον Ζαχαρία.

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, στον Διάλογο προς Τρύφωνα, υπερασπίζεται εκτενώς την άποψη ότι οι Γραφές προανήγγειλαν τον Χριστό. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, στην Ευαγγελική Απόδειξη, συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό βιβλικών χωρίων για να υποστηρίξει ότι ο ερχομός του Χριστού και η διάδοση της πίστης στα έθνη είχαν προαναγγελθεί από τους προφήτες.

Η χριστιανική απολογητική, επομένως, διέθετε έναν βασικό κορμό επιχειρημάτων προερχόμενο από την ιουδαϊκή γραμματεία. Οι ελληνικές φιλοσοφικές και προφητικές αναφορές και απολογητικές ψευδοερμηνείες λειτουργούσαν συμπληρωματικά: μπορούσαν να παρουσιάσουν τον Χριστιανισμό ως συμβατό με ορισμένες ελληνικές ιδέες ή ως την ολοκλήρωση μιας αλήθειας που οι Έλληνες είχαν προσεγγίσει μερικώς.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διαχωρίζουμε τρία διαφορετικά ιστορικά φαινόμενα:

Την ιουδαϊκή μεσσιανική παράδοση, στην οποία θεμελιώθηκε ο βασικός χριστιανικός ισχυρισμός περί εκπλήρωσης των προφητειών.

Την ελληνική φιλοσοφική πρόσληψη, μέσω της οποίας οι χριστιανοί συγγραφείς ερμήνευσαν έννοιες όπως ο Λόγος, η θεία πρόνοια και η φύση του αγαθού.

Την εκ των υστέρων προφητική ανάγνωση, κατά την οποία ένα προγενέστερο ελληνικό κείμενο ερμηνεύεται ως πρόβλεψη του Ιησού, χωρίς να αποδεικνύεται ότι είχε αρχικά αυτό το νόημα.

Η σύγχυση αυτών των κατηγοριών οδηγεί σε ιστορικά αβάσιμα συμπεράσματα.

11. Το αποφασιστικό κριτήριο: υπήρξε προχριστιανική ελληνική μαρτυρία που να κατονομάζει τον Ιησού;

Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα της έρευνας. Για να απαντηθεί, χρειάζεται να διακρίνουμε την ύπαρξη αρχαίων ελληνικών αντιλήψεων για θεούς, σωτήρες, δίκαιους ανθρώπους, θεϊκές αποκαλύψεις και μελλοντικές μεταβολές του κόσμου από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης προφητείας για τον Ιησού.

Οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν πλούσια μαντική και χρησμολογική παράδοση. Οι φιλόσοφοί τους εξέταζαν τη φύση της δικαιοσύνης, τη θεία τάξη, την ψυχή και τη σχέση ανθρώπου και θεού. Κανένα από αυτά τα δεδομένα, όμως, δεν αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό ότι γνώριζαν εκ των προτέρων τη μελλοντική εμφάνιση του Χριστιανισμού. Αντιθέτως, οι Έλληνες λειτουργούσαν μέσα σε μια δική τους παράδοση και αντίληψη του κόσμου και του θείου και σε καμία περίπτωση σε συνέχεαν τις δικές τους απόψεις με εκείνες των Ιουδαίων τις οποίες σημειωτέον γνώριζαν αλλά φυσικά δεν αποδέχονταν.

Στις περιπτώσεις που εξετάσαμε, η εικόνα είναι σαφής:

Σωκράτης, Απολογία 30e–31a: τεκμηριώνεται η φιλοσοφική αποστολή του ως αφυπνιστή των Αθηναίων. Δεν τεκμηριώνεται η προαναγγελία ενός μελλοντικού χριστιανικού σωτήρα.

Πλάτων, Πολιτεία 361e–362a: τεκμηριώνεται η υποθετική περιγραφή ενός δικαίου που διώκεται και βασανίζεται. Δεν τεκμηριώνεται ότι ο Πλάτων προέβλεψε τον Ιησού ή τη σταύρωσή του.

Πλάτων, Νόμοι και Επινομείς: Δεν έχει τεκμηριωθεί η συγκεκριμένη αποδιδόμενη προφητεία ούτε γνησιότητα της φράσης περί σταύρωσης

Σόλων: Δεν έχει τεκμηριωθεί η απόδοση του συγκεκριμένου χρησμού ούτε ότι ο Σόλων προφήτευσε την ενσάρκωση και το Πάθος του Χριστού,

Σιβυλλικοί Χρησμοί: τεκμηριώνεται ότι υπάρχει σύνθετη συλλογή ιουδαϊκών και χριστιανικών, μεταξύ άλλων, κειμένων. Δεν τεκμηριώνεται ότι όλα τα χριστολογικά χωρία προέρχονται από προχριστιανικές ελληνικές προφητείες

Ιουστίνος, Ευσέβιος και άλλοι απολογητές: Χρησιμοποίησαν ελληνικά κείμενα και φιλοσοφικές ιδέες για την υπεράσπιση του Χριστιανισμού. Δεν τεκμηριώνεται ότι η ερμηνεία τους αποδεικνύει την προχριστιανική πρόβλεψη του Ιησού

Η διάκριση αυτή δεν προϋποθέτει την αποδοχή ή την απόρριψη της χριστιανικής πίστης. Αποτελεί απαίτηση της ιστορικής μεθόδου: μια μεταγενέστερη θεολογική ερμηνεία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη της αρχικής πρόθεσης ενός αρχαίου συγγραφέα.

12. Συμπέρασμα: η ιστορική πραγματικότητα πίσω από τον ισχυρισμό

Η άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες προφήτευσαν τον Ιησού στηρίζεται συχνά σε μια σύγχυση ανάμεσα σε γνήσια αρχαία κείμενα, μη επαληθευμένες αποδόσεις και μεταγενέστερες ερμηνείες.

Ο Πλάτων πράγματι περιέγραψε έναν δίκαιο άνθρωπο που υποφέρει εξαιτίας της αδικίας των άλλων. Ο Σωκράτης πράγματι θεωρούσε ότι η αποστολή του ήταν θεόθεν καθορισμένη. Οι Σιβυλλικοί Χρησμοί πράγματι περιλαμβάνουν υλικό που αξιοποιήθηκε από χριστιανούς συγγραφείς. Αυτά είναι πραγματικά ιστορικά δεδομένα. Δεν αποτελούν, ωστόσο, απόδειξη ότι οι αρχικοί συγγραφείς γνώριζαν τον Ιησού ή προέβλεψαν τα γεγονότα της ζωής του. Αυτό αποτελεί χριστιανική εκ των υστέρων αυθαίρετη θεώρηση.

Η περίπτωση του Πλάτωνα είναι χαρακτηριστική: ένα γνήσιο χωρίο μετατρέπεται σε «προφητεία» όταν απομονώνεται από το φιλοσοφικό του πλαίσιο και επανερμηνεύεται υπό το φως μεταγενέστερων θρησκευτικών πεποιθήσεων. Στις περιπτώσεις του Σωκράτη και του Σόλωνα, το πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο, καθώς οι συγκεκριμένες φράσεις που κυκλοφορούν δεν τεκμηριώνονται από τις πηγές στις οποίες αποδίδονται.

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη χριστιανών απολογητών που χρησιμοποίησαν ελληνικές φιλοσοφικές ή προφητικές παραδόσεις είναι απολύτως τεκμηριωμένη. Η χρήση αυτή αποτελεί μέρος της ιστορίας της πρώιμης χριστιανικής γραμματείας. Δεν πρέπει, όμως, να μετατρέπεται σε απόδειξη της ιστορικής ορθότητας των απολογητικών τους ισχυρισμών.

Ο Κέλσος και ο Πορφύριος προσφέρουν σημαντικές μαρτυρίες για το πώς μορφωμένοι Έλληνες αντίπαλοι του Χριστιανισμού αντιμετώπισαν τις αξιώσεις των χριστιανών. Η κριτική τους ενισχύει την ανάγκη να εξετάζονται οι χριστιανικές αξιώσεις με τα ίδια αυστηρά ιστορικά και φιλολογικά κριτήρια που εφαρμόζονται σε κάθε αρχαία πηγή.

Το τελικό συμπέρασμα μπορεί, επομένως, να διατυπωθεί με ακρίβεια:

Δεν διαθέτουμε αξιόπιστη, ανεξάρτητη και χρονολογημένη προχριστιανική ελληνική πηγή που να αποδεικνύει ότι οι αρχαίοι Έλληνες προφήτευσαν ειδικά τον Ιησού Χριστό. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ αυτής της θέσης βασίζονται είτε σε αποδόσεις που δεν έχουν επαληθευθεί είτε σε γνήσια κείμενα τα οποία ερμηνεύονται αναδρομικά είτε σε σύνθετες συλλογές χρησμών με διαφορετικά χρονικά και θρησκευτικά στρώματα.

Η ιστορική έρευνα δεν χρειάζεται να αρνηθεί την ύπαρξη ελληνικών επιδράσεων στον Χριστιανισμό, ούτε την πραγματικότητα της μεταγενέστερης χριστιανικής πρόσληψης της ελληνικής φιλοσοφίας. Χρειάζεται, όμως, να αρνηθεί την ατεκμηρίωτη μετατροπή αυτής της πρόσληψης σε δήθεν προχριστιανική προφητεία.
ΔΕΣ: 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου