Το φαινόμενο της «αναδυόμενης ενηλικίωσης» ή της «παρατεταμένης εφηβείας», όπως το περιέγραψε ο Arnett (2000), παίρνει στην Ελλάδα μια πολύ ιδιαίτερη μορφή, καθώς η οικονομική αβεβαιότητα συναντά τις βαθιά ριζωμένες πολιτισμικές μας παραδόσεις.
Όταν ένας νέος φτάνει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του μένοντας ακόμα στο πατρικό, δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα οικονομικό πρόβλημα, αλλά με μια βαθιά συστημική πρόκληση που ανακατεύει ξανά την τράπουλα των οικογενειακών ρόλων· οι δεσμοί αλλάζουν και η διαδικασία «διαφοροποίησης του εαυτού» δυσκολεύει, αφού το άτομο παλεύει να βρει την αυτονομία του μέσα σε ένα σύστημα που το κρατάει σε μια διαρκή κατάσταση εξάρτησης. Έτσι, η ενηλικίωση δεν καθυστερεί μόνο πρακτικά, αλλά και ψυχολογικά, αναδιαμορφώνοντας πλήρως τη δυναμική ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος (Bowen, 1978).
Η Διαφοροποίηση του Εαυτού και το Φαινόμενο της Συναισθηματικής Σύγχυσης
Στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε πώς λειτουργούν αυτές οι σχέσεις, βασικό εργαλείο είναι η θεωρία των Οικογενειακών Συστημάτων του Murray Bowen. Σύμφωνα με αυτήν, η «διαφοροποίηση του εαυτού» είναι ουσιαστικά η ικανότητα ενός ανθρώπου να παραμένει αυτόνομος, τόσο στις σκέψεις όσο και στα συναισθήματά του, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί έναν ουσιαστικό δεσμό με την οικογένειά του.
Για πολλούς νέους στην Ελλάδα που συνεχίζουν να μένουν στο πατρικό τους, αυτή η ισορροπία συχνά χάνεται· η οικονομική εξάρτηση λειτουργεί σαν ένας «συμπιεστής» που οδηγεί σε μια συναισθηματική σύγχυση, όπου τα όρια μεταξύ γονιών και παιδιών γίνονται υπερβολικά διάχυτα. Μέσα σε αυτόν τον κοινό χώρο, ο νέος ενήλικας δυσκολεύεται να χτίσει μια σταθερή αίσθηση του «Εγώ», αφού κάθε του απόφαση περνά αναγκαστικά μέσα από το φίλτρο της οικογενειακής ομοιόστασης, θυσιάζοντας συχνά την προσωπική του εξέλιξη για να μη διαταραχθεί η ισορροπία στο σπίτι (Bowen, 1978).
Συστημική Ισορροπία: Τριγωνοποίηση και η «Χρυσή Φυλακή» της Ελληνικής Οικογένειας
Πιο αναλυτικά αν το δούμε μέσα από μια συστημική ματιά, η απόφαση ενός ενήλικα να παραμείνει στο πατρικό του σπίτι δεν είναι ποτέ μια μεμονωμένη ή μονόπλευρη επιλογή, αλλά μια κυκλική και αμφίδρομη διαδικασία όπου ολόκληρη η οικογένεια «συνεργάζεται» ασυνείδητα για να διατηρήσει την ισορροπία της, ακόμα κι αν αυτή η ισορροπία είναι τελικά δυσλειτουργική.
Σε πολλές περιπτώσεις, το ενήλικο παιδί μετατρέπεται στο «τριγωνοποιημένο» μέλος, λειτουργώντας ως ένας συναισθηματικός ρυθμιστής που απορροφά τους κραδασμούς και την ένταση μεταξύ των γονέων, βοηθώντας τους έτσι να αποφύγουν τις δικές τους συζυγικές ρωγμές και τον τρόμο που προκαλεί το λεγόμενο "σύνδρομο της άδειας φωλιάς" (Harkins, 1978).
Αυτή η ανάγκη διατήρησης της ομοιόστασης ενισχύεται από το αρχέτυπο της «υπερπροστατευτικής ελληνικής οικογένειας», όπου οι γονείς, στην προσπάθειά τους να φανούν φροντιστικοί, μπορεί ασυνείδητα να σαμποτάρουν κάθε βήμα αυτονομίας του παιδιού τους, προσφέροντας μια υπερβολική και καθηλωτική ασφάλεια· αυτή η ιδιότυπη «χρυσή φυλακή» στερεί από τον νέο το απαραίτητο δημιουργικό άγχος που απαιτείται για να ενηλικιωθεί, εμποδίζοντας τη διαφοροποίηση του εαυτού του και κρατώντας το σύστημα σε μια στάσιμη, αλλά γνώριμη κατάσταση (Bowen, 1978).
Ψυχολογικές Επιπτώσεις: Η Εσωτερικευμένη Αιχμαλωσία και η Γνωστική Ασυμφωνία
Υπο αυτό το πρίσμα λοιπόν αυτή η παρατεταμένη συγκατοίκηση καταλήγει να λειτουργεί σαν μια «εσωτερικευμένη αιχμαλωσία», όπου οι νέοι παγιδεύονται σε μια έντονη γνωστική ασυμφωνία· ενώ η κοινωνία τούς πιέζει για επιτυχίες και ανεξαρτησία, η καθημερινότητα στο σπίτι τούς καθηλώνει σε ρόλους εξάρτησης.
Όπως επισημαίνει και ο Haley (1980) στο «Leaving Home», όταν ένας νέος αδυνατεί να αποδεσμευτεί, αυτή η εσωτερική σύγκρουση μπορεί να εκδηλωθεί ακόμη και ως ψυχοπαθολογία, με τη μορφή κατάθλιψης ή αγχωδών διαταραχών. Στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό συχνά μεταφράζεται σε μια «βουβή» παραίτηση ή σε ένα μόνιμο αίσθημα ανεπάρκειας, καθώς ο νέος νιώθει πως, παρά τα πτυχία ή τα επαγγελματικά του βήματα, δεν έχει καταφέρει ακόμα να πάρει ουσιαστικά τη ζωή στα χέρια του.
Πολιτισμικό Πλαίσιο: Από την Υγιή Συνοχή στην Παθολογική Εμπλοκή
Με άλλα λόγια η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια διακρίνεται από ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο συνοχής, το οποίο στη συστημική ορολογία συχνά περιγράφεται ως «εμπλοκή», δημιουργώντας μια έντονη αντίθεση με τις άλλες ευρωπαϊκές κουλτούρες όπου η αποχώρηση από το σπίτι στα 18 θεωρείται ο αυτονόητος κανόνας.
Στο δικό μας πολιτισμικό πλαίσιο, η συναισθηματική εγγύτητα και η αλληλοϋποστήριξη λογίζονται ως ύψιστες αρετές, όμως η συστημική θεραπεία μάς διδάσκει να αναγνωρίζουμε τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την υγιή, ζεστή σύνδεση από την παθολογική εμπλοκή.
Όπως είχε επισημάνει και ο Minuchin (2018), όταν η ανάγκη για οικογενειακή ασφάλεια γίνεται τόσο ασφυκτική που καταπνίγει τη φυσική ανάγκη του ατόμου για ανεξάρτητη εξερεύνηση και αυτονόμηση, τότε το οικογενειακό σύστημα παύει να λειτουργεί ως εφαλτήριο εξέλιξης και μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό καθήλωσης.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η οικογένεια να μην προσαρμόζεται στις νέες ανάγκες του ενήλικα, αλλά να παραμένει προσκολλημένη σε παρωχημένα σχήματα προστασίας που τελικά εμποδίζουν την ωρίμανση όλων των μελών της.
Παρεμβάσεις: Επαναπροσδιορισμός Ορίων και Αυτονόμηση
Με γνώμονα τα παραπάνω λοιπόν για έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, η παρέμβαση σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει σκοπό να ρίξει ευθύνες στον νέο ή στους γονείς, αλλά να φέρει στο φως τον τρόπο που αλληλοεπιδρούν και μπλοκάρουν ο ένας τον άλλον.
Η διαδικασία εστιάζει στον επαναπροσδιορισμό των ορίων, βοηθώντας τον νέο να χτίσει «νοητά τείχη» και να αναλάβει ευθύνες που ταιριάζουν στην ηλικία του ακόμα και μέσα στο πατρικό του σπίτι, ενώ παράλληλα δουλεύεται η ενίσχυση της διαφοροποίησης, ώστε η αυτοεκτίμησή του να μη εξαρτάται πια από τη γονεϊκή έγκριση.
Ταυτόχρονα, η συμβολή γονέων είναι καθοριστική, καθώς τους στηρίζει να διαχειριστούν το δικό τους άγχος απώλειας και να ανακαλύψουν ξανά τη ζωή τους πέρα από τον ρόλο του φροντιστή, μια προσέγγιση που ευθυγραμμίζεται με τις αρχές του Bowen (1978) για τη διαφοροποίηση και του Haley (1980) για τη λειτουργική αποδέσμευση από την οικογενειακή εστία.
Η Ενηλικίωση ως Συλλογική Πράξη και Ψυχολογική Αναδόμηση
Κλείνοντας ουσιαστικά, η «παρατεταμένη εφηβεία» στην Ελλάδα λειτουργεί ως ένας καθρέφτης των βαθιών κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών της εποχής μας, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι σήμερα.
Η συστημική ματιά μας βοηθά να δούμε πέρα από το άτομο και τις προσωπικές του «αποτυχίες», αναγνωρίζοντας ότι η ενηλικίωση είναι στην πραγματικότητα μια συλλογική πράξη που αφορά όλο το οικογενειακό δίκτυο.
Όπως περιγράφει ο Arnett (2000) για την αναδυόμενη ενηλικίωση, η μετάβαση από την εξάρτηση στην αυτονομία είναι μια αργή διαδικασία που, ειδικά στην Ελληνική πραγματικότητα, δεν απαιτεί απαραίτητα τη φυσική εγκατάλειψη της εστίας, αλλά κυρίως την ψυχολογική αναδόμηση των σχέσεων. Αυτό σημαίνει ότι το ζητούμενο είναι η δημιουργία μιας νέας δυναμικής που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στα σαφή όρια και στη συναισθηματική ανεξαρτησία, ώστε ο νέος να μπορεί να διαφοροποιήσει τον εαυτό του και να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του, ακόμα κι αν οι συνθήκες τον κρατούν κάτω από την ίδια στέγη με τους γονείς του (Bowen, 1978).
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου