Όταν είναι σε σχέση, δείχνει γεμάτος. Σταθερός. Σαν να πατάει καλά. Όταν η σχέση τελειώσει, κάτι αλλάζει. Σαν να χάνει το κέντρο του. Οι αποφάσεις γίνονται πιο αβέβαιες. Η διάθεση πιο εύθραυστη. Δεν είναι αδύναμος. Απλώς έχει μάθει να καθρεφτίζεται. Να βλέπει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του άλλου. Αυτός είναι ένας ετερόφωτος τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει και ο άλλος. Κάποιος που μπορεί να συνδεθεί, να αγαπήσει, να δεθεί, αλλά δεν εξαφανίζεται μέσα στη σχέση.
Μπορεί να σταθεί μόνος του χωρίς να νιώθει ότι χάνεται. Δεν σημαίνει ότι δεν πονά όταν φεύγουν οι άνθρωποι. Σημαίνει ότι δεν καταρρέει η εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Αυτός είναι πιο κοντά σε έναν αυτοφώτο τρόπο ύπαρξης.
Οι λέξεις αυτές δεν είναι ταμπέλες. Δεν χωρίζουν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Είναι περισσότερο δύο κατευθύνσεις. Δύο τρόποι να σχετίζεσαι με τον εαυτό σου και με τους άλλους. Και οι περισσότεροι κινούμαστε κάπου ανάμεσα.
Η ετερόφωτη πλευρά ξεκινά νωρίς
Όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται καθρέφτης. Όταν η αποδοχή έρχεται με όρους. Όταν η αγάπη συνδέεται με το πώς είσαι και όχι απλώς με το ότι υπάρχεις. Ένα παιδί τότε μαθαίνει να προσαρμόζεται. Να «πιάνει» τι θέλει ο άλλος. Να γίνεται αυτό που χρειάζεται για να μείνει η σχέση. Δεν το κάνει συνειδητά. Το κάνει για να ανήκει. Και αυτό λειτουργεί. Το βοηθά να κρατήσει τους ανθρώπους κοντά. Αλλά αφήνει κάτι πίσω: μια μόνιμη εξάρτηση από το έξω.
Στην ενήλικη ζωή αυτό φαίνεται αλλιώς. Φαίνεται στις σχέσεις που σε καθορίζουν περισσότερο απ’ όσο τις καθορίζεις. Στις αποφάσεις που περνάνε πρώτα από το φίλτρο «τι θα σκεφτούν οι άλλοι». Στην ανάγκη για επιβεβαίωση που δεν ησυχάζει εύκολα. Και κυρίως, φαίνεται σε εκείνες τις στιγμές που μένεις μόνος και δυσκολεύεσαι να βρεις ένα σταθερό σημείο μέσα σου. Σαν να σβήνει το φως όταν φεύγουν οι άλλοι.
Ο αυτοφώτος τρόπος δεν είναι έλλειψη ανάγκης για τους άλλους. Δεν είναι αποστασιοποίηση.
Ούτε αυτάρκεια που δεν αγγίζεται. Έχει ανάγκη από σχέσεις. Από εγγύτητα. Από μοίρασμα. Αλλά η αίσθηση του εαυτού δεν εξαρτάται ολοκληρωτικά από αυτά. Υπάρχει ένα εσωτερικό σημείο αναφοράς. Μια αίσθηση «είμαι» που δεν αλλάζει κάθε φορά που αλλάζει το περιβάλλον.
Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ο ετερόφωτος άνθρωπος ζει μέσα από τις σχέσεις, ενώ ο αυτοφώτος ζει μέσα στον εαυτό του. Αυτό όμως θα ήταν απλοποίηση. Στην πραγματικότητα, και οι δύο χρειάζονται και τα δύο. Η διαφορά βρίσκεται στο ποιο προηγείται.
Υπάρχει ένα μικρό παράδειγμα που το δείχνει καθαρά.
Δύο άνθρωποι δέχονται την ίδια κριτική. Ο πρώτος τη νιώθει σαν πλήγμα στην αξία του.
Σαν να αμφισβητείται ολόκληρος. Ο δεύτερος τη σκέφτεται, ίσως τον αγγίζει, ίσως τον δυσκολεύει, αλλά δεν διαλύει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Η διαφορά δεν είναι στην κριτική. Είναι στο πού στηρίζεται ο καθένας.
Το να ζεις ετερόφωτα έχει ένα κρυφό βάρος. Μπορεί να φαίνεται ότι είσαι πιο «συνδεδεμένος», πιο διαθέσιμος, πιο προσαρμοστικός. Αλλά μέσα σου υπάρχει μια συνεχής επαγρύπνηση. Παρατηρείς. Προσαρμόζεσαι. Υπολογίζεις. Κρατάς τις ισορροπίες. Και κάπου εκεί κουράζεσαι. Γιατί το να είσαι πάντα σε σχέση με το βλέμμα του άλλου, σε απομακρύνει από το δικό σου.
Το να κινείσαι προς μια πιο αυτοφώτη στάση δεν είναι εύκολο. Δεν είναι απόφαση που παίρνεις μια μέρα. Είναι διαδικασία. Ξεκινά με κάτι απλό και ταυτόχρονα δύσκολο: να αρχίσεις να παρατηρείς πότε χάνεσαι. Πότε προσαρμόζεσαι περισσότερο απ’ όσο θέλεις. Πότε σωπαίνεις ενώ έχεις κάτι να πεις. Πότε λες «ναι» ενώ μέσα σου υπάρχει ένα «όχι». Αυτές οι μικρές στιγμές είναι τα σημεία που δείχνουν προς τα πού γέρνεις.
Μετά έρχεται κάτι ακόμη πιο δύσκολο: να αντέξεις να μη σε εγκρίνουν όλοι. Γιατί εκεί δοκιμάζεται πραγματικά η αυτονομία. Όχι όταν όλα πάνε καλά, αλλά όταν εκφράζεις κάτι δικό σου και ο άλλος δεν το δέχεται. Εκεί φαίνεται αν μπορείς να μείνεις. Και φυσικά, υπάρχει και η άλλη πλευρά. Κάποιοι άνθρωποι έχουν μάθει να είναι τόσο «αυτοφώτοι» που δεν αφήνουν χώρο για κανέναν. Κρατούν απόσταση. Δεν εκτίθενται. Δεν εξαρτώνται. Αυτό μοιάζει με δύναμη. Αλλά συχνά είναι μια άλλη μορφή προστασίας. Μια άρνηση της ανάγκης για σύνδεση. Και εκεί, το φως δεν μοιράζεται.
Η ισορροπία βρίσκεται κάπου στη μέση
Να μπορείς να σταθείς μόνος σου,
και ταυτόχρονα να αφήνεις τον εαυτό σου να συναντήσει τον άλλον. Να μη χάνεσαι,
αλλά και να μη κλείνεσαι. Και οι δύο τρόποι είναι ανθρώπινοι. Όλοι έχουμε υπάρξει ετερόφωτοι σε στιγμές που χρειαζόμασταν στήριγμα. Και όλοι έχουμε πλησιάσει την αυτονομία σε στιγμές που νιώθαμε πιο σταθεροί.
Το ζήτημα δεν είναι να «διορθωθεί» ο ένας τρόπος. Είναι να υπάρξει ισορροπία. Γιατί όταν σε μια σχέση ο ένας δίνει συνεχώς φως, κουράζεται. Κάποια στιγμή εξαντλείται χωρίς να το καταλάβει. Και όταν ο άλλος μαθαίνει να ζει μόνο μέσα από αυτό το φως, σιγά σιγά χάνεται.
Δεν πατά πια στα δικά του σημεία. Αρχίζει να υπάρχει μόνο μέσα από τον άλλον. Και τότε η σχέση βαραίνει. Δεν είναι πια συνάντηση. Είναι εξάρτηση. Μια σχέση δεν χρειάζεται έναν να φωτίζει και έναν να φωτίζεται για να υπάρξει. Χρειάζεται δύο ανθρώπους που στέκονται ο καθένας στο δικό του φως και όταν συναντιούνται, αυτό το φως να πολλαπλασιάζεται. Να μην αντικαθιστά ο ένας τον άλλον, αλλά να τον ενισχύει. Ίσως εκεί να βρίσκεται και η ομορφιά μιας σχέσης. Δεν σε φωτίζει απλώς. Σου θυμίζει ότι ήδη λάμπεις. Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι «είμαι ετερόφωτος ή αυτοφώτος;» Αλλά: πότε σβήνω και πότε ανάβω; Πότε χρειάζομαι τον άλλον για να υπάρξω και πότε μπορώ να υπάρξω μαζί του χωρίς να χαθώ;
Γιατί στο τέλος, δεν είναι θέμα φωτός. Είναι θέμα παρουσίας. Και η παρουσία χτίζεται σιγά σιγά. Με μικρές επιλογές. Με μικρές αλήθειες. Με στιγμές που αποφασίζεις να μείνεις εκεί που είσαι, χωρίς να μετακινηθείς για να χωρέσεις. Και ίσως τότε να συμβεί κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: να μπορείς να είσαι με τους άλλους χωρίς να χρειάζεται να σβήνεις τον εαυτό σου για να χωρέσεις στο φως τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου