Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (1097-1133)

ΚΑ. τίς ἔσθ᾽ ὁ κόπτων τὴν θύραν; τουτὶ τί ἦν;
οὐδείς, ἔοικεν· ἀλλὰ δῆτα τὸ θύριον
φθεγγόμενον ἄλλως κλαυσιᾷ. ΕΡΜΗΣ. σέ τοι λέγω,
1100 ὁ Καρίων, ἀνάμεινον. ΚΑ. οὗτος, εἰπέ μοι,
σὺ τὴν θύραν ἔκοπτες οὑτωσὶ σφόδρα;
ΕΡ. μὰ Δί᾽, ἀλλ᾽ ἔμελλον· εἶτ᾽ ἀνέῳξάς με φθάσας.
ἀλλ᾽ ἐκκάλει τὸν δεσπότην τρέχων ταχύ,
ἔπειτα τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδία,
1105 ἔπειτα τοὺς θεράποντας, εἶτα τὴν κύνα,
ἔπειτα σαυτόν, εἶτα τὴν ὗν. ΚΑ. εἰπέ μοι,
τί δ᾽ ἐστίν; ΕΡ. ὁ Ζεὺς, ὦ πόνηρε, βούλεται
εἰς ταὐτὸν ὑμᾶς συγκυκήσας τρύβλιον
ἁπαξάπαντας εἰς τὸ βάραθρον ἐμβαλεῖν.
1110 ΚΑ. ἡ γλῶττα τῷ κήρυκι τούτων τέμνεται.
ἀτὰρ διὰ τί δὴ ταῦτ᾽ ἐπιβουλεύει ποεῖν
ἡμᾶς; ΕΡ. ὁτιὴ δεινότατα πάντων πραγμάτων
εἴργασθ᾽. ἀφ᾽ οὗ γὰρ ἤρξατ᾽ ἐξ ἀρχῆς βλέπειν
ὁ Πλοῦτος, οὐδεὶς οὐ λιβανωτόν, οὐ δάφνην,
1115 οὐ ψαιστόν, οὐχ ἱερεῖον, οὐκ ἄλλ᾽ οὐδὲ ἓν
ἡμῖν ἔτι θύει τοῖς θεοῖς. ΚΑ. μὰ Δί᾽, οὐδέ γε
θύσει· κακῶς γὰρ ἐπεμελεῖσθ᾽ ἡμῶν τότε.
ΕΡ. καὶ τῶν μὲν ἄλλων μοι θεῶν ἧττον μέλει,
ἐγὼ δ᾽ ἀπόλωλα κἀπιτέτριμμαι. ΚΑ. σωφρονεῖς.
1120 ΕΡ. πρότερον γὰρ εἶχον ‹ἂν› παρὰ ταῖς καπηλίσιν
πάντ᾽ ἀγάθ᾽· ἕωθεν εὐθύς, οἰνοῦτταν, μέλι,
ἰσχάδας, ὅσ᾽ εἰκός ἐστιν Ἑρμῆν ἐσθίειν·
νυνὶ δὲ πεινῶν ἀναβάδην ἀναπαύομαι.
ΚΑ. οὔκουν δικαίως, ὅστις ἐπόεις ζημίαν
1125 ἐνίοτε τοιαῦτ᾽ ἀγάθ᾽ ἔχων; ΕΡ. οἴμοι τάλας,
οἴμοι πλακοῦντος τοῦ ᾽ν τετράδι πεπεμμένου.
ΚΑ. «ποθεῖς τὸν οὐ παρόντα καὶ μάτην καλεῖς.»
ΕΡ. οἴμοι δὲ κωλῆς ἧς ἐγὼ κατήσθιον—
ΚΑ. ἀσκωλίαζ᾽ ἐνταῦθα πρὸς τὴν αἰθρίαν.
1130 ΕΡ. σπλάγχνων τε θερμῶν ὧν ἐγὼ κατήσθιον.
ΚΑ. ὀδύνη σε περὶ τὰ σπλάγχν᾽ ἔοικέ τις στρέφειν.
ΕΡ. οἴμοι δὲ κύλικος ἴσον ἴσῳ κεκραμένης.
ΚΑ. ταύτην ἐπιπιὼν ἀποτρέχων οὐκ ἂν φθάνοις.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΟΜBΗ

ΚΟΜBΗ
(περιστέρι)
 
Η Κόμβη είναι κόρη του θεού ποταμού Ασωπού. Αργότερα ταυτίστηκε με τη νύμφη Χαλκίδα ή πήρε την επωνυμία Χαλκίδα. Από τον θεό Σώκο ή Σάωκο, που έγινε άνδρας της, απέκτησε πολλά παιδιά, άλλοι λένε επτά, τους επτά Κορύβαντες (ή Κουρήτες) της Εύβοιας, ενώ άλλοι φτάνουν τον αριθμό των παιδιών της σε εκατό. Τα ονόματα των επτά είναι τα εξής: Πρυμνέας, Μίμαντας, Άκμωνας, Δαμνέας, Ωκύθοος, Ιδαίος, Μελισσέας. Η βιαιότητα του συζύγου της την ανάγκασε να δραπετεύσει μαζί με τα παιδιά της πρώτα στην Κνωσσό, μετά στη Φρυγία, όπου οι γιοι της ανατρέφουν τον Διόνυσο, τέλος στην Αθήνα, κοντά στον βασιλιά Κέκροπα που βοήθησε τα παιδιά να εκδικηθούν τον πατέρα τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Μόνο που και τα παιδιά της Κόμβης είχαν πάρει κάτι από τη βιαιότητα του πατέρα τους και μάλλον θέλησαν να τη σκοτώσουν. Γλύτωσε, καθώς μεταμορφώθηκε σε περιστέρι.
 
Από τη νύμφη λεγόταν ότι πήρε το όνομά της η ομώνυμη πόλη της Χαλκίδας. Αυτή πάλι πήρε την επωνυμία Χαλκίδα, γιατί πρώτη επινόησε τη χρήση των χάλκινων όπλων· εξάλλου, και οι Κορύβαντες σχετίζονται με τη χαλκουργική και χόρευαν χτυπώντας τα όπλα μεταξύ τους, δόρατα και ασπίδες. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία της πόλης στα χαλκουργεία που πρώτοι οι κάτοικοι αυτής της πόλης οργάνωσαν ή στα δόρατα και στο πλήθος των τέθριππων αρμάτων που την οδήγησαν σε ακμή. Εκαταίος, Αίλιος Ηρωδιανός και Ζηνόβιος αποτελούν τις κυριότερες πηγές* του μύθου.
----------------------------
*Κόμβη και Χαλκίδα
 
"Χαλκὶς πόλις ἐστίν, ἣ πρότερον Εὔβοια προσηγορεύετο". ἐκλήθη δὲ ἀπὸ Κόμβης τῆς Χαλκίδος καλουμένης, θυγατρὸς Ἀσωποῦ. τινὲς δὲ Χαλκιδεῖς φασι κληθῆναι διὰ τὸ χαλκουργεῖα πρῶτον παρ᾽ αὐτοῖς ὀφθῆναι. (Εκαταίος, Fr. 1a,1,F.129.1-4)
Χαλκὶς πόλις ἐστίν, ἣ πρότερον Εὔβοια προσηγορεύετο. ἐκλήθη δὲ ἀπὸ Κόμβης τῆς Χαλκίδος καλουμένης, θυγατρὸς Ἀσωποῦ (Αίλιος Ηρωδιανός, περί καθολικής προσωδίας 3.1.88.13-15)
Χαλκίδα τῆς Εὐβοίας πόλιν φασὶ ποτὲ ἀνθῆσαι δόρασί τε καὶ πλήθει τετρώρων ἁρμάτων. Οἱ δὲ φασὶν οὐ τὴν πόλιν, ἀλλὰ τὴν ἡρωΐδα Χαλκίδα εἰρῆσθαι. Κόμβην γὰρ φασὶ, τὴν ἐπικληθεῖσαν Χαλκίδα, ἐπειδὴ ὅπλα χαλκᾶ ἐποιήσατο, πρώτην συνοικήσασαν ἀνδρὶ ἑκατὸν παίδων γενέσθαι μητέρα, ὡς ἱστοροῦσιν οἱ τὰ Εὐβοϊκὰ συγγράψαντες καὶ Ἄριστος ὁ Σαλαμίνιος. (Ζηνόβιος, Επιτομή παροιμιών Λουκίου του Ταρρέως και Διδύμου του Αλεξανδρέως E 6.50.3-10)

Παν. Κονδύλης: Οι πολιτικές σκιές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων πέρασε στο επίκεντρο τού πολιτικού λεξιλογίου των τελευταίων δύο δεκαετιών. Ένας αισιόδοξος παρατηρητές θα μπορούσε ν’ αντλήσει από δω το συμπέρασμα ότι η πολιτική, μετά από τις πικρές εμπειρίες του αιώνα, αναλαμβάνει τώρα το έργο να διαπλάσει τον κόσμο σύμφωνα με ηθικές αρχές.
 
Πρέπει να επισημάνουμε εμφατικά ότι αυταπατάται όποιος τυχόν πιστεύει πως η ονομαστική αξία των ιδεών μπορεί να εμποδίσει την πολεμική τους χρήση. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα είχαν γίνει ποτέ πόλεμοι ανάμεσα σέ έθνη που όλα τους ενστερνίζονταν ειλικρινά τη θρησκεία της αγάπης.
 
Η δυνατότητα μετατροπές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ ένα νέο πεδίο έντασης συνάπτεται μ’ ένα κεφαλαιώδες γεγονός, το οποίο όμως ελάχιστα γίνεται αντιληπτό, γιατί όλες οι πλευρές ταυτίζουν αυθόρμητα τους δικούς τους σκοπούς με τους σκοπούς ολόκληρης της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το γεγονός ότι με δεδομένη τη σημερνή συγκρότηση της παγκόσμιας κοινωνίας δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ανθρώπινα δικαιώματα stricto sensu. Εδώ δεν εννοούμε τις «παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» σε πάρα πολλές χώρες, παρά αναφερόμαστε στην ίδια την ουσία του πράγματος. Ανθρώπινα δικαιώματα, δηλ. δικαιώματα που οι άνθρωποι κατέχουν απλώς και μόνον επειδή κατέχουν την ανθρώπινη ιδιότητα, έχουν χειροπιαστή έννοια και υπόσταση μονάχα αν μπορούν να τα απολαύσουν πάνω σ’ ολόκληρη τη γη, και μάλιστα στον τόπο της ελεύθερης επιλογές τους και δίχως περιορισμούς, όλοι οι άνθρωποι, μόνο και μόνο χάρη στο γεγονός ότι είναι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την προέλευση τους ή από άλλες προϋποθέσεις. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, όσο δηλ. ο Κινέζος δεν έχει τα ίδια δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες όπως ο Αμερικανός, ούτε ό Αλβανός τα ίδια δικαιώματα στην Ιταλία όπως ο Ιταλός, θα μπορούμε, αν δεν θέλουμε να διαστρεβλώσουμε την έννοια των λέξεων, να μιλάμε μονάχα για πολιτικά δικαιώματα, όχι όμως για ανθρώπινα. Αυτό που σήμερα ονομάζεται κατ’ ευφημισμόν «ανθρώπινα δικαιώματα» το παρέχει πάντοτε μια κρατικά οργανωμένη πολιτική μονάδα σε όσους διαθέτουν την αντίστοιχη υπηκοότητα, και η ισχύς του μπορεί να διασφαλισθεί με εγγυήσεις μονάχα στο εσωτερικό της εκάστοτε επικράτειας. Κανένα κράτος δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα όποια θεωρούνται ως ανθρώπινα δικαιώματα κατ’ εξοχήν, όπως λ.χ. το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας ή της ελευθερίας του λόγου, μπορούν να ασκούνται έξω από τα δικά του σύνορα. Και αντίστροφα: κανένα κράτος δεν μπορεί, χωρίς να αυτοδιαλυθεί, να δώσει σε όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους ορισμένα δικαιώματα, τα οποία συνήθως λογίζονται ως πολιτικά δικαιώματα, όπως είναι το εκλογικό δικαίωμα ή το δικαίωμα της μόνιμης εγκατάστασης. Με άλλα λόγια: δεν είναι δυνατό να κατέχουν όλοι οι άνθρωποι ως άνθρωποι όλα τα δικαιώματα (είτε αυτά λέγονται στην τρέχουσα ορολογία ανθρώπινα είτε λέγονται πολιτικά δικαιώματα) ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται. Δικαιώματα, τα όποια τα δίνει και τα εγγυάται το κράτος και ισχύουν υπό την επιφύλαξη της ύπαρξης ενός κυρίαρχου κράτους, θα ήταν δυνατό να χαρακτηρισθούν ως ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα αν το κράτος αυτό αναγνώριζε την ιδιότητα του ανθρώπου αποκλειστικά στους υπηκόους του. Αλλά ακόμα κι αν το έκανε αυτό πάλι δεν θα είχε καταφέρει να αναγνωρίζονται οι δικοί του υπήκοοι σε άλλες χώρες ως απόλυτα ισότιμοι πολίτες και ως κάτοχοι οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανθρώπινα δικαιώματα ως ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσε να δώσει μονάχα η ανθρωπότητα ως συντεταγμένο και ενιαίο πολιτικό υποκείμενο. Μονάχα το τέλος του κυρίαρχου κράτους σε όλες τις γνωστές σήμερα μορφές του θα εγκαινίαζε την εποχή των πραγματικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
 
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ορμήθηκε βέβαια από τις πλούσιες χώρες της Δύσης και πρωτοχρησιμοποιήθηκε απ’ αυτές ως πολιτικό εργαλείο, όμως βρίσκει προοδευτικά ευμενή αποδοχή και συνηγόρους στις φτωχές χώρες της Ανατολής και του Νότου, οι οποίες, όπως είναι ευνόητο, τον βλέπουν ως ευπρόσδεκτο μέσο προκειμένου να προβάλλουν τις αξιώσεις τους ως προς την κατανομή τού παγκόσμιου πλούτου και των παγκόσμιων πόρων. Βέβαια, βρίσκονται σε ένα δίλημμα, γιατί nolentes ή volentes δεν είναι σε θέση να πραγματώσουν (πλήρως) στο εσωτερικό τους τις αρχές εκείνες, από την εφαρμογή των οποίων σε διεθνές επίπεδο προσδοκούν την αισθητή βελτίωση της θέσης τους ως εθνών και κρατών. Από τη διελκυστίνδα αυτή τους βοηθεί κάποτε να βγουν η διαδεδομένη και στη Δύση αντίληψη, ότι μόνον η βελτίωση της υλικής τους θέσης θα καταστήσει δυνατή την ηθικοποίηση της εσωτερικής κοινωνικοπολιτικής τους ζωής. Πρέπει να αναμένεται ότι από ενδεχόμενες προόδους προς αυτή την κατεύθυνση θα αντλήσουν το δικαίωμα μεγαλύτερης βοήθειας από μέρους της Δύσης. Έτσι ή αλλιώς, η Δύση θα βρεθεί κάτω από ηθική και πολιτική πίεση, από την οποία δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί εύκολα. Όποιος θέλει να εξηγήσει τη χρεοκοπία τού υπαρκτού σοσιαλισμού με τον ισχυρισμό ότι αυτός δεν μπόρεσε να πραγματώσει ούτε τις εσχατολογικές ούτε τις άμεσες (υλικές) επαγγελίες του, πρέπει και να σκεφθεί στα σοβαρά το ενδεχόμενο, ότι τα έθνη που θέλουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της Δύσης, αλλά δεν θα μπορέσουν να το κάμουν, μέσα στην απογοήτευση τους θα στραφούν τελικά εναντίον της Δύσης και συνάμα εναντίον της οικουμενιστικής ηθικής της. Γιατί θα είναι διατεθειμένα να ερμηνεύσουν την αποτυχία τους ως προδοσία της χορτάτης και εγωιστικής Δύσης προς τις ίδιες της τις αρχές. Στις προσδοκίες που έχει ξυπνήσει η Δύση με την παγκόσμια εξαγωγή του ηθικού της οικουμενισμού λανθάνει ένα εκρηκτικό δυναμικό. Η νίκη των ιδεών της δεν ανακούφισε τη Δύση, αλλά απεναντίας τη φόρτωσε με καθήκοντα και υποθήκες, κάτω απ’ την πίεση των οποίων θα μπορούσε η ίδια να αλλάξει εκ βάθρων.

Η πίεση αυτή θα αυξάνεται αναγκαστικά στον βαθμό που τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα θα ερμηνεύονται υλικά, οπότε mutatis mutandis θα επαναληφθεί ό,τι έγινε για πρώτη φορά στον 19ο αιώνα, όταν οι σοσιαλιστές απαίτησαν την υλική ερμηνεία και πραγμάτωση των τυπικών ελευθεριών και δικαιωμάτων που διακήρυξε η αστική τάξη. Η χριστιανική αντίληψη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αρχικά δεν συνδεόταν με την ιδέα ενός υλικού ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης, ό,τι κι αν λένε σχετικά οι «προοδευτικοί» θεολόγοι. Σύμφωνα όμως με τη σημερινή αντίληψη, το ελάχιστο επίπεδο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και το ελάχιστο καταναλωτικό επίπεδο είναι αδιαχώριστα· όποιος πεθαίνει της πείνας είναι απλώς άνθρωπος δίχως ουσιαστικά δικαιώματα και όχι λ.χ. κάποιος στον οποίο η θεοθέλητη υλική στέρηση δίνει την ευκαιρία να απαλλαγεί εντελώς από τη μέριμνα των υλικών αγαθών. Αν τώρα τα ανθρώπινα δικαιώματα ερμηνευθούν υλικά και συνδεθούν με καταναλωτικές απαιτήσεις, τότε θα πρέπει να έρθουν σε σύγκρουση με την υφιστάμενη σέ παγκόσμιο επίπεδο σπάνη των αγαθών, δηλ. θα μεταβληθούν αναγκαστικά σε όπλα μέσα στον αγώνα κατανομής των περιορισμένων αγαθών. Όποιος ανήκει σ’ ένα πλούσιο έθνος και συνάμα υπερασπίζει τη συνεπή τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα πρέπει να μοιρασθεί τα δικά του ανθρώπινα δικαιώματα με άλλους, άγνωστους ανθρώπους, και απ’ αυτό θα γεννηθεί σίγουρα μια αντιπαράθεση, κατά την οποία θα έρθουν αντιμέτωπα τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεν με τα ανθρώπινα δικαιώματα των δε.
 
Εν πάση περιπτώσει πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι όσο περισσότεροι άνθρωποι επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο ευρύτερη θα γίνεται η ερμηνεία τους. Αυτό σημαίνει με άλλα λόγια ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα απαιτούν όλο και περισσότερα υλικά και πνευματικά αγαθά, πιστεύοντας ότι τους ανήκουν δικαιωματικά. Στο φως αυτής της ακαταμάχητης διαπίστωσης πρέπει να συμφιλιωθούμε με την προοπτική ότι στο μέλλον θα αλλάξει η λειτουργία και η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν μάλιστα ερμηνεύονται υλικά, δεν μπορούν να σημαίνουν το ίδιο πράγμα ανεξάρτητα από το αν την κατοχή και την ενεργό τους άσκηση την απαιτούν ταυτόχρονα και εξ ολοκλήρου δύο, πέντε ή δέκα δισεκατομμύρια άνθρωποι. Τι θα υπαγορεύσει η «αρχή της ευθύνης» μετά τον νέο διπλασιασμό του παγκόσμιου πληθυσμού σε λίγες δεκαετίες, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ξέρει σήμερα με βεβαιότητα. Ως προαίσθηση μελλοντικών τριβών και ως προληπτική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτή κάποια βαλβίδα ασφαλείας πρέπει πάντως να ερμηνευθεί το γεγονός, ότι οι επιταγές της οικουμενικής ηθικής και ιδιαίτερα τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της κρατικής κυριαρχίας. Ακόμα και κράτη που αναγνωρίζουν πλήρως τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα εγγυούνται μέσα στα όρια της επικρατείας τους επιφυλάσσουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να τα αρνηθούν σε ξένους· ήδη οι αρχαίες δημοκρατίες προστάτευαν άγρυπνα την έντονη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους δικούς τους πολίτες και στους ξένους. Η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνδέεται λοιπόν σήμερα -και στο μέλλον θα συνδεθεί ακόμα στενότερα- με την κάποτε απερίφραστη επιθυμία να καθίσει ο φίλτατος συνάνθρωπος στον τόπο του και να χαρεί εκεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του. Μια απεριόριστη εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δηλ. μια συνεπής και νομικά διασφαλισμένη αναγωγή των ανθρώπων στην ανθρώπινη ιδιότητα τους και μόνο, χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν η εθνικότητα και η υπηκοότητα, θα συνεπέφερε αυτόματα την κατάργηση του κυρίαρχου κράτους και όλων των φραγμών στην ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως – ένας αληθινός εφιάλτης για τους κοινοτικούς Ευρωπαίους και τούς Βορειοαμερικανούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπέρμαχοι της οικουμενικής ηθικής, οι όποιοι παρουσιάζονται εξαιρετικά εύγλωττοι όταν πρόκειται για διακηρύξεις άρχων και για πρακτικά μη δεσμευτικές θεωρητικές τριχοτομίες. ίσαμε τώρα δεν μας έχουν πει τίποτε για τις συγκεκριμένες συνέπειες μιας απαρέγκλιτης εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δηλ. των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ανθρώπου και μόνο) σε πλανητικό επίπεδο.

Εφ’ όσον η Δύση μπορεί να εφαρμόσει τα ανθρώπινα δικαιώματα μονάχα με την επιφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, εμπλέκεται σε μιαν αντίφαση, η οποία, καθώς είναι ευνόητο, φαίνεται ακόμα πιο κραυγαλέα και αφόρητη σε όσους χτυπούν την πόρτα της. Η αντίφαση τούτη θα βάθαινε ακόμα περισσότερο αν η Δύση έμπαινε στον πειρασμό να επιβάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα (διάβαζε: τα δικαιώματα που ισχύουν για τους πολίτες της Δύσης) με πολιτικές ή και στρατιωτικές επεμβάσεις σε άλλα μέρη τού κόσμου. Γιατί τέτοιες επεμβάσεις θα γίνονταν κατ’ ανάγκην επιλεκτικά (μια εκστρατεία εναντίον της Κίνας λ.χ. θα ήταν αδιανόητη) και έτσι γρήγορα θα καταντούσαν αναξιόπιστες· θα έπρεπε μάλιστα να αναμένεται ότι φανατισμένες μάζες σε χώρες όπως π.χ. το Ιράν θα πρόβαλαν το σύνθημα «Κάτω τα ανθρώπινα δικαιώματα!» ακριβώς με την ίδια έννοια που οι Ισπανοί μαχητές εναντίον τού Ναπολέοντα φώναζαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα «Κάτω η ελευθερία!». Πέρα απ’ αυτό, μακροπρόθεσμα δεν είναι δυνατό να παραβιάζει κανείς την κρατική κυριαρχία των άλλων στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συνάμα περιχαρακώνει τη δική του κρατική κυριαρχία ενάντια σε ό,τι άλλοι θεωρούν ως τα δικά τους ανθρώπινα δικαιώματα. Με άλλα λόγια, η Δύση θα εξαναγκασθεί να αντισταθμίσει την επιβολή των τυπικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες με παραχωρήσεις προς την υλική ερμηνεία των ίδιων αυτών ανθρωπίνων δικαιωμάτων – και να πληρώσει για το αντιστάθμισμα τούτο. Κοντολογίς, το πρώτο καθήκον του απελευθερωτή θα είναι να θρέψει τούς απελευθερωμένους.
 
Υπάρχει ένας ακόμη βαθύτερος λόγος, για τον οποίο οι εντάσεις στο ανθρώπινο σύμπαν πιθανότατα θα αυξηθούν – και μάλιστα όχι παρά τη διάδοση των άρχων της οικουμενικής ηθικής αλλά παράλληλα μ’ αυτήν. Η ηθικά-κανονιστικά φορτισμένη λέξη «άνθρωπος» λειτουργούσε γλωσσικά ως τιμητικό επίθετο όσο την αντιπαρέθετε κανείς σε άλλα επίθετα, τα όποια φαίνονταν απλώς να υποδηλώνουν ιστορικά προσδιορισμένους, καταργήσιμους και καταργητέους διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων· στη γλώσσα του ηθικού οικουμενισμού «άνθρωπος» σήμαινε πάντοτε κάτι ευγενέστερο και υψηλότερο σε σύγκριση με λέξεις όπως Ιουδαίος και Έλλην, χριστιανός και εθνικός, λευκός ή μαύρος, κομμουνιστής ή φιλελεύθερος. Από τη στιγμή όμως που θα εκλείψουν όλες οι μερικές έννοιες, όσες έχουν κατά καιρούς αντιπαρατεθεί στην καθολική έννοια «άνθρωπος», η λέξη «άνθρωπος» δεν θα αποτελεί πια επίθετο, δηλ. δεν θα υποδηλώνει πια κάποια ανώτερη ιδιότητα, παρά θα μετατραπεί σ’ ένα ουσιαστικό που θα κατονομάζει απλώς ένα ορισμένοι ζωικό είδος. Οι άνθρωποι θα αποκαλούνται όλοι «άνθρωποι». ακριβώς όπως τα λιοντάρια λέγονται λιοντάρια και τα ποντίκια-ποντίκια χωρίς άλλον εθνικό ή ιδεολογικό διαφορισμό. Ίσως να φαίνεται παράδοξο, όμως είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος ξεχώρισε από όλα τα άλλα ζωικά είδη ακριβώς επειδή δεν ήταν άνθρωπος και μόνο, χωρίς κανένα άλλο κατηγόρημα. Όχι μόνο γεννήθηκε ο πολιτισμός χάρη στην υπέρβαση της γυμνές ανθρώπινης ιδιότητας και στη βαθμιαία απόκτηση ιστορικά προσδιορισμένων κατηγορημάτων, αλλά επίσης οι αντιθέσεις και οι αγώνες ανάμεσα στους ανθρώπους προσέλαβαν, χάρη ακριβώς στην παρουσία και στην επήρεια των κατηγορημάτων αυτών, συναισθηματικές και ιδεολογικές διαστάσεις που πήγαιναν πολύ παραπέρα από τον κόσμο τού ζώου. Γι’ αυτό και δεν αποκλείεται ότι η συρρίκνωση του ανθρώπου στην ανθρώπινη ιδιότητα του και μόνο θα εγκαινιάσει και θα συνοδεύσει μιαν εποχή, όπου οι άνθρωποι θα είναι αναγκασμένοι να πολεμήσουν για αγαθά απολύτως απαραίτητα για τη στοιχειώδη επιβίωση του ζωικού είδους «άνθρωπος» – στη χειρότερη περίπτωση για αέρα και νερό. Σύμφωνα με ένα γνωστό παράδοξο της ιστορικής δραστηριότητας των ανθρώπων, η επιβολή της οικουμενικής ηθικής θα γεννήσει τότε συνέπειες ολότελα διαφορετικές από τις επιθυμούμενες.
 
Ίσως περιττεύει να διευκρινίσουμε κλείνοντας ότι οι σκέψεις αυτές δεν σημαίνουν πως ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φταίει για όλα τα κακά ή πως η υιοθέτηση ενός ηθικού σχετικισμού θα ήταν η κατάλληλη λύση για τις μεγάλες απορίες της πλανητικής μας ιστορίας. Τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, και ο δρόμος αυτός καθορίζεται από ιδέες -με την έννοια αυτοτελών δυνάμεων που παρεμβαίνουν από τα έξω σ’ ένα γίγνεσθαι κι είναι ικανές να το κατευθύνουν-πολύ λιγότερο απ’ όσο θέλουν να πιστεύουν (ή όσο θέλουν να κάμουν τούς άλλους να πιστέψουν) οι παραγωγοί και οι καταναλωτές ιδεών. Ωστόσο η συντελούμενη επικράτηση τού οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παραμένει ενδεικτική για ουσιώδεις πολιτικές εξελίξεις – και καλύτερα να σκέφτεται κανείς πάνω στις εξελίξεις αυτές παρά να μη σκέφτεται.
 
Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική Πολιτική Μετά Τον Ψυχρό Πόλεμο

Αγάπη και ψυχικά τραύματα

Τα περισσότερα τραύματα προκαλούνται από την απώλεια, το θάνατο, το διαζύγιο, την αρρώστια, τις οικονομικές δυσκολίες ή τις διαλυμένες φιλίες.

Δεν υπάρχει ζωή που να είναι απαλλαγμένη από τέτοιες οδυνηρές εμπειρίες. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να τις αποφύγουμε. Αποτελούν μέρος της πραγματικότητας της ύπαρξης.

Το ψυχικό τραύμα απειλεί τη γενική ισορροπία μας, ειδικά όταν η απώλεια είναι αμετάκλητη. Αυτό που κάποτε ήταν αποδεκτό ως συνηθισμένο και προβλέψιμο μοιάζει ξαφνικά παράξενο και ανησυχητικό.

Χρειάζεται χρόνος για να αποδεχτούμε το τελεσίδικο μιας απώλειας. Η προσπάθεια προσαρμογής σε μια ζωή που δε θα είναι ποτέ πια η ίδια μπορεί να αποκαλύψει αδυναμίες που κρύβαμε μέσα μας – συχνά χρειάζεται μεγάλο κουράγιο για να προσαρμοστούμε και να συνεχίσουμε. Μπορεί όμως να αποκαλύψει και δυνάμεις που ποτέ δε φανταζόμασταν ότι διαθέταμε.

Ωστόσο, η πρώτη και πιο συνηθισμένη αντίδραση στην απώλεια είναι να οικτίρουμε τον εαυτό μας και να θεωρούμε υπεύθυνο για την ατυχία μας κάποιον – ή κάτι – άλλο. Κατηγορούμε πάντα τους άλλους, την κοινωνία ή αγαπημένα μας πρόσωπα – οτιδήποτε μας βολεύει. Στην πραγματικότητα, όταν αναλαμβάνουμε την ευθύνη να ξεπεράσουμε ένα ψυχικό τραύμα, γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας και πετυχαίνουμε μεγαλύτερη αποδοχή της ζωής.

Μια περίοδος πόνου, απώλειας ή απελπισίας μπορεί να γίνει το γόνιμο έδαφος για ένα άνοιγμα προς τον εαυτό μας, να μας βγάλει από την άγνοιά μας και να εξαλείψει τις λανθασμένες αντιλήψεις μας.

Το μόνο τραύμα που παραμένει είναι αυτό που υπομένουμε χωρίς θετική αλλαγή.

Με τον καιρό, ο πόνος καταλαγιάζει, οι πληγές επουλώνονται και ανακαλύπτουμε μια εξαιρετικά σημαντική αλήθεια: ό,τι τελικά απομένει είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε – η ίδια η ζωή.

Όποιος επιθυμεί την πραγματοποίηση των στόχων του, δε μπλέκει σε ένα παιχνίδι ανάθεσης ευθυνών

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι έχουν την τάση να ρίχνουν το φταίξιμο στους άλλους όταν κάτι δε πάει καλά. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι συνηθίζουν να κατηγορούν τους εαυτούς τους όταν τα αποτελέσματα μιας πράξης δεν είναι τα επιθυμητά ακόμη κι όταν τα πράγματα δεν ελέγχονται από τους ίδιους. Το σύνηθες για τους περισσότερους ανθρώπους είναι οι παραπάνω συμπεριφορές να εναλλάσσονται αναλόγως το μερίδιο ευθύνης που κάποιος πιστεύει ότι αναλογεί στον ίδιο ή στους άλλους.

Η προσωπικότητα και η υποκειμενική αντίληψη κάθε φορά της κατάστασης για όλα τα παραπάνω αποτελούν υποκειμενικούς παράγοντες αξιολόγησης για την ευθύνη που αναλογεί κάθε φορά στον καθένα. Αντισταθμιστικά της υποκειμενικής αντίληψης περί ευθύνης του καθενός δρα η «αντικειμενική ευθύνη» μέσω του νομικού πλαισίου το οποίο κάθε κοινωνία θεσπίζει με σκοπό να επιτυγχάνεται στο μέτρο του δυνατού η ειρηνική συμβίωση των πολιτών της και ο ισότιμος καταμερισμός των αγαθών.

Η ρευστότητα η οποία γεννάται, όμως, όταν μια μικρή αλλαγή μπορεί να τροποποιήσει τη σταθερότητα μιας κατάστασης την οποία ένας νόμος θεωρεί ότι πρεσβεύει μέσω της «ξύλινης» γλώσσας του, γεννά πολλές φορές μια εσωτερική σύγκρουση για όσους προσπαθούν να επιτύχουν τις προσωπικές τους επιθυμίες χωρίς να παρεκκλίνουν από τις κοινωνικές νόρμες.

Ο τρόπος για να ξεπεραστεί μια τέτοιου είδους εσωτερική σύγκρουση βρίσκεται πέρα από την ανάληψη ή όχι της προσωπικής ευθύνης ή της μετάθεσής της σε κάποιο νομικό πλαίσιο. Όποιος επιθυμεί την πραγματοποίηση των στόχων του, δε μπλέκει σε ένα παιχνίδι ανάθεσης ευθυνών μέσα από το οποίο επεξεργάζεται άλλες ασυνείδητες ανάγκες του αλλά βρίσκει τρόπους να προσαρμόζεται σε κάθε μεταβαλλόμενο δημιουργηθέν πλαίσιο.

Μια τέτοια συμπεριφορά μπλέκει την ατομική ευθύνη χωρίς να χρησιμοποιεί στατικούς όρους για να την περιγράψει. Η έννοια της ατομικής ευθύνης αποκτά αξία όχι μέσω του αποτελέσματος μιας πράξης αλλά από τη συμπεριφορά η οποία έπεται και αναδεικνύει την αξία της σχετικά με το τι ο καθένας κάνει για τον εαυτό του από τη στιγμή που αναγνωρίζει το αποτέλεσμα μιας πράξης.

Η έννοια της ευθύνης απέναντι στο αποτέλεσμα μιας πράξης καταλήγει να είναι η δυναμική όσο και συνεχής προσπάθεια προσωπικής προσαρμογής εντός ενός ηθικού κοινωνικού πλαισίου μέσα από το οποίο αναζητείται η κατάκτηση των προσωπικών προσδοκιών.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός.Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα

Να δίνεις. Μοιράσου ό,τι μπορείς. Και να θυμάσαι, δεν κάνω κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στα μικρά και στα μεγάλα πράγματα. Αν μπορείς να χαμογελάς με όλη σου την καρδιά, αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου και να του χαμογελάσεις, τότε αυτό είναι μια δημιουργική πράξη, μια πράξη σπουδαίας δημιουργικότητας. Απλώς κοιτάζεις έναν άνθρωπο με τρυφερό βλέμμα κι αλλάζεις ολόκληρο τον κόσμο του ανθρώπου.

Να είσαι δημιουργικός. Μη δίνεις σημασία στο τι κάνεις – έχει κανείς να κάνει πολλά πράγματα κάνε όμως το κάθε τι με δημιουργικότητα, με αφοσίωση. Τότε, η δουλειά σου γίνεται προσευχή και οτιδήποτε κάνεις, είναι προσφορά στο βωμό.

Παράτα όλες τις πεποιθήσεις που είναι μη δημιουργικές. Ξέρω πώς έχουν δημιουργηθεί εκείνες οι πεποιθήσεις. Μπορεί να μην έχεις κερδίσει χρυσό μετάλλιο στο πανεπιστήμιο, μπορεί να μην ήσουν ο κορυφαίος στην τάξη σου, η ζωγραφική σου μπορεί να μην έχει βραβευτεί, όταν παίζεις φλάουτο, οι γείτονες μπορεί να φωνάζουν την αστυνομία! Εξαιτίας όμως αυτών των πραγμάτων, μην έχεις τη λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν είσαι δημιουργικός.

Μπορεί να οφείλεται στο ότι μιμείσαι τους άλλους. Οι άνθρωποι έχουν μια πολύ περιορισμένη ιδέα για το τι είναι δημιουργικότητα — το να παίζεις κιθάρα ή φλάουτο ή το να γράφεις ποιήματα. Έτσι, οι άνθρωποι γράφουν σκουπίδια στο όνομα της ποίησης. Πρέπει να ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις και τι είναι αυτά που δεν μπορείς να κάνεις. Κανένας δεν μπορεί να κάνει τα πάντα! Πρέπει να αναζητήσεις και να ανακαλύψεις το πεπρωμένο σου εσύ ο ίδιος. Πρέπει να ψηλαφίσεις μέσα στο σκοτάδι, το ξέρω. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο το τι είναι το πεπρωμένο σου, έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που χρειάζεται να ψάξει κανείς γι’ αυτό. Με την ίδια την αναζήτηση, κάτι ωριμάζει μέσα σου.

Αν με το που ερχόσουν στον κόσμο, σου δινόταν ένας χάρτης της ζωής σου, που να έγραφε, «αυτή θα είναι η ζωή σου — θα γίνεις κιθαρίστας,» τότε η ζωή σου θα ήταν κάτι μηχανικό. Μόνο για μια μηχανή μπορείς να προβλέψεις τι θα κάνει, όχι για έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός. Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα. Πολλές πόρτες ανοίγουν και σε κάθε βήμα είναι παρούσες πολλές εναλλακτικές. Κι εσύ πρέπει να επιλέξεις, πρέπει να αισθανθείς. Αν όμως αγαπάς τη ζωή σου, θα είσαι σε θέση να το βρεις.

Αν δεν αγαπάς τη ζωή σου και αγαπάς κάτι άλλο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν αγαπάς το χρήμα και θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς να γίνεις δημιουργικός. Η ίδια η φιλοδοξία για το χρήμα πρόκειται να καταστρέψει τη δημιουργικότητά σου.

Αν θέλεις να είσαι διάσημος και θέλεις να είσαι δημιουργικός, τότε ξέχνα τη δημιουργικότητα. Η διασημότητα έρχεται πιο εύκολα αν είσαι καταστροφικός.

Αν θέλεις διασημότητα, μη μιλάς για δημιουργικότητα. Εγώ δεν λέω ότι η διασημότητα δεν έρχεται ποτέ σε έναν άνθρωπο που είναι δημιουργικός. Έρχεται όμως σπάνια, πολύ σπάνια. Είναι κάτι τυχαίο και παίρνει πολύ χρόνο. Σχεδόν πάντοτε συμβαίνει να έρχεται η διασημότητα όταν ο δημιουργικός άνθρωπος έχει πεθάνει. Έρχεται πάντοτε καθυστερημένη. Παίρνει χρόνο.

Όσο σπουδαιότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο χρόνο παίρνει στους ανθρώπους να τον αναγνωρίσουν, επειδή όταν γεννιέται ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν υπάρχουν τα κριτήρια για να τον κρίνουν. Εκείνος δημιουργεί τις δικές του αξίες. Μέχρι να δημιουργήσει εκείνες τις αξίες, έχει πεθάνει. Παίρνει εκατό χρόνια για να αναγνωριστεί ένας δημιουργικός άνθρωπος κι ακόμη και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί πραγματικά. Υπήρξαν πολλοί δημιουργικοί άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν αναγνωριστεί ποτέ. Το να είναι πετυχημένος ένας δημιουργικός άνθρωπος είναι συμπτωματικό. Περισσότερο βέβαιη είναι η επιτυχία για έναν άνθρωπο που δεν είναι δημιουργικός, που είναι καταστροφικός.

Σε μια άπληστη κοινωνία η φιλανθρωπία παρακινείται από τον οίκτο, ενώ σε μια συμπονετική κοινωνία παρακινείται από το καθήκον

O Γκάντι είπε ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ταλέντο, το οποίο αποκτούν μέσω της μόρφωσης ή της κληρονομιάς. Λόγω του ανεξάρτητου και εγωιστικού τρόπου ζωής που έχουν επιλέξει, πιστεύουμε ότι το ταλέντο μας ΑΝΗΚΕΙ και, συνεπώς το εκμεταλλευόμαστε για το προσωπικό μας όφελος και για την εκπλήρωση των δικών μας φιλοδοξιών. Ο Γκάντι πίστευε ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν μεγαλύτερο καλό αλλάζοντας απλώς τη συμπεριφορά τους και θεωρώντας ότι είναι Κηδεμόνες και όχι Ιδιοκτήτες του ταλέντου τους.

Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη αλλαγή μας κάνει να περνάμε από την απληστία στη συμπόνια. Σε μια άπληστη κοινωνία η φιλανθρωπία παρακινείται από τον οίκτο, ενώ σε μια συμπονετική κοινωνία παρακινείται από το καθήκον. Η διαφορά των δύο είναι ότι όταν δίνουμε από οίκτο, το κάνουμε για εγωιστικούς λόγους ενώ όταν δίνουμε από καθήκον, το κάνουμε για ανιδιοτελείς λόγους. Για παράδειγμα, ταΐζουμε τους φτωχούς και τους προσφέρουμε ρούχα ή ακόμα και χρήματα κάποιες φορές. Παρόλο που αυτό καλύπτει τις άμεσες ανάγκες τους, τούς κάνει να εξαρτώνται για πάντα από τη φιλανθρωπία ώστε να επιβιώνουν. Η φιλανθρωπία μας συμβάλλει στην οικονομική καταπίεση που νιώθουν. Το κάνουμε αυτό για πολλούς λόγους. Πρώτον, επειδή νιώθουμε οίκτο γι’ αυτά που αναγκάζονται να υποφέρουν, δεύτερον, γιατί οι θρησκευτικοί ηγέτες μας λένε να κάνουμε το καλό ώστε να εξασφαλίσουμε τη θέση μας στον Παράδεισο και τρίτον, γιατί είναι ο πιο εύκολος, λιγότερο χρονοβόρος τρόπος να κάνουμε φιλανθρωπία.

Αυτό που προφανώς αγνοούμε είναι το γεγονός ότι μέσω της φιλανθρωπίας μας δεν καταπιέζουμε μόνο τούς φτωχούς, αλλά καταστρέφουμε και τον λίγο αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση που μπορεί να διαθέτουν. Η φτώχεια είναι καταπιεστική, ένας καρκίνος που καταστρέφει την ψυχή των κοινωνιών.

Γινόμαστε επικριτικοί και καταδικάζουμε τους φτωχούς ως ανθρώπους που ποτέ δεν θα γίνουν κάτι στην ανταγωνιστική κοινωνία. Όπως γνωρίζουμε όλοι εκ πείρας, αν ένα ψέμα επαναλαμβάνεται αρκετό καιρό, γίνεται αποδεκτό ως πραγματικότητα και το πιστεύει ακόμα και το θύμα. Σύμφωνα με τον Γκάντι, το μόνο που χρειαζόμαστε για να γίνουμε συμπονετικοί και να κάνουμε το καθήκον μας σαν καλοί πολίτες είναι να αποδεχτούμε ότι τα ταλέντα και οι πηγές δεν μας ανήκουν και ότι απλώς είμαστε κηδεμόνες αυτών των πολύτιμων δώρων. Τότε η συμπόνια θα ανοίξει τις καρδιές μας στην αγωνία του πόνου της ανθρωπότητας και θα μας βοηθήσει να βρούμε τρόπους να εξαλείψουμε τη φτώχεια και την άγνοια.

Ένα σχετικό παράδειγμα είναι αυτό του δόκτορος Ρατζέντρα Σιν, του γιατρού που ξεκίνησε την καριέρα τον στο Τμήμα Υγείας του Ρατζαστάν στην κεντρική Ινδία. Μετά από μερικά χρόνια κουράστηκε με τη γραφειοκρατία κι έτσι παραιτήθηκε και μετακόμισε σε ένα χωριό στη μέση της άγονης περιοχής του κράτους. Αφού τακτοποιήθηκε και ξεκίνησε την πρακτική του, ήρθε ένας σοφός γέροντας του χωριού και άλλαξε εντελώς τη ζωή του δόκτορος Σιν. «Μη χάνεις τον καιρό σου με φάρμακα και εκπαίδευση για τους φτωχούς», είπε. Και ο γέροντας πρόσθεσε: «Αυτό που χρειαζόμαστε σε αυτή την περιοχή είναι νερό, διότι δίχως αυτό όλα θα καταστραφούν».

«Καταλαβαίνω», είπε ο δόκτωρ Σιν. «Αλλά πού θα βρω νερό;» Ο γέροντας πήρε τον δόκτορα Σιν για μια βόλτα στην περιοχή και του έδειξε ότι το λιγοστό νερό τnς βροχής κυλούσε στις πλαγιές των βουνών και χανόταν στις πεδιάδες. «Δεν υπάρχει τίποτα να συγκρατεί το νερό», εξήγησε ο γέροντας και πρόσθεσε, «το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μερικά φράγματα σε στρατηγικά σημεία που θα συγκρατούν το νερό». «Αφού ξέρεις τόσο πολλά, γιατί δεν το κάνεις με τη βοήθεια των χωρικών;» Με θλιμμένη φωνή ο σοφός γέροντας απάντησε: «Αν μιλήσω εγώ στους χωρικούς γι’ αυτό, θα γελάσουν και Θα με περάσουν για τρελό. Είμαι σίγουρος πως αν τους το πεις εσύ, θα σε ακούσουν».
Μερικές εβδομάδες αργότερα ο σοφός γέροντας πέθανε και ο δόκτωρ Σιν αντιμετώπισε το εξής δίλημμα: να αφήσει το όνειρο του γέροντα να αποτεφρωθεί μαζί με το σώμα του ή να κάνει κάτι για να το πραγματοποιήσει;

Ο δόκτωρ Σιν αποφάσισε να μεταδώσει στους χωρικούς τη σοφία του γέροντα. Βρήκε βιβλία για το πώς να συλλέγει το νερό και στη δική του γη έφτιαξε ένα μικρό φράγμα από χώμα και όταν έπεσαν οι πρώτες βροχές, αντί το νερό να χαθεί στις πεδιάδες, συγκεντρώθηκε δημιουργώντας μια μικρή λίμνη. Οι χωρικοί το είδαν και πήγαν στον δόκτορα Σιν για βοήθεια. Έτσι ξεκίνησε μια πραγματική επανάσταση. Σήμερα η περιοχή είναι γεμάτη φράγματα, η στάθμη του νερού έχει ανέβει σημαντικά και πάνω από 1.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης που μέχρι τότε αποτελούσαν έρημο τώρα είναι κατάφυτα και έχουν μεταμορφώσει τη μορφολογία τον τόπου. Οι αγρότες παίρνουν τρεις και τέσσερις σοδειές τον χρόνο αντί μία, που κυριολεκτικά αναγκάζονταν να βγάλουν με το ζόρι από το έδαφος.

Ο Γκάντι θεωρεί πολιτισμένο κόσμο έναν κόσμο όπου όλοι ζουν αρμονικά, καθοδηγούνται από τη συμπόνια και βλέπουν την κοινωνία σαν μια μεγάλη παγκόσμια οικογένεια. Πολλοί έχουν απορρίψει αυτή τη θεωρία ως μια μάταιη ιδέα, που απορρίπτει την ικανότητα κάποιου να είναι καλός και να κάνει το καλό. Έτσι σκέφτονται αυτοί που δεν πιστεύουν στην καλοσύνη των ανθρώπων. Σε κάθε πολιτισμένη χώρα, ο νόμος βασίζεται στη Θεωρία ότι ένας άνθρωπος είναι αθώος μέχρι να αποδειχτεί ένοχος, ωστόσο στην πραγματικότητα πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο – όλοι είναι ένοχοι μέχρι να αποδειχθούν καλοί. Όπως είπε ο Γκάντι: Ένας πολιτισμός δεν μετριέται σύμφωνα με τον πλούτο μιας χώρας ή του λαού της, αλλά σύμφωνα με το καλό που μπορεί να κάνει για τους λιγότερο τυχερούς, μη πετώντας τους ψίχουλα, αλλά με το να μοιράζεται μαζί τους τις περιορισμένες πηγές που διαθέτει.

Μαχάτμα ΓΚΑΝΤΙ, Περί ζωής

Ο Κρόνος έγινε ο νέος «βασιλιάς» του ηλιακού συστήματος - Ξεπέρασε τον Δία σε αριθμό φεγγαριών

Ο Δίας παραμένει ο «βασιλιάς» του ηλιακού μας συστήματος από άποψη μεγέθους, αλλά ο Κρόνος ανακηρύχτηκε πια «βασιλιάς των φεγγαριών». Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν 20 άγνωστους έως τώρα μικρούς δορυφόρους του Κρόνου, ανεβάζοντας σε 82 τον αριθμό των γνωστών φεγγαριών του πλανήτη, ο οποίος ξεπέρασε και τον Δία, που έχει 79. Έτσι, ο Κρόνος κατέχει αυτός πλέον το ρεκόρ του πλανήτη με τους περισσότερους δορυφόρους στο ηλιακό σύστημα μας.

Και τα 20 νέα φεγγάρια του Κρόνου είναι πολύ μικρά, με διάμετρο περίπου πέντε χιλιομέτρων. Από αυτά, τα 17 έχουν ανάδρομη τροχιά, δηλαδή κινούνται γύρω από τον Κρόνο σε αντίθετη κατεύθυνση από την φορά της περιστροφής του πλανήτη τους. Τα 17 αυτά φεγγάρια χρειάζονται πάνω από τρία γήινα χρόνια για να ολοκληρώσουν μια περιφορά πέριξ του Κρόνου. Ένα από αυτά είναι ο πιο μακρινός δορυφόρος του Κρόνου που έχει βρεθεί.

Από τα τρία φεγγάρια που κινούνται στην ίδια κατεύθυνση με τον Κρόνο, τα δύο χρειάζονται περίπου δύο γήινα χρόνια για μια πλήρη περιφορά και το τρίτο πάνω από τρία χρόνια. Οι νέοι δορυφόροι πιθανώς αποτελούν απομεινάρια κάποιου παλαιότερου μεγάλου φεγγαριού που καταστράφηκε μετά από πρόσκρουση με άλλο σώμα.

Οι ερευνητές από τα πανεπιστήμια Καλιφόρνια-Λος 'Αντζελες (UCLA) και Χαβάης, καθώς και το Ινστιτούτο Επιστημών Κάρνεγκι της Ουάσιγκτον, με επικεφαλής τον αστρονόμο Σκοτ Σέπαρντ, χρησιμοποίησαν το τηλεσκόπιο Σουμπαρού της Χαβάης για να κάνουν την ανακάλυψη, η οποία ανακοινώθηκε και από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση.

Ο Σέπαρντ είχε ανακαλύψει 12 νέους δορυφόρους του Δία το 2018. Το Ίδρυμα Κάρνεγκι ανακοίνωσε ότι θα διοργανώσει διαγωνισμό για να δώσει την ευκαιρία στο κοινό να προτείνει ονόματα για τους νέους δορυφόρους του Κρόνου.

Διαστημόπλοιο σε σχήμα ντόνατ θα ταξιδέψει στην άκρη του ηλιακού μας συστήματος

Μια ομάδα Ρώσων επιστημόνων αναπτύσσει ένα διαστημόπλοιο σε σχήμα ντόνατ, το οποίο θα μπορεί να φτάσει στις απομακρυσμένες γωνίες του ηλιακού μας συστήματος σε χρόνο ρεκόρ, λαμβάνοντας ενέργεια απευθείας από τον Ήλιο.

Η επαναστατική μέθοδος, δε, του συγκεκριμένου σκάφους, να τροφοδοτείται με «καύσιμα» κατευθείαν από τον Ήλιο, θα του επιτρέψει να ξεπεράσει -κατά πολύ- ακόμη και τα πιο γρήγορα διαστημόπλοια που έχει κατασκευάσει ποτέ ο άνθρωπος, ενώ αναμένεται να ρίξει «φως» στην προέλευση των κομητών, αλλά και να επιβεβαιώσει φυσικές θεωρίες, όπως τη Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν! 

Στο μεσαίο τμήμα του σκάφους θα υπάρχει μία πλάκα με τη μορφή ντόνατ, το οποίο θα είναι, ουσιαστικά, ένα ηλιακό πανί, η ουσία του οποίου θα εξατμίζεται όσο πλησιάζει τον Ήλιο, λαμβάνοντας, έτσι, ακόμα περισσότερη ενέργεια, προκειμένου να καταφέρει να φτάσει μέχρι το Νέφος του Όορτ, στο οποίο πιστεύεται ότι δημιουργούνται οι κομήτες.

«Η διάρκεια των πτήσεων προς άλλα αστέρια είναι ασύλληπτη. Το Voyager 1, για παράδειγμα, που εκτοξεύτηκε το 1977, θα κάνει 300 χρόνια να φτάσει στο Νέφος του Όορτ! Το πανί μας μπορεί να φτάσει σε 20-30 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι εμείς, ή η επόμενη γενιά, θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε στοιχεία για το πώς δημιουργούνται οι κομήτες και θα εξετάσουμε ό,τι έχει απομένει από τη δημιουργία του ηλιακού μας συστήματος πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια», τόνισε η καθηγήτρια Διαστημικής Μηχανικής, Όλγκα Σταρίνοβα, του Πανεπιστημίου της Σαμάρα.

Οι επιστήμονες θεωρούν πως θα μπορέσουν να επαληθεύσουν διάφορες θεωρίες της Φυσικής, όπως η περίφημη Θεωρία της Σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν, αλλά και να «ζεστάνουν» με αυτόν, τον καινοτόμο τρόπο, τον πλανήτη Άρη, ο οποίος, μακροπρόθεσμα, ίσως γίνει κατοικήσιμος.

Η τεχνολογία E-Sail (ηλιακό πανί), πάντως, «συστήθηκε» πριν λίγα χρόνια από τη NASA και υπόσχεται να μειώσει δραστικά τη χρονική διάρκεια των μη επανδρωμένων αποστολών. Το πλεονέκτημά της είναι ότι θα αξιοποιεί τον ηλιακό άνεμο, δηλαδή τη σταθερή ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπει ο Ήλιος. Οι Ρώσοι φαίνεται, ωστόσο, ότι θέλουν να κάνουν πράξη τη θεωρία.

Στην πραγματικότητα, εξάλλου, το σύστημα E-Sail δεν μοιάζει με πανί, αφού παραπέμπει σε μια τεράστια ομπρέλα που δεν διαθέτει πανί, αλλά μόνο τα ακτινωτά στηρίγματά της -10 με 20 ακτίνες από αλουμίνιο και πολύ μεγάλο μήκος, έως 20 χιλιόμετρα.

Με εξαιρετικά μικρό πάχος, το οποίο δεν θα ξεπερνά αυτό ενός συνδετήρα, οι ακτίνες θα παραμένουν τεντωμένοι λόγω των φυγόκεντρων δυνάμεων που θα αναπτύσσονται με την αργή περιστροφή του σκάφους.

Όπως στη Γη, που ένα πλοίο κινείται καθώς ο άνεμος ωθεί το ιστίο του προς τα εμπρός, έτσι και στο διάστημα, το σκάφος θα κινείται από τη δύναμη που θα δέχεται το E-Sail από τον ηλιακό άνεμο.

Ποιοτική Υποβάθμιση

Μια νέα τεχνολογική πραγματικότητα
 
Οι τελευταίες δεκαετίες και η έξαρση της χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης φέρνει διαυγέστερα στην επιφάνεια γνωσιολογικά και ηθικά προβλήματα, τα οποία μέχρι πρότινος, μολονότι υπήρχαν, δεν γίνονταν αμέσως καταληπτά από την απλή παρατήρηση ενός σκεπτόμενου ανθρώπου. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δρουν ως παράγοντες εμφατικοί κάποιων εγγενών προβλημάτων της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και της ατομικής ιδιαιτερότητας του κάθε πολίτη.
 
Αυτή η θεώρηση από μόνη της ως ένα σημείο μπορεί να εκληφθεί από ορισμένους ως «απενοχοποιητική» για τα σύγχρονα ΜΜΕ, καθώς αυτά από μόνα τους δεν αποτελούν τη ρίζα των σημαντικότερων προβλημάτων μας. Ωστόσο, επειδή ακριβώς δρουν ως παράγοντες που δίνουν έμφαση στο κακό, κάνοντάς το χειρότερο, αλλά και στο καλό, κάνοντάς το καλύτερο, μας φέρνουν ξεκάθαρα ενώπιον των ευθυνών μας.
 
Τώρα πλέον δεν έχουμε την πολυτέλεια να αγνοήσουμε προβλήματα που μέχρι σήμερα δεν θα μπορούσαν να μας αγγίξουν. Τώρα πλέον ο ηλεκτρονικός τρόπος επικοινωνίας απλώνεται σε πολλαπλούς τομείς της ζωής, σε ψυχαγωγία, καθημερινή πρακτική και εργασία, οδηγώντας μας σε προβληματισμό πάνω σε ζητήματα που μέχρι σήμερα δεν μας απασχολούσαν (Ariss et al, 2002).
 
Πέρα από αυτό όμως, μήπως και η αλλαγή των διαστάσεων της αξιολογικής και περιγραφικής πραγματικότητας, αποτελεί στη βάση της ένα σημαντικό πρόβλημα; Η τόσο κραυγαλέα διάδοση των ηλεκτρονικών ΜΜΕ λειτουργεί ως καταλύτης που μπορεί εύκολα να άρει την απροθυμία συλλογισμού πάνω σε ένα ευρέως προβαλλόμενο πρόβλημα ή φαινόμενο.
 
Το γεγονός αυτό πολλές φορές τυγχάνει εκμετάλλευσης από το ίδιο το μέσο με ιδιοτελείς σκοπούς, πράγμα σύνηθες στις ανταγωνιστικές εμπορικές επιχειρήσεις μιας δυτικής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Έτσι για παράδειγμα, η υπερβολική έμφαση σε ένα πρόβλημα ή φαινόμενο, το οποίο, απόντων των μέσων ενημέρωσης, θα ήταν ήσσονος σημασίας, δημιουργεί μία νέας μορφής πραγματικότητα, όπου και το πιο ασήμαντο πράγμα, μπορεί να πάρει τερατώδεις διαστάσεις.
 
Επομένως ο εμφατικός ρόλος των ΜΜΕ, μολονότι τις περισσότερες φορές δεν αλλοιώνει την αξιολογική ουσία ενός προβλήματος ή φαινομένου (κάτι που θεωρείται κοινώς κακό, τις περισσότερες φορές εξακολουθεί και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο), αλλοιώνοντας της διαστάσεις του, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα, ένα νέο στερέωμα ιδεών, αντιλήψεων, προτύπων και τρόπων ζωής (Kubey, 1990).
 
Ενώ δηλαδή η λέξη «ενημέρωση» εξορισμού πηγάζει από την εμπειρική πραγματικότητα και την περιγραφική της ανάλυση, τώρα μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο, ξένο από την ουσία της: την καλλιέργεια νέων τάσεων και συνηθειών, την αλλαγή του τρόπου αντίληψης για τα πράγματα, την ολοκληρωτική οικοδόμηση ενός νέου κόσμου, μιας νέας πραγματικότητας (Bourdieu, 2001).
 
Επειδή μάλιστα η εμπορική φύση των μεγαλύτερων ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης είναι δεδομένη, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε μια στενή παρακολούθηση του ενός ηλεκτρονικού μέσου στο άλλο, πράγμα που οδηγεί στην υιοθέτηση μιας γραπτής ή άγραφης νόρμας που καθορίζει κοινές στρατηγικές και ομογενοποιήσεις που αφορούν τη λειτουργία και τη δράση τους, παγιώνοντας νοοτροπίες: Αν κάποια μικρά αγόρια αφεθούν να παρακολουθήσουν συστηματικά τηλεοπτικές παραγωγές οι οποίες προβάλλουν έντονα το στοιχείο της βίας εναντίον των γυναικών σε καθημερινή πρακτική, έχει αποδειχθεί πειραματικά εδώ και κάποιες δεκαετίες (Malamuth, et al, 1981) ότι θα αλλάξουν στάση συμπεριφοράς και θα κατευθυνθούν προς την αποδοχή των προτύπων αυτών βίας.
 
Αν το πείραμα αυτό ήταν ικανό να δώσει τέτοιο αποτέλεσμα πριν μερικές δεκαετίες, οπότε και τα τεχνολογικά μέσα της εποχής δεν ήταν ιδιαιτέρως εξελιγμένα, εικάζουμε ότι σήμερα, με την συμβολή της τεχνολογικής εξέλιξης στη δημιουργία μεγάλων και εντυπωσιακών τηλεοπτικών παραγωγών, θα είχαμε αποκομίσει σαφώς μεγαλύτερα και φανατικότερα ποσοστά έγκρισης της βίας κατά των γυναικών από τα νεαρά αγόρια.
 
Κάτι που προβάλλεται έντονα και εμφατικά από ένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, δεν θα αργήσει να αποκτήσει και το ανάλογο κοινό που θα αποδεχτεί και θα εναρμονιστεί με τη νέα αυτή συνήθεια της υπερβολής και των ακροτήτων.
 
Το νέο στερέωμα που εγκαθιδρύεται μέσα από τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έρχεται να νοηματοδοτήσει εκ νέου θεματικές περιοχές της ανθρώπινης σκέψης και δραστηριότητας. Αυτό συμβαίνει ακόμα και στο επίπεδο των επιστημών. Πολλές φορές παρατηρείται η προσπάθεια «εκλαΐκευσης» ενός επιστημονικού αντικειμένου, το οποίο, υπό τη νέα, απλουστευμένη του μορφή, φιλοδοξεί να καταστεί εύληπτο στον μέσο τηλεθεατή, στον μέσο ακροατή μιας εκπομπής. Η εκλαΐκευση αυτή φυσικά είναι δυνατόν να προσδώσει στο θεματικό αντικείμενο μιας επιστήμης μια γενικότερη δημοφιλία στην κοινωνία.
 
Σύμφωνα με μια λογική, κάτι που ήταν κλεισμένο σε βιβλία και πανεπιστημιακές αίθουσες, κάτι που ήταν περιορισμένο σε λίγους και «εκλεκτούς», τώρα πλέον γίνεται υπόθεση οποιουδήποτε ενδιαφέρεται γι' αυτό. Ωστόσο, αυτό συμβαίνει μόνο κατά τα φαινόμενα. Η ουσία βρίσκεται στον τρόπο της εκλαΐκευσης αυτής και στο τελικό αποτέλεσμα.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που μας αφορά εν προκειμένω είναι εκείνο της επιστήμης της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας. Ολοένα και περισσότερο, σε θέματα εκπομπών που αφορούν προβλήματα προσωπικού χαρακτήρα, κάνουν την εμφάνισή τους (στην καλύτερη των περιπτώσεων) ειδικοί της ψυχικής υγείας που επιδιώκουν να τεκμηριώσουν την επιστημονική τους άποψη επιδιώκοντας τη λύση σε ένα πρόβλημα που τους παραδίδεται δημόσια.
 
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι φυσικό και επόμενο, οι επιστήμες της ψυχικής υγείας να αποκτήσουν δημοφιλία σε ένα ευρύτερο κοινό. Ενδέχεται επίσης, ο μέσος τηλεθεατής, θεωρώντας ότι κάποιο πιθανό δικό του πρόβλημα ομοιάζει προς την κατάσταση που παρακολουθεί στην τηλεόραση, να αποφανθεί ότι η λύση που προβάλλεται μέσω του ηλεκτρονικού μέσου είναι και η ενδεδειγμένη για τη δική του περίπτωση.
 
Ωστόσο, όπως ομολογείται στην ιατρική κοινότητα, η ρίζα των ηθικών και επιστημονικών προβλημάτων που ανακύπτουν σε τέτοιες περιπτώσεις είναι: «Η παροχή διαγνωστικών και θεραπευτικών συμβουλών που βασίζονται σε ένα (φυσιολογικά) ελλιπές-ανακριβές ιστορικό και δημιουργούν στον τηλεθεατή-«ασθενή» μια «ψευδαίσθηση» αντιμετώπισης του προβλήματος του, καλλιεργώντας ταυτόχρονα μια στρεβλή εντύπωση αναφορικά με την ψυχοπαθολογία, την αιτιολογία της και την αντιμετώπιση της και β) η διατήρηση ή και αύξηση του φόβου που ήδη υπάρχει στο πλατύ κοινό απέναντι στον ψυχιατρικό άρρωστο και η συνέχιση της απομόνωσης του μέσα από μια διαδικασία στιγματισμού.» (Δημέλλης, 2004).
 
Όπως γίνεται κατανοητό, η δημοφιλία και η «εκλαΐκευση» από μόνη της δεν είναι παράγοντες που είναι σε θέση να προωθήσουν την επιστημονική διαδικασία. Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης φαίνεται ότι χρειάζονται να περάσουν αρκετές παραδεδομένες κλασικές έννοιες μέσα από ένα εννοιολογικό «άλεσμα», προκειμένου να δημιουργήσουν με το υλικό που θα εξαχθεί τη νέα τους πραγματικότητα.
 
Η ηθική της πρόκλησης και οι εννοιολογικές παρεξηγήσεις
 
H ενίσχυση της νέας αυτής πραγματικότητας αποκτά μια ικανή συσπείρωση, έτοιμη να κυβερνήσει πληθυσμούς και να εμφυτεύσει νέες ηθικές (Hawkins, 2001), έτοιμη να ισοπεδώσει οποιαδήποτε απόκλιση, οποιαδήποτε εναλλακτική αντιμετώπιση των πραγμάτων σε ατομικό ή μικρότερο συλλογικό επίπεδο:
 
Αν η δημόσια έκθεση ενός σοβαρού προσωπικού προβλήματος οδηγεί σε εμπορική επιτυχία, γιατί να χρησιμοποιείται ως προϊόν μόνο από το άλφα ανταγωνιστικό κανάλι και όχι και από το βήτα; Και αν αυτό εξελίσσεται προσοδοφόρο για όλους, γιατί να μην καθοριστεί άτυπα μια τηλεοπτική ζώνη κατά τη διάρκεια της ημέρας όπου όλα τα κανάλια θα επιδίδονται στην μετάδοση τέτοιων προϊόντων;
 
Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να τα εμποδίσει από έναν πλουτισμό βασισμένο σε μια εύκολη και έτοιμη προϊοντική φόρμουλα; Ακόμα και τα πιο απλά σκεπτικά της συνεχούς παρακολούθησης της ιδιωτικής ζωής κάποιων ανθρώπων σε καθημερινή βάση -reality tv- (Biressi et al, 2006) (Hill, 2005) (Jermyn et al, 2004) έχουν εξελιχθεί πλέον σε πατέντες και ακριβοπληρωμένες «ιδέες» που αναπαράγονται στο ακέραιο από πολλά ανταγωνιστικά τηλεοπτικά κανάλια.
 
Αφού ο σκοπός του ευκαιριακού πλουτισμού των μέσων ενημέρωσης είναι δυνατόν να οδηγήσει ακόμα και στη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας (έστω και μέσα από το άλεσμα όπως είδαμε δεδομένων της ήδη υπάρχουσας πραγματικότητας), πόσο εύκολα μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους που συμμετέχουν ενεργά σε αυτή τη διαδικασία σε αλλαγή της ηθικής τους στάσης και στην υιοθέτηση ηθικών θεωριών που μέχρι πρότινος τους ήταν παντελώς άγνωστες;
 
Όταν παρουσιάζεται έλλειψη προθυμίας άμεσης χρηματοδότησης ακόμα και επιμορφωτικών εκπομπών για παιδιά (Brown, 2002) με κύρια επιχειρηματολογία την αδυναμία αποκομιδής άμεσου κέρδους και την προσωρινή έλλειψη πόρων, τότε το πρόβλημα γίνεται ακόμα μια ανάγλυφο. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει μια καλή αρχή προς την κατεύθυνση μιας πειστικής απάντησης των παραπάνω ερωτημάτων υποστηρίζοντας ότι η βάση της ουσιαστικής επιτυχίας ενός μέσου ενημέρωσης δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά ευκαιριακά.
 
Στο ανταγωνιστικό εμπορικό πλαίσιο όπου δύσκολα επιβιώνει κάποιο μέσο, η άντληση ευκαιριακών ωφελημάτων δεν είναι το ζητούμενο. Ο καιροσκοπισμός δεν οδηγεί σε παγίωση μιας κατάστασης ευημερίας. Μετά από πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στο τηλεοπτικό κοινό της Κορέας (Rhee et al. 2007) δηλώνεται ξεκάθαρα ότι εκείνο που χρειάζεται ένα μέσο ενημέρωσης για να έχει υγιή διάρκεια στο χρόνο είναι να αξιολογείται συνειδητά θετικά από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού.
 
H ικανοποίηση που βασίζεται στην αποκομιδή θετικής αξιολόγησης από τον μέσο θεατή και ακροατή είναι εκείνη κυρίως που θα προσδώσει σε ένα μέσο ενημέρωσης σωστές κατευθυντήριες γραμμές προς την παγίωση και την επιτυχία. Αν ο μέσος θεατής εκτιμήσει θετικά την ποιότητα για παράδειγμα των τηλεοπτικών προϊόντων συγκεκριμένου τηλεοπτικού καναλιού, δεν θα αργήσει να θεωρήσει το κανάλι αυτό ακόμα και ως φορέα πολιτισμού.
 
Το γεγονός αυτό μπορεί βραχυπρόθεσμα να μην επιφέρει τα οικονομικά οφέλη που ένας καναλάρχης θα ονειρευόταν, αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σίγουρα δεν θα βγει χαμένο. Ωστόσο, η υπομονή και η επίμονη, επίπονη προσπάθεια προς την κατεύθυνση της ποιοτικής βελτίωσης και της αποκομιδής θετικής αποτίμησης από την πλευρά του κοινού, παρουσιάζεται ως ελάχιστος και ανίσχυρος δελεαστικός παράγοντας που θα ωθήσει έναν –προς το παρόν- καιροσκόπο προς τη δέουσα κατεύθυνση.
 
Η αποκομιδή της εμπιστοσύνης του κοινού οδηγεί στην αύξηση του κύρους της κοινωνικής υπευθυνότητας ενός επιχειρησιακού οργανισμού (Caldwell et al, 2005) οδηγώντας τον συνεπώς σε μία οικονομικώς ωφέλιμη αναπτυξιακή πορεία.
 
Ένας καιροσκόπος καναλάρχης, προκειμένου να εκτιμήσει ότι η πορεία ενός καναλιού είναι ικανοποιητική, θα αρκεστεί απλά σε κάποια υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, χωρίς να λαμβάνει διόλου υπόψη του το γεγονός ότι είναι πολύ πιθανό η συντριπτική πλειοψηφία των τηλεθεατών του να θεωρούν το προϊόν υψηλής τηλεθέασης ως κοινό σκουπίδι.
 
Μα αν κάποιος βγει γυμνός στην Πλατεία Συντάγματος χορεύοντας σε κάποιο διονυσιακό ρυθμό κρατώντας δεκάδες τσαμπιά σταφύλια, θα προκαλέσει στον περίγυρό του τα βλέμματα της συντριπτικής πλειοψηφίας των ανθρώπων. Ακόμα και πυροβολισμοί αν ακουστούν, ακόμα και δολοφονίες αν διαπραχθούν δημόσια, όλα αυτά θα τραβήξουν τα βλέμματα των παρευρισκομένων ανθρώπων.
 
Όλες αυτές οι προκλήσεις αποσπούν το ανθρώπινο βλέμμα, δημιουργούν «υψηλές τηλεθεάσεις» γιατί αποτελούν πρόκληση. Στην πρόκληση το ανθρώπινο βλέμμα, η ανθρώπινη περιέργεια δύσκολα αντιστέκεται. Και αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου, γνωστό και από τη ρήση του Αριστοτέλους: «Πάντες άνθρωποι του ειδέναι ορέγονται φύσει» (Αριστοτέλης, Μεταφυσικά).
 
Το ότι οι άνθρωποι όμως έχουν μια φυσική τάση προς ικανοποίηση της περιέργειάς τους, δεν σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνουν και το αντικείμενο της περιέργειάς τους. Αν παρακολουθήσουν έναν δολοφόνο, ή έναν δημόσιο γυμνιστή (χωρίς φυσικά να θέλουμε να εξισώσουμε αξιολογικά τις δύο αναφερόμενες ιδιότητες), θα είναι επειδή οι δύο αυτές ιδιότητες προσωπικότητας ανταποκρίνονται στην πρόκληση της περιέργειάς τους να καλύψουν κάποιο γνωστικό τους κενό («ποιος σκοτώνει, γιατί σκοτώνει, τι συμβαίνει; Ποιος και με ποια κίνητρα γυμνώνεται και εξευτελίζεται δημοσίως;») και όχι επειδή οι ίδιοι οι θεατές εγκρίνουν την δολοφονία αφενός και την προσβολή της δημοσίας αιδούς αφετέρου.
 
Αυτό το θέαμα όμως αποτελεί αναλώσιμο προϊόν που γρήγορα φθίνει στο πέρασμα του χρόνου. Κάποτε όλα τα «γνωστικά αυτά κενά» καλύπτονται και η περιέργεια ικανοποιείται. Φαινόμενο που αποδεικνύει την τάση του τηλεοπτικού ιδιαιτέρως κοινού να νιώθει εύκολα ανία μπροστά στην τηλεόραση είναι η γρήγορη εναλλαγή καναλιών («zapping»), δηλ. η ουσιαστική αποκομιδή ενός μεγάλου τίποτα, μιας πρόσκαιρης επιφανειακής δραστηριότητας μηδαμινής γνωστικής και ηθικής αξίας (Williams, 2003).
 
Κάποτε, αυτά τα ακραία θεάματα δεν έχουν να αποφέρουν κέρδη σε εκείνους που τα εκμεταλλεύονται. Τότε είναι η εποχή που είτε το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης θα επιδιώξει στροφή προς την δημιουργία ενός θετικού προφίλ υψηλής ηθικής υπόστασης, είτε θα αναζητήσει νέα αναλώσιμα προϊόντα στο βωμό του καιροσκοπικού πλουτισμού.

«Αυτό θέλουν; Αυτό θα έχουν»
 
Το κέρδος των εμπορικών ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, καθώς αντλείται κατά κύριο λόγο από διαφημιστικές δραστηριότητες, οδηγεί στην εξιδανίκευση της έννοιας της θέασης ή ακρόασης μιας συγκεκριμένης εκπομπής ή θεάματος. Η απλή θέαση και ακρόαση για παράδειγμα ενός τηλεοπτικού δρωμένου γίνεται αυτοσκοπός και αποτελεί στην αντίληψη των περισσοτέρων τον μοναδικό παράγοντα αξιολόγησης, το μοναδικό μέσο μέτρησης της αξίας του.
 
Μέσω αυτής της νοοτροπίας αρκετές φορές το ποιόν ενός τηλεοπτικού δρωμένου παραμερίζεται εντελώς ή (πράγμα που μας ενδιαφέρει περισσότερο εν προκειμένω) ταυτίζεται με την απλή θέασή του από το μεγαλύτερο δυνατό μέρος μιας κοινωνίας. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες του σκεπτικού: «Αφού αυτό θέλουν, αυτό θα έχουν. Αφού το βλέπουν, άρα το εγκρίνουν. Αφού δεν αλλάζουν κανάλι, τότε το υιοθετούν.»
 
Είναι όμως έτσι τα πράγματα ή πρόκειται περί ενός φαύλου κύκλου ποιοτικής υποβάθμισης που οφείλεται είτε στην θεωρία του εύκολου κέρδους είτε στη σύγχυση των εννοιών και την ταυτόχρονη έλλειψη ουσιαστικής παιδείας; Εδώ πλέον παρατηρούμε μία ταύτιση της περιγραφής ενός φαινομένου με την αξιολόγησή του. Εδώ γίνεται μια σύγχυση μεταξύ περιγραφικών και αξιολογικών προτάσεων. Οπισθοχωρούμε εκ νέου στο μέγιστο πρόβλημα της «φυσιοκρατικής πλάνης» τον κίνδυνο της οποίας ανάγλυφα μας είχε εξηγήσει ο G.E. Moore από τις αρχές κιόλας του εικοστού αιώνα (Moore, 1903).
 
Υποπίπτουμε στο θεμελιώδες σφάλμα της «φυσιοκρατικής πλάνης» όταν κάποιος προσπαθεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ μιας ηθικής στάσης ή αξίας συγχέοντας την έννοια του καλού με άλλες έννοιες, όπως εκείνη του ευχάριστου, του αποδεκτού, του δημοφιλούς και ούτω καθεξής. Το «καλό» όμως είναι το ζητούμενο στο πλαίσιο μιας ηθικής αποτίμησης ενός φαινομένου και εκείνο που ύψιστα οφείλει κάθε αξιολογική προσέγγιση να λάβει υπόψη.
 
Εδώ όμως στο «βλέπω άρα εγκρίνω» παρατηρούμε το πρόβλημα της άκριτης αυτόματης ταύτισης της έννοιας του καλού με την έννοια της αυξημένης τηλεθέασης ή ακρόασης ενός προϊόντος των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης.
 
Το ότι ο μέσος τηλεθεατής απλά βλέπει ένα τηλεοπτικό προϊόν, σε καμία των περιπτώσεων δεν μπορεί να σημαίνει αυτόματα ότι εγκρίνει κιόλας το τηλεοπτικό αυτό προϊόν. Πέρα από τη φυσιοκρατική πλάνη του G.E. Moore, το φαινόμενο αυτό στο ευρύτερό του πλαίσιο έχει καταδειχθεί πολύ νωρίτερα από τον Σκώτο φιλόσοφο και ιστορικό David Hume στο πλαίσιο της μεταηθικής του θεώρησης: Πολλές φορές οι άνθρωποι πλανώνται και οδηγούνται σε ολισθηρές ατραπούς συγχέοντας περιγραφικές με αξιολογικές προτάσεις (Hume, 1739).
 
Όταν περιγράφουμε για παράδειγμα την εμπειρική μας πραγματικότητα λέγοντας ότι οι καπνιστές δύσκολα κόβουν το κάπνισμα, δεν συνεπάγεται αυτόματα την αξιολογική πρόταση ότι οι καπνιστές δεν πρέπει να προσπαθήσουν να κόψουν το κάπνισμα εξαιτίας αυτής της δυσκολίας. Όταν κάποιοι άνθρωποι πιστεύουν στην πρόταση «Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος», δεν συνεπάγεται αυτόματα το συμπέρασμα ότι και οι ίδιοι πρέπει να είναι φιλεύσπλαχνοι. Μια πρόταση του «είναι» δεν ταυτίζεται, ούτε συνεπάγεται αυτομάτως με μια πρόταση του «πρέπει».
 
Και όμως, η σύγχυση αυτή, όσο και αν φαίνεται σε πολλούς αυστηρά επιστημολογική, αποτελεί τη βάση του προβλήματος και την αρχή των παρεξηγήσεων που οδηγούν στην ποιοτική υποβάθμιση των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και των προϊόντων τους. Η πραγματικότητα ή ορισμένα επί μέρους δεδομένα της δεν μπορούν να αποτελούν έναν εκ των πραγμάτων οδηγό για τις ανθρώπινες πράξεις.
 
Επειδή τυγχάνει για παράδειγμα να διανύουμε μια εποχή κατά την οποία η πληθώρα των τηλεοπτικών προγραμμάτων ασχολείται με την ξεδίπλωση οδυνηρών προσωπικών εμπειριών ορισμένων ατόμων, αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει και οδηγό, προϋπόθεση ή κανόνα βάσει του οποίου θα οριοθετήσουμε τις μελλοντικές μας ενέργειες σχετικά με την εξελικτική πορεία της τηλεόρασης.
 
Η ανάλυση των δεδομένων της εμπειρικής πραγματικότητας φυσικά και μας προσδίδει χρήσιμη και αξιοποιήσιμη γνώση. Ωστόσο η ηθική είναι κάτι που ξεφεύγει από τα δεσμά της εμπειρίας, γι' αυτό και συντάσσεται με το ευρύτερο φιλοσοφικό σκεπτικό της ανατροπής των καταστάσεων και της δημιουργίας νέων εμπειριών προς αποκομιδή. Άλλωστε ο ορισμός του φιλοσοφούντος ανθρώπου περικλείει όχι την ανάλυση της εμπειρίας, αλλά την διατύπωση προτάσεων σχετικά με το πώς θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα. Πόσες ιδέες και θεωρήσεις άραγε που σήμερα είναι αποδεκτές, κάποτε ήταν εκκεντρικές; (Russell, 1967-1969).
 
H ανάλυση της εμπειρίας έχει παραδοθεί προ πολλού στις εξειδικευμένες επιστήμες και ο ρόλος της ηθικής σίγουρα δεν είναι να εγκλωβίζεται ή να κατευθύνεται από αυτές. Η στατιστική των τηλεοπτικών και ακροαματικών μετρήσεων αποτελεί απλά μια δήλωση περιγραφικής σημασίας, έναν εμπλουτισμό του εμπειρικού μας κόσμου. Σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την υιοθέτηση κάποιας συγκεκριμένης ηθικής στάσης.
 
Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα μας διαψεύδει: τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι στενά εξαρτημένα από τις μετρήσεις αυτές. Ως εκ τούτου τα προϊόντα τους έχουν αφετηρία και προορισμό τους συγκεκριμένους αριθμούς των στατιστικών στοιχείων. Κάθε ηθικός προβληματισμός απλά απουσιάζει, δεν έχει χώρο στις εμπορικές δοσοληψίες αυτού του είδους.
 
Των παθημάτων κάθαρση
 
Η αττική τραγωδία έχει διαδραματίσει κατά τους αιώνες μετά την ανακάλυψή της καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης του κοινού και των παραγόντων κάποιου θεάματος. Ο αρχαιοελληνικός πεσσιμισμός αρκετές φορές υψώνεται στο επίπεδο του τρόπου ζωής και έκφρασης χωρίς προκατάληψη (Dienstag, 2004).
 
Ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, όταν κάποιο γεγονός υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια της καθημερινής συνηθισμένης δυστυχίας, παραλληλίζεται με «ελληνική τραγωδία» (Crooks, 2003). Ο όρος της τραγωδίας έχει την θέση του στην ορολογία της καθημερινότητας όταν η ελπίδα και οι επιθυμίες του μέσου ανθρώπου συναντούν αξεπέραστα εμπόδια (Williams, 2006). Η επιτυχία και η «θεαματικότητα» της τραγωδίας πάντοτε, από την χρυσή εποχή του Περικλή, βασιζόταν κυρίως στο «δι ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», δηλαδή προκαλούσε τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή λυτρώνοντάς τον από ανάλογα ψυχικά συναισθήματα (Αριστοτέλους, Ποιητική).
 
Ο θεατής της τραγωδίας ταυτιζόταν με τον προβαλλόμενο ήρωα του θεατρικού δράματος συμμετέχοντας έτσι και ο ίδιος ψυχικώς ενεργά στο δρώμενο που του παρουσιαζόταν. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ουσιαστικά ο θεατής ζει μια δεύτερη ζωή, βγαίνει από τη δική του υπόσταση, έρχεται να υποστεί την «έκσταση» η οποία φυσικά αποτελούσε και το ζητούμενο ενός καλώς διεξαγωμένου δράματος. Μα γιατί αυτή η έκσταση να είναι εκείνο που ο θεατής αρέσκεται να βιώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο;
 
Μα επειδή αυτή η ελάχιστη ώρα που παρακολουθεί το δρώμενο είναι ίσως μία από τις μοναδικές στιγμές της ζωής του που μπορεί να αποποιηθεί τον εαυτό του, να βγει από το είναι του, χωρίς συνέπειες, χωρίς προϋποθέσεις, δοκιμάζοντας κάτι διαφορετικό. Αυτό το διαφορετικό είναι που τον συναρπάζει, αυτή η ανυπόθετη βίωση έντονων συναισθημάτων χωρίς να εκκρεμούν οποιεσδήποτε συνέπειες για τον ίδιο και την πραγματική του ζωή: Όλα τα παθαίνει ο ήρωας του δρωμένου (DuBois, 2002). Ο θεατής απλά παραλληλίζει τον ψυχικό του κόσμο με εκείνον του ήρωα, χωρίς να εμπλέκεται η φυσική του παρουσία.
 
Αποκομίζει δηλαδή όλα τα συναισθήματα του ήρωα χωρίς επιπτώσεις, χωρίς κόπο, απλά παρακολουθώντας τον. Όταν επέρχεται και η κάθαρση βέβαια, αποτελεί τον ιδανικότερο τρόπο επισφράγισης της επιτυχίας του δρωμένου. Η ψυχή μετά την έκσταση θα εξαγνιστεί (Golden, 1960), έτοιμη να παραδοθεί πλέον γαλήνια και ευτυχισμένη στον πραγματικό κόσμο που ανέκαθεν περιέβαλλε και θα συνεχίσει να περιβάλλει τον θεατή.
 
Η τραγωδία όμως στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν αφορά μονάχα τον κόσμο του θεάτρου ή, εν προκειμένω, τις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές ή τις μεγάλες παραγωγές μιας καθημερινής σαπουνόπερας. Η τραγωδία μεταφέρει τους καρπούς της πλέον σε πολλές εκπομπές που ισχυρίζονται ότι αποτελούν μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας υποκρύπτοντας και καλύπτοντας ωστόσο τον θεατρικό τους σκελετό με έναν «μανδύα καθημερινότητας».
 
Ακόμα και τα δελτία ειδήσεων έχουν εισέλθει δυναμικά σε αυτή τη θεατρική νοοτροπία: Σχεδόν κάθε ρεπορτάζ, κάθε οπτικοποίηση της επικαιρότητας συνοδεύεται κατά κανόνα από μουσική υπόκρουση, από ποιητικές απόπειρες έκφρασης, από πομπώδεις και συγκινησιακούς λόγους. Έτσι αντλούνται μικρά κομμάτια της καθημερινότητας τα οποία, μετά από την κατάλληλη διεργασία αλέσματος, παραδίδονται στον μέσο δέκτη ως κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι.
 
Η πραγματικότητα έχει πάψει πλέον να αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της ενημέρωσης δίνοντας τη θέση αυτή στην τέχνη και τα θεατρικά εργαλεία της. Οι διαστάσεις των θεμάτων αλλάζουν, η ουσία έρχεται σε δευτερεύοντα ρόλο και ο σκοπός πλέον δεν είναι η ενημέρωση ή η έκθεση της πραγματικότητας, αλλά η «έκσταση» του θεατή, η ταύτισή του με τους «καθημερινούς ήρωες» και τις δυσμένειες της θεάς τύχης εναντίον τους (Nussbaum, 2001). Όλα αυτά συμβάλλουν αναπόφευκτα στην ανάπτυξη ενός νέου, καλά καλυμμένου θεατρικού δρωμένου.
 
Βέβαια εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σημαντικό πρόβλημα που δημιουργείται από το ίδιο το γεγονός της μετάλλαξης της πραγματικότητας σε καλυμμένο θέατρο. Το ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης, για να δικαιολογήσει τον τίτλο του (και ιδιαίτερα τη λέξη «ενημέρωση»), οφείλει πάση θυσία να διατηρήσει τον μανδύα της ενημέρωσης πάνω από το σκελετό του θεάτρου.
 
Διαφορετικά θα μετονομαζόταν από μέσο ενημέρωσης σε μέσο ψυχαγωγίας ή διασκέδασης. Γι αυτό το λόγο ένας βασικός ηθικός ενδοιασμός μοιάζει να υπερσκελίζεται. Ο ενδοιασμός αυτός είναι η παραπλάνηση, η υποκρισία από μη θεσμοθετημένους υποκριτές, από πρόσωπα που τυπικώς δεν υποδύονται κάποιο ρόλο ηθοποιού. Η παραπλάνηση αυτή έχει ως θύμα τον τελικό θεατή, τον δέκτη των «ενημερωτικών» αυτών προϊόντων.

Η ουσία της παραπλάνησης αυτής βρίσκεται στο γεγονός ότι κάτι που δεν αποτελεί πραγματικότητα, προσπαθεί να περάσει ως τέτοια. Κάτι που αν δεν είχε μέσα του τα δραματικά στοιχεία, κάτι που αν δεν άλλαζε διαστάσεις, θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζεται από τον μέσο δέκτη ως κάτι τετριμμένο, ως κάτι συνηθισμένο, ως κάτι που δεν αξίζει εντέλει της προσοχής του.
 
Όταν όμως αυτό το ασήμαντο πραγματικό γεγονός αλλάζει διαστάσεις, όταν εμπλουτίζεται και υποστηρίζεται από τα θεατρικά εργαλεία ενός σκηνοθέτη (τα οποία στη σύγχρονη εποχή είναι πολλά και ποικίλα διεγείροντας ολοένα και περισσότερες αισθήσεις του ανθρώπου ταυτόχρονα) παρουσιάζεται ως ελκυστικό. Μέσα από αυτό τελικά ο θεατής μπορεί να νοιώσει ότι εμπλέκεται ψυχικά, μπορεί να πάρει τη θέση του «ήρωα» ενός δελτίου ειδήσεων, μπορεί να βγει από τον εαυτό του και να ζήσει για λίγο ως ένας άλλος.
 
Αυτό όπως είδαμε, είναι το βασικό στοιχείο «υψηλής τηλεθέασης» ενός δρωμένου και μας είναι γνωστό από την εποχή του Περικλή όπου άνθισε η αττική τραγωδία. Ακόμα και σήμερα όπως φαίνεται, μετά από χιλιάδες χρόνια, εξακολουθεί και είναι το κύριο μέσο συντήρησης ενός σύγχρονου ηλεκτρονικού μέσου ενημέρωσης.
 
Ποια είναι η θέση όμως του μέσου δέκτη τέτοιων ενημερωτικών προϊόντων; Ο δέκτης προφανώς όπως ήδη έχουμε εξετάσει βρίσκεται μπροστά δε μια δύσκολη θέση. Το βλέμμα του προκαλείται και η περιέργειά του ζητάει απεγνωσμένα την ικανοποίησή της. Θέλει να μάθει, θέλει να γνωρίσει ποιος είναι αυτός ο «ήρωας» που προβάλλεται τόσο έντονα, τι έχει κάνει και γιατί το έχει κάνει, ποιες θα είναι οι συνέπειες που θα αντιμετωπίσει.
 
Αυτό όπως ήδη αναφέραμε είναι από παλιά γνωστό ότι αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης. Από αυτό το απλό περιγραφικό γεγονός ωστόσο δεν μπορούμε και πάλι να οδηγηθούμε αυτόματα στο συμπέρασμα ότι ο θεατής εγκρίνει το θέαμα που εκτυλίσσεται μπροστά του. Σίγουρα θα έχει την επιθυμία να δει πώς έγινε κάποιος φόνος, πώς εξελίσσεται μια πυρκαγιά, ποιοι ήταν μέσα σε ένα αυτοκίνητο τη στιγμή ενός (τραγικού) δυστυχήματος. Αυτή του η επιθυμία ικανοποιεί την περιέργειά του πρόσκαιρα και επιφανειακά, δίνοντας έτσι στο μέσο ενημέρωσης με τη σειρά του εκείνο που το μέσο διακαώς προσπαθεί να αποσπάσει: το υψηλό επίπεδο τηλεθέασης. Όπως είδαμε όμως, τα περισσότερα μέσα στέκονται εκεί.
 
Αυτό είναι το ζητούμενό τους, αυτό είναι η αριστοτελική τους εντελέχεια και ευδαιμονία. Δεν αρκεί όμως, ιδιαιτέρως όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια πολυσυλλεκτική κοινωνία με εντελώς διαφορετικές εμπειρίες και βιώματα, προερχόμενη από το διεθνές περιβάλλον (Kasper-Fuehrera, 2001). Η πολυσυλλεκτική αυτή κοινωνία έχει μάθει να εκτιμά περισσότερο εκείνον που εμπιστεύεται και όχι εκείνον που της δίνει μια πρόσκαιρη επιφανειακή ικανοποίηση.
 
Πολλές φορές άλλωστε παρατηρούμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού έχει εντελώς αρνητική γνώμη για εκπομπές που αποσπούν την μεγαλύτερη μερίδα της τηλεθέασης. Όπως ήδη εξηγήσαμε, αυτό δεν είναι τυχαίο, ούτε παράλογο. Εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να στρέψουν την προσοχή τους για μακροπρόθεσμα αποτελέσματα και παγίωση της θέσης τους στον ανταγωνισμό είναι η οικοδόμηση ενός σταθερού εταιρικού προφίλ εμπιστοσύνης με τον μέσο θεατή και ακροατή. Δεν αρκεί να βλέπει κάποιος, πρέπει να επαινεί, πρέπει και να εγκρίνει και να γνωρίζει συνειδητά ότι αυτό που βλέπει, πρέπει και να το βλέπει.
 
Η αλλαγή της οπτικής: «Παθαίνω, άρα υπάρχω»
 
Μπορεί πολλά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης να κινούνται στο πλαίσιο της ηθικής παράβλεψης και της εννοιολογικής σύγχυσης. Παρά το γεγονός της τεράστιας απήχησής τους ο άνθρωπος αντιστέκεται εύκολα εφόσον κατανοήσει και διερευνήσει ενδελεχέστερα ότι η ζωή που βλέπει γύρω του, η ζωή που ο ίδιος θα ήθελε να οικοδομήσει για τον εαυτό του, δεν μπορεί να βρεθεί μέσα σε κανένα ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης.
 
Η αριστοτελική «έκσταση» και η «κάθαρση» που μπορεί να απολαύσει παρακολουθώντας για παράδειγμα ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν μπορεί να αποτελέσει τον κυρίαρχο τρόπο ζωής του. Όταν ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει μέσα από άλλους, όταν μαθαίνει καθημερινά ψυχικώς να υποδύεται ρόλους, στην ουσία βρίσκεται συνεχώς δεν ένα στάδιο ύπνωσης της προσωπικότητάς του. Η δική του ζωή εισέρχεται διαρκώς σε κατάσταση αναμονής αναμένοντας το πότε η προσοχή του ανθρώπου θα αποσπαστεί από το τηλεοπτικό δρώμενο.
 
Στην αρχαία ελληνική εποχή, το θέατρο ήταν περιορισμένης χρονικής έκτασης. Όσο και αν ο θεατής εξίσταται, όσο και αν ο θεατής αρέσκεται στο να το απολαμβάνει, μετά από κάποιες ώρες θα «αναγκαστεί» εκ των πραγμάτων να ζήσει και να εξελίξει την δική του προσωπική ζωή. Στη σύγχρονη εποχή όμως τα θεατρικά αυτά δρώμενα είναι πολλά και ποικίλα και αδιάκοπα.
 
Τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας είναι αμέτρητα και εύκολα προσβάσιμα από τον οποιονδήποτε, ακόμα και αν ανήκει σχηματικά στις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις. Όποιος το επιθυμεί, όποιος εθίζεται στην «έκσταση» και την «κάθαρση» (μην ξεχνούμε άλλωστε ότι το κίνητρο της «έκστασης» ενυπάρχει και στις παραισθησιογόνες και ναρκωτικές ουσίες) μπορεί όσες ώρες της ημέρας το θέλει να εισέρχεται σε αυτή τη διαδικασία.
 
Το γεγονός από μόνο του όμως ότι πολλοί είναι εκείνοι που επιλέγουν να θέτουν διαρκώς την δική τους ζωή σε μια «κατάσταση αναμονής» είναι ένα σήμα κινδύνου, όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Όταν οι θεαματικότητες, οι ακροαματικότητες και οι ανάλογες στατιστικές μετρήσεις δείχνουν σε καθημερινή βάση υψηλότατα ποσοστά για το σύνολο των ηλεκτρονικών μέσων, αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της κοινωνίας μαθαίνει να ζει μια άλλη πραγματικότητα από εκείνη που μας περιβάλλει.
 
Ενδέχεται να ζει το ανύπαρκτο, να συζητά για ζητήματα ήσσονος σημασίας και προτεραιότητας με τόση ένταση και ενέργεια ωσάν να επρόκειτο για τη δική του, ξεχωριστή πραγματικότητα. Όταν λοιπόν η ζωή μιας κοινωνίας «τίθεται σε αναμονή», όλα τα αξιόλογα πράγματα συνεπώς τίθενται και αυτά στην ίδια μοίρα. Τέτοια μπορεί να είναι η εκπαίδευση, η παιδεία, η προσωπική ψυχαγωγία, η αλληλεπίδραση με πρόσωπα, η φυσική δραστηριότητα, η αυτόνομη σκέψη, ο κριτικός στοχασμός, ο πραγματικός ενθουσιασμός για τον έρωτα (Borossa et al, 2003), η πραγματική οδύνη για έναν αληθινό θάνατο.
 
Όλα αυτά μας κάνουν να υψώνουμε την ανθρώπινη ύπαρξη στο σημείο που της αρμόζει, στο σημείο μιας αδιάκοπης προσωπικής περιπέτειας. Σημασία δεν έχει να ζούμε πολλαπλές «καθάρσεις» μέσω «εκστατικών» μορφών πρόσκαιρης και πλασματικής ζωής, αλλά το πραγματικό πάθος της καθημερινότητάς μας, την αναζήτηση της εντελέχειας όχι στο τέλος του δράματος, αλλά στην διαρκή και αέναη εγκόσμια διαδικασία (Λιαντίνης, 1979).
 
Η ηδονή της ζωής δεν κρύβεται σε κάποιο αόρατο ορόσημο ούτε σε πρόσκαιρες «καθάρσεις» ούτε σε οποιοδήποτε είδος ευκαιριακής «έκστασης». Βρίσκεται στην επίπονη μα όμορφη διαδικασία της προσωπικής ζωής, της ύπαρξης μέσα στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Δεν υπάρχει άλλη μορφή αυθεντικής ύπαρξης πέρα από το πάθος, μέσα από τον μοναδικό δηλαδή τρόπο που κάποιος μπορεί να γίνει αυτό που του επιτάσσει η ανθρώπινη φύση και δυναμική (Nietzsche, 1888-1908).
 
Οι έντονες προσωπικές στιγμές που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος στη λιγόχρονη πορεία του στον κόσμο της εμπειρίας νοηματοδοτούν αξιολογικά τη ζωή του, την υπαρξιακή του ελευθερία (Borody, 2003). Κατά τη διάρκεια της πλοήγησης στον εμπειρικό κόσμο, σαφώς και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης δεν απαγορεύονται. Ωστόσο, από την πολύ μικρή ηλικία, ο άνθρωπος πρέπει να συνειδητοποιεί ότι αυτά δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα που ό ίδιος οφείλει να ζήσει. Οφείλει να εκπαιδευτεί πάνω στο σκεπτικό ότι η πραγματικότητα διαμορφώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο και δεν του δίνεται έτοιμη από κάποια εμπορική επιχείρηση αδιαφανών συμφερόντων.
 
Από τότε που ο Καρτέσιος διατύπωσε κατά την έναρξη της εποχής της νεωτερικότητας ότι ο μόνος επιβεβαιωτικός παράγων της ύπαρξης είναι η σκέψη, δεν φανταζόταν ότι ακόμα και η σκέψη από μόνη της, από τη στιγμή που θα αφορούσε έναν εικονικό κόσμο, δεν θα ήταν ικανή να αποδείξει την ύπαρξή μας. Γι' αυτό και θα πρέπει όλοι να στραφούν προς τη συμπλήρωση του Καρτεσιανού ρητού: Δεν αρκεί να σκέφτομαι για να υπάρχω, αλλά και να παθαίνω, να ρίχνομαι στην περιπέτεια της δικής μου ζωής και όχι σε οποιαδήποτε άλλη που μου δίνεται ως προκατασκευασμένη.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ἠθικὰ Νικομάχεια (1135a-1136a)

[VIII] Ὄντων δὲ τῶν δικαίων καὶ ἀδίκων τῶν εἰρημένων, ἀδικεῖ μὲν καὶ δικαιοπραγεῖ ὅταν ἑκών τις αὐτὰ πράττῃ· ὅταν δ᾽ ἄκων, οὔτ᾽ ἀδικεῖ οὔτε δικαιοπραγεῖ ἀλλ᾽ ἢ κατὰ συμβεβηκός· οἷς γὰρ συμβέβηκε δικαίοις εἶναι ἢ ἀδίκοις, πράττουσιν. ἀδίκημα δὲ καὶ δικαιοπράγημα ὥρισται τῷ ἑκουσίῳ καὶ ἀκουσίῳ· ὅταν γὰρ ἑκούσιον ᾖ, ψέγεται, ἅμα δὲ καὶ ἀδίκημα τότ᾽ ἐστίν· ὥστ᾽ ἔσται τι ἄδικον μὲν ἀδίκημα δ᾽ οὔπω, ἂν μὴ τὸ ἑκούσιον προσῇ. λέγω δ᾽ ἑκούσιον μέν, ὥσπερ καὶ πρότερον εἴρηται, ὃ ἄν τις τῶν ἐφ᾽ αὑτῷ ὄντων εἰδὼς καὶ μὴ ἀγνοῶν πράττῃ μήτε ὃν μήτε ᾧ μήτε οὗ ‹ἕνεκα›, οἷον τίνα τύπτει καὶ τίνι καὶ τίνος ἕνεκα, κἀκείνων ἕκαστον μὴ κατὰ συμβεβηκὸς μηδὲ βίᾳ (ὥσπερ εἴ τις λαβὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ τύπτοι ἕτερον, οὐχ ἑκών· οὐ γὰρ ἐπ᾽ αὐτῷ)· ἐνδέχεται δὲ τὸν τυπτόμενον πατέρα εἶναι, τὸν δ᾽ ὅτι μὲν ἄνθρωπος ἢ τῶν παρόντων τις γινώσκειν, ὅτι δὲ πατὴρ ἀγνοεῖν· ὁμοίως δὲ τὸ τοιοῦτον διωρίσθω καὶ ἐπὶ τοῦ οὗ ἕνεκα, καὶ περὶ τὴν πρᾶξιν ὅλην. τὸ δὴ ἀγνοούμενον, ἢ μὴ ἀγνοούμενον μὲν μὴ ἐπ᾽ αὐτῷ δ᾽ ὄν, ἢ βίᾳ, ἀκούσιον. πολλὰ γὰρ καὶ τῶν φύσει ὑπαρχόντων εἰδότες

[1135b] καὶ πράττομεν καὶ πάσχομεν, ὧν οὐθὲν οὔθ᾽ ἑκούσιον οὔτ᾽ ἀκούσιόν ἐστιν, οἷον τὸ γηρᾶν ἢ ἀποθνήσκειν. ἔστι δ᾽ ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ τῶν δικαίων καὶ τὸ κατὰ συμβεβηκός· καὶ γὰρ ἂν τὴν παρακαταθήκην ἀποδοίη τις ἄκων καὶ διὰ φόβον, ὃν οὔτε δίκαια πράττειν οὔτε δικαιοπραγεῖν φατέον ἀλλ᾽ ἢ κατὰ συμβεβηκός. ὁμοίως δὲ καὶ τὸν ἀναγκαζόμενον καὶ ἄκοντα τὴν παρακαταθήκην μὴ ἀποδιδόντα κατὰ συμβεβηκὸς φατέον ἀδικεῖν καὶ τὰ ἄδικα πράττειν. τῶν δὲ ἑκουσίων τὰ μὲν προελόμενοι πράττομεν τὰ δ᾽ οὐ προελόμενοι, προελόμενοι μὲν ὅσα προβουλευσάμενοι, ἀπροαίρετα δὲ ὅσ᾽ ἀπροβούλευτα. τριῶν δὴ οὐσῶν βλαβῶν τῶν ἐν ταῖς κοινωνίαις, τὰ μὲν μετ᾽ ἀγνοίας ἁμαρτήματά ἐστιν, ὅταν μήτε ὃν μήτε ὃ μήτε ᾧ μήτε οὗ ἕνεκα ὑπέλαβε πράξῃ· ἢ γὰρ οὐ βάλλειν ἢ οὐ τούτῳ ἢ οὐ τοῦτον ἢ οὐ τούτου ἕνεκα ᾠήθη, ἀλλὰ συνέβη οὐχ οὗ ἕνεκα ᾠήθη, οἷον οὐχ ἵνα τρώσῃ ἀλλ᾽ ἵνα κεντήσῃ, ἢ οὐχ ὅν, ἢ οὐχ ᾧ. ὅταν μὲν οὖν παραλόγως ἡ βλάβη γένηται, ἀτύχημα· ὅταν δὲ μὴ παραλόγως, ἄνευ δὲ κακίας, ἁμάρτημα (ἁμαρτάνει μὲν γὰρ ὅταν ἡ ἀρχὴ ἐν αὐτῷ ᾖ τῆς αἰτίας, ἀτυχεῖ δ᾽ ὅταν ἔξωθεν)· ὅταν δὲ εἰδὼς μὲν μὴ προβουλεύσας δέ, ἀδίκημα, οἷον ὅσα τε διὰ θυμὸν καὶ ἄλλα πάθη, ὅσα ἀναγκαῖα ἢ φυσικὰ συμβαίνει τοῖς ἀνθρώποις· ταῦτα γὰρ βλάπτοντες καὶ ἁμαρτάνοντες ἀδικοῦσι μέν, καὶ ἀδικήματά ἐστιν, οὐ μέντοι πω ἄδικοι διὰ ταῦτα οὐδὲ πονηροί· οὐ γὰρ διὰ μοχθηρίαν ἡ βλάβη· ὅταν δ᾽ ἐκ προαιρέσεως, ἄδικος καὶ μοχθηρός. διὸ καλῶς τὰ ἐκ θυμοῦ οὐκ ἐκ προνοίας κρίνεται· οὐ γὰρ ἄρχει ὁ θυμῷ ποιῶν, ἀλλ᾽ ὁ ὀργίσας. ἔτι δὲ οὐδὲ περὶ τοῦ γενέσθαι ἢ μὴ ἀμφισβητεῖται, ἀλλὰ περὶ τοῦ δικαίου· ἐπὶ φαινομένῃ γὰρ ἀδικίᾳ ἡ ὀργή ἐστιν. οὐ γὰρ ὥσπερ ἐν τοῖς συναλλάγμασι περὶ τοῦ γενέσθαι ἀμφισβητοῦσιν, ὧν ἀνάγκη τὸν ἕτερον εἶναι μοχθηρόν, ἂν μὴ διὰ λήθην αὐτὸ δρῶσιν· ἀλλ᾽ ὁμολογοῦντες περὶ τοῦ πράγματος, περὶ δὲ τοῦ ποτέρως δίκαιον ἀμφισβητοῦσιν (ὁ δ᾽ ἐπιβουλεύσας οὐκ ἀγνοεῖ), ὥστε ὃ μὲν οἴεται ἀδικεῖσθαι,

[1136a] ὃ δ᾽ οὔ. ἐὰν δ᾽ ἐκ προαιρέσεως βλάψῃ, ἀδικεῖ· καὶ κατὰ ταῦτ᾽ ἤδη τὰ ἀδικήματα ὁ ἀδικῶν ἄδικος, ὅταν παρὰ τὸ ἀνάλογον ᾖ ἢ παρὰ τὸ ἴσον. ὁμοίως δὲ καὶ δίκαιος, ὅταν προελόμενος δικαιοπραγῇ· δικαιοπραγεῖ δέ, ἂν μόνον ἑκὼν πράττῃ. τῶν δ᾽ ἀκουσίων τὰ μέν ἐστι συγγνωμονικὰ τὰ δ᾽ οὐ συγγνωμονικά. ὅσα μὲν γὰρ μὴ μόνον ἀγνοοῦντες ἀλλὰ καὶ δι᾽ ἄγνοιαν ἁμαρτάνουσι, συγγνωμονικά, ὅσα δὲ μὴ δι᾽ ἄγνοιαν, ἀλλ᾽ ἀγνοοῦντες μὲν διὰ πάθος δὲ μήτε φυσικὸν μήτ᾽ ἀνθρώπινον, οὐ συγγνωμονικά.

***
[8] Αφού λοιπόν τα δίκαια και τα άδικα είναι όπως τα περιγράψαμε πιο πάνω, ένας άνθρωπος κάνει άδικες ή δίκαιες πράξεις, όταν τις κάνει με τη θέληση του· όταν τις κάνει χωρίς τη θέλησή του, τότε δεν κάνει ούτε άδικη ούτε δίκαιη πράξη παρά μόνο στην τύχη και όπως το φέρουν οι περιστάσεις: οι άνθρωποι αυτοί κάνουν πράγματα που απλώς τυχαίνει να είναι δίκαια ή άδικα. Μια πράξη χαρακτηρίζεται άδικη ή δίκαιη με βάση το αν γίνεται με τη θέληση ή χωρίς τη θέληση του ατόμου. Αν γίνεται με τη θέλησή του, η πράξη ψέγεται, συγχρόνως όμως είναι τότε και μια άδικη πράξη· έτσι μπορεί κάτι να είναι άδικο, όχι όμως ακόμη άδικη πράξη, αν δεν υπάρχει επιπλέον και αυτό το στοιχείο, να έχει γίνει δηλαδή με τη θέληση του ατόμου. Όταν λέω «με τη θέληση του ατόμου», εννοώ —όπως το είπαμε και πιο πάνω— μια πράξη που η εκτέλεσή της εξαρτάται από το ίδιο το άτομο και που το άτομο την κάνει με πλήρη γνώση, μη αγνοώντας δηλαδή ούτε το πρόσωπο με το οποίο σχετίζεται η πράξη του, ούτε με τί την κάνει, ούτε σε τί αποβλέποντας την κάνει (π.χ. ποιόν χτυπάει, με τί τον χτυπάει και σε τί αποβλέποντας τον χτυπάει)· επίσης τίποτε από όλα αυτά να μην έχει γίνει ούτε συμπτωματικά ούτε με τη βία (αν, επιπαραδείγματι, ένας πάρει το χέρι ενός δεύτερου και με αυτό χτυπάει έναν τρίτο, ο δεύτερος δεν ενεργεί με τη θέλησή του· γιατί η πράξη αυτή δεν εξαρτάται από αυτόν τον ίδιο). Από την άλλη, αυτός που δέχτηκε το χτύπημα μπορεί να ήταν ο πατέρας του, και αυτός που έδωσε το χτύπημα μπορεί να ήξερε ότι αυτός τον οποίο χτύπησε ήταν κάποιος άνθρωπος ή κάποιος από τους παρόντες, να μην ήξερε όμως ότι ήταν ο πατέρας του. Ανάλογα μπορούν να ειπωθούν και ενσχέσει με το σε τί αποβλέπει η πράξη, καθώς και για την πράξη στο σύνολό της. Επομένως: Ό,τι γίνεται από άγνοια, ή δεν γίνεται μεν από άγνοια, είναι όμως ανώτερο από τις δυνάμεις μας, καθώς και ό,τι γίνεται με την επιβολή βίας, είναι ακούσιο. Γιατί υπάρχουν πολλά φυσικά πράγματα

[1135b] που τα κάνουμε ή μας συμβαίνουν με πλήρη γνώση μας, που κανένα τους όμως δεν είναι ούτε εκούσιο ούτε ακούσιο, όπως το ότι γερνούμε ή το ότι πεθαίνουμε. Το να ενεργεί, πάντως, κανείς όπως το φέρουν οι περιστάσεις είναι κάτι που συμβαίνει το ίδιο και στις άδικες και στις δίκαιες πράξεις. Μπορεί, επιπαραδείγματι, κάποιος να επιστρέψει μια παρακαταθήκη χωρίς τη θέλησή του και λόγω φόβου: δεν θα πούμε τότε γι᾽ αυτόν ότι κάνει αυτό που είναι δίκαιο ή ότι εκτελεί μια πράξη δικαιοσύνης· το μόνο που θα πούμε είναι ότι κάνει το σωστό επειδή του το επιβάλλουν οι περιστάσεις στις οποίες βρέθηκε. Το ίδιο και για εκείνον που κάτω από πίεση και χωρίς τη θέλησή του δεν επιστρέφει την παρακαταθήκη: θα πούμε γι᾽ αυτόν ότι αδικεί και κάνει άδικη πράξη εξαιτίας των περιστάσεων στις οποίες βρέθηκε.

Από τις πράξεις, τώρα, που κάνουμε με τη θέλησή μας κάποιες τις κάνουμε με δική μας επιλογή και προτίμηση και άλλες δίχως δική μας επιλογή και προτίμηση: με δική μας επιλογή και προτίμηση αυτές που τις σκεφτήκαμε και τις μελετήσαμε από πριν, δίχως δική μας επιλογή και προτίμηση αυτές που δεν τις μελετήσαμε από πριν.

Καθώς λοιπόν είναι τριών ειδών οι βλάβες που προκαλούνται στους πολίτες κατά τις μεταξύ τους σχέσεις, αυτές που προϋποθέτουν άγνοια είναι σφάλματα: είναι η περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο κατευθύνεται η πράξη, ή η ίδια η πράξη, ή το όργανο που χρησιμοποιείται, ή ο σκοπός της πράξης δεν είναι αυτά που νόμιζε ο δράστης· μπορεί, επιπαραδείγματι, να πίστευε ή ότι δεν χτύπησε κανέναν ή ότι δεν τον χτύπησε με αυτό το όργανο, ή ότι δεν χτύπησε αυτό το πρόσωπο, ή ότι δεν τον χτύπησε γι᾽ αυτόν τον σκοπό, αλλά έτυχε να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος σκόπευε να κάνει, όχι π.χ. για να τον τραυματίσει, αλλά για να τον κεντρίσει και να τον πονέσει, ή ότι δεν είχε στον νου του αυτό το πρόσωπο ή αυτό το όργανο. Όταν λοιπόν η βλάβη γίνει αντίθετα προς κάθε λογική προσδοκία, είναι ατύχημα· όταν όμως δεν γίνει αντίθετα προς τις λογικές προσδοκίες, γίνει, πάντως, δίχως κακία, είναι σφάλμα (ένας άνθρωπος κάνει σφάλμα, όταν η αιτία που τον οδηγεί σ᾽ αυτό βρίσκεται μέσα του· ατύχημα υπάρχει, όταν η αιτία αυτή έρχεται από έξω)· όταν, πάλι, προκαλεί κανείς τη βλάβη εν γνώσει του, χωρίς όμως να το έχει σκεφτεί και να το έχει μελετήσει από πριν, τότε είναι αδίκημα· αδικήματα είναι, επιπαραδείγματι, οι βλάβες που προκαλούνται στους άλλους από θυμό ή από άλλα πάθη που σχετίζονται με τις ανάγκες του ανθρώπου ή έχουν την αρχή τους στη φύση: προκαλώντας οι άνθρωποι αυτές τις βλάβες στους άλλους και κάνοντας αυτά τα σφάλματα αδικούν, βέβαια, και είναι όλα αυτά αδικήματα, δεν είναι όμως ακόμη εξαιτίας τους άδικοι ούτε κακού χαρακτήρα άνθρωποι· ο λόγος είναι ότι η βλάβη που προκαλούν δεν οφείλεται σε κακία· αν όμως κανείς προκαλεί την βλάβη από προσωπική του επιλογή και προτίμηση, τότε είναι άδικος και κακός. Γι᾽ αυτό και είναι σωστό που στα δικαστήρια οι πράξεις που οφείλονται στον θυμό δεν κρίνονται ως πράξεις που έγιναν από προμελέτη: στην αρχή της πράξης δεν βρίσκεται αυτός που ενεργεί με οργή, αλλά αυτός που τον εξόργισε. Εξάλλου το ερώτημα που τίθεται στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι αν έγινε ή δεν έγινε η πράξη, αλλά αν ήταν δίκαιη, δεδομένου ότι οργίζεται κανείς εναντίον μιας ενέργειας που του φαίνεται πως είναι άδικη. Στις περιπτώσεις, πράγματι, αυτές η αμφισβήτηση δεν είναι για το αν έγινε η πράξη (όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις οικονομικών συναλλαγών, όπου ο ένας από τους δύο δεν μπορεί παρά να είναι κακός άνθρωπος, εκτός και αν ό,τι κάνει το κάνει λόγω λήθης), αλλά, συμφωνώντας για το πράγμα, συζητούν για το σε ποιά από τις δύο πλευρές βρίσκεται το δίκαιο: ο ένας θεωρεί ότι αδικήθηκε,

[1136a] ο άλλος δεν είναι αυτής της γνώμης (αυτός, βέβαια, που σχεδίασε την επιθετική ενέργεια δεν είναι σε άγνοια).

Αν όμως κάποιος προκαλέσει σε κάποιον άλλον βλάβη ύστερα από επιλογή και προτίμηση, αυτός αδικεί· και σ᾽ αυτά όμως τα αδικήματα, τότε, στην πραγματικότητα, είναι άδικος αυτός που τα διαπράττει, όταν παραβαίνει την αναλογία ή την ισότητα. Με τον ίδιο τρόπο ένας άνθρωπος είναι δίκαιος, όταν κάνει πράξεις δικαιοσύνης ύστερα από επιλογή και προτίμηση — πράξεις δικαιοσύνης κάνει, μόνο αν τις κάνει με τη θέλησή του.

Από τις ακούσιες, τώρα, άδικες πράξεις άλλες είναι άξιες συγγνώμης και άλλες όχι. Άξια συγγνώμης είναι τα σφάλματα που κάνει κανείς όχι μόνο σε κατάσταση άγνοιας, αλλά και λόγω της άγνοιας· αντίθετα, αυτά που κάνει όχι από άγνοια, αλλά σε κατάσταση άγνοιας εξαιτίας κάποιου πάθους που ούτε φυσικό ούτε ανθρώπινο είναι, αυτά δεν είναι άξια συγγνώμης.

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Πλοῦτος (1067-1096)

ΝΕ.
πειρᾷ μὲν οὖν ἴσως σε καὶ τῶν τιτθίων
ἐφάπτεταί σου λανθάνειν δοκῶν ἐμέ.
ΓΡ. μὰ τὴν Ἀφροδίτην, οὐκ ἐμοῦ γ᾽, ὦ βδελυρὲ σύ.
1070 ΧΡ. μὰ τὴν Ἑκάτην, οὐ δῆτα· μαινοίμην γὰρ ἄν.
ἀλλ᾽, ὦ νεανίσκ᾽, οὐκ ἐῶ τὴν μείρακα
μισεῖν σε ταύτην. ΝΕ. ἀλλ᾽ ἔγωγ᾽ ὑπερφιλῶ.
ΧΡ. καὶ μὴν κατηγορεῖ γέ σου. ΝΕ. τί κατηγορεῖ;
ΧΡ. εἶναί σ᾽ ὑβριστήν φησι καὶ λέγειν ὅτι
1075 «πάλαι ποτ᾽ ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι.»
ΝΕ. ἐγὼ περὶ ταύτης οὐ μαχοῦμαί σοι. ΧΡ. τὸ τί;
ΝΕ. αἰσχυνόμενος τὴν ἡλικίαν τὴν σήν· ἐπεὶ
οὐκ ἄν ποτ᾽ ἄλλῳ τοῦτ᾽ ἐπέτρεπον ‹ἂν› ποεῖν.
νῦν δ᾽ ἄπιθι χαίρων συλλαβὼν τὴν μείρακα.
1080 ΧΡ. οἶδ᾽, οἶδα τὸν νοῦν· οὐκέτ᾽ ἀξιοῖς ἴσως
εἶναι μετ᾽ αὐτῆς. ΓΡ. ὁ δ᾽ ἐπιτρέψων ἐστὶ τίς;
ΝΕ. οὐκ ἂν διαλεχθείην διεσπλεκωμένῃ
ὑπὸ μυρίων τε τῶνδε καὶ τρισχιλίων.
ΧΡ. ὅμως δ᾽ ἐπειδὴ καὶ τὸν οἶνον ἠξίους
1085 πίνειν, συνεκποτέ᾽ ἐστί σοι καὶ τὴν τρύγα.
ΝΕ. ἀλλ᾽ ἔστι κομιδῇ τρὺξ παλαιὰ καὶ σαπρά.
ΧΡ. οὐκοῦν τρύγοιπος ταῦτα πάντ᾽ ἰάσεται.
ἀλλ᾽ εἴσιθ᾽ εἴσω. ΝΕ. τῷ θεῷ γοῦν βούλομαι
ἐλθὼν ἀναθεῖναι τοὺς στεφάνους τούσδ᾽ οὓς ἔχω.
1090 ΓΡ. ἐγὼ δέ γ᾽ αὐτῷ καὶ φράσαι τι βούλομαι.
ΝΕ. ἐγὼ δέ γ᾽ οὐκ εἴσειμι. ΧΡ. θάρρει, μὴ φοβοῦ·
οὐ γὰρ βιάσεται. ΝΕ. πάνυ καλῶς τοίνυν λέγεις.
ἱκανὸν γὰρ αὐτὴν πρότερον ὑπεπίττουν χρόνον.
ΓΡ. βάδιζ᾽· ἐγὼ δέ σου κατόπιν εἰσέρχομαι.
1095 ΧΡ. ὡς εὐτόνως, ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, τὸ γρᾴδιον
ὥσπερ λεπὰς τῷ μειρακίῳ προσείχετο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΚΛΥΤΙΑ ή ΚΛΥΤΙΗ

ΚΛΥΤΙΑ ή ΚΛΥΤΙΗ
(ηλιοτρόπιο)
 
Η ιστορία της Ωκεανίδας Κλυτίας (Ησ., Θεογ. 352) είναι μια ιστορία έρωτα, στην οποία ενεπλάκησαν η ίδια και η αντίζηλός της Λευκοθόη, χωρίς να ευθύνονται. Ερωτευμένη με τον Ήλιο η Κλυτία κι εκείνος μαζί της, κάποια στιγμή την άφησε για τον έρωτα της Λευκοθόης, κόρης του βασιλιά της Περσίας Όρχαμου και της Ευρυνόμης.
 
Ούτε και ο Ήλιος ευθυνόταν γι' αυτήν την προδοσία. Τη φλόγα του πόθου του την ενέβαλε η Αφροδίτη, για να τον εκδικηθεί που φανέρωσε στον σύζυγό της Ήφαιστο και τους άλλους Ολύμπιους την κρυφή εξωσυζυγική της σχέση με τον Άρη. Από τον μυστικό έρωτα του Ήλιου και της Λευκοθόης γεννήθηκε ο Θερσάνορας, ο Αργοναύτης από την Άνδρο.
 
Η Κλυτία, από ζήλεια, φανέρωσε την ιστορία στον πατέρα της Λευκοθόης, που τη φυλάκισε σε μια βαθιά και σκοτεινή τάφρο, για να μην βλέπει καθόλου το φως του αγαπημένου της Ήλιου, μέχρι που πέθανε. Εκείνος τη λυπήθηκε και μη μπορώντας να τη φέρει πίσω στη ζωή πότισε με αρώματα τον τάφο της και έκανε το σώμα της να αποκτήσει ρίζες, απ' όπου ξεπετάχτηκε ο θάμνος απ' όπου βγαίνει το λιβάνι. Αλλά και η Κλυτία τιμωρήθηκε, γιατί στερήθηκε τον έρωτα του αγαπημένου της. Από τη θλίψη της μαράζωσε αλλά, καθώς μεταμορφώθηκε σε ηλιοτρόπιο, στρέφει συνέχεια το πρόσωπο προς τον χαμένο εραστή, τον Ήλιο. (Οβ., Μετ. 4.206-270) Πάντως, και οι δυο κοπέλες παρέμεναν ριζωμένες στη γη, χωρίς καμιά δυνατότητα ανύψωσης προς τον αγαπημένο Ήλιο.

ΓΙΑΤΙ Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ «ΜΥΘΟΥΣ»;

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σχέση μορφής και περιεχομένου του λόγου στο έργο του Πλάτωνα είναι ιδιαίτερα περίπλοκη για μια σειρά από ιστορικούς και φιλοσοφικούς λόγους. Σημαντικός ανάμεσά τους είναι, όπως θα φανεί, η ρευστή μέχρι την εποχή του Πλάτωνα μορφή του φιλοσοφι­κού λόγου[1]. Τα κύρια είδη λόγου που χρησιμοποιούνται για την έκφραση φιλοσοφικής σκέψης είναι από τη μια ο στίχος, παραδοσιακός φορέας του ποιητικού λόγου, και από την άλλη ένα είδος λόγου που συνηθίζονταν σε δικανικές αγορεύσεις ή σε δημόσιες συ­γκεντρώσεις, ο καλούμενος (από τον Πλάτωνα) ρητορικός λόγος.[2] Οι πολλές συζητήσεις που υπάρχουν στο πλατωνικό έργο σχετικά με τον ρόλο της ποίησης και της ρητορικής φανερώνουν ότι καθένα από τα δύο αυτά είδη λόγου διεκδικούσε να επιβληθεί ως το καταλληλότερο για τη φιλοσοφία. Η βασική όμως αιτία για τη συζήτηση αυτή είναι μια βαθύτερη διαμάχη σχετικά με το περιεχόμενο και τον ρόλο της ίδιας της φιλοσοφίας.

Ο Πλάτωνας παίρνει θέση στο ζήτημα, όπως βέβαια αυτός το αντιλαμβάνεται, θέση που με μια έννοια είναι ιστορικά συστατική της φιλοσοφίας.[3] Ορίζει τη φιλοσοφία σε αντιδιαστολή προς την ποίηση και τη ρητορική τις οποίες εξομοιώνει (Γοργίας 502a-d). Η αντίληψή του φαίνεται να είναι ότι τόσο η ποίηση όσο και η ρητορική, με την έννοια που τις συζητά στον Γοργία και στον Φαίδρο[4] οδηγούν σε ψεύτικη γνώση, σε σοφιστεία, όπως υποστηρίζεται διεξοδικά στον Σοφιστή. [5] Αντίθετα, το περιεχόμενο και ο ρόλος της φιλοσοφίας συνίσταται κατά τον Πλάτωνα στην αναζήτηση της αληθινής γνώσης με οδηγό τη λογική κριτική των θέσεων, με τρόπο τέτοιο δηλαδή που να είναι δυνατή η αντίθεση, η αμφισβήτηση, η διάψευση.[6] Μια τέτοια θέση διαμορφώνει με τη σειρά της και την πλατωνική άποψη σχετικά με το είδος του λόγου που μπορεί να υπηρετήσει τη φιλοσοφία. Αν σκοπός της φιλοσοφίας είναι να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος, τότε ο λόγος της θα πρέπει να συγκροτείται έτσι ώστε να προωθεί τη συζήτηση, την υπο­στήριξη, αμφισβήτηση, ή απόρριψη θέσεων με λογικά μέσα, κάτι που κατά τον Πλάτωνα δεν κάνει, ή και υπονομεύει, ο ποιητικός και ρητορικός λόγος, επειδή κατά τη γνώμη του στοχεύει κυρίως να εντυπωσιάσει ή να χειραγωγήσει. Το καίριο για τον Πλάτωνα όμως δεν είναι τόσο οι εκάστοτε θέσεις, ούτε καν το να αναδείξουμε την αληθινή. Το καίριο μάλλον, είναι να αναδειχθεί η αντίληψη σχετικά με το περιεχόμενο και τον ρόλο της φιλοσοφίας, γιατί αυτή εγγυάται την ίδια την αναζήτηση της αλήθειας. Αυτή είναι η βάση για τη διάκριση που γίνεται στο πλατωνικό έργο ανάμεσα στη φιλοσοφία από τη μια και τη ρητορική και την ποίηση από την άλλη, και ανάμεσα στους ποιητές και σοφι­στές από τη μια και τον Σωκράτη αλλά και τον ίδιο τον Πλάτωνα από την άλλη -την ιστορική αξία της οποίας δεν εξετάζω εδώ. Η βάση αυτή είναι και το κριτήριο για τη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου λόγου από τον Πλάτωνα, ο οποίος αξίζει της προσοχής μας.

Η ιδιαιτερότητα του λόγου αυτού συνίσταται κυρίως στη σύνθεση πολλών διαφορετι­κών ειδών λόγου, άρα και πολλών σχέσεων μορφής και περιεχομένου, στο πλατωνικό έργο. Πλήθος είναι τα μέρη εκείνα του πλατωνικού έργου που προσιδιάζουν στην ποίηση ή στη ρητορεία, τα οποία βέβαια πλαισιώνονται από μέρη λογικής επιχειρηματολο­γίας.[7] Το ερώτημα που συχνά τίθεται, και που κατά βάση με απασχολεί εδώ, είναι γιατί ο Πλάτωνας καταφεύγει σε τέτοια είδη λόγου, στα οποία συγκαταλέγεται και ο «μύθος», ενώ μάχεται τους παραδοσιακούς πατρόνους τους, ποιητές και σοφιστές. Η απάντηση είναι, όπως θα φανεί στη συνέχεια σχετικά με τη χρήση του «μύθου», ότι ο Πλάτωνας βρίσκει προβληματικές για τη φιλοσοφία συγκεκριμένες αντιλήψεις, όπως τη διεκδίκηση της αυθεντικής γνώσης από ποιητές και σοφιστές, αλλά δεν απορρίπτει αυτομάτως είδη λόγου ως προβληματικά, γιατί αυτά καθ’ αυτά δεν έχουν τίποτα το ένοχο, αντίθετα μπορούν να είναι χρήσιμα τόσο καθ’ αυτά όσο και στην εναλλαγή τους με άλλα. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει τα παραπάνω είδη να αποδεσμευτούν από τη χρήση τους στην υπηρεσία των πατρόνων τους και να υπηρετήσουν την πλατωνική αντίληψη περί φιλοσοφίας. Η πολεμική ενάντια σε σοφιστές και ποιητές είναι έτσι απα­ραίτητη τόσο για τη σύσταση της φιλοσοφίας κατά Πλάτωνα όσο και για τη σύσταση του φιλοσοφικού λόγου. Η ιδιαιτερότητα του πλατωνικού λόγου συνίσταται εν πολλοίς στην οικειοποίηση διαφορετικών ειδών λόγου από όσους παραδοσιακά τα καλλιεργούσαν και στην αξιοποίηση και αξιολογική ιεράρχησή τους στην υπηρεσία της ιδιαίτερης αντίληψης του Πλάτωνα για τη φιλοσοφία. Αν είναι έτσι, τότε η σχέση μορφής και περιεχομένου του λόγου στον Πλάτωνα είναι φιλοσοφικά σημαντική καθώς είναι αποκαλυπτική της ιδιαίτερης αντίληψής του για τη φιλοσοφία.

Η σχέση μορφής και περιεχομένου στο έργο του Πλάτωνα είναι φιλοσοφικά σημαντι­κή με μια γενική και με μια πιο ειδική έννοια. Με τη γενική έννοια η σχέση μορφής και περιεχομένου είναι σημαντική επειδή συστήνει το φιλοσοφικό πρόσωπο του Πλάτωνα με έναν ορισμένο τρόπο. Καίρια εδώ είναι η επιλογή του διαλόγου ως κύριας μορφής φιλοσοφικού λόγου. Η επιλογή αυτή υπαγορεύεται από μια ορισμένη αντίληψη για το τι είναι φιλοσοφία και από μία συνακόλουθη αντίληψη σχετικά με το πώς οφείλει να καλλιεργείται η φιλοσοφία. Ας δούμε ποιες είναι αυτές οι δύο αντιλήψεις.

Την αντίληψη για τη φιλοσοφία που υπαγορεύει τη διαλογική μορφή των πλατωνι­κών έργων θα τη συνόψιζα ως εξής: Για τον Πλάτωνα, όπως και για τον δάσκαλό του Σωκράτη, η φιλοσοφία, όπως ήδη είπα, όχι μόνο στοχεύει στην αναζήτηση της αλήθειας, την ύπαρξη της οποίας αμφότεροι προϋποθέτουν, αλλά έχει ουσιωδώς πολιτικό χαρα­κτήρα, που θα πει ότι η φιλοσοφία συγκροτείται και νοηματοδοτείται στην κοινότητα των πολιτών της πόλης. Το πλαίσιο συγκρότησης της φιλοσοφίας καθορίζει και τον τρόπο συγκρότησής της: η φιλοσοφία συγκροτείται μέσα από τη διαλεκτική αναζήτηση της αλήθειας, με την οποία διαρκώς ελέγχονται οι γνωστικές αξιώσεις των ισχυρισμών και οι γνωστικές καταστάσεις των συνομιλητών εν γένει.[8] Το επίθετο «διαλεκτικός» χρήζει αποσαφήνισης εδώ. Η διαλεκτική αναζήτηση δεν είναι απλά η αναζήτηση μέσω διαλόγου, αλλά μέσω ενός συγκεκριμένου τύπου διαλόγου που επιδιώκει να διερευνήσει την ισχύ μιας θέσης χωρίς δέσμευση σε αυτή ή οποιαδήποτε εναλλακτική της θέση, πράγμα που σημαίνει ότι οι διαλεγόμενοι ακολουθούν τον λόγο όπου και όπως αυτός επιτάσσει. [9] Η διαλεκτική συνεπώς είναι ένα είδος ζητητικής μεθόδου, δηλαδή μεθόδου ερευνάς και επιχειρηματολογίας, η οποία υπαγορεύεται από τη διάθεση διερεύνησης μίας θέσης με τελικό στόχο την εύρεση της αλήθειας, και όχι από τη διάθεση υποστήριξης μίας θέσης που εκ προοιμίου θεωρείται ότι εκφράζει την αλήθεια.[10] Στους διαλόγους του ο Πλάτωνας κάνει σαφές ότι θέλει να θεμελιώσει τη φιλοσοφία ως διαλεκτική με αυτή την έννοια,[11] και για τον λόγο αυτό η διαλεκτική είναι το τελικό στάδιο παιδείας των φιλοσόφων-βασιλέων της ιδανικής πολιτείας.[12]

Ο πολιτικός και διαλεκτικός χαρακτήρας της πλατωνικής φιλοσοφίας αντικατοπτρί­ζεται στα δύο βασικότερα γνωρίσματά της που είναι πρώτον το ενδιαφέρον για την ηθι­κή, και πιο συγκεκριμένα για τη θεμελίωση του αξιακού, και δεύτερον η έγνοια για το τι συνιστά γνώση και ποιοι είναι οι διαβαθμοί της. Η σύνδεση ηθικής και γνωσιοθεωρίας είναι, από όσο μπορούμε να κρίνουμε, χαρακτηριστική της σωκρατικής σκέψης, η οποία υιοθετείται από τον Πλάτωνα τροποποιημένη μόνο ως προς τον τρόπο σύνδεσής τους, όπως δείχνουν οι διάλογοι της μέσης και ύστερης περιόδου. Η ιεράρχηση των δύο αυτών πεδίων στοχασμού παραμένει ωστόσο η ίδια και στον Πλάτωνα: η γνωσιοθεωρία και η μεταφυσική, στην οποία η γνωσιοθεωρία οδηγεί, συνδέονται άμεσα με την αναζήτηση στο πεδίο της ηθικής στο οποίο και κυρίως αξιοποιούνται, όπως δείχνουν διάλογοι σαν τον Φαίδωνα, την Πολιτεία, τον Θεαίτητο, αλλά και τον Τίμαιο και τους Νόμους.

Ο διάλογος λοιπόν ως μορφή φιλοσοφικού λόγου φαίνεται να υπαγορεύεται από μια αντίληψη για τη φιλοσοφία που ανάγεται στον Σωκράτη, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία είναι δημόσιος, πολιτικός λόγος, και επειδή αφορά απόψεις σχετικές με τα πράγματα της πόλης, και επειδή αφορά έλεγχο των απόψεων αυτών με διαλεκτικό τρό­πο και δημόσια, έτσι ώστε να ελέγχεται η ιδιωτική χρήση του λόγου. Και αυτό γιατί ο ιδιωτικός λόγος εκτός από ανόητος ή λογικά ελέγξιμος μπορεί να είναι και ιδιοτελής.[13] Με την έννοια αυτή η φιλοσοφία πόρρω απέχει του να είναι ιδιωτικός στοχασμός. Αυτό είναι προϋπόθεσή της. Η φιλοσοφία συγκροτείται ως δημόσιος και συλλογικός έλεγχος των ιδιωτικών απόψεων, ως διαλεκτική, ακόμα και όταν η συζήτηση είναι φαινομε­νικά ιδιωτική (όπως στο Συμπόσιο). Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε η συγκρότηση του πλατωνικού μοντέλου φιλοσοφίας δεν μπορεί να διακριθεί από τη συγκρότηση του λόγου που θα το υπηρετήσει. Η συγγραφή διαλόγων και η διαμόρφωση της διαλεκτικής επιχειρηματολογίας συστήνουν το ίδιο εγχείρημα για τον Πλάτωνα.

Όμως η διαλογική μορφή υπαγορεύεται και από μιαν αντίληψη σχετικά με το πώς οφείλει να γίνεται η φιλοσοφία, η οποία απορρέει από την έννοια της διαλεκτικής που συζήτησα παραπάνω. Όπως έχει συχνά τονιστεί ήδη από την αρχαιότητα, ο Πλάτωνας αποφεύγει να δογματίσει υποστηρίζοντας μία άποψη.[14] Εύλογα θα μπορούσε κανείς να αντιλέξει ότι η υποστήριξη μιας άποψης δεν συνιστά αναγκαστικά δογματισμό. Ωστόσο, ο Πλάτωνας έχει μια ιδιαίτερη αντίληψη σχετικά με την αυθεντία που ενέχει η υπο­στήριξη μιας άποψης, η οποία έχει εν πολλοίς να κάνει, πιστεύω, με το μοντέλο που μάχεται, δηλαδή αυτό των σοφιστών, αλλά επί πλέον και με την αυθεντία του γραπτού λόγου, και με την επιλογή του διαλόγου αποφεύγει να ταυτιστεί με μια τέτοια στά­ση.[15] Έτσι όχι μόνο δεν εμφανίζεται να παίρνει θέση στους διαλόγους του, και πολλοί καταλήγουν σε απορία, αλλά ακόμα και όταν, στους μέσους και ύστερους διαλόγους ιδιαίτερα, μια θέση φαίνεται να επικρατεί, σε επόμενους διαλόγους η θέση αυτή επανε­ξετάζεται, αμφισβητείται, ή αναθεωρείται. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Παρμενίδη, όπου κρίνεται η θεωρία των ιδεών όπως τη γνωρίζουμε από τον Φαίδωνα και την Πολιτεία, του Φαίδωνα και του Φαιδρού, όπου οι κύριες θέσεις σχετικά με την αθανασία της ψυχής διαφέρουν ως προς το αν ολόκληρη η ψυχή είναι αθάνατη ή μόνο ένα μέρος της (δες παρακάτω), αλλά και της πολιτικής θεωρίας των Νόμων σε σχέση με αυτή της Πολιτείας. Το αποτέλεσμα είναι ότι το πλατωνικό έργο δεν είναι εύκολα κωδικοποιήσιμο σε θέσεις, παρά το γεγονός ότι κάποιες προτιμήσεις σε επίπεδο από­ψεων διαφαίνονται, όπως για παράδειγμα σχετικά με το περιεχόμενο και τον ρόλο της φιλοσοφίας που συζήτησα πιο πάνω.[16]

Θα λέγαμε λοιπόν ότι ο Πλάτωνας προτιμά να χρησιμοποιεί τον λόγο για να θέσει τους αναγνώστες του όσο προκλητικότερα γίνεται ενώπιον των φιλοσοφικών προβλη­μάτων και των σχετικών υποστηρίξιμων απόψεων για να κρίνουν μόνοι τους. Δεν απο­φεύγεται βέβαια έτσι η ανάδειξη μίας άποψης ως καλύτερης από άλλες, αποφεύγεται όμως η δέσμευση σε αυτή, προφανώς επειδή κάτι τέτοιο κρίνεται υπονομευτικό της δυναμικής της διαλεκτικής που συνίσταται στη δέσμευση για εύρεση της αλήθειας και μόνο. Το μοντέλο που προσπαθεί να αποφύγει ο Πλάτωνας πιστεύω ότι σκιαγραφείται μέσα στους διαλόγους του στο πρόσωπο όσων χαρακτηρίζει ως σοφιστές. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο δικαιώνει ή αδικεί φιλοσόφους σαν τον Πρωταγόρα ή τον Γοργία μια τέτοια παρουσίαση, το σημαντικό είναι ότι στο πρόσωπό τους φαίνεται να καταδικά­ζεται, εκτός των επιμέρους θέσεων που συζητούνται στους διαλόγους, μια φιλοσοφική αντίληψη δογματισμού, η οποία αντανακλάται από τη μια στην έλλειψη δέσμευσης στην αναζήτηση της αλήθειας ή και υπονόμευσης της αναζήτησης αυτής, και από την άλλη στον ισχυρισμό τους για διδακτική επάρκεια και στη συνακόλουθη αξίωσή τους να δι­δάσκουν την αθηναϊκή νεολαία.

Και αυτή η στάση του Πλάτωνα είναι σε μεγάλο βαθμό σωκρατική κληρονομιά. Ο Σωκράτης των πρώιμων διαλόγων δεν διακρίνεται από άγνοια ή σκεπτικισμό· κάθε άλλο. Είναι αρκετά φανερό ότι έχει ταυτίσιμες απόψεις για μια πλειάδα θεμάτων, τόσο στο επίπεδο της ηθικής όσο και της οντολογίας.[17] Αυτό για το οποίο διακρίνεται είναι η αποφυγή δέσμευσης σε μία άποψη. Και αυτό επειδή μια τέτοια στάση που θα σηματοδοτούσε το τέλος της διαλεκτικής διαδικασίας θα έπρεπε να δικαιολογηθεί, και η μόνη επαρκής φιλοσοφικά δικαιολόγηση θα ήταν ότι συνιστά γνώση. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι υποστηρίξιμο για μια σειρά από λόγους, καίριος μεταξύ των οποίων είναι, πιστεύω, και ο εξής: Αν κριτήριο για τη γνώση του χ είναι ο ορισμός του χ, αυτός περι­λαμβάνει αναφορές στο ψ, και ο ορισμός του ψ περιλαμβάνει αναφορές στο ω, και ούτω καθεξής, συνεπώς η δικαιολόγηση ότι μία άποψη για το χ συνιστά γνώση είναι μια πολύ χρονοβόρα και βασανιστική, αν και όχι αναγκαστικά ατέρμονη, διαδικασία.

Η ιδιαίτερη αυτή γνωσιοθεωρητική στάση υπαγορεύει τον διάλογο ως το καταλλη­λότερο είδος λόγου για τη διεξαγωγή γνωσιοθεωρητικής συζήτησης όπως την έχουμε στον Θεαίτητο, για παράδειγμα. Σε αυτόν και οι τρεις προτάσεις για το τι συνιστά γνώση απορρίπτονται ως ανεπαρκείς και ο διάλογος καταλήγει σε απορία. Στη συγκε­κριμένη περίπτωση ο διάλογος, ως είδος λόγου, αποτελεί ουσιαστικό συστατικό μιας φιλοσοφικής αναζήτησης της καταλληλότερης γνωσιοθεωρίας με τις εξής δύο έννοιες: Πρώτον, με τον διάλογο δίνεται η δυνατότητα όχι μόνο να προταθούν διαφορετικές απόψεις για το τι είναι γνώση αλλά και να ελεγχθούν άμεσα, πράγμα που σημαίνει και εξέταση των συνεπειών τους, όπως μαρτυρεί πρωτίστως το παράδειγμα του Πρωταγόρα στον διάλογο.[18] Δεύτερον, η απορία στην οποία καταλήγει ο διάλογος δεν είναι μόνο μία συνεπής προς τα πορίσματα του διαλόγου στάση, η οποία άλλωστε θα μπορούσε να προκύπτει και σε μια πραγματεία, αλλά η μόνη συμβατή με το πνεύμα του διαλόγου, με την έννοια ότι η συνέχιση της διαλεκτικής από τον καθένα προσωπικά προβάλ­λει ως η πιο δόκιμη αξιοποίηση της γνωσιοθεωρητικής συζήτησης που προηγήθηκε.[19]

Και κάτι τέτοιο μόνο η διαλογική μορφή μπορεί να το αναδείξει και να το συστήσει.

Αν ο πλατωνικός διάλογος ως είδος λόγου προκύπτει από αντιλήψεις όπως οι πιο πάνω, τότε είναι παραπλανητικό να αντιμετωπίζεται ως μέσο ή πλαίσιο έκφρασης και μόνο, όπως συχνά έχει γίνει από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη έρευνα.[20] Εκτός από τον διάλογο όμως η σχέση μορφής και περιεχομένου του λόγου στον Πλάτωνα είναι φι­λοσοφικά σημαντική και με μια ειδικότερη έννοια που αφορά τη σχέση της διαλεκτικής με εναλλακτικές μορφές λόγου οι οποίες απαντούν συχνά στο πλατωνικό έργο. Πρόκει­ται για μεταφορές, αναλογίες, μυθολογικά παραδείγματα, διηγήσεις. Τις μορφές αυτές λόγου ο Πλάτωνας χαρακτηρίζει με τον γενικό όρο «μύθος», κάποιες φορές μάλιστα σε ρητή αντιδιαστολή με τον «λόγο».[21] Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το πλατωνι­κό έργο είναι περισσότερο γνωστό για τέτοιους «μύθους», όπως είναι η αναλογία της σπηλιάς και ο μύθος του Ηρός στην Πολιτεία, ο «μύθος» της φτερωτής ψυχής και αυτός της επινόησης της γραφής στον Φαιδρό, για να αναφέρω τα περιφημότερα. Το ερώτη­μα που προκύπτει βέβαια είναι τι δικαιολογεί την άποψη που υποστηρίζω ότι τέτοιες μορφές λόγου είναι φιλοσοφικά σημαντικές, υπαγορεύονται δηλαδή από φιλοσοφικές απόψεις και δεν επιλέγονται για λόγους φιλοσοφικά αδιάφορους, όπως ο καλλωπισμός του λόγου, ή η τέρψη του αναγνώστη. Το ερώτημα είναι καίριο και με την εξής έννοια: Αν είναι η τέρψη του αναγνώστη το κίνητρο για την επιλογή μορφών ποιητικού λόγου, τότε υπάρχει όντως μια αντίφαση ανάμεσα στην κριτική του Πλάτωνα στους ποιητές και στην παρόμοια με αυτούς αξιοποίηση του ποιητικού λόγου, κάτι που αρνήθηκα πιο πάνω υποστηρίζοντας ότι η εναντίωση του Πλάτωνα στους ποιητές αφήνει ανοιχτό το πεδίο μιας διαφορετικής αξιοποίησης του ποιητικού λόγου.[22]

Το πρώτο στοιχείο που συνηγορεί στην άποψη ότι οι λόγοι για την επιλογή τέτοιων μορφών ποιητικού λόγου είναι φιλοσοφικά σημαντικοί, και συνεπώς δεν υπάρχει αντί­φαση ανάμεσα στην πλατωνική κριτική στους ποιητές και στην επαναξιοποίηση του ποι­ητικού λόγου, είναι το γεγονός ότι ο Πλάτωνας διακρίνει δύο είδη ποιητικού λόγου: τη μίμηση, που καλλιεργούν κυρίως η τραγωδία και η κωμωδία, και τη διήγηση που δεν είναι μιμητική.[23] αλλά καταδικάζει ευθέως μόνο την πρώτη ενώ αξιοποιεί τη δεύτερη[24] Η αξιοποίηση αυτή συνάδει με την επιλογή του διαλόγου, στο μέτρο που η διήγηση συμβάλλει στη συγκρότηση ενός αντιδογματικού χαρακτήρα του φιλοσοφείν, και αυτό γιατί οι διηγήσεις είναι εγγενώς ανοιχτές σε προσωπική ερμηνεία (δες αναλυτικά πα­ρακάτω, εν. ΙΙ-ΙΙΙ). Με την έννοια αυτή ο ποιητικός λόγος στηρίζει και συμπληρώνει το διαλεκτικό επιχείρημα, καθώς επιβεβαιώνει ότι ο διάλογος δεν είναι απλά μία επίφαση η ένα μέσο συγκαλυπτικό ενός συστήματος απόψεων[25] αλλά συστατικός μιας ιδιαίτερης αντιδογματικής στάσης στη φιλοσοφία. Επί πλέον, η αξιοποίηση αυτή του ποιητικού λόγου υποστηρίζει συνολικά το διαλεκτικό εγχείρημα, αφού ενισχύει την εναντίωση του Πλάτωνα στις αξιώσεις των ποιητών για γνώση, τις οποίες ο Πλάτωνας κρίνει ότι αντιστρατεύονται τη φιλοσοφία όπως εκείνος την αντιλαμβάνεται, ως λογική δηλαδή αναζήτηση της αλήθειας μέσω του διαλεκτικού ελέγχου.

Τα παραπάνω στηρίζει μία ακόμα σκέψη. Ο Πλάτων μας ευαισθητοποιεί στους διάλογους του για τη χρήση του λόγου ανάλογα με το επίπεδο γνώσης που διαθέτου­με. Η χρήση συγκεκριμένων μορφών λόγου, όπως ο ορισμός ή η αιτιακή εξήγηση, χαρακτηρίζουν τη διαλεκτική διαδικασία που στοχεύει να δημιουργήσει ακριβή γνώση, «επιστήμη» κατά Πλάτωνα. Θα ήταν αρκετά περίεργο αν ο Πλάτωνας δεν συνειδητο­ποιούσε τα όρια της διαλεκτικής διαδικασίας, τα όρια του λογικού αποδείξιμου δηλαδή. Η χρήση του «μύθου» φαίνεται να είναι μια απάντηση σε ένα δίλημμα που θέτει η συνειδητοποίηση αυτή.

Το δίλημμα είναι αν η φιλοσοφία εξαντλείται στη διαλεκτική διαδικασία ή όχι. Το ερώτημα που τίθεται βέβαια είναι τι μένει στο φιλοσοφικό πεδίο πέρα από τη διαλεκτι­κή διαδικασία, την οποία υπαγορεύει η διερεύνηση του λογικά αποδείξιμου. Πολλά και σημαντικά είναι αυτά που απομένουν, είναι η απάντηση. Μπορεί άραγε η διαλεκτική να αντιμετωπίσει πάθη όπως ο φόβος, για παράδειγμα, να προτρέψει στο δίκαιο, να αποτρέψει από το άδικο, ή να παραδειγματίσει; Πολλοί ίσως δεν θα θεωρούσαν τα πα­ραπάνω φιλοσοφικά ζητήματα, για τον Πλάτωνα όμως σίγουρα είναι. Και αυτό γιατί για τον Πλάτωνα η φιλοσοφία στοχεύει στην κατάχτηση της ευδαιμονίας, και όχι μόνο στη γνώση. Η χρήση του «μύθου» από τον Πλάτωνα είναι ενδεικτική της αρνητικής του απάντησης στην παντοδυναμία της διαλεκτικής, και με αυτή την έννοια είναι σημαντι­κός γιατί αποσαφηνίζει τα όρια όσο και τη σχετική αξία της διαλεκτικής.

Τα παραπάνω θέτουν το ερώτημα ποια είναι τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά του «μύθου» που τον κάνουν φιλοσοφικά σημαντικό. Το ερώτημα αυτό δέχεται δύο προσεγ­γίσεις. Η μία είναι να εξετάσουμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «μύθου» με βάση τις σχετικές ενδείξεις του ίδιου του Πλάτωνα, κάτι που θα μας οδηγήσει να εξετάσουμε πώς ακριβώς και πόσο διαφέρει ο «μύθος» από τον «λόγο» και ποιο ακριβώς είναι το νόημα της αντιδιαστολής τους. Αυτό θα γίνει στην αμέσως επόμενη ενότητα.

Η προσέγγιση αυτή όμως θέτει με οξύ τρόπο ερωτήματα σχετικά με τη χρήση και τη σχέση μεταξύ «λόγου» και «μύθου» στους διαλόγους. Επιβάλλεται έτσι να εξεταστούν συγκεκριμένοι «μύθοι» στο πλαίσιο της διαλεκτικής αναζήτησης των διαλόγων. Αυτό θα γίνει στη μεθεπόμενη, τρίτη, ενότητα. Σε αυτή θα εστιάσω στους λεγάμενους εσχατολογικούς μύθους για την ψυχή που παρουσιάζονται στους διαλόγους της μέσης περιόδου, στον Φαίδωνα, στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας, και στον Φαίδρα. Ένας λόγος που υπαγο­ρεύει την επιλογή αυτή είναι το γεγονός ότι ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί παρόμοια μέσα, δηλαδή παρόμοια είδη λόγου, για παρόμοια θεματική, κάτι που κάνει την έρευνα πιο στοχευμένη με την εξής έννοια. Αναζητούμε τους λόγους για τους οποίους ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί τέτοια μέσα για μια ορισμένη θεματική τη στιγμή που στους διαλόγους αυτούς υπάρχει και συστηματική επιχειρηματολογία, και αναζητούμε επίσης περαιτέρω χαρακτηριστικά του «μύθου» που τον κάνουν πρόσφορο για μια τέτοια αξιοποίηση. Η θέση που θα υποστηρίξω είναι ότι οι λόγοι για τη χρήση του «μύθου» είναι κυρίως ηθικοί-παιδαγωγικοί και δευτερευόντως γνωσιοθεωρητικοί και ότι ο «μύθος» προσφέρεται για τέτοια χρήση γιατί έχει χαρακτηριστικά που ο Πλάτωνας θεωρούσε σημαντικά για τη συγκρότηση ηθικής γνώσης, όπως για παράδειγμα ότι είναι ανοιχτός σε ερμηνεία.

Ένας τέτοιος προσανατολισμός γεννά όμως μεθοδολογικά ερωτήματα. Δικαιούται κανείς να απομονώνει μέρη των πλατωνικών διαλόγων και με τι κόστος; Η απάντηση είναι διπλή. Από τη μια οι ομοιότητες της θεματικής αλλά και της συγκρότησης των εν λόγω μυθοπλασιών προκαλούν τη συνεξέτασή τους, καθώς πιθανότατα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία από τις πολλές περιπτώσεις θεμάτων στα οποία ο Πλάτωνας επα­νέρχεται και μάλιστα με παρόμοιο τρόπο πραγμάτευσης. Το γεγονός αυτό προβάλλει ως ιδιαίτερα σημαντικό αν σκεφθεί κανείς ότι οι εσχατολογικοί μύθοι απαντούν σε δια­λόγους που προέρχονται από την ίδια συγγραφική περίοδο του Πλάτωνα, με εξαίρεση τον σχετικά πρωϊμότερο Γοργία στον οποίο για πρώτη φορά έχουμε τέτοιο «μύθο» που δείχνει όμως να είναι πιο ανεπεξέργαστος σε σχέση με τους μετέπειτα. Από την άλλη η συνεξέτασή αυτή θα καθοδηγήσει αλλά δεν θα υποκαταστήσει την εξέταση των «μύ­θων» στο πλαίσιο του διαλόγου στον οποίο εντάσσονται οργανικά. Ας περάσουμε στην πρώτη προσέγγιση της ταυτότητας του «μύθου», στη σχέση του με τον «λόγο».

ΙI. ΜΎΘΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ

Σημαντική μαρτυρία για την κατανόηση της αντιδιαστολής «μύθου»-«λόγου» είναι ένα αρκετά γνωστό χωρίο από τον Πρωταγόρα. Στον Πρωταγόρα ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η αρετή δεν είναι διδακτή και ο Πρωταγόρας σπεύδει να τον αντικρούσει. Πριν αρ­χίσει την αγόρευσή του ο Πρωταγόρας ρωτά το κοινό του: «Τι προτιμάτε, να σας απο­δείξω ότι η αρετή είναι διδακτή λέγοντας έναν μύθο ή να το αναπτύξω με τον λόγο;» (320c 1-3). Όταν οι ακροατές του ζητούν να διαλέξει αυτός τον τρόπο, εκείνος απαντά ότι «είναι πιο ευχάριστο να τους διηγηθεί έναν μύθο». Ο «μύθος» που ακολουθεί είναι αυτός του Προμηθέα και του Επιμηθέα. Στη συνέχεια στον ίδιο διάλογο ο Πρωταγόρας δίνει, όπως ο ίδιος επισημαίνει, και έναν «λόγο» (324d6-7), ο οποίος όμως έχει δια­φορετικό στόχο από τον «μύθο», καθώς με αυτόν επιδιώκει να δείξει πως δεν ισχύει η αντίρρηση του Σωκράτη ότι οι άξιοι Αθηναίοι δεν είναι σε θέση να διδάξουν την αρετή στα παιδιά τους. Η θέση του Πρωταγόρα είναι ότι το γεγονός πως άξιοι Αθηναίοι δεν καταφέρνουν να αναθρέψουν παιδιά με αρετή δεν σημαίνει ότι η αρετή δεν διδάσκεται, αλλά μόνο ότι δεν διδάχτηκε σωστά και με προθυμία, Ο Πρωταγόρας τελειώνει την ομιλία του επισημαίνοντας ότι υποστήριξε τη θέση του για τον διδακτό χαρακτήρα της αρετής και με «μύθο» και με «λόγο» (328c).[26]

Το παράδειγμα του πλατωνικού Πρωταγόρα είναι σημαντικό για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν δείχνει ότι η χρήση του «μύθου» ήταν κοινή πρακτική μεταξύ των σοφι­στών. Στη νόμιμη ένσταση ότι η εικόνα που κατασκευάζει ο Πλάτωνας για φιλοσόφους όπως ο Πρωταγόρας δεν είναι απαραίτητα ακριβής και αξιόπιστη, θα απαντούσα πρώ­τον ότι σχετικά με το θέμα που εξετάζουμε αυτό είναι λιγότερο πιθανό, καθώς αφορά τον τρόπο παρουσίασης της θέσης παρά το περιεχόμενό της,[27] και δεύτερον και σημαντι­κότερο ότι έχουμε ανεξάρτητες μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν τη χρήση «μύθων» από τους καλούμενους σοφιστές. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Πρόδικος. Γνωρίζουμε ότι ο Πρόδικος έγραψε τουλάχιστον μία πραγματεία σχετικά με την αρετή με τον τίτλο Ώρες.[28] Η καλύτερη μαρτυρία που έχουμε σχετικά με το περιεχόμενό της είναι αυτή του Ξενοφώντα.[29] Σύμφωνα με αυτή ο Πρόδικος παρουσίαζε τον χαρακτήρα της αρετής και της κακίας μέσω της γνωστής αλληγορίας της αρετής και της κακίας ως δύο δρόμων μπροστά στους οποίους καλείται να επιλέξει ο Ηρακλής, με τα χαρακτηριστικά του κάθε δρόμου να εκτίθενται από δύο γυναίκες που τις εκπροσωπούσαν.[30] Σημειώνει μάλιστα ο Ξενοφώντας ότι ο Πρόδικος έδειχνε ιδιαίτερη σπουδή στο λεκτικό με το οποίο πα­ρουσίαζε την αλληγορία αυτή.[31] Η ομοιότητα με τον πλατωνικό διάλογο εν γένει είναι αρκετά εμφανής και έχει δικαιολογημένα υποστηριχθεί.[32] Η ομοιότητα συνίσταται τόσο στο γεγονός ότι ο Πρόδικος χρησιμοποιεί μία αναλογία του είδους που συναντούμε και στους πλατωνικούς διαλόγους, όπως είναι για παράδειγμα ο «μύθος» του Ηρός στην Πολιτεία, όσο και στο γεγονός ότι πιθανότατα δεν εξαντλούνταν εκεί αλλά χρησιμο­ποιούσε και μη ποιητικό λόγο, δηλαδή επιχειρηματολογία, όπως συμβαίνει και στον Πλάτωνα.[33] Αν είναι έτσι, το παράδειγμα του Πρόδικου φαίνεται να είναι ανάλογο με αυτό του Πρωταγόρα, όπως παρουσιάζεται στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο.

Οι πιο πάνω μαρτυρίες επιβεβαιώνουν τη χρήση δύο διαφορετικών μορφών λόγου ήδη πριν από τον Πλάτωνα, ενώ δείχνουν και έναν συγκεκριμένο τρόπο συνδυασμού τους, έτσι ώστε να υποστηρίζεται μία θέση δηλαδή. Ένα προκαταρκτικό συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι ο «μύθος» έχει γνωστικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς και ο «λόγος», και μάλι­στα συμπληρωματικό προς αυτόν του «λόγου», αφού αμφότεροι στηρίζουν την ίδια θέση. Οι πιο πάνω μαρτυρίες δεν αποσαφηνίζουν όμως ούτε τα όρια των δύο μορφών λόγου ούτε τις αιτίες για τις οποίες προκρίνονται κάθε φορά. Στην περίπτωση του Πρωταγόρα ιδιαίτερα υπάρχει μια προφανής σύγχυση των ορίων αυτών και πιθανότατα ο Πλάτωνας να επικρίνει τον Πρωταγόρα γι’ αυτό και να του καταλογίζει μια επιδεικτική χρήση του «μύθου». Συνεπώς τα όρια των δύο μορφών και κυρίως τα κριτήρια επιλογής τους πρέπει να ανασυντεθούν με βάση τις ενδείξεις που μας προσφέρει ο Πλάτωνας.

Η μαρτυρία του Πρωταγόρα είναι ωστόσο δηλωτική μιας κεντρικής διαφοράς ανάμε­σα στον «λόγο» και στον «μύθο», που είναι ότι ο πρώτος συνίσταται σε έναν λόγο επιχειρηματολογικού τύπου στον οποίο διακρίνεται καθαρά η θέση και η στήριξή της, πράγμα που δεν συμβαίνει στον «μύθο». Η στήριξη αυτή μάλιστα έχει ορισμένου είδους μορφή την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε «απόδειξη».[34] Τον όρο τον χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Πλάτωνας, για παράδειγμα στον Φαίδρο 246c5, όπου το ζήτημα προς απόδει­ξη είναι η αθάνατη φύση της ψυχής. Πρόκειται για μια μορφή επιχειρηματολογίας εναλλακτική της διαλεκτικής όπου η λογική εξέταση προχωρά με ερωτήσεις και απα­ντήσεις. [35] Εν προκειμένω η απόδειξη στοχεύει να δείξει ότι το α δεν είναι αναγκαστική συνέπεια του β, όπως υποστηρίζεται διαλεκτικά από τον Σωκράτη, αλλά ότι υπάρχουν και άλλα ενδεχόμενα, συνεπώς η αποδοχή της υπό εξέτασης θέσης δεν είναι με κανένα τρόπο αναγκαστική. Τέτοιες μορφές λόγου θα συζητήσει ο Αριστοτέλης στα Αναλυτικά Ύστερα και στα Τοπικά, ενώ θα χρησιμοποιήσει και ο Ευκλείδης στα Στοιχεία του. Με αριστοτελική ορολογία το επιχείρημα του Πρωταγόρα συνοψίζεται ως εξής.[36] Η αποτυ­χία των άξιων Αθηναίων να διδάξουν στα παιδιά τους την αρετή είναι «συμβεβηκός», δεν μας λέει δηλαδή τίποτα για την ουσία, το τι είναι (τό τί ἐστίν) η αρετή. Ένα τέτοιο επιχείρημα έχει αξιώσεις αλήθειας που μπορούν να ελεγχθούν.

Αν πάμε στον «μύθο» τώρα, και αυτός υπηρετεί μία θέση. Στην περίπτωση του Πρω­ταγόρα ο «μύθος» στοχεύει να δείξει την αναγκαιότητα της αρετής για την ανθρώπινη κοινωνική ζωή και κατά συνέπεια την αναγκαιότητα της διδασκαλίας της. Η θέση αυτή δηλώνεται εξαρχής από τον Πρωταγόρα. Σε άλλους διαλόγους, όπως στον Φαίδωνα, για παράδειγμα, η θέση που υπηρετεί ο «μύθος» σχετικά με τη μεταθανάτια τύχη της ψυχής απορρέει από τον προηγηθέντα «λόγο» τον οποίο ο «μύθος» συνεχίζει. Η βασική διαφορά του «μύθου» από τον «λόγο» φαίνεται να συνίσταται στο είδος στήριξης της θέσης που παρέχεται. Η στήριξη που παρέχεται στον «μύθο» δεν έχει αναγνωρίσιμη λο­γική μορφή, συλλογιστικού τύπου με όρους αριστοτελικούς. Τι είδους στήριξη παρέχεται λοιπόν στον «μύθο»; Η έρευνα για το είδος της στήριξης πρέπει να λάβει πρώτα υπ’ όψιν τη μορφή του «μύθου».

Από άποψη μορφής ο «μύθος» είναι μια διήγηση. Αυτό χρήζει εξήγησης. Χρησι­μοποιώ του όρο «διήγηση» με την πλατωνική έννοια. Ως τέτοια αντιλαμβάνομαι την αφήγηση που λέγει σε αντίθεση με τη «μίμηση» που δείχνει. [37] Στην πρώτη περίπτωση η πληροφορία διαμεσολαβείται σημαντικά από τον αφηγητή, ενώ στη δεύτερη αυτό συμβαίνει πολύ λιγότερο. Η σύγχρονη κριτική απορρίπτει την αυστηρή διάκριση μεταξύ διήγησης και μίμησης υποστηρίζοντας την ύπαρξη πολλών επιπέδων αφηγηματικού λό­γου, και σπεύδει να επικρίνει τον Πλάτωνα.[38] Συμμερίζομαι την άποψη αυτή, η οποία έχει όμως την εξής συνέπεια: Αν, όπως έχει επισημάνει η σύγχρονη κριτική, η αφήγηση είναι όχι μόνο η διαδοχή των γεγονότων στον αφηγηματικό λόγο αλλά και η ίδια η πράξη της αφήγησης,[39] τότε ολόκληροι πλατωνικοί διάλογοι, όπως το Συμπόσιο, είναι αφηγήσεις σε πλάγιο λόγο. Ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή ο «μύθος» δεν συστήνει έναν λόγο διαφορετικό από τον διαλεκτικό αλλά τον συνεχίζει με αφηγηματικό τρόπο. Από την άποψη αυτή προκύπτει μια δυσκολία διαφοροποίησης «μύθου» και «λόγου» την οποία ο Πλάτωνας όχι μόνο δεν αίρει, αλλά μάλλον ενισχύει όταν περιγράφει το ίδιο μέρος του διαλόγου άλλοτε ως «μύθο» και άλλοτε ως «λόγο».[40]

Η δυσκολία αυτή είναι ουσιαστική και αποκαλυπτική για τη φύση του «μύθου». Συνειδητοποιούμε κατ’ αρχήν ότι ο «μύθος» δεν αποτελεί ένα διακριτό είδος λόγου που να μπορεί να ταυτιστεί με τον μύθο με την τρέχουσα έννοια του όρου, της μυθολογι­κής ιστορίας δηλαδή. Γιατί ενώ τα δύο παραδείγματα του Προμηθέα και του Ηρακλή που δίνουν ο Πρωταγόρας και ο Πρόδικος αντίστοιχα είναι μυθολογικά με μια έννοια ανάλογη με την σημερινή, στα οποία μπορούν να προστεθούν οι «μύθοι» του Ηρός στην Πολιτεία, της επινόησης της γραφής στον Φαίδρο, και της Διοτίμας στο Συμπόσιο, ο «μύθος» για τη δημιουργία του κόσμου που διηγείται ο Τίμαιος στον ομώνυμο διάλογο αλλά και ο ανάλογος στον Πολιτικό είναι διαφορετικοί από αυτούς με την εξής έννοια: Οι διηγήσεις αυτές, ειδικά του Τίμαιου, είναι κατασκευές στις οποίες ο Πλάτωνας αξιοποιεί πλήθος επιστημονικών δεδομένων από την ιατρική, την αστρονομία, τα μαθημα­τικά, τη φυσική της εποχής. Η χρήση επιστημονικών δεδομένων γενικά στους «μύθους» είναι αρκετά συχνή.[41] Στην περίπτωση του Τίμαιου όμως αυτό γίνεται κατά κόρον σε βαθμό που ο «μύθος» να μοιάζει με αυτό που θα ονομάζαμε επιστημονική θεωρία, χω­ρίς αυτό φυσικά να σημαίνει «αληθινή» ή έστω «διαψεύσιμη» θεωρία. Η στήριξη όμως που παρέχει ο Πλάτωνας στην κοσμολογική αυτή διήγηση είναι επιτηδευμένη, σύνθετη, και συστηματική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα όρια «λόγου» και «μύθου» είναι πολύ ρευστά, πράγμα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η κοσμολογική διήγηση περι­γράφεται τόσο ως «εἰκώς μύθος» όσο και ως «εἰκώς λόγος»,[42] και πολλοί μελετητές αποφεύγουν να την κατατάξουν στους «μύθους».[43] Συνεπώς ο όρος «μύθος» είναι όχι μόνο ένας γενικός αλλά και ασαφής όρος, καθώς καλύπτει μια πλειάδα περιπτώσεων, από τα μυθολογικά παραδείγματα, τους «μύθους» για παιδιά (Πολιτεία 377a5-6), μέχρι τις πολύ επιτηδευμένες θεωρίες του Τίμαιου και του Πολιτικού.

Ωστόσο ο διηγηματικός χαρακτήρας του «μύθου» είναι σημαντικός, πιστεύω, ως αφετηρία για την περαιτέρω διευκρίνησή του, και αυτό με την εξής έννοια: η διήγηση όσο επιμελημένη και συστηματική και αν είναι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Τίμαιου, δεν επιβάλλει μια ερμηνεία. Το γεγονός όμως ότι υπηρετεί μία θέση που είτε δηλώνεται στον «λόγο» είτε έξω από αυτόν, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Πρω­ταγόρα, σημαίνει ότι επιβάλλει την ανασυγκρότηση μιας ερμηνείας. Μόνο που αυτή η ερμηνεία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί και παραμένει στην καλύτερη περίπτωση πιθανή. Και αυτό γιατί η διήγηση, ως σύνολο, ούτε αληθεύει ούτε ψεύδεται, δεν παίρνει δηλαδή σαφείς τιμές αλήθειας.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και πλουτίζεται αν εξετάσουμε κάποια από τα χω­ρία όπου ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί τον όρο «μύθος» για να χαρακτηρίσει ένα μέρος του διαλόγου.[44] Σημαντικό είναι ένα χωρίο του 7ου βιβλίου της Πολιτείας όπου γί­νεται λόγος για την παιδεία των φυλάκων, στο οποίο ο «μύθος» αντιδιαστέλλεται με «αληθινότερους λόγους» (Πολιτεία 522a7-8).[45] Όμως, όπως ήδη δείχνει η διατύπωση της Πολιτείας, ο «μύθος» δεν θεωρείται εντελώς ψευδής, καθώς, όπως επισημαίνεται αλλού στο ίδιο έργο (377a), περιέχει και αλήθειες (ἔνι δέ καί ἀληθῆ). Η διαφορά του από τον ψευδή λόγο είναι μεγάλη. Ψευδής είναι ο λόγος εκείνος, μαθαίνουμε στον Σοφιστή, που περιγράφει (λέγει) τά «ἕτερα τῶν ὄντων» καθώς περιγράφει «τά μή ὄντα ὡς ὄντα», ενώ αληθής αυτός που περιγράφει τα όντα ως όντα (Σοφιστής 263b), και ένας λόγος για τον οποίο οι ποιητές επικρίνονται είναι για τη δημιουργία τέτοιων ψευδών λόγων (Πολιτεία 377d5-6).

Αν ο «μύθος» δεν είναι ούτε αληθής ούτε ψευδής, τότε μένει να είναι ενδεχομενικός ή πιθανός, δηλαδή η στήριξη της θέσης που υπηρετεί προβάλλεται ως πιθανή και μόνο. Μια τέτοια υπόθεση στηρίζεται από τα εξής: Πρώτον, ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί επί­θετα που σημαίνουν «πιθανός» για να χαρακτηρίσει του «μύθους» του, με γνωστότερο παράδειγμα αυτό του Τίμαιου («εἰκώς» μύθος).[46] Επί πλέον, ο «λόγος», προς τον οποίο ο «μύθος» αντιδιαστέλλεται, εμφανίζεται να χαρακτηρίζεται από αναγκαιότητα. Στα πλατωνικά επιχειρήματα συχνά απαντά ο όρος «ανάγκη».[47] Όμως και ο «μύθος» χαρακτηρίζεται από «ανάγκη».[48] Οι επιστημονικές εξηγήσεις που συχνά απαντούν στους «μύθους» ενισχύουν αυτή την εικόνα. Στον Φαιδρό 251a-d, για παράδειγμα, ο έρωτας εξηγείται με επιστημονικό τρόπο που χαρακτηρίζεται από αναγκαστική αιτιό­τητα, κάτι που φυσικά συμβαίνει συστηματικά στον Τίμαιο σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου. Η έννοια της αναγκαιότητας χρήζει αποσαφήνισης λοιπόν. Η αποσαφήνισή της είναι καίρια για να κατανοήσουμε το είδος στήριξης μιας θέσης που προσφέρεται στον «μύθο».

Η αναγκαιότητα μπορεί να αφορά είτε το επίπεδο των αιτιακών εξηγήσεων είτε την αξίωση αλήθειας. Ο «μύθος» διαφέρει από τον «λόγο» και στα δύο επίπεδα. Όσον αφορά το επίπεδο των αιτιακών εξηγήσεων, ναι μεν ο «μύθος» διέπεται συχνά από τεκμηρίωση και σχέσεις αιτιότητας, συχνά όμως πολλοί ισχυρισμοί σε αυτόν δεν τεκμηριώνονται αλλά γίνονται απλά δεκτοί. Δεν μας εξηγεί κανείς στον «μύθο» του Ηρός, για παράδειγμα, πώς έγινε και η ψυχή ξανασυνάντησε το σώμα του μυθολογικού ήρωα.[49] Συνεπώς οι αιτιακές εξηγήσεις που παρέχονται στον «μύθο» δεν είναι πλήρεις, οπότε καλούμαστε να τις συμπληρώσουμε.[50] Πράγμα που σημαίνει ότι η στήριξη της θέσης που παρέχεται στον «μύθο» είναι ελλιπής σε σύγκριση με αυτή που παρέχεται στον «λόγο», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η έλλειψη αυτή είναι αναγκαστικά αδυναμία, καθώς αυτό εξαρτάται από τη σκοπιμότητά τους, που φαίνεται να διαφέρει.

Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό μιας ουσιαστικότερης διαφοράς ανάμεσα στον «λόγο» και στον «μύθο», η οποία αφορά κυρίως την αξίωση αλήθειας που διέπει συνο­λικά την εξήγηση ή στήριξη που προσφέρουν. Η διαφορά στην αναγκαιότητα που τους διέπει έγκειται κυρίως εδώ. Ενώ δηλαδή στον «μύθο» μόνο ένα η περισσότερα μέρη του αναγκαστικά αληθεύουν ή ψεύδονται, στον «λόγο» ο λογικός αυτός δείκτης αφορά το σύνολό του, δηλαδή ο «λόγος» είναι κατ’ ανάγκην ή αληθής ή ψευδής συνολικά, και αυτό μπορεί να δειχθεί ή να διαψευστεί, ενώ ο «μύθος» δεν είναι. Κατά συνέπεια ακόμα και τα μέρη του «μύθου» που αξιώνουν τιμές αλήθειας, τελικά δεν παίρνουν πραγματικά τέτοιες εφόσον αποκτούν νόημα στο πλαίσιο ενός συνόλου που δεν έχει τέτοιες αξιώσεις.

Αν είναι έτσι, τότε ένα βασικό χαρακτηριστικό του «λόγου» και μια διαφορά του από τον «μύθο» είναι ότι ο πρώτος ελέγχεται, είναι διαψεύσιμος, ενώ ο δεύτερος δεν είναι. Ο πρώτος ελέγχεται ακριβώς επειδή αξιώνει να συστήσει γνώση, «δόξα» ή «επι­στήμη» και μια τέτοια αξίωση είναι πάντοτε ελέγξιμη. Αντίθετα ο «μύθος» δεν μπορεί να έχει τέτοιες αξιώσεις στο μέτρο που δεν παίρνει ορισμένη τιμή αλήθειας για το σύ­νολό του. Στον βαθμό λοιπόν που ο «λόγος» έχει αξιώσεις αλήθειας, έχει και αξιώσεις καθολικότητας, τις οποίες ο «μύθος», όντας ενδεχομενικός ή πιθανός, δεν έχει.

Αν είναι έτσι, τότε ο «μύθος» πλησιάζει σε αυτό που σήμερα ονομάζουμε «μυθο­πλασία» (fiction). Πρόκειται δηλαδή για μια κατασκευή που καθ’ αυτή δεν μπορεί να πάρει συγκεκριμένες τιμές αλήθειας, καθώς ούτε αληθεύει ούτε ψεύδεται. [51] Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι καλλιεργεί μόνο γνώμη (δόξα),[52] ή ότι δεν καλλιεργεί καμία γνώ­ση[53]. Όπως είδαμε πιο πάνω ο «μύθος» έχει σαφώς γνωστικό στόχο. Το γεγονός ότι βρίσκεται μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, χωρίς όμως να έχει αξιώσεις για σαφείς τιμές αλήθειας, σημαίνει ότι είναι ανοιχτός σε ερμηνεία σε βαθμό τέτοιο που ο αναγνώστης ουσιαστικά κατασκευάζει το γνωστικό υπόβαθρο, δηλαδή τη θέση που αξιώνει τιμές αλήθειας, σύμφωνα με τις δικές του ευαισθησίες, τη δική του γνώση. Μια τέτοια ερμη­νεία όμως δεν είναι απόλυτα αυθαίρετη. Το αντίθετο. Θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν κειμενικούς δείκτες[54], την ιδιαίτερη συνοχή του κειμένου, τις εξηγήσεις που δίνονται για το ένα ή το άλλο ζήτημα, τις αντιστοιχίες με σημεία που υποστηρίζει ο «λόγος» και εν γένει τη σχέση της με τη διαλεκτική επιχειρηματολογία που κατά κανόνα προ­ηγείται. Ωστόσο η ερμηνεία παραμένει αναπόφευκτα προσωπική, καθώς υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία ερμηνευτικής πρόσληψης από αυτή της επιχειρηματολογίας, δια­λεκτικής ή αποδεικτικής. Αυτό όμως είναι σημαντικό και σκόπιμο, νομίζω, γιατί έτσι ο «μύθος» μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ελέγχου της κατανόησης της διαλεκτικής διαδικασίας, όπως θα εξηγήσω στην επόμενη ενότητα. Αν είναι έτσι, τότε ο «μύθος» υπηρετεί μια θέση, που σημαίνει ότι και διέπεται από μία τέτοια.

Ακριβώς επειδή ο «μύθος» είναι ουσιαστικά λειτουργικός μέσα στο διαλεκτικό εγχείρημα, δεν θα πρέπει να κατανοηθεί ως λογοτεχνία όπως την εννοούμε σήμερα. Η «λογοτεχνία» είναι μια σύγχρονη έννοια που απουσιάζει τόσο στην αρχαιότητα όσο και στον Μεσαίωνα.[55] Το γεγονός ότι ο «μύθος» έχει μορφικά χαρακτηριστικά που σήμερα θεωρούνται λογοτεχνικά, δεν σημαίνει ότι έχει λογοτεχνικότητα, όπως φαίνονται να πιστεύουν κάποιοι υπό την επίδραση του ρωσικού φορμαλισμού. Ο «μύθος» είναι παρα­δοσιακό είδος λόγου που υπηρετεί μία θέση και επιδιώκει να εκφράσει κάποια αλήθεια[56] -κάτι που δεν κάνει η λογοτεχνία όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα.[57] Για τον λόγο αυτό άλλωστε χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα συνήθως σε συνδυασμό με επιχειρηματολογία, ένδειξη ότι ο «μύθος» υπηρετεί και στηρίζει μία αλήθεια.[58] Τίθεται έτσι τώρα το ερώτημα πότε και γιατί η μυθοπλασία προκρίνεται της επιχειρηματολογίας και πώς αυτές συνδυάζονται, το οποίο είναι μέρος του αρχικού μας ερωτήματος σχετικά με τους λόγους για τους οποίους επιλέγεται η μυθοπλασία - στο οποίο ο πλατωνικός Πρωταγόρας, όπως είδαμε, δεν δίνει σαφή απάντηση.

Ας αρχίσουμε με την επισήμανση ότι η μυθοπλασία κατά κανόνα έπεται της επιχει­ρηματολογίας. Η μυθοπλασία προηγείται μόνο στους Νόμους, όπου δίνεται πρώτα ο «μύθος» της πόλης πριν παρουσιαστεί ο νόμος που θα τεκμηριώνει τον «μύθο». Ωστόσο αυτή η χρήση του «μύθου» είναι ομολογουμένως ένας νεωτερισμός του ύστερου Πλάτω­να με τον οποίο δεν θα ασχοληθούμε εδώ.[59] Αν θέλουμε να φωτίσουμε περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζονται μυθοπλασία και επιχείρημα στον Πλάτωνα, θα πρέπει να εξετάσουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Και οι «μύθοι» για την ψυχή, ειδικά αυτοί για την κρίση της ψυχής, προσφέρονται για μια τέτοια διερεύνηση γιατί διακρίνονται, όπως είπα και πιο πάνω, από κοινή θεματική και κοινά εκφραστικά μέσα. Μια τέτοια αναζήτηση θα φωτίσει ακόμα περισσότερο τα χαρακτηριστικά του «μύθου» και θα δώ­σει, ελπίζω, όχι μόνο μια απάντηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους προκρί­νεται το ένα ή το άλλο είδος λόγου στον Πλάτωνα, αλλά και μια καλύτερη κατανόηση της ύφανσης του πλατωνικού διαλόγου.

III. Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΨΎΧΗ

Κάθε συζήτηση για την ψυχή στον Πλάτωνα θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψιν της το γεγονός ότι οι σχετικές πραγματεύσεις στο πλατωνικό έργο αφορούν μια ποικιλία φι­λοσοφικών ζητημάτων. Πρόκειται μάλιστα για ζητήματα που ορίζουν στην εποχή μας διακριτά φιλοσοφικά πεδία, τα οποία με σύγχρονους όρους εκτείνονται από τη φιλο­σοφία του νου, τη φιλοσοφία της δράσης, μέχρι τη γνωσιοθεωρία και την ηθική. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ο Πλάτωνας γράφει ερήμην τέτοιων διακρίσεων και συχνά η πραγμάτευσή του τις εμποδίζει ή τις υπονομεύει συνειδητά. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δύο αιτίες: Πρώτον, ο Πλάτωνας δεν βρίσκει λόγο να αυτονομήσει κανένα πεδίο φιλοσοφίας στον βαθμό που ο φιλοσοφικός στοχασμός έχει κατά τη γνώμη του έναν ενιαίο προσανατολισμό, που είναι ηθικός. Δεύτερον, η φιλοσοφική ορολογία είναι ακόμα αδιαμόρφωτη στην εποχή του και δεν ευνοεί τέτοιες διακρίσεις. Ο αγώνας για τη δημιουργία φιλοσοφικής ορολογίας, που μαρτυρούν έντονα διάλογοι όπως ο Παρμενίδης ή ο Θεαίτητος, είναι μέρος του αγώνα για τη διαμόρφωση ενός φιλοσοφικού λόγου που να ανταποκρίνεται στην πλατωνική αντίληψη περί φιλοσοφίας την οποία εξήγησα πιο πάνω. Η συζήτηση για ζητήματα σχετικά με την ψυχή είναι ενδεικτική τόσο αυτού του αγώνα όσο και της πλατωνικής αντίληψης για τη φιλοσοφία ως κατά βάση ηθικής. Εί­ναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος «ψυχή» άλλοτε δηλώνει την πηγή κάθε δράσης, λογικής ή ΡΑ λογικής, άλλοτε την πηγή της σκέψης, τον νου δηλαδή, και άλλες φορές πάλι τη μη λογική πηγή δράσης. Το αποτέλεσμα είναι η συζήτηση για την ψυχή να αγγίζει ταυτόχρονα ζητήματα ψυχολογίας, ηθικής, φιλοσοφίας της δράσης και του νου, και να αναζητείται κάθε φορά το κατάλληλο είδος λόγου για την πραγμάτευση του ενός ή του άλλου ζητήματος σχετικά με την ψυχή.

Χαρακτηριστικά είναι κάποια παραδείγματα. Στο 4ο βιβλίο της Πολιτείας ο Σω­κράτης υποστηρίζει ότι η ψυχή έχει μέρη και ότι η δικαιοσύνη δεν είναι τίποτα άλλο από την επίτευξη της αρμονικής συνύπαρξής τους. Η θέση ότι η ψυχή έχει μέρη υποστηρί­ζεται με επιχειρήματα που δείχνουν ότι αντίθετες πράξεις ή καταστάσεις δεν μπορούν να συνυπάρχουν, άρα και η ψυχή που ταυτόχρονα επιθυμεί και δεν επιθυμεί (ένας διψασμένος μπροστά σε δηλητηριασμένο νερό, για παράδειγμα) δεν μπορεί να είναι ενιαία.[60] Γνωστά είναι επίσης τα επιχειρήματα σχετικά με την αθανασία της ψυχής στον Φαίδωνα, τα οποία διαδέχεται μια μυθοπλασία για τη μεταθανάτια κρίση των ψυχών.[61] Ανάλογα στο 10ο βιβλίο της Πολιτείας υποστηρίζεται με επιχείρημα και πάλι ότι η ψυχή είναι αθάνατη, αλλά σχετικά με τη μεταθανάτια τύχη της ο Πλάτων δίνει τον περίφημο «μύθο» του Ηρός, το μήνυμα του οποίου φαίνεται να είναι ότι οι δίκαιοι επι­βραβεύονται στην άλλη ζωή ενώ οι άδικοι τιμωρούνται. Τέλος, στον Φαιδρό η συζήτηση για τη φύση του έρωτα οδηγεί στην εξέταση της φύσης της ψυχής. Αφού υποστηριχθεί με επιχείρημα η αθανασία της, ακολουθεί μια ιδιαίτερα επιτηδευμένη μυθοπλασία σχετικά με τη σύνδεση της ψυχής με το σώμα, τον έρωτα της ψυχής, αλλά και τις εγκόσμιες τύχες της ψυχής.

Οι σχετικές συζητήσεις στον Φαίδωνα, την Πολιτεία 10, και τον Φαιδρό θέτουν το ζήτημα της σχέσης μεταξύ επιχειρήματος και μυθοπλασίας με ιδιαίτερα οξύ τρόπο, επειδή ο συνδυασμός τους στους συγκεκριμένους διαλόγους εναντιώνεται στην άποψη ότι ο Πλάτωνας δεν είχε τους τρόπους ή τα μέσα να επιχειρηματολογήσει για τέτοια ζητή­ματα. Συνεπώς η απάντηση πρέπει να βρίσκεται αλλού. Ο Πλάτωνας δίνει συχνά δείκτες που μπορούμε να αξιοποιήσουμε για να προσανατολισθούμε προς κάποια ερμηνεία.

Προτείνω να αρχίσουμε με τον Φαίδωνα επειδή εκεί απαντά μια χαρακτηριστική περίπτωση εναλλαγής επιχειρηματολογικού λόγου με μυθοπλαστικό. Μετά το τέλος της σωκρατικής επιχειρηματολογίας υπέρ της θέσης ότι η ψυχή είναι αθάνατη, οι διαλεγόμενοι με τον Σωκράτη, Κέβης και Σιμμίας, που ως Πυθαγόρειοι είναι διατεθειμένοι θετικά υπέρ αυτής, παίρνουν τον λόγο για να δηλώσουν την τελική στάση τους απέναντι στην υποστηριζόμενη θέση. Ενώ όμως ο Κέβης δηλώνει ότι έχει πλήρως πειστεί από τα σωκρατικά επιχειρήματα, ο Σιμμίας υιοθετεί μια πιο μετριοπαθή στάση. Υποστηρίζει ότι ενώ δεν εντοπίζει κάποιο σημείο στην πορεία της επιχειρηματολογίας το οποίο να αμφισβητεί, διατηρεί ωστόσο κάποιες επιφυλάξεις, ακριβώς επειδή το θέμα της συζή­τησης είναι τόσο σημαντικό. Η σωκρατική απάντηση στον Σιμμία είναι χαρακτηριστική για τις αξιώσεις της επιχειρηματολογίας.

Και βέβαια Σιμμία, είπε ο Σωκράτης, και σε αυτά που λες έχεις δίκιο αλλά ακόμα και τις πρώτες θέσεις θα πρέπει να εξετάσεις περισσότερο, ακόμα και αν σας φαίνονται τώρα πειστικές. Και αν τις ερευνήσετε αρκετά, εγώ νομίζω, θα ακολουθήσετε τον λόγο στο μέτρο που είναι δυνατό να τον ακολουθήσει ο άνθρωπος. Και αν αυτές σας γίνουν σαφείς, δεν θα ζητήσετε τίποτε παραπάνω. (Φαίδων 107b4-9)

Το σχόλιό του Σωκράτη είναι αξιοπρόσεκτο για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή ζητά από τον Σιμμία να εξετάσει τα επιχειρήματα που προηγήθηκαν ακόμα και αν ο τελευταίος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένα κάποιο σημείο σε αυτά. Η στάση αυτή είναι αξιοσημείωτη γιατί ο Σωκράτης ούτε προκαλεί τον Σιμμία να εντοπίσει σφάλματα στην επιχειρηματο­λογία, κάτι που ο Σιμμίας αλλά και ο Κέβης κάνουν νωρίτερα,[62] ούτε όμως επικαλείται την πυθαγόρεια «δόξα» για την αθανασία της ψυχής, αλλά αντίθετα ενθαρρύνει και γενικεύει την αμφισβήτησή του. Δεύτερον, ταυτόχρονα με την προτροπή για τη λογική εξέταση των επιχειρημάτων ο Σωκράτης φαίνεται να υποδηλώνει ότι υπάρχουν όρια στον λόγο. Αυτό το κάνει τόσο με την επισήμανση ότι ο άνθρωπος δεν έχει απεριόριστες δυνατότητες να ακολουθήσει τον λόγο, όσο και με τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία αυτή έχει τέλος που ορίζεται από την εξακρίβωση μιας άποψης με σαφήνεια.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνουν τις παρατηρήσεις μας σχετικά με τη φύση της επιχει­ρηματολογίας, ότι δηλαδή αυτή υπόκειται σε έλεγχο και διάψευση και ότι στοχεύει να δημιουργήσει ακριβή γνώση, η οποία διακρίνεται από λογική συνοχή, σαφήνεια, και αυτάρκεια, αλλά επίσης φέρνουν στο φως δύο επί πλέον σημαντικά στοιχεία. Πρώτον ότι το επιχείρημα έχει ανοιχτή δομή, πράγμα που σημαίνει ότι υπόκειται σε περαιτέρω ανάπτυξη και συνθετότητα, μπορούν δηλαδή να προστεθούν προτάσεις που να γεφυρώνουν επιτυχέστερα τις προκείμενες με το συμπέρασμα. Με τον τρόπο αυτό αποσαφη­νίζεται η δομή του επιχειρήματος.[63] Δεύτερον, η αποσαφήνιση αυτή έχει βέβαια όρια, δεν είναι όμως σαφές ποια ακριβώς είναι αυτά. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Σωκράτης εννοεί εδώ αυτά τα όρια ή τα όρια της πειστικής δύναμης του λόγου, δηλαδή τα όρια που ο άνθρωπος έχει να αφεθεί να πειστεί από τον λόγο και όχι από άλογες επιθυμίες ή ιδεοληψίες. Προφανώς όμως τα δύο αυτά συνδέονται στη σωκρατική και πλατωνική σκέψη, όπως υποδηλώνει η σύνδεση λογικής ικανότητας και πειθαρχίας στο λογικό στην περίπτωση των φυλάκων της Πολιτείας.

Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι μετά τις επισημάνσεις αυτές του Σωκράτη σχετικά με τον «λόγο», ο ίδιος εισάγει μια εκτενή μυθοπλασία με κεντρικό θέμα την τύχη της ψυχής μετά τον θάνατο (Φαίδων 107c-114c).[64] Σε αυτήν διακρίνονται τέσσερα μέρη: στο πρώτο (107c-108c) συζητιέται η μεταθανάτια τύχη της ψυχής, η οποία μπορεί να πλανάται σε ποικίλους τόπους ανάλογα με την αρετή του βίου της, στο δεύτερο (108e- 111c) περιγράφεται η γη συνολικά, αφού στους τόπους της μπορεί να πλανάται η ψυχή, στο τρίτο (11 lc-113c) περιγράφονται τα έγκατα της γης και τα φαινόμενα που λαμβά­νουν χώρα εκεί, και τέλος στο τελευταίο μέρος (113d-114c) συσχετίζεται η γεωγραφία που προηγήθηκε με τη μεταθανάτια ζωή των ψυχών, οι οποίες κατατάσσονται ανάλογα με την ποιότητα του βίου τους στη γη.

Είναι φανερό ότι το πρώτο μέρος που στοχεύει να δείξει τη μεταθανάτια τύχη των ψυχών ανάλογα με το ποιόν τους είναι αυτό που δρομολογεί την εξέλιξη της μυθο­πλασίας. Είναι ενδεικτικό ότι ο Σωκράτης κλείνει τον κατάλογο των ψυχών με αυτές όσων επιδόθηκαν στη φιλοσοφία, οι οποίοι αποτελούν μέρος όσων έζησαν με δίκαιο τρόπο. Αυτοί, επισημαίνει ο Σωκράτης, ζούνε μεταθανάτια στους καλύτερους τόπους τον υπόλοιπο χρόνο. Ο Σωκράτης δεν μιλά για αυτούς με λεπτομέρειες, όπως για τις προηγούμενες κατηγορίες, αλλά καταλήγει επισημαίνοντας στον Σιμμία ότι ο βίος της αρετής και της γνώσης επιβραβεύεται με τον καλύτερο τρόπο (Φαίδων 114b-c).

Το ερώτημα που τίθεται για μας είναι ποια είναι η χρησιμότητα της εκτενούς αυτής μυθοπλασίας και γιατί προτιμάται από ένα επιχείρημα ανάλογο με αυτά που προηγήθηκαν σχετικά με την αθανασία της ψυχής. Τη βάση για μια απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο διάλογος στο τέλος της μυθοπλασίας. Μεταφράζω:

Το να υποστηρίζει κανείς ότι αυτά είναι όντως έτσι όπως τα παρουσίασα εγώ, δεν ενδείκνυται για νοήμονα άνθρωπο. Όμως ότι ή τα πράγματα είναι έτσι ή κά­πως έτσι σχετικά με τις ανθρώπινες ψυχές και τις μετοικήσεις τους, αφού βέβαια η ψυχή φαίνεται ότι είναι αθάνατη, αυτό πιστεύω ότι είναι μια άποψη που θα πρέπει και αξίζει να διακινδυνεύσει να νομίζει κανείς ότι είναι έτσι. Γιατί είναι καλός ένας τέτοιος κίνδυνος. Και πρέπει να χρησιμοποιούμε τέτοιο λόγο για να γοητεύουμε τους εαυτούς μας, για τον λόγο αυτό και τραβώ σε μάκρος αυτόν τον «μύθο». (Φαίδων 114dl-8)

Το παραπάνω χωρίο είναι αρκετά αποκαλυπτικό για τις αξιώσεις της μυθοπλασίας, τόσο καθ’ αυτής, όσο, και κυρίως, σε σύγκριση με το επιμύθιο στην επιχειρηματολογία για την αθανασία της ψυχής, που παρέθεσα πιο πάνω.[65] Επισημαίνεται κατ’ αρχήν ότι η μυθοπλασία δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται κυριολεκτικά, όπως δηλαδή η λογική επιχειρηματολογία, γιατί δεν διακρίνεται από ακρίβεια και σαφήνεια, σε αντί­θεση με την επιχειρηματολογία που, όπως είδαμε, όχι μόνο διακρίνεται ακριβώς από αυτό το χαρακτηριστικό αλλά μπορεί να αποσαφηνιστεί περαιτέρω και να αναπτυχθεί με περισσότερη ακρίβεια. Η έλλειψη ακρίβειας στερεί στη μυθοπλασία τη δύναμη να επιβάλλει συγκεκριμένα συμπεράσματα. Ωστόσο και ο «μύθος», υποστηρίζει ο Σωκρά­της, μπορεί να οδηγήσει σε κάποια συμπεράσματα, τα οποία όμως δεν παρουσιάζονται, ακριβώς γιατί δεν έπονται από τη μυθοπλασία με αξιώσεις ανάλογες με αυτές του «λό­γου», αλλά θα πρέπει να τα ανασυγκροτήσει κανείς μόνος του. Και εδώ, επισημαίνεται, υπάρχει ένας κίνδυνος σφάλματος που φαίνεται να είναι διπλός. Ο πρώτος συνίσταται στη διακινδύνευση μιας προσωπικής ανασυγκρότησης της μυθοπλασίας, που μπορεί να είναι καλύτερη ή χειρότερη. Όμως ακόμα και η καλύτερη ανασυγκρότηση δεν έχει αξι­ώσεις βεβαιότητας αλλά μόνο πιθανότητας, οπότε ο δεύτερος κίνδυνος συνίσταται στην αναπόφευκτη αβεβαιότητα της ερμηνείας.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι γιατί η μυθοπλασία δεν καταλήγει σε ακριβή και βέβαια συμπεράσματα. Το σημαντικό στοιχείο που κομίζει το πιο πάνω χωρίο είναι ότι η έλλειψη ακρίβειας στη μυθοπλασία δεν είναι μόνο ένα χαρακτηριστικό που προσι­διάζει σε αυτή, αλλά ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της για το οποίο και προκρίνεται η χρήση της. Που θα πει ότι η επιλογή της μυθοπλασίας επιβάλλεται από τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας για ακρίβεια στο συγκεκριμένο θέμα που θίγεται, δηλαδή ο Πλάτωνας προσαρμόζει τον λόγο του στις δυνατότητες και στις αξιώσεις για γνώση που επιδέχεται το υπό συζήτηση θέμα. Αλλά τι είναι αυτό που στο συγκεκριμένο θέμα επιβάλλει την επιλογή της μυθοπλασίας;

Ας αρχίσουμε από τη διαπίστωση ότι το θέμα της μεταθανάτιας τύχης και κρίσης των ψυχών που είναι κεντρικό στη μυθοπλασία έχει κυρίως ηθική διάσταση. Ενδεικτικό της κατεύθυνσης αυτής είναι η παρατήρηση του Σωκράτη στην αρχή της μυθοπλασίας ότι, αν δεχτούμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι χρειάζεται φροντίδα (ἐπιμελείας χρῆται) όχι μόνο κατά τη διάρκεια της ενσώματης ζωής αλλά και αργότερα, επισημαίνει μάλιστα ότι ο κίνδυνος είναι μεγάλος αν την αμελήσει κανείς (107e 1-5). Το κρίσιμο στοιχείο για τη φροντίδα της ψυχής, επισημαίνει ο Σωκράτης, είναι η παιδεία και η ανατροφή της κατά την εγκόσμια ζωή (107d2-5), πράγμα που μας κάνει να υποπτευόμαστε ότι η μυθοπλασία έχει παιδευτικό στόχο. Είναι ωστόσο σαφές ότι δεν μπορεί να αποδείξει τίποτα σχετικά με την υποτιθέμενη πραγματικότητα της μεταθανάτιας ζωής. Εκτός από το μυθοπλαστικό πλαίσιο ο Πλάτωνας δίνει αρκετές ενδείξεις για το υποθετικό του λόγου του. Από την αρχή κιόλας γίνεται επίκληση σε λαϊκές παραδόσεις {λέγεται, 107d5) ενώ στην πορεία έχουμε αναφορές σε ποιητικά κεί­μενα.[66] Θα μπορούσε λοιπόν δικαιολογημένα να υποστηρίξει κανείς ότι η μυθοπλασία επιλέγεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο επειδή κρίνεται αδύνατο να συσταθεί ελέγξιμη γνώση, μέσω επιχειρηματολογίας, για τα ζητήματα που θίγονται. Συνεπώς ένα κριτή­ριο που επιβάλλει την επιλογή της μυθοπλασίας είναι γνωσιοθεωρητικό.

Η λειτουργία ενός τέτοιου κριτηρίου είναι απόλυτα κατανοητή για έναν φιλόσοφο όπως ο Πλάτωνας που υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό τη σωκρατική αντίληψη περί φιλοσο­φίας. Πιστεύω όμως ότι αυτό δεν είναι το κύριο κριτήριο με βάση το οποίο προκρίνεται η μυθοπλασία αλλά παρεπόμενό του. Κατά τη γνώμη μου, το κριτήριο που υπαγορεύει τη χρήση της μυθοπλασίας είναι ηθικό-παιδαγωγικό, το οποίο ήδη υπαινίχθηκα. Αυτό προδίδουν τα εξής: Πρώτον, ο δραματικός χρόνος του Φαίδωνα είναι λίγο πριν από τη θανάτωση του Σωκράτη, και η συζήτηση για την αθανασία της ψυχής είναι μέρος της προσπάθειας μιας φιλοσοφικής αντιμετώπισης του θανάτου. Το άλλο μέρος αυτής της προσπάθειας είναι να αντιμετωπιστεί ο θάνατος ως βιωματικό γεγονός. Στο σημείο αυτό επιστρατεύεται η μυθοπλασία. Ο λόγος για την επιλογή αυτή είναι κατά τη γνώ­μη μου ότι η μυθοπλασία κρίνεται καταλληλότερη από την επιχειρηματολογία για την αντιμετώπιση του φόβου του θανάτου. Αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Ο φόβος εν γένει, όπως γνωρίζουμε, δεν καταπολεμείται πάντοτε με λογικά μέσα, αντίθετα συνήθως παραμένει αμείωτος παρά τις όποιες λογικές αποδείξεις. Συχνά μάλιστα η απόδειξη του παραλογισμού του κάνει το υποκείμενο να νιώθει ακόμα χειρότερα.

Το γεγονός ότι η μυθοπλασία στοχεύει στην καταπολέμηση του φόβου του θανάτου φανερώνεται από τα εξής: Πρώτον, ο Σωκράτης θέλει να συνδέσει την άρση του φόβου του θανάτου με τον βίο του φιλοσόφου, για τον οποίο είχε μιλήσει και νωρίτερα στον διάλογο,[67] και να τονίσει ότι μια καθαρή ψυχή όπως αυτή του φιλοσόφου έχει ακόμα λιγότερους λόγους να φοβάται τον θάνατο. Με τον τρόπο αυτό υποστηρίζεται η ιδέα ότι ο φιλόσοφος δεν έχει λόγους να φοβάται τον θάνατο, αφού ο μεταθανάτιος βίος του αναμένεται ανάλογος ή και καλύτερος από τον προηγούμενο. Ο Σωκράτης υποστηρίζει χαρακτηριστικά πως ο «μύθος» δείχνει ότι ο ενάρετος πρέπει να έχει θάρρος (114d8). Δεύτερον, η μυθοπλασία μας μεταφέρει σε μια άλλη πραγματικότητα την οποία ο ανα­γνώστης μπορεί να συσχετίσει με τη θεϊκή, καθώς νωρίτερα στον διάλογο δηλώνεται ότι η ψυχή χωρίς το σώμα έχει θεϊκή φύση (80bl, 81a4-5).[68] Η κατάταξη της ψυχής στον κόσμο των θεών ακυρώνει τον φόβο του θανάτου με δύο τρόπους: Πρώτον, δείχνεται ότι ο άνθρωπος είναι στην ουσία του ψυχή, οπότε ο χωρισμός από το σώμα είναι μάλλον ευκταίος. Δεύτερον, τονίζεται ότι η ουσία του ανθρώπου, ο αληθινός του εαυτός, έχει συγγένεια με τους θεούς και η ευδαιμονία του συνίσταται στην ομοίωσή του με αυτούς, την ευδαιμονία αυτή όμως υπονομεύει η ενσώματη ζωή.[69]

Αν είναι έτσι, τότε η μυθοπλασία υπαγορεύεται μεν από γνωσιοθεωρητικούς λόγους οι οποίοι έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση μιας ψυχολογικής κατάστασης, όπως εί­ναι ο φόβος του θανάτου που από τη μια αντιστέκεται στη λογική επιχειρηματολογία και από την άλλη έχει μεγάλη συνθετότητα για να συζητηθεί διαλεκτικά, υπηρετεί ωστόσο βασικά έναν ηθικό-παιδαγωγικό στόχο που είναι η ανάδειξη της αληθινής ευδαιμονίας, την οποία υπονομεύει όχι ο θάνατος αλλά ο φόβος του θανάτου. Αυτό συμβαίνει καθώς η μυθοπλασία στοχεύει από τη μια να στηρίξει την άποψη του διαλόγου, ότι η φύση του ανθρώπου είναι συγγενής με τη θεϊκή, και από την άλλη να αναδείξει τις ηθικές συνέπειες που ο ανθρώπινος βίος μπορεί να έχει στη μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής.

Τα παραπάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μυθοπλασία όχι μόνο υπαγορεύεται από φιλοσοφικά κριτήρια αλλά και υπηρετεί έναν φιλοσοφικό στόχο συμπληρωματικό σε αυτόν της κεντρικής επιχειρηματολογίας του διαλόγου που, όπως είπα, έχει σε μεγάλο βαθμό ηθικό χαρακτήρα.[70] Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι βασικός προσανατολισμός του Πλάτωνα στον διάλογο αυτό είναι να δείξει ότι η φιλοσοφία όχι μόνο διδάσκει αλλά διδάσκει έτσι ώστε να συμβάλλει στην επίτευξη της ευδαιμονίας.

Τα συμπεράσματα αυτά σχετικά με τη χρήση της μυθοπλασίας ενισχύονται αν εξε­τάσουμε τους δύο άλλους «μύθους» με θέμα την κρίση της ψυχής, αυτόν του Ηρός στο τέλος της Πολιτείας και τον κεντρικό μύθο του Φαιδρού.

Ο «μύθος» του Ηρός έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη ότι αποτελεί την κατακλείδα ενός τόσο σημαντικού και εκτενούς πλατωνικού διαλόγου όπως η Πολιτεία στον οποίο κεντρικό θέμα είναι η δικαιοσύνη.[71] Στο 10ο βιβλίο όπου απαντά, ο Πλάτω­νας επανέρχεται στην κριτική της μίμησης γενικά και της μιμητικής ποίησης ειδικότερα που κρίνεται πιο επικίνδυνη από τις άλλες μιμητικές τέχνες, όπως η ζωγραφική, για λόγους όχι τόσο μεταφυσικούς αλλά ηθικούς (Πολιτεία 605a2-c3). Ωστόσο η ποίηση δεν απορρίπτεται συλλήβδην. Αντίθετα, υποστηρίζεται η δυνατότητά της να ωφελεί (605de). Η συζήτηση συνεχίζεται σχετικά με την ηθική ωφέλεια και ανταμοιβή, για τα οποία δεν έχει γίνει προηγουμένως επαρκής λόγος (608c). Τίθεται έτσι το θέμα του χρόνου στον οποίο οι ανταμοιβές αυτές μπορούν να λάβουν χώρα, και η πρόταση είναι ότι αυτό μπορεί να συμβεί τόσο στην επίγεια ζωή όσο και στην αιωνιότητα, αφού η ψυχή είναι αθάνατη (608d). Ακολουθεί επιχειρηματολογία υπέρ της αθανασίας της ψυχής, η οποία θέτει το ζήτημα της φύσης της ψυχής. Υποστηρίζεται ότι η ψυχή δεν είναι σύνθετη και ότι μπορεί να αντιληφθεί κανείς τη φύση της με καθαρότητα μόνο αν την εξετάσει σε διάκριση από το σώμα - αντίληψη που συναντήσαμε και στον Φαίδωνα. Μια τέτοια εξέταση, υποστηρίζεται, θα αποκαλύψει ότι η δικαιοσύνη είναι η άριστη κατάσταση για την ψυχή (611bc). Αυτό επιβεβαιώνεται, υποστηρίζει ο Σωκράτης, από το γεγονός ότι οι δίκαιοι τελικά δικαιώνονται τόσο στην επίγεια ζωή όσο και στη μεταθανάτια (613a- 614a). Στο σημείο αυτό ο Σωκράτης εισάγει τον «μύθο» του Ηρός. Τον συνοψίζω.

Ο Ηρ, γιος του Αρμενίου από το γένος των Παμφύλων, σκοτώνεται στον πόλεμο αλλά μετά από δώδεκα ημέρες επιστρέφει στη ζωή και διηγείται όσα είδε στον κόσμο των νεκρών. Υπήρχαν, διηγείται, τέσσερα χάσματα, δύο προς τον ουρανό και δύο προς τη γη, και οι ψυχές κρίνονταν από δικαστές. Οι δίκαιοι στέλνονταν πάνω δεξιά για να ανταμειφθούν, οι άδικοι πάνω αριστερά για να τιμωρηθούν, ενώ από τα άλλα δύο χάσματα επέστρεφαν οι ψυχές μετά την τιμωρία τους που κρατούσε χίλια χρόνια. Αφού επιστρέφουν οι ψυχές, εξιστορούν τις εμπειρίες τους για επτά ημέρες και την όγδοη ξε­κινούν μια πορεία με κατάληξη ένα φως που περνούσε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, το οποίο αποτελεί τον δεσμό ουρανού και γης και στις άκρες του οποίου είναι στερεωμέ­νο το αδράχτι της Ανάγκης. Γύρω από αυτό στέκονταν οι κόρες της Ανάγκης, οι τρεις μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ, και η Άτροπος. Η Λάχεσις αναγγέλλει στις ψυχές ότι μπορούν να επιστρέφουν στη θνητή ζωή και να επιλέξουν το είδος βίου που προτιμούν. Οι ψυχές επιλέγουν τον νέο τους βίο και επιστρέφουν στη γη για να αρχίσουν τη νέα τους ζωή, αφού πρώτα λησμονήσουν όσα είχαν ζήσει στον κόσμο των νεκρών πίνοντας από τον ποταμό της λήθης. Εξαίρεση στον κανόνα αυτό ήταν φυσικά ο Ηρ, στον οποίο επιτράπηκε να παρατηρεί και να μεταφέρει όσα είδε στη γη. Η επιλογή του νέου βίου γίνεται με γνώμονα τον προηγούμενο, πράγμα που οδηγεί πολλές ψυχές σε εσφαλμένες επιλογές, όπως δείχνουν τα παραδείγματα πολλών μυθολογικών ηρώων. Χαρακτηρι­στική είναι η περίπτωση εκείνου που έζησε πρότερο δίκαιο βίο από συνήθεια και όχι από φιλοσοφική γνώση, ο οποίος τώρα επιλέγει τον τυραννικό βίο (619cd).

Η συζήτηση σχετικά με την αποτίμηση του «μύθου» του Ηρός επιβεβαιώνει, με τη μεγάλη διάσταση των ερμηνευτικών απόψεων που διατυπώνονται, ότι η μυθοπλασία είναι εγγενώς ανοιχτή σε προσωπική ανασυγκρότηση από τον αναγνώστη. Από τη μια υπάρχουν ερμηνευτές που θεωρούν τη συγκεκριμένη μυθοπλασία άκομψη και ανώφελη φιλοσοφικά, με το αιτιολογικό είτε ότι δεν συνδέεται δόκιμα με την επιχειρηματολογία της Πολιτείας είτε ότι δεν προσθέτει τίποτα σε αυτή. Από την άλλη υπάρχουν ερμηνευ­τικές προτάσεις που αναγνωρίζουν ιδιαίτερη αξία στον «μύθο».[72]

Το πρώτο πράγμα που είναι σαφές στον «μύθο», και κατά τη γνώμη μου κλειδί για την ερμηνεία του, είναι η σύνδεση της κοσμικής τάξης και της ηθικής, η οποία λείπει από τους ανάλογους «μύθους» του Γοργία και του Φαίδωνα. Η κρίση των ψυχών μετά θάνατο (614b-616b) και η επιλογή του μελλοντικού βίου (617d-621b) διαμεσολαβείται από την περιγραφή του κοσμικού αδραχτιού της Ανάγκης, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά στους πλανήτες και τις κινήσεις τους (616b-617d). Το ερώτημα είναι πώς ακριβώς σχετίζεται η περιγραφή του πλανητικού αυτού συστήματος, με τα πολλά και λεπτομερή αστρονομικά στοιχεία, με την κρίση των ψυχών και την επιλογή μελλο­ντικού βίου. Το ερώτημα γίνεται οξύτερο αν θυμηθούμε την επισήμανση του Σωκράτη στο 7ο βιβλίο της Πολιτείας ότι η καλλιέργεια της αληθινής αστρονομίας απευθύνεται στο λογικό μέρος της ψυχής (530b7-9) και χρησιμεύει στην αναζήτηση του αγαθού (531c6-7).[73]

Αυτό που αναδεικνύει η αστρονομική θεωρία είναι η ύπαρξη μιας κρυφής αρμονίας που διέπει το σύμπαν.[74] Οι πλανήτες παρουσιάζονται να κινούνται με αρμονία που μάλι­στα δεν είναι κατανοητή από τις ψυχές.[75] Αν είναι έτσι, τότε διαφαίνεται μια σχέση της εν λόγω μυθοπλασίας με τα προηγούμενα βιβλία της Πολιτείας στα οποία η δικαιοσύνη παρουσιάστηκε ως η αρμονία των μερών της ψυχής. Η ανθρώπινη ψυχή σχετίζεται τώρα όχι μόνο με την πόλη, όπως γίνεται στα βιβλία 1-9 της Πολιτείας, αλλά και με το σύ­μπαν, και με τον τρόπο αυτό προοιωνίζεται τον Τίμαιο όπως και το 10ο βιβλίο των Νό­μων. Μια τέτοια οπτική διαμορφώνει μια νέα πρόταση ηθικής και ταυτόχρονα αντιβαίνει σε μία άλλη. Το κοσμικό πλαίσιο αναφοράς αντιβαίνει σε μια συνεπειοκρατική ηθική ερ­μηνεία της κρίσης των ψυχών, στην οποία μας προσανατολίζουν οι σχετικές μυθοπλασίες του Γοργία και του Φαίδωνα. Ενώ και στους δύο αυτούς διαλόγους τονίζεται η σημασία της φιλοσοφίας και της παιδείας στην τελική κρίση των ψυχών και στην ευδαιμονία, στην Πολιτεία η κρίση δεν είναι τελική, όπως δεν είναι τελική και η επιλογή του μελλοντικού βίου.[76] Οι ψυχές συνεχίζουν να ζουν διδασκόμενες από τις προηγούμενες εμπειρίες τους, χωρίς όμως να δίνεται μια τελική ετυμηγορία. Διαγράφεται έτσι μια ηθική σύμφωνα με την οποία οι ψυχές επιλέγουν το δίκαιο για χάρη της αρετής με δεδομένες τις συνέπειές της αλλά όχι για τις συνέπειές της, όπως είναι μια μεταθανάτια ανταμοιβή. Ακόμα ση­μαντικότερο είναι το γεγονός ότι η συζήτηση για την ατομική ηθική, και κατά συνέπεια και την ελεύθερη επιλογή ατομικού βίου, ενδιαφέρει μόνο στο μέτρο που σχετίζεται με την κοσμική τάξη, την κοσμική δικαιοσύνη, η οποία αντικατοπτρίζεται στην πλανητική αρμονία, και όχι αυτή καθ’ αυτή. Είναι αυτή η κοσμική αρμονία και αρετή που οι ψυχές θα πρέπει να γνωρίσουν και να αποφασίσουν ελεύθερα να μιμηθούν για να ευδαιμονή­σουν. Αυτό τονίζεται στην καταληκτική παράγραφο του «μύθου».

Και έτσι, Γλαύκων, ο «μύθος» σώθηκε και δεν πήγε χαμένος. Μπορεί και εμάς να σώσει αν δώσουμε πίστη σε αυτόν. Και τότε θα περάσουμε ανώδυνα τον ποτα­μό της λήθης και δεν θα μολύνουμε την ψυχή μας. Αν δώσουμε πίστη στη γνώμη μου και πιστέψουμε ότι η ψυχή είναι αθάνατη και ικανή να υποφέρει όλα τα κακά και όλα τα αγαθά, τότε θα επιμένουμε να επιλέγουμε την οδό που οδηγεί προς τα πάνω και θα φροντίζουμε να ακολουθούμε τις επιταγές της δικαιοσύνης με γνώ­μονα τη γνώση. Σκοπός μας έτσι θα είναι να ζούμε σε αρμονία με τον εαυτό μας και με τους θεούς και όταν μένουμε στον εδώ κόσμο και όταν παίρνουμε τα έπα­θλα για τη δικαιοσύνη όπως οι νικητές των αγώνων, και έτσι και στην παρούσα ζωή και στη χιλιετή πορεία που περιγράψαμε να ευτυχούμε. (Πολιτεία 621 bd)

Εκτός από την έμφαση στην κοσμική διάσταση της ηθικής σε αντίθεση με μία ατομική ηθική που απαντά στον Γοργία και στον Φαίδωνα, ο πιο πάνω επίλογος είναι διαφωτιστικός και για τους λόγους για τους οποίους προκρίνεται η μυθοπλασία στο τέλος της Πολιτείας. Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι ο «μύθος» έχει αξία αν του δώσουμε πίστη, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε και να μην τον πιστέψουμε. Που σημαίνει ότι ο «μύ­θος» δεν επιβάλλει μία αλήθεια με τον τρόπο που το κάνει η επιχειρηματολογία αλλά είναι, όπως υποστήριξα, ανοιχτός σε ερμηνεία. Το σημαντικό όμως εδώ είναι να δούμε γιατί θα πρέπει να προκριθεί στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα του τέλους της Πολιτείας ένα τέτοιο είδος λόγου που είναι εγγενώς ανοιχτό σε ερμηνεία.

Το κλειδί για την απάντηση έχει να κάνει με ένα καίριο στοιχείο στο υπό συζήτη­ση θέμα που είναι η ελεύθερη επιλογή του βίου από τις ψυχές. Μια επιλογή δεν είναι πραγματικά ελεύθερη αν δεν μπορούμε παρά να υιοθετήσουμε μία και μόνο άποψη. Κάτι τέτοιο θα ήταν όμως ανόητο για το υπό συζήτηση ζήτημα. Γιατί αν αναγκαστούμε να ασπαστούμε μία υποτιθέμενα ορθή άποψη, αυτή δεν έχει τελικά αξία όταν πρόκειται για το ερώτημα πώς πράττουμε σε σχέση με τους άλλους, για του λόγο ότι δεν πρόκειται να ευτυχήσουμε αν αναγκαστούμε να την δεχθούμε ως ορθή. Τέτοια είναι η περίπτωση του εγκρατούς στα Ηθικά Νικομάχεια. Ο εγκρατής δεν είναι ευδαίμων, ακριβώς γιατί ενεργεί μεν σύμφωνα με τον λόγο, έχει όμως την επιθυμία και έτσι την τάση να πράξει αντίθετα με τις επιταγές του λόγου (πρβλ. Η.Ν. 1146a9-15). Με την έννοια αυτή ο εγκρατής δεν ευδαιμονεί, ακριβώς επειδή αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τον λόγο παρά την επιθυμία του. Τον κίνδυνο αυτόν φαίνεται να υπογραμμίζει το παράδειγμα της ψυχής εκείνου που μετά από έναν ενάρετο εγκόσμιο βίο επιλέγει τον τυραννικό. Προ­φανώς πρόκειται για κάποιον που ακολούθησε τον λόγο χωρίς όμως τελικά να ευδαιμο­νήσει ακολουθώντας τον - η νέα επιλογή βίου δείχνει ακριβώς το αντίθετο. Κάτι τέτοιο απέχει πολύ από το να αποτελεί ιδανικό για κάθε αρχαία ηθική θεωρία και ιδιαίτερα για αυτήν που σκιαγραφείται στην πλατωνική Πολιτεία.

Αν η ελευθερία στην επιλογή του βίου είναι κεντρικός άξονας της μυθοπλασίας, τότε η επιλογή μιας μορφής λόγου που είναι ανοιχτή σε ερμηνεία είναι αναγκαία συνέπειά της. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι η μυθοπλασία επιδέχεται οποιαδήποτε ερμηνεία. Το αντίθετο συμβαίνει. Ο Σωκράτης ρητά τονίζει στο χωρίο που παρέθεσα πιο πάνω (Πολιτεία 621 bd) ότι χρειάζεται γνώση για να ερμηνευτεί, όπως χρειάζεται γνώση για να επιλέξει κανείς ελεύθερα είδος βίου. Η γνώση αυτή ακυρώνεται αν δεν ενέχει τη βούληση για το αγαθό, που θα πει ότι η γνώση του τι είναι αγαθό είναι αυτομάτως γνώση ικανή για την επιλογή του αγαθού, δηλαδή θεωρητική και πρακτική συγχρόνως. Ο φορέας τέτοιας γνώσης επιλέγει ελεύθερα το αγαθό, γιατί αναγνωρίζει σε αυτό την πηγή της ευδαιμονίας του. Με την έννοια αυτή η μυθοπλασία δεν είναι μόνο μορφή λό­γου σύμμετρη προς την ελεύθερη επιλογή βίου, αλλά επίσης ένας λόγος που ελέγχει τη γνώση η οποία απαιτείται για την ευδαιμονία.

Συνεπώς και στην περίπτωση του «μύθου» του Ηρός η χρήση της μυθοπλασίας όχι μόνο υπαγορεύεται σαφώς από φιλοσοφικούς λόγους, αλλά, όπως και στην περίπτωση του Φαίδωνα, οι λόγοι αυτοί είναι πρωτίστως ηθικού χαρακτήρα και δευτερευόντως γνωσιοθεωρητικού - αν και μια τέτοια διάκριση στον Πλάτωνα είναι παρακινδυνευμένη. Και στην περίπτωση του «μύθου» του Ηρός είναι εύλογο να ισχυριστεί κανείς ότι η περι­γραφή της κοσμικής τάξης δεν μπορεί να γίνει με διαλεκτική επιχειρηματολογία, γιατί είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συγκροτηθεί ελέγξιμη συνολική εξήγηση για κάτι τέτοιο, οπότε απομένει ως επιλογή ένας εικοτολογικός, πιθανολογικός λόγος. Ωστόσο οι γνωσιοθεωρητικοί περιορισμοί υπηρετούν μια ορισμένη αντίληψη ηθικής που διέπει ολόκληρη την Πολιτεία, την οποία θα χαρακτήριζα αντισυνεπειοκρατική. Ενώ ο κορμός της Πολιτείας θεμελιώνει την αντίληψη αυτή στο πλαίσιο τη πόλης, στο τελευταίο βιβλίο θεμελιώνεται και σε κοσμικό πλαίσιο. Στη θεμελίωση αυτή επιστρατεύεται η μυθοπλασία του Ηρός. Αλλά η μυθοπλασία λειτουργεί θεμελιωτικά μόνο σε όσους έχουν κατανοήσει την ηθική αντίληψη που διέπει την Πολιτεία, και με αυτή την έννοια επιτελεί έναν ελε­γκτικό ρόλο της υποστηριζόμενης ηθικής αντίληψης στο συγκεκριμένο πλατωνικό έργο.

Ανάλογη είναι και χρήση του επιτηδευμένου «μύθου» του Φαιδρού για την ψυχή. Και στον Φαίδρο η μυθοπλασία διέπεται από μια κοσμική διάσταση με ηθικό και παι­δαγωγικό χαρακτήρα και επιλέγεται συνειδητά, θα υποστηρίξω, ως είδος λόγου που είναι ανοιχτό σε ερμηνεία. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα.

Στον Φαίδρο κεντρικό υπό συζήτηση θέμα είναι η φύση της ρητορικής, και η άποψη που διατυπώνει ο Σωκράτης είναι ότι για να πείσει κανείς θα πρέπει να γνωρίζει τη φύση της ψυχής. Ενδεικτικό χαρακτηριστικό της φύσης της ψυχής είναι ο έρωτας, τον οποίο αρχικά ο Σωκράτης επικρίνει ως μανία, στη συνέχεια όμως αναδιπλώνεται για να διαφοροποιήσει τον έρωτα από τη σωματική επιθυμία. Αναγνωρίζει τώρα ο Σω­κράτης την ύπαρξη και αγαθών μορφών μανίας, όπως της προφητείας, της κάθαρσης, της μύησης, της ποίησης, στις οποίες συγκαταλέγει και τον έρωτα επειδή έχει ουράνια προέλευση - μια πρώτη ένδειξη για την κοσμική διάσταση του λόγου που έπεται. Για να αποδείξει τη θέση αυτή, ο Σωκράτης θα περιγράψει τη φύση, τα πάθη, και τις ενέργειες της ψυχής (Φαῖδρος 245bc), αφού πρώτα δώσει μια σύντομη απόδειξη της αθανασίας της ψυχής με κύριο επιχείρημα ότι η ψυχή είναι αρχή κινήσεως, δηλαδή μεταβολών, και ως τέτοια δεν επιδέχεται θάνατο (245c-246a). Πριν αρχίσει τον λόγο σχετικά με τη φύση της ψυχής, ο Σωκράτης διατυπώνει μια επιφύλαξη. Η περιγραφή της ουσίας της ψυχής (οἵον ἐστι) θα απαιτούσε μια θεϊκή και μακρά διήγηση, ενώ η περιγραφή του πώς μοιάζει η ψυχή (ᾦ ἔοικεν) μπορεί να δοθεί με έναν πιο ανθρώπινο και συντομότερο λόγο (246a4-6).[77] Ακολουθεί μια επιτηδευμένη μυθοπλασία που θέμα της έχει να περιγράψει την ψυχή και τον τρόπο με τον οποίο εισέρχεται στο σώμα.

Η ψυχή παραβάλλεται με την εικόνα ενός φτερωτού άρματος που σέρνουν δύο άλογα. Ενώ στην περίπτωση των θεών τόσο τα άλογα όσο και ο ηνίοχος είναι αγαθά, στην περί­πτωση της ανθρώπινης ψυχής διακρίνεται ένα αγαθό και ευγενικό άλογο και ένα ατίθα­σο και κακό, με τον ηνίοχό του να δυσκολεύεται να το χαλιναγωγήσει ώστε να οδηγήσει το άρμα (246ab). Το έμψυχο σώμα είναι αποτέλεσμα της εγκατάστασης της αθάνατης ψυχής στο θνητό σώμα. Η ψυχή, μαθαίνουμε, έχει φτερά και όταν είναι τέλεια ταξιδεύει πάνω από τη γη (μετεωροπορεῖ), όταν όμως χάσει τα φτερά της (πτερορρυήσασα) περι­φέρεται μέχρι να στηριχθεί από κάτι σταθερό, ένα γήινο σώμα, στο οποίο κατοικεί και το οποίο κινεί με τη δύναμή της, και το σύνολο αυτό ονομάζεται «ζώον».[78] Η αιτία για την οποία η ψυχή χάνει τα φτερά της συζητείται στη συνέχεια της μυθοπλασίας (246d6).

Μια και η ψυχή έχει θεϊκή φύση, τρέφεται και αυξάνεται από τα αγαθά που προέρ­χονται από τους θεούς, όπως είναι η ομορφιά, η σοφία, το αγαθό, και αφανίζεται από τα αντίθετα τους (246d6-el). Όμως ο κακός ίππος ρέπει προς τη γη, πράγμα που καταπονεί την ψυχή (247b3-6). Στη συνεχεία μαθαίνουμε ότι η ψυχή τρέφεται με τη θέαση των αληθών (247d3-4), που φαίνονται ότι ταυτίζονται με τα όντως όντα, τις ιδέες (247e2-3). Όσο η ψυχή μπορεί να θεωρεί τα αληθή όντα παραμένει αβλαβής και ζει μια ζωή εφάμιλλη των θεών, όταν όμως αυτό πάψει να συμβαίνει ή όταν γεμίσει από κακία και λησμονιά τότε πέφτει στη γη (248bc). Στο σημείο αυτό ο Σωκράτης επικαλείται τον κοσμικό νόμο της Αδράστειας (248c2), ανάλογο με αυτόν της Ανάγκης στην Πολιτεία 10, σύμφωνα με τον οποίο οι ψυχές κατατάσσονται σε εννέα βαθμίδες ανάλογα με το βαθμό θέασης των ιδεών, με πρώτη αυτή του φιλοσόφου και τελευταία αυτή του τυράννου (248ce). Οι ψυχές υπόκεινται σε κρίση που περιγράφεται με λεπτομέρεια (248e-249b) Οι ψυχές αποκτούν φτερά και επιστρέφουν στον τόπο προέλευσής τους μετά από 10.000 χρονιά με εξαίρεση τις ψυχές των φιλοσόφων που αποκτούν φτερά μετά από 3.000 χρονιά. Οι ψυχές όσων δεν είναι φιλόσοφοι δικάζονται μετά το τέλος της πρώτης τους ζωής, αλλά μετά από χίλια χρόνια όλες οι ψυχές επιλέγουν μια δεύτερη ζωή (249bl-3). Μόνο η ψυχή του φιλοσόφου αποκτά πάλι φτερά, καθώς θυμάται τα αληθινά όντα που ήταν αντικείμενα της αρχικής θέασης της ψυχής, και έτσι ο φιλόσοφος μπορεί και απο­στασιοποιείται από τις ανθρώπινες ασχολίες και προσεγγίζει τον θεό (249cd), πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι διάγει έναν θεωρητικό βίο, δηλαδή ένα βίο αφιερωμένο στη γνώση και την αρετή, αφού τα αληθινά όντα, οι ιδέες, περιλαμβάνουν ηθικές έννοιες.

Η ψυχή ανακτά τα φτερά της όταν έρχεται αντιμέτωπη με το κάλλος που της θυμί­ζει την αλήθεια της αρχικής, υπερβατικής, θέασης, κάτι που οδηγεί την ψυχή στη μανία του έρωτα (249d-250c). Ο ατίθασος ίππος έλκεται από το κάλλος και επιδιώκει την ηδονή (250e), κάτι που σημαίνει ότι αντιστοιχεί στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής όπως περιγράφηκε στην Πολιτεία (439d), ενώ ο αγαθός ίππος, το λογικό μέρος της ψυχής, έλκεται επειδή ανακαλεί την ιδέα του κάλλους που έχει θεαθεί και την οποία το όμορφο πρόσωπό μιμείται (Φαιδρός 251ab). Χάρη στον έρωτα η ψυχή αναφύει τα φτερά της και πάλι (251 bd). Το ζήτημα όμως είναι η διαχείριση του έρωτα. Ενώ ο μεν αγαθός ίππος υποτάσσεται στον ηνίοχο, ο κακός και ατίθασος φέρεται βίαια επιδιώκοντας την ηδονή (254ac). Ο ηνίοχος καταφέρνει να δαμάσει με πολύ κόπο τον ατίθασο ίππο ώστε να μπορεί να αντικρίσει την ψυχή του ερώμενου με αιδώ και φόβο (254e). Στον έρωτα που γεννιέται μετέχει της απόλαυσης και ο ατίθασος, κακός ίππος (255e-256a), το επιθυμητικό μέρος της ψυχής, όμως είναι η υπεροχή του λογικού μέρους που οδηγεί μέσω της αρετής και της φιλοσοφίας σε έναν ευδαίμονα βίο.

Αυτό που χρήζει προσοχής εδώ είναι ότι το μη λογικό μέρος της ψυχής δεν απαξιώ­νεται, παρά τα προβλήματα που δημιουργεί στην πορεία για ευδαιμονία. Αντίθετα από τον Φαίδωνα όπου η ψυχή χαρακτηρίζεται «ασύνθετη» (78c) αλλά και το 10ο βιβλίο της Πολιτείας, στον Φαίδρο η ψυχή περιλαμβάνει ουσιωδώς λογικό και άλογο μέρος. Λέω αλλού στο πλατωνικό έργο. Για μια ανάλυση της εικόνας αυτής βλ. Pender, Images of Persons Unseen, ό.π., 155-157.«ουσιωδώς», γιατί το άλογο μέρος εδώ δεν είναι μια επίκτητη παρέκκλιση αλλά υπάρχει στην ψυχή πριν την κάθοδό της στο σώμα, δηλαδή ήδη στην υπερβατική της ζωή. Όλες οι ψυχές, ακόμα και αυτές των αθάνατων θεών, εμφανίζονται να είναι σύνθετες από τρία μέρη, με τη διαφορά ότι στους θεούς όλα τα μέρη της ψυχής είναι αγαθά (246a7-9).[79] Προφανώς η ιδέα που εισηγείται η μυθοπλασία είναι ότι όλη η ψυχή είναι αθάνατη, και όχι μόνο το λογικό της μέρος, ο νους, όπως εννοούμε στον Φαίδωνα,[80] την Πολιτεία (611be), αλλά και τον Τίμαιο (41c, 69c-72d).[81] Η συνέπεια αυτής της ιδέας είναι ότι η ευδαιμονία επιτυγχάνεται όχι με τη μονοκρατορία του λόγου, αλλά με την αρμονία του λογικού και άλογου μέρους της ψυχής. Η αρμονία βέβαια συνίσταται στην επικράτηση του λογικού μέρους, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι το άλογο μέρος έχει αξία μόνο ως υπηρέτης του λογικού. Κάθε άλλο. Στην περίπτωση των θεών το άλογο μέρος επιμελεί­ται του υλικού κόσμου (246e), ενώ το άλογο μέρος των ανθρώπινων ψυχών φροντίζει την ικανοποίηση των αλόγων επιθυμιών του ανθρώπου και, όπως είδαμε, συμμετέχει στον έρωτα και στον ευδαίμονα βίο που απορρέει από την καλή διαχείρισή του.[82]

Η ερμηνευτική πρόκληση εδώ είναι μεγαλύτερη γιατί έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερα επιτηδευμένη και σύνθετη μυθοπλασία που θίγει πολλά ζητήματα. Η πρόκλη­ση είναι η εξής; Συνειδητοποιούμε στον συγκεκριμένο διάλογο πως ο Πλάτωνας μέσα από τις μυθοπλασίες πραγματεύεται θέματα που για εμάς σήμερα ανήκουν σε διαφο­ρετικά φιλοσοφικά πεδία. Ακόμα και αν δεχθούμε ότι για τον Πλάτωνα κάτι τέτοιο είναι φυσικό για τους λόγους που ανέφερα στην αρχή της ενότητας III, ωστόσο ο ίδιος φαίνεται να έχει συνείδηση της συνθετότητας της συζήτησης. Η κοσμική διάσταση που εισάγεται στον Φαῖδρο, όπως και στο τέλος της Πολιτείας, υπογραμμίζει αυτή τη συνθετότητα. Θα έλεγα μάλιστα ότι η κοσμική αυτή διάσταση στον Φαιδρό υπογραμμίζει μια μεγαλύτερη συνθετότητα του φιλοσοφικού αντικειμένου από αυτή της Πολιτείας, αφού η κοσμική τάξη λειτουργεί στο πλαίσιο μιας ιδιαίτερης οπτικής στη συζήτηση των ηθικών κρίσεων. Στον Φαιδρό η συζήτηση είναι για τη φύση της ψυχής του παντός ή κάθε ψυχής, ανάλογα πώς θα ερμηνεύσουμε το «ψυχή πάσα αθάνατος» (245c5),[83] η οποία κινεί τα πάντα και είναι υπεύθυνη για τη γένεση των πάντων. Τίθεται έτσι εκ προοιμίου μια κοσμική διάσταση στη συζήτηση, ενδεικτική ότι ο λόγος που θα ακολου­θήσει θα αφορά και τα άλλα όντα, συμπεριλαμβανομένων και των ψυχών των θεών, κάτι που προϋποθέτει κατανόηση του σύμπαντος συνολικά (270cd). Το γεγονός αυτό καθιστά σχεδόν αδύνατη τη διαλεκτική πραγμάτευση όλων αυτών των ζητημάτων μαζί, που από μόνα τους είναι εξαιρετικά περίπλοκα.[84] Το ζήτημα όμως που θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι γιατί συντηρείται μια τέτοια συνθετότητα που επιτάσσει συγκε­κριμένου τύπου πραγμάτευση.

Γνώμη μου είναι ότι ο Πλάτωνας δεν καθοδηγείται απλά από τη συνθετότητα του αντικειμένου σχετικά με την ψυχή, αλλά τη συντηρεί και τη συνεχίζει συνειδητά για συγκεκριμένους λόγους. Σημαντικός ανάμεσά τους είναι η πεποίθησή του ότι η ηθική δεν μπορεί να εξετάζεται χωριστά από μια μεταφυσική, θα λέγαμε σήμερα, προοπτική. Θυμίζω ότι στην Πολιτεία η συζήτηση για τη δικαιοσύνη οδηγεί στην αναζήτηση της δομής της πραγματικότητας, την οποία θα πρέπει να γνωρίζουν οι φιλόσοφοι-βασιλείς, γιατί μόνο σε αυτή τη βάση συστήνεται η αντικειμενικότητα των ηθικών αξιών, την οποία φαίνεται να υποστηρίζει ο Πλάτωνας. Η συνθετότητα στις σχετικές συζητήσεις του Πλάτωνα προκύπτει από το γεγονός ότι δεν κρίνει δόκιμο να διακρίνει μια τέτοια μεταφυσική ή κοσμική προοπτική από μια ατομική οπτική, η οποία φιλοδοξεί να δι­καιώσει όλα τα ατομικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Αυτό είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στον Φαῖδρο. Ας εξηγήσω με ποιον τρόπο.

Ο αναγνώστης του διαλόγου οδηγείται σε μια προσωπική ερμηνεία η οποία δεν αφορά μόνο τη φύση της ψυχής γενικά, αλλά με βάση αυτή καλείται να στοχαστεί την ατομική του ψυχή, τον δικό του βίο συνολικά, σε σχέση με τους θεούς και το σύμπαν. Ο προσωπικός αυτός στοχασμός προκαλείται στη μυθοπλασία του Φαίδρου ακριβώς επειδή στον διάλογο αναγνωρίζεται ο ρόλος που παίζει το άλογο στοιχείο της ψυχής στην ευδαιμονία. Η ομοιότητα του ανθρώπου με τους θεούς συνίσταται όχι μόνο στην κοινή λογικότητα, όπως στον Φαίδωνα, αλλά και στην κοινή άλογη πλευρά, και η διαφορά τους έγκειται στο ότι η ανθρώπινη άλογη πλευρά δεν είναι αγαθή. Πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι φύσει αγαθός αλλά πρέπει να το προσπαθήσει, που σημαίνει πρώτα να στοχαστεί πάνω σε αυτό. Αναγνωρίζεται έτσι η ανθρώπινη υποκειμενικότητα η οποία διαμορφώνεται σημαντικά από την άλογη πλευρά, και η δυσκολία είναι ότι σε αυτή δεν μπορεί να απευθύνεται κανείς μόνο με διαλεκτική ή αποδεικτική επιχειρηματολογία. Θα πρέπει να υπάρχει λοιπόν ένας λόγος σύμμετρος προς την άλογη ανθρώπινη πλευρά. Η μυθοπλασία κρίνεται ότι είναι λόγος κατάλληλος για να απευθυνθεί στην υποκειμενικότητα με την έννοια ότι έχει σύμμετρες με αυτή γνωσιοθεωρητικές και ηθικές αξιώσεις και επιδιώξεις.

Πιο συγκεκριμένα, η μυθοπλασία δεν έχει μεν αξιώσεις βέβαιης γνώσης, ούτε καν αληθούς γνώμης, είναι όμως εναρκτική της διαδικασίας αναζήτησης γνώσης, η οποία είναι απαραίτητη, όπως γίνεται σαφές στον Μένωνα για παράδειγμα, προκειμένου να επι­τευχθεί γνώση. Η σχέση του Φαίδρου και ιδιαίτερα της υπό συζήτηση μυθοπλασίας με τη θεωρία περί ανάμνησης του Μένωνα είναι στενή, καθώς σε όλη τη διάρκεια της μυθοπλα­σίας γίνεται αναφορά στη δυνατότητα που έχει το λογικό να ανακαλεί τα αληθή όντα.[85] Επί πλέον, ειδικά στην περίπτωση της γνώσης της αρετής που απαιτεί η ευδαιμονία, η επιδίωξη της γνώμης «δόξα», μαθαίνουμε στον Μένωνα, έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή η ηθική γνώση για τον Πλάτωνα είναι, όπως είπα, θεωρητική και πρακτική, και με αυτή την έννοια η γνώμη σχετικά με το τι είναι αγαθό αυτομάτως σημαίνει και προσανατολισμό προς την απόκτηση της γνώσης του αγαθού. Κάτι τέτοιο από πρακτική άποψη είναι σπου­δαίο, γιατί η επιδίωξη της γνώσης του αγαθού σηματοδοτεί την αναζήτηση της πραγμα­τικής ευδαιμονίας, και μια τέτοια αναζήτηση συνιστά μερική επίτευξη της ευδαιμονίας.[86]

Αλλά αυτό ισχύει και αντίστροφα. Η γνώση σχετικά με το τι είναι ευδαιμονία και ποιες είναι οι προϋποθέσεις της ελέγχεται μέσω της μυθοπλασίας με τρόπο που δεν μπορεί να κάνει ο διαλεκτικός λόγος. Στη μυθοπλασία καλούμαστε να διακρίνουμε τι είναι διήγηση και τι αφηρημένη έννοια, να διακρίνουμε δηλαδή τι είναι καθολικό και τι ειδικό/διηγηματικό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία καλούμαστε να ανασυγκροτήσουμε προσωπικά έναν φιλοσοφικό λόγο παραμερίζοντας το ειδικό/διηγηματικό στοιχείο του «μύθου».[87] Κάτι τέτοιο είναι ουσιαστικό για τον φιλόσοφο, γιατί με τον τρόπο αυτό κρίνεται όχι μόνο η ορθοκρισία και η λογική του ικανότητα αλλά και ο προσανατολισμός του αλόγου στοιχείου του, της υποκειμενικής του διάστασης, της οποίας την αξία στην ευδαιμονία αναδεικνύει ο Φαιδρός. Αν είναι έτσι, τότε η μυθοπλασία είναι ένας λόγος με σαφή ηθικό στόχο, να ελέγξει δηλαδή τη γνώση μας, η οποία είναι για τον Πλάτωνα θεωρητική και πρακτική, σχετικά με την επίτευξη του αγαθού και της ευδαιμονίας. Με αυτή την έννοια η μυθοπλασία δεν είναι υποτελής, ούτε καν απλά επικουρική της διαλεκτικής, αλλά ελεγκτική και συμπληρωματική της.

IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο ρόλος της μυθοπλασίας και η σχέση της με τον «λόγο» δεν εξαντλείται φυσικά από την παραπάνω συζήτηση. Το θέμα είναι πολύ σύνθετο για να περιοριστεί στην πραγμάτευση μερικών σελίδων. Δεν διατείνομαι καν ότι τα συμπεράσματά μου ισχύουν συνολικά για τη μυθοπλασία. Δεν αμφιβάλλω για παράδειγμα ότι η μυθοπλασία μπορεί ενίοτε να υπηρετεί και «λογοτεχνικές» λειτουργίες, όπως για παράδειγμα να ξεκουρά­σει τον αναγνώστη από τη διαλεκτική και να τον ψυχαγωγήσει.[88] Υποστηρίζω ωστόσο ότι μία κύρια λειτουργία της είναι να υπηρετήσει το διαλεκτικό εγχείρημα.

Τα συμπεράσματα μου είναι τα εξής: Η μυθοπλασία δεν είναι μόνο μέσο έκφρασης η εκπλήρωσής φιλοσοφικών στόχων, αλλά υπαγορεύεται άμεσα από αυτούς και είναι λόγος σύμμετρος σε αυτούς. Με την έννοια αυτή η μυθοπλασία υπηρετεί τη φιλοσοφική άποψη που ξεδιπλώνεται στον διάλογο. Όμως κάθε τέτοια άποψη υπηρετεί την ιδιαίτερη αντίληψη του Πλάτωνα για τη φιλοσοφία, σύμφωνα με την οποία αυτή είναι δημόσιος λόγος που επιδιώκει τον έλεγχο των απόψεων των συνομιλητών με στόχο να αναζητηθεί βέβαιη γνώση, η οποία πιστεύεται ότι συμβάλλει στην απόκτηση της ευδαιμονίας. Ένας λόγος για τον οποίο προκρίνεται η μυθοπλασία, υποστήριξα, είναι επειδή η φιλοσοφία του Πλάτωνα έχει εγγενώς ηθικό στόχο, τη συμβολή στην επίτευξη της ευδαιμονίας. Καθώς όμως για τον Πλάτωνα η ηθική δεν είναι ένα περιχαρακωμένο φιλοσοφικό πεδίο αλλά η κατάληξη κάθε φιλοσοφικού στοχασμού, το αντικείμενο του φιλοσοφικού στοχα­σμού διέπεται από ιδιαίτερα μεγάλη συνθετότητα, η οποία και υπαγορεύει λόγο τέτοιο που να μπορεί να τη διαχειριστεί. Η μυθοπλασία είναι τέτοιος λόγος, καθώς μπορεί να διαχειριστεί τη συνθετότητα αυτή σε πολλά πεδία. Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας δεν διακρίνει τη γνώση του τι είναι αρετή και ευδαιμονία από την πρακτική γνώση εφαρ­μογής τους, συνεπώς η ηθική για αυτόν περιλαμβάνει την αντιμετώπιση ψυχολογικών καταστάσεων, όπως ο φόβος και η αγωνία, που η επιχειρηματολογία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Η μυθοπλασία μπορεί να λειτουργήσει προτρεπτικά σχετικά με την ορθή χρήση του λόγου, ενώ επίσης λειτουργεί ελεγκτικά με την έννοια ότι δεν αναγκάζει συναίνεση σε μία άποψη αλλά αντίθετα ελέγχει τη γνώση του υποκειμένου.

Πιο συγκεκριμένα συμβαίνει το εξής: Η μυθοπλασία στοχεύει να αναδείξει σε εμπει­ρικό, διηγηματικό, επίπεδο τις συνέπειες του διαλεκτικού επιχειρήματος, κάτι που είναι καίριο στο πεδίο της ηθικής όπου κυρίως χρησιμοποιείται. Με την έννοια αυτή η μυθο­πλασία παίζει τον ρόλο του παραδείγματος που απαντά συχνά σε μεταγενέστερα κείμε­να ηθικής, όπως τα Ηθικά Νικομάχεια αλλά και σε επικούρεια κείμενα. Η μυθοπλασία μπορεί να λειτουργήσει προτρεπτικά στην ορθή χρήση του λόγου αν ο αναγνώστης καταλάβει τη σκοπιμότητά της, αφού δηλαδή κατανοήσει την ηθική άποψη που υπηρε­τεί. Η μυθοπλασία παίρνει έτσι τη θέση ενός προτρεπτικού και ταυτόχρονα ελιγκτικού λόγου, καθώς στόχος είναι να ελεγχθεί η γνώση και η βούληση του αναγνώστη παρά να τις επηρεάσει, όπως κάνει ο λόγος, το επιχείρημα. Με την έννοια αυτή η μυθοπλασία δεν απευθύνεται στο συναίσθημα, όπως έχει υποστηριχθεί,[89] αλλά ελέγχει τη δεκτικό­τητα στον λόγο. Ο έλεγχος αυτός γίνεται με δύο έννοιες: Η μυθοπλασία υπογραμμίζει την ανάγκη για την καλλιέργεια του λόγου ως ικανότητα να διακρίνει το καθολικό στο ειδικό /διηγηματικό του «μύθου» αλλά και ως ικανότητα να κυριαρχεί στο άλογο μέρος και να οδηγείται από το αγαθό. Με κάθε έννοια η μυθοπλασία υποστηρίζει και συμπλη­ρώνει τη διαλεκτική, καθώς ελέγχει αν η θεωρητική γνώση μπορεί να γίνει πρακτική.

Αν είναι έτσι, η μυθοπλασία δεν είναι απλά ισότιμη με τη διαλεκτική αλλά η άλλη της όψη, όπως η πρακτική γνώση είναι η άλλη πλευρά της θεωρητικής. Είναι λάθος συνεπώς να τονίζεται η επιχειρηματολογία στον Πλάτωνα ως ο πυρήνας της φιλοσοφίας του, όπως συχνά συμβαίνει στους κύκλους των οπαδών της αναλυτικής φιλοσοφίας.[90] Και αυτό για δύο λόγους: πρώτον επειδή ο διάλογος είναι ένα σύνολο, στον οποίο η διάκριση επιχειρήματος-μυθοπλασίας μπορεί να γίνει μόνο θεωρητικά, καθώς αμφότερα συστήνουν τον διάλογο. Δεύτερον, η φιλοσοφία με μία έννοια γεννιέται, όπως τόνισα, με τον Πλάτωνα, και η διαμόρφωση του φιλοσοφικού λόγου είναι σε πειραματικό, θα λέγα­με, στάδιο, οπότε θα ήταν λογικό να υπάρχει κάποια αμφιταλάντευση από τη μεριά του για το ποιο είναι το πιο δόκιμο για τη φιλοσοφία είδος λόγου. Η αμφιταλάντευση αυτή κατά τη γνώμη μου πηγάζει από την αμφιβολία κατά πόσο πρέπει να δίνεται έμφαση μόνο στη λογικότητα ή και στην υποκειμενικότητα που απορρέει από την άλογη ανθρώ­πινη φύση, οπότε θα πρέπει να προκριθεί μια πιο διαισθητική προσέγγιση στη γνώση.

Η μυθοπλασία δεν φαίνεται να καλλιεργήθηκε από τον Αριστοτέλη, αν και δεν μπορούμε να αποφαινόμαστε οριστικά όταν έχουν χαθεί όλοι οι διάλογοί του. Μπορούμε να υποστηρίξουμε όμως ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ πιθανό για δύο λόγους: Πρώτον, ο Αριστοτέλης διαχωρίζει την ηθική από τα υπόλοιπα φιλοσοφικά πεδία, καθώς διακρίνει θεωρητική και πρακτική γνώση, οπότε οι μυθοπλασίες δεν του είναι απαραίτητη γέφυ­ρα μεταφυσικής-γνωσιοθεωρίας και ηθικής. Δεύτερον, τον ρόλο της μυθοπλασίας στον Αριστοτέλη παίρνουν τα παραδείγματα, τα οποία έχουν σαφώς πρακτικό περιεχόμενο, όπως δείχνουν τα πάμπολλα παραδείγματα ιατρικής και γυμναστικής.

Ανάλογη είναι και η περίπτωση των Επικούρειων που επίσης διαχωρίζουν την ηθική από τη μεταφυσική και χρησιμοποιούν ιστορικά κυρίως παραδείγματα για την αποσα­φήνιση των ηθικών τους θέσεων. Χαρακτηριστικά από την άποψη αυτή είναι τα ηθικά έργα του Φιλόδημου. Η μυθοπλασία θα απορριφθεί εμφατικά από τους Στωικούς, οι οποίοι ταυτίζουν «μύθο» και «λόγο».[91] Θεωρούν δηλαδή ότι ο κοσμικός λόγος εκφρά­ζεται μέσα από «μύθους» και ταυτίζουν τα ονόματα των θεών με κοσμικές αιτίες.[92] Δεν διακρίνουν έτσι ανάμεσα σε θεολογία, μυθολογία και κοσμολογία, καθώς αναγνωρίζουν μέσα σε όλα αυτά διαφορετικές μορφές του λόγου. Για τον λόγο αυτό ερμηνεύουν αλληγορικά ποιητικούς μύθους και ενσωματώνουν διηγηματικά στοιχεία στη φιλοσοφική ερμηνεία τους.

Το παράδειγμα τόσο του Αριστοτέλη όσο και των Επικούρειων και των Στωικών ενισχύει την άποψη ότι οι πλατωνικές μυθοπλασίες είναι μέρος της ιδιαίτερης πλατω­νικής αντίληψης για τη φιλοσοφία γενικά και την ηθική ειδικότερα. Σύμφωνα με την πρώτη στόχος της φιλοσοφίας είναι να εξακριβώσει την αλήθεια και να διδάξει τον αναγνώστη πως να την αναζητά χωρίς να του την επιβάλλει, και σύμφωνα με τη δεύτερη η ηθική γνώση είναι θεωρητική όσο και πρακτική, οπότε και ο λόγος περί αυτής πρέπει να υπηρετεί και τα δύο αυτά επίπεδα.

ΔΕΣ: Ο ΜΥΘΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
-------------------------------
[1] McCabe, Μ. M., «Myth, Allegory, and Argument in Plato», Apeiron 25 (1992), 47-67.

 [2] Για την έννοια της ρητορικής και του ρητορικού λόγου βλ. σημείωση 3. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε επίσης ένα αφοριστικό είδος λόγου με χαρακτηριστικό του εκπρόσωπο τον Ηράκλειτο. Δεν είναι εύκολο με βάση τις υπάρχουσες μαρτυρίες να αποφανθούμε για το είδος λόγου που χρησιμοποιούν φιλόσοφοι όπως ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος. Φαίνονται όμως να είναι κοντά σε ένα είδος πεζού λόγου.

 [3] Βλ. A. Nightingale, Genres in Dialogue. Plato and the Construct of Philosophy, Cambridge, Cambridge University Press, 1999, 10-26 αλλά και W. Burkert, «Platon oder Pythagoras? Zum Ursprung des Wortes “Philosophic”», Hermes 88 (1960), 159-177.

 [4] Ο Πλάτων χρησιμοποιεί τον όρο «ρητορική» με ειδική, αρνητικά φορτισμένη, σημασία και έχει υποστηριχθεί πειστικά από τον Ε. Schiappa, Protagoras and Logos, Columbia, University of South Carolina Press, 1991, 40-49 ότι αυτός πρώτος εισήγαγε τον όρο, πιθανόν σε αντίθεση με τον δικό του φιλοσοφικό λόγο που χαρακτήριζε με τον καινοφανή όρο «διαλεκτική» (για τον οποίο βλ. παρακάτω).

 [5] Πρβλ. Φαίδων 89d-91c.

 [6] Η θέση του για το περιεχόμενο και τον ρόλο της φιλοσοφίας μπορεί να ανασυγκροτηθεί με βάση κυρίως τον Γοργία και τα βιβλία 5-7 της Πολιτείας, όπου ταυτόχρονα επικρίνεται έντονα τόσο η ρητορική-σοφιστική όσο και η ποίηση. Δες επίσης τη σχετική κριτική της σοφιστικής στον Σοφιστή και της ποίησης στον Ίωνα, όσον αφορά τις γνωστικές αξιώσεις σοφιστών και ποιητών. Σχετικά με τη διάκριση της φιλοσοφίας από τη ρητορική και σοφιστική από τη μια και την ποίηση από την άλλη βλ. A. Nehamas, «Eristic, Antilogic, Sophistic, Dialectic: Plato’s Demarcation of Philosophy from Sophistry», στο Virtues of Authenticity, Princeton, Princeton University Press, 1999, 108-122, Nightingale, Genres in Dialogue. Plato and the Construct of Philosophy, ό.π., 13-59, και Π. Καλλιγας, «Από την εικασία στη διαλεκτική. Η Σοφιστική κληρονομιά του Πλάτωνα», Δευκαλίων 21/2 (2003), 141-169.

 [7] Χαρακτηριστικά είναι οι εγκωμιαστικοί λόγοι στο Συμπόσιο, ο επικήδειος λόγος στον Μενέζενο, αρκετά ρητορικά επιχειρήματα του Σωκράτη στην Πολιτεία 1, ενώ συχνές είναι οι έμμεσες και άμεσες αναφορές σε ποιητικά έργα. Βλ. σχετικά Nightingale, Genres in Dialogue. Plato and the Construct of Philosophy, ό.π.

 [8] Στον Γοργία 461a ο Σωκράτης επισημαίνει ότι ο δημόσιος διάλογος (διαλέγεσθαι) δεν έχει άλλο νόημα παρά τον έλεγχο των απόψεων των συνομιλητών (τό ἐλέγχεσθαι).

 [9] Ο όρος «διαλεκτική» είναι δημιούργημα του Πλάτωνα, όπως επισημαίνει ο Διογένης Λαέρτιος 3.24. Σχετικά με την πλατωνική διαλεκτική βλ. Ch. Kahn, Plato and the Socratie Dia­logue, Cambridge, Cambridge University Press, 1996, 292-328.

 [10] Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η πρώτη χρήση του όρου «επιχείρημα» με φιλοσοφική σημα­σία γίνεται από τον Αριστοτέλη στα Τοπικά 162a 15-18 με την έννοια του διαλεκτικού συλλογι­σμού, σε αντίθεση με το σόφισμα το οποίο ορίζει ως εριστικό συλλογισμό.

 [11] Ας επισημάνουμε εδώ ότι ο Πλάτωνας είναι ευαισθητοποιημένος στο γεγονός ότι και η δια­λεκτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί με στρεβλό, μη φιλοσοφικό τρόπο, όπως δείχνει στον Ευθύδημο.

 [12] Πολιτεία 532dl-534e5.

 [13] Ο Σωκράτης θα ταύτιζε ιδιοτέλεια και ανοησία και ο Πλάτωνας θα τα συνέδεε στενά.

 [14] Βλ. το θεμελιώδες άρθρο του Μ. Frede, «Plato’s arguments and the dialogue Form», Oxford Studies in Ancient Philosophy, suppl. vol. (1992), 201-219 και Frede, «The literary form of the Sophist», στο C. Gill - Μ. M. McCabe (εκδ.), Form and Argument in Late Plato, Oxford 1996, Oxford University Press, 135-151.

 [15] Βλ. Αναλυτικότερα Frede, «The literary form of the Sophist», ό.π.

 [16] Θα ήθελα έτσι να αποστασιοποιηθώ τόσο από την ερμηνευτική γραμμή σύμφωνα με την οποία οι πλατωνικοί διάλογοι αντιμετωπίζονται ως ένα σώμα συστηματικών απόψεων (βλ. π.χ. Τ. Irwin, Plato’s Ethics, Oxford, Oxford University Press, 1995, viii και 13-15), όσο και από τη γραμμή που εκφράζει κυρίως ο Leo Strauss σύμφωνα με την οποία οι διάλογοι πρέπει να διαβάζονται μόνο ως δραματικά έργα (βλ. π.χ. Η. Berger, Jr., «Levels of Discourse in Plato’s Dialogues», στο N. Smith (εκδ.), Plato Critical Assessments, London and New York, Routledge 1998, τόμ. I, 287-308, σελ. 288-289).

 [17] Βλ. και W. Prior, «Socrates the metaphysician», Oxford Studies in Ancient Philosophy 28 (2004), 1-14.

 [18] Βλ. σχετικά M. Burnteat, Plato’s Theaetetus, Indianapolis, Hackett Publishing Company 1989, 20-31.

 [19] Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν ερμηνεύσουμε τον διάλογο ως διαλεκτική άσκηση χωρίς -τελικό στόχο την ανάδειξη μίας άποψης, όπως υποστηρίζει ο Burnyeat, είτε ως μαιευτικό με το απορητικό τέλος να είναι μόνο φαινομενικό και να εξυπηρετεί μόνο παιδαγωγικούς σκοπούς, όπως προτείνει ο D. Sedley, The Midwife of Platonism, Oxford, Oxford University Press, 2004, 5-11.

 [20] Στην αρχαιότητα αυτή η στάση χαρακτηρίζει τους περισσότερους δογματικούς Πλατωνικούς από τον Αντίοχο και μετά βλ. Κικέρων Academica 1.17. Την ερμηνεία αυτή υιοθετούν φιλό­σοφοι σαν τον Λάϊμπνιτς, τον Καντ και τον Χέγκελ, η επιρροή των οποίων ήταν μεγάλη σε πολλούς σύγχρονους, ιδιαίτερα στη σχολή του Tubingen. Βλ. χαρακτηριστικά Η. Kramer, «Die Platonische Academie und das Problem einer systematischen Interpretation der Philosophie Platons», στο K. Gaiser (εκδ.), Das Platonbild, Wissenschaftliche Buchhandlung, Darmstadt 1969, σελ. 198.

 [21] To ζήτημα του πλατωνικού «μύθου» στη σχέση του με τον «λόγο» συζητιέται αρκετά στην πλατωνική βιβλιογραφία, λείπει όμως μια συστηματική εξέταση του φιλοσοφικού ρόλου του «μύθου». Πιο κοντά σε αυτή είναι το βιβλίο του LucBrisson, Plato the Myth Maker, (μτφρ. από τα γαλλικά G. Naddaf), Chicago and London, The University of Chicago Press, 1998, αλλά και τα άρθρα που συγκεντρώνει σε έναν τόμο ο R. Buxton (εκδ.), From Myth to Reason. Studies in the Development of Greek Thought, Oxford, Oxford University Press, 1999. Χρήσιμα είναι ακόμα: η μελέτη της Ε. Pender, Images of Persons Unseen. Plato’s Metaphors for the Gods and the Soul, Sankt Augustin, Akademia Verlag, 2000, η μονογραφία, της K. Morgan, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, Cambridge, Cambridge University Press, 2000, κυρίως κεφ. 6-8, και ιδιαίτερα για τον Φαίδρο η μονογραφία του G. R. F. Ferrari, Listening to the Cicadas. A Study of Plato’s Phaedrus, Cambridge, Cambridge University Press, 1987.

 [22] Για την κριτική του Πλάτωνα στους ποιητές η βιβλιογραφία είναι πλούσια. Βλ. I. Murdoch, The tire and the Sun. Why Plato Banished the Artists, Oxford, Oxford University Press, 1979, E. Asmis, «Plato on poetic creativity», στο R. Kraut (εκδ.), The Cambridge Companion to Plato, Cambridge, Cambridge University Press, 1992, 338-364, P. Murray, Plato on Poetry, Cambridge, Cambridge University Press, 2002.

 [23] Βλ. Πολιτεία 392d-396e και την ανάλυση της J. Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, (μ τφρ. Χρυσούλα Γραμμένου), Αθήνα, Καλέντης, 2006, 123-131.

 [24] Βλ. Κ. Lycos, «Making things with Words: Plato on mimesis in Republic», Philosophical Inquiry 18 (1996), 1-19, Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ό.π., 123-129 και Murray, Plato on Poetry, ό.π., 3-6.

 [25] Αυτό υποστηριζόταν από τους δογματικούς πλατωνικούς της ύστερης αρχαιότητας αλλά και τους σύγχρονους οπαδούς της σχολής του Tubingen. Βλ. G. Karamanolis, Plato and Aristotle in Agreement? Platonists on Aristotle from Antiochus to Porphyry, Oxford, Oxford University Press, 2006, 11-16.

 [26] Σχετικά με τον «μύθο» του Πρωταγόρα και τη σχέση του με την επιχειρηματολογία του βλ. C. C. W. Taylor, Plato Protagoras, Oxford, Oxford University Press, 1976, 78, L. Brisson, «Le Mythe de Protagoras: Essai d’analyse structurale», Quademi Urbinati di Cultura Classica 20 (1975), 7-37, του ίδιου, Plato the Myth Maker, ό.π., 113-114, και Schiappa, Protagoras and Logos, ό.π., 158-168, K. Morgan, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., κεφ. 5, 132-154.

[27] Ανάλογη θέση υποστηρίζει η Morgan, Myth and Philosophy from, the Presocratics to Plato, 132-152. ' ’

[28] Βλ. N. Μ. ΣΚΟΤΤΕΡΟΠΟΤΛΟΣ, Η Αρχαία Σοφιστική. Τα σωζόμενα αποσπάσματα, Αθήνα, Γνώση, 1991, 309-320.

 [29] Απομνημονεύματα II 1, 21-34, στο Ν. Μ. ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΤΛΟΣ, Η Αρχαία Σοφιστική, ό.π., 310-320. ' " '

 [30] Την αλληγορία του Προδίκου σχολιάζει ο J. Whitman, Allegory, The Dynamics of an Ancient and Medieval Technique, Cambridge Mass., Harvard University Press, 1987, 22-25. Βλ. και W. Nestle, Vom Mythos zum Logos. Die Selbstentfaltung des griechischen Denkens, Stuttgart, Alfred Kronert Verlag, 21941, 351-353.

[31] Απομνημονεύματα II 1, ό.π., 34.

 [32] Βλ. ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η Αρχαία Σοφιστική, ό.π., σελ. 319 με αναφορές σε προγενέστερη βιβλιογραφία.

 [33] Βλ. τη μαρτυρία του Πρωταγόρα 340cd, και ΣΚΟΥΤΕΡΟΠΟΥΛΟΣ, Η Αρχαία Σοφιστική, ό.π., σελ. 310.

 [34] Βλ. σχετικά Αριστοτέλης, Τοπικά, 162α13-15.

 [35] Βλ. και Αριστοτέλης, Αναλυτικά Ύστερα, 71Θ15-19, 75a39-b36.

 [36] Πρβλ. Τοπικά 109a34T09bl3.

 [37] Εννοώ το «δείχνω» με την έννοια του «αναπαριστώ», όχι με την έννοια της μη γλωσσικής δείξης με την οποία το χρησιμοποιούν φιλόσοφοι σαν τον J. McDowell. .

 [38] Βλ. G. Genette, Figures III, Paris, Seuil, 1972 και Δ. ΤζίΟΒΑΣ, Μετά την αισθητική, Αθήνα, Γνώση, 1987, 59-60.

 [39] Βλ. ΤZIΟΒΑΣ, Μετά την αισθητική, ό.π., 54.

 [40] Γοργίας 523al-3, Φαιδρός 237a9, 243c2, αλλά και στον Τίμαιο (δες σημ. 42). Βλ. σχετικά Ρ. Murray, «What is a Muthos for Plato?», στο Buxton (εκδ.), From Myth to Reason, ό.π., 259-260.

 [41] Βλ. B. Καλφας, «Ο μύθος του Ηρός και η πλατωνική Πολιτεία», Υπόμνημα 2 (2004), 181-214, σελ. 184-204 για τη χρήση επιστημονικών στοιχείων στους «μύθους» γενικά και στον «μύθο» του Ηρός ειδικότερα.

 [42] Για παράδειγμα η Κ. Morgan, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 271-275, και o C. Rowe, «The status of the “Myth” in Plato’s Timaeus», axo C. Natali-St. Maso (εκδ.), Plato Physicus. Cosmologia e antropologia nel Timeo, Amsterdam, Adolf M. Hakkert, 2003, 21-31. Αμφότεροι δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο επίθετο «εἰκώς». Αντίθετα η J. Smith, «Plato’s myths as “likely accounts” worthy of belief», Apeiron 19 (1985), 24-42 γενικεύει θεω­ρώντας όλους τους «μύθους» πιθανολογικούς (εἰκότες).

 [43] «εἰκώς μύθος», Τίμαιος 29d2, 59c6, 68d2, «είκώς λόγος» Τίμαιος 30b7, 48d2, 53d5- 6, 55d5, 56al, 57d6. Βλ. σχετικά Brisson, Plato the Myth Maker, ό.π., 129-130, Rowe, «The status of the “Myth” in Plato’s Timaeus», ό.π., 26, και B. Καλφας, Πλάτων Τίμαιος, Αθήνα, Πόλις, 1995, 42-54.

 [44] Μια εξέταση των χωρίων που απαντά ο όρος κάνει ο Brisson, Plato the Myth Maker, ό.π., 9-11, 128-133.

 [45] Πρβλ. Κρατύλος 408b, Γοργίας 527a5-8.

 [46] Τίμαιος 29d2, 59c6, 68d2.

 [47] Π.χ. Φαιδρός 245d4, Φαίδων 106bl.

 [48] Βλ. για παράδειγμα τον «μύθο» του σπηλαίου, όπου οι φιλόσοφοι που είδαν την αλήθεια είναι αναγκασμένοι να επιστρέψουν στο σπήλαιο (Πολιτεία 539e-54Qa), την ανάγκη που διέπει τη μεταθανάτια κατοικία των ψυχών (Φαίδων 108c), τον ρόλο της Ανάγκης στον «μύθο» του Ηρός, Πολιτεία 616c-617e, για τον οποίο περισσότερα πιο κάτω.

[49] «ὅπῃ μέντοι καί ὅπως εἰς τό σῶμα ἀφίκοιτο οὐκ εἰδέναι». (Πολιτεία 621b6-7). Βλ. σχε­τικά και Brisson, Plato the Myth Maker, ό.π., 60-61.

 [50] Σχετικά με την αιτιότητα στη μυθοπλασία βλ. Τ. Todorov, Ποιητική, (μτφρ. Α. Καστρινάκη), Αθήνα, Γνώση, 1989, 83-87.

 [51] Για το ζήτημα της «αλήθειας» της μυθοπλασίας βλ. Μ. Rifaterre, Fictional Truth, Baltimore and London, Hohn Hopkins University Press, 1990.

 [52] Όπως υποστηρίζει ο Brisson, Plato the Myth Maker, ό.π.

[53] Όπως φαίνεται να υπονοεί ο C. Rowe, «Myth, history, and dialectic in Plato’s Republic and Timaeus-Critias», στο Buxton (εκδ.), From Myth to Reason, ό.π., 263-278, σελ. 278, που αντιστοιχίζει το ζεύγος «λόγος»-«μύθος» στο δίπολο «rational-irrational».

[54] Η αξιοποίηση των κειμενικών δεικτών για την κατανόηση της μυθοπλασίας επιβάλλεται ουσιαστικά από την ίδια τη φύση της μυθοπλασίας. Βλ. Todorov, Ποιητική, ό.π., 86.

 [55] Για τη νεότερη έννοια της λογοτεχνίας βλ. ΤΖΙΟΒΑΣ, Μετά την αισθητική, ό.π., 15-38.

 [56] Ο «μύθος» με τη μία ή την άλλη μορφή ήταν φορέας γνώσης στην αρχαιότητα, της οποίας την ακρίβεια ο Πλάτων δείχνει να αμφισβητεί, αλλά οπωσδήποτε δεν απορρίπτει εντελώς. Βλ. τις κλασικές μελέτες του J. P. VERNANT, Μύθος και σκέψη στην αρχαία Ελλάδα, (μτφρ. Στέλλα Γεωργούδη), Αθήνα, Ζαχαρόπουλος, 1989, τόμ. Α-Β, ιδιαίτερα σχετικά με τον ησιοδικό μύθο των γενών, τόμ. Α, 23-105.

 [57] Χαρακτηριστικά είναι τα σχόλια του J. P. SARTRE, Qu'est-ce que la littérature, Paris, Gallimard, 1948, 25: «L'écrivain est un parleur...c'est un prosateur qui parle pour ne rien dire».

 [58] Βλ. σχετικά RIFFATERRE, Fictional Truth, ό.π., 69.

[59] Αυτό υποστηρίζει πειστικά ο BRISSON, Plato the Myth Maker, ό.π., 132-133.

 [60] Για μια αποτίμηση αυτών των επιχειρημάτων, βλ. IRWIN, Plato's Ethics, ό.π., 203-222 και J. COOPER, «Plato's theory of Human Motivation», στο Reason and Emotion, Princeton, Princeton University Press, 1999.

[61] Βλ. σχετικά D. BOSTOCK, Plato's Phaedo, Oxford, Oxford University Press, 1986, 42-118, 178-193.

[62] Φαίδων 85b-86e. Βλ. σχετικά BOSTOCK, Plato's Phaedo, ό.π., 122-134.

 [63] Βλ. Μ. FiNOGCHiARO, «Historical Approach to the Study of Argumentation», στο FINOCCHIARO, Arguments about Arguments, Cambridge, Cambridge University Press, 2005, 34-45, σελ. 44.

 [64] Σχετικά με τις πηγές και τη δομή του «μύθου», βλ. P. KTNGSLEY, Ancient Philosophy, Mystery and Magic, Oxford, Oxford University Press, 1995, 88-111. Βλ. επίσης MORGAN, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 192-201

 [65] Βλ. τη συζήτηση του χωρίου και από την Morgan, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 199-201.

 [66] ...ὡς οἱ ποιηταί λέγουσιν (Φαίδων 113c8)· πρβλ. Φαίδων 107e5, 112a2-4.

 [67] Φαίδων 64c-69e, 81a-e.

 [68] Βλ. και τη συζήτηση του BRISSON, Plato the Myth Maker, ό.π., 114-115, ο οποίος τονίζει την ηθική χρησιμότητα της μυθοπλασίας.

 [69] Φαίδων 79c-80e.

 [70] Τη φιλοσοφική διάσταση του «μύθου» δείχνουν να παραγνωρίζουν σχολιαστές όπως ο Bostock, Plato's Phaedo, που εξαιρεί τη μυθοπλασία από τη συζήτηση του διαλόγου. Βλ. και σημ. 72.

 [71] Για τον «μύθο» του Ηρός δες κυρίως J. ANNAS, «Plato's myths of judgment», Phronesis 27 (1982), 119-143, ΚΑΛΦΑΣ, «Ο μύθος του Ηρός και η πλατωνική Πολιτεία», ό.π., 181-214, Η. S. THAYER, «The Myth of Er», History of Philosophy Quarterly 5 (1988), 369-384, MORGAN, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 206-210, και S. P. WARD, Penology and Eschatology in Plato's Myths, Lampeter, The Edwin Meilen Press, 2002, 69-102

 [72] Βλ. ΚΆΛΦΑΣ, «Ο μύθος του Ηρός και η πλατωνική Πολιτεία», ό.π., ο οποίος υποστηρίζει τη φιλοσοφική αξία του «μύθου» που αμφισβητεί η Annas, Εισαγωγή στην Πολιτεία του Πλάτωνα, ό.π., 430-437 αλλά ανασκευάζει στο άρθρο της, «Plato's myths of judgment». Εντυπωσιακά απαξιωτική είναι η Μ. McCabe, «Form and the Platonic Dialogues», στο Η. BENSON (εκδ.), ACompanion to Plato, London 2006, 39-54, που θεωρεί τον «μύθο» Ηρός «failure», με το αιτιολογικό ότι δεν αποδεικνύει τίποτα! (σελ. 45). Καμία ουσιαστική θέση σχετικά με τη φιλοσοφική αξία του «μύθου» δεν παίρνει ο Ward, Penology and Eschatology in Plato's Myths, ό.π., 101-102

 [73] Βλ. Πολιτεία 529a-532d.

 [74] Βλ. ΚΆΛΦΑΣ, «Ο μύθος του Ηρός και η πλατωνική Πολιτεία», ό.π., 201-204.

 [75] Ό.π., 203-204.

 [76] Βλ. ANNAS, «Plato's myths of judgment», ό.π., 132-133.

 [77] Βλ. σχετικά και τη συζήτηση της MORGAN, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 223-5.

 [78] Με εξαίρεση μια νύξη στον Τίμαιο 81e στη φτερωτή ψυχή, η εικόνα αυτή δεν απαντά αλλού στο πλατωνικό έργο. Για μια ανάλυση της εικόνας αυτής βλ. PENDER, Images of Persons Unseen, ό.π., 155-157.

 [79] Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι Πλατωνικοί φαίνονται αμήχανοι μπροστά στην πρόταση του Φαιδρού και μόνο ο Αλκίνοος, Διδασκαλικός 178.39-46, υιοθετεί την άποψη αυτή ως πλατωνικό «δόγμα». Η υποτιθέμενα συγκρουόμενη άποψη του Φαίδρου με αυτή του Φαίδωνα και της Πολιτείας οδηγούν σε διαμάχη τους αρχαίους πλατωνικούς σχετικά με το αν είναι όλη η ψυχή αθάνατη ή μόνο η λογική. Βλ. Νουμήνιος απ. 46a, 47 Des Places, Αλκίνοος, Διδασκαλικός 178.24-32, Αττικός απ. 15 Des Places.

 [80] Φαίδων 65a-d, 81b, 83bc. BOSTOCK, Plato's Phaedo, ό.π., 22-35.

[81] Για την αλλαγή αυτή στον Φαίδρο βλ. τα σχόλια του FERRARI, Listening to the Cicadas, ό.π., 125-127 και R. BETT, «Immortality and the Nature of the Soul in the Phaedrus», Phronesis 3 (1986), 1-26, σελ. 19-26.

[82] Βλ. σχετικά FERRARI, Listening to the Cicadas, ό.π., 126-131.

 [83] Η συζήτηση για την ερμηνεία της φράσης είναι μεγάλη ήδη από την αρχαιότητα. Την συνοψίζει η Χ. ΜΠΑΑΛΑ, Πλατωνική Πειθώ, Αθήνα, Πόλις, 1997, 75-77.

 [84] Σχετικά με την προβληματική αυτή βλ. R. ROTHERFORD, The Art of Plato, London, Duckworth, 1995, 257-8.

 [85] Βλ. τις αναφορές στην «ανάμνηση» ή «μνήμη» της ψυχής στα χωρία Φαιδρός 249c2, 5, 7, 250al, 251d6, ενώ υπονοείται στο 251a. Βλ. και τη συζήτηση της MORGAN, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 219-225.

 [86] Βλ. και FERRARI, Listening to the Cicadas, ό.π., 121-122.

 [87] Αυτός είναι ένας τρόπος με τον οποίο η μυθοπλασία γενικά μπορεί να είναι φιλοσοφικά σημαντική. Βλ. σχετικά Β. WILLIAMS, Truth and Truthfullness, Princeton, Princeton University Press, 2002, 35-36.

 [88] Αντιμετωπίζω ωστόσο με δυσπιστία την προσπάθεια κατηγοριοποίησης των «μύθων» στον Πλάτωνα, όπως αυτή της MORGAN, Myth and Philosophy from the Presocratics to Plato, ό.π., 13, 161-4, σε «traditional, educational, philosophical», ακριβώς επειδή υπαγορεύεται από μια αντίληψη για τη φιλοσοφία και τον φιλοσοφικό λόγο εγγενώς ξένη στον Πλάτωνα.

 [89] Από τον BRISSON, Plato the Myth Maker, ό.π., passim και τον S. P. WARD, Penology and Eschatology in Plato's Myths, ό.π., 277-278.

 [90] Έτσι για παράδειγμα η Μ. McCABE,«Myth, Allegory, and Argument in Plato», ό.π., Apeiron 25 (1992), 47-67, σελ. 67.

 [91] Βλ. WHITMAN, Allegory, ό.π., 31-41. Βλ. και L. BRISSON, HOW Philosophers Saved Myths, Allegorical Interpretation and Classical Mythology, (μτφρ. C. Tihanyi), Chicago, The University of Chicago Press, 2004, κεφ. 4.

 [92] Βλ. ΚΙΚΕΡΩΝ, De natura deorum Π, 63-71