Θα πεθάνεις... Άραγε το έχεις σκεφτεί ποτέ σου; Έχεις διαλογιστεί πάνω στην ιδέα του θανάτου; Έχεις συνειδητοποιήσει ότι αργά ή γρήγορα θα πάψεις να υπάρχεις;
Δε θα ζήσεις για πάντα. Κι όμως φέρεσαι σαν να σου έχει δοθεί το δώρο της αθανασίας. Εξευτελίζεις την ζωή σου. Ζεις παρασιτικά. Φοβάσαι. Ανησυχείς. Πονάς. Υποτάσσεσαι.
Ποιος είναι λοιπόν ο σκοπός της ζωής σου; Τι ζητάς; Τι θέλεις να κάνεις; Άραγε συνειδητοποίησες ποτέ ότι είσαι περαστικός; Ότι είσαι ένοικος της ύπαρξης; Άκου τον ήχο της κλεψύδρας... Μετράει αντίστροφα. Τι σκοπεύεις να κάνεις; Θα τον αγνοήσεις για ακόμη μία φορά; Άκουσε τον προσεκτικά, γιατί έχει κάτι πολύ σημαντικό να σου πει.
Μην εθελοτυφλείς. Πρέπει να προετοιμαστείς για το τελευταίο ραντεβού. Εκεί δε θα μπορέσεις να δραπετεύσεις. Εκεί θα είσαι συνεπής. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Γιατί ταράζεσαι; Τι είναι αυτό που πραγματικά σε τρομάζει; Είναι η ιδέα του θανάτου; Ή μήπως είναι η αβίωτη ζωή που ΔΕΝ έζησες; Τα όνειρα που ποτέ δεν πραγματοποίησες; Οι μάχες που φοβήθηκες να δώσεις; Τα ρίσκα που φοβήθηκες να πάρεις;
Ζεις σα να πρόκειται να μη πεθάνεις ποτέ. Σε τρομάζει τόσο πολύ το Τέλος που το έχεις θάψει βαθιά. Αλλά μαζί με την ιδέα του θανάτου έθαψες και την ίδια σου την ύπαρξη. Έθαψες το ιερότερο κομμάτι του εαυτού σου. Το θυσίασες για μία συμβατική ζωή. Άραγε νιώθεις ασφαλής στο κρησφύγετό σου;
Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να γίνεις αυτό το οποίο προορίζεσαι να γίνεις. Έκανες ό,τι μπορούσες για να το αποφύγεις. Πάντοτε σε τρόμαζε η ευθύνη. Πάντοτε φοβόσουν να αναλάβεις την ευθύνη της ύπαρξης σου. Φοβόσουν να αγκαλιάσεις τον εαυτό σου, να υψώσεις το χαρακτήρα σου. Άραγε θα προλάβεις να γίνεις αυτό που είσαι;
Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να πάρεις τον εαυτό σου στα σοβαρά. Ακόμη να ξορκίσεις την ύπαρξη σου από τους δαίμονες που ακούν στο όνομα φόβος και ενοχή. Βιώνεις έναν εσωτερικό θάνατο, μία εσωτερική σήψη. Ζητάς την λύτρωση αλλά η πίστη και η ελπίδα σε έναν από μηχανής θεό δε θα σε σώσουν. Αναβάλλεις τα πάντα για το μέλλον.
Πώς μπορείς να πιστεύεις σε κάτι που δεν σου ανήκει; Χρειάζεται να παλέψεις.
Σε λίγο θα πεθάνεις κι ακόμα να δώσεις ένα λόγο στην ύπαρξη σου. Περιπλανιέσαι στη ζωή όπως οι νομάδες περιπλανιούνται στην έρημο. Δε βρίσκεις ποτέ τον προορισμό σου γιατί δεν τολμάς να ταξιδέψεις μόνος. Πιστοί συνοδοιπόροι σου τα πρέπει και οι ξένες επιταγές. Η όαση βρίσκεται μακριά.
Είσαι ναρκωμένος. Δε σκέφτεσαι. Δεν αντιδράς. Δεν αισθάνεσαι.
Άραγε νιώθεις αρκετά προστατευμένος έξω από τον εαυτό σου; Θα αποκτήσεις άραγε ποτέ το θάρρος να μάθεις ποιος πραγματικά είσαι; Ή θα επιλέξεις τη φυγή για ακόμα μια φορά;
Πρέπει να επιμείνεις. Μην τα παρατήσεις. Μετά θα είναι αργά.
Για να πάρεις το εισιτήριο της ζωής πρέπει να περάσεις από τις συμπληγάδες του θανάτου. Είναι αυτό το εφήμερο της ύπαρξης που θα σε οδηγήσει στην αθανασία. Εκεί είναι που θα βρεις την προσωπική σου αλήθεια. Δεν έχεις χρόνο... Σε λίγο θα πεθάνεις...
Κυριακή 2 Απριλίου 2023
Ο Όμηρος των φιλοσόφων
Όταν η φιλοσοφία ανακαλύπτει τη φυσική τάξη του σύμπαντος και ξεκινά την αναζήτηση της αρχής των πάντων, η μυθολογία είναι αντίπαλος. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι δεν αργούν να στραφούν εναντίον όλων όσοι δίδαξαν μια διαστρεβλωμένη εικόνα του κόσμου, όπως διαμορφώθηκε από τους μύθους. Οι μύθοι εξηγούσαν τη γένεση του κόσμου, των θεών και των ανθρώπων. Στη μυθολογική σφαίρα όλα ήταν δυνατά. Η Ηθική ποίκιλλε ανάλογα με τη διάθεση των θεών που τιμωρούσαν τους ανθρώπους ακόμη και για να διασκεδάσουν μαζί τους. Ως εκ τούτου, ο μύθος απορρίπτεται συλλήβδην ως πηγή γνώσης, και οι φιλόσοφοι καταγγέλλουν τους κοσμογονιστές.
Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος κατηγορεί τον Όμηρο και τον Ησίοδο για το πρότυπο ήθους που μεταλαμπάδευσαν στις γενιές των Ελλήνων, παρουσιάζοντας τους θεούς με τα ελαττώματα των ανθρώπων: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα εκείνα που σχετίζονται με τις κατηγόριες και επικρίσεις μεταξύ των ανθρώπων: την κλοπή, τη μοιχεία και την αμοιβαία εξαπάτηση» (απ. 11). Λίγο αργότερα, ο Εφέσιος Ηράκλειτος, οργισμένος, θα ζητήσει την τιμωρία των ποιητών, του Ομήρου και του Αρχιλόχου: «Τον Όμηρο αξίζει να τον πετάξουν έξω από τους αγώνες και να τον ραπίσουν και το ίδιο και τον Αρχίλοχο» (απ. 42), διατείνεται.
Ο «τραγικότερος των ποιητών», ο «από σκηνής φιλόσοφος», Ευριπίδης, στρέφεται κι αυτός εναντίον των αοιδών. Στην τραγωδία Ἡρακλῆς Μαινόμενος, ο Ηρακλής απαντώντας στον Θησέα χαρακτηρίζει ελεεινές τις ιστορίες των αοιδών (ἀοιδῶν οἵδε δύστηνοι λόγοι) που παρουσιάζουν τους θεούς σαν τους ανθρώπους: «Ο θεός, αν είναι αληθινά θεός (εἴπερ ἔστ᾽ ὀρθῶς θεός), δεν έχει ανάγκη τίποτε» (1345-6).
Η διαμάχη μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας έχει μακρά ιστορία, μαρτυρεί ο Πλάτωνας στην Πολιτεία (ὅτι παλαιὰ μέν τις διαφορὰ φιλοσοφίᾳ τε καὶ ποιητικῇ, 607b). Για τον ίδιο, η ποίηση, ως «μίμηση μιμήσεως» (εφόσον αναπαριστά τον αισθητό κόσμο που αποτελεί μίμηση του κόσμου των Ιδεών), απέχει πολύ από την αλήθεια. Όχι απλώς δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της ιδανικής πλατωνικής πολιτείας, αλλά επιπλέον βλάπτει αυτούς που την ακούν (τοῖς γε ἀκούουσιν βλαβερά), καθώς μιμούνται τις συμπεριφορές που περιγράφονται. Ποιο καλό έχει κάνει η επική ποίηση; Ο Πλάτωνας απευθύνεται στον Όμηρο:
«Φίλε, Όμηρε, αν δεν απέχεις τρεις βαθμούς από την αλήθεια στα ζητήματα της αρετής και δεν είσαι ένας δημιουργός ειδώλου, μιμητής δηλαδή σύμφωνα με τον ορισμό μας, αλλά απέχεις δύο βαθμούς, και ήσουν ικανός να γνωρίζεις ποιες ασχολίες κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους ή χειρότερους είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο βίο, πες μας κι εμάς ποια πόλη χάρη σε σένα βελτιώθηκε, όπως η Λακεδαιμονία χάρη στον Λυκούργο και χάρη σε πολλούς άλλους πολλές πόλεις, μικρές και μεγάλες;
Πλάτωνας, Πολιτεία 599d-e
Μπορεί ο Όμηρος να ανέθρεψε τις γενιές των Ελλήνων (ὡς τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν οὗτος ὁ ποιητὴς, 606e), μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος των ποιητών και των τραγικών, αλλά στην ουτοπική πολιτεία θα επιτρέπονται μόνο ύμνοι προς τους θεούς και εγκώμια για τους σπουδαίους άντρες. Ωστόσο, ο Πλάτωνας δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί την αισθητική απόλαυση της ομηρικής ποίησης, με αποτέλεσμα (στο δέκατο και τελευταίο βιβλίο της Πολιτείας) να καταλήγει σε έναν συμβιβασμό. Η ποίηση μπορεί να επιστρέψει στην ιδανική πλατωνική πολιτεία αρκεί να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη. Και αυτό μπορεί να συμβεί με την απολογία της:
«Είναι δίκαιο λοιπόν να της επιτρέψουμε να γυρίσει από την εξορία, αφού απολογηθεί με κανένα λυρικό ή κάποιο άλλο ποίημα;
Οπωσδήποτε.
Θα μπορούσαμε βέβαια να επιτρέψουμε και στους προστάτες της, όσοι δεν είναι ποιητές αλλά αγαπούν την ποίηση (ὅσοι μὴ ποιητικοί, φιλοποιηταὶ δε) να την υπερασπιστούν, όχι έμμετρα, ώστε να φανεί ότι δεν είναι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη για τις πολιτείες και για τον ανθρώπινο βίο. Και εμείς θα τους ακούσουμε με προσήνεια. Γιατί θα έχουμε κέρδος αν φανεί, όχι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη.»
Πλάτωνας, Πολιτεία 607d-e
Ο Αριστοτέλης αποβαίνει ο «προστάτης της ποίησης» που αναζητά ο Πλάτωνας. Ο συγγραφέας της Ποιητικής, της πρώτης θεωρητικής μελέτης για την ποίηση, αναλύει την ποίηση στα συστατικά της, την ερευνά όπως κανένας άλλος και την επανατοποθετεί στο βάθρο της. Η ποιητική τέχνη δείχνει να διεκδικεί το δικό της μερίδιο στην αλήθεια, κατά τον Αριστοτέλη, ο οποίος στο διάσημο χωρίο την ανακηρύσσει ανώτερη από την Ιστορία.
«Γι΄ αυτό και η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και πιο σπουδαία από την Ιστορία (διὸ καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν). Η μεν ποίηση μιλάει περισσότερο για καθολικές καταστάσεις (καθόλου), η δε Ιστορία μιλάει για ατομικές περιπτώσεις (καθ᾽ ἕκαστον).»
Αριστοτέλης, Ποιητική 1451a-b
Ο Όμηρος αποδεικνύεται ο αγαπημένος του ποιητής (από τους Επικούς), όπως και ο Σοφοκλής (από τους Τραγικούς). Ο φιλόσοφος σε ολόκληρο το έργο παρεμβάλλει χωρία από τον Όμηρο και από πλήθος Τραγωδιών που φαίνεται ότι γνώριζε απ’ έξω. Ο Όμηρος είναι πάντοτε το υπόδειγμα. «Είναι θεσπέσιος, έκανε σπουδαία έργα, είναι άξιος να επαινείται», είναι λίγοι από τους χαρακτηρισμούς με τους οποίους ο συγγραφέας δηλώνει τον υπέρμετρο θαυμασμό του για τον πρώτο ποιητή. Δεν παραλείπει ωστόσο να απαντήσει στον δάσκαλό του (χωρίς να τον κατονομάσει). Η λειτουργία της ποίησης υπερβαίνει κατά πολύ την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση του ήθους:
«Σε σχέση με αυτά, η ορθότητα της πολιτικής δεν είναι η ίδια με της ποιητικής τέχνης (οὐχ ἡ αὐτὴ ὀρθότης ἐστὶν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποιητικῆς) ούτε καμιάς άλλης επιστήμης η ορθότητα ανήκει στην ποιητική τέχνη.»
Αριστοτέλης, Ποιητική 1460b
Στο ζήτημα της «πολιτικής ορθότητας» του Ομήρου ο Αριστοτέλης παίρνει θέση. Ο Όμηρος δεν χρειάζεται περαιτέρω υπεράσπιση. Η δοκιμασία του χρόνου έχει καταστήσει το έργο του κλασικό. Η συζήτηση όμως για τους σκοπούς της τέχνης συνεχίζεται. Και η πολιτική ορθότητα εμφανίζεται συχνά στον ρόλο του κριτή.
Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος κατηγορεί τον Όμηρο και τον Ησίοδο για το πρότυπο ήθους που μεταλαμπάδευσαν στις γενιές των Ελλήνων, παρουσιάζοντας τους θεούς με τα ελαττώματα των ανθρώπων: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα εκείνα που σχετίζονται με τις κατηγόριες και επικρίσεις μεταξύ των ανθρώπων: την κλοπή, τη μοιχεία και την αμοιβαία εξαπάτηση» (απ. 11). Λίγο αργότερα, ο Εφέσιος Ηράκλειτος, οργισμένος, θα ζητήσει την τιμωρία των ποιητών, του Ομήρου και του Αρχιλόχου: «Τον Όμηρο αξίζει να τον πετάξουν έξω από τους αγώνες και να τον ραπίσουν και το ίδιο και τον Αρχίλοχο» (απ. 42), διατείνεται.
Ο «τραγικότερος των ποιητών», ο «από σκηνής φιλόσοφος», Ευριπίδης, στρέφεται κι αυτός εναντίον των αοιδών. Στην τραγωδία Ἡρακλῆς Μαινόμενος, ο Ηρακλής απαντώντας στον Θησέα χαρακτηρίζει ελεεινές τις ιστορίες των αοιδών (ἀοιδῶν οἵδε δύστηνοι λόγοι) που παρουσιάζουν τους θεούς σαν τους ανθρώπους: «Ο θεός, αν είναι αληθινά θεός (εἴπερ ἔστ᾽ ὀρθῶς θεός), δεν έχει ανάγκη τίποτε» (1345-6).
Η διαμάχη μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας έχει μακρά ιστορία, μαρτυρεί ο Πλάτωνας στην Πολιτεία (ὅτι παλαιὰ μέν τις διαφορὰ φιλοσοφίᾳ τε καὶ ποιητικῇ, 607b). Για τον ίδιο, η ποίηση, ως «μίμηση μιμήσεως» (εφόσον αναπαριστά τον αισθητό κόσμο που αποτελεί μίμηση του κόσμου των Ιδεών), απέχει πολύ από την αλήθεια. Όχι απλώς δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της ιδανικής πλατωνικής πολιτείας, αλλά επιπλέον βλάπτει αυτούς που την ακούν (τοῖς γε ἀκούουσιν βλαβερά), καθώς μιμούνται τις συμπεριφορές που περιγράφονται. Ποιο καλό έχει κάνει η επική ποίηση; Ο Πλάτωνας απευθύνεται στον Όμηρο:
«Φίλε, Όμηρε, αν δεν απέχεις τρεις βαθμούς από την αλήθεια στα ζητήματα της αρετής και δεν είσαι ένας δημιουργός ειδώλου, μιμητής δηλαδή σύμφωνα με τον ορισμό μας, αλλά απέχεις δύο βαθμούς, και ήσουν ικανός να γνωρίζεις ποιες ασχολίες κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους ή χειρότερους είτε στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο βίο, πες μας κι εμάς ποια πόλη χάρη σε σένα βελτιώθηκε, όπως η Λακεδαιμονία χάρη στον Λυκούργο και χάρη σε πολλούς άλλους πολλές πόλεις, μικρές και μεγάλες;
Πλάτωνας, Πολιτεία 599d-e
Μπορεί ο Όμηρος να ανέθρεψε τις γενιές των Ελλήνων (ὡς τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν οὗτος ὁ ποιητὴς, 606e), μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος των ποιητών και των τραγικών, αλλά στην ουτοπική πολιτεία θα επιτρέπονται μόνο ύμνοι προς τους θεούς και εγκώμια για τους σπουδαίους άντρες. Ωστόσο, ο Πλάτωνας δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί την αισθητική απόλαυση της ομηρικής ποίησης, με αποτέλεσμα (στο δέκατο και τελευταίο βιβλίο της Πολιτείας) να καταλήγει σε έναν συμβιβασμό. Η ποίηση μπορεί να επιστρέψει στην ιδανική πλατωνική πολιτεία αρκεί να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη. Και αυτό μπορεί να συμβεί με την απολογία της:
«Είναι δίκαιο λοιπόν να της επιτρέψουμε να γυρίσει από την εξορία, αφού απολογηθεί με κανένα λυρικό ή κάποιο άλλο ποίημα;
Οπωσδήποτε.
Θα μπορούσαμε βέβαια να επιτρέψουμε και στους προστάτες της, όσοι δεν είναι ποιητές αλλά αγαπούν την ποίηση (ὅσοι μὴ ποιητικοί, φιλοποιηταὶ δε) να την υπερασπιστούν, όχι έμμετρα, ώστε να φανεί ότι δεν είναι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη για τις πολιτείες και για τον ανθρώπινο βίο. Και εμείς θα τους ακούσουμε με προσήνεια. Γιατί θα έχουμε κέρδος αν φανεί, όχι μόνο ευχάριστη αλλά και ωφέλιμη.»
Πλάτωνας, Πολιτεία 607d-e
Ο Αριστοτέλης αποβαίνει ο «προστάτης της ποίησης» που αναζητά ο Πλάτωνας. Ο συγγραφέας της Ποιητικής, της πρώτης θεωρητικής μελέτης για την ποίηση, αναλύει την ποίηση στα συστατικά της, την ερευνά όπως κανένας άλλος και την επανατοποθετεί στο βάθρο της. Η ποιητική τέχνη δείχνει να διεκδικεί το δικό της μερίδιο στην αλήθεια, κατά τον Αριστοτέλη, ο οποίος στο διάσημο χωρίο την ανακηρύσσει ανώτερη από την Ιστορία.
«Γι΄ αυτό και η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και πιο σπουδαία από την Ιστορία (διὸ καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν). Η μεν ποίηση μιλάει περισσότερο για καθολικές καταστάσεις (καθόλου), η δε Ιστορία μιλάει για ατομικές περιπτώσεις (καθ᾽ ἕκαστον).»
Αριστοτέλης, Ποιητική 1451a-b
Ο Όμηρος αποδεικνύεται ο αγαπημένος του ποιητής (από τους Επικούς), όπως και ο Σοφοκλής (από τους Τραγικούς). Ο φιλόσοφος σε ολόκληρο το έργο παρεμβάλλει χωρία από τον Όμηρο και από πλήθος Τραγωδιών που φαίνεται ότι γνώριζε απ’ έξω. Ο Όμηρος είναι πάντοτε το υπόδειγμα. «Είναι θεσπέσιος, έκανε σπουδαία έργα, είναι άξιος να επαινείται», είναι λίγοι από τους χαρακτηρισμούς με τους οποίους ο συγγραφέας δηλώνει τον υπέρμετρο θαυμασμό του για τον πρώτο ποιητή. Δεν παραλείπει ωστόσο να απαντήσει στον δάσκαλό του (χωρίς να τον κατονομάσει). Η λειτουργία της ποίησης υπερβαίνει κατά πολύ την εκπαίδευση και τη διαμόρφωση του ήθους:
«Σε σχέση με αυτά, η ορθότητα της πολιτικής δεν είναι η ίδια με της ποιητικής τέχνης (οὐχ ἡ αὐτὴ ὀρθότης ἐστὶν τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ποιητικῆς) ούτε καμιάς άλλης επιστήμης η ορθότητα ανήκει στην ποιητική τέχνη.»
Αριστοτέλης, Ποιητική 1460b
Στο ζήτημα της «πολιτικής ορθότητας» του Ομήρου ο Αριστοτέλης παίρνει θέση. Ο Όμηρος δεν χρειάζεται περαιτέρω υπεράσπιση. Η δοκιμασία του χρόνου έχει καταστήσει το έργο του κλασικό. Η συζήτηση όμως για τους σκοπούς της τέχνης συνεχίζεται. Και η πολιτική ορθότητα εμφανίζεται συχνά στον ρόλο του κριτή.
Να προσπερνάς τους σκάρτους της ζωής
Η σκέψη φέρνει πόνο. Όχι άλλη σκέψη. Όχι άλλο πόνο. Κι όσο σκέφτεσαι, τόσα ατέλειωτα τα γιατί… Όσο παιδεύεις και δεν αφήνεις το μυαλό σε ησυχία τόσο πονάς και υποφέρεις. Κι αν οι φίλοι σε πρόδωσαν, μη λυγίζεις. Κι αν οι άνθρωποι σε απογοήτευσαν, μην το βάζεις κάτω. Κι αν ο έρωτας σε τσάκισε, μη στέκεσαι σ’ αυτό!
Να συγχωρείς και να προχωράς. Μην τιμωρείς τον εαυτό σου επειδή κάποιοι σου φέρθηκαν σκάρτα και σε ξεγέλασαν. Μην πιστέψεις ότι εσύ δεν αξίζεις, σκέψου μόνο ότι εμπιστεύτηκες τους ανθρώπους περισσότερο από όσο τους άξιζε.
Και ο χρόνος θα επιβεβαιώσει πως δεν τους άξιζε. Κι αν σου πω να τους συγχωρέσεις θα είναι για δικό σου καλό! Μάθε να το κάνεις για τη δική σου ηρεμία. Για να απελευθερωθείς και να πας παρακάτω. Όχι άλλα εκδικητικά σενάρια. Να συγχωρείς ή έστω να αδιαφορείς και να προχωράς μπροστά. Μη σκέφτεσαι και μην αναλύεις το καθετί. Σου ξαναλέω. Η σκέψη πονάει.
Κι αν σου φέρθηκαν σκάρτα, μη σκας. Ο τροχός γυρίζει, η ζωή γνωρίζει. Για τον έρωτα που σε σακάτεψε δεν αξίζει να σπαταλάς άλλο χρόνο. Για τον φίλο που σε πούλησε μην υπολογίζεις την αξία του, ήταν πολύ φθηνή. Μάθε να προσπερνάς για να είσαι εσύ καλά! Να λες πάμε παρακάτω. Ακούς;
Να συγχωρείς και να προχωράς. Μην τιμωρείς τον εαυτό σου επειδή κάποιοι σου φέρθηκαν σκάρτα και σε ξεγέλασαν. Μην πιστέψεις ότι εσύ δεν αξίζεις, σκέψου μόνο ότι εμπιστεύτηκες τους ανθρώπους περισσότερο από όσο τους άξιζε.
Και ο χρόνος θα επιβεβαιώσει πως δεν τους άξιζε. Κι αν σου πω να τους συγχωρέσεις θα είναι για δικό σου καλό! Μάθε να το κάνεις για τη δική σου ηρεμία. Για να απελευθερωθείς και να πας παρακάτω. Όχι άλλα εκδικητικά σενάρια. Να συγχωρείς ή έστω να αδιαφορείς και να προχωράς μπροστά. Μη σκέφτεσαι και μην αναλύεις το καθετί. Σου ξαναλέω. Η σκέψη πονάει.
Κι αν σου φέρθηκαν σκάρτα, μη σκας. Ο τροχός γυρίζει, η ζωή γνωρίζει. Για τον έρωτα που σε σακάτεψε δεν αξίζει να σπαταλάς άλλο χρόνο. Για τον φίλο που σε πούλησε μην υπολογίζεις την αξία του, ήταν πολύ φθηνή. Μάθε να προσπερνάς για να είσαι εσύ καλά! Να λες πάμε παρακάτω. Ακούς;
Κικέρων: Εγχειρίδιο προεκλογικής εκστρατείας
Το 64 π.Χ., ο μεγάλος Κικέρων θέτει στα 42 του υποψηφιότητα για ύπατος, το υψηλότερο αξίωμα στη ρωμαϊκή δημοκρατία. Ο Κόιντος, εκλεγμένος αγορανόμος ο ίδιος από το 66, πιστεύει στη νίκη του αδελφού του – υπό την προϋπόθεση ότι θα διεξαγάγει έναν καλά στοχευμένο προεκλογικό αγώνα. Του απευθύνει λοιπόν μια επιστολή που είναι, στην πραγματικότητα, ένα αξεπέραστο εγχειρίδιο ψηφοθηρίας: Commentariolum Petitionis. Ένας μικροπολιτικός οδηγός εκλογικής νίκης σε μια δημοκρατία όπου όλοι οι ενήλικοι άνδρες πολίτες είχαν δικαίωμα ψήφου αλλά οι πλούσιοι… μετρούσαν αλλιώς, όπου η πολιτική και κοινωνική χειραγώγηση ήταν καθεστώς, όπου τα φαινόμενα εξαγοράς ψήφων, νοθείας, ενίοτε και βίας ήσαν στην ημερήσια (προ)εκλογική διάταξη. Κάτι δεν μας θυμίζουν όλα αυτά;
Πώς να το κάνουμε, ψηφοθηρική είναι η φύση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας. Τότε και σήμερα. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι οδικοί κανόνες του δρόμου προς τις κάλπες. Οι συμβουλές του Κόιντου διατηρούν, ως εκ τούτου, ολόφρεσκη την επικαιρότητά τους. Τι προτρέπει όσους θέλουν να διεκδικήσουν το χρυσόμαλλο δέρας;
• Να στοχεύσουν σε ειδικές ομάδες συμφερόντων, αφού πρώτα καταγράψουν και σιγουρέψουν τα ερείσματά τους.
• Να μάθουν να κολακεύουν και να διαβάλλουν, να γλείφουν και να φτύνουν ανάλογα με τις περιστάσεις και τις σκοπιμότητες.
• Να υπόσχονται, τα πάντα στους πάντες, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες του κοινού. Αλλά, προσοχή! Όσο το δυνατόν πιο γενικόλογες και, λιγότερα δεσμευτικές υποσχέσεις.
• Να έχουν πάντοτε κατά νου ότι ο λαός (ρωμαϊστί: plebs) προτιμά ένα γλυκόηχο ψέμα από μια ειλικρινή άρνηση.
• Να καλλιεργούν προνομιακές σχέσεις με τους ανθρώπους της άρχουσας τάξης, ακόμα κι όταν διακηρύσσουν φιλολαϊκές απόψεις.
• Να προσφέρουν «χρώμα και θέαμα» στους απλούς ψηφοφόρους.
Ο μικρός αδελφός Κικέρων έχει μια στρατιωτική ευθύτητα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη δημόσια αρένα – και τις κερκίδες της. Αξίωμα πρώτο: Η πολιτική είναι όλο απάτη, απιστία και προδοσία. Αξίωμα δεύτερο: Σημασία έχει ό,τι φέρνει ψήφους – οι εκδουλεύσεις, οι ισχυρές συμμαχίες, το εμπόριο ελπίδας, η προσωπική συμπάθεια. Αξίωμα τρίτο: Ο υποψήφιος οφείλει να είναι χαμαιλέων, προσαρμοζόμενος στις τάσεις της κοινής γνώμης και, στις περιστάσεις.
«Η πόλη μας» του γράφει, εννοώντας η δημοκρατία μας «είναι ένας βόθρος της ανθρώπινης φύσης, ένας τόπος απάτης, σκευωρίας και διαφθοράς κάθε είδους. Όπου κι αν γυρίσεις θα δεις την αλαζονεία, το πείσμα, τη μοχθηρία, τον εγωισμό και το μίσος». Ο μικρότερος Κικέρων μας λέει, όπως κι ο Ηράκλειτος, ότι «οι πολλοί είναι κακοί, και οι καλοί λίγοι». Πιστεύει, όπως ο Δαρείος του Ηρόδοτου, ότι «όπου κυβερνούν κοινοί θνητοί είναι αδύνατο να μην υπάρχει διαφθορά». Θεωρεί, όπως ο Πλάτωνας ή ο Αριστοτέλης, ότι η δημοκρατία συνιστά παρακμιακή «παρέκκλιση» από μια ιδανική «πολιτεία». Θα μπορούσε να φωνάξει, μαζί με τον Αριστοφάνη:
Για να καβαλήσεις την εξουσία,
προσόντα
δεν είναι ο χαρακτήρας κι η παιδεία,
είναι η αμορφωσιά κι η ατιμία.
Αλλά, αιρετός ο ίδιος, αρωγός στην εκλογική φιλοδοξία τον μεγάλου αδελφού, δεν μπορεί να ομολογήσει ανοιχτά μιμούμενος τον Οράτιο: «Σιχαίνομαι τον όχλο και τον αποφεύγω». Ο όχλος είναι το αναγκαίο όχημα, ο αναβατήρας, το κλειδί προς την εξουσία που διεκδικεί ο Κικέρων. Τον όχλο πρέπει να κερδίσει, με όλους τους τρόπους, με όλα τα μέσα.
Τα υπόλοιπα τα έχει καταγράψει η ιστορία.
Το σωτήριο εκείνο έτος του 64 π.Χ., ο Κικέρων πρέπει να ήπιε αδιαμαρτύρητα το πικρό ποτήριο της μικροπολιτικής που του συνέστησε ο αδελφός του – πάντως εξελέγη θριαμβευτικά, πολύ μπροστά από τους άλλους μνηστήρες, τον Πόπλιο Γάλβα και τον Λεύκιο Κάσσιο, τον Γάιο Αντώνιο και τον Κατιλίνα.
ΚΟΪΝΤΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ, ΕΓΧΕΡΙΔΙΟ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
Πώς να το κάνουμε, ψηφοθηρική είναι η φύση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας. Τότε και σήμερα. Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι οδικοί κανόνες του δρόμου προς τις κάλπες. Οι συμβουλές του Κόιντου διατηρούν, ως εκ τούτου, ολόφρεσκη την επικαιρότητά τους. Τι προτρέπει όσους θέλουν να διεκδικήσουν το χρυσόμαλλο δέρας;
• Να στοχεύσουν σε ειδικές ομάδες συμφερόντων, αφού πρώτα καταγράψουν και σιγουρέψουν τα ερείσματά τους.
• Να μάθουν να κολακεύουν και να διαβάλλουν, να γλείφουν και να φτύνουν ανάλογα με τις περιστάσεις και τις σκοπιμότητες.
• Να υπόσχονται, τα πάντα στους πάντες, εκμεταλλευόμενοι τις αδυναμίες του κοινού. Αλλά, προσοχή! Όσο το δυνατόν πιο γενικόλογες και, λιγότερα δεσμευτικές υποσχέσεις.
• Να έχουν πάντοτε κατά νου ότι ο λαός (ρωμαϊστί: plebs) προτιμά ένα γλυκόηχο ψέμα από μια ειλικρινή άρνηση.
• Να καλλιεργούν προνομιακές σχέσεις με τους ανθρώπους της άρχουσας τάξης, ακόμα κι όταν διακηρύσσουν φιλολαϊκές απόψεις.
• Να προσφέρουν «χρώμα και θέαμα» στους απλούς ψηφοφόρους.
Ο μικρός αδελφός Κικέρων έχει μια στρατιωτική ευθύτητα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη δημόσια αρένα – και τις κερκίδες της. Αξίωμα πρώτο: Η πολιτική είναι όλο απάτη, απιστία και προδοσία. Αξίωμα δεύτερο: Σημασία έχει ό,τι φέρνει ψήφους – οι εκδουλεύσεις, οι ισχυρές συμμαχίες, το εμπόριο ελπίδας, η προσωπική συμπάθεια. Αξίωμα τρίτο: Ο υποψήφιος οφείλει να είναι χαμαιλέων, προσαρμοζόμενος στις τάσεις της κοινής γνώμης και, στις περιστάσεις.
«Η πόλη μας» του γράφει, εννοώντας η δημοκρατία μας «είναι ένας βόθρος της ανθρώπινης φύσης, ένας τόπος απάτης, σκευωρίας και διαφθοράς κάθε είδους. Όπου κι αν γυρίσεις θα δεις την αλαζονεία, το πείσμα, τη μοχθηρία, τον εγωισμό και το μίσος». Ο μικρότερος Κικέρων μας λέει, όπως κι ο Ηράκλειτος, ότι «οι πολλοί είναι κακοί, και οι καλοί λίγοι». Πιστεύει, όπως ο Δαρείος του Ηρόδοτου, ότι «όπου κυβερνούν κοινοί θνητοί είναι αδύνατο να μην υπάρχει διαφθορά». Θεωρεί, όπως ο Πλάτωνας ή ο Αριστοτέλης, ότι η δημοκρατία συνιστά παρακμιακή «παρέκκλιση» από μια ιδανική «πολιτεία». Θα μπορούσε να φωνάξει, μαζί με τον Αριστοφάνη:
Για να καβαλήσεις την εξουσία,
προσόντα
δεν είναι ο χαρακτήρας κι η παιδεία,
είναι η αμορφωσιά κι η ατιμία.
Αλλά, αιρετός ο ίδιος, αρωγός στην εκλογική φιλοδοξία τον μεγάλου αδελφού, δεν μπορεί να ομολογήσει ανοιχτά μιμούμενος τον Οράτιο: «Σιχαίνομαι τον όχλο και τον αποφεύγω». Ο όχλος είναι το αναγκαίο όχημα, ο αναβατήρας, το κλειδί προς την εξουσία που διεκδικεί ο Κικέρων. Τον όχλο πρέπει να κερδίσει, με όλους τους τρόπους, με όλα τα μέσα.
Τα υπόλοιπα τα έχει καταγράψει η ιστορία.
Το σωτήριο εκείνο έτος του 64 π.Χ., ο Κικέρων πρέπει να ήπιε αδιαμαρτύρητα το πικρό ποτήριο της μικροπολιτικής που του συνέστησε ο αδελφός του – πάντως εξελέγη θριαμβευτικά, πολύ μπροστά από τους άλλους μνηστήρες, τον Πόπλιο Γάλβα και τον Λεύκιο Κάσσιο, τον Γάιο Αντώνιο και τον Κατιλίνα.
ΚΟΪΝΤΟΣ ΚΙΚΕΡΩΝ, ΕΓΧΕΡΙΔΙΟ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ
Να προσηλωθείς στους στόχους σου
Πόσο συχνά κοιτάζεις το κινητό σου όταν βρίσκεσαι εν μέσω μιας συζήτησης; Πόσο focus μπορείς να κάνεις σε έναν διάλογο;
Είναι όλο και πιο συχνό το φαινόμενο της απόσπασης προσοχής στις μέρες μας, γεγονός που επηρεάζει την καθημερινότητα μας καθώς μας εμποδίζει να ζούμε τη στιγμή. Μπορούμε να αλλάξουμε αυτή τη συμπεριφορά;
Μπορούμε. Η φιλοσοφία για την εστίαση επικεντρώνεται στην ιδέα ότι το μυαλό είναι σαν ένας μυς που πρέπει να εκπαιδευτεί για να επιτύχει μεγαλύτερη συγκέντρωση και διαύγεια. Συχνά ακούμε για τη σημασία του mindfulness στην ζωή μας, για το πόσο μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα και να βελτιώσει την ψυχική μας υγεία. Αλλά πώς μπορούμε να εκπαιδευτούμε να το εφαρμόσουμε στη ζωή μας;
Πώς μπορούμε να κάνουμε Focus
Σκέψου το εξής σενάριο: σχεδιάζεις καιρό να πας ένα ταξίδι, κάνεις αυστηρή οικονομία και αποταμίευση και το οργανώνεις καιρό. Έρχεται λοιπόν η ώρα για το ταξίδι και το μυαλό σου τρέχει αλλού. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το άγχος της καθημερινότητας. Δεν χαίρεσαι τη στιγμή, την ανταμοιβή των κόπων σου. Πόσο διαφορετική θα ήταν αυτή η εμπειρία αν μπορούσες να είσαι εστιασμένος σε αυτή όσο τη ζεις;
Μόνο με την κατάκτηση και τον έλεγχο της δεξιότητας της εστίασης μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά.
Συχνά μας αποσπούν εξωτερικά ερεθίσματα, όπως η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που δυσκολεύουν την εστίαση σε ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό. Για το λόγο αυτό προτείνει τεχνικές όπως ο καθορισμός σαφών στόχων, η ιεράρχηση εργασιών και ο διαχωρισμός μεγαλύτερων έργων σε μικρότερα, πιο διαχειρίσιμα καθήκοντα.
Τα 5 βήματα για να αρχίσεις να εφαρμόζεις τη φιλοσοφία για την εστίαση στην καθημερινή ζωή
1. Σαφείς προτεραιότητες και στόχοι: Καθόρισε τι είναι πραγματικά σημαντικό για εσένα και τι θέλεις να πετύχεις βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
2. Αφού καταγράψεις τους στόχους σου και φτιάξεις το χρονοδιάγραμμα σου, χώρισε τους στόχους σου σε μικρότερες, πιο εφικτές εργασίες. Δεν είναι τυχαία η φράση «ένα βήμα τη φορά».
3. Ελαχιστοποίησε τους περισπασμούς: Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την απενεργοποίηση των ειδοποιήσεων στο τηλέφωνό σου ή το να εστιάζεις για συγκεκριμένο χρόνο στην εργασία σου χωρίς διακοπές.
4. Δώσε σημασία στην επίγνωση: καλλιέργησε την επίγνωση των σκέψεων, των συναισθημάτων και του περιβάλλοντός σου. Οι πρακτικές ενσυνειδητότητας όπως ο διαλογισμός ή η βαθιά αναπνοή μπορούν να σε βοηθήσουν να αναπτύξεις μεγαλύτερη εστίαση και διαύγεια.
5. Αυτοπειθαρχία: Εξάσκησε με συνέπεια τις συνήθειες και τις ρουτίνες που υποστηρίζουν τους στόχους σου, ακόμα και όταν αισθάνεσαι πρόκληση. Αναπτύσσοντας αυτοπειθαρχία, μπορείς να χτίσεις τους νοητικούς μύες που απαιτούνται για να εστιάσεις στο να πετύχεις τους στόχους σου.
Η λέξη κλειδί σε όλα τα παραπάνω είναι το διάλειμμα.
Δεν το περίμενες; Κι όμως! Είναι σημαντικό να δίνεις στον εαυτό σου χρόνο για ξεκούραση και επαναφόρτιση. Τα μικρά διαλείμματα μπορούν πραγματικά να βοηθήσουν στη βελτίωση της εστίασης και της παραγωγικότητας σου.
Για να μπορέσεις πραγματικά να εφαρμόσεις τη δύναμη της εστίασης στη καθημερινότητα σου, πρέπει να την εξασκείς κάθε μέρα.
Χρειάζεται επιμονή, επανάληψη και πίστη.
Η εφαρμογή αυτών των διδαγμάτων θα βελτιώσει την ψυχική σου υγεία και θα σε βοηθήσει να αναπτύξεις μεγαλύτερη ενσυναίσθηση ώστε να μπορείς να βιώσεις ουσιαστικά τη ζωή σου!
Είναι όλο και πιο συχνό το φαινόμενο της απόσπασης προσοχής στις μέρες μας, γεγονός που επηρεάζει την καθημερινότητα μας καθώς μας εμποδίζει να ζούμε τη στιγμή. Μπορούμε να αλλάξουμε αυτή τη συμπεριφορά;
Μπορούμε. Η φιλοσοφία για την εστίαση επικεντρώνεται στην ιδέα ότι το μυαλό είναι σαν ένας μυς που πρέπει να εκπαιδευτεί για να επιτύχει μεγαλύτερη συγκέντρωση και διαύγεια. Συχνά ακούμε για τη σημασία του mindfulness στην ζωή μας, για το πόσο μπορεί να μας κάνει να νιώθουμε καλύτερα και να βελτιώσει την ψυχική μας υγεία. Αλλά πώς μπορούμε να εκπαιδευτούμε να το εφαρμόσουμε στη ζωή μας;
Πώς μπορούμε να κάνουμε Focus
Σκέψου το εξής σενάριο: σχεδιάζεις καιρό να πας ένα ταξίδι, κάνεις αυστηρή οικονομία και αποταμίευση και το οργανώνεις καιρό. Έρχεται λοιπόν η ώρα για το ταξίδι και το μυαλό σου τρέχει αλλού. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από το άγχος της καθημερινότητας. Δεν χαίρεσαι τη στιγμή, την ανταμοιβή των κόπων σου. Πόσο διαφορετική θα ήταν αυτή η εμπειρία αν μπορούσες να είσαι εστιασμένος σε αυτή όσο τη ζεις;
Μόνο με την κατάκτηση και τον έλεγχο της δεξιότητας της εστίασης μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά.
Συχνά μας αποσπούν εξωτερικά ερεθίσματα, όπως η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που δυσκολεύουν την εστίαση σε ό,τι είναι πραγματικά σημαντικό. Για το λόγο αυτό προτείνει τεχνικές όπως ο καθορισμός σαφών στόχων, η ιεράρχηση εργασιών και ο διαχωρισμός μεγαλύτερων έργων σε μικρότερα, πιο διαχειρίσιμα καθήκοντα.
Τα 5 βήματα για να αρχίσεις να εφαρμόζεις τη φιλοσοφία για την εστίαση στην καθημερινή ζωή
1. Σαφείς προτεραιότητες και στόχοι: Καθόρισε τι είναι πραγματικά σημαντικό για εσένα και τι θέλεις να πετύχεις βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
2. Αφού καταγράψεις τους στόχους σου και φτιάξεις το χρονοδιάγραμμα σου, χώρισε τους στόχους σου σε μικρότερες, πιο εφικτές εργασίες. Δεν είναι τυχαία η φράση «ένα βήμα τη φορά».
3. Ελαχιστοποίησε τους περισπασμούς: Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την απενεργοποίηση των ειδοποιήσεων στο τηλέφωνό σου ή το να εστιάζεις για συγκεκριμένο χρόνο στην εργασία σου χωρίς διακοπές.
4. Δώσε σημασία στην επίγνωση: καλλιέργησε την επίγνωση των σκέψεων, των συναισθημάτων και του περιβάλλοντός σου. Οι πρακτικές ενσυνειδητότητας όπως ο διαλογισμός ή η βαθιά αναπνοή μπορούν να σε βοηθήσουν να αναπτύξεις μεγαλύτερη εστίαση και διαύγεια.
5. Αυτοπειθαρχία: Εξάσκησε με συνέπεια τις συνήθειες και τις ρουτίνες που υποστηρίζουν τους στόχους σου, ακόμα και όταν αισθάνεσαι πρόκληση. Αναπτύσσοντας αυτοπειθαρχία, μπορείς να χτίσεις τους νοητικούς μύες που απαιτούνται για να εστιάσεις στο να πετύχεις τους στόχους σου.
Η λέξη κλειδί σε όλα τα παραπάνω είναι το διάλειμμα.
Δεν το περίμενες; Κι όμως! Είναι σημαντικό να δίνεις στον εαυτό σου χρόνο για ξεκούραση και επαναφόρτιση. Τα μικρά διαλείμματα μπορούν πραγματικά να βοηθήσουν στη βελτίωση της εστίασης και της παραγωγικότητας σου.
Για να μπορέσεις πραγματικά να εφαρμόσεις τη δύναμη της εστίασης στη καθημερινότητα σου, πρέπει να την εξασκείς κάθε μέρα.
Χρειάζεται επιμονή, επανάληψη και πίστη.
Η εφαρμογή αυτών των διδαγμάτων θα βελτιώσει την ψυχική σου υγεία και θα σε βοηθήσει να αναπτύξεις μεγαλύτερη ενσυναίσθηση ώστε να μπορείς να βιώσεις ουσιαστικά τη ζωή σου!
ΟΙ ΣΥΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Στα μαθηματικά, συνάρτηση, ή απεικόνιση είναι μια αντιστοίχιση μεταξύ δύο συνόλων, που καλούνται σύνολο ορισμού και σύνολο τιμών, κατά την οποία κάθε ένα στοιχείο του πεδίου ορισμού αντιστοιχίζεται σε ένα και μόνο στοιχείο του πεδίου τιμών. Αν είναι μια συνάρτηση από ένα σύνολο σε ένα σύνολο, γράφουμε.
Ιστορικά η έννοια της συνάρτησης εισήχθη στα μαθηματικά από τον θεμελιωτή του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού Γερμανό μαθηματικό Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς το 1694.
Οι όροι συνάρτηση και απεικόνιση είναι συνώνυμοι. Ο πρώτος χρησιμοποιείται περισσότερο στην στοιχειώδη άλγεβρα και τον απειροστικό λογισμό, ενώ ο δεύτερος στα διακριτά μαθηματικά.
Γενικά
Μπορούμε να πούμε ότι μια συνάρτηση είναι ο «τρόπος» ή «κανόνας» με τον οποίο αντιστοιχίζεται μία μοναδική τιμή της εξαρτημένης ποσότητας (σύνολο τιμών) σε κάθε τιμή της ανεξάρτητης ποσότητας (πεδίο ορισμού). Η έννοια της συνάρτησης εκφράζει τη διαισθητική ιδέα της ντετερμινιστικής εξάρτησης μιας ποσότητας από μια άλλη. Τούτο διότι εξορισμού απαγορεύεται η αντιστοίχιση μιας τιμής της ανεξάρτητης ποσότητας σε περισσότερες από μία τιμές της εξαρτημένης ποσότητας κατά τρόπο στοχαστικό ή τυχαίο, δηλαδή κατά τρόπο που δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε από πριν δεδομένο όρισμα σε ποια ακριβώς τιμή αντιστοιχεί. (Δηλαδή κάθε στοιχείο του πεδίου ορισμού αντιστοιχίζεται σε ακριβώς ένα στοιχείο του συνόλου τιμών).
Εισαγωγή και παραδείγματα
Μια συνάρτηση που τον συνδέει με οποιοδήποτε από τα τέσσερα χρωματιστά διαμορφώνει το χρώμα του.
Για ένα παράδειγμα μιας συνάρτησης, έστω Χ το σύνολο που αποτελείται από τέσσερα σχήματα: ένα κόκκινο τρίγωνο, ένα κίτρινο ορθογώνιο, ένα πράσινο εξάγωνο και ένα κόκκινο τετράγωνο και έστω Υ το σύνολο που αποτελείται από πέντε χρώματα: κόκκινο, μπλε, πράσινο, ροζ και κίτρινο. Συνδέοντας κάθε σχήμα στο χρώμα του είναι μια συνάρτηση από το Χ στο Υ: κάθε σχήμα συνδέεται με ένα χρώμα (δηλαδή, ένα στοιχείο στο Υ), και κάθε σχήμα είναι “συνδεδεμένο”, ή “χαρτογραφείται”, σε ακριβώς ένα χρώμα. Δεν υπάρχει σχήμα που στερείται ενός χρώματος και ούτε κάποιο σχήμα που έχει δύο ή περισσότερα χρώματα. Αυτή η λειτουργία θα αναφέρεται ως “χρώμα της συνάρτησης σχήματος”.
Η εισαγωγή σε μια συνάρτηση ονομάζεται όρισμα και η έξοδος ονομάζεται τιμή. Το σύνολο όλων των επιτρεπόμενων ορισμάτων σε μια συγκεκριμένη συνάρτηση ονομάζεται σύνολο ορισμού, ενώ το σύνολο των επιτρεπόμενων εξόδων ονομάζεται σύνολο τιμών. Έτσι, το σύνολο ορισμού του “χρώμα της συνάρτησης σχήματος” είναι το σύνολο των τεσσάρων σχημάτων, και το συνόλου τιμών αποτελείται από τα πέντε χρώματα. Η έννοια της συνάρτησης δεν απαιτεί ότι κάθε πιθανή έξοδος είναι η τιμή κάποιου ορισμού, π.χ. το μπλε χρώμα δεν είναι το χρώμα οποιουδήποτε από τα τέσσερα σχήματα στο Χ.
Ένα δεύτερο παράδειγμα μιας συνάρτησης είναι η εξής: το σύνολο ορισμού επιλέγεται να είναι το σύνολο των φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4, …), και το σύνολο τιμών είναι το σύνολο των ακεραίων (…, -3 , -2, -1, 0, 1, 2, 3, …). Η συνάρτηση σχετίζεται με οποιοδήποτε φυσικό αριθμό n,τον αριθμό 4-n. Για παράδειγμα, το 1 σχετίζεται με το 3 και το 10 με το -6.
Ένα τρίτο παράδειγμα μιας συνάρτησης έχει το σύνολο των πολυγώνων ως σύνολο ορισμού και το σύνολο των φυσικών αριθμών ως σύνολο τιμών. Η συνάρτηση συσχετίζει ένα πολύγωνο με τον αριθμό των κορυφών του. Για παράδειγμα, ένα τρίγωνο συνδέεται με τον αριθμό 3, ένα τετράγωνο με τον αριθμό 4, και ούτω καθεξής.
Ο όρος εύρος μερικές φορές χρησιμοποιείται είτε για το σύνολο τιμών είτε για το σύνολο όλων των πραγματικών τιμών που έχει μια συνάρτηση. Για να αποφευχθεί η ασάφεια αυτό το άρθρο αποφεύγει τη χρήση του όρου.
Συμβολισμός
Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το θέμα, δείτε το συμβολισμό συναρτήσεων.
Μια συνάρτηση f με σύνολο ορισμού το Χ και σύνολο τιμών το Y συνήθως συμβολίζεται με
f:X –> Y
ή
X^f –> Y.
Στο πλαίσιο αυτό, τα στοιχεία του Χ ονομάζονται όρισμα μιας συνάρτησης της f. Για κάθε όρισμα Χ, το αντίστοιχο μοναδικό y του συνόλου τιμών ονομάζεται η συνάρτηση τιμή στο Χ ή η εικόνα του x με την f.Γράφεται ως f(x). Λέει ότι η f αντιστοιχεί το y με το x ή στέλνει το x στο y. Αυτό είναι συντομογραφία από το
y= f(x)
Μια γενική συνάρτηση συχνά συμβολίζεται με το f. Ειδικές συναρτήσεις έχουν ονομασίες, για παράδειγμα, η συνάρτηση signum συμβολίζεται με sgn. Λαμβάνοντας υπόψη ένα πραγματικό αριθμό x, η εικόνα του στο πλαίσιο της συνάρτησης signum γράφεται ως sgn(x). Εδώ, το όρισμα συμβολίζεται με το σύμβολο x, αλλά διαφορετικά σύμβολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλα πλαίσια. Για παράδειγμα, στη φυσική, η ταχύτητα κάποιου σώματος, αναλόγως του χρόνου, συμβολίζεται με v(t). Οι παρενθέσεις γύρω από το όρισμα μπορούν να παραλειφθούν όταν υπάρχει μικρή πιθανότητα σύγχυσης, έτσι: sin x; Αυτό είναι γνωστό ως συμβολισμός προθέματος.
ΥΠΑΤΙΑ: ΕΓΙΝΑ ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Η Υπατία ζει. Ας ξεκινάμε με αυτό το δεδομένο τους στοχασμούς μας προς αυτήν.
Ότι η Υπατία ζει.
Και εφόσον δεχτούμε πως συνεχίζει να είναι ζωντανή (γιατί πως γίνεται να πεθάνουν ποτέ οι ήρωες;) ας αναζητήσουμε το Νόημα της ύπαρξης αυτής της Ολύμπιας ψυχής.
Και εφόσον δεχτούμε πως συνεχίζει να είναι ζωντανή (γιατί πως γίνεται να πεθάνουν ποτέ οι ήρωες;) ας αναζητήσουμε το Νόημα της ύπαρξης αυτής της Ολύμπιας ψυχής.
Της πανεπιστήμονος Υπατίας. Όλοι στεκόμαστε και εστιάζουμε γεμάτοι από οργή, από θυμό αλλά και θλίψη, στο άδικο του θανάτου της. Μας πονάει το βάναυσο τέλος της που είχε από τις ορδές των βάρβαρων ψυχών. Πολλοί από εμάς, μισούμε ατελείωτα όλον εκείνον τον συρφετό των ανάξιων, και νοητά, έχουμε παλέψει μαζί τους πολλές φορές εκδικούμενοι το θάνατο της αγαπημένης.
Όμως, αν τώρα, ερχόταν η Υπατία εδώ, ανάμεσα μας, σε κάποια νοητή αίθουσα για να διδάξει, θεωρεί έστω και ένας από εμάς, πως θα μισούσε τους βασανιστές της;
Θεωρεί έστω και ένας από εμάς πως θα οργίζονταν με τις δόλιες υπάρξεις αυτών που την θανάτωσαν;
Θα τολμήσω να πω πως, όχι.
Δεν θα μας προέτρεπε ούτε σαν σκέψη, ούτε με πράξεις, να ρίξουμε το πνεύμα μας στα ζοφερά του Τάρταρου, εξομοιώνοντας την ελληνική μας φύση με αυτήν των σκοταδιστών ποθώντας εκδίκηση.
Αν δινόταν η ευκαιρία και η φιλόσοφος Υπατία ερχόταν να μας διδάξει, όπως έκανε σε όλη της ζωή, θα ξεκινούσε το μάθημα της με μια πρόταση:
«ΕΓΙΝΑ ΧΙΛΙΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ»
Έτσι, μ αυτή την πρόταση, ο λογισμός μου νιώθει και ερμηνεύει τον θάνατο της Υπατίας.
Ένας θάνατος που στην ελληνική πορεία του φωτός, υπήρξε σταθμός. Αυτός ο Μέγας τεμαχισμός, το κομμάτιασμα του κορμιού της σε χίλια κομμάτια, αλλά όχι της ύπαρξης της, είναι ότι πιο συμβολικό μπορούσε να δώσει σε εμάς.
Η Υπατία, σφράγισε την έξοδο της από αυτόν τον κόσμο των ειδώλων και της πλάνης, με την ύψιστη τελετουργική σκηνή: αυτή του διαμελισμού της. Ως άλλος Ορφέας, ως άλλος θεός Διόνυσος, διαμελίστηκε ως την ύστατη πράξη αναγέννησης. Μιας ελληνικής πάντα αναγέννησης.
Και κάθε σπάραγμα της, κάθε κομμάτι της ύπαρξης της, μας φωνάζει πως, αν θέλουμε πραγματικά να αποδεχθούμε το φως το Ελληνικό, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από την πράξη της διάσπασης του σαθρού παλιού μας Εαυτού. Ας είμαστε έτοιμοι, ως ένας άλλος Ορφέας, να διαμελιστούμε, από τις μαινάδες της μέχρι τώρα ύπνωσής μας.
Αν θέλουμε πραγματικά να αποδεχθούμε το φως το Ελληνικό, ας είμαστε έτοιμοι να κρεουργηθούμε και να φαγωθούμε ως ένας άλλος Πενθέας, από τη γεννήτορά του την Αγαύη.
Ας είμαστε έτοιμοι να μυηθούμε στον θάνατο του Διονύσου, στον χιλιοσπαράγματό του για να γίνουμε θεοί.
Να παλέψουμε με τα μυθικά τέρατα, που κρύβονται στα βάθη της νόησής μας, και να είμαστε έτοιμοι δεχθούμε τον τρόμο που θα μας επιφέρει το ξεσκέπασμα του πραγματικού μας Κέρβερου Εαυτού μας όταν τον συναντήσουμε.
Ο θάνατος της Υπατίας, μας φωνάζει πως, το Ελληνικό θέλει να μυηθούμε στον πόνο της ενθάδε ύπαρξής μας.
Να αποδεχθούμε τον πλήρη κατακερματισμό της ψεύτικης κτίσης του συνόλου του χαρακτήρα μας.
Να διδαχθούμε από τους ήρωες μας, οι οποίοι μάτωσαν στις μάχες τους και θυσίασαν την ζωή τους για όλο αυτό που ονομάζουμε Φως ελληνικό. Πως ο δρόμος ο Ελληνικός, μας ζητά πρωτίστως να θυσιαστούμε.
Να τεμαχιστούμε.
Να αφορίσουμε και να αποδιώξουμε τις φενάκες των εντυπώσεών μας.
Όλα είναι σπαραγμός, θυσία και πόνος στην πορεία προς το ελληνικό ερεβοκτόνο φως.
Όλα προς αυτήν την πορεία έχουν έναν πρόωρο θάνατο γιατί πως θα αλλιώς θα συναντήσουμε το αιώνιο; Όλα είναι θυσία σε αυτόν τον δρόμο γιατί μέσα από αυτήν χτίστηκαν τα Ηλύσια Πεδία των ηρώων, μέσα από το αίμα τους που πότισε κάθε πέτρα. Εκεί, σε εκείνα τα Ιερά Πεδία βρίσκεται και η Υπατία.
Μια ηρωίδα. Ποτέ στην ελληνική σκέψη ο θάνατος ενός ήρωα δεν ήταν κάτι σκοτεινό που έπρεπε να μοιρολογηθεί!
Οι θάνατοι των ηρώων μας ήταν διδαχή και δίδαγμα που έπρεπε να ακολουθήσουμε.
Και από εκεί πέρα η Υπατία, πιο ζωντανή και πιο λαμπερή από ποτέ, συνεχίζει να μας διδάσκει. Δεν σταμάτησε. Οι μαθητές της λίγοι, αλλά…. αρκετοί.
Η ζωή της, ας είναι οδηγός μας.
Η γενναιότητα της, ας γίνει το πιο σπουδαίο μάθημα μας.
Ο θάνατος της, ας μας σπρώξει να μαζέψουμε τα καινούργια μας κομμάτια της δικής μας διάσπασης, και να συνθέσουμε ξανά το μεγαλείο μιας δικαίας Ελλάδας.
Η Υπατία είναι αυτή που μας ψιθυρίζει στο αυτί πως:
«Έγινα χίλια κομμάτια για σένα».
Είθε να γίνουμε άξιοι μαθητές της.
Ωκεανοί νερού κοντά στον πυρήνα της Γης
Βαθιά κάτω από την επιφάνεια της Γης, υπάρχει μια τεράστια δεξαμενή νερού και εκτιμάται ότι περιέχει τριπλάσια ποσότητα νερού σε σύγκριση με όλους τους ωκεανούς που γνωρίζουμε, κάτι που φέρνει σειρά επιστημόνων να πανηγυρίσουν καθώς ήταν κάτι που έψαχναν δεκαετίες ενώ αλλά ζει πολλά δεδομένα.
Το 2014, μια επιστημονική ομάδα από τις ΗΠΑ χρησιμοποίησε 2.000 σεισμόμετρα για να μελετήσει τα σεισμικά κύματα από περισσότερους από 500 σεισμούς, όπως αναφέρει το «IFL Science».
Εξετάζοντας την ταχύτητα των κυμάτων σε διαφορετικά βάθη, η επιστημονική ομάδα μπόρεσε να προσδιορίσει το είδος των πετρωμάτων από τα οποία πέρασαν τα κύματα πριν φτάσουν στους αισθητήρες.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου 700 χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας, στη λεγόμενη «μεταβατική ζώνη» μεταξύ του κατώτερου μανδύα και του ανώτερου μανδύα, υπήρχε ένα πέτρωμα που ονομάζεται ρινγκουντίτης.
Τι είναι ο ρινγκουντίτης
Επισημαίνεται ότι ο ρινγκουντίτης σχηματίζεται μόνο κάτω από την έντονη πίεση που παρατηρείται προς το κέντρο του πλανήτη μας. Μόνο ένα δείγμα από το εσωτερικό της Γης – έχει βρεθεί επίσης σε μετεωρίτες – έχει ανακαλυφθεί, παγιδευμένο μέσα σε ένα μικροσκοπικό διαμάντι. Ακόμα, ο ρινγκουντίτης περιέχει νερό, όχι ως υγρό, αλλά παγιδευμένο μέσα στη μοριακή δομή των ορυκτών.
Ο γεωφυσικός, Στιβ Γιάκομπσεν, σε σχετική ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Northwestern, έχει αναφέρει το εξής: «Ο ρινγκουντίτης είναι σαν σφουγγάρι, που απορροφά το νερό. Υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στην κρυσταλλική δομή του ρινγκουντίτη, που του επιτρέπει να προσελκύει το υδρογόνο και να παγιδεύει το νερό. Αυτό το ορυκτό μπορεί να περιέχει πολύ νερό στις συνθήκες του βαθέος μανδύα».
Η έρευνα για την παρουσία νερού κοντά στο κέντρο της Γης
Προηγούμενα πειράματα έδειξαν ότι ο ρινγκουντίτης μπορεί να περιέχει έως και 1,5% νερο και τα σεισμικά κύματα που ανιχνεύθηκαν, ήταν συμβατά με το εν λόγω πέτρωμα, το οποίο περιέχει νερό.
Η επιστημονική ομάδα υπολόγισε ότι αν μόνο το 1% του πετρώματος στη λεγόμενη «μεταβατική ζώνη« είναι νερό, αυτό σημαίνει ότι περιέχει τρεις φορές περισσότερο νερό από όλους τους ωκεανούς στην επιφάνεια της Γης. Αυτό, μάλιστα, ταίριαζε με τα αποτελέσματά τους, τα οποία δημοσιεύθηκαν, τον Ιούνιο του 2014, στο «Science».
«Αν υπάρχει σημαντική ποσότητα H2O στη μεταβατική ζώνη, τότε θα πρέπει να συμβαίνει κάποια τήξη σε περιοχές, όπου υπάρχει ροή στον κατώτερο μανδύα και αυτό συνάδει με όσα βρήκαμε» είχε δηλώσει ο σεισμολόγος, Μπράντον Σμαντ.
Πάντως, ο Στιβ Γιάκομπσεν πιστεύει ότι η μελέτη συμβάλλει στην απόδειξη ότι το νερό της Γης «προήλθε από μέσα», όπως έχει υποστηρίξει στο «New Scientist».
Μάλιστα, ο ίδιος έχει τονίσει το εξής: «Νομίζω ότι επιτέλους βλέπουμε αποδείξεις για έναν κύκλο νερού σε ολόκληρη τη Γη, ο οποίος μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση της τεράστιας ποσότητας υγρού νερού στην επιφάνεια του κατοικήσιμου πλανήτη μας. Οι επιστήμονες αναζητούν αυτό το “χαμένο νερό” εδώ και δεκαετίες».
Το 2014, μια επιστημονική ομάδα από τις ΗΠΑ χρησιμοποίησε 2.000 σεισμόμετρα για να μελετήσει τα σεισμικά κύματα από περισσότερους από 500 σεισμούς, όπως αναφέρει το «IFL Science».
Εξετάζοντας την ταχύτητα των κυμάτων σε διαφορετικά βάθη, η επιστημονική ομάδα μπόρεσε να προσδιορίσει το είδος των πετρωμάτων από τα οποία πέρασαν τα κύματα πριν φτάσουν στους αισθητήρες.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου 700 χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας, στη λεγόμενη «μεταβατική ζώνη» μεταξύ του κατώτερου μανδύα και του ανώτερου μανδύα, υπήρχε ένα πέτρωμα που ονομάζεται ρινγκουντίτης.
Τι είναι ο ρινγκουντίτης
Επισημαίνεται ότι ο ρινγκουντίτης σχηματίζεται μόνο κάτω από την έντονη πίεση που παρατηρείται προς το κέντρο του πλανήτη μας. Μόνο ένα δείγμα από το εσωτερικό της Γης – έχει βρεθεί επίσης σε μετεωρίτες – έχει ανακαλυφθεί, παγιδευμένο μέσα σε ένα μικροσκοπικό διαμάντι. Ακόμα, ο ρινγκουντίτης περιέχει νερό, όχι ως υγρό, αλλά παγιδευμένο μέσα στη μοριακή δομή των ορυκτών.
Ο γεωφυσικός, Στιβ Γιάκομπσεν, σε σχετική ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Northwestern, έχει αναφέρει το εξής: «Ο ρινγκουντίτης είναι σαν σφουγγάρι, που απορροφά το νερό. Υπάρχει κάτι πολύ ιδιαίτερο στην κρυσταλλική δομή του ρινγκουντίτη, που του επιτρέπει να προσελκύει το υδρογόνο και να παγιδεύει το νερό. Αυτό το ορυκτό μπορεί να περιέχει πολύ νερό στις συνθήκες του βαθέος μανδύα».
Η έρευνα για την παρουσία νερού κοντά στο κέντρο της Γης
Προηγούμενα πειράματα έδειξαν ότι ο ρινγκουντίτης μπορεί να περιέχει έως και 1,5% νερο και τα σεισμικά κύματα που ανιχνεύθηκαν, ήταν συμβατά με το εν λόγω πέτρωμα, το οποίο περιέχει νερό.
Η επιστημονική ομάδα υπολόγισε ότι αν μόνο το 1% του πετρώματος στη λεγόμενη «μεταβατική ζώνη« είναι νερό, αυτό σημαίνει ότι περιέχει τρεις φορές περισσότερο νερό από όλους τους ωκεανούς στην επιφάνεια της Γης. Αυτό, μάλιστα, ταίριαζε με τα αποτελέσματά τους, τα οποία δημοσιεύθηκαν, τον Ιούνιο του 2014, στο «Science».
«Αν υπάρχει σημαντική ποσότητα H2O στη μεταβατική ζώνη, τότε θα πρέπει να συμβαίνει κάποια τήξη σε περιοχές, όπου υπάρχει ροή στον κατώτερο μανδύα και αυτό συνάδει με όσα βρήκαμε» είχε δηλώσει ο σεισμολόγος, Μπράντον Σμαντ.
Πάντως, ο Στιβ Γιάκομπσεν πιστεύει ότι η μελέτη συμβάλλει στην απόδειξη ότι το νερό της Γης «προήλθε από μέσα», όπως έχει υποστηρίξει στο «New Scientist».
Μάλιστα, ο ίδιος έχει τονίσει το εξής: «Νομίζω ότι επιτέλους βλέπουμε αποδείξεις για έναν κύκλο νερού σε ολόκληρη τη Γη, ο οποίος μπορεί να βοηθήσει στην εξήγηση της τεράστιας ποσότητας υγρού νερού στην επιφάνεια του κατοικήσιμου πλανήτη μας. Οι επιστήμονες αναζητούν αυτό το “χαμένο νερό” εδώ και δεκαετίες».
Τα Όρια της Αγάπης και του Πόνου
Η κατάσταση της μόνιμης ανάγκης, το αίσθημα της έλλειψης που μας ωθεί στην αναζήτηση του άλλου για την αποκατάσταση της ολότητας, αντιπροσωπεύει για τον άνθρωπο μια συνεχή υπόσχεση για διαφοροποίηση και αλλαγή. Όλοι όσοι έχουν την τύχη να ερωτευτούν, συνειδητοποιούν τη μεταμόρφωση που έχει συντελεστεί όταν βγουν από τη συγκεκριμένη ερωτική εμπειρία, ενώ όσο διαρκεί απλώς τη διαισθάνονται.
Πρέπει να πούμε όμως ότι χρειάζεται και λίγο θάρρος, γιατί η υπόσχεση για πλήρωση κρύβει και τον κίνδυνο της αποτυχίας. Μπορεί τη δεδομένη στιγμή να προκύψει κάτι που θα παρεμποδίσει τη μεταμόρφωσή μου και τότε ο άλλος, από «ζωντανή υπόσχεση» γίνεται ζωντανή μαρτυρία της αδυναμίας μου να μεταμορφωθώ. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό σημείο, γιατί η διάψευση της στιγμιαίας, έστω, ελπίδας για αλλαγή, είναι βαριά κληρονομιά. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να αντέχουμε τη στέρηση.
Πιστεύω πως η αποδοχή της έλλειψης είναι ένα άλλο δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όλη μας η ζωή είναι ένας αγώνας για να συλλάβουμε εκείνο το κάτι που μας διαφεύγει και για να μπορέσουμε να αγωνιστούμε πρέπει να μάθουμε να κουβαλάμε στις πλάτες μας το βάρος της απουσίας του άλλου.
Πιστεύω πως καμιά θεραπεία, καμιά εμπειρία δεν βοηθάει να απαλλαγούμε από το βάρος του κενού που ο έρωτας υπόσχεται να γεμίσει. Όταν πιστέψουμε ότι το κενό έχει απαλειφθεί, το πιο πιθανό είναι ότι ξεγελούμε τον εαυτό μας.
Πραγματικά, όσο κι αν ο άλλος ανταποκρίνεται στην επιθυμία μας, η ανάγκη για ολότητα είναι τόσο μεγάλη που τίποτε δεν μπορεί να την ικανοποιήσει πραγματικά. Το πεπρωμένο πάνω στο οποίο δομείται η ζωή μας, είναι να μάθουμε να υπομένουμε τη στέρηση και την απογοήτευση για τον άνθρωπο που έχουμε κοντά μας. Όποιος κι αν είναι αυτός, ό,τι κι αν αντιπροσωπεύει ή έχει αντιπροσωπεύσει για μας, εκφράζει μια απουσία.
Μπορούμε να πούμε ότι κάθε ερωτική διάσταση φέρνει επί σκηνής ένα μύθο. Κάθε φορά που βιώνουμε μια τέτοια εμπειρία, «σκηνοθετούμε» κάτι: τη χαμένη ολότητα που παραπέμπει σε πρώιμες στιγμές της ύπαρξής μας ή τη λεγόμενη επιθυμία πλήρωσης και –γεγονός ακόμη πιο οδυνηρό-την ετοιμότητά μας να ανανεώσουμε αυτήν την αίσθηση του κενού.
Αν η επιθυμία είναι εξ ορισμού ανικανοποίητη, όταν αγαπούμε ξανανιώθουμε έντονα το αίσθημα της μοναξιάς. Μέσα μας υπάρχει μια τάση προς την ολότητα, προς την τελειότητα, σε σημείο που για κάποιους ανθρώπους, για τους μυστικιστές λόγου χάρη, η ιδανική αγάπη στρέφεται προς το Θεό και όχι προς τα επίγεια πλάσματα. Με λύπη φτάνουμε σε τέτοια συμπεράσματα, γιατί είναι σαφές ότι μοιραία προσπαθούμε να έχουμε αυταπάτες. Εκ των πραγμάτων όμως η ερωτική διάσταση είναι μια εμπειρία απουσίας και η απουσία συνδέεται με τη νοσταλγία.
Νομίζω ότι η νοσταλγία και το αίσθημα απουσίας του άλλου συμπίπτουν με το νόημα της ζωή μας. Είναι σαν να νιώθουμε διαρκώς ανικανοποίητοι, ανεξάρτητα από το τι έχουμε επιτύχει. Ενώ αυτό που μας κινητοποιεί είναι το αίσθημα του απεριόριστου, εκείνα που αποκτάμε είναι πεπερασμένα κι έτσι, ακόμη και τη στιγμή που κοιταζόμαστε στα μάτια με τον άνθρωπο που αγαπούμε, διαβάζουμε στα βλέμματά μας τη νοσταλγία.
Και στη ζωή και στην ερωτική διάσταση, η ανάγκη μάς σπρώχνει μπροστά, αλλά η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, γιατί όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, δεν μπορεί να εκπληρώσει τις προσδοκίες μας. Ο άνθρωπος στην αδιάκοπη περιπλάνησή του, όμοια με του Οδυσσέα, παραμένει αιωνίως πικραμένος από την εμπειρία του, αλλά το ανικανοποίητο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για να ωριμάσει. Ξέρουμε πως η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται μόνο υπό την ώθηση αυτού που μας λείπει. Η ενηλικίωση συνδέεται και με την τεράστια επιθυμία να αποκτήσουμε αυτό που όταν ήμαστε παιδιά μάς ήταν απαγορευμένο.
Θα έλεγα ότι, από μια άποψη, είμαστε τυχεροί που η διάσταση της παιδικότητας δεν εξαλείφεται εντελώς. Αυτό το αιώνιο, το παιδικό ανικανοποίητο μας επιτρέπει, ή μάλλον μας «αναγκάζει» να είμαστε διαφορετικοί.
Αυτό που, μ’ άλλα λόγια, εκφράζεται με την ετοιμότητα να δεχτούμε καινούργιες ιδέες κι απρόβλεπτες καταστάσεις, μας δίνει και τη δυνατότητα για νέες ανακαλύψεις.
Όταν δεν μπορούμε να δεχτούμε την απουσία του άλλου, τότε ενεργοποιείται η φαντασία μας. Αρχίζουμε να νιώθουμε την ανθρώπινη διάστασή μας, βλέπουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε εντελώς καινούργια πράγματα που δεν θα είχαμε υποψιαστεί καν ότι υπήρχαν, αν είχαμε μείνει με την αυταπάτη ότι η ανάγκη είχε εκπληρωθεί.
Να γιατί οι ερωτικές σχέσεις είναι τόσο επώδυνες. Να γιατί δεν υπάρχει σχέση που να μην μας εμποδίζει να νιώσουμε ότι μπορούμε να ωριμάζουμε και δεν υπάρχει ερωτική σχέση που να μην είναι φορτισμένη με πόνο.
Ακόμη κι όταν νομίζουμε πως είμαστε ικανοποιημένοι, κατά βάθος ξέρουμε πως αυτό είναι αυταπάτη. Κάτι υπάρχει που διαψεύδει τις προσδοκίες μας, νιώθουμε αόριστα ότι η απατηλή εκείνη ικανοποίηση μας εμποδίζει να μεγαλώσουμε πραγματικά. Ο έρωτας που προσφέρουμε και ο έρωτας που αρνούμαστε είναι επώδυνη όσο και γόνιμη πηγή δυσαρέσκειας.
Ο Νοβάλις έλεγε ότι η πλάνη είναι κάτι θεμελιώδες για την ψυχή μας. Πρέπει να μπορούμε να έχουμε αυταπάτες, γιατί μόνο μέσα από τα λάθη βαδίζουμε προς εκείνο που ονομάζουμε «αλήθεια».
Αν δεν ονειρευόμαστε καθώς βιώνουμε την ερωτική μας διάσταση, η πραγματικότητά μας ως όντα που παίρνουν υποκειμενική θέση απέναντι στον άλλο δε θα μπορέσει να βγει στην επιφάνεια, γιατί θα νομίζουμε για αληθινό και πραγματικό κάτι που δεν είναι. Η μόνη περιοχή στην οποία μπορούμε να αναγνωρίζουμε με αυθεντικό τρόπο τον εαυτό μας είναι η ψυχική μας ατομικότητα που δημιουργεί την πραγματικότητα του έρωτα.
Το χάρισμα και το προνόμιο του ποιητή είναι να δέχεται τις αντιφάσεις της ζωής και του εαυτού του, ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης, ως γνωστόν, δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοια πολυτέλεια. Όσο για μας που έχουμε επιλέξει τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής, η αντίφαση είναι ένα σταθερό και βαθιά ριζωμένο στοιχείο στο ίδιο το αντικείμενο της μελέτης μας, την πραγματικότητα της ψυχικής ζωής.
Ο ψυχολόγος έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την «αμφιθυμία», δηλαδή την αντιφατικότητα των αισθημάτων. Εκφράσεις όπως «θέλω και δεν θέλω», «σε μισώ και σ’ αγαπώ», «με έλκεις και με απωθείς», είναι οι μόνες που μπορούν να περιγράψουν σωστά μεγάλο μέρος της συναισθηματικής μας ζωής.
Η ιδανική κατάσταση για να καταλάβουμε καλύτερα έναν άνθρωπο, να γνωρίσουμε βαθύτερα την ψυχολογία του, δεν είναι τόσο το πώς αντιδρά σε ακραίες καταστάσεις έντασης και άγχους που συντελούν στο να «πέσουν οι μάσκες», όσο το πώς δέχεται το γεγονός ότι ο έρωτας τον καθιστά τρωτό.
Η περιοχή των αισθημάτων είναι η πιο δύσκολη και το πρόβλημα που περισσότερο μας ανησυχεί είναι η σοβαρή εμπλοκή μας. Εμπλοκή που σημαίνει συμμετοχή στην εσωτερική ζωή ενός άλλου ανθρώπου, τη στιγμή που ακριβώς μια παρόμοια εμπειρία από το μακρινό παρελθόν μας, ξεχασμένη ίσως, άφησε το στίγμα της, μας «εμβολίασε», μας κατέστησε κατά κάποιο τρόπο απρόσβλητους, μη διαθέσιμους.
Μια αποτύπωση στο χώρο των συναισθημάτων μάς έσπρωξε να ζούμε κάτω από τον αστερισμό του πανικού όλες τις επόμενες αισθηματικές εμπειρίες και μας έμαθε μια για πάντα ότι η μόνη σωτηρία –ακριβώς όπως εκείνη της πρώτης φοράς- είναι να αποκτήσουμε «ψυχολογική αυτονομία».
Κάθε φορά που παρασυρόμαστε σοβαρά σε μια βαθιά σχέση, γευόμαστε το δίχως άλλο τη μοναξιά και διαβλέπουμε πως η μόνη σωτηρία μας είναι μια περαιτέρω ψυχική εξέλιξη που οδηγεί ακριβώς στην ψυχική ανεξαρτησία.
Που όσο κι αν η τελευταία είναι επιθυμητή, έχει πολύ υψηλό τίμημα, αφού προϋποθέτει την απώλεια κάθε αυταπάτης για την ίδια τη σχέση. Όταν φτάσει κανείς σ’ αυτήν τη μορφή ωριμότητας, ξέρει ότι δεν πρέπει να περιμένει τίποτε πλέον από τους άλλους.
Μπροστά το υπαρξιακό αδιέξοδο μόνο μία στάση υπάρχει: εκείνη που μας επιτρέπει να δημιουργούμε διαρκώς τη ζωή μας. Στην πραγματικότητα είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν δεχτούμε την πιθανότητα να παραμείνουμε για πάντα ανικανοποίητοι.
Όταν, ενήλικες πλέον, κάνουμε το «γύρο του κόσμου» για να ξαναβρούμε την καρδιά μας και να δώσουμε περιεχόμενο στην ψυχική μας ζωή, αυτό που μας περιμένει δεν είναι η Εδέμ, αλλά οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της επίγειας ζωής.
Θα έλεγα ότι μ’ αυτήν την ψυχολογική άσκηση προσεγγίζουμε το «παράδοξο», την ικανότητα να καταλάβουμε πράγματα που πριν μας ήταν αδιανόητα. Πρόκειται για μια οριακή κατάσταση όπου ο κόσμος γίνεται πιο διάφανος.
Γι’ αυτό οι σοφοί προς το τέλος της ζωής τους αποτραβιούνται στη μοναξιά. Δεν έχει όμως νόημα να αποτραβηχτούμε στα βουνά, αν δεν έχουμε περάσει πρώτα από τα παράδοξα και τις αντιφάσεις αυτού του κόσμου.
Το σημαντικό στη διάρκεια του ταξιδιού είναι ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουμε να δώσουμε νόημα σε όλα αυτά, μέσα από έναν ευανάγνωστο κώδικα και μια κατανοητή γλώσσα. Τότε το «παράδοξο» γίνεται κυρίαρχος παράγοντας και φορέας της ίδιας της ζωής.
Πρέπει να πούμε όμως ότι χρειάζεται και λίγο θάρρος, γιατί η υπόσχεση για πλήρωση κρύβει και τον κίνδυνο της αποτυχίας. Μπορεί τη δεδομένη στιγμή να προκύψει κάτι που θα παρεμποδίσει τη μεταμόρφωσή μου και τότε ο άλλος, από «ζωντανή υπόσχεση» γίνεται ζωντανή μαρτυρία της αδυναμίας μου να μεταμορφωθώ. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό σημείο, γιατί η διάψευση της στιγμιαίας, έστω, ελπίδας για αλλαγή, είναι βαριά κληρονομιά. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να αντέχουμε τη στέρηση.
Πιστεύω πως η αποδοχή της έλλειψης είναι ένα άλλο δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όλη μας η ζωή είναι ένας αγώνας για να συλλάβουμε εκείνο το κάτι που μας διαφεύγει και για να μπορέσουμε να αγωνιστούμε πρέπει να μάθουμε να κουβαλάμε στις πλάτες μας το βάρος της απουσίας του άλλου.
Πιστεύω πως καμιά θεραπεία, καμιά εμπειρία δεν βοηθάει να απαλλαγούμε από το βάρος του κενού που ο έρωτας υπόσχεται να γεμίσει. Όταν πιστέψουμε ότι το κενό έχει απαλειφθεί, το πιο πιθανό είναι ότι ξεγελούμε τον εαυτό μας.
Πραγματικά, όσο κι αν ο άλλος ανταποκρίνεται στην επιθυμία μας, η ανάγκη για ολότητα είναι τόσο μεγάλη που τίποτε δεν μπορεί να την ικανοποιήσει πραγματικά. Το πεπρωμένο πάνω στο οποίο δομείται η ζωή μας, είναι να μάθουμε να υπομένουμε τη στέρηση και την απογοήτευση για τον άνθρωπο που έχουμε κοντά μας. Όποιος κι αν είναι αυτός, ό,τι κι αν αντιπροσωπεύει ή έχει αντιπροσωπεύσει για μας, εκφράζει μια απουσία.
Μπορούμε να πούμε ότι κάθε ερωτική διάσταση φέρνει επί σκηνής ένα μύθο. Κάθε φορά που βιώνουμε μια τέτοια εμπειρία, «σκηνοθετούμε» κάτι: τη χαμένη ολότητα που παραπέμπει σε πρώιμες στιγμές της ύπαρξής μας ή τη λεγόμενη επιθυμία πλήρωσης και –γεγονός ακόμη πιο οδυνηρό-την ετοιμότητά μας να ανανεώσουμε αυτήν την αίσθηση του κενού.
Αν η επιθυμία είναι εξ ορισμού ανικανοποίητη, όταν αγαπούμε ξανανιώθουμε έντονα το αίσθημα της μοναξιάς. Μέσα μας υπάρχει μια τάση προς την ολότητα, προς την τελειότητα, σε σημείο που για κάποιους ανθρώπους, για τους μυστικιστές λόγου χάρη, η ιδανική αγάπη στρέφεται προς το Θεό και όχι προς τα επίγεια πλάσματα. Με λύπη φτάνουμε σε τέτοια συμπεράσματα, γιατί είναι σαφές ότι μοιραία προσπαθούμε να έχουμε αυταπάτες. Εκ των πραγμάτων όμως η ερωτική διάσταση είναι μια εμπειρία απουσίας και η απουσία συνδέεται με τη νοσταλγία.
Νομίζω ότι η νοσταλγία και το αίσθημα απουσίας του άλλου συμπίπτουν με το νόημα της ζωή μας. Είναι σαν να νιώθουμε διαρκώς ανικανοποίητοι, ανεξάρτητα από το τι έχουμε επιτύχει. Ενώ αυτό που μας κινητοποιεί είναι το αίσθημα του απεριόριστου, εκείνα που αποκτάμε είναι πεπερασμένα κι έτσι, ακόμη και τη στιγμή που κοιταζόμαστε στα μάτια με τον άνθρωπο που αγαπούμε, διαβάζουμε στα βλέμματά μας τη νοσταλγία.
Και στη ζωή και στην ερωτική διάσταση, η ανάγκη μάς σπρώχνει μπροστά, αλλά η αναζήτηση δεν τελειώνει ποτέ, γιατί όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, δεν μπορεί να εκπληρώσει τις προσδοκίες μας. Ο άνθρωπος στην αδιάκοπη περιπλάνησή του, όμοια με του Οδυσσέα, παραμένει αιωνίως πικραμένος από την εμπειρία του, αλλά το ανικανοποίητο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει για να ωριμάσει. Ξέρουμε πως η προσωπικότητά μας αναπτύσσεται μόνο υπό την ώθηση αυτού που μας λείπει. Η ενηλικίωση συνδέεται και με την τεράστια επιθυμία να αποκτήσουμε αυτό που όταν ήμαστε παιδιά μάς ήταν απαγορευμένο.
Θα έλεγα ότι, από μια άποψη, είμαστε τυχεροί που η διάσταση της παιδικότητας δεν εξαλείφεται εντελώς. Αυτό το αιώνιο, το παιδικό ανικανοποίητο μας επιτρέπει, ή μάλλον μας «αναγκάζει» να είμαστε διαφορετικοί.
Αυτό που, μ’ άλλα λόγια, εκφράζεται με την ετοιμότητα να δεχτούμε καινούργιες ιδέες κι απρόβλεπτες καταστάσεις, μας δίνει και τη δυνατότητα για νέες ανακαλύψεις.
Όταν δεν μπορούμε να δεχτούμε την απουσία του άλλου, τότε ενεργοποιείται η φαντασία μας. Αρχίζουμε να νιώθουμε την ανθρώπινη διάστασή μας, βλέπουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε εντελώς καινούργια πράγματα που δεν θα είχαμε υποψιαστεί καν ότι υπήρχαν, αν είχαμε μείνει με την αυταπάτη ότι η ανάγκη είχε εκπληρωθεί.
Να γιατί οι ερωτικές σχέσεις είναι τόσο επώδυνες. Να γιατί δεν υπάρχει σχέση που να μην μας εμποδίζει να νιώσουμε ότι μπορούμε να ωριμάζουμε και δεν υπάρχει ερωτική σχέση που να μην είναι φορτισμένη με πόνο.
Ακόμη κι όταν νομίζουμε πως είμαστε ικανοποιημένοι, κατά βάθος ξέρουμε πως αυτό είναι αυταπάτη. Κάτι υπάρχει που διαψεύδει τις προσδοκίες μας, νιώθουμε αόριστα ότι η απατηλή εκείνη ικανοποίηση μας εμποδίζει να μεγαλώσουμε πραγματικά. Ο έρωτας που προσφέρουμε και ο έρωτας που αρνούμαστε είναι επώδυνη όσο και γόνιμη πηγή δυσαρέσκειας.
Ο Νοβάλις έλεγε ότι η πλάνη είναι κάτι θεμελιώδες για την ψυχή μας. Πρέπει να μπορούμε να έχουμε αυταπάτες, γιατί μόνο μέσα από τα λάθη βαδίζουμε προς εκείνο που ονομάζουμε «αλήθεια».
Αν δεν ονειρευόμαστε καθώς βιώνουμε την ερωτική μας διάσταση, η πραγματικότητά μας ως όντα που παίρνουν υποκειμενική θέση απέναντι στον άλλο δε θα μπορέσει να βγει στην επιφάνεια, γιατί θα νομίζουμε για αληθινό και πραγματικό κάτι που δεν είναι. Η μόνη περιοχή στην οποία μπορούμε να αναγνωρίζουμε με αυθεντικό τρόπο τον εαυτό μας είναι η ψυχική μας ατομικότητα που δημιουργεί την πραγματικότητα του έρωτα.
Το χάρισμα και το προνόμιο του ποιητή είναι να δέχεται τις αντιφάσεις της ζωής και του εαυτού του, ενώ ο άνθρωπος της επιστήμης, ως γνωστόν, δεν επιτρέπει στον εαυτό του τέτοια πολυτέλεια. Όσο για μας που έχουμε επιλέξει τη διερεύνηση της ψυχικής ζωής, η αντίφαση είναι ένα σταθερό και βαθιά ριζωμένο στοιχείο στο ίδιο το αντικείμενο της μελέτης μας, την πραγματικότητα της ψυχικής ζωής.
Ο ψυχολόγος έρχεται διαρκώς αντιμέτωπος με την «αμφιθυμία», δηλαδή την αντιφατικότητα των αισθημάτων. Εκφράσεις όπως «θέλω και δεν θέλω», «σε μισώ και σ’ αγαπώ», «με έλκεις και με απωθείς», είναι οι μόνες που μπορούν να περιγράψουν σωστά μεγάλο μέρος της συναισθηματικής μας ζωής.
Η ιδανική κατάσταση για να καταλάβουμε καλύτερα έναν άνθρωπο, να γνωρίσουμε βαθύτερα την ψυχολογία του, δεν είναι τόσο το πώς αντιδρά σε ακραίες καταστάσεις έντασης και άγχους που συντελούν στο να «πέσουν οι μάσκες», όσο το πώς δέχεται το γεγονός ότι ο έρωτας τον καθιστά τρωτό.
Η περιοχή των αισθημάτων είναι η πιο δύσκολη και το πρόβλημα που περισσότερο μας ανησυχεί είναι η σοβαρή εμπλοκή μας. Εμπλοκή που σημαίνει συμμετοχή στην εσωτερική ζωή ενός άλλου ανθρώπου, τη στιγμή που ακριβώς μια παρόμοια εμπειρία από το μακρινό παρελθόν μας, ξεχασμένη ίσως, άφησε το στίγμα της, μας «εμβολίασε», μας κατέστησε κατά κάποιο τρόπο απρόσβλητους, μη διαθέσιμους.
Μια αποτύπωση στο χώρο των συναισθημάτων μάς έσπρωξε να ζούμε κάτω από τον αστερισμό του πανικού όλες τις επόμενες αισθηματικές εμπειρίες και μας έμαθε μια για πάντα ότι η μόνη σωτηρία –ακριβώς όπως εκείνη της πρώτης φοράς- είναι να αποκτήσουμε «ψυχολογική αυτονομία».
Κάθε φορά που παρασυρόμαστε σοβαρά σε μια βαθιά σχέση, γευόμαστε το δίχως άλλο τη μοναξιά και διαβλέπουμε πως η μόνη σωτηρία μας είναι μια περαιτέρω ψυχική εξέλιξη που οδηγεί ακριβώς στην ψυχική ανεξαρτησία.
Που όσο κι αν η τελευταία είναι επιθυμητή, έχει πολύ υψηλό τίμημα, αφού προϋποθέτει την απώλεια κάθε αυταπάτης για την ίδια τη σχέση. Όταν φτάσει κανείς σ’ αυτήν τη μορφή ωριμότητας, ξέρει ότι δεν πρέπει να περιμένει τίποτε πλέον από τους άλλους.
Μπροστά το υπαρξιακό αδιέξοδο μόνο μία στάση υπάρχει: εκείνη που μας επιτρέπει να δημιουργούμε διαρκώς τη ζωή μας. Στην πραγματικότητα είμαστε ελεύθεροι μόνο όταν δεχτούμε την πιθανότητα να παραμείνουμε για πάντα ανικανοποίητοι.
Όταν, ενήλικες πλέον, κάνουμε το «γύρο του κόσμου» για να ξαναβρούμε την καρδιά μας και να δώσουμε περιεχόμενο στην ψυχική μας ζωή, αυτό που μας περιμένει δεν είναι η Εδέμ, αλλά οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της επίγειας ζωής.
Θα έλεγα ότι μ’ αυτήν την ψυχολογική άσκηση προσεγγίζουμε το «παράδοξο», την ικανότητα να καταλάβουμε πράγματα που πριν μας ήταν αδιανόητα. Πρόκειται για μια οριακή κατάσταση όπου ο κόσμος γίνεται πιο διάφανος.
Γι’ αυτό οι σοφοί προς το τέλος της ζωής τους αποτραβιούνται στη μοναξιά. Δεν έχει όμως νόημα να αποτραβηχτούμε στα βουνά, αν δεν έχουμε περάσει πρώτα από τα παράδοξα και τις αντιφάσεις αυτού του κόσμου.
Το σημαντικό στη διάρκεια του ταξιδιού είναι ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνουμε να δώσουμε νόημα σε όλα αυτά, μέσα από έναν ευανάγνωστο κώδικα και μια κατανοητή γλώσσα. Τότε το «παράδοξο» γίνεται κυρίαρχος παράγοντας και φορέας της ίδιας της ζωής.
Κέκροψ. Ο πρώτος βασιλιάς που έκανε νόμους στην Αθήνα
Ο Κέκροπας ήταν πανάρχαια μορφή της Αττικής. Ήταν αυτόχθονας, γεννημένος από την ίδια τη Γη, και διφυής ως προς τη μορφή. Ήταν δηλ. ένα από τα παράξενα εκείνα δίμορφα πλάσματα, από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω φίδι, όπως ο Τυφώνας. Λένε πως πριν να εμφανιστεί ο Κέκροπας, ο τόπος που μετά ονομάστηκε Αθήνα λεγόταν αρχικά Ακτική ή Ακτή, από το όνομα ενός Ακταίου που ήταν ένας πανάρχαιος αυτόχθονας βασιλιάς στην Αττική. Όταν πέθανε ο Ακταίος τον διαδέχτηκε ο Κέκροπας, έγινε βασιλιάς και κατοίκησε στο βράχο της Ακρόπολης, που έχτισε τα τείχη της, και από το όνομά του ονομάστηκε “Κεκροπία”.
Ο Κέκροπας παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου Άγραυλο (“αυτή που έμενε στους αγρούς”) και απόκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ερυσίχθονα και τρεις κόρες, την Άγραυλο, την Έρση και την Πάνδροσο. Ο γιος όμως δεν έμελλε να βασιλέψει, γιατί πέθανε νέος όσο ζούσε ακόμα ο πατέρας του. Οι κόρες του Κέκροπα ήταν μορφές όπως οι Ώρες και οι Νύμφες, και ήταν αυτές που έριχναν πάνω στους αγρούς και τα λιβάδια τη δροσιά, όπως το δείχνουν και τα ονόματά τους Άγραυλος, Έρση (δροσιά), Πάνδροσος. Στις χορταρένιες απλωσιές μπροστά από τους ναούς της Αθηνάς έστηναν το χορό με πρωτοχορευτή τον ίδιο τον Ερμή, ενώ ο Πάνας έπαιζε το σουραύλι του. Μία μάλιστα απ' αυτές, η Έρση, ενώθηκε με τον Ερμή και γέννησε τον Κέφαλο. Οι κόρες του Κέκροπα είχαν άσχημο τέλος, που προήλθε από την παρακάτω ιστορία: Η Αθηνά τούς έδωσε να φυλάξουν ένα κιβώτιο, μέσα στο οποίο είχε κρύψει τον μικρό Εριχθόνιο με την αυστηρή εντολή να μην το ανοίξουν. Εκείνες όμως φλέγονταν από περιέργεια να μάθουν τι έκρυβε το κιβώτιο και παραβαίνοντας την εντολή της θεάς, το άνοιξαν. Την ίδια στιγμή τις χτύπησε και τις τρεις τρέλα και χωρίς να ξέρουν τι κάνουν άρχισαν να τρέχουν, ώσπου έπεσαν από τα τείχη της Ακρόπολης και σκοτώθηκαν.
Ο Κέκροπας αφού έγινε βασιλιάς πάνω στην Ακρόπολη άρχισε να παίρνει διάφορα μέτρα για να οργανώσει καλύτερα τη ζωή της πόλης του. Πρώτα, όπως είπαμε, έχτισε τα τείχη πάνω στο βράχο. Αργότερα χρειάστηκε να οργανώσει καλύτερα την άμυνα της χώρας, όταν απείλησαν εχθροί την Αττική. Από τη θάλασσα έφτασαν οι Κάρες και από την ξηρά εμφανίστηκαν οι Βοιωτοί, που τότε τους έλεγαν Άονας. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και έπρεπε να συγκεντρωθούν δυνάμεις για την αντίσταση. Γι' αυτό ο Κέκροπας σκέφτηκε να μαζέψει τους κατοίκους που ως τότε ζούσαν σκόρπιοι και να τους βάλει να μείνουν σε χωριά που μετά τα οργάνωσε σε μια ενιαία πόλη.
Έτσι με ενωμένους τους κατοίκους της Αττικής μπόρεσε ο Κέκροπας να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους εισβολείς. Διηγούνται μάλιστα πως τότε ο Κέκροπας έκανε και την πρώτη καταμέτρηση του πληθυσμού- δηλαδή κάθε κάτοικος έπρεπε να φέρει μια πέτρα και να τη ρίξει σε ένα ορισμένο μέρος. Έτσι μπόρεσε και τους μέτρησε και λένε ότι από το γεγονός αυτό ονομάστηκαν λαός (από τη λέξη λάς = λίθος), ενώ πρώτα ήταν ένα απροσδιόριστο πλήθος.
Ο Κέκροπας ήταν ο πρώτος που έκανε τους νόμους στην Αθήνα. Έβαλε τάξη στις σχέσεις των ανθρώπων επισημαίνοντας τη διπλή τους καταγωγή και επιβάλλοντας τη μονογαμία. Ενώ δηλ. πρώτα η ερωτική σχέση ήταν ελεύθερη όπως στα ζώα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μη γνωρίζουν τον πατέρα τους, παρά μόνο τη μητέρα τους και την καταγωγή τους από αυτήν, από δω και πέρα, με τη μονογαμία που θέσπισε ο Κέκροπας, τα παιδιά άρχισαν να αναφέρονται στην πατρική τους καταγωγή. Από τον Κέκροπα επίσης αρχίζει να επικρατεί η συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς. Ακόμα, σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, αυτός ήταν που έφερε πρώτος το αλφάβητο στην Αθήνα. Άλλες πράξεις που έκανε ήταν ότι καθιέρωσε τη λατρεία του Κρόνου και της Ρέας, έχτισε ένα ιερό για τον Δία Ύπατο, που ο ίδιος τον ονόμασε έτσι, και έστησε στο μέρος του Ερεχθείου ένα άγαλμα του Ερμή από ξύλο ελιάς. Για τις θυσίες όρισε πως δεν πρέπει στους βωμούς να σφάζουν και να καίνε ζωντανά πλάσματα, όπως έκαναν άλλοι, αλλά να προσφέρουν κάτι ειδικά γλυκίσματα, φτιαγμένα για το σκοπό αυτό από μέλι, αλεύρι και αλάτι, που τα έλεγαν “πελάνους”.
Η βασιλεία του Κέκροπα συνδέεται και με το περιστατικό από το οποίο η Αθήνα πήρε το όνομά της. Την εποχή εκείνη σκέφτηκαν οι θεοί πως πρέπει να πάρουν τις πόλεις της Ελλάδας υπό την προστασία τους, για να τους χτίζουν οι άνθρωποι ναούς και να τους προσφέρουν θυσίες. Έτσι άρχισαν να μοιράζονται τις πόλεις μεταξύ τους, αλλά μοιραία, όταν δύο θεοί ήθελαν την ίδια πόλη, κατέληγαν να φιλονικήσουν μεταξύ τους. Όπως για το Άργος ξέσπασε έρις ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα, το ίδιο έγινε και για την πόλη του Κέκροπα ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για να κερδίσουν την πόλη άρχισαν έναν αγώνα μεταξύ τους, ποιος θα δώσει το πιο χρήσιμο δώρο στην πόλη. Ανέβηκαν τότε πάνω στο βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν το δικαστή στη διαφωνία των δύο θεών, ενώ ο Κέκροπας παρίστατο ως μάρτυρας. Άλλοι πάλι – αργότερα όμως – είπαν πως δικαστής ήταν ο ίδιος ο Κέκροπας. Όταν έφτασαν λοιπόν όλοι στην Ακρόπολη, άρχισε ο αγώνας ανάμεσα στους δύο θεούς. Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα θάλασσα». Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και αφού κάλεσε τον Κέκροπα για μάρτυρα, φύτεψε μια ελιά πάνω στο βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Το δέντρο αυτό σωζόταν για πολλά χρόνια αργότερα και το έδειχναν στο Πανδρόσειο. Μετά από το δώρο της Αθηνάς ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δύο θεούς θα δοθεί η πόλη. Συγχρόνως ζήτησαν τη μαρτυρία και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός από το βράχο ψηλά έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου και να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δώρο λοιπόν του Ποσειδώνα δεν ήταν τίποτα νέο, ούτε ιδιαίτερα χρήσιμο. Το δέντρο όμως που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωνε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι' αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης. Από τότε η πόλη πήρε το όνομά της και λέγεται Αθήνα.
Όταν ήρθε ο καιρός να πεθάνει ο Κέκροπας, η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε αίθυια (είδος πάπιας), τον πήρε κάτω από τα φτερά της και τον μετέφερε στα Μέγαρα. Μετά τον Κέκροπα δεν βασίλεψε ο γιος του Ερυσίχθονας, γιατί είχε πεθάνει πριν από τον πατέρα του, όπως είδαμε. Οι Αθηναίοι διάλεξαν τότε για βασιλιά τους τον Κραναό που μετά τον Κέκροπα είχε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δύναμη και επιβολή.
Ο Κέκροπας παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου Άγραυλο (“αυτή που έμενε στους αγρούς”) και απόκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ερυσίχθονα και τρεις κόρες, την Άγραυλο, την Έρση και την Πάνδροσο. Ο γιος όμως δεν έμελλε να βασιλέψει, γιατί πέθανε νέος όσο ζούσε ακόμα ο πατέρας του. Οι κόρες του Κέκροπα ήταν μορφές όπως οι Ώρες και οι Νύμφες, και ήταν αυτές που έριχναν πάνω στους αγρούς και τα λιβάδια τη δροσιά, όπως το δείχνουν και τα ονόματά τους Άγραυλος, Έρση (δροσιά), Πάνδροσος. Στις χορταρένιες απλωσιές μπροστά από τους ναούς της Αθηνάς έστηναν το χορό με πρωτοχορευτή τον ίδιο τον Ερμή, ενώ ο Πάνας έπαιζε το σουραύλι του. Μία μάλιστα απ' αυτές, η Έρση, ενώθηκε με τον Ερμή και γέννησε τον Κέφαλο. Οι κόρες του Κέκροπα είχαν άσχημο τέλος, που προήλθε από την παρακάτω ιστορία: Η Αθηνά τούς έδωσε να φυλάξουν ένα κιβώτιο, μέσα στο οποίο είχε κρύψει τον μικρό Εριχθόνιο με την αυστηρή εντολή να μην το ανοίξουν. Εκείνες όμως φλέγονταν από περιέργεια να μάθουν τι έκρυβε το κιβώτιο και παραβαίνοντας την εντολή της θεάς, το άνοιξαν. Την ίδια στιγμή τις χτύπησε και τις τρεις τρέλα και χωρίς να ξέρουν τι κάνουν άρχισαν να τρέχουν, ώσπου έπεσαν από τα τείχη της Ακρόπολης και σκοτώθηκαν.
Ο Κέκροπας αφού έγινε βασιλιάς πάνω στην Ακρόπολη άρχισε να παίρνει διάφορα μέτρα για να οργανώσει καλύτερα τη ζωή της πόλης του. Πρώτα, όπως είπαμε, έχτισε τα τείχη πάνω στο βράχο. Αργότερα χρειάστηκε να οργανώσει καλύτερα την άμυνα της χώρας, όταν απείλησαν εχθροί την Αττική. Από τη θάλασσα έφτασαν οι Κάρες και από την ξηρά εμφανίστηκαν οι Βοιωτοί, που τότε τους έλεγαν Άονας. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και έπρεπε να συγκεντρωθούν δυνάμεις για την αντίσταση. Γι' αυτό ο Κέκροπας σκέφτηκε να μαζέψει τους κατοίκους που ως τότε ζούσαν σκόρπιοι και να τους βάλει να μείνουν σε χωριά που μετά τα οργάνωσε σε μια ενιαία πόλη.
Έτσι με ενωμένους τους κατοίκους της Αττικής μπόρεσε ο Κέκροπας να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους εισβολείς. Διηγούνται μάλιστα πως τότε ο Κέκροπας έκανε και την πρώτη καταμέτρηση του πληθυσμού- δηλαδή κάθε κάτοικος έπρεπε να φέρει μια πέτρα και να τη ρίξει σε ένα ορισμένο μέρος. Έτσι μπόρεσε και τους μέτρησε και λένε ότι από το γεγονός αυτό ονομάστηκαν λαός (από τη λέξη λάς = λίθος), ενώ πρώτα ήταν ένα απροσδιόριστο πλήθος.
Ο Κέκροπας ήταν ο πρώτος που έκανε τους νόμους στην Αθήνα. Έβαλε τάξη στις σχέσεις των ανθρώπων επισημαίνοντας τη διπλή τους καταγωγή και επιβάλλοντας τη μονογαμία. Ενώ δηλ. πρώτα η ερωτική σχέση ήταν ελεύθερη όπως στα ζώα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μη γνωρίζουν τον πατέρα τους, παρά μόνο τη μητέρα τους και την καταγωγή τους από αυτήν, από δω και πέρα, με τη μονογαμία που θέσπισε ο Κέκροπας, τα παιδιά άρχισαν να αναφέρονται στην πατρική τους καταγωγή. Από τον Κέκροπα επίσης αρχίζει να επικρατεί η συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς. Ακόμα, σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, αυτός ήταν που έφερε πρώτος το αλφάβητο στην Αθήνα. Άλλες πράξεις που έκανε ήταν ότι καθιέρωσε τη λατρεία του Κρόνου και της Ρέας, έχτισε ένα ιερό για τον Δία Ύπατο, που ο ίδιος τον ονόμασε έτσι, και έστησε στο μέρος του Ερεχθείου ένα άγαλμα του Ερμή από ξύλο ελιάς. Για τις θυσίες όρισε πως δεν πρέπει στους βωμούς να σφάζουν και να καίνε ζωντανά πλάσματα, όπως έκαναν άλλοι, αλλά να προσφέρουν κάτι ειδικά γλυκίσματα, φτιαγμένα για το σκοπό αυτό από μέλι, αλεύρι και αλάτι, που τα έλεγαν “πελάνους”.
Η βασιλεία του Κέκροπα συνδέεται και με το περιστατικό από το οποίο η Αθήνα πήρε το όνομά της. Την εποχή εκείνη σκέφτηκαν οι θεοί πως πρέπει να πάρουν τις πόλεις της Ελλάδας υπό την προστασία τους, για να τους χτίζουν οι άνθρωποι ναούς και να τους προσφέρουν θυσίες. Έτσι άρχισαν να μοιράζονται τις πόλεις μεταξύ τους, αλλά μοιραία, όταν δύο θεοί ήθελαν την ίδια πόλη, κατέληγαν να φιλονικήσουν μεταξύ τους. Όπως για το Άργος ξέσπασε έρις ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα, το ίδιο έγινε και για την πόλη του Κέκροπα ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για να κερδίσουν την πόλη άρχισαν έναν αγώνα μεταξύ τους, ποιος θα δώσει το πιο χρήσιμο δώρο στην πόλη. Ανέβηκαν τότε πάνω στο βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν το δικαστή στη διαφωνία των δύο θεών, ενώ ο Κέκροπας παρίστατο ως μάρτυρας. Άλλοι πάλι – αργότερα όμως – είπαν πως δικαστής ήταν ο ίδιος ο Κέκροπας. Όταν έφτασαν λοιπόν όλοι στην Ακρόπολη, άρχισε ο αγώνας ανάμεσα στους δύο θεούς. Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα θάλασσα». Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και αφού κάλεσε τον Κέκροπα για μάρτυρα, φύτεψε μια ελιά πάνω στο βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Το δέντρο αυτό σωζόταν για πολλά χρόνια αργότερα και το έδειχναν στο Πανδρόσειο. Μετά από το δώρο της Αθηνάς ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δύο θεούς θα δοθεί η πόλη. Συγχρόνως ζήτησαν τη μαρτυρία και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός από το βράχο ψηλά έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου και να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δώρο λοιπόν του Ποσειδώνα δεν ήταν τίποτα νέο, ούτε ιδιαίτερα χρήσιμο. Το δέντρο όμως που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωνε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι' αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης. Από τότε η πόλη πήρε το όνομά της και λέγεται Αθήνα.
Όταν ήρθε ο καιρός να πεθάνει ο Κέκροπας, η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε αίθυια (είδος πάπιας), τον πήρε κάτω από τα φτερά της και τον μετέφερε στα Μέγαρα. Μετά τον Κέκροπα δεν βασίλεψε ο γιος του Ερυσίχθονας, γιατί είχε πεθάνει πριν από τον πατέρα του, όπως είδαμε. Οι Αθηναίοι διάλεξαν τότε για βασιλιά τους τον Κραναό που μετά τον Κέκροπα είχε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δύναμη και επιβολή.
To τρίπτυχο: Μην απολογείσαι, μην εξηγείς και μην γκρινιάζεις
Πόσο συχνά απολογούμαστε, εξηγούμε, παραπονιόμαστε στη ζωή μας; Πόσο λάθος κάνουμε;
Κάποιοι θεωρούν τον εαυτό τους λιγότερο άξιο από τους άλλους, ζουν στον συνεχή φόβο μην πουν ή μην κάνουν το παραμικρό λάθος στις σχέσεις τους, καταρρέουν κυριολεκτικά αν αυτό συμβεί.
Βλέποντας όλα τα θετικά τους στοιχεία να σωριάζονται σαν χάρτινος πύργος, καταφεύγουν σε παράπονα, απολογίες και άπειρες εξηγήσεις για να δικαιολογηθούν, από τον φόβο ότι δεν είναι αρκετοί για να έλξουν τη συμπάθεια και την αγάπη, εκτός κι αν είναι άψογοι.
Είναι οι άνθρωποι που τα πρωινά αντικρύζουν τη μέρα γεμάτοι κούραση και ανησυχία, φοβούνται το αύριο, το μέλλον και τις απώλειες, κάνοντας διαρκή ανασκόπηση τί είναι αυτό που δεν έκαναν σωστά και πόσο κινδυνεύουν να διασυρθούν και να εκτεθούν, πώς θα ξεφύγουν από τον εξευτελισμό, την μοναξιά και την απομόνωση.
Οι απολογίες
«Οι φίλοι σου δεν τις χρειάζονται και οι εχθροί σου, έτσι κι αλλιώς δεν θα σε πιστέψουν»
«Ο άνθρωπος στα 80% της ζωής του εκτίθεται» Γούντυ Άλλεν
Η απολογία, αν και χρήσιμη μόνο όταν κάποιος κάνει κάτι κακό και σκοπεύει να το διορθώσει, είναι μια από τις πιο διαστρεβλωμένες αντιλήψεις στις σχέσεις και είναι καλό να χρησιμοποιείται με φειδώ και λιτότητα.
Οι απολογίες, τις περισσότερες φορές δεν αφορούν κάποια κακή πράξη αλλά παραίτηση, εκχώρηση και καταπάτηση προσωπικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας να είναι κάποιος όπως αυτός θέλει, εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη στους άλλους.
Όλοι γνωρίζουμε άνθρωπους που κάνουν αυτό το πράγμα συνεχώς (μήπως το κάνουμε κι εμείς…οι ίδιοι;), χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο ευάλωτοι γίνονται στα χέρια των άλλων.
Οι απολογούμενοι πιστεύουν ότι μια τέτοια προσαρμογή στη ζωή είναι η μόνη τους επιλογή, σαν να πιστεύουν βαθύτερα ότι δεν τους μένει τίποτε άλλο να κάνουν, σαν να μην έχουν την παραμικρή υποψία ότι μπορούν να δουν τις σχέσεις διαφορετικά.
Οι απολογίες στις διαπροσωπικές σχέσεις για οτιδήποτε δεν είναι παρά ένα- και μάλιστα κακό δεκανίκι μια ελαττωματικής αυτοπεποίθησης, στηριγμένης στην γνώμη των άλλων. Είναι οι άνθρωποι με μειωμένη αυτοπεποίθηση που συνήθως απολογούνται από τον φόβο να μην χάσουν τους άλλους, την εκτίμηση και την παρουσία τους, καθώς μέσα από αυτούς και μόνο διαμορφώνουν την ζωή τους, τα
όνειρα και τις προσδοκίες τους.
Οι εξηγήσεις
Οι πολλές εξηγήσεις είναι απαραίτητες οπουδήποτε αλλού εκτός από τις διαπροσωπικές σχέσεις. Μπορούμε για παράδειγμα να δώσουμε άπειρες εξηγήσεις μέχρι κάποιος να καταλάβει πώς να κατασκευάσει ένα όμορφο κήπο, ή να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα αλλά είναι πολύ μάταιες όταν στις διαπροσωπικές σχέσεις εξηγούμε ατελείωτα γιατί δεν είναι δικό μας το λάθος.
Αλήθεια, σκεφθήκατε ποτέ ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν ενδιαφέρεται γι αυτό; Αν έκανες λάθος, πάει το έκανες, δεν θα ήταν άσχημα να το ξαναδείς και να το διορθώσεις για το μέλλον αλλά μέχρις εκεί. Αν η σχέση σου σε χρεώσει σε αβάστακτο βαθμό τότε υπάρχει πρόβλημα στη σχέση κι αυτό δεν οφείλεται στο λάθος σου και μόνο.
Τα παράπονα
Τα παράπονα ενοχλούν τους άλλους, τρελαίνουν αυτόν που παραπονιέται και καταστρέφουν σχέσεις εξίσου καλά με τις απολογίες και τις ατελείωτες εξηγήσεις.
Τα παράπονα είναι η φυσική συνέχεια της απολογίας και των εξηγήσεων. Κάποιος που συνηθίζει να δίνει αναλυτικές και ατέλειωτες εξηγήσεις, που απολογείται για το κάθε τι επιφυλάσσει στον εαυτό του το θλιβερό δικαίωμα να κάνει συνεχώς παράπονα, σαν να είναι ένας τρόπος προφύλαξης από αόρατες, μελλοντικές κατηγορίες.
Οι άνθρωποι που παραπονιούνται έχουν συνήθως κρυφές προσδοκίες, δεν τολμούν να τις που φανερά και περιμένουν από τους άλλους να τις αντιληφθούν.
Κάποιοι θεωρούν τον εαυτό τους λιγότερο άξιο από τους άλλους, ζουν στον συνεχή φόβο μην πουν ή μην κάνουν το παραμικρό λάθος στις σχέσεις τους, καταρρέουν κυριολεκτικά αν αυτό συμβεί.
Βλέποντας όλα τα θετικά τους στοιχεία να σωριάζονται σαν χάρτινος πύργος, καταφεύγουν σε παράπονα, απολογίες και άπειρες εξηγήσεις για να δικαιολογηθούν, από τον φόβο ότι δεν είναι αρκετοί για να έλξουν τη συμπάθεια και την αγάπη, εκτός κι αν είναι άψογοι.
Είναι οι άνθρωποι που τα πρωινά αντικρύζουν τη μέρα γεμάτοι κούραση και ανησυχία, φοβούνται το αύριο, το μέλλον και τις απώλειες, κάνοντας διαρκή ανασκόπηση τί είναι αυτό που δεν έκαναν σωστά και πόσο κινδυνεύουν να διασυρθούν και να εκτεθούν, πώς θα ξεφύγουν από τον εξευτελισμό, την μοναξιά και την απομόνωση.
Οι απολογίες
«Οι φίλοι σου δεν τις χρειάζονται και οι εχθροί σου, έτσι κι αλλιώς δεν θα σε πιστέψουν»
«Ο άνθρωπος στα 80% της ζωής του εκτίθεται» Γούντυ Άλλεν
Η απολογία, αν και χρήσιμη μόνο όταν κάποιος κάνει κάτι κακό και σκοπεύει να το διορθώσει, είναι μια από τις πιο διαστρεβλωμένες αντιλήψεις στις σχέσεις και είναι καλό να χρησιμοποιείται με φειδώ και λιτότητα.
Οι απολογίες, τις περισσότερες φορές δεν αφορούν κάποια κακή πράξη αλλά παραίτηση, εκχώρηση και καταπάτηση προσωπικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας να είναι κάποιος όπως αυτός θέλει, εφόσον αυτό δεν προκαλεί βλάβη στους άλλους.
Όλοι γνωρίζουμε άνθρωπους που κάνουν αυτό το πράγμα συνεχώς (μήπως το κάνουμε κι εμείς…οι ίδιοι;), χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο ευάλωτοι γίνονται στα χέρια των άλλων.
Οι απολογούμενοι πιστεύουν ότι μια τέτοια προσαρμογή στη ζωή είναι η μόνη τους επιλογή, σαν να πιστεύουν βαθύτερα ότι δεν τους μένει τίποτε άλλο να κάνουν, σαν να μην έχουν την παραμικρή υποψία ότι μπορούν να δουν τις σχέσεις διαφορετικά.
Οι απολογίες στις διαπροσωπικές σχέσεις για οτιδήποτε δεν είναι παρά ένα- και μάλιστα κακό δεκανίκι μια ελαττωματικής αυτοπεποίθησης, στηριγμένης στην γνώμη των άλλων. Είναι οι άνθρωποι με μειωμένη αυτοπεποίθηση που συνήθως απολογούνται από τον φόβο να μην χάσουν τους άλλους, την εκτίμηση και την παρουσία τους, καθώς μέσα από αυτούς και μόνο διαμορφώνουν την ζωή τους, τα
όνειρα και τις προσδοκίες τους.
Οι εξηγήσεις
Οι πολλές εξηγήσεις είναι απαραίτητες οπουδήποτε αλλού εκτός από τις διαπροσωπικές σχέσεις. Μπορούμε για παράδειγμα να δώσουμε άπειρες εξηγήσεις μέχρι κάποιος να καταλάβει πώς να κατασκευάσει ένα όμορφο κήπο, ή να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα αλλά είναι πολύ μάταιες όταν στις διαπροσωπικές σχέσεις εξηγούμε ατελείωτα γιατί δεν είναι δικό μας το λάθος.
Αλήθεια, σκεφθήκατε ποτέ ότι στην πραγματικότητα κανείς δεν ενδιαφέρεται γι αυτό; Αν έκανες λάθος, πάει το έκανες, δεν θα ήταν άσχημα να το ξαναδείς και να το διορθώσεις για το μέλλον αλλά μέχρις εκεί. Αν η σχέση σου σε χρεώσει σε αβάστακτο βαθμό τότε υπάρχει πρόβλημα στη σχέση κι αυτό δεν οφείλεται στο λάθος σου και μόνο.
Τα παράπονα
Τα παράπονα ενοχλούν τους άλλους, τρελαίνουν αυτόν που παραπονιέται και καταστρέφουν σχέσεις εξίσου καλά με τις απολογίες και τις ατελείωτες εξηγήσεις.
Τα παράπονα είναι η φυσική συνέχεια της απολογίας και των εξηγήσεων. Κάποιος που συνηθίζει να δίνει αναλυτικές και ατέλειωτες εξηγήσεις, που απολογείται για το κάθε τι επιφυλάσσει στον εαυτό του το θλιβερό δικαίωμα να κάνει συνεχώς παράπονα, σαν να είναι ένας τρόπος προφύλαξης από αόρατες, μελλοντικές κατηγορίες.
Οι άνθρωποι που παραπονιούνται έχουν συνήθως κρυφές προσδοκίες, δεν τολμούν να τις που φανερά και περιμένουν από τους άλλους να τις αντιληφθούν.
Μα δεν σκοτώνω άστρα
Να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις. Και να φεύγεις από σχέσεις που σε έκαναν να νιώθεις λίγος, λίγη.
Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν, από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους. Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.
Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις. Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.
Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη. Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του. Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ, και όχι να μαντεύεις.
Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις. Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται. Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει. Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.
Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.
Και εσύ. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.
Να φεύγεις λοιπόν. Γιατί, Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς… Μα δεν σκοτώνω άστρα…
Να φεύγεις από σχέσεις και από ανθρώπους που δεν έδωσαν αγώνα για να σε κρατήσουν, από ανθρώπους που σε θεωρούσαν δεδομένο, δεδομένη στη ζωή τους. Από ανθρώπους που σε άφησαν να φύγεις και δεν διεκδίκησαν την αλλαγή.
Να φεύγεις. Να μην δραπετεύεις όμως. Γιατί αν δραπετεύσεις, κινδυνεύεις να ξαναγυρίσεις. Να φεύγεις με το κεφάλι ψηλά. με αξιοπρέπεια, γιατί δεν σου δίνουν αυτό που ποθείς.
Γιατί η σχέση πρέπει να είναι πόθος, πάθος, σεβασμός, έλξη, έρωτας και αγάπη. Και να μην φοβάται ο άλλος να δείχνει τα συναισθήματά του. Γιατί στη σχέση ο άλλος πρέπει να σου δείχνει ότι σε θέλει, όπως του δείχνεις και εσύ, και όχι να μαντεύεις.
Και να αγαπάς. Εκείνον. Εκείνην. Αλλά να αγαπάς και τον εαυτό σου και να τον φροντίζεις. Να φεύγεις από σχέσεις που σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου.
Γιατί ο δρόμος για την αυτοεκτίμηση δύσκολα χτίζεται, εύκολα όμως γκρεμίζεται. Και ίσως χρειάζεται να φύγεις για να σε αναζητήσουν και να καταλάβουν ότι άξιζες να είσαι στη ζωή τους. Και αν δεν το κάνουν, δεν πειράζει. Και αν δεν το καταλάβουν, γιατί δεν θα μπορούν για τους δικούς τους λόγους, πάλι δεν πειράζει.
Πειράζει για εκείνους, όχι όμως για εσένα. Γιατί αυτό θα σημαίνει ότι εσύ πήρες την σωστή απόφαση. Σημαίνει ότι εσύ έφυγες από μία σχέση που ο άλλος δεν θα σε αντιμετώπιζε ποτέ όπως σου άξιζε.
Και εσύ. Εσύ πάντα θα έκανες υποχωρήσεις και εκείνος θα μάθαινε στις υποχωρήσεις σου και θα σου ζητούσε και άλλες, μέχρι που δεν θα είχες κάτι άλλο να δώσεις.
Να φεύγεις λοιπόν. Γιατί, Έχω και εγώ ένα σωρό απωθημένους ουρανούς… Μα δεν σκοτώνω άστρα…
Άξιζα κάτι καλύτερο;
Ο καθένας στη ζωή παίρνει αυτό που αξίζει! Όχι αυτό που νομίζει, ούτε αυτό που ισχυρίζεται, ούτε αυτό που λέει ότι αξίζει με το νου και τη λογική του.
Παίρνει μόνο αυτό που υποσυνείδητα πιστεύει, ακόμα κι αν δηλώνει κάτι άλλο, ο υποσυνείδητος νους καθρεφτίζει οτιδήποτε έχει αποτυπώσει, καλό ή κακό, αληθινό ή ψεύτικο δεν έχει σημασία, εκείνο το δέχεται και το εκπέμπει ως αλήθεια!
Κάθε φορά που λέτε: “Άξιζα κάτι καλύτερο!” θα πρέπει να βουτήξετε μέσα σας βαθιά και να δείτε πού βρίσκεται και ποιο είναι το μέρος εκείνο που αμφισβητεί την αξία σας, δηλαδή ποια πεποίθηση υπάρχει σε εσάς, που σας κάνει να απορρίπτετε τον εαυτό σας.
Γιατί δεν είναι οι άλλοι που σας απορρίπτουν, οι άλλοι καθρεφτίζουν πάντα τα δικά σας κενά, από ένα σημείο και μετά που ενηλικιώνεστε, οι άλλοι είναι μόνο η δικαιολογία!
Ο καθένας στη ζωή παίρνει αυτό που αξίζει!…
Γι’ αυτό σταματήστε να παραπονιέστε και να γκρινιάζετε και αρχίστε να διεκδικείτε, να αγωνίζεστε, όχι για να σας εκτιμήσουν οι άλλοι, αλλά για να μπορέσετε να εκτιμήσετε επιτέλους εσείς οι ίδιοι τον εαυτό σας και να αναγνωρίσετε την αξία σας!
Παίρνει μόνο αυτό που υποσυνείδητα πιστεύει, ακόμα κι αν δηλώνει κάτι άλλο, ο υποσυνείδητος νους καθρεφτίζει οτιδήποτε έχει αποτυπώσει, καλό ή κακό, αληθινό ή ψεύτικο δεν έχει σημασία, εκείνο το δέχεται και το εκπέμπει ως αλήθεια!
Κάθε φορά που λέτε: “Άξιζα κάτι καλύτερο!” θα πρέπει να βουτήξετε μέσα σας βαθιά και να δείτε πού βρίσκεται και ποιο είναι το μέρος εκείνο που αμφισβητεί την αξία σας, δηλαδή ποια πεποίθηση υπάρχει σε εσάς, που σας κάνει να απορρίπτετε τον εαυτό σας.
Γιατί δεν είναι οι άλλοι που σας απορρίπτουν, οι άλλοι καθρεφτίζουν πάντα τα δικά σας κενά, από ένα σημείο και μετά που ενηλικιώνεστε, οι άλλοι είναι μόνο η δικαιολογία!
Ο καθένας στη ζωή παίρνει αυτό που αξίζει!…
Γι’ αυτό σταματήστε να παραπονιέστε και να γκρινιάζετε και αρχίστε να διεκδικείτε, να αγωνίζεστε, όχι για να σας εκτιμήσουν οι άλλοι, αλλά για να μπορέσετε να εκτιμήσετε επιτέλους εσείς οι ίδιοι τον εαυτό σας και να αναγνωρίσετε την αξία σας!
Λιαντίνης: Ο Ζαρατούστρας
Το "Τάδε έφη Ζαρατούστρας", ή "Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα" (γερμ. Also sprach Zarathustra) είναι έργο του Γερμανού φιλόσοφου Νίτσε που θεωρείται ως το σημαντικότερο έργο του. Εκδόθηκε σε τέσσερα μέρη, από το 1883 ως στο 1885.
Σύμφωνα με τον Ζαρατούστρα, όλοι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι ενώπιον του θεού. Όταν όμως ο θεός απέθανε, η ισότητα απωλέσθηκε και αυτή, και έτσι οι άνθρωποι έγιναν έρμαιο του όχλου. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η ευκαιρία της γέννησης του Υπεράνθρωπου.
Σύμφωνα πάντα με τον Ζαρατούστρα, ο άνθρωπος που εκπληρώνει χρέη γέφυρας με κατάληξη στον Υπεράνθρωπο, πρέπει να αυτοϋπερνικηθεί για να παραχωρήσει την θέση του στον Υπεράνθρωπο.
Τα χαρακτηριστικά του Υπεράνθρωπου είναι:
- η δημιουργικότητα
- η αυτoλατρεία
- η λατρεία προς την ζωή και η αυτοπεποίθηση
- η δύναμη της θελήσεως
- το θάρρος, η στυγνότητα και η αδιαλλακτικότητα
1.
Το τραγούδι του άλλου χορού
1. «Τώρα στο τέλος σε κύτταξα στα μάτια ζωή: και είδα να γυαλίζει χρυσάφι στα νυχτερινά σου μάτια –μπροστά σε τόση ηδονή ανίκητη εστάθη η καρδιά μου:
Βάρκα χρυσή να λάμπει είδα στης νύχτας τα νερά, μια χρυσή βάρκα που πετάριζε, που βούλιαζε και μεθούσε και πάλι μούγνεφε!
Στο πόδι μου, λυσσάρικο για χορό, έρριξες ένα βλέμμα, ένα βλέμμα που ρωτούσε και γελούσε και πονούσε αλαφρότρεμο.
Ερρίγησαν τα κρόταλα για δεύτερη φορά στα μικρά σου χέρια- και να που κιόλας τινάχτηκε το πόδι μου για το χορό της λύσσας.
Ανασηκώθη η φτέρνα μου, τα νύχια μου εστύλωσαν αυτί για να σου υπακούσουν: ο χορευτής νύχια κουβαλάει τ' αυτιά του.
Χύθηκα τότε απάνω σου: κι εσύ πισω πατώντας ξέφυγες την ορμή μου· όμως με γλείφει από μακριά η γλώσσα των μαλλιών σου φεύγοντας και πετώντας!
Τραβήχτηκα από σένανε και τα λυγίσματά σου τα φιδίσια: στάθηκες τότε, και τα μάτια σου γιομάτα επιθυμία.
Με ματιές καμπύλες με πειθεύεις τα καμπύλα λυγίσματα· καμπύλα λυγίσματα μαθαίνεις το ασίκικο και πονηρό μου πόδι!
Κοντά σου φοβούμαι σε, μακριά σου αγαπώ σε· με τραβά η φυγή σου, με σταματάει ο πόθος σου –χαρούμενα βάσανα υποφέρω για σένα.
Η κρυάδα σου με βουρλίζει, με ξεγελάει το μίσος σου, η φυγή σου με δένει, με 'ρεθίζει το σκώμμα σου:
Και ποιος δεν αγριεύει μαζί σου, που δένεις, που τυλίγεις, που πειράζεις, που αναζητάς, που βρίσκεις. Και ποιος δεν σ' αγαπά εσένα, αθώα, ανυπόμονη, αέρινη, αμαρτωλή με του παιδιού τα μάτια!
Και τώρα που με σέρνεις; Τέρας, παιδί τρελλό. Αχ πάλι μου ξεφεύγεις, αχάριστη, αλήτισσα, γλυκειά.
Στα πατήματά σου χορεύω, τα μικρά σου βήματα ακλουθώ, που είσαι; Δος μου το χέρι σου. Έστω και το δαχτύλι σου μόνο!
Εδώ 'ναι οι σπηλιές και οι λόχμες. Στάσου. Θα πλανευτούμε. Σώπασε. Δεν ακούς που σφυρίζουν ολόγυρα νυχτερίδες και κουκουβάγιες;
Ω εσύ κουκουβάγια! Ω νυχτερίδα. Να με απατήσεις θέλεις; Που είμαστε; Από τους σκύλους ν' αλυχτάς έμαθες και να βαβίζεις.
Τρίζεις ποθεινά τα λευκά σου δοντάκια, τα πονηρά σου μάτια χύνουνται απάνω μου ανάμεσα από χαίτες σγουρές.
Μα τούτο είναι χορός απάνου στην ακινησία της πέτρας: ο κυνηγός εγώ 'μαι –θέλεις ο δικός μου σκύλος κι ο δικός σου αίγαγρος νάσαι;
Ιδού σε, κοντά μου τώρα! Γοργόποδη, πονηρή, πηδηχτίνα. Απάνου τώρα! Τώρα από κάτου! Ωχ! Πως έπεσα μέσα στο ίδιο το πήδημα.
Ω κύττα, πως κείτομαι, περήφανη, Και ικετεύω τη χάρη σου! Πως θάχα ποθήσει ραδινώτερα μαζί σου να τραβώ μονοπάτια.
Το στρατί της αγάπης να περπατώ μέσα από ακίνητους πολύχρωμους θάμνους. Ή εκεί, πέρα στην όχθη της λίμνης. Εκεί που χρυσόψαρα κολυμπούν και χορεύουν.
Κουράστηκες τώρα; Πάνω κει περπατούν προβατάκια και πορφυρό το βασίλεμα: ωραίος που θάταν ο ύπνος, σαν θα παίζουν οι βοσκοί τη φλογέρα τους.
Είσαι τόσο πολύ κουρασμένη; Θα σε πάρω κει πάνω, άφησε να πέσουν τα μπράτσα σου! Και διψάς –κάτι θα σου είχα, το στόμα σου όμως δεν το θέλει να πιει.
Ω αυτό το κατάρατο, το γοργό, το ευλύγιστο φίδι, και της σπηλιάς η μάγισσα! Αλλά νοιώθω στο πρόσωπο δυο κόκκινα σημάδια, του χεριού σου κηλίδες!
Αλήθεια κουράστηκα νάμαι πάντα ο δικός σου βοσκός. Μάγισσα, μέχρι τώρα τραγουδούσα για σένα, καιρός σου πια τώρα για μένα κι εσύ να κραυγάσεις!
Καιρός τώρα στο ρυθμό του δικού μου μαστίγιου να κραυγάσεις και να χορέψεις! Αλλά μην αλησμόνησα το μαστίγι μου κάπου; Όχι...»
2
Έτσι μου αποκρίθηκε τότε η ζωή κλείνοντας τα κοχύλια – αυτιά της:
«Ω Ζαρατούστρα! Μη χτυπάς τόσο άγρια το μαστίγι σου! Γιατί καλά γνωρίζεις πως ο θόρυβος σκοτώνει τις σκέψεις – κι είναι τώρα ακριβώς που μούρχονται τόσο εξαίσιες σκέψεις.
Είμαστε και οι δυο δυο κακότροπα και κακόβολα πλάσματα. Πέρα από το καλό και το κακό βρήκαμε τη σωτήρια γη και το πράσινο λιβάδι μας, μόνοι εμείς οι δύο. Γι' αυτό χρωστάμε ο ένας στον άλλο νάμαστε καλοί!
Κι αν δεν αγαπά ο ένας από τα βάθη του τον άλλο, πρέπει να θυμώνουμε, γιατί ο ένας δεν αγαπά τον άλλον απ'τα βάθη του;
Κι ότι είμαι καλή σε σένα, και κάποτε πολύ καλή, καλά το ξεύρεις: κι η αιτία γιαυτό είναι, που πολύ ζηλεύω τη σοφία σου! Α αυτή η μανιακή, η γρια τρελλοσοφία. Αν κάποτε η σοφία σου έφευγε από κοντά σου, αχ! Τότε θάφευγε μεμιάς και η δική μου αγάπη από κοντά σου».
Τότε κύτταξε η ζωή συλλογισμένη πίσω της και γύρω της και μουρμούρισε σιγά: «Ω Ζαρατούστρα, δεν μούσαι αρκετά πιστός!
Από πολύ καιρό δεν μ' αγαπάς τόσο πολύ, όσο λες, και ξεύρω, σκέφτεσαι πως πεθυμάς σε λίγο να μ'αφήσεις.
Υπάρχει μια παλιά βαρειά-βαρειά τρελλοκαμπάνα: αυτή βραχνοχτυπά τις νύχτες ψηλά ως τη σπηλιά σου:
Την ακούς τα μεσάνυχτα να χτυπάει τις ώρες και από τη μια ως τις δώδεκα εσύ όλο συλλογιέσαι - Συλλογιέσαι, Ζαρατούστρα, ξεύρω, ότι επιθυμείς γρήγορα να μ' αφήσεις!»
«Ναι», αποκρίθηκα δισταχτικά, «αλλά ξεύρεις και κάτι άλλο».
Και της είπα κάτι στ' αυτί ανάμεσα στα τρελλά, κίτρινα, μπερδεμένα μαλλιά της.
«Το ξεύρεις αυτό Ζαρατούστρα; Αυτό δεν το ξεύρει κανείς-»
Και κυτταχτήκαμε τότε και κυττάξαμε πέρα το πράσινο λιβάδι, που απάνω του έπεφτε κιόλας παγωμένο το βράδυ, και κλάψαμε μαζί. Εκείνη όμως τη στιγμή βρήκα τη ζωή πιο αγαπημένη, απ' ότι κάθε άλλη φορά τη σοφία μου.
Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.
3
Μία!
Ω άνθρωπε, δώσε προσοχή στ' αυτιά!
Δυο!
Τι λαλούν τα βαθειά μεσάνυχτα;
Τρεις!
«Κοιμώμουνα, κοιμώμουνα πολύ,
Τέσσερες!
Κι εξύπνησ' από όνειρο βαθύ:
Πέντε!
Είναι βαθειά του κόσμου η σφαίρα
Έξι!
Κι ακόμη πιο βαθειά απ' ότι εθάρρει η μέρα.
Εφτά!
Βαθύς είναι ο πόνος της-,
Οχτώ!
Χαρά- ακόμη πιο βαθειά απ' τον πόνο της ψυχής:
Εννέα!
Λαλεί ο πόνος: αφανίσου, να χαθείς.
Δέκα!
Όμως κάθε χαρά θέλει αιωνιότητα,
Έντεκα!
-θέλει βαθειά – βαθειά αιωνιότητα!»
Δώδεκα!.
Σύμφωνα με τον Ζαρατούστρα, όλοι οι άνθρωποι ήταν ίδιοι ενώπιον του θεού. Όταν όμως ο θεός απέθανε, η ισότητα απωλέσθηκε και αυτή, και έτσι οι άνθρωποι έγιναν έρμαιο του όχλου. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η ευκαιρία της γέννησης του Υπεράνθρωπου.
Σύμφωνα πάντα με τον Ζαρατούστρα, ο άνθρωπος που εκπληρώνει χρέη γέφυρας με κατάληξη στον Υπεράνθρωπο, πρέπει να αυτοϋπερνικηθεί για να παραχωρήσει την θέση του στον Υπεράνθρωπο.
Τα χαρακτηριστικά του Υπεράνθρωπου είναι:
- η δημιουργικότητα
- η αυτoλατρεία
- η λατρεία προς την ζωή και η αυτοπεποίθηση
- η δύναμη της θελήσεως
- το θάρρος, η στυγνότητα και η αδιαλλακτικότητα
1.
Το τραγούδι του άλλου χορού
1. «Τώρα στο τέλος σε κύτταξα στα μάτια ζωή: και είδα να γυαλίζει χρυσάφι στα νυχτερινά σου μάτια –μπροστά σε τόση ηδονή ανίκητη εστάθη η καρδιά μου:
Βάρκα χρυσή να λάμπει είδα στης νύχτας τα νερά, μια χρυσή βάρκα που πετάριζε, που βούλιαζε και μεθούσε και πάλι μούγνεφε!
Στο πόδι μου, λυσσάρικο για χορό, έρριξες ένα βλέμμα, ένα βλέμμα που ρωτούσε και γελούσε και πονούσε αλαφρότρεμο.
Ερρίγησαν τα κρόταλα για δεύτερη φορά στα μικρά σου χέρια- και να που κιόλας τινάχτηκε το πόδι μου για το χορό της λύσσας.
Ανασηκώθη η φτέρνα μου, τα νύχια μου εστύλωσαν αυτί για να σου υπακούσουν: ο χορευτής νύχια κουβαλάει τ' αυτιά του.
Χύθηκα τότε απάνω σου: κι εσύ πισω πατώντας ξέφυγες την ορμή μου· όμως με γλείφει από μακριά η γλώσσα των μαλλιών σου φεύγοντας και πετώντας!
Τραβήχτηκα από σένανε και τα λυγίσματά σου τα φιδίσια: στάθηκες τότε, και τα μάτια σου γιομάτα επιθυμία.
Με ματιές καμπύλες με πειθεύεις τα καμπύλα λυγίσματα· καμπύλα λυγίσματα μαθαίνεις το ασίκικο και πονηρό μου πόδι!
Κοντά σου φοβούμαι σε, μακριά σου αγαπώ σε· με τραβά η φυγή σου, με σταματάει ο πόθος σου –χαρούμενα βάσανα υποφέρω για σένα.
Η κρυάδα σου με βουρλίζει, με ξεγελάει το μίσος σου, η φυγή σου με δένει, με 'ρεθίζει το σκώμμα σου:
Και ποιος δεν αγριεύει μαζί σου, που δένεις, που τυλίγεις, που πειράζεις, που αναζητάς, που βρίσκεις. Και ποιος δεν σ' αγαπά εσένα, αθώα, ανυπόμονη, αέρινη, αμαρτωλή με του παιδιού τα μάτια!
Και τώρα που με σέρνεις; Τέρας, παιδί τρελλό. Αχ πάλι μου ξεφεύγεις, αχάριστη, αλήτισσα, γλυκειά.
Στα πατήματά σου χορεύω, τα μικρά σου βήματα ακλουθώ, που είσαι; Δος μου το χέρι σου. Έστω και το δαχτύλι σου μόνο!
Εδώ 'ναι οι σπηλιές και οι λόχμες. Στάσου. Θα πλανευτούμε. Σώπασε. Δεν ακούς που σφυρίζουν ολόγυρα νυχτερίδες και κουκουβάγιες;
Ω εσύ κουκουβάγια! Ω νυχτερίδα. Να με απατήσεις θέλεις; Που είμαστε; Από τους σκύλους ν' αλυχτάς έμαθες και να βαβίζεις.
Τρίζεις ποθεινά τα λευκά σου δοντάκια, τα πονηρά σου μάτια χύνουνται απάνω μου ανάμεσα από χαίτες σγουρές.
Μα τούτο είναι χορός απάνου στην ακινησία της πέτρας: ο κυνηγός εγώ 'μαι –θέλεις ο δικός μου σκύλος κι ο δικός σου αίγαγρος νάσαι;
Ιδού σε, κοντά μου τώρα! Γοργόποδη, πονηρή, πηδηχτίνα. Απάνου τώρα! Τώρα από κάτου! Ωχ! Πως έπεσα μέσα στο ίδιο το πήδημα.
Ω κύττα, πως κείτομαι, περήφανη, Και ικετεύω τη χάρη σου! Πως θάχα ποθήσει ραδινώτερα μαζί σου να τραβώ μονοπάτια.
Το στρατί της αγάπης να περπατώ μέσα από ακίνητους πολύχρωμους θάμνους. Ή εκεί, πέρα στην όχθη της λίμνης. Εκεί που χρυσόψαρα κολυμπούν και χορεύουν.
Κουράστηκες τώρα; Πάνω κει περπατούν προβατάκια και πορφυρό το βασίλεμα: ωραίος που θάταν ο ύπνος, σαν θα παίζουν οι βοσκοί τη φλογέρα τους.
Είσαι τόσο πολύ κουρασμένη; Θα σε πάρω κει πάνω, άφησε να πέσουν τα μπράτσα σου! Και διψάς –κάτι θα σου είχα, το στόμα σου όμως δεν το θέλει να πιει.
Ω αυτό το κατάρατο, το γοργό, το ευλύγιστο φίδι, και της σπηλιάς η μάγισσα! Αλλά νοιώθω στο πρόσωπο δυο κόκκινα σημάδια, του χεριού σου κηλίδες!
Αλήθεια κουράστηκα νάμαι πάντα ο δικός σου βοσκός. Μάγισσα, μέχρι τώρα τραγουδούσα για σένα, καιρός σου πια τώρα για μένα κι εσύ να κραυγάσεις!
Καιρός τώρα στο ρυθμό του δικού μου μαστίγιου να κραυγάσεις και να χορέψεις! Αλλά μην αλησμόνησα το μαστίγι μου κάπου; Όχι...»
2
Έτσι μου αποκρίθηκε τότε η ζωή κλείνοντας τα κοχύλια – αυτιά της:
«Ω Ζαρατούστρα! Μη χτυπάς τόσο άγρια το μαστίγι σου! Γιατί καλά γνωρίζεις πως ο θόρυβος σκοτώνει τις σκέψεις – κι είναι τώρα ακριβώς που μούρχονται τόσο εξαίσιες σκέψεις.
Είμαστε και οι δυο δυο κακότροπα και κακόβολα πλάσματα. Πέρα από το καλό και το κακό βρήκαμε τη σωτήρια γη και το πράσινο λιβάδι μας, μόνοι εμείς οι δύο. Γι' αυτό χρωστάμε ο ένας στον άλλο νάμαστε καλοί!
Κι αν δεν αγαπά ο ένας από τα βάθη του τον άλλο, πρέπει να θυμώνουμε, γιατί ο ένας δεν αγαπά τον άλλον απ'τα βάθη του;
Κι ότι είμαι καλή σε σένα, και κάποτε πολύ καλή, καλά το ξεύρεις: κι η αιτία γιαυτό είναι, που πολύ ζηλεύω τη σοφία σου! Α αυτή η μανιακή, η γρια τρελλοσοφία. Αν κάποτε η σοφία σου έφευγε από κοντά σου, αχ! Τότε θάφευγε μεμιάς και η δική μου αγάπη από κοντά σου».
Τότε κύτταξε η ζωή συλλογισμένη πίσω της και γύρω της και μουρμούρισε σιγά: «Ω Ζαρατούστρα, δεν μούσαι αρκετά πιστός!
Από πολύ καιρό δεν μ' αγαπάς τόσο πολύ, όσο λες, και ξεύρω, σκέφτεσαι πως πεθυμάς σε λίγο να μ'αφήσεις.
Υπάρχει μια παλιά βαρειά-βαρειά τρελλοκαμπάνα: αυτή βραχνοχτυπά τις νύχτες ψηλά ως τη σπηλιά σου:
Την ακούς τα μεσάνυχτα να χτυπάει τις ώρες και από τη μια ως τις δώδεκα εσύ όλο συλλογιέσαι - Συλλογιέσαι, Ζαρατούστρα, ξεύρω, ότι επιθυμείς γρήγορα να μ' αφήσεις!»
«Ναι», αποκρίθηκα δισταχτικά, «αλλά ξεύρεις και κάτι άλλο».
Και της είπα κάτι στ' αυτί ανάμεσα στα τρελλά, κίτρινα, μπερδεμένα μαλλιά της.
«Το ξεύρεις αυτό Ζαρατούστρα; Αυτό δεν το ξεύρει κανείς-»
Και κυτταχτήκαμε τότε και κυττάξαμε πέρα το πράσινο λιβάδι, που απάνω του έπεφτε κιόλας παγωμένο το βράδυ, και κλάψαμε μαζί. Εκείνη όμως τη στιγμή βρήκα τη ζωή πιο αγαπημένη, απ' ότι κάθε άλλη φορά τη σοφία μου.
Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.
3
Μία!
Ω άνθρωπε, δώσε προσοχή στ' αυτιά!
Δυο!
Τι λαλούν τα βαθειά μεσάνυχτα;
Τρεις!
«Κοιμώμουνα, κοιμώμουνα πολύ,
Τέσσερες!
Κι εξύπνησ' από όνειρο βαθύ:
Πέντε!
Είναι βαθειά του κόσμου η σφαίρα
Έξι!
Κι ακόμη πιο βαθειά απ' ότι εθάρρει η μέρα.
Εφτά!
Βαθύς είναι ο πόνος της-,
Οχτώ!
Χαρά- ακόμη πιο βαθειά απ' τον πόνο της ψυχής:
Εννέα!
Λαλεί ο πόνος: αφανίσου, να χαθείς.
Δέκα!
Όμως κάθε χαρά θέλει αιωνιότητα,
Έντεκα!
-θέλει βαθειά – βαθειά αιωνιότητα!»
Δώδεκα!.
Ο Αριστοτέλης και η διερεύνηση της λογικής με την επιστήμη, τη φρόνηση, το νου, τη σοφία και την υπόληψη
Ολοκληρώνοντας το πρώτο βιβλίο από τα «Ηθικά Μεγάλα» ο Αριστοτέλης επαναλαμβάνει το αδύνατο της εκπλήρωσης των αρετών χωρίς την προϋπόθεση του ορθού λόγου. Ο ορθός λόγος επισφραγίζει την ενάρετη πράξη καθιστώντας την αποτέλεσμα επιλογής και προτίμησης, δηλαδή ενέργειας που κινείται στο χώρο του συνειδητού. Μια πράξη που δε συνοδεύεται από το φιλτράρισμα του ορθού λόγου, ακόμη κι αν πραγματώνει την αρετή, δεν μπορεί να λέγεται ενάρετη, αφού αναγκαστικά θα οφείλεται στο τυχαίο ή στο ενστικτώδες.
Όμως, η διαπίστωση αυτή επιφέρει ερωτήματα: «Είπαμε και για την καθεμία από αυτές» (εννοείται τις αρετές) «ότι αν ενεργούμε κατά τον ορθό λόγο και πράττουμε το άριστο, τότε τούτο ακριβώς, το να ενεργούμε δηλαδή κατά τον ορθό λόγο, είναι όμοιο με το να έλεγε κανείς ότι η υγεία θα εξασφαλιζόταν με βεβαιότητα αρκεί να στρεφόταν κανείς σε ό,τι υγιεινό. Σίγουρα, ένας ισχυρισμός τέτοιου είδους είναι ασαφής, και θα μου πει κανείς: “και ποιο είναι το υγιεινό· ξεκαθάρισέ το μας”. Έτσι και με το λόγο: τι είναι ο λόγος, και ποιος είναι ο ορθός λόγος;» (1196b 34.1).
Η αναγκαιότητα της τελικής διερεύνησης του ορθού λόγου δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στα μέρη της ψυχής που τον αφορούν: «Καταρχήν ίσως είναι αναγκαίο να προβούμε σε διακρίσεις σχετικά με το μέρος της ψυχής στο οποίο εντοπίζεται ο λόγος. Όσον αφορά την ψυχή είπαμε ότι το ένα μέρος της έχει λόγο, ενώ το άλλο μέρος της είναι άλογο· το λογικό μέρος της ψυχής διαιρείται σε δύο μέρη: στο βουλευτικόν και στο επιστημονικόν» (1196b 34.2-34.3).
Η διαφορά ανάμεσα στο βουλευτικό και το επιστημονικό μέρος της ψυχής εντοπίζεται στο ότι το βουλευτικό σχετίζεται περισσότερο με τα αισθητά, ενώ το επιστημονικό με τη νόηση και τη γνώση: «Άλλο το νοητό, άλλο το αισθητό (αυτά τα δύο τα γνωρίζουμε με την ψυχή)· οπότε, άλλο θα είναι το μέρος της που έχει ως αντικείμενό του τα αισθητά κι άλλο τα νοητά· Το βουλευτικόν και προαιρετικόν, τώρα, έχει να κάνει με τα αισθητά, τα οποία υπόκεινται σε μεταβολή, και γενικώς με όσα εντάσσονται στη διαδικασία της φθοράς και της γένεσης. Διότι βουλευόμαστε {σκεφτόμαστε και αποφασίζουμε} σχετικά με όσα είναι στο χέρι μας, να τα πράξουμε ή να μην τα πράξουμε κατά την προαίρεσή μας· με αυτά έχει να κάνει η σκέψη και η έλλογη επιλογή ανάμεσα στο να τα πράξουμε ή όχι· αυτά είναι αισθητά και ενταγμένα στη διαδικασία της μεταβολής. Άρα το προαιρετικόν μέρος της ψυχής έχει να κάνει με τον λόγο πραγμάτων αισθητών» (1196b 34.5-6).
Από την άλλη, είναι φανερό ότι το επιστημονικό μέρος έχει να κάνει με τις αιώνιες αλήθειες της επιστήμης και της φιλοσοφίας, τις αλήθειες που δεν επηρεάζονται ούτε από το χρόνο ούτε από το συμφέρον ούτε από τις ανάγκες της στιγμής. Το ζήτημα όμως περιπλέκεται: «Εφόσον έχουν γίνει οι προηγούμενες διακρίσεις, πρέπει τώρα να αναφερθούμε στο θέμα του αληθούς (η έρευνά μας στρέφεται στο αληθές και αυτό αναζητά)· υπάρχει η επιστήμη, η φρόνησις, ο νους, η σοφία, η υπόληψις· πώς σχετίζεται με το καθένα από τούτα η αλήθεια;» (1196b 34.7).
Αναφορικά με την επιστήμη τα πράγματα είναι απολύτως ξεκάθαρα: «Η επιστήμη έχει να κάνει με το επιστητό, και αυτό πασχίζει να το προσεγγίσει μέσω της απόδειξης και του λόγου» (1196b 34.8).
Είναι φανερό ότι η επιστήμη καλείται να ερμηνεύσει όλα τα πεδία που απασχολούν ον άνθρωπο, καθώς και τη λειτουργία της φύσης αποκαλύπτοντας τους νόμους που τη διέπουν. Οι αλήθειες που ερευνά είναι αιώνιες και η επίκληση του ορθού λόγου αφορά την πιο αυστηρή του εκδοχή, καθώς στη μελέτη αυτών των πραγμάτων δεν υπάρχει χώρος ούτε για το ενστικτώδες ούτε για το τυχαίο. Οι απόψεις πρέπει να τεκμηριώνονται με απόλυτη επάρκεια και οι όποιες υποθέσεις προκύψουν οφείλουν να στηρίζονται στη λογική των όσων ήδη έχουν αποδειχθεί. Οτιδήποτε άλλο είναι αυθαίρετο κι ως εκ τούτου (επιστημονικώς) αβάσιμο.
Η φρόνηση, από την άλλη, αφορά τις καθημερινές αποφάσεις που καλείται να πάρει κανείς σύμφωνα με τις εκάστοτε συνθήκες που έχει να διαχειριστεί. Από αυτή την άποψη, γίνεται αντιληπτό ότι η φρόνηση δεν επιβάλλει πάντοτε τις ίδιες επιλογές, σαν να επρόκειτο για μια άκαμπτη επιστημονική αλήθεια, αλλά οφείλει να προσαρμοστεί στα διαρκώς εναλλασσόμενα δεδομένα: «Η φρόνησις έχει να κάνει με το τι πρέπει να πράξουμε, με θέματα τα οποία επιδέχονται είτε την προτίμησή μας είτε την αποφυγή μας, και είναι στο χέρι μας να τα πράξουμε ή όχι» (1197a 34.8).
Όμως, το ότι η φρόνηση απαιτεί τη διαρκή συμμόρφωση στις καταστάσεις οδηγώντας πολλές φορές σε διαφορετικές (ίσως και αντιφατικές) αποφάσεις για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού (που καθορίζεται από τις συγκυρίες) δε σημαίνει ότι η ίδια, ως ιδιότητα, δεν αποτελεί μόνιμο στοιχείο του χαρακτήρα. Η φρόνηση αποτελεί εθισμό της ψυχής (δηλαδή μόνιμο στοιχείο) που καθιστά τον άνθρωπο άξιο να ακολουθεί τη λογική παίρνοντας τις πιο συμφέρουσες αποφάσεις: «η φρόνησις θα είναι μία παγιωμένη κατάσταση της ψυχής (έξις), ικανή να προβαίνει σε συνειδητές επιλογές και να οδηγεί σε ενέργειες σχετικές με υποθέσεις που επιδέχονται το να ενεργήσει ο άνθρωπος ή να μην ενεργήσει· η φρόνησις προκρίνει εκείνες τις ενέργειες που συντείνουν άμεσα στο συμφέρον του ανθρώπου» (1197a 34.11-12).
Η φρόνηση είναι αρετή άλλα δεν μπορεί να ταυτιστεί με την επιστήμη, αφού είναι φανερό ότι εντάσσεται στο βουλευτικό μέρος της ψυχής. Προϋποθέτει τη λογική με τη σημασία των καθημερινών αποφάσεων κι όχι με την έννοια της αναζήτησης των αναλλοίωτων επιστημονικών αξιωμάτων. Ο Αριστοτέλης αναφέρει: «η φρόνησις είναι αρετή και όχι επιστήμη –έτσι θεωρείται τουλάχιστον– διότι οι φρόνιμοι επαινούνται, και ο έπαινος έχει να κάνει με την αρετή· ύστερα, υπάρχει για κάθε επιστήμη κάποια αρετή της, ενώ για την φρόνησιν δεν υπάρχει κάποια αρετή της, αλλά φαίνεται ότι η ίδια αποτελεί αρετή» (1197a 34.12).
Στο ζήτημα της ένταξης της φρόνησης στις αρετές ο Αριστοτέλης θα επιμείνει περισσότερο: «Ίσως κανείς να προβάλει την απορία: είναι η φρόνηση αρετή ή δεν είναι; Από τα ακόλουθα θα φανεί ότι οπωσδήποτε είναι αρετή. Αν, λοιπόν, η δικαιοσύνη και η ανδρεία και οι υπόλοιπες αρετές έχουν την ιδιότητα της αρετής για το λόγο πρώτον ότι πράττουν τα καλά και δεύτερον ότι κερδίζουν τον έπαινο, τότε είναι φανερό ότι και η φρόνηση ανήκει σε αυτά που κερδίζουν τον έπαινο και ότι εντάσσεται στον κατάλογο των αρετών. Εξήγηση: προς αυτά ακριβώς που η ανδρεία μάς παρωθεί να πράξουμε, προς τα ίδια μάς σπρώχνει και η φρόνηση» (1198a 34.27).
Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα: «Γενικώς, όπως ακριβώς προστάζει η φρόνηση, έτσι ενεργεί με τη σειρά της και η ανδρεία· ώστε, αν η ανδρεία είναι επαινετή για το λόγο ότι πράττει ό,τι τυχόν της προστάξει η φρόνηση, τότε σίγουρα και η φρόνηση θα είναι απολύτως επαινετή και μια ολοκληρωμένη αρετή» (1198a 34.27).
Η φρόνηση είναι η βάση, η αφετηρία από την οποία ξεπηδούν όλες οι άλλες αρετές. Η ανδρεία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τη φρόνηση. Ο άφρων δεν μπορεί να είναι ανδρείος. Το μόνο που μπορεί να επιδείξει είναι η θρασύτητα που ξεπηδά από την αφροσύνη του.
Ο Αριστοτέλης παρομοιάζει τη σχέση της φρόνησης με τις άλλες αρετές με εκείνη του αρχιτεχνίτη με τον οικοδόμο: «Το ζήτημα αν η φρόνηση συνδέεται ή όχι με την πράξη, μπορεί κανείς να το δει ως εξής: να δει καλά τι συμβαίνει με τις επιστήμες-τέχνες, π.χ. με την οικοδομική. Στην οικοδομική, λοιπόν, υπάρχει –έτσι λέμε– ένας που αποκαλείται αρχιτεχνίτης και ένας που τον βοηθά, οικοδόμος· ο τελευταίος χτίζει την οικεία. Αλλά ο αρχιτεχνίτης, όσο ο οικοδόμος χτίζει, είναι και ο ίδιος δημιουργός της οικίας. Άρα και ο αρχιτεχνίτης θα δημιουργεί κάτι, αυτό ακριβώς που δημιουργεί και ο βοηθός του» (1198a 14.28).
Ο συσχετισμός με τις αρετές είναι απολύτως προφανής: «Αν, λοιπόν, συμβαίνει το ίδιο και στην περίπτωση των αρετών, πράγμα φυσικό και εύλογο, τότε και η φρόνηση θα συνδέεται με την πράξη. Διότι όλες οι αρετές συνδέονται με την πράξη, και η φρόνηση λειτουργεί σαν να είναι ο αρχιτεχνίτης τους, αφού κατά την προσταγή της ενεργούν οι αρετές και οι φορείς τους· συνεπώς, εφόσον οι αρετές συνδέονται με την πράξη, τότε και η φρόνηση συνδέεται με την πράξη» (1198b 34.29).
Συνεχίζοντας τη διερεύνηση των εννοιών που σχετίζονται με τη λογική ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί συνοπτικά σε αυτό που ονομάζει «νου»: «Ο νους έχει να κάνει με τις αρχές των αντικειμένων της νόησης και των υπαρκτών· η επιστήμη, βέβαια, έχει να κάνει με ό,τι αποδεδειγμένα υπάρχει, αλλά οι αρχές είναι αποδεκτές· άρα με τις αρχές δεν έχει να κάνει η επιστήμη αλλά ο νους» (1197a 34.13).
Ο διαχωρισμός της επιστήμης από τις αρχές σηματοδοτεί τη διάκριση των δεδομένων από το αντικείμενο της μελέτης. Οι αρχές είναι τα από θέση αρχής αποδεκτά, τα οποία η επιστήμη θα ερμηνεύσει. Το ότι η πέτρα πηγαίνει προς τα κάτω είναι η αρχή και φυσικά γίνεται αντιληπτό με τις αισθήσεις που τρέφουν τη νόηση. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά της επιστήμης.
Θα λέγαμε ότι ο συνδυασμός της επιστήμης και του νου επιφέρει τη σοφία, η οποία (προφανώς) είναι ο εκφραστής της ύψιστης γνώσης: «Η σοφία απαρτίζεται από επιστήμη και νουν· διότι έχει να κάνει τόσο με τις αρχές όσο και με όσα αποδεικνύονται βάσει των αρχών και τα οποία αποτελούν αντικείμενο της επιστήμης· στο βαθμό που έχει να κάνει με τις αρχές, η σοφία μετέχει του νου, ενώ στο βαθμό που έχει να κάνει με ό,τι έπεται των αρχών και υπάρχει αποδεδειγμένα, η σοφία μετέχει της επιστήμης. Οπότε γίνεται φανερό ότι η σοφία απαρτίζεται τόσο από τον νουν όσο και από την επιστήμη, και κατά προέκταση έχει να κάνει με αυτά ακριβώς με τα οποία έχουν να κάνουν ο νους και η επιστήμη» (1197a 34.14).
Και βέβαια, η σοφία δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη φρόνηση: «Διότι η σοφία, από τη μία, έχει να κάνει με τα υπαρκτά που η ύπαρξή τους είναι αποδεδειγμένη και τα οποία δεν επιδέχονται καμία μεταβολή· η φρόνησις, από την άλλη, δεν έχει να κάνει με αυτά αλλά με τα υπαρκτά που υπόκεινται σε μεταβολή. Τι εννοώ; Π.χ., η ευθεία, η καμπυλότητα, η κοιλότητα και τα παρόμοιά τους είναι πάντα αυτό που είναι, ενώ τα συμφέροντα στερούνται του γνωρίσματος της σταθερότητας και μεταβάλλονται, και τώρα κάτι είναι συμφέρον και αύριο δεν είναι, και για τον ένα είναι συμφέρον και για τον άλλο δεν είναι, και έτσι μεν συμφέρει αλλά αλλιώς δε συμφέρει. Με τα συμφέροντα έχει να κάνει η φρόνησις, ενώ η σοφία όχι. Άρα, άλλο φρόνησις, άλλο σοφία» (1197a 34.16 και 1197b 34.16).
Όσο για τον αν η σοφία αποτελεί αρετή ή όχι, ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Με τα ακόλουθα θα γίνει φανερό ότι η σοφία είναι αρετή· θα φανεί ακριβώς μέσω της φρονήσεως. Διότι με δεδομένα, πρώτον, ότι η φρόνηση είναι αρετή –έτσι λέμε– του μέρους της ψυχής που στερείται λόγου, και δεύτερον ότι η φρόνηση είναι κατώτερη της σοφίας (διότι έχει να κάνει με κατώτερα: η σοφία έχει να κάνει με το αιώνιο και θείο –έτσι λέμε–, ενώ η φρόνηση με το συμφέρον στον άνθρωπο), αν λοιπόν, το κατώτερο είναι αρετή, τότε σίγουρα και εύλογα και το ανώτερο είναι αρετή» (1197b 34.17).
Αυτό που μένει είναι η διερεύνηση της σχέσης σοφίας και φρόνησης. Το γεγονός ότι όλες οι αρετές εδράζονται στη φρόνηση και ενεργοποιούνται από αυτή (σύμφωνα με τη σχέση οικοδόμου-αρχιτεχνίτη) δεν πρέπει να ερμηνευτεί σαν κυριαρχία της φρόνησης μέσα στην ψυχή: «Φαντάζει απίθανο να κυβερνά η φρόνηση ακόμη και τα ανώτερά της· τη σοφία π.χ., δεν την κυβερνάει. Πάντως, λένε ότι η φρόνηση φροντίζει τα πάντα, και έχει τον πρώτο λόγο στις προσταγές» (1198b 34.30).
Για να περιγράψει τη σχέση σοφίας-φρόνησης ο Αριστοτέλης φέρνει το παράδειγμα των σχέσεων του οικονόμου-διαχειριστή («επίτροπου») του σπιτιού με τον αφέντη: «Ο επίτροπος είναι κύριος των πάντων και διοικεί τα πάντα· αλλά δε φτάνει να είναι και ο ηγέτης των πάντων, απλά δίνει τη δυνατότητα στον αφέντη του να έχει ελεύθερο χρόνο ώστε χωρίς περισπάσεις να μείνει αδέσμευτος από τις αναγκαίες δουλειές και να ασχοληθεί με οτιδήποτε καλό και ταιριαστό σ’ αυτόν. Έτσι ακριβώς και η φρόνηση είναι σαν ένας επίτροπος της σοφίας, και της δίνει τη δυνατότητα και την άνεση να ασχοληθεί με το έργο της, που δεν είναι άλλο από το να ελέγχει και να σωφρονίζει τα πάθη» (1198b 34.31-32).
Ο συσχετισμός της σοφίας με την καταπολέμηση των παθών δεν μπορεί παρά να σηματοδοτεί το αλληλένδετο της γνώσης με την κατάκτηση της ηθικής αρετής. Σε τελική ανάλυση και η σοφία ανήκει στις αρετές. Από αυτή την άποψη το ανθρωπιστικό περιεχόμενο της σοφίας (δηλαδή του νου και της επιστήμης) κρίνεται αδιαπραγμάτευτο.
Η γνώση που τίθεται στην υπηρεσία του κακού δεν μπορεί να ανήκει στις αρετές. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τη σοφία. Γι’ αυτό η φρόνηση τίθεται ως οικονόμος-αρχιυπηρέτης της. Η φρόνηση εξασφαλίζει την πορεία της σοφίας που έχει να κάνει με την πραγμάτωση της αρετής. Από κει και πέρα, η σοφία μπορεί απερίσπαστη να κάνει το έργο της.
Κι ακριβώς αυτή είναι η διαφορά της φρόνησης με την επιτηδειότητα: η φρόνηση υπηρετεί το συμφέρον με γνώμονα αποκλειστικά την αρετή, ενώ η επιτηδειότητα (επιδιώκοντας επίσης το συμφέρον) μπορεί να μεταχειριστεί και ανέντιμες μεθοδεύσεις. Αυτός που ωφελείται καταπατώντας την αρετή δεν είναι φρόνιμος αλλά επιτήδειος: «Η επιτηδειότητα δεν είναι φρόνηση ούτε ο επιτήδειος είναι φρόνιμος· ισχύει το αντίστροφο: ο φρόνιμος είναι επιτήδειος· αυτός είναι και ο λόγος που η επιτηδειότητα λειτουργεί τρόπον τινά ως συνεργός της φρονήσεως. Αλλά επιτήδειος ονομάζεται και ένας άνθρωπος κακός που θεωρείται ότι ήταν μεν επιτήδειος, όχι όμως και φρόνιμος άνθρωπος» (1197b 34.19 και 34.20).
Η έννοια του συμφέροντος είναι κοινή και στη φρόνηση και στην επιτηδειότητα. Γι’ αυτό ο φρόνιμος είναι αναγκαστικά κι επιτήδειος, γιατί θα πετύχει τη συμφέρουσα πράξη κρίνοντας με λογική τα δεδομένα της κατάστασης στην οποία βρίσκεται. Το αντίθετο όμως δεν ισχύει. Ο κλέφτης που υπηρετεί το συμφέρον του κλέβοντας δεν είναι φρόνιμος, ακόμη κι αν καταφέρει να μην τον πιάσουν ποτέ: «Γνώρισμα του φρονίμου και της φρονήσεως είναι η έφεση προς το άριστο και η τάση τους να το προκρίνουν και να το πραγματώνουν πάντα· αντίθετα, γνώρισμα της επιτηδειότητας και του επιτήδειου είναι να βρουν το οτιδήποτε, και από πού μπορεί να προκύψει, και πώς ακριβώς μπορεί να γίνει αυτό. Έτσι, λοιπόν, με αυτά σχετίζεται ο επιτήδειος και με αυτά έχει να κάνει» (1197b 34.20).
Η φρόνηση περισσότερο μπορεί ταυτιστεί με τη σύνεση, δηλαδή την αντιληπτική δυνατότητα του ανθρώπου, την ικανότητα να κατανοεί τα πράγματα και τον περίγυρό του: «Η αντιληπτική ικανότητα-σύνεσις έχει να κάνει με ό,τι έχει να κάνει και η φρόνηση, δηλαδή με τις ανθρώπινες πράξεις. Διότι ο άνθρωπος με αντίληψη χαρακτηρίζεται τέτοιος επειδή μπορεί να σκέφτεται και να αποφασίζει, καθώς και να κρίνει και να βλέπει κάτι ορθά· η κρίση του, όμως, σχετίζεται και έχει να κάνει με ζητήματα μικρά. Η αντιληπτική ικανότητα-σύνεσις, λοιπόν, και αυτός που την έχει είναι ένα τμήμα της φρονήσεως και του φρονίμου, και πάει μαζί με τη φρόνηση και τον φρόνιμο· δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο με αντίληψη από τον φρόνιμο άνθρωπο» (1197b 34.18).
Όσο για την υπόληψη, το τελευταίο στοιχείο που λειτουργεί για την εύρεση της αλήθειας, ο Αριστοτέλης γράφει: «Η υπόληψις, τώρα, έχει να κάνει με όσα μας προβληματίζουν και τείνουμε τόσο να βεβαιώσουμε την ύπαρξή τους όσο και να την αρνηθούμε» (1197a 34.15).
Το δεδομένο ότι η υπόληψη σχετίζεται με την ατομική κρίση της αποδοχής ή της άρνησης για την ύπαρξη κάποιου πράγματος καταδεικνύει ότι (προφανώς) αφορά ζητήματα που δεν άπτονται χειροπιαστής αποδείξεως. (Το χειροπιαστά αποδεδειγμένο μόνο ένας τρελός θα μπορούσε να το αρνηθεί). Ασφαλώς αναφέρεται σε πεδία που η σοφία (δηλαδή η γνώση που προκύπτει από το νου και την επιστήμη) δεν έχει ακόμη τις κατάλληλες απαντήσεις.
Από αυτή την άποψη, θα έλεγε κανείς ότι όσο διευρύνεται το πεδίο της σοφίας δίνοντας τεκμηριωμένες απαντήσεις στα ερωτήματα, τόσο συρρικνώνεται ο χώρος της υπόληψης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι αδύνατο να εκμηδενιστεί. Ο άνθρωπος πάντοτε θα έχει αναπάντητα ερωτήματα και θα μπαίνει στο δίλημμα αν πρέπει να πιστέψει ή να αρνηθεί την ύπαρξη του ενός ή του άλλου πράγματος. Το ζήτημα της ύπαρξης του θεού είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Αυτό που μένει είναι ο λόγος της διερεύνησης όλων των εννοιών που αφορούν τη λογική και την ανεύρεση της αλήθειας σε ένα έργο που εξετάζει την ηθική αρετή και την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων μέσα στην πόλη. Ο Αριστοτέλης θα απαντήσει ως εξής: «Ενδέχεται κάποιος να απορήσει και να παραξενευτεί γιατί κάνουμε λόγο περί σοφίας, ενώ το θέμα μας είναι τα ήθη και ενώ πραγματευόμαστε ένα ζήτημα κοινωνικής συμβίωσης. Καταρχήν ίσως να μην είναι άσχετη η έρευνα της σοφίας, δεδομένου ότι αυτή, όπως είπαμε, είναι μία αρετή. Ύστερα, είναι γνώρισμα του φιλοσόφου να διευρύνει την έρευνά του και σε περιφερειακά ζητούμενα, τα οποία όμως συνυπάρχουν με το πρωτεύον ζήτημα. Και είναι ανάγκη, μια και κάνουμε λόγο για τα μέρη της ψυχής, να μιλήσουμε για όλα τα μέρη· και η σοφία εντάσσεται, επίσης, στην ψυχή· ώστε μια και μιλάμε για κάτι που σχετίζεται με την ψυχή, δεν είναι άσχετος με το θέμα μας ο λόγος» (1197b 34.21-22).
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ
ΞΕΝ Αγ 1.23–1.35
ΞΕΝ Αγ 1.23–1.35
(ΞΕΝ Αγ 1.6–1.38: Η εκστρατεία του Αγησίλαου στη Μ. Ασία) Συγκρότηση ιππικού και προπαρασκευή του στρατεύματος – Η μάχη στον Πακτωλό ποταμό – Τιμωρία του Τισσαφέρνη
[1.23] ἐπεὶ μέντοι ἀνὰ τὰ
πεδία οὐδὲ ἐν τῇ Φρυγίᾳ ἐδύνατο στρατεύεσθαι διὰ τὴν
Φαρναβάζου ἱππείαν, ἔδοξεν αὐτῷ ἱππικὸν κατασκευαστέον
εἶναι, ὡς μὴ δραπετεύοντα πολεμεῖν δέοι αὐτόν. τοὺς μὲν
οὖν πλουσιωτάτους ἐκ πασῶν τῶν ἐκεῖ πόλεων ἱπποτροφεῖν
κατέλεξε. [1.24] προεῖπε δέ, ὅστις παρέχοιτο ἵππον καὶ ὅπλα
καὶ ἄνδρα δόκιμον, ὡς ἐξέσοιτο αὐτῷ μὴ στρατεύεσθαι· καὶ
ἐποίησεν οὕτως ἕκαστον προθύμως ταῦτα πράττειν ὥσπερ
ἄν τις τὸν ὑπὲρ αὑτοῦ ἀποθανούμενον προθύμως μαστεύοι.
ἔταξε δὲ καὶ πόλεις ἐξ ὧν δέοι τοὺς ἱππέας παρασκευάζειν,
νομίζων ἐκ τῶν ἱπποτρόφων πόλεων εὐθὺς καὶ φρονηματίας
μάλιστα ἂν ἐπὶ τῇ ἱππικῇ γενέσθαι. καὶ τοῦτ’ οὖν ἀγαστῶς
ἔδοξε πρᾶξαι, ὅτι κατεσκεύαστο τὸ ἱππικὸν αὐτῷ καὶ εὐθὺς
ἐρρωμένον ἦν καὶ ἐνεργόν. [1.25] ἐπειδὴ δὲ ἔαρ ὑπέφαινε, συν-
ήγαγε πᾶν τὸ στράτευμα εἰς Ἔφεσον· ἀσκῆσαι δὲ [καὶ] αὐτὸ
βουλόμενος ἆθλα προὔθηκε καὶ ταῖς ἱππικαῖς τάξεσιν, ἥτις
κράτιστα [ἂν] ἱππεύοι, καὶ ταῖς ὁπλιτικαῖς, ἥτις [ἂν] ἄριστα
σωμάτων ἔχοι· καὶ πελτασταῖς δὲ καὶ τοξόταις ἆθλα προὔ-
θηκεν, οἵτινες κράτιστοι τὰ προσήκοντα ἔργα φαίνοιντο.
ἐκ τούτου δὲ παρῆν ὁρᾶν τὰ μὲν γυμνάσια μεστὰ [τῶν]
ἀνδρῶν γυμναζομένων, τὸν δὲ ἱππόδρομον ἱππέων ἱππαζο-
μένων, τοὺς δὲ ἀκοντιστὰς καὶ τοὺς τοξότας ἐπὶ στόχον
ἱέντας. ἀξίαν δὲ καὶ ὅλην τὴν πόλιν ἐν ᾗ ἦν θέας ἐποίησεν.
[1.26] ἥ τε γὰρ ἀγορὰ μεστὴ ἦν παντοδαπῶν καὶ ὅπλων καὶ ἵππων
ὠνίων, οἵ τε χαλκοτύποι καὶ οἱ τέκτονες καὶ οἱ σιδηρεῖς καὶ
σκυτεῖς καὶ γραφεῖς πάντες πολεμικὰ ὅπλα κατεσκεύαζον·
ὥστε τὴν πόλιν ὄντως ἂν ἡγήσω πολέμου ἐργαστήριον
[1.27] εἶναι. ἐπερρώσθη δ’ ἄν τις κἀκεῖνο ἰδών, Ἀγησίλαον μὲν
πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὶ τοὺς ἄλλους στρατιώτας ἐστεφανω-
μένους τε ὅπου ἀπὸ τῶν γυμνασίων ἴοιεν, καὶ ἀνατιθέντας
τοὺς στεφάνους τῇ Ἀρτέμιδι. ὅπου γὰρ ἄνδρες θεοὺς μὲν
σέβοιεν, πολεμικὰ δὲ ἀσκοῖεν, πειθαρχίαν δὲ μελετῷεν, πῶς
οὐκ εἰκὸς ἐνταῦθα πάντα μεστὰ ἐλπίδων ἀγαθῶν εἶναι;
[1.28] ἡγούμενος δὲ καὶ τὸ καταφρονεῖν τῶν πολεμίων ῥώμην τινὰ
ἐμβαλεῖν πρὸς τὸ μάχεσθαι, προεῖπε τοῖς κήρυξι τοὺς ὑπὸ
τῶν λῃστῶν ἁλισκομένους βαρβάρους γυμνοὺς πωλεῖν.
ὁρῶντες οὖν οἱ στρατιῶται λευκοὺς μὲν διὰ τὸ μηδέποτε
ἐκδύεσθαι, πίονας δὲ καὶ ἀπόνους διὰ τὸ ἀεὶ ἐπ’ ὀχημάτων
εἶναι, ἐνόμισαν μηδὲν διοίσειν τὸν πόλεμον ἢ εἰ γυναιξὶ
δέοι μάχεσθαι. προεῖπε δὲ καὶ τοῦτο τοῖς στρατιώταις, ὡς
εὐθὺς ἡγήσοιτο τὴν συντομωτάτην ἐπὶ τὰ κράτιστα τῆς
χώρας, ὅπως αὐτόθεν αὐτῷ τὰ σώματα καὶ τὴν γνώμην
παρασκευάζοιντο ὡς ἀγωνιούμενοι. [1.29] ὁ μέντοι Τισσαφέρνης
ταῦτα μὲν ἐνόμισε λέγειν αὐτὸν πάλιν βουλόμενον ἐξαπα-
τῆσαι, εἰς Καρίαν δὲ νῦν τῷ ὄντι ἐμβαλεῖν. τό τε οὖν
πεζὸν καθάπερ τὸ πρόσθεν εἰς Καρίαν διεβίβασε καὶ τὸ
ἱππικὸν εἰς τὸ Μαιάνδρου πεδίον κατέστησεν. ὁ δὲ Ἀγη-
σίλαος οὐκ ἐψεύσατο, ἀλλ’ ὥσπερ προεῖπεν εὐθὺς <εἰς> τὸν
Σαρδιανὸν τόπον ἐχώρησε, καὶ τρεῖς μὲν ἡμέρας δι’ ἐρημίας
πολεμίων πορευόμενος πολλὰ τὰ ἐπιτήδεια τῇ στρατιᾷ παρ-
εῖχε· τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ ἧκον οἱ τῶν πολεμίων ἱππεῖς.
[1.30] καὶ τῷ μὲν ἄρχοντι τῶν σκευοφόρων εἶπεν ὁ ἡγεμὼν δια-
βάντι τὸν Πακτωλὸν ποταμὸν στρατοπεδεύεσθαι· αὐτοὶ δὲ
κατιδόντες τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἀκολούθους ἐσπαρμένους
καθ’ ἁρπαγὴν πολλοὺς αὐτῶν ἀπέκτειναν. αἰσθόμενος δὲ
ὁ Ἀγησίλαος βοηθεῖν ἐκέλευσε τοὺς ἱππέας. οἱ δ’ αὖ
Πέρσαι ὡς εἶδον τὴν βοήθειαν, ἡθροίσθησαν καὶ ἀντιπαρε-
τάξαντο παμπληθέσι τῶν ἱππέων τάξεσιν. [1.31] ἔνθα δὴ ὁ Ἀγη-
σίλαος γιγνώσκων ὅτι τοῖς μὲν πολεμίοις οὔπω παρείη τὸ
πεζόν, αὐτῷ δὲ οὐδὲν ἀπείη τῶν παρεσκευασμένων, καιρὸν
ἡγήσατο μάχην συνάψαι, εἰ δύναιτο. σφαγιασάμενος οὖν
τὴν μὲν φάλαγγα εὐθὺς ἦγεν ἐπὶ τοὺς ἀντιτεταγμένους
ἱππέας, ἐκ δὲ τῶν ὁπλιτῶν ἐκέλευσε τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης θεῖν
ὁμόσε αὐτοῖς, τοῖς δὲ πελτασταῖς εἶπε δρόμῳ ὑφηγεῖσθαι·
παρήγγειλε δὲ καὶ τοῖς ἱππεῦσιν ἐμβάλλειν, ὡς αὐτοῦ τε
καὶ παντὸς τοῦ στρατεύματος ἑπομένου. [1.32] τοὺς μὲν δὴ ἱππέας
ἐδέξαντο οἱ ἀγαθοὶ τῶν Περσῶν· ἐπειδὴ δὲ ἅμα πάντα τὰ
δεινὰ παρῆν ἐπ’ αὐτούς, ἐνέκλιναν, καὶ οἱ μὲν αὐτῶν εὐθὺς
ἐν τῷ ποταμῷ ἔπεσον, οἱ δὲ ἄλλοι ἔφευγον. οἱ δὲ Ἕλληνες
ἑπόμενοι αἱροῦσι καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν. καὶ οἱ μὲν
πελτασταὶ ὥσπερ εἰκὸς ἐφ’ ἁρπαγὴν ἐτρέποντο· ὁ δὲ
Ἀγησίλαος ἔχων κύκλῳ πάντα καὶ φίλια καὶ πολέμια περιε-
στρατοπεδεύσατο. [1.33] ὡς δ’ ἤκουσε τοὺς πολεμίους ταράττεσθαι
διὰ τὸ αἰτιᾶσθαι ἀλλήλους τοῦ γεγενημένου, εὐθὺς ἦγεν ἐπὶ
Σάρδεις. κἀκεῖ ἅμα μὲν ἔκαιε καὶ ἐπόρθει τὰ περὶ τὸ ἄστυ,
ἅμα δὲ καὶ κηρύγματι ἐδήλου τοὺς μὲν ἐλευθερίας δεομένους
ὡς πρὸς σύμμαχον αὐτὸν παρεῖναι· εἰ δέ τινες τὴν Ἀσίαν
ἑαυτῶν ποιοῦνται, πρὸς τοὺς ἐλευθεροῦντας διακρινουμένους
ἐν ὅπλοις παρεῖναι. [1.34] ἐπεὶ μέντοι οὐδεὶς ἀντεξῄει, ἀδεῶς δὴ
τὸ ἀπὸ τούτου ἐστρατεύετο, τοὺς μὲν πρόσθεν προσκυνεῖν
Ἕλληνας ἀναγκαζομένους ὁρῶν τιμωμένους ὑφ’ ὧν ὑβρί-
ζοντο, τοὺς δὲ ἀξιοῦντας καὶ τὰς τῶν θεῶν τιμὰς καρποῦσθαι,
τούτους ποιήσας μηδ’ ἀντιβλέπειν τοῖς Ἕλλησι δύνασθαι,
καὶ τὴν μὲν τῶν φίλων χώραν ἀδῄωτον παρέχων, τὴν δὲ
τῶν πολεμίων οὕτω καρπούμενος ὥστε ἐν δυοῖν ἐτοῖν πλέον
τῶν ἑκατὸν ταλάντων τῷ θεῷ ἐν Δελφοῖς δεκάτην ἀποθῦσαι.
[1.35] ὁ μέντοι Περσῶν βασιλεύς, νομίσας Τισσαφέρνην αἴτιον
εἶναι τοῦ κακῶς φέρεσθαι τὰ ἑαυτοῦ, Τιθραύστην κατα-
πέμψας ἀπέτεμεν αὐτοῦ τὴν κεφαλήν. μετὰ δὲ τοῦτο τὰ
μὲν τῶν βαρβάρων ἔτι ἀθυμότερα ἐγένετο, τὰ δὲ Ἀγησιλάου
πολὺ ἐρρωμενέστερα. ἀπὸ πάντων γὰρ τῶν ἐθνῶν ἐπρε-
σβεύοντο περὶ φιλίας, πολλοὶ δὲ καὶ ἀφίσταντο πρὸς αὐτόν,
ὀρεγόμενοι τῆς ἐλευθερίας, ὥστε οὐκέτι Ἑλλήνων μόνον
ἀλλὰ καὶ βαρβάρων πολλῶν ἡγεμὼν ἦν ὁ Ἀγησίλαος.
[1.23] ἐπεὶ μέντοι ἀνὰ τὰ
πεδία οὐδὲ ἐν τῇ Φρυγίᾳ ἐδύνατο στρατεύεσθαι διὰ τὴν
Φαρναβάζου ἱππείαν, ἔδοξεν αὐτῷ ἱππικὸν κατασκευαστέον
εἶναι, ὡς μὴ δραπετεύοντα πολεμεῖν δέοι αὐτόν. τοὺς μὲν
οὖν πλουσιωτάτους ἐκ πασῶν τῶν ἐκεῖ πόλεων ἱπποτροφεῖν
κατέλεξε. [1.24] προεῖπε δέ, ὅστις παρέχοιτο ἵππον καὶ ὅπλα
καὶ ἄνδρα δόκιμον, ὡς ἐξέσοιτο αὐτῷ μὴ στρατεύεσθαι· καὶ
ἐποίησεν οὕτως ἕκαστον προθύμως ταῦτα πράττειν ὥσπερ
ἄν τις τὸν ὑπὲρ αὑτοῦ ἀποθανούμενον προθύμως μαστεύοι.
ἔταξε δὲ καὶ πόλεις ἐξ ὧν δέοι τοὺς ἱππέας παρασκευάζειν,
νομίζων ἐκ τῶν ἱπποτρόφων πόλεων εὐθὺς καὶ φρονηματίας
μάλιστα ἂν ἐπὶ τῇ ἱππικῇ γενέσθαι. καὶ τοῦτ’ οὖν ἀγαστῶς
ἔδοξε πρᾶξαι, ὅτι κατεσκεύαστο τὸ ἱππικὸν αὐτῷ καὶ εὐθὺς
ἐρρωμένον ἦν καὶ ἐνεργόν. [1.25] ἐπειδὴ δὲ ἔαρ ὑπέφαινε, συν-
ήγαγε πᾶν τὸ στράτευμα εἰς Ἔφεσον· ἀσκῆσαι δὲ [καὶ] αὐτὸ
βουλόμενος ἆθλα προὔθηκε καὶ ταῖς ἱππικαῖς τάξεσιν, ἥτις
κράτιστα [ἂν] ἱππεύοι, καὶ ταῖς ὁπλιτικαῖς, ἥτις [ἂν] ἄριστα
σωμάτων ἔχοι· καὶ πελτασταῖς δὲ καὶ τοξόταις ἆθλα προὔ-
θηκεν, οἵτινες κράτιστοι τὰ προσήκοντα ἔργα φαίνοιντο.
ἐκ τούτου δὲ παρῆν ὁρᾶν τὰ μὲν γυμνάσια μεστὰ [τῶν]
ἀνδρῶν γυμναζομένων, τὸν δὲ ἱππόδρομον ἱππέων ἱππαζο-
μένων, τοὺς δὲ ἀκοντιστὰς καὶ τοὺς τοξότας ἐπὶ στόχον
ἱέντας. ἀξίαν δὲ καὶ ὅλην τὴν πόλιν ἐν ᾗ ἦν θέας ἐποίησεν.
[1.26] ἥ τε γὰρ ἀγορὰ μεστὴ ἦν παντοδαπῶν καὶ ὅπλων καὶ ἵππων
ὠνίων, οἵ τε χαλκοτύποι καὶ οἱ τέκτονες καὶ οἱ σιδηρεῖς καὶ
σκυτεῖς καὶ γραφεῖς πάντες πολεμικὰ ὅπλα κατεσκεύαζον·
ὥστε τὴν πόλιν ὄντως ἂν ἡγήσω πολέμου ἐργαστήριον
[1.27] εἶναι. ἐπερρώσθη δ’ ἄν τις κἀκεῖνο ἰδών, Ἀγησίλαον μὲν
πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὶ τοὺς ἄλλους στρατιώτας ἐστεφανω-
μένους τε ὅπου ἀπὸ τῶν γυμνασίων ἴοιεν, καὶ ἀνατιθέντας
τοὺς στεφάνους τῇ Ἀρτέμιδι. ὅπου γὰρ ἄνδρες θεοὺς μὲν
σέβοιεν, πολεμικὰ δὲ ἀσκοῖεν, πειθαρχίαν δὲ μελετῷεν, πῶς
οὐκ εἰκὸς ἐνταῦθα πάντα μεστὰ ἐλπίδων ἀγαθῶν εἶναι;
[1.28] ἡγούμενος δὲ καὶ τὸ καταφρονεῖν τῶν πολεμίων ῥώμην τινὰ
ἐμβαλεῖν πρὸς τὸ μάχεσθαι, προεῖπε τοῖς κήρυξι τοὺς ὑπὸ
τῶν λῃστῶν ἁλισκομένους βαρβάρους γυμνοὺς πωλεῖν.
ὁρῶντες οὖν οἱ στρατιῶται λευκοὺς μὲν διὰ τὸ μηδέποτε
ἐκδύεσθαι, πίονας δὲ καὶ ἀπόνους διὰ τὸ ἀεὶ ἐπ’ ὀχημάτων
εἶναι, ἐνόμισαν μηδὲν διοίσειν τὸν πόλεμον ἢ εἰ γυναιξὶ
δέοι μάχεσθαι. προεῖπε δὲ καὶ τοῦτο τοῖς στρατιώταις, ὡς
εὐθὺς ἡγήσοιτο τὴν συντομωτάτην ἐπὶ τὰ κράτιστα τῆς
χώρας, ὅπως αὐτόθεν αὐτῷ τὰ σώματα καὶ τὴν γνώμην
παρασκευάζοιντο ὡς ἀγωνιούμενοι. [1.29] ὁ μέντοι Τισσαφέρνης
ταῦτα μὲν ἐνόμισε λέγειν αὐτὸν πάλιν βουλόμενον ἐξαπα-
τῆσαι, εἰς Καρίαν δὲ νῦν τῷ ὄντι ἐμβαλεῖν. τό τε οὖν
πεζὸν καθάπερ τὸ πρόσθεν εἰς Καρίαν διεβίβασε καὶ τὸ
ἱππικὸν εἰς τὸ Μαιάνδρου πεδίον κατέστησεν. ὁ δὲ Ἀγη-
σίλαος οὐκ ἐψεύσατο, ἀλλ’ ὥσπερ προεῖπεν εὐθὺς <εἰς> τὸν
Σαρδιανὸν τόπον ἐχώρησε, καὶ τρεῖς μὲν ἡμέρας δι’ ἐρημίας
πολεμίων πορευόμενος πολλὰ τὰ ἐπιτήδεια τῇ στρατιᾷ παρ-
εῖχε· τῇ δὲ τετάρτῃ ἡμέρᾳ ἧκον οἱ τῶν πολεμίων ἱππεῖς.
[1.30] καὶ τῷ μὲν ἄρχοντι τῶν σκευοφόρων εἶπεν ὁ ἡγεμὼν δια-
βάντι τὸν Πακτωλὸν ποταμὸν στρατοπεδεύεσθαι· αὐτοὶ δὲ
κατιδόντες τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἀκολούθους ἐσπαρμένους
καθ’ ἁρπαγὴν πολλοὺς αὐτῶν ἀπέκτειναν. αἰσθόμενος δὲ
ὁ Ἀγησίλαος βοηθεῖν ἐκέλευσε τοὺς ἱππέας. οἱ δ’ αὖ
Πέρσαι ὡς εἶδον τὴν βοήθειαν, ἡθροίσθησαν καὶ ἀντιπαρε-
τάξαντο παμπληθέσι τῶν ἱππέων τάξεσιν. [1.31] ἔνθα δὴ ὁ Ἀγη-
σίλαος γιγνώσκων ὅτι τοῖς μὲν πολεμίοις οὔπω παρείη τὸ
πεζόν, αὐτῷ δὲ οὐδὲν ἀπείη τῶν παρεσκευασμένων, καιρὸν
ἡγήσατο μάχην συνάψαι, εἰ δύναιτο. σφαγιασάμενος οὖν
τὴν μὲν φάλαγγα εὐθὺς ἦγεν ἐπὶ τοὺς ἀντιτεταγμένους
ἱππέας, ἐκ δὲ τῶν ὁπλιτῶν ἐκέλευσε τὰ δέκα ἀφ’ ἥβης θεῖν
ὁμόσε αὐτοῖς, τοῖς δὲ πελτασταῖς εἶπε δρόμῳ ὑφηγεῖσθαι·
παρήγγειλε δὲ καὶ τοῖς ἱππεῦσιν ἐμβάλλειν, ὡς αὐτοῦ τε
καὶ παντὸς τοῦ στρατεύματος ἑπομένου. [1.32] τοὺς μὲν δὴ ἱππέας
ἐδέξαντο οἱ ἀγαθοὶ τῶν Περσῶν· ἐπειδὴ δὲ ἅμα πάντα τὰ
δεινὰ παρῆν ἐπ’ αὐτούς, ἐνέκλιναν, καὶ οἱ μὲν αὐτῶν εὐθὺς
ἐν τῷ ποταμῷ ἔπεσον, οἱ δὲ ἄλλοι ἔφευγον. οἱ δὲ Ἕλληνες
ἑπόμενοι αἱροῦσι καὶ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν. καὶ οἱ μὲν
πελτασταὶ ὥσπερ εἰκὸς ἐφ’ ἁρπαγὴν ἐτρέποντο· ὁ δὲ
Ἀγησίλαος ἔχων κύκλῳ πάντα καὶ φίλια καὶ πολέμια περιε-
στρατοπεδεύσατο. [1.33] ὡς δ’ ἤκουσε τοὺς πολεμίους ταράττεσθαι
διὰ τὸ αἰτιᾶσθαι ἀλλήλους τοῦ γεγενημένου, εὐθὺς ἦγεν ἐπὶ
Σάρδεις. κἀκεῖ ἅμα μὲν ἔκαιε καὶ ἐπόρθει τὰ περὶ τὸ ἄστυ,
ἅμα δὲ καὶ κηρύγματι ἐδήλου τοὺς μὲν ἐλευθερίας δεομένους
ὡς πρὸς σύμμαχον αὐτὸν παρεῖναι· εἰ δέ τινες τὴν Ἀσίαν
ἑαυτῶν ποιοῦνται, πρὸς τοὺς ἐλευθεροῦντας διακρινουμένους
ἐν ὅπλοις παρεῖναι. [1.34] ἐπεὶ μέντοι οὐδεὶς ἀντεξῄει, ἀδεῶς δὴ
τὸ ἀπὸ τούτου ἐστρατεύετο, τοὺς μὲν πρόσθεν προσκυνεῖν
Ἕλληνας ἀναγκαζομένους ὁρῶν τιμωμένους ὑφ’ ὧν ὑβρί-
ζοντο, τοὺς δὲ ἀξιοῦντας καὶ τὰς τῶν θεῶν τιμὰς καρποῦσθαι,
τούτους ποιήσας μηδ’ ἀντιβλέπειν τοῖς Ἕλλησι δύνασθαι,
καὶ τὴν μὲν τῶν φίλων χώραν ἀδῄωτον παρέχων, τὴν δὲ
τῶν πολεμίων οὕτω καρπούμενος ὥστε ἐν δυοῖν ἐτοῖν πλέον
τῶν ἑκατὸν ταλάντων τῷ θεῷ ἐν Δελφοῖς δεκάτην ἀποθῦσαι.
[1.35] ὁ μέντοι Περσῶν βασιλεύς, νομίσας Τισσαφέρνην αἴτιον
εἶναι τοῦ κακῶς φέρεσθαι τὰ ἑαυτοῦ, Τιθραύστην κατα-
πέμψας ἀπέτεμεν αὐτοῦ τὴν κεφαλήν. μετὰ δὲ τοῦτο τὰ
μὲν τῶν βαρβάρων ἔτι ἀθυμότερα ἐγένετο, τὰ δὲ Ἀγησιλάου
πολὺ ἐρρωμενέστερα. ἀπὸ πάντων γὰρ τῶν ἐθνῶν ἐπρε-
σβεύοντο περὶ φιλίας, πολλοὶ δὲ καὶ ἀφίσταντο πρὸς αὐτόν,
ὀρεγόμενοι τῆς ἐλευθερίας, ὥστε οὐκέτι Ἑλλήνων μόνον
ἀλλὰ καὶ βαρβάρων πολλῶν ἡγεμὼν ἦν ὁ Ἀγησίλαος.
***
Επειδή λοιπόν ανά τα πεδία ούτε εις την Φρυγίαν δεν ημπορούσε να πολεμήση, απεφάσισε να σχηματίση ιππικόν, δια να μη είναι υποχρεωμένος να πολεμά φεύγων. Ανέθεσε λοιπόν εις τους πλουσιωτέρους από τους κατοίκους των εκεί πόλεων να τρέφουν ίππους, εδήλωσε δε ότι εκείνος που θα παρείχε έναν ίππον και όπλα και ένα γυμνασμένον ιππέα, θα απηλλάσσετο της στρατιωτικής υπηρεσίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον κατώρθωσε όλοι να κάμνουν αυτά προθύμως, καθώς φροντίζει προθύμως καθείς δι' εκείνον που δέχεται να αποθάνη προς χάριν του. Ώρισε δε και τας πόλεις από τας οποίας έπρεπε να προμηθεύωνται τους ιππείς, βέβαιος ων ότι οι καταγόμενοι από ιπποτρόφους πόλεις γρήγορα θα εγίνοντο και τολμηροί εις την ιππασίαν. Και αυτά αξιεπαίνως τα έκαμε, διότι έτσι κατήρτισε ιππικόν γενναίον και δραστήριον.
Κατά δε την αρχήν της ανοίξεως συνεκέντρωσε όλον τον στρατόν του εις την Έφεσον. Θέλων δε να τον γυμνάση, επροκήρυξε βραβεία, και εις μεν τας τάξεις του ιππικού δι' εκείνους που θα ίππευον καλύτερα, εις δε τους άνδρας του πεζικού δι' εκείνους που είχον τα άριστα σώματα. Και εις τους πελταστάς δε και τους τοξότας επροκήρυξε βραβεία, δι' εκείνους οι οποίοι θα εφαίνοντο ικανώτεροι εις τα ίδια αυτών έργα. Συνεπεία τούτου ηδύνατο να ιδή κανείς τα μεν γυμνάσια γεμάτα από άνδρας γυμναζομένους, τον δε ιππόδρομον γεμάτον από ιππείς τρέχοντας, τους δε ακοντιστάς και τους τοξότας σκοπεύοντας. Έκαμε δε αξιοθέατον και όλην την πόλιν όπου εγίνοντο τα γυμνάσια. Διότι και η αγορά ήτο γεμάτη από παντοδαπά όπλα και ίππους προς πώλησιν, και οι κατεργαζόμενοι τον χαλκόν και οι ξυλουργοί και οι σιδηρουργοί και οι υποδηματοποιοί και οι ζωγράφοι όλοι κατεσκεύαζον πολεμικά όπλα· ώστε θα εξελάμβανε κανείς την πόλιν ως εργαστήριον πολεμικόν. Θα ενισχύετο δε κανείς εις τούτο βλέπων τον Αγησίλαον πρώτον και έπειτα και τους άλλους στρατιώτας να απέρχωνται από τα γυμνάσια στεφανωμένοι και να αναθέτουν τους στεφάνους εις την Αρτέμιδα. Διότι όπου οι άνδρες σέβονται μεν τους θεούς, γυμνάζονται δε εις την πολεμικήν τέχνην, και υποβάλλονται εις την πειθαρχίαν, πώς είναι δυνατόν να μην είναι εκεί όλα γεμάτα ελπίδας αγαθάς; Πιστεύων δε ότι η περιφρόνησις των εχθρών προσδίδει θάρρος κατά τον πόλεμον, διέταξε διά των κηρύκων όπως οι βάρβαροι οι αιχμαλωτούμενοι από τους επιδρομείς, πωλώνται γυμνοί. Διότι οι στρατιώται βλέποντες αυτούς λευκούς μεν διότι ουδέποτε εγδύνοντο, παχείς δε και οκνηρούς διότι πάντοτε εκινούντο επάνω εις οχήματα, επίστευον ότι κατ' ουδέν διαφέρουν από τας γυναίκας εκείνοι κατά των οποίων έμελλον να πολεμήσουν.
Εδήλωσε δ' επίσης εις τους στρατιώτας ότι αμέσως θα τους ωδήγει διά της συντομωτέρας οδού εις το μάλλον ωχυρωμένον μέρος της χώρας, όπως αμέσως προετοιμάσουν τα σώματα και το πνεύμα διά τον αγώνα.
Ο Τισσαφέρνης όμως μαθών ταύτα ενόμισε ότι ο Αγησίλαος έλεγε αυτά θέλων να τον εξαπατήση πάλιν, ενώ πράγματι εσκόπευε να εισβάλη εις την Καρίαν. Το μεν λοιπόν πεζικόν, όπως και την πρώτην φοράν, επέρασε εις την Καρίαν, το δε ιππικόν εις το πεδίον του Μαιάνδρου ετοποθέτησε. Αλλ' ο Αγησίλαος δεν εψεύσθη, αλλ' όπως προείπε, αμέσως εισέβαλε εις την χώραν των Σάρδεων και επί τρεις μεν ημέρας προχωρών, χωρίς να συναντήση εχθρούς, επρομήθευσε εις τον στρατόν του πολλάς ζωοτροφίας· την δε τετάρτην ημέραν έφθασε το ιππικόν του εχθρού. Ο αρχηγός είπε εις τον προϊστάμενον των σκευοφόρων αφού περάση τον ποταμόν Πακτωλόν να στρατοπεδεύση· αυτοί δε, ιδόντες ότι οι Έλληνες ακόλουθοι είχον διασπαρή προς λεηλασίαν εφόνευσαν πολλούς από αυτούς. Μαθών δε τούτο ο Αγησίλαος διέταξε το ιππικόν να τους βοηθήση. Οι Πέρσαι αφ' ετέρου, μόλις είδον την βοήθειαν, συνεκεντρώθησαν και παρετάχθησαν εις μάχην εναντίον του πολυπληθούς ιππικού.
Ο Αγησίλαος τότε, βλέπων ότι το μεν εχθρικόν πεζικόν δεν ήτο ακόμη συγκεντρωμένον, το δε ιδικόν του ήτο τελείως παρεσκευασμένον, έκρινε κατάλληλον την στιγμήν όπως συνάψη μάχην, αν ηδύνατο. Αφού λοιπόν προσέφερε θυσίαν εις τους θεούς, την μεν φάλαγγά του αμέσως ωδήγησε εις επίθεσιν κατά των αντιπάλων ιππέων, από δε τους οπλίτας διέταξε εκείνους οι οποίοι είχον δεκαετή υπηρεσίαν να επιτεθούν κατά των εχθρών συμπαγείς, εις δε τους πελταστάς είπε να προπορεύωνται τρέχοντες, τους δε ιππείς διέταξε να κάμουν επίθεσιν, ενώ αυτός και όλον το υπολειπόμενον στράτευμα ηκολούθει.
Την επίθεσιν του ιππικού εδέχθησαν οι γενναιότεροι Πέρσαι στρατιώται. Επειδή δε όλη η πίεσις εβάρυνε επάνω εις αυτούς εκάμφθησαν, και άλλοι μεν από αυτούς έπεσαν εις τον ποταμόν, άλλοι δε ετράπησαν εις φυγήν· οι δε Έλληνες, καταδιώκοντες αυτούς, καταλαμβάνουν και το στρατόπεδόν των. Και οι μεν πελτασταί, κατά την συνήθειαν, ετράπησαν εις λεηλασίαν· ο δε Αγησίλαος εστρατοπέδευσε περιβάλλων με το στράτευμά του και το ιδικόν του και το εχθρικόν στρατόπεδον.
Μόλις δε επληροφορήθη ότι οι εχθροί είχον εξεγερθή, αποδίδοντες ο είς εις τον άλλον την αιτίαν του γενομένου κακού, αμέσως διηυθύνθη εναντίον των Σάρδεων. Και εκεί ταυτοχρόνως έκαιε και διήρπαζε τα περίχωρα της πόλεως και διά κήρυκος ανήγγελλε ότι, όσοι επεθύμουν την ελευθερίαν των, να προσέλθουν εις αυτόν ως προς σύμμαχον· αν δε μερικοί διεκδικούν την Ασίαν, ας έλθουν ένοπλοι να μετρηθούν με τους ελευθερωτάς. Επειδή δε κανείς δεν ετόλμα να αντεπεξέλθη, χωρίς κανένα φόβον εξηκολούθει την εκστρατείαν του, βλέπων τους μεν προηγουμένως υποτεταγμένους Έλληνας τιμωμένους τώρα από εκείνους από τους οποίους υβρίζοντο, τους δε (Πέρσας) οι οποίοι απήτουν να απολαμβάνουν και θείων τιμών, να μην δύνανται καν ν' ατενίζουν τους Έλληνας. Και την μεν χώραν των φίλων δεν ελεηλάτει διόλου, την δε των εχθρών διήρπαζε μέχρι του σημείου ώστε εντός διετίας να προσφέρη εις τον εν Δελφοίς θεόν περισσότερα από εκατόν τάλαντα ως δεκάτην.
Εν τούτοις ο βασιλεύς των Περσών, νομίσας ότι ο Τισσαφέρνης ήτο ο αίτιος της καταστροφής του, αποστείλας τον Τιθραύστην τον απεκεφάλισε. Εκ του γεγονότος τούτου η δύναμις των βαρβάρων εξησθένισε, η δε επιβολή του Αγησιλάου εδυνάμωσε κατά πολύ. Διότι από όλα τα έθνη εστέλλοντο πρέσβεις διά να του ζητήσουν φιλίαν, πολλοί δε προσεχώρουν προς αυτόν, επιθυμούντες την ελευθερίαν, και έτσι δεν ήτο πλέον ηγεμών μόνον των Ελλήνων αλλά και βαρβάρων ο Αγησίλαος.
Επειδή λοιπόν ανά τα πεδία ούτε εις την Φρυγίαν δεν ημπορούσε να πολεμήση, απεφάσισε να σχηματίση ιππικόν, δια να μη είναι υποχρεωμένος να πολεμά φεύγων. Ανέθεσε λοιπόν εις τους πλουσιωτέρους από τους κατοίκους των εκεί πόλεων να τρέφουν ίππους, εδήλωσε δε ότι εκείνος που θα παρείχε έναν ίππον και όπλα και ένα γυμνασμένον ιππέα, θα απηλλάσσετο της στρατιωτικής υπηρεσίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον κατώρθωσε όλοι να κάμνουν αυτά προθύμως, καθώς φροντίζει προθύμως καθείς δι' εκείνον που δέχεται να αποθάνη προς χάριν του. Ώρισε δε και τας πόλεις από τας οποίας έπρεπε να προμηθεύωνται τους ιππείς, βέβαιος ων ότι οι καταγόμενοι από ιπποτρόφους πόλεις γρήγορα θα εγίνοντο και τολμηροί εις την ιππασίαν. Και αυτά αξιεπαίνως τα έκαμε, διότι έτσι κατήρτισε ιππικόν γενναίον και δραστήριον.
Κατά δε την αρχήν της ανοίξεως συνεκέντρωσε όλον τον στρατόν του εις την Έφεσον. Θέλων δε να τον γυμνάση, επροκήρυξε βραβεία, και εις μεν τας τάξεις του ιππικού δι' εκείνους που θα ίππευον καλύτερα, εις δε τους άνδρας του πεζικού δι' εκείνους που είχον τα άριστα σώματα. Και εις τους πελταστάς δε και τους τοξότας επροκήρυξε βραβεία, δι' εκείνους οι οποίοι θα εφαίνοντο ικανώτεροι εις τα ίδια αυτών έργα. Συνεπεία τούτου ηδύνατο να ιδή κανείς τα μεν γυμνάσια γεμάτα από άνδρας γυμναζομένους, τον δε ιππόδρομον γεμάτον από ιππείς τρέχοντας, τους δε ακοντιστάς και τους τοξότας σκοπεύοντας. Έκαμε δε αξιοθέατον και όλην την πόλιν όπου εγίνοντο τα γυμνάσια. Διότι και η αγορά ήτο γεμάτη από παντοδαπά όπλα και ίππους προς πώλησιν, και οι κατεργαζόμενοι τον χαλκόν και οι ξυλουργοί και οι σιδηρουργοί και οι υποδηματοποιοί και οι ζωγράφοι όλοι κατεσκεύαζον πολεμικά όπλα· ώστε θα εξελάμβανε κανείς την πόλιν ως εργαστήριον πολεμικόν. Θα ενισχύετο δε κανείς εις τούτο βλέπων τον Αγησίλαον πρώτον και έπειτα και τους άλλους στρατιώτας να απέρχωνται από τα γυμνάσια στεφανωμένοι και να αναθέτουν τους στεφάνους εις την Αρτέμιδα. Διότι όπου οι άνδρες σέβονται μεν τους θεούς, γυμνάζονται δε εις την πολεμικήν τέχνην, και υποβάλλονται εις την πειθαρχίαν, πώς είναι δυνατόν να μην είναι εκεί όλα γεμάτα ελπίδας αγαθάς; Πιστεύων δε ότι η περιφρόνησις των εχθρών προσδίδει θάρρος κατά τον πόλεμον, διέταξε διά των κηρύκων όπως οι βάρβαροι οι αιχμαλωτούμενοι από τους επιδρομείς, πωλώνται γυμνοί. Διότι οι στρατιώται βλέποντες αυτούς λευκούς μεν διότι ουδέποτε εγδύνοντο, παχείς δε και οκνηρούς διότι πάντοτε εκινούντο επάνω εις οχήματα, επίστευον ότι κατ' ουδέν διαφέρουν από τας γυναίκας εκείνοι κατά των οποίων έμελλον να πολεμήσουν.
Εδήλωσε δ' επίσης εις τους στρατιώτας ότι αμέσως θα τους ωδήγει διά της συντομωτέρας οδού εις το μάλλον ωχυρωμένον μέρος της χώρας, όπως αμέσως προετοιμάσουν τα σώματα και το πνεύμα διά τον αγώνα.
Ο Τισσαφέρνης όμως μαθών ταύτα ενόμισε ότι ο Αγησίλαος έλεγε αυτά θέλων να τον εξαπατήση πάλιν, ενώ πράγματι εσκόπευε να εισβάλη εις την Καρίαν. Το μεν λοιπόν πεζικόν, όπως και την πρώτην φοράν, επέρασε εις την Καρίαν, το δε ιππικόν εις το πεδίον του Μαιάνδρου ετοποθέτησε. Αλλ' ο Αγησίλαος δεν εψεύσθη, αλλ' όπως προείπε, αμέσως εισέβαλε εις την χώραν των Σάρδεων και επί τρεις μεν ημέρας προχωρών, χωρίς να συναντήση εχθρούς, επρομήθευσε εις τον στρατόν του πολλάς ζωοτροφίας· την δε τετάρτην ημέραν έφθασε το ιππικόν του εχθρού. Ο αρχηγός είπε εις τον προϊστάμενον των σκευοφόρων αφού περάση τον ποταμόν Πακτωλόν να στρατοπεδεύση· αυτοί δε, ιδόντες ότι οι Έλληνες ακόλουθοι είχον διασπαρή προς λεηλασίαν εφόνευσαν πολλούς από αυτούς. Μαθών δε τούτο ο Αγησίλαος διέταξε το ιππικόν να τους βοηθήση. Οι Πέρσαι αφ' ετέρου, μόλις είδον την βοήθειαν, συνεκεντρώθησαν και παρετάχθησαν εις μάχην εναντίον του πολυπληθούς ιππικού.
Ο Αγησίλαος τότε, βλέπων ότι το μεν εχθρικόν πεζικόν δεν ήτο ακόμη συγκεντρωμένον, το δε ιδικόν του ήτο τελείως παρεσκευασμένον, έκρινε κατάλληλον την στιγμήν όπως συνάψη μάχην, αν ηδύνατο. Αφού λοιπόν προσέφερε θυσίαν εις τους θεούς, την μεν φάλαγγά του αμέσως ωδήγησε εις επίθεσιν κατά των αντιπάλων ιππέων, από δε τους οπλίτας διέταξε εκείνους οι οποίοι είχον δεκαετή υπηρεσίαν να επιτεθούν κατά των εχθρών συμπαγείς, εις δε τους πελταστάς είπε να προπορεύωνται τρέχοντες, τους δε ιππείς διέταξε να κάμουν επίθεσιν, ενώ αυτός και όλον το υπολειπόμενον στράτευμα ηκολούθει.
Την επίθεσιν του ιππικού εδέχθησαν οι γενναιότεροι Πέρσαι στρατιώται. Επειδή δε όλη η πίεσις εβάρυνε επάνω εις αυτούς εκάμφθησαν, και άλλοι μεν από αυτούς έπεσαν εις τον ποταμόν, άλλοι δε ετράπησαν εις φυγήν· οι δε Έλληνες, καταδιώκοντες αυτούς, καταλαμβάνουν και το στρατόπεδόν των. Και οι μεν πελτασταί, κατά την συνήθειαν, ετράπησαν εις λεηλασίαν· ο δε Αγησίλαος εστρατοπέδευσε περιβάλλων με το στράτευμά του και το ιδικόν του και το εχθρικόν στρατόπεδον.
Μόλις δε επληροφορήθη ότι οι εχθροί είχον εξεγερθή, αποδίδοντες ο είς εις τον άλλον την αιτίαν του γενομένου κακού, αμέσως διηυθύνθη εναντίον των Σάρδεων. Και εκεί ταυτοχρόνως έκαιε και διήρπαζε τα περίχωρα της πόλεως και διά κήρυκος ανήγγελλε ότι, όσοι επεθύμουν την ελευθερίαν των, να προσέλθουν εις αυτόν ως προς σύμμαχον· αν δε μερικοί διεκδικούν την Ασίαν, ας έλθουν ένοπλοι να μετρηθούν με τους ελευθερωτάς. Επειδή δε κανείς δεν ετόλμα να αντεπεξέλθη, χωρίς κανένα φόβον εξηκολούθει την εκστρατείαν του, βλέπων τους μεν προηγουμένως υποτεταγμένους Έλληνας τιμωμένους τώρα από εκείνους από τους οποίους υβρίζοντο, τους δε (Πέρσας) οι οποίοι απήτουν να απολαμβάνουν και θείων τιμών, να μην δύνανται καν ν' ατενίζουν τους Έλληνας. Και την μεν χώραν των φίλων δεν ελεηλάτει διόλου, την δε των εχθρών διήρπαζε μέχρι του σημείου ώστε εντός διετίας να προσφέρη εις τον εν Δελφοίς θεόν περισσότερα από εκατόν τάλαντα ως δεκάτην.
Εν τούτοις ο βασιλεύς των Περσών, νομίσας ότι ο Τισσαφέρνης ήτο ο αίτιος της καταστροφής του, αποστείλας τον Τιθραύστην τον απεκεφάλισε. Εκ του γεγονότος τούτου η δύναμις των βαρβάρων εξησθένισε, η δε επιβολή του Αγησιλάου εδυνάμωσε κατά πολύ. Διότι από όλα τα έθνη εστέλλοντο πρέσβεις διά να του ζητήσουν φιλίαν, πολλοί δε προσεχώρουν προς αυτόν, επιθυμούντες την ελευθερίαν, και έτσι δεν ήτο πλέον ηγεμών μόνον των Ελλήνων αλλά και βαρβάρων ο Αγησίλαος.
Σάββατο 1 Απριλίου 2023
Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 3. ΤΟ ΡΗΜΑ
ΟΙ ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ
§3.1. Η διαθέση του ρήματος δηλώνει την ιδιαίτερη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο υποκείμενο και τη ρηματική σημασία. Συγκεκριμένα, η ρηματική σημασία μπορεί να δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί, υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου υποκειμένου, ενεργεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο ή βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση. Οι διαθέσεις του ρήματος της αρχαίας ελληνικής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: ενεργητική, μέση, παθητική, ουδέτερη.
Ι. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.2. Ενεργητικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί, είναι ο δημιουργός της ρηματικής σημασίας. Τα ενεργητικά ρήματα διακρίνονται σε αμετάβατα, των οποίων η ρηματική ενέργεια αφορά μόνο το υποκείμενο (τρέχω, ἔρχομαι, γελῶ κ.ά.), και σε μεταβατικά, τα οποία δηλώνουν ότι η ρηματική ενέργεια του υποκειμένου μεταβαίνει σε κάτι άλλο, στο αντικείμενο (δίδωμι, φιλῶ, διδάσκω κ.ά.).
§3.3. Πολλά μεταβατικά ρήματα λειτουργούν και ως αμετάβατα, όταν δεν δέχονται αντικείμενο.
§3.4. Μερικά μεταβατικά ρήματα, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται αμετάβατα.
§3.5. Αντίστροφα, κάποια αμετάβατα ρήματα, κυρίως ρήματα που σημαίνουν κίνηση, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται μεταβατικά.
§3.6. Ο αόριστος β’ και ο παρακείμενος κάποιων ενεργητικών μεταβατικών ρημάτων έχουν μέση και αμετάβατη σημασία, π.χ.
ἵστημι = στήνω, αλλά ἔστην = στάθηκα και ἔστηκα = είμαι όρθιος
φύω = γεννώ, αλλά ἔφυν = γεννήθηκα και πέφυκα = είμαι από τη φύση μου
δύω βυθίζω, αλλά ἔδυν = βυθίστηκα και δέδυκα = είμαι βυθισμένος
ὄλλυμι = καταστρέφω, αλλά ὄλωλα = έχω καταστραφεί, έχω χαθεί
ἐγείρω = ξυπνώ κάποιον, αλλά ἐγρήγορα = είμαι ξύπνιος
πείθω = πείθω, αλλά πέποιθα = έχω εμπιστοσύνη
πράττω = πράττω, ενεργώ, αλλά πέπραγα = είμαι σε μια κατάσταση
φαίνω = δείχνω, φανερώνω, αλλά πέφηνα = είμαι φανερός.
§3.7. Αρκετά ενεργητικά ως προς την κατάληξη ρήματα έχουν παθητική σημασία, όπως πάσχω, πίπτω, φέυγω, εὖ ἀκούω, κακῶς ἀκούω, ἀποθνήσκω, τελευτῶ κ.ά.
§3.8. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενεργητικά ρήματα μπορούν, λόγω των συμφραζομένων, να δηλώνουν ότι το υποκείμενο εκτελεί μια ενέργεια μέσω κάποιου άλλου· γίνονται, δηλαδή, μέσα διάμεσα ρήματα. Αποκτούν όμως αυτή τη σημασία μόνο λόγω των συμφραζομένων.
ΙΙ. ΜΕΣΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.9. Τα μέσα ρήματα δηλώνουν και αυτά ότι το υποκείμενο ενεργεί, αλλά επιπλέον στην περίπτωσή τους η ρηματική ενέργεια συνδέεται με το υποκείμενο με μια ιδιαίτερη σχέση. Η ιδιαιτερότητα αυτής της σχέσης υποδηλώνεται από τη σημασία του ίδιου του ρήματος ή από τα συμφραζόμενα και διακρίνει τα μέσα ρήματα σε τέσσερις κατηγορίες: μέσα αυτοπαθή ή ευθέα, μέσα πλάγια ή περιποιητικά, μέσα αλληλοπαθή και μέσα δυναμικά.
§3.10. Μέσα αυτοπαθή ή ευθέα είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει άμεσα σε αυτό, και γι’ αυτό μπορούν να αντικατασταθούν από τον αντίστοιχο ενεργητικό τύπο με αιτιατική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως αντικείμενο, π.χ. παρασκευάζομαι (= παρασκευάζω ἐμαυτόν), τύπτομαι (= τύπτω ἐμαυτόν), τρέπομαι (= τρέπω ἐμαυτόν), κλίνομαι, ἔχομαι, ἅπτομαι, λαμβάνομαι, ἵσταμαι, ὁρμίζομαι, ἀγείρομαι, συλλέγομαι κ.ά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και τα ρήματα που δηλώνουν περιποίηση του σώματος, όπως λούομαι, γυμνάζομαι, κείρομαι, ἀλείφομαι , ἀμφιέννυμαι, ἐνδύομαι, καλύπτομαι, κοσμοῦμαι, στεφανοῦμαι κ.ά.
§3.11. Μέσα πλάγια ή περιποιητικά (ή ωφελείας) είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου γίνεται προς όφελός του ή για να αποκτήσει κάτι που θα το χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό και μπορούν να συνοδεύονται από τη δοτική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως δοτική χαριστική. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα και εκφράσεις που δηλώνουν συναλλαγή, αλλαγή ιδιοκτήτη ή απόκτηση κάποιου πράγματος: πορίζομαι, ὠνοῦμαι, δανείζομαι, μισθοῦμαι, χρηματίζομαι, γυναῖκα ἄγομαι, ποιοῦμαί τινα φίλον, υἱὸν τίθεμαι (=υιοθετώ), αἱροῦμαι κ.ά. Επίσης, ρήματα που δηλώνουν προσέγγιση ή απομάκρυνση σε σχέση με το υποκείμενο: ἐπάγομαί τινα, μεταπέμπομαί τινα, προσάγομαί τινα, τρέπομαί τινα, ἀπωθοῦμαί τινα, ἀμύνομαί τινα, ἀποδίδομαί τι, ἐφέλκομαί τι κ.ά. Επίσης εκφράσεις όπως νόμον / γραφὴν τίθεμαι, φόρον τάττομαι, πρεσβεύομαι, παρασκευάζομαί τι, συμφοράν τι ποιοῦμαι κ.ά.
Για τη διαφορά των μέσων πλαγίων ρημάτων από τα αντίστοιχα ενεργητικά ενδεικτικές είναι οι παρακάτω διακρίσεις:
νόμον τίθημι: χρησιμοποιείται για νομοθέτη ή για αυταρχικά καθεστώτα.
νόμον τίθεμαι: χρησιμοποιείται για τη δημοκρατική πολιτεία που θέτει νόμους προς όφελος των πολιτών.
πρεσβεύω = διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής.
πρεσβεύομαι = στέλνω πρεσβεία ως πόλη για να προασπίσω τα συμφέροντά μου.
τιμῶ τι = επιβάλλω ποινή ως δικαστής.
τιμῶμαί τι = προτείνω ως διάδικος μια ποινή που ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις μου.
ποιῶ τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο.
ποιοῦμαί τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο μου.
Μια παραλλαγή αυτής της κατηγορίας μέσων ρημάτων είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί διαμέσου άλλου (μέσα διάμεσα).
§3.12. Μέσα αλληλοπαθή είναι τα ρήματα που δηλώνουν μια κοινή ενέργεια δύο ή περισσοτέρων υποκειμένων, η οποία περνάει αμοιβαία από το ένα στο άλλο. Τα ρήματα της κατηγορίας αυτής βρίσκονται σε πληθυντικό ή δυϊκό αριθμό και μπορούν να αναλυθούν στον ενεργητικό τύπο με αντικείμενο την αλληλοπαθή αντωνυμία. Τέτοια ρήματα είναι τα μάχεθαι, ἐρίζειν, ἀμιλλᾶσθαι, διαφέρεσθαι διαλλάττεσθαι, συντίθεσθαι κ.ά.
Συχνά, στη θέση των μέσων αλληλοπαθών ρημμάτων βρίσκονται τα αντίστοιχα ενεργητικά με αντικείμενο την αλληλοπαθή ή την αυτοπαθή αντωνυμία του γ΄ προσώπου.
§3.13. Μέσα δυναμικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν τη συναισθηματική συμμετοχή του υποκειμένου στη ρηματική σημασία, ότι το υποκείμενο ενεργεί ενεργοποιώντας όλες του τις δυνάμεις, π.χ. πολιτεύμαι = συμμετέχω ενεργά στην πολιτική ζωή (ενώ πολιτεύω = είμαι πολίτης), πόλεμον ποιοῦμαι = διεξάγω πόλεμο (ενώ πόλεμον ποιῶ = είμαι ο αίτιος πολέμου), ἄρχομαι λόγου = αρχίζω τον λόγο μου (ενώ ἄρχω λόγου = παίρνω πρώτος τον λόγο). Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα όπως στρατεύομαι, θηρεύομαι, βουλεύομαι, σκοποῦμαι, χαίρομαι, λυποῦμαι, φοβοῦμαι κ.ά.
§3.14. Στα μέσα δυναμικά ρήματα εντάσσονται και τα αποθετικά ρήματα: ἡγοῦμαι, οἴομαι, βούλομαι, ἥδομαι, κτῶμαι, χρῶμαι, μάχομαι, ἔρχομαι κ.ά.
§3.15. Κάποιοι μέσοι μέλλοντες έχουν και παθητική σημασία, όπως ἄρξομαι, στερήσομαι, φυλάξομαι, τραφήσομαι κ.ά.
§3.16. Η σημασία των μέσων ρημάτων δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθεί, καθώς το ίδιο μέσα ρήμα μπορεί ανάλογα με τα συμφραζόμενα να έχει διαφορετική σημασία. Επιπλέον ιδιαίτερα δύσκολη είναι η διάκριση ανάμεσα στα μέσα πλάγια και τα μέσα δυναμικά ρήματα.
ΙΙΙ. ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.17. Τα παθητικά ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου προσώπου ή πράγματος, παθαίνει κάτι. Επειδή η παθητική διάθεση είναι μεταγενέστερη εξέλιξη σε σχέση με την ενεργητική και μέση, δεν διαθέτει ξεχωριστούς τύπους για όλους τους χρόνους, παρά μόνο για τον μέλλοντα και τον άοριστο, ενώ στους υπόλοιπους χρόνους οι παθητικοί τύποι συμπίπτουν με τους μέσους.
§3.18. Το πρόσωπο ή το πράγμα που επενεργεί πάνω στο υποκείμενο δηλώνεται με το ποιητικό αίτιο το οποίο εκφέρεται (α) με το εμπρόθετο ὑπὸ + γενική (σπανιότερα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, παρά, πρὸς + γενική) ή (β) με δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου, όταν υπάρχει συντελικός χρόνος ή ρηματικό επίθετο σε -τὸς και -τέος· για τη δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου.
§3.19. Παθητικά ρήματα σχηματίζονται από ενεργητικά μεταβατικά ρήματα. Κατά την τροπή της ενεργητικής σε παθητική σύνταξη το υποκείμενο της ενεργητικής σύνταξης τρέπεται σε ποιητικό αίτιο, ενώ το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (ή το άμεσο αντικείμενο αν πρόκειται για δίπτωτο ρήμα) γίνεται το υποκείμενο του παθητικού ρήματος.
Κάποια ενεργητικά ρήματα δεν σχηματίζουν παθητικό τύπο, αλλά στην θέση του κάποιο άλλο ρήμα ενεργητικής ή μέσης φωνής ή κάποια περίφραση.
ἀποκτείνω τινά - ἀποθνήσκω ὑπό τινος
ἐκβάλλω τινά - ἐκπίπτω / φεύγω ὑπό τινος
εὗ λέγω τινά - εὖ ἀκούω ὑπό τινος
εὖ ποιῶ τινα - εὖ πάσχω ὑπό τινος
αἱρῶ - ἁλίσκομαι
δίκην λαμβάνω παρά τινος - δίκην δίδωμί τινι.
Το ίδιο ισχύει και για τα αποθετικά ρήματα
αἰδοῦμαί τινα - αἰδοῦς τυγχάνω ὑπό τινος
αἰτιῶμαί τινα - αἰτίαν ἔχω / λαμβάνω ὑπό τινος.
§3.20. Αρκετοί παθητικοί αόριστοι έχουν μέση σημασία, όπως ἐσώθην (=ἔσωσα ἐμαυτόν), ἐλυπήθην, ἐχάρην, ἐφοβήθην, ἐξεπλάγην, ἐπλάγθην, ᾐσχύνθην, ἐπορεύθην, ἀπηλλάγην, ἐκλίνθην, ἐτράπην, ἐστράφην, ἐσφάλην, ἐψεύσθην, ἠβουλήθην, ἐδυνήθην κ.ά.
ΙV. ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.21. Τα ουδέτερα ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο βρίσκεται απλώς σε μια κατάσταση, χωρίς να ενεργεί ούτε να υφίσταται την ενέργεια κάποιου άλλου. Τα ουδέτερα ρήματα είναι κυρίως ενεργητικής φωνής: ζῶ, ἡσυχάζω, ὑγιαίνω, εὖ πράττω, σωφρωνῶ κ.ά.
§3.1. Η διαθέση του ρήματος δηλώνει την ιδιαίτερη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στο υποκείμενο και τη ρηματική σημασία. Συγκεκριμένα, η ρηματική σημασία μπορεί να δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί, υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου υποκειμένου, ενεργεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο ή βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση. Οι διαθέσεις του ρήματος της αρχαίας ελληνικής διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: ενεργητική, μέση, παθητική, ουδέτερη.
Ι. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.2. Ενεργητικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί, είναι ο δημιουργός της ρηματικής σημασίας. Τα ενεργητικά ρήματα διακρίνονται σε αμετάβατα, των οποίων η ρηματική ενέργεια αφορά μόνο το υποκείμενο (τρέχω, ἔρχομαι, γελῶ κ.ά.), και σε μεταβατικά, τα οποία δηλώνουν ότι η ρηματική ενέργεια του υποκειμένου μεταβαίνει σε κάτι άλλο, στο αντικείμενο (δίδωμι, φιλῶ, διδάσκω κ.ά.).
§3.3. Πολλά μεταβατικά ρήματα λειτουργούν και ως αμετάβατα, όταν δεν δέχονται αντικείμενο.
§3.4. Μερικά μεταβατικά ρήματα, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται αμετάβατα.
§3.5. Αντίστροφα, κάποια αμετάβατα ρήματα, κυρίως ρήματα που σημαίνουν κίνηση, όταν συντίθενται με πρόθεση, γίνονται μεταβατικά.
§3.6. Ο αόριστος β’ και ο παρακείμενος κάποιων ενεργητικών μεταβατικών ρημάτων έχουν μέση και αμετάβατη σημασία, π.χ.
ἵστημι = στήνω, αλλά ἔστην = στάθηκα και ἔστηκα = είμαι όρθιος
φύω = γεννώ, αλλά ἔφυν = γεννήθηκα και πέφυκα = είμαι από τη φύση μου
δύω βυθίζω, αλλά ἔδυν = βυθίστηκα και δέδυκα = είμαι βυθισμένος
ὄλλυμι = καταστρέφω, αλλά ὄλωλα = έχω καταστραφεί, έχω χαθεί
ἐγείρω = ξυπνώ κάποιον, αλλά ἐγρήγορα = είμαι ξύπνιος
πείθω = πείθω, αλλά πέποιθα = έχω εμπιστοσύνη
πράττω = πράττω, ενεργώ, αλλά πέπραγα = είμαι σε μια κατάσταση
φαίνω = δείχνω, φανερώνω, αλλά πέφηνα = είμαι φανερός.
§3.7. Αρκετά ενεργητικά ως προς την κατάληξη ρήματα έχουν παθητική σημασία, όπως πάσχω, πίπτω, φέυγω, εὖ ἀκούω, κακῶς ἀκούω, ἀποθνήσκω, τελευτῶ κ.ά.
§3.8. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενεργητικά ρήματα μπορούν, λόγω των συμφραζομένων, να δηλώνουν ότι το υποκείμενο εκτελεί μια ενέργεια μέσω κάποιου άλλου· γίνονται, δηλαδή, μέσα διάμεσα ρήματα. Αποκτούν όμως αυτή τη σημασία μόνο λόγω των συμφραζομένων.
ΙΙ. ΜΕΣΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.9. Τα μέσα ρήματα δηλώνουν και αυτά ότι το υποκείμενο ενεργεί, αλλά επιπλέον στην περίπτωσή τους η ρηματική ενέργεια συνδέεται με το υποκείμενο με μια ιδιαίτερη σχέση. Η ιδιαιτερότητα αυτής της σχέσης υποδηλώνεται από τη σημασία του ίδιου του ρήματος ή από τα συμφραζόμενα και διακρίνει τα μέσα ρήματα σε τέσσερις κατηγορίες: μέσα αυτοπαθή ή ευθέα, μέσα πλάγια ή περιποιητικά, μέσα αλληλοπαθή και μέσα δυναμικά.
§3.10. Μέσα αυτοπαθή ή ευθέα είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου επιστρέφει άμεσα σε αυτό, και γι’ αυτό μπορούν να αντικατασταθούν από τον αντίστοιχο ενεργητικό τύπο με αιτιατική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως αντικείμενο, π.χ. παρασκευάζομαι (= παρασκευάζω ἐμαυτόν), τύπτομαι (= τύπτω ἐμαυτόν), τρέπομαι (= τρέπω ἐμαυτόν), κλίνομαι, ἔχομαι, ἅπτομαι, λαμβάνομαι, ἵσταμαι, ὁρμίζομαι, ἀγείρομαι, συλλέγομαι κ.ά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν και τα ρήματα που δηλώνουν περιποίηση του σώματος, όπως λούομαι, γυμνάζομαι, κείρομαι, ἀλείφομαι , ἀμφιέννυμαι, ἐνδύομαι, καλύπτομαι, κοσμοῦμαι, στεφανοῦμαι κ.ά.
§3.11. Μέσα πλάγια ή περιποιητικά (ή ωφελείας) είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι η ενέργεια του υποκειμένου γίνεται προς όφελός του ή για να αποκτήσει κάτι που θα το χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό και μπορούν να συνοδεύονται από τη δοτική της αυτοπαθούς αντωνυμίας ως δοτική χαριστική. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα και εκφράσεις που δηλώνουν συναλλαγή, αλλαγή ιδιοκτήτη ή απόκτηση κάποιου πράγματος: πορίζομαι, ὠνοῦμαι, δανείζομαι, μισθοῦμαι, χρηματίζομαι, γυναῖκα ἄγομαι, ποιοῦμαί τινα φίλον, υἱὸν τίθεμαι (=υιοθετώ), αἱροῦμαι κ.ά. Επίσης, ρήματα που δηλώνουν προσέγγιση ή απομάκρυνση σε σχέση με το υποκείμενο: ἐπάγομαί τινα, μεταπέμπομαί τινα, προσάγομαί τινα, τρέπομαί τινα, ἀπωθοῦμαί τινα, ἀμύνομαί τινα, ἀποδίδομαί τι, ἐφέλκομαί τι κ.ά. Επίσης εκφράσεις όπως νόμον / γραφὴν τίθεμαι, φόρον τάττομαι, πρεσβεύομαι, παρασκευάζομαί τι, συμφοράν τι ποιοῦμαι κ.ά.
Για τη διαφορά των μέσων πλαγίων ρημάτων από τα αντίστοιχα ενεργητικά ενδεικτικές είναι οι παρακάτω διακρίσεις:
νόμον τίθημι: χρησιμοποιείται για νομοθέτη ή για αυταρχικά καθεστώτα.
νόμον τίθεμαι: χρησιμοποιείται για τη δημοκρατική πολιτεία που θέτει νόμους προς όφελος των πολιτών.
πρεσβεύω = διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής.
πρεσβεύομαι = στέλνω πρεσβεία ως πόλη για να προασπίσω τα συμφέροντά μου.
τιμῶ τι = επιβάλλω ποινή ως δικαστής.
τιμῶμαί τι = προτείνω ως διάδικος μια ποινή που ανταποκρίνεται στις επιδιώξεις μου.
ποιῶ τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο.
ποιοῦμαί τινα δοῦλον = κάνω κάποιον δούλο μου.
Μια παραλλαγή αυτής της κατηγορίας μέσων ρημάτων είναι τα ρήματα που δηλώνουν ότι το υποκείμενο ενεργεί διαμέσου άλλου (μέσα διάμεσα).
§3.12. Μέσα αλληλοπαθή είναι τα ρήματα που δηλώνουν μια κοινή ενέργεια δύο ή περισσοτέρων υποκειμένων, η οποία περνάει αμοιβαία από το ένα στο άλλο. Τα ρήματα της κατηγορίας αυτής βρίσκονται σε πληθυντικό ή δυϊκό αριθμό και μπορούν να αναλυθούν στον ενεργητικό τύπο με αντικείμενο την αλληλοπαθή αντωνυμία. Τέτοια ρήματα είναι τα μάχεθαι, ἐρίζειν, ἀμιλλᾶσθαι, διαφέρεσθαι διαλλάττεσθαι, συντίθεσθαι κ.ά.
Συχνά, στη θέση των μέσων αλληλοπαθών ρημμάτων βρίσκονται τα αντίστοιχα ενεργητικά με αντικείμενο την αλληλοπαθή ή την αυτοπαθή αντωνυμία του γ΄ προσώπου.
§3.13. Μέσα δυναμικά είναι τα ρήματα που δηλώνουν τη συναισθηματική συμμετοχή του υποκειμένου στη ρηματική σημασία, ότι το υποκείμενο ενεργεί ενεργοποιώντας όλες του τις δυνάμεις, π.χ. πολιτεύμαι = συμμετέχω ενεργά στην πολιτική ζωή (ενώ πολιτεύω = είμαι πολίτης), πόλεμον ποιοῦμαι = διεξάγω πόλεμο (ενώ πόλεμον ποιῶ = είμαι ο αίτιος πολέμου), ἄρχομαι λόγου = αρχίζω τον λόγο μου (ενώ ἄρχω λόγου = παίρνω πρώτος τον λόγο). Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν ρήματα όπως στρατεύομαι, θηρεύομαι, βουλεύομαι, σκοποῦμαι, χαίρομαι, λυποῦμαι, φοβοῦμαι κ.ά.
§3.14. Στα μέσα δυναμικά ρήματα εντάσσονται και τα αποθετικά ρήματα: ἡγοῦμαι, οἴομαι, βούλομαι, ἥδομαι, κτῶμαι, χρῶμαι, μάχομαι, ἔρχομαι κ.ά.
§3.15. Κάποιοι μέσοι μέλλοντες έχουν και παθητική σημασία, όπως ἄρξομαι, στερήσομαι, φυλάξομαι, τραφήσομαι κ.ά.
§3.16. Η σημασία των μέσων ρημάτων δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθεί, καθώς το ίδιο μέσα ρήμα μπορεί ανάλογα με τα συμφραζόμενα να έχει διαφορετική σημασία. Επιπλέον ιδιαίτερα δύσκολη είναι η διάκριση ανάμεσα στα μέσα πλάγια και τα μέσα δυναμικά ρήματα.
ΙΙΙ. ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.17. Τα παθητικά ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο υφίσταται την ενέργεια ενός άλλου προσώπου ή πράγματος, παθαίνει κάτι. Επειδή η παθητική διάθεση είναι μεταγενέστερη εξέλιξη σε σχέση με την ενεργητική και μέση, δεν διαθέτει ξεχωριστούς τύπους για όλους τους χρόνους, παρά μόνο για τον μέλλοντα και τον άοριστο, ενώ στους υπόλοιπους χρόνους οι παθητικοί τύποι συμπίπτουν με τους μέσους.
§3.18. Το πρόσωπο ή το πράγμα που επενεργεί πάνω στο υποκείμενο δηλώνεται με το ποιητικό αίτιο το οποίο εκφέρεται (α) με το εμπρόθετο ὑπὸ + γενική (σπανιότερα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, παρά, πρὸς + γενική) ή (β) με δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου, όταν υπάρχει συντελικός χρόνος ή ρηματικό επίθετο σε -τὸς και -τέος· για τη δοτική προσωπική του ποιητικού αιτίου.
§3.19. Παθητικά ρήματα σχηματίζονται από ενεργητικά μεταβατικά ρήματα. Κατά την τροπή της ενεργητικής σε παθητική σύνταξη το υποκείμενο της ενεργητικής σύνταξης τρέπεται σε ποιητικό αίτιο, ενώ το αντικείμενο του ενεργητικού ρήματος (ή το άμεσο αντικείμενο αν πρόκειται για δίπτωτο ρήμα) γίνεται το υποκείμενο του παθητικού ρήματος.
Κάποια ενεργητικά ρήματα δεν σχηματίζουν παθητικό τύπο, αλλά στην θέση του κάποιο άλλο ρήμα ενεργητικής ή μέσης φωνής ή κάποια περίφραση.
ἀποκτείνω τινά - ἀποθνήσκω ὑπό τινος
ἐκβάλλω τινά - ἐκπίπτω / φεύγω ὑπό τινος
εὗ λέγω τινά - εὖ ἀκούω ὑπό τινος
εὖ ποιῶ τινα - εὖ πάσχω ὑπό τινος
αἱρῶ - ἁλίσκομαι
δίκην λαμβάνω παρά τινος - δίκην δίδωμί τινι.
Το ίδιο ισχύει και για τα αποθετικά ρήματα
αἰδοῦμαί τινα - αἰδοῦς τυγχάνω ὑπό τινος
αἰτιῶμαί τινα - αἰτίαν ἔχω / λαμβάνω ὑπό τινος.
§3.20. Αρκετοί παθητικοί αόριστοι έχουν μέση σημασία, όπως ἐσώθην (=ἔσωσα ἐμαυτόν), ἐλυπήθην, ἐχάρην, ἐφοβήθην, ἐξεπλάγην, ἐπλάγθην, ᾐσχύνθην, ἐπορεύθην, ἀπηλλάγην, ἐκλίνθην, ἐτράπην, ἐστράφην, ἐσφάλην, ἐψεύσθην, ἠβουλήθην, ἐδυνήθην κ.ά.
ΙV. ΟΥΔΕΤΕΡΑ ΡΗΜΑΤΑ
§3.21. Τα ουδέτερα ρήματα δηλώνουν ότι το υποκείμενο βρίσκεται απλώς σε μια κατάσταση, χωρίς να ενεργεί ούτε να υφίσταται την ενέργεια κάποιου άλλου. Τα ουδέτερα ρήματα είναι κυρίως ενεργητικής φωνής: ζῶ, ἡσυχάζω, ὑγιαίνω, εὖ πράττω, σωφρωνῶ κ.ά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)













