Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.385-11.464)

385 Αὐτὰρ ἐπεὶ ψυχὰς μὲν ἀπεσκέδασ᾽ ἄλλυδις ἄλλῃ
ἁγνὴ Περσεφόνεια γυναικῶν θηλυτεράων,
ἦλθε δ᾽ ἐπὶ ψυχὴ Ἀγαμέμνονος Ἀτρεΐδαο
ἀχνυμένη· περὶ δ᾽ ἄλλαι ἀγηγέραθ᾽, ὅσσοι ἅμ᾽ αὐτῷ
οἴκῳ ἐν Αἰγίσθοιο θάνον καὶ πότμον ἐπέσπον.
390 ἔγνω δ᾽ αἶψ᾽ ἐμὲ κεῖνος, ἐπεὶ πίεν αἷμα κελαινόν·
κλαῖε δ᾽ ὅ γε λιγέως, θαλερὸν κατὰ δάκρυον εἴβων,
πιτνὰς εἰς ἐμὲ χεῖρας ὀρέξασθαι μενεαίνων·
ἀλλ᾽ οὐ γάρ οἱ ἔτ᾽ ἦν ἲς ἔμπεδος οὐδέ τι κῖκυς,
οἵη περ πάρος ἔσκεν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσι.
395 τὸν μὲν ἐγὼ δάκρυσα ἰδὼν ἐλέησά τε θυμῷ,
καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδων·
«Ἀτρεΐδη κύδιστε, ἄναξ ἀνδρῶν, Ἀγάμεμνον,
τίς νύ σε κὴρ ἐδάμασσε τανηλεγέος θανάτοιο;
ἠέ σέ γ᾽ ἐν νήεσσι Ποσειδάων ἐδάμασσεν
400 ὄρσας ἀργαλέων ἀνέμων ἀμέγαρτον ἀϋτμήν,
ἦέ σ᾽ ἀνάρσιοι ἄνδρες ἐδηλήσαντ᾽ ἐπὶ χέρσου
βοῦς περιταμνόμενον ἠδ᾽ οἰῶν πώεα καλά,
ἠὲ περὶ πτόλιος μαχεούμενον ἠδὲ γυναικῶν;»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπε·
405 «διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,
οὔτ᾽ ἐμέ γ᾽ ἐν νήεσσι Ποσειδάων ἐδάμασσεν,
ὄρσας ἀργαλέων ἀνέμων ἀμέγαρτον ἀϋτμήν,
οὔτε μ᾽ ἀνάρσιοι ἄνδρες ἐδηλήσαντ᾽ ἐπὶ χέρσου,
ἀλλά μοι Αἴγισθος τεύξας θάνατόν τε μόρον τε
410 ἔκτα σὺν οὐλομένῃ ἀλόχῳ, οἶκόνδε καλέσσας,
δειπνίσσας, ὥς τίς τε κατέκτανε βοῦν ἐπὶ φάτνῃ.
ὣς θάνον οἰκτίστῳ θανάτῳ· περὶ δ᾽ ἄλλοι ἑταῖροι
νωλεμέως κτείνοντο, σύες ὣς ἀργιόδοντες,
οἵ ῥά τ᾽ ἐν ἀφνειοῦ ἀνδρὸς μέγα δυναμένοιο
415 ἢ γάμῳ ἢ ἐράνῳ ἢ εἰλαπίνῃ τεθαλυίῃ.
ἤδη μὲν πολέων φόνῳ ἀνδρῶν ἀντεβόλησας,
μουνὰξ κτεινομένων καὶ ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ·
ἀλλά κε κεῖνα μάλιστα ἰδὼν ὀλοφύραο θυμῷ,
ὡς ἀμφὶ κρητῆρα τραπέζας τε πληθούσας
420 κείμεθ᾽ ἐνὶ μεγάρῳ, δάπεδον δ᾽ ἅπαν αἵματι θῦεν.
οἰκτροτάτην δ᾽ ἤκουσα ὄπα Πριάμοιο θυγατρός,
Κασσάνδρης, τὴν κτεῖνε Κλυταιμνήστρη δολόμητις
ἀμφ᾽ ἐμοί· αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ γαίῃ χεῖρας ἀείρων
βάλλον ἀποθνῄσκων περὶ φασγάνῳ· ἡ δὲ κυνῶπις
425 νοσφίσατ᾽, οὐδέ μοι ἔτλη ἰόντι περ εἰς Ἀΐδαο
χερσὶ κατ᾽ ὀφθαλμοὺς ἑλέειν σύν τε στόμ᾽ ἐρεῖσαι.
ὣς οὐκ αἰνότερον καὶ κύντερον ἄλλο γυναικὸς
ἥ τις δὴ τοιαῦτα μετὰ φρεσὶν ἔργα βάληται·
οἷον δὴ καὶ κείνη ἐμήσατο ἔργον ἀεικές,
430 κουριδίῳ τεύξασα πόσει φόνον. ἦ τοι ἔφην γε
ἀσπάσιος παίδεσσιν ἰδὲ δμώεσσιν ἐμοῖσιν
οἴκαδ᾽ ἐλεύσεσθαι· ἡ δ᾽ ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα
οἷ τε κατ᾽ αἶσχος ἔχευε καὶ ἐσσομένῃσιν ὀπίσσω
θηλυτέρῃσι γυναιξί, καὶ ἥ κ᾽ εὐεργὸς ἔῃσιν.»
435 Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα δὴ γόνον Ἀτρέος εὐρύοπα Ζεὺς
ἐκπάγλως ἔχθαιρε γυναικείας διὰ βουλὰς
ἐξ ἀρχῆς· Ἑλένης μὲν ἀπωλόμεθ᾽ εἵνεκα πολλοί,
σοὶ δὲ Κλυταιμνήστρη δόλον ἤρτυε τηλόθ᾽ ἐόντι.»
440 Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπε·
«τῷ νῦν μή ποτε καὶ σὺ γυναικί περ ἤπιος εἶναι·
μηδ᾽ οἱ μῦθον ἅπαντα πιφαυσκέμεν, ὅν κ᾽ ἐῢ εἰδῇς,
ἀλλὰ τὸ μὲν φάσθαι, τὸ δὲ καὶ κεκρυμμένον εἶναι.
ἀλλ᾽ οὐ σοί γ᾽, Ὀδυσεῦ, φόνος ἔσσεται ἔκ γε γυναικός·
445 λίην γὰρ πινυτή τε καὶ εὖ φρεσὶ μήδεα οἶδε
κούρη Ἰκαρίοιο, περίφρων Πηνελόπεια.
ἦ μέν μιν νύμφην γε νέην κατελείπομεν ἡμεῖς
ἐρχόμενοι πόλεμόνδε· πάϊς δέ οἱ ἦν ἐπὶ μαζῷ
νήπιος, ὅς που νῦν γε μετ᾽ ἀνδρῶν ἵζει ἀριθμῷ,
450 ὄλβιος· ἦ γὰρ τόν γε πατὴρ φίλος ὄψεται ἐλθών,
καὶ κεῖνος πατέρα προσπτύξεται, ἣ θέμις ἐστίν.
ἡ δ᾽ ἐμὴ οὐδέ περ υἷος ἐνιπλησθῆναι ἄκοιτις
ὀφθαλμοῖσιν ἔασε· πάρος δέ με πέφνε καὶ αὐτόν.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσι·
455 κρύβδην, μηδ᾽ ἀναφανδά, φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
νῆα κατισχέμεναι· ἐπεὶ οὐκέτι πιστὰ γυναιξίν.
ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
εἴ που ἔτι ζώοντος ἀκούετε παιδὸς ἐμοῖο,
ἤ που ἐν Ὀρχομενῷ, ἢ ἐν Πύλῳ ἠμαθόεντι,
460 ἤ που πὰρ Μενελάῳ ἐνὶ Σπάρτῃ εὐρείῃ·
οὐ γάρ πω τέθνηκεν ἐπὶ χθονὶ δῖος Ὀρέστης.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«Ἀτρεΐδη, τί με ταῦτα διείρεαι; οὐδέ τι οἶδα,
ζώει ὅ γ᾽ ἦ τέθνηκε· κακὸν δ᾽ ἀνεμώλια βάζειν.»

***
Αφού λοιπόν τις σκόρπισε η Περσεφόνη αγνή,
κάθε ψυχή κι αλλού, τις τρυφερές γυναίκες,
ήλθε του Αγαμέμνονα η ψυχή, γιου του Ατρέα,
λυπημένη· γύρω της συναθροίστηκαν κι άλλες ψυχές, όσοι
στο αρχοντικό του Αιγίσθου έπεσαν μαζί του
κι εκεί τους βρήκε ο θάνατος.
390 Μόλις εκείνος ήπιε από το μαύρο αίμα, αμέσως με αναγνώρισε,
πήρε να κλαίει σπαραχτικά, το δάκρυ του έτρεχε ποτάμι,
απλώνοντας τα χέρια του, ποθούσε να μ᾽ αγγίξει·
όμως δεν μπόρεσε, γιατί του είχε λείψει η δύναμη,
εκείνη η ρώμη που άλλοτε στήριζε τα ευλύγιστά του μέλη.
Κι όπως τον είδα, δάκρυσα, πλημμύρισε η ψυχή μου έλεος,
τον φώναξα με το όνομα και πέταξαν
τα λόγια μου σαν τα πουλιά:
«Ατρείδη τιμημένε, ω Αγαμέμνονα, με τον λαό και τον στρατό σου,
ποια μοίρα να σε δάμασε, ποιος ανελέητος θάνατος;
Μήπως σε τσάκισε ο Ποσειδώνας στα καράβια σου,
400 σ᾽ άρπαξε θύελλα φριχτή, μ᾽ ανέμους φοβερούς;
μήπως σε χάλασαν εχθροί επάνω στη στεριά,
που γύρεψες να κόψεις βόδια, ή όμορφο κοπάδι γιδοπρόβατα;
ή πολεμώντας για μια πόλη τειχισμένη; ή για γυναίκες;»
Έτσι του μίλησα, κι εκείνος μου αποκρίθηκε με το όνομά μου:
«Βλαστάρι του Διός, γιε του Λαέρτη, πολυμήχανε Οδυσσέα,
όχι, μήτε ο Ποσειδώνας στα καράβια μου με τσάκισε,
με θύελλα φριχτή, μ᾽ ανέμους φοβερούς,
μήτε κι εχθροί με χάλασαν κάπου σε μια στεριά·
ο Αίγισθος συντέλεσε τη μοίρα του θανάτου μου,
410 αυτός με σκότωσε, μαζί κι η δολερή γυναίκα μου· ενώ με κάλεσε
στο σπίτι να δειπνήσω, μ᾽ έσφαξε σαν το βόδι στο παχνί.
Εκεί με βρήκε ο θάνατος, οικτρότατος· και γύρω οι σύντροφοί μου
σκοτωμένοι, ένας πάνω στον άλλο, σάμπως γουρούνια μ᾽ άσπρα δόντια
που σφάζονται στο αρχοντικό κάποιου με δύναμη και πλούτη,
σε γάμο, γλέντι συντροφικό, γιορτή μεγάλη.
Είδες εσύ και ξέρεις από φονικό, όπου οι νεκροί σωριάζονται,
μονομαχώντας ένας με τον άλλο ή πολεμώντας σ᾽ άγρια μάχη.
Αν όμως τα ᾽βλεπες εκείνα, τότε θα σπάραζε η καρδιά σου πιο πολύ·
που γύρω στον κρατήρα, σε κατάφορτα τραπέζια, βρεθήκαμε
420 νεκροί μες στο παλάτι, κι άχνιζε στο πάτωμα παντού το αίμα μας ζεστό.
Μα ακόμη πιο σπαραχτική άκουσα τη φωνή της κόρης του Πριάμου,
της Κασσάνδρας, την ώρα που τη σκότωνε πανούργα η Κλυταιμνήστρα
πλάι και πάνω μου· κι εγώ, τα χέρια υψώνοντας, κάτω στο δάπεδο
σφάδαζα και χτυπιόμουν, ώσπου ξεψύχησα με το σπαθί στο στήθος.
Κι όμως εκείνη η σκύλα με παράτησε· δεν θέλησε, καν τη στιγμή
που πήγαινα στον Άδη, τα μάτια να μου τα σφαλίσει με τα χέρια της,
το στόμα να μου κλείσει.
Ω ναι, στον κόσμο τίποτε δεν είναι πιο σκληρό κι απάνθρωπο
απ᾽ τη γυναίκα που έβαλε μες στο μυαλό της τέτοιες πράξεις,
όπως αυτή, που το μελέτησε το ανόσιο έργο,
430 σφάζοντας άντρα που τη στεφανώθηκε. Κι ας έλεγα ο ταλαίπωρος,
θα με απαντήσουν παιδιά και δούλες με αγαλλίαση,
όταν γυρίσω στην πατρίδα μου· εκείνη υφαίνοντας στον νου της
ό,τι μπορούσε πιο φριχτό, βούτηξε η ίδια στην ντροπή, ντρόπιασε
όμως μια για πάντα κι όλο το θηλυκό το γένος, τις μελλούμενες γυναίκες,
έστω κι αν κάποια αποδειχτεί κάποτε φρόνιμη.»
Έτσι μου μίλησε, κι εγώ πήρα τον λόγο λέγοντας:
«Αλίμονο, πόσο το γένος του Ατρέα ο Δίας, που το μάτι του
βλέπει μακριά, το μίσησε εξαρχής θανάσιμα με τις βουλές των γυναικών·
ενώ εμείς αφανιζόμασταν τόσοι για μιαν Ελένη,
εσένα η Κλυταιμνήστρα σ᾽ έπλεκε στον δόλο της, κι ας ήσουνα μακριά.»
440 Στα λόγια μου αποκρίθηκε μ᾽ αυτά τα λόγια:
«Γι᾽ αυτό λοιπόν κι εσύ μην έχεις στη γυναίκα σου μεγάλη εμπιστοσύνη,
να μην της φανερώνεις όλη σου τη σκέψη, ό,τι καλό γεννήσει ο νους σου·
λίγα να ομολογείς, τα πιο πολλά καλύτερα να τα κρατείς κρυφά.
Κι όμως εσένα δεν σ᾽ απειλεί, Οδυσσέα, φόνος απ᾽ τη γυναίκα σου·
είναι, και με το παραπάνω, φρόνιμη, και γνωστικά στοχάζεται
του Ικάριου η κόρη, η συνετή κι έξυπνη Πηνελόπη.
Θυμάμαι, την αφήσαμε νέα και νιόνυμφη, όταν εμείς
κινούσαμε στον πόλεμο· είχε ακόμη στο βυζί τον γιο σου,
νήπιο. Τώρα κι αυτός θα έχει μεγαλώσει, θα κάθεται με τους μεγάλους —
450 καλότυχος, γιατί μπροστά του θα τον βρει ο πατέρας του γυρίζοντας,
αλλά κι εκείνος θα πέσει στην αγκάλη του πατέρα του,
όπως το θέλει η καλή περίσταση. Μόνο εμένα
η γυναίκα μου δεν μ᾽ άφησε να τον χαρούν τα μάτια μου
τον γιο μου· πρόλαβε και με σκότωσε.
Έχω όμως κι άλλο να σου πω, και να το στοχαστείς καλά·
κρυφά, ποτέ στα φανερά να μην αράξεις στη γλυκιά πατρίδα
το καράβι σου, γιατί πιστές γυναίκες δεν υπάρχουν πια.
Και τώρα απάντησέ μου, λέγοντας όλη την αλήθεια·
ανίσως κάπου ζωντανός ακόμη ακούγεται κι ο γιος μου,
ή στον Ορχομενό ή και στην Πύλο την αμμουδερή,
460 μπορεί στη Σπάρτη την ευρύχωρη, στο πλάι του Μενελάου —
λέω πως δεν πέθανε ο Ορέστης μου πάνω στη γη.»
Στο ερώτημά του εγώ ανταπάντησα μ᾽ αυτά τα λόγια:
«Ατρείδη, τέτοια μη ρωτάς· δεν ξέρω αλήθεια τίποτε,
αν ζει εκείνος ή αν πέθανε· κακό όποιος βγάζει από το στόμα του
λόγια του ανέμου.»

Μπέρτολτ Μπρέχτ Η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά

«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ «Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;»

– Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, χμ, για να σκεφτώ λίγο…

Ε… μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει.

Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία.

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία; Τον Ρώτησαν

-Ούτε το ένα ούτε το άλλο .. Απάντησε ο κ Κόινερ. Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό…

Ο βλάξ το υποψιάζεται , αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το απωθεί.

Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: Με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα.. αλλά εκείνη επιστρέφει τα βράδια καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί… ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος.

«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας;»

-Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια Ψευδαίσθηση παντοδυναμίας.

Καθώς είναι περιορισμένος στην βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή, Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων.

Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της ευγνωμοσύνης…

Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, καρπούμενος τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων.

«Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;»

-Η αλογόμυγα … Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας.

«Ναι κύριε Κόινερ… Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολάι στα μούτρα του Βλάκα;»

– Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία… Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας .

«Και γιατί ο Βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;»

-Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές… Μονό ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι…-

«Και ποια θα ήταν η λύση;»

Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την αλογόμυγα…

«Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;»

-Ε όχι και τόσο. Tι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;

«Πως είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει ΚΑΘΟΛΟΥ την αίσθηση του χιούμορ;»

– Στην ουσία η έκλειψη Χιούμορ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΤΟΝ ΒΛΑΚΑ. Διότι , αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να ναι και βλάκας.

«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά Χαρακτηριστικά της Βλακείας;» Ρώτησαν κάποτε τον κ Κόινερ.

-«Ας τα πάρουμε ένα ένα» απάντησε ο κ Κόινερ.

Πρώτα απ' όλα ο βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά…

Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση…

Παράδειγμα, λέει η Βίβλος: ”Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός” και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο Βλάξ) «Είδατε; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει Θεός.»

«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;»

-Αγαπητό μου παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι ακατανίκητη, κυριολεκτικά!

Μπέρτολτ Μπρέχτ, Ιστορίες του κ. Κοϊνερ

Κάναμε τους αδιάφορους, ακόμα και όταν θέλαμε να ουρλιάξουμε

Όλα μπροστά μας είναι.
Ακόμα και αν αρνηθήκαμε να τα δούμε.
Όλα μπροστά μας από την αρχή.
Τίποτα δεν αλλάζει στην πορεία.
Συμπεριφορές άσχημες , αρρωστημένες , ψέματα, άνθρωποι αδιάφοροι.
Και εμείς ως απλοί παρατηρητές, τους δίναμε άλλα ονόματα και άλλες σημασίες. Περίεργες συμπεριφορές, μισές αλήθειες, έντονες καταστάσεις, άνθρωποι πληγωμένοι που φέρονται αλλιώς, λέγαμε.
Ίσως γιατί θέλαμε να τα δοκιμάσουμε, να τα ζήσουμε, να τα διορθώσουμε.
Ίσως γιατί απλά δεν είχαμε κάτι άλλο καλύτερο να τραβήξει την προσοχή μας.
Θαρρείς κλείσαμε για λίγο τα μάτια, φοβούμενοι να δούμε το «θέλω» και το «γιατί».
Και κάπου εκεί, παρέα με τα ελαφρυντικά μας, μπήκαμε στο ρόλο.
Προσποιηθήκαμε τους πρωταγωνιστές, αλλά γίναμε κομπάρσοι.
Με σενάριο λειψό, σε σκηνή που τρίζει.
Μάθαμε να γελάμε, ακόμα και όταν θέλαμε να δακρύσουμε.
Κάναμε τους αδιάφορους, ακόμα και όταν θέλαμε να ουρλιάξουμε.
Κρύψαμε αυτό που νιώθαμε, σαν επίδοξοι κλόουν.
Που πάντα θα φαντάζουμε τρομακτικοί, με αυτό το τεράστιο χαμόγελο και το θλιμμένο βλέμμα.
Χορέψαμε, γλεντήσαμε σε μελωδία που μισήσαμε.
Με μαέστρο παράφρονα και όργανα παράφωνα.
Όλα μπροστά μας είναι, τόσο περίτεχνα κρυμμένα μα και τόσο προφανή ταυτόχρονα.
Το άσπρο και το μαύρο, το καλό και το κακό.
Και μια σταγονίτσα μαύρο έφτασε, να βρέξει και να γκριζάρει το κατάλευκο φόντο των ονείρων μας.
Μη συνηθίσεις.
Κοίτα ξανά.
Λίγο πιο δίπλα στήνεται θέατρο, που μήτε κομπάρσος, μήτε θεατής θα ΄σαι.
Θέατρο σαν παραμύθι, με όμορφους ανθρώπους, αγάπη, ζεστασιά.
Θέατρο με μελωδίες, σαν μεσημέρι βροχερό και όνειρο θερινής νυκτός.
Κοίτα ξανά.
Είσαι εσύ ο μαέστρος, εσύ και ο πρωταγωνιστής.
Δακρύζεις, γελάς, και είσαι αληθινός.
Κοίτα ξανά.
Στον κόσμο αυτό μοιάζεις παιδί. Ένας μικρός θεός που φτιάχνει κάστρα από άμμο, με κύμα χαμηλό.
Κοίτα ξανά.
Κοίτα καλύτερα αυτή τη φορά.
Και αν έκανες και λάθη δεν πειράζει.
Συγχώρα τον εαυτό σου και προχώρα παρακάτω.
Εκεί που το φόντο των ονείρων σου είναι λευκό και πάντα αδιάβροχο.

Η Έννοια της Διάγνωσης, και το Διαγνωστικό Εγχειρίδιο DSM

Η έννοια της διάγνωσης βρίσκεται στον πυρήνα τόσο της Ψυχιατρικής όσο και της Ψυχοθεραπείας, και θεωρείται αναπόσπαστη από την διαδικασία της διαχείρισης ή αντιμετώπισης ψυχικών παθήσεων ή συμπτωμάτων. Παρόμοια, τα διαγνωστικά εγχειρίδια αποτελούνε ‘Βίβλο’ για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, που καλούνται να ακολουθούν πιστά τις οδηγίες τους, ώστε να προσφέρουν στο μέγιστο. Τόσο όμως η διάγνωση όσο και τα εγχειρίδια στο οποίο βασίζεται έχουν λάβει έντονη κριτική, οδηγώντας σε κεντρικά ερωτήματα, και εν τέλη, σε αβεβαιότητα για τον απαραίτητο χαρακτήρα τους.

Τα κύρια διαγνωστικά εγχειρίδια έχουν κοινή νοοτροπία και είναι το ICD και το DSM (Diagnostic and Statistical Manual), με το δεύτερο να έχει την πιο ευρεία και διαδεδομένη χρήση (ιδιαίτερα στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά).

Η διάγνωση της ψυχικής πάθησης ή του συμπτώματος βάση του DSM έχει ισχυρά πλεονεκτήματα. Ενισχύει την κατανόηση του επαγγελματία για την κατάσταση του ατόμου, μα και για το τι να περιμένει από την πορεία, και κατευθύνει προς τις πιο ταιριαστές μεθόδους αντιμετώπισης.

Αυτό, οδηγεί σε κατανόηση από την πλευρά του ατόμου, και ελπίδα για πραγματική βελτίωση, ενώ η αναγνώριση σε αντίθεση με προηγούμενη αβεβαιότητα μπορεί να μειώσει το ‘βάρος’ που βιώνει το άτομο, όπου πλέον δεν αισθάνεται πως ‘κάτι τρέχει’ μαζί του, μα γνωρίζει πως υπάρχει μία γνωστή και διαχειρίσιμη πάθηση.

Ταυτόχρονα όμως, η έννοια της διάγνωσης έχει και μειονεκτήματα, τόσο για τον επαγγελματία όσο και για το άτομο. Ο επαγγελματίας είναι πιθανό να οδηγηθεί σε λάθος διάγνωση (ακόμα και έχοντας εμπειρία), ή αυτή να τον περιορίσει, μην επιτρέποντάς του να παρατηρήσει άλλες πτυχές του ατόμου, άλλα συμπτώματα, ή ακόμα και την ύπαρξη άλλης πάθησης (στην περίπτωση συννοσυρότητας- δύο ή περισσότερων παθήσεων μαζί). Επιπλέον, η ονοματοδότηση μέσω της διάγνωσης μπορεί να επιφέρει στίγμα στο άτομο, και χαρακτηρισμό από τον περίγυρο, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει κατανόηση για το τι σημαίνει η πάθηση (κάτι που μπορεί να έχει επιπτώσεις στον κοινωνικό κύκλο του ατόμου και τις διαπροσωπικές του σχέσεις). Τέλος, η διάγνωση απλουστεύει το άτομο σε ένα σύνολο συμπτωμάτων, και περιορίζει το βίωμα του ίδιου του ανθρώπου (το οποίο, ιδιαίτερα στην περίπτωση ύπαρξης πάθησης, είναι ιδιαίτερα φορτισμένο με συναισθήματα, εμπειρίες), στερώντας από την όλη διαδικασία τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα.

Παρόμοια προνόμια και μειονεκτήματα έχει και το διαγνωστικό εγχειρίδιο, το οποίο αξίζει να σημειωθεί πως περιτριγυρίζεται από έντονες αντιπαραθέσεις, τόσο ως σύνολο όσο και αναφορικά με επιμέρους στοιχεία ή κατηγορίες του. Αδιαμφησβήτητα, διευκολύνει στην κατηγοριοποίηση και την διαδικασία κατανόησης (και διάγνωσης), και την καθοδήγηση προς καταλληλότερους τρόπους αντιμετώπισης (φαρμακευτικά και ψυχοκοινωνικά). Από την άλλη όμως, παρά τις προσπάθειες, οι διαγνωστικές κατηγορίες έχουν ‘θολά’ όρια μεταξύ τους (καθώς ένα άτομο μπορεί να ταιριάζει σε πάνω από μία κατηγορίες, κάποιες περιπτώσεις δεν ταιριάζουν σε καμία, και συχνά τα κοινά μεταξύ τους περιπλέκουν)και αποδίδει στην ψυχική ασθένεια μονόπλευρο αντί για ολιστικό χαρακτήρα (ενώ ετούτη είναι περίπλοκη, με πληθώρα επιρροών και παραγόντων που την επηρεάζουν- σχεδόν αδύνατο να περικλείσουμε όλα ετούτα σε έναν ορισμό ή μία διάγνωση). Ο μεγαλύτερος περιορισμός όμως είναι ο έντονα απρόσωπος χαρακτήρας του DSM, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψιν προσωπικές διαφορές (παρά την αναφορά σε αυτές), ούτε το ίδιο το βίωμα του ατόμου, και την ‘βαρύτητα’ αυτού, ενώ υποβαθμίζει το άτομο σε ένα σύνολο συμπτωμάτων, λειτουργώντας ‘ακυρωτικά’ προς τον άνθρωπο.

Τα έντονα θετικά, μα και τα κρίσιμα αρνητικά της έννοιας της διάγνωσης και του DSM προβληματίζουν, με την ‘λύση’ να κρύβεται κάπου στην μέση, και το DSM να έχει χαρακτηριστεί ως ‘απρόσωπο, ατελές, απαραίτητο’!

ΤΟ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ, ΚΑΙ Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΒΑΣΗ ΑΥΤΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΥΝ, ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ.

Έτσι μπορούν να διατηρηθούν τα δομικά πλεονεκτήματα αυτών και ο επιστημονικός τους χαρακτήρας, χωρίς να περιοριστεί η ανθρωπιστική και ανθρωποκεντρική πτυχή, εστιάζοντας στο άτομο και όχι στην πάθηση ή το σύμπτωμα.

ΑΠΟΨΕΙΣΟ άνθρωπος είναι αιχμάλωτος του μυαλού του… Κανενός άλλου!

Υπάρχουν άνθρωποι που είναι σχεδόν πάντα θλιμμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι…

Βαθιά ασυνείδητα διακατέχονται από την πεποίθηση ότι τίποτα δεν έχει νόημα στην ζωή τους, παρατηρώντας πως εξελίσσεται το δράμα της.

Αναζητούν διεξόδους και όταν τούτοι δεν καταφέρνουν να τους δείξουν την έξοδο από την δυσαρέσκεια, σε βάθος χρόνου απογοητεύονται ολοένα και περισσότερο, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι δεν φταίνε οι διέξοδοι, αλλά οι προσδοκίες τους.

Υπάρχει πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους κλέψει την χαρά και την αγάπη της κάθε στιγμής, πάντα κάτι που θα του επιτρέψουν να τους ανατρέψει προθέσεις και όνειρα…

Γκρινιάζουν για όσα δεν καταφέρνουν, για όσα δεν μπορούν να λάβουν, για όσα είναι οι άλλοι…

Γυρνάνε γύρω γύρω από μια ματαιότητα και έτσι δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα, μα ούτε βαθιά Ζωντανοί είναι…

Ψάχνουν να βρουν ένα σκοπό, μα αυτός δεν βρίσκεται σχεδόν ποτέ… Και αν βρεθεί δεν καταφέρουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον τους για την Ζωή σε βάθος χρόνου.

Προσπαθούν να γεμίσουν την ζωή τους με παρέες και συναναστροφές, με επιβεβαιώσεις και αποδοχές, μα ούτε αυτές οι «επιτυχίες» τους δημιουργούν μέσα τους την αίσθηση του Αιώνιου.

Τρομάζουν εύκολα… και επικρίνουν ακόμα ευκολότερα. Απομονώνονται μετά…

Δεν επιτρέπουν στον Εαυτό τους να φωτίσει τα σκοτάδια τους και να τα μεταβάλλει στην αιώνια φλόγα του Ζωντανού Πνεύματος, που περιλαμβάνει και δεν απομονώνει…

Παραιτούνται ευκολότερα από όσο είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν, γιατί δεν ξέρουν για ποιο πράγμα αξίζει κανείς να πολεμήσει, όταν όλα γύρω τους έχουν ματαιωθεί… Και απλά περιμένουν να αλλάξει η ζωή τους…

Μερικές φορές ο άνθρωπος θέλει την αλλαγή, αρκεί να μην αλλάξει ο ίδιος…

Αλήθεια, είναι τόσα λίγα αυτά που προκαλούν πραγματική θλίψη… Όλα τα άλλα είναι πληγωμένος εγωισμός και έλλειψη βαθιάς Πίστης στο Αιώνιο…

Οι άνθρωποι, λένε, δεν είναι αιχμάλωτοι της μοίρας, αλλά μόνο αιχμάλωτοι του μυαλού τους.

Αλλά ποιος το συνειδητοποιεί αυτό; Μόνο το ξέρει… όμως είναι διαφορετικό το «γνωρίζω» από το «συνειδητοποιώ»… απέχουν μεταξύ τους μια Αιωνιότητα, ενώ ο νους στριφογυρίζει εκεί γύρω στον χρόνο του πριν και του μετά, γιατί του λείπει η συνειδητή παράδοση στο Αιώνιο Τώρα…

Ο Εαυτός μας έχει Αγάπη για το Κόσμο, από τον οποίο τον κρατάει σε απόσταση ένα «εγώ» που βιώνει απόγνωση, ζώντας μέσα σε έναν απελπισμένο προγραμματισμό. Πως μπορεί να ζει κανείς μισός και να είναι ευτυχισμένος;

Θέλω να τους φωνάξω… καμιά φορά… Ξέρω όμως ότι δεν θα έχει νόημα… Μόνος του το αποφασίζει κανείς να Ζήσει και να ολοκληρωθεί.

Μόνος του θα νιώσει την αλήθεια ότι ολοκλήρωση δεν είναι να κάνεις παιδιά, σπίτια, περιουσίες και να πεθάνεις…

Στο «ιστορικό» του καθενός μας καταγράφεται σαν ολοκλήρωση, το πόσες φορές ήσουν αληθινά Άνθρωπος, το πόσες φορές πολέμησες με την κοσμική ματαιότητα, ευγνωμονώντας την Ζωή και όσα είσαι μέσα σ’ αυτήν, το πόσες φορές συνέπλευσες με την Αρμονία και το πόσες φορές τίμησες την Αιωνιότητά σου.

SENECA: ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ

Επιστολές στον Λουκίλιο 108,12-16

Σε αυτό το απόσπασμα από τις Επιστολές στον Λουκίλιο, ο Σενέκας παραθέτει μία μαρτυρία της εκπαίδευσής του στον πρακτικό στωικισμό στη σχολή των Σεστίων, η οποία βασιζόταν στην ηθική αυστηρότητα και την αποφυγή της πολυτέλειας.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να κατευθύνουμε τα νέα πνεύματα στην αγάπη της τιμιότητας και της δικαιοσύνης. Πειθήνιοι και χωρίς ακόμα να έχουν λερωθεί, αυτοί κατακτώνται από την αλήθεια, αν την εκπροσωπεί ένας άξιος δικηγόρος. Εγώ, τουλάχιστον, όταν άκουγα τον Άτταλο να καταφέρεται εναντίον των ελαττωμάτων, της ακράτειας, των κακών της ζωής, ένιωθα συχνά λύπηση για το ανθρώπινο είδος και θεωρούσα αυτόν τον δάσκαλο υψηλό, ανώτερο απ’ όλα όσα σπουδαία υπάρχουν στη γη. 

Όταν έπλεκε το εγκώμιο της φτώχειας, για να δείξει ότι όλα όσα πυροδοτούν τις ανάγκες μας συνιστούν άχρηστο βάρος που είναι κουραστικό να φέρουμε, συχνά ήθελα να βγω φτωχός από τη σχολή. Όταν άρχιζε να επικρίνει με δριμύτητα τις απολαύσεις, να επαινεί την εγκράτεια, τη λιτότητα στα φαγητά, την καθαρότητα της ψυχής που απέχει όχι μόνο από τις αθέμιτες απολαύσεις, αλλά και από τις επιφανειακές, ήμουν έτοιμος να απαγορεύσω στον εαυτό μου κάθε κρίμα λαιμαργίας και φιληδονίας. 

Από αυτά τα μαθήματα, Λουκίλιε, κάτι μου έχει μείνει. Ήμουν έτοιμος με μεγάλο ζήλο να πραγματοποιήσω όλο του το πρόγραμμα- μετά, όταν γύρισα στην καθημερινή μου ζωή, τήρησα λίγες από τις αρχικές καλές μου προθέσεις. Από εδώ προέρχεται η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή για τα στρείδια και τα μανιτάρια. Δεν είναι φαγητά, χρησιμεύουν μόνο στο να διεγείρει κανείς τον ουρανίσκο του ακόμα και όταν είναι χορτάτος. 

Από εδώ η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή να χρησιμοποιήσω αρώματα, γιατί η καλύτερη μυρωδιά ενός ανθρώπινου σώματος είναι να μην έχει καμία. Δεν πίνω πια κρασί, ούτε κάνω ζεστό μπάνιο: το να ξεμυαλίζουμε το σώμα και να το καταπονούμε με σκληρή δουλειά μού φαίνεται μια άχρηστη απόλαυση.

ΑΙΣΩΠΟΣ: Για δες, όλοι όσοι με συναντούν, με προσκυνούν

Κάποιος για να κουβαλήσει ένα ξύλινο άγαλμα θεού το φόρτωσε σε ένα γαϊδούρι. Καθώς πηγαίνανε, όσοι τους συναντούσαν στο δρόμο, προσκυνούσαν.

Το γαϊδούρι νόμιζε ότι προσκυνάνε το ίδιο: “για δες, όλοι όσοι με συναντούν, με προσκυνούν!”.

Έτσι, τόσο χάρηκε, που άρχισε να χοροπηδάει κ θα έριχνε κάτω το άγαλμα.
Τότε το αφεντικό του του έδωσε ένα ξύλο για να τον επαναφέρει στην τάξη κ του είπε: “επειδή κουβαλάς το άγαλμα ενός θεού, μη θάρρεψες ότι είσαι κ με τους θεούς ομότιμος!”

***
Ὄνῳ τις ἐπιθεὶς ξόανον ἦγε· πολλοὶ δὲ προσεκύνουν τῶν συναντώντων. Ὁ δὲ ὄνος τυφωθείς, νομίζων αὐτὸν προσκυνεῖν τοὺς ἀγροίκους, σκιρτῶν ἤμελλε τὸν θεὸν ῥίψειν. Ἀλλὰ τοῦτον ξύλοις παίων ὁ δεσπότης εἶπεν· Ὄνος εἶ θεὸν φέρων, ἀλλ᾿ οὐ θεοῖς ὑπάρχεις ὁμότιμος.
[Ὅτι] κτηνώδεις ἄνδρας, τοὺς τυφωμένους ἐπ᾿ ἀλλοτρίαις δόξαις ὁ μῦθος ἐλέγχει.

ΑΙΣΩΠΟΣ

Η ψυχοθεραπευτική παρρησία στον Κήπο του Επίκουρου

Στο βιβλίο παρρησίας, ο Φιλόδημος αναφέρει ότι η διδασκαλία των Επικούρειων βασιζόταν στην παρρησία, δηλαδή την ελεύθερη και ειλικρινή έκφραση γνώμης, καθώς και στην ψυχοθεραπεία («την της ψυχής θεραπείαν» Περί παρρησίας ) σε φιλικό περιβάλλον.

Η ελεύθερη έκφραση των ιδεών ήταν ένα αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως εκείνη της κλασικής Αθήνας. Στο λόγο του Περί ειρήνης ο Ισοκράτης αναφέρει ότι ωφέλιμη είναι η ειλικρινής έκφραση λόγου, που τολμά να επιπλήττει το δήμο για κάποιο λάθος και όχι η κολακεία που χαϊδεύει τα αυτιά των πολλών.

Όμως, από την Ελληνιστική εποχή και μετά, η παρρησία περιορίστηκε μόνο στις συζητήσεις μεταξύ φίλων. Για την σχολή των Επικούρειων, για την οποία η φιλία ήταν ο συνεκτικός κρίκος της κοινότητάς τους, η ελευθερία του λόγου είχε πρωταρχική σημασία.

Το περιβάλλον του Κήπου έμοιαζε περισσότερο με οικογένεια Φίλων παρά με σχολή και οι καθηγεμόνες ήταν οι μεγαλύτεροι αδελφοί, που έδειχναν το δρόμο της ευδαιμονίας στους μικρότερους αδελφούς. Σε αντίθεση με άλλες φιλοσοφικές σχολές, οι καθηγητές του Κήπου δεν παρίσταναν τους σοφούς δασκάλους-αυθεντίες όπως συνέβαινε στις σχολές των Πυθαγορείων, των Πλατωνικών και των Στωικών, αλλά αναγνώριζαν ότι είχαν περπατήσει στον ίδιο δρόμο με τους μαθητές τους μέχρι να φτάσουν στην γνώση και στην φρόνηση. Είναι φανερή η αντιστοιχία με την σύγχρονη πρακτική, κατά την οποία ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος απευθύνεται. σε κάποιο συνάδελφό του για ψυχοθεραπεία πριν αρχίσει να βοηθά τους ασθενείς του.

Η μέριμνα των καθηγητών ήταν να διδάξουν στους μαθητές τα 3 μέρη της Επικούρειας φιλοσοφίας (Κανών, Φυσική, Ηθική) και ταυτόχρονα να τους εκπαιδεύσουν στην πρακτική εφαρμογή της με απώτερο στόχο την ευδαιμονική ζωή. Η εκπαίδευση των μαθητών στην ορθή σκέψη και στην ορθοπραξία γινόταν με ειλικρινή κριτική αντιπαλεύοντας την ανόητη νοοτροπία και την κακή συμπεριφορά, οι οποίες ήταν αποτελέσματα της επίδρασης του κοινωνικού περιβάλλοντος (διαδεδομένες ανόητες απόψεις), αλλά και εγγενών ελαττωμάτων του χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου εριστικότατα, κρυψίνοια, ματαιοδοξία κλπ.).

Ο Φιλόδημος αναφέρει. ότι ήταν αναμενόμενο οι μαθητές αρχικά να αντιδράσουν στην παρρησία του καθηγητή, επειδή αφενός δεν συναισθάνονταν τα λάθη τους και αφετέρου δεν αναγνώριζαν ποιο ήταν το πραγματικό _όφελος για αυτούς. Σιγά-σιγά όμως, παρατηρούσαν ότι ο καθηγητής μιλούσε με ειλικρίνεια, φρόνηση και φιλικό ενδιαφέρον, και άρχιζαν να αντιλαμβάνονται ότι αναγνωρίζοντας τα λάθη τους γίνονταν ωριμότεροι και αισθάνονταν καλύτερα. Ο κάθε μαθητής δεχόταν ευκολότερα ή δυσκολότερα την νουθεσία ανάλογα με το χαρακτήρα του.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Φιλόδημου, για να είναι αξιόπιστοι οι καθηγητές του Κήπου θα έπρεπε να είναι πάντοτε φιλικοί και όχι ειρωνικοί η κακεντρεχείς, θα έπρεπε να είναι πειστικοί και με το παράδειγμά τους, όχι μόνο με το λόγο τους. Επιπλέον, θα έπρεπε να αναγνωρίζουν και τα δικά τους λάθη όταν τα υποδείκνυαν οι φίλοι τους. Το σημαντικό ήταν να βιώνουν όλοι οι Επικούρειοι την ασφάλεια της φιλίας και να νιώθουν άνετα όταν μοιράζονταν όσα σκέπτονταν ή ένοιωθαν.

Οι νέοι μαθητές του Κήπου (οι κατασκευαζόμενοι) δήλωναν με ελεύθερη βούληση την πρόθεσή τους να πειθαρχούν αφενός στον Επίκουρο και αφετέρου στην παρρησία:

«Με πολλή πεποίθηση θα νουθετήσουμε τους άλλους και τώρα και όταν διαπρέψουμε, όσοι έτσι απότομα γεννηθούμε από τους καθηγητές. Αλλά το ενωτικό και το πιο σημαντικό είναι ότι θα πειθαρχούμε στον Επίκουρο, σύμφωνα με τον οποίο επιλέξαμε να ζούμε, καθώς και στην παρρησία» (Περί παρρησίας ).

Ο σκοπός της ψυχοθεραπευτικής διδασκαλίας στον Κήπο ήταν η συνεχής αυτοκριτική και ειλικρινής κριτική σε φιλικό περιβάλλον για την εξάλειψη των κακιών, που δηλητηρίαζαν την ψυχή των μαθητών. Δινόταν μεγάλη έμφαση στη συμμετοχή όλων σε μια διαδικασία κοινής εκτίμησης και αλληλοδιόρθωσης, που περιλάμβανε τέσσερα σημεία:

α) την αυτοδιόρθωση των μαθητών,
β) την διόρθωση των μαθητών από μαθητές και καθηγητές,
γ) την αναφορά των σφαλμάτων από τους μαθητές στους καθηγητές για να τους συμβουλέψουν και
δ) την διόρθωση των καθηγητών από άλλους καθηγητές.

Φιλόδημος, Περί παρρησίας

Κοσμάς ο Αιτωλός - Ο «άγιος» ανθέλληνας και φιλότουρκος σκοταδιστής καλόγερος

 «Και εγώ αδελφοί μου, όπου αξιώθηκα και εστάθηκα εις αυτόν τον άγιον τόπον τον αποστολικόν, δια την ευσπλαχνίαν του Χριστού μας, εξέταξα πρώτον δια λόγου σας και έμαθα πώς με την χάριν του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και Θεού, δεν είσθενε Έλληνες, δεν είσθενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί…».


«Τριακόσιους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μας έστειλεν ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τούς χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε (το Βυζάντιο) δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα (χρήματα) άμα του δώσης κάμνεις ο,τι θέλεις. Και δια να μη κολασθώμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάει».
Αποσπάσματα από ομιλίες του Κοσμά του Αιτωλού.

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός έδρασε στον ελληνικό χώρο υπό την καθοδήγηση των οικουμενικών πατριαρχών Σεραφείμ Β΄ (1757-1761) και Σωφρονίου Β΄ (1774-1780). Το κήρυγμά του δεν είχε καμμία σχέση με την ελληνική παράδοση, το αντίθετο μάλιστα, ονομάστηκε όμως από το ορθόδοξο κατεστημένο ως ο «μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας», «Πατέρας του Νεώτερου Ελληνισμού», «Πατροκοσμάς», «Μεγάλος Διδάχος», «Προφήτης του Γένους» κι ανακηρύχτηκε άγιος το 1961.

Η πάλαι ποτέ υπερήφανη Ελλάδα των φιλοσόφων, των ποιητών και των επιστημόνων κατάντησε να θεωρεί σήμερα τον εικονιζόμενο περιφερόμενο μοναχό ως τον «μεγαλύτερο των Ελλήνων» και διδάσκαλο του Γένους, που δίδασκε: «Άκουσε, παιδί μου, να σου ειπώ. Η τελεία αγάπη είναι να πουλήσης όλα σου τα πράγματα, να τα δώσης ελεημοσύνη και να πηγαίνης και εσύ να εύρης κανένα αυθέντη να πουληθής σκλάβος. Και όσα πάρης, να τα δώσης όλα. Να μην κρατήσης ένα άσπρο (νόμισμα). Ημπορείς να το κάμης αυτό, να γίνης τέλειος;».

Ο Κοσμάς γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Αιτωλίας στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι απόψεις για τον ακριβή τόπο και χρόνο της γεννήσεώς του διίστανται. Ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονός του ήταν ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης. Την πρώτη του στοιχειώδη «μόρφωση» την πήρε από έναν ιεροδιάκονο, τον Γεράσιμο Λίτσικα στη Σιγδίτσα Παρνασσίδας, ενώ στα είκοσί του χρόνια «άρχισε να διδάσκεται τα γραμματικά» από έναν άλλο ιεροδιάκονο, τον Ανανία Δερβισάνο (Κ. Σάθα, «Νεοελληνική Φιλολογία» και «Νέον Μαρτυρολόγιον», σελ. 201.) Μερικά χρόνια αργότερα πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, όπου έγινε μοναχός κι «έκλαιγε για τις αμαρτίες του δεκαεπτά χρόνους».

Σχετικά με την μόρφωση, που απέκτησε στο Άγιο Όρος, ο ίδιος ο Κοσμάς λέει το εξής ακατανόητο: «Εγώ από το σχολείο έμαθα τα 24 γράμματα, έμαθα και 5-6 Ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα» (Χειρόγραφο 29 Φιλοσοφικής Θεσσαλονίκης, σελ. 262.) Από το κήρυγμά του διαφαίνεται, πως είχε μελετήσει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, τους Πατέρες, τα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, απ’ όπου δανείστηκε τα παραδείγματα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της αγίας Παρασκευής, των αγίων Ανδρονίκου κι Αθανασίας καθώς και τα Συναξάρια των αγίων. Η «παιδεία» που έλαβε περιελάμβανε λοιπόν όλα αυτά που πρέπει να ξέρει ένας καλός χριστιανός και τίποτε άλλο. Όλα τα παραδείγματα, που ανέφερε στις διδαχές του ήταν παρμένα από την εβραϊκή –χριστιανική– παράδοση κι όχι από την ελληνική. Τα πρόσωπα που μνημόνευε ήταν οι απόστολοι, ο Αβραάμ, άλλες βιβλικές φυσιογνωμίες κ.λ.π.. Ποτέ του δεν έκανε ουδεμία αναφορά στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη, στους Τραγικούς ή σε ο,τιδήποτε ελληνικό. Αντιθέτως, όποτε μιλούσε για Ελλάδα ή για Έλληνες, εκφραζόταν πάντοτε υποτιμητικά.

Τα κέρδη του Σαββάτου και τα κέρδη της Κυριακής


Αφού έφυγε από το Άγιο Όρος –πιθανότατα το 1760- μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε οδηγίες και άδεια από τον πατριάρχη Σεραφείμ Β΄ κι άρχισε την προπαγανδιστική του δράση. Η πρώτη του περιοδεία έγινε στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το 1774 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου πήρε νέες οδηγίες και νέα άδεια από τον τότε πατριάρχη Σωφρόνιο Β', για να αρχίσει νέα περιοδεία, αυτή την φορά στα νησιά του Αιγαίου. Από εκεί επέστρεψε στο Άγιο Όρος κι ύστερα από λίγο ξεκίνησε την τρίτη και τελευταία του περιοδεία στην ηπειρωτική Ελλάδα πάλι και στα Ιόνια νησιά. Η αιτία του θανάτου του (1779) παραμένει σκοτεινή, αλλά από πουθενά δεν προκύπτει, ότι οφειλόταν σε τυχόν εθνικό κήρυγμά του ή ιδεολογικούς λόγους. Επισήμως, συνελήφθη και εκτελέστηκε στις 24 Αυγούστου του 1779 στο χωριό Κολικόντασι, κοντά στην πόλη του Βερατίου στην Αλβανία, από τους Τούρκους γιατί τον υποπτεύονταν ως πράκτορα των Ρώσων.

Σύμφωνα με την παράδοση –για σεβασμό της ημέρας της Κυριακής– πρωτοστάτησε στην αλλαγή της ημερομηνίας του παζαριού από Κυριακή που γινόταν σε Σάββατο. «Το κέρδος, οπού γίνεται την Κυριακήν και κάθε άλλην δεσποτικήν εορτήν, είναι αφωρισμένον και κατηραμένον, και βάνομεν φωτιά εις τα οσπίτια μας και καιόμεθα και ψυχικά και σωματικά» (Διδαχή Α2 , 930, Ι. Μενούνου). Η αλλαγή αυτή ζήμιωσε τους Εβραίους εμπόρους, οι οποίοι φέρονται πως δωροδόκησαν τον Κουρτ πασά, που διέταξε τη θανάτωση ή ίσως την απέλασή του. (Μ. Γκιόλια, «Ο Κοσμάς Αιτωλός», σελ. 247.)

Ο Νικόδημος ο Αγιορείτης αποκαλύπτει κάτι πολύ σημαντικό, διαφορετικό από αυτά, που προπαγανδίζονται για τον Κοσμά: «Ο αποστολικός ούτος διδάσκαλος, ποτέ δεν άνοιξε στόμα να ειπή λόγον εναντίον των Εβραίων ούτε εις την Θεσσαλονίκην, ούτε εις Καστορίαν, ούτε εις τα Ιωάννινα, ούτε εις κανένα άλλο μέρος, όπου ήσαν Εβραίοι, αλλά μόνον τους χριστιανούς εδίδασκε να πολιτεύωνται ωσάν χριστιανοί». Αυτό ελέγχεται ως ακριβέστατο και από την τρίτη διδαχή του Κοσμά, στην οποία αναφέρεται: «Όσοι αδικήσατε ή χριστιανούς ή Τούρκους ή Εβραίους, ή Φράγκους, να δώσετε το άδικον οπίσω, διατί είναι κατηραμένον και δεν βλέπετε προκοπήν» (Κ. Σαρδελή, ΙΓ Πάτρια.) Σε όλες τους τις συναλλαγές οι Έλληνες θα έπρεπε να «πηγαίνουν με το σταυρό στο χέρι», έρμαια των αδικιών όλων των άλλων· εισήγαγε έτσι τον αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των Ελλήνων.

Η εβραιοχριστιανική «φιλοσοφία» των διδαχών του

Ο Κοσμάς ως κύριο τρόπο δράσης ανάμεσα στους Έλληνες είχε το προπαγανδιστικό κήρυγμα, διδαχή, όπως ονομάστηκε από τους χριστιανούς. Ο λόγος του, που δεν διέθετε μεγάλη ποικιλία, με την πάροδο του χρόνου απέκτησε τυποποιημένη μορφή. Δεν έγραφε, ούτε αποστήθιζε τις ομιλίες του, αλλά κρατούσε ένα «σκελετό» και τροποποιούσε την ομιλία ανάλογα με τις περιστάσεις. Συνήθως επαναλάμβανε 3-4 τύπους διδαχών, τους ίδιους πάντα. Ας εξετάσουμε ενδεικτικά μερικές διδαχές του:

«Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην και πάντα τα εν αυτοίς, λέγει ο προφήτης Μωυσής πεφωτισμένος εκ πνεύματος αγίου εις την αγίαν και ιεράν γραφήν. Τον παλαιόν (καιρόν), χριστιανοί μου, εγίνοντο καλοί οι άνθρωποι».
Μιλάει για τον Αβραάμ και τον Ισαάκ, που εξέδιδαν τις γυναίκες τους, τον Λωτ, που συνευρέθη με τις θυγατέρες του, τη Θάμαρ, που συνευρέθη με τον πεθερό της για ένα δακτυλίδι κ.λ.π..

«Ερευνάτε τας γραφάς, ότι εν αυταίς ευρήσετε ζωήν αιώνιον».
Το «ερευνάτε τας γραφάς» το αντέγραψε από τον Ιησού. Αναφερόμενοι κι οι δύο στις γραφές εννοούσαν την Παλαιά Διαθήκη· η Καινή δεν είχε γραφεί ακόμη. Κανένας τους δεν είπε ερευνάτε τον Όμηρο ή ερευνάτε τον Επίκουρο ή τον Δημόκριτο ή τον Ηράκλειτο κ.τ.λ., το οποίο θα έλεγαν, εάν κήρυτταν κάτι, που να είχε σχέση με τον Ελληνικό Πολιτισμό.

«Καλύτερα, αδελφέ μου, να θανατώσης εκατό ανθρώπους βαπτισμένους, παρά να αφήσης ένα παιδίον αβάπτιστον να αποθάνη» (Παπά-Αρσενίου Βλιαγκόφτη, ΙΓ Πάτρια).

Ο Κοσμάς εναντιωνόταν στους παραδοσιακούς χορούς και στα τραγούδια και δίδασκε: «Ψάλτες να παίρνετε στους γάμους» (Παπά-Θεόδωρου Ζήση, ΙΓ Πάτρια).

«Είναι μεγάλη ευλογία να κάμετε το παιδί σας καλόγηρο» (ως ανωτέρω).
Αρκεί να μην πάρει όπλο και πολεμήσει τους Τούρκους.

Στα κηρύγματά του περιλάμβανε αρκετή μεταφυσική τρομοκρατία: «Ω τι φόβον και τρόμον ηθέλαμεν έχει δια τον Άδην, αν ήτο ν’ ακούαμεν τες ελεεινές φωνές των εκεί κολαζομένων. Ανάμεσα εκεί εις τες φλόγες του Άδου, αναστενάζουσιν οι άθλιοι αμαρτωλοί, κλαίουσι, βρυχώνται χειρότερα από τα ζώα... Τα δάκρυα οπού χύνουσι, τους αυξάνουσι περισσότερον τες φλόγες του Άδου. Και τι ζωή θέλει είσθαι εκείνη του αμαρτωλού να κατακαίεται πάντοτε εις ένα τέτοιον πυρ, όπου σύγκρισιν με άλλο δεν έχει;» («Πατρικαί νουθεσίαι αγ. Κοσμά Αιτωλού», Άγιον Όρος, κεφ. στ.).

Πολυδιαφημισμένη από τους ελληνορθόδοξους είναι η διδαχή: «Είναι προτιμώτερο να έχει κανείς σχολείο στον τόπο του, παρά βρύσες και ποτάμια».

Κανείς τους όμως δεν διαβάζει και τη συνέχεια: «Σκοπός του σχολείου είναι να διδάξει, τι είναι Θεός, τι είναι άγγελοι, δαίμονες, κόλαση, παράδεισος».

Όλα τα σκοτεινά βυζαντινά χρόνια το πατριαρχείο, το οποίο έλεγχε πλήρως την παιδεία των Ελλήνων, επέτρεπε να διδάσκονται μόνο το Ψαλτήρι κι η Οκτώηχος. Για τέτοια σχολεία μιλούσε κι ο Κοσμάς. Ούτε καν σκεφτόταν σχολεία, που θα δίδασκαν επιστήμες, αρχαίους συγγραφείς ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Αυτά κυνηγιώνταν κι έκλειναν -όχι από τους Τούρκους, αλλά- από το πατριαρχείο. (Βλ. «Η ιερά εξέταση του Γρηγορίου Ε΄».) Ο Κοσμάς ήταν σαφής: «Το σχολείο ανοίγει τες εκκλησίες, το σχολείο ανοίγει τα μοναστήρια» (Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγ. Καντιώτη, «Κοσμάς ο Αιτωλός», εκδόσεις Ορθοδόξου Ιεραποστολικής Αδελφότητας «Ο Σταυρός», σελ. 142 και 209).

«Ο Τούρκος δεν βλάπτει την Πίστιν»

Πολλές υπερβολές γράφτηκαν για τον Κοσμά Αιτωλό, προκειμένου να αποκρυβεί η από το πατριαρχείο κατευθυνόμενη αντεθνική του προπαγάνδα και να υποστηριχθεί –ψευδώς– πως δήθεν επιτελούσε εθνικό έργο.

Υποστηρίζεται για παράδειγμα, ότι ο Κοσμάς μύησε πολλούς στην επαναστατική ιδέα κι ανάμεσά τους τον Κατσαντώνη στα 1777 (Φ. Μιχαλόπουλος, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 57, 58, 66). Ο αργότερα ονομαστός Κλέφτης όμως, ήταν τότε νήπιο· γεννήθηκε μεταξύ 1770 και 1773. Το πατριαρχείο ήταν κάθετα αντίθετο με τις επαναστατικές ιδέες, γι’ αυτό και αφόρισε τους επαναστάτες και την Επανάσταση του ’21. Στέλνοντας τον Κοσμά Αιτωλό στην Ελλάδα επεδίωκε με την ανθελληνική, παθητική και χριστιανική μορφή της διδασκαλίας του να σβήνει άμεσα κάθε εμφανιζόμενη ελληνική επαναστατική φλόγα.

Ο Κοσμάς δεν αρκούνταν στη σιωπή, αλλά συμβούλευε καθαρά υποταγή στον Τούρκο κατακτητή. Δεν ήθελε να έχει σχέση με την Ελλάδα, ούτε με καμμία άλλη πατρίδα, τόνιζε πως πατρίδα όλων είναι ο ουρανός και συνιστούσε στους Ρωμιούς να παραμείνουν υποταγμένοι στους Τούρκους, που ήρθαν για να διαφυλαχθεί η ορθόδοξη πίστη από την εκ δυσμών απειλή. Συνιστούσε ακόμα να προσεύχονται οι χριστιανοί, για να φωτίζει ο Θεός τον βασιλιά και τους «ζαπιτάδες», ώστε «να κυβερνούν τον κόσμο με πραότητα και δικαιοσύνη».

«Απολαύστε» αντιεπαναστατικές κι αντεθνικές διδαχές του Κοσμά:

• «Σας λυπάμαι για την περηφάνεια, οπού έχετε. Το ποδάρι μου εδώ δεν θα ξαναπατήση. Και εάν δεν αφήσετε αυτά τα πράγματα που κάνετε, την αυθαιρεσία και ληστεία, θα καταστραφήτε. Σε κείνο το κλαρί, που κρεμάτε τα σπαθιά σας, θά 'ρθη μια μέρα που θα κρεμάσουν οι γύφτοι τα όργανά τους» (ελέχθη στο χωριό Άγιος Δονάτος Σουλίου, από το βιβλίο «Κοσμάς ο Αιτωλός» του Αυγ. Καντιώτη.)

• «Εμείς, χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα... Δια τούτο και ο Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμεθα πάντοτε την ουράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας» (Διδαχή Α , 1, Ι. Μενούνου).

• «Και βαθμοφόροι Τούρκοι μου παρέχουν τώρα την προστασίαν των. Ο καθείς από αυτούς επιζητεί την παρουσίαν του ιερωμένου εις τα χωριά, όπου έχουν τα φέουδά των, διότι ούτος παρακινεί τους Έλληνας να φέρωνται νομοταγώς και να πληρώνουν τα δικαιώματα εις τους φεουδάρχας των» (Κ. Μέρτζιου, «Το εν Βενετία», σελ. 6). Στη διδαχή αυτή φαίνεται καθαρά ο ρόλος του κλήρου κατά την Τουρκοκρατία. Στο χειρόγραφο 12 της Μονής Λευκοπηγής αναγράφεται, ότι ο Κοσμάς παρακίνησε τους οπλοφόρους από τους ακροατές του να παραδώσουν τα όπλα «εις τους ζαπιτάδες» (Φ. Μιχαλόπουλος, «Κοσμάς ο Αιτωλός», σελ. 271).

• «Να ρίψετε τ’ άρματα και να ελπίζετε εις τον Θεόν» (Παπά-Αρσενίου Βλιαγκόφτη, ΙΓ Πάτρια).

«Προφητείες» στα όρια της γελοιότητας

 Είναι αδύνατον στον άνθρωπο να πετάξει ένα νόμισμα στον αέρα και να υπολογίσει με ακρίβεια από ποια πλευρά του θα πέσει στη γη κι αυτό, γιατί οι δυνάμεις, που ασκούνται κατά την πορεία του νομίσματος από το χέρι έως την γη είναι άπειρες και διαφορετικές μεταξύ τους. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί κανείς να «προφητεύσει» τους αριθμούς του λαχείου κ.λ.π.. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπολογίσει από ποια πλευρά θα σταθεί το νόμισμα, πως μπορεί να υπολογίσει τι θα γίνει μετά από πολλά χρόνια; Κι όμως, οι χριστιανοί άγιοι το καταφέρνουν. Πολυδιαφημισμένες είναι στην προκειμένη περίπτωση οι «προφητείες» του Κοσμά του Αιτωλού, ορισμένες όμως από τις οποίες φθάνουν στα όρια της γελοιότητας. Απολαύστε μερικές δειγματοληπτικά:

• «Ή τρεις μέρες, ή τρεις μήνες, ή τρία χρόνια θα βαστάξει.»
Προφητεία είναι αυτή;

• «Θα δείτε σαράντα άλογα να τα δένουν σε ένα παλούκι».

• «Θα βάλουν φόρο στις κότες και στα παράθυρα».

• «Θα 'ρθει ξαφνικά ή το βόιδι στο χωράφι, ή το άλογο στ’ αλώνι».

• «Θα 'ρθει καιρός, που θα φέρει γύρες ο διάβολος με το κολοκύθι του».

• «Ένα ψωμί θα χαθεί το μισό κι ένα ολόκληρο».

• «Να έχετε τρεις θύρες· αν σας πιάσουν τη μια, να φύγετε από την άλλη».
Περισσεύει μία!

• «Θα 'ρθει καιρός, που θα ζωστεί ο τόπος με μια κλωστή».
Οι ελληνορθόδοξοι απολογητές προπαγανδίζουν, ότι έτσι είναι τώρα ο κόσμος με τα καλώδια του τηλέγραφου και των τηλεφώνων. Αυτά δεν υπάρχουν βέβαια, καθ’ ότι βρισκόμαστε στην εποχή των ασύρματων επικοινωνιών και μιλάμε με κινητά μέσω δορυφόρων.

• Υπερήφανοι για την επίσκεψή του στην περιοχή τους το 1775 οι κάτοικοι της Αρναίας Χαλκιδικής ανήγειραν παρεκκλήσι, στο οποίο εντοίχισαν πινακίδα, σύμφωνα με την οποία ο άγιος Κοσμάς έδωσε την προφητεία: «Όλος ο ντουνιάς θα ταραχθεί, αλλά οι ποδιές του Χολομώντα δεν θα ταραχθούν».

Ας εξετάσουμε τώρα τις...«επιστημονικές» γνώσεις του Κοσμά σε θέματα, που δεν χρειαζόταν να κάνει προφητείες:

• «Ο ήλιος και το φεγγάρι και τ’ άστρα είναι κολλημένα εις τον ουρανόν και ο ουρανός γυρίζει μαζί με τον ήλιον... Όπου πηγαίνει ο ήλιος εκεί γίνεται ημέρα» (Χειρόγραφο 12 Λευκοπηγής, σελ. 31).
Σκοτάδι γίνεται εκεί, που διδάσκονται τέτοιες ανοησίες.

• Όταν ο γάμος γίνεται όχι όπως θέλει ο Θεός αλλά ο Διάβολος, τότε πεθαίνει κάποιος από τους συζύγους, «και παιδιά κάμνουν και εκείνα όλα κορίτσια, στραβά, κουτσά, λωλά, αναποδιασμένα». (Έκδοση Αποστολιά, σελ. 74.)
Τα κορίτσια εξομοιώνονται με τα παιδιά με αναπηρίες.

• «Και από τον καιρό οπού έκαμεν ο πανάγαθος Θεός τον κόσμον είναι επτά χιλιάδες και διακόσιοι ογδοήντα οκτώ χρόνοι» (Διδαχή Α2 , 19, Ι. Μενούνου).
Δηλαδή ο Θεός κατασκεύασε τον κόσμο περί την 6η χιλιετία π.Χ.. Τα ίδια πάντως υποστηρίζει κι η επίσημη Εκκλησία σήμερα.

• «Να μην τρώγωμεν οψάρια τες Τετράδες και τες Παρασκευές, ότι είναι μεγάλη αμαρτία, και όποιος τρώγει να ηξεύρη, ότι σταυρώνει τον Χριστόν» (Διδαχή Α2 , 930, Ι. Μενούνου).

• «Πάλιν εσύ, γυναίκα, έχεις περισσότερον χρέος από τον άνδρα να ανατρέφεις τα παιδιά σου και να τα νουθετάς εις τα καλά έργα. Όταν το παιδί σου σηκώνεται το ταχύ από τον ύπνον και ευθύς σου γυρεύει ψωμί, εσύ μη του δώσεις, αλλά επάρε το και πήγαινέ το εις την εικόνα του Χριστού και ειπέ του: Εγώ παιδί μου ψωμί δεν έχω, ο Χριστός μας έχει. Έλα κάμε το σταυρόν σου να τον προσκηνύσωμεν και να τον παρακαλέσωμεν να μας δώσει. Και έτσι συνηθίζει το παιδί από μικρόν εις το καλόν» (Διδαχή Α2 , 935, Ι. Μενούνου).
Χριστιανικές παιδαγωγικές μέθοδοι ψυχολογικής βίας.

Πατροκοσμάς και εκπαίδευση

Γίνεται μεγάλος λόγος για την προσφορά του Κοσμά του Αιτωλού στην ελληνική εκπαίδευση και μέσω αυτής στην υπόθεση της εθνεγερσίας. Ο μύθος αυτός είναι ισάξιος του μύθου της Αγίας Λαύρας (τα γεγονότα της οποίας διαψεύδει ο ίδιος ο Π. Π. Γερμανός αλλά τα θεωρεί αληθή η Εκκλησία). Γιατί ήταν το σχολείο χρήσιμο στους Έλληνες κατά τον Κοσμά; Μήπως για να αποκτήσουν επιτέλους οι ραγιάδες εθνική ταυτότητα; Μήπως για να μάθουν την ιστορία τους και να καταλάβουν ποιοί είναι; Μήπως για να μάθουν την ελληνική γλώσσα ώστε να γνωρίσουν από κοντά την ελληνική σκέψη; Τίποτε απ' αυτά. Όπως ο ίδιος επισημαίνει σε πολλά σημεία των λόγων του, μοναδικός σκοπός του σχολείου είναι η κατανόηση του ευαγγελίου, η γνωριμία με τα μυστήρια της θρησκείας και ο δρόμος προς το μοναστήρι. Αυτή άλλωστε ήταν και η επικρατούσα άποψη του πατριαρχείου αλλά και του Γρηγορίου του Ε'.

Ας δούμε όμως το εκπαιδευτικό όραμα του Κοσμά όπως φαίνεται μέσα από τα δικά του λόγια...

1. Ο ρόλος του σχολείου πρέπει να είναι θρησκευτικός και να προετοιμάζει τον άνθρωπο για το μοναστήρι: «Να μαζευθήτε όλοι να κάμετε ένα σχολείον καλόν, να βάλετε και επιτρόπους να το κυβερνούν, να βάνουν διδάσκαλον να μανθάνουν όλα τα παιδιά γράμματα, πλούσια και πτωχά. Διότι από το σχολείον μανθάνομεν τι είνε Θεός, τι είνε Αγία Τριάς, τι είνε Άγγελοι, δαίμονες, παράδεισος, κόλασις, αρετή, κακία· τι είνε ψυχή, σώμα κ.λ.π. Διότι χωρίς το σχολείον περιπατούμεν εις το σκότος· από το σχολείον ανοίγει το μοναστήριον» (Διδαχή Α΄).

«Και αν δεν σπουδάσης τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας. Καλύτερον, αδελφέ μου, να έχης ελληνικόν σχολείον εις την χώραν σου, παρά να έχης βρύσες και ποτάμια· και ωσάν μάθης το παιδί σου γράμματα, τότε λέγετε άνθρωπος. Το σχολείον ανοίγει τας εκκλησίας· το σχολείον ανοίγει τα μοναστήρια» (Διδαχή Ε΄).

2. Το σχολείο έχει σαν σκοπό τη γνωριμία με την ορθοδοξία: «Διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί ο Θεός, το τι είνε οι άγιοι άγγελοι, τι είνε οι καταραμένοι δαίμονες και το τι είνε η αρετή των δικαίων. Το σχολείον φωτίζει τούς ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια». (Διδαχή ΣΤ΄).

3. Οποιαδήποτε γνώση εκτός της ορθοδοξίας είναι του Διαβόλου: «Έμαθα και πέντε εξ ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και από όλα τα έθνη, με την χάριν του Χριστού μας και πολλά τα εδιάβασα. Και όλα τα εθνικά κάλπικα τα ηύρα· όλα ευρέματα και σπέρματα του Διαβόλου, και κατά αλήθειαν, αδελφοί μου, τόσον τα εμελέτησα τα γράμματα». (Διδαχή Η΄).

4. Όσο για τις υπόλοιπες γνώσεις...: «Ωσάν εξέπεσεν το πρώτον τάγμα και έγιναν δαίμονες, τότε επρόσταξεν ο πανάγαθος Θεός και έγινεν ο κόσμος ούτος. Και από τον καιρόν οπού έκαμε τον κόσμον είνε 7288 χρόνοι.... Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα είνε κολλημένα εις τον ουρανόν». (Διδαχή Α΄).

Αυτό ήταν το εκπαιδευτικό όραμα του Κοσμά του Αιτωλού. Να ανοίξουν σχολεία όπου οι χριστιανοί (όχι οι «μιαροί» Έλληνες) να μαθαίνουν ελληνικά ώστε να καταλαβαίνουν το ευαγγέλιο (περί ιστορίας ουδείς λόγος), να μάθουν την ορθόδοξη πίστη και να προετοιμαστούν για το μοναστήρι. Το σχολείο αντιμετωπίζεται από τον Κοσμά σαν απαραίτητη προϋπόθεση για την προώθηση της ορθοδοξίας και όχι του έθνους, έννοια η οποία απουσιάζει παντελώς από τις διδαχές του. Για τον Κοσμά η εκπαίδευση είναι ένα εργαλείο κατήχησης στην ορθοδοξία και τίποτε παραπάνω.

Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι το εξής: Από ποιό σημείο των διδαχών του Κοσμά του Αιτωλού προκύπτει ο εθνικός ρόλος της εκπαίδευσης;
Απάντηση δεύτερη: Από πουθενά...

Εν κατακλείδι το κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού δεν έχει καμία σχέση ούτε με το έθνος, ούτε με ανεξαρτησίες, ούτε με επαναστάσεις ούτε με τέτοια άλλα «αιρετικά» ζητήματα. Δεν τον ενδιέφερε η αποτίναξη της δουλείας την οποία θεωρούσε ο ίδιος «θεόσταλτη» και «προς το συμφέρον μας», επειδή δεν πείραξε την πίστη μας αλλά μάλλον τον απασχολούσαν περισσότερο να μην ξυρίζονται οι άντρες: «Και εγώ βλέπω εδώ και είνε εξήντα και ογδοήντα χρονών γέροντες, και ακόμη ξυρίζονται. Δεν το εντρέπεσθε να ξυρίζεσθε; Δεν ήξευρεν ο Θεός οπού έδωκε τα γένεια;» (Διδαχή Α΄).

Αυτό είναι το «εθνικό» έργο του Κοσμά του Αιτωλού που τον επέβαλλε η μυθοπλασία της εκκλησίας (μαζί με πάμπολλους άλλους) σαν «εθνικό ήρωα»...

***
Μνημεία ανθελληνισμού και τουρκοφιλίας σύμφωνα με την πολιτική του πατριαρχείου, σκοταδιστική χριστιανική προπαγάνδα και καλογερικές ανοησίες ήταν τα κηρύγματα του περιφερόμενου καλόγερου, του Κοσμά Αιτωλού. Κι όμως οι αποπροσανατολισμένοι Νεοέλληνες πιστεύουν, ότι επιτέλεσε σημαντικό εθνικό έργο και τον θεωρούν μέγα Έλληνα και μέγα διδάσκαλο του Γένους.

Η εθνική μας αφασία σε όλο της το μεγαλείο...

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΡΟΣ ΒΟΙΩΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

ΔΗΜ 39.34–36

Παραινέσεις για αλλαγή της συμπεριφοράς του Βοιωτού

Ο Μαντίας, πατέρας του Μαντίθεου, είχε αναγκαστεί να υιοθετήσει τον Βοιωτό. Ο Μαντίθεος κατηγορεί στην παρούσα δίκη τον δεύτερο ότι, επωφελούμενος από το γεγονός ότι ο Μαντίας είχε πεθάνει πριν γίνει η εγγραφή τους στους καταλόγους των εφήβων, είχε ιδιοποιηθεί το όνομα "Μαντίθεος", γεγονός που επέφερε σύγχυση σχετικά με την ταυτότητά τους και προκαλούσε προβλήματα νομικής και οικονομικής φύσεως.


[34] Ἀλλ’, ὦ χαλεπώτατε Βοιωτέ, μάλιστα μὲν ὧν πράττεις
πάντων παῦσαι, εἰ δ’ ἄρα μὴ βούλει, ἐκεῖνό γε πρὸς Διὸς
πείθου· παῦσαι μὲν σαυτῷ παρέχων πράγματα, παῦσαι δ’
ἐμὲ συκοφαντῶν, ἀγάπα δ’ ὅτι σοι πόλις, οὐσία, πατὴρ
γέγονεν. οὐδεὶς ἀπελαύνει σ’ ἀπὸ τούτων, οὔκουν ἔγωγε.
ἀλλ’ ἂν μέν, ὥσπερ εἶναι φὴς ἀδελφός, καὶ τὰ ἔργ’ ἀδελφοῦ
ποιῇς, δόξεις εἶναι συγγενής, ἂν δ’ ἐπιβουλεύῃς, δικάζῃ,
φθονῇς, βλασφημῇς, δόξεις εἰς ἀλλότρι’ ἐμπεσὼν ὡς οὐ
προσήκουσιν οὕτω χρῆσθαι. [35] ἐπεὶ ἔγωγ’ οὐδ’ εἰ τὰ μάλισθ’ ὁ
πατὴρ ὄντα σ’ ἑαυτοῦ μὴ ἐποιεῖτ’ ἀδικῶ. οὐ γὰρ ἐμοὶ προσ-
ῆκεν εἰδέναι, τίνες εἰσὶν υἱεῖς ἐκείνου, ἀλλ’ ἐκείνῳ δεῖξαι,
τίν’ ἐμοὶ νομιστέον ἔστ’ ἀδελφόν. ὃν μὲν τοίνυν οὐκ
ἐποιεῖτό σε χρόνον, οὐδ’ ἐγὼ προσήκονθ’ ἡγούμην, ἐπειδὴ δ’
ἐποιήσατο, κἀγὼ νομίζω. τί τούτου σημεῖον; τῶν πατρῴων
ἔχεις τὸ μέρος μετὰ τὴν τοῦ πατρὸς τελευτήν· ἱερῶν, ὁσίων
μετέχεις· ἀπάγει σ’ οὐδεὶς ἀπὸ τούτων. τί βούλει; ἂν δὲ
φῇ δεινὰ πάσχειν καὶ κλάῃ καὶ ὀδύρηται καὶ κατηγορῇ ἐμοῦ,
ἃ μὲν ἂν λέγῃ, μὴ πιστεύετε (οὐ γὰρ δίκαιον μὴ περὶ τού-
των ὄντος τοῦ λόγου νυνί), ἐκεῖνο δ’ ὑπολαμβάνετε, ὅτι οὐ-
δὲν ἔστ’ αὐτῷ ἧττον δίκην λαμβάνειν Βοιωτῷ κληθέντι. [36] τί
οὖν φιλονικεῖς; μηδαμῶς· μὴ ἔχ’ οὕτω πρὸς ἡμᾶς ἐθελέ-
χθρως· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ πρὸς σέ, ἐπεὶ καὶ νῦν, ἵνα μηδὲ τοῦτο
λάθῃ σε, ὑπὲρ σοῦ λέγω μᾶλλον, ἀξιῶν μὴ ταὐτὸν ἔχειν
ὄνομ’ ἡμᾶς. εἰ γὰρ μηδὲν ἄλλο, ἀνάγκη τὸν ἀκούσαντ’
ἐρέσθαι πότερος, δύ’ ἂν ὦσιν Μαντίθεοι Μαντίου. οὐκοῦν,
ὃν ἠναγκάσθη ποιήσασθαι, σὲ ἂν λέγῃ, ἐρεῖ. τί οὖν ἐπι-
θυμεῖς τούτων; ἀνάγνωθι δέ μοι λαβὼν δύο ταυτασὶ μαρ-
τυρίας, ὡς ἐμοὶ Μαντίθεον καὶ τούτῳ Βοιωτὸν ὁ πατὴρ
ὄνομ’ ἔθετο.

***
[34] Αλλ', ω αναίσθητε Βοιωτέ, προ πάντων μεν να παύσης την τακτικήν σου αυτήν, εάν δε δεν θέλης να πεισθής εις τίποτε άλλο, να πεισθής εις το εξής τουλάχιστον, δι' όνομα του Διός: να παύσης μεν παρέχων ενοχλήσεις εις σε τον ίδιον, να παύσης δε συκοφαντών εμέ, να είσαι δε ευχαριστημένος ότι απέκτησες πόλιν, περιουσίαν, πατέρα. Κανείς δεν θέλει να σε εκδιώξη εκ τούτων, πολύ δε ολιγώτερον εγώ. Αλλ' εάν μεν, όπως ισχυρίζεσαι ότι είσαι αδελφός, εκτελής και τα έργα του αδελφού, θα φανής ότι είσαι συγγενής, εάν δε έχεις κακάς διαθέσεις προς εμέ, αν κινής δίκας εναντίον μου, αν με φθονής, αν με δυσφημής, θα φανής ότι εισήλθες εις οικογένειαν, η οποία δεν είναι ιδική σου και εις την οποίαν η διαγωγή σου είναι διαγωγή ξένου. [35] Διότι εις το τέλος, και αν ήσο αναμφισβητήτως υιός του πατρός μου και ηρνείτο ούτος να σε αναγνωρίση, δεν θα έπταιον εγώ διά τούτο. Διότι δεν είναι ιδικόν μου έργον να γνωρίζω ποίος είναι υιός του, αλλ' εκείνος έπρεπε να μάθη εις εμέ ποίον έπρεπε να θεωρώ ως αδελφόν. Καθ' όλον μεν λοιπόν τον χρόνον, κατά τον οποίον δεν σε ανεγνώριζεν ως υιόν του, ούτε εγώ σε εθεώρουν ως συγγενή· αφού δε σε υιοθέτησε, και εγώ σε θεωρώ ως αδελφόν. Ποία είναι η απόδειξις τούτου; Ότι έχεις μέρος της πατρικής κληρονομίας μετά τον θάνατον του πατρός μου, μετέχεις των ιερών και οσίων και κανείς δεν σε εκδιώκει εκ τούτων. Τι ζητείς; Αν δε λέγει ότι πάσχει φοβερά και κλαίει και οδύρεται και με κατηγορεί, δι' όσα μεν λέγει, μη τα πιστεύετε (διότι δεν είναι δίκαιον να ομιλή περί τούτων και αφού δεν πρόκειται ακόμη περί τούτων), αλλ' εκείνο λάβετε υπ' όψιν σας, ότι καθόλου ολιγώτερον δεν έχει το δικαίωμα να με διώξη δικαστικώς με το όνομα του Βοιωτού. [36] Διατί λοιπόν αγαπάς τας έριδας; Παύσε τας αντιρρήσεις σου· μη δεικνύης τόσην έχθραν προς ημάς, διότι ούτε εγώ σε εχθρεύομαι, διότι και τώρα, ίνα μηδέ τούτο διαφεύγη την προσοχήν σου, μάλλον διά το συμφέρον σου ομιλώ, έχων την αξίωσιν να μη έχης το ίδιον όνομα με εμέ. Διότι, και αν δεν υπήρχεν άλλη ενόχλησις, όταν είναι δύο υιοί του Μαντίου με το όνομα Μαντίθεος και ακούση τις το όνομα τούτο, θα ερωτήση ποίος εκ των δύο είναι. Λοιπόν, αν ομιλή περί σου, θα είπη προς διάκρισιν «εκείνον που υιοθέτησε διά της βίας». Διατί λοιπόν επιζητείς τας διακρίσεις αυτάς; Πάρε, γραμματεύ, και διάβασε αυτάς εδώ τας δύο μαρτυρίας, από τας οποίας φαίνεται, ότι ο πατήρ μου εμέ μεν ωνόμασε Μαντίθεον, τούτον δε Βοιωτόν.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (11.333-11.384)

Ὣς ἔφαθ᾽, οἱ δ᾽ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ,
κηληθμῷ δ᾽ ἔσχοντο κατὰ μέγαρα σκιόεντα.
335 τοῖσιν δ᾽ Ἀρήτη λευκώλενος ἤρχετο μύθων·
«Φαίηκες, πῶς ὔμμιν ἀνὴρ ὅδε φαίνεται εἶναι
εἶδός τε μέγεθός τε ἰδὲ φρένας ἔνδον ἐΐσας;
ξεῖνος δ᾽ αὖτ᾽ ἐμός ἐστιν, ἕκαστος δ᾽ ἔμμορε τιμῆς·
τῷ μὴ ἐπειγόμενοι ἀποπέμπετε, μηδὲ τὰ δῶρα
340 οὕτω χρηΐζοντι κολούετε· πολλὰ γὰρ ὑμῖν
κτήματ᾽ ἐνὶ μεγάροισι θεῶν ἰότητι κέονται.»
Τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε γέρων ἥρως Ἐχένηος,
ὃς δὴ Φαιήκων ἀνδρῶν προγενέστερος ἦεν·
«Ὦ φίλοι, οὐ μὰν ἧμιν ἀπὸ σκοποῦ οὐδ᾽ ἀπὸ δόξης
345 μυθεῖται βασίλεια περίφρων· ἀλλὰ πίθεσθε.
Ἀλκινόου δ᾽ ἐκ τοῦδ᾽ ἔχεται ἔργον τε ἔπος τε.»
Τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀλκίνοος ἀπαμείβετο φώνησέν τε·
«τοῦτο μὲν οὕτω δὴ ἔσται ἔπος, αἴ κεν ἐγώ γε
ζωὸς Φαιήκεσσι φιληρέτμοισιν ἀνάσσω·
350 ξεῖνος δὲ τλήτω, μάλα περ νόστοιο χατίζων,
ἔμπης οὖν ἐπιμεῖναι ἐς αὔριον, εἰς ὅ κε πᾶσαν
δωτίνην τελέσω· πομπὴ δ᾽ ἄνδρεσσι μελήσει
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί· τοῦ γὰρ κράτος ἔστ᾽ ἐνὶ δήμῳ.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
355 «Ἀλκίνοε κρεῖον, πάντων ἀριδείκετε λαῶν,
εἴ με καὶ εἰς ἐνιαυτὸν ἀνώγοιτ᾽ αὐτόθι μίμνειν,
πομπήν τ᾽ ὀτρύνοιτε καὶ ἀγλαὰ δῶρα διδοῖτε,
καί κε τὸ βουλοίμην, καί κεν πολὺ κέρδιον εἴη,
πλειοτέρῃ σὺν χειρὶ φίλην ἐς πατρίδ᾽ ἱκέσθαι·
360 καί κ᾽ αἰδοιότερος καὶ φίλτερος ἀνδράσιν εἴην
πᾶσιν, ὅσοι μ᾽ Ἰθάκηνδε ἰδοίατο νοστήσαντα.»
Τὸν δ᾽ αὖτ᾽ Ἀλκίνοος ἀπαμείβετο φώνησέν τε·
«ὦ Ὀδυσεῦ, τὸ μὲν οὔ τί σ᾽ ἐΐσκομεν εἰσορόωντες
ἠπεροπῆά τ᾽ ἔμεν καὶ ἐπίκλοπον, οἷά τε πολλοὺς
365 βόσκει γαῖα μέλαινα πολυσπερέας ἀνθρώπους
ψεύδεά τ᾽ ἀρτύνοντας, ὅθεν κέ τις οὐδὲ ἴδοιτο·
σοὶ δ᾽ ἔπι μὲν μορφὴ ἐπέων, ἔνι δὲ φρένες ἐσθλαί,
μῦθον δ᾽ ὡς ὅτ᾽ ἀοιδὸς ἐπισταμένως κατέλεξας,
πάντων Ἀργείων σέο τ᾽ αὐτοῦ κήδεα λυγρά.
370 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον,
εἴ τινας ἀντιθέων ἑτάρων ἴδες, οἵ τοι ἅμ᾽ αὐτῷ
Ἴλιον εἰς ἅμ᾽ ἕποντο καὶ αὐτοῦ πότμον ἐπέσπον.
νὺξ δ᾽ ἥδε μάλα μακρή, ἀθέσφατος· οὐδέ πω ὥρη
εὕδειν ἐν μεγάρῳ· σὺ δέ μοι λέγε θέσκελα ἔργα.
375 καί κεν ἐς ἠῶ δῖαν ἀνασχοίμην, ὅτε μοι σὺ
τλαίης ἐν μεγάρῳ τὰ σὰ κήδεα μυθήσασθαι.»
Τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«Ἀλκίνοε κρεῖον, πάντων ἀριδείκετε λαῶν,
ὥρη μὲν πολέων μύθων, ὥρη δὲ καὶ ὕπνου·
380 εἰ δ᾽ ἔτ᾽ ἀκουέμεναί γε λιλαίεαι, οὐκ ἂν ἐγώ γε
τούτων σοι φθονέοιμι καὶ οἰκτρότερ᾽ ἄλλ᾽ ἀγορεῦσαι,
κήδε᾽ ἐμῶν ἑτάρων, οἳ δὴ μετόπισθεν ὄλοντο,
οἳ Τρώων μὲν ὑπεξέφυγον στονόεσσαν ἀϋτήν,
ἐν νόστῳ δ᾽ ἀπόλοντο κακῆς ἰότητι γυναικός.

***
Έπαψε εκείνος να μιλά, κι οι άλλοι όλοι έμειναν βουβοί
κι αμίλητοι, σαν μαγεμένοι κάτω απ᾽ τον ίσκιο της μεγάλης αίθουσας.
Ώσπου η Αρήτη, λευκή κι ωραία, έσπασε τη σιωπή μιλώντας:
«Φαίακες, πώς σας φαίνεται ο ξένος άντρας,
στην ομορφιά, στο ανάστημα, στο ισόρροπο μυαλό;
Είναι δικός μου ξένος, όμως κι εσείς, έχει ο καθένας μέρος
στην τιμή της πόλης· γι᾽ αυτό προτείνω, μη βιαστείτε,
μην τον αφήσετε να φύγει, μη λυπηθείτε τα μεγάλα δώρα,
340 τώρα στην ώρα της ανάγκης του· έτσι κι αλλιώς κρύβουν τα σπίτια σας
πολλά αγαθά, με των θεών τη χάρη.»
Τότε στη μέση μπήκε να μιλήσει ο τίμιος γέροντας Εχένηος —
ήταν ο γεροντότερος ανάμεσα στους άλλους Φαίακες:
«Φίλοι, λέω πως δεν πέφτουν έξω απ᾽ τους δικούς μας τους σκοπούς,
απ᾽ τη δική μας γνώμη, όσα η βασίλισσα μας είπε· πρέπει να συμφωνήσετε.
Ωστόσο είναι ο Αλκίνοος εδώ, κι αυτός κρατεί τον λόγο και την πράξη.»
Αμέσως πήρε ο Αλκίνοος τον λόγο λέγοντας:
«Ό,τι ακούσατε θα γίνει· όσο τουλάχιστον θα ᾽μαι ζωντανός
και βασιλιάς στους Φαίακες, που έχουν χαρά τους το κουπί.
350 Ας κάνει όμως λίγη υπομονή ο ξένος, μόλο που τόσο επιθυμεί
τον νόστο του· ας μείνει ως αύριο, ώστε κι εγώ
να αποτελειώσω την υπόθεση των δώρων· ο γυρισμός του εξάλλου
είναι η φροντίδα σας, και πιο πολύ δική μου,
αφού εγώ κρατώ τη δύναμη αυτής της χώρας.»
Του ανταποκρίθηκε ο Οδυσσέας πανέξυπνος:
«Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ᾽ όλον τον λαό σου,
ακόμη κι αν θα λέγατε να μείνω εδώ ώσπου να κλείσει χρόνος,
να μου ετοιμάσετε τον γυρισμό, να μου χαρίσετε δώρα λαμπρά,
μετά χαράς θα το δεχόμουν· το κέρδος θα ᾽ταν μεγαλύτερο,
να φτάσω στη γλυκιά πατρίδα με γεμάτα χέρια·
360 θα με τιμούσαν τότε περισσότερο, θα μ᾽ αγαπούσαν πιο πολύ,
όλοι που θα με δουν να επιστρέφω στην Ιθάκη.»
Πήρε ο Αλκίνοος ξανά τον λόγο, με φώναξε με το όνομά μου:
«Ω Οδυσσέα, μ᾽ όλα όσα βλέπουμε μπροστά μας,
κανείς δεν θα μπορούσε να σε πάρει για απατεώνα ή ψεύτη,
όπως πολλοί που βόσκουν πάνω σ᾽ αυτή τη μαύρη γη,
άνθρωποι σκορπισμένοι που ψέματα σκαρώνουν
όσα δεν βάζει ο νους του ανθρώπου.
Εσένα ωστόσο και τα λόγια σου έχουν μορφή και το μυαλό σου λάμπει·
ξέρεις την τέχνη να ιστορείς, σαν αοιδός με άρτια γνώση,
και των Αργείων τα βάσανα και τα δικά σου
πάθη τα λυπητερά.
370 Μα τώρα πες μου κάτι ακόμη, εξήγησε με κάθε ακρίβεια,
ανίσως είδες εκεί κάτω κάποιους απ᾽ τους ισόθεους εταίρους,
όσοι στην Τροία βρέθηκαν μαζί σου κι όσους τούς βρήκε ο θάνατος.
Η νύχτα αυτή είναι μεγάλη, ατελείωτη· δεν έφτασε η ώρα
ακόμη να κοιμηθούμε στο παλάτι. Πες μου
λοιπόν τα θαυμαστά σου έργα· κι εγώ θα ᾽μενα ξάγρυπνος,
ώσπου να ξημερώσει η θεία Αυγή, αν δέχεσαι κι εσύ, μέσα στο σπίτι μου
να μου ιστορήσεις τα δικά σου πάθη.»
Του ανταπάντησε μιλώντας ο Οδυσσέας πολυμήχανος:
«Αλκίνοε βασιλιά, που διαπρέπεις σ᾽ όλον τον λαό σου,
έχουν την ώρα τους κι οι διηγήσεις που μακραίνουν, έχει
380 την ώρα του κι ο ύπνος. Αν όμως φλέγεσαι κι άλλο ν᾽ ακούσεις,
δεν είμαι εγώ που θα το αρνιόμουν· μπορώ κι άλλες πικρότερες
να σου ομολογήσω ιστορίες, τα πένθη των εταίρων μου που χάθηκαν
μετά· ενώ στην Τροία ξέφυγαν την ταραχή της μάχης και τους στεναγμούς,
επήγαν του χαμού στον δρόμο της επιστροφής —
κι όλα για χάρη μιας ολέθριας γυναίκας.

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΟ ΜΟΝΑΧΟ 1972

Το 1974, η θρυλική ομάδα των Monty Pythons γύρισε ένα σκετσάκι, στο οποίο οι Έλληνες φιλόσοφοι καλούνται να παίξουν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα με τους Γερμανούς φιλοσόφους. Στον ποδοσφαιρικό αγώνα, ο οποίος γίνεται, υποτίθεται, στο Μόναχο το 1972, στα πλαίσια των τότε Ολυμπιακών Αγώνων, οι δύο χώρες εκπροσωπούνται από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους της κάθε χώρας: Καντ, Έγελος και Νίτσε εναντίον Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Σωκράτη, με διαιτητή τον Κινέζο φιλόσοφο Κομφούκιο. Για το μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού, οι δύο πλευρές δεν κάνουν απολύτως τίποτα παρά μόνο να μιλάνε. Κομβική στιγμή του αγώνα είναι όταν ο Αρχιμήδης φωνάζει «Εύρηκα», καταλαβαίνοντας ότι κάποιος πρέπει επιτέλους να κλωτσήσει την μπάλα. Έτσι στο τελευταίο λεπτό υπάρχει κίνηση. Ο Σωκράτης τελικά με μια κεφαλιά βάζει γκολ. Οι Γερμανοί φιλόσοφοι G.W.F. Hegel, Immanuel Kant και Karl Marx, στη συνέχεια, αμφισβητούν το γκολ, το οποίο όμως κατοχυρώνεται οριστικά στους Έλληνες.

Ο αγώνας ξεκινάει με τον κλασικό τρόπο που ξεκινούν οι μεταδόσεις αθλητικών γεγονότων. Την κάμερα να ζουμάρει από ψηλά στο γήπεδο και ο εκφωνητής να καλωσορίζει με το πομπώδες του ύφος, που έχει επικρατήσει να μιλούν οι αγγλόφωνοι εκφωνητές. Αντίπαλοι είναι η Εθνική Φιλοσόφων της Ελλάδας, με γκρίζα μαλλιά, γένια και ντυμένη με χιτώνες και η Εθνική Φιλοσόφων της Γερμανίας (με τους ιουδαίους Κάρολο Μαρξ καΙ Βιτγκενστάιν) ντυμένη με καμπαρντίνες, παντελόνια, γκέτες και παπούτσια που παραπέμπουν στον 19ο αιώνα. Όλοι είναι φιλόσοφοι εκτός του Φραντς Μπεκενμπάουερ (ποδοσφαιρικός αστέρας της εποχής, ηγέτης της Μπάγερν Μονάχου, που διακρίνονταν τότε για το εγκεφαλικό - φιλοσοφικό του παιχνίδι).

Προπονητής της Γερμανίας είναι ο Λούθηρος (σχολιάζοντας ενδεχομένως τη σημασία που είχε η Μεταρρύθμιση για την απαγκίστρωση της ανθρώπινης σκέψης από το δογματισμό του Μεσαίωνα). Τον προπονητή της Ελλάδας δεν τον αναφέρουν. Ίσως ήταν ο Θαλής, ως πρώτος φιλόσοφος.

Διαιτητής του αγώνα, κρατώντας και μια κλεψύδρα για να μετράει το χρόνο, είναι ο ακριβοδίκαιος Κομφούκιος με το κλασικό κινεζικό γενάκι του, πατέρας της ηθικής του κινέζικου πολιτισμού και επόπτες οι φιλόσοφοι - καθολικοί άγιοι Θωμάς ο Ακινάτης και Αυγουστίνος, με ράσα μοναχού και φωτοστέφανο.

Ο αγώνας ξεκινάει, αλλά προς έκπληξη του Μπεκενμπάουερ, οι φιλόσοφοι και των δυο ομάδων σκορπίζουν στο γρασίδι περπατώντας σκεφτικοί, ενώ ενίοτε σταματούν για να διακηρύξουν τις θεωρίες τους.

Και το πρώτο ημίχρονο περνάει με μοναδικό αξιοσημείωτο την κίτρινη κάρτα που παίρνει ο Νίτσε επειδή κατηγορεί (προφανώς) τον Κομφούκιο πως "δεν έχει ελεύθερη βούληση ". Δικαιολογημένα αυτός, λοιπόν, τον σημειώνει στα.... "Ανάλεκτά" του. Οπότε, ο Λούθηρος ετοιμάζεται να βάλει στο αγώνα τον Μαρξ για να αλλάξει τη ροή του αγώνα, στη θέση του Βιτγκενστάιν. Όμως ενώ ο Μαρξ προθερμαίνεται ορμητικά, μπαίνοντας στον αγώνα αρχίζει κι αυτός να σουλατσάρει πάνω κάτω, όπως όλοι οι υπόλοιποι.

Φτάνουμε στο τέλος του παιχνιδιού και την ύστατη ώρα, ο Αρχιμήδης, φωνάζοντας- τι άλλο; - "Εύρηκα", αντιλαμβάνεται τι πρέπει να κάνουν με την μπάλα, την παίρνει και η ελληνική αντεπίθεση ξεδιπλώνεται με τον Σωκράτη, που τελικά καρφώνει τη μπάλα στα δίχτυα του τερματοφύλακα της Γερμανίας Λάιμπνιτς.

Το γκολ προκαλεί διαμαρτυρίες από τους Γερμανούς. O ιδεαλιστής Χέγκελ διατείνεται πως "η πραγματικότητα είναι απλώς ένα παρεπόμενο της μη φυσιοκρατικής ηθικής" και ο Καντ διατυπώνει την ... "κατηγορική προσταγή" ότι το γκολ " οντολογικά υπάρχει μόνο μέσα στην φαντασία".
 
Ο Μαρξ, από την πλευρά του, ως υλιστής φιλόσοφος είναι πραγματιστής και διαμαρτύρεται ότι το γκολ είναι οφσάιντ. Και όντως είναι; 'Η μάλλον φαίνεται ότι είναι... Γιατί η κάμερα δεν μπορεί να δείξει 100% ότι δεν καλύπτεται ο Σωκράτης ξεκινώντας την κούρσα του πριν την πάσα του Αρχιμήδη. Και γιατί ποιος μπορεί να αποδείξει ότι αυτό που βλέπει είναι αλήθεια. Άρα ο Σωκράτης είναι οφσάιντ και δεν είναι... Δυστυχώς για τη Γερμανία, ο Χάιντεγκερ για... απροσδιόριστους λόγους δεν συμμετέχει στις διαμαρτυρίες - αναφορά στην Κβαντομηχανική της Σχολής της Κοπεγχάγης - απροσδιοριστία του Χάιζεμπεργκ και στην γάτα του Σρέντιγκερ. Το γκολ λοιπόν κατοχυρώνεται κανονικά στους Έλληνες.

ΟΙ ΠΑΙΚΤΕΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

1 ΠΛΑΤΩΝ
2 ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ
3 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
4 ΣΟΦΟΚΛΗΣ
5 ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΤΟΥ ΑΚΡΑΓΑΝΤΟΣ
6 ΠΛΩΤΙΝΟΣ
7 ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ
8 ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
9 ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ
10 ΣΩΚΡΑΤΗΣ
11 ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

1 ΛΑΪΜΠΝΙΤΣ
2 ΚΑΝΤ
3 ΧΕΓΚΕΛ
4 ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ
5 ΣΕΛΙΝΓΚ
6 ΜΠΕΚΕΝΜΠΑΟΥΕΡ
7 ΓΙΑΣΠΕΡΣ
8 ΣΛΕΓΚΕΛ
9 ΒΙΤΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ
10 ΝΙΤΣΕ
11 ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡ

Eckhart Tolle: H συνήθεια του παραπόνου

Τίποτα δεν είναι προσωπικό. Ο κάθε άνθρωπος συμπεριφέρεται σύμφωνα με το επίπεδο της συνειδητότητάς του. Όταν λες “ο τάδε μου έκανε αυτό” δεν σημαίνει ότι ο άλλος απηύθυνε σε σένα προσωπικά αυτό που έκανε. Αλλά μερικοί άνθρωποι τα κάνουν όλα προσωπικά.

Για παράδειγμα, εκεί που οδηγείς το αυτοκίνητό σου μπαίνει κάποιος μπροστά σου και σου κλείνει το δρόμο. Γιατί να το πάρεις προσωπικά; Ο άλλος δεν σε ξέρει καν. Το Εγώ όμως θα ερμηνεύσει την κατάσταση και θα πει “αυτός μου έκλεισε τον δρόμο, εμένα”, ενώ ο άλλος οδηγεί πάντα έτσι.

Στο Εγώ αρέσει πολύ να παραπονιέται και να λέει “οι άλλοι μου έκαναν αυτό κι αυτό”. Και όσο περισσότερο παραπονιέσαι για το τι σου έκαναν οι άλλοι, τόσο περισσότερο δυναμώνει το “μου (έκαναν)”, δηλαδή το Εγώ. Αυτός ο μηχανισμός είναι ασυνείδητος.

Οι αφορμές μπορεί να είναι πολλές και διάφορες, αλλά το Εγώ ερμηνεύει πάντα τα πράγματα σαν να μην είναι ικανοί οι άλλοι να μας ικανοποιήσουν -είτε κάνουν κάτι που δεν έπρεπε, είτε δεν κάνουν κάτι που έπρεπε, αλλά πάντα σε σχέση με “εμένα”. Γι’ αυτό το Εγώ λατρεύει να παραπονιέται για διάφορα πράγματα που κάνουν οι άλλοι. Και όσο περισσότερο παραπονιέται, τόσο αυξάνεται μέσα μας η αίσθηση ότι εμείς είμαστε οι σωστοί και οι άλλοι λάθος.

Ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που μας δίνουν αφορμές να παραπονιόμαστε. Και η ζωή το κάνει αυτό, όχι για να σου σπάσει τα νεύρα, αλλά για να σε κάνει πιο συνειδητό. Δεν είναι ότι κάποιο κακό δαιμόνιο έβαλε τους ανθρώπους αυτούς γύρω σου για να σε κάνουν δυστυχισμένο.

Οι προσδοκίες σου να συμπεριφέρονται οι άλλοι με έναν συγκεκριμένο τρόπο είναι που σε κάνει δυστυχισμένο.

Πρέπει όμως να “πιάσεις” τον εαυτό σου να παραπονιέται για τους άλλους τη στιγμή που το κάνεις για να εξέλθεις από αυτό το μοτίβο. Το Εγώ τότε θα νιώσει ότι δεν το τάισες ‐και όντως αυτό συμβαίνει‐ και θα αισθανθεί σαν να συρρικνώνεται. “Αν δεν παραπονεθώ”, θα έλεγε το Εγώ, “θα γίνω μικρότερο και λιγότερο”, γιατί κάθε φορά που παραπονιέσαι το Εγώ σου φουσκώνει και αισθάνεσαι ότι γίνεσαι “περισσότερος”.

Και όσο πιο συναισθηματικά φορτισμένο είναι το παράπονο, τόσο πιο πολύ αισθάνεσαι να φουσκώνεις σαν μπαλόνι. Και πολλές φορές ο θυμός μπορεί να συνοδεύει το παράπονο. Μπορείς λοιπόν να εξασκηθείς στο να μην παραπονιέσαι. Στην αρχή θα σου φανεί σαν να λείπει κάτι από τη ζωή σου, αλλά μετά θα νιώσεις μια γαλήνη μέσα σου.

Βέβαια, τώρα πολλοί θα αναρωτηθούν “πρέπει να αφήνω τους άλλους να με εκμεταλλεύονται και να με κάνουν ό,τι θέλουν;”. Φυσικά και όχι. Αν χρειαστεί να πεις κάτι στον άλλον θα το πεις, αλλά χωρίς παράπονο. Ας πούμε ότι περιμένεις κάποιον τεχνικό να έρθει στο σπίτι σου για να επιδιορθώσει μια βλάβη. Τον παίρνεις μια φορά τηλέφωνο, σου λέει ότι θα έρθει την τάδε ώρα και δεν έρχεται. Μετά μπορείς να τον πάρεις τηλέφωνο και να του πεις “σε περίμενα να έρθεις αλλά δεν ήρθες, θα πάρω κάποιον άλλον, ευχαριστώ που με άκουσες”. Αν του παραπονεθείς δεν θα τον βοηθήσεις. Δεν θα τον κάνεις πιο συνειδητό. Και το μόνο “όφελος” που θα έχεις εσύ από το παράπονο είναι ότι θα δυναμώσεις την ταύτισή σου με τον ψεύτικο εαυτό σου.

Μπορείς να είσαι πραγματικά ευγνώμων για όλους αυτούς τους ανθρώπους που σε κάνουν πιο συνειδητό. Όταν συνειδητοποιείς ότι παραπονιέσαι μπορείς να παρατηρείς τον νου σου, να στρέφεις την προσοχή σου μέσα σου, και να εξετάζεις αν υπάρχει κάποιο όφελος από αυτές τις σκέψεις. Δηλαδή, ακόμα και αν δεν εκφράζεις ανοιχτά κάποιο παράπονο, δες αν ο νους σου συνεχίζει να παραπονιέται κάνοντας τις αντίστοιχες σκέψεις. Γιατί μπορεί να μην το λες, αλλά να το σκέφτεσαι.

Αν εντοπίσεις τέτοιες σκέψεις, αναρωτήσου αν σε κάνουν πιο ευτυχισμένο ή πιο χαρούμενο, ή αν η ζωή σου θα ήταν καλύτερη και πιο ανάλαφρη χωρίς αυτές.

Έκχαρτ Τόλλε.

Τζωρτζ Όργουελ: Η Νέα Ομιλία

«Πώς πάει το Λεξικό;» είπε ο Γουίνστον, υψώνοντας τη φωνή του για ν΄ ακουστεί.

«Αργεί», είπε ο Σάιμ. «Βρίσκομαι στα επίθετα. Είναι συναρπαστικό».

Έλαμψε αμέσως μόλις έγινε λόγος για τη Νέα Ομιλία. Έσπρωξε από μπροστά του τη γαβάθα, πήρε το ψωμί στο ένα ντελικάτο χέρι και το τυρί στο άλλο, κι έσκυψε πάνω στο τραπέζι για να μπορεί να μιλάει χωρίς να φωνάζει.

«Η Ενδεκάτη Έκδοση είναι η οριστική» είπε. Δίνουμε στη γλώσσα την τελική της μορφή, τη μορφή που θα έχει όταν κανείς δε θα μιλάει άλλη γλώσσα. Όταν τελειώσουμε, άνθρωποι σαν κι σένα θα πρέπει να την μάθουν απ΄ αρχής. Πιστεύεις, θα έλεγα, ότι η κύρια δουλειά μας είναι να εφεύρουμε νέες λέξεις. Αλλά δε συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. Καταστρέφουμε λέξεις – δεκάδες, εκατοντάδες λέξεις κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκκαλο. Η Ενδεκάτη Έκδοση δεν θα περιέχει ούτε μια λέξη που να μπορεί να θεωρηθεί απαρχαιωμένη πριν από το 2050».

Δάγκωσε πεινασμένα το ψωμί του, κατάπιε δύο μπουκιές και συνέχισε να μιλάει σχολαστικότητα. Το αδύνατο σκούρο πρόσωπό του είχε ζωντανέψει, τα μάτια του είχαν χάσει την ειρωνική τους έκφραση και είχαν γίνει ονειροπόλα.

«Ωραίο πράγμα η καταστροφή των λέξεων. Βεβαίως, το μεγάλο κόψιμο γίνεται στα ρήματα και τα επίθετα, αλλά υπάρχουν επίσης και εκατοντάδες ουσιαστικά που μπορούμε να ξεφορτωθούμε. Δεν είναι μόνο τα συνώνυμα∙ υπάρχουν επίσης και τα αντίθετα. Στο κάτω κάτω , ποιος ο λόγος ύπαρξης μια λέξης που απλώς είναι αντίθετη μιας άλλης; Μια λέξη εμπεριέχει από μόνη της το αντίθετό της. Πάρε, ας πούμε, τη λέξη "καλός". Τι χρειάζεται η λέξη "κακός"; "Μηκαλός" είναι το ίδιο και καλύτερο γιατί είναι ακριβώς το αντίθετο του "καλός", ενώ η άλλη λέξη δεν είναι.

Αν πάλι θέλεις μια λέξη πιο δυνατή από το "καλός", τι νόημα έχει να υπάρχει ολόκληρη σειρά από αόριστες και άχρηστες λέξεις όπως "θαυμάσιος", "υπέροχος" και όλα τα υπόλοιπα; Η λέξη "δίσκαλος" καλύπτει πλήρως την έννοια ή "τρίσκαλος" αν θέλεις κάτι ακόμα πιο έντονο.

Φυσικά, αυτούς τους τύπους τους χρησιμοποιούμε ήδη, αλλά στην τελική έκδοση της Νέας Ομιλίας δεν θα υπάρχει τίποτα άλλο. Στο τέλος όλη η θεωρία του καλού και του κακού θα καλύπτεται από έξι λέξεις μόνο, στην πραγματικότητα από μία και μόνη. Δε βλέπεις τι ομορφιά υπάρχει σ΄ αυτά, Γουίνστον; Φυσικά», πρόσθεσε αμέσως μετά, «η αρχική ιδέα ήταν του Μεγάλου Αδελφού».

Στο όνομα του Μεγάλου Αδελφού ένα είδος βλακώδους ενδιαφέροντος φάνηκε στο πρόσωπο του Γουίνστον. Ωστόσο ο Σάιμ παρατήρησε αμέσως κάποια έλλειψη ενθουσιασμού.

«Δεν εκτιμάς αληθινά τη Νέα Ομιλία», είπε σχεδόν θλιμμένα.

«Ακόμα και όταν την γράφεις, εξακολουθείς να σκέφτεσαι στην Παλαιά Ομιλία. Διάβασα μερικά από τα άρθρα τα οποία γράφεις πού και πού στους Τάιμς. Είναι αρκετά καλά, αλλά είναι μεταφράσεις. Κατά βάθος, θα προτιμούσες να παραμείνεις πιστός στην Παλαιά Ομιλία, μ’ όλη την αοριστολογία της και τις άχρηστες αποχρώσεις των εννοιών. Δεν συλλαμβάνεις την ομορφιά της καταστροφής των λέξεων. Το ξέρεις ότι η Νέα Ομιλία είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που το λεξιλόγιό της λιγοστεύει κάθε χρόνο;»

Ο Γουίνστον το ήξερε, φυσικά. Χαμογέλασε συγκαταβατικά, έτσι τουλάχιστον έλπιζε, μιας και δεν είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του για να μιλήσει. Ο Σάιμ δάγκωσε άλλη μια μπουκιά από το μαυριδερό ψωμί, μάσησε γρήγορα και εξακολούθησε:

«Δεν βλέπεις ότι ο όλος σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να χρειαστεί θα καλύπτεται από μια μόνο λέξη, το νόημα της οποίας θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιές της έννοιες θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Ήδη, στην Ενδέκατη Έκδοση, δεν απέχουμε πολύ απ΄ αυτό το σημείο. Αλλά η διαδικασία θα συνεχίζεται και πολύ αργότερα, όταν εσύ κι εγώ θα ‘χουμε πεθάνει. Κάθε χρόνο ολοένα και λιγότερες λέξεις, και οι ορίζοντες της συνείδησης ολοένα και θα στενεύουν.

Τζωρτζ Όργουελ, 1984 Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ

Θέλουμε Ανθρώπους

Θέλουμε ανθρώπους που πρώτα διακρίνουν το καλό σε κάθε τι και στο σκοτάδι ακόμα και έπειτα το κακό και το ανάποδο με σύνεση αλλάζουν.

Που δε σκώπτουν, ειρωνεύονται και διακωμωδούν, αν εναλλακτικές δεν έχουν οι ίδιοι να προτείνουν.

Ανθρώπους που αυτοσατιρίζονται πριν το δικαίωμα να κρίνουν θεμελιώσουν, πρωτοπόροι για να γίνουν και παραδείγματα στην αλλαγή, που οραματίστηκαν και τεκμηριώνουν.

Πρόσωπα που δεν απομυζούν τη δύναμη από ομάδες, συντεχνίες και σινάφια, αλλά ατόφια την αυτοεκτίμηση από μέσα τους αντλούνε.

Συναξαριστές εμπειριών τούς θέλουμε κι όχι καθηλωμένους σε τόπους, σε συνήθειες, στα περασμένα.

Του διαφορετικού εραστές και του πρωτόγνωρου θιασώτες.

Πρόσωπα, που η γνώση της ματαιότητας, πείσμα ενάντια στο μηδέν τούς δίνει.

Που τα παιδιά, την οικογένεια, την ηθική ως πρόσχημα για την αδράνεια, τη χλεύη, τη φιλαυτία δεν παρουσιάζουν.

Ανθρώπους που ποτέ δε λεν «αυτό το ξέρω», αλλά θα το μάθω καλύτερα ακόμα.

Παράσιτα δε στέργουμε, που την ανασφάλεια προφασιζόμενα, ρουφούν τη δύναμη του άλλου και ευθύς μόλις τον ξεράνουνε, καινούργια θύματα γυρεύουν να προσκολληθούνε.

Παράφορους τους οραματιζόμαστε και πάντα ερωτευμένους με την οικουμένη.

Ιδανικούς μέσα στις ήττες τους και στις συγκυρίες με επίγνωση γενναίους.

Ανθρώπους που κερνούν κρασί το Χάροντα, την ασθένεια, τον πόνο, την οδύνη.

Θέλουμε πλάσματα τραγικά και αποφασισμένα, που στο Θεό Σε αγαπώ, αντί για προσευχές ψελλίζουν.

Κι εκείνους που παλεύουν για το αδύνατο, επειδή γνωρίζουν πως έτσι ξεριζώνεται το χάος.

Θέλουμε ανθρώπους που την καθημερινότητα σε καινούργιο θαύμα μετατρέπουν.

Και δε μεμψιμοιρούν ή παραδίδονται, γιατί στο ελάχιστο και στο ασήμαντο διάλεξε ο Πλάστης να κρύψει το σύμπαν όλο.

Ανθρώπους που γεννήθηκαν και οι αποφάσεις τους οι μικρές αλλάζουν την ιστορία και τη μοίρα.

Συζητήσεις καλής νύχτας

Το τελευταίο άτομο που σκεφτόμαστε πριν κοιμηθούμε είναι είτε ο λόγος της εφήμερης χαράς μας είτε ο λόγος του πόνου μας.

Οι βραδυνές συζητήσεις έχουν κάτι ιδιαίτερο, κάτι μοναδικό… το βράδυ μπορούμε να εκφράσουμε πιο εύκολα τις σκέψεις και τα συναισθήματα μας. Αυτό συμβαίνει διότι ο εγκέφαλος ανασύρει κάποιους ηθικούς φραγμούς, λόγω της κούρασης και της ώρας που την υπόλοιπη μέρα κρατάει δυνατά σαν άμυνα, ώστε να μην εκφράσει κάποια συναισθήματα.

Εκφραζόμαστε και καταθέτουμε αισθήματα τα οποία είχαμε καλά κρυμμένα μέσα μας. Η ειλικρίνεια είναι πολύ σημαντική και δεδομένου αυτού που εξήγησα, το βράδυ ως οργανισμοί, τείνουμε να είμαστε πιο ειλικρινείς, δίχως φραγμούς.

Συμβουλεύω οποτεδήποτε στην ζωή σας θέλετε να κάνετε κάποια σημαντική συζήτηση ή να εκφράσετε βαθειά αισθήματα, καθίστε πιείτε, ένα ποτήρι κρασί με το άτομο που θέλετε να συνομιλήσετε και…οι συγκυρίες θα κάνουν τα μαγικά τους.

Οι βραδυνές συζητήσεις όπως σίγουρα έχετε παρατηρήσει συχνά φέρνουν δύο ανθρώπους πιο κοντά μεταξύ τους.

Νιώστε τη δύναμη και την ικανοποίηση μιας ποιοτικής συζήτησης με ένα αξιόλογο πόρισμα…

Ανοιχτείτε στους κατάλληλους ανθρώπους, μη φοβάστε και να θυμάστε:

Πώς “Βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων βλέπουν τα μάτια που έχουν κλάψει πολύ.”

Μην τους ακούς! Οι άλλοι περιγράφουν τη δική τους ζωή, όχι τη δική σου

Τους λες τα όνειρά σου και εκείνοι γελάνε. Κουνάνε τους ώμους ειρωνικά και με βλέμμα γεμάτο κακία σου απαντάνε ‘’αυτά που λες δεν πρόκειται να γίνουν’’.

Σε αφήνουν μουδιασμένη, να σκέφτεσαι μήπως όντως έχουν δίκιο και πρέπει να εγκαταλείψεις το στίβο της μάχης.

Μην κάνεις αυτό το λάθος. Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο για εκείνον που προσπαθεί, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει έναν άνθρωπο που διψάει για την κατάκτηση των στόχων του.

Μην τους ακούς, όσοι σε κρίνουν είναι άτομα βολεμένα σε μία συνηθισμένη ζωή που επειδή συμβιβάστηκαν με καταστάσεις που δεν ήθελαν, επιθυμούν να τορπιλίζουν και να βάζουν φωτιά στις προσδοκίες των άλλων.

Μην ακούς εκείνους που σου λένε ότι δε μπορείς. Μην πιστεύεις εκείνους που προσπαθούν να σε πείσουν πως μάταια προσπαθείς. Τη ζωή την κερδίζει εκείνος που ακούει την εσωτερική του φωνή και δεν αφήνει τον κάθε σκύλο που γαβγίζει στο δρόμο του να τον δηλητηριάσει και να τον φοβίσει. Τίποτα δεν είναι αδύνατο για εκείνον που προσπαθεί, τίποτα δεν μπορεί να κατακτήσει ο άνθρωπος που αγωνίζεται για αυτά που θέλει.

Μην ακούς κανέναν. Οι άλλοι περιγράφουν τη δική τους ζωή, όχι τη δική σου.

Ελέγχω τα συναισθήματά μου, ελέγχω τη ζωή μου

Στο πάγωμα της καθημερινότητας και όντας απομονωμένοι για μήνες, ήρθαμε όλοι αντιμέτωποι με τις διάφορες πλευρές του εαυτού μας και τα συναισθήματά μας.

Μας γεννήθηκαν πολλές απορίες, είχαμε και έχουμε πολλές ερωτήσεις, που όμως δεν μπορούν να απαντηθούν, επειδή δεν έχουμε τα πραγματικά δεδομένα. Και τι μας μένει σε τέτοιες περιπτώσεις; Πολύ μεγάλη αβεβαιότητα και φόβος. Ο εγκέφαλός μας είναι καλωδιωμένος έτσι ώστε να αντιπαθεί την αβεβαιότητα και το άγνωστο επειδή τα εξισώνει με τον κίνδυνο.

Η τρέχουσα κατάσταση έχει πυροδοτήσει την ανησυχία, το φόβο, την ανασφάλεια και το άγχος, με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε στο έλεος αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων. Γι’ αυτό σε τέτοιους καιρούς, η συναισθηματική μας υγεία, που συνεπάγεται και σωματική υγεία, είναι πολύ σημαντική.

Τα καλά νέα είναι ότι είμαστε τεχνολογικά εξελιγμένα, υψηλής πολυπλοκότητας όντα με την ικανότητα να αυτό-ρυθμίζουμε την ενέργεια που ρέει στο βιολογικό μας σύστημα. Μπορούμε να ρυθμίζουμε συνειδητά τη βιολογία μας (να ενισχύσουμε το ανοσοποιητικό μας, να ξυπνήσουμε τα ένζυμα της μακροζωίας, να αυξήσουμε την ανθεκτικότητά μας). Πώς; Μέσω των συναισθημάτων μας. Η υγεία και η μακροζωία επηρεάζονται περισσότερο από το εσωτερικό μας περιβάλλον απ’ ότι από το εξωτερικό.

Μας έχουν μάθει ότι υπάρχουν αρνητικά, κακά συναισθήματα. Και τι κάνουμε με κάτι αρνητικό και κακό; Το απομακρύνουμε. Το κρύβουμε. Το μεταμφιέζουμε σε κάτι άλλο. Για να το ελέγξουμε.

Κι έτσι παλεύουμε ενάντια στα συναισθήματά μας, τα απωθούμε, προσποιούμενοι ότι δεν υπάρχουν ή απλά τα κλείνουμε στο υπόγειο και πετάμε το κλειδί.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν αρνητικά ή κακά συναισθήματα. Όλα τα συναισθήματα εξυπηρετούν ένα σκοπό. Η λειτουργία τους είναι να τραβήξουν την προσοχή μας, ώστε να εστιάσουμε σε κάτι, και να μας παρακινήσουν να δράσουμε. Τα συναισθήματα είναι εγγενώς ουδέτερα, απλά μας ενημερώνουν πού βρισκόμαστε και πώς φαίνεται να είναι τα πράγματα. Όλα τα συναισθήματα είναι πληροφορίες, δεδομένα, μηνύματα. Είναι ενέργεια σε κίνηση και είναι η κύρια γλώσσα του σώματος, του υποσυνείδητου και της διαίσθησης. Όταν καταστέλλουμε ή αγνοούμε δύσκολα συναισθήματα, το πραγματικό θύμα είναι η ευημερία και η υγεία μας.

Πώς μπορούμε να ελέγξουμε δύσκολα ή δυσάρεστα συναισθήματα;

Όταν για παράδειγμα νιώθω φόβο, ρωτάω: «Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή; Είναι δικό μου αυτό το συναίσθημα; Είναι το συναίσθημα ανάλογο της κατάστασης;».

Εφόσον αναγνωρίσω και αποδεχτώ αυτό που νιώθω, μπορώ να αρχίσω να το μεταμορφώνω. Πολλές πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι όταν ονομάζουμε τα συναισθήματά μας, χάνουν μέρος της δύναμής τους. Ότι όταν γίνονται αντικείμενο της γνωστικής διαδικασίας, μειώνεται η έντασή τους.

Η μειωμένη ένταση του συναισθήματος, εφόσον το έχω ονομάσει, μου επιτρέπει να μείνω μαζί του και να το βιώσω. Μου επιτρέπω να νιώσω απογοητευμένη, θυμωμένη, λυπημένη ή φοβισμένη.

Νιώθω οτιδήποτε είναι αυτό που αισθάνομαι και δεν επιτρέπω στο μυαλό μου να το δικαιολογήσει ή να το αιτιολογήσει. Παίρνω μερικές βαθιές αναπνοές και κάθομαι μαζί του. Γίνομαι ο «ιερός μάρτυρας» αυτού που συμβαίνει μέσα μου.

Παρατηρώ τις αισθήσεις που έχω στα διάφορα σημεία του σώματός μου. Παρατηρώ, χωρίς να προσπαθώ να διορθώσω τίποτα. Και μετά ρωτάω: «Ποιο είναι το γενικό μήνυμα αυτού του συναισθήματος; Τι θέλει να μου πει;». Και παραμένω σε σιωπή και ακινησία για λίγα λεπτά. Η απάντηση μπορεί να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους, σαν αίσθηση, εικόνα, λέξεις ή έμπνευση…

«Τι θέλω πραγματικά; Τι μου λέει η καρδιά μου; Τι χρειάζεται να κάνω;».

Οι εικόνες που έχω στο μυαλό μου, πυροδοτούν μια έκρηξη χημικών τα οποία μεταβάλλουν τη σύνθεση του αίματός μου, το οποίο με τη σειρά του ρυθμίζει και ελέγχει τα κύτταρά μου. Τα βιοχημικά που εκκρίνονται μέσα μου είναι σαν κύμα που ξεχύνεται στο σώμα μου και ολόκληρη η διαδικασία διαρκεί 60 με 90 δευτερόλεπτα. Μπορώ να διαχειριστώ και να ελέγξω 90 δευτερόλεπτα, έτσι δεν είναι;

Τα προβλήματα δημιουργούνται όταν δεν είμαστε καλά με τον εαυτό μας. Όλα τα προβλήματα είναι εσωτερικά. Η ποιότητα της ζωής μας καθορίζεται από την ποιότητα των σκέψεων και των συναισθημάτων μας.

Είναι σημαντικό να γνωρίζεις πως μπορείς να επιλέξεις τι θα σκεφτείς και τι θα νιώσεις. Μπορείς να σταματήσεις εν τη γενέσει τις παρορμήσεις σου και να τις ελέγξεις.

Πώς ζεις τη ζωή σου, με χαρά και αγάπη ή με άγχος και φόβο

Εάν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά για εσένα

Εάν τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά για εσένα – E τότε αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί, όπως λέει και ένας από τους πιο κυνικούς αφορισμούς, η ζωή είναι χάλια και μετά πεθαίνεις. Ωστόσο, πριν η κρίση που περνάς σε οδηγήσει σε αυτό το φρικτό συμπέρασμα, ίσως να θες να αναλογιστείς το εξής: το πρόβλημα δεν το έχει η ζωή. Το πρόβλημα το έχεις εσύ. Τουλάχιστον αυτή η διαπίστωση σου δίνει κάποιες επιλογές. Εάν η ζωή σου δεν πηγαίνει καλά, ίσως αυτό που δεν επαρκεί είναι οι γνώσεις που έχεις αυτήν τη στιγμή και όχι η ζωή αυτή καθαυτή. Ίσως το πλέγμα των αξιών σου χρειάζεται σημαντική αναδιάρθρωση. Ίσως αυτό που επιθυμείς σε τυφλώνει και δεν βλέπεις πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα. Ίσως να είσαι τόσο αγκιστρωμένος στις επιθυμίες σου, στο παρόν, τόσο σφικτά αγκιστρωμένος που δεν μπορείς να δεις τίποτε άλλο – ακόμη και αυτό που πραγματικά χρειάζεσαι.

Φαντάσου ότι σκέφτεσαι, με ζήλια: «Θα έπρεπε να έχω τη δουλειά του αφεντικού μου». Εάν το αφεντικό σου παραμένει στη θέση του, με πείσμα και ικανότητα, σκέψεις σαν και αυτή θα σε οδηγήσουν σε μια κατάσταση εκνευρισμού, δυστυχίας και αηδίας. Μπορεί και να το συνειδητοποιήσεις. Σκέφτεσαι: «Είμαι δυστυχής. Ωστόσο, θα μπορούσα να θεραπευτώ από αυτήν τη δυστυχία εάν μπορούσα να ικανοποιήσω τη φιλοδοξία μου». Όμως, τότε ίσως να σκεφτείς λίγο περισσότερο: «Για κάτσε» λες. «Ίσως να μην είμαι δυστυχισμένος επειδή δεν έχω τη δουλειά του αφεντικού μου. Ίσως να είμαι δυστυχισμένος επειδή δεν μπορώ να σταματήσω να επιθυμώ αυτήν τη δουλειά». Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς απλά και μαγικά να πεις στον εαυτό σου να σταματήσει να επιθυμεί αυτήν τη δουλειά και μετά να τον ακούσεις και να μεταμορφωθείς. Δεν θα αλλάξεις τον εαυτό σου τόσο εύκολα – στην πραγματικότητα, δεν μπορείς. Πρέπει να σκάψεις πιο βαθιά. Πρέπει να αλλάξεις αυτό που επιδιώκεις σε βαθύτερο επίπεδο.

Έτσι, ίσως σκεφτείς: «Δεν ξέρω τι να κάνω για αυτόν τον απαίσιο πόνο. Δεν μπορώ απλώς να εγκαταλείψω τις φιλοδοξίες μου. Αυτό θα με άφηνε χωρίς σκοπό. Όμως, η βαθιά μου επιθυμία για μια δουλειά την οποία δεν μπορώ να έχω δεν λειτουργεί». Ίσως να αποφασίσεις να ακολουθήσεις διαφορετική διαδρομή. Ίσως να ζητήσεις να σου αποκαλυφθεί κάποιο διαφορετικό σχέδιο: ένα σχέδιο που θα ικανοποιούσε τις επιθυμίες σου, θα ικανοποιούσε τις φιλοδοξίες σου πραγματικά, αλλά το οποίο θα σε έβγαζε από μια ζωή γεμάτη πικρία και μνησικακία, από την οποία υποφέρεις επί του παρόντος. Ίσως σκεφτείς: «Θα καταστρώσω διαφορετικό σχέδιο. Θα προσπαθήσω να θέλω ό,τι χρειάζεται για να γίνει η ζωή μου καλύτερη –ό,τι και να είναι αυτό– και θα αρχίσω να το δουλεύω από τώρα. Αν αποδειχθεί ότι αυτό είναι κάτι διαφορετικό από το να κυνηγάω τη δουλειά του αφεντικού μου, θα το δεχτώ και θα προχωρήσω».

Τώρα πλέον βρίσκεσαι σε μια τελείως διαφορετική τροχιά. Μέχρι πρότινος, η φαινομενικά σωστή, επιθυμητή και αξιόλογη επιδίωξη ήταν κάτι περιορισμένο και συγκεκριμένο. Όμως κόλλησες σε αυτήν, στριμώχτηκες και έγινες δυστυχισμένος. Οπότε, άφησέ το πίσω σου. Κάνε την απαραίτητη θυσία και άσε αυτόν τον νέο κόσμο των δυνατοτήτων, τον οποίον δεν έβλεπες μέχρι τώρα λόγω της προηγούμενης φιλοδοξίας σου, να σου αποκαλυφθεί. Και αυτός ο κόσμος είναι πολύ πλούσιος. Πώς θα ήταν η ζωή σου αν ήταν καλύτερη; Πώς θα ήταν η Ζωή αυτή καθαυτή; Τι ακριβώς σημαίνει το «καλύτερη» τελικά; Δεν ξέρεις. Και δεν έχει σημασία που δεν ξέρεις, ακριβώς, αμέσως, γιατί σιγά σιγά θα αρχίσεις να βλέπεις τι είναι το «καλύτερο» αφού θα έχεις αποφασίσει ότι το θέλεις. Θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι ό,τι παρέμενε κρυμμένο από τις υποθέσεις και τις προκαταλήψεις σου – εξαιτίας των προηγούμενων μηχανισμών της όρασής σου. Και θα αρχίσεις να μαθαίνεις.

Ωστόσο, αυτό θα λειτουργήσει μόνο αν πραγματικά επιθυμείς να βελτιωθεί η ζωή σου. Δεν μπορείς να ξεγελάσεις τις υπόρρητες αντιληπτικές σου δομές. Κα θόλου. Στοχεύουν όπου εσύ τους υποδείξεις. Για να αναδιαρθρωθείς, να δεις τα πράγματα όπως πραγματικά έχουν, να θέσεις έναν καλύτερο στόχο, πρέπει να το σκεφτείς ενδελεχώς, από κάτω προς τα επάνω. Πρέπει να οργώσεις την ψυχή σου. Πρέπει να την καθαρίσεις. Και πρέπει να είσαι προσεκτικός, γιατί το να κάνεις τη ζωή σου καλύτερη σημαίνει ότι θα αναλάβεις μεγάλες ευθύνες και αυτό απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια και φροντίδα από το να ζεις βλακωδώς μέσα στον πόνο και να παραμένεις αλαζόνας, υποκριτής και μνησίκακος.

Και αν ο κόσμος σού αποκάλυπτε την καλοσύνη του ανάλογα με τη δική σου επιθυμία για το καλύτερο; Και αν όσο περισσότερο μεγάλωνε, διευρυνόταν και γινόταν πιο εκλεπτυσμένη η αντίληψή σου για το καλύτερο τόσο περισσότερο θα μπορούσες να αντιληφθείς τη δυνατότητα και το όφελος; Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορείς να έχεις αυτό που θέλεις μόνο και μόνο γιατί το επιθυμείς ή ότι τα πάντα είναι μια ερμηνεία ή ότι δεν υπάρχει πραγματικότητα. Ο κόσμος εξακολουθεί να υπάρχει, με τις δομές και τους περιορισμούς του. Καθώς τον περιδιαβαίνεις, είτε συναινεί είτε αντιστέκεται. Αλλά μπορείς να χορέψεις με τον κόσμο, αν ο στόχος σου είναι να χορέψεις – και ίσως και να μπορείς ακόμη και να οδηγήσεις τον χορό, εάν έχεις αρκετή επιδεξιότητα και χάρη. Δεν είναι θεολογία. Δεν είναι μυστικισμός. Είναι εμπειρική γνώση. Δεν υπάρχει κάτι το μαγικό σε όλο αυτό – ή τουλάχιστον όχι περισσότερο μαγικό από την ήδη υπάρχουσα μαγεία της συνείδησης, Βλέπουμε μόνο ό,τι θέτουμε ως στόχο. Ο υπόλοιπος κόσμος (δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος του) μας είναι κρυμμένος. Εάν αρχίσουμε να στοχεύουμε σε κάτι διαφορετικό -κάτι του τύπου «Θέλω να είναι η ζωή μου καλύτερη»- το μυαλό μας θα αρχίσει να μας δίνει νέες πληροφορίες, οι οποίες προέρχονται από τον μέχρι πρότινος κρυμμένο κόσμο, για να μας βοηθήσει σε αυτή μας την αναζήτηση. Στη συνέχεια μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις πληροφορίες και να μετακινηθούμε, να δράσουμε, να παρατηρήσουμε και να βελτιωθούμε. Και μετά από όλα αυτά, αφού βελτιωθούμε, ίσως να επιδιώξουμε κάτι διαφορετικό ή ανώτερο – κάτι του τύπου «Θέλω ό,τι μπορεί να είναι καλύτερο από το απλώς να είναι η ζωή μου καλύτερη». Και στη συνέχεια μπαίνουμε σε μια ανώτερη και πληρέστερη πραγματικότητα.

Και όταν βρεθούμε εκεί, τι μπορεί να είναι αυτό στο οποίο θα εστιάσουμε; Τί μπορεί να δούμε;

Σκέψου το ως εξής: Ξεκίνα από την παρατήρηση ότι πράγματι επιθυμούμε διάφορα πράγματα –- ακόμη και αυτά που χρειαζόμαστε. Αυτή είναι η ανθρώπινη φύση. Μοιραζόμαστε την εμπειρία της πείνας, της μοναξιάς, της δίψας, Αυτό της σεξουαλικής επιθυμίας, της επιθετικότητας, του φόβου και του πόνου. είναι στοιχεία του Είναι – αρχέγονα, αυταπόδεικτα στοιχεία του Είναι. Όμως πρέπει να ξεκαθαρίζουμε και να οργανώνουμε αυτές τις αρχέγονες επιθυμίες, γιατί ο κόσμος είναι περίπλοκος και εντελώς πραγματικός. Δεν μπορούμε να πάρουμε το ένα συγκεκριμένο πράγμα που θέλουμε τώρα, μαζί με όλα τα υπόλοιπα τα οποία επιθυμούμε συνήθως, γιατί οι επιθυμίες μας προκαλούν σύγκρουση με τις άλλες επιθυμίες μας, καθώς και με τους άλλους ανθρώπους και με τον κόσμο. Έτσι, πρέπει να αποκτήσουμε συνείδηση των επιθυμιών μας και να τις εκφράζουμε, να τους δίνουμε προτεραιότητα και να τις θέτουμε σε ιεραρχία. Αυτό τις εξελίσσει. Τις κάνει να δημιουργούν συνέργειες μεταξύ τους και με τις επιθυμίες των άλλων ανθρώπων και του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο οι επιθυμίες μας γίνονται ανώτερες. Με αυτόν τον τρόπο οργανώνονται και γίνονται αξίες και αποκτούν ηθική διάσταση. Οι αξίες μας, το ήθος μας – είναι ενδείξεις εξέλιξης.