Υπάρχει ένα δυναμικό μέσα μας που πρέπει να υλοποιηθεί. Δεν έχει σημασία αν έχετε ένα βαθμό ευφυΐας 60 ή 160, υπάρχουν πολλά περισσότερα μέσα σας απ’ αυτά που τώρα συνειδητοποιείτε.
Ίσως η μοναδική γαλήνη και χαρά στη ζωή βρίσκεται στην αναζήτηση και στην ανάπτυξη αυτού του δυναμικού. Είναι αμφίβολο αν θα υλοποιήσουμε ολόκληρο τον εαυτό μας μέσα στη διάρκεια μιας ζωής, ακόμη κι αν αφιερώσουμε την κάθε στιγμή της σ’ αυτό.
Ο Γκαίτε βάζει το Φάουστ να το ανακαλύπτει αυτό όταν λέει, “Αν πάνω σ’ αυτή τη γη μια στιγμή γαλήνη μπορούσα να βρω /τότε σ’ αυτή τη στιγμή θα της έλεγα/ “Μείνε για λίγο, τι όμορφη που είσαι”. Αν ο άνθρωπος σταματήσει τις έρευνές του έστω και για μια σύντομη στιγμή, τότε φλερτάρει με το διάβολο, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει γαλήνη κι ανάπαυση στον αγώνα του ανθρώπου να βρει τον εαυτό του. Το Ευαγγέλιο του Απόστολου Ιωάννη μας λέει ότι το σπίτι μας έχει πολλά δωμάτια, που το καθένα τους περικλείει τα δικά του θαυμαστά πράγματα. Πώς είναι δυνατό ν’ ανεχόμαστε τις αράχνες, τους ποντικούς, τη φθορά και το θάνατο να κατακλύζουν το σπίτι μας;
Ό,τι υπάρχει είναι πάντα διαθέσιμο για ανακάλυψη. Ποτέ δεν είναι πολύ αργά. Αυτή η γνώση θα προσφέρει στον άνθρωπο τη μεγαλύτερή του πρόκληση – την έρευνα του εαυτού του – τη δική του προσωπική Οδύσσεια- την ανακάλυψη και την τακτοποίηση των δωματίων του σπιτιού του. Αυτή η γνώση θα πρέπει να τον προκαλέσει να γίνει όχι μόνο ένα καλό άτομο, αλλά το καλύτερο, το πιο αγαπητό, το πιο αισθαντικό, το πιο έξυπνο άτομο, ένα αξιαγάπητο άτομο, ένα όλο αισθήματα άτομο, ένα έξυπνο άτομο, που ο άνθρωπος είναι ικανός να γίνει. Η έρευνά του δεν είναι ένας ανταγωνισμός με την έρευνα κάποιου άλλου. Γίνεται η δική του προσωπική πρόκληση.
Έτσι το ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας περικλείει την ανακάλυψη του αληθινού θαύματος που είναι ο εαυτός μας· όχι μόνο ο τωρινός εαυτός μας, αλλά οι πολλές δυνατότητες του εαυτού μας. Περικλείει την αδιάκοπη συνειδητοποίηση ότι είμαστε μοναδικοί, ότι δε μοιάζουμε με κανένα άλλο άτομο στον κόσμο, ότι η ζωή είναι, ή θα 'πρεπε να είναι, η ανακάλυψη, η ανάπτυξη και το μοίρασμα με τους άλλους αυτής της μοναδικότητας. Η διαδικασία αυτή δεν είναι πάντα εύκολη, γιατί θα πρέπει ν’ ανακαλύψουμε αυτούς που θα νιώσουν ότι απειλούνται από μας που αλλάζουμε, που ωριμάζουμε. Αλλά πάλι θα είναι μια γοητευτική διαδικασία, πάντα φρέσκια και όπως όλα τα πράγματα καινούργια, όλο αλλαγές, ποτέ πληκτική. Το ταξίδι μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας είναι το σπουδαιότερο, το πιο απολαυστικό και το μεγαλύτερο σε διάρκεια. Τα ναύλα είναι φτηνά· απαιτεί μονάχα αδιάκοπη εμπειρία, αξιολόγηση, αγωγή, δοκιμές καινούργιας συμπεριφοράς. Μόνο εσείς μπορείτε να γίνετε ο τελικός κριτής που θα καθορίσει ποιο είναι το σωστό για σας.
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022
Σχετικισμός: Η ομορφιά βρίσκεται στο μάτι του θεατή; Ή μήπως όχι;
Αναμφίβολα, η πιο οικεία ερώτηση στον τομέα της αισθητικής είναι κατά πόσο οι αξίες της αισθητικής, όπως για παράδειγμα η ομορφιά, είναι «πραγματικές» ιδιότητες, σύμφυτες και αντικειμενικές των πραγμάτων στα οποία αποδίδονται. Ή μήπως αυτές οι αξίες είναι μάλλον αναπόσπαστα δεμένες ή εξαρτώμενες από τις αποφάσεις και τις διαθέσεις των ανθρώπων οι οποίοι αποδίδουν στα πράγματα αυτές τις ιδιότητες; Η υπόθεση του ηθικού σχετικισμού πάνω στο ανωτέρω ερώτημα, με απλά λόγια, είναι ότι η δεύτερη απάντηση είναι η σωστή και ότι τελικά αυτό που ισχύει για την αισθητική ισχύει για την ηθική δεοντολογία.
Η πρόταση των σχετικιστών είναι ότι μέχρις ενός σημαντικού βαθμού μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ηθικές αποφάσεις ως αισθητικές. Αν, για παράδειγμα, πεις ότι σου αρέσουν τα οστρακοειδή αλλά σε εμένα δεν αρέσουν, ουσιαστικά συμφωνούμε ότι διαφέρουμε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν βγαίνει νόημα να πούμε ότι είτε ο ένας είτε ο άλλος έχουμε δίκιο ή όχι. Και θα ήταν τουλάχιστον παράλογο για εμένα να προσπαθήσω να σε πείσω να σταματήσεις να ορέγεσαι τα οστρακοειδή ή να σε κριτικάρω επειδή ακριβώς σου αρέσουν.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο σχετικιστής επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι αν μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή κοινότητα εγκρίνει, ας πούμε, τη βρεφοκτονία, αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο αυτή η ομάδα λανθάνει, απλώς είναι κάτι ηθικά σωστό γι’ αυτήν. Και φυσικά, δεν θα άρμοζε στους άλλους ανθρώπους να κριτικάρουν αυτή την κοινωνική ομάδα ή να προσπαθήσουν να τους πείσουν να αλλάξουν τις πεποιθήσεις τους, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μια ουδέτερη σκοπιά από την οποία θα πειστούν για να αλλάξουν την άποψή τους. Επομένως, σύμφωνα με αυτή την άποψη, καμία ηθική αλήθεια- καμία ηθική αρχή ή πεποίθηση- δεν θεωρείται “πραγματικά” σωστή ή λάθος. Μπορεί όμως να θεωρηθεί σωστή ή λάθος μόνο από τη σκοπιά μίας δεδομένης κουλτούρας, κοινωνία ή ιστορικής περιόδου.
Ένα από τα πιο φανερά πλεονεκτήματα του σχετικισμού είναι ότι ταιριάζει πολύ καλά με τn μεγάλη ποικιλία τόσο των ηθικών πεποιθήσεων, οι οποίες υπήρχαν σε διάφορες εποχές και χώρες στο παρελθόν, όσο και με τις ηθικές πεποιθήσεις οι οποίες υπάρχουν σήμερα. Αυτό έχει από καιρό αναγνωριστεί. 0 Ηρόδοτος, ο οποίος έζησε τον πέμπτο αιώνα π.Χ., έγραψε την ιστορία μιας ομάδας Ελλήνων οι οποίοι βρίσκονταν στην αυλή του Δαρείου, του βασιλιά των Περσών, και είχαν φρίξει από την υπόδειξη ότι έπρεπε να φάνε τα νεκρά σώματα των πατεράδων τους. Στη συνέχεια, οι Έλληνες ήρθαν αντιμέτωποι με κάποιους Καλλατίες, φυλή Ινδών οι οποίοι ακολουθούσαν την πρακτική αυτή, δηλαδή να τρώνε τα νεκρά σώματα των πατεράδων τους. Η αντίδραση των Καλλατιών ήταν ακριβώς η ίδια με των Ελλήνων, δηλαδή έφριξαν με τη συνήθεια των Ελλήνων να καίνε τους νεκρούς τους. Επισημαίνοντας, λοιπόν, ότι η ηθική είναι κατά βάση θέμα παράδοσης, ο ιστορικός Ηρόδοτος δείχνοντας την έγκρισή του παραθέτει τα λόγια του Πινδάρου: «Η παράδοση είναι βασιλιάς των πάντων».
Διαφωνώντας σχετικά με τη συμφωνία ότι διαφωνούμε
Ένα πρόβλημα που υπάρχει σχετικά με την πεποίθηση των σχετικιστών ότι πρέπει να θεωρούμε τις ηθικές αποφάσεις ως αισθητικές είναι ότι τέτοιες πεποιθήσεις φαίνεται να αποκλείουν οποιαδήποτε τυχόν συζήτηση αναφορικά με τις ηθικές αξίες. Προφανώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να συζητάμε τα σωστά ή τα λάθη του να τρώμε οστρακοειδή ή να σκοτώνουμε βρέφη. Όμως η πραγματική ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες διαφωνίες και συζητήσεις. Συχνά, οι θέσεις μας για ηθικά ζητήματα, όπως είναι οι αμβλώσεις και η θανατική ποινή, είναι ιδιαίτερα έντονες και, φυσικά, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και ως κοινωνία, συχνά αλλάζουμε τις απόψεις μας από καιρού εις καιρόν. Ο απόλυτος σχετικιστής θα υποστήριζε ότι όχι μόνο διαφορετικά πράγματα είναι σωστά για διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά και ίδια πράγματα μπορεί να είναι σωστά για τους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Μπορεί όμως ο σχετικιστής να συμβιβαστεί τελικά με το συμπέρασμα ότι διάφορες πρακτικές, όπως η υποδούλωση των ανθρώπων ή το κάψιμο των αιρετικών, είναι λανθασμένες τώρα, αλλά ήταν σωστές στο παρελθόν, επειδή οι προηγούμενες κουλτούρες και πολιτισμοί τα θεωρούσαν σωστά;
Οι υποστηρικτές του σχετικισμού μερικές φορές προσπαθούν να μετατρέψουν την αποτυχία τους να λάβουν σοβαρά υπόψη τις συνήθεις ηθικές πτυχές της ζωής μας προς όφελος τους, υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο επικριτικοί προς τις άλλες κουλτούρες. Ίσως πρέπει να είμαστε πιο ανεκτικοί, πιο ανοιχτόμυαλοι και ευαίσθητοι στα έθιμα και τις πρακτικές των άλλων λαών. Με άλλα λόγια, πρέπει να ζούμε όπως πιστεύουμε και να αφήσουμε τους άλλους να ζήσουν όπως πιστεύουν εκείνοι. Αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι εφικτό. Και αυτό, επειδή μόνο ο δήθεν μη ανεκτικός και ο μη σχετικιστής μπορεί λογικά να αποδεχτεί την ανεκτικότητα και την πολιτισμική ευαισθησία ως αρετές τις οποίες θα έπρεπε να υιοθετούμε όλοι. Από την προοπτική του σχετικιστή, φυσικά, η ανεκτικότητα δεν είναι παρά ακόμη μία αξία για την οποία διαφορετικές κουλτούρες ή κοινωνίες θα έπρεπε να συμφωνούν ή να διαφωνούν.
Αν όλα επιτρέπονται…
Από την κοινή αλλά αβασάνιστη άποψη ότι “όλα είναι σχετικά”, μπορούμε μερικές φορές να συμπεράνουμε ότι “όλα επιτρέπονται”. Στις τελευταίες δεκαετίες, αυτό έχει γίνει το σύνθημα ενός είδους ελευθερισμού ο οποίος έχει ταχθεί ενάντια σε όλα τα είδη παραδοσιακών ή αντιδραστικών δυνάμεων στην κοινωνία, στην κουλτούρα και στη θρησκεία. Εντούτοις, η έλλειψη σαφήνειας η οποία καταθλίβει τους πραγματικά ανεκτικούς από τους σχετικιστές, κατακλύζει γοργά τις πιο ακραίες εκδοχές του σχετικισμού.
Ο ριζοσπαστικός σχετικισμός είναι η άποψη ότι όλα τα είδη ισχυρισμών-ηθικών ή άλλων- είναι σχετικά. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι όλες οι απόψεις είναι σχετικές, είναι στην πραγματικότητα και αυτός σχετικός – άρα και αυτοαναιρούμενος; Ναι, λοιπόν, οφείλει να είναι ώστε να μην υπάρχει αντίφαση με όσα λένε. Αλλά αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό σημαίνει ότι η άποψή μου ότι όλοι οι ισχυρισμοί είναι απόλυτοι, είναι αλήθεια για εμένα. Άρα, οι σχετικιστές δεν μπορούν να πουν, για παράδειγμα, ότι είναι πάντα άδικο να κριτικάρεις την εθιμοτυπία άλλων κοινωνιών, καθώς εγώ προσωπικά ίσως το βρίσκω σωστό να κριτικάρω. Γενικά, οι σχετικιστές δεν μπορούν να υποστηρίζουν μονίμως την εγκυρότητα των θέσεών τους.
Αποδεκτός με μέτρο
Οι σοφιστές στην αρχαία Ελλάδα ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι ηθικοί σχετικιστές. Οι φιλόσοφοι οι οποίοι ταξίδευαν συχνά και οι δάσκαλοι, όπως ο Θρασύμαχος και ο Πρωταγόρας, υποστήριζαν (σύμφωνα με τον Πλάτωνα) ότι τα πράγματα μπορούσαν να θεωρηθούν καλά ή άσχημα, σωστά ή λάθος, δίκαια ή άδικα, λόγω των ανθρώπινων συμβάσεων και όχι εξαιτίας των φυσικών δεδομένων. Οι αντιφάσεις του σχετικισμού του Πρωταγόρα εκτίθενται επιδέξια από τον Σωκράτη στους Πλατωνικούς Διαλόγους, αλλά στην πραγματικότητα ο Πρωταγόρας φαίνεται να έχει υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή θέση, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κανόνες (βασισμένοι ωστόσο στους συμβατικούς κανόνες της παράδοσης) ώστε να διασφαλίζεται ότι η κοινωνία θα λειτουργεί σε ένα μίνιμουμ ασφαλούς συνύπαρξης.
Η θέση του Πρωταγόρα είναι μια αναγνώριση ότι οι άνθρωποι πρέπει να συμφωνούμε σε κάτι, να έχουμε δηλαδή κάποιο κοινό έδαφος, ώστε να μπορούμε να ζούμε μαζί ως κοινωνικά όντα. Αυτό είναι ακριβώς το κοινό έδαφος το οποίο υπονομεύεται από τον ριζοσπαστικό σχετικισμό. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως έχει δείξει η ανθρωπολογία, ενώ υπάρχουν αμέτρητες διαφορές στις λεπτομέρειες, πολλές ουσιώδεις αξίες μπορούν να ανιχνευθούν ουσιαστικά σε όλες τις κουλτούρες, προηγούμενες και τωρινές, όπως για παράδειγμα οι κοινής αποδοχής νόμοι ενάντια στις παράνομες δολοφονίες, ή και ενάντια στην παραβίαση όρκων και συμφωνιών, χωρίς τους οποίους οι κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, ούτε και οι άνθρωποι να συνεργαστούν. Επομένως, μια μικρή δόση σχετικισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί μια υγιής διόρθωση στην «πολιτισμική» στενότητα και μισαλλοδοξία. Οι μεγάλες δόσεις σχετικισμού, όμως, είναι σίγουρα τοξικές και μπορούν να φτάσουν στα όρια του ηθικού μηδενισμού.
Η πρόταση των σχετικιστών είναι ότι μέχρις ενός σημαντικού βαθμού μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τις ηθικές αποφάσεις ως αισθητικές. Αν, για παράδειγμα, πεις ότι σου αρέσουν τα οστρακοειδή αλλά σε εμένα δεν αρέσουν, ουσιαστικά συμφωνούμε ότι διαφέρουμε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν βγαίνει νόημα να πούμε ότι είτε ο ένας είτε ο άλλος έχουμε δίκιο ή όχι. Και θα ήταν τουλάχιστον παράλογο για εμένα να προσπαθήσω να σε πείσω να σταματήσεις να ορέγεσαι τα οστρακοειδή ή να σε κριτικάρω επειδή ακριβώς σου αρέσουν.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο σχετικιστής επιχειρηματολογεί λέγοντας ότι αν μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή κοινότητα εγκρίνει, ας πούμε, τη βρεφοκτονία, αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο αυτή η ομάδα λανθάνει, απλώς είναι κάτι ηθικά σωστό γι’ αυτήν. Και φυσικά, δεν θα άρμοζε στους άλλους ανθρώπους να κριτικάρουν αυτή την κοινωνική ομάδα ή να προσπαθήσουν να τους πείσουν να αλλάξουν τις πεποιθήσεις τους, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μια ουδέτερη σκοπιά από την οποία θα πειστούν για να αλλάξουν την άποψή τους. Επομένως, σύμφωνα με αυτή την άποψη, καμία ηθική αλήθεια- καμία ηθική αρχή ή πεποίθηση- δεν θεωρείται “πραγματικά” σωστή ή λάθος. Μπορεί όμως να θεωρηθεί σωστή ή λάθος μόνο από τη σκοπιά μίας δεδομένης κουλτούρας, κοινωνία ή ιστορικής περιόδου.
Ένα από τα πιο φανερά πλεονεκτήματα του σχετικισμού είναι ότι ταιριάζει πολύ καλά με τn μεγάλη ποικιλία τόσο των ηθικών πεποιθήσεων, οι οποίες υπήρχαν σε διάφορες εποχές και χώρες στο παρελθόν, όσο και με τις ηθικές πεποιθήσεις οι οποίες υπάρχουν σήμερα. Αυτό έχει από καιρό αναγνωριστεί. 0 Ηρόδοτος, ο οποίος έζησε τον πέμπτο αιώνα π.Χ., έγραψε την ιστορία μιας ομάδας Ελλήνων οι οποίοι βρίσκονταν στην αυλή του Δαρείου, του βασιλιά των Περσών, και είχαν φρίξει από την υπόδειξη ότι έπρεπε να φάνε τα νεκρά σώματα των πατεράδων τους. Στη συνέχεια, οι Έλληνες ήρθαν αντιμέτωποι με κάποιους Καλλατίες, φυλή Ινδών οι οποίοι ακολουθούσαν την πρακτική αυτή, δηλαδή να τρώνε τα νεκρά σώματα των πατεράδων τους. Η αντίδραση των Καλλατιών ήταν ακριβώς η ίδια με των Ελλήνων, δηλαδή έφριξαν με τη συνήθεια των Ελλήνων να καίνε τους νεκρούς τους. Επισημαίνοντας, λοιπόν, ότι η ηθική είναι κατά βάση θέμα παράδοσης, ο ιστορικός Ηρόδοτος δείχνοντας την έγκρισή του παραθέτει τα λόγια του Πινδάρου: «Η παράδοση είναι βασιλιάς των πάντων».
Διαφωνώντας σχετικά με τη συμφωνία ότι διαφωνούμε
Ένα πρόβλημα που υπάρχει σχετικά με την πεποίθηση των σχετικιστών ότι πρέπει να θεωρούμε τις ηθικές αποφάσεις ως αισθητικές είναι ότι τέτοιες πεποιθήσεις φαίνεται να αποκλείουν οποιαδήποτε τυχόν συζήτηση αναφορικά με τις ηθικές αξίες. Προφανώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να συζητάμε τα σωστά ή τα λάθη του να τρώμε οστρακοειδή ή να σκοτώνουμε βρέφη. Όμως η πραγματική ζωή είναι γεμάτη από τέτοιες διαφωνίες και συζητήσεις. Συχνά, οι θέσεις μας για ηθικά ζητήματα, όπως είναι οι αμβλώσεις και η θανατική ποινή, είναι ιδιαίτερα έντονες και, φυσικά, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και ως κοινωνία, συχνά αλλάζουμε τις απόψεις μας από καιρού εις καιρόν. Ο απόλυτος σχετικιστής θα υποστήριζε ότι όχι μόνο διαφορετικά πράγματα είναι σωστά για διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά και ίδια πράγματα μπορεί να είναι σωστά για τους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Μπορεί όμως ο σχετικιστής να συμβιβαστεί τελικά με το συμπέρασμα ότι διάφορες πρακτικές, όπως η υποδούλωση των ανθρώπων ή το κάψιμο των αιρετικών, είναι λανθασμένες τώρα, αλλά ήταν σωστές στο παρελθόν, επειδή οι προηγούμενες κουλτούρες και πολιτισμοί τα θεωρούσαν σωστά;
Οι υποστηρικτές του σχετικισμού μερικές φορές προσπαθούν να μετατρέψουν την αποτυχία τους να λάβουν σοβαρά υπόψη τις συνήθεις ηθικές πτυχές της ζωής μας προς όφελος τους, υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να είμαστε τόσο επικριτικοί προς τις άλλες κουλτούρες. Ίσως πρέπει να είμαστε πιο ανεκτικοί, πιο ανοιχτόμυαλοι και ευαίσθητοι στα έθιμα και τις πρακτικές των άλλων λαών. Με άλλα λόγια, πρέπει να ζούμε όπως πιστεύουμε και να αφήσουμε τους άλλους να ζήσουν όπως πιστεύουν εκείνοι. Αλλά αυτό δυστυχώς δεν είναι εφικτό. Και αυτό, επειδή μόνο ο δήθεν μη ανεκτικός και ο μη σχετικιστής μπορεί λογικά να αποδεχτεί την ανεκτικότητα και την πολιτισμική ευαισθησία ως αρετές τις οποίες θα έπρεπε να υιοθετούμε όλοι. Από την προοπτική του σχετικιστή, φυσικά, η ανεκτικότητα δεν είναι παρά ακόμη μία αξία για την οποία διαφορετικές κουλτούρες ή κοινωνίες θα έπρεπε να συμφωνούν ή να διαφωνούν.
Αν όλα επιτρέπονται…
Από την κοινή αλλά αβασάνιστη άποψη ότι “όλα είναι σχετικά”, μπορούμε μερικές φορές να συμπεράνουμε ότι “όλα επιτρέπονται”. Στις τελευταίες δεκαετίες, αυτό έχει γίνει το σύνθημα ενός είδους ελευθερισμού ο οποίος έχει ταχθεί ενάντια σε όλα τα είδη παραδοσιακών ή αντιδραστικών δυνάμεων στην κοινωνία, στην κουλτούρα και στη θρησκεία. Εντούτοις, η έλλειψη σαφήνειας η οποία καταθλίβει τους πραγματικά ανεκτικούς από τους σχετικιστές, κατακλύζει γοργά τις πιο ακραίες εκδοχές του σχετικισμού.
Ο ριζοσπαστικός σχετικισμός είναι η άποψη ότι όλα τα είδη ισχυρισμών-ηθικών ή άλλων- είναι σχετικά. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι όλες οι απόψεις είναι σχετικές, είναι στην πραγματικότητα και αυτός σχετικός – άρα και αυτοαναιρούμενος; Ναι, λοιπόν, οφείλει να είναι ώστε να μην υπάρχει αντίφαση με όσα λένε. Αλλά αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό σημαίνει ότι η άποψή μου ότι όλοι οι ισχυρισμοί είναι απόλυτοι, είναι αλήθεια για εμένα. Άρα, οι σχετικιστές δεν μπορούν να πουν, για παράδειγμα, ότι είναι πάντα άδικο να κριτικάρεις την εθιμοτυπία άλλων κοινωνιών, καθώς εγώ προσωπικά ίσως το βρίσκω σωστό να κριτικάρω. Γενικά, οι σχετικιστές δεν μπορούν να υποστηρίζουν μονίμως την εγκυρότητα των θέσεών τους.
Αποδεκτός με μέτρο
Οι σοφιστές στην αρχαία Ελλάδα ήταν ουσιαστικά οι πρώτοι ηθικοί σχετικιστές. Οι φιλόσοφοι οι οποίοι ταξίδευαν συχνά και οι δάσκαλοι, όπως ο Θρασύμαχος και ο Πρωταγόρας, υποστήριζαν (σύμφωνα με τον Πλάτωνα) ότι τα πράγματα μπορούσαν να θεωρηθούν καλά ή άσχημα, σωστά ή λάθος, δίκαια ή άδικα, λόγω των ανθρώπινων συμβάσεων και όχι εξαιτίας των φυσικών δεδομένων. Οι αντιφάσεις του σχετικισμού του Πρωταγόρα εκτίθενται επιδέξια από τον Σωκράτη στους Πλατωνικούς Διαλόγους, αλλά στην πραγματικότητα ο Πρωταγόρας φαίνεται να έχει υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή θέση, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να υπάρχουν κάποιοι κανόνες (βασισμένοι ωστόσο στους συμβατικούς κανόνες της παράδοσης) ώστε να διασφαλίζεται ότι η κοινωνία θα λειτουργεί σε ένα μίνιμουμ ασφαλούς συνύπαρξης.
Η θέση του Πρωταγόρα είναι μια αναγνώριση ότι οι άνθρωποι πρέπει να συμφωνούμε σε κάτι, να έχουμε δηλαδή κάποιο κοινό έδαφος, ώστε να μπορούμε να ζούμε μαζί ως κοινωνικά όντα. Αυτό είναι ακριβώς το κοινό έδαφος το οποίο υπονομεύεται από τον ριζοσπαστικό σχετικισμό. Αλλά στην πραγματικότητα, όπως έχει δείξει η ανθρωπολογία, ενώ υπάρχουν αμέτρητες διαφορές στις λεπτομέρειες, πολλές ουσιώδεις αξίες μπορούν να ανιχνευθούν ουσιαστικά σε όλες τις κουλτούρες, προηγούμενες και τωρινές, όπως για παράδειγμα οι κοινής αποδοχής νόμοι ενάντια στις παράνομες δολοφονίες, ή και ενάντια στην παραβίαση όρκων και συμφωνιών, χωρίς τους οποίους οι κοινωνίες δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, ούτε και οι άνθρωποι να συνεργαστούν. Επομένως, μια μικρή δόση σχετικισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί μια υγιής διόρθωση στην «πολιτισμική» στενότητα και μισαλλοδοξία. Οι μεγάλες δόσεις σχετικισμού, όμως, είναι σίγουρα τοξικές και μπορούν να φτάσουν στα όρια του ηθικού μηδενισμού.
Θρησκείες: Αμάθεια και Σκοταδισμός
Ο Σοπενχάουερ είχε πει ότι οι θρησκείες είναι σαν τις κωλοφωτιές, έχουν ανάγκη το σκοτάδι για να λάμψουν. Πραγματικά, για όποιον έχει μάτια να δει και την τιμιότητα να πιστέψει στα μάτια του, σε όλες τις εποχές οι θρησκείες επέβαλλαν την αμάθεια και το σκοταδισμό.
Στο όνομα του Θεού δικαιολόγησαν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, νομιμοποίησαν την δουλεία, επικρότησαν την αμορφωσιά των λαών και δίδαξαν την υποταγή και την εγκαρτέρηση. Ο πνευματικός σκοταδισμός και η ιδεολογική τρομοκρατία ήταν το μεταφυσικό μορμολύκειο στις οδούς της κυριαρχίας τους, καθώς στο «φύλλο πορείας» τους ήταν γραμμένο ότι το κοινωνικό καθεστώς καθιερώθηκε από τον θεό και δεν μπορεί να αλλάξει με την θέληση των ανθρώπων.
Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο λιπαίνονταν οι διώξεις των διανοουμένων που αναζητούσαν νέους δρόμους στην επιστήμη. Γι’ αυτό θεώρησαν ότι η ελεύθερη επιστημονική έρευνα έθετε σε κίνδυνο τον ιδεολογικό τους μανδύα και γι’ αυτό έδωσαν τις «μάχες» τους ενάντια σε φωτεινά και ανήσυχα πνεύματα της ανθρωπότητας.
Ο μαρξισμός όταν εξετάζει το ζήτημα της θρησκείας δεν ξεχνά το βασικό: τις ταξικές (και συνεπώς εξαιρετικά κοσμικές) αναγκαιότητες που μετέτρεψαν την θρησκεία σε πλευρά των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και σε «εργαλείο» αναπαραγωγής αυτών των σχέσεων.
Οι διώξεις του χριστιανισμού.
Ο χριστιανισμός έδωσε τα διαπιστευτήριά του μόλις άρχισε να αποκτά εξουσία, με αποτέλεσμα την πυρπόληση της Σεραπείου βιβλιοθήκης από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ με επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Θεόφιλο. Τον ακολούθησε, το 529, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος έκλεισε την Ακαδημία Πλάτωνος στην Αθήνα. Στις μαύρες του σελίδες καταγράφεται και ο τραγικός θάνατος της Υπατίας.
Στο Βυζάντιο, ο χριστιανισμός κυνήγησε λυσσαλέα όποια επιστημονική φωνή διατύπωνε κάτι που ξέφευγε από τα θεόπνευστα κείμενα της χριστιανικής πανούκλας.
Ο Μιχαήλ Ψελλός, λόγιος και φιλόσοφος, κατέστη γρήγορα ύποπτος στους εκκλησιαστικούς κύκλους, και ο πατριάρχης Ξιφιλίνος τον κατηγόρησε ότι ήθελε να ανατρέψει τον χριστιανισμό και να εισαγάγει τις δοξασίες του Πλάτωνα και του στωικού Χρυσίππου. Ο Μ. Ψελλός υποχρεώθηκε σε δημόσια ομολογία.
Η Χρονογραφία του περιγράφει τα έτη 976-1078, με βάση τις προσωπικές του παρατηρήσεις. Ο Ψελλός παρουσιάζει τα γεγονότα ως αποτέλεσμα ισχυρών προσωπικών συγκρούσεων, συναισθημάτων και δολοπλοκιών, δίχως να αφήνει χώρο για την “Θεία Πρόνοια”. Ως συγγραφέας ήταν σταθερά ατομιστής στην προσέγγισή του. Κοίταζε τον κόσμο από την δική του οπτική γωνία, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε ειρωνικά.
Δίδασκε τα μαθηματικά στηριζόμενος στον Νικόμαχο, τον Ευκλείδη και τον Θέωνα. Ο Ρ. Tannery αναφέρει πως είχε ασχοληθεί και με τον Διόφαντο, όπως προκύπτει από ανέκδοτη επιστολή του. Από άλλες επιστολές του βγαίνει το συμπέρασμα ότι εκτός των άλλων δίδασκε και γεωμετρία («την εν γραμμαίς θεωρίαν»). Εκτός των άλλων έργων του αναφέρεται και το επίτομο Περί Αριθμών, το οποίο αναφέρεται στο χαμένο 7ο βιβλίο του Ιάμβλιχου, Συναγωγή των πυθαγόρειων δογμάτων. Έγραψε και φυσικές πραγματείες. Σε επιστολή του αναφέρει ότι οι φθορές και οι γενέσεις της ύλης γίνονται από φυσικά αίτια και όχι από αόρατες και μυστικές δυνάμεις. Αυτή η θεώρηση του έδωσε την δυνατότητα να ερμηνεύσει τις μεταμορφώσεις της ύλης και τις αλλαγές της φύσης κάτω από τo πρίσμα ενός φυσικού νόμου.
Ο Ιωάννης ο Ιταλός, καθηγητής Φιλοσοφίας στη θέση του Ψελλού, κατηγορήθηκε ότι δίδασκε αίρεση, ότι θεωρούσε την ύλη άναρχη και αδημιούργητη και ότι δεχόταν ως υπαρκτές τις πλατωνικές ιδέες. Παρ’ όλο που δήλωσε μετάνοια, αρχικά περιορίστηκε σε μονή και κατόπιν καταδιώχθηκε γιατί θεωρήθηκε ότι η διδασκαλία του παρακινούσε στην επαναφορά της παλαιάς θρησκείας.
Ο Ιωάννης διακήρυσσε προφανώς ότι αρκεί η πραγματική, δηλαδή κοσμική, επιστήμη ώστε να διερευνηθεί η αλήθεια, ότι η φιλοσοφική σκέψη είναι αυτόνομη, ακόμη και ξέχωρη, από τα εκκλησιαστικά δόγματα, ότι τόσο οι ιδέες όσο και η ύλη είναι αιώνιες, ότι υπάρχει παλιγγενεσία των ψυχών, ότι ισχύει το «ουδέν εξ ουδενός» των Εθνικών φιλοσόφων και δεν υπάρχει εκ του μηδενός δημιουργία και ότι τα θαύματα πρέπει να απορρίπτονται ως αντικείμενα στους φυσικούς νόμους. Είχε την άποψη ότι η κλασική θρησκευτική και η παράδοση της διανόησης παρέχουν ό,τι χρειάζεται —και περισσότερα— ο άνθρωπος να γνωρίζει και να κατέχει ως προς τον χριστιανισμό.
Παρόλα αυτά, πίστευε ότι για να γίνουν δεκτές οι εξ αποκαλύψεως χριστιανικές αλήθειες θα έπρεπε να εναρμονισθούν πρώτα προς τις αρχές του φιλοσοφικού συστήματος που εισηγούνταν με την βοήθεια των φιλοσοφικών συλλογισμών. Όπως και ο Ψελλός, όσον αφορά τα διαλεκτικά και λογικά ζητήματα ακολουθούσε τον Αριστοτέλη, ενώ ως προς τα μεταφυσικά τις αντιλήψεις του Πλάτωνα. Ο Ιταλός τελικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας πρόδρομος του σχολαστικισμού, με την έρευνα της επίλυσης των δογματικών ζητημάτων μόνο διά του λογικού.
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων προσπάθησε ν’ αναστήσει τον παλαιό Ελληνικό βίο. Το αποτέλεσμα ήταν το έργο του «Νόμων Συγγραφή» να μη σώζεται ολόκληρο γιατί κάηκε έπειτα από απόφαση του Σχολάριου μόλις αυτός έγινε πατριάρχης.
Ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού («εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), βαθύς γνώστης του πλατωνισμού, συνέθεσε πολλούς ύμνους προς τους αρχαιοελληνικούς Θεούς, συγκρότησε τον φιλοσοφικο-λατρευτικό «κύκλο» του Μυστρά. Το 1438-9 συνέγραψε στην Φλωρεντία το «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται» που επηρέασε σημαντικά τους Ιταλούς λογίους και υπέσκαψε τα θεμέλια του Σχολαστικισμού. Το έργο “Ζωροαστρείας τε και Πλατωνικών δογμάτων συγκεφαλαίωσις” μας διασώθηκε από το Βησσαρίωνα.
Προς το τέλος της ζωής του το Magnum Opus του «Περί νόμων». Επί του τελευταίου έργου άνοιξε σπουδαία συζήτηση με τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος υποστήριξε αριστοτελικές απόψεις. Ο Πλήθων αντίθετα συνέρραψε πλατωνικές απόψεις μαζί με άλλες των στωικών (π.χ. Ειμαρμένη), του Ζωροάστρη (π.χ. πολυθεϊσμός) και δικές του, καταλήγοντας σε μια πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση, από την οποία θα προέκυπτε μια πολιτεία βασισμένη σε μεταρρυθμισμένη εκδοχή του αρχαιοελληνικού πολυθεϊσμού, και στην οποία οι άνθρωποι «κάλλιστα τε και άριστα βιώεν, και εις όσον οίον τε ευδαιμονέστατα».
Μετά τον θάνατό του, η σύζυγος του δεσπότη του Μυστρά Δημήτριου Παλαιολόγου Θεοδώρα θεώρησε σωστό να παραδώσει το χειρόγραφο «Περί νόμων» στο Γεννάδιο Σχολάριο. Αυτός αφού το διάβασε, δεν το αντέκρουσε, όπως είχε αρχικά πει, αλλά το έκαψε δημόσια, καθώς το θεώρησε «ειδωλολατρικό» και «σατανικό», που περιείχε όπως έγραψε «τα σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Κάλεσε μάλιστα όσους κατέχουν αντίγραφα, να τα καταστρέψουν και αυτά. Παρά ταύτα, έχουν σωθεί από αντιγραφές κάποια αποσπάσματα του έργου αυτού, χάρη σε αντιγραφή του μαθητή του Δημήτρη Ραούλ Καβάκη. Αποσπάσματα παρέθεσε στο έργο του “Γεννήθηκα στο 1402” ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος όταν εκδόθηκε το 1957. Από τα 101 κεφάλαια του σώθηκαν μόλις 15. Δεν διασώθηκαν αυτά για την μετεμψύχωση (“περί αθανασίας ψυχής της ανθρωπίνης”) ούτε το “περί της αϊδιότητος (αφθαρσίας, αιωνιότητας) του παντός”.
Η διαμάχη της Καθολικής Εκκλησίας με τους εκπροσώπους της επιστήμης κατά τον Μεσαίωνα είναι γνωστή, κομβικό δε σημείο υπήρξε η θέση του Ήλιου και της Γης στο σύμπαν. Πώς είναι δυνατόν βιβλικά χωρία όπως: «και γαρ εστερέωσε την οικουμένην ήτις ου σαλευθήσεται» (Ψαλμοί 93:1), «και ανατέλλει ο ήλιος και δύει ο ήλιος και τις τον τόπον αυτού έλκει» (Εκκλησιαστής, 1:5), «εποίησε σελήνην εις καιρούς, ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού» (Ψαλμός 104: 19), που είναι ο λόγος του Θεού, να μην λένε την αλήθεια; Αξιωματικά, η θεωρούμενη θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη είναι η θεωρητική βάση πάνω στην οποία θα υποδουλώνονται η έρευνα και η ελεύθερη σκέψη.
Η αποδεκτή θεωρία από την Καθολική Εκκλησία ήταν αυτή του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έλεγε ότι η Γη ήταν ακίνητη, βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος, ενώ ο Ηλιος και τα άλλα ουράνια σώματα περιστρέφονταν γύρω της.
Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος απέδειξε ότι η Γη κινείται γύρω από τον άξονά της και μαζί με τους άλλους πλανήτες κινείται και γύρω από τον Ηλιο. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310 π.κ.ε. – 230 π.κ.ε.) ήταν Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός, που γεννήθηκε στην Σάμο. Είναι ο πρώτος επιστήμονας ο οποίος πρότεινε το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Ηλιακού Συστήματος, θέτοντας τον Ήλιο και όχι την Γη, στο κέντρο του γνωστού Σύμπαντος. Οι ιδέες του περί Αστρονομίας φαίνεται να μην είχαν γίνει αρχικά αποδεκτές και θεωρήθηκαν κατώτερες από εκείνες του Πτολεμαίου. Δύο χιλιάδες (2000) χρόνια μετά, ο Κοπέρνικος στηριζόμενος στις θεωρίες του Αρίσταρχου, όπως ο ίδιος επισημαίνει στην εισαγωγή του έργου του, υιοθέτησε το ηλιοκεντρικό σύστημα, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Η μοναδική εργασία του Αρίσταρχου η οποία έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, «Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης», βασίζεται σε γεωκεντρικό μοντέλο, καθώς είτε είναι προγενέστερο των απόψεών του περί ηλιοκεντρισμού, είτε χρησιμοποιεί το αποδεκτό για την εποχή του σύστημα σε μια εργασία που αφορά αποκλειστικά τις μετρήσεις των αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης από την Γη και όχι το σύστημα που συμμετέχουν. Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε από διάφορες παραπομπές ότι ο Αρίσταρχος είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο στο οποίο πρότεινε την εναλλακτική υπόθεση του ηλιοκεντρικού μοντέλου.
Ο Αρχιμήδης στο έργο του Ψαμμίτης έγραψε:
Κατέχεις δέ, διότι καλεῖται κόσμος ὑπὸ μὲν τῶν πλείστων ἀστρολόγων ἃ σφαῖρα, ἇς ἐστὶ κέντρον μὲν τὸ τᾶς γᾶς κέντρον, ἁ δὲ ἐκ τοῦ κέντρου ἴσα τὰ εὐθεῖα τὰ μεταξὺ τοῦ κέντρου τοῦ ἁλίου καὶ τοῦ κέντρου τᾶς γᾶς ταῦτα γὰρ ἐν ταῖς γραφομέναις παρὰ τῶν ἀστρολόγων δείξεσι διακούσας.
Ἀρίσταρχος δὲ ὁ Σάμιος ὑποθεσίων τινῶν ἐξέδωκεν γραφάς, ἐν αἷς ἐκ τῶν ὑποκειμένων συμβαίνει τὸν κόσμον πολλαπλάσιον εἶμεν τοῦ νῦν εἰρημένου. Ὑποτίθεται γὰρ τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἄστρων καὶ τὸν ἄλιον μένειν ἀκίνητον, τὰν δὲ γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἄλιον κατὰ κύκλου περιφέρειαν, ὅς ἐστιν ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος, τὰν δὲ τῶν ἀπλανέων ἄστρων σφαῖραν περὶ τὸ αὐτὸ κέντρον τῷ ἀλίω κειμέναν τῷ μεγέθει τηλικαύταν εἶμεν, ὥστε τὸν κύκλον, καθ’ ὂν τὰν γᾶν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, τοιαύταν ἔχειν ἀναλογίαν ποτὶ τὰν τῶν ἀπλανέων ἀποστασίαν, οἵαν ἔχει τὸ κέντρον τᾶς σφαίρας ποτι τᾶν ἐπιφάνειαν. Ἐκδεκτέον δὲ τὸν Ἀρίσταρχον διανοεῖσθαι τόδε ἐπειδὴ τὰν γᾶν ὑπολαμβάνομες ὥσπερ εἶμεν τὸ κέντρον τοῦ κόσμου, ὂν ἔχει λόγον ἁ γᾶ ποτὶ τὸν ὑψ’ ἁμῶν εἰρημένον κόσμον, τοῦτον ἔχειν τὸν λόγον τὰν σφαῖραν, ἐν ᾇ ἐστιν ὁ κύκλος, καθ’ ὂν τὰν γὰν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, ποτὶ τᾶν τῶν ἀπλανεων ἄστρων σψαίραν τάς γὰρ ἀποδείξιας τῶν φαινομένων οὕτως ὑποκειμένῳ ἐναρμονίζει, καὶ μάλιστα φαίνεται τὸ μέγεθος τᾶς σφαίρας, ἐν ᾇ ποιεῖται τὰν γᾶν κινουμέναν, ἴσον ὑποτίθεσθαι τῷ ὑφ’ ἁμῶν εἰρημένῳ κόσμῳ.
(Συ βασιλιά Γέλων γνωρίζεις ότι ο κόσμος είναι το όνοµα που δίνουν οι περισσότεροι αστρονόμοι σε μία σφαίρα, που στο κέντρο της βρίσκεται η Γη και ότι η ακτίνα της σφαίρας αυτής είναι ίση προς την απόσταση μεταξύ του Ήλιου και της Γης. Αυτή είναι η εξήγηση την οποία δίνουν οι αστρονόμοι. Αλλά ο Αρίσταρχος έγραψε ένα βιβλίο, που περιέχει ορισµένες προτάσεις, από τις οποίες συµπεραίνεται ότι ο πραγµατικός κόσµος είναι πολύ μεγαλύτερος. Πιστεύεται ότι οι απλανείς αστέρες και ο Ήλιος είναι ακίνητοι, ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο σε κυκλική τροχιά, που στο κέντρο της βρίσκεται ο Ήλιος. Ακόµη ότι η σφαίρα των απλανών αστέρων, που βρίσκεται στο ίδιο με τον Ήλιο κέντρο, είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο κύκλος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η Γη απέχει από τους απλανείς αστέρες, όσο απέχει το κέντρο μιας σφαίρας από την επιφάνεια της… Ο Αρίσταρχος δηλαδή εννοεί το εξής: αφού πιστεύουμε ότι η Γη είναι, ας πούµε, το κέντρο του κόσμου, η σχέση της Γης προς εκείνο που ονομάζουμε «κόσμο» είναι ίση προς τη σχέση της σφαίρας, που περιέχει τον κύκλο πάνω στον οποίο διατείνεται ότι περιστρέφεται η Γη, προς τη σφαίρα των απλανών αστέρων.)
Χρόνια αργότερα ο Ιταλός φιλόσοφος Τζορντάνο Μπρούνο βεβαίωνε ότι το σύμπαν είναι άπειρο και βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Η διδασκαλία του, όμως, έβαζε σε αμφισβήτηση την μοναδικότητα της ενανθρώπισης του υιού του θεού. Η χριστιανική εκκλησία καταδίωξε τον Μπρούνο, που έπεσε στα χέρια της Ιεράς Εξέτασης, έμεινε εφτά χρόνια στην φυλακή, αρνήθηκε να απαρνηθεί τις απόψεις του και κάηκε στην Ρώμη το 1600.
Ο Μπρούνο υποστήριζε την απειρία του Σύμπαντος, την ύπαρξη πολλαπλών κόσμων, και την ηλιοκεντρική θεωρία. Υποστήριζε πως η ενοποιός ουσία των πάντων είναι ο θεός, αλλά αρνιόταν την θεϊκή υπόσταση του Ιησού. Θεωρεί πως η θρησκεία είναι μέσο καθοδήγησης των αμαθών. Από το 1584 (στο La Cena de le Ceneri), ο Μπρούνο εγκαταλείπει την κοσμολογία του Αριστοτέλη, για αυτήν του Αρίσταρχου ου Σάμιου (1543), στην οποία οι πλανήτες κινούνται γύρω από τον άξονά τους καθώς και γύρω από τον Ήλιο. Ο Μπρούνο μάλιστα πηγαίνει την θεωρία παραπέρα, εγκαταλείποντας την ιδέα του κέντρου.
«Δεν υπάρχει κανένα άστρο στο κέντρο του σύμπαντος, διότι το σύμπαν εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις με τον ίδιο τρόπο. Κάθε αστέρι είναι ένας ήλιος σαν το δικό μας, και γύρω από το καθένα από αυτά τα αστέρια περιστρέφονται άλλοι πλανήτες, αόρατοι στα μάτια μας, αλλά υπάρχουν. Συνεπώς, υπάρχουν αναρίθμητοι ήλιοι και άπειρος αριθμός Γαιών που περιστρέφονται γύρω από αυτούς τους ήλιους, σαν τις επτά Γαίες, η Γη, η Σελήνη, και οι πέντε τότε γνωστοί πλανήτες: ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας, ο Κρόνος που βλέπουμε να περιστρέφονται γύρω από τον κοντινό μας ήλιο.» Giordano Bruno, De l’infinito universo et Mondi, 1584.
Καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση, η καταδικαστική απόφαση, η οποία οδήγησε τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά, εκδόθηκε από τον καρδινάλιο Ρομπέρτο Μπελλαρμίνο (Roberto Bellarmino) (1542-1621) το 1600.
Η χριστιανική εκκλησία καταδίωξε επίσης και τον Γαλιλαίο, (1564 – 1642) ο οποίος άρχισε να εξετάζει τον Ουρανό με τηλεσκόπιο. Αρχικά στις 16 Φεβρουαρίου 1616 με την απειλή ποινής από την Ιερά Εξέταση τον ανάγκασαν να ανακαλέσει, του απαγόρεψαν να μιλάει και να γράφει για την περιστροφή της Γης, τον περιόρισαν στο σπίτι του ελέγχοντας όλες τις κινήσεις του και απομονώνοντάς τον.
Η θεωρία του Γαλιλαίου -και των υπόλοιπων επιστημόνων- κλόνιζε την ιδεολογική θωράκιση του χριστιανισμού, γιατί πώς συνδυάζεται η θεωρία της κίνησης της Γης με το χριστιανικό δόγμα της ανάληψης του Χριστού στον ουρανό; Η Γραφή έλεγε ότι Ουρανός και Γη είχαν δημιουργηθεί για χάρη του ανθρώπου. Πώς μπορούσε να ισχύει αυτό αν η Γη δεν ήταν παρά ακόμα ένας πλανήτης που περιστρεφόταν γύρω από τον ήλιο;
Ο Γαλιλαίος με το τηλεσκόπιο δικής του κατασκευής παρατήρησε πρώτος τους κρατήρες, τα όρη και τις πεδιάδες στην επιφάνεια της Σελήνης. Ανακάλυψε ότι η Σελήνη στρέφει πάντα προς την Γη το ίδιο ημισφαίριό της. Παρατήρησε τις ηλιακές κηλίδες, τον δακτύλιο του Κρόνου, αποκάλυψε την αστρική φύση του Γαλαξία μας και απέδειξε την ισχύ της ηλιοκεντρικής θεωρίας, παρατηρώντας τις φάσεις της Αφροδίτης και ανακαλύπτοντας 4 από τους δορυφόρους του Δία, την Ιώ, την Ευρώπη, τον Γανυμήδη και την Καλλιστώ τους οποίους ονόμασε Άστρα των Μεδίκων, προς τιμή του προστάτη του, Κόσιμο Β’ των Μεδίκων.
Οι παρατηρήσεις του αυτές αποτέλεσαν την αρχή του τέλους για την πεποίθηση, που υποστηριζόταν μέχρι τότε από το εκκλησιαστικό και επιστημονικό κατεστημένο, πως το Σύμπαν είναι τέλεια πλασμένο και πως η Γη είναι στο κέντρο του Σύμπαντος και αποτελεί μοναδικότητα: οι κρατήρες της Σελήνης και οι κηλίδες του Ήλιου, καθώς και το γεγονός ότι τέσσερα σώματα περιστρέφονταν γύρω από έναν άλλο πλανήτη, το Δία, αποτέλεσαν αποδείξεις για το αντίθετο. Ο Γαλιλαίος δεν τα βρήκε ότι οι παλίρροιες προκαλούνταν από τους ωκεανούς που φούσκωναν κατά την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
“Δεν νιώθω υποχρεωμένος να πιστέψω πως ο ίδιος Θεός που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και πνεύμα, μας προόριζε να απαρνηθούμε την χρήση τους και με κάποιους άλλους τρόπους να μας δώσει τις γνώσεις που μπορούμε να αποκτήσουμε μέσω αυτών” Γαλιλαίος
Ο Άγγλος φιλόσοφος Ρότζερ Μπέικον δίδασκε ότι βάση της αληθινής επιστήμης πρέπει να είναι το πείραμα και τα μαθηματικά. Ο Μπέικον δίδασκε την αποδέσμευση από τις αυθεντίες και την αναζήτηση της αλήθειας με την έρευνα. Θαύμαζε τους Έλληνες φιλόσοφους, διατηρώντας όμως ανεξαρτησία γνώμης. Θεωρούσε τα μαθηματικά ως την βάση των επιστημών και την εμπειρία ως αναγκαία προϋπόθεση κάθε γνώσης, κάτι που τον κατατάσσει στους προδρόμους της σύγχρονης επιστημονικής μεθόδου. Διέκρινε δε την εμπειρία σε εμπειρία των αισθήσεων (εξωτερική) και σε εσωτερική (πνευματική) εμπειρία. Η εξωτερική ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη των επιστημών. Η δεύτερη, η πνευματική εμπειρία, ήταν η προϋπόθεση της ανόδου των βαθμίδων της αντίληψης των υπεραισθητών. Ο ανερχόμενος μέχρι τέλους την κλίμακα αυτή θα έφτανε στη ενόραση του θείου.
Ο Μπέικον ασχολήθηκε με όλους τους τομείς της γνώσης. Επιδόθηκε στην αστρονομία, γλωσσολογία, αλχημεία, ιδιαίτερα στην οπτική, διόρθωσε το Ιουλιανό ημερολόγιο και σε αυτόν αποδίδονται οι εφευρέσεις του μεγεθυντικού φακού και του θερμομέτρου. Στην επιστολή του De secretis operibus οραματίζεται αυτοκίνητα και αεροπλάνα. Το 1277 ο πάπας Νικόλαος Ε’ τον καταδίκασε για τις καινοτομίες του και τον φυλάκισε για 14 χρόνια. Ο Μπέικον βγήκε από την φυλακή πολύ μεγάλος και πέθανε πολύ γρήγορα καταβεβλημένος ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Το 12 αι. έζησε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του μεσαίωνα, ο Αβερρόης (1126 – 1198) Abū l-Walīd Muhammad ibn Ahmad ibn Muhammad ibn Rushd.
Τον περιορισμένης αντίληψης θρησκευτικό φανατισμό που στην εποχή του, βάρυνε όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους μουσουλμάνους καθώς και τους εβραίους.
Το πνεύμα της αντιζηλίας και του φθόνου μεταξύ των εκκλησιαστικών παραγόντων, ένα φαινόμενο που παρατηρείται από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.
Την τότε κατάσταση της αραβοκρατούμενης σημερινής Ισπανίας που ήταν χωρισμένη σε αντιμαχόμενα αραβικά Βασίλεια, που συγκλονίζονταν από εσωτερικές κομματικές ή δυναστικές συρράξεις και εναντίον των οποίων οι καθολικοί ηγεμόνες της Δύσης επιχειρούσαν συνεχείς επιδρομές.
Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες έλαμψε πράγματι ο αραβικός πολιτισμός όπου και ανατράφηκε ο Αβερρόης με πρώτο δάσκαλο τον πατέρα του Ροσντ που ήταν «καδής» (= αρχιδικαστής) στην Καρδούη (Κόρδοβα) που φρόντισε να δώσει στον γιο του επιφανείς δασκάλους μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Ιμπν Τζοχάρ ή Αβενζοάρη.
Στον Αβερρόη (όπως και στον Αβικέννα) οφείλεται κυρίως η διάσωση ιδεών και πολλών γραπτών της αρχαίας φιλοσοφίας. Έγραψε ιατρική εγκυκλοπαίδεια και σχόλια για σχεδόν όλα τα έργα του Αριστοτέλη. Η επιρροή του στον χριστιανικό σχολαστικισμό του μεσαίωνα είναι σημαντική. Τον 13ο αιώνα τα έργα του μεταφράστηκαν στα εβραϊκά.
Ο Ibn Rushd κατά την περίοδο 1179-81 έγραψε τέσσερα σημαντικά έργα:
Desicive Treatise
al-Kashf ‘an al-manahij (Επεξήγηση των Ειδών Απόδειξης στα Δόγματα της Θρησκείας)
Danima (Ευρετήριο της Θείας Γνώσης)
Τahafut at-Tahafut (Η Ασυναρτησία της Ασυναρτησίας), μια απάντηση στο έργο του al-Ghazali, Tahafut al-Falasifa (=Η Ασυναρτησία των Φιλοσόφων)
Τα φιλοσοφικά έργα του Ibn Rushd ποικίλουν ως προς το εύρος τους. Έχει γράψει σύντομες πραγματείες πάνω σε θέματα λογικής, φυσικής, ψυχολογίας αλλά και σύντομα σχόλια σε έργα του αριστοτελικού corpus. Τα Σύντομα Σχόλιά του θεωρούνται πρώιμα και συνιστούν επιτομές των αριστοτελικών δογμάτων συχνά βασισμένες σε Έλληνες σχολιαστές. Τα Μεσαία Σχόλιά του έχουν την μορφή παράφρασης του αριστοτελικού κειμένου και γι’ αυτό έχει συχνά θεωρηθεί ότι έχουν γραφτεί κατ’ υπόδειξη του πάτρωνά του Abu Ya‘qub Yusuf προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα έργα του Έλληνα Φιλοσόφου.
Τα Μεγάλα Σχόλια θεωρούνται όψιμα έργα του και συνιστώνται από το σύνολο του αριστοτελικού κειμένου χωρισμένο σε ενότητες ακολουθούμενες από λεπτομερή σχόλια. Θεωρείται ότι εμπεριέχουν την ώριμη σκέψη του Ibn Rushd. Το πρώτο από τα Μεγάλα Σχόλιά του είναι τα “Αναλυτικά Ύστερα” (Posterior Analytics) που γράφτηκε μεταξύ του 1180-3. Ακολουθούν το “Περί ψυχής” (De Anima), γράφτηκε πιθανόν το 1186. Έπειτα τα “Φυσικά” (Physics) το 1186, το “Περί Ουρανού” (De Caelo) το 1188, τα “Μετά τα Φυσικά” (Metaphysics) το 1190. Ο Ibn Rushd υποστήριζε ότι η αλήθεια, όχι αγκιστρωμένη per accidens στις μεθόδους της πειθούς και της διαλεκτικής, αλλά στην καθαρή της μορφή ως per se βρίσκεται στα «αποδεικτικά» έργα του δηλαδή στα φιλοσοφικά έργα και ειδικότερα στα σχόλιά του στον Αριστοτέλη όπου βασικός του στόχος ήταν να απαρτίζονται από φιλοσοφικές αποδείξεις.
Ο μουσουλμανικός κλήρος κατηγόρησε τον Αβερρόη για αθεΐα και γιατί πρόβαλλε την Ελληνική φιλοσοφία σε βάρος της μωαμεθανικής ορθοδοξίας. Ο Αβερρόης εξορίστηκε από την Κόρδοβα και τα έργα του κάηκαν. Ο πάπας, στην συνέχεια, αφόρισε τον Αβερρόη (το 1240 και το 1513) και η καθολική εκκλησία καταδίωξε σκληρά τους οπαδούς του.
Ο Βέλγος Ανδρέας. Βεσάλ (16ος αι.) θεμελίωσε την επιστήμη της ανατομίας. Με βάση την ανατομία των πτωμάτων έγραψε το μεγάλο έργο «Για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος».
Όπως είναι γνωστό, τόσο κατά την αρχαιότητα, όσο και κατά τον μεσαίωνα ήταν αυστηρά απαγορευμένη η διενέργεια νεκροτομής στα ανθρώπινα πτώματα, για λόγους θρησκευτικούς. Έτσι οι Ιατροί κι άλλοι επιστήμονες, ήσαν αναγκασμένοι να αρκούνται στις έρευνές των στην νεκροτομή πτωμάτων ζώων και σκεπτόμενοι κατ΄ αναλογίαν, εξήγαγαν συμπεράσματα σχετικά με την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος. Όπως είναι γνωστόν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου έζησε και έδρασε περί το 300 π. κ.ε. ο σπουδαίος Ιατρός Ηρόφιλος (Χαλκηδών Βιθυνίας περίπου το 430 π. κ.ε. – Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περίπου 360 π. κ.ε.), ο οποίος θεωρείται σε σπουδαιότητα τρίτος, ήτοι μετά τον Ιπποκράτη τον Κώο και τον Γαληνό τον Περγαμηνό.
Λέγεται ότι ο Ηρόφιλος, με άδεια του Πτολεμαίου, μπόρεσε να διενεργήσει νεκροτομές σε ανθρώπινα πτώματα και να δημοσιεύσει τα συμπεράσματα από τις σχετικές έρευνες. Όμως εξ αιτίας της πυρπολήσεως του ναού της Ειρήνης στην Ρώμη και της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, όταν κατέλαβαν την πόλη οι Άραβες, τα βιβλία του Ηρόφιλου δεν διατηρήθηκαν. Ο σπουδαίος αρχαίος Έλληνας Ιατρός Ιπποκράτης ο Κώος (Κως 460 π. κ.ε. – 377 π.κ.ε. ) και στην συνέχεια ο Γαληνός ο Περγαμηνός (Πέργαμος Μικράς Ασίας 129 μ.κ.ε. – Ρώμη 199 μ.κ.ε), γνώριζαν αρκετά καλά την δομή του ανθρωπίνου σώματος, αλλά φαίνεται, ότι οι έρευνές των στηρίζονταν κυρίως σε παρατηρήσεις επί πτωμάτων ζώων, στα οποία είχαν διενεργήσει νεκροτομή.
Ο Γαληνός προχώρησε πάρα πολύ, περιέγραψε αρκετά καλά την δομή του το ανθρώπινου σώματος και ειδικότερα την κυκλοφορία του αίματος. Διέγνωσε ότι η καρδιά ενεργεί ως ένα υδραυλικό σύστημα και αποτελεί το βασικό όργανο της κυκλοφορίας του αίματος. Πρώτος αυτός διέκρινε τις αρτηρίες και τις φλέβες, καθώς και τα τριχοειδή αγγεία και ανακάλυψε, ότι σε αυτά ρέει αίμα και όχι αέρας, όπως επιστεύετο παλαιότερα. Ήταν ευνόητο, ότι επειδή οι έρευνές του στηρίζονταν κυρίως στην μελέτη πτωμάτων ζώων, σε ορισμένα σημεία να περιέπεσε σε λάθη. Όμως οι Ιατροί της Ευρώπης μέχρι και τον 16ον αι. μ.κ.ε. στηρίζονταν κυρίως στις περιγραφές και στα συμπεράσματα του Γαληνού.
Ο Ανδρέας Βεσάλιος, σπουδαίος Φλαμανδός Ιατρός και θεμελιωτής της νεότερης Επιστήμης της Ανατομίας, ανέταμε ανθρώπινα πτώματα, περιέγραψε με ακρίβεια την δομή του ανθρωπίνου σώματος, διόρθωσε και συμπλήρωσε τις παρατηρήσεις του Γαληνού και έθεσε τις βάσεις της Επιστήμης της Ανατομίας. Όμως συνάντησε μεγάλη αντίδραση από ομοτέχνους του και άλλους και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις Βρυξέλλες και να έλθει στην Ισπανία, ως Ιατρός της αυλής του εκεί βασιλέως.
Δυστυχώς και εκεί αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες. Ειδικότερα κατά την νεκροτομή ανθρωπίνου πτώματος για ερευνητικούς λόγους, άνοιξε τον θώρακα του νεκρού και τότε διαπιστώθηκε, ότι η καρδιά του έπαλε ακόμη. Οι συγγενείς του νεκρού θεώρησαν τότε, ότι ο Ανδρέας Βεσάλιος διά του τρόπου αυτού έγινε η αιτία του θανάτου του μέλους της οικογενείας των, του υπέβαλαν μήνυση και το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης του επέβαλε την τιμωρία να καεί ζωντανός.
Με την επέμβαση του τότε βασιλέως της Ισπανίας, η ποινή αυτή μετετράπη σε προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα. Ο Α. Βεσάλιος πραγματοποίησε το προσκύνημα αυτό στους Αγίους Τόπους του χριστιανισμού, όμως κατά την επιστροφή του, το πλοίο στο οποίο επέβαινε ναυάγησε πλησίον της παραλίας της Ζακύνθου, των Ιονίων νήσων. Ο Α. Βεσάλιος εσώθηκε μεν, αλλά όντας ήδη άρρωστος και ταλαιπωρημένος από το ταξίδι απεβίωσε στην Ζάκυνθο σε ηλικία 50 ετών και ετάφη εκεί. Η ημερομηνία θανάτου του με το νέο ημερολόγιο είναι η 15 Οκτωβρίου 1564.
Σε κεντρική πλατεία της πόλεως της Ζακύνθου έχει μνημείο, προς τιμή του Ιατρού και Ανατόμου Ανδρέα Βεσάλιου Αυτό περιλαμβάνει: α) Προτομή του Α. Βεσάλιου από λευκόχρωμο μάρμαρο, με επιγραφή, που αναφέρει τόπο γεννήσεως και ημερομηνία γεννήσεως και θανάτου αυτού και β) ένα άγαλμα από χαλκό, το οποίο παριστάνει ολόσωμο πτώμα ανδρός σε φυσικό μέγεθος, με όλες τις ανατομικές λεπτομέρειες αυτού.
Ο Ρενέ Ντεκάρτ μελέτησε κυρίως τα μαθηματικά και τη φυσική αλλά επεκτάθηκε, επίσης, σε ζητήματα φυσιολογίας και ψυχολογίας. Θεωρείται σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, καθώς φέρεται ως δάσκαλος και ταυτόχρονα θύμα του Διαφωτισμού. Αναφέρεται συχνά ως εκείνος που συνέλαβε την πιο ακραία μορφή σκεπτικισμού. Προσπάθησε και κατόρθωσε να απεγκλωβίσει την φιλοσοφία από τον σχολαστικισμό, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος.
Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Οι ιδέες του, όμως, έγιναν στόχος του εμπειρισμού που επικράτησε μακροπρόθεσμα. Αλλά και οι βασικές ιδέες του λειτούργησαν σε πείσμα των προθέσεών του. Θέτοντας τα όρια μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου και αντιμετωπίζοντάς τον ως επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης, βοήθησε στην επικράτηση του υλισμού έναντι της πνευματοκρατίας.
Υλιστές του 18ου αιώνα όπως ο Ντήτριχ Χόλμπαχ (Dietriech von Holbach, 1723–89) και ο εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό, χρησιμοποίησαν την γεωμετρική αντίληψη του θεού που αποσύρεται μετά την δημιουργία. Συνδυάζοντας την άποψή του με την μηχανιστική ερμηνεία του ζωικού βασιλείου, προώθησαν την υλιστική θεώρηση του κόσμου. Το 1633, μετά την καταδίκη του Γαλιλαίου, ματαιώνει την έκδοση του έργου του «Ο κόσμος». Το 1641 απαγορεύεται η διδασκαλία των έργων του στα κολέγια των Ιησουιτών.
Χριστιανισμός και Ελλάδα
Η εκκλησία της Ελλάδας παρουσίασε τα ίδια στοιχεία του συντηρητισμού, της μισαλλοδοξίας και του σκοταδισμού. Οι θετικές επιστήμες, τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, ήταν απαγορευμένα για τους μαύρους ρασοφόρους ως πηγή αθεΐας.
Το έτος 1819 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε «πατριαρχική εγκύκλιο» για την ανάσχεση της διάδοσης των φυσικομαθηματικών επιστημών με τίτλο «Περί της σημερινής κατάστασης των κοινών του γένους μας ελληνομουσείων (=σχολείων)» και κάλεσε πατριαρχική σύνοδο με στόχο «την καθαίρεσιν των φιλοσοφικών (=φυσικομαθηματικών) μαθημάτων». Από την σύνοδο που συνήλθε τον Μάρτιο του 1821, μόλις λίγες ημέρες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, εξεδόθη κείμενο κατά των Μαθηματικών, της Φυσικής και των επιστημών γενικότερα.
Το πόσο προσπάθησε να «φρενάρει» η Εκκλησία τη διάδοση των Επιστημών και των Γραμμάτων του Γένους το μαρτυρά και η «Χριστιανική Απολογία» του διευθυντή της Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως Αθ. Πάριου, γραμμένη στα 1800: «Μακράν η διαλεκτική σχέση. Μακράν η πολύσχημος Γεωμετρία. Μακράν η κενέμφατος Άλγεβρα. Μακράν κάθε ανθρώπινη επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλύψεως δεν ζητείται απόδειξις, αλλά πίστις».
Έτσι κυνηγήθηκαν, αφορίστηκαν δάσκαλοι και επιστήμονες που ήταν φορείς της επιστήμης και της λογικής σκέψης. Η μοίρα των πρωτοπόρων του Ελληνικού Διαφωτισμού δείχνει την αντιμετώπιση που είχαν από την «εθναρχούσα εκκλησία».
Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (1650/60-1736) συνέβαλλε αποφασιστικά στον νέο προσανατολισμό της ελληνικής παιδείας του 18ου αιώνα. Διδάσκεται η φιλοσοφία κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τα σύγχρονα μαθηματικά για πρώτη φορά εντός ελλαδικού χώρου. Αποβλέπει στην πνευματική κατάρτιση των ιερέων και πραγματοποιεί τολμηρές ανατοποθετήσεις στη χριστιανική ηθική συμπεριφορά.
Δεν διστάζει να κρίνει με αυστηρότητα την συμπεριφορά του κλήρου και με σκληρή γλώσσα επικρίνει την κατάχρηση του αφορισμού. Ορθώνεται στους αντίποδες του Κορυδαλλέα και των Φαναριωτών που δίδασκαν στην αρχαΐζουσα που δεν απευθύνονταν στο λαό παρά μονάχα στους «σπουδαίους». Καταδικάστηκε το 1721 για τις φιλοσοφικές απόψεις του από το Πατριαρχείο και υποχρεώθηκε το έτος 1725 σε δημόσια καύση των χειρογράφων του.
Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) εισήγαγε στην Ελλάδα την διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών, της νεότερης φιλοσοφίας και της λατινικής γλώσσας. Οι ιερείς επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν στα Ιωάννινα και τον κυνήγησαν ως άθεο.
Η φήμη του ως διανοούμενου έφερε την πρόσκληση από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας. Την αποδέχτηκε κι έφτασε στην Μόσχα το 1771, δηλ. κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και συναντήθηκε με τους αδελφούς Ορλόφ. Το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας. Τον επόμενο χρόνο έγινε αρχιεπίσκοπος Σλαβωνίου και Χερσώνος στην Ουκρανία (τότε Νέα Ρωσία). Στα 12 χρόνια που έμεινε στην θέση αυτή ενίσχυσε τους ολοένα και περισσότερους Έλληνες πού έφταναν από το Νότο κι επιδίωξε την επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προς όφελος των Ορθοδόξων ελληνόφωνων πληθυσμών.
Παραιτήθηκε από την αρχιεπισκοπή το 1787, εξαιτίας των συγκρούσεων του με την Σύνοδο στα ζητήματα των Ουνιτών, το προχωρημένο της ηλικίας του, η υγεία του, αλλά και η διάθεσή του να επιδοθεί απερίσπαστος στις αγαπημένες του πνευματικές ενασχολήσεις, την συγγραφή και την μετάφραση. Ορίζει διάδοχό του τον Νικηφόρο Θεοτόκη και αποσύρεται από το αξίωμά του. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας. Συνέγραψε έκκληση προς την αυτοκράτειρα Αικατερίνη της Ρωσίας για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, συμβάλλοντας στην έναρξη νέου νικηφόρου πολέμου (1787-1792). Αποσύρθηκε στην Πετρούπολη όπου επιδόθηκε στη συγγραφή.
Είχε την χαρά να μάθει το 1800 για την πρώτη μορφή αυτονομίας σε ελληνικό έδαφος που δόθηκε στην Επτάνησο Πολιτεία χαρακτηρίζοντάς την “Πολιτοκρατεία” (κράτος των πολιτών, μεταφράζοντας το λατινικό respublica) και “βιοδαίμων” δηλ. ελπιδοφόρος για την επιβίωση το ελληνικού έθνους. Το 1802 αποσύρθηκε στη Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι, όπου πέθανε το 1806 σε ηλικία 90 ετών.
Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, λόγιος και δάσκαλος, αφορίστηκε το 1793 μετά το θάνατό του από τον πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ’.
Σε ηλικία 25 ετών, το Γενάρη του 1759 απογοητευμένος από την κατάσταση στην Αθωνιάδα έφυγε για την Ευρώπη. Αρχικά προσκλήθηκε στην Βιέννη όπου κι εργάσθηκε ως οικοδιδάσκαλος στην εκεί Ελληνική παροικία. Παράλληλα συνέχισε τις σπουδές του μελετώντας φιλοσοφία, θεολογία και μαθήματα θετικών επιστημών. Επόμενος σταθμός του θα είναι η Λειψία της Σαξονίας, πόλη στην οποία ασχολείται με φιλοσοφικές μελέτες και συνεχίζει την διδακτική του δράση σε στενό κύκλο μαθητών του.
Το 1781 εξέδωσε στην Βενετία το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η αληθής πολιτική». Το 1786 εξέδωσε στην Βιέννη το φιλοσοφικό σύγγραμμά του με τον τίτλο «Περί φιλοσόφου, φιλοσοφίας, φυσικών, μεταφυσικών, πνευματικών και Θείων». Στο έργο του αυτό παρουσιάζει τις φιλοσοφικές θέσεις δυτικών διανοητών, όπως την νευτώνεια κοσμοαντίληψη και —κυρίως— τις ιδέες των Γάλλων Εγκυκλοπαιδιστών Ντιντερό και Ντ’ αλαμπέρ, του Βρετανού Φράνσις Μπέικον και των Γάλλων φυσικών φιλοσόφων Πιερ Γκασεντί και Καρτέσιου. Το 1791 εξέδωσε νέο σύγγραμμα με τίτλο “Τρόπαιον της ορθοδόξου Πίστεως”, στο οποίο κάνει συχνές αναφορές στον Βολταίρο και στο οποίο διατυπώνει την θέση ότι η αίσθηση για την ύπαρξη του θεού υπήρχε ήδη στους πρώτους ανθρώπους, κι όχι μόνο τα τελευταία 1791 χρόνια με την χριστιανική εκκλησία. Στην συνέχεια βρέθηκε στην Λειψία όπου συνέχισε να ασχολείται με φιλοσοφικές μελέτες και με την διδασκαλία. Πέθανε σε νοσοκομείο της Λειψίας στις 15 Αυγούστου του 1793. Η κηδεία του έγινε στις 4 Αυγούστου από τον ορθόδοξο ναό της πόλης.
Η διαμάχη μετά το θάνατό του και ο αφορισμός του: Ωστόσο, το γεγονός ότι το έργο του περιείχε επιχειρήματα της νεότερης μεταφυσικής για την ύπαρξη του θεού και επιχειρούσε να κριτικάρει την χριστιανική θρησκεία, είχε ήδη προκαλέσει την έντονη αντίδραση εκπροσώπων της ορθόδοξης εκκλησίας. Μέσα στο κλίμα αυτό ο Ευγένιος Βούλγαρης καταδίκασε το έργο του άλλοτε μαθητή του ως «συμπίλημα αποτρόπαιων και δύστηνων βιβλιαρίων». Λίγο πριν τον θάνατό του, στις αρχές του 1793, κυκλοφόρησε μια υβριστική σάτιρα εναντίον του με τον τίτλο «Ακολουθία ετεροφθάλμου και αντίχριστου Χριστοδούλου του εξ Ακαρνανίας», που πιθανότατα στον επίσκοπο Πλαταμώνος Διονύσιο ή κατ’ άλλους στο συγγενή του Δ. Γοβδελά από την Ραψάνη.
Ως απάντηση, οι μαθητές του δημοσίευσαν μετά τον θάνατό του το έργο του «Περί Θεοκρατίας» το οποίο ήταν ένα βιαιότατο αντικληρικό κείμενο που απέρριπτε στην βάση της την χριστιανική θρησκεία (άρνηση της θεοπνευστίας της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, της θεότητας του Ιησού και της τέλεσης θαυμάτων) και καταδίκαζε ως ιδιοτελή την συμπεριφορά των λειτουργών της. Το δημοσίευμα αυτό προκάλεσε την οργή της ορθοδόξου εκκλησίας με αποτέλεσμα τον μετά θάνατον αφορισμό του από τον Πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ’ στις 12 Νοεμβρίου του 1793. Μάλιστα το κείμενο του αφορισμού αναθεμάτιζε, εκτός από τον συγγραφέα, τους πιθανούς αναγνώστες του αλλά και τον ιερέα που έψαλλε στην νεκρώσιμη ακολουθία του Παμπλέκη. Ωστόσο, παρά την επίσημη καταδίκη του έργου του, ο Έλληνας λόγιος είχε εκτιμηθεί από σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως μαρτυρούν οι αναφορές στο πρόσωπό του -μεταξύ άλλων και- από τους πατριάρχη Καλλίνικο Γ΄ (1791) και λόρδο Βύρωνα.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1839 ο Θεόφιλος Καΐρης αφορίζεται από την Εκκλησία. Ο Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική φιλοσοφία την «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του την θεωρία θεωρήθηκε αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από την βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.
Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με την ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.
Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά την δήλωση του ότι δεν δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»)
Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο όπου υπόκειται σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.
Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από την χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής τους στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και την θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.
Με την Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με την βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε την λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.
Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου 1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.
Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη. Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο Κωνσταντίνος Κούμας μπορεί να μην αφορίστηκε, αλλά κυνηγήθηκε ανελέητα (1777 – 1836) υπήρξε Έλληνας διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του νεοελληνικού διαφωτισμού, ιστορικός, φιλόσοφος και μεταφραστής λογοτεχνικών έργων. Ο Κούμας παρέμεινε διαχρονικά «ο πιστότερος και συνεπέστερος οπαδός του Κοραή», αντίπαλος της αρχαΐζουσας, την οποία θεωρεί ως τροχοπέδη στην διαφωτιστικού χαρακτήρα προσπάθεια για την πρόοδο της ελληνόφωνης εκπαίδευσης. Ο Κούμας πίστευε στον κοινωνικό χαρακτήρα της παιδείας και θεωρούσε πως στην επίτευξη αυτού του στόχου συντελεί κατά αποφασιστικό τρόπο η διδασκαλία σε μια γλώσσα περισσότερο οικείας. Για τους λόγους αυτούς ήρθε σε σύγκρουση με εκπροσώπους της αρχαΐζουσας γλώσσας όπως ο Νεόφυτος Δούκας.
Δίδαξε Ελληνικά και επιστημονικά μαθήματα στην απλοελληνική κατά τα πρότυπα των δημοτικιστών και εισάγει ως νέο μάθημα την άλγεβρα. Τον Οκτώβριο του 1798 νυμφεύεται την γυναικαδελφή του δασκάλου του Ιωάννη Πέζαρου. Έπειτα πήγε στα Αμπελάκια, όπου δίδασκαν ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Κεφαλλονίτης γιατρός Σπυρίδων Ασάνης απ’ τον οποίο έμαθε άλγεβρα. Στα 1799 ο Κούμας αποκτά μια κόρη χάνει, όμως, την γυναίκα του. Βαθύτατα λυπημένος καταφεύγει στα Αμπελάκια, όπου ασχολείται από κοινού με τον Ασάνη με την μετάφραση του έργου του Γάλλου αστρονόμου και μαθηματικού Abbe de la Caille Περί κωνικών τομών.
Βέβαια, ούτε οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές γλίτωσαν από την μανία του ελληνικού εκκλησιαστικού μηχανισμού! Για παράδειγμα, το έτος 1776 «καταδικάστηκε» και «αναθεματίστηκε» πανηγυρικά από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σοφρώνιο Β’, ο Βολταίρος και το ίδιο επαναλήφθηκε το έτος 1793 από τον πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου διανοητή. Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet, 1694 – 1778), ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος, διάσημος για το πνεύμα του, τις επιθέσεις του εις βάρος της καθολικής εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Θεωρείται κεντρική μορφή και ενσάρκωση του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Υπήρξε επίσης δοκιμιογράφος και κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού.
Στην φιλοσοφία του, βασισμένη στον σκεπτικισμό και τον ορθολογισμό, ήταν βαθιά επηρεασμένος από το Λοκ (Locke) καθώς επίσης και από τους Montaigne και Bayle. Παρά το πάθος του για την σαφήνεια και την λογική, συχνά υπήρξε ανακόλουθος προς τον εαυτό του. Έτσι ενώ αρχικά υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση ήταν τόσο αμετάβλητη όσο αυτή των ζώων αργότερα εξέφρασε την πεποίθηση για εξέλιξη και βαθμιαίο εξανθρωπισμό της κοινωνίας μέσω της δράσης των τεχνών, των επιστημών και του εμπορίου. Στην πολιτική υποστήριζε την μεταρρύθμιση αλλά ένιωθε φρίκη για την αμάθεια και τον πιθανό φανατισμό των ανθρώπων καθώς και για την βία της επανάστασης.
Όσο αφορά τη θρησκεία ο Βολταίρος θεωρούσε ότι ο χριστιανισμός ήταν μια καλή πίστη για καμαριέρες και ράφτες, αλλά για την ανώτερη τάξη πρότεινε έναν απλό θεϊσμό. Αντιτάχθηκε στον αθεϊσμό και τον υλισμό του Ελβέτιου και του Χόλμπαχ. Είναι παροιμιώδης η θέση του ότι “εάν ο Θεός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί”, που περιέχεται σε ένα από τα ποιήματά του. Τέλος η επιρροή του Βολταίρου στην εκλαΐκευση της επιστήμης και της φιλοσοφίας του καιρού του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Στον Βολταίρο αποδίδεται λανθασμένα η φράση «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Στην πραγματικότητα η φράση αυτή γράφτηκε από την Evelyn Beatrice Hall στο βιογραφικό βιβλίο της The Friends of Voltaire.
Στο όνομα του Θεού δικαιολόγησαν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, νομιμοποίησαν την δουλεία, επικρότησαν την αμορφωσιά των λαών και δίδαξαν την υποταγή και την εγκαρτέρηση. Ο πνευματικός σκοταδισμός και η ιδεολογική τρομοκρατία ήταν το μεταφυσικό μορμολύκειο στις οδούς της κυριαρχίας τους, καθώς στο «φύλλο πορείας» τους ήταν γραμμένο ότι το κοινωνικό καθεστώς καθιερώθηκε από τον θεό και δεν μπορεί να αλλάξει με την θέληση των ανθρώπων.
Αυτό είναι το έδαφος πάνω στο οποίο λιπαίνονταν οι διώξεις των διανοουμένων που αναζητούσαν νέους δρόμους στην επιστήμη. Γι’ αυτό θεώρησαν ότι η ελεύθερη επιστημονική έρευνα έθετε σε κίνδυνο τον ιδεολογικό τους μανδύα και γι’ αυτό έδωσαν τις «μάχες» τους ενάντια σε φωτεινά και ανήσυχα πνεύματα της ανθρωπότητας.
Ο μαρξισμός όταν εξετάζει το ζήτημα της θρησκείας δεν ξεχνά το βασικό: τις ταξικές (και συνεπώς εξαιρετικά κοσμικές) αναγκαιότητες που μετέτρεψαν την θρησκεία σε πλευρά των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων, αλλά και σε «εργαλείο» αναπαραγωγής αυτών των σχέσεων.
Οι διώξεις του χριστιανισμού.
Ο χριστιανισμός έδωσε τα διαπιστευτήριά του μόλις άρχισε να αποκτά εξουσία, με αποτέλεσμα την πυρπόληση της Σεραπείου βιβλιοθήκης από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ με επίσκοπο Αλεξανδρείας τον Θεόφιλο. Τον ακολούθησε, το 529, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, ο οποίος έκλεισε την Ακαδημία Πλάτωνος στην Αθήνα. Στις μαύρες του σελίδες καταγράφεται και ο τραγικός θάνατος της Υπατίας.
Στο Βυζάντιο, ο χριστιανισμός κυνήγησε λυσσαλέα όποια επιστημονική φωνή διατύπωνε κάτι που ξέφευγε από τα θεόπνευστα κείμενα της χριστιανικής πανούκλας.
Ο Μιχαήλ Ψελλός, λόγιος και φιλόσοφος, κατέστη γρήγορα ύποπτος στους εκκλησιαστικούς κύκλους, και ο πατριάρχης Ξιφιλίνος τον κατηγόρησε ότι ήθελε να ανατρέψει τον χριστιανισμό και να εισαγάγει τις δοξασίες του Πλάτωνα και του στωικού Χρυσίππου. Ο Μ. Ψελλός υποχρεώθηκε σε δημόσια ομολογία.
Η Χρονογραφία του περιγράφει τα έτη 976-1078, με βάση τις προσωπικές του παρατηρήσεις. Ο Ψελλός παρουσιάζει τα γεγονότα ως αποτέλεσμα ισχυρών προσωπικών συγκρούσεων, συναισθημάτων και δολοπλοκιών, δίχως να αφήνει χώρο για την “Θεία Πρόνοια”. Ως συγγραφέας ήταν σταθερά ατομιστής στην προσέγγισή του. Κοίταζε τον κόσμο από την δική του οπτική γωνία, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε ειρωνικά.
Δίδασκε τα μαθηματικά στηριζόμενος στον Νικόμαχο, τον Ευκλείδη και τον Θέωνα. Ο Ρ. Tannery αναφέρει πως είχε ασχοληθεί και με τον Διόφαντο, όπως προκύπτει από ανέκδοτη επιστολή του. Από άλλες επιστολές του βγαίνει το συμπέρασμα ότι εκτός των άλλων δίδασκε και γεωμετρία («την εν γραμμαίς θεωρίαν»). Εκτός των άλλων έργων του αναφέρεται και το επίτομο Περί Αριθμών, το οποίο αναφέρεται στο χαμένο 7ο βιβλίο του Ιάμβλιχου, Συναγωγή των πυθαγόρειων δογμάτων. Έγραψε και φυσικές πραγματείες. Σε επιστολή του αναφέρει ότι οι φθορές και οι γενέσεις της ύλης γίνονται από φυσικά αίτια και όχι από αόρατες και μυστικές δυνάμεις. Αυτή η θεώρηση του έδωσε την δυνατότητα να ερμηνεύσει τις μεταμορφώσεις της ύλης και τις αλλαγές της φύσης κάτω από τo πρίσμα ενός φυσικού νόμου.
Ο Ιωάννης ο Ιταλός, καθηγητής Φιλοσοφίας στη θέση του Ψελλού, κατηγορήθηκε ότι δίδασκε αίρεση, ότι θεωρούσε την ύλη άναρχη και αδημιούργητη και ότι δεχόταν ως υπαρκτές τις πλατωνικές ιδέες. Παρ’ όλο που δήλωσε μετάνοια, αρχικά περιορίστηκε σε μονή και κατόπιν καταδιώχθηκε γιατί θεωρήθηκε ότι η διδασκαλία του παρακινούσε στην επαναφορά της παλαιάς θρησκείας.
Ο Ιωάννης διακήρυσσε προφανώς ότι αρκεί η πραγματική, δηλαδή κοσμική, επιστήμη ώστε να διερευνηθεί η αλήθεια, ότι η φιλοσοφική σκέψη είναι αυτόνομη, ακόμη και ξέχωρη, από τα εκκλησιαστικά δόγματα, ότι τόσο οι ιδέες όσο και η ύλη είναι αιώνιες, ότι υπάρχει παλιγγενεσία των ψυχών, ότι ισχύει το «ουδέν εξ ουδενός» των Εθνικών φιλοσόφων και δεν υπάρχει εκ του μηδενός δημιουργία και ότι τα θαύματα πρέπει να απορρίπτονται ως αντικείμενα στους φυσικούς νόμους. Είχε την άποψη ότι η κλασική θρησκευτική και η παράδοση της διανόησης παρέχουν ό,τι χρειάζεται —και περισσότερα— ο άνθρωπος να γνωρίζει και να κατέχει ως προς τον χριστιανισμό.
Παρόλα αυτά, πίστευε ότι για να γίνουν δεκτές οι εξ αποκαλύψεως χριστιανικές αλήθειες θα έπρεπε να εναρμονισθούν πρώτα προς τις αρχές του φιλοσοφικού συστήματος που εισηγούνταν με την βοήθεια των φιλοσοφικών συλλογισμών. Όπως και ο Ψελλός, όσον αφορά τα διαλεκτικά και λογικά ζητήματα ακολουθούσε τον Αριστοτέλη, ενώ ως προς τα μεταφυσικά τις αντιλήψεις του Πλάτωνα. Ο Ιταλός τελικά μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας πρόδρομος του σχολαστικισμού, με την έρευνα της επίλυσης των δογματικών ζητημάτων μόνο διά του λογικού.
Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων προσπάθησε ν’ αναστήσει τον παλαιό Ελληνικό βίο. Το αποτέλεσμα ήταν το έργο του «Νόμων Συγγραφή» να μη σώζεται ολόκληρο γιατί κάηκε έπειτα από απόφαση του Σχολάριου μόλις αυτός έγινε πατριάρχης.
Ένθερμος υπερασπιστής της φυσικής και πολιτισμικής συνέχειας του Ελληνισμού («εσμέν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί»), βαθύς γνώστης του πλατωνισμού, συνέθεσε πολλούς ύμνους προς τους αρχαιοελληνικούς Θεούς, συγκρότησε τον φιλοσοφικο-λατρευτικό «κύκλο» του Μυστρά. Το 1438-9 συνέγραψε στην Φλωρεντία το «Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται» που επηρέασε σημαντικά τους Ιταλούς λογίους και υπέσκαψε τα θεμέλια του Σχολαστικισμού. Το έργο “Ζωροαστρείας τε και Πλατωνικών δογμάτων συγκεφαλαίωσις” μας διασώθηκε από το Βησσαρίωνα.
Προς το τέλος της ζωής του το Magnum Opus του «Περί νόμων». Επί του τελευταίου έργου άνοιξε σπουδαία συζήτηση με τον πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος υποστήριξε αριστοτελικές απόψεις. Ο Πλήθων αντίθετα συνέρραψε πλατωνικές απόψεις μαζί με άλλες των στωικών (π.χ. Ειμαρμένη), του Ζωροάστρη (π.χ. πολυθεϊσμός) και δικές του, καταλήγοντας σε μια πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση, από την οποία θα προέκυπτε μια πολιτεία βασισμένη σε μεταρρυθμισμένη εκδοχή του αρχαιοελληνικού πολυθεϊσμού, και στην οποία οι άνθρωποι «κάλλιστα τε και άριστα βιώεν, και εις όσον οίον τε ευδαιμονέστατα».
Μετά τον θάνατό του, η σύζυγος του δεσπότη του Μυστρά Δημήτριου Παλαιολόγου Θεοδώρα θεώρησε σωστό να παραδώσει το χειρόγραφο «Περί νόμων» στο Γεννάδιο Σχολάριο. Αυτός αφού το διάβασε, δεν το αντέκρουσε, όπως είχε αρχικά πει, αλλά το έκαψε δημόσια, καθώς το θεώρησε «ειδωλολατρικό» και «σατανικό», που περιείχε όπως έγραψε «τα σαπρά των Ελλήνων ληρήματα». Κάλεσε μάλιστα όσους κατέχουν αντίγραφα, να τα καταστρέψουν και αυτά. Παρά ταύτα, έχουν σωθεί από αντιγραφές κάποια αποσπάσματα του έργου αυτού, χάρη σε αντιγραφή του μαθητή του Δημήτρη Ραούλ Καβάκη. Αποσπάσματα παρέθεσε στο έργο του “Γεννήθηκα στο 1402” ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος όταν εκδόθηκε το 1957. Από τα 101 κεφάλαια του σώθηκαν μόλις 15. Δεν διασώθηκαν αυτά για την μετεμψύχωση (“περί αθανασίας ψυχής της ανθρωπίνης”) ούτε το “περί της αϊδιότητος (αφθαρσίας, αιωνιότητας) του παντός”.
Η διαμάχη της Καθολικής Εκκλησίας με τους εκπροσώπους της επιστήμης κατά τον Μεσαίωνα είναι γνωστή, κομβικό δε σημείο υπήρξε η θέση του Ήλιου και της Γης στο σύμπαν. Πώς είναι δυνατόν βιβλικά χωρία όπως: «και γαρ εστερέωσε την οικουμένην ήτις ου σαλευθήσεται» (Ψαλμοί 93:1), «και ανατέλλει ο ήλιος και δύει ο ήλιος και τις τον τόπον αυτού έλκει» (Εκκλησιαστής, 1:5), «εποίησε σελήνην εις καιρούς, ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού» (Ψαλμός 104: 19), που είναι ο λόγος του Θεού, να μην λένε την αλήθεια; Αξιωματικά, η θεωρούμενη θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη είναι η θεωρητική βάση πάνω στην οποία θα υποδουλώνονται η έρευνα και η ελεύθερη σκέψη.
Η αποδεκτή θεωρία από την Καθολική Εκκλησία ήταν αυτή του Κλαύδιου Πτολεμαίου που έλεγε ότι η Γη ήταν ακίνητη, βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος, ενώ ο Ηλιος και τα άλλα ουράνια σώματα περιστρέφονταν γύρω της.
Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος απέδειξε ότι η Γη κινείται γύρω από τον άξονά της και μαζί με τους άλλους πλανήτες κινείται και γύρω από τον Ηλιο. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310 π.κ.ε. – 230 π.κ.ε.) ήταν Έλληνας αστρονόμος και μαθηματικός, που γεννήθηκε στην Σάμο. Είναι ο πρώτος επιστήμονας ο οποίος πρότεινε το ηλιοκεντρικό μοντέλο του Ηλιακού Συστήματος, θέτοντας τον Ήλιο και όχι την Γη, στο κέντρο του γνωστού Σύμπαντος. Οι ιδέες του περί Αστρονομίας φαίνεται να μην είχαν γίνει αρχικά αποδεκτές και θεωρήθηκαν κατώτερες από εκείνες του Πτολεμαίου. Δύο χιλιάδες (2000) χρόνια μετά, ο Κοπέρνικος στηριζόμενος στις θεωρίες του Αρίσταρχου, όπως ο ίδιος επισημαίνει στην εισαγωγή του έργου του, υιοθέτησε το ηλιοκεντρικό σύστημα, όπως το γνωρίζουμε σήμερα.
Η μοναδική εργασία του Αρίσταρχου η οποία έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, «Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης», βασίζεται σε γεωκεντρικό μοντέλο, καθώς είτε είναι προγενέστερο των απόψεών του περί ηλιοκεντρισμού, είτε χρησιμοποιεί το αποδεκτό για την εποχή του σύστημα σε μια εργασία που αφορά αποκλειστικά τις μετρήσεις των αποστάσεων του Ήλιου και της Σελήνης από την Γη και όχι το σύστημα που συμμετέχουν. Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε από διάφορες παραπομπές ότι ο Αρίσταρχος είχε γράψει ένα άλλο βιβλίο στο οποίο πρότεινε την εναλλακτική υπόθεση του ηλιοκεντρικού μοντέλου.
Ο Αρχιμήδης στο έργο του Ψαμμίτης έγραψε:
Κατέχεις δέ, διότι καλεῖται κόσμος ὑπὸ μὲν τῶν πλείστων ἀστρολόγων ἃ σφαῖρα, ἇς ἐστὶ κέντρον μὲν τὸ τᾶς γᾶς κέντρον, ἁ δὲ ἐκ τοῦ κέντρου ἴσα τὰ εὐθεῖα τὰ μεταξὺ τοῦ κέντρου τοῦ ἁλίου καὶ τοῦ κέντρου τᾶς γᾶς ταῦτα γὰρ ἐν ταῖς γραφομέναις παρὰ τῶν ἀστρολόγων δείξεσι διακούσας.
Ἀρίσταρχος δὲ ὁ Σάμιος ὑποθεσίων τινῶν ἐξέδωκεν γραφάς, ἐν αἷς ἐκ τῶν ὑποκειμένων συμβαίνει τὸν κόσμον πολλαπλάσιον εἶμεν τοῦ νῦν εἰρημένου. Ὑποτίθεται γὰρ τὰ μὲν ἀπλανέα τῶν ἄστρων καὶ τὸν ἄλιον μένειν ἀκίνητον, τὰν δὲ γᾶν περιφέρεσθαι περὶ τὸν ἄλιον κατὰ κύκλου περιφέρειαν, ὅς ἐστιν ἐν μέσῳ τῷ δρόμῳ κείμενος, τὰν δὲ τῶν ἀπλανέων ἄστρων σφαῖραν περὶ τὸ αὐτὸ κέντρον τῷ ἀλίω κειμέναν τῷ μεγέθει τηλικαύταν εἶμεν, ὥστε τὸν κύκλον, καθ’ ὂν τὰν γᾶν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, τοιαύταν ἔχειν ἀναλογίαν ποτὶ τὰν τῶν ἀπλανέων ἀποστασίαν, οἵαν ἔχει τὸ κέντρον τᾶς σφαίρας ποτι τᾶν ἐπιφάνειαν. Ἐκδεκτέον δὲ τὸν Ἀρίσταρχον διανοεῖσθαι τόδε ἐπειδὴ τὰν γᾶν ὑπολαμβάνομες ὥσπερ εἶμεν τὸ κέντρον τοῦ κόσμου, ὂν ἔχει λόγον ἁ γᾶ ποτὶ τὸν ὑψ’ ἁμῶν εἰρημένον κόσμον, τοῦτον ἔχειν τὸν λόγον τὰν σφαῖραν, ἐν ᾇ ἐστιν ὁ κύκλος, καθ’ ὂν τὰν γὰν ὑποτίθεται περιφέρεσθαι, ποτὶ τᾶν τῶν ἀπλανεων ἄστρων σψαίραν τάς γὰρ ἀποδείξιας τῶν φαινομένων οὕτως ὑποκειμένῳ ἐναρμονίζει, καὶ μάλιστα φαίνεται τὸ μέγεθος τᾶς σφαίρας, ἐν ᾇ ποιεῖται τὰν γᾶν κινουμέναν, ἴσον ὑποτίθεσθαι τῷ ὑφ’ ἁμῶν εἰρημένῳ κόσμῳ.
(Συ βασιλιά Γέλων γνωρίζεις ότι ο κόσμος είναι το όνοµα που δίνουν οι περισσότεροι αστρονόμοι σε μία σφαίρα, που στο κέντρο της βρίσκεται η Γη και ότι η ακτίνα της σφαίρας αυτής είναι ίση προς την απόσταση μεταξύ του Ήλιου και της Γης. Αυτή είναι η εξήγηση την οποία δίνουν οι αστρονόμοι. Αλλά ο Αρίσταρχος έγραψε ένα βιβλίο, που περιέχει ορισµένες προτάσεις, από τις οποίες συµπεραίνεται ότι ο πραγµατικός κόσµος είναι πολύ μεγαλύτερος. Πιστεύεται ότι οι απλανείς αστέρες και ο Ήλιος είναι ακίνητοι, ότι η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο σε κυκλική τροχιά, που στο κέντρο της βρίσκεται ο Ήλιος. Ακόµη ότι η σφαίρα των απλανών αστέρων, που βρίσκεται στο ίδιο με τον Ήλιο κέντρο, είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο κύκλος γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η Γη απέχει από τους απλανείς αστέρες, όσο απέχει το κέντρο μιας σφαίρας από την επιφάνεια της… Ο Αρίσταρχος δηλαδή εννοεί το εξής: αφού πιστεύουμε ότι η Γη είναι, ας πούµε, το κέντρο του κόσμου, η σχέση της Γης προς εκείνο που ονομάζουμε «κόσμο» είναι ίση προς τη σχέση της σφαίρας, που περιέχει τον κύκλο πάνω στον οποίο διατείνεται ότι περιστρέφεται η Γη, προς τη σφαίρα των απλανών αστέρων.)
Χρόνια αργότερα ο Ιταλός φιλόσοφος Τζορντάνο Μπρούνο βεβαίωνε ότι το σύμπαν είναι άπειρο και βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Η διδασκαλία του, όμως, έβαζε σε αμφισβήτηση την μοναδικότητα της ενανθρώπισης του υιού του θεού. Η χριστιανική εκκλησία καταδίωξε τον Μπρούνο, που έπεσε στα χέρια της Ιεράς Εξέτασης, έμεινε εφτά χρόνια στην φυλακή, αρνήθηκε να απαρνηθεί τις απόψεις του και κάηκε στην Ρώμη το 1600.
Ο Μπρούνο υποστήριζε την απειρία του Σύμπαντος, την ύπαρξη πολλαπλών κόσμων, και την ηλιοκεντρική θεωρία. Υποστήριζε πως η ενοποιός ουσία των πάντων είναι ο θεός, αλλά αρνιόταν την θεϊκή υπόσταση του Ιησού. Θεωρεί πως η θρησκεία είναι μέσο καθοδήγησης των αμαθών. Από το 1584 (στο La Cena de le Ceneri), ο Μπρούνο εγκαταλείπει την κοσμολογία του Αριστοτέλη, για αυτήν του Αρίσταρχου ου Σάμιου (1543), στην οποία οι πλανήτες κινούνται γύρω από τον άξονά τους καθώς και γύρω από τον Ήλιο. Ο Μπρούνο μάλιστα πηγαίνει την θεωρία παραπέρα, εγκαταλείποντας την ιδέα του κέντρου.
«Δεν υπάρχει κανένα άστρο στο κέντρο του σύμπαντος, διότι το σύμπαν εκτείνεται προς όλες τις κατευθύνσεις με τον ίδιο τρόπο. Κάθε αστέρι είναι ένας ήλιος σαν το δικό μας, και γύρω από το καθένα από αυτά τα αστέρια περιστρέφονται άλλοι πλανήτες, αόρατοι στα μάτια μας, αλλά υπάρχουν. Συνεπώς, υπάρχουν αναρίθμητοι ήλιοι και άπειρος αριθμός Γαιών που περιστρέφονται γύρω από αυτούς τους ήλιους, σαν τις επτά Γαίες, η Γη, η Σελήνη, και οι πέντε τότε γνωστοί πλανήτες: ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας, ο Κρόνος που βλέπουμε να περιστρέφονται γύρω από τον κοντινό μας ήλιο.» Giordano Bruno, De l’infinito universo et Mondi, 1584.
Καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση, η καταδικαστική απόφαση, η οποία οδήγησε τον Τζορντάνο Μπρούνο στην πυρά, εκδόθηκε από τον καρδινάλιο Ρομπέρτο Μπελλαρμίνο (Roberto Bellarmino) (1542-1621) το 1600.
Η χριστιανική εκκλησία καταδίωξε επίσης και τον Γαλιλαίο, (1564 – 1642) ο οποίος άρχισε να εξετάζει τον Ουρανό με τηλεσκόπιο. Αρχικά στις 16 Φεβρουαρίου 1616 με την απειλή ποινής από την Ιερά Εξέταση τον ανάγκασαν να ανακαλέσει, του απαγόρεψαν να μιλάει και να γράφει για την περιστροφή της Γης, τον περιόρισαν στο σπίτι του ελέγχοντας όλες τις κινήσεις του και απομονώνοντάς τον.
Η θεωρία του Γαλιλαίου -και των υπόλοιπων επιστημόνων- κλόνιζε την ιδεολογική θωράκιση του χριστιανισμού, γιατί πώς συνδυάζεται η θεωρία της κίνησης της Γης με το χριστιανικό δόγμα της ανάληψης του Χριστού στον ουρανό; Η Γραφή έλεγε ότι Ουρανός και Γη είχαν δημιουργηθεί για χάρη του ανθρώπου. Πώς μπορούσε να ισχύει αυτό αν η Γη δεν ήταν παρά ακόμα ένας πλανήτης που περιστρεφόταν γύρω από τον ήλιο;
Ο Γαλιλαίος με το τηλεσκόπιο δικής του κατασκευής παρατήρησε πρώτος τους κρατήρες, τα όρη και τις πεδιάδες στην επιφάνεια της Σελήνης. Ανακάλυψε ότι η Σελήνη στρέφει πάντα προς την Γη το ίδιο ημισφαίριό της. Παρατήρησε τις ηλιακές κηλίδες, τον δακτύλιο του Κρόνου, αποκάλυψε την αστρική φύση του Γαλαξία μας και απέδειξε την ισχύ της ηλιοκεντρικής θεωρίας, παρατηρώντας τις φάσεις της Αφροδίτης και ανακαλύπτοντας 4 από τους δορυφόρους του Δία, την Ιώ, την Ευρώπη, τον Γανυμήδη και την Καλλιστώ τους οποίους ονόμασε Άστρα των Μεδίκων, προς τιμή του προστάτη του, Κόσιμο Β’ των Μεδίκων.
Οι παρατηρήσεις του αυτές αποτέλεσαν την αρχή του τέλους για την πεποίθηση, που υποστηριζόταν μέχρι τότε από το εκκλησιαστικό και επιστημονικό κατεστημένο, πως το Σύμπαν είναι τέλεια πλασμένο και πως η Γη είναι στο κέντρο του Σύμπαντος και αποτελεί μοναδικότητα: οι κρατήρες της Σελήνης και οι κηλίδες του Ήλιου, καθώς και το γεγονός ότι τέσσερα σώματα περιστρέφονταν γύρω από έναν άλλο πλανήτη, το Δία, αποτέλεσαν αποδείξεις για το αντίθετο. Ο Γαλιλαίος δεν τα βρήκε ότι οι παλίρροιες προκαλούνταν από τους ωκεανούς που φούσκωναν κατά την περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο.
“Δεν νιώθω υποχρεωμένος να πιστέψω πως ο ίδιος Θεός που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και πνεύμα, μας προόριζε να απαρνηθούμε την χρήση τους και με κάποιους άλλους τρόπους να μας δώσει τις γνώσεις που μπορούμε να αποκτήσουμε μέσω αυτών” Γαλιλαίος
Ο Άγγλος φιλόσοφος Ρότζερ Μπέικον δίδασκε ότι βάση της αληθινής επιστήμης πρέπει να είναι το πείραμα και τα μαθηματικά. Ο Μπέικον δίδασκε την αποδέσμευση από τις αυθεντίες και την αναζήτηση της αλήθειας με την έρευνα. Θαύμαζε τους Έλληνες φιλόσοφους, διατηρώντας όμως ανεξαρτησία γνώμης. Θεωρούσε τα μαθηματικά ως την βάση των επιστημών και την εμπειρία ως αναγκαία προϋπόθεση κάθε γνώσης, κάτι που τον κατατάσσει στους προδρόμους της σύγχρονης επιστημονικής μεθόδου. Διέκρινε δε την εμπειρία σε εμπειρία των αισθήσεων (εξωτερική) και σε εσωτερική (πνευματική) εμπειρία. Η εξωτερική ήταν απαραίτητη για την ανάπτυξη των επιστημών. Η δεύτερη, η πνευματική εμπειρία, ήταν η προϋπόθεση της ανόδου των βαθμίδων της αντίληψης των υπεραισθητών. Ο ανερχόμενος μέχρι τέλους την κλίμακα αυτή θα έφτανε στη ενόραση του θείου.
Ο Μπέικον ασχολήθηκε με όλους τους τομείς της γνώσης. Επιδόθηκε στην αστρονομία, γλωσσολογία, αλχημεία, ιδιαίτερα στην οπτική, διόρθωσε το Ιουλιανό ημερολόγιο και σε αυτόν αποδίδονται οι εφευρέσεις του μεγεθυντικού φακού και του θερμομέτρου. Στην επιστολή του De secretis operibus οραματίζεται αυτοκίνητα και αεροπλάνα. Το 1277 ο πάπας Νικόλαος Ε’ τον καταδίκασε για τις καινοτομίες του και τον φυλάκισε για 14 χρόνια. Ο Μπέικον βγήκε από την φυλακή πολύ μεγάλος και πέθανε πολύ γρήγορα καταβεβλημένος ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Το 12 αι. έζησε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του μεσαίωνα, ο Αβερρόης (1126 – 1198) Abū l-Walīd Muhammad ibn Ahmad ibn Muhammad ibn Rushd.
Τον περιορισμένης αντίληψης θρησκευτικό φανατισμό που στην εποχή του, βάρυνε όχι μόνο τους χριστιανούς αλλά και τους μουσουλμάνους καθώς και τους εβραίους.
Το πνεύμα της αντιζηλίας και του φθόνου μεταξύ των εκκλησιαστικών παραγόντων, ένα φαινόμενο που παρατηρείται από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα.
Την τότε κατάσταση της αραβοκρατούμενης σημερινής Ισπανίας που ήταν χωρισμένη σε αντιμαχόμενα αραβικά Βασίλεια, που συγκλονίζονταν από εσωτερικές κομματικές ή δυναστικές συρράξεις και εναντίον των οποίων οι καθολικοί ηγεμόνες της Δύσης επιχειρούσαν συνεχείς επιδρομές.
Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες έλαμψε πράγματι ο αραβικός πολιτισμός όπου και ανατράφηκε ο Αβερρόης με πρώτο δάσκαλο τον πατέρα του Ροσντ που ήταν «καδής» (= αρχιδικαστής) στην Καρδούη (Κόρδοβα) που φρόντισε να δώσει στον γιο του επιφανείς δασκάλους μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Ιμπν Τζοχάρ ή Αβενζοάρη.
Στον Αβερρόη (όπως και στον Αβικέννα) οφείλεται κυρίως η διάσωση ιδεών και πολλών γραπτών της αρχαίας φιλοσοφίας. Έγραψε ιατρική εγκυκλοπαίδεια και σχόλια για σχεδόν όλα τα έργα του Αριστοτέλη. Η επιρροή του στον χριστιανικό σχολαστικισμό του μεσαίωνα είναι σημαντική. Τον 13ο αιώνα τα έργα του μεταφράστηκαν στα εβραϊκά.
Ο Ibn Rushd κατά την περίοδο 1179-81 έγραψε τέσσερα σημαντικά έργα:
Desicive Treatise
al-Kashf ‘an al-manahij (Επεξήγηση των Ειδών Απόδειξης στα Δόγματα της Θρησκείας)
Danima (Ευρετήριο της Θείας Γνώσης)
Τahafut at-Tahafut (Η Ασυναρτησία της Ασυναρτησίας), μια απάντηση στο έργο του al-Ghazali, Tahafut al-Falasifa (=Η Ασυναρτησία των Φιλοσόφων)
Τα φιλοσοφικά έργα του Ibn Rushd ποικίλουν ως προς το εύρος τους. Έχει γράψει σύντομες πραγματείες πάνω σε θέματα λογικής, φυσικής, ψυχολογίας αλλά και σύντομα σχόλια σε έργα του αριστοτελικού corpus. Τα Σύντομα Σχόλιά του θεωρούνται πρώιμα και συνιστούν επιτομές των αριστοτελικών δογμάτων συχνά βασισμένες σε Έλληνες σχολιαστές. Τα Μεσαία Σχόλιά του έχουν την μορφή παράφρασης του αριστοτελικού κειμένου και γι’ αυτό έχει συχνά θεωρηθεί ότι έχουν γραφτεί κατ’ υπόδειξη του πάτρωνά του Abu Ya‘qub Yusuf προκειμένου να γίνουν κατανοητά τα έργα του Έλληνα Φιλοσόφου.
Τα Μεγάλα Σχόλια θεωρούνται όψιμα έργα του και συνιστώνται από το σύνολο του αριστοτελικού κειμένου χωρισμένο σε ενότητες ακολουθούμενες από λεπτομερή σχόλια. Θεωρείται ότι εμπεριέχουν την ώριμη σκέψη του Ibn Rushd. Το πρώτο από τα Μεγάλα Σχόλιά του είναι τα “Αναλυτικά Ύστερα” (Posterior Analytics) που γράφτηκε μεταξύ του 1180-3. Ακολουθούν το “Περί ψυχής” (De Anima), γράφτηκε πιθανόν το 1186. Έπειτα τα “Φυσικά” (Physics) το 1186, το “Περί Ουρανού” (De Caelo) το 1188, τα “Μετά τα Φυσικά” (Metaphysics) το 1190. Ο Ibn Rushd υποστήριζε ότι η αλήθεια, όχι αγκιστρωμένη per accidens στις μεθόδους της πειθούς και της διαλεκτικής, αλλά στην καθαρή της μορφή ως per se βρίσκεται στα «αποδεικτικά» έργα του δηλαδή στα φιλοσοφικά έργα και ειδικότερα στα σχόλιά του στον Αριστοτέλη όπου βασικός του στόχος ήταν να απαρτίζονται από φιλοσοφικές αποδείξεις.
Ο μουσουλμανικός κλήρος κατηγόρησε τον Αβερρόη για αθεΐα και γιατί πρόβαλλε την Ελληνική φιλοσοφία σε βάρος της μωαμεθανικής ορθοδοξίας. Ο Αβερρόης εξορίστηκε από την Κόρδοβα και τα έργα του κάηκαν. Ο πάπας, στην συνέχεια, αφόρισε τον Αβερρόη (το 1240 και το 1513) και η καθολική εκκλησία καταδίωξε σκληρά τους οπαδούς του.
Ο Βέλγος Ανδρέας. Βεσάλ (16ος αι.) θεμελίωσε την επιστήμη της ανατομίας. Με βάση την ανατομία των πτωμάτων έγραψε το μεγάλο έργο «Για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος».
Όπως είναι γνωστό, τόσο κατά την αρχαιότητα, όσο και κατά τον μεσαίωνα ήταν αυστηρά απαγορευμένη η διενέργεια νεκροτομής στα ανθρώπινα πτώματα, για λόγους θρησκευτικούς. Έτσι οι Ιατροί κι άλλοι επιστήμονες, ήσαν αναγκασμένοι να αρκούνται στις έρευνές των στην νεκροτομή πτωμάτων ζώων και σκεπτόμενοι κατ΄ αναλογίαν, εξήγαγαν συμπεράσματα σχετικά με την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος. Όπως είναι γνωστόν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου έζησε και έδρασε περί το 300 π. κ.ε. ο σπουδαίος Ιατρός Ηρόφιλος (Χαλκηδών Βιθυνίας περίπου το 430 π. κ.ε. – Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου περίπου 360 π. κ.ε.), ο οποίος θεωρείται σε σπουδαιότητα τρίτος, ήτοι μετά τον Ιπποκράτη τον Κώο και τον Γαληνό τον Περγαμηνό.
Λέγεται ότι ο Ηρόφιλος, με άδεια του Πτολεμαίου, μπόρεσε να διενεργήσει νεκροτομές σε ανθρώπινα πτώματα και να δημοσιεύσει τα συμπεράσματα από τις σχετικές έρευνες. Όμως εξ αιτίας της πυρπολήσεως του ναού της Ειρήνης στην Ρώμη και της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, όταν κατέλαβαν την πόλη οι Άραβες, τα βιβλία του Ηρόφιλου δεν διατηρήθηκαν. Ο σπουδαίος αρχαίος Έλληνας Ιατρός Ιπποκράτης ο Κώος (Κως 460 π. κ.ε. – 377 π.κ.ε. ) και στην συνέχεια ο Γαληνός ο Περγαμηνός (Πέργαμος Μικράς Ασίας 129 μ.κ.ε. – Ρώμη 199 μ.κ.ε), γνώριζαν αρκετά καλά την δομή του ανθρωπίνου σώματος, αλλά φαίνεται, ότι οι έρευνές των στηρίζονταν κυρίως σε παρατηρήσεις επί πτωμάτων ζώων, στα οποία είχαν διενεργήσει νεκροτομή.
Ο Γαληνός προχώρησε πάρα πολύ, περιέγραψε αρκετά καλά την δομή του το ανθρώπινου σώματος και ειδικότερα την κυκλοφορία του αίματος. Διέγνωσε ότι η καρδιά ενεργεί ως ένα υδραυλικό σύστημα και αποτελεί το βασικό όργανο της κυκλοφορίας του αίματος. Πρώτος αυτός διέκρινε τις αρτηρίες και τις φλέβες, καθώς και τα τριχοειδή αγγεία και ανακάλυψε, ότι σε αυτά ρέει αίμα και όχι αέρας, όπως επιστεύετο παλαιότερα. Ήταν ευνόητο, ότι επειδή οι έρευνές του στηρίζονταν κυρίως στην μελέτη πτωμάτων ζώων, σε ορισμένα σημεία να περιέπεσε σε λάθη. Όμως οι Ιατροί της Ευρώπης μέχρι και τον 16ον αι. μ.κ.ε. στηρίζονταν κυρίως στις περιγραφές και στα συμπεράσματα του Γαληνού.
Ο Ανδρέας Βεσάλιος, σπουδαίος Φλαμανδός Ιατρός και θεμελιωτής της νεότερης Επιστήμης της Ανατομίας, ανέταμε ανθρώπινα πτώματα, περιέγραψε με ακρίβεια την δομή του ανθρωπίνου σώματος, διόρθωσε και συμπλήρωσε τις παρατηρήσεις του Γαληνού και έθεσε τις βάσεις της Επιστήμης της Ανατομίας. Όμως συνάντησε μεγάλη αντίδραση από ομοτέχνους του και άλλους και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τις Βρυξέλλες και να έλθει στην Ισπανία, ως Ιατρός της αυλής του εκεί βασιλέως.
Δυστυχώς και εκεί αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες. Ειδικότερα κατά την νεκροτομή ανθρωπίνου πτώματος για ερευνητικούς λόγους, άνοιξε τον θώρακα του νεκρού και τότε διαπιστώθηκε, ότι η καρδιά του έπαλε ακόμη. Οι συγγενείς του νεκρού θεώρησαν τότε, ότι ο Ανδρέας Βεσάλιος διά του τρόπου αυτού έγινε η αιτία του θανάτου του μέλους της οικογενείας των, του υπέβαλαν μήνυση και το δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης του επέβαλε την τιμωρία να καεί ζωντανός.
Με την επέμβαση του τότε βασιλέως της Ισπανίας, η ποινή αυτή μετετράπη σε προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα. Ο Α. Βεσάλιος πραγματοποίησε το προσκύνημα αυτό στους Αγίους Τόπους του χριστιανισμού, όμως κατά την επιστροφή του, το πλοίο στο οποίο επέβαινε ναυάγησε πλησίον της παραλίας της Ζακύνθου, των Ιονίων νήσων. Ο Α. Βεσάλιος εσώθηκε μεν, αλλά όντας ήδη άρρωστος και ταλαιπωρημένος από το ταξίδι απεβίωσε στην Ζάκυνθο σε ηλικία 50 ετών και ετάφη εκεί. Η ημερομηνία θανάτου του με το νέο ημερολόγιο είναι η 15 Οκτωβρίου 1564.
Σε κεντρική πλατεία της πόλεως της Ζακύνθου έχει μνημείο, προς τιμή του Ιατρού και Ανατόμου Ανδρέα Βεσάλιου Αυτό περιλαμβάνει: α) Προτομή του Α. Βεσάλιου από λευκόχρωμο μάρμαρο, με επιγραφή, που αναφέρει τόπο γεννήσεως και ημερομηνία γεννήσεως και θανάτου αυτού και β) ένα άγαλμα από χαλκό, το οποίο παριστάνει ολόσωμο πτώμα ανδρός σε φυσικό μέγεθος, με όλες τις ανατομικές λεπτομέρειες αυτού.
Ο Ρενέ Ντεκάρτ μελέτησε κυρίως τα μαθηματικά και τη φυσική αλλά επεκτάθηκε, επίσης, σε ζητήματα φυσιολογίας και ψυχολογίας. Θεωρείται σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας, καθώς φέρεται ως δάσκαλος και ταυτόχρονα θύμα του Διαφωτισμού. Αναφέρεται συχνά ως εκείνος που συνέλαβε την πιο ακραία μορφή σκεπτικισμού. Προσπάθησε και κατόρθωσε να απεγκλωβίσει την φιλοσοφία από τον σχολαστικισμό, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές δυνάμεις του ανθρώπου και να απελευθερώσει το ανθρώπινο πνεύμα από την αυθεντία του παρελθόντος.
Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του ηπειρωτικού-ευρωπαϊκού ορθολογισμού. Οι ιδέες του, όμως, έγιναν στόχος του εμπειρισμού που επικράτησε μακροπρόθεσμα. Αλλά και οι βασικές ιδέες του λειτούργησαν σε πείσμα των προθέσεών του. Θέτοντας τα όρια μεταξύ πνευματικού και υλικού κόσμου και αντιμετωπίζοντάς τον ως επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης, βοήθησε στην επικράτηση του υλισμού έναντι της πνευματοκρατίας.
Υλιστές του 18ου αιώνα όπως ο Ντήτριχ Χόλμπαχ (Dietriech von Holbach, 1723–89) και ο εγκυκλοπαιδιστής Ντενί Ντιντερό, χρησιμοποίησαν την γεωμετρική αντίληψη του θεού που αποσύρεται μετά την δημιουργία. Συνδυάζοντας την άποψή του με την μηχανιστική ερμηνεία του ζωικού βασιλείου, προώθησαν την υλιστική θεώρηση του κόσμου. Το 1633, μετά την καταδίκη του Γαλιλαίου, ματαιώνει την έκδοση του έργου του «Ο κόσμος». Το 1641 απαγορεύεται η διδασκαλία των έργων του στα κολέγια των Ιησουιτών.
Χριστιανισμός και Ελλάδα
Η εκκλησία της Ελλάδας παρουσίασε τα ίδια στοιχεία του συντηρητισμού, της μισαλλοδοξίας και του σκοταδισμού. Οι θετικές επιστήμες, τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, ήταν απαγορευμένα για τους μαύρους ρασοφόρους ως πηγή αθεΐας.
Το έτος 1819 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε «πατριαρχική εγκύκλιο» για την ανάσχεση της διάδοσης των φυσικομαθηματικών επιστημών με τίτλο «Περί της σημερινής κατάστασης των κοινών του γένους μας ελληνομουσείων (=σχολείων)» και κάλεσε πατριαρχική σύνοδο με στόχο «την καθαίρεσιν των φιλοσοφικών (=φυσικομαθηματικών) μαθημάτων». Από την σύνοδο που συνήλθε τον Μάρτιο του 1821, μόλις λίγες ημέρες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, εξεδόθη κείμενο κατά των Μαθηματικών, της Φυσικής και των επιστημών γενικότερα.
Το πόσο προσπάθησε να «φρενάρει» η Εκκλησία τη διάδοση των Επιστημών και των Γραμμάτων του Γένους το μαρτυρά και η «Χριστιανική Απολογία» του διευθυντή της Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως Αθ. Πάριου, γραμμένη στα 1800: «Μακράν η διαλεκτική σχέση. Μακράν η πολύσχημος Γεωμετρία. Μακράν η κενέμφατος Άλγεβρα. Μακράν κάθε ανθρώπινη επιστήμη και μάθησις. Εις τα εξ αποκαλύψεως δεν ζητείται απόδειξις, αλλά πίστις».
Έτσι κυνηγήθηκαν, αφορίστηκαν δάσκαλοι και επιστήμονες που ήταν φορείς της επιστήμης και της λογικής σκέψης. Η μοίρα των πρωτοπόρων του Ελληνικού Διαφωτισμού δείχνει την αντιμετώπιση που είχαν από την «εθναρχούσα εκκλησία».
Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης (1650/60-1736) συνέβαλλε αποφασιστικά στον νέο προσανατολισμό της ελληνικής παιδείας του 18ου αιώνα. Διδάσκεται η φιλοσοφία κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα και τα σύγχρονα μαθηματικά για πρώτη φορά εντός ελλαδικού χώρου. Αποβλέπει στην πνευματική κατάρτιση των ιερέων και πραγματοποιεί τολμηρές ανατοποθετήσεις στη χριστιανική ηθική συμπεριφορά.
Δεν διστάζει να κρίνει με αυστηρότητα την συμπεριφορά του κλήρου και με σκληρή γλώσσα επικρίνει την κατάχρηση του αφορισμού. Ορθώνεται στους αντίποδες του Κορυδαλλέα και των Φαναριωτών που δίδασκαν στην αρχαΐζουσα που δεν απευθύνονταν στο λαό παρά μονάχα στους «σπουδαίους». Καταδικάστηκε το 1721 για τις φιλοσοφικές απόψεις του από το Πατριαρχείο και υποχρεώθηκε το έτος 1725 σε δημόσια καύση των χειρογράφων του.
Ο Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806) εισήγαγε στην Ελλάδα την διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών, της νεότερης φιλοσοφίας και της λατινικής γλώσσας. Οι ιερείς επιχείρησαν να τον λιθοβολήσουν στα Ιωάννινα και τον κυνήγησαν ως άθεο.
Η φήμη του ως διανοούμενου έφερε την πρόσκληση από την αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας. Την αποδέχτηκε κι έφτασε στην Μόσχα το 1771, δηλ. κατά την διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και συναντήθηκε με τους αδελφούς Ορλόφ. Το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας. Τον επόμενο χρόνο έγινε αρχιεπίσκοπος Σλαβωνίου και Χερσώνος στην Ουκρανία (τότε Νέα Ρωσία). Στα 12 χρόνια που έμεινε στην θέση αυτή ενίσχυσε τους ολοένα και περισσότερους Έλληνες πού έφταναν από το Νότο κι επιδίωξε την επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προς όφελος των Ορθοδόξων ελληνόφωνων πληθυσμών.
Παραιτήθηκε από την αρχιεπισκοπή το 1787, εξαιτίας των συγκρούσεων του με την Σύνοδο στα ζητήματα των Ουνιτών, το προχωρημένο της ηλικίας του, η υγεία του, αλλά και η διάθεσή του να επιδοθεί απερίσπαστος στις αγαπημένες του πνευματικές ενασχολήσεις, την συγγραφή και την μετάφραση. Ορίζει διάδοχό του τον Νικηφόρο Θεοτόκη και αποσύρεται από το αξίωμά του. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας. Συνέγραψε έκκληση προς την αυτοκράτειρα Αικατερίνη της Ρωσίας για την απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, συμβάλλοντας στην έναρξη νέου νικηφόρου πολέμου (1787-1792). Αποσύρθηκε στην Πετρούπολη όπου επιδόθηκε στη συγγραφή.
Είχε την χαρά να μάθει το 1800 για την πρώτη μορφή αυτονομίας σε ελληνικό έδαφος που δόθηκε στην Επτάνησο Πολιτεία χαρακτηρίζοντάς την “Πολιτοκρατεία” (κράτος των πολιτών, μεταφράζοντας το λατινικό respublica) και “βιοδαίμων” δηλ. ελπιδοφόρος για την επιβίωση το ελληνικού έθνους. Το 1802 αποσύρθηκε στη Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι, όπου πέθανε το 1806 σε ηλικία 90 ετών.
Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, λόγιος και δάσκαλος, αφορίστηκε το 1793 μετά το θάνατό του από τον πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ’.
Σε ηλικία 25 ετών, το Γενάρη του 1759 απογοητευμένος από την κατάσταση στην Αθωνιάδα έφυγε για την Ευρώπη. Αρχικά προσκλήθηκε στην Βιέννη όπου κι εργάσθηκε ως οικοδιδάσκαλος στην εκεί Ελληνική παροικία. Παράλληλα συνέχισε τις σπουδές του μελετώντας φιλοσοφία, θεολογία και μαθήματα θετικών επιστημών. Επόμενος σταθμός του θα είναι η Λειψία της Σαξονίας, πόλη στην οποία ασχολείται με φιλοσοφικές μελέτες και συνεχίζει την διδακτική του δράση σε στενό κύκλο μαθητών του.
Το 1781 εξέδωσε στην Βενετία το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Η αληθής πολιτική». Το 1786 εξέδωσε στην Βιέννη το φιλοσοφικό σύγγραμμά του με τον τίτλο «Περί φιλοσόφου, φιλοσοφίας, φυσικών, μεταφυσικών, πνευματικών και Θείων». Στο έργο του αυτό παρουσιάζει τις φιλοσοφικές θέσεις δυτικών διανοητών, όπως την νευτώνεια κοσμοαντίληψη και —κυρίως— τις ιδέες των Γάλλων Εγκυκλοπαιδιστών Ντιντερό και Ντ’ αλαμπέρ, του Βρετανού Φράνσις Μπέικον και των Γάλλων φυσικών φιλοσόφων Πιερ Γκασεντί και Καρτέσιου. Το 1791 εξέδωσε νέο σύγγραμμα με τίτλο “Τρόπαιον της ορθοδόξου Πίστεως”, στο οποίο κάνει συχνές αναφορές στον Βολταίρο και στο οποίο διατυπώνει την θέση ότι η αίσθηση για την ύπαρξη του θεού υπήρχε ήδη στους πρώτους ανθρώπους, κι όχι μόνο τα τελευταία 1791 χρόνια με την χριστιανική εκκλησία. Στην συνέχεια βρέθηκε στην Λειψία όπου συνέχισε να ασχολείται με φιλοσοφικές μελέτες και με την διδασκαλία. Πέθανε σε νοσοκομείο της Λειψίας στις 15 Αυγούστου του 1793. Η κηδεία του έγινε στις 4 Αυγούστου από τον ορθόδοξο ναό της πόλης.
Η διαμάχη μετά το θάνατό του και ο αφορισμός του: Ωστόσο, το γεγονός ότι το έργο του περιείχε επιχειρήματα της νεότερης μεταφυσικής για την ύπαρξη του θεού και επιχειρούσε να κριτικάρει την χριστιανική θρησκεία, είχε ήδη προκαλέσει την έντονη αντίδραση εκπροσώπων της ορθόδοξης εκκλησίας. Μέσα στο κλίμα αυτό ο Ευγένιος Βούλγαρης καταδίκασε το έργο του άλλοτε μαθητή του ως «συμπίλημα αποτρόπαιων και δύστηνων βιβλιαρίων». Λίγο πριν τον θάνατό του, στις αρχές του 1793, κυκλοφόρησε μια υβριστική σάτιρα εναντίον του με τον τίτλο «Ακολουθία ετεροφθάλμου και αντίχριστου Χριστοδούλου του εξ Ακαρνανίας», που πιθανότατα στον επίσκοπο Πλαταμώνος Διονύσιο ή κατ’ άλλους στο συγγενή του Δ. Γοβδελά από την Ραψάνη.
Ως απάντηση, οι μαθητές του δημοσίευσαν μετά τον θάνατό του το έργο του «Περί Θεοκρατίας» το οποίο ήταν ένα βιαιότατο αντικληρικό κείμενο που απέρριπτε στην βάση της την χριστιανική θρησκεία (άρνηση της θεοπνευστίας της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, της θεότητας του Ιησού και της τέλεσης θαυμάτων) και καταδίκαζε ως ιδιοτελή την συμπεριφορά των λειτουργών της. Το δημοσίευμα αυτό προκάλεσε την οργή της ορθοδόξου εκκλησίας με αποτέλεσμα τον μετά θάνατον αφορισμό του από τον Πατριάρχη Νεόφυτο τον Ζ’ στις 12 Νοεμβρίου του 1793. Μάλιστα το κείμενο του αφορισμού αναθεμάτιζε, εκτός από τον συγγραφέα, τους πιθανούς αναγνώστες του αλλά και τον ιερέα που έψαλλε στην νεκρώσιμη ακολουθία του Παμπλέκη. Ωστόσο, παρά την επίσημη καταδίκη του έργου του, ο Έλληνας λόγιος είχε εκτιμηθεί από σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του, όπως μαρτυρούν οι αναφορές στο πρόσωπό του -μεταξύ άλλων και- από τους πατριάρχη Καλλίνικο Γ΄ (1791) και λόρδο Βύρωνα.
Στις 23 Οκτωβρίου του 1839 ο Θεόφιλος Καΐρης αφορίζεται από την Εκκλησία. Ο Καΐρης ανέπτυξε μία προσωπική φιλοσοφία την «Θεοσέβεια» επηρεασμένος από τους Γάλλους δεϊστές. Μία μονοθεϊστική διδασκαλία με δικές της τελετές λατρείας και αναφορές στην ισότητα και την ουσιαστική ελευθερία του ατόμου. Για αυτή του την θεωρία θεωρήθηκε αιρετικός και επικίνδυνος τόσο από την βαυαροκρατία, που έβλεπε στο πρόσωπο του έναν αφυπνιστή του λαού, όσο και από την επίσημη Εκκλησία.
Η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου της Ελλάδος με πρόεδρο τον Μητροπολίτη Κυνουρίας Διονύσιο ζήτησε από τον Καΐρη να προβεί σε «ομολογία πίστεως», την οποία εκείνος απέκρουσε ως καταπιεστική της συνείδησής του. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, ενδίδοντας στις πιέσεις της Ιεράς Συνόδου, διέταξε τον αρχηγό του στόλου Κωνσταντίνο Κανάρη να πλεύσει με την ναυαρχίδα του στόλου στην Τήνο για να πάρει από εκεί το διοικητή της Τήνου και να τον πάει στην Άνδρο, ώστε μαζί με το Μητροπολίτη Άνδρου να καλέσουν ενώπιον τους τον Καΐρη.
Από εκεί μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου δικάστηκε από εκκλησιαστικό δικαστήριο και το οποίο, παρά την δήλωση του ότι δεν δίδασκε θεολογία αλλά φιλοσοφία («Ούτε εισηγητής, ούτε ιδρυτής νέας θρησκείας είμαι, διότι φρονώ ότι τούτο δεν είναι έργον ανθρώπου, καθόσον τα τοιαύτα είς δύναται, ο εκ του μηδενός παραγαγών το Σύμπαν. Η θεοσέβεια δεν έχει άλλον διδάσκαλον ει μη μόνον τον Θεόν, καθότι αυτή είνε απόρροία της ηθικής του Θεού επομένως, ως προείπων, ούτε καθιδρυτής είμαι της θεοσεβείας, ούτε προσηλυτιστής υπέρ αυτής»)
Με βασιλικό διάταγμα στις 28 Οκτωβρίου 1839, τέθηκε υπό περιορισμό στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού στη Σκιάθο όπου υπόκειται σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, για να «μεταμεληθεί» και παρέμεινε επί ένα ολόκληρο χειμώνα σε ένα σκοτεινό υπόγειο και αρρώστησε βαριά. Η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία ανησυχώντας για ενδεχόμενη κατακραυγή σε περίπτωση θανάτου του τον μετέφερε στο μοναστήρι της Θήρας όπου παρέμεινε υπό καλύτερες συνθήκες επί δύο χρόνια σε απομόνωση.
Έπειτα από την ανάγνωση της καθαίρεσης στους ναούς της επικράτειας, διέταξε την απέλασή του από την χώρα. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Καΐρη και της διδασκαλίας του. Στις αρχές Απριλίου 1842 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη και τόσο η Ελληνική Πρεσβεία όσο και το Οικουμενικό Πατριαρχείο πληροφορούμενα την άφιξή του, επιχειρούν να τον απομονώσουν στο πλοίο που τον μεταφέρει, ανήσυχο το δεύτερο, για την μεγάλη προσέλευση επισκεπτών στον Καΐρη. Μετά δεκαήμερης φρούρησής τους στο πλοίο, ανεχώρησε για την Αγγλία. Στο Λονδίνο έμεινε για δύο χρόνια όπου δίδαξε φιλοσοφικά μαθήματα και την θεοσεβικήν διδασκαλίαν του.
Με την Συνταγματική Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Καΐρης, με την βοήθεια του παλαιού συμμαθητή του Ιωάννη Κωλέττη, επανήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Άνδρο όπου συνέχισε την λειτουργία του Ορφανοτροφείου του.
Παρά τις εκθέσεις των δύο αλληλοδιαδόχων νομαρχών Κυκλάδων, Αμβροσιάδη και Ζυγομαλά, που διαβεβαίωναν ότι ο Καΐρης δεν έκανε προσηλυτισμό, ο υπουργός Δικαιοσύνης Βόλβης, στηριζόμενος σε έγγραφο της Συνόδου, διέταξε τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σύρου να προβεί σε δίωξη του Καΐρη και των συνεργατών του. Ο εισαγγελέας Ν. Σιούπης άσκησε δίωξη και ο ανακριτής Σύρου Σταύρος Λογοθέτης ξεκίνησε τακτική ανάκριση που τερματίσθηκε με το από 26 Απριλίου 1852 παραπεμπτικό βούλευμα, επικυρωμένο με το 2693/1852 βούλευμα του Εφετείου Αθηνών.
Το δικαστήριο της Σύρου (με πρόεδρο τον Ι. Δοξαρά, συνέδρους τους Σταύρο Λογοθέτη, Δ.Α. Βαφειάδη, Αλέξανδρο Αλεξάνδρου και Ι. Πρεζάνη, Εισαγγελέα το Ν. Στούπη, κατηγορούμενους τους Θεόφιλο Καΐρη, Γρηγ. Δεσποτόπουλο, Σπυρ. Γλαυκωπίδη, Θ. Λουλούδη ή Μονοκόνδυλο και συνηγόρους υπερασπίσεως τον καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Νικ. Ι. Σαρίπολο και τον Ιω. Παλαιολόγο) εξέδωσε την υπ’ αριθ. 181/21.12.1852 καταδικαστική απόφαση, με φυλακίσεις για όλους και ειδικότερα διετή φυλάκιση για τον Θεόφιλο Καΐρη. Ο Καΐρης, ασθενής ήδη και σε προχωρημένη ηλικία, μεταφέρθηκε στις φυλακές Σύρου, όπου λίγες μέρες αργότερα στις 13 Ιανουαρίου 1853 άφησε την τελευταία του πνοή.
Ο Κωνσταντίνος Κούμας μπορεί να μην αφορίστηκε, αλλά κυνηγήθηκε ανελέητα (1777 – 1836) υπήρξε Έλληνας διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του νεοελληνικού διαφωτισμού, ιστορικός, φιλόσοφος και μεταφραστής λογοτεχνικών έργων. Ο Κούμας παρέμεινε διαχρονικά «ο πιστότερος και συνεπέστερος οπαδός του Κοραή», αντίπαλος της αρχαΐζουσας, την οποία θεωρεί ως τροχοπέδη στην διαφωτιστικού χαρακτήρα προσπάθεια για την πρόοδο της ελληνόφωνης εκπαίδευσης. Ο Κούμας πίστευε στον κοινωνικό χαρακτήρα της παιδείας και θεωρούσε πως στην επίτευξη αυτού του στόχου συντελεί κατά αποφασιστικό τρόπο η διδασκαλία σε μια γλώσσα περισσότερο οικείας. Για τους λόγους αυτούς ήρθε σε σύγκρουση με εκπροσώπους της αρχαΐζουσας γλώσσας όπως ο Νεόφυτος Δούκας.
Δίδαξε Ελληνικά και επιστημονικά μαθήματα στην απλοελληνική κατά τα πρότυπα των δημοτικιστών και εισάγει ως νέο μάθημα την άλγεβρα. Τον Οκτώβριο του 1798 νυμφεύεται την γυναικαδελφή του δασκάλου του Ιωάννη Πέζαρου. Έπειτα πήγε στα Αμπελάκια, όπου δίδασκαν ο Γρηγόριος Κωνσταντάς και ο Κεφαλλονίτης γιατρός Σπυρίδων Ασάνης απ’ τον οποίο έμαθε άλγεβρα. Στα 1799 ο Κούμας αποκτά μια κόρη χάνει, όμως, την γυναίκα του. Βαθύτατα λυπημένος καταφεύγει στα Αμπελάκια, όπου ασχολείται από κοινού με τον Ασάνη με την μετάφραση του έργου του Γάλλου αστρονόμου και μαθηματικού Abbe de la Caille Περί κωνικών τομών.
Βέβαια, ούτε οι Ευρωπαίοι διαφωτιστές γλίτωσαν από την μανία του ελληνικού εκκλησιαστικού μηχανισμού! Για παράδειγμα, το έτος 1776 «καταδικάστηκε» και «αναθεματίστηκε» πανηγυρικά από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σοφρώνιο Β’, ο Βολταίρος και το ίδιο επαναλήφθηκε το έτος 1793 από τον πατριάρχη Νεόφυτο Ζ’, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατο του μεγάλου διανοητή. Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet, 1694 – 1778), ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος, διάσημος για το πνεύμα του, τις επιθέσεις του εις βάρος της καθολικής εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Θεωρείται κεντρική μορφή και ενσάρκωση του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Υπήρξε επίσης δοκιμιογράφος και κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού.
Στην φιλοσοφία του, βασισμένη στον σκεπτικισμό και τον ορθολογισμό, ήταν βαθιά επηρεασμένος από το Λοκ (Locke) καθώς επίσης και από τους Montaigne και Bayle. Παρά το πάθος του για την σαφήνεια και την λογική, συχνά υπήρξε ανακόλουθος προς τον εαυτό του. Έτσι ενώ αρχικά υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση ήταν τόσο αμετάβλητη όσο αυτή των ζώων αργότερα εξέφρασε την πεποίθηση για εξέλιξη και βαθμιαίο εξανθρωπισμό της κοινωνίας μέσω της δράσης των τεχνών, των επιστημών και του εμπορίου. Στην πολιτική υποστήριζε την μεταρρύθμιση αλλά ένιωθε φρίκη για την αμάθεια και τον πιθανό φανατισμό των ανθρώπων καθώς και για την βία της επανάστασης.
Όσο αφορά τη θρησκεία ο Βολταίρος θεωρούσε ότι ο χριστιανισμός ήταν μια καλή πίστη για καμαριέρες και ράφτες, αλλά για την ανώτερη τάξη πρότεινε έναν απλό θεϊσμό. Αντιτάχθηκε στον αθεϊσμό και τον υλισμό του Ελβέτιου και του Χόλμπαχ. Είναι παροιμιώδης η θέση του ότι “εάν ο Θεός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί”, που περιέχεται σε ένα από τα ποιήματά του. Τέλος η επιρροή του Βολταίρου στην εκλαΐκευση της επιστήμης και της φιλοσοφίας του καιρού του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Στον Βολταίρο αποδίδεται λανθασμένα η φράση «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Στην πραγματικότητα η φράση αυτή γράφτηκε από την Evelyn Beatrice Hall στο βιογραφικό βιβλίο της The Friends of Voltaire.
Ο Λιαντίνης για τον Επίκουρο
Ο Επίκουρος δεν ακούστηκε στον καιρό του, αλλά ούτε και οι υστερινοί τον άκουσαν. Κατάκτησε χώρες μεγάλες όσο και οι χώρες του Αριστοτέλη και του Αλέξανδρου, και μας έφτασαν μόνο μισόλογα γι’ αυτόν. Κανείς δεν έγραψε την ιστορία του. Εξαίρεση έξοχη ξεχωρίζει ξεχασμένος ο εξαίσιος Λουκρήτιος.
Οι μισοί από τους ανθρώπους που άκουσαν το όνομα του Επίκουρου, αγαθοί σαν τους μηλοκόπους στη θάλασσα, τόνε πήρανε για ακαμάτη.
Οι άλλοι μισοί, πονηροί και μπαλντατζήδες, ανιχνέψανε σωστά τον επαναστατικό του γόμο. Είδαν και τρόμαξαν τη μελλοντική του συγκομιδή. Και λάβανε μέτρα. Ο αδιάβαγος, είπανε. Ο χοιροβοσκός, ο βοϊδολάτης.
Γρήγορα άρπαξαν τα αξίνια τους και τα άλλα σύνεργα του νεκροθάφτη. Και σκέπασαν το τίμιο σώμα της γνώσης του Επίκουρου στα μαγιάπριλα και στους αηδονισμούς της σιωπής. Η χειροπιαστή στιγμή για τον άνθρωπο χάθηκε μέσα στα μάτια του.
Έτσι στερήθηκε η ανθρωπότητα τη μεγάλη ευκαιρία να εισέλθει στην τροχιά της ειλικρίνειας, της ευθύνης, της εντιμότητας και της εμορφιάς.
Οι σελτζούκοι του ιερατείου, του σχολειού και της πέννας κατηγόρησαν τον Επίκουρο τα πολλά τάχατες.
Πως απλοποίησε τάχατες τον κόσμο, γιατί ονόμασε τη χαρά, την ελαφράδα του και την ευεξία. Πως παραγνόησε τάχατες τη χασοφεγγαριά της ζωής, γιατί αρνήθηκε το κακό, τις συφορές και τη λύπη. Πως εξευτίλισε τάχατες τα ευπρεπή του ανθρώπου, γιατί εκήρυξε:
-Φάγετε και πίετε, και ευφράνθητε• γιατί αύριον αποθνήσκετε.
Πως καταφρόνησε τάχατες τους σοφούς και τους δασκάλους, γιατί παίνεσε την αμεσότητα, τη φρεσκάδα, το βαθύπλουτο κάλεσμα της στιγμής και την αυτογέννητη γνώση. Πως εχλεύασε τα θεϊκά και τα όσια.
Πίσω από τα βλέφαρα του ύπνου του, όσο ο άνθρωπος ζει, αργοσαλεύουν όνειρα, πόθοι, εμορφιές, αλήθειες και πλάνες. Και σαν αποθάνει ο άνθρωπος, στις κόχες των κρανίων που χάσκουν ξελημεριάζουν οι αράχνες, οι σκορπιοί και οι σαύρες.
Εάν δεν είχε φράξει τη φωνή του Επίκουρου ο φόβος, η άγνοια και η μισανθρωπία του ανθρώπου για τον άνθρωπο, η ιστορία θα ‘χε τραβήξει άλλο δρόμο. Αλλά τη γραμμή και την πορεία του κόσμου τη χαράξανε οι ντροπές μας: μια καρδιά που τουρτουρίζει, ένα μυαλό του προβατιού και της ύαινας, και η προέχουσα κοιλιά που τη βουρλίζουν οι βορβορυγμοί της.
Το κατώγι, ο φωταγωγός και το παραπόρτι του σπιτιού μας έκρυψαν την πρόσοψη, το στούντιο και το δώμα. Ήμασταν κάποτε από καλή γενιά. Εμείς οι γύφτοι.
Εάν ο Επίκουρος είχε περάσει –αλίμονο! μόνον οι Μήδοι περνούν-, θα ‘χε κρατήσει στον κόσμο ένα λιτό είδος αντιθρησκείας. Η ενιαία συνείδηση δηλαδή της φυσικής γνώσης, της απλότητας, του σθένους, της εγκαρτέρησης και της κατάφασης. Όλα εκείνα που ο Επίκουρος τα είπε λεβεντιά, και ο Νίτσε στις μέρες μας χαρούμενη επιστήμη και πολλή ανθρωπιά.
Με τον Επίκουρο δόθηκε η ευκαιρία στην ανθρωπότητα να προστατέψει τον άνθρωπο και το μέλλον του από έναν ατλαντικό άχρηστα πράγματα, αθλιότητες, ψεύδη, πλάνες, απάτες, συναξάρια, ιερές συνόδους, βίους αγίων, σκούφους του παπά και του πάπα, εγκλήματα και μάταιη σπατάλη του πνεύματος.
Και η ευκαιρία χάθηκε.
Οι μισοί από τους ανθρώπους που άκουσαν το όνομα του Επίκουρου, αγαθοί σαν τους μηλοκόπους στη θάλασσα, τόνε πήρανε για ακαμάτη.
Οι άλλοι μισοί, πονηροί και μπαλντατζήδες, ανιχνέψανε σωστά τον επαναστατικό του γόμο. Είδαν και τρόμαξαν τη μελλοντική του συγκομιδή. Και λάβανε μέτρα. Ο αδιάβαγος, είπανε. Ο χοιροβοσκός, ο βοϊδολάτης.
Γρήγορα άρπαξαν τα αξίνια τους και τα άλλα σύνεργα του νεκροθάφτη. Και σκέπασαν το τίμιο σώμα της γνώσης του Επίκουρου στα μαγιάπριλα και στους αηδονισμούς της σιωπής. Η χειροπιαστή στιγμή για τον άνθρωπο χάθηκε μέσα στα μάτια του.
Έτσι στερήθηκε η ανθρωπότητα τη μεγάλη ευκαιρία να εισέλθει στην τροχιά της ειλικρίνειας, της ευθύνης, της εντιμότητας και της εμορφιάς.
Οι σελτζούκοι του ιερατείου, του σχολειού και της πέννας κατηγόρησαν τον Επίκουρο τα πολλά τάχατες.
Πως απλοποίησε τάχατες τον κόσμο, γιατί ονόμασε τη χαρά, την ελαφράδα του και την ευεξία. Πως παραγνόησε τάχατες τη χασοφεγγαριά της ζωής, γιατί αρνήθηκε το κακό, τις συφορές και τη λύπη. Πως εξευτίλισε τάχατες τα ευπρεπή του ανθρώπου, γιατί εκήρυξε:
-Φάγετε και πίετε, και ευφράνθητε• γιατί αύριον αποθνήσκετε.
Πως καταφρόνησε τάχατες τους σοφούς και τους δασκάλους, γιατί παίνεσε την αμεσότητα, τη φρεσκάδα, το βαθύπλουτο κάλεσμα της στιγμής και την αυτογέννητη γνώση. Πως εχλεύασε τα θεϊκά και τα όσια.
Πίσω από τα βλέφαρα του ύπνου του, όσο ο άνθρωπος ζει, αργοσαλεύουν όνειρα, πόθοι, εμορφιές, αλήθειες και πλάνες. Και σαν αποθάνει ο άνθρωπος, στις κόχες των κρανίων που χάσκουν ξελημεριάζουν οι αράχνες, οι σκορπιοί και οι σαύρες.
Εάν δεν είχε φράξει τη φωνή του Επίκουρου ο φόβος, η άγνοια και η μισανθρωπία του ανθρώπου για τον άνθρωπο, η ιστορία θα ‘χε τραβήξει άλλο δρόμο. Αλλά τη γραμμή και την πορεία του κόσμου τη χαράξανε οι ντροπές μας: μια καρδιά που τουρτουρίζει, ένα μυαλό του προβατιού και της ύαινας, και η προέχουσα κοιλιά που τη βουρλίζουν οι βορβορυγμοί της.
Το κατώγι, ο φωταγωγός και το παραπόρτι του σπιτιού μας έκρυψαν την πρόσοψη, το στούντιο και το δώμα. Ήμασταν κάποτε από καλή γενιά. Εμείς οι γύφτοι.
Εάν ο Επίκουρος είχε περάσει –αλίμονο! μόνον οι Μήδοι περνούν-, θα ‘χε κρατήσει στον κόσμο ένα λιτό είδος αντιθρησκείας. Η ενιαία συνείδηση δηλαδή της φυσικής γνώσης, της απλότητας, του σθένους, της εγκαρτέρησης και της κατάφασης. Όλα εκείνα που ο Επίκουρος τα είπε λεβεντιά, και ο Νίτσε στις μέρες μας χαρούμενη επιστήμη και πολλή ανθρωπιά.
Με τον Επίκουρο δόθηκε η ευκαιρία στην ανθρωπότητα να προστατέψει τον άνθρωπο και το μέλλον του από έναν ατλαντικό άχρηστα πράγματα, αθλιότητες, ψεύδη, πλάνες, απάτες, συναξάρια, ιερές συνόδους, βίους αγίων, σκούφους του παπά και του πάπα, εγκλήματα και μάταιη σπατάλη του πνεύματος.
Και η ευκαιρία χάθηκε.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ
ΘΟΥΚ 2.47.1–2.51.6
(ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5: Ο λοιμός)
Λίγο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του δεύτερου χρόνου του πολέμου ενέσκηψε στην Αθήνα μια θανατηφόρα επιδημία, ο λοιμός.
[2.47.1] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ· καὶ
διελθόντος αὐτοῦ πρῶτον ἔτος τοῦ πολέμου τοῦδε ἐτελεύτα.
[2.47.2] τοῦ δὲ θέρους εὐθὺς ἀρχομένου Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμ-
μαχοι τὰ δύο μέρη ὥσπερ καὶ τὸ πρῶτον ἐσέβαλον ἐς τὴν
Ἀττικήν (ἡγεῖτο δὲ Ἀρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαι-
μονίων βασιλεύς), καὶ καθεζόμενοι ἐδῄουν τὴν γῆν. [2.47.3] καὶ
ὄντων αὐτῶν οὐ πολλάς πω ἡμέρας ἐν τῇ Ἀττικῇ ἡ νόσος
πρῶτον ἤρξατο γενέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, λεγόμενον μὲν καὶ
πρότερον πολλαχόσε ἐγκατασκῆψαι καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἐν
ἄλλοις χωρίοις, οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ
οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι. [2.47.4] οὔτε γὰρ
ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ
μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη
ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία· ὅσα τε πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν ἢ
μαντείοις καὶ τοῖς τοιούτοις ἐχρήσαντο, πάντα ἀνωφελῆ ἦν,
τελευτῶντές τε αὐτῶν ἀπέστησαν ὑπὸ τοῦ κακοῦ νικώμενοι.
[2.48.1] ἤρξατο δὲ τὸ μὲν πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς
ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιβύην
κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν τὴν πολλήν. [2.48.2] ἐς δὲ τὴν
Ἀθηναίων πόλιν ἐξαπιναίως ἐσέπεσε, καὶ τὸ πρῶτον ἐν τῷ
Πειραιεῖ ἥψατο τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν
ὡς οἱ Πελοποννήσιοι φάρμακα ἐσβεβλήκοιεν ἐς τὰ φρέατα·
κρῆναι γὰρ οὔπω ἦσαν αὐτόθι. ὕστερον δὲ καὶ ἐς τὴν ἄνω
πόλιν ἀφίκετο, καὶ ἔθνῃσκον πολλῷ μᾶλλον ἤδη. [2.48.3] λεγέτω
μὲν οὖν περὶ αὐτοῦ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει καὶ ἰατρὸς καὶ
ἰδιώτης, ἀφ’ ὅτου εἰκὸς ἦν γενέσθαι αὐτό, καὶ τὰς αἰτίας
ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν
ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν· ἐγὼ δὲ οἷόν τε ἐγίγνετο λέξω,
καὶ ἀφ’ ὧν ἄν τις σκοπῶν, εἴ ποτε καὶ αὖθις ἐπιπέσοι,
μάλιστ’ ἂν ἔχοι τι προειδὼς μὴ ἀγνοεῖν, ταῦτα δηλώσω
αὐτός τε νοσήσας καὶ αὐτὸς ἰδὼν ἄλλους πάσχοντας.
[2.49.1] Τὸ μὲν γὰρ ἔτος, ὡς ὡμολογεῖτο, ἐκ πάντων μάλιστα δὴ
ἐκεῖνο ἄνοσον ἐς τὰς ἄλλας ἀσθενείας ἐτύγχανεν ὄν· εἰ δέ
τις καὶ προὔκαμνέ τι, ἐς τοῦτο πάντα ἀπεκρίθη. [2.49.2] τοὺς δὲ
ἄλλους ἀπ’ οὐδεμιᾶς προφάσεως, ἀλλ’ ἐξαίφνης ὑγιεῖς ὄντας
πρῶτον μὲν τῆς κεφαλῆς θέρμαι ἰσχυραὶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν
ἐρυθήματα καὶ φλόγωσις ἐλάμβανε, καὶ τὰ ἐντός, ἥ τε
φάρυγξ καὶ ἡ γλῶσσα, εὐθὺς αἱματώδη ἦν καὶ πνεῦμα
ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει· [2.49.3] ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ
βράγχος ἐπεγίγνετο, καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν ἐς
τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ· καὶ ὁπότε ἐς τὴν
καρδίαν στηρίξειεν, ἀνέστρεφέ τε αὐτὴν καὶ ἀποκαθάρσεις
χολῆς πᾶσαι ὅσαι ὑπὸ ἰατρῶν ὠνομασμέναι εἰσὶν ἐπῇσαν,
καὶ αὗται μετὰ ταλαιπωρίας μεγάλης. [2.49.4] λύγξ τε τοῖς πλέο-
σιν ἐνέπιπτε κενή, σπασμὸν ἐνδιδοῦσα ἰσχυρόν, τοῖς μὲν
μετὰ ταῦτα λωφήσαντα, τοῖς δὲ καὶ πολλῷ ὕστερον. [2.49.5] καὶ
τὸ μὲν ἔξωθεν ἁπτομένῳ σῶμα οὔτ’ ἄγαν θερμὸν ἦν οὔτε
χλωρόν, ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ
ἕλκεσιν ἐξηνθηκός· τὰ δὲ ἐντὸς οὕτως ἐκάετο ὥστε μήτε
τῶν πάνυ λεπτῶν ἱματίων καὶ σινδόνων τὰς ἐπιβολὰς μηδ’
ἄλλο τι ἢ γυμνοὶ ἀνέχεσθαι, ἥδιστά τε ἂν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν
σφᾶς αὐτοὺς ῥίπτειν. καὶ πολλοὶ τοῦτο τῶν ἠμελημένων
ἀνθρώπων καὶ ἔδρασαν ἐς φρέατα, τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυν-
εχόμενοι· καὶ ἐν τῷ ὁμοίῳ καθειστήκει τό τε πλέον καὶ
ἔλασσον ποτόν. [2.49.6] καὶ ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ
ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ
χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε
παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ, ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι
ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές
τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος
ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης
καὶ διαρροίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον
δι’ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο. [2.49.7] διεξῄει γὰρ διὰ παντὸς
τοῦ σώματος ἄνωθεν ἀρξάμενον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ πρῶτον
ἱδρυθὲν κακόν, καὶ εἴ τις ἐκ τῶν μεγίστων περιγένοιτο, τῶν
γε ἀκρωτηρίων ἀντίληψις αὐτοῦ ἐπεσήμαινεν. [2.49.8] κατέσκηπτε
γὰρ ἐς αἰδοῖα καὶ ἐς ἄκρας χεῖρας καὶ πόδας, καὶ πολλοὶ
στερισκόμενοι τούτων διέφευγον, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τῶν ὀφθαλ-
μῶν. τοὺς δὲ καὶ λήθη ἐλάμβανε παραυτίκα ἀναστάντας
τῶν πάντων ὁμοίως, καὶ ἠγνόησαν σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τοὺς
ἐπιτηδείους. [2.50.1] γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς
νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν
φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα
ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι· τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα
ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ
προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. [2.50.2] τεκμήριον δέ· τῶν μὲν
τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο
οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν· οἱ δὲ κύνες μᾶλλον
αἴσθησιν παρεῖχον τοῦ ἀποβαίνοντος διὰ τὸ ξυνδιαιτᾶσθαι.
[2.51.1] Τὸ μὲν οὖν νόσημα, πολλὰ καὶ ἄλλα παραλιπόντι ἀτοπίας,
ὡς ἑκάστῳ ἐτύγχανέ τι διαφερόντως ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον
γιγνόμενον, τοιοῦτον ἦν ἐπὶ πᾶν τὴν ἰδέαν. καὶ ἄλλο
παρελύπει κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον οὐδὲν τῶν εἰωθότων· ὃ
δὲ καὶ γένοιτο, ἐς τοῦτο ἐτελεύτα. [2.51.2] ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν
ἀμελείᾳ, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι. ἕν τε οὐδὲ ἓν
κατέστη ἴαμα ὡς εἰπεῖν ὅτι χρῆν προσφέροντας ὠφελεῖν·
τὸ γάρ τῳ ξυνενεγκὸν ἄλλον τοῦτο ἔβλαπτεν. [2.51.3] σῶμά τε
αὔταρκες ὂν οὐδὲν διεφάνη πρὸς αὐτὸ ἰσχύος πέρι ἢ ἀσθε-
νείας, ἀλλὰ πάντα ξυνῄρει καὶ τὰ πάσῃ διαίτῃ θεραπευόμενα.
[2.51.4] δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις
αἴσθοιτο κάμνων (πρὸς γὰρ τὸ ἀνέλπιστον εὐθὺς τραπόμενοι
τῇ γνώμῃ πολλῷ μᾶλλον προΐεντο σφᾶς αὐτοὺς καὶ οὐκ
ἀντεῖχον), καὶ ὅτι ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλά-
μενοι ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον· καὶ τὸν πλεῖστον
φθόρον τοῦτο ἐνεποίει. [2.51.5] εἴτε γὰρ μὴ ’θέλοιεν δεδιότες
ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ
ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ τοῦ θεραπεύσοντος· εἴτε προσίοιεν,
διεφθείροντο, καὶ μάλιστα οἱ ἀρετῆς τι μεταποιούμενοι·
αἰσχύνῃ γὰρ ἠφείδουν σφῶν αὐτῶν ἐσιόντες παρὰ τοὺς
φίλους, ἐπεὶ καὶ τὰς ὀλοφύρσεις τῶν ἀπογιγνομένων τελευ-
τῶντες καὶ οἱ οἰκεῖοι ἐξέκαμνον ὑπὸ τοῦ πολλοῦ κακοῦ
νικώμενοι. [2.51.6] ἐπὶ πλέον δ’ ὅμως οἱ διαπεφευγότες τόν τε
θνῄσκοντα καὶ τὸν πονούμενον ᾠκτίζοντο διὰ τὸ προειδέναι
τε καὶ αὐτοὶ ἤδη ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι· δὶς γὰρ τὸν αὐτόν,
ὥστε καὶ κτείνειν, οὐκ ἐπελάμβανεν. καὶ ἐμακαρίζοντό τε
ὑπὸ τῶν ἄλλων, καὶ αὐτοὶ τῷ παραχρῆμα περιχαρεῖ καὶ ἐς
τὸν ἔπειτα χρόνον ἐλπίδος τι εἶχον κούφης μηδ’ ἂν ὑπ’
ἄλλου νοσήματός ποτε ἔτι διαφθαρῆναι.
ΘΟΥΚ 2.47.1–2.51.6
(ΘΟΥΚ 2.47.1–2.54.5: Ο λοιμός)
Προέλευση, συμπτώματα και σοβαρότητα της ασθένειας
Λίγο μετά την έναρξη των επιχειρήσεων του δεύτερου χρόνου του πολέμου ενέσκηψε στην Αθήνα μια θανατηφόρα επιδημία, ο λοιμός.
[2.47.1] Τοιόσδε μὲν ὁ τάφος ἐγένετο ἐν τῷ χειμῶνι τούτῳ· καὶ
διελθόντος αὐτοῦ πρῶτον ἔτος τοῦ πολέμου τοῦδε ἐτελεύτα.
[2.47.2] τοῦ δὲ θέρους εὐθὺς ἀρχομένου Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ξύμ-
μαχοι τὰ δύο μέρη ὥσπερ καὶ τὸ πρῶτον ἐσέβαλον ἐς τὴν
Ἀττικήν (ἡγεῖτο δὲ Ἀρχίδαμος ὁ Ζευξιδάμου Λακεδαι-
μονίων βασιλεύς), καὶ καθεζόμενοι ἐδῄουν τὴν γῆν. [2.47.3] καὶ
ὄντων αὐτῶν οὐ πολλάς πω ἡμέρας ἐν τῇ Ἀττικῇ ἡ νόσος
πρῶτον ἤρξατο γενέσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, λεγόμενον μὲν καὶ
πρότερον πολλαχόσε ἐγκατασκῆψαι καὶ περὶ Λῆμνον καὶ ἐν
ἄλλοις χωρίοις, οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ
οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι. [2.47.4] οὔτε γὰρ
ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ’ αὐτοὶ
μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη
ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία· ὅσα τε πρὸς ἱεροῖς ἱκέτευσαν ἢ
μαντείοις καὶ τοῖς τοιούτοις ἐχρήσαντο, πάντα ἀνωφελῆ ἦν,
τελευτῶντές τε αὐτῶν ἀπέστησαν ὑπὸ τοῦ κακοῦ νικώμενοι.
[2.48.1] ἤρξατο δὲ τὸ μὲν πρῶτον, ὡς λέγεται, ἐξ Αἰθιοπίας τῆς
ὑπὲρ Αἰγύπτου, ἔπειτα δὲ καὶ ἐς Αἴγυπτον καὶ Λιβύην
κατέβη καὶ ἐς τὴν βασιλέως γῆν τὴν πολλήν. [2.48.2] ἐς δὲ τὴν
Ἀθηναίων πόλιν ἐξαπιναίως ἐσέπεσε, καὶ τὸ πρῶτον ἐν τῷ
Πειραιεῖ ἥψατο τῶν ἀνθρώπων, ὥστε καὶ ἐλέχθη ὑπ’ αὐτῶν
ὡς οἱ Πελοποννήσιοι φάρμακα ἐσβεβλήκοιεν ἐς τὰ φρέατα·
κρῆναι γὰρ οὔπω ἦσαν αὐτόθι. ὕστερον δὲ καὶ ἐς τὴν ἄνω
πόλιν ἀφίκετο, καὶ ἔθνῃσκον πολλῷ μᾶλλον ἤδη. [2.48.3] λεγέτω
μὲν οὖν περὶ αὐτοῦ ὡς ἕκαστος γιγνώσκει καὶ ἰατρὸς καὶ
ἰδιώτης, ἀφ’ ὅτου εἰκὸς ἦν γενέσθαι αὐτό, καὶ τὰς αἰτίας
ἅστινας νομίζει τοσαύτης μεταβολῆς ἱκανὰς εἶναι δύναμιν
ἐς τὸ μεταστῆσαι σχεῖν· ἐγὼ δὲ οἷόν τε ἐγίγνετο λέξω,
καὶ ἀφ’ ὧν ἄν τις σκοπῶν, εἴ ποτε καὶ αὖθις ἐπιπέσοι,
μάλιστ’ ἂν ἔχοι τι προειδὼς μὴ ἀγνοεῖν, ταῦτα δηλώσω
αὐτός τε νοσήσας καὶ αὐτὸς ἰδὼν ἄλλους πάσχοντας.
[2.49.1] Τὸ μὲν γὰρ ἔτος, ὡς ὡμολογεῖτο, ἐκ πάντων μάλιστα δὴ
ἐκεῖνο ἄνοσον ἐς τὰς ἄλλας ἀσθενείας ἐτύγχανεν ὄν· εἰ δέ
τις καὶ προὔκαμνέ τι, ἐς τοῦτο πάντα ἀπεκρίθη. [2.49.2] τοὺς δὲ
ἄλλους ἀπ’ οὐδεμιᾶς προφάσεως, ἀλλ’ ἐξαίφνης ὑγιεῖς ὄντας
πρῶτον μὲν τῆς κεφαλῆς θέρμαι ἰσχυραὶ καὶ τῶν ὀφθαλμῶν
ἐρυθήματα καὶ φλόγωσις ἐλάμβανε, καὶ τὰ ἐντός, ἥ τε
φάρυγξ καὶ ἡ γλῶσσα, εὐθὺς αἱματώδη ἦν καὶ πνεῦμα
ἄτοπον καὶ δυσῶδες ἠφίει· [2.49.3] ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ
βράγχος ἐπεγίγνετο, καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν ἐς
τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ· καὶ ὁπότε ἐς τὴν
καρδίαν στηρίξειεν, ἀνέστρεφέ τε αὐτὴν καὶ ἀποκαθάρσεις
χολῆς πᾶσαι ὅσαι ὑπὸ ἰατρῶν ὠνομασμέναι εἰσὶν ἐπῇσαν,
καὶ αὗται μετὰ ταλαιπωρίας μεγάλης. [2.49.4] λύγξ τε τοῖς πλέο-
σιν ἐνέπιπτε κενή, σπασμὸν ἐνδιδοῦσα ἰσχυρόν, τοῖς μὲν
μετὰ ταῦτα λωφήσαντα, τοῖς δὲ καὶ πολλῷ ὕστερον. [2.49.5] καὶ
τὸ μὲν ἔξωθεν ἁπτομένῳ σῶμα οὔτ’ ἄγαν θερμὸν ἦν οὔτε
χλωρόν, ἀλλ’ ὑπέρυθρον, πελιτνόν, φλυκταίναις μικραῖς καὶ
ἕλκεσιν ἐξηνθηκός· τὰ δὲ ἐντὸς οὕτως ἐκάετο ὥστε μήτε
τῶν πάνυ λεπτῶν ἱματίων καὶ σινδόνων τὰς ἐπιβολὰς μηδ’
ἄλλο τι ἢ γυμνοὶ ἀνέχεσθαι, ἥδιστά τε ἂν ἐς ὕδωρ ψυχρὸν
σφᾶς αὐτοὺς ῥίπτειν. καὶ πολλοὶ τοῦτο τῶν ἠμελημένων
ἀνθρώπων καὶ ἔδρασαν ἐς φρέατα, τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυν-
εχόμενοι· καὶ ἐν τῷ ὁμοίῳ καθειστήκει τό τε πλέον καὶ
ἔλασσον ποτόν. [2.49.6] καὶ ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν καὶ ἡ
ἀγρυπνία ἐπέκειτο διὰ παντός. καὶ τὸ σῶμα, ὅσονπερ
χρόνον καὶ ἡ νόσος ἀκμάζοι, οὐκ ἐμαραίνετο, ἀλλ’ ἀντεῖχε
παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ, ὥστε ἢ διεφθείροντο οἱ πλεῖστοι
ἐναταῖοι καὶ ἑβδομαῖοι ὑπὸ τοῦ ἐντὸς καύματος, ἔτι ἔχοντές
τι δυνάμεως, ἢ εἰ διαφύγοιεν, ἐπικατιόντος τοῦ νοσήματος
ἐς τὴν κοιλίαν καὶ ἑλκώσεώς τε αὐτῇ ἰσχυρᾶς ἐγγιγνομένης
καὶ διαρροίας ἅμα ἀκράτου ἐπιπιπτούσης οἱ πολλοὶ ὕστερον
δι’ αὐτὴν ἀσθενείᾳ διεφθείροντο. [2.49.7] διεξῄει γὰρ διὰ παντὸς
τοῦ σώματος ἄνωθεν ἀρξάμενον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ πρῶτον
ἱδρυθὲν κακόν, καὶ εἴ τις ἐκ τῶν μεγίστων περιγένοιτο, τῶν
γε ἀκρωτηρίων ἀντίληψις αὐτοῦ ἐπεσήμαινεν. [2.49.8] κατέσκηπτε
γὰρ ἐς αἰδοῖα καὶ ἐς ἄκρας χεῖρας καὶ πόδας, καὶ πολλοὶ
στερισκόμενοι τούτων διέφευγον, εἰσὶ δ’ οἳ καὶ τῶν ὀφθαλ-
μῶν. τοὺς δὲ καὶ λήθη ἐλάμβανε παραυτίκα ἀναστάντας
τῶν πάντων ὁμοίως, καὶ ἠγνόησαν σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τοὺς
ἐπιτηδείους. [2.50.1] γενόμενον γὰρ κρεῖσσον λόγου τὸ εἶδος τῆς
νόσου τά τε ἄλλα χαλεπωτέρως ἢ κατὰ τὴν ἀνθρωπείαν
φύσιν προσέπιπτεν ἑκάστῳ καὶ ἐν τῷδε ἐδήλωσε μάλιστα
ἄλλο τι ὂν ἢ τῶν ξυντρόφων τι· τὰ γὰρ ὄρνεα καὶ τετράποδα
ὅσα ἀνθρώπων ἅπτεται, πολλῶν ἀτάφων γιγνομένων ἢ οὐ
προσῄει ἢ γευσάμενα διεφθείρετο. [2.50.2] τεκμήριον δέ· τῶν μὲν
τοιούτων ὀρνίθων ἐπίλειψις σαφὴς ἐγένετο, καὶ οὐχ ἑωρῶντο
οὔτε ἄλλως οὔτε περὶ τοιοῦτον οὐδέν· οἱ δὲ κύνες μᾶλλον
αἴσθησιν παρεῖχον τοῦ ἀποβαίνοντος διὰ τὸ ξυνδιαιτᾶσθαι.
[2.51.1] Τὸ μὲν οὖν νόσημα, πολλὰ καὶ ἄλλα παραλιπόντι ἀτοπίας,
ὡς ἑκάστῳ ἐτύγχανέ τι διαφερόντως ἑτέρῳ πρὸς ἕτερον
γιγνόμενον, τοιοῦτον ἦν ἐπὶ πᾶν τὴν ἰδέαν. καὶ ἄλλο
παρελύπει κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον οὐδὲν τῶν εἰωθότων· ὃ
δὲ καὶ γένοιτο, ἐς τοῦτο ἐτελεύτα. [2.51.2] ἔθνῃσκον δὲ οἱ μὲν
ἀμελείᾳ, οἱ δὲ καὶ πάνυ θεραπευόμενοι. ἕν τε οὐδὲ ἓν
κατέστη ἴαμα ὡς εἰπεῖν ὅτι χρῆν προσφέροντας ὠφελεῖν·
τὸ γάρ τῳ ξυνενεγκὸν ἄλλον τοῦτο ἔβλαπτεν. [2.51.3] σῶμά τε
αὔταρκες ὂν οὐδὲν διεφάνη πρὸς αὐτὸ ἰσχύος πέρι ἢ ἀσθε-
νείας, ἀλλὰ πάντα ξυνῄρει καὶ τὰ πάσῃ διαίτῃ θεραπευόμενα.
[2.51.4] δεινότατον δὲ παντὸς ἦν τοῦ κακοῦ ἥ τε ἀθυμία ὁπότε τις
αἴσθοιτο κάμνων (πρὸς γὰρ τὸ ἀνέλπιστον εὐθὺς τραπόμενοι
τῇ γνώμῃ πολλῷ μᾶλλον προΐεντο σφᾶς αὐτοὺς καὶ οὐκ
ἀντεῖχον), καὶ ὅτι ἕτερος ἀφ’ ἑτέρου θεραπείας ἀναπιμπλά-
μενοι ὥσπερ τὰ πρόβατα ἔθνῃσκον· καὶ τὸν πλεῖστον
φθόρον τοῦτο ἐνεποίει. [2.51.5] εἴτε γὰρ μὴ ’θέλοιεν δεδιότες
ἀλλήλοις προσιέναι, ἀπώλλυντο ἐρῆμοι, καὶ οἰκίαι πολλαὶ
ἐκενώθησαν ἀπορίᾳ τοῦ θεραπεύσοντος· εἴτε προσίοιεν,
διεφθείροντο, καὶ μάλιστα οἱ ἀρετῆς τι μεταποιούμενοι·
αἰσχύνῃ γὰρ ἠφείδουν σφῶν αὐτῶν ἐσιόντες παρὰ τοὺς
φίλους, ἐπεὶ καὶ τὰς ὀλοφύρσεις τῶν ἀπογιγνομένων τελευ-
τῶντες καὶ οἱ οἰκεῖοι ἐξέκαμνον ὑπὸ τοῦ πολλοῦ κακοῦ
νικώμενοι. [2.51.6] ἐπὶ πλέον δ’ ὅμως οἱ διαπεφευγότες τόν τε
θνῄσκοντα καὶ τὸν πονούμενον ᾠκτίζοντο διὰ τὸ προειδέναι
τε καὶ αὐτοὶ ἤδη ἐν τῷ θαρσαλέῳ εἶναι· δὶς γὰρ τὸν αὐτόν,
ὥστε καὶ κτείνειν, οὐκ ἐπελάμβανεν. καὶ ἐμακαρίζοντό τε
ὑπὸ τῶν ἄλλων, καὶ αὐτοὶ τῷ παραχρῆμα περιχαρεῖ καὶ ἐς
τὸν ἔπειτα χρόνον ἐλπίδος τι εἶχον κούφης μηδ’ ἂν ὑπ’
ἄλλου νοσήματός ποτε ἔτι διαφθαρῆναι.
***
[2.47.1] Τέτοια λοιπόν εστάθηκε η δημόσια κηδεία το χειμώνα εκείνο· κι όταν πέρασε ο χειμώνας αυτός, έκλεισε ο πρώτος χρόνος του πολέμου. [2.47.2] Κ' ευθύς μόλις άρχισε το καλοκαίρι, εισέβαλαν οι Πελοποννήσιοι κ' οι σύμμαχοί τους όπως και προτήτερα στην Αττική με τα δύο τρίτα της στρατιωτικής του δύναμης ο καθένας (με αρχηγό πάλι τον Αρχίδαμο, γιο του Ζευξιδάμου, βασιλιά των Λακεδαιμονίων), κι αφού έκαμαν στρατόπεδο άρχισαν να ρημάζουν τον τόπο συστηματικά. [2.47.3] Αλλά πριν περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική, πρωτοφανερώθηκε η αρρώστια στην Αθήνα, αρρώστεια που λένε βέβαια πως έπεσε κι άλλοτε σε πολλούς τόπους, γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. [2.47.4] Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα ούτε οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους στην αρχή, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, κι αυτοί οι ίδιοι πέθαιναν σε μεγαλύτερην αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν, ούτε καμιά άλλη ανθρώπινη τέχνη· κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς κι όσα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια, ήταν όλα του κάκου· και στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.
[2.48.1] Κ' έπιασε η αρρώστια, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία πέρα από την Αίγυπτο, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη, και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά. [2.48.2] Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά, ώστε οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες· γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες εκεί. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία, και πέθαιναν τότε πια πολύ περισσότεροι. [2.48.3] Ας λέει λοιπόν ο καθένας γι' αυτό όσα ξέρει, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, κι ας αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή στην κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν, κι από τι συμπτώματα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από τα πριν, ώστε να μην τα 'χει εντελώς χαμένα· γιατί την πέρασα κ' εγώ, και είδα πολλούς άλλους που υπόφεραν απ' αυτήν.
[2.49.1] Ο χρόνος εκείνος, όπως το παραδέχονταν όλοι, ήταν εξαιρετικά ελεύτερος από άλλες αρρώστιες· κι αν κανείς πριν απ' αυτήν, ήταν κάπως ανήμπορος, όλα ξεκαθάριζαν πως ήταν αυτή. [2.49.2] Τους άλλους όμως, που δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, και κοκκίνιζαν τα μάτια τους κ' ερεθίζονταν πολύ, κι απ' την αρχή άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, κι η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· [2.49.3] έπειτ' απ' αυτά άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα, και σε λίγο κατέβαινε στο στήθος το πάθημα, με δυνατό βήχα· κι όταν πιανόταν από την καρδιά, της έδινε μια και τη γύριζε ανάποδα, κ' έβγαινε χολή από το στόμα κι από κάτω, όσων λογιών έχουν κι όλας ονοματίσει οι γιατροί, και μάλιστα με δυνατούς πόνους, [2.49.4] και τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερ' από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες. [2.49.5] Και σ' όποιον τ' άγγιζε απ' έξω, το κορμί του αρρώστου δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές· από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοια πύρα, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια ή οτιδήποτε άλλο και την πιο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθαν αν μπορούσαν να ριχτούνε μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί απ' όσους δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει έκαναν αυτό ακριβώς, πέφτοντας μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα· και το ίδιο έκανε είτε έπιναν πολύ είτε λίγο. [2.49.6] Και πάνω απ' όλα και χωρίς αναπαμό ήταν η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα, και ούτε μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα όμως, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στο κρίσιμο στάδιό της, δε μαραινόταν, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει, έτσι που πέθαιναν ―οι περισσότεροι― ύστερ' από εννιά ή εφτά μεριές από τη μέσα τους κάψα, χωρίς να 'χει εντελώς εξαντληθεί η δύναμή τους· ή αν ξέφευγαν αυτό το στάδιο, κατέβαινε ύστερα το κακό στην κοιλιά, που γέμιζε πληγές κι αφού τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια, πέθαιναν οι περισσότεροι στο δεύτερο αυτό στάδιο από την εξάντληση. [2.49.7] Και το κακό περνούσε απ' όλο το κορμί, μια και είχε στερεωθεί στην αρχή στο κεφάλι και προχωρούσε από πάνω προς τα κάτω, κι αν κανείς σωζόταν από τα χειρότερα, φανερωνόταν τούτο επειδή έπιανε πια τις άκρες· [2.49.8] γιατί έπεφτε και στα γεννητικά όργανα, και στις άκριες των χεριών και των ποδιών, και πολλοί που συνήλθαν έμειναν χωρίς αυτά· μερικοί άλλοι πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους ενώ άντεξαν στην καθαυτό αρρώστια στην αρχή, και ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.
[2.50.1] Γιατί η μορφή της αρρώστιας ήταν κάτι που ξεπερνούσε τις λογικές εικασίες των ανθρώπων, και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαρειά απ' όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση, και φανερώθηκε κι από το εξής πως δεν ήταν καμιά από τις συνειθισμένες αρρώστιες: τα όρνια δηλαδή και τα τετράποδα ζώα, όσα τρων ανθρώπινη σάρκα, μ' όλο που είχανε μείνει πολλά άταφα κορμιά, ή δεν τα πλησίαζαν, ή αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά. [2.50.2] Κι απόδειξη, πως παρουσιάστηκε καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών, και δεν τα 'βλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια· ενώ τα σκυλιά έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο.
[2.51.1] Τέτοια λοιπόν ήταν στις μεγάλες γραμμές η μορφή της αρρώστιας, μ' όλο που παρέλειψα πολλά γνωρίσματα ασυνείθιστα και παράξενα, που τύχαιναν να παρουσιαστούν διαφορετικά στον ένα από τον άλλον. Και καμιά άλλη από τις συνειθισμένες στενοχώριες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό· γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτην–εδώ. [2.51.2] Και πέθαιναν οι άνθρωποι, άλλοι χωρίς περιποίηση, κι άλλοι που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Και δε βρέθηκε κανένα γιατρικό, που να μπορεί κανείς να πει πως είναι το γιατρικό της αρρώστιας αυτής, που έμελλε χωρίς άλλο να βοηθήσει τον άρρωστο αν του το 'δινε (γιατί ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο αυτό πράμα χειροτέρευε τον άλλον), [2.51.3] και καμιά ανθρώπινη κράση δε φάνηκε από μόνη της άξια ν' αντισταθεί στην αρρώστια, είτε ήταν πολύ δυνατή, είτε τόσο αδύνατη ώστε να μην την πιάσει το κακό αλλά τους εσάρωσε όλους, κ' εκείνους ακόμη που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής. [2.51.4] Χειρότερο απ' όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε (γιατί η ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στην απελπισία, κι αφήνονταν πολύ περισσότερο από μιας αρχής και δεν αντιδρούσαν) καθώς κι ότι ο ένας γέμιζε μόλεμα από τον άλλον που περιποιόταν και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα· και τη μεγαλύτερη φθορά την προξενούσε τούτο: [2.51.5] αν δηλαδή δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κ' έρημοι· κι άδειασαν έτσι πολλά σπίτια γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει· κι αν πάλι επικοινωνούσαν, τους χαλούσε η αρρώστια, και περισσότερο εκείνους που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει· γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους αγαπημένους τους. Αφού ακόμα και τα μοιρολόγια των πεθαμένων τα παράτησαν στο τέλος και οι ίδιοι oι συγγενείς τους, αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά. [2.51.6] Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια κ' είχανε σωθεί, αυτοί σπλαχνίζονταν περισσότερο και τους ετοιμοθάνατους κι όσους ψήνονταν από το κακό, και οι ίδιοι δε φοβούνταν πια· γιατί δεν έπιανε η αρρώστια δυο φορές τον ίδιον άνθρωπο, ώστε να τον θανατώσει. Και τους μακάριζαν οι άλλοι, κι αυτοί οι ίδιοι απ' τη μεγάλη τους χαρά για τη σωτηρία τους σ' αυτή την περίσταση είχαν την μάταιην ελπίδα πως για πάντα δε θενά πέθαιναν ούτε κι από καμιάν άλλην αρρώστια.
[2.47.1] Τέτοια λοιπόν εστάθηκε η δημόσια κηδεία το χειμώνα εκείνο· κι όταν πέρασε ο χειμώνας αυτός, έκλεισε ο πρώτος χρόνος του πολέμου. [2.47.2] Κ' ευθύς μόλις άρχισε το καλοκαίρι, εισέβαλαν οι Πελοποννήσιοι κ' οι σύμμαχοί τους όπως και προτήτερα στην Αττική με τα δύο τρίτα της στρατιωτικής του δύναμης ο καθένας (με αρχηγό πάλι τον Αρχίδαμο, γιο του Ζευξιδάμου, βασιλιά των Λακεδαιμονίων), κι αφού έκαμαν στρατόπεδο άρχισαν να ρημάζουν τον τόπο συστηματικά. [2.47.3] Αλλά πριν περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική, πρωτοφανερώθηκε η αρρώστια στην Αθήνα, αρρώστεια που λένε βέβαια πως έπεσε κι άλλοτε σε πολλούς τόπους, γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. [2.47.4] Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα ούτε οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους στην αρχή, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, κι αυτοί οι ίδιοι πέθαιναν σε μεγαλύτερην αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν, ούτε καμιά άλλη ανθρώπινη τέχνη· κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς κι όσα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια, ήταν όλα του κάκου· και στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.
[2.48.1] Κ' έπιασε η αρρώστια, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία πέρα από την Αίγυπτο, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη, και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά. [2.48.2] Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά, ώστε οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες· γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες εκεί. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία, και πέθαιναν τότε πια πολύ περισσότεροι. [2.48.3] Ας λέει λοιπόν ο καθένας γι' αυτό όσα ξέρει, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, κι ας αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή στην κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν, κι από τι συμπτώματα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από τα πριν, ώστε να μην τα 'χει εντελώς χαμένα· γιατί την πέρασα κ' εγώ, και είδα πολλούς άλλους που υπόφεραν απ' αυτήν.
[2.49.1] Ο χρόνος εκείνος, όπως το παραδέχονταν όλοι, ήταν εξαιρετικά ελεύτερος από άλλες αρρώστιες· κι αν κανείς πριν απ' αυτήν, ήταν κάπως ανήμπορος, όλα ξεκαθάριζαν πως ήταν αυτή. [2.49.2] Τους άλλους όμως, που δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, και κοκκίνιζαν τα μάτια τους κ' ερεθίζονταν πολύ, κι απ' την αρχή άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, κι η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· [2.49.3] έπειτ' απ' αυτά άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα, και σε λίγο κατέβαινε στο στήθος το πάθημα, με δυνατό βήχα· κι όταν πιανόταν από την καρδιά, της έδινε μια και τη γύριζε ανάποδα, κ' έβγαινε χολή από το στόμα κι από κάτω, όσων λογιών έχουν κι όλας ονοματίσει οι γιατροί, και μάλιστα με δυνατούς πόνους, [2.49.4] και τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερ' από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες. [2.49.5] Και σ' όποιον τ' άγγιζε απ' έξω, το κορμί του αρρώστου δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές· από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοια πύρα, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια ή οτιδήποτε άλλο και την πιο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθαν αν μπορούσαν να ριχτούνε μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί απ' όσους δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει έκαναν αυτό ακριβώς, πέφτοντας μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα· και το ίδιο έκανε είτε έπιναν πολύ είτε λίγο. [2.49.6] Και πάνω απ' όλα και χωρίς αναπαμό ήταν η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα, και ούτε μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα όμως, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στο κρίσιμο στάδιό της, δε μαραινόταν, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει, έτσι που πέθαιναν ―οι περισσότεροι― ύστερ' από εννιά ή εφτά μεριές από τη μέσα τους κάψα, χωρίς να 'χει εντελώς εξαντληθεί η δύναμή τους· ή αν ξέφευγαν αυτό το στάδιο, κατέβαινε ύστερα το κακό στην κοιλιά, που γέμιζε πληγές κι αφού τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια, πέθαιναν οι περισσότεροι στο δεύτερο αυτό στάδιο από την εξάντληση. [2.49.7] Και το κακό περνούσε απ' όλο το κορμί, μια και είχε στερεωθεί στην αρχή στο κεφάλι και προχωρούσε από πάνω προς τα κάτω, κι αν κανείς σωζόταν από τα χειρότερα, φανερωνόταν τούτο επειδή έπιανε πια τις άκρες· [2.49.8] γιατί έπεφτε και στα γεννητικά όργανα, και στις άκριες των χεριών και των ποδιών, και πολλοί που συνήλθαν έμειναν χωρίς αυτά· μερικοί άλλοι πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους ενώ άντεξαν στην καθαυτό αρρώστια στην αρχή, και ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.
[2.50.1] Γιατί η μορφή της αρρώστιας ήταν κάτι που ξεπερνούσε τις λογικές εικασίες των ανθρώπων, και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαρειά απ' όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση, και φανερώθηκε κι από το εξής πως δεν ήταν καμιά από τις συνειθισμένες αρρώστιες: τα όρνια δηλαδή και τα τετράποδα ζώα, όσα τρων ανθρώπινη σάρκα, μ' όλο που είχανε μείνει πολλά άταφα κορμιά, ή δεν τα πλησίαζαν, ή αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά. [2.50.2] Κι απόδειξη, πως παρουσιάστηκε καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών, και δεν τα 'βλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια· ενώ τα σκυλιά έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο.
[2.51.1] Τέτοια λοιπόν ήταν στις μεγάλες γραμμές η μορφή της αρρώστιας, μ' όλο που παρέλειψα πολλά γνωρίσματα ασυνείθιστα και παράξενα, που τύχαιναν να παρουσιαστούν διαφορετικά στον ένα από τον άλλον. Και καμιά άλλη από τις συνειθισμένες στενοχώριες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό· γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτην–εδώ. [2.51.2] Και πέθαιναν οι άνθρωποι, άλλοι χωρίς περιποίηση, κι άλλοι που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Και δε βρέθηκε κανένα γιατρικό, που να μπορεί κανείς να πει πως είναι το γιατρικό της αρρώστιας αυτής, που έμελλε χωρίς άλλο να βοηθήσει τον άρρωστο αν του το 'δινε (γιατί ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο αυτό πράμα χειροτέρευε τον άλλον), [2.51.3] και καμιά ανθρώπινη κράση δε φάνηκε από μόνη της άξια ν' αντισταθεί στην αρρώστια, είτε ήταν πολύ δυνατή, είτε τόσο αδύνατη ώστε να μην την πιάσει το κακό αλλά τους εσάρωσε όλους, κ' εκείνους ακόμη που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής. [2.51.4] Χειρότερο απ' όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε (γιατί η ψυχική τους κατάσταση γύριζε τότε στην απελπισία, κι αφήνονταν πολύ περισσότερο από μιας αρχής και δεν αντιδρούσαν) καθώς κι ότι ο ένας γέμιζε μόλεμα από τον άλλον που περιποιόταν και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα· και τη μεγαλύτερη φθορά την προξενούσε τούτο: [2.51.5] αν δηλαδή δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κ' έρημοι· κι άδειασαν έτσι πολλά σπίτια γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει· κι αν πάλι επικοινωνούσαν, τους χαλούσε η αρρώστια, και περισσότερο εκείνους που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει· γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους αγαπημένους τους. Αφού ακόμα και τα μοιρολόγια των πεθαμένων τα παράτησαν στο τέλος και οι ίδιοι oι συγγενείς τους, αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά. [2.51.6] Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια κ' είχανε σωθεί, αυτοί σπλαχνίζονταν περισσότερο και τους ετοιμοθάνατους κι όσους ψήνονταν από το κακό, και οι ίδιοι δε φοβούνταν πια· γιατί δεν έπιανε η αρρώστια δυο φορές τον ίδιον άνθρωπο, ώστε να τον θανατώσει. Και τους μακάριζαν οι άλλοι, κι αυτοί οι ίδιοι απ' τη μεγάλη τους χαρά για τη σωτηρία τους σ' αυτή την περίσταση είχαν την μάταιην ελπίδα πως για πάντα δε θενά πέθαιναν ούτε κι από καμιάν άλλην αρρώστια.
Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (15.437-15.492)
Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἐπόμνυον ὡς ἐκέλευεν.
Όταν ορκίστηκαν επισφραγίζοντας τον όρκο τους,
πήρε ξανά τον λόγο η γυναίκα να τους πει:
440 «Τώρα μιλιά! Απ᾽ την παρέα σας κανείς να μην ανοίξει κουβεντολόι
μαζί μου, μήτε στον δρόμο τον πλατύ,
μήτε στην κρήνη· μήπως και κάποιος τρέξει στον γέρο,
του το μαρτυρήσει, κι αυτός το πράμα μυριστεί, με δέσει,
με ρίξει σε φριχτά δεσμά, κι ύστερα μελετήσει
τον δικό σας θάνατο.
Κρατήσετε λοιπόν κρυφό το μυστικό, και γρήγορα τελειώνετε
με τις συναλλαγές σας. Όταν γεμίσει το καράβι πια
με τ᾽ αγαθά που θέλετε, τότε για μένα μήνυμά σας γρήγορα
στο αρχοντικό να φτάσει· κι εγώ υπόσχομαι χρυσαφικά να φέρω,
όσα μπορούν τα χέρια μου να πιάσουν.
Αλλά κι αλλιώς θα ήταν δυνατό, αν το θελήσω, τα ναύλα μου να ξεπληρώσω.
450 Μέσα στο σπίτι μεγαλώνω τον γιο του αφεντικού μου —
ξυπνό παιδί που τρέχει πίσω μου, όταν βγαίνω.
Λέω θα μπορούσα να το φέρω στο καράβι σας, οπότε εσείς
θα βγάζατε λεφτά με ουρά, μοσχοπουλώντας το
σ᾽ αλλόγλωσσους ανθρώπους.»
Είπε και τράβηξε να πάει στο ωραίο παλάτι.
Μείναν αυτοί στα μέρη μας έναν ακέραιο χρόνο, πουλώντας
κι αγοράζοντας του κόσμου τ᾽ αγαθά.
Κι όταν ξεχείλισε το κοίλο τους καράβι, έτοιμοι ν᾽ αρμενίσουν πια,
έστειλαν τον μαντατοφόρο τους, το μήνυμα να φέρει στη γυναίκα.
Φτάνει λοιπόν στο σπίτι του πατέρα μου κάποιος ανάμεσά τους
τετραπέρατος, στο χέρι του κρατώντας μαλαματένιο περιδέραιο,
460 με περασμένες χάντρες από κεχριμπάρι.
Οι δούλες μέσα στο παλάτι κι η σεβάσμια μάνα μου
το ψηλαφούσαν, το ᾽τρωγαν με τα μάτια τους, και παζαρεύοντας
ρωτούσαν την τιμή του — οπότε εκείνος στα κρυφά
της κάνει νόημα. Κι αφού της έγνεψε, γύρισε πίσω
στο βαθουλό πλεούμενο.
Αυτή με πιάνει τότε από το χέρι και με ξεπορτίζει·
περνώντας όμως απ᾽ την αίθουσα βρήκε τραπέζια, βρήκε κούπες —
των καλεσμένων, που τριγυρίζουν κάθε μέρα τον πατέρα μου
και λεν τη γνώμη τους.
Κι όπως την ώρα εκείνη είχανε πάει στη βουλή του δήμου
για τη συνέλευσή τους, κρύβει στον κόρφο της αυτή τρεις κούπες,
470και τις έβγαλε έξω — εγώ απερίσκεπτος την ακολούθησα.
Έδυσε ο ήλιος, ίσκιωσαν όλοι οι μεγάλοι δρόμοι,
όταν εμείς τρέχοντας κατεβήκαμε στο ξακουστό λιμάνι,
όπου είχε αράξει το ταχύπλοο καράβι των Φοινίκων.
Ευθύς στο πλοίο ανέβηκαν, ανέβασαν κι εμάς τους δυο, κι άνοιξαν
τον θαλάσσιο δρόμο τους—ο Δίας τούς έστειλε πρίμο αγεράκι.
Καλά κρατούσε το ταξίδι ημέρες έξι, νυχθημερόν·
αλλ᾽ όταν ο Κρονίδης Ζευς ξημέρωσε την έβδομη,
έριξε στη γυναίκα η τοξοφόρος Άρτεμη τα βέλη της,
κι αυτή γκρεμίζεται στ᾽ απόνερα του αμπαριού,
λες κι ήταν θαλάσσιος γλάρος.
480 Την πέταξαν τότε στη θάλασσα, λεία στις φώκιες και στα ψάρια —
κι έμεινα μοναχός εγώ, με την καρδιά βαριά.
Άνεμος και νερό τούς προσαράζουν τέλος στην Ιθάκη, όπου ο Λαέρτης
με ξαγόρασε με τα δικά του πλούτη.
Έτσι λοιπόν αντίκρισαν τα μάτια μου τη χώρα αυτή.»
Τον λόγο πήρε τότε και του μίλησε, του Δία ανάθρεμμα, ο Οδυσσέας:
«Εύμαιε, αλήθεια αφόρμισες πολύ μέσα μου την ψυχή
μ᾽ όσα ανιστόρησες, τα τόσα βάσανα που σε τυράννησαν.
Και μολοντούτο συλλογίζομαι πως πλάι στο κακό ο Δίας
για σένα ακούμπησε και το καλό· αφού, μετά τα φοβερά σου πάθη,
σ᾽ ενός ανθρώπου έφτασες το σπίτι γεμάτου καλοσύνη,
490 κι αυτός σου εξασφαλίζει το φαγητό και το πιοτό σου —
ζεις μια ζωή της προκοπής. Ενώ εγώ έφτασα εδώ
περιπλανώμενος, γυρίζοντας από τη μία πολιτεία στην άλλη.»
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ὄμοσάν τε τελεύτησάν τε τὸν ὅρκον,
τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειπε γυνὴ καὶ ἀμείβετο μύθῳ·
440 “σιγῇ νῦν, μή τίς με προσαυδάτω ἐπέεσσιν
ὑμετέρων ἑτάρων, ξυμβλήμενος ἢ ἐν ἀγυιῇ
ἤ που ἐπὶ κρήνῃ· μή τις ποτὶ δῶμα γέροντι
ἐλθὼν ἐξείπῃ, ὁ δ᾽ ὀϊσάμενος καταδήσῃ
δεσμῷ ἐν ἀργαλέῳ, ὑμῖν δ᾽ ἐπιφράσσετ᾽ ὄλεθρον.
445 ἀλλ᾽ ἔχετ᾽ ἐν φρεσὶ μῦθον, ἐπείγετε δ᾽ ὦνον ὁδαίων.
ἀλλ᾽ ὅτε κεν δὴ νηῦς πλείη βιότοιο γένηται,
ἀγγελίῃ μοι ἔπειτα θοῶς πρὸς δώμαθ᾽ ἱκέσθω·
οἴσω γὰρ καὶ χρυσόν, ὅτις χ᾽ ὑποχείριος ἔλθῃ·
καὶ δέ κεν ἄλλ᾽ ἐπίβαθρον ἐγὼν ἐθέλουσά γε δοίην.
450 παῖδα γὰρ ἀνδρὸς ἐῆος ἐνὶ μεγάροις ἀτιτάλλω,
κερδαλέον δὴ τοῖον, ἅμα τροχόωντα θύραζε·
τόν κεν ἄγοιμ᾽ ἐπὶ νηός, ὁ δ᾽ ὑμῖν μυρίον ὦνον
ἄλφοι, ὅπῃ περάσητε κατ᾽ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους.”
Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπέβη πρὸς δώματα καλά,
455 οἱ δ᾽ ἐνιαυτὸν ἅπαντα παρ᾽ ἡμῖν αὖθι μένοντες
ἐν νηῒ γλαφυρῇ βίοτον πολὺν ἐμπολόωντο.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κοίλη νηῦς ἤχθετο τοῖσι νέεσθαι,
καὶ τότ᾽ ἄρ᾽ ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε γυναικί.
ἤλυθ᾽ ἀνὴρ πολύϊδρις ἐμοῦ πρὸς δώματα πατρὸς
460 χρύσεον ὅρμον ἔχων, μετὰ δ᾽ ἠλέκτροισιν ἔερτο.
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἐν μεγάρῳ δμῳαὶ καὶ πότνια μήτηρ
χερσίν τ᾽ ἀμφαφόωντο καὶ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶντο,
ὦνον ὑπισχόμεναι· ὁ δὲ τῇ κατένευσε σιωπῇ.
ἦ τοι ὁ καννεύσας κοίλην ἐπὶ νῆα βεβήκει,
465 ἡ δ᾽ ἐμὲ χειρὸς ἑλοῦσα δόμων ἐξῆγε θύραζε.
εὗρε δ᾽ ἐνὶ προδόμῳ ἠμὲν δέπα ἠδὲ τραπέζας
ἀνδρῶν δαιτυμόνων, οἵ μευ πατέρ᾽ ἀμφεπένοντο.
οἱ μὲν ἄρ᾽ ἐς θῶκον πρόμολον δήμοιό τε φῆμιν,
ἡ δ᾽ αἶψα τρί᾽ ἄλεισα κατακρύψασ᾽ ὑπὸ κόλπῳ
470 ἔκφερεν· αὐτὰρ ἐγὼν ἑπόμην ἀεσιφροσύνῃσι.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί·
ἡμεῖς δ᾽ ἐς λιμένα κλυτὸν ἤλθομεν ὦκα κιόντες·
ἔνθ᾽ ἄρα Φοινίκων ἀνδρῶν ἦν ὠκύαλος νηῦς.
οἱ μὲν ἔπειτ᾽ ἀναβάντες ἐπέπλεον ὑγρὰ κέλευθα,
475 νὼ ἀναβησάμενοι· ἐπὶ δὲ Ζεὺς οὖρον ἴαλλεν.
ἑξῆμαρ μὲν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καὶ ἦμαρ·
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ἕβδομον ἦμαρ ἐπὶ Ζεὺς θῆκε Κρονίων,
τὴν μὲν ἔπειτα γυναῖκα βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα,
ἄντλῳ δ᾽ ἐνδούπησε πεσοῦσ᾽ ὡς εἰναλίη κήξ.
480 καὶ τὴν μὲν φώκῃσι καὶ ἰχθύσι κύρμα γενέσθαι
ἔκβαλον· αὐτὰρ ἐγὼ λιπόμην ἀκαχήμενος ἦτορ·
τοὺς δ᾽ Ἰθάκῃ ἐπέλασσε φέρων ἄνεμός τε καὶ ὕδωρ,
ἔνθα με Λαέρτης πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσιν.
οὕτω τήνδε τε γαῖαν ἐγὼν ἴδον ὀφθαλμοῖσι.»
485 Τὸν δ᾽ αὖ διογενὴς Ὀδυσεὺς ἠμείβετο μύθῳ·
«Εὔμαι᾽, ἦ μάλα δή μοι ἐνὶ φρεσὶ θυμὸν ὄρινας
ταῦτα ἕκαστα λέγων, ὅσα δὴ πάθες ἄλγεα θυμῷ.
ἀλλ᾽ ἦ τοι σοὶ μὲν παρὰ καὶ κακῷ ἐσθλὸν ἔθηκε
Ζεύς, ἐπεὶ ἀνδρὸς δώματ᾽ ἀφίκεο πολλὰ μογήσας
490 ἠπίου, ὃς δή τοι παρέχει βρῶσίν τε πόσιν τε
ἐνδυκέως, ζώεις δ᾽ ἀγαθὸν βίον· αὐτὰρ ἐγώ γε
πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε᾽ ἀλώμενος ἐνθάδ᾽ ἱκάνω.»
τοῖς δ᾽ αὖτις μετέειπε γυνὴ καὶ ἀμείβετο μύθῳ·
440 “σιγῇ νῦν, μή τίς με προσαυδάτω ἐπέεσσιν
ὑμετέρων ἑτάρων, ξυμβλήμενος ἢ ἐν ἀγυιῇ
ἤ που ἐπὶ κρήνῃ· μή τις ποτὶ δῶμα γέροντι
ἐλθὼν ἐξείπῃ, ὁ δ᾽ ὀϊσάμενος καταδήσῃ
δεσμῷ ἐν ἀργαλέῳ, ὑμῖν δ᾽ ἐπιφράσσετ᾽ ὄλεθρον.
445 ἀλλ᾽ ἔχετ᾽ ἐν φρεσὶ μῦθον, ἐπείγετε δ᾽ ὦνον ὁδαίων.
ἀλλ᾽ ὅτε κεν δὴ νηῦς πλείη βιότοιο γένηται,
ἀγγελίῃ μοι ἔπειτα θοῶς πρὸς δώμαθ᾽ ἱκέσθω·
οἴσω γὰρ καὶ χρυσόν, ὅτις χ᾽ ὑποχείριος ἔλθῃ·
καὶ δέ κεν ἄλλ᾽ ἐπίβαθρον ἐγὼν ἐθέλουσά γε δοίην.
450 παῖδα γὰρ ἀνδρὸς ἐῆος ἐνὶ μεγάροις ἀτιτάλλω,
κερδαλέον δὴ τοῖον, ἅμα τροχόωντα θύραζε·
τόν κεν ἄγοιμ᾽ ἐπὶ νηός, ὁ δ᾽ ὑμῖν μυρίον ὦνον
ἄλφοι, ὅπῃ περάσητε κατ᾽ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους.”
Ἡ μὲν ἄρ᾽ ὣς εἰποῦσ᾽ ἀπέβη πρὸς δώματα καλά,
455 οἱ δ᾽ ἐνιαυτὸν ἅπαντα παρ᾽ ἡμῖν αὖθι μένοντες
ἐν νηῒ γλαφυρῇ βίοτον πολὺν ἐμπολόωντο.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κοίλη νηῦς ἤχθετο τοῖσι νέεσθαι,
καὶ τότ᾽ ἄρ᾽ ἄγγελον ἧκαν, ὃς ἀγγείλειε γυναικί.
ἤλυθ᾽ ἀνὴρ πολύϊδρις ἐμοῦ πρὸς δώματα πατρὸς
460 χρύσεον ὅρμον ἔχων, μετὰ δ᾽ ἠλέκτροισιν ἔερτο.
τὸν μὲν ἄρ᾽ ἐν μεγάρῳ δμῳαὶ καὶ πότνια μήτηρ
χερσίν τ᾽ ἀμφαφόωντο καὶ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶντο,
ὦνον ὑπισχόμεναι· ὁ δὲ τῇ κατένευσε σιωπῇ.
ἦ τοι ὁ καννεύσας κοίλην ἐπὶ νῆα βεβήκει,
465 ἡ δ᾽ ἐμὲ χειρὸς ἑλοῦσα δόμων ἐξῆγε θύραζε.
εὗρε δ᾽ ἐνὶ προδόμῳ ἠμὲν δέπα ἠδὲ τραπέζας
ἀνδρῶν δαιτυμόνων, οἵ μευ πατέρ᾽ ἀμφεπένοντο.
οἱ μὲν ἄρ᾽ ἐς θῶκον πρόμολον δήμοιό τε φῆμιν,
ἡ δ᾽ αἶψα τρί᾽ ἄλεισα κατακρύψασ᾽ ὑπὸ κόλπῳ
470 ἔκφερεν· αὐτὰρ ἐγὼν ἑπόμην ἀεσιφροσύνῃσι.
δύσετό τ᾽ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί·
ἡμεῖς δ᾽ ἐς λιμένα κλυτὸν ἤλθομεν ὦκα κιόντες·
ἔνθ᾽ ἄρα Φοινίκων ἀνδρῶν ἦν ὠκύαλος νηῦς.
οἱ μὲν ἔπειτ᾽ ἀναβάντες ἐπέπλεον ὑγρὰ κέλευθα,
475 νὼ ἀναβησάμενοι· ἐπὶ δὲ Ζεὺς οὖρον ἴαλλεν.
ἑξῆμαρ μὲν ὁμῶς πλέομεν νύκτας τε καὶ ἦμαρ·
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ἕβδομον ἦμαρ ἐπὶ Ζεὺς θῆκε Κρονίων,
τὴν μὲν ἔπειτα γυναῖκα βάλ᾽ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα,
ἄντλῳ δ᾽ ἐνδούπησε πεσοῦσ᾽ ὡς εἰναλίη κήξ.
480 καὶ τὴν μὲν φώκῃσι καὶ ἰχθύσι κύρμα γενέσθαι
ἔκβαλον· αὐτὰρ ἐγὼ λιπόμην ἀκαχήμενος ἦτορ·
τοὺς δ᾽ Ἰθάκῃ ἐπέλασσε φέρων ἄνεμός τε καὶ ὕδωρ,
ἔνθα με Λαέρτης πρίατο κτεάτεσσιν ἑοῖσιν.
οὕτω τήνδε τε γαῖαν ἐγὼν ἴδον ὀφθαλμοῖσι.»
485 Τὸν δ᾽ αὖ διογενὴς Ὀδυσεὺς ἠμείβετο μύθῳ·
«Εὔμαι᾽, ἦ μάλα δή μοι ἐνὶ φρεσὶ θυμὸν ὄρινας
ταῦτα ἕκαστα λέγων, ὅσα δὴ πάθες ἄλγεα θυμῷ.
ἀλλ᾽ ἦ τοι σοὶ μὲν παρὰ καὶ κακῷ ἐσθλὸν ἔθηκε
Ζεύς, ἐπεὶ ἀνδρὸς δώματ᾽ ἀφίκεο πολλὰ μογήσας
490 ἠπίου, ὃς δή τοι παρέχει βρῶσίν τε πόσιν τε
ἐνδυκέως, ζώεις δ᾽ ἀγαθὸν βίον· αὐτὰρ ἐγώ γε
πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε᾽ ἀλώμενος ἐνθάδ᾽ ἱκάνω.»
***
Αυτά τους είπε, κι αμέσως όλοι τους της έδωσαν τον όρκο που ζητούσε.Όταν ορκίστηκαν επισφραγίζοντας τον όρκο τους,
πήρε ξανά τον λόγο η γυναίκα να τους πει:
440 «Τώρα μιλιά! Απ᾽ την παρέα σας κανείς να μην ανοίξει κουβεντολόι
μαζί μου, μήτε στον δρόμο τον πλατύ,
μήτε στην κρήνη· μήπως και κάποιος τρέξει στον γέρο,
του το μαρτυρήσει, κι αυτός το πράμα μυριστεί, με δέσει,
με ρίξει σε φριχτά δεσμά, κι ύστερα μελετήσει
τον δικό σας θάνατο.
Κρατήσετε λοιπόν κρυφό το μυστικό, και γρήγορα τελειώνετε
με τις συναλλαγές σας. Όταν γεμίσει το καράβι πια
με τ᾽ αγαθά που θέλετε, τότε για μένα μήνυμά σας γρήγορα
στο αρχοντικό να φτάσει· κι εγώ υπόσχομαι χρυσαφικά να φέρω,
όσα μπορούν τα χέρια μου να πιάσουν.
Αλλά κι αλλιώς θα ήταν δυνατό, αν το θελήσω, τα ναύλα μου να ξεπληρώσω.
450 Μέσα στο σπίτι μεγαλώνω τον γιο του αφεντικού μου —
ξυπνό παιδί που τρέχει πίσω μου, όταν βγαίνω.
Λέω θα μπορούσα να το φέρω στο καράβι σας, οπότε εσείς
θα βγάζατε λεφτά με ουρά, μοσχοπουλώντας το
σ᾽ αλλόγλωσσους ανθρώπους.»
Είπε και τράβηξε να πάει στο ωραίο παλάτι.
Μείναν αυτοί στα μέρη μας έναν ακέραιο χρόνο, πουλώντας
κι αγοράζοντας του κόσμου τ᾽ αγαθά.
Κι όταν ξεχείλισε το κοίλο τους καράβι, έτοιμοι ν᾽ αρμενίσουν πια,
έστειλαν τον μαντατοφόρο τους, το μήνυμα να φέρει στη γυναίκα.
Φτάνει λοιπόν στο σπίτι του πατέρα μου κάποιος ανάμεσά τους
τετραπέρατος, στο χέρι του κρατώντας μαλαματένιο περιδέραιο,
460 με περασμένες χάντρες από κεχριμπάρι.
Οι δούλες μέσα στο παλάτι κι η σεβάσμια μάνα μου
το ψηλαφούσαν, το ᾽τρωγαν με τα μάτια τους, και παζαρεύοντας
ρωτούσαν την τιμή του — οπότε εκείνος στα κρυφά
της κάνει νόημα. Κι αφού της έγνεψε, γύρισε πίσω
στο βαθουλό πλεούμενο.
Αυτή με πιάνει τότε από το χέρι και με ξεπορτίζει·
περνώντας όμως απ᾽ την αίθουσα βρήκε τραπέζια, βρήκε κούπες —
των καλεσμένων, που τριγυρίζουν κάθε μέρα τον πατέρα μου
και λεν τη γνώμη τους.
Κι όπως την ώρα εκείνη είχανε πάει στη βουλή του δήμου
για τη συνέλευσή τους, κρύβει στον κόρφο της αυτή τρεις κούπες,
470και τις έβγαλε έξω — εγώ απερίσκεπτος την ακολούθησα.
Έδυσε ο ήλιος, ίσκιωσαν όλοι οι μεγάλοι δρόμοι,
όταν εμείς τρέχοντας κατεβήκαμε στο ξακουστό λιμάνι,
όπου είχε αράξει το ταχύπλοο καράβι των Φοινίκων.
Ευθύς στο πλοίο ανέβηκαν, ανέβασαν κι εμάς τους δυο, κι άνοιξαν
τον θαλάσσιο δρόμο τους—ο Δίας τούς έστειλε πρίμο αγεράκι.
Καλά κρατούσε το ταξίδι ημέρες έξι, νυχθημερόν·
αλλ᾽ όταν ο Κρονίδης Ζευς ξημέρωσε την έβδομη,
έριξε στη γυναίκα η τοξοφόρος Άρτεμη τα βέλη της,
κι αυτή γκρεμίζεται στ᾽ απόνερα του αμπαριού,
λες κι ήταν θαλάσσιος γλάρος.
480 Την πέταξαν τότε στη θάλασσα, λεία στις φώκιες και στα ψάρια —
κι έμεινα μοναχός εγώ, με την καρδιά βαριά.
Άνεμος και νερό τούς προσαράζουν τέλος στην Ιθάκη, όπου ο Λαέρτης
με ξαγόρασε με τα δικά του πλούτη.
Έτσι λοιπόν αντίκρισαν τα μάτια μου τη χώρα αυτή.»
Τον λόγο πήρε τότε και του μίλησε, του Δία ανάθρεμμα, ο Οδυσσέας:
«Εύμαιε, αλήθεια αφόρμισες πολύ μέσα μου την ψυχή
μ᾽ όσα ανιστόρησες, τα τόσα βάσανα που σε τυράννησαν.
Και μολοντούτο συλλογίζομαι πως πλάι στο κακό ο Δίας
για σένα ακούμπησε και το καλό· αφού, μετά τα φοβερά σου πάθη,
σ᾽ ενός ανθρώπου έφτασες το σπίτι γεμάτου καλοσύνη,
490 κι αυτός σου εξασφαλίζει το φαγητό και το πιοτό σου —
ζεις μια ζωή της προκοπής. Ενώ εγώ έφτασα εδώ
περιπλανώμενος, γυρίζοντας από τη μία πολιτεία στην άλλη.»
Η δυστυχία, δεν είναι έρωτας, είναι μια αυταπάτη
Ψάχνουμε τον έρωτα από το νηπιαγωγείο, ερωτευόμαστε από μικρά παιδιά χωρίς καν να ξέρουμε τι σημαίνει έρωτας. Απλά βλέπουμε ένα πλάσμα και η καρδιά μας χτυπά μας δυνατά, και τα μάτια μας λάμπουν, κι αυτό το πλάσμα είναι για μας το πιο όμορφο στον κόσμο.
Και δεν είναι μόνο ένα. Ερωτευόμαστε ξανά και ξανά μεγαλώνοντας. Ή έτσι νομίζουμε τουλάχιστον. Χωρίς να έχουμε καν ανακαλύψει τον εαυτό μας και ποιοι είμαστε πραγματικά. Πρώτα ψάχνουμε τον έρωτα και μετά ψάχνουμε μέσα μας, Και κάπου εκεί τα κάνουμε μαντάρα. Γιατί ξεκινάμε να εξαρτιόμαστε από τις σχέσεις και από άλλα άτομα προτού προλάβουμε να δουλέψουμε και να δυναμώσουμε τον εαυτό μας.
Πάμε όπως μας πάνε οι σχέσεις μας σχεδόν χωρίς βούληση, χωρίς να βάζουμε λογική στο συναίσθημα. Χωρίς να ψάχνουμε αν όντως είμαστε ερωτευμένοι ή αν ήμαστε εξαρτημένοι από τον έρωτα και απλά πιαστήκαμε από τον πρώτο άνθρωπο που βρέθηκε μπροστά μας.
Καλές είναι σχέσεις, αν μας αφήνουν παράλληλα το περιθώριο να είμαστε και μόνοι μας. Να εξελισσόμαστε. Αν δεν εθιζόμαστε σε αυτές και αν τις κάνουμε μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε τη μοναξιά και το τι θα απογίνουμε.
Αυτό που δεν καταλάβουμε είναι ότι είναι λογικό όλες αυτές οι ανώριμες σχέσεις να αποτύχουν. Είτε βάλουμε ένα τέλος είτε παραμείνουμε κολλημένοι εκεί, οι σχέσεις που κάναμε ενώ δεν ήμασταν στα καλά μας και σε ευτυχισμένη και πλήρη περίοδο στη ζωή μας, είναι όλες σχεδόν καταδικασμένες να αποτύχουν.
Γιατί; Επειδή απλά δεν τις κάναμε επειδή ήμασταν πραγματικά ερωτευμένοι με τον άνθρωπο αυτό. Δεν ήταν ο άνθρωπος μας, όμως, προχωρήσαμε για να μην είμαστε μόνοι. Ήταν απλά ένας άνθρωπος που πληρούσε τα κριτήριά μας, μπορούσε να καλύψει τις ψυχικές και σωματικές μας ανάγκες εκείνη την περίοδο και που πιθανόν μας άρεσε, μας ενθουσίασε. Όμως, δεν ήταν ο Ένας. Κι αυτό κατα βάθος το ξέραμε.
Το νιώθαμε και το προσπερνούσαμε. Και φυσικά δε θα μείνουμε όλοι χωρίς σεξ και χωρίς σχέση μέχρι να βρούμε τον άνθρωπο που θα έρθει και θα δέσει μαζί μας λες και τον ξέραμε αιώνες. Θα ρισκάρουμε, θα προσπαθήσουμε, θα το ζήσουμε, θα πληγωθούμε, αν βρούμε τα κότσια θα πάμε παρακάτω.
Όμως πάντα κάτι μέσα μας θα είναι κενό. Πάντα ένα κομμάτι από το παζλ θα λείπει. Και για να το βρούμε, θα πρέπει πρώτα να βρούμε τον εαυτό μας. Να είμαστε ευτυχισμένοι και ολόκληροι από μόνοι μας. Να έχουμε χορτάσει τη ζωή, να νιώθουμε γεμάτοι, να έχουμε αυτοβελτιωθεί και να νικάει ο καλός μας εαυτός μας έναντι του κακού. Μόνο έτσι θα αναγνωρίσουμε και θα αποδεχθούμε τον πραγματικό έρωτα.
Ο έρωτας δεν είναι μόνο ρομαντικές βραδιές με κεράκια και κρασί. Είναι να ανακαλύπτεις με τον άλλο πτυχές του εαυτού σου που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Ίσως και πρόστυχες. Είναι να το παλεύεις κάθε μέρα επειδή θέλεις να είσαι μαζί με τον άνθρωπό σου και όχι να βολεύεσαι στον καναπέ τα βράδια. Είναι μία συνεχής περιπέτεια, ένα συνεχές ταξίδι γεμάτο εκπλήξεις και ανακαλύψεις εσωτερικές και εξωτερικές.
Είναι ατέλειωτες συζητήσεις, είναι ελευθερία, είναι πάθος και είναι και καλός φόβος. Ξέχνα τους συμβιβασμένους έρωτες που είχες για να βολεύεσαι. Δεν είναι τίποτα μπροστά στον πραγματικό. Αν δεν νιώθεις τη χημεία μεταξύ σας στον αέρα να μιλάει για σας, δεν είναι έρωτας. Είναι απλά κάποιος που συνάντησες και σου άρεσε και πάντα θα τον νιώθεις κατά βάθος ξένο.
Τον πραγματικό έρωτα θα αργήσεις πολύ να τον βρεις. Και αν τον βρεις θα κάνεις πολύ καιρό να τον καταλάβεις. Μπορεί να είναι μπροστά στα ματιά σου και να τον αγνοείς, να τον διώχνεις, να μην τον βλέπεις. Όχι γιατί είσαι άτυχος αλλά επειδή δεν είσαι έτοιμος, δεν είσαι καλά, δεν μπορείς να γίνεις αποδέκτης μεγάλων συναισθημάτων.
Τι να κάνεις; Σταμάτα να ψάχνεις σε σκοτεινούς δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά ή να μένεις με τα λάθος άτομα. Ξεκίνα να περνάς καλά μόνος σου, με αυτούς και αυτά που έχεις και όταν συναντήσεις τον έρωτα αποκλείεται να μην το καταλάβεις. Θα είναι λες και σου μπήκε ένα μεγάλο φως στην καρδιά.
Γιατί ο έρωτας δεν μας κάνει δυστυχισμένους. Μόνο ευτυχισμένους και γεμάτους μας έχει κάθε μέρα, ακόμα και τις ώρες που κλαίμε και τσακωνόμαστε. Αν σε κάνει δυστυχισμένο, δεν είναι έρωτας. Είναι μία απάτη του μυαλού σου. Καλές και οι αυταπάτες, όμως δεν σε οδηγούν εκεί που σε οδηγεί ο πραγματικός έρωτας.
Και δεν είναι μόνο ένα. Ερωτευόμαστε ξανά και ξανά μεγαλώνοντας. Ή έτσι νομίζουμε τουλάχιστον. Χωρίς να έχουμε καν ανακαλύψει τον εαυτό μας και ποιοι είμαστε πραγματικά. Πρώτα ψάχνουμε τον έρωτα και μετά ψάχνουμε μέσα μας, Και κάπου εκεί τα κάνουμε μαντάρα. Γιατί ξεκινάμε να εξαρτιόμαστε από τις σχέσεις και από άλλα άτομα προτού προλάβουμε να δουλέψουμε και να δυναμώσουμε τον εαυτό μας.
Πάμε όπως μας πάνε οι σχέσεις μας σχεδόν χωρίς βούληση, χωρίς να βάζουμε λογική στο συναίσθημα. Χωρίς να ψάχνουμε αν όντως είμαστε ερωτευμένοι ή αν ήμαστε εξαρτημένοι από τον έρωτα και απλά πιαστήκαμε από τον πρώτο άνθρωπο που βρέθηκε μπροστά μας.
Καλές είναι σχέσεις, αν μας αφήνουν παράλληλα το περιθώριο να είμαστε και μόνοι μας. Να εξελισσόμαστε. Αν δεν εθιζόμαστε σε αυτές και αν τις κάνουμε μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε τη μοναξιά και το τι θα απογίνουμε.
Αυτό που δεν καταλάβουμε είναι ότι είναι λογικό όλες αυτές οι ανώριμες σχέσεις να αποτύχουν. Είτε βάλουμε ένα τέλος είτε παραμείνουμε κολλημένοι εκεί, οι σχέσεις που κάναμε ενώ δεν ήμασταν στα καλά μας και σε ευτυχισμένη και πλήρη περίοδο στη ζωή μας, είναι όλες σχεδόν καταδικασμένες να αποτύχουν.
Γιατί; Επειδή απλά δεν τις κάναμε επειδή ήμασταν πραγματικά ερωτευμένοι με τον άνθρωπο αυτό. Δεν ήταν ο άνθρωπος μας, όμως, προχωρήσαμε για να μην είμαστε μόνοι. Ήταν απλά ένας άνθρωπος που πληρούσε τα κριτήριά μας, μπορούσε να καλύψει τις ψυχικές και σωματικές μας ανάγκες εκείνη την περίοδο και που πιθανόν μας άρεσε, μας ενθουσίασε. Όμως, δεν ήταν ο Ένας. Κι αυτό κατα βάθος το ξέραμε.
Το νιώθαμε και το προσπερνούσαμε. Και φυσικά δε θα μείνουμε όλοι χωρίς σεξ και χωρίς σχέση μέχρι να βρούμε τον άνθρωπο που θα έρθει και θα δέσει μαζί μας λες και τον ξέραμε αιώνες. Θα ρισκάρουμε, θα προσπαθήσουμε, θα το ζήσουμε, θα πληγωθούμε, αν βρούμε τα κότσια θα πάμε παρακάτω.
Όμως πάντα κάτι μέσα μας θα είναι κενό. Πάντα ένα κομμάτι από το παζλ θα λείπει. Και για να το βρούμε, θα πρέπει πρώτα να βρούμε τον εαυτό μας. Να είμαστε ευτυχισμένοι και ολόκληροι από μόνοι μας. Να έχουμε χορτάσει τη ζωή, να νιώθουμε γεμάτοι, να έχουμε αυτοβελτιωθεί και να νικάει ο καλός μας εαυτός μας έναντι του κακού. Μόνο έτσι θα αναγνωρίσουμε και θα αποδεχθούμε τον πραγματικό έρωτα.
Ο έρωτας δεν είναι μόνο ρομαντικές βραδιές με κεράκια και κρασί. Είναι να ανακαλύπτεις με τον άλλο πτυχές του εαυτού σου που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Ίσως και πρόστυχες. Είναι να το παλεύεις κάθε μέρα επειδή θέλεις να είσαι μαζί με τον άνθρωπό σου και όχι να βολεύεσαι στον καναπέ τα βράδια. Είναι μία συνεχής περιπέτεια, ένα συνεχές ταξίδι γεμάτο εκπλήξεις και ανακαλύψεις εσωτερικές και εξωτερικές.
Είναι ατέλειωτες συζητήσεις, είναι ελευθερία, είναι πάθος και είναι και καλός φόβος. Ξέχνα τους συμβιβασμένους έρωτες που είχες για να βολεύεσαι. Δεν είναι τίποτα μπροστά στον πραγματικό. Αν δεν νιώθεις τη χημεία μεταξύ σας στον αέρα να μιλάει για σας, δεν είναι έρωτας. Είναι απλά κάποιος που συνάντησες και σου άρεσε και πάντα θα τον νιώθεις κατά βάθος ξένο.
Τον πραγματικό έρωτα θα αργήσεις πολύ να τον βρεις. Και αν τον βρεις θα κάνεις πολύ καιρό να τον καταλάβεις. Μπορεί να είναι μπροστά στα ματιά σου και να τον αγνοείς, να τον διώχνεις, να μην τον βλέπεις. Όχι γιατί είσαι άτυχος αλλά επειδή δεν είσαι έτοιμος, δεν είσαι καλά, δεν μπορείς να γίνεις αποδέκτης μεγάλων συναισθημάτων.
Τι να κάνεις; Σταμάτα να ψάχνεις σε σκοτεινούς δρόμους που δεν οδηγούν πουθενά ή να μένεις με τα λάθος άτομα. Ξεκίνα να περνάς καλά μόνος σου, με αυτούς και αυτά που έχεις και όταν συναντήσεις τον έρωτα αποκλείεται να μην το καταλάβεις. Θα είναι λες και σου μπήκε ένα μεγάλο φως στην καρδιά.
Γιατί ο έρωτας δεν μας κάνει δυστυχισμένους. Μόνο ευτυχισμένους και γεμάτους μας έχει κάθε μέρα, ακόμα και τις ώρες που κλαίμε και τσακωνόμαστε. Αν σε κάνει δυστυχισμένο, δεν είναι έρωτας. Είναι μία απάτη του μυαλού σου. Καλές και οι αυταπάτες, όμως δεν σε οδηγούν εκεί που σε οδηγεί ο πραγματικός έρωτας.
Η αγάπη στις διαφυλικές σχέσεις μέσα από τη Λακανική διδασκαλία
Στο παρόν άρθρο θα διαπραγματευτούμε τις έννοιες της αγάπης και της απόλαυσης μέσα από την περίπλοκη αλλά άκρως ενδιαφέρουσα λακανική διδασκαλία.
Στο Encore, στο εικοστό σεμινάριο του, o Lacan διερευνά μεταξύ άλλων, έννοιες όπως η αγάπη και η απόλαυση. Μετατοπίζει το ενδιαφέρον του πέρα από την επιθυμία, με σκοπό να στηρίξει τον Έρωτα περισσότερο με όρους απόλαυσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Λακάν υποδεικνύει το παράδοξο της διάφυλης σχέσης. Ο λόγος για την προκλητική διατύπωση του Λακαν ότι η διάφυλη σχέση είναι ανύπαρκτη και ανήμπορη, γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη ή σχετική απόλαυση ανάμεσα στα δύο φύλα, αφού σημαίνοντα που να σημαίνουν την απόλαυση δεν υπάρχουν για καμία από τις δυο διαστάσεις της.
Στο πρώτο κεφάλαιο «περί απόλαυσης», ο Λακάν ισχυρίζεται το εξής: «Η αγάπη είναι ανίσχυρη, ακόμη και αν είναι αμοιβαία, αφού αγνοεί ότι δεν είναι παρά η επιθυμία να είναι Ένα, κάτι που μας οδηγεί στο αδύνατο να καταστήσουμε τη σχέση τους.
Τη σχέση των ποιών; -των δύο φύλων.» Αρχικά, για να κατανοήσει κανείς αυτή τη θέση, πρέπει να έχει συλλάβει την έννοια της απόλαυσης. Ο Φρόιντ εισήγαγε τη θεωρία για τα τρία πεπρωμένα της ψυχικής ενέργειας.
Αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι κάθε ανθρώπινο ον στοχεύει προς ένα ύψιστο αλλά ποτέ πραγματοποιήσιμο στόχο, την απόλυτη ευτυχία. Αυτός ο στόχος που αποτελεί την επιθυμία γεννάται στις ερωτογενείς ζώνες του σώματος και προκαλεί μεγάλη ένταση στο ψυχισμό.
Μέσω της διαδικασίας της απώθησης αυτή η ώθηση της επιθυμίας αναγκάζεται να ακολουθήσει δυο δρόμους, την εκφόρτιση που καταφέρνει να ξεπεράσει τον φραγμό της απώθησης και να απελευθερωθεί και της εγκράτειας, όπου η περίσσια ενέργεια απωθείται μένει στο εσωτερικό του ψυχικού συστήματος και συνεχίζει να διεγείρει τις ερωτογενείς ζώνες. Το τρίτο πεπρωμένο το οποίο είναι αδύνατον και πάντα υποθετικό είναι η απόλυτη εκφόρτιση της ενέργειας χωρίς καμία απώθηση.
Οι 3 καταστάσεις του απολαμβάνειν σύμφωνα με τη Λακανική θεωρία
Πάνω σε αυτή τη θεωρία του Φρόιντ στηρίζεται μάλλον η λακανική θεωρία της απόλαυσης, με τις τρεις ιδιαίτερες καταστάσεις του απολαμβάνειν.
Η πρώτη είναι η φαλλική απόλαυση που αντιστοιχεί στην μερική εκφόρτιση της ενέργειας κατά τον Φρόιντ. Φαλλική γιατί ο φαλλός είναι το κυρίαρχο σημαίνον, αυτό που κατά τον Λακάν ρυθμίζει το μερίδιο της απόλαυσης που θα εκτονωθεί και αυτό που θα παραμείνει στο ασυνείδητο.
Η δεύτερη κατάσταση είναι η υπερ-απόλαυση, η εγκλωβισμένη, καταπιεσμένη απόλαυση που συνεχίζει να ασκεί πίεση στο ψυχισμό, αυξάνοντας συνεχώς την ένταση του, συνεχίζει να διεγείρει τις ερωτογενείς ζώνες με αποτέλεσμα να γεννά την ώθηση της επιθυμίας που αναζητεί συνεχώς εκτόνωση.
Η τρίτη είναι η απόλαυση του Άλλου, είναι υποθετική, ιδεώδης περίπτωση απόλυτης απόλαυσης που διατηρεί την επιθυμία.
Αυτό που αγνοούντα δυο υποκείμενα είναι, ότι αυτό που τους δένει είναι η αυτιστική και παροδική ικανοποίηση που παίρνουν από την σεξουαλική πράξη. Αυτή η αγάπη είναι ανίσχυρη, γιατί δεν υπάρχει συμβολική σχέση ανάμεσα σε ένα υποτιθέμενο σημαίνον της ανδρικής απόλαυσης και σε ένα υποτιθέμενο σημαίνον της γυναικείας απόλαυσης, γιατί μέσα στο ασυνείδητο δεν εγγράφονται τα σημαίνοντα που να σημαίνουν την απόλαυση του ενός και του άλλου, αφού η απόλυτη απόλαυση είναι ένας τόπος χωρίς σημαίνον, σε αυτήν την ιδέα στηρίζει ο Λακάν την ανυπαρξία της διάφυλης σχέσης.
Η ερωτική συνεύρεση δεν αφορά τα δύο υποκείμενα αλλά τη συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικές εστίες τοπικής απόλαυσης, μερικούς τόπους του σώματος. Η πλάνη των δυο υποκειμένων, έγκειται στην αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στο μύθο του οιδιπόδειου παιδιού που πιστεύει ότι η ιδεώδης ηδονή της αιμομικτικής σεξουαλικής επαφής, η απόλαυση του Άλλου είναι δυνατή και στο υποκείμενο που υποθέτει την απόλαυση του ΄Αλλου, ενώ και αυτός είναι ένα υποτιθέμενο ον.
Η επιθυμία που λέει ο Λακάν να είναι Ένα, η φαντασιακή ερωτική ενότητα, προέρχεται από τον Άλλον αλλά η μερική ικανοποίηση της δεν ανάγεται στον Άλλον.
Πρωταρχικά, το Ένα στηρίζεται στην ουσία του σημαίνοντος, σε συνάρτηση όμως με το υποκείμενο, το οποίο περνάει την φάση του μυθικού ευνουχισμού και από εκεί και έπειτα υπακούει στις προσταγές του Υπερεγώ να απολαύσει, απόλαυση που προάγεται μόνο μέσω της απειρότητας, το Ένα διαιρείται και το ίδιο το υποκείμενο αναδύεται από τη στιγμή που το έμφυλο όν εισέλθει στην απόλαυση.
Ο Λακάν στο γραπτό του η Θέση του Ασυνείδητου, επεξεργάζεται την απόλαυση με βάση το αντικείμενο-α, το μη αναγώγιμο στο φαλλικό σημαίνον λιμπιντικό υπόλειμμα, με αποτέλεσμα να εντάξει το αντικειμένο-α στην κατηγορία του πραγματικού και να προσδώσει στο φαλλό τον χαρακτήρα του προσποιητού. Η υπολειμματική-απόλαυση πιέζει για εκτόνωση.
Το αντικείμενο-α είναι η αιτία της επιθυμίας, όχι η ίδια η επιθυμία, συνεπώς προσφέρει μερική και σύντομη ικανοποίηση. Η απόλαυση είναι της τάξεως του Ενός εδώ το ταίρι καταλαμβάνει τη θέση του αντικειμένου-α και όχι του Άλλου και στηρίζεται ακριβώς από αυτό το υπόλειμμα της απόλαυσης.
Η τοπική αυτή απόλαυση είναι κομμάτι του Πραγματικού. Προορίζεται για να ικανοποιήσει μερικώς το ίδιο το σώμα του υποκειμένου, η αγάπη είναι ναρκισσιστική, καταδικασμένη να είναι μονίμως ανίσχυρη γιατί αγνοεί αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της.
Στη προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο-α, θα λέγαμε ότι δεν είναι παρά το αντικείμενο της υπολειμματικής απόλαυσης. Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αυτό στη βάση της επιθυμίας γιατί δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι δεν μιλάμε για απόλυτη απόλαυση, δεν μπορούμε να συσχετίσουμε το αντικείμενο της απόλαυσης με το αντικείμενο της απόλαυσης του Άλλου. Το αντικείμενο-α δεν ταυτίζεται με την πρωταρχική επιθυμία, αυτή απομακρύνεται από την ένταξη του ατόμου στο συμβολικό επίπεδο.
Εάν προχωρήσουμε τη σκέψη μας σε αυτή τη συλλογιστική μπορούμε να σκεφτούμε τα εξής για τις τρεις διαστάσεις του Λακάν που σχετίζονται με τη δόμηση του υποκειμένου (Φαντασιακό, Συμβολικό, Πραγματικό).
Η ανάγκη του υποκειμένου για ταύτιση με τον Άλλον απορρέει από μια φαντασιακή ανάγκη για ταύτιση αλλά ο ρυθμιστής αυτής της ταύτισης προκύπτει από τον Συμβολικό τόπο. Η ένταξη του υποκειμένου στο Συμβολικό είναι καθοριστική και αποκαλείται από τον Λακάν ως πρώτος θάνατος επειδή σημαίνει την απομάκρυνση του υποκειμένου από αυτό που όριζε το Φαντασιακό ως ταύτιση. Απομακρύνεται δηλαδή από την κατοπτρική ταύτιση με τον Άλλον. Απομακρύνεται στην συνθήκη που μελετάμε από την επιθυμία, από την απόλυτη απόλαυση του Άλλου.
Έτσι προβάλλει το Πραγματικό αυτό που αγνοεί το υποκείμενο, αυτό που μένει εκτός συμβολισμού, αυτό που ξεφεύγει της προσοχής του υποκειμένου μετά την ένταξη του στο συμβολικό. Εάν σκεφτούμε ότι με την ένταξη του υποκειμένου στο Συμβολικό τόπο επέρχεται ένας θάνατος λόγω της ματαίωσης της πρωταρχικής επιθυμίας τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναλογικά με αυτή τη κατάσταση και η αυτιστική και μερική απόλαυση που αναφέραμε παραπάνω αποτελεί κάθε φορά για το υποκείμενο ένα μικρό «θάνατο», χωρίς αυτός ο θάνατος να φτάνει στο συνειδητό επίπεδο του υποκειμένου.
Κάποιες φορές οι επιπτώσεις αυτού του θανάτου μπορεί να μετουσιώνονται μέσα στις σχέσεις και να εμφανίζονται με μια άλλη μορφή που και πάλι δεν μπορούν να αναδείξουν την πρωταρχική πηγή που είναι ο θάνατος.
Θα λέγαμε ότι η πιο πετυχημένη σχέση και αγάπη στην ζωή μας είναι αυτή που αναδεικνύει όσο το δυνατόν λιγότερο αυτές τις επιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω, αυτή που αγνοεί όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την ανημποριά που τη διακατέχει επειδή το υποκείμενο δεν επηρεάζεται και δεν συνταράσσεται ψυχικά από αυτήν την έλλειψη που φέρει η απόλαυση. Η πιο πετυχημένη σχέση και αγάπη με τα δεδομένα που μας δίνονται θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτή που υπερβαίνει τους μικρούς συμβολικούς θανάτους που προανέφερα και κάνει το υποκείμενο να αισθάνεται ότι αναγεννάτε σχετικά αλώβητο.
Ο Λακάν υποστήριζε ότι η ένταξη του υποκειμένου στο συμβολικό, στον χώρο των σημαίνοντων, αποτελεί τον πρώτο θάνατο του υποκειμένου και την απάρνηση της ολοκλήρωσης της απόλαυσης του (jouissance). ‘
Όμως, σε κάποια του διατύπωση ισχυρίζεται ότι δεν είναι όλα σημαίνοντα, ότι κάτι από την απόλαυση μένει και αυτό επιτρέπει την πλαισίωση του σώματος κάτω από το υποκείμενο και μέσω αυτού το σώμα αντλεί τη ζωτικότητα του.
Αν λάβουμε υπόψιν μας τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι στον έρωτα και την αγάπη ακόμη και μέσα στην ανημποριά που τους αποδίδεται, ενυπάρχει κάτι το αναγεννησιακό για το υποκείμενο, μια ζωτική ορμή που φαντάζει αναγκαία!
Στο Encore, στο εικοστό σεμινάριο του, o Lacan διερευνά μεταξύ άλλων, έννοιες όπως η αγάπη και η απόλαυση. Μετατοπίζει το ενδιαφέρον του πέρα από την επιθυμία, με σκοπό να στηρίξει τον Έρωτα περισσότερο με όρους απόλαυσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Λακάν υποδεικνύει το παράδοξο της διάφυλης σχέσης. Ο λόγος για την προκλητική διατύπωση του Λακαν ότι η διάφυλη σχέση είναι ανύπαρκτη και ανήμπορη, γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη ή σχετική απόλαυση ανάμεσα στα δύο φύλα, αφού σημαίνοντα που να σημαίνουν την απόλαυση δεν υπάρχουν για καμία από τις δυο διαστάσεις της.
Στο πρώτο κεφάλαιο «περί απόλαυσης», ο Λακάν ισχυρίζεται το εξής: «Η αγάπη είναι ανίσχυρη, ακόμη και αν είναι αμοιβαία, αφού αγνοεί ότι δεν είναι παρά η επιθυμία να είναι Ένα, κάτι που μας οδηγεί στο αδύνατο να καταστήσουμε τη σχέση τους.
Τη σχέση των ποιών; -των δύο φύλων.» Αρχικά, για να κατανοήσει κανείς αυτή τη θέση, πρέπει να έχει συλλάβει την έννοια της απόλαυσης. Ο Φρόιντ εισήγαγε τη θεωρία για τα τρία πεπρωμένα της ψυχικής ενέργειας.
Αυτό που ισχυρίζεται είναι ότι κάθε ανθρώπινο ον στοχεύει προς ένα ύψιστο αλλά ποτέ πραγματοποιήσιμο στόχο, την απόλυτη ευτυχία. Αυτός ο στόχος που αποτελεί την επιθυμία γεννάται στις ερωτογενείς ζώνες του σώματος και προκαλεί μεγάλη ένταση στο ψυχισμό.
Μέσω της διαδικασίας της απώθησης αυτή η ώθηση της επιθυμίας αναγκάζεται να ακολουθήσει δυο δρόμους, την εκφόρτιση που καταφέρνει να ξεπεράσει τον φραγμό της απώθησης και να απελευθερωθεί και της εγκράτειας, όπου η περίσσια ενέργεια απωθείται μένει στο εσωτερικό του ψυχικού συστήματος και συνεχίζει να διεγείρει τις ερωτογενείς ζώνες. Το τρίτο πεπρωμένο το οποίο είναι αδύνατον και πάντα υποθετικό είναι η απόλυτη εκφόρτιση της ενέργειας χωρίς καμία απώθηση.
Οι 3 καταστάσεις του απολαμβάνειν σύμφωνα με τη Λακανική θεωρία
Πάνω σε αυτή τη θεωρία του Φρόιντ στηρίζεται μάλλον η λακανική θεωρία της απόλαυσης, με τις τρεις ιδιαίτερες καταστάσεις του απολαμβάνειν.
Η πρώτη είναι η φαλλική απόλαυση που αντιστοιχεί στην μερική εκφόρτιση της ενέργειας κατά τον Φρόιντ. Φαλλική γιατί ο φαλλός είναι το κυρίαρχο σημαίνον, αυτό που κατά τον Λακάν ρυθμίζει το μερίδιο της απόλαυσης που θα εκτονωθεί και αυτό που θα παραμείνει στο ασυνείδητο.
Η δεύτερη κατάσταση είναι η υπερ-απόλαυση, η εγκλωβισμένη, καταπιεσμένη απόλαυση που συνεχίζει να ασκεί πίεση στο ψυχισμό, αυξάνοντας συνεχώς την ένταση του, συνεχίζει να διεγείρει τις ερωτογενείς ζώνες με αποτέλεσμα να γεννά την ώθηση της επιθυμίας που αναζητεί συνεχώς εκτόνωση.
Η τρίτη είναι η απόλαυση του Άλλου, είναι υποθετική, ιδεώδης περίπτωση απόλυτης απόλαυσης που διατηρεί την επιθυμία.
Αυτό που αγνοούντα δυο υποκείμενα είναι, ότι αυτό που τους δένει είναι η αυτιστική και παροδική ικανοποίηση που παίρνουν από την σεξουαλική πράξη. Αυτή η αγάπη είναι ανίσχυρη, γιατί δεν υπάρχει συμβολική σχέση ανάμεσα σε ένα υποτιθέμενο σημαίνον της ανδρικής απόλαυσης και σε ένα υποτιθέμενο σημαίνον της γυναικείας απόλαυσης, γιατί μέσα στο ασυνείδητο δεν εγγράφονται τα σημαίνοντα που να σημαίνουν την απόλαυση του ενός και του άλλου, αφού η απόλυτη απόλαυση είναι ένας τόπος χωρίς σημαίνον, σε αυτήν την ιδέα στηρίζει ο Λακάν την ανυπαρξία της διάφυλης σχέσης.
Η ερωτική συνεύρεση δεν αφορά τα δύο υποκείμενα αλλά τη συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικές εστίες τοπικής απόλαυσης, μερικούς τόπους του σώματος. Η πλάνη των δυο υποκειμένων, έγκειται στην αντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στο μύθο του οιδιπόδειου παιδιού που πιστεύει ότι η ιδεώδης ηδονή της αιμομικτικής σεξουαλικής επαφής, η απόλαυση του Άλλου είναι δυνατή και στο υποκείμενο που υποθέτει την απόλαυση του ΄Αλλου, ενώ και αυτός είναι ένα υποτιθέμενο ον.
Η επιθυμία που λέει ο Λακάν να είναι Ένα, η φαντασιακή ερωτική ενότητα, προέρχεται από τον Άλλον αλλά η μερική ικανοποίηση της δεν ανάγεται στον Άλλον.
Πρωταρχικά, το Ένα στηρίζεται στην ουσία του σημαίνοντος, σε συνάρτηση όμως με το υποκείμενο, το οποίο περνάει την φάση του μυθικού ευνουχισμού και από εκεί και έπειτα υπακούει στις προσταγές του Υπερεγώ να απολαύσει, απόλαυση που προάγεται μόνο μέσω της απειρότητας, το Ένα διαιρείται και το ίδιο το υποκείμενο αναδύεται από τη στιγμή που το έμφυλο όν εισέλθει στην απόλαυση.
Ο Λακάν στο γραπτό του η Θέση του Ασυνείδητου, επεξεργάζεται την απόλαυση με βάση το αντικείμενο-α, το μη αναγώγιμο στο φαλλικό σημαίνον λιμπιντικό υπόλειμμα, με αποτέλεσμα να εντάξει το αντικειμένο-α στην κατηγορία του πραγματικού και να προσδώσει στο φαλλό τον χαρακτήρα του προσποιητού. Η υπολειμματική-απόλαυση πιέζει για εκτόνωση.
Το αντικείμενο-α είναι η αιτία της επιθυμίας, όχι η ίδια η επιθυμία, συνεπώς προσφέρει μερική και σύντομη ικανοποίηση. Η απόλαυση είναι της τάξεως του Ενός εδώ το ταίρι καταλαμβάνει τη θέση του αντικειμένου-α και όχι του Άλλου και στηρίζεται ακριβώς από αυτό το υπόλειμμα της απόλαυσης.
Η τοπική αυτή απόλαυση είναι κομμάτι του Πραγματικού. Προορίζεται για να ικανοποιήσει μερικώς το ίδιο το σώμα του υποκειμένου, η αγάπη είναι ναρκισσιστική, καταδικασμένη να είναι μονίμως ανίσχυρη γιατί αγνοεί αυτήν ακριβώς την ιδιότητα της.
Στη προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο-α, θα λέγαμε ότι δεν είναι παρά το αντικείμενο της υπολειμματικής απόλαυσης. Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αυτό στη βάση της επιθυμίας γιατί δε μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι δεν μιλάμε για απόλυτη απόλαυση, δεν μπορούμε να συσχετίσουμε το αντικείμενο της απόλαυσης με το αντικείμενο της απόλαυσης του Άλλου. Το αντικείμενο-α δεν ταυτίζεται με την πρωταρχική επιθυμία, αυτή απομακρύνεται από την ένταξη του ατόμου στο συμβολικό επίπεδο.
Εάν προχωρήσουμε τη σκέψη μας σε αυτή τη συλλογιστική μπορούμε να σκεφτούμε τα εξής για τις τρεις διαστάσεις του Λακάν που σχετίζονται με τη δόμηση του υποκειμένου (Φαντασιακό, Συμβολικό, Πραγματικό).
Η ανάγκη του υποκειμένου για ταύτιση με τον Άλλον απορρέει από μια φαντασιακή ανάγκη για ταύτιση αλλά ο ρυθμιστής αυτής της ταύτισης προκύπτει από τον Συμβολικό τόπο. Η ένταξη του υποκειμένου στο Συμβολικό είναι καθοριστική και αποκαλείται από τον Λακάν ως πρώτος θάνατος επειδή σημαίνει την απομάκρυνση του υποκειμένου από αυτό που όριζε το Φαντασιακό ως ταύτιση. Απομακρύνεται δηλαδή από την κατοπτρική ταύτιση με τον Άλλον. Απομακρύνεται στην συνθήκη που μελετάμε από την επιθυμία, από την απόλυτη απόλαυση του Άλλου.
Έτσι προβάλλει το Πραγματικό αυτό που αγνοεί το υποκείμενο, αυτό που μένει εκτός συμβολισμού, αυτό που ξεφεύγει της προσοχής του υποκειμένου μετά την ένταξη του στο συμβολικό. Εάν σκεφτούμε ότι με την ένταξη του υποκειμένου στο Συμβολικό τόπο επέρχεται ένας θάνατος λόγω της ματαίωσης της πρωταρχικής επιθυμίας τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναλογικά με αυτή τη κατάσταση και η αυτιστική και μερική απόλαυση που αναφέραμε παραπάνω αποτελεί κάθε φορά για το υποκείμενο ένα μικρό «θάνατο», χωρίς αυτός ο θάνατος να φτάνει στο συνειδητό επίπεδο του υποκειμένου.
Κάποιες φορές οι επιπτώσεις αυτού του θανάτου μπορεί να μετουσιώνονται μέσα στις σχέσεις και να εμφανίζονται με μια άλλη μορφή που και πάλι δεν μπορούν να αναδείξουν την πρωταρχική πηγή που είναι ο θάνατος.
Θα λέγαμε ότι η πιο πετυχημένη σχέση και αγάπη στην ζωή μας είναι αυτή που αναδεικνύει όσο το δυνατόν λιγότερο αυτές τις επιπτώσεις που αναφέραμε παραπάνω, αυτή που αγνοεί όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την ανημποριά που τη διακατέχει επειδή το υποκείμενο δεν επηρεάζεται και δεν συνταράσσεται ψυχικά από αυτήν την έλλειψη που φέρει η απόλαυση. Η πιο πετυχημένη σχέση και αγάπη με τα δεδομένα που μας δίνονται θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτή που υπερβαίνει τους μικρούς συμβολικούς θανάτους που προανέφερα και κάνει το υποκείμενο να αισθάνεται ότι αναγεννάτε σχετικά αλώβητο.
Ο Λακάν υποστήριζε ότι η ένταξη του υποκειμένου στο συμβολικό, στον χώρο των σημαίνοντων, αποτελεί τον πρώτο θάνατο του υποκειμένου και την απάρνηση της ολοκλήρωσης της απόλαυσης του (jouissance). ‘
Όμως, σε κάποια του διατύπωση ισχυρίζεται ότι δεν είναι όλα σημαίνοντα, ότι κάτι από την απόλαυση μένει και αυτό επιτρέπει την πλαισίωση του σώματος κάτω από το υποκείμενο και μέσω αυτού το σώμα αντλεί τη ζωτικότητα του.
Αν λάβουμε υπόψιν μας τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι στον έρωτα και την αγάπη ακόμη και μέσα στην ανημποριά που τους αποδίδεται, ενυπάρχει κάτι το αναγεννησιακό για το υποκείμενο, μια ζωτική ορμή που φαντάζει αναγκαία!
Πως οι κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν
Μερικές από εκείνες τις παλιές κοινωνίες απέτυχαν (όπως οι Σκανδιναβοί της μεσαιωνικής Γροιλανδίας), ενώ άλλες πέτυχαν (όπως οι Ιάπωνες και οι Τικοπιανοί). Το παρελθόν μάς προσφέρει μια πλούσια βάση δεδομένων από την οποία μπορούμε να διδαχθούμε πολλά, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε με επιτυχία.
Η μεσαιωνική Γροιλανδία των Σκανδιναβών είναι μία μόνο από τις πολλές κοινωνίες του παρελθόντος που κατέρρευσαν ή εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω τους μνημειώδη ερείπια σαν εκείνα που φαντάστηκε ο Σέλεϊ στο ποίημά του Οζυμανδίας.
Λέγοντας κατάρρευση, εννοώ μια δραματική μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού και/ή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνθετότητας, σε σημαντική έκταση και για μεγάλη χρονική περίοδο. Συνεπώς, το φαινόμενο των καταρρεύσεων συνιστά ακραία μορφή αρκετών ηπιότερων τύπων παρακμής —και θα οδηγηθούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε πόσο δραστική πρέπει να είναι η παρακμή μιας κοινωνίας προκειμένου να χαρακτηριστεί ως κατάρρευση.
Μερικοί από τους ηπιότερους τύπους παρακμής περιλαμβάνουν: τις μικρές και συνηθισμένες διακυμάνσεις της τύχης και τις μικρής έκτασης πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις κάθε κοινωνίας· την κατάχτηση μιας κοινωνίας από ένα γείτονα ή την παρακμή της, που συναρτάται με την ακμή του γείτονα, χωρίς όμως αλλαγή στο συνολικό μέγεθος του πληθυσμού ή τη συνθετότητα ολόκληρης της περιοχής· τέλος, την αντικατάσταση ή την ανατροπή μιας άρχουσας ελίτ από κάποια άλλη. Με τα μέτρα αυτά, διάσημα θύματα ολοκληρωτικής κατάρρευσης παρά ηπιότερης απλώς παρακμής θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι εξής κοινωνίες του παρελθόντος: οι Ανασάζι (στο Τσάκο Κάνιον) και Καχόκια εντός των ορίων των σύγχρονων ΗΠΑ, οι πόλεις των Μάγια στην Κεντρική Αμερική, οι κοινωνίες Μότσε και Τιγουανάκου στη Νότια Αμερική, η Μυκηναϊκή Ελλάδα και η Μινωική Κρήτη στην Ευρώπη, η Μεγάλη Ζιμπάμπουε στην Αφρική, η Άνγκορ Γουάτ και οι πόλεις των Χαράπα της Κοιλάδας του Ινδού στην Ασία και το Νησί τού Πάσχα στον Ειρηνικό Ωκεανό .
Τα μνημειώδη ερείπια που άφησαν πίσω τους εκείνες οι κοινωνίες του παρελθόντος ασκούν μια ρομαντική γοητεία σε όλους μας. Τα θαυμάζουμε από παιδιά, καθώς πρωτομαθαίνουμε για εκείνα μέσα από εικόνες. Όταν μεγαλώνουμε, πολλοί από εμάς σχεδιάζουμε τις διακοπές μας έτσι ώστε να τα απολαύσουμε άμεσα. Γοητευόμαστε όχι μόνο από την εντυπωσιακή και μαγευτική ομορφιά τους, αλλά και από τα μυστήρια που τα συνοδεύουν. Η κλίμακα των ερειπίων είναι μάρτυρας του πλούτου και της δύναμης εκείνων που τα έκτισαν —σαν να κομπάζουν «Κοιτάξτε τα έργα μου, εσείς οι ισχυροί, και απελπιστείτε!», με τα λόγια τού Σέλεϊ. Όμως οι δημιουργοί τους χάθηκαν, εγκαταλείποντας τις μεγάλες κατασκευές που είχαν οικοδομήσει με τόσους κόπους.
Πώς μπόρεσε μια τόσο ισχυρή κοινωνία να οδηγηθεί σε κατάρρευση; Ποια ήταν η τύχη των πολιτών της; Έφυγαν, και (αν έφυγαν) γιατί, ή μήπως πέθαναν εκεί με κάποιον δυσάρεστο τρόπο; Πίσω από τούτο το ρομαντικό μυστήριο κρύβεται το βασανιστικό ερώτημα: Μπορεί άραγε και η δική μας πλούσια κοινωνία να έχει παρόμοια τύχη; Θα αντικρίσουν κάποια μέρα οι τουρίστες με δέος τα σκουριασμένα κουφάρια των ουρανοξυστών της Νέας Υόρκης, όπως εμείς αντικρίζουμε σήμερα σκεπασμένα από τη ζούγκλα τα ερείπια των πόλεων των Μάγια;
Από καιρό υπήρχε η υποψία ότι πολλές από τις μυστηριώδεις εκείνες καταρρεύσεις πολιτισμών προκλήθηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, από οικολογικά προβλήματα: οι άνθρωποι κατέστρεψαν από αμέλεια τους περιβαλλοντικούς πόρους από τους οποίους ήταν εξαρτημένες οι κοινωνίες τους. Η υποψία για ακούσια οικολογική αυτοκτονία —«οικοκτονία»— έχει επιβεβαιωθεί από ανακαλύψεις που έκαναν στις τελευταίες δεκαετίες αρχαιολόγοι, κλιματολόγοι, ιστορικοί, παλαιοντολόγοι και παλυνολόγοι (επιστήμονες που μελετούν τη γύρη). Οι διαδικασίες μέσω των οποίων κοινωνίες του παρελθόντος αυτο-υπονομεύθηκαν καταστρέφοντας το περιβάλλον τους ανήκουν σε οκτώ κατηγορίες, διαφορετικής σχετικής σημασίας κατά περίπτωση: αποδάσωση και καταστροφή ενδιαιτημάτων, προβλήματα του εδάφους (διάβρωση, αλάτωση και απώλεια της γονιμότητας του εδάφους), προβλήματα διαχείρισης των υδάτων, υπερθηρία, υπεραλίευση, επίδραση εισαγόμενων ειδών σε αυτόχθονο είδη, αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού και αυξημένη κατά κεφαλήν επίδραση των ανθρώπων.
Οι καταρρεύσεις αυτές του παρελθόντος συνήθως ακολουθούν κάπως παρόμοιες πορείες, συνιστώντας παραλλαγές στο ίδιο θέμα: Η αύξηση του πληθυσμού ανάγκαζε τους ανθρώπους να υιοθετήσουν εντατικότερα μέσα αγροτικής παραγωγής (όπως η άρδευση, η διπλοσπορά ή οι αναβαθμίδες) και να επεκτείνουν την καλλιέργεια από τα κύρια εδάφη πρώτης επιλογής σε εδάφη οριακής απόδοσης, προκειμένου να τραφούν όλο και περισσότερα πεινασμένα στόματα. Ατελέσφορες πρακτικές οδήγησαν σε περιβαλλοντικές καταστροφές ενός ή περισσότερων από τους τύπους που αναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα τα καλλιεργήσιμα εδάφη οριακής απόδοσης να χρειαστεί πάλι να εγκαταλειφθούν. Οι συνέπειες για την κοινωνία ήταν η έλλειψη τροφίμων, ο λιμός, οι πόλεμοι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους που αγωνίζονταν για λίγους πόρους και οι ανατροπές κυρίαρχων ελίτ από απογοητευμένες μάζες. Τελικά, ο πληθυσμός μειωνόταν λόγω του λιμού, των πολέμων ή των ασθενειών, ενώ η κοινωνία έχανε κάποια από την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική συνθετότητα που είχε αναπτύξει στην ακμή της.
Οι συγγραφείς υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό να επισημαίνουν τις αναλογίες ανάμεσα στην πορεία εκείνων των κοινωνιών και την ανθρώπινη ζωή —κάνοντας λόγο για τη γέννηση, την ανάπτυξη, την ακμή, τα γηρατειά και το θάνατο μιας κοινωνίας— και να υποθέτουν ότι η μακροχρόνια περίοδος των γηρατειών που οι περισσότεροι από εμάς διατρέχουμε από τα χρόνια της ακμής μέχρι το θάνατό μας ισχύει και για τις κοινωνίες. Αλλά η συγκεκριμένη μεταφορά αποδεικνύεται λανθασμένη για πολλές κοινωνίες του παρελθόντος (και για τη σύγχρονη Σοβιετική Ένωση): παρήκμασαν γοργά μετά το αποκορύφωμά τους σε αριθμούς και δύναμη, ενώ η ραγδαία παρακμή τους πρέπει να προκάλεσε έκπληξη και σοκ στους πολίτες τους. Στις χειρότερες περιπτώσεις ολοκληρωτικής κατάρρευσης, όλα τα μέλη της κοινωνίας είτε μετανάστευσαν είτε πέθαναν. Εντούτοις, τη θλιβερή αυτή πορεία προφανώς δεν ακολούθησαν απαρέγκλιτα μέχρι το τέλος όλες οι κοινωνίες του παρελθόντος: διαφορετικές κοινωνίες κατέρρευσαν σε διαφορετικό βαθμό και με κάπως διαφορετικούς τρόπους, ενώ πολλές κοινωνίες δεν κατέρρευσαν ποτέ.
Στην εποχή μας, ένας τέτοιος κίνδυνος προκαλεί όλο και περισσότερη αγωνία- πράγματι, καταρρεύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στη Σομαλία, τη Ρουάντα και μερικές άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Πολλοί φοβούνται ότι η οικοκτονία έφτασε πλέον στο σημείο να επισκιάζει τον πυρηνικό πόλεμο και τις αναδυόμενες νόσους, ως απειλή για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα περιλαμβάνουν εκείνα τα οκτώ προβλήματα τα οποία υπονόμευσαν κοινωνίες του παρελθόντος συν τέσσερα καινούργια: τις ανθρωπογενείς κλιματικές αλλαγές, τη συσσώρευση τοξικών χημικών ουσιών στο περιβάλλον, το ενεργειακό έλλειμμα και την πλήρη χρησιμοποίηση της γήινης φωτοσυνθετικής ικανότητας από τον άνθρωπο. Λέγεται ότι οι περισσότερες από τις εν λόγω δώδεκα απειλές θα γίνουν καθολικά κρίσιμες στις επόμενες λίγες δεκαετίες: είτε θα λύσουμε τα προβλήματα μέχρι τότε είτε αυτά θα υπονομεύσουν όχι μόνο τη Σομαλία, αλλά και τις κοινωνίες του Πρώτου Κόσμου.
Αντί για ένα σενάριο καταστροφής που θα περιγράφει την εξαφάνιση του ανθρώπου ή μια βιβλική κατάρρευση του βιομηχανικού πολιτισμού, πολύ πιθανότερο ίσως αποδειχθεί «απλώς» ένα μέλλον σημαντικά κατώτερου βιοτικού επιπέδου, μόνιμα υψηλότερων κινδύνων και υπονόμευσης όσων σήμερα θεωρούμε ως βασικές αξίες μας. Μια τέτοια κατάρρευση θα μπορούσε να πάρει διάφορες μορφές, όπως η παγκόσμια εξάπλωση νόσων ή και πολέμων, που θα πυροδοτηθούν τελικά από τη σπανιότητα των περιβαλλοντικών πόρων. Αν τούτη η σκέψη είναι σωστή, τότε οι προσπάθειές μας σήμερα θα καθορίσουν την κατάσταση του κόσμου στην οποία η τωρινή γενιά παιδιών και νεαρών ενηλίκων θα ζήσει κατά τη μέση και μεγάλη ηλικία της.
Αλλά η σοβαρότητα των σύγχρονων αυτών περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι έντονα αμφιλεγόμενη. Μήπως οι κίνδυνοι μεγαλοποιούνται ή, αντιθέτως, υποτιμιόνται; Μπορούμε άραγε να διανοηθούμε ότι ο σύγχρονος ανθρώπινος πληθυσμός των 7 σχεδόν δισεκατομμυρίων, με την πανίσχυρη σύγχρονη τεχνολογία, προκαλεί την καθολική κατάρρευση του περιβάλλοντος μας με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από εκείνους με τους οποίους λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων με λίθινα και ξύλινα εργαλεία το έκαναν ήδη να καταρρεύσει τοπικά στο παρελθόν; Θα λύσει η σύγχρονη τεχνολογία τα προβλήματά μας ή μήπως δημιουργεί καινούργια προβλήματα ταχύτερα από όσο λύνει τα παλιά; Όταν εξαντλούμε έναν πόρο (λόγου χάρη, ξυλεία, πετρέλαιο ή τα ψάρια του ωκεανού), μπορούμε να βασιζόμαστε στη δυνατότητα υποκατάστασής του με κάποιον νέο πόρο (για παράδειγμα, πλαστικά, αιολική και ηλιακή ενέργεια ή ψάρια των ιχθυοτροφείων); Μήπως τάχα δεν μειώνεται ο ρυθμός αύξησης του ανθρώπινου πληθυσμού, ώστε να προχωρούμε ήδη προς μια σταθεροποίησή του σε βιώσιμα επίπεδα;
Όλα τούτα τα ερωτήματα υπογραμμίζουν τους λόγους για τους οποίους εκείνες οι περιβόητες καταρρεύσεις παλιών πολιτισμών δεν συνιστούν απλώς ένα ρομαντικό μυστήριο, αλλά έχουν αποκτήσει βαθύτερο νόημα. Ίσως μπορούμε να αποκομίσουμε μερικά πρακτικά μαθήματα από τέτοια γεγονότα. Γνωρίζουμε ότι μερικές παλιές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι: τι κατέστησε λοιπόν ορισμένες κοινωνίες ιδιαίτερα τρωτές; Με ποιες ακριβώς διαδικασίες οι παλιές κοινωνίες διέπραξαν οικοκτονία; Γιατί μερικές παλιές κοινωνίες δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τη δεινή κατάσταση στην οποία περιέρχονταν και η οποία (μπορούμε να σκεφθούμε εκ των υστέρων) πρέπει να ήταν προφανής; Ποιες προσπάθειες ευοδώθηκαν στο παρελθόν; Αν μπορούσαμε να απαντήσουμε σε τούτα τα ερωτήματα, ίσως διαπιστώναμε ποιες κοινωνίες διατρέχουν τώρα τον μεγαλύτερο κίνδυνο και ποια μέτρα θα μπορούσαν να τις βοηθήσουν καλύτερα, χωρίς να περιμένουμε και άλλες καταρρεύσεις τύπου Σομαλίας.
Αλλά υπάρχουν επίσης και διαφορές ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις παλιές εκείνες κοινωνίες. Θα ήμασταν πολύ αφελείς αν νομίζαμε ότι η μελέτη του παρελθόντος θα προσφέρει απλές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν κατευθείαν στις σημερινές κοινωνίες μας. Διαφέρουμε από τις παλιές κοινωνίες ως προς μερικές απόψεις οι οποίες σημαίνουν μικρότερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες· μερικές από τις συχνά μνημονευόμενες τέτοιες απόψεις επικαλούνται την ισχυρή τεχνολογία μας (τα ευεργετικά της δηλαδή αποτελέσματα), την παγκοσμιοποίηση, τη σύγχρονη ιατρική και τη μεγαλύτερη γνώση για τις παλιές και τις απομονωμένες σύγχρονες κοινωνίες. Διαφέρουμε επίσης από τις παλιές κοινωνίες ως προς ορισμένες απόψεις που σημαίνουν μεγαλύτερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες: αναφέρονται σχετικά, πάλι, η ισχυρή μας τεχνολογία (δηλαδή, τα ακούσια καταστροφικά αποτελέσματά της), η παγκοσμιοποίηση (έτσι ώστε μια κατάρρευση ακόμη και στη μακρινή Σομαλία να επηρεάζει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη), η εξάρτηση εκατομμυρίων (και, σύντομα, δισεκατομμυρίων) από τη σύγχρονη ιατρική για την επιβίωσή τους και ο πολύ μεγαλύτερος ανθρώπινος πληθυσμός. Ίσως μπορούμε, ωστόσο, να διδαχθούμε από το παρελθόν, αλλά μόνο αν αναλογιστούμε προσεκτικά τα μαθήματα που μας προσφέρει.
Η προσπάθεια κατανόησης των καταρρεύσεων του παρελθόντος χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μία μεγάλη διχογνωμία και τέσσερις περιπλοκές. Η διχογνωμία αφορά την αντίσταση στην ιδέα ότι οι λαοί του παρελθόντος (μερικοί από τους οποίους είναι ως γνωστόν πρόγονοι λαών που υπάρχουν έως σήμερα και κάνουν την παρουσία τους αισθητή) συνέβαλαν με τις πράξεις τους στην ίδια τους την παρακμή. Έχουμε πολύ μεγαλύτερη συνείδηση των περιβαλλοντικών καταστροφών τώρα απ’ ό,τι είχαμε πριν από λίγες δεκαετίες. Ακόμη και ανακοινώσεις σε δωμάτια ξενοδοχείων επικαλούνται σήμερα την αγάπη για το περιβάλλον, ώστε να μας κάνουν να αισθανθούμε ενοχή αν ζητήσουμε καθαρές πετσέτες ή αφήσουμε το νερό να τρέχει. Η ζημιά στο περιβάλλον σήμερα θεωρείται ηθικώς κατακριτέα.
Διόλου παράξενο λοιπόν που οι ιθαγενείς κάτοικοι της Χαβάης και οι Μαορί δεν θέλουν να ακούνε από τους παλαιοντολόγους ότι οι πρόγονοί τους εξόντωσαν τα μισά από τα είδη πτηνών που είχαν εξελιχθεί στον τόπο τους, ή που οι ιθαγενείς Αμερικανοί δεν θέλουν να ακούνε από τους αρχαιολόγους ότι οι Ανασάζι αποψίλωσαν περιοχές των νοτιοδυτικών ΗΠΑ. Οι υποτιθέμενες ανακαλύψεις των παλαιοντολόγων και των αρχαιολόγων ηχούν στα αφτιά ορισμένων ως ένα ακόμα ρατσιστικό πρόσχημα το οποίο προβάλλουν οι λευκοί για να ξεκληρίσουν τους γηγενείς λαούς. Είναι σαν να τους λένε οι επιστήμονες «Οι πρόγονοί σας υπήρξαν κακοί διαχειριστές της γης τους, άρα τους άξιζε να τη χάσουν». Μερικοί Αμερικανοί και Αυστραλοί λευκοί, δυσαρεστημένοι με τις αποζημιώσεις και τη διανομή γης σε ιθαγενείς Αμερικανούς και αυτόχθονες Αυστραλούς, στηρίζονται όντως σε τέτοιες ανακαλύψεις για να προβάλουν τα επιχειρήματά τους σήμερα. Όχι μόνο οι γηγενείς λαοί, αλλά και μερικοί ανθρωπολόγοι και αρχαιολόγοι που τους μελετούν και ταυτίζονται μαζί τους θεωρούν τις πρόσφατες υποτιθέμενες ανακαλύψεις ως ρατσιστικά ψεύδη.
Έτσι, ορισμένοι από αυτούς καταλήγουν στο άλλο άκρο. Επιμένουν ότι οι γηγενείς λαοί του παρελθόντος υπήρξαν (όπως και οι σύγχρονοι γηγενείς) ήπιοι και οικολογικά σοφοί διαχειριστές του περιβάλλοντος τους, γνώριζαν βαθιά και σέβονταν τη φύση, ζούσαν αθώα σε έναν πραγματικό Κήπο τής Εδέμ και ποτέ δεν θα μπορούσαν να είχαν κάνει όλα αυτά τα άσχημα πράγματα. Όπως κάποτε μου είπε ένας κυνηγός από τη Νέα Γουινέα, «Αν κάποια μέρα καταφέρω να πετύχω ένα μεγάλο περιστέρι σε συγκεκριμένη κατεύθυνση από το χωριό μας, περιμένω να περάσει μία εβδομάδα πριν ξανακυνηγήσω περιστέρια, και τότε πηγαίνω στην αντίθετη κατεύθυνση». Μόνο οι μοχθηροί κάτοικοι του σύγχρονου Πρώτου Κόσμου αγνοούν τη φύση, δεν σέβονται το περιβάλλον και το καταστρέφουν.
Στην πραγματικότητα, και οι δύο ακραίες πλευρές σε τούτη τη διχογνωμία —οι ρατσιστές και όσοι πιστεύουν σε μια αρχαία Εδέμ— κάνουν το λάθος να θεωρούν τους γηγενείς λαούς του παρελθόντος ως θεμελιωδώς διαφορετικούς (είτε κατώτερους είτε ανώτερους) από τους σύγχρονους λαούς του Πρώτου Κόσμου. Η αειφόρος διαχείριση των πόρων του περιβάλλοντος υπήρξε ανέκαθεν δύσκολη, αφότου ο Homo sapiens κατέστη πιο εφευρετικός και αποτελεσματικός, αναπτύσσοντας την κυνηγετική τέχνη πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Από τον πρώτο αποικισμό της αυστραλιανής ηπείρου, γύρω στα 46.000 χρόνια πριν, και την επακόλουθη ταχεία εξαφάνιση των περισσότερων από τα παλιά γιγάντια μαρσιποφόρα και τα άλλα μεγάλα ζώα της Αυστραλίας, κάθε αποικισμός μιας ακατοίκητης προηγουμένως γήινης μάζας —είτε της Αυστραλίας, της Βόρειας Αμερικής, της Νότιας Αμερικής, της Μαδαγασκάρης, των νησιών της Μεσογείου ή της Χαβάης, της Νέας Ζηλανδίας και δεκάδων άλλων νησιών του Ειρηνικού— συνοδεύτηκε και από ένα κύμα εξαφάνισης μεγάλων ζώων τα οποία είχαν εξελιχθεί χωρίς να φοβούνται τους ανθρώπους και έτσι σκοτώθηκαν εύκολα ή υπέκυψαν σε ανθρωπογενείς αλλαγές των ενδιαιτημάτων, σε νέα είδη παρασίτων και σε ασθένειες.
Κάθε λαός μπορεί να πέσει στην παγίδα της υπερεκμετάλλευσης των πόρων του περιβάλλοντος, λόγω προβλημάτων που είναι πανταχού παρόντα και τα οποία θα εξετάσουμε αργότερα σε τούτο το βιβλίο: το γεγονός ότι οι πόροι αρχικά φαίνονται ανεξάντλητα άφθονοι· ότι τα σημάδια της επερχόμενης εξάντλησής τους καλύπτονται από τις κανονικές διακυμάνσεις των επιπέδων των πόρων με τα χρόνια ή τις δεκαετίες· ότι είναι δύσκολο οι άνθρωποι να πειστούν να περιορίσουν την εκμετάλλευση ενός κοινού πόρου (η λεγάμενη «τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων)· τέλος, ότι η συνθετότητα των οικοσυστημάτων συχνά καθιστά πρακτικός αδύνατη την πρόβλεψη των συνεπειών κάποιας διαταραχής που προκαλεί ο άνθρωπος, ακόμη και για έναν επαγγελματία οικολόγο. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα —τα οποία δύσκολα μπορούμε να διαχειριστούμε σήμερα— σίγουρα ήταν ακόμη δυσκολότερο στο παρελθόν να τα διαχειριστεί κανείς. Ιδιαίτερα για αρχαίους μη εγγράμματους λαούς, που δεν μπορούσαν να διαβάσουν μελέτες περί κοινωνικών καταρρεύσεων, η οικολογική καταστροφή συνιστούσε μάλλον μια τραγική, απρόβλεπτη και αθέλητη συνέπεια των καλύτερων προσπαθειών τους, παρά έναν ηθικά κατακριτέο, τυφλό ή συνειδητό εγωισμό. Όσες κοινωνίες κατέληξαν στην κατάρρευση ήταν (όπως οι Μάγια) μάλλον μερικές από τις πιο δημιουργικές και (για ένα διάστημα) τις πιο ανεπτυγμένες και επιτυχημένες της εποχής τους, παρά ανόητες και πρωτόγονες.
Οι λαοί του παρελθόντος δεν ήταν ούτε αδαείς και κακοί διαχειριστές που τους άξιζε να εξοντωθούν ή να ξεκληριστούν ούτε παντογνώστες και ευσυνείδητοι περιβαλλοντολόγοι που έλυναν προβλήματα τα οποία εμείς αδυνατούμε σήμερα να λύσουμε. Ήταν άνθρωποι σαν εμάς και αντιμετώπιζαν προβλήματα σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνα που εμείς αντιμετωπίζουμε σήμερα. Άλλοτε πετύχαιναν και άλλοτε αποτύγχαναν, για τους ίδιους λόγους που και εμείς σήμερα ενίοτε πετυχαίνουμε ενίοτε αποτυγχάνουμε. Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα και σε εκείνη που αντιμετώπισαν λαοί του παρελθόντος· υπάρχουν, ωστόσο, και αρκετές ομοιότητες ώστε να μπορούμε να μάθουμε από το παρελθόν.
Πάνω από όλα, θεωρώ κοντόφθαλμο και επικίνδυνο να επικαλούμαστε ιστορικές υποθέσεις για τις περιβαλλοντικές πρακτικές των ιθαγενών λαών, προκειμένου να στηρίξουμε τη δίκαιη αντιμετώπισή τους. Σε πολλές ή στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν άφθονες αποδείξεις ότι η υπόθεση αυτή (σχετικά με την περιβαλλοντολογία τύπου Εδέμ) είναι λανθασμένη. Η επίκληση της εν λόγω υπόθεσης υπονοεί ότι θα έπρεπε να τους κακομεταχειριστούμε σε περίπτωση που δεν ίσχυε. Στην πραγματικότητα, η αντίθεση στην κακομεταχείρισή τους δεν βασίζεται σε καμία ιστορική υπόθεση σχετικά με τις περιβαλλοντικές πρακτικές τους: βασίζεται σε μια ηθική αρχή, στην παραδοχή δηλαδή ότι δεν πρέπει ένας λαός να ξεκληρίζει, να υποτάσσει ή να εξοντώνει κάποιον άλλο λαό.
Αυτά, όσον αφορά τη διχογνωμία σχετικά με τις οικολογικές καταρρεύσεις του παρελθόντος. Όσο για τις περιπλοκές, φυσικά και δεν αληθεύει ότι όλες οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν εξαιτίας κάποιας περιβαλλοντικής καταστροφής: στο παρελθόν, μερικές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι· το πραγματικό ερώτημα λοιπόν έγκειται στο γιατί μερικές μόνο κοινωνίες αποδείχθηκαν ευάλωτες και σε τι διέφεραν όσες κατέρρευσαν από εκείνες που επιβίωσαν. Μερικές από τις κοινωνίες που θα εξετάσω, όπως των Ισλανδών και των Τικοπιανών, πέτυχαν να λύσουν εξαιρετικώς δύσκολα περιβαλλοντικά προβλήματα και να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα, εξακολουθώντας να είναι ισχυρές και σήμερα. Για παράδειγμα, όταν οι πρώτοι νορβηγοί άποικοι της Ισλανδίας συνάντησαν ένα περιβάλλον εκ πρώτης όψεως παρόμοιο με εκείνο της Νορβηγίας —αλλά πολύ διαφορετικό στην πραγματικότητα—, κατέστρεψαν ακούσια το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του ισλανδικού εδάφους και τα περισσότερα δάση του νησιού.
Η Ισλανδία υπήρξε για μεγάλο διάστημα η πιο φτωχή και πιο κατεστραμμένη οικολογικά χώρα της Ευρώπης. Εντούτοις, οι Ισλανδοί τελικά διδάχθηκαν από την εμπειρία τους, υιοθέτησαν εντατικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και απολαμβάνουν σήμερα ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν εθνικά εισοδήματα στον κόσμο. Οι Τικοπιανοί κατοικούν σε ένα μικροσκοπικό νησί το οποίο βρίσκεται τόσο μακριά από οποιονδήποτε γείτονα ώστε υποχρεώθηκαν να γίνουν αυτάρκεις σχεδόν στα πάντα· διαχειρίστηκαν, ωστόσο, τους πόρους τους τόσο σχολαστικά και ρύθμισαν το μέγεθος του πληθυσμού τους με τόση προσοχή ώστε το νησί τους παραμένει παραγωγικό, έπειτα από 3.000 χρόνια ανθρώπινης παρουσίας. Έτσι, το ανά χείρας βιβλίο δεν αποτελεί μια αδιάκοπη σειρά από καταθλιπτικές ιστορίες αποτυχιών, αλλά περιλαμβάνει επίσης και ιστορίες επιτυχιών που αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση και εμπνέουν αισιοδοξία.
Επιπρόσθετα, δεν γνωρίζω καμία περίπτωση κατά την οποία η κατάρρευση κάποιας κοινωνίας να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε περιβαλλοντική καταστροφή: συμβάλλουν πάντα και άλλοι παράγοντες. Όταν άρχισα να σχεδιάζω το παρόν βιβλίο, δεν υπολόγισα αυτές τις περιπλοκές και νόμιζα, αφελώς, ότι το βιβλίο θα αναφερόταν απλώς σε περιβαλλοντικές καταστροφές. Τελικά, κατέληξα σε ένα πλαίσιο πέντε σημείων σχετικά με πιθανούς ενεχόμενους παράγοντες, τα οποία εξετάζω τώρα προσπαθώντας να κατανοήσω κάθε θεωρούμενη ως περιβαλλοντική κατάρρευση. Τέσσερα από αυτά τα σύνολα παραγόντων —περιβαλλοντική καταστροφή, κλιματική αλλαγή, εχθρικοί γείτονες και φιλικοί εμπορικοί εταίροι— ίσως αποδειχθούν σημαντικά, ίσως και όχι, για μια συγκεκριμένη κοινωνία. Η πέμπτη ομάδα παραγόντων —οι αντιδράσεις της κοινωνίας στα περιβαλλοντικά της προβλήματα-—-πάντα αποδεικνύεται σημαντική. Ας εξετάσουμε τούτες τις πέντε ομάδες παραγόντων μία προς μία, με μια σειρά που δεν υποδηλώνει προτεραιότητα αιτίων, αλλά διευκολύνει απλώς την παρουσίαση.
Μια πρώτη ομάδα παραγόντων αφορά τη ζημιά που οι άνθρωποι προκαλούν από αμέλεια στο περιβάλλον τους, όπως ανέφερα ήδη. Η έκταση και η αναστρεψιμότητα της ζημιάς αυτής εξαρτώνται εν μέρει από τις πράξεις και τις συνήθειες των ανθρώπων (για παράδειγμα, πόσα δέντρα κόβουν ανά στρέμμα ετησίως) και εν μέρει από ιδιότητες του περιβάλλοντος (όπως εκείνες που καθορίζουν πόσα νεαρά φυτά βλασταίνουν ανά στρέμμα και με τι ετήσιο ρυθμό αναπτύσσονται τα δενδρύλλια). Αυτές οι ιδιότητες του περιβάλλοντος αναφέρονται είτε ως «ευπάθεια» (ευαισθησία σε ζημιές) είτε ως «ανθεκτικότητα» (δυνατότητα ανάκαμψης από ζημιές), ενώ μπορεί κανείς να αναφέρεται χωριστά στην ευπάθεια ή την ανθεκτικότητα των δασών, των εδαφών, του ιχθυοπληθυσμού κ.λπ. μιας περιοχής. Επομένως, οι λόγοι για τους οποίους μόνο ορισμένες κοινωνίες υπέστησαν περιβαλλοντικές καταρρεύσεις μπορεί καταρχήν να σχετίζονται είτε με εξαιρετική επιπολαιότητα των λαών τους είτε με εξαιρετική ευπάθεια κάποιων όψεων του περιβάλλοντος τους, ή και με τα δύο.
Το επόμενο σημείο στο υπό εξέταση πλαίσιο των πέντε σημείων είναι η κλιματική αλλαγή, όρος τον οποίο σήμερα τείνουμε να συνδέουμε με την παγκόσμια θέρμανση που προκαλούν οι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα, το κλίμα μπορεί να γίνεται θερμότερο ή ψυχρότερο, υγρότερο ή ξηρότερο, λιγότερο ή περισσότερο μεταβλητό μέσα σε μήνες ή σε χρόνια, λόγω αλλαγών στις φυσικές δυνάμεις που το διαμορφώνουν και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους. Παραδείγματα τέτοιων δυνάμεων αποτελούν οι μεταβολές στη θερμότητα που εκπέμπει ο Ήλιος, οι εκρήξεις ηφαιστείων που εκτοξεύουν σκόνη στην ατμόσφαιρα, οι αλλαγές στον προσανατολισμό του άξονα της Γης σε σχέση με την τροχιά της και οι αλλαγές στην κατανομή της ξηράς και του ωκεανού στην επιφάνεια της Γης. Μερικές από τις πολυσυζητημένες περιπτώσεις φυσικής κλιματικής αλλαγής είναι η επέκταση και η υποχώρηση ηπειρωτικών στρωμάτων πάγου κατά τη διάρκεια των Εποχών των Παγετώνων που άρχισαν πριν από 2 και πλέον εκατομμύρια χρόνια, η επονομαζόμενη Μικρή Εποχή των Παγετώνων από το 1400 έως το 1800 μ.Χ. περίπου και η παγκόσμια πτώση της θερμοκρασίας μετά την τεράστια ηφαιστειακή έκρηξη του Όρους Ταμπόρα της Ινδονησίας στις 5 Απριλίου 1815. Εκείνη η έκρηξη εκτόξευσε τόσο πολλή σκόνη στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας ώστε η ποσότητα ηλιακού φωτός που έφτανε στο έδαφος μειώθηκε έως ότου κατακάθισε η σκόνη, προκαλώντας εκτεταμένους λιμούς ακόμη και στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών και της μειωμένης συγκομιδής το καλοκαίρι τού 1816 («η χρονιά χωρίς καλοκαίρι»).
Η κλιματική αλλαγή αποτέλεσε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ ό,τι σήμερα για κοινωνίες του παρελθόντος στις οποίες δεν υπήρχε γραπτός λόγος και όπου η μέση διάρκεια ανθρώπινης ζωής ήταν μικρότερη, διότι το κλίμα σε πολλά μέρη του κόσμου τείνει να μεταβάλλεται όχι απλώς από τον ένα χρόνο στον άλλο αλλά σε μια χρονική κλίμακα πολλών δεκαετιών· για παράδειγμα, πολλές υγρές δεκαετίες τις οποίες ακολουθεί μισός αιώνας ξηρασίας. Σε πολλές προϊστορικές κοινωνίες, η μέση διάρκεια μίας ανθρώπινης γενιάς.
Η μεσαιωνική Γροιλανδία των Σκανδιναβών είναι μία μόνο από τις πολλές κοινωνίες του παρελθόντος που κατέρρευσαν ή εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω τους μνημειώδη ερείπια σαν εκείνα που φαντάστηκε ο Σέλεϊ στο ποίημά του Οζυμανδίας.
Λέγοντας κατάρρευση, εννοώ μια δραματική μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού και/ή της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνθετότητας, σε σημαντική έκταση και για μεγάλη χρονική περίοδο. Συνεπώς, το φαινόμενο των καταρρεύσεων συνιστά ακραία μορφή αρκετών ηπιότερων τύπων παρακμής —και θα οδηγηθούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε πόσο δραστική πρέπει να είναι η παρακμή μιας κοινωνίας προκειμένου να χαρακτηριστεί ως κατάρρευση.
Μερικοί από τους ηπιότερους τύπους παρακμής περιλαμβάνουν: τις μικρές και συνηθισμένες διακυμάνσεις της τύχης και τις μικρής έκτασης πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις κάθε κοινωνίας· την κατάχτηση μιας κοινωνίας από ένα γείτονα ή την παρακμή της, που συναρτάται με την ακμή του γείτονα, χωρίς όμως αλλαγή στο συνολικό μέγεθος του πληθυσμού ή τη συνθετότητα ολόκληρης της περιοχής· τέλος, την αντικατάσταση ή την ανατροπή μιας άρχουσας ελίτ από κάποια άλλη. Με τα μέτρα αυτά, διάσημα θύματα ολοκληρωτικής κατάρρευσης παρά ηπιότερης απλώς παρακμής θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι εξής κοινωνίες του παρελθόντος: οι Ανασάζι (στο Τσάκο Κάνιον) και Καχόκια εντός των ορίων των σύγχρονων ΗΠΑ, οι πόλεις των Μάγια στην Κεντρική Αμερική, οι κοινωνίες Μότσε και Τιγουανάκου στη Νότια Αμερική, η Μυκηναϊκή Ελλάδα και η Μινωική Κρήτη στην Ευρώπη, η Μεγάλη Ζιμπάμπουε στην Αφρική, η Άνγκορ Γουάτ και οι πόλεις των Χαράπα της Κοιλάδας του Ινδού στην Ασία και το Νησί τού Πάσχα στον Ειρηνικό Ωκεανό .
Τα μνημειώδη ερείπια που άφησαν πίσω τους εκείνες οι κοινωνίες του παρελθόντος ασκούν μια ρομαντική γοητεία σε όλους μας. Τα θαυμάζουμε από παιδιά, καθώς πρωτομαθαίνουμε για εκείνα μέσα από εικόνες. Όταν μεγαλώνουμε, πολλοί από εμάς σχεδιάζουμε τις διακοπές μας έτσι ώστε να τα απολαύσουμε άμεσα. Γοητευόμαστε όχι μόνο από την εντυπωσιακή και μαγευτική ομορφιά τους, αλλά και από τα μυστήρια που τα συνοδεύουν. Η κλίμακα των ερειπίων είναι μάρτυρας του πλούτου και της δύναμης εκείνων που τα έκτισαν —σαν να κομπάζουν «Κοιτάξτε τα έργα μου, εσείς οι ισχυροί, και απελπιστείτε!», με τα λόγια τού Σέλεϊ. Όμως οι δημιουργοί τους χάθηκαν, εγκαταλείποντας τις μεγάλες κατασκευές που είχαν οικοδομήσει με τόσους κόπους.
Πώς μπόρεσε μια τόσο ισχυρή κοινωνία να οδηγηθεί σε κατάρρευση; Ποια ήταν η τύχη των πολιτών της; Έφυγαν, και (αν έφυγαν) γιατί, ή μήπως πέθαναν εκεί με κάποιον δυσάρεστο τρόπο; Πίσω από τούτο το ρομαντικό μυστήριο κρύβεται το βασανιστικό ερώτημα: Μπορεί άραγε και η δική μας πλούσια κοινωνία να έχει παρόμοια τύχη; Θα αντικρίσουν κάποια μέρα οι τουρίστες με δέος τα σκουριασμένα κουφάρια των ουρανοξυστών της Νέας Υόρκης, όπως εμείς αντικρίζουμε σήμερα σκεπασμένα από τη ζούγκλα τα ερείπια των πόλεων των Μάγια;
Από καιρό υπήρχε η υποψία ότι πολλές από τις μυστηριώδεις εκείνες καταρρεύσεις πολιτισμών προκλήθηκαν, τουλάχιστον εν μέρει, από οικολογικά προβλήματα: οι άνθρωποι κατέστρεψαν από αμέλεια τους περιβαλλοντικούς πόρους από τους οποίους ήταν εξαρτημένες οι κοινωνίες τους. Η υποψία για ακούσια οικολογική αυτοκτονία —«οικοκτονία»— έχει επιβεβαιωθεί από ανακαλύψεις που έκαναν στις τελευταίες δεκαετίες αρχαιολόγοι, κλιματολόγοι, ιστορικοί, παλαιοντολόγοι και παλυνολόγοι (επιστήμονες που μελετούν τη γύρη). Οι διαδικασίες μέσω των οποίων κοινωνίες του παρελθόντος αυτο-υπονομεύθηκαν καταστρέφοντας το περιβάλλον τους ανήκουν σε οκτώ κατηγορίες, διαφορετικής σχετικής σημασίας κατά περίπτωση: αποδάσωση και καταστροφή ενδιαιτημάτων, προβλήματα του εδάφους (διάβρωση, αλάτωση και απώλεια της γονιμότητας του εδάφους), προβλήματα διαχείρισης των υδάτων, υπερθηρία, υπεραλίευση, επίδραση εισαγόμενων ειδών σε αυτόχθονο είδη, αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού και αυξημένη κατά κεφαλήν επίδραση των ανθρώπων.
Οι καταρρεύσεις αυτές του παρελθόντος συνήθως ακολουθούν κάπως παρόμοιες πορείες, συνιστώντας παραλλαγές στο ίδιο θέμα: Η αύξηση του πληθυσμού ανάγκαζε τους ανθρώπους να υιοθετήσουν εντατικότερα μέσα αγροτικής παραγωγής (όπως η άρδευση, η διπλοσπορά ή οι αναβαθμίδες) και να επεκτείνουν την καλλιέργεια από τα κύρια εδάφη πρώτης επιλογής σε εδάφη οριακής απόδοσης, προκειμένου να τραφούν όλο και περισσότερα πεινασμένα στόματα. Ατελέσφορες πρακτικές οδήγησαν σε περιβαλλοντικές καταστροφές ενός ή περισσότερων από τους τύπους που αναφέρθηκαν, με αποτέλεσμα τα καλλιεργήσιμα εδάφη οριακής απόδοσης να χρειαστεί πάλι να εγκαταλειφθούν. Οι συνέπειες για την κοινωνία ήταν η έλλειψη τροφίμων, ο λιμός, οι πόλεμοι ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους που αγωνίζονταν για λίγους πόρους και οι ανατροπές κυρίαρχων ελίτ από απογοητευμένες μάζες. Τελικά, ο πληθυσμός μειωνόταν λόγω του λιμού, των πολέμων ή των ασθενειών, ενώ η κοινωνία έχανε κάποια από την πολιτική, οικονομική και πολιτισμική συνθετότητα που είχε αναπτύξει στην ακμή της.
Οι συγγραφείς υποκύπτουν συχνά στον πειρασμό να επισημαίνουν τις αναλογίες ανάμεσα στην πορεία εκείνων των κοινωνιών και την ανθρώπινη ζωή —κάνοντας λόγο για τη γέννηση, την ανάπτυξη, την ακμή, τα γηρατειά και το θάνατο μιας κοινωνίας— και να υποθέτουν ότι η μακροχρόνια περίοδος των γηρατειών που οι περισσότεροι από εμάς διατρέχουμε από τα χρόνια της ακμής μέχρι το θάνατό μας ισχύει και για τις κοινωνίες. Αλλά η συγκεκριμένη μεταφορά αποδεικνύεται λανθασμένη για πολλές κοινωνίες του παρελθόντος (και για τη σύγχρονη Σοβιετική Ένωση): παρήκμασαν γοργά μετά το αποκορύφωμά τους σε αριθμούς και δύναμη, ενώ η ραγδαία παρακμή τους πρέπει να προκάλεσε έκπληξη και σοκ στους πολίτες τους. Στις χειρότερες περιπτώσεις ολοκληρωτικής κατάρρευσης, όλα τα μέλη της κοινωνίας είτε μετανάστευσαν είτε πέθαναν. Εντούτοις, τη θλιβερή αυτή πορεία προφανώς δεν ακολούθησαν απαρέγκλιτα μέχρι το τέλος όλες οι κοινωνίες του παρελθόντος: διαφορετικές κοινωνίες κατέρρευσαν σε διαφορετικό βαθμό και με κάπως διαφορετικούς τρόπους, ενώ πολλές κοινωνίες δεν κατέρρευσαν ποτέ.
Στην εποχή μας, ένας τέτοιος κίνδυνος προκαλεί όλο και περισσότερη αγωνία- πράγματι, καταρρεύσεις έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στη Σομαλία, τη Ρουάντα και μερικές άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Πολλοί φοβούνται ότι η οικοκτονία έφτασε πλέον στο σημείο να επισκιάζει τον πυρηνικό πόλεμο και τις αναδυόμενες νόσους, ως απειλή για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα περιλαμβάνουν εκείνα τα οκτώ προβλήματα τα οποία υπονόμευσαν κοινωνίες του παρελθόντος συν τέσσερα καινούργια: τις ανθρωπογενείς κλιματικές αλλαγές, τη συσσώρευση τοξικών χημικών ουσιών στο περιβάλλον, το ενεργειακό έλλειμμα και την πλήρη χρησιμοποίηση της γήινης φωτοσυνθετικής ικανότητας από τον άνθρωπο. Λέγεται ότι οι περισσότερες από τις εν λόγω δώδεκα απειλές θα γίνουν καθολικά κρίσιμες στις επόμενες λίγες δεκαετίες: είτε θα λύσουμε τα προβλήματα μέχρι τότε είτε αυτά θα υπονομεύσουν όχι μόνο τη Σομαλία, αλλά και τις κοινωνίες του Πρώτου Κόσμου.
Αντί για ένα σενάριο καταστροφής που θα περιγράφει την εξαφάνιση του ανθρώπου ή μια βιβλική κατάρρευση του βιομηχανικού πολιτισμού, πολύ πιθανότερο ίσως αποδειχθεί «απλώς» ένα μέλλον σημαντικά κατώτερου βιοτικού επιπέδου, μόνιμα υψηλότερων κινδύνων και υπονόμευσης όσων σήμερα θεωρούμε ως βασικές αξίες μας. Μια τέτοια κατάρρευση θα μπορούσε να πάρει διάφορες μορφές, όπως η παγκόσμια εξάπλωση νόσων ή και πολέμων, που θα πυροδοτηθούν τελικά από τη σπανιότητα των περιβαλλοντικών πόρων. Αν τούτη η σκέψη είναι σωστή, τότε οι προσπάθειές μας σήμερα θα καθορίσουν την κατάσταση του κόσμου στην οποία η τωρινή γενιά παιδιών και νεαρών ενηλίκων θα ζήσει κατά τη μέση και μεγάλη ηλικία της.
Αλλά η σοβαρότητα των σύγχρονων αυτών περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι έντονα αμφιλεγόμενη. Μήπως οι κίνδυνοι μεγαλοποιούνται ή, αντιθέτως, υποτιμιόνται; Μπορούμε άραγε να διανοηθούμε ότι ο σύγχρονος ανθρώπινος πληθυσμός των 7 σχεδόν δισεκατομμυρίων, με την πανίσχυρη σύγχρονη τεχνολογία, προκαλεί την καθολική κατάρρευση του περιβάλλοντος μας με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από εκείνους με τους οποίους λίγα μόνο εκατομμύρια ανθρώπων με λίθινα και ξύλινα εργαλεία το έκαναν ήδη να καταρρεύσει τοπικά στο παρελθόν; Θα λύσει η σύγχρονη τεχνολογία τα προβλήματά μας ή μήπως δημιουργεί καινούργια προβλήματα ταχύτερα από όσο λύνει τα παλιά; Όταν εξαντλούμε έναν πόρο (λόγου χάρη, ξυλεία, πετρέλαιο ή τα ψάρια του ωκεανού), μπορούμε να βασιζόμαστε στη δυνατότητα υποκατάστασής του με κάποιον νέο πόρο (για παράδειγμα, πλαστικά, αιολική και ηλιακή ενέργεια ή ψάρια των ιχθυοτροφείων); Μήπως τάχα δεν μειώνεται ο ρυθμός αύξησης του ανθρώπινου πληθυσμού, ώστε να προχωρούμε ήδη προς μια σταθεροποίησή του σε βιώσιμα επίπεδα;
Όλα τούτα τα ερωτήματα υπογραμμίζουν τους λόγους για τους οποίους εκείνες οι περιβόητες καταρρεύσεις παλιών πολιτισμών δεν συνιστούν απλώς ένα ρομαντικό μυστήριο, αλλά έχουν αποκτήσει βαθύτερο νόημα. Ίσως μπορούμε να αποκομίσουμε μερικά πρακτικά μαθήματα από τέτοια γεγονότα. Γνωρίζουμε ότι μερικές παλιές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι: τι κατέστησε λοιπόν ορισμένες κοινωνίες ιδιαίτερα τρωτές; Με ποιες ακριβώς διαδικασίες οι παλιές κοινωνίες διέπραξαν οικοκτονία; Γιατί μερικές παλιές κοινωνίες δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τη δεινή κατάσταση στην οποία περιέρχονταν και η οποία (μπορούμε να σκεφθούμε εκ των υστέρων) πρέπει να ήταν προφανής; Ποιες προσπάθειες ευοδώθηκαν στο παρελθόν; Αν μπορούσαμε να απαντήσουμε σε τούτα τα ερωτήματα, ίσως διαπιστώναμε ποιες κοινωνίες διατρέχουν τώρα τον μεγαλύτερο κίνδυνο και ποια μέτρα θα μπορούσαν να τις βοηθήσουν καλύτερα, χωρίς να περιμένουμε και άλλες καταρρεύσεις τύπου Σομαλίας.
Αλλά υπάρχουν επίσης και διαφορές ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις παλιές εκείνες κοινωνίες. Θα ήμασταν πολύ αφελείς αν νομίζαμε ότι η μελέτη του παρελθόντος θα προσφέρει απλές λύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν κατευθείαν στις σημερινές κοινωνίες μας. Διαφέρουμε από τις παλιές κοινωνίες ως προς μερικές απόψεις οι οποίες σημαίνουν μικρότερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες· μερικές από τις συχνά μνημονευόμενες τέτοιες απόψεις επικαλούνται την ισχυρή τεχνολογία μας (τα ευεργετικά της δηλαδή αποτελέσματα), την παγκοσμιοποίηση, τη σύγχρονη ιατρική και τη μεγαλύτερη γνώση για τις παλιές και τις απομονωμένες σύγχρονες κοινωνίες. Διαφέρουμε επίσης από τις παλιές κοινωνίες ως προς ορισμένες απόψεις που σημαίνουν μεγαλύτερους κινδύνους για εμάς απ’ ό,τι για εκείνες: αναφέρονται σχετικά, πάλι, η ισχυρή μας τεχνολογία (δηλαδή, τα ακούσια καταστροφικά αποτελέσματά της), η παγκοσμιοποίηση (έτσι ώστε μια κατάρρευση ακόμη και στη μακρινή Σομαλία να επηρεάζει τις ΗΠΑ και την Ευρώπη), η εξάρτηση εκατομμυρίων (και, σύντομα, δισεκατομμυρίων) από τη σύγχρονη ιατρική για την επιβίωσή τους και ο πολύ μεγαλύτερος ανθρώπινος πληθυσμός. Ίσως μπορούμε, ωστόσο, να διδαχθούμε από το παρελθόν, αλλά μόνο αν αναλογιστούμε προσεκτικά τα μαθήματα που μας προσφέρει.
Η προσπάθεια κατανόησης των καταρρεύσεων του παρελθόντος χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μία μεγάλη διχογνωμία και τέσσερις περιπλοκές. Η διχογνωμία αφορά την αντίσταση στην ιδέα ότι οι λαοί του παρελθόντος (μερικοί από τους οποίους είναι ως γνωστόν πρόγονοι λαών που υπάρχουν έως σήμερα και κάνουν την παρουσία τους αισθητή) συνέβαλαν με τις πράξεις τους στην ίδια τους την παρακμή. Έχουμε πολύ μεγαλύτερη συνείδηση των περιβαλλοντικών καταστροφών τώρα απ’ ό,τι είχαμε πριν από λίγες δεκαετίες. Ακόμη και ανακοινώσεις σε δωμάτια ξενοδοχείων επικαλούνται σήμερα την αγάπη για το περιβάλλον, ώστε να μας κάνουν να αισθανθούμε ενοχή αν ζητήσουμε καθαρές πετσέτες ή αφήσουμε το νερό να τρέχει. Η ζημιά στο περιβάλλον σήμερα θεωρείται ηθικώς κατακριτέα.
Διόλου παράξενο λοιπόν που οι ιθαγενείς κάτοικοι της Χαβάης και οι Μαορί δεν θέλουν να ακούνε από τους παλαιοντολόγους ότι οι πρόγονοί τους εξόντωσαν τα μισά από τα είδη πτηνών που είχαν εξελιχθεί στον τόπο τους, ή που οι ιθαγενείς Αμερικανοί δεν θέλουν να ακούνε από τους αρχαιολόγους ότι οι Ανασάζι αποψίλωσαν περιοχές των νοτιοδυτικών ΗΠΑ. Οι υποτιθέμενες ανακαλύψεις των παλαιοντολόγων και των αρχαιολόγων ηχούν στα αφτιά ορισμένων ως ένα ακόμα ρατσιστικό πρόσχημα το οποίο προβάλλουν οι λευκοί για να ξεκληρίσουν τους γηγενείς λαούς. Είναι σαν να τους λένε οι επιστήμονες «Οι πρόγονοί σας υπήρξαν κακοί διαχειριστές της γης τους, άρα τους άξιζε να τη χάσουν». Μερικοί Αμερικανοί και Αυστραλοί λευκοί, δυσαρεστημένοι με τις αποζημιώσεις και τη διανομή γης σε ιθαγενείς Αμερικανούς και αυτόχθονες Αυστραλούς, στηρίζονται όντως σε τέτοιες ανακαλύψεις για να προβάλουν τα επιχειρήματά τους σήμερα. Όχι μόνο οι γηγενείς λαοί, αλλά και μερικοί ανθρωπολόγοι και αρχαιολόγοι που τους μελετούν και ταυτίζονται μαζί τους θεωρούν τις πρόσφατες υποτιθέμενες ανακαλύψεις ως ρατσιστικά ψεύδη.
Έτσι, ορισμένοι από αυτούς καταλήγουν στο άλλο άκρο. Επιμένουν ότι οι γηγενείς λαοί του παρελθόντος υπήρξαν (όπως και οι σύγχρονοι γηγενείς) ήπιοι και οικολογικά σοφοί διαχειριστές του περιβάλλοντος τους, γνώριζαν βαθιά και σέβονταν τη φύση, ζούσαν αθώα σε έναν πραγματικό Κήπο τής Εδέμ και ποτέ δεν θα μπορούσαν να είχαν κάνει όλα αυτά τα άσχημα πράγματα. Όπως κάποτε μου είπε ένας κυνηγός από τη Νέα Γουινέα, «Αν κάποια μέρα καταφέρω να πετύχω ένα μεγάλο περιστέρι σε συγκεκριμένη κατεύθυνση από το χωριό μας, περιμένω να περάσει μία εβδομάδα πριν ξανακυνηγήσω περιστέρια, και τότε πηγαίνω στην αντίθετη κατεύθυνση». Μόνο οι μοχθηροί κάτοικοι του σύγχρονου Πρώτου Κόσμου αγνοούν τη φύση, δεν σέβονται το περιβάλλον και το καταστρέφουν.
Στην πραγματικότητα, και οι δύο ακραίες πλευρές σε τούτη τη διχογνωμία —οι ρατσιστές και όσοι πιστεύουν σε μια αρχαία Εδέμ— κάνουν το λάθος να θεωρούν τους γηγενείς λαούς του παρελθόντος ως θεμελιωδώς διαφορετικούς (είτε κατώτερους είτε ανώτερους) από τους σύγχρονους λαούς του Πρώτου Κόσμου. Η αειφόρος διαχείριση των πόρων του περιβάλλοντος υπήρξε ανέκαθεν δύσκολη, αφότου ο Homo sapiens κατέστη πιο εφευρετικός και αποτελεσματικός, αναπτύσσοντας την κυνηγετική τέχνη πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Από τον πρώτο αποικισμό της αυστραλιανής ηπείρου, γύρω στα 46.000 χρόνια πριν, και την επακόλουθη ταχεία εξαφάνιση των περισσότερων από τα παλιά γιγάντια μαρσιποφόρα και τα άλλα μεγάλα ζώα της Αυστραλίας, κάθε αποικισμός μιας ακατοίκητης προηγουμένως γήινης μάζας —είτε της Αυστραλίας, της Βόρειας Αμερικής, της Νότιας Αμερικής, της Μαδαγασκάρης, των νησιών της Μεσογείου ή της Χαβάης, της Νέας Ζηλανδίας και δεκάδων άλλων νησιών του Ειρηνικού— συνοδεύτηκε και από ένα κύμα εξαφάνισης μεγάλων ζώων τα οποία είχαν εξελιχθεί χωρίς να φοβούνται τους ανθρώπους και έτσι σκοτώθηκαν εύκολα ή υπέκυψαν σε ανθρωπογενείς αλλαγές των ενδιαιτημάτων, σε νέα είδη παρασίτων και σε ασθένειες.
Κάθε λαός μπορεί να πέσει στην παγίδα της υπερεκμετάλλευσης των πόρων του περιβάλλοντος, λόγω προβλημάτων που είναι πανταχού παρόντα και τα οποία θα εξετάσουμε αργότερα σε τούτο το βιβλίο: το γεγονός ότι οι πόροι αρχικά φαίνονται ανεξάντλητα άφθονοι· ότι τα σημάδια της επερχόμενης εξάντλησής τους καλύπτονται από τις κανονικές διακυμάνσεις των επιπέδων των πόρων με τα χρόνια ή τις δεκαετίες· ότι είναι δύσκολο οι άνθρωποι να πειστούν να περιορίσουν την εκμετάλλευση ενός κοινού πόρου (η λεγάμενη «τραγωδία των κοινόχρηστων πόρων)· τέλος, ότι η συνθετότητα των οικοσυστημάτων συχνά καθιστά πρακτικός αδύνατη την πρόβλεψη των συνεπειών κάποιας διαταραχής που προκαλεί ο άνθρωπος, ακόμη και για έναν επαγγελματία οικολόγο. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα —τα οποία δύσκολα μπορούμε να διαχειριστούμε σήμερα— σίγουρα ήταν ακόμη δυσκολότερο στο παρελθόν να τα διαχειριστεί κανείς. Ιδιαίτερα για αρχαίους μη εγγράμματους λαούς, που δεν μπορούσαν να διαβάσουν μελέτες περί κοινωνικών καταρρεύσεων, η οικολογική καταστροφή συνιστούσε μάλλον μια τραγική, απρόβλεπτη και αθέλητη συνέπεια των καλύτερων προσπαθειών τους, παρά έναν ηθικά κατακριτέο, τυφλό ή συνειδητό εγωισμό. Όσες κοινωνίες κατέληξαν στην κατάρρευση ήταν (όπως οι Μάγια) μάλλον μερικές από τις πιο δημιουργικές και (για ένα διάστημα) τις πιο ανεπτυγμένες και επιτυχημένες της εποχής τους, παρά ανόητες και πρωτόγονες.
Οι λαοί του παρελθόντος δεν ήταν ούτε αδαείς και κακοί διαχειριστές που τους άξιζε να εξοντωθούν ή να ξεκληριστούν ούτε παντογνώστες και ευσυνείδητοι περιβαλλοντολόγοι που έλυναν προβλήματα τα οποία εμείς αδυνατούμε σήμερα να λύσουμε. Ήταν άνθρωποι σαν εμάς και αντιμετώπιζαν προβλήματα σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνα που εμείς αντιμετωπίζουμε σήμερα. Άλλοτε πετύχαιναν και άλλοτε αποτύγχαναν, για τους ίδιους λόγους που και εμείς σήμερα ενίοτε πετυχαίνουμε ενίοτε αποτυγχάνουμε. Ασφαλώς υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε σήμερα και σε εκείνη που αντιμετώπισαν λαοί του παρελθόντος· υπάρχουν, ωστόσο, και αρκετές ομοιότητες ώστε να μπορούμε να μάθουμε από το παρελθόν.
Πάνω από όλα, θεωρώ κοντόφθαλμο και επικίνδυνο να επικαλούμαστε ιστορικές υποθέσεις για τις περιβαλλοντικές πρακτικές των ιθαγενών λαών, προκειμένου να στηρίξουμε τη δίκαιη αντιμετώπισή τους. Σε πολλές ή στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν άφθονες αποδείξεις ότι η υπόθεση αυτή (σχετικά με την περιβαλλοντολογία τύπου Εδέμ) είναι λανθασμένη. Η επίκληση της εν λόγω υπόθεσης υπονοεί ότι θα έπρεπε να τους κακομεταχειριστούμε σε περίπτωση που δεν ίσχυε. Στην πραγματικότητα, η αντίθεση στην κακομεταχείρισή τους δεν βασίζεται σε καμία ιστορική υπόθεση σχετικά με τις περιβαλλοντικές πρακτικές τους: βασίζεται σε μια ηθική αρχή, στην παραδοχή δηλαδή ότι δεν πρέπει ένας λαός να ξεκληρίζει, να υποτάσσει ή να εξοντώνει κάποιον άλλο λαό.
Αυτά, όσον αφορά τη διχογνωμία σχετικά με τις οικολογικές καταρρεύσεις του παρελθόντος. Όσο για τις περιπλοκές, φυσικά και δεν αληθεύει ότι όλες οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν εξαιτίας κάποιας περιβαλλοντικής καταστροφής: στο παρελθόν, μερικές κοινωνίες κατέρρευσαν, ενώ άλλες όχι· το πραγματικό ερώτημα λοιπόν έγκειται στο γιατί μερικές μόνο κοινωνίες αποδείχθηκαν ευάλωτες και σε τι διέφεραν όσες κατέρρευσαν από εκείνες που επιβίωσαν. Μερικές από τις κοινωνίες που θα εξετάσω, όπως των Ισλανδών και των Τικοπιανών, πέτυχαν να λύσουν εξαιρετικώς δύσκολα περιβαλλοντικά προβλήματα και να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα, εξακολουθώντας να είναι ισχυρές και σήμερα. Για παράδειγμα, όταν οι πρώτοι νορβηγοί άποικοι της Ισλανδίας συνάντησαν ένα περιβάλλον εκ πρώτης όψεως παρόμοιο με εκείνο της Νορβηγίας —αλλά πολύ διαφορετικό στην πραγματικότητα—, κατέστρεψαν ακούσια το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του ισλανδικού εδάφους και τα περισσότερα δάση του νησιού.
Η Ισλανδία υπήρξε για μεγάλο διάστημα η πιο φτωχή και πιο κατεστραμμένη οικολογικά χώρα της Ευρώπης. Εντούτοις, οι Ισλανδοί τελικά διδάχθηκαν από την εμπειρία τους, υιοθέτησαν εντατικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και απολαμβάνουν σήμερα ένα από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν εθνικά εισοδήματα στον κόσμο. Οι Τικοπιανοί κατοικούν σε ένα μικροσκοπικό νησί το οποίο βρίσκεται τόσο μακριά από οποιονδήποτε γείτονα ώστε υποχρεώθηκαν να γίνουν αυτάρκεις σχεδόν στα πάντα· διαχειρίστηκαν, ωστόσο, τους πόρους τους τόσο σχολαστικά και ρύθμισαν το μέγεθος του πληθυσμού τους με τόση προσοχή ώστε το νησί τους παραμένει παραγωγικό, έπειτα από 3.000 χρόνια ανθρώπινης παρουσίας. Έτσι, το ανά χείρας βιβλίο δεν αποτελεί μια αδιάκοπη σειρά από καταθλιπτικές ιστορίες αποτυχιών, αλλά περιλαμβάνει επίσης και ιστορίες επιτυχιών που αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση και εμπνέουν αισιοδοξία.
Επιπρόσθετα, δεν γνωρίζω καμία περίπτωση κατά την οποία η κατάρρευση κάποιας κοινωνίας να μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε περιβαλλοντική καταστροφή: συμβάλλουν πάντα και άλλοι παράγοντες. Όταν άρχισα να σχεδιάζω το παρόν βιβλίο, δεν υπολόγισα αυτές τις περιπλοκές και νόμιζα, αφελώς, ότι το βιβλίο θα αναφερόταν απλώς σε περιβαλλοντικές καταστροφές. Τελικά, κατέληξα σε ένα πλαίσιο πέντε σημείων σχετικά με πιθανούς ενεχόμενους παράγοντες, τα οποία εξετάζω τώρα προσπαθώντας να κατανοήσω κάθε θεωρούμενη ως περιβαλλοντική κατάρρευση. Τέσσερα από αυτά τα σύνολα παραγόντων —περιβαλλοντική καταστροφή, κλιματική αλλαγή, εχθρικοί γείτονες και φιλικοί εμπορικοί εταίροι— ίσως αποδειχθούν σημαντικά, ίσως και όχι, για μια συγκεκριμένη κοινωνία. Η πέμπτη ομάδα παραγόντων —οι αντιδράσεις της κοινωνίας στα περιβαλλοντικά της προβλήματα-—-πάντα αποδεικνύεται σημαντική. Ας εξετάσουμε τούτες τις πέντε ομάδες παραγόντων μία προς μία, με μια σειρά που δεν υποδηλώνει προτεραιότητα αιτίων, αλλά διευκολύνει απλώς την παρουσίαση.
Μια πρώτη ομάδα παραγόντων αφορά τη ζημιά που οι άνθρωποι προκαλούν από αμέλεια στο περιβάλλον τους, όπως ανέφερα ήδη. Η έκταση και η αναστρεψιμότητα της ζημιάς αυτής εξαρτώνται εν μέρει από τις πράξεις και τις συνήθειες των ανθρώπων (για παράδειγμα, πόσα δέντρα κόβουν ανά στρέμμα ετησίως) και εν μέρει από ιδιότητες του περιβάλλοντος (όπως εκείνες που καθορίζουν πόσα νεαρά φυτά βλασταίνουν ανά στρέμμα και με τι ετήσιο ρυθμό αναπτύσσονται τα δενδρύλλια). Αυτές οι ιδιότητες του περιβάλλοντος αναφέρονται είτε ως «ευπάθεια» (ευαισθησία σε ζημιές) είτε ως «ανθεκτικότητα» (δυνατότητα ανάκαμψης από ζημιές), ενώ μπορεί κανείς να αναφέρεται χωριστά στην ευπάθεια ή την ανθεκτικότητα των δασών, των εδαφών, του ιχθυοπληθυσμού κ.λπ. μιας περιοχής. Επομένως, οι λόγοι για τους οποίους μόνο ορισμένες κοινωνίες υπέστησαν περιβαλλοντικές καταρρεύσεις μπορεί καταρχήν να σχετίζονται είτε με εξαιρετική επιπολαιότητα των λαών τους είτε με εξαιρετική ευπάθεια κάποιων όψεων του περιβάλλοντος τους, ή και με τα δύο.
Το επόμενο σημείο στο υπό εξέταση πλαίσιο των πέντε σημείων είναι η κλιματική αλλαγή, όρος τον οποίο σήμερα τείνουμε να συνδέουμε με την παγκόσμια θέρμανση που προκαλούν οι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα, το κλίμα μπορεί να γίνεται θερμότερο ή ψυχρότερο, υγρότερο ή ξηρότερο, λιγότερο ή περισσότερο μεταβλητό μέσα σε μήνες ή σε χρόνια, λόγω αλλαγών στις φυσικές δυνάμεις που το διαμορφώνουν και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τους ανθρώπους. Παραδείγματα τέτοιων δυνάμεων αποτελούν οι μεταβολές στη θερμότητα που εκπέμπει ο Ήλιος, οι εκρήξεις ηφαιστείων που εκτοξεύουν σκόνη στην ατμόσφαιρα, οι αλλαγές στον προσανατολισμό του άξονα της Γης σε σχέση με την τροχιά της και οι αλλαγές στην κατανομή της ξηράς και του ωκεανού στην επιφάνεια της Γης. Μερικές από τις πολυσυζητημένες περιπτώσεις φυσικής κλιματικής αλλαγής είναι η επέκταση και η υποχώρηση ηπειρωτικών στρωμάτων πάγου κατά τη διάρκεια των Εποχών των Παγετώνων που άρχισαν πριν από 2 και πλέον εκατομμύρια χρόνια, η επονομαζόμενη Μικρή Εποχή των Παγετώνων από το 1400 έως το 1800 μ.Χ. περίπου και η παγκόσμια πτώση της θερμοκρασίας μετά την τεράστια ηφαιστειακή έκρηξη του Όρους Ταμπόρα της Ινδονησίας στις 5 Απριλίου 1815. Εκείνη η έκρηξη εκτόξευσε τόσο πολλή σκόνη στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας ώστε η ποσότητα ηλιακού φωτός που έφτανε στο έδαφος μειώθηκε έως ότου κατακάθισε η σκόνη, προκαλώντας εκτεταμένους λιμούς ακόμη και στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών και της μειωμένης συγκομιδής το καλοκαίρι τού 1816 («η χρονιά χωρίς καλοκαίρι»).
Η κλιματική αλλαγή αποτέλεσε ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα απ’ ό,τι σήμερα για κοινωνίες του παρελθόντος στις οποίες δεν υπήρχε γραπτός λόγος και όπου η μέση διάρκεια ανθρώπινης ζωής ήταν μικρότερη, διότι το κλίμα σε πολλά μέρη του κόσμου τείνει να μεταβάλλεται όχι απλώς από τον ένα χρόνο στον άλλο αλλά σε μια χρονική κλίμακα πολλών δεκαετιών· για παράδειγμα, πολλές υγρές δεκαετίες τις οποίες ακολουθεί μισός αιώνας ξηρασίας. Σε πολλές προϊστορικές κοινωνίες, η μέση διάρκεια μίας ανθρώπινης γενιάς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




