Τρίτη 28 Απριλίου 2020

Πλάτωνος Συμπόσιον: Έρως και Ζωή

Πλάτων: 427-347 π.Χ.

Η ανθρώπινη φύση και ο πόθος της για αθανασία

§1

Θα συζητήσουμε για τις ιδέες του Συμποσίου, ενός από τα πιο σπουδαία κείμενα της πλατωνικής φιλοσοφίας. Στο εν λόγω έργο, ο άνθρωπος απελευθερώνεται από κάθε ασκητική ή περιοριστική πλαισιοθέτηση μέσα στο δεσμωτήριο της ζωής. Η ζωή γίνεται τώρα Αγάπη για το Αγαθό και το Ωραίο και δυνάμει αυτής της Αγάπης η ανάβαση προς τον «υπερουράνιο τόπο» (Φαίδρος) του πνευματικού-απόλυτου Κάλλους. Έτσι τίθεται η Ιδέα του Άπειρου, του Αθάνατου και σφυρηλατείται ο δεσμός ανάμεσα στη θνητότητα και την αθανασία, στον άνθρωπο και τον θεό. Στον Φαίδωνα ο Πλάτων συμπυκνώνει όλο τον Αγώνα και την Αγωνία της Φιλοσοφίας εν γένει ‒και όχι μόνο της δικής του φιλοσοφίας‒ σε μια φράση:

«η φιλοσοφία είναι μέγιστη μουσική» (Φαίδων 61a3).

Πώς εννοεί εδώ τη μουσική ο Πλάτων; Την εννοεί ως εκείνη την υψηλή πραγματικότητα του ανθρώπου, που συνδυάζει στοχασμό και ήθος. Το ήθος στον άνθρωπο είναι ο δαίμων του, μας λέει ο Ηράκλειτος. Εάν το ήθος ανταποκρίνεται στη διαμονή του ανθρώπου μέσα στην κοινότητα ‒ στη διαμονή με το ευρύ νόημα της νοο-τροπίας, δηλ. του τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρεται και σκέπτεται το ανθρώπινο ον‒ ο στοχασμός απηχεί την καθολική του καλλιέργεια, που περιλαμβάνει τον εξευγενισμό αυτού του τρόπου. Επομένως, κάθε ολοκληρωμένη μουσική παιδεία δεν είναι, στην τελείωσή της, παρά ο Έρως του Ωραίου (Πολιτεία 403c5-7).

§2

Σε όλο σχεδόν το έργο του ο Πλάτων αναζητεί επιμόνως ένα στέρεο νόημα της ανθρώπινης ζωής, έναν σταθερό και οριστικό σκοπό, που δεν θα τσακίζει το ανθρώπινο ον ανάμεσα στις συμπληγάδες του πολιτικού ωφελιμισμού και του ιδεολογικού απολυταρχισμού παρά θα μεταφράζει στην πράξη της καθημερινής του ζωής τον έμφυτο πόθο

«της θνητής φύσης να είναι αιώνια και αθάνατη» (Συμπόσιον 207d1-2).

Γι’ αυτό ο φιλόσοφος επιχειρεί να καταστήσει ορατό έναν εσωτερικό δεσμό ανάμεσα στο περατό και το άπειρο και στη βάση ενός τέτοιου δεσμού να συλλάβει το νόημα της ζωής και να το πραγματοποιήσει με όρους της δικής του εποχής στη δική του κοινωνία. Όσο κι αν η δική μας εποχή βρίσκεται πολύ μακριά από εκείνη, το αίτημα για το Πλατωνικό νόημα της ζωής παραμένει ζωντανό. Ο σκοπός της ζωής, για τον Έλληνα φιλόσοφο, εντοπίζεται σε ’κείνη τη θεϊκή αρχή, πάνω στην οποία δεν μπορεί να ασκήσει καμιά πιθανώς εξουσία ο χρόνος και ο θάνατος. Όπως αναφέρει στο Συμπόσιον, ολόκληρη η ζωή μας, σαρκική και πνευματική, αποκτά χάρη και κίνηση από τη σύμφυτη επιδίωξή της να είναι αθάνατη. Εάν το γίγνεσθαι της ζωής προσδιορίζεται ως μια διαρκής κίνηση ανάμεσα στη γέννηση και το θάνατο, το Είναι της, η οντολογική της πραγματικότητα, καθορίζεται από τον πόθο της αιωνιότητας, από τον θείο Έρωτα. Αυτός-εδώ συνιστά την πιο αληθινή θεϊκή αρχή της θνητής μας ύπαρξης. 

§3

Όπως ρητά αναφέρει ο Πλάτων στο Συμπόσιον, η ουσία της ζωής εκδηλώνεται πάντοτε ως μύχιος πόθος και συναφώς ως διαρκής μόχθος, δηλαδή ως διακαής Έρως της κάθε ζωντανής ύπαρξης, να προστατεύει, να διαφυλάττει τον εαυτό της από το θάνατο και να επιζητεί την αθανασία της. Επειδή όμως δεν είναι θεός παρά θνητή ύπαρξη, γνωρίζει πως

«δεν σώζεται με το να μένει πάντοτε η ίδια, όπως το θείο, αλλά με το να αφήνει στη θέση αυτού που παλιώνει και απέρχεται ένα άλλο νέο, όμοιό του» (Συμπόσιον, 208a6-b2).

Πώς όμως δύναται να αντικαθιστά το παλαιό με το νέο; Μέσα από τη διαδικασία της αναπαραγωγής:

«Η θνητή φύση επιδιώκει, κατά το δυνατόν, να είναι αιώνια και αθάνατη. Αυτό όμως το κατορθώνει μόνο με την αναπαραγωγή, καθώς έτσι αφήνει κάτι άλλο νέο στη θέση του παλαιού» (ό.π., 207d1-3).

Δυνάμει αυτής της διαδικασίας της αναπαραγωγής, όλα υπόκεινται σε σχηματισμό και μετασχηματισμό: από τη σάρκα και τα κόκαλα έως τα συναισθήματα, τις ιδέες και καθετί άλλο της πνευματικής μας ύπαρξης και ζωής. Με τον Έρωτα, ως εκ τούτου, στο στάδιο της σεξουαλικής έλξης, η αισθητή μας ύπαρξη φτάνει στο απόγειο της ακμής της: η γέννηση απογόνων εγκαθιστά «το θείον μέσα στη θνητή μας φύση» (ό.π., 205). Ακριβώς, αυτή η ύπαρξη του θείου μέσα στο θνητό μας Είναι καθιστά το τελευταίο ικανό να αναπτύσσει μια τρομερή δύναμη ερωτικής έλξεως, η οποία εκδηλώνεται, στην άμεση προφάνεια, ως σεξουαλική πράξη, για να γενικεύεται, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, σε αγώνα, σε σύγκρουση με ό,τι εχθρεύεται αυτό που αγαπάμε.

§4

Έτσι εξηγείται, γιατί και ο πιο αδύναμος αντιστέκεται στον πιο ισχυρό, χωρίς να φοβάται το θάνατο, όταν πρέπει να διασώσει αγαπημένους του ανθρώπους, π.χ. παιδιά, απογόνους κ.λπ. ή να υπερασπιστεί ιδέες και ιδανικά. Ο Έρως λοιπόν δεν είναι ένα απλό φαινόμενο σαρκικής γέννησης, αλλά και πνευματικής ανα-γέννησης. Η κλίση του ανθρώπου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση έχει τη ρίζα της στον Έρωτα, στο πάθος για αθανασία. Όχι λιγότερο ανάγουν τη ρίζα τους στον Έρωτα και τάσεις ή πόθοι διαστροφής. Π.χ. η φιλοδοξία για κυριαρχία. Πώς εξηγείται η διαστροφή που μπορεί να εκφράσει ο Έρως; Εξηγείται από το γεγονός ότι η επιδίωξη για αθανασία δεν επιτυγχάνεται πάντοτε. Τότε συμβαίνει ο Έρως να στρέφεται σε ανούσια πράγματα, δηλαδή προς τη διαστροφή. Μήπως αυτό δεν είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του Ερωτισμού στις ημέρες μας. Ο Πλάτων ωστόσο διευκρινίζει πως υπάρχουν δυο κατευθύνσεις του Έρωτα, δυο Αφροδίτες, δυο θεές του Έρωτα, στις οποίες έχουν την αντιστοιχία τους ο ουράνιος και ο πάνδημος Έρως. Όπως κι αν έχει όμως το πράγμα, ο Έρως πρέπει να είναι Έρως του κάλλους, του αγαθού. Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι μένουν στα μισά του δρόμου: σταματούν στο είδωλο του κάλλους ή του αγαθού και δεν προχωρούν προς το ίδιο το κάλλος, προς το αγαθό. Ετούτη η προχώρηση είναι ίδιον των αληθινών φιλοσόφων. Όθεν, αξία στη ζωή δίνει η αληθινή και γι’ αυτό ανηφορική οδός του Έρωτα από το σχετικό ωραίο στο απόλυτο ωραίο. Συγκριτικά με το τελευταίο τούτο, όλα εκείνα τα σχετικά, εφήμερα αντικείμενα που ποθούν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους και στο πλαίσιο της σύγχρονης μαζοποίησής τους είναι ένα τίποτα. Γι’ αυτό και η μάζα, ως τέτοια, ως όχλος, αντίκειται στην αληθινή φύση του ανθρώπου και στον πόθο του για αθανασία.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (8.1-8.14) - ΛΟΓΟΠΟΙΙΑΣ

Η'. ΛΟΓΟΠΟΙΙΑΣ


[8.1] [Ἡ δὲ λογοποιία ἐστὶ σύνθεσις ψευδῶν λόγων καὶ πράξεων, ὧν ‹πιστεύεσθαι› βούλεται ὁ λογοποιῶν,]
[8.2] ὁ δὲ λογοποιὸς τοιοῦτός τις, οἷος ἀπαντήσας τῷ φίλῳ εὐθὺς καταβαλὼν τὸ ἦθος καὶ μειδιάσας ἐρωτῆσαι «Πόθεν σύ;» καὶ «Λέγεις τι;» καὶ «Πῶς ἔχεις;» πρὸ τοῦ δ᾽ εἰπεῖν ἐκεῖνον «Καλῶς» ἐπιβαλεῖν «Ἐρωτᾷς μὴ λέγεταί τι καινότερον; καὶ μὴν ἀγαθά γέ ἐστι τὰ λεγόμενα».
[8.3] καὶ οὐκ ἐάσας ἀποκρίνασθαι εἰπεῖν «Τί λέγεις; οὐθὲν ἀκήκοας; δοκῶ μοί σε εὐωχήσειν καινῶν λόγων».
[8.4] καὶ ἔστιν αὐτῷ ἢ στρατιώτης ἢ παῖς Ἀστείου τοῦ αὐλητοῦ ἢ Λύκων ὁ ἐργολάβος παραγεγονὼς ἐξ αὐτῆς τῆς μάχης, οὗ φησιν ἀκηκοέναι· αἱ μὲν οὖν ἀναφοραὶ τῶν λόγων τοιαῦταί εἰσιν αὐτῷ, ὧν οὐθεὶς ἂν ἔχοι ἐπιλαβέσθαι.
[8.5] διηγεῖται δὲ τούτους φάσκων λέγειν ὡς Πολυπέρχων καὶ ὁ βασιλεὺς μάχῃ νενίκηκε, καὶ Κάσανδρος ἐζώγρηται.
[8.6] καὶ ἂν εἴπῃ τις αὐτῷ, «Σὺ δὲ ταῦτα πιστεύεις;», φῆσαι· τὸ πρᾶγμα γὰρ βοᾶσθαι ἐν τῇ πόλει, καὶ τὸν λόγον ἐπεντείνειν, καὶ πάντας συμφωνεῖν, ταὐτὰ γὰρ λέγειν περὶ τῆς μάχης, καὶ πολὺν τὸν ζωμὸν γεγονέναι.
[8.7] εἶναι δ᾽ ἑαυτῷ καὶ σημεῖον τὰ πρόσωπα τῶν ἐν τοῖς πράγμασιν· ὁρᾶν γὰρ αὐτῶν πάντων μεταβεβληκότα. λέγει δ᾽ ὡς καὶ παρακήκοε παρὰ τούτοις κρυπτόμενόν τινα ἐν οἰκίᾳ, ἤδη πέμπτην ἡμέραν ἥκοντα ἐκ Μακεδονίας, ὃς πάντα ταῦτα οἶδε.
[8.8] καὶ πάντα διεξιὼν πῶς οἴεσθε πιθανῶς σχετλιάζειν λέγων «Δυστυχὴς Κάσανδρος· ὢ ταλαίπωρος. ἐνθυμῇ τὸ τῆς τύχης; ἄλλ᾽ οὖν ἰσχυρὸς γενόμενος»·
[8.9] καὶ «Δεῖ δ᾽ αὐτόν σὲ μόνον εἰδέναι». πᾶσι δὲ τοῖς ἐν τῇ πόλει προσδεδράμηκε λέγων.
[8.10] [Τῶν τοιούτων ἀνθρώπων τεθαύμακα, τί ποτε βούλονται λογοποιοῦντες· οὐ γὰρ μόνον ψεύδονται, ἀλλὰ καὶ ἀλυσιτελῶς ἀπαλλάττουσι.
[8.11] πολλάκις γὰρ αὐτῶν οἱ μὲν ἐν τοῖς βαλανείοις περιστάσεις ποιούμενοι τὰ ἱμάτια ἀποβεβλήκασιν, οἱ δ᾽ ἐν τῇ στοᾷ πεζομαχίᾳ καὶ ναυμαχίᾳ νικῶντες ἐρήμους δίκας ὠφλήκασιν.
[8.12] εἰσὶ δ᾽ οἳ καὶ πόλεις τῷ λόγῳ κατὰ κράτος αἱροῦντες παρεδειπνήθησαν.
[8.13] πάνυ δὴ ταλαίπωρον αὐτῶν ἐστι τὸ ἐπιτήδευμα. ποίᾳ γὰρ ἐν στοᾷ, ποίῳ δὲ ἐργαστηρίῳ, ποίῳ δὲ μέρει τῆς ἀγορᾶς οὐ διημερεύουσιν ἀπαυδᾶν ποιοῦντες τοὺς ἀκούοντας;
[8.14] οὕτως καὶ καταπονοῦσι ταῖς ψευδολογίαις.]

***

8. Ο ΨΕΥΔΟΛΟΓΟΣ


[8.1] [Η ψευδολογία είναι η σύνθεση ψευδών λόγων και πράξεων, για τις οποίες αυτός που ψευδολογεί επιθυμεί να γίνει πιστευτός,]
[8.2] ενώ ο ψευδολόγος το είδος του ανθρώπου που μόλις απαντήσει το φίλο του, αμέσως χαλαρώνει το ύφος του και χαμογελώντας ρωτά: «Από πού έρχεσαι; Έχεις κάτι να μου πεις; Πώς είσαι;»· και προτού εκείνος να προλάβει να πει «Είμαι καλά», ο ψευδολόγος προσθέτει: «Ρωτάς μήπως κυκλοφορεί κανένα νέο; Ναι, και μάλιστα τα νέα είναι καλά».
[8.3] Και χωρίς να αφήσει τον άλλο να αποκριθεί, λέει: «Τί λες; Δεν έχεις ακούσει τίποτε; Θαρρώ ότι θα σε χορτάσω με φρέσκα νέα»·
[8.4] και έχει πάντα στη διάθεσή του κάποιον, ή στρατιώτη ή δούλο του Αστείου του αυλητή ή το Λύκωνα τον εργολάβο, που επέστρεψε από την ίδια τη μάχη και από τον οποίο ισχυρίζεται ότι άκουσε τα νέα· και τα πρόσωπα στα οποία αποδίδει τα λόγια του είναι τέτοια, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να τον αντικρούσει·
[8.5] και διηγείται, ισχυριζόμενος ότι εκείνοι του το είπαν, ότι ο Πολυπέρχων και ο βασιλιάς νίκησαν στη μάχη και ότι ο Κάσσανδρος συνελήφθη ζωντανός.
[8.6] Κι αν κάποιος του πει «Εσύ τα πιστεύεις αυτά;», απαντά ότι τα πιστεύει, γιατί όλη η πόλη μιλά γι᾽ αυτή την υπόθεση και η φήμη απλώνεται και όλοι συμφωνούν, καθώς λένε τα ίδια πράγματα για τη μάχη. Και λέει ότι η αιματοχυσία ήταν μεγάλη,
[8.7] ότι απόδειξη για τα λεγόμενά του είναι τα πρόσωπα των αρχόντων της πόλης, αφού παρατήρησε ότι όλων είναι αλλαγμένα. Λέει επίσης ότι άκουσε λαθραία πως κρύβουν σ᾽ ένα σπίτι κάποιον, ο οποίος έχει κιόλας πέντε μέρες που έφτασε από τη Μακεδονία και ο οποίος ξέρει τα πάντα.
[8.8] Και καθώς τα διηγείται όλα αυτά, δε φαντάζεστε με πόσο πειστικό τρόπο αγανακτεί και λέει: «Δυστυχισμένε Κάσσανδρε! Ταλαίπωρε! Αντιλαμβάνεσαι πόσο ευμετάβολη είναι η τύχη; Κι όμως, κάποτε ήταν ισχυρός»·
[8.9] και προσθέτει: «Μόνο εσύ πρέπει να τα ξέρεις αυτά». Ο ίδιος όμως έχει τρέξει διαδίδοντας την ιστορία σε όλους στην πόλη.
[8.10] [Απορώ μ᾽ αυτούς τους ανθρώπους, τί επιζητούν τέλος πάντων με το να διαδίδουν φήμες. Γιατί όχι μόνο ψεύδονται, αλλά και απέρχονται δίχως ωφέλεια.
[8.11] Γιατί πολλές φορές άλλοι απ᾽ αυτούς, ενώ μαζεύουν γύρω τους κόσμο στα λουτρά, χάνουν τα ιμάτιά τους· άλλοι, ενώ νικούν μάχες κατά ξηρά και κατά θάλασσα στη στοά, καταδικάζονται ερήμην στο δικαστήριο.
[8.12] Είναι και ορισμένοι που, ενώ με τα λόγια κυριεύουν κατά κράτος πόλεις, εντούτοις χάνουν το δείπνο τους.
[8.13] Η συμπεριφορά τους είναι πραγματικά αξιοθρήνητη. Γιατί σε ποιά στοά, σε ποιό εργαστήριο, σε ποιό μέρος της αγοράς δεν περνούν τη μέρα τους, κάνοντας τους ακροατές τους να απαυδήσουν; [8.14] Τόσο πολύ τους καταπονούν με τις ψευδολογίες τους.]

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (1369-1411)

ΕΛ. τὰ μὲν κατ᾽ οἴκους εὐτυχοῦμεν, ὦ φίλαι·
1370 ἡ γὰρ συνεκκλέπτουσα Πρωτέως κόρη
πόσιν παρόντα τὸν ἐμὸν ἱστορουμένη
οὐκ εἶπ᾽ ἀδελφῶι· κατθανόντα δ᾽ ἐν χθονὶ
οὔ φησιν αὐγὰς εἰσορᾶν ἐμὴν χάριν.
‹. . . ›
κάλλιστα †δῆτ᾽ ἀνήρπασεν ἐν τύχη† πόσις·
1375 ἃ γὰρ καθήσειν ὅπλ᾽ ἔμελλεν εἰς ἅλα,
ταῦτ᾽ ἐμβαλὼν πόρπακι γενναίαν χέρα
αὐτὸς κομίζει δόρυ τε δεξιᾶι λαβών,
ὡς τῶι θανόντι χάριτα δὴ συνεκπονῶν.
προύργου δ᾽ ἐς ἀλκὴν σῶμ᾽ ὅπλοις ἠσκήσατο,
1380 ὡς βαρβάρων τροπαῖα μυρίων χερὶ
θήσων, ὅταν κωπῆρες ἐσβῶμεν σκάφος.
πέπλους δ᾽ ἀμείψασ᾽ ἀντὶ ναυφθόρου στολῆς
ἐγώ νιν ἐξήσκησα καὶ λουτροῖς χρόα
ἔδωκα, χρόνια νίπτρα ποταμίας δρόσου.
1385 ἀλλ᾽, ἐκπερᾶι γὰρ δωμάτων ὁ τοὺς ἐμοὺς
γάμους ἑτοίμους ἐν χεροῖν ἔχειν δοκῶν,
σιγητέον μοι· καὶ σὲ προσποιούμεθα
εὔνουν κρατεῖν τε στόματος, ἢν δυνώμεθα
σωθέντες αὐτοὶ καὶ σὲ συσσῶσαί ποτε.
1390 ΘΕ. χωρεῖτ᾽ ἐφεξῆς, ὡς ἔταξεν ὁ ξένος,
δμῶες, φέροντες ἐνάλια κτερίσματα.
Ἑλένη, σὺ δ᾽, ἤν σοι μὴ κακῶς δόξω λέγειν,
πείθου, μέν᾽ αὐτοῦ· ταὐτὰ γὰρ παροῦσά τε
πράξεις τὸν ἄνδρα τὸν σὸν ἤν τε μὴ παρῆις.
1395 δέδοικα γάρ σε μή τις ἐμπεσὼν πόθος
πείσηι μεθεῖναι σῶμ᾽ ἐς οἶδμα πόντιον
τοῦ πρόσθεν ἀνδρὸς χάρισιν ἐκπεπληγμένην·
ἄγαν γὰρ αὐτὸν οὐ παρόνθ᾽ ὅμως στένεις.
ΕΛ. ὦ καινὸς ἡμῖν πόσις, ἀναγκαίως ἔχει
1400 τὰ πρῶτα λέκτρα νυμφικάς θ᾽ ὁμιλίας
τιμᾶν· ἐγὼ δὲ διὰ τὸ μὲν στέργειν πόσιν
καὶ ξυνθάνοιμ᾽ ἄν· ἀλλὰ τίς κείνωι χάρις
ξὺν κατθανόντι κατθανεῖν ‹μ᾽›; ἔα δέ με
αὐτὴν μολοῦσαν ἐντάφια δοῦναι νεκρῶι.
1405 θεοὶ δέ σοί τε δοῖεν οἷ᾽ ἐγὼ θέλω
καὶ τῶι ξένωι τῶιδ᾽, ὅτι συνεκπονεῖ τάδε.
ἕξεις δέ μ᾽ οἵαν χρή σ᾽ ἔχειν ἐν δώμασιν
γυναῖκ᾽, ἐπειδὴ Μενέλεων εὐεργετεῖς
κἄμ᾽· ἔρχεται γὰρ δή τιν᾽ ἐς τύχην τάδε.
1410 ὅστις δὲ δώσει ναῦν ἐν ἧι τάδ᾽ ἄξομεν,
πρόσταξον, ὡς ἂν τὴν χάριν πλήρη λάβω.

***
(Βγαίνει η Ελένη με τον Μενέλαο.)
ΕΛΕ. Όλα καλά μες στο παλάτι, φίλες·
1370 η κόρη του Πρωτέα μάς βοηθάει·
δεν εφανέρωσε στον αδερφό της,
παρόλο που τη ρώτησε, πως ήρθε
κι είναι κοντά μας ο άντρας μου· του είπε,
για χάρη μου, πως έχει πια πεθάνει.
Και τον Μενέλαο τον συντρέχει η τύχη·
γιατί ᾽ναι αρματωμένος με τα όπλα
που θα ᾽ριχνε στη θάλασσα· βαστάει
στο δυνατό του χέρι την ασπίδα
και στο δεξί έχει το κοντάρι, τάχα
για να τιμήσει τον νεκρό μαζί μου.
Είναι έτοιμος να πολεμήσει, μύριους
1380 βάρβαρους να σκοτώσει, στο καράβι
μόλις θα μπούμε· του ᾽δωσα να βάλει
χιτώνα ωραίο και με ποταμίσο
τον έλουσα νερό δροσάτο, που είχε
να νιώσει χρόνια στο κορμί του. Ωστόσο
νά, βγαίνει από το παλάτι εκείνος
που σίγουρα θαρρεί πως θα με πάρει·
(Βγαίνει ο Θεοκλύμενος με δούλους.)
ανάγκη να σωπαίνω· κι εσείς όμως
παρακαλώ το στόμα σας κρατήστε
κλειστό, για να σας σώσω κάποια μέρα,
αν τώρα εγώ κι άντρας μου σωθούμε.
ΘΕΟ. Δούλοι, με τη σειρά να προχωράτε,
1390 καθώς ο ξένος όρισε, κρατώντας
τις προσφορές που θα ριχτούν στο κύμα.
Ελένη, αν δεν νομίζεις πως μιλάω
ανόητα, άκουσέ με κι εδώ μείνε·
στον άντρα σου τα ίδια θα προσφέρεις,
είσαι δεν είσαι μέσα στο καράβι.
Φοβάμαι μήπως σού ᾽ρθει επιθυμία
στο πέλαο να ριχτείς από τη θλίψη
για τις χάρες του Μενέλαου, μια κι έτσι
πολύ πικρά γι᾽ αυτόν αναστενάζεις.
ΕΛΕ. Καινούριε μου άντρα, πρέπει να τιμήσω
1400 και τον πρώτο μου γάμο· θα μπορούσα
να σκοτωθώ για το νεκρό μου ταίρι·
όμως ποιό τ᾽ όφελος γι᾽ αυτόν αν θα πεθάνω;
Άσε να πάω και στον πεθαμένο
τα εντάφια να προσφέρω δώρα. Εκείνα
που θα ᾽θελα, οι θεοί να σου χαρίσουν
μα και στον ξένο που έτσι με βοηθάει.
Γυναίκα σου σωστή, καθώς ταιριάζει,
θα μ᾽ έχεις στο παλάτι, αφού κι εμένα
και τον Μενέλαο ωφελείς. Η μοίρα
καλά τα φέρνει ώς τώρα. Και για να ᾽ναι
η χάρη που μου κάνεις τελειωμένη,
1410 πρόσταξε να μας δώσουν το καράβι

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Ζητήματα αποικισμού ΙΙ. Οι Ευβοείς στις ακτές του Θερμαϊκού Κόλπου και της Χαλκιδικής - Πρόλογος

Τι μορφές πήραν τα φαινόμενα αποικισμού μεταξύ του 8ου και του 6ου αι. π.Χ. στα παράλια του Θερμαϊκού Κόλπου και της Χαλκιδικής; Πού εντοπίζονται τέτοιου είδους φαινόμενα; Πώς εντάσσονται στα αρχαιολογικά και ιστορικά συμφραζόμενα των περιοχών αυτών; Κάτω από ποιες προϋποθέσεις και αιτίες εμφανίζονται; Πόσο επηρέασαν τα φαινόμενα αυτά τον ευρύτερο χώρο; Ποιες οι επιπτώσεις τους στο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πεδίο κάθε οργανωμένου οικιστικού συνόλου στην παραθερμαϊκή ζώνη, την παράκτια Χαλκιδική και την άμεση ενδοχώρα τους σε διάφορες στιγμές των αρχαϊκών χρόνων; Ποια τα συγκεκριμένα κατάλοιπα των επεισοδίων των αποικισμών και ποιες οι σημασίες τους;
 
Προσεγγίσεις στους προβληματισμούς αυτούς προκύπτουν από δύο διαφορετικά επίπεδα πληροφοριών: από τα παλαιά και τα νέα ευρήματα των ανασκαφών από τη μια, από τις αναφορές πηγών της αρχαίας γραμματείας από την άλλη.
 
Τα φαινόμενα αποικισμού και των εμπορικών σχέσεων με αιγαιακά και ελληνικά κέντρα ήταν σε έξαρση κατά τον 8ο και 7ο αιώνα. Συνέβαλαν ασφαλώς στη διαμόρφωση δικτύων τα οποία περιελάμβαναν μικρούς και μεγάλους οικισμούς στην παραθερμαϊκή ζώνη και στις ακτές της Χαλκιδικής. Κύριο αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών ήταν η συστηματική συνάφεια με εξωτερικούς παράγοντες και η διαμόρφωση εσωτερικών παρεμβάσεων και μετατροπών σε χώρους αγροτικής κατά βάση οικονομίας.
 
Σειρά από ζητήματα προκύπτουν διερευνώντας τα στοιχεία στη διάθεσή μας για τα οικιστικά και πολιτικά μορφώματα των περιοχών που εξετάζουμε. Αυτά έρχονται να προστεθούν στους αρχικούς προβληματισμούς, αλλά δίνουν όψεις μιας περαιτέρω έρευνας των φαινομένων του αποικισμού και των παραμέτρων που τα πλαισιώνουν. Αναφέρουμε ορισμένα από τα ζητήματα αυτά:
 
α) Η εσωτερική οργάνωση της οικονομίας και της πολιτικής κάθε οικισμού και η συνεργασία περισσότερων οικισμών με πρότυπο την πόλη-κράτος.
β) Η συσπείρωση γεωπολιτικών ενοτήτων με την επιρροή εξωτερικών από τη θάλασσα παραγόντων (π.χ. Ερετριέων, Χαλκιδέων, Ανδρίων, Ιώνων, Αθηναίων) με κατεύθυνση την υποστήριξη τοπικών και φιλικών συμφερόντων ή αντίθετα με όρους αντιπαλότητας.
γ) Η συγκρότηση πόλων με συγκεκριμένο οικονομικό ή πολιτειακό χαρακτήρα, όπως η περίπτωση της Θέρμης στη Μυγδονία και της Ολύνθου στη Χαλκιδική, κοντά σε αποικίες.
δ) Η ενσωμάτωση ή αφομοίωση «αποικιών» από ισχυρότερα τοπικά στοιχεία.
ε) Τα όρια της ευβοϊκής και ιωνικής παρουσίας στον χώρο μέχρι τους περσικούς πολέμους και οι διεισδύσεις των Αθηναίων ιδιαίτερα μετά τα Περσικά.
 
Η επιλογή να διερευνήσουμε την περίπτωση των Ευβοέων για μια προσέγγιση των αποικιακών φαινομένων στην περίμετρο του Θερμαϊκού οφείλεται και στους εξής λόγους:
 
α) Οι Ευβοείς ευνοήθηκαν από τις αρχαίες πηγές έναντι άλλων ως προς την παρουσία τους στον Θερμαϊκό και τη Χαλκιδική.
β) Οι Ευβοείς προώθησαν στις περιοχές που εξετάζουμε την ανάπτυξη του εμπορίου, της ναυσιπλοΐας και κατ' επέκταση την παραγωγική κινητικότητα ως προς τη μεταλλουργία και τη μεταλλοτεχνία.
 
Τα τελευταία χρόνια αναδύθηκαν κατά μήκος των ακτών του Θερμαϊκού Κόλπου νέα στοιχεία αρχαιολογίας. Τα πρόσφατα δεδομένα προσφέρουν το έναυσμα για μια σαφέστερη, αλλά όχι ακόμη εξαντλητική, ανάγνωση και μελέτη των αρχαίων πηγών σε ό,τι αφορά τους Ευβοείς και κύρια τους πληθυσμούς που κατοικούσαν βόρεια του όρους Ολύμπου, εκείνους γύρω από τα όρη της Πιερίας και της Ημαθίας, εκείνους κοντά στους ποταμούς Αλιάκμονα, Αξιό, Εχέδωρο και Ανθεμούντα, εκείνους μεταξύ των ορέων του Χορτιάτη (Κισσού) και του Άθωνα. Τα νέα αρχαιολογικά στοιχεία επιτρέπουν την περαιτέρω κατανόηση οικονομικών και κοινωνικών παραμέτρων των ανθρώπινων οικιστικών μορφωμάτων που εδραιώθηκαν κατά μήκος των παραλίων και της μεσογαίας.
 
Επιτρέπουν, επίσης, την επαναπροσέγγιση της πραγματικότητας των σχέσεων ανάμεσα σε γηγενείς και σε ομάδες που δρούσαν στο κεντρικό και βόρειο Αιγαίο, αλλά και ανάμεσα σε γηγενείς και αποίκους. Ο εντοπισμός των πολιτισμικών επιρροών στις υλικές μαρτυρίες προσανατολίζει προς αυτές τις κατευθύνσεις.
 
Για μια μεθοδολογική διευκόλυνση ομαδοποιώ τα ενδεικτικά αρχαιολογικά ευρήματα που επέλεξα σε τέσσερις κατηγορίες:
 
α. Ευρήματα από οικισμούς με μάλλον εντόπιο πληθυσμό.
β. Ευρήματα από θεωρούμενες ευβοϊκές αποικίες.
γ. Ευρήματα που σχετίζονται με ταφικά έθιμα.
δ. Ευρήματα που σχετίζονται με ιερά.

Τα αυθαίρετα συμπεράσματα και οι επιπτώσεις τους

Είναι φορές που παρατηρούμε μια συμπεριφορά από κάποιον συνάνθρωπό μας, που δεν μας αρέσει και δίνουμε κάποια ερμηνεία.

Π.χ. “Για να μου πει αυτό… μάλλον με αντιπαθεί”, “για να πάει να κάτσει εκεί… πιθανόν να θέλει να με αποφύγει”, “με κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα… τι του έκανα;”, “αφού προτιμά να πάει μ’ αυτούς… δεν με αγαπά”. Και χιλιάδες άλλες ερμηνείες.

Όλοι μα όλοι μας έχουμε πέσει αρκετές φορές στην παγίδα των αυθαίρετων συμπερασμάτων. Όχι μόνο βγάζουμε συμπεράσματα που αφορούν τη ζωή των άλλων, αλλά το χειρότερο είναι ότι το κάνουμε και εις βάρος μας.

Η λανθασμένη “μετάφραση” μιας συμπεριφοράς, επηρεάζει εξαιρετικά την διάθεσή μας καθώς και την αντίδρασή μας στο γεγονός. Παρερμηνεύουμε το ύφος, το βλέμμα, τη στάση των άλλων απέναντί μας με αποτέλεσμα να πληγωνόμαστε, να στεναχωριόμαστε, να απομακρυνόμαστε από τους άλλους και να τραυματίζουμε την αυτοπεποίθησή μας. Χαλάμε τις σχέσεις μας, χωρίς να σκεφτούμε μήπως έχουμε δώσει λάθος ερμηνείες.

Από την άλλη εξαιτίας αυτού βάζουμε “ετικέτες” σε ανθρώπους που δεν τους αξίζει. Αφήνουμε τα σπουδαία ενδιαφέροντα της ζωής μας όπως είναι η υγεία μας, το παιδί μας, ο γονιός μας, η εργασία μας, η σχέση μας και άλλα… και ασχολούμαστε με ανυπόστατες ερμηνείες που μας κλέβουν τον πολύτιμο χρόνο μας.

Εν τέλει τι πρέπει να κάνουμε;

Πρώτα απ’ όλα σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές η αρνητική συμπεριφορά δεν οφείλεται στο ότι έχουν κάτι με εμάς, αλλά το πρόβλημα σχετίζεται και αφορά μόνο τους ίδιους. Μπορεί π.χ. ο άλλος να είναι φορτισμένος από ένα οικογενειακό του πρόβλημα ή ακόμα ακόμα μπορεί να λαμβάνει λανθασμένα μηνύματα από εμάς τους ίδιους.

Περιορίζουμε αρχικά και σιγά σιγά σταματάμε αυτή την τακτική, των αρνητικών σκέψεων, που μας βλάπτουν και διαταράσσουν τον ψυχικό μας κόσμο.

Ασχολούμαστε μόνο με τα σημαντικά της ζωής μας κι αν κάτι δεν μας αρέσει ρωτάμε με ευθύτητα τον άλλον αποφεύγοντας τις κατηγορίες.

Τέλος αξίζει να σκεφτούμε εις βάθος και να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: “Kατά πόσο με επηρεάζει η γνώμη των άλλων και γιατί;”

Ένας κλειστός χαρακτήρας σ’ έναν κόσμο που λέει πολλά

Μεγαλώνοντας κάθε άνθρωπος υιοθετεί κάποια χαρακτηριστικά στο χαρακτήρα του, τα οποία τον ξεχωρίζουν από κάποιους άλλους ανθρώπους και τον κάνουν μοναδικό και αυθεντικό. Υιοθετώντας αυτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά εντάσσεται και σε συγκεκριμένες ομάδες της κοινωνίας, γιατί οι άνθρωποι συχνά προσπαθούν να επιλέγουν ομοίους τους, άτομα με κοινά χαρακτηριστικά για να συμπορευθούν στο ταξίδι της ζωής.    

Κάποιοι άνθρωποι θεωρούν πως το να μοιράζεσαι τις εσωτερικές σου σκέψεις με άλλους ανθρώπους είναι απαραίτητο στη διαδικασία της ανάπτυξης εμπιστοσύνης, κάποιοι άλλοι πάλι όχι. Κάποιοι μάλιστα μοιράζονται «επίτηδες» κάποια πράγματα που αφορούν την προσωπική τους ζωή ή ακόμα και «πικάντικα» σενάρια για άλλους, με σκοπό να τους μιλήσεις κι εσύ αργότερα, να τους ανοιχτείς, να μοιραστείς τα προσωπικά σου ή ακόμα και να δουν τις απόψεις σου και να καταλάβουν τη γνώμη σου για κάποιο θέμα. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που δε θέλουν να μοιράζονται τίποτα με κανέναν και αυτομάτως παίρνουν το χαρακτηρισμό «κλειστοί χαρακτήρες».

Αυτό μας κάνει να αναρωτηθούμε πώς είναι δυνατόν ένας κλειστός «φαινομενικά» χαρακτήρας που δε μοιράζεται σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα ή οτιδήποτε άλλο με κανέναν μπορεί και επιβιώνει σε έναν κόσμο που αν δε δώσεις δεν παίρνεις. Κάποιοι που έχουν κλειστό χαρακτήρα μπορεί να είναι πολύ κοινωνικοί- δεν έχει να κάνει με αυτό- απλώς δεν τους αρέσει να μοιράζονται με τον κοινωνικό τους περίγυρο σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα, όνειρα ή γεγονότα που αφορούν την οικογένειά τους, άλλους ανθρώπους ή την προσωπική ζωή τους γενικότερα.

Άτομα με κλειστό χαρακτήρα πολλές φορές είναι παρεξηγημένα. Και εγωιστές μπορούν να τους χαρακτηρίσουν και «παρτάκηδες» και να τους κατηγορήσουν πως ενώ οι άλλοι μοιράζονται τα πάντα με εκείνους, αυτοί τα κρατάνε για τον εαυτό τους. Τους χαρακτηρίζουν περίεργους, μια κατηγορία ανθρώπων μόνοι τους και είναι άξιο απορίας πραγματικά αν αυτοί μπορούν να τα βγάλουν εύκολα πέρα στην καθημερινότητά τους.

Σαφώς, λοιπόν, και μπορούν να επιβιώσουν και μάλιστα αν σε μερικούς φαίνεται περίεργο και το κατακρίνουν, για κάποιους άλλους είναι αξιοθαύμαστος και δυναμικός ο χαρακτήρας τους, γιατί δεν πηγαίνει με τη «μάζα», γιατί ξεχωρίζει. Γιατί όσο και αν τους κατακρίνουν είναι πολύ πιο δυνατοί, δεν παρεκκλίνουν από ό,τι έχουν βάλει στόχο στη ζωή τους και οι επιτυχίες τους είναι αμέτρητες και σε προσωπικό, αλλά και σε επαγγελματικό επίπεδο.

Δε θα χάσουν το χρόνο τους κουτσομπολεύοντας άλλους ανθρώπους, δε θα λάβουν μέρος σε ανούσιες συζητήσεις για το τι κάνει καθένας στο κρεβάτι του, στη ζωή του, στις σχέσεις τους με άλλους ανθρώπους, στα επαγγελματικά του, για το αν έχουν περισσότερα ή λιγότερα χρήματα από άλλους. Όλα αυτά τα θεωρούν χάσιμο χρόνου.

Με όλο τους το «είναι» θα προστατέψουν τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, το μυαλό τους από ανθρώπους που το μόνο που τους νοιάζει είναι να μάθουν για τη ζωή σου για να τη μεταφέρουν από εδώ και από εκεί και να γίνουν αρεστοί. Δεν τους αρέσει να «κοκορεύονται» ακόμα και για τις επιτυχίες τους και τα επιτεύγματά τους, γνωρίζουν πολύ καλά τις ανατροπές της ζωής και πως όλα μπορούν να γυρίσουν με το μέρος τους ή εναντίον τους. Δε θα πουν μεγάλα λόγια, δε θα υποσχεθούν, αλλά θα μιλήσουν με τις πράξεις τους. Δε θα ωραιοποιήσουν καταστάσεις ούτε θα σου κάνουν καθημερινά κομπλιμέντα κι έχουν το δικό τους μοναδικό τρόπο να σου δείχνουν τα συναισθήματά τους. Δε θα σου πουν αν τσακώθηκαν με κάποιον, θεωρούν πως ό,τι συνέβη αφορά εκείνους και αυτόν με τον οποίο τσακώθηκαν, δε χωράει τρίτος να το μάθει, γιατί από εκεί και πέρα θεωρείται κουτσομπολιό. Και φυσικά νιώθουν ανήσυχοι και δημιουργικοί, δεν ησυχάζουν ποτέ με τα επιτυχίες τους και τους στόχους τους, βάζουν συνέχεια νέους στόχους. Όταν ο περίγυρός τους νιώθει ανασφαλής και σχολιάζει τους πάντες για να κρύψει τα δικά του προβλήματα εκείνοι βρίσκουν και ανακαλύπτουν το επόμενό τους βήμα που θα τους προσθέσει άλλη μια γνώση, άλλη μια επιτυχία, άλλο ένα επίτευγμα για να προχωράνε μόνο μπροστά και να ανεβαίνουν ψηλά στο δικό τους βιβλίο που λέγεται ζωή.

Η ζωή φίλοι μας είναι εδώ και τώρα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, σήμερα. Πρέπει να το προστατεύουμε το «τώρα», να το ζούμε με όλο μας το «είναι», να συμπορευόμαστε με ανθρώπους στη ζωή μας που θα μας χαίρονται ακριβώς όπως είμαστε με τα στραβά μας και με τα ωραία μας. Οποιονδήποτε άλλο που ακόμα και μπροστά μας προσπαθεί να μας διαβάλλει, να μας προσβάλλει, τον κοιτάμε και του χαμογελάμε. Ο λόγος που σε προσβάλλει είναι επειδή στα μάτια των άλλων θέλει να νιώσει σημαντικός και σκέψου πόσο θλιβερό είναι αυτό. Μην παρασυρθείς από το να του απαντήσεις, δεν έχει καμία ουσία, φρόντισε απλώς να μην σε αφήσει να παρεκκλίνεις από το δρόμο σου. Ακόμα και αν εσύ θεωρείσαι κλειστός χαρακτήρας, να θυμάσαι πως δεν είναι κατάρα, αλλά ευλογία μεγάλη.

Ο «σκουπιδιάρης»

Συχνά στις οικογένειες υπάρχει ένα μέλος που έχει τον ρόλο του «σκουπιδιάρη». Εκείνος βέβαια, δεν περνά μια φορά τη μέρα όπως τα απορριμματοφόρα του δήμου, αλλά μαζεύει αυτά που πετάνε οι άλλοι ολημερίς, χωρίς σταματημό, λες και αν ξεχαστεί μια μέρα, το οικογενειακό περιβάλλον θα γεμίσει με τοξικές αναθυμιάσεις και θα πέσουν όλοι ξεροί. Έχει δηλαδή επωμιστεί την ευθύνη για την προστασία των σχέσεων της οικογένειας, όπως η αποκομιδή των απορριμμάτων προστατεύει τη δημόσια υγεία.

Είναι αυτός που συνήθως έχει τα περισσότερα προβλήματα. Αν είναι παιδί, μπορεί να μην τα πηγαίνει καλά με τις σπουδές, να δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις καταστάσεις που υπάρχουν πολλές απαιτήσεις ή ενίοτε μπορεί να εμφανίζει πολύ σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, να αποφασίζει ξαφνικά να σταματήσει το σχολείο, ό,τι. Αν είναι γονιός (συνήθως ο πατέρας), μπορεί είναι άνεργος, να αισθάνεται άχρηστος, να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στον ρόλο του. Αυτό με τη σειρά του προκαλεί παράπονα, συγκρούσεις και ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια, ώσπου στο τέλος ο γονιός υιοθετεί μια τόσο παθητική στάση που είναι σαν να μην υπάρχει. Τα παράπονα των υπόλοιπων μελών σε κάθε περίπτωση είναι πολλά, ενώ δε λείπουν και οι κατηγορίες που μπορεί να φτάσουν να ενοχοποιούν ένα μέλος για όλα όσα αντιμετωπίζει η οικογένεια, ακόμα κι αν είναι εντελώς άσχετα με το άτομο στο οποίο απευθύνονται.

Ο «σκουπιδιάρης» είναι ο στόχος, αλλά και το καταφύγιο των άλλων. Κατά σατανική σύμπτωση, κάνει πράγματα που προκαλούν φοβερό θυμό στους άλλους, ο οποίος εκτοξεύεται εναντίον του και έτσι μπορούν και ανακουφίζονται.

Ειδικά στη σημερινή συγκυρία, είναι πανεύκολο να πυροδοτηθούν τέτοιου είδους καταστάσεις, επειδή η οικονομική δυσπραγία, η στέρηση, κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται λειψοί. Και επειδή αυτό είναι κάτι που δεν αντέχουν εύκολα, προτιμούν να σκέφτονται ότι δεν είναι εκείνοι που αδυνατούν να δώσουν στον άλλο αυτά που χρειάζεται, είναι ότι ο άλλος είναι αχόρταγος και δεν ικανοποιείται με τίποτα.

Είναι φοβερά ενδιαφέρον να αναλογιστεί κανείς τις κρίσεις που ξεσπάνε στις οικογένειες για ασήμαντες αφορμές. Ένας καυγάς π.χ. εξαιτίας του ότι το παιδί χρειάζεται καινούρια παπούτσια και δεν υπάρχουν χρήματα για να αγοραστούν. Η πρώτη ατάκα συνήθως είναι «πάλι; Μα καλά, πότε τα πήραμε αυτά που φοράς;». Σαν να λέμε, δεν είναι φυσικό να χρειάζεσαι κάτι που δε μπορώ να σου δώσω, άρα φταις εσύ. Είσαι σπάταλος, δε σέβεσαι τον κόπο μου, κλπ. Σε τέτοιες στιγμές θυμούνται οι γονείς ότι πήγαιναν ξυπόλητοι στο σχολείο, ώστε να μη μείνει καμία πιθανότητα να αποφύγει το παιδί την ενοχή. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και όταν το μέλος της οικογένειας που έχει τον ρόλο του «σκουπιδιάρη» είναι ο γονιός, οι αφορμές είναι πάμπολλες.

Όταν ενοχοποιείται η ανάγκη μας για κάτι που έχουμε κάθε δικαίωμα να χρειαζόμαστε, αυτό που μαθαίνουμε είναι, ότι δεν αξίζουμε να έχουμε αυτά που θέλουμε, ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί ώστε οι άλλοι να μας εκτιμούν και να σέβονται τις ανάγκες μας.

Ο «σκουπιδιάρης» μαζεύει την απογοήτευση, την κατάθλιψη, τον φθόνο, την ανημπόρια, τα ψυχικά σκουπίδια όλων και, όπως είναι αναμενόμενο, κάνει τη μια λάθος επιλογή μετά την άλλη, γιατί το να κουβαλάς τον θρήνο, τον πόνο, τη φτώχεια, τον θυμό και την τρέλα των άλλων είναι πάντα δυσβάσταχτο. Ειδικά όταν είσαι κι εσύ άνθρωπος και έχεις τα αντίστοιχα δικά σου προβλήματα που κανείς δεν θέλει να ακούσει (πολλώ δε μάλλον να κουβαλήσει).

Σκέφτομαι κατά πόσο θα μπορούσε να ισχύει κάτι παρόμοιο και σε κοινωνικό επίπεδο, να ενοχοποιείται δηλαδή μια ομάδα του πληθυσμού για όλα τα δεινά της κοινωνίας, ώστε να μπορούν οι υπόλοιποι να συντηρούν κάθε φορά τον θυμό τους και να μην αλλάζει ποτέ τίποτα. Αλλά μπα, λάθος θα κάνω.

Ένας σύντροφος επιλέγεται, ένα παιδί γεννιέται με βασικό σκοπό να απαλλάξει τους άλλους από τον κακό τους εαυτό, να φορτωθεί όλα τους τα χάλια, ώστε να μπορούν να αισθάνονται καλοί και το σημαντικότερο: να μένουν μαζί.

Άνθρωποι προς χρήση, για να κρατηθεί μια οικογένεια, μια κοινωνία όρθια. Μόνο που δεν κρατιούνται έτσι τα σπίτια.

Mind Hack: Το “σπασιμο” του Νου

Σε μία εποχή όπου η χρήση του internet και των social media έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής δραστηριότητάς μας, οι καθιερωμένες τεχνικές ελέγχου του νού πέρασαν στην ψηφιοποιημένη μορφή τους! Απέκτησαν μία ακόμη πιο εκλεπτυσμένη ύπαρξη, εισχωρώντας ακόμη βαθύτερα στο ασυνείδητό μας. Το αποκαλούμενο Μind Hack, το «Σπάσιμο» του Νου!

Μind Hack: Το σπάσιμο του Νου

Το μέσο ανθρώπινο μυαλό αναπαράγει το 25% του περιεχομένου μίας εικόνας. Οι οπτικοί νευρώνες λαμβάνουν το σύνολό της, όμως η προβολή που αποτυπώνεται ως ανάμνηση συγκρατεί μόνο την βασική δομή. Έτσι, το υποσυνείδητο αφομοιώνει το υπόλοιπο 75% μετατρέποντας την εικόνα σε μία λίστα πληροφοριών που διαμορφώνουν ένα είδος αποτυπώματος στο ασυνείδητο που μεταδίδει κρυμμένα μηνύματα, συναισθήματα, επιφέρει ακόμη και άμεση μεταβολή της διάθεσης του ατόμου!

Στο σημείο αυτό, μπορούμε να αναλογιστούμε πόσες εικόνες περνούν μπροστά από τα μάτια μας κατά την διάρκεια μίας καθημερινής δραστηριότητάς μας στα social media. Πόσες από αυτές παρατηρούμε πραγματικά; Και για πόσες έχουμε αναρωτηθεί τι είναι αυτό που προκαλεί στην ψυχοσύνθεσή μας; Μία ματιά στο γενικό timeline μπορεί να μας δώσει απρόσμενες απαντήσεις, αν σκεφτούμε σε βάθος τον καταιγισμό των οπτικών πληροφοριών. Ρίχνω μία ματιά στο κεντρικό wall του fb.

#1: Μερικές φωτογραφίες από νέες version αρχαίων αντικειμένων! Ένας πολεμικός θώρακας, μία χτένα που αναπαράγει μία πολεμική μάχη, και μεταδίδει στον σύγχρονο κόσμο μας την μεγαλειότητα και το κάλος των αρχαίων Ελληνίδων .

#2 : To Daily Starfax της Lifo, η ανάλυση των ζωδίων και από κάτω μία τεράστια εικόνα ενός σμήνους πουλιών, που αποδημούν κατά την διάρκεια ενός μελαγχολικού απογεύματος.

#3 : Post γνωστού blog, με βαρύγδουπο τίτλο : «*πολεμικό το κλίμα στην…»

* το λεκτικό hack θα μας απασχολήσει λίγο παρακάτω..

#4: Το λεπτομερές πορτραίτο του πιό πρόσφατου Μανιακού δολοφόνου, με φωτογραφίες από στιγμές της ζωής του…

#5,#6,#7: διαφήμιση, event, διαφήμιση…

Εδώ σκέφτομαι πως είχα δει όλες αυτές τις δημοσιεύσεις, μα δεν θυμόμουν καμία από αυτές. Όταν τις παρατήρησα ανακάλεσα πως τις είχα ήδη ξαναδεί, γιατί το αποτύπωμά τους είχε ήδει μείνει στο υποσυνείδητό μου… Ποιό είναι όμως αυτό το αποτύπωμα; Ας προσπαθήσω να δω το κάθε ένα ξεχωριστά, σύμφωνα πάντα με τα δικά μου κριτήρια σκέψης: τα πολεμικά αντικείμενα, αρχαίας ελληνικής προέλευσης, θα με κάνουν να σκεφτώ το μεγαλείο που κουβαλάμε πίσω μας. Το κάλος των αντικειμένων, θα με κάνουν να αναρωτηθώ πως θα ήταν να ζεις σε μία τέτοια εποχή. Δεν θα με κάνουν όμως να σκεφτώ νέα πράγματα, για να εξελίξω τον εαυτό μου και τον περίγυρό μου για ένα καλύτερο αύριο, και όχι χτες. Σε πρώτη θέα, δεν θα με κάνουν να σκεφτώ πως ενδόμυχα ίσως το υποσυνείδητό μου σκεφτεί πως αυτά τα αντικείμενα αφορούν και εξυμνούν τον ΠΟΛΕΜΟ, την νίκη μέσα από βίαιες διαδικασίες και πολλά ακόμη αρνητικά συναισθήματα.

Στο αμέσως επόμενο, μπορώ να διαβάσω το μέλλον μου σύμφωνα με τις αστρολογικές προβλέψεις, βλέποντας εκατοντάδες πουλιά να πετούν μακρυά. Ομολογουμένως όμορφη εικόνα, μα ίσως υποσυνείδητα να σκεφτώ πως η κατάσταση είναι αρκετά μελαγχολική τριγύρω και μήπως θα πρέπει να φύγω και εγώ, να ευχηθώ πως θα ήταν καλύτερο να είχα και εγώ φτερά να πετάξω μακρυά… επίσης δεν μπορώ να παραβλέψω την κρυμμένη αλληγορία, σκεπτόμενος τις χιλιάδες των ανθρώπων της γενιάς μου που βρίσκονται κάπου αλλού πλέον και όχι εδώ..

Εδώ ίσως να πείτε πως όλο αυτό είναι απλά υπερβολικό, όμως θα εκπλαγείτε αν περάσετε μία βόλτα από τα εργαστήρια των γραφικών εφαρμογών, όπου και θα διαπιστώσετε πως τα υποσυνείδητα μηνύματα που περνούν οι χρωματισμοί στον ανθρώπινο ψυχισμό είναι άμεσα και καίρια. Όχι η εικόνα, ένα απλό χρώμα. Για παράδειγμα, σχεδόν το σύνολο των φαστ φουντ, έχουν ως κύρια βάση το κόκκινο χρώμα στα logos, ταμπέλες και διαφημιστικά τους, για τον απλό λόγο πως το κόκκινο προκαλεί το μάτι, φέρνει τον άνθρωπο κοντά, αλλά αυτή η επιρροή του χρώματος είναι σύντομη και έπειτα απο μικρό χρονικό διάστημα προκαλεί απώθηση!

Φανταστείτε λοιπόν τι επιφέρει μία εικόνα στον ανθρώπινο ψυχισμό!

Λεκτικό mind hack

Η χρήση των λέξεων, ιδανικά σε συνδυασμό με τις εικόνες, σφηνώνει ακόμη περισσότερο το υποσυνείδητο μήνυμα στο μυαλό του ανθρώπου. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε κάτι που παρατηρήθηκε στο web. Τα διάφορα blogs που ήθελαν να προβάλουν σε όλο και πιο πολλούς ανθρώπους την είδηση χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν με κεφαλαία γράμματα την λέξη ΣΟΚ! Αρκετές φορές συνακολουθούμενη από αρκετά θαυμαστικά. Λες και η λέξη σοκ, από μόνη της δεν αρκεί για να λειτουργήσει… βέβαια εδώ έχουμε ένα διαφορετικό φαινόμενο. Αφού πρώτα η λέξη λειτούργησε στον ανθρώπινο ψυχισμό κυριολεκτικά ως σοκ, στην συνέχεια συνηθίστηκε, έγινε κοινότυπη και πλέον δεν επιδρά απαξιωτικά. Δεν θα ήταν κακή ιδέα βλέποντας τους τίτλους αλλά και το περιεχόμενο των post, να φιλτράρουμε την πληροφορία που λαμβάνουμε, μιας και έτσι ίσως να απαγκιστρωθούμε από το mind hack που έχει επιφέρει σχεδόν την αδράνεια της σκέψης.

Έτσι, ο άνθρωπος έφτασε στο σημείο να παρακολουθεί τα πάντα, ανεξαρτήτως φρικαλεότητας, σημασίας, βιαιότητας, χυδαιότητας μεταφέρει το όποιο νέο/ μήνυμα. Εδώ επαναφέρω το post σχετικά με τον δολοφόνο, ένα ψυχογράφημα σχεδόν του ανθρώπου που αποστόμωσε τον πλανήτη λίγες ημέρες πριν, που όταν το διαβάσει κάποιος, αναδιπλώνει ανάμεικτα συναισθήματα σε καιρούς που τα πράγματα τριγύρω είναι ζόρικα. Μία διπλή προσέγγιση…

Αυτή η διπλή προσέγγιση υπάρχει στο σύνολο των πληροφοριών που λαμβάνουμε αυτή την εποχή. Η χρήση της εικόνας έχει εξελιχθεί από την στιγμή που μεταπηδήσαμε από τις τηλεοράσεις στις οθόνες των pc, η των όποιων άλλων συσκευών χρησιμοποιούμε. Αξίζει να την παρατηρήσουμε, και να απομονώσουμε τις παρεμβολές, μη επιτρέποντας την εισχώρηση της στην δική μας νόηση…

Ο σκοπός αυτού του καταιγισμού ήταν και είναι προφανής. Η απόλυτη χαλιναγώγηση του κοινωνικού συνόλου, που κατά την γνώμη μου έχει ήδη επιτευχθεί. Ο άνθρωπος, λιγοστεύει τις ουσιώδεις και δημιουργικές στιγμές της ζωής του, μειώνει την ανθρώπινη επαφή, σταματά σχεδόν να απολαμβάνει. Μονάχα διαμοιράζει ψηφιακές πληροφορίες, εικόνες, λέξεις! Ζούμε στην εποχή όπου η εικόνα του facebook στο tablet αξίζει περισσότερα από την θάλασσα, τον ήλιο και τα κύματα που σκάνε μπροστά σου την ώρα που λιάζεσαι σερφάροντας, λαμβάνοντας ακόμη περισσότερα info-hacs…

Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς επιθυμίες;

Αν είχαμε όσα θέλαμε, τι θα μας έλειπε;
Και αν δεν μας έλειπε τίποτα, τι θα επιθυμούσαμε;
Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς επιθυμίες;
Μενέλαος Λουντέμης

Να επιθυμείς.. να επιθυμείς αυτά που σου έχουν λείψει, γιατί ίσως τώρα καταλαβαίνεις την αξία τους.. γιατί ίσως τώρα δεν τα θεωρείς δεδομένα.. γιατί ίσως τώρα αντιλαμβάνεσαι την σημαντικότητά τους στη ζωή σου..

Να επιθυμείς αυτό που λαχταράς και να το προσφέρεις στον εαυτό σου απλόχερα, γιατί πρέπει να φροντίζουμε τον ψυχισμό μας…

Και ακόμα και αν δεν στο μάθανε, να το μάθεις εσύ στον εαυτό σου… να μην παραπονιέσαι, να προσπαθείς να βρεις λύσεις, γιατί έτσι θα δείξεις σε σένα τον ίδιο, σε σένα την ίδια ότι αγαπάς τον εαυτό σου..

Να το προσφέρεις εσύ απλόχερα στον εαυτό σου, γιατί αν δεν δώσεις εσύ αξία σε σένα τον ίδιο, σε σένα την ίδια, δεν μπορείς να περιμένεις από τους άλλους να στην δώσουν.. και ακόμα και αν στην δώσουν, ποτέ δεν θα μπορέσεις να την συνειδητοποιήσεις..

Να επιθυμείς.. να επιθυμείς τις μικρές στιγμές ευτυχίας, τα αρώματα, τις γεύσεις, τα διαβάσματα, τα χαμόγελα.. όσο χρονών και να είσαι… γιατί δεν πρέπει να βάζεις ταμπέλες στον εαυτό σου και γιατί θα πρέπει να νιώθεις πάντα ότι έχεις τη ζωή μπροστά σου.. και να την γράφεις με Ζ κεφαλαίο έχουμε πει.. γιατί της αξίζει να της δίνουμε αξία…

Να επιθυμείς και να ονειρεύεσαι, πράγματα που θέλεις να αποκτήσεις, να νιώσεις, να γευτείς, στιγμές που θέλεις να ξαναβιώσεις.. γιατί η Ζωή χωρίς επιθυμίες, χωρίς όνειρα, χωρίς σχέδια, χωρίς αγκαλιές, χωρίς πράγματα να περιμένουμε και να αναπολούμε, μας πονάει.. Και αν σε πονάει, να σηκώσεις τα μανίκια σου και να προσπαθήσεις να αλλάξεις..

Να μην αποφεύγεις, όσο και αν σε πονάει αυτό.. γιατί η αποφυγή είναι μόνο προσωρινή λύση..

Να μην περιμένεις από τους άλλους την αλλαγή, που δεν γίνεσαι εσύ για τον εαυτό σου..

Και αν δεν μπορείς μόνος, αν δεν μπορείς μόνη, να ζητήσεις βοήθεια, να αναζητήσεις συμμάχους..

Και αν σου κάποιος ότι δεν αλλάζουμε, να του πεις… ότι όλοι αλλάζουμε… αρκεί να το επιθυμούμε.. Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς επιθυμίες;

Αγαπώ δε σημαίνει στηρίζομαι

Με τον καιρό μαθαίνει κανείς τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο να κρατά ένα χέρι και να αλυσοδένει μια ψυχή.

Μαθαίνει πως «αγαπώ δε σημαίνει στηρίζομαι» και ότι «συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια»..

Kι έτσι κανείς αρχίζει να μαθαίνει….

Πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και ότι τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις. Και αρχίζει να δέχεται τις ήττες του με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα.

Και μαθαίνει να χτίζει όλες τις διαδρομές του στο σήμερα γιατί το έδαφος του αύριο είναι υπερβολικά αβέβαιο για να κάνεις σχέδια… και κάθε μέλλον μπορεί να μείνει στη μέση.

Μετά από κάποιο καιρό μαθαίνει κανείς πως αν είναι υπερβολική, ακόμα και η ζέστη του ήλιου μπορεί να τον κάψει.

Έτσι φυτεύει τον δικό του κήπο και διακοσμεί την δική του ψυχή αντί να περιμένει κάποιον άλλο να του φέρει λουλούδια.

Μαθαίνει κανείς ότι μπορεί πραγματικά ν’ αντέξει, πως είναι πραγματικά δυνατός, πως πραγματικά αξίζει και μαθαίνει και μαθαίνει… με κάθε του μέρα μαθαίνει.

Με τον καιρό μαθαίνεις ότι το να είσαι με κάποιον επειδή σου προσφέρει ένα καλό μέλλον σημαίνει πως αργά ή γρήγορα θα θελήσεις να γυρίσεις στο παρελθόν σου.

Με τον καιρό καταλαβαίνεις πως μόνο αυτός που είναι ικανός να σε αγαπάει με όλα σου τα ελαττώματα, δίχως να προσπαθεί να σε αλλάξει, μπορεί να σου προσφέρει όλη την ευτυχία που επιθυμείς.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν βρίσκεσαι στο πλευρό κάποιου μόνο και μόνο για να συντροφεύεις την μοναξιά σου, στο τέλος θα φτάσεις να μη θέλεις ούτε να τον βλέπεις.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι οι πραγματικοί φίλοι είναι μετρημένοι και ότι, εκείνος που δεν αγωνίζεται γι’ αυτούς, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί πλαισιωμένος μόνο από ψεύτικες φιλίες.

Με τον καιρό μαθαίνεις πως τα λόγια που λέχθηκαν σε μια στιγμή θυμού μπορούν να συνεχίσουν να πληγώνουν αυτόν στον οποίο τα απεύθυνες για μια ολόκληρη ζωή.

Με τον καιρό μαθαίνεις να συγχωρείς αυτόν που το έπραξε, αλλά η συγχώρεση αφορά μόνο μεγάλες ψυχές.

Με τον καιρό αντιλαμβάνεσαι πως αν πλήγωσες σκληρά ένα φίλο, το πιθανότερο είναι ότι η φιλία ποτέ πια δε θα ξαναγίνει όπως πριν.

Με τον καιρό συνειδητοποιείς ότι, ακόμα κι αν είσαι ευτυχισμένος με τους φίλους σου, κάποια μέρα θα κλάψεις για εκείνους που άφησες να φύγουν.

Με τον καιρό θα καταλάβεις ότι κάθε εμπειρία που βίωσες με κάθε άνθρωπο είναι ανεπανάληπτη.

«Κανείς μαθαίνει, μαθαίνει και μαθαίνει, κάθε μέρα που περνάει, μαθαίνει».

Ελπίζω, αυτά τα λόγια να μπορέσουν να μαλακώσουν λίγο το δρόμο σου.

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής.

ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε.

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο.

ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής.

ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό.

ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο.

ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας.

Σαν να μην άλλαξε τίποτα

Η σημερινή κατάσταση του κόσμου, που παρουσιάζεται τρομακτική, ιδιαίτερα στον αιώνα που ζούμε, δεν διαφέρει και πολύ από την εποχή του Βούδα, αν εξαιρέσουμε την τρομερή αύξηση και ένταση σε μέσα και μεθόδους της ανθρώπινης αντίθεσης, έχθρας και χρήσης ισχύος.

Ο Βούδας αναφέρθηκε σ’ αυτά, στον περίφημο λόγο του για τη διάρθρωση του πόνου και σε σχέση με τις πληροφορίες για τις τέσσερις αλήθειες. Τα λόγια του ηχούν σαν να ήταν γραμμένα σήμερα.

Αναφέρονται στις επιθυμίες. Και αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα πολύ επίκαιρο, αν και μόνιμο ανθρώπινο ένστικτο όλων των εποχών.

Η ανάπτυξη του θέματος από τον Βούδα διαβάζεται σαν να αφορά το σήμερα αλλά, γιατί όχι, και το αύριο.

Ο Αφυπνισμένος μιλάει για το «μαρτύριο των επιθυμιών».

«Τι είναι, λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, το μαρτύριο των επιθυμιών; Ένας νέος κερδίζει τα προς το ζην από μία θέση, είτε ως γραφέας, είτε ως λογιστής, ως διοικητής, ως γεωργός, ως έμπορος, ως βοσκός, ως στρατιώτης ή ως υπουργός του βασιλιά, είτε από κάποια άλλη υπηρεσία, η έξαψη παύει, το κρύο παύει, ο ήλιος και ο αέρας πρέπει να αψηφούνται, χτυπιέται ολόγυρα από κουνούπια, σφήκες και ερπετά, ταλαιπωρείται από την πείνα και τη δίψα. Αυτό, λοιπόν, αγαπητοί μοναχοί, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Όταν τα οικονομικά αυτού του νέου, που κουράζεται, που βασανίζεται, που υποφέρει δεν είναι ανθηρά, τότε ο νέος θλίβεται, μελαγχολεί, θρηνεί, και στενάζοντας χτυπάει το στήθος του, περιερχόμενος σε απόγνωση: «Αδίκως κουράζομαι, αδίκως αγωνίζομαι!» Αυτό, λοιπόν, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Όταν τώρα, ο νέος που κουράζεται, που βασανίζεται, που υποφέρει, βλέπει τα οικονομικά του να ανθούν τον τρώει η αγωνία για τη διατήρησή τους: «Αχ, να μη μου τα πάρουν οι βασιλιάδες, να μη μου τα κλέψουν οι ληστές, να μην τα καταστρέψει η φωτιά, να μην τα παρασύρουν τα νερά, να μη μου τ’ αρπάξουν οι άπληστοι συγγενείς!»

Κι ενώ διαφυλάσσει και προστατεύει τ’ αγαθά του, του τα παίρνουν οι βασιλιάδες, του τα κλέβουν οι ληστές, τα καταστρέφει η φωτιά, τα παρασύρει το νερό ή τ’ αρπάζουν οι άπληστοι συγγενείς. Και τότε θλίβεται, μελαγχολεί, θρηνεί, και στενάζοντας χτυπάει το στήθος του, περιερχόμενος σε απόγνωση:

«Αδίκως κουράζομαι, αδίκως αγωνίζομαι!» Αυτό λοιπόν, είναι το μαρτύριο των επιθυμιών, είναι η προφανής αλυσίδα των πόνων, που δημιουργείται από τις επιθυμίες, που ορίζεται από τις επιθυμίες, που συντηρείται από τις επιθυμίες, που καθορίζεται παντελώς από τις επιθυμίες.

Ο ΒΟΥΔΑΣ, Οι δρόμοι του πεφωτισμένου

KHALIL GIBRAN: Μίλησε μας για την Αγάπη

Μίλησε μας για την Αγάπη

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία. Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.

Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο. Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα έπρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”, αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο Προφήτης

Το Hubble στα 30 χρόνια του βλέπει ένα σύμπαν να γεννιέται και να πεθαίνει


Όπως φαίνεται στη νέα εικόνα του Διαστημικού Τηλεσκόπιου Hubble από μια θυελλώδη περιοχή  γέννησης άστρων σε έναν κοντινό μας γαλαξία, , ο Κόσμος διατηρεί την παράδοση τόσο της γέννησης όσο και του θανάτου. Τα αστέρια γεννιούνται από τις στάχτες των παλιών, αναζωογονώντας για πάντα το σύμπαν. Η φωτογραφία κυκλοφόρησε προς τιμήν της 30ης επετείου από την εκτόξευση του τηλεσκοπίου στις 24 Απριλίου 1990.

Το γιγαντιαίο κόκκινο νεφέλωμα, το NGC 2014 και ο μικρότερος μπλε γείτονάς του το NGC 2020, μέρος του Μεγάλου Νέφους του Μαγγελάνου γειτονικός του Γαλαξία μας, περίπου 163.000 έτη φωτός μακριά, σε αυτή τη νέα εικόνα του Διαστημικού Τηλεσκοπίου Hubble

Οι αστρονόμοι είχαν ονειρευτεί επί μισό αιώνα ένα τηλεσκόπιο στο διάστημα πάνω από τα παραμορφωτικά και απορροφητικά αποτελέσματα της ατμόσφαιρας, αλλά αυτό το όνειρο μιας νέας αναγέννησης για την αστρονομία σχεδόν πέθανε όταν ξεκίνησε το τηλεσκόπιο και οι αστρονόμοι βρήκαν ότι δεν μπορούσαν να το εστιάσουν. Το πρωταρχικό κάτοπτρο είχε φτιαχτεί σε λάθος σχήμα.

Το Χαμπλ ξαναγεννήθηκε 3 χρόνια αργότερα, το 1993, όταν οι αστροναύτες χρησιμοποίησαν το διαστημικό λεωφορείο για να ταιριάξουν διορθωτικούς φακούς. Κατά τα επόμενα 16 χρόνια, οι διαδοχικές διαστημικές αποστολές εξυπηρέτησης κράτησαν το Hubble στην κορυφή του παιχνιδιού και οι αστρονόμοι είναι πλέον σίγουροι ότι θα εξακολουθήσει να είναι σε καλή κατάσταση όταν ο διάδοχός του, το Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb , θα κυκλοφορήσει επιτέλους το επόμενο έτος , όπως ελπίζουμε, δίνοντας στον κόσμο δύο άψογα μάτια στον ουρανό.

Μεταξύ των θριάμβων του Χαμπλ κατά τη διάρκεια των δεκαετιών είναι η χαρτογράφηση των επιπτώσεων της σκοτεινής ενέργειας στην ανάπτυξη του σύμπαντος , η επιθεώρηση του καιρού σε όλο το ηλιακό σύστημα και η μέτρηση της διαστολής του σύμπαντος αρκετά για να αμφισβητηθούν οι θεωρίες της κοσμολογίας που είχαν δοκιμαστεί μέχρι τότε.

Και εικόνες όπως αυτή του πορτραίτου των 30ων γενεθλίων, έχουν τεκμηριώσει τις βίαιες γεννήσεις και τους θανάτους των αστεριών, που δείχνει ένα λεγόμενο αστρικό φυτώριο στο Μεγάλο Νέφος του Μαγγελάνου, έναν δορυφορικό γαλαξία του Γαλαξία μας, περίπου 163.000 έτη φωτός από εδώ.

Το κοκκινωπό νεφέλωμα πάνω δεξιά είναι γεμάτο αστέρια τουλάχιστον 10 φορές πιο μαζικά από τον ήλιο μας. Οι άνεμοι των σωματιδίων και η ακτινοβολία που προέρχονται από αυτά ωθούν το αέριο στο νεφέλωμα σε κύματα και φυσαλίδες από τις οποίες τελικά θα σχηματιστούν νέα αστέρια.

Κάτω από αυτό, ένα μοναδικό γιγαντιαίο αστέρι 200.000 φορές πιο φωτεινό από τον ήλιο έχει “φυσήσει” τη δική του μπλε φυσαλίδα αερίου.

Και ο κοσμικός ρυθμός συνεχίζεται. Το ίδιο ισχύει και για το Χαμπλ.

E. Husserl: Περί της εποχής

Έντμμουντ Χούσερλ: 1859–1938

Η νοητική πρακτική της εποχής

§1.

Ποιος είναι ο Χούσερλ; Είναι ο γερμανός φιλόσοφος που εισήγαγε τη φαινομενολογία ως μέθοδο σκέψης και έρευνας. Η φαινομενολογία έκτοτε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εύρωστες φιλοσοφικές τάσεις του εικοστού αιώνα. Κατά τον Χούσερλ, η φαινομενολογία στρέφεται προς τη μελέτη των φαινομένων και όχι των πραγμάτων. Με τα τελευταία ασχολούνται οι επί μέρους επιστήμες. Αλλά οι τελευταίες δεν μας οδηγούν σ’ αυτά τα ίδια, γιατί δεν μας βοηθούν να ξεπεράσουμε τις προκαταλήψεις μας γι’ αυτά ούτε μας παρέχουν κάποια σχετικά νοήματα. Ασχολούνται με την εξακρίβωση αυτού που μπορεί να είναι αντικειμενικά ο κόσμος· συναφώς, τον αντιμετωπίζουν ως μια σειρά γεγονότων, αποκλείοντας κάθε παράγοντα υποκειμενικότητας. Επομένως, αυτό που έχει σημασία για μας τους ανθρώπους είναι να διεκδικούμε την επιστροφή μας στα ίδια τα πράγματα ως ανθρώπινα φαινόμενα.

§2

Η φαινομενολογία, κατ’ αυτή την έννοια, μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο η συνείδησή μας μπορεί να κατανοεί τα πράγματα και να αποκτά τεκμηριωμένη γνώση περί αυτά. Τούτη τη γνώση δεν μπορούν να μας την προσφέρουν οι (θετικές) επιστήμες, επειδή ενδιαφέρονται μόνο για όσο το δυνατόν περισσότερα πειραματικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση λοιπόν με τις επιστήμες, η φαινομενολογία δημιουργεί τους όρους, για να ερευνάμε την πραγματικότητα με κριτικό μάτι και χωρίς δογματικές αγκυλώσεις. Με κριτικό μάτι σημαίνει ότι δεν προκαταλαμβάνουμε τα αποτελέσματα της ερευνώμενης πραγματικότητας, αλλά συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πρωτίστως στην εμφάνισή της, στον τρόπο δηλαδή που η πραγματικότητα προσλαμβάνεται από την εμπειρία μας, δίνεται σε τούτη. Η τελευταία αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε θεώρησης, την εποπτική πηγή για την άντληση κάθε γνώσης, μια πηγή που ορθώνεται ως το αντίπαλο δέος κάθε αυθεντίας.

§3

Αλλά πώς καθίσταται δυνατή μια σαφής στροφή του ερευνητικού μας βλέμματος σε αυτό που μας δίδεται πρωταρχικά στην εμπειρία, χωρίς να χανόμαστε σε άσκοπες και βιαστικές κρίσεις πάνω στην πραγματικότητα; Με τη νοητική πρακτική ή διαδικασία, την οποία ο φιλόσοφος ονομάζει εποχή. Πρώτοι χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη οι αρχαίοι σκεπτικοί, για να δηλώσουν μια πλήρη αποχή ή ουδετεροποίηση: κρατώ μια τέτοια στάση απέναντι στα πράγματα, ώστε τίποτα να μη δέχομαι, να μην αρνούμαι, να μην επαληθεύω, να μην διαψεύδω. Η φαινομενολογική εποχή, από τη δική της σκοπιά, δεν στοχεύει σε μια πλήρη άρνηση, αμφισβήτηση, εγκατάλειψη, αποκλεισμό της πραγματικότητας από τον ερευνητικό μας ορίζοντα, αλλά στην υιοθέτηση μιας μεθοδικής αμφιβολίας, δηλαδή μιας τέτοιας νοητικής ή πνευματικής στάσης, που θα διαλύει κάθε είδους δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

§4

Με την άσκηση της εποχής δεν εκμηδενίζουμε την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε με έναν πιο διαυγή τρόπο, δηλαδή φαινομενολογικά: ακριβώς έτσι όπως εμφανίζεται. Συνεπώς, ασκώ εποχή σημαίνει τοποθετώ σε παρένθεση όλες τις προκαταλήψεις μου, αναστέλλω όλες εκείνες τις παγιωμένες κρίσεις που προκαθορίζουν ή επηρεάζουν προς δογματικές κατευθύνσεις, και με την παρουσία τους μόνο, τις πραγματικές μου ιδέες ή αντιλήψεις. Με την εποχή αφήνουμε πίσω μας ακόμη και κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική ή ιδεολογική μας πεποίθηση, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα που μας χορηγούν οι επιστήμες και τα οποία γενικώς θεωρούνται ή γίνονται αποδεκτά. Ακολουθώντας έτσι την εποχή σημαίνει ότι εκ-θέτουμε τον εαυτό μας σε μια επίπονη και επώδυνη πνευματική στάση: τιθέμεθα στη θέση του θεατή, ο οποίος έχει αδειάσει –και αξίζει να έχει αδειάσει– το νου του από καθετί το επίπλαστο, το περιττό, το ψεύτικο, το τυχαίο, το μεροληπτικό.

§5

Στόχος της φαινομενολογικής εποχής δεν είναι να φτάσουμε στον σκεπτικισμό ή να σκεφτούμε σοφιστικά, αλλά να ανακαλύψουμε ένα νέο επιστημονικό πεδίο, δυνάμει του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά. Τούτο υποδηλώνει ότι δεν αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας δίδεται έτσι απλά ως υπαρκτό, αλλά ως ένα γενικό πεδίο ύπαρξης για μια γνώση που διέρχεται μέσα από την εμπειρία και τη σκέψη. Όσο πιο δημιουργικά και εύστοχα λειτουργεί η εποχή σε σχέση με το ένα ή το άλλο αντικείμενο, τόσο πιο ευδιάκριτη είναι η διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του πράγματος και την απεικόνισή του στη συνείδησή μας. Τελικά, ο φαινομενολόγος ερευνητής είναι και αποδεικνύεται ο αμερόληπτος και ανυστερόβουλος θεατής που ελευθερώνεται με τον τρόπο της εποχής από ένα μέρος του εαυτού του, για να ανασυντάξει την αυθεντική υποκειμενικότητα μέσα από την απροκατάληπτη ανάλυση τόσο του κόσμου όσο και των φαινομένων της συνείδησης και του πνεύματος.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (7.1-7.8) - ΛΑΛΙΑΣ

Ζ'. ΛΑΛΙΑΣ


[7.1] [Ἡ δὲ λαλιά, εἴ τις αὐτὴν ὁρίζεσθαι βούλοιτο, εἶναι ἂν δόξειεν ἀκρασία τοῦ λόγου,]
[7.2] ὁ δὲ λάλος τοιοῦτός τις, οἷος τῷ ἐντυγχάνοντι εἰπεῖν, ἂν ὁτιοῦν πρὸς αὐτὸν φθέγξηται, ὅτι οὐθὲν λέγει καὶ ὅτι αὐτὸς πάντα οἶδεν καὶ, ἂν ἀκούῃ αὐτοῦ, μαθήσεται· καὶ μεταξὺ δὲ ἀποκρινομένῳ ἐπιβαλεῖν εἴπας «Σὺ μὴ ἐπιλάθῃ, ὃ μέλλεις λέγειν», καὶ «Εὖ γε, ὅτι με ὑπέμνησας», καὶ «Τὸ λαλεῖν ὡς χρήσιμόν που», καὶ «Ὃ παρέλιπον», καὶ «Ταχύ γε συνῆκας τὸ πρᾶγμα», καὶ «Πάλαι σε παρετήρουν, εἰ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐμοὶ κατενεχθήσῃ»· καὶ ἑτέρας ἀρχὰς τοιαύτας πορίσασθαι, ὥστε μηδὲ ἀναπνεῦσαι τὸν ἐντυγχάνοντα.
[7.3] καὶ ὅταν γε τοὺς καθ᾽ ἕνα ἀπογυιώσῃ, δεινὸς καὶ ἐπὶ τοὺς ἀθρόους [καὶ] συνεστηκότας πορευθῆναι καὶ φυγεῖν ποιῆσαι μεταξὺ χρηματίζοντας.
[7.4] καὶ εἰς τὰ διδασκαλεῖα δὲ καὶ εἰς τὰς παλαίστρας εἰσιὼν κωλύειν τοὺς παῖδας προμανθάνειν, τοσαῦτα [καὶ] προσλαλῶν τοῖς παιδοτρίβαις καὶ διδασκάλοις.
[7.5] καὶ τοὺς ἀπιέναι φάσκοντας δεινὸς προπέμψαι καὶ ἀποκαταστῆσαι εἰς τὰς οἰκίας.
[7.6] καὶ πυθομένοις ‹τὰ ἀπὸ› τῆς ἐκκλησίας ἀπαγγέλλειν, προσδιηγήσασθαι δὲ καὶ τὴν ἐπ᾽ Ἀριστοφῶντός ποτε γενομένην τοῦ ῥήτορος μάχην καὶ τὴν ‹ἐν› Λακεδαιμονίοις ἐπὶ Λυσάνδρου, καὶ οὕς ποτε λόγους αὐτὸς εἴπας εὐδοκίμησεν ἐν τῷ δήμῳ, καὶ κατὰ τῶν πληθῶν γε ἅμα διηγούμενος κατηγορίαν παρεμβαλεῖν, ὥστε τοὺς ἀκούοντας ἤτοι ἐπιλαβέσθαι ἢ νυστάξαι ἢ μεταξὺ καταλείποντας ἀπαλλάττεσθαι.
[7.7] καὶ συνδικάζων δὲ κωλῦσαι κρῖναι καὶ συνθεωρῶν θεάσασθαι καὶ συνδειπνῶν φαγεῖν, καὶ λέγειν ὅτι «Χαλεπὸν μοί ἐστι σιωπᾶν» καὶ ὡς ἐν ὑγρῷ ἐστιν ἡ γλῶττα καὶ ὅτι οὐκ ἂν σιωπήσειεν, οὐδ᾽ εἰ τῶν χελιδόνων δόξειεν εἶναι λαλίστερος.
[7.8] καὶ σκωπτόμενος ὑπομεῖναι καὶ ὑπὸ τῶν αὑτοῦ παιδίων, ὅταν αὐτὸν ἤδη καθεύδειν βουλόμενον κωλύῃ λέγοντα «Πάππα, λάλει τι ἡμῖν, ὅπως ἂν ἡμᾶς ὕπνος λάβῃ».

***

7. Ο ΠΟΛΥΛΟΓΑΣ


[7.1] [Η πολυλογία, αν θα ήθελε κανείς να την ορίσει, θα φαινόταν ότι είναι η ανικανότητα ελέγχου του λόγου,]
[7.2] ενώ ο πολυλογάς το είδος του ανθρώπου που λέει σ᾽ εκείνον, τον οποίο τυχόν θα συναντήσει, ότι του μιλά ανόητα, οτιδήποτε και αν του πει ο άλλος, και ότι ο ίδιος τα ξέρει όλα και ότι, αν τον ακούσει, θα καταλάβει. Και ενώ στο μεταξύ ο άλλος προσπαθεί να του απαντήσει, αυτός προσθέτει ένα «Μην ξεχάσεις αυτό που πρόκειται να πεις» και «Εύγε, που μου το θύμισες» και «Είναι χρήσιμο να μπορείς να μιλάς» και «Αυτό το ξέχασα» και «Γρήγορα μπήκες στο νόημα» και «Από ώρα περιμένω να δω αν θα συμφωνήσεις μαζί μου». Και προσπαθεί να βρει για τον εαυτό του και άλλες τέτοιες εισαγωγικές φράσεις, ώστε ο άνθρωπος που τον συναντά να μην μπορεί ούτε καν να πάρει μια ανάσα.
[7.3] Κι όταν αποτελειώσει τα μεμονωμένα άτομα, είναι ικανός να βαδίσει ακόμη και εναντίον ενός συγκεντρωμένου πλήθους ανθρώπων και να τους τρέψει σε φυγή την ώρα που συζητούν τις υποθέσεις τους.
[7.4] Εισέρχεται στα διδασκαλεία και τις παλαίστρες και προκαλεί κωλύματα στο μάθημα των παιδιών. Τόσα πολλά λέει στους γυμναστές και τους δασκάλους!
[7.5] Όσους του λένε ότι πρέπει να φύγουν είναι ικανός να τους συνοδεύσει μέχρι να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
[7.6] Και αφηγείται, σ᾽ αυτούς που τον ρωτούν, όσα συνέβησαν στην Εκκλησία του Δήμου, προσθέτει όμως στην αφήγησή του ακόμη και τη διαμάχη που συνέβη κάποτε την εποχή του Αριστοφώντα του ρήτορα και αυτή που συνέβη στη Σπάρτη την εποχή του Λύσανδρου, καθώς και με ποιές αγορεύσεις διακρίθηκε ο ίδιος ενώπιον του λαού στο παρελθόν· και παρεμβάλλει ταυτόχρονα στη διήγησή του μομφή κατά του πλήθους, με αποτέλεσμα οι ακροατές του είτε να τον διακόπτουν ή να νυστάζουν ή να φεύγουν εγκαταλείποντάς τον στη μέση του λόγου του.
[7.7] Όταν δικάζει μαζί με άλλους, τους εμποδίζει να καταλήξουν σε μια απόφαση. Όταν βλέπει μαζί με άλλους θέατρο, τους εμποδίζει να το παρακολουθήσουν. Όταν δειπνεί με κόσμο, τους εμποδίζει να φάνε, λέγοντας ότι «είναι δύσκολο για μένα να σιωπώ» και ότι η γλώσσα του τρέχει νεράκι και ότι δε θα μπορούσε να μείνει σιωπηλός, ακόμα κι αν τους φανεί πιο φλύαρος κι από τα χελιδόνια.
[7.8] Κι ανέχεται να τον πειράζουν ακόμη και τα παιδιά του, όταν —και ενώ αυτός θέλει πια να κοιμηθεί— εκείνα δεν τον αφήνουν, λέγοντας «Μπαμπάκα, πες μας κάτι, για να μας πάρει ο ύπνος».

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἑλένη (1337-1368)

ἐπεὶ δ᾽ ἔπαυσ᾽ εἰλαπίνας [στρ. β]
θεοῖς βροτείωι τε γένει,
Ζεὺς μειλίσσων στυγίους
1340 Ματρὸς ὀργὰς ἐνέπει·
Βᾶτε, σεμναὶ Χάριτες,
ἴτε, τὰν περὶ παρθένωι
Δηὼ θυμωσαμέναν
†λύπαν ἐξαλλάξατ᾽† ἀλαλᾶι
1345 Μοῦσαί θ᾽ ὕμνοισι χορῶν.
χαλκοῦ δ᾽ αὐδὰν χθονίαν
τύπανά τ᾽ ἔλαβε βυρσοτενῆ
καλλίστα τότε πρῶτα μακά-
ρων Κύπρις· γέλασεν δὲ θεὰ
1350 δέξατό τ᾽ ἐς χέρας
βαρύβρομον αὐλὸν
τερφθεῖσ᾽ ἀλαλαγμῶι.

ὧν οὐ θέμις οὔθ᾽ ὅσια [ἀντ. β]
ἐπύρωσας ἐν θαλάμοις,
1355 μῆνιν δ᾽ ἔχεις μεγάλας
Ματρός, ὦ παῖ, θυσίας
οὐ σεβίζουσα θεᾶς.
μέγα τοι δύναται νεβρῶν
παμποίκιλοι στολίδες
1360 κισσοῦ τε στεφθεῖσα χλόα
νάρθηκας εἰς ἱεροὺς
ῥόμβου θ᾽ εἱλισσομένα
κύκλιος ἔνοσις αἰθερία
βακχεύουσά τ᾽ ἔθειρα Βρομί-
1365 ωι καὶ παννυχίδες θεᾶς.
εὖ δέ νιν ἄμασιν
ὑπέρβαλε σελάνα
μορφᾶ μόνον ηὔχεις.

***
Όταν ανθρώπων και θεών
σταμάτησαν τα φαγοπότια,
για να γλυκάνει ο Δίας
της Μάνας τον πικρό θυμό,
1340 στις Χάριτες μιλάει. «Εμπρός,
καλές μου, εσείς πηγαίντε
και με φωνές ολόχαρες
της Δήμητρας σκορπίστε την οργή·
κι εσείς οι Μούσες με χορούς
και με πασίχαρα τραγούδια».
Η Κύπριδα η πεντάμορφη
πρωτόπιασε ένα τύμπανο
κι έναν βαθύλαλο χαλκό·
γέλασε τότες η θεά
και απ᾽ τους αχούς χαρούμενη
1350 την ηχερή στα χέρια της
πήρε βαριά φλογέρα.

Ελένη, όσα δεν έπρεπε
ν᾽ αγγίζεις , πράγματα ιερά,
δοκίμασες στο σπίτι σου
κι οργίστηκε η θεά Μητέρα
που δεν σεβάστηκες τις άγιες
θυσίες της. Δύναμη τρανή
τα παρδαλόχρωμα κατέχουν
ελαφοτόμαρα κι ο θύρσος,
1360 στεφανωμένος με κισσό,
κι ο μαγικός ο δίσκος, όταν
γοργόδρομα στριφογυρνάει
μες στον αιθέρα, τα μαλλιά
που ορθοσηκώνονται, τιμή
στον Διόνυσο, κι οι τελετές
οι ολονύχτιες της θεάς.
Πάνω από το μέτρο η ομορφιά σου,
μα όλα καλά να σου έρθουν τώρα.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Ζητήματα αποικισμού Ι. Ο αρχαίος ελληνικός αποικισμός με έμφαση στον περευξείνιο χώρο: σύγχρονοι προβληματισμοί και θεωρητικές τάσεις

Το θέμα του αρχαίου ελληνικού αποικισμού αποτελεί ένα πολύ σημαντικό επιστημονικό πεδίο αναζήτησης στη σύγχρονη έρευνα. Αυτό αποδεικνύεται από τις εκδοτικές προσπάθειες των τελευταίων ετών. Ιδιαίτερη θέση στο θέμα αυτό καταλαμβάνει το ζήτημα του αποικισμού στον Παρευξείνιο χώρο. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στη Δύση, το ζήτημα αυτό για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε παραμείνει εκτός επιστημονικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι κατά τα τελευταία χρόνια -τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια περίπου, δηλαδή μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης κυρίως- το εν λόγω κενό άρχισε σταδιακά να εξαφανίζεται χάρη στις πολύ σημαντικές εκδόσεις και τις φιλότιμες προσπάθειες από πλευράς ερευνητών διεθνώς. Ανάμεσα σ' αυτές, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την ελληνική δίτομη, ξενόγλωσση, έκδοση του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού «Ancient Greek Colonies in the Black Sea», Θεσσαλονίκη, 2003 [1]. Κατ' αυτόν τον τρόπο, φαίνεται πως η μελέτη και η καταγραφή της αρχαίας ιστορίας των Ελλήνων του Ευξείνου Πόντου, καθώς και οι σχέσεις τους με τους γηγενείς λαούς, άρχισαν πλέον να αποκτούν ευρύτερο ενδιαφέρον, ξεπερνώντας κατά πολύ τα στενά γεωγραφικά όρια της Παρευξείνιας ζώνης, στα οποία μέχρι πρότινος ήταν περιορισμένες και σχεδόν αποκλειστικές.

Δίχως αμφιβολία, η συνεισφορά και η συμβολή των Παρευξεινίων αρχαιολόγων και ιστορικών είναι ανεκτίμητη. Ακόμη και σήμερα, παρά τις αντίξοες συνθήκες που επικρατούν σε ορισμένες χώρες της Παρευξείνιας λεκάνης, αρχαιολόγοι και ιστορικοί καταβάλλουν πολύ μεγάλες προσπάθειες ώστε να μην ανασταλεί η ανασκαφική δραστηριότητα και γενικότερα η μελέτη στις ουκ ολίγες αρχαιολογικές θέσεις κατά μήκος των ακτών του Ευξείνου Πόντου αλλά και στην ενδοχώρα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ηρωισμός αυτή η φιλότιμη διάθεση και αυτό το ατέρμονο μεράκι των ερευνητών.

Στο παρόν άρθρο διεξάγεται μία σύντομη περιγραφή του ιστορικού πλαισίου της εμφάνισης και εγκατάστασης των αρχαίων Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο και εν συνεχεία διατυπώνονται ορισμένες παρατηρήσεις που σχετίζονται με την αποικιακή πολιτική των πρώτων μεταναστών, όχι μόνο στις ακτές του Πόντου, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Έχει φθάσει πλέον η στιγμή και έχουν δημιουργηθεί οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μία σφαιρική και συνολική μελέτη του φαινομένου που ονομάζεται αρχαίος ελληνικός αποικισμός στην πλήρη του γεωγραφική διάσταση: από τις Στήλες του Ηρακλέους έως τις εσχατιές του Ευξείνου Πόντου. Η αποικιακή εμπειρία της Μαύρης Θάλασσας, συγκρινόμενη με τις προσπάθειες εγκατάστασης των Ελλήνων στην υπόλοιπη αρχαία οικουμένη, είναι πια απαραίτητη και αναγκαία. Η συνολική μελέτη του αποικισμού βοηθά να γίνουν πληρέστερα κατανοητές σε μας οι συνθήκες υπό τις οποίες γονιμοποιήθηκε στη μητέρα πατρίδα η ανάγκη για αποδημία, καθώς και οι κοινωνικές ανησυχίες που επικρατούσαν σ' αυτήν καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εξέλιξης του φαινομένου. Θα ήταν αρκετό να αναφερθεί το γεγονός ότι με την εκκίνηση του μεταναστευτικού κινήματος -διότι όντως πρόκειται για γενική ελληνική αναστάτωση η ξεσηκωμό- κάπου στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. αρχίζει παράλληλα και η ζύμωση και η εφαρμογή θεμελιωδών θεσμών της ελληνικής κοινωνίας, όπως η πόλις-κράτος, για να καταλήξουμε τελικά στη δημοκρατία. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να αναφερθεί στο θέμα της συνειδητοποίησης της κοινής ελληνικής ταυτότητας μέσω της διαφορετικότητας, το οποίο σήμερα είναι πολύ ελκυστικό: «I propose that overseas colonization informed and strengthened the nascent idea of Greekness primarily because of the newly perceived differences from various 'Others' and because of the similarities of the initial colonial experiences» (Malkin Ι., 2005: 59, Polignac F. de, 2000: 131-209).

Μέσα στις σελίδες του πονήματός του περί γεννήσεως της αρχαίας πόλεως, ο F. de Polignac προσπαθεί να δείξει την πραγματική διάσταση της σχέσης αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο μεταναστευτικό κίνημα των Ελλήνων από το 750 π.Χ. και στη δημιουργία και τη σύλληψη της έννοιας της αρχαίας πόλεως (Polignac F. de, 2000, Woolf G., 2005: 129). Ο Ι. Malkin, μάλιστα, υποστηρίζει ότι δίχως τον αρχαίο ελληνικό αποικισμό της νοτίου Ιταλίας, δεν θα ήταν δυνατή η ίδρυση πόλεων-κρατών στον ελλαδικό χώρο, τουλάχιστον για την περίπτωση της Αχαΐας. Κι αυτό, διότι οι πρώιμες αποικίες στην Ιταλία από την πρώτη κιόλας στιγμή οργανώθηκαν ως πόλεις-κράτη, ενώ οι οικισμοί της πελοποννησιακής μητρόπολης δεν είχαν ακόμη εξελίξει αυτόν τον θεσμό (Malkin Ι., 2005: 66). Όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στον Εύξεινο Πόντο οι οικισμοί που κτίσθηκαν στις αρχές του 6ου αι. π.Χ., σύμφωνα με τα πορίσματα των αρχαιολογικών ερευνών των τελευταίων ετών, αποτελούσαν πόλεις κατά την πλήρη διάσταση του αρχαίου όρου.

Βασική πηγή για τη μελέτη των πρώιμων χρόνων της ζωής των ελληνικών εγκαταστάσεων στην Παρευξείνια παραλία είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα. Σε δεύτερη θέση, δυστυχώς, κατατάσσονται οι πενιχρές μνείες της αρχαίας, κυρίως ελληνικής, γραμματείας, οι οποίες συχνά είναι αντιφατικές και ενίοτε τυχαίες (παρουσίαση και αναλυτική επεξεργασία των αρχαίων ελληνικών, κυρίως γραπτών πηγών, με έμφαση στην βόρεια Παρευξείνια παραλία, επεχείρησε πρόσφατα ο Α. I. Ivantchik, 2005). Η επικράτηση των αρχαιολογικών έναντι των γραπτών πηγών δημιουργεί ένα μεγάλο πρόβλημα εξάρτησης από την ένταση και το εύρος των αρχαιολογικών ανασκαφικών δραστηριοτήτων. Πολύ συχνά ένα νέο αρχαιολογικό εύρημα είναι ικανό να ανατρέψει προηγούμενες θεωρίες και απόψεις. Για τον λόγο αυτό τα συμπεράσματα και οι διαπιστώσεις δεν μπορούν ποτέ να έχουν χαρακτήρα απόλυτο και γενικευμένο.

Στο σημείο αυτό εντοπίζεται η πρώτη μεγάλη σύγκρουση μεταξύ αρχαιολόγων και ιστορικών. Οι μεν πρώτοι βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα αρχαιολογικά ευρήματα, τη στιγμή που οι ιστορικοί έχουν ως σχεδόν απόλυτο γνώμονα προσανατολισμού τα στοιχεία και τις αναφορές των αρχαίων γραπτών πηγών. Έχει μάλιστα γίνει λόγος και για «τυραννία των κειμένων» (Papadopoulos J. Κ., 1999: 383, 1997: 203-206). Μέσα στην αναζήτηση αυτή, θα μπορούσε κάποιος να αντιπροτείνει μία πιο ήπια στάση, την αριστοτέλειο χρυσή τομή, δηλαδή έναν συνδυασμό πολλών πηγών, για μία πιο νηφάλια και αντικειμενική κρίση (για πρόσφατες εκτιμήσεις του θέματος αυτού, βλ. Eberhard W. S., 2004). Έτσι, στο ζήτημα που αφορά στη χρονολόγηση της πρώτης έλευσης και εγκατάστασης των Ελλήνων στη Μαύρη Θάλασσα, αν και ορισμένες γραπτές πηγές προτείνουν τα μέσα του 8ου αι. π.Χ., η μέχρι στιγμής αρχαιολογική έρευνα δεν μπορεί να τεκμηριώσει μία χρονολογία πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. (για παράδειγμα, Daragan M. N., 2005: 257, όπου για μία ακόμη φορά φανερώνεται ότι η πρώιμη ελληνική επείσακτη κεραμική χρησιμοποιείται ως βάση για τη χρονολόγηση των πρώιμων σκυθικών τύμβων στην ευρύτερη περιοχή της Ουκρανικής δασοστέπας). Ορισμένοι μάλιστα αρχαιολόγοι, αν και δίχως επαρκή επιχειρηματολογία, δεν δέχονται καν τον 7ο αι. π.Χ., αντιπροτείνοντας μία χρονολογία μεταγενέστερη, δηλαδή γύρω στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Μία τέτοια χρονολόγηση των πραγμάτων δεν είναι δυνατόν σήμερα να ευσταθεί. Θα γίνει αναφορά σε ένα μόνο αποδεικτικό και το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο (Για περαιτέρω στοιχεία και αναφορά σε άλλα ανάλογα πρώιμα αρχαία ελληνικά αγγεία από τη Μαύρη Θάλασσα: Petropoulos E. Κ., 2005: 15-74, πίνακες σελ. 61, 65-68).

Η αρχαιολογική σκαπάνη στον οικισμό της Οργάμης, κοντά στην Ιστρία (Ρουμανική ακτή), έχει φέρει στο φως έναν τάφο καθαρά ελληνικό, ο οποίος χρονολογικά ανάγεται στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. (Lungu V., 2000: 67-79, 2002: 3-17, 2004: 91-92, Avram A., 2003: 286-287, Manuçu-Adamesteanu M., 2003: 344). Θεωρείται ότι ο εν λόγω τάφος ανήκει σε κάποιον Έλληνα μετανάστη στον χώρο αυτό. Ίσως μάλιστα στον αρχηγέτη -αρχηγό δηλαδή- της μεταναστευτικής ομάδας. Η συγκεκριμένη χρονολογία επαληθεύει τις πληροφορίες που μας παρέχουν ορισμένοι αρχαίοι συγγραφείς για την ίδρυση του οικισμού της Οργάμης, στις εκβολές του ποταμού Δούναβη. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να γίνεται κανένας πλέον λόγος για τον 6ο αι. π.Χ.

Όμως το αναφερθέν πρόβλημα δεν εξαντλείται με τα παραπάνω. Στη βιβλιογραφία έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Έλληνες μετανάστες ή εξερευνητές δεν ήταν πάντοτε δυνατόν να εγκατέλειπαν στο πέρασμά τους κάποια δικά τους ίχνη. Ίσως, επίσης, όποια από αυτά τυχόν παρέμειναν να ήταν προγενέστερα των μέσων του 7ου αι. π.Χ., αλλά να μην άντεξαν στον χρόνο. Με τον τρόπο αυτό τεκμηριώνεται ως ένα βαθμό η πρώιμη χρονολογία ίδρυσης της Σινώπης, που σύμφωνα με αρχαίες γραπτές μαρτυρίες, ανάγεται στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Πιθανόν να υπάρχει κάποια αλήθεια στην άποψη αυτή (Maslennikov A. A., 2005: 155). Δυστυχώς, όμως προς το παρόν είναι αδύνατη οποιαδήποτε τεκμηρίωσή της βάσει αρχαιολογικών ενδείξεων. Μία άλλη προσέγγιση του θέματος τούτου είναι ακόμη πιο ακραία και κατηγορηματική: δεν αξίζει τον κόπο να καταβάλλεται καμία προσπάθεια για την επίλυση παρόμοιων προβλημάτων. Βέβαια, με την τελευταία άποψη πολλοί δεν συμφωνούν. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Δ, 66), το βασικό μενού των εισαγωγών στη Σκυθία περιελάμβανε οίνο, κρατήρες και κύλικες. Οι αρχαιολογικές έρευνες αποδεικνύουν σήμερα την εισαγωγή κυλίκων στη Σκυθία, αλλά σε κάπως μεταγενέστερη περίοδο από αυτήν που εξετάζουμε εδώ (Gavrilyuk N. A., 2005: 282-293).

Ένα άλλο σκέλος της ίδιας προβληματικής έχει σχέση με το ποιος μετέφερε όλα τούτα τα αρχαϊκά επείσακτα προϊόντα (κυρίως κεραμική) και ποια η σκοπιμότητα και η ερμηνεία της παρουσίας τους στον προς αποίκιση χώρο. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι ότι, τουλάχιστον όσον αφορά στο βόρειο Παρευξείνιο τμήμα, τη Σκυθία δηλαδή, ελληνική επείσακτη κεραμική του 7ου αι. π.Χ. έχει ανακαλυφθεί όχι μόνο στους ελληνικούς οικισμούς -οι οποίοι ως τα τέλη του αιώνα ήταν μόνο 2 συνολικά- αλλά και σε οικισμούς γηγενών που απέχουν πολλές εκατοντάδες χιλιόμετρα βορείως της παράλιας περιοχής. Πάνω στο θέμα αυτό έχουν διατυπωθεί αρκετές απόψεις, οι οποίες υπάρχουν στη βιβλιογραφία (Petropoulos E. Κ., 2003: 17-92, εκτενέστερα Petropoulos E. Κ., 2005: 2949). Το συμπέρασμα που εξάγεται τελικά είναι ότι μεταφορείς των ελληνικών κεραμικών ήταν μόνο Έλληνες -σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Μεσογείου όπου μαρτυρείται παρουσία Ανατολιτών- και ότι οι Έλληνες μεταφορείς είλκυαν την καταγωγή τους από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και τη δυτική Μικρασιατική ακτή. Είναι προφανές ότι στον αποικισμό του Ευξείνου Πόντου συμμετείχαν αντιπρόσωποι από όλη την ανατολική επικράτεια της Ελλάδας και ότι τον συντονιστικό ρόλο στην όλη εκστρατεία πρέπει να κατείχε η Μίλητος. Πώς αναδύθηκε όμως η πόλη αυτή ξαφνικά;

Όπως είναι γνωστό, από το 700 π.Χ. περίπου, χρονολογία κατά την οποίαν παύει για άγνωστους ακόμη λόγους η αποικιακή και, ως εκ τούτου, η υπερπόντια εμπορική εξάπλωση της Ευβοίας (Luke J., 2003: 58 και στην ίδια σελίδα υποσημείωση 145), νέες ελληνικές πόλεις, μεταξύ των οποίων πρωτεύοντα ρόλο κατείχε η Μίλητος, αναλαμβάνουν δράση και συνεχίζουν επάξια το μοναδικό και σπουδαίο έργο που άφησε ως παρακαταθήκη πίσω της η Εύβοια. Η μεταλαμπάδευση της σκυτάλης από την Εύβοια στη Μίλητο είναι χαρακτηριστικά πρόδηλη στην περίπτωση της αρχαίας Σάνης (περισσότερα στοιχεία εμβριθέστερα), στη Χαλκιδική, όπου το ερετριακό-νησιωτικό στοιχείο διαφαίνεται ότι προηγείται χρονολογικά από το ιωνικό, ενώ το τελευταίο κυριαρχεί στο δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Βοκοτοπούλου Ι., 1993α: 186). Το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και σε πολλές άλλες αρχαιολογικές θέσεις, όπως για παράδειγμα στην πρόσφατα ανασκαφείσα θέση στο παλιό τσιφλίκι Γκόνα (η Γόνα), στα νότια της Θεσσαλονίκης (Σκαρλατίδου Ε., Κωνσταντινίδου Ε., 2003: 218 κ.ε.) και στη θέση στο Καραμπουρνάκι (Τιβέριος Μ., Μανακίδου Ε., Τσιαφάκη Δ., 2003: 192-195).

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στα εμπορικά και αποικιακά σχέδια των Μιλησίων ενδιαφερομένων, αρχίζουν να περιλαμβάνονται όλες οι μεγάλες αρχαίες, ελληνικές και μη, πόλεις. Αλλά και διάφορες περιοχές που μέχρι εκείνη την περίοδο παρέμεναν ακόμη άγνωστες, αρχίζουν να προστίθενται η μία μετά την άλλη στους χάρτες των αρχαίων Ελλήνων της Ανατολικής Ελλάδας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι από την περιοχή αυτή και κυρίως από τη Μίλητο άρχισε το έργο των λογογράφων και των περιηγητών. Ορισμένοι μάλιστα μελετητές θεωρούν ότι «la colonisation phocéeenne peut être considérée comme une sorte de deuxième vague de la colonisation eubéenne, moins puissante, certes, mais, qui trouvant la place prise en Italie, serait allée plus loin que cette dernière et l'aurait en quelque sorte prolongée, affrontant souvent les mêmes périls et portant les mêmes dons, l'olivier, l'alphabet, des pratiques, des cultes…» (Morel J.-P., 1998: 43).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του μιλησιακού επεκτατισμού αποτελεί η διείσδυση των Μιλησίων στα σκουρόχρωμα και δυσπρόσιτα θαλάσσια ύδατα του Ευξείνου Πόντου. Από την προσοχή τους δεν ξέφυγε ούτε και η Αίγυπτος, η οποία προσέφερε στους Έλληνες πολλές δυνατότητες στον επαγγελματικό τομέα. Αλλά ακόμη και στη Δύση δεν δίστασαν οι Μιλήσιοι να επεκτείνουν τις μεγαλεπήβολες δραστηριότητες και τις τολμηρές τους προσπάθειες, όπου ως γνωστόν, υπήρχαν ήδη πολλές ελληνικές αποικίες, ιδρυμένες από τις μεγαλύτερες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας του 8ου αιώνα π.Χ. Πολλές μάλιστα από τις αποικίες αυτές είχαν κιόλας φθάσει σε μεγάλη ακμή και πρόοδο ως τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., όπου σηματοδοτείται η έναρξη της ακμής της πόλεως της Μιλήτου και ιδρύεται η Οργάμη στον Δυτικό Εύξεινο Πόντο. Όλα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν την υπεροχή της Μιλήτου στη θάλασσα κατά την περίοδο που εξετάζουμε έναντι των άλλων ελληνικών πόλεων της Ιωνίας. Η υπεροχή αυτή φαίνεται πως ήταν προϊόν της εμπειρίας των Μιλησίων θαλασσοπόρων, διότι όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, «on the whole, long-distance navigation was not an affair for casual adventures but for experienced, reasonably well informed shippers» (Bakhuizen S., 1990: 60).

Μία πόλη, όμως, που ξεχώριζε για τις έντονες σχέσεις και εμπορικές επαφές της με τη Μίλητο ήταν η Σύβαρις, χτισμένη στην ανατολική ακτή της Ιταλίας από Αχαιούς κατοίκους της Πελοποννήσου μεταξύ του 730 και 720 π.Χ. (Greco E., 2001: 56). Ήταν τόσο αγαστή η συνεργασία μεταξύ Μιλήτου και Συβάρεως, ώστε ο Ηρόδοτος με πολύ έκπληξη αναφέρει ότι «πόλιες γὰρ αὗται μάλιστα δὴ τῶν ἡμεῖς ἴδμεν ἀλλήλῃσι ἐξεινώθησαν» (VI, 21). Ανάμεσα, λοιπόν, στη Σύβαρη και τη Μίλητο φαίνεται ότι υπήρχε έντονη εμπορική σχέση και επικοινωνία (Pedley J. G., 1990: 28, Skele M., 2002: 20, 24, 36-38), στην οποία βέβαια μεγάλη συμμετοχή είχε και η Κόρινθος, εκμεταλλευόμενη τη στρατηγική γεωγραφική θέση που κατείχε επί του ισθμού (Thomas C. G., Conant C., 1999: 125-134). Από την πόλη της Κορίνθου περνούσε η θαλάσσια οδός, η οποία ένωνε την Ανατολή με την απόμακρη Δύση (Papadopoulos J. Κ., 2002: 44, Skele M., 2002: 37). Γύρω στο 600 π.Χ. ιδρύεται ο οικισμός της Ποσειδωνίας από Συβαρίτες αποίκους, κοντά στις εκβολές του ποταμού Sele. Από τα στοιχεία που υπάρχουν σήμερα και είναι γνωστά από τις αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή αυτή, γίνεται αντιληπτός ο ρόλος της Μιλήτου στην κίνηση αυτή της Συβάρεως (Skele M., 2002: 24, 36, 38). Ο σπουδαιότερος λόγος που οδήγησε στην ίδρυση της πόλεως φαίνεται ότι ήταν η δυνατότητα εμπορικών συναλλαγών με τους Ετρούσκους της ενδοχώρας (αυτόθι: 24). «The critical point in the traditional view of Poseidonia as the agent of long range East-West trade is that it is really Sybaris which lies at the centre of this commerce» (αυτόθι: 38). Εν συντομία, δηλαδή, μέσα σ' αυτόν τον εμπορικό δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στη Μίλητο (Ανατολική Ελλάδα) και τους Ετρούσκους, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιζαν η Σύβαρις και η θυγατρικής της Ποσειδωνία.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι κατά την ίδια περίπου εποχή, αν όχι την ίδια σχεδόν χρονολογική στιγμή, ιδρύεται και ένας άλλος σπουδαίος οικισμός, αυτή τη φορά στη νότια ακτή της Γαλλίας. Πρόκειται για την πόλη της Μασσαλίας, η ίδρυση της οποίας φαίνεται αρχικά ότι ήταν προϊόν άρρηκτης συνεργασίας και πρωτοβουλίας πολλών ιωνικών πόλεων με επικεφαλής την πόλη των Μιλησίων, ενώ μόνο στη συνέχεια πρέπει να είχαν αναλάβει δράση στον χώρο αυτό Φωκαείς αποικιστές (Hermary A., 2002: 64). Άρα, λοιπόν, καταλαβαίνουμε πολύ εύκολα την επεκτατική αποικιακή πολιτική και δυναμικότητα της Μιλήτου ήδη από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ. και κυρίως από το δεύτερο τέταρτό του. Μέσα σε αυτό το ευρύ σύμπλεγμα αποικιών στη βορειοδυτική ακτή της Μεσογείου, ο ρόλος της Ποσειδωνίας, προσφέροντας ένα «convenient pied-à-terre» στους Μιλησίους, αλλά και γενικότερα, στους Έλληνες εμπόρους, είναι αρκετά προφανής και εύλογος. Η μεγάλη αυτή επεκτατική δραστηριότητα της Μιλήτου αρχίζει να φθίνει από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και μάλιστα προς τα τέλη του αιώνα λόγω της περσικής απειλής. Ως γνωστόν, την εποχή αυτή ενεργό δράση αναλαμβάνει μία νέα δύναμη, η Αθήνα, της οποίας τα υπέροχα ερυθρόμορφα κεραμικά αγγεία αρχίζουν να κατακλύζουν τις διεθνείς αγορές και να γίνονται ισχυροί ανταγωνιστές των μέχρι τότε διαδεδομένων αγγειοπλαστικών εργαστηρίων (Scheibler I., 1992: 208-214). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εικόνα που σκιαγραφείται από τις εισαγωγές αττικών κεραμικών στον Εύξεινο Πόντο. Λανθασμένες εκτιμήσεις πάνω στο θέμα της ποσοτικής παρουσίας αττικών κεραμικών και ως εκ τούτου του εμπορικού ενδιαφέροντος των Αθηνών στον Εύξεινο Πόντο διετυπώθησαν πρόσφατα στη βιβλιογραφία (Tsetskhladze G. R., 1998: 53-54). Η έρευνα απέδειξε ότι από την πρώτη κιόλας στιγμή που η Αθήνα αναλαμβάνει καθήκοντα αποικιακής δύναμης, ο Παρευξείνιος χώρος ενσωματώνεται στα σχέδιά της (Brashinskiy B., 1963: 24 κ.ε., de Boer J., 1994: 92, Molev Ye. A., 1997: 56-58, Bouyskikh A. V., 2002: 202-203, Marinovitch L. P., 1998: 4-30, 2003: 62-65, Vdovitchenko I. I., 2003: 13-15, Lazarov M., 2003: 36, Morgan C., Tsetskhladze G. R., 2004: 234, Reho M., 2005: 30-32).

Έπειτα από τα όσα αναφέρθηκαν, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει την εξής ιστορική αλληλουχία στην ελληνική επεκτατική δράση ανά την αρχαία οικουμένη: από τους Μυκηναίους θαλασσοπόρους, η σκυτάλη βλέπουμε να περνά μέσω της προφορικής παράδοσης, η οποία διατηρήθηκε κατά την υπομυκηναϊκή και την πρωτογεωμετική περίοδο και γονιμοποίησε τα ομηρικά έπη, στους Ευβοείς (Soueref Κ., 1998: 237). Οι τελευταίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα παραδίδουν τη σκυτάλη στους Μιλησίους, για να ακολουθήσουν τελικά οι Αθηναίοι έπειτα από 100 περίπου χρόνια. Αυτό, θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει ότι είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινείται η έρευνα και η αναζήτηση των αιτιών[2] και του χαρακτήρα του μεγάλου ελληνικού αποικισμού από τον 8ο αι. π.Χ., ο οποίος αποτελεί εν πολλοίς συνέχεια του πρώτου, του λεγομένου Ιωνικού, αποικισμού. Ως ένα δηλαδή ενιαίο ιστορικό σύνολο επιμέρους γεγονότων και όχι κατακερματισμένο σε αποκομμένες ιστορικές περιόδους και απομονωμένα γεωγραφικά διαμερίσματα. Πρέπει, όμως, να καταστεί σαφές το γεγονός ότι αναντίρρητα το φαινόμενο του αποικισμού καθ' όλη τη μακρόχρονη και πολυαίωνη εξέλιξή του δεν υπήρξε ομοιογενές, αλλά ήταν πολυδιάστατο και πολυσχιδές ως προς τον χαρακτήρα και τη δομική υπόστασή του.

Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα άλλο ζήτημα: πώς πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση των μεταναστών στον Εύξεινο Πόντο; Υπήρχε, άραγε, κάποιο πρόγραμμα ή συγκεκριμένο σχέδιο δράσης που συντόνιζε τις κινήσεις και κατηύθυνε τόσο στη μητρόπολη, όσο και στη νέα γη, τόσες χιλιάδες ανήσυχες ψυχές;

Δυστυχώς οι μαρτυρίες που έχουν διασωθεί στις αρχαίες γραπτές πηγές είναι φειδωλές και οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης στοιχείων και επιχειρημάτων πάνω σ' αυτές μπορεί να αποβεί άσκοπη και ίσως απατηλή. Για τον λόγο αυτό καταφεύγει κάποιος στις αρχαιολογικές έρευνες και στα πορίσματα που αυτές έχουν δώσει ούτως ώστε να μπορέσει να οδηγηθεί σε κάποια συμπερασματική κατάληξη. Έτσι, είναι δυνατόν σήμερα να διακρίνουμε δύο σημαντικές ιστορικές περιόδους της πορείας των αρχαίων Ελλήνων μεταναστών με σκοπό την οικειοποίηση και ομαλή διαβίωση στη Μαύρη θάλασσα. Η πρώτη, όπως προαναφέρθηκε, εκκινεί κάπου στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. και κατά πάσα πιθανότητα διαρκεί έως το πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., δηλαδή γύρω στο 590 με 580 π.Χ. Κατά το διάστημα αυτό των περίπου εξήντα ετών, διεξάγεται μία προπαρασκευαστική περίοδος με λίγους αλλά μόνιμους ως προς τον χαρακτήρα οικισμούς, συνολικά επτά τον αριθμό, διάσπαρτους σε όλη την παράλια επικράτεια του Πόντου[3]. Οι οικισμοί αυτοί ιδρύονται σε διαφορετικές μεταξύ τους στιγμές (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005). Με τον τρόπο αυτό η μητρόπολη κατορθώνει να διατηρεί συνεχή επαφή με ολόκληρη την Παρευξείνια παραλία. Η περίοδος αυτή θα μπορούσε να ονομασθεί δοκιμαστική ή καλύτερα προσαρμοστική. Κι αυτό διότι, βάσει μίας πάντοτε λογικής συλλογιστικής ερμηνείας των πραγμάτων, έπρεπε να μελετηθεί η βιωσιμότητα των νέων εδαφών και η αντοχή των ανθρώπων στις νέες κλιματολογικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, οι οικισμοί που ιδρύθηκαν κατά την περίοδο αυτή θα μπορούσαν συμβατικά να ονομάζονται «πρωτο-πόλεις» ή ακόμη «πρωτο-οικισμοί», δηλαδή, εγκαταστάσεις με μόνιμο χαρακτήρα και όχι απλά προσωρινές (Πετρόπουλος Η., 2001: 125-135, Petropoulos E.K., 2005: 207-232). Θεωρείται ότι στις εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούσαν βασικοί θεσμοί μίας ολοκληρωμένης πόλεως, όπως κοινή λατρεία, πολιτική και κοινωνική οργάνωση κ.ά., αλλά σε κάποια υποτυπώδη κατάσταση. Κι όλα αυτά συμβαίνουν λόγω του δοκιμαστικού χαρακτήρα τους (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005: 75 κ.ε. Για την περίπτωση των «πρωτο-πόλεων» στην περιοχή του Ανατολικού Ευξείνου Πόντου, βλ. Braund D., 1994: 84 κ.ε., Vysokiy M. F., 2004: 399 κ.ε.).

Μόλις ολοκληρώνεται επιτυχώς και τελεσφορεί η πρώτη -δοκιμαστική- φάση, γύρω στο 590-580 π.Χ. περίπου εγκαινιάζεται μία νέα περίοδος (Πετρόπουλος Η., 2001/2002: 289-302, Petropoulos E. Κ., 2004: 33-37). Τώρα αρχίζουν οι Έλληνες να καταφθάνουν κατά συρροή από τη μητροπολιτική Ελλάδα και να ιδρύονται νέοι οικισμοί, ανάμεσα στους οποίους είναι το Παντικάπαιον (γύρω στο 590 π.Χ., Tolstikov V. P., 2003: 711-717) και η Ολβία (η Ολβία γύρω στο 590 π.Χ.: Ilyina Yu. I., 2004: 81), το Μυρμήκιον (σύμφωνα με νέες μελέτες γύρω στο 580-570 π.Χ. και όχι αργότερα: Lebedeva Ye. V., 2004: 124) και το Νυμφαίον (Sokolova Ο. Yu., 2003: 765-766). Η ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης έρχεται γύρω στις αρχές του επόμενου αιώνα, του 5ου π.Χ. αι., όταν οι Έλληνες της Ιωνίας, έπειτα από την αποτυχία της επανάστασής τους εναντίον των Περσών, αναγκάζονται ομοθυμαδόν να εγκαταλείψουν τα πατρώα εδάφη και να τραπούν σε φυγή, για να αποφύγουν περαιτέρω ταπείνωση και ατίμωση. Από τις αρχές της περιόδου αυτής κτίζονται πόλεις το κατά δύναμη ολοκληρωμένες, γεγονός που αποδεικνύεται πλέον και αρχαιολογικά.

Έτσι, θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει ως αποδεικτικό στοιχείο την κοπή νομισμάτων -πρόκειται για τα γνωστά νομίσματα υπό μορφή βέλους- στην Ολβία ήδη στο πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., τα οποία είχαν ταυτόχρονη κυκλοφορία στην Ιστρία και την Απολλωνία Ποντική (Rousyaeva A. S., 1998: 17). Την ίδια χρονική στιγμή φαίνεται ότι ιδρύεται και στις τρεις αυτές πόλεις μία κοινή λατρεία, η λατρεία του Ιητρού Απόλλωνος (αυτόθι: 14). Προς τιμήν του θεού αυτού, κτίζεται στην Ολβία και ένα σύγχρονο με την κοπή του εν λόγω νομίσματος τέμενος, το λεγόμενο «Δυτικό» (βλ. εμβριθέστερα). Η σχέση ανάμεσα στην ίδρυση της λατρείας του Ιητρού Απόλλωνος και την κοπή του νομίσματος, είναι προφανής. Το τέμενος που κτίσθηκε στην Ολβία αποτελούσε τον βασικό λατρευτικό χώρο του κοινού των Ολβιοπολιτών, η παρουσία του οποίου εξασφάλιζε κατά τα φαινόμενα την ομόνοια και την ειρήνη στους μετανάστες. Ταυτόχρονα, τους υπενθύμιζε την κοινή, ελληνική καταγωγή στην ξένη γη, διατηρώντας έντονο και σε ενάργεια το αίσθημα της διαφορετικότητας από τους γηγενείς, μη Έλληνες, με τους οποίους έρχονταν σε επικοινωνία καθημερινά.

Εκτός αυτών των στοιχείων για την απόδειξη της εκ των θεμελίων αστικοποίησης του οικισμού της Ολβίας, η οποία εξ αρχής είχε τον χαρακτήρα πόλεως, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω άλλη μία ένδειξη, εντελώς πρόσφατη και πάρα πολύ σημαντική για το γενικότερο θέμα του ελληνικού αποικισμού και της πρώιμης εγκατάστασης των Ελλήνων στην Παρευξείνια περιφέρεια, αλλά και για το γεγονός ότι έρχεται εκ νέου να ανατρέψει την καθεστηκυία άποψη στο πρόβλημα της σχέσης Ολβίας και οικισμού στο Berezan, σχέσης δηλαδή «εμπορίου-πόλης». Πρόκειται για την ανακάλυψη ενός νέου λάκκου -υπόγειου σκάμματος 2,7 x 3.1 μ. και βάθους 2,10-2,15 μ. (βλ. εμβριθέστερα)- στον οποίον βρέθηκαν ίχνη οργανωμένου εργαστηρίου κεραμικής. Η χρονολόγηση του εργαστηρίου, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, ξεκινά στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. -δηλαδή σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυση του ίδιου του οικισμού- και καταλήγει γύρω στη δεκαετία του 540 π.Χ. (Bouyskikh A. V., 2005β: 183-186). Η σπουδαιότητα της ανακάλυψης του εν λόγω εργαστηρίου έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στα χρονικά των αρχαιολογικών ερευνών στον οικισμό της Ολβίας έρχεται στην επιφάνεια ένα αρχαϊκό κεραμοποιείο, τόσο πρώιμο, όσο και η ίδρυση της πόλης. Μέχρι τώρα, παρόμοια εργαστήρια κεραμοποιίας και μεταλλουργίας της ίδιας και μεταγενέστερης εποχής στην περιοχή αυτή ήταν γνωστά μόνο στον οικισμό του Berezan (Nazarov V. V., Kouzmistchev A. G., 2005: 178-180, Kroutilov V. V., 2005: 180-182).

Ορισμένοι μελετητές, στην προσπάθειά τους να χρονολογήσουν το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η προσαρμογή των μεταναστών, θεωρούν ως ορόσημο όχι το 590-580 π.Χ. (όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), αλλά εκείνη τη χρονική στιγμή, κατά την οποία στις ιδρυθείσες ελληνικές αποικίες του Βορείου Ευξείνου Πόντου πραγματοποιείται η μετάβαση από τις υπόγειες η ημι-υπόγειες κατοικίες στις επίγειες (για παράδειγμα, Kryzhytskyy S. D., Krapivina V. V., Lejpunskaja N. A., Nazarov V. V., 2003: 428-430). Σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα, τα πρώτα δείγματα της μετάβασης αυτής αρχίζουν να γίνονται εμφανή από το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. (Zinko V. N., 2004: 17). Το πρόβλημα που σχετίζεται με την οικιστική των αρχαίων Ελλήνων αποίκων στην περιοχή αυτή είναι πολύ ενδιαφέρον και εξακολουθεί να απασχολεί έντονα τους ερευνητές. Επειδή, όμως, στην παραπάνω άποψη για τη χρονολόγηση των πρώτων υπέργειων οικιών και κτισμάτων και, ως εκ τούτου, για τη χρονολόγηση της προσαρμοστικής περιόδου των μεταναστών υπάρχουν τρωτά σημεία, δεν είναι δυνατόν να γίνεται αυτή προς το παρόν ευρύτερα αποδεκτή. Ένα από τα σημεία αυτά είναι το γεγονός ότι πρόσφατα σε ορισμένους ελληνικούς οικισμούς έχουν ανακαλυφθεί κτίσματα, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. (Petropoulos E. Κ., 2003: 62-65, 2005: 37-41 με βιβλιογραφία της προβληματικής), δηλαδή σε μία χρονική στιγμή που προηγείται αρκετά από το τελευταίο τέταρτο του ιδίου αιώνα.

Για την πληρέστερη εικόνα του προβλήματος που έχει να κάνει με τις υπόγειες η ημι-υπόγειες κατασκευές και τον προορισμό τους, θα ήταν χρήσιμο να προβεί κάποιος σε έναν συσχετισμό με τα πορίσματα των πρόσφατων αρχαιολογικών ερευνών στη θέση Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης. Συγκεκριμένα, η παλαιότερη και σύγχρονη αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ορισμένους ημιυπόγειους, συνήθως κυψελόμορφους και σπανιότερα ορθογώνιους χώρους, οι οποίοι είναι λαξευμένοι μέσα στο κιτρινωπό, αργιλώδες και σκληρό φυσικό έδαφος (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 304, με παραπομπές σε προγενέστερη βιβλιογραφία, Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 256-258, 2002: 260, 2003: 192 κ.ε.). Ορισμένα από τα ημιυπόγεια αυτά αποτελούνται από δύο χώρους που επικοινωνούν μεταξύ τους με μικρό άνοιγμα (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 1999: 170-171, με παραπομπές σε προγενέστερες εργασίες τους). Η ανωδομή τους συνεχιζόταν πιθανόν πάνω από την επιφάνεια του εδάφους με λίθους και πλίνθους. Μέσα σ' αυτούς τους χώρους βρέθηκαν ίχνη από πήλινες εστίες και αποθηκευτικά αγγεία, μαγειρικά σκεύη κ.ά. (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 304-305).

Ο καθηγητής Τιβέριος προβαίνει σε έναν παραλληλισμό των κτισμάτων αυτών με εκείνα που βρέθηκαν σε μεταγενέστερα χρόνια και είναι γνωστά ως κατοικίες των Σλάβων. Αυτά τα κτίσματα είναι γνωστά από τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου ως «κάσαι» (Τιβέριος M., Μανακίδου, Τσιαφάκη Δ., 1998: 225), οι οποίες ήταν ημιυπόγειες καλύβες κατασκευασμένες από ξύλο και χώμα. Η μαρτυρία ότι πρόκειται για κατοικίες, οδηγεί τον Καθηγητή στη σκέψη ότι με τον τρόπο αυτό επαληθεύονται ορισμένες αρχαίες γραπτές αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες οι αρχαίοι Φρύγες κατοικούσαν κάτω από τη γη, ενώ είναι βεβαιωμένο ότι οι Φρύγες ζούσαν στον χώρο της Μακεδονίας ακόμη και κατά τον 5ο αι. π.Χ. (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 305. Για τις πολιτισμικές επαφές μεταξύ Θρακών και Φρυγών κατά τον 8ο ως τον 6ο αι. π.Χ.: Vassileva M., 1997: 193-198). Από ορισμένα εισηγμένα κεραμικά αγγεία που ήλθαν στο φως στον αρχαιολογικό χώρο στο Καραμπουρνάκι, φαίνεται ότι η παρουσία των Φρυγών αποδεικνύεται εδώ και αρχαιολογικά (Τιβέριος Μ., 1995-2000: 309-311). Από άλλες αρχαίες γραπτές πηγές μαθαίνουμε ότι ανάλογες κατοικίες υπήρχαν στον χώρο της Μακεδονίας και ονομάζονταν «ἀργίλλαι» (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 212). Με την ίδια ονομασία, ως γνωστόν, χαρακτηρίζοντο από τον Στράβωνα και οι υπόγειες κατοικίες των Κιμμερίων (V, 4, 5: «ἀργίλλαι»).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα, τα ημιυπόγεια σπίτια στο Καραμπουρνάκι προηγούνται χρονολογικά των υπεργείων οικιών. Βεβαίως, δεν αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις να υπήρχε και ταυτόχρονη χρήση τους ή ακόμη κάποιοι από τους ημιυπόγειους χώρους να ξαναχρησιμοποιήθηκαν και από τους ενοίκους των «λίθινων» οικιών (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263). Από τις παρατηρήσεις των αρχαιολόγων γίνεται φανερό ότι ο χρόνος χρήσης και των δύο αυτών κατασκευαστικών ομάδων πρέπει να εμπίπτει στον 7ο και 6ο αι. π.Χ. (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 212), χρονολογία η οποία συμπίπτει με την αποικιακή δράση των Ελλήνων από την Ιωνία. Η πρόσφατη αρχαιολογική έρευνα έδειξε ότι η φάση με τους παλαιότερους λίθινους τοίχους πρέπει να χρονολογηθεί μετά τα τέλη του 8ου αι. π.Χ. (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263). Δηλαδή εν ολίγοις, θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει ότι στα παράλια του Θερμαϊκού παρουσιάζεται η ίδια ακριβώς εικόνα με αυτήν που είναι σήμερα γνωστή σε εμάς από τα αρχαιολογικά δεδομένα των ελληνικών εγκαταστάσεων του Βορείου Ευξείνου Πόντου από τα μέσα του 7ου αι. έως το 530 π.Χ. περίπου και περιγράφηκε εν συντομία πιο πάνω.

Εντύπωση προκαλεί το αρχαίο υλικό που αποκαλύφθηκε στην ημιυπόγεια κατασκευή της τομής «27-79δ» στο Καραμπουρνάκι, διότι οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στον οικισμό λειτουργούσε ένα κεραμικό εργαστήριο (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2003: 192, 195). Το εργαστήριο αυτό, όπως δείχνουν τα πράγματα, ευθυνόταν για την κατασκευή της επωνομαζομένης «ιωνίζουσας ωοκέλυφης κεραμικής», σύμφωνα με την ορολογία των αρχαιολόγων (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 257). Παρόμοια κεραμική έχει βρεθεί ως γνωστόν σε πολλούς γειτονικούς οικισμούς στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου (αυτόθι: 258). Η γενική διαπίστωση των αρχαιολόγων σχετικά με τον χαρακτήρα του οικισμού στη θέση Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης είναι ότι «τα εισαγμένα αγγεία, είτε πρόκειται για αποθηκευτικά-χρηστικά είτε για σκεύη "πολυτελείας", μαρτυρούν με τον καλύτερο τρόπο τις έντονες εμπορικές σχέσεις του οικισμού με πολλές περιοχές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, γεγονός που ενισχύει τις υποψίες μας ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με ένα σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο» (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2000: 211, 2001: 259, 2003: 196). Η ανεύρεση στον χώρο αυτό ενός τριφυλλόσχημου στομίου μίας αρχαϊκής φοινικικής οινοχόης, θα μπορούσε να φανερώνει εμπορικές και πολιτιστικές επαφές των κατοίκων του οικισμού αυτού και με μη ελληνικά κέντρα της Μεσογειακής λεκάνης (Τιβέριος M., 1999: 1175 κ.ε., Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2001: 262, εικ. 8, 2002: 263, 2003: 196). Χωρίς αμφιβολία, φαίνεται πως κατά τους αρχαϊκούς χρόνους το λιμάνι αυτό ήταν το σημαντικότερο στον μυχό του Θερμαϊκού κόλπου, από όπου κεραμική «πολυτελείας» και άλλα προϊόντα που κατέφθαναν εδώ από όλα τα μεγάλα κέντρα του αρχαίου ελληνικού κόσμου καθώς και από την Ανατολή, προωθούνταν προς την ενδοχώρα (Τιβέριος M., Μανακίδου E., Τσιαφάκη Δ., 2002: 263).

Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει αβίαστα το πολύ ουσιώδες συμπέρασμα ότι τελικά οι Έλληνες της Ανατολικής Ελλάδας και ειδικότερα οι Ίωνες, που πριν μεταναστεύσουν στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο και αρχίσουν να ιδρύουν εδώ τις αποικίες τους από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. διατηρούσαν, όπως προαναφέρθηκε, επαφές ή ίσως και εγκαταστάσεις στην Κεντρική Μακεδονία από τις απαρχές του 7ου αι. π.Χ. ή από τα τέλη ακόμη του 8ου αι. π.Χ., πρέπει να ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τις ημιυπόγειες ή υπόγειες κατασκευές, οι οποίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως κατοικίες. Η προσφυγή σε τέτοιες λύσεις για προσωρινή ή έκτακτη εγκατάσταση φαίνεται πως ήταν στο έθος των αρχαίων Ελλήνων αποικιστών σε μέρη που είχαν ψυχρότερο κλίμα από αυτό του οικείου περιβάλλοντος, διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τη διαβίωσή τους κατά την πρώτη περίοδο της παρουσίας τους στη νέα γη. Όμως, όπως διαπιστώσαμε, και στην περιοχή του Θερμαϊκού αλλά και στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο, οι ημιυπόγειες κατοικίες σε εύθετο χρονικό διάστημα αντικαθίστανται από υπέργειες κατασκευές, δίχως σε ορισμένες περιπτώσεις να παύει η χρήση των πρώτων. Αυτό το συμπέρασμα είναι πλέον σε θέση να ανατρέψει την κρατούσα άποψη ότι οι Έλληνες που μετοίκησαν στον βορρά του Ευξείνου Πόντου είδαν και έμαθαν για πρώτη φορά να χρησιμοποιούν παρόμοιες κατασκευές από τους γηγενείς της περιοχής αυτής (Shramko I. B., 2004: 34, οι αυτόχθονες κάτοικοι της Σκυθίας εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν παρόμοιες ημι-υπόγειες κατασκευές και αργότερα: Malyukevitch A. Ye., 1995: 32-34). Κατ' επέκταση, το ζήτημα της πρώιμης αποικιακής δραστηριότητας των Ανατολικών Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο τίθεται πια σε μία νέα βάση δεδομένων, ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται για άλλη μία φορά η σπουδαιότητα των αρχαιολογικών ερευνών και η συμβολή τους στην κάλυψη του κενού που υπάρχει στην πληροφόρησή μας από τις αρχαίες γραπτές πηγές σχετικά με την αποικιακή πολιτική των αρχαίων.

Συναφές με το αντικείμενο αυτό, αν και ομολογουμένως πολύ μεταγενέστερο παράδειγμα, είναι και η περίπτωση του αποικισμού της Αμερικανικής ηπείρου από Ευρωπαίους μετανάστες κατά τον 17ο αι. Σύμφωνα με υπάρχουσες ενδείξεις, οι Ολλανδοί μετανάστες που έφθασαν και κατοίκησαν στη θέση του σύγχρονου Manhattan «disembarked and stood defenceless before the towering pines. For shelter initially they dug square pits in the ground, lined them with wood, and covered them with bark roofs (a minister who arrived a few years later, when proper houses were being built, sneered at the "hovels and holes" in which the first arrivals "huddled rather than dwelt")» (Shorto R., 2004: 44). Φαίνεται τελικά ότι οι ημι-υπόγειες ή υπόγειες κατοικίες ήταν μία πανανθρώπινη εφεύρεση που διευκόλυνε πρακτικά τη ζωή των πρώτων μεταναστών στη νέα πατρίδα έως ότου αισθανθούν έτοιμοι για να κτίσουν νέες, επίγειες κατοικίες και να μετακομίσουν πλέον σ' αυτές. Κατ' αναλογία, μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί σήμερα ότι σύμφωνα με τη μεταμοντέρνα αντίληψη της ιστορίας που προάγει ένα μοντέλο παγκοσμιοποιημένο και σφαιρικό (Horden P., Purcell N., 2000, Purcell N., 2005: 10-25, Morris I., 2005: 3151), τυχόν κοινά σημεία ανάμεσα σε αποικιακές πρακτικές και τεχνικές πριν ακόμη από την εποχή των Φοινίκων και των Ελλήνων, μέχρι φερ' ειπείν τους Ολλανδούς που αναφέραμε ανωτέρω, δεν δικαιολογούνται βάσει μίας απλής αντιγραφής ή απομίμησης. Πρόκειται μάλλον για μία πανανθρώπινη, κοινή αντίληψη της πραγματικότητας να δοθεί μία απλή και εύκολη λύση σε παρόμοιες καταστάσεις, αν και σε πολύ διαφορετικές μεταξύ τους χρονικές συγκυρίες (Malkin I., 2005: 5).

Εδώ ολοκληρώνεται μία μεγάλη ιστορική εκστρατεία των Ελλήνων προς τις ποντικές ακτές που διήρκεσε περισσότερο από 150 χρόνια. Πολλές οι «Σκύλλες» και οι «Χάρυβδες», οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπισθούν στο νερό και στη στεριά που απλώνονταν πέρα από τις Συμπληγάδες. Άλλο κλίμα, «δυσχείμερον» και ασύνηθες για τους Μεσόγειους Έλληνες, αν και η σύγχρονη έρευνα δεν είναι απολύτως σίγουρη περί αυτού[4]. Νέοι γείτονες, πολλές φορές μη δεκτικοί, και νέες προκλήσεις. Όμως παρ' όλα ταύτα μέχρι σήμερα σε πολλές περιοχές του Ευξείνου Πόντου κατοικούν ελληνικής καταγωγής άνθρωποι, οι οποίοι μάλιστα ομιλούν και τη δική τους ελληνική διάλεκτο.

Συνεχίζοντας με την επίλυση του προβλήματος που αφορά στην πρώιμη παρουσία Ιώνων μεταναστών στη Σκυθία, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε σε ένα αρχαιολογικό στοιχείο πάρα πολύ σημαντικό και εξαιρετικό για την ευρύτερη ζώνη του παρευξείνιου χώρου, το οποίο ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο των κεραμικών αρχαιολογικών τεκμηρίων. Πρόκειται για τους επονομαζόμενους πήλινους διακοσμημένους βωμούς (Melyukova A. I., 1989: 24), η ερμηνεία της προέλευσης των οποίων ποικίλει: κάποιοι θεωρούν ότι κατάγονται από την κρητομυκηναϊκή περίοδο, άλλοι ότι είναι αποτέλεσμα επιρροής ελληνικών δοξασιών και εθίμων, ενώ κάποιοι άλλοι ανακαλύπτουν επιδράσεις από τον πολιτισμό βορείων θρακικών φύλων (Pokrovskaya Ye. F., 1962: 76 κ.ε., Makiewicz T., 1987: 38-64, Bezsonova S. S., 1996: 35-36). Όσον αφορά στη θρακική προέλευση, είναι γνωστό ότι οι θρακικοί βωμοί χρονολογούνται στην ελληνιστική περίοδο (Tchitchikova M., 1975: 190-194) και κατά συνέπεια η εκδοχή αυτή εκπίπτει από τον κατάλογο των πιθανοτήτων. Ένας τέτοιος πήλινος διακοσμημένος επίγειος βωμός ανακαλύφθηκε στην περιοχή του οικισμού Tarasova Gora κοντά στο χωριό Zhabotin της Ουκρανίας και χρονολογείται στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Rousyaeva A. S., 1999: 87). Το σχήμα του βωμού ήταν ορθογώνιο και οι διαστάσεις του μεγάλες. Το δάπεδο ήταν κατασκευασμένο από όψιμο πηλό. Πάνω στο δάπεδο αυτό υπήρχε ο διακοσμημένος «βωμός» που έφερε ένα άνοιγμα, μέσα στο οποίο βρέθηκαν τα απομεινάρια ενός ξύλινου πασάλου (Pokrovskaya Ye., 1962: 73-81, Bezsonova S. S., 1996: 25-27). Ορισμένοι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι εδώ θα πρέπει να ήταν η θέση ενός ξοάνου (Rousyaeva A. S., 1999: 96, n. 64).

Η επιμελής, καθαρά ελληνική διακόσμηση του βωμού, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ποσότητα πρώιμης ιωνικής κεραμικής του γνωστού «ανατολίζοντος» ρυθμού που βρέθηκε στον οικισμό Tarasova Gora, η οποία θεωρείται ότι εισήχθη κατά την προαποικιακή περίοδο (Zouev V. Yu., 1993: 43), οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα. Ο εν λόγω βωμός κατασκευάσθηκε και ανήκε σε Έλληνες, οι οποίοι έφθασαν σε τούτα τα μέρη με ορισμένους στόχους και επιδιώξεις. Εξίσου σημαντικό και συναφές με αυτό είναι και το πόρισμα ότι γενικότερα στην εξέλιξη ορισμένων παραλλαγών του γνωστού σκυθικού «ζωομορφισμού» ή του στυλ των «άγριων ζώων» στην περιοχή της δασοστέπας, σημαντική υπήρξε η επίδραση της ιωνικής παράδοσης (αυτόθι: 42 κ.ε., Kouzmina Ye. Ye., 1983: 92, με παραπομπές σε προγενέστερη βιβλιογραφία, Bessonova S. S., 1983: 77-120, Ostroverkhov A. S., 1996: 98-101, Treister M. J., 1998: 189-191, ορισμένες παρατηρήσεις στο Malyshev A. A., Ravitch I. G., 2001: 109, Bongard-Levin G. M., Koshelenko G. A., 2004: 58-69). Αυτό γίνεται εμφανές και από τις διάφορες καλλιτεχνικές δημιουργίες στο νησί Berezan και στην αγροτική χώρα της Ολβίας (Rousyaeva A. S., 1999: 96, cf. Son N. A., 1987: 120-122, Ostroverkhov A. S., 1993: 66, Ostroverkhov A. S., Otreshko V. M., 1994: 107-115).

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό το γεγονός ότι πρόκειται για μια σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη. Επειδή η χρονολογία που δίνεται από τους αρχαιολόγους είναι σε προαποικιακούς χρόνους, θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι ο βωμός χτίσθηκε πριν από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ., όταν ακόμη δεν υπήρχε κανένας ελληνικός οικισμός στη βόρεια παραλία του Ευξείνου Πόντου. Συνεπώς, λόγω της κατασκευής του σε προαποικιακά χρόνια ο βωμός θα πρέπει να συμπεριληφθεί μαζί με εκείνα τα αρχαιολογικά ευρήματα που χρονολογούνται στο δεύτερο τέταρτο του 7ου αι. π.Χ. ή ίσως ακόμη και νωρίτερα. Άρα, λοιπόν, υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που διατρανώνει την εξ αρχής διείσδυση των αρχαίων Ελλήνων στη σκυθική δασοστέπα και το ζωηρό ενδιαφέρον τους για τούτα τα μέρη. Αυτό αποτελεί το σπουδαιότερο πόρισμα και το αδιάψευστο τεκμήριο της πρώιμης παρουσίας εδώ των Ελλήνων εξερευνητών -υποψηφίων μεταναστών- και ίσως και εμπόρων, αν και για το δεύτερο δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι.

Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε την πρώιμη παρουσία εδώ μιας ελληνικής ομάδος, η οποία για να τιμήσει και να ευχαριστήσει προφανώς τον θεό ή τους θεούς για τα επιτυχή αποτελέσματα των εξερευνητικών τους περιπετειών, ανεγείρει έναν καθαρά ελληνικού τύπου βωμό για λατρεία και θυσίες. Ίσως η ανέγερση του βωμού αυτού, καθώς και οι συνακόλουθες θρησκευτικές τελετές να αποτελούσαν μέρος της κοινής αποικιακής πολιτικής των Ελλήνων και για τον λόγο αυτό ο βωμός να ήταν πιθανόν αφιερωμένος στον θεό του αποικισμού Απόλλωνα (Καραδημητρίου Α. Κ., 2002: 81-91, Rousyaeva A. S., 2002: 275). Στο συμπέρασμα αυτό μας οδηγεί και η αναφορά του Ηροδότου στο τέταρτο βιβλίο του, στο σημείο που περιγράφει την ευρεία λατρευτική διάδοση της συγκεκριμένης θεότητας σε λαούς πέρα από τα βόρεια η βορειοανατολικά σύνορα της Σκυθίας, στους Υπερβορείους (Ηροδότου IV, 13-16, 32-35). Άλλωστε, ο Απόλλωνας θεωρείται ότι υπήρξε ο θεός που νίκησε και κατέκτησε τον Σκυθικό βορρά, και έτσι οι Έλληνες κατόρθωσαν να συνάψουν ομαλές σχέσεις με τους λαούς της δασοστέπας, αλλά και βορειότερα (Rousyaeva A. S., 1992: 18-20, 48-49, 196 κ.ε., 1999: 92). Με τον τρόπο αυτό κατόρθωναν, πέραν των θρησκευτικών και λατρευτικών τους αναγκών, να γοητεύουν τους ξένους λαούς και να προκαλούν ίσως ακόμη και το ενδιαφέρον τους (Malkin 2002: 165, Polignac de F., 2000: 149 κ.ε.).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι και στα κατοπινά χρόνια και συγκεκριμένα από τον 6ο αι. π.Χ. σε οικισμούς της δασοστέπας, όπως για παράδειγμα στον οικισμό του Belsk (κοντά στο σημερινό Κίεβο), ανακαλύπτονται ελληνικοί βωμοί και ιερά, πλησίον των οποίων υπάρχουν αποθεματικοί λάκκοι με ανδρικά, γυναικεία και ζωόμορφα ειδώλια, τα οποία αναπαριστούν γνωστές ελληνικές θεότητες, όπως ο γενειοφόρος Διόνυσος, ο Ερμής κ.α. (Shramko B. A., 1987: 128-137: 1996: 67-87, Melyukova A. I., 1989: 75). Για την παρουσία ιερών και βωμών, καθώς και ελληνικών θρησκευτικών τελετών στον οικισμό του Belsk, υπάρχει και η μαρτυρία του Ηροδότου (IV, 108). Η μαρτυρία αυτή σήμερα φαίνεται ότι επαληθεύεται από τα πορίσματα της αρχαιολογικής έρευνας των τελευταίων χρόνων στους οικισμούς της σκυθικής δασοστέπας (Murzin V. Yu., 2005: 36-37).

Κάτι ανάλογο με βωμό ή ιερό βρέθηκε και στην περιοχή της Χαλκιδικής. Χρονολογείται γύρω στον 12ο αι. π.Χ. και αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία της πρώιμης παρουσίας εδώ των Ελλήνων της Νοτίου Ελλάδος. Η ανακάλυψή του έγινε πριν από λίγα χρόνια, στην παραθαλάσσια περιοχή που έχει το όνομα Ποσείδι κοντά στη Μένδη της Χαλκιδικής. Στο φως της ημέρας ήλθαν τα ερείπια ενός σημαντικού ιερού, το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές αναθηματικές επιγραφές, ήταν αφιερωμένο στον Ολύμπιο θεό Ποσειδώνα (Βοκοτοπούλου Ι., 1989: 416-417, 1990α: 402-403, 1991: 309-310, 1992: 443-446, 1993β: 401-402, 1994: 269-270, Moschonissioti S., 1998: 260-261, Γραμμένος Δ. Β., 2004: 79, εικόνα στην σελίδα 71. Σχετικά με άλλα ιερά στον Θερμαίο κόλπο Σουέρεφ Κ., 2000: 49-62). Από την ανασκαφική δραστηριότητα που διεξήχθη στο ακρωτήριο αυτό υπό την επίβλεψη της Ι. Βοκοτοπούλου, κατέστη φανερό ότι η αρχή της λατρευτικής του λειτουργίας ανάγεται στην Υστερομυκηναϊκή Εποχή και εξακολουθεί δίχως διακοπή μέχρι τους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους (Βοκοτοπούλου Ι., 1990,: 125). Υπάρχει μόνο ένα ασαφές χρονολογικό κενό κάπου στον 9ο αι. π.Χ. Η έρευνα έδειξε ότι τα λείψανα ενός μεγάλου βωμού από στάχτες χρονολογικά ανάγονται στον 12ο αι. π.Χ. Το πρώτο, μεγάλων διαστάσεων, λατρευτικό κτίριο στον χώρο ανεγείρεται γύρω στον 10ο αι. π.Χ. και σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία είναι το παλαιότερο σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (Moschonissioti S., 1998: 265 κ.ε.). Η κεραμική, τροχήλατη και χειροποίητη, που ανακαλύφθηκε στο ιερό του Ποσειδώνος, χρονολογείται στους υστερομυκηναϊκούς και υπομυκηναϊκούς χρόνους και βρίσκεται σε άμεση σχέση με αντίστοιχη κεραμική από το Λευκαντί, την Τορώνη και την Τούμπα της Θεσσαλονίκης (αυτόθι: 267).

Το συμπέρασμα που συνάγεται από την παρουσία του βωμού που βρέθηκε στο ακρωτήριο Ποσείδι της Χαλκιδικής είναι η αναμφισβήτητη και απαγκιστρωμένη από μεροληψίες -και όχι βασισμένη αποκλειστικά σε κεραμική και άλλα επείσακτα μυκηναϊκά αντικείμενα- υπόθεση για μια τόσο πρώιμη παρουσία και εγκατάσταση των Ελλήνων στα μέρη αυτά (Τιβέριος M., προσεχώς)[5]. Αυτό τελικά αποδεικνύει περίτρανα ότι η υστερομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμική που βρέθηκε εδώ μεταφέρθηκε από τους ίδιους τους κατασκευαστές και όχι από διαφόρους μεσάζοντες, προερχομένους από τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου όπως παρουσιάζεται στην έρευνα τελευταία από κάποιους μελετητές, δίχως βεβαίως αυτό να αποκλείει την αποδεδειγμένη πλέον παρουσία τους στο Αιγαίο. Ίσως έτσι να έχουμε τελικά μία μαρτυρία της γενικότερης αποικιακής πολιτικής των Ελλήνων, την οποία θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν και να αναζητήσουμε και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου όπου αναπτύχθηκε ελληνική αποικιακή δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια η παρουσία των Ελλήνων (όχι απαραίτητα αποικιστών ή εμπόρων, αλλά ίσως αρχικά εξερευνητών) και στη βόρεια παραλία της Μαύρης θάλασσας μπορεί πλέον να θεωρείται επίσης αναμφισβήτητη για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Προφανώς, ήδη κατά τον 8ο αι. π.Χ. τουλάχιστον, οι Έλληνες ήταν σε θέση να πλέουν στα νερά του Πόντου -αν και δίχως επαρκή ακόμη αρχαιολογική τεκμηρίωση- αποκτώντας έτσι τη δυνατότητα πρόσβασης σε οικισμούς Παρευξείνιων αυτοχθόνων λαών και άμεσης κοινωνίας και επικοινωνίας με αυτούς (Lordkipanizde Ο. D., 2003: 1315, Gabelia A N., 2003: 1218, Fol A., 1998: 10). Πρόκειται μάλλον για τη λεγομένη «πρωτο-αποικιακή» περίοδο ('proto-colonization', Malkin I., 1998α: 6, 1998β: 13-14). Με τον τρόπο αυτό συμπλήρωναν τις γνώσεις τους για τη δημογραφία, τη γεωγραφία και τη λαογραφία των Παρευξεινίων λαών (Rousyaeva A. S., 1999: 87). Στους λαούς αυτούς δώριζαν ή ίσως αντάλλασσαν με δικά τους τα διάφορα αντικείμενα που βρέθηκαν σε γηγενείς οικισμούς και τάφους (μία από τις πιο σημαντικές μορφές ανταλλαγής: Crielaard J.-P., 2000: 57-58, d'Agostino B., Soteriou A., 1998: 365). Λογικά, λοιπόν, μπορεί κάποιος να συμπεράνει ότι με τη χρήση παρόμοιων τεχνασμάτων, οι ενδιαφερόμενοι ξεπερνούσαν το γλωσσικό εμπόδιο, μιας και οι Παρευξείνιες γλώσσες ήταν ακόμη άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες και αντιστρόφως, η ελληνική γλώσσα άγνωστη στους Παρευξείνιους λαούς. Η μόνιμη παρουσία του θεού, η οποία εξασφαλιζόταν με την ίδρυση του ιερού προς τιμήν του, προσέδιδε μεγαλύτερη βαρύτητα στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών.

Ένα άλλο ιερό, πάλι από την περιοχή της Χαλκιδικής, ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφικές δραστηριότητες στην αρχαία θέση της Σάνης. Οι ανασκαφές που διεξήγε η Ιουλία Βοκοτοπούλου έδωσαν πολύ σπουδαία αποτελέσματα, τα οποία μάλιστα σχετίζονται άμεσα με την προβληματική που εξετάζεται στο παρόν κείμενο για τον ρόλο των ιερών στον προς αποίκιση χώρο και τη μεταξύ αποίκων και γηγενών επικοινωνία. Από τις εκτιμήσεις της ανασκαφέως μαθαίνουμε ότι το υπαίθριο ιερό που υπήρχε εδώ ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, αφιερωμένο στη θεά Αρτέμιδα, της οποίας η λατρεία ήταν κοινή και στην Ιωνία. Εντύπωση και ενδιαφέρον προκαλεί η έντονη παρουσία ιωνικών αγγείων στην πρώιμη φάση του ιερού, υποδηλώνοντας κάποια ιδιαίτερη σχέση με τα Ιώνια παράλια. Η Ι. Βοκοτοπούλου υπέθεσε την παρουσία ενός εμπορίου στον χώρο αυτό κατά τον 7ο αι. π.Χ. Σκοπός του εμπορίου φαίνεται πως ήταν η διευκόλυνση των συναλλαγών με τους παράλιους οικισμούς του Θερμαϊκού κόλπου και της Χαλκιδικής, αλλά και με τους γηγενείς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής (Βοκοτοπούλου Ι., 1993α: 185-186). Ίσως τον ίδιο σκοπό να εξυπηρετούσε και το ιερό, λείψανα του οποίου έχουν έρθει στο φως από τις ανασκαφές στον χώρο της αρχαίας Οισύμης. Σύμφωνα με τη χρονολόγηση των αρχαιολόγων, το ιερό πρέπει να κτίσθηκε στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. (Κουκούλη-Χρυσανθάκη Χ., 1993: 687).

Σε επίρρωση της σοβαρότητας και σπουδαιότητας, την οποία ενέχει η παρουσία των προαποικιακών ιερών-βωμών στο φαινόμενο του αποικισμού κατά την πρώιμη φάση του, και μάλιστα ειδικότερα στον τρόπο, με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες μετανάστες προσέγγιζαν διάφορους λαούς, αγνώστους ακόμη στους ίδιους, με σκοπό κατά βάση την εμπορία και τη συναλλαγή διαφόρων προϊόντων και πιθανόν στο μέλλον την ίδρυση ενός οικισμού τους, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε άλλο ένα παρεμφερές αρχαιολογικό τεκμήριο, αυτή τη φορά από την ενδοχώρα της Θράκης. Πριν από ορισμένα χρόνια, στα πλαίσια του Symposium «Thracia Pontica III», έγινε μία ανακοίνωση σχετικά με τις ανασκαφές στη θέση «Kostantin Tchesma» του οικισμού Debelt, κοντά στο σημερινό Burgas της Παρευξείνιας Βουλγαρικής ακτής. Σε ένα από τα τρία σημεία του υπό ανασκαφή ιερού, βρέθηκε άφθονη αρχαϊκή ελληνική κεραμική, κυρίως χιακοί και ιωνικοί αμφορείς, ξεκινώντας από το δεύτερο μισό του 7ου αι. π.Χ. (Balabanov P., 1986: 228-229). Η κεραμική ανακαλύφθηκε σε λάκκους με τελετουργικό χαρακτήρα. Εδώ ανακαλύφθηκε και ένα μικρών διαστάσεων επίγειο κυλινδρικό κτίσμα. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για έναν αρχαϊκό βωμό (αυτόθι: 224-225). Η λειτουργία του αρχαϊκού ιερού παύει στα τέλη του 6ου αι., γεγονός που ίσως να σχετίζεται με την εκστρατεία του Δαρείου στη Σκυθία. Το εν λόγω ιερό ανήκε μάλλον στους Θράκες που κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή, αν και υπάρχουν ίχνη ποικίλων θρησκευτικών τελετών με διαφορετική μεταξύ τους εθνολογική υπόσταση. Οι Έλληνες από την πρώτη κιόλας στιγμή της λειτουργίας του αντελήφθησαν τη σπουδαιότητα της περιοχής της Δεβελτού, μιας και στο λιμάνι του Burgas εκβάλουν πολλοί μεγάλοι ποταμοί της Θράκης (για τον σπουδαίο ρόλο των ποταμών, βλ. Bouzek J., 1994: 43, Boardman J., 1998: 203). Έτσι, είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους με αυτά των Θρακών, η κοινωνία των οποίων φαίνεται ότι ήταν αρκετά ανεπτυγμένη για τέτοιου είδους δραστηριότητα, σε αντίθεση με αυτή της σκυθικής στέπας και ίσως και της δασοστέπας (Porozhanov Κ., 2002: 377-389, Nedev D., Panayotova Κ., 2003: 100-101, 116117 με παραπομπές σε σχετική βιβλιογραφία).

Κοντά στο ιερό βρέθηκε και ένας μεγάλος αποθηκευτικός χώρος με αμφορείς και άλλη κεραμική. Μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ότι πλησίον του ιερού λειτουργούσε και ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο, το οποίο διευκόλυνε τις συναλλαγές μεταξύ Ελλήνων και Θρακών (Balabanov P., 1986: 226-227). Ίσως ένας από τους λόγους που στα κατοπινά χρόνια (γύρω στο 610 π.Χ.) οι Μιλήσιοι έκτισαν εκεί κοντά την Απολλωνία Ποντική, ήταν ακριβώς η παρουσία ενός τόσο σημαντικού χώρου, ο οποίος προσέφερε τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας με την πλούσια ενδοχώρα της Θρακικής γης (de Boer J., 1994: 93-94, Nedev D., Panayotova Κ., 2003: 100-101, 116-117). Αυτό το γεγονός αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι ο ελληνικός αποικισμός πρέπει να αντιμετωπίζεται και να μελετάται μέσα από το σύνθετο πρίσμα των αμφίδρομων πολιτικών, πολιτιστικών, οικονομικών και άλλων επαφών ανάμεσα στους μετανάστες και σε γηγενείς λαούς (Iessen A. A., 1947, Malkin I., 2002: 152-159, Skele M., 2002: 1, 24, 30, 33, 45).

Ένα άλλο ελληνικό ιερό ή βωμός, αφιερωμένος στη θεά Ήρα, φαίνεται πως είχε κτισθεί στην Graviska, στην Tarquinia της Ιταλίας (Torelli M., 1971: 55-60, 1986: 46-48, Tronchetti C., 1988: 66). Στον χώρο αυτό βρέθηκε πρόσφατα από τους αρχαιολόγους ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών αποθηκευμένων αμφορέων (Scheibler I., 1992: 196-197). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τους μελετητές, ένα παρόμοιο ιερό είχε κτισθεί στη Θέρμη της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής εποχής. Το ιερό αυτό εξασφάλιζε την ειρηνική συμβίωση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Θράκες της περιοχής (Tiverios M., 1990: 79-80). «On peut donc se demander si la naissance des sanctuaires en certains de ces lieux ne résulta pas de la formalisation, lors de la fondation d'une cité à proximité, de pratiques indécelables de prises de contacts temporaires entre navigateurs grecs et populations autochtones sous la protection de la divinité, le même lieu de culte assumant ainsi, du fait de l'ambivalence de la divinité, un rôle primordial simultanément ou successivement dans les échanges et dans la prise de possession territoriale» (de Polignac F., 1998: 28).

Το φαινόμενο αυτό, βεβαίως, είναι γενικότερο: «La colonizzazione greca non è un' entità riducibile ad unum, cosi come differenti sono le 'risposte' degli autoctoni ed i modelli di esperienza civile che essi realizzarono sul continente italico» (Greco E., 2002: 207, Bonfante L., 2002: 44-46). Ο αρχαιολόγος Peter van Dommelen, μελετώντας τον αποικισμό και τις τοπικές εθνότητες στη Σαρδηνία, κατέληξε στο γενικό συμπέρασμα ότι «the Sardinian case study underscores the complexity of colonial situations in much the same way as theoretical considerations and ethnographic observations have undercut the colonial divide as an absolute opposition. They effectively undermine conventional dualist representations of colonialism» (van Dommelen P., 2002: 141). O Irad Malkin πιστεύει ότι το θεωρητικό μοντέλο του «Middle Ground» (διατυπωμένο από τον Richard White) είναι προτιμότερο και μπορεί ικανώς να εφαρμοσθεί κατά τη μελέτη του πρώιμου ελληνικού αποικισμού (Malkin I., 2002: 151 κ.ε.).

Ένα άλλο εξίσου χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεγάλης σημασίας που είχε η παρουσία ενός βωμού ή ιερού λίγο πριν από την εμφάνιση του μόνιμου οικισμού, είναι και η περίπτωση της Ποσειδωνίας (σύγχρονη Paestum), στη Δυτική Ιταλική ακτή, κοντά στον αρχαίο οικισμό της Κύμης, στον κόλπο του Salerno (αρκετές λεπτομέρειες σχετικά στο Pugliese Carratelli G., 1996: 148-149). Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα ιερό, αφιερωμένο στη θεά Ήρα, δηλαδή για ένα Ηραίο, το οποίο ήταν κτισμένο στην εκβολή του ποταμού Sele (κατά την αρχαιότητα «Σίλαρος»). Ως γνωστόν, η ίδρυση του οικισμού της Ποσειδωνίας στην περιοχή αυτή χρονολογείται στο 600 π.Χ. περίπου, από Έλληνες της Συβάρεως (Greco E., 2001: 103, Skele M., 2002: 1, 28). Οι αρχαιολογικές έρευνες που διεξήχθησαν στη θέση του αρχαίου ιερού, αλλά και σε ένα άλλο, σύγχρονο με το προηγούμενο, ιερό στην περιοχή Fonte di Roccadaspide, επίσης αφιερωμένο στην Ήρα, έφεραν στο φως αρκετά πρώιμα κεραμικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων και ένα υπομυκηναϊκό όστρακο (Skele M., 2002: 20). Από την ανάλυση της κεραμικής, κατέστη φανερό ότι η λειτουργία των ιερών προηγείται της άφιξης των Συβαριτών αποικιστών στην περιοχή του κόλπου του Salerno κατά 30 περίπου χρόνια (όπ. πρ.: 23-24, 32). Αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι το μεν πρώτο Ηραίο βρισκόταν στην εκβολή του ποταμού και κάπου 7 χμ μακριά από τη θέση του κατοπινού οικισμού της Ποσειδωνίας, το δε Ηραίο στη θέση Fonte di Roccadaspide ήταν κτισμένο μέσα στην ενδοχώρα της πεδιάδας του ποταμού Sele (Skele M., 2002: 84). Τα δύο αυτά ιερά είχαν παίξει τον σπουδαιότερο ρόλο στις εμπορικές συναλλαγές πριν από την εμφάνιση του ελληνικού οικισμού εδώ, μεταξύ των Ελλήνων, μάλλον Συβαριτών, και Ετρούσκων, οι οποίοι κατοικούσαν στην πεδιάδα του ποταμού και στο Pontecagnano. «The deltaic Plain was a meeting place for a variety of peoples, especially considering the increasing role of trade during the period under discussion, and its position at the end of a mountain pass giving access to maritime trade routes to East» (αυτόθι: 17).

Γίνεται λόγος και για παρουσία ενός πρώιμου εμπορίου (trading post) στην περιοχή, βάσει των υπαρχουσών αρχαιολογικών ενδείξεων (αυτόθι: 18-19). Όταν οι Συβαρίτες πείσθηκαν για τη σπουδαιότητα της τοποθεσίας αυτής και για τις προοπτικές μίας μεγαλύτερης και επίσημης πλέον ελληνικής μόνιμης εγκατάστασης, η οποία θα κατείχε βασικό ρόλο στις εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή (κυρίως τη Μίλητο και την Κόρινθο: αυτόθι: 36), έστειλαν εκεί αποίκους. Βέβαια, όπως αναφέρει και ο Skele, «there is little doubt that Sybaris and the famous trade route were important for Poseidonia at the beginning, and were even an important consideration in its foundation, but undoubtedly an equally powerful motivation was simply that life around the Plain of Sybaris was getting crowded, and there was land available at the doorstep of the friendly Etruscans» (όπ. πρ.: 37). Η διαπίστωση αυτή δείχνει την πραγματική ουσία του ελληνικού αποικισμού και τον ή τους σκοπούς, τους οποίους αυτός εξυπηρετούσε κατά την αρχαιότητα.

Επιστρέφοντας στον Εύξεινο Πόντο θα ήταν παράλειψη να μην γίνει έστω και μία σύντομη αναφορά σε κάποια ιερά που είχαν άμεση σχέση με την παρουσία των Ελλήνων και τις αποικιακές τους δραστηριότητες στο βορειοδυτικό τμήμα του. Συγκεκριμένα, στον χώρο της Ολβίας και στην ευρύτερη περιοχή του ποταμού Κάτω Μπουγκ (κατά την αρχαιότητα Ύπανις), υπάρχουν ενδείξεις -μέσα στην αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και από τις αρχαιολογικές έρευνες- ότι με την ίδρυση της πόλης αυτής αρχίζει ταυτόχρονα και η λειτουργία ορισμένων αμιγώς ελληνικών ιερών, εντός και εκτός άστεως. Προηγουμένως έγινε αναφορά στο λεγόμενο «Δυτικό» τέμενος της Ολβίας, η ίδρυση του οποίου ανάγεται στο τέλος του πρώτου τετάρτου του 6ου αι. π.Χ., δηλαδή όταν κτίζεται και το ίδιο το άστυ (Rousyaeva A. S., 1986: 51-52, 1998: 13-17, Kryzhytskyy S. D., Krapivina V. V., Lejpunskaja N. A., Nazarov V. V., 2003: 399, Bouyskikh S. B., 2004: 83, Bouyskikh A. V., 2005α: 33 κ.ε.). Εκτός από το τέμενος στην Ολβία, την ίδια χρονική στιγμή -στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.- ιδρύονται και άλλα ιερά εκτός άστεως, όπως το ιερό στην περιοχή Beykoush (Bouyskikh S. B., 2004: 85) και το ιερό στη νήσο Λεύκη, που αν και πανελληνίου εμβελείας, φαίνεται πως είχε ιδρυθεί από τους ίδιους τους Ολβιοπολίτες (Okhotnikov S. B., Ostroverkhov A. S., 1993: 106 κ.ε., Okhotnikov S. B., 1998: 38 κ.ε.). Για την παρουσία άλλων ιερών στην περιοχή αυτή, Bouyskikh S. B., 2004: 83-86).

Αυτό, όπως και κάποια άλλα στοιχεία (για περισσότερες πληροφορίες Petropoulos E. Κ., 2005), φανερώνει και ταυτόχρονα αποδεικνύει για άλλη μία φορά το γεγονός ότι το μεταναστευτικό κίνημα των αρχαίων Ελλήνων τουλάχιστον προς τον Εύξεινο Πόντο δεν ήταν ούτε τυχαίο και αυθόρμητο όπως πίστευαν μέχρι πρότινος οι μελετητές, αλλά ούτε και εστερείτο οργανωτικού σχεδιασμού. Όλες πλέον οι ενδείξεις καταδεικνύουν ότι από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εμφάνισης και εγκατάστασής τους στον ευρύτερο Παρευξείνιο χώρο, οι μετανάστες δρούσαν βάσει ενός καλά οργανωμένου και καταρτισμένου σχεδίου.[6] Το πλάνο αυτό κατά πάσα πιθανότητα είχε σχεδιασθεί στη μητρόπολη -ή στις μητροπόλεις- πριν ακόμη ξεκινήσουν οι πρώτες ομάδες των αποδήμων να καταφθάνουν στην περιοχή από την Ιωνία (αυτόθι). Βάσει παρόμοιου σχεδίου θα πρέπει να είχε αρχικά πραγματοποιηθεί και η εγκατάσταση Ελλήνων από διάφορες ελληνικές πόλεις στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, γεγονός που εμμέσως πλην σαφώς φανερώνεται από τα τέσσερα τεμένη που υπήρχαν στο οικιστικό της συγκρότημα (Ηροδότου ΙΙ, 178), η παρουσία των οποίων τεκμαίρεται (πλην του τεμένους του Διός) σήμερα και από τα πορίσματα της αρχαιολογικής σκαπάνης στον αρχαιολογικό χώρο (Möller A., 2000: 94-113).

Έπειτα από τα όσα αναφέρθηκαν, είναι εύκολο για κάποιον να αντιληφθεί τη μεγάλη σημασία που έχει η διεξοδική και συγκριτική μελέτη του αποικισμού για την αρχαία ελληνική ιστορία και ειδικότερα για την κατανόηση των κοινωνικών και πολιτικών ζυμώσεων στον αρχαίο ελλαδικό χώρο. Ανάμεσα στους μηχανισμούς της μεταναστευτικής πολιτικής η παρουσία των ιερών και των βωμών στον προς αποίκηση χώρο φαίνεται πως υπήρξε καθοριστική και άκρως αναγκαία. Αλλά, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της έρευνας, ακόμη και στις ίδιες τις μητροπόλεις, όπως για παράδειγμα στην Κόρινθο, η ίδρυση περιφερειακών ιερών και βωμών αποτελούσε μέρος της γενικότερης πολιτικής τους, που ως απώτερο στόχο είχε την περαιτέρω επέκταση των συνόρων τους και οικειοποίηση νέων εδαφών που βρίσκονταν πέρα από αυτά (Thomas C. G., Conant C., 1999: 124: «Corinth is an excellent early example of the practice of announcing territorial claims through the construction of a sanctuary»). Όπως δείχνουν τα πράγματα, οι ανασκαφικές έρευνες έχουν πάρα πολλά ακόμη να μας προσφέρουν και ευελπιστούμε να εξακολουθήσουν με αμείωτο ενδιαφέρον στις διάφορες αρχαίες θέσεις τόσο στη Μεσόγειο, όσο και στον Εύξεινο Πόντο.
------------------------------
1 Μέσα στο 2007, είναι σχεδιασμένη η δημοσίευση ενός νέου συλλογικού έργου με τον ίδιο τίτλο (Ancient Greek Colonies in the Black Sea - 2), το οποίο θα εκδοθεί από τις έγκριτες βρετανικές αρχαιολογικές σειρές British Archaeological Reports, International Series. Με τη συλλογική αυτή προσπάθεια, ολοκληρώνεται η αρχαιολογική παρουσίαση των υπό ανασκαφή αρχαίων ελληνικών οικισμών του Παρευξείνιου χώρου. Μία άλλη πρόσφατη έκδοσηείναι του University of Exeter Press, Scythians and Greeks: Cultural Interactions in Scythia, Athens, and the early Roman Empire (sixth century B.C. - first century A.D.), edited by D. Braund, Exeter, 2005. Βιβλιοκρισία του έργου υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο τουBryn Mawr Classical Review: http://ccat.sas.upenn.edu/bmcr/2005/2005-12-19.html, reviewed by Elias K. Petropoulos.
2 Ως γνωστόν, μία από τις κύριες αιτίες του αποικισμού που συνήθως προβάλλονται στην έρευνα αποτελεί η έλλειψη γης στη μητροπολιτικη Ελλάδα (π.χ., βλ. Thomas C. G., Conant C., 1999: 125-134). Οι πρόσφατες μελέτες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι μάλλον δεν πρέπει να υφίστατο παρόμοιο πρόβλημα, εφόσον στη Ν. Ελλάδα υπήρχαν άφθονες ελεύθερες εκτάσεις (Cherry J. F., Davis J. L., 1998: 220-221, de Angelis F., 1994: 95 κ.ε., Foxhall L., 2005: 78 κ.ε.).
3 Το πρόβλημα που είχε προκύψει από τη νέα ταύτιση του οικισμού που βρέθηκε στο Primorskiy Boulvar της Οδησσού της Ουκρανίας με το «Βορυσθενεϊτέων εμπόριον» του Ηροδότου (Δ, 17) -το οποίο ως γνωστόν είναι ταυτισμένο στην έρευνα με τον οικισμό στο νησάκι Berezan-, φαίνεται ότι τελικά διευθετήθηκε και μάλιστα από τους ίδιους τους υποστηρικτές της, οι οποίοι ισχυρίζοντο ότι ανεκάλυψαν μιλησιακή κεραμική του δευτέρου μισού του 7ου αι. π.Χ. (εκτενέστερα, βλ. Petropoulos E. Κ., 2005: 108). Σήμερα κατέστη σαφές ότι ο οικισμός στο Primorskiy Boulvar είναι κτίσμα Ιστριανών και χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. (Dobrolyubskiy A. Ο., Krasnozhon A. V., 2005: 172-178).
4 Συγκεκριμένα για την περιοχή του Κιμμερικού Βοσπόρου ο Ηρόδοτος αναφέρει: «Δυσχείμερος δὲ αὕτη ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα χώρη οὕτω δή τί ἐστι, ἔνθα τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμός, ἐν τοῖσι ὕδωρ ἐκχέας πηλὸν οὐ ποιήσεις, πῦρ δὲ ἀνακαίων ποιήσεις πηλόν· ἡ δὲ θάλασσα πήγνυται καὶ ὁ Βόσπορος πᾶς ὁ Κιμμέριος, καὶ ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου οἱ ἐκτὸς τάφρου Σκύθαι κατοικημένοι στρατεύονται καὶ τὰς ἁμάξας ἐπελαύνουσι πέρην ἐς τοὺς Σίνδους» (IV, 28). Τα στοιχεία που μας παρέχει στο χωρίο αυτό ο αρχαίος ιστορικός για την επί οκταμήνω κρυστάλλωση των υδάτων του Κιμμερικού Βοσπόρου σε βαθμό ώστε να είναι δυνατή η διαπεραίωση από την ανατολική όχθη στη δυτική και το αντίστροφο, σήμερα αμφισβητούνται από τους μελετητές: Maslennikov A. A., 2001: 309-317. Επίσης, επί του θέματος αυτού πρόσφατα διατυπώθηκαν νέες αμφιβολίες: Paromov Ya. M., 2005: 247-250. Περισσότερα και πιο πρόσφατα δεδομένα για την οικολογία της ευρύτερης περιοχής του Κιμμερικού Βοσπόρου, βλ. Gorlov Yu. V., Kaytamba M. D., Poromov A. V., 2005: 97-101.
5 Θερμές ευχαριστίες στον Καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κο Μ. Τιβέριο, για την ευγενική παραχώρηση του χειρογράφου.
6 Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν ορισμένοι μελετητές: J.MHajte, 2007.