Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (510-562)

510 ΧΟ. ἀλλ᾽ ἴθι χαίρων τῆς ἀνδρείας
εἵνεκα ταύτης.
εὐτυχία γένοιτο τἀν-
θρώπῳ, ὅτι προήκων
εἰς βαθὺ τῆς ἡλικίας
515 νεωτέροις τὴν φύσιν αὑ-
τοῦ πράγμασιν χρωτίζεται
καὶ σοφίαν ἐπασκεῖ.

ὦ θεώμενοι, κατερῶ πρὸς ὑμᾶς ἐλευθέρως
τἀληθῆ, νὴ τὸν Διόνυσον τὸν ἐκθρέψαντά με.
520 οὕτω νικήσαιμί τ᾽ ἐγὼ καὶ νομιζοίμην σοφός,
ὡς ὑμᾶς ἡγούμενος εἶναι θεατὰς δεξιοὺς
καὶ ταύτην σοφώτατ᾽ ἔχειν τῶν ἐμῶν κωμῳδιῶν,
πρώτους ἠξίωσ᾽ ἀναγεῦσ᾽ ὑμᾶς, ἣ παρέσχε μοι
ἔργον πλεῖστον· εἶτ᾽ ἀνεχώρουν ὑπ᾽ ἀνδρῶν φορτικῶν
525 ἡττηθεὶς οὐκ ἄξιος ὤν· ταῦτ᾽ οὖν ὑμῖν μέμφομαι
τοῖς σοφοῖς, ὧν οὕνεκ᾽ ἐγὼ ταῦτ᾽ ἐπραγματευόμην.
ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ὣς ὑμῶν ποθ᾽ ἑκὼν προδώσω τοὺς δεξιούς.
ἐξ ὅτου γὰρ ἐνθάδ᾽ ὑπ᾽ ἀνδρῶν, οἷς ἡδὺ καὶ λέγειν
ὁ σώφρων τε χὠ καταπύγων ἄριστ᾽ ἠκουσάτην,
530 κἀγὼ —παρθένος γὰρ ἔτ᾽ ἦν, κοὐκ ἐξῆν πώ μοι τεκεῖν—
ἐξέθηκα, παῖς δ᾽ ἑτέρα τις λαβοῦσ᾽ ἀνείλετο,
ὑμεῖς δ᾽ ἐξεθρέψατε γενναίως κἀπαιδεύσατε,
ἐκ τούτου μοι πιστὰ παρ᾽ ὑμῶν γνώμης ἔσθ᾽ ὅρκια.
νῦν οὖν Ἠλέκτραν κατ᾽ ἐκείνην ἥδ᾽ ἡ κωμῳδία
535 ζητοῦσ᾽ ἦλθ᾽, ἤν που ᾽πιτύχῃ θεαταῖς οὕτω σοφοῖς·
γνώσεται γάρ, ἤνπερ ἴδῃ, τἀδελφοῦ τὸν βόστρυχον.
ὡς δὲ σώφρων ἐστὶ φύσει σκέψασθ᾽· ἥτις πρῶτα μὲν
οὐδὲν ἦλθε ῥαψαμένη σκυτίον καθειμένον
ἐρυθρὸν ἐξ ἄκρου, παχύ, τοῖς παιδίοις ἵν᾽ ᾖ γέλως·
540 οὐδ᾽ ἔσκωψε τοὺς φαλακρούς, οὐδὲ κόρδαχ᾽ εἵλκυσεν,
οὐδὲ πρεσβύτης ὁ λέγων τἄπη τῇ βακτηρίᾳ
τύπτει τὸν παρόντ᾽ ἀφανίζων πονηρὰ σκώμματα,
οὐδ᾽ εἰσῇξε δᾷδας ἔχουσ᾽, οὐδ᾽ ἰοὺ ἰοὺ βοᾷ,
ἀλλ᾽ αὑτῇ καὶ τοῖς ἔπεσιν πιστεύουσ᾽ ἐλήλυθεν.
545 κἀγὼ μὲν τοιοῦτος ἀνὴρ ὢν ποητὴς οὐ κομῶ,
οὐδ᾽ ὑμᾶς ζητῶ ᾽ξαπατᾶν δὶς καὶ τρὶς ταὔτ᾽ εἰσάγων,
ἀλλ᾽ ἀεὶ καινὰς ἰδέας εἰσφέρων σοφίζομαι,
οὐδὲν ἀλλήλαισιν ὁμοίας καὶ πάσας δεξιάς·
ὃς μέγιστον ὄντα Κλέων᾽ ἔπαισ᾽ εἰς τὴν γαστέρα,
550 κοὐκ ἐτόλμησ᾽ αὖθις ἐπεμπηδῆσ᾽ αὐτῷ κειμένῳ.
οὗτοι δ᾽, ὡς ἅπαξ παρέδωκεν λαβὴν Ὑπέρβολος,
τοῦτον δείλαιον κολετρῶσ᾽ ἀεὶ καὶ τὴν μητέρα.
Εὔπολις μὲν τὸν Μαρικᾶν πρώτιστον παρείλκυσεν
ἐκστρέψας τοὺς ἡμετέρους Ἱππέας κακὸς κακῶς,
555 προσθεὶς αὐτῷ γραῦν μεθύσην τοῦ κόρδακος οὕνεχ᾽, ἣν
Φρύνιχος πάλαι πεπόηχ᾽, ἣν τὸ κῆτος ἤσθιεν.
εἶθ᾽ Ἕρμιππος αὖθις ἐποίησεν εἰς Ὑπέρβολον,
ἅλλοι τ᾽ ἤδη πάντες ἐρείδουσιν εἰς Ὑπέρβολον,
τὰς εἰκοὺς τῶν ἐγχέλεων τὰς ἐμὰς μιμούμενοι.
560 ὅστις οὖν τούτοισι γελᾷ, τοῖς ἐμοῖς μὴ χαιρέτω·
ἢν δ᾽ ἐμοὶ καὶ τοῖσιν ἐμοῖς εὐφραίνησθ᾽ εὑρήμασιν,
εἰς τὰς ὥρας τὰς ἑτέρας εὖ φρονεῖν δοκήσετε.

***
510 ΚΟΡ. Στο καλό, στο καλό
για το θάρρος σου αυτό.
Καλή τύχη να ᾽χει ο άντρας αυτός,
γιατί ενώ
έχει μπει στα βαθιά γερατειά,
με καινούριες ιδέες χρωματίζει το νου
και σοφία προσπαθεί ν᾽ αποχτήσει.

Ω θεατές, την αλήθεια σ᾽ εσάς, μά το θεό το Διόνυσο
που μ᾽ ανάστησε, τώρα θα πω, θα μιλήσω ελεύθερα.
520 Όσο, βέβαια, τη νίκη ποθώ κι άξιο να με πουν ποιητή,
άλλο τόσο είν᾽ αλήθεια που εγώ, έχοντάς σας για έξυπνους
κι από πίστη πως το έργο μου αυτό, που πολύ το δούλεψα,
έξοχο είναι, είπα θα ᾽πρεπε εσείς πρώτοι να το κρίνετε·
κι όμως έχασα εγώ, νικητές βγήκαν άλλοι, του σωρού·
άδικο ήταν· σ᾽ εσάς τους σοφούς το παράπονο θα πω,
που για χάρη σας έκανα εγώ τόσον κόπο και δουλειά.
Μα τους έξυπνους πάλι από σας δεν τους παρατώ. Γιατί
από τότε που κάποιοι —χαρά, να μιλείς μπροστά σ᾽ αυτούς—
μου παινέσαν ένα έργο μου εδώ, το Σεμνό και τον Αισχρό,
530 —σαν παρθένα, δεν ήταν σωστό να γεννήσω τότ᾽ εγώ,
τ᾽ άφησα έκθετο, κι άλλη μικρή κοπελιά το σήκωσε
και με γνοιαστήκατ᾽ εσείς με στοργή και μου τ᾽ αναθρέψατε—
από τότε κρατώ της καλής γνώμης σας ενέχυρο.
Λοιπόν έρχεται τώρα κι αυτή η κωμωδία μου ψάχνοντας,
σαν Ηλέκτρα του μύθου, μη βρει ξύπνιους όπως πριν θεατές·
θα γνωρίσει ασφαλώς, αν τη δει, την πλεξίδα του αδερφού.
Γιά κοιτάχτε πόσο είναι σεμνή· πρώτο, δε σας ήρθε εδώ
μ᾽ ένα πέτσινο πράμα, χοντρό και στην άκρη κόκκινο,
κρεμασμένο μπροστά, να γελούν βλέποντάς το τα παιδιά·
540 δεν κορόιδεψε αυτή φαλακρούς, ούτε κόρδακα έσυρε,
κι αν μες στο έργο ένας γέρος μιλά, δε χτυπά άλλο πρόσωπο
με ραβδί, μήπως έτσι οι χοντρές ανοστιές του ξεχαστούν·
δε χιμά μέσα δω με δαδιά, με τρελά ξεφωνητά,
στον εαυτό της μπιστεύεται αυτή μόνο και στους στίχους της.
Κι ενώ τέτοιος ποιητής είμ᾽ εγώ, δεν το παίρνω απάνω μου
κι ούτε δα ξεγελώ το κοινό λέοντας δυο και τρεις φορές
όλο τα ίδια· έχω νου που γεννά νέες μορφές κάθε φορά,
που όλες έξυπνες, μα η καθεμιά πάντα νέα κι αλλιώτικη.
Στην ακμή του τον Κλέωνα γερά στην κοιλιά τον βάρεσα,
550 μα σα στρώθηκε χάμω στη γη, δεν τον τσαλαπάτησα.
Ενώ οι άλλοι, σαν είδαν λαβή να τους δίνει ο Υπέρβολος,
τον ζουπάνε το δόλιο διαρκώς, και τη μάνα του μαζί.
Πρώτος ο Εύπολης, δίνοντας μια παραμόρφωση κακή,
ο άθλιος ναι, στους δικούς μας «Ιππείς», σέρνει εδώ το Μαρικά·
για να γίνει κι ο κόρδακας, γριά πρόσθεσε μπεκρού, τη γριά
που ήταν πλάσμα του Φρύνιχου· εκεί κήτος την κατάπινε.
Γράφει ο Έρμιππος έργο, κι αυτό για το μαύρο Υπέρβολο,
κι όλοι οι άλλοι από τότε χιμούν πάνω στον Υπέρβολο,
τις εικόνες που εγώ ᾽χα σκεφτεί για τα χέλια κλέβοντας.
560 Νόστιμα όποιος τα κρίνει όλ᾽ αυτά, στα δικά μου ας μη γελά·
μα αν εγώ κι όσα ο νους μου γεννά σας χαρίζουμε χαρά,
μυαλωμένους ανθρώπους εσάς θα σας λένε δω κι εμπρός.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΕΤΟΣ

ΑΕΤΟΣ
(αστερισμός)
 
αἰετός, […] ἀρχὸς οἰωνῶν (Πίνδ., Π 1.6-7)
 
Ο αετός είναι το ιερό πουλί του Δία (Διὸς ὂρνις). Όταν οι θεοί μοίρασαν τα πουλιά, έτυχε στον Δία ο αετός, το πουλί που πετά ψηλότερα από όλα, κοντά στον ήλιο, χωρίς να καίγονται τα φτερά του. Λεγόταν ακόμη ότι, όταν ο Δίας ενηλικιώθηκε και κίνησε εναντίον των Τιτάνων, φανερώθηκε αετός και από τότε τον έκανε ιερό σύμβολό του και τον καταστέρωσε. (Ερατοσθένους Καταστερισμοί, 1,30)* Λεγόταν ακόμη ότι ο Δίας έστειλε τον αετό του για να αρπάξει τον ωραίο Γανυμήδη και να τον φέρει στον Όλυμπο και ότι τον τίμησε κάνοντάς τον αστερισμό στον ουρανό, σε ανάμνηση της πράξης του.
---------------------------
*Αστερισμός του Αετού
 
Οὗτός ἐστιν ὁ Γανυμήδην ἀνακομίσας εἰς οὐρανὸν τῷ Διί, ὅπως ἔχῃ οἰνοχόον. ἔστι δὲ ἐν τοῖς ἄστροις, δι' ὅσον καὶ πρότερον, ὅτε οἱ Θεοὶ τὰ πτηνὰ διεμερίζοντο, τοῦτον ἔλαχεν ὁ Ζεύς. μόνον δὲ τῶν ζῴων ἀνθήλιον ἵπταται ταῖς ἀκτῖσιν οὐ ταπεινούμενον· ἔχει δὲ τὴν ἡγεμονίαν ἁπάντων· ἐσχημάτισται δὲ διαπεπταμένος τὰς πτέρυγας ὡς ἂν καθιπτάμενος. Ἀγλαοσθένης δέ φησιν ἐν τοῖς Ναξικοῖς γενόμενον τὸν Δία ἐν Κρήτῃ καὶ κατὰ κράτος ζητούμενον, δὶς ἐκκλαπέντα, ἐκεῖθεν ἐκκλαπῆναι καὶ ἀχθῆναι εἰς Νάξον, ἐκτραφέντα δὲ καὶ γενόμενον ἐν ἡλικίᾳ τὴν τῶν Θεῶν βασιλείαν κατασχεῖν· ἐξορμῶντος δὲ ἐκ τῆς Νάξου ἐπὶ τοὺς Τιτᾶνας καὶ ἀετὸν αὐτῷ φανῆναι συνιόντα, τὸν δὲ οἰωνισάμενον ἱερὸν αὑτοῦ ποιήσασθαι [κατηστερισμένον] καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἐν οὐρανῷ τιμῆς ἀξιωθῆναι.
Ερατοσθένης, Καταστερισμοί, 1,30

Ευτυχία: Η έννοια της για τον καθένα μας

Η ευτυχία είναι μια πολυδιάστατη έννοια, που έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης για πολλούς, στην προσπάθεια τους, να γίνει όσο το δυνατό κατανοητή η σημασία της και ο ρόλος που παίζει στην ψυχική ολοκλήρωση του ατόμου.

Η ευτυχία είναι ένας σύνθετος όρος και συνίσταται από το ευ και την τύχη, δηλαδή σημαίνει την καλή τύχη που οδηγεί στην ευδαιμονία. Βέβαια, ο σκοπός του άρθρου δεν είναι αποκλειστικά για να δώσει τον ορισμό της λέξης καθαυτής, αλλά για να αντιπαραβάλει την έννοια αυτή μέσα στα δεδομένα της σύγχρονης κοινωνίας.

Τι θεωρείται ευτυχία σήμερα ή ποιος είναι τελικά ο ευτυχισμένος άνθρωπος, υπάρχει άραγε;

Για τον καθένα από μας η ευτυχία, ορίζεται, ως κάτι διαφορετικό, παίρνοντας έτσι πολλές μορφές. Κατά την άποψη μου είναι όταν επιτυγχάνεις ένα δύσκολο εγχείρημα που το είχες θέσει ως στόχο σου ή όταν έχεις καταφέρει να ξεχωρίσεις γι’ αυτό σου το επίτευγμα. Το ρήμα ξεχωρίζω, χρησιμοποιείται, εδώ, με την έννοια της φήμης που μπορεί να έχει αποκτήσει κάποιος, ακόμα και μέσα σε μια μικρή ομάδα ενός συνόλου, που αποτελεί μέρος της κοινωνίας. Αυτό που μόλις περιέγραψα ως ευτυχία, είναι κάτι σχετικό γιατί αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος, στην σύνθεση αυτής.

Βέβαια λαμβάνοντας υπ’ όψη τα σημερινά δεδομένα η έννοια αυτή, κάποιες φορές συγχέεται με τον καταναλωτισμό. Ευτυχισμένος δηλαδή είναι αυτός που έχει τα περισσότερα αγαθά. Ανταποκρίνεται όμως αυτός ο ισχυρισμός στην πραγματικότητα; Έχω χρήματα άρα είμαι ευτυχισμένος. Αγόρασα ότι πιο καινούργιο κυκλοφόρησε, συνεπώς είμαι και ευτυχισμένος. Για πόσο κρατάει αυτή η ευτυχία; Μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η χαρά που προσφέρει η αγορά ενός αντικειμένου, ως ευτυχία; Το να έχεις χρήματα και αγαθά εννοείται πως συμβάλλουν στο να είσαι ευτυχισμένος, δεν μπορεί κάποιος να πει το αντίθετο. Όπως είχε πει και ο Ξενοφών «Όσα περισσότερα έχω, τόσο πιο ευχάριστα ζω». Όλα αυτά, θεωρώ, ότι αποτελούν τα μέσα για να είναι κάποιος ευτυχισμένος. Ευτυχία

Όμως, που πραγματικά κρύβεται η αληθινή ευτυχία, για να είναι ολοκληρωμένη; Ολοκληρωμένη μπορεί να χαρακτηριστεί η ευτυχία, όταν ενδόμυχα μας, εκεί που υπήρχε η αίσθηση ενός κενού που χρειάζεται να καλυφθεί, τη θέση του έχει πάρει πλέον η ευτυχία και το αίσθημα αυτό παύει να υπάρχει. Σαν ένα κομμάτι από παζλ, που ενώ έχει ολοκληρωθεί του λείπει ακόμα ένα τελευταίο κομμάτι το οποίο κάπου έχει χαθεί και προσπαθούμε να το βρούμε.

Εκτός από τα χρήματα και τα αγαθά, είναι και η ανάγκη του ατόμου να περιβάλλεται από ανθρώπους που τον αγαπούν και θα βρεθούν στο πλευρό του ανά πάσα στιγμή.

Παράδειγμα αποτελεί, ένας ευτυχισμένος γάμος, που δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα αλλά και με την αλληλοκατανόηση και αγάπη που υπάρχει ανάμεσα στο ζευγάρι. Δηλαδή με λίγα λόγια οι διαπροσωπικές σχέσεις που έχει αναπτύξει το άτομο. Άλλο παράδειγμα αποτελεί η υγεία ενός ατόμου, το να είναι κάποιος υγιής είναι ευτυχία, γιατί αν δεν υγιής, όσο αισιόδοξος και αν είναι, πάντα κάτι θα τον βασανίζει μέσα του, όπως το παράδειγμα με το παζλ που έγινε αναφορά παραπάνω. Ευτυχία, μπορεί να πει κάποιος, είναι να είμαστε χαρούμενοι μ’ αυτά που έχουμε και να προσπαθούμε να κατακτήσουμε ακόμα πιο πολλά χωρίς όμως να φθονούμε τους γύρω μας, γι' αυτά που ήδη έχουν εκείνοι.

Όλα αυτά οδηγούν στο εξής συμπέρασμα, ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τι όντως πραγματικά αξίζει. Ποια «πράγματα» έχουν μεγαλύτερη αξία και θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή. Δηλαδή ποια είναι αυτά που θα οικοδομήσουν την ευτυχία μας. Στον καθένα από μας, είναι απολύτως λογικό αυτά τα κριτήρια, να υφίστανται διαφοροποίηση. Την απάντηση αυτή, θα πρέπει να δώσουμε εμείς οι ίδιοι.

Κλείνοντας θα παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα από τη Θεωρία της Ηδονής του Giacomo Leopardi: «Δεν υπάρχει στη ζωή πιο μεγάλη απόλαυση ούτε πιο μεγάλη ευτυχία από το να μην έχεις συνείδηση ότι ζεις».

Ο πραγματικός λόγο που είμαστε αφηρημένοι

Όταν θέλουμε να συγκεντρωθούμε πραγματικά και να είμαστε λιγότερο αφηρημένοι, αποδεικνύεται πως δυσκολευόμαστε πολύ. Τείνουμε να σκεφτόμαστε ότι η προσοχή μας αφαιρείται λόγω των ηλεκτρονικών συσκευών, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των χιλιάδων άλλων ειδοποιήσεων και ερεθισμάτων που επιζητούν να στρέψουμε το βλέμμα μας προς εκείνα.

Όμως, σύμφωνα με έρευνα δύο ψυχολόγων του Χάρβαρντ, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το χαοτικό μας περιβάλλον, αλλά ο νους μας. Οι ψυχολόγοι Matthew Killingsworth και Daniel Gilbert βρήκαν ότι ο ανθρώπινος νους είναι ουσιαστικά προγραμματισμένος σε αυτή την κατάσταση συνεχούς αφηρημάδας.

Σε μια έρευνα με δείγμα 2.250 ενήλικες, οι ερευνητές συμπέραναν ότι ξοδεύουμε περίπου το 47% της μέρας μας αφηρημένοι. Η περιπλάνηση του νου είναι μια εμπειρία τόσο κοινή και φυσική για εμάς, που δεν την προσέχουμε καν.

Συμβαίνει όταν περιμένουμε στην πύλη του αεροδρομίου και φανταζόμαστε ότι βρισκόμαστε ήδη στον προορισμό μας και απολαμβάνουμε ένα κοκτέιλ. Ή όταν είμαστε στο ταξί και σκεφτόμαστε τα emails που ξεχάσαμε να απαντήσουμε νωρίτερα το πρωί. Ή όταν περιμένουμε στην αίθουσα συνάντησης, αλλά φανταζόμαστε ότι αντιθέτως είμαστε σε ένα μπαρ και διασκεδάζουμε. Όλοι είμαστε οικείοι με αυτή την κατάσταση και φαίνεται πως πρόκειται για αυτόματη κατάσταση λειτουργίας του εγκεφάλου μας.

«Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο σ’ αυτό. Η αφηρηµάδα (mind wandering) είναι τόσο διαδεδοµένη επειδή είναι αδύνατο να σταματήσουμε τη σκέψη, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι φτιαγµένος για να εργάζεται ακατάπαυστα», αναφέρουν οι επιστήμονες.

Αυτή η διαπίστωση έχει δύο επιπλοκές. Αρχικά, δείχνει ότι η αφηρημάδα είναι κυρίως ένα παιχνίδι του νου. Αν πραγματικά θέλουμε να συγκεντρωθούμε, αν θέλουμε να διαχειριστούμε τους περισπασμούς της ψηφιακής εποχής, το μονοπάτι πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη μιας νέας συνήθειας πιο αποτελεσματικής ως προς τη διαχείριση του πιο πολύτιμου πόρου μας: της προσοχής μας.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διαπίστωση/ συμπέρασμα: Πρέπει να εστιάζουμε λιγότερο στο τι κάνουμε και περισσότερο στο πώς είμαστε. Αυτή η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι η περιπλάνηση του νου έχει περισσότερο να κάνει με την δυστυχία παρά με τις δραστηριότητες τις οποίες κάνουμε. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που φυσιολογικά σκεφτόμαστε.

Γενικά σκεφτόμαστε ότι κάνοντας ευχάριστα πράγματα νιώθουμε και ευτυχισμένοι. Αλλά αυτοί οι ερευνητές βρήκαν ότι οι δραστηριότητες είναι υπεύθυνες μόνο για το 4.6% της ευτυχίας μας. Η πλήρης παρουσία μας στο παρόν, αντί για την περιπλάνηση του νου, αντιστοιχεί στο περίπου 10.8%. Οπότε στόχος μας είναι να καταφέρουμε να ελέγξουμε όσο περισσότερο μπορούμε το πότε ο νους μας θα περιπλανηθεί και πότε θα συγκεντρωθεί.

Η NASA ψάχνει για ζωή στον Τιτάνα τον μεγαλύτερο δορυφόρο του Κρόνου

Είναι δυνατόν πίσω από την ελληνική Μυθολογία να κρύβονται πληροφορίες για ουράνια σώματα που κατοικούνται από όντα στο Διάστημα; Τιτάνες, Έλληνες Θεοί, Κρόνος, Δίας... συνθέτουν ένα ψηφιδωτό που -ενδέχεται- να ανοίξει την πύλη στην ανθρωπότητα σε έναν άγνωστο, υπέροχο, αλλά εξίσου επικίνδυνο κόσμο.

Τελικά, είμαστε μόνοι ή το σκοτεινό διάστημα κρύβει εκπλήξεις; Σύντομα θα γίνουμε λίγο σοφότεροι -ίσως και περισσότερο από... λίγο- σε ό,τι έχει σχέση με τη «γειτονιά μας», το Ηλιακό σύστημα, καθώς η NASA στέλνει drone στον Τιτάνα, το μεγαλύτερο φεγγάρι -δορυφόρο- του Κρόνου. Του πλανήτη που πήρε το όνομά του από τον πατέρα των Ελλήνων θεών και που φαίνεται να κρύβει πολλά μυστικά πίσω από τους δακτυλίους του ή και μποστά από το υπέροχο αυτό φαινόμενο.

Όπως ανακοίνωσε με μεγάλη περηφάνια η NASA την Πέμπτη, η αποστολή Dragonfly θα προσεγγίσει την επιφάνεια του Τιτάνα και θα προβεί σε διάφορες έρευνες, αναζητώντας ζωή, έστω και σε επίπεδο μικροβίων.

Το διαστημόπλοιο που θα ερευνήσει τον Τιτάνα, θα εκτοξευθεί το 2026 και θα φτάσει στον δορυφόρο του Κρόνου το 2034.

Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι το μεγαλύτερο φεγγάρι του Κρόνου έχει πυκνή ατμόσφαιρα και διαθέτει λίμνες με μεθάνιο, το συστατικό που ενδέχεται να έχει σχηματιστεί από ζωντανούς οργανισμούς που απεβίωσαν.

Τα πρώτα στοιχεία για τον Τιτάνα συνέλεξε το Cassini , το οποίο ολοκλήρωσε το 2017 μία 20ετή έρευνα στον Κρόνο. Απ' όσα έχουν συλλέξει και εκτιμήσει οι επιστήμονες της NASA, η περίπτωση του Τιτάνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για τον λόγο αυτόν κρίθηκε σκόπιμο να ξεκινήσει η οργάνωση μίας μεγάλης αποστολής, καθώς οι πιθανότητες να βρεθεί ζωή στον μεγάλο δορυφόρο ή να υπάρχουν στοιχεία που θα μπορούν να στηρίξουν ζωή, είναι πολύ υψηλότερες του μέσου όρου.

Η διδασκαλία των Αρίων

Η «γνώση» παράγει «απόσπαση»
 
O Julius Evola [Ιούλιος Έβολα] υπήρξε ακέραιος στοχαστής και φιλόσοφος μιας πνευματικής παρακαταθήκης και ενός ηρωικού τρόπου ζωής στα πρότυπα των αρχαίων ευγενών πολεμιστών. Μιας ασκητικής διδασκαλίας, διαχωρισμένης με τον πλέον αυτάρκη τρόπο, από το μη – αυθύπαρκτο και αδρανές υλιστικό πνεύμα της σύγχρονης μαζικοποίησης, στρεφόμενης καθαρά προς ένα υπερβατικό κέντρο έξω και πέρα από την αιτιότητα και την αναγκαιότητα της εξαρτημένης δημιουργίας και καταστροφής. Το πνεύμα ενός Ολύμπιου, αξονικού νου ο οποίος ατάραχος και γαλήνιος φωτίζει σαν ήλιος τις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις των απέραντων δημιουργιών και του κύκλου της ζωής.
 
Σ’ αυτήν την καθοδική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού, την οποία ο Έβολα παρομοίωσε με την σκοτεινή εποχή της Ινδουιστικής Κάλι Γιούνγκα, το σιδηρούν γένος του Ησίοδου, αλλά και ως το Λυκόφως των Θεών, παρέθεσε ένα πλήθος «υπερβατικών σημείων αναφοράς» προτείνοντας στην ουσία τόσο το δρόμο της ατομικής δράσης, όσο και τον δρόμο του «Γνώθι σ’ Αυτόν».
 
Σκοπός του ήταν η αφύπνιση και η απελευθέρωση της ενεργητικής αρχής του ανθρώπου και το άλμα αυτού προς το εσωτερικό του κέντρο, το ενστικτώδες. Στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το πρόβλημα του “απαραβίαστου της ύπαρξης”, το Είναι, η Ψυχή, πρόσωπο με πρόσωπο με το αδηφάγο κι ακόρεστο Γίγνεσθαι που μας περιβάλλει.
 
«Ο καθένας είναι άρχοντας του εαυτού του, δεν υπάρχει κανένας άλλος άρχοντας και με το να κυριεύσεις τον εαυτό σου θα έχεις έναν αφέντη όμοια του οποίου είναι δύσκολο να βρεις»
 
Ο βρυχηθμός του λιονταριού
 
«Αν, από τη μια μεριά, αυτός ο πολιτισμός θερίζει περισσότερα θύματα από κάθε άλλο γνωστό παγανιστικό είδωλο, από την άλλη μεριά, η φύση του είναι τέτοια που μέσα σ’ αυτόν, ακόμα και ο ηρωισμός, η θυσία και ο αγώνας, επιδεικνύουν σχεδόν χωρίς εξαίρεση, έναν σκοτεινό “στοιχειώδη” και απλά γήινο χαρακτήρα, ακριβώς εξαιτίας της ελλείψεως κάποιου ανώτερου, υπερβατικού στοιχείου αναφοράς»
 
Οι τεχνικές της πνευματικής πραγμάτωσης που παραθέτει στα βιβλία του μπορούν να θεωρηθούν ως απόπειρες, άλλες φορές σε εξωτερικό και άλλες φορές σε εσωτερικό επίπεδο, να προάγει μια αλλαγή στη νοοτροπία του Ιταλού, τον οποίο σκιαγραφεί στερεότυπα σαν τον τύπο που παίζει μαντολίνο, τρώει μακαρόνια και είναι όλο πίτσα, μαφία-πολιτική και εκκλησία. Αντίστοιχες περιγραφές μπορούν να γίνουν αυθόρμητα για τον σύγχρονο Έλληνα αστό, υποταγμένο στις προδιαθέσεις του για άρτο και θεάματα, με την συνοδεία εκκλησιαστικών ύμνων και λαϊκών ασμάτων.
 
«Άπαξ και η απόσπαση ερμηνευτεί κυρίως με αυτή την εσωτερική αίσθηση, φαίνεται ίσως ευκολότερο να επιτευχθεί σήμερα σε κάποιο πιο φυσιολογικό και παραδοσιακό πολιτισμό. Αυτός που είναι ακόμα ένα “Άριο” πνεύμα σε μια μεγάλη Ευρωπαϊκή ή Αμερικάνικη πόλη, με τους ουρανοξύστες και την άσφαλτο, με τα πολιτικά και τα σπορ, με τα πλήθη που χορεύουν και κραυγάζουν, με του υποστηρικτές της κοσμικής κουλτούρας και της άψυχης επιστήμης και ούτω καθεξής – ανάμεσα σε όλα αυτά μπορεί να νιώσει τον εαυτό του πιο μόνο, αποσπασμένο και περιπλανώμενο από ότι θα ήταν στην εποχή του Βούδα σε συνθήκες φυσικής απομόνωσης και πραγματικής περιπλάνησης.
 
Η μεγαλύτερη δυσκολία, από αυτή την άποψη, βρίσκεται στο να δώσει κανείς, σε αυτή την αίσθηση της εσωτερικής απομόνωσης, που σήμερα μπορεί να συμβαίνει σε πολλούς σχεδόν αυθόρμητα, ένα θετικά γεμάτο, απλό και διάφανο χαρακτήρα, με εξάλειψη κάθε ίχνους κενότητας, μελαγχολίας, διχόνοιας ή άγχους. Η απομόνωση και η μοναξιά δεν θα πρέπει να είναι βάρος, δυστυχία, κάτι το οποίο κάποιος πάσχει, το οποίο γεννιέται άθελα, ακούσια, ούτε ένα είδος καταφυγίου ή ασύλου που μεταφέρεσαι με τη βία ή κάτω από περιστάσεις, αλλά απεναντίας, μια φυσική, απλή και ελεύθερη ψυχική διάθεση. Σε ένα κείμενο διαβάζουμε: «Η μοναξιά αποκαλείται σοφία, αυτός ο οποίος είναι μόνος θα ανακαλύψει ότι είναι χαρούμενος»
 
Κατεξοχήν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, πολέμιος του χριστιανικού πνεύματος αλλά και των σύγχρονων κοινωνικοπολιτικών επαναστάσεων που οδήγησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αστικοποίηση και ισοπέδωση της ιδιαίτερης ατομικής αρχής του ανθρώπου, ο σύγχρονος αυτός Ηράκλειτος, ακολούθησε μια γραμμή ελεύθερη προκαταλήψεων από φιλοσοφικές, πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις.
 
Ως προς αυτές, ενστερνίστηκε την άποψη του Νίτσε, ότι οι πεποιθήσεις είναι οι εχθροί της αλήθειας, χειρότεροι από τα ψεύδη, διότι οποιοδήποτε ψεύδος, με όση τέχνη και να υφανθεί, πάντα έχει σαν εχθρό την κριτική ανάλυση, την ικανότητα για ΔΙΑΚΡΙΣΗ.
 
Η οξύτατη και ψυχρή αναλυτική ικανότητά του θεωρεί και ξεπερνά πολιτικοκοινωνικά συστήματα, όπως θρησκευτικό-μοναρχικά, πρωτόγονα και ανιμιστικά, πεφωτισμένα και φεουδαρχικά, αστικό – εμπορικά και επιλεκτικά, κολλεκτιβιστικά και καπιταλιστικά. Απολύτως η θεωρητική του ανάλυση ίσταται υπεράνω του καλού και του κακού και στέκεται σαν πρόταση για άμεση δράση και εξέγερση ενάντια στο σύγχρονο κατεστημένο, ανεξάρτητα από πολιτικές πεποιθήσεις, δόγματα και δοξασίες.
 
«Ένα γήινο τελλουρικό πνεύμα μπορεί να θεωρήσει εντελώς φυσιολογικό ένα σκοτεινό αυτοπροσδιορισμό με τη δημιουργία και τις στοιχειώδεις δυνάμεις της, σε τέτοια έκταση που ούτε καν αντιλαμβάνεται την τραγική της άποψη – όπως συμβαίνει κάποιες φορές μεταξύ των Νέγρων, των άγριων, πρωτόγονων και απολίτιστων λαών, ακόμα και μεταξύ συγκεκριμένων Σλάβων. Ένα «Διονυσιακό» πνεύμα μπορεί να θεωρήσει την καθολική παροδικότητα, μικρής σημασίας, αντιπαραθέτοντας σε αυτή το carpediem (το άδραγμα της μέρας), τη χαρά της στιγμής, τον ενθουσιασμό ενός διεφθαρμένου όντος που απολαμβάνει από στιγμή σε στιγμή διεφθαρμένα πράγματα, μια χαρά όλο και πιο έντονη μέσα σε αυτά.
 
Ένα «σεληνιακό» πνεύμα, θρησκευτικά προδιαθετημένο, μπορεί με τη σειρά του να δει στο απροσδόκητο της ζωής μια εξιλέωση ή μια εξέταση, στην αντιμετώπιση της οποίας οφείλει να συμπεριφερθεί με μετριοφροσύνη και μοιρολατρία, έχοντας πίστη στην αδιαπέραστη και ανεξιχνίαστη θεία θέληση, διατηρώντας την αίσθηση του »πλάσματος» που δημιουργήθηκε απ” το τίποτα. Από άλλους πάλι ο θάνατος μας, θεωρείται ένα απόλυτα φυσικό και τελικό φαινόμενο, η σκέψη του οποίου δεν θα έπρεπε ούτε για μια στιγμή να αναστατώσει μια ζωή προσανατολισμένη προς γήινες φιλοδοξίες. Τέλος ένα «Φαουστιανό», «τιτανικό» ή Νιτσεϊκό πνεύμα μπορεί να πιστεύει και να διακηρύσσει έναν «τραγικό ηρωισμό», να επιθυμεί δημιουργία κι ακόμα να επιθυμεί την «αιώνια επιστροφή». Και ούτω καθεξής.
 
Από τα παραπάνω παραδείγματα φαίνεται εύκολα ότι η Γνώση παράγει Απόσπαση, μονάχα στη περίπτωση μιας ιδιαίτερης φυλής ενός πνεύματος, εκείνη την οποία με μια ιδιαίτερη ευθυκρισία έχουμε αποκαλέσει ΗΡΩΙΚΗ. Μονάχα σε εκείνους τους οποίους αυτή η φυλή επιβιώνει και οι οποίοι το επιθυμούν, είναι δυνατόν το θέαμα του καθολικού απροσδόκητου να γίνει η αρχή της αφυπνίσεως, να καθορίσει την επιλογή των κλίσεων, να προκαλέσει και να διεγείρει την αντίδραση που ακολουθείται από το «Όχι, δεν θέλω άλλο από αυτό», όπως και από το «Αυτό δεν ανήκει σε μένα, δεν είμαι αυτό, αυτό δεν είναι ο εαυτός μου» επεκταμένα σε όλες τις καταστάσεις της σαμσαρικής ύπαρξης.
 
Η εργασία τότε έχει μία και μοναδική δικαιολογία – δικαίωση: πρέπει να γίνει, δηλαδή, για το ευγενές και ηρωικό πνεύμα δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή. «Εκείνο το οποίο είναι να γίνει έχει γίνει» – αυτή είναι η καθολική επαναλαμβανόμενη φράση που αναφέρεται στους Αρίους οι οποίοι έχουν καταστρέψει την άγνοια και έχουν επιτύχει την αφύπνιση»
 
«Η διδασκαλία των Αρίων αποκαλείται πέραν της φαντασίας και είναι ανεπίδεκτη αφομοίωσης από κάθε διαδικασία συλλογισμού. Εκείνο το οποίο δεν μπορεί να κατανοηθεί με την λογική. Αντίθετα παρουσιάζεται ως μια »αφύπνιση». Κάποιος μπορεί να δει με μιας, την αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτή τη μέθοδο και τις απόψεις του Πλάτωνα περί αναμνήσεως, αναπόλησης ή αναθύμισης, υπερνικώντας την κατάσταση της λήθης. Στην διδασκαλία της αφυπνίσεως, ο Έβολα παρουσίασε τον αρχέγονο ασκητικό Βουδισμό με ένα αριστοκρατικό χαρακτήρα, ο οποίος ορίζει μέσα στον άνθρωπο ένα ουσιαστικό πυρήνα μεταφυσικό και προκαταρκτικό.
 
«Ο βρυχηθμός του λιονταριού» είναι ο προσδιορισμός του πρίγκιπα Σιντάρτα – του Βούδα. Αυτός που ανήκει στην κάστα των πολεμιστών, ένας ασκητικός πολεμιστής ο οποίος άνοιγε ένα μονοπάτι μόνος του με την δικιά του δύναμη. Σε αντίθεση με την ερμηνεία που δόθηκε απ’ τους θρησκευτικούς αντιπροσώπους του βουδισμού, «σαν απλός ηθικός κώδικας βασισμένος στην ευσπλαχνία, τον ανθρωπισμό και έχοντας αποδράσει απ’ τη ζωή επειδή αυτή είναι «δεινοπάθημα» η οποία θεωρήθηκε εξωγενής, βέβηλη και επιφανειακή.
 
Η πρωταρχική σημασία του όρου άσκηση – από το ασκέω, «να εκγυμνάζομαι» – ήταν απλά εκγύμναση και κατά τη Ρωμαϊκή έννοια πειθαρχία. Ο αντίστοιχος Ινδο – Άριος όρος είναι tapas και έχει μια αντίστοιχη σημασία, με εξαίρεση το ότι, η ρίζα tap, που σημαίνει «είμαι καυτός» ή «λάμπω» περιέχει επίσης την ιδέα μιας έντονης και σφοδρής συγκέντρωσης λάμψης, σαν από φωτιά.
 
Με την ανάπτυξη του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, ο όρος άσκηση έχει πάρει μια ιδιαίτερη σημασία που διαφέρει απ την αρχική. Όχι μόνο υποθέτει μια αποκλειστικά θρησκευτική σημασία, αλλά απ’ το γενικό ύφος της πίστης και του θρησκευτικού δόγματος που έχει έρθει να κυριαρχήσει ανάμεσα στον δυτικό κόσμο, ο ασκητισμός είναι άρρηκτα δεμένος με ιδέες που έχουν να κάνουν με νέκρωση και ταπείνωση της σάρκας, καθώς και με επίπονη, οδυνηρή απάρνηση του κόσμου: έχει έτσι φτάσει να αντιπροσωπεύει τη μέθοδο με την οποία αυτή η πίστη συνήθως συνηγορεί και υποστηρίζεται σαν την πλέον κατάλληλη για την απόκτηση »σωτηρίας» και την συμφιλίωση του ανθρώπου με τον δημιουργό του, παραφορτωμένος πάντα με πρωταρχικές αμαρτίες.
 
«To μίσος του πρωταρχικού χριστιανισμού για κάθε μορφή γονιμοποιού πνευματικότητας, το στιγματίζειν του σαν παραφροσύνη και αμάρτημα υπερηφάνειας όλων αυτών των πραγμάτων που μπορούν να βοηθήσουν σε μια ενεργή υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης, εκφράζουν με τρόπο καθαρό την μη κατανόηση για το ηρωικό σύμβολο.
 
Το δυναμικό που η νέα πίστη γνώρισε να παράγει μεταξύ αυτών που αισθάνονταν το ζωντανό μυστήριο του χριστού, του σωτήρα και απ αυτό ήλξαν την δύναμη για μια φρενίτιδα του μαρτυρίου, δεν εμποδίζει το ότι η έλευση του χριστιανισμού σημαίνει μια πτώση. Με αυτό το δυναμικό συνολικά, πραγματοποιήθηκε μια ειδική μορφή εκείνου του ευνουχισμού που ανήκει στους κύκλους σεληνιακού-ιερατικού τύπου.
 
Η παρούσα κρίση των δυτικών θρησκειών βασισμένες στην πίστη, είναι γνωστή σε όλους και δεν χρειάζεται να επισημάνουμε τον ολοκληρωτικά κοσμικό, υλιστικό και σαμσαρικό χαρακτήρα της νοοτροπίας η οποία δεσπόζει στους σύγχρονους καιρούς μας. Έχουμε την δικαιοδοσία να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ποιο σύστημα, βασισμένο αυστηρά στη γνώση, ελεύθερο από στοιχεία τόσο πίστεως όσο και νοησιαρχίας, όχι δεμένο με μια τοπικά οργανωμένη παράδοση, αλλά στην πραγματικότητα κατευθυνόμενο προς το ενστικτώδες, θα μπορούσε να προσφέρει. Είναι προφανές ότι αυτό το μονοπάτι ταιριάζει μόνο σε μια πολύ μικρή μειονότητα, που έχει το χάρισμα μιας εξέχουσας εσωτερικής δύναμης»
 
Η προσπάθεια του Έβολα να παρουσιάσει τον άνθρωπο ως Άτομο εξ’ ολοκλήρου πνευματικό, που αγωνίζεται στο πεδίο της μάχης και δεν παραιτείται άνανδρα από τις περιπέτειες της ζωής, είναι σύμφωνη με το ιδεώδες του να ξεπερνά κάποιος τις φυσικές αντιστάσεις με την δύναμη της θέλησης του και με σκοπό να αφυπνιστεί από τις πλάνες. Η αποφασιστικότητα του – είναι καλύτερα να πεθάνεις μαχόμενος παρά να ζεις νικημένος – φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την ευθύνη της ύπαρξής του, αποσπώντας τον από το μη – αυθύπαρκτο και εξαρτημένο πνεύμα του υλισμού.
 
«Η γνώση σε ένα κείμενο παρομοιάζεται με την λάμψη μιας αστραπής. Κάποιος προτρέπεται να «ανυψωθεί και να αφυπνιστεί» όταν αντιληφθεί την ίδια του την παθητικότητα, την ίδια του την νωθρότητα, το ότι δεν αφήνει την στιγμή να περάσει – αν η κατάλληλη στιγμή αφεθεί να περάσει, εκείνη τη στιγμή κατά την οποία κάποιος θα ήταν σε θέση να υπερνικήσει την δύναμη στην οποία τόσο οι άνθρωποι, όσο και οι θεοί υπόκεινται, ο δαίμονας του θανάτου θα επιβεβαίωνε την ισχύ του. Πρέπει να μπαίνουμε στην μάχη καθημερινά – αύριο ίσως να μην υπάρχουμε. Δεν υπάρχει ανακωχή για μας με τον μεγάλο στρατό του θανάτου. Μονάχα, κάποιος που ζει μ' αυτόν τον τρόπο, που αγωνίζεται ακούραστα μέρα και νύχτα, επιτυγχάνει την ευδαιμονία, επιτυγχάνει την μακαριότητα και αποκαλείται ευλογημένος σοφός»
 
Η φύση του ανυπόστατου και παροδικού γίγνεσθαι νοείται ως μια ροή, ένα ρεύμα, κάτι το οποίο δεν ξεκινάει με την γέννηση ούτε διακόπτεται από τον θάνατο. Όταν οι συνθήκες, οι οποίες έχουν καθορίσει τον συνδυασμό των στοιχείων και των καταστάσεων σε ένα βλαστό, δεν είναι πλέον αποτελεσματικές, το άτομο ως τέτοιο – δηλαδή ως συγκεκριμένο άτομο – διαλύεται, καταναλώνεται και επιστρέφει, ανάλογα με τις κλίσεις και τις προδιαθέσεις, σε νέο “όνομα και μορφή”, όχι απόλυτα όμοιο, ούτε απόλυτα διαφορετικό – διαμορφωμένο, καθορισμένο και εξαρτημένο από περιεχόμενο, το οποίο είναι παροδικό. Η ίδια η ζωή λοιπόν, μορφοποιεί και αναλώνει τον εαυτό της, αυτοστιγμεί, ακατάπαυστα και απεριόριστα, σε ένα απρόσωπο και αιώνιο κύκλο επιθυμίας και δίψας για δημιουργία και καταστροφή. Τον κύκλο των γεννήσεων, της ειμαρμένης και της αναγκαιότητας.

«Αυτό το ρεύμα είναι μια φαντασμαγορία κενή από ουσία: πέρα από αυτό ο ασκητής, ο οποίος προχωράει σαν εκείνον του οποίου το κεφάλι φλέγεται, αναζητά την «ακλόνητη κατοικία»
 
Έτσι λοιπόν βλέπουμε ότι η κληρονομιά, πέρα από τους υπαινιγμούς μιας γήινης βιολογικής κατεύθυνσης, θεωρείται κάτι πολύ πιο αχανές. Μέσα στα ευρύτερα πλαίσια μιας διαδικασίας καύσης και αναζωπύρωσης, όπου τα γένη, οι φυλές, τα είδη τοποθετούνται πλέον, σε μια αλυσίδα προδιαθέσεων και επιθυμιών, ταυτιζόμενες με την πλάνη του Εγώ, αλλά υποκείμενες ουσιαστικά στο μη αυθύπαρκτο.
 
Επίσης, γίνεται αντιληπτή από το υπεραισθητό μάτι, η παρουσία μιας οντότητας, ενός »δαίμονα», ο οποίος έχει μια προ- και μια αλληλογενέθλια ύπαρξη, τρεφόμενη από την «επιθυμία» και μεταφερόμενη από τις παρορμήσεις τροφοδοτούμενες από άλλες ζωές και η οποία αναζητά να φανερωθεί σε μια νέα ύπαρξη μέσω της διαδικασίας μιας νέας «καύσης». Πρόκειται για μια ζωή η οποία δεν εξαντλείται ανάμεσα στα όρια του ατόμου, αλλά η οποία θεωρείται μάλλον ως η «ζωή» αυτής της ζωής και η οποία σχετίζεται με τις αντιλήψεις του »δαίμονα», του »σωσία» και του «μεγαλοφυή» στις διάφορες μυθολογίες και καταγράφεται ως παρουσία απαραίτητη, επιπρόσθετα σ” αυτή των γονέων, για να συμβεί μια γέννηση.
 
«Αν επιθυμούμε να βρούμε την καταγωγή της φωτιάς η οποία καίει με κάποιο ιδιαίτερο κούτσουρο, θα ήταν παράλογο να αναζητήσουμε την καταγωγή του δέντρου από το οποίο το κούτσουρο προήλθε, και του δάσους στο οποίο το δέντρο ανήκε και πάει λέγοντας – το πολύ πολύ να μπορούσαμε να ανακαλύψουμε την ποιότητα της καύσιμης ύλης. Η καταγωγή της φωτιάς, αντίθετα, θα έπρεπε να αναζητηθεί στην φύση της φωτιάς αυτής καθαυτής, και όχι σ’ αυτή του ξύλου, αναζητώντας την σπίθα που άναψε την φλόγα και μετά την φλόγα από την οποία η σπίθα προήλθε και ούτω καθεξής. Όμοια, η πιο ουσιαστική και αληθινή «άμεση» κληρονομιά ενός ατόμου δεν βρίσκεται στην γενεαλογία των γήινων γονέων του. Τα ανθρώπινα όντα είναι κληρονόμοι, διάδοχοι και υιοί πράξεων και όχι κάποιου πατέρα και μητέρας. Δίπλα από την κληρονομία του σώματος κάποιου, υπάρχει η σαμσαρική κληρονομιά και τελικώς υπάρχει η κληρονομιά του, η οποία είναι η αρχή »εκ των άνω» επισκιασμένη από την άγνοια»
 
«Με την βασική προϋπόθεση ότι ο ασκούμενος στη διδασκαλία είναι πραγματικά άνθρωπος, και λαμβάνοντας υπόψη την περίπτωση ότι δεν είναι όλοι που φαίνεται να είναι άνθρωποι, πραγματικά «άνθρωποι», ανάλογα με το πως οι στοιχειώδεις δυνάμεις διαμορφώνουν τα διάφορα καλούπια των ειδών, έχουμε την πρωταρχική ώθηση για αφύπνιση. Αυτή η πιθανότητα είναι εφικτή ακριβώς στον άνθρωπο και συνδέεται με μια ουσιαστική θεμελιώδη ελευθερία η οποία ξεπερνάει ακόμα και το επίπεδο των «θεών». Αυτό, λόγω της διττότητας της φύσης του, εν μέρει θνητός, εξαρτημένος και υπό κατοχή και εν μέρει και ουσιαστικά αθάνατος, του δίνει την ευκαιρία να φτάσει στο υπερθεϊστικό αποκορύφωμα, το οποίο πράγματι είναι μια «μεγαλειώδης απελευθέρωση».
 
«Υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι σε συγκεκριμένες στιγμές είναι ικανοί να αποσπαστούν απ’ τους εαυτούς τους, να βρεθούν κάτω από την επιφάνεια, κάτω στα σκοτεινά βάθη της δυνάμεως που κυβερνά το σώμα τους και εκεί όπου αυτή η δύναμη χάνει το όνομα και την ταυτότητά της. Έχουν την αίσθηση αυτής της δύναμης να εκτείνεται και να εσωκλείει το «εγώ» και το «μη εγώ», διαποτίζοντας όλη τη φύση, στηρίζοντας και τεκμηριώνοντας τον χρόνο, υποστηρίζοντας μυριάδες όντα σαν να ήταν μεθυσμένα ή σε παραίσθηση από τοξικές ουσίες, επανεγκαθιστώντας τον εαυτό της σε χιλιάδες μορφές, ακαταμάχητη, ατίθαση, ανεξάντλητη, ακατάπαυστη, απεριόριστη, φλέγουσα με αιώνια ανεπάρκεια και αίσθημα πείνας.
 
Αυτός ο οποίος φτάνει σ” αυτή την τρομερή αντίληψη, σαν μια άβυσσο που ξαφνικά ανοίγει, αρπάζει το μυστήριο της samsara και της σαμσαρικής συνείδησης και αντιλαμβάνεται και ζει πλήρως την διδασκαλία της μη αυθυπαρξίας, του «μη εγώ». Το πέρασμα από την καθαρή ατομική συνείδηση σε αυτή την σαμσαρική συνείδηση που εμπεριέχει αόριστες πιθανότητες διαβίωσης, τόσο καταχθόνιες, όσο και ουράνιες – αυτή, ουσιαστικά, είναι η βάση της Διδασκαλίας της Αφυπνίσεως.»
 
«Υπάρχουν έντονες, οργανικές μορφές φόβου, μορφές τις οποίες μπορούμε σχεδόν να τις αποκαλέσουμε υπερβατικές από την στιγμή που δεν περιορίζονται σε απλές ψυχολογικές καταστάσεις ενός ατόμου αλλά οι οποίες προέρχονται από συγκεκριμένες αβυσσαλέες επαφές»
 
Ο ίδιος ο Έβολα έδρασε σε μια εποχή αποϊεροποιημένη από το παραδοσιακό πνεύμα των αρχαίων ηρωικών πολιτισμών. Το ανθρώπινο γένος, έχοντας αφομοιώσει ως αληθινή, την προσκόλλησή του σε ένα θρησκευτικό πνεύμα παθητικού, σεληνιακού τύπου, υπέστη στον πυρήνα του μια ισοπέδωση της ενεργητικής ηλιακής του αρχής και αποποιήθηκε τις δυνατότητές του για άμεση απελευθέρωση. Η ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου έπαψε να αντιλαμβάνεται και να διακρίνει ενστικτωδώς και άμεσα τις ενέργειες εκείνες που τον τοποθετούσαν στο πάνθεον των ηρώων και κατέπεσε σε μια μαζική φρενίτιδα πλάνης, μαρτυρίου, βίας και εξιλέωσης από παράγοντες εξωγενείς και βέβηλους. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο άνθρωπος, οικειοθελώς εξαγοράστηκε, δημιουργώντας ο ίδιος και διαιωνίζοντας την περίτεχνη κοσμική φυλακή του με τον ανεύθυνο και αδρανοποιημένο τρόπο ζωής ή κατά πόσο εκδιώχθηκε από το μεταφυσικό κέντρο του, κατακερματισμένος και εξόριστος από το ένστικτο και την πηγή.
 
«Μιλούν για το «ανάχωμα, πέρα από το οποίο ακόμα και η νύχτα μοιάζει με μέρα, αφού ο κόσμος του brahman είναι αμετάβλητο φως», ένα ανάχωμα αποτελούμενο από το atma εναντίον εκείνου το οποίο ούτε η σήψη, ούτε ο θάνατος, ούτε ο πόνος, ούτε οι καλές πράξεις, ούτε οι κακές πράξεις μπορούν να επικρατήσουν. Μιλούν για τον «δρόμο των θεών» που οδηγεί κάποιον μετά το θάνατο προς το απόλυτο και ενστικτώδες, όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Αλλά την ίδια στιγμή ένας άλλος δρόμος λαμβάνεται υπόψη, κατά μήκος του οποίου κάποιος επιστρέφει, ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΘΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΡΟΦΗ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΓΗ. Στα αρχαία κείμενα η πιθανότητα μιας απελευθέρωσης δεν εξετάζεται για αυτούς που πηγαίνουν σε εκείνον τον δεύτερο δρόμο».
 
«Βρισκόμαστε, σήμερα, στό τέλος ἑνός κύκλου. Ἀπό αἰῶνες, χωρίς στήν ἀρχή νά γίνη ἀντιληπτό, πολλαπλές ἐξελίξεις κατέστρεψαν στήν Δύσι κάθε φυσική καί νομική τάξι, νόθευσαν κάθε ὑψηλή ἀντίληψι γιά τήν ζωή, τήν δρᾶσι, τήν γνῶσι, τόν ἀγῶνα. Ἡ κίνησις αὐτῆς τῆς πτώσεως, ἡ ταχύτης της, ὁ παραλογισμός της ὀνομάστηκαν πρόοδος. Σήμερα βρισκόμαστε στό μέσον ἑνός κόσμου ἐρειπίων. Τό ἐρώτημα εἶναι τό ἑξῆς: ὑπάρχουν ἄνθρωποι ὀρθοί στά πόδια τους ἀνάμεσα σ᾽ αυτά τά ερείπια; Καί τί πρέπει, τί μποροῦν νά κάνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί;
 
Σάν πνεῦμα ὑπάρχει κάτι πού μπορεῖ νά χρησιμεύση σάν ἀχνάρι στίς δυνάμεις μας, δυνάμεις Ἐξεγέρσεως καί Ἀνορθώσεως: εἶναι τό Ἱπποτικό Πνεῦμα. Εἶναι ἡ στάσις ἐκείνων πού ἤξεραν νά ἀγωνίζωνται ἔστω και ἂν γνώριζαν ὃτι ἡ μάχη ἦταν «ὑλικά» χαμένη. Ἐκείνων πού ἤξεραν νά δώσουν ἰσχύ στίς λέξεις τοῦ ἀρχαίου ρητοῦ «ἡ πίστης εἶναι πιό δυνατή από τήν φωτιά. Πρέπει να δοκιμαστοῦμε. Ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε ποῖοι εἴμαστε. Μπροστά σ᾿ ἓναν κόσμο πλημμυρισμένο ἀπό βόρβορο καί μέ ἀρχή του τό ὃτι «πρῶτα ἔρχεται το στομάχι καί ὕστερα οἱ Ἀρχές» πρέπει νά αντιταχθοῦμε. Ἐμείς δέν μποροῦμε νά κάνουμε διαφορετικά. Αὐτός εἶναι ὁ Δρόμος μας. Αὐτή ἡ «Υπαρξίς μας» -Julius Evola
 
Julius Evola, Διδασκαλία της Αφυπνίσεως

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Ἔργα καὶ Ἡμέραι (213-247)

Ὦ Πέρση, σὺ δ᾽ ἄκουε Δίκης, μηδ᾽ ὕβριν ὄφελλε·
ὕβρις γάρ τε κακὴ δειλῷ βροτῷ, οὐδὲ μὲν ἐσθλὸς
215 ῥηιδίως φερέμεν δύναται, βαρύθει δέ θ᾽ ὑπ᾽ αὐτῆς
ἐγκύρσας ἄτῃσιν· ὁδὸς δ᾽ ἑτέρηφι παρελθεῖν
κρείσσων ἐς τὰ δίκαια· δίκη δ᾽ ὑπὲρ ὕβριος ἴσχει
ἐς τέλος ἐξελθοῦσα· παθὼν δέ τε νήπιος ἔγνω.
αὐτίκα γὰρ τρέχει Ὅρκος ἅμα σκολιῇσι δίκῃσιν·
220 τῆς δὲ Δίκης ῥόθος ἑλκομένης ᾗ κ᾽ ἄνδρες ἄγωσιν
δωροφάγοι, σκολιῇς δὲ δίκῃς κρίνωσι θέμιστας·
ἣ δ᾽ ἕπεται κλαίουσα πόλιν καὶ ἤθεα λαῶν,
ἠέρα ἑσσαμένη, κακὸν ἀνθρώποισι φέρουσα,
οἵ τέ μιν ἐξελάσωσι καὶ οὐκ ἰθεῖαν ἔνειμαν.
225 οἳ δὲ δίκας ξείνοισι καὶ ἐνδήμοισι διδοῦσιν
ἰθείας καὶ μή τι παρεκβαίνουσι δικαίου,
τοῖσι τέθηλε πόλις, λαοὶ δ᾽ ἀνθέουσιν ἐν αὐτῇ·
Εἰρήνη δ᾽ ἀνὰ γῆν κουροτρόφος, οὐδέ ποτ᾽ αὐτοῖς
ἀργαλέον πόλεμον τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς·
230 οὐδέ ποτ᾽ ἰθυδίκῃσι μετ᾽ ἀνδράσι λιμὸς ὀπηδεῖ
οὐδ᾽ ἄτη, θαλίῃς δὲ μεμηλότα ἔργα νέμονται.
τοῖσι φέρει μὲν γαῖα πολὺν βίον, οὔρεσι δὲ δρῦς
ἄκρη μέν τε φέρει βαλάνους, μέσση δὲ μελίσσας·
εἰροπόκοι δ᾽ ὄιες μαλλοῖς καταβεβρίθασι·
235 τίκτουσιν δὲ γυναῖκες ἐοικότα τέκνα γονεῦσιν·
θάλλουσιν δ᾽ ἀγαθοῖσι διαμπερές· οὐδ᾽ ἐπὶ νηῶν
νίσονται, καρπὸν δὲ φέρει ζείδωρος ἄρουρα.
οἷς δ᾽ ὕβρις τε μέμηλε κακὴ καὶ σχέτλια ἔργα,
τοῖς δὲ δίκην Κρονίδης τεκμαίρεται εὐρύοπα Ζεύς.
240 πολλάκι καὶ ξύμπασα πόλις κακοῦ ἀνδρὸς ἀπηύρα,
ὅστις ἀλιτραίνῃ καὶ ἀτάσθαλα μηχανάαται.
τοῖσιν δ᾽ οὐρανόθεν μέγ᾽ ἐπήγαγε πῆμα Κρονίων,
λιμὸν ὁμοῦ καὶ λοιμόν, ἀποφθινύθουσι δὲ λαοί·
οὐδὲ γυναῖκες τίκτουσιν, μινύθουσι δὲ οἶκοι
245 Ζηνὸς φραδμοσύνῃσιν Ὀλυμπίου· ἄλλοτε δ᾽ αὖτε
ἢ τῶν γε στρατὸν εὐρὺν ἀπώλεσεν ἢ ὅ γε τεῖχος
ἢ νέας ἐν πόντῳ Κρονίδης ἀποτείνυται αὐτῶν.

***
Πέρση, εσύ στη Δικαιοσύνη υπάκουε, μην εξακολουθείς την αδικία.
Είναι κακή η αδικία για τον ταπεινό θνητό, μα ούτε και ο ευγενής
να την αντέξει εύκολα μπορεί, μα καταβάλλεται απ᾽ αυτήν,
όταν οι συμφορές τον βρίσκουν. Όμως υπάρχει από την άλλη οδός
καλύτερη να την περάσεις που οδηγεί στο δίκαιο. Και η δικαιοσύνη
νικά, στο τέλος σαν εμφανιστεί, την αδικία. Σαν πάθει ο ανόητος μαθαίνει.
Γιατί αμέσως τρέχει ο Όρκος μαζί με τις κακοδικίες.
220 Και ταραχή σηκώνεται, όταν η Δικαιοσύνη σέρνεται όπου τυχόν την πάνε
οι δωροφάγοι άντρες που κρίνουνε τα δίκαια με κρίσεις στρεβλές.
Κι εκείνη κλαίγοντας ακολουθεί στην πόλη και τα μέρη που συχνάζουνε τα πλήθη
ντυμένη με ομίχλη και φέρνει το κακό σε κείνους τους ανθρώπους
που τη διώχνουν και δεν την απονέμουν ίσια.

Μα όσοι απονέμουν κρίσεις δίκαιες στους ξένους και τους ντόπιους
κι από του δίκαιου την οδό δεν παρεκβαίνουν,
ακμάζει η πόλη τους κι ανθεί ο λαός σε τούτη.
Ειρήνη που τα νιάτα τρέφει έχουν στη γη τους κι ούτε ποτέ
ο Δίας που μακριά ηχεί πόλεμο σκληρό γι᾽ αυτούς ορίζει.
230 Ούτε ο λοιμός σ᾽ ανθρώπους έρχεται που δίκαια κρίνουν
ούτ᾽ η καταστροφή, μα νέμονται στις ευωχίες τούς καρπούς απ᾽ τα χωράφια που φροντίζουν.
Βιος πολύ σε τούτους φέρνει η γη και στα βουνά η βελανιδιά
φέρνει στην άκρη των κλαδιών τα βελανίδια, στη μέση τα μελίσσια.
Και τα πυκνότριχα αρνιά απ᾽ το μαλλί βαραίνουν,
γεννάν παιδιά οι γυναίκες τους που μοιάζουν στους γονείς τους.
Ευδαιμονούν με τα αγαθά τους αδιάκοπα. Σε πλοία επάνω
δεν ταξιδεύουν, μα η σιτοδότρα γη καρπό τούς δίνει.
Σ᾽ εκείνους όμως που τους νοιάζει η αδικία η κακή και τ᾽ άθλια έργα
ορίζει τιμωρία ο Δίας που μακριά ηχεί, ο γιος του Κρόνου.
240 Πολλές φορές από έναν άνθρωπο κακό μια πόλη στο σύνολό της υποφέρει,
αν αμαρτάνει αυτός και μηχανεύεται ανόσια έργα.
Σ᾽ αυτούς μεγάλη συμφορά απ᾽ τον ουρανό στέλνει ο γιος του Κρόνου,
λιμό συνάμα και λοιμό, κι οι άνθρωποι αφανίζονται.
Ούτε οι γυναίκες τους γεννάν, μικραίνουν οι οικογένειες
μ᾽ απόφαση του Ολύμπιου Δία. Κι άλλοτε πάλι
μεγάλη τους στρατιά αφανίζει ο γιος του Κρόνου ή τείχος
ή πλοία τους στη θάλασσα εκδικείται.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Νεφέλαι (476-509)

ἀλλ᾽ ἐγχείρει τὸν πρεσβύτην ὅ τι περ μέλλεις προδιδάσκειν,
καὶ διακίνει τὸν νοῦν αὐτοῦ καὶ τῆς γνώμης ἀποπειρῶ.
ΣΩ. ἄγε δή, κάτειπέ μοι σὺ τὸν σαυτοῦ τρόπον,
ἵν᾽ αὐτὸν εἰδὼς ὅστις ἐστὶ μηχανὰς
480 ἤδη ᾽πὶ τούτοις πρὸς σὲ καινὰς προσφέρω.
ΣΤ. τί δέ; τειχομαχεῖν μοι διανοεῖ πρὸς τῶν θεῶν;
ΣΩ. οὔκ, ἀλλὰ βραχέα σου πυθέσθαι βούλομαι.
ἦ μνημονικὸς εἶ; ΣΤ. δύο τρόπω, νὴ τὸν Δία·
ἢν μέν γ᾽ ὀφείληταί τι μοι, μνήμων πάνυ·
485 ἐὰν δ᾽ ὀφείλω σχέτλιος, ἐπιλήσμων πάνυ.
ΣΩ. ἔνεστι δῆτά σοι λέγειν ἐν τῇ φύσει;
ΣΤ. λέγειν μὲν οὐκ ἔνεστ᾽, ἀποστερεῖν δ᾽ ἔνι.
ΣΩ. πῶς οὖν δυνήσει μανθάνειν; ΣΤ. ἀμέλει, καλῶς.
ΣΩ. ἄγε νυν ὅπως, ὅταν τι προβάλω σοι σοφὸν
490 περὶ τῶν μετεώρων, εὐθέως ὑφαρπάσει.
ΣΤ. τί δαί; κυνηδὸν τὴν σοφίαν σιτήσομαι;
ΣΩ. ἅνθρωπος ἀμαθὴς οὑτοσὶ καὶ βάρβαρος.
δέδοικά σ᾽, ὦ πρεσβῦτα, μὴ πληγῶν δέει.
φέρ᾽ ἴδω, τί δρᾷς, ἤν τις σε τύπτῃ; ΣΤ. τύπτομαι,
495 ἔπειτ᾽ ἐπισχὼν ὀλίγον ἐπιμαρτύρομαι,
εἶτ᾽ αὖθις ἀκαρῆ διαλιπὼν δικάζομαι.
ΣΩ. ἴθι νυν, κατάθου θοἰμάτιον. ΣΤ. ἠδίκηκά τι;
ΣΩ. οὔκ, ἀλλὰ γυμνοὺς εἰσιέναι νομίζεται.
ΣΤ. ἀλλ᾽ οὐχὶ φωράσων ἔγωγ᾽ εἰσέρχομαι.
500 ΣΩ. κατάθου. τί ληρεῖς; ΣΤ. εἰπὲ δή νυν μοι τοδί·
ἢν ἐπιμελὴς ὦ καὶ προθύμως μανθάνω,
τῷ τῶν μαθητῶν ἐμφερὴς γενήσομαι;
ΣΩ. οὐδὲν διοίσεις Χαιρεφῶντος τὴν φύσιν.
ΣΤ. οἴμοι κακοδαίμων, ἡμιθνὴς γενήσομαι.
505 ΣΩ. οὐ μὴ λαλήσεις, ἀλλ᾽ ἀκολουθήσεις ἐμοὶ
ἁνύσας τι δευρὶ θᾶττον. ΣΤ. εἰς τὼ χεῖρέ νυν
δός μοι μελιτοῦτταν πρότερον· ὡς δέδοικ᾽ ἐγὼ
εἴσω καταβαίνων ὥσπερ εἰς Τροφωνίου.
ΣΩ. χώρει· τί κυπτάζεις ἔχων περὶ τὴν θύραν;

***
ΚΟΡ., στο Σωκράτη.
Μια μικρή εισαγωγή στα μαθήματα εσύ,
που θα κάμεις στο γέρο, ν᾽ αρχίσεις·
κρίση αν έχει δοκίμασε τώρα να δεις,
και το νου του καλά βυθομέτρα.
ΣΩΚ. Η ψυχοσύνθεσή σου πες μου ποιά είναι,
να την ξέρω, κι ανάλογα μ᾽ εκείνη
480 καινούριες μηχανές να δοκιμάσω.
ΣΤΡ. Τί; Μηχανές! Τειχομαχία μού στήνεις;
ΣΩΚ. Κάτι ερωτήσεις μόνο θα σου κάμω.
Έχεις μνημονικό; ΣΤΡ. Μα, κι έχω και όχι·
αν μου χρωστούν, έχω μεγάλη μνήμη,
αλλ᾽ αν εγώ χρωστώ, είμαι ξεχασιάρης.
ΣΩΚ. Έχεις στο λέγειν έμφυτην ευχέρεια;
ΣΤΡ. Όχι, μα για το σούφρωμα έχω χέρια.
ΣΩΚ. Και πώς θα μάθεις; ΣΤΡ. Φίνα· μη σε νοιάζει.
ΣΩΚ. Θέμα αστρονομικό θα σου προβάλω
490 κι έχε το νου σου αμέσως να τ᾽ αρπάξεις.
ΣΤΡ. Τί; Σα σκυλί θα χάφτω τη σοφία;
ΣΩΚ. Α, τούτος είναι βάρβαρος, χωριάτης.
Φοβούμαι, γέρο, μήπως θέλεις ξύλο.
Τί κάνεις σα σου δίνουν ξύλο; ΣΤΡ. Πρώτα
τις τρώγω· μάρτυρα έπειτα φωνάζω
κι ευθύς, σε λίγο, μήνυση υποβάλλω.
ΣΩΚ., ευχαριστημένος από την απάντηση.
Καλά, βγάλε το ρούχο σου.
ΣΤΡ., νομίζοντας πως θα τον δείρει.
Έχω φταίξει;
ΣΩΚ. Εδώ μπαίνουν γυμνοί· ο κανόνας τέτοιος.
ΣΤΡ. Μα εγώ δεν πάω να ψάξω για κλεψίμια.
500 ΣΩΚ. Άσε τις σάχλες· γδύσου. ΣΤΡ. Πες μου τώρα·
μελετηρός και πρόθυμος αν είμαι,
σε ποιό σας μαθητή θα μοιάσω τάχα;
ΣΩΚ. Χαιρεφώντας ολόφτυστος θα γίνεις.
ΣΤΡ. Αχ, μισοπεθαμένος θα ᾽μαι ο δόλιος.
ΣΩΚ. Άσε τα λόγια κι ακολούθησέ με
από δω· μην αργείς. ΣΤΡ. Μια τηγανίτα
με μέλι δώσ᾽ μου πρώτα να κρατάω·
γιατί φοβούμαι· λέω πως κατεβαίνω
μες στο άντρο του μαντείου του Τροφωνίου.
ΣΩΚ. Προχώρα· τί διστάζεις μπρος στην πόρτα;
Μπαίνουν κι οι δυο στο σπουδαστήριο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΔΩΝΗΣ

ΑΔΩΝΗΣ
(ανεμώνες)
 
Ο μύθος του Άδωνη είναι συνδεδεμένος με της μητέρας του Σμύρνας. Αν και εμπλουτίστηκε ιδιαίτερα στα ελληνιστικά χρόνια με λεπτομέρειες για τη ζωή του νέου στην ύπαιθρο και στο δάσος, τον μύθο, συριακής καταγωγής, υπαινίσσεται ήδη ο Ησίοδος. Ο βασικός κορμός του μύθου είναι ο εξής:
 
Η Σμύρνα, κόρη ή εγγονή της Νύμφης Ωρείθυιας και του βασιλιά Θείαντα, γιου του Βήλου, που ζούσε στην περιοχή του Λιβάνου, ερωτεύτηκε τον πατέρα της. Τον άνομο αυτό έρωτα της τον ενέβαλε η Αφροδίτη, γιατί δεν την τιμούσε, κάτι που συνήθιζε η θεά σε παρόμοιες περιπτώσεις. Η παραμάνα της Ιππολύτη την έβαζε στον κοιτώνα του πατέρα της με σκεπασμένο πρόσωπο, ενώ σε εκείνον είχε πει ότι κοπέλα από αρχοντική γενιά ήθελε να βρεθεί μαζί του αλλά να μείνει άγνωστη.  Όταν ο Θείαντας θέλησε να μάθει ποια ήταν η αρχόντισσα με την οποία κοιμόταν για δώδεκα νύχτες, κράτησε λαμπάδα. Ο πατέρας της την καταδίωξε με μαχαίρι και η Σμύρνα, ήδη έγκυος, παρακάλεσε τους θεούς να μην την αφήσουν ούτε στον κόσμο των ανθρώπων ούτε των νεκρών, και αυτοί τη μεταμόρφωσαν* στο δέντρο μύρρα. Δέκα μήνες μετά ο φλοιός του δέντρου έσκασε και βγήκε από εκεί ένα όμορφο αγόρι, ο Άδωνης, τόσο όμορφο που το διεκδίκησαν δυο θεές, η Αφροδίτη και η Περσεφόνη.
 
Άλλες παραδόσεις δίνουν άλλους γονείς στη Σμύρνα, τον ίδιο άνομο έρωτα και τη γέννηση του παιδιού με τη μεσολάβηση του κοινού τους πατέρα. Πιο συγκεκριμένα:
 
Ενίοτε ως πατέρας της Σμύρνας αναφέρεται ο Κινύρας και ως μητέρα της η Κεγχρεΐς. Αυτή φαίνεται να ευθύνεται, σε άλλες εκδοχές του μύθου, για τον άνομο έρωτα της κόρης της, γιατί είχε παινευτεί ότι η κόρη της ήταν πιο όμορφη από την ίδια τη θεά της ομορφιάς. Όταν η Σμύρνα συνειδητοποίησε τον άνομο έρωτά της, θέλησε να κρεμαστεί αλλά η τροφός τη συμβούλευσε να αποδεχθεί και να ικανοποιήσει το πάθος της. Ο κορεσμός του πάθους έφερε τη ντροπή και η Σμύρνα κρύφτηκε στο δάσος. Εκεί τη μεταμόρφωσε σε δέντρο η Αφροδίτη, γιατί λυπήθηκε το αθώο θύμα της ύβρεως της μητέρας της. Ο ίδιος ο πατέρας της και πατέρας του παιδιού της Κινύρας έσκισε τη φλούδα του δέντρου με το μαχαίρι του και ελευθέρωσε το μωρό ή ένας κάπρος με τους χαυλιόδοντές τους.
 
Στον βίο του παιδιού εμπλέκονται τρεις θεές, η Αφροδίτη, η Περσεφόνη, η Άρτεμη. Η πρώτη, παραδομένη στην ομορφιά του παιδιού, το παρέδωσε στη δεύτερη για να το αναθρέψει. Κι αυτή όμως με τη σειρά της ερωτεύτηκε τον νέο και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Με τη μεσολάβηση του Δία αποφασίστηκε η παραμονή του το ένα τρίτο του χρόνου με τη μία θεά, το άλλο ένα τρίτο με τη δεύτερη και το τρίτο με όποιαν ήθελε. Ο Άδωνης επέλεγε να περνά το τελευταίο τρίτο με την Αφροδίτη, συνολικά, δηλαδή, τα δύο τρίτα του χρόνου.
 
Και καθώς μεγάλο μέρος του χρόνου το περνούσε στον επάνω κόσμο, στην ύπαιθρο και τα δάση παρέα με τις Νύμφες, κυνηγό και οδηγό κοπαδιών, εκεί συντελέστηκε και ο θάνατός του. Η Άρτεμη, οργισμένη για άγνωστους σε μας λόγους, έστειλε εναντίον του Άδωνη κάπρο που σε κυνήγι τραυμάτισε θανάσιμα τον ευνοούμενο δυο θεαινών. Η λεπτομέρεια αυτή συνδέει τον τρόπο γέννησης του Άδωνη, τουλάχιστον σε μια του εκδοχή (ο κάπρος που έσκισε με τους χαυλιόδοντές του τον φλοιό του δέντρου στο οποίο είχε μεταμορφωθεί η μητέρα του), με τον θάνατό του. Άλλες εκδοχές θέλουν υπαίτιο για τον θάνατό του τον Άρη και τη ζήλεια που ένιωσε για τον θνητό εραστή της Αφροδίτης· ή τον Απόλλωνα και την οργή του, επειδή η Αφροδίτη είχε τυφλώσει τον γιο του Ερύμανθο που την είχε δει να λούζεται ολόγυμνη. Όποια και να είναι η αιτία, ο θάνατος του αγαπημένου της Αφροδίτης (και η σχέση της με τη θάλασσα) συνέδεσε τη θεά με ιεροπραξίες νεκρικές, όχι μόνο ερωτικές.
 
Με τη γέννηση και τον θάνατο του Άδωνη συνδέθηκαν πολλοί μύθοι λουλουδιών. Καταρχάς η μύρα που είναι τα δάκρυα της μητέρας του Σμύρνας/Μύρρας που μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο δέντρο. Έπειτα, τα κόκκινα τριαντάφυλλα· βάφτηκαν κόκκινα όταν ένα αγκάθι την τραυμάτισε και έτρεξε αίμα την ώρα που έτρεχε να συνδράμει τον τραυματισμένο αγαπημένο της -από τότε έγινε το λουλούδι που οι πιστοί της αφιέρωναν. Οι ανεμώνες γεννήθηκαν από το αίμα του πληγωμένου Άδωνη. Ο ποιητής Βίων (2ος αι, π.Χ.) στο ποίημα Αδώνιδος επιτάφιος δίνει μια ποιητική αντιστοιχία ανάμεσα στις κηλίδες αίματος από την πληγή του Άδωνη και στα δάκρυα της θεάς· και ακόμη, στη δημιουργία των λουλουδιών της θεάς και του θνητού της εραστή -όσες κηλίδες αίματος τόσα δάκρυα, όσες ανεμώνες τόσα τριαντάφυλλα. Και ακόμη, ο καρδιακός φίλος και σύντροφός του Μήλος κρεμάστηκε από το δέντρο που πήρε το όνομά του, το ίδιο και η συγγένισσά του και σύζυγος του Μήλου Πελία, αλλά μεταμορφώθηκαν από την Αφροδίτη ο μεν Μήλος στον καρπό της μηλιάς, η δε Πελία σε περιστέρι.
 
Πέρα από τον ρομαντισμό της ιστορίας, εύκολα διακρίνει κανείς ένα βλαστητικό μύθο -ο σπόρος που μπαίνει κάτω από τη γη, που «θάβεται», που «πεθαίνει», ως αναγκαία προϋπόθεση για τη βλάστηση και την καρποφορία. Εξάλλου, η ίδια η θεά καθιερώνει για τον αγαπημένο της ενιαύσια πένθιμη γιορτή που γιορταζόταν κάθε χρόνο την άνοιξη. Τότε οι γυναίκες της Συρίας φύτευαν -όχι στη γη αλλά σε βάζα, δοχεία κτλ., ώστε η βλάστηση να είναι ελεγχόμενη- σπόρους που τους πότιζαν με ζεστό νερό, για να φυτρώσουν γρήγορα. Όσο όμως γρήγορα φύτρωναν άλλο τόσο γρήγορα πέθαιναν, όπως γρήγορα, σε νεαρή ηλικία, είχε πεθάνει ο Άδωνης. Αυτοί ήταν οι «κήποι του Άδωνη» για τους οποίους οι γυναίκες θρηνούσαν τελετουργικά. Και στη φοινικική πόλη Βύβλο καθιερώθηκε γιορτή για τον θάνατο του Άδωνη· την ημέρα της θρηνητικής γιορτής τα νερά του ομώνυμου ποταμού κοκκίνιζαν**· στο φαινόμενο δίδονταν και πιο φυσικές εξηγήσεις. Πάντως, η τοποθέτηση του μύθου σε αυτές τις περιοχές και το γεγονός ότι στα εβραϊκά Αδωνάι λεγόταν ο κύριοςπροδίδει την ανατολική του προέλευση.
 
Την ίδια βλαστητική ουσία φαίνεται ότι έχει ο έρωτας του Άδωνη για την κύπρια κόρη Ερινόνα. Στην ιστορία τους εμπλέκονται πολλοί θεοί και θεές. Οι παρθένες Άρτεμη και Αθηνά, η ερωτιάρα Αφροδίτη, στον αντίποδα των δύο πρώτων, η ζηλιάρα Ήρα, ο ερωτιάρης Δίας, ο ψυχοπομπός Ερμής. Ερινόνα και Άδωνης είναι τα θύματα της αντιπαλότητας των θεαινών, που συγκρούονται μεταξύ τους για τα πεδία της δικαιοδοσίας τους. Πιο συγκεκριμένα:
 
Αθηνά και Άρτεμη χάρισαν τη φιλία τους στη θνητή κοπέλα για τη σοφία και την αγνότητά της. Θυμωμένη η Αφροδίτη που το κορίτσι δεν την τιμούσε, προσπάθησε να κάνει τον Δία να ερωτευτεί την Ερινόνα. Ως εκ τούτου αναπόφευκτη ήταν η εμπλοκή της Ήρας που κανόνισε, ώστε ο Άδωνης να βιάσει την αγνή Κυπρία και να απολέσει την παρθενία της, καθιστώντας την αδιάφορη για τον αρχηγό των Ολυμπίων. Οργισμένος ο Δίας κεραυνοβόλησε και σκότωσε τον Άδωνη, ενώ η Άρτεμη μεταμόρφωσε την Ερινόνα σε παγώνι και, στη συνέχεια, το παγώνι σε άνθρωπο. Όσο για τον Άδωνη, η Αφροδίτη παρακάλεσε τον Δία να επιτρέψει σε μια σκιά του θνητού να επανέλθει στον κόσμο των ζωντανών με οδηγό τον Ερμή. Ο αναστημένος Άδωνης παντρεύτηκε τη μεταμορφωμένη και ξαναμεταμορφωμένη Ερινόνα και απέκτησαν ένα γιο, τον Ταλέα ή Τάλο. (Σέρβ., Σχ. Βιργ. Εκλ. 10.18)
 
Με βάση και τη μυθιστορία του Άδωνη μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο μύθος με την ερωτική περιβολή έχει ουσία βλαστητική και αναπαραγωγική. Η παρθενικότητα της Ερινόνας δεν εξυπηρετεί τη ζωή· η μεταμόρφωσή της από παρθένα σε γυναίκα με πλήρως ανεπτυγμένες τις δυνατότητες της γυναικείας της υπόστασης και τελικά την κυοφορία είναι αναγκαία. Πολλές φορές στον μύθο η ανάγκη αυτή παίρνει τη μορφή μιας βίαιης και αθέλητης στο κορίτσι πράξης και συνδέεται με τον θάνατο, καθώς η κόρη οφείλει να «πεθάνει» ως κόρη και να «γεννηθεί» ως γυναίκα· επιπλέον, ο σπόρος βυθίζεται, θάβεται στη γη, πράξη που είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έλευση της ζωής.
--------------------------
*Σμύρνας μεταμόρφωση
 
Η οργή της Αφροδίτης (επειδή δεν την τιμούσε [η Σμύρνα]) την παρακίνησε να ερωτευτεί τον πατέρα της [Θείαντα, βασιλιά των Ασσυρίων], και με συνεργό την τροφό της εξαπάτησε τον πατέρα της και ενώθηκε μαζί του για δώδεκα νύχτες. Όταν εκείνος το κατάλαβε, τράβηξε το σπαθί του και την καταδίωξε· και η κοπέλα, τη στιγμή που ήταν να την πιάσει, προσευχήθηκε στους θεούς να εξαφανιστεί. Και επειδή οι θεοί τη λυπήθηκαν, τη μεταμόρφωσαν σε δέντρο, αυτό που ονομάζουν σμύρνα. Ύστερα από δέκα μήνες, το δέντρο έσκασε και γεννήθηκε το παιδί που πήρε το όνομα Άδωνις. (Απολλόδωρος, 3.183-184)
 
**Ο ποταμός Άδωνις στη Βύβλο: μυθολογία και/ή φυσική αλληγορία
 
Ἔνι δὲ καὶ ἄλλο θωῦμα ἐν τῇ χώρῃ τῇ Βυβλίῃ. ποταμὸς ἐκ τοῦ Λιβάνου τοῦ οὔρεος ἐς τὴν ἅλα ἐκδιδοῖ· οὔνομα τῷ ποταμῷ Ἄδωνις ἐπικέαται. ὁ δὲ ποταμὸς ἑκάστου ἔτεος αἱμάσσεται καὶ τὴν χροιὴν ὀλέσας ἐσπίπτει ἐς τὴν θάλασσαν καὶ φοινίσσει τὸ πολλὸν τοῦ πελάγεος καὶ σημαίνει τοῖς Βυβλίοις τὰ πένθεα. μυθέονται δὲ ὅτι ταύτῃσι τῇσι ἡμέρῃσιν ὁ Ἄδωνις ἀνὰ τὸν Λίβανον τιτρώσκεται, καὶ τὸ αἷμα ἐς τὸ ὕδωρ ἐρχόμενον ἀλλάσσει τὸν ποταμὸν καὶ τῷ ῥόῳ τὴν ἐπωνυμίην διδοῖ. ταῦτα μὲν οἱ πολλοὶ λέγουσιν. ἐμοὶ δέ τις ἀνὴρ Βύβλιος ἀληθέα δοκέων λέγειν ἑτέρην ἀπηγέετο τοῦ πάθεος αἰτίην. ἔλεγεν δὲ ὧδε· "ὁ Ἄδωνις ὁ ποταμός, ὦ ξεῖνε, διὰ τοῦ Λιβάνου ἔρχεται· ὁ δὲ Λίβανος κάρτα ξανθόγεώς ἐστιν. ἄνεμοι ὦν τρηχέες ἐκείνῃσι τῇσι ἡμέρῃσι ἱστάμενοι τὴν γῆν τῷ ποταμῷ ἐπιφέρουσιν ἐοῦσαν ἐς τὰ μάλιστα μιλτώδεα, ἡ δὲ γῆ μιν αἱμώδεα τίθησιν· καὶ τοῦδε τοῦ πάθεος οὐ τὸ αἷμα, τὸ λέγουσιν, ἀλλ᾽ ἡ χώρη αἰτίη." ὁ μέν μοι Βύβλιος τοσάδε ἀπηγέετο· εἰ δὲ ἀτρεκέως ταῦτα ἔλεγεν, ἐμοὶ μὲν δοκέει κάρτα θείη καὶ τοῦ ἀνέμου ἡ συντυχίη. (Λουκιανός, Περί της Συρίης θεού 8)

Έπεα πτερόεντα

Το αρχ, ελλ. «ἔπος» σημαίνει λόγος, μύθος, θρύλος, ιστορία, τραγούδι, ποίημα, συμβουλή, ορμήνια, νουθεσία, γνώμη· κι ακόμη: θεϊκός λόγος, προφητεία, μαντεία, χρησμός, ρητό, γνωμικό, παροιμία, απόφθεγμα, νόημα, έννοια, περιεχόμενο, θέμα ομιλίας, αντικείμενο ή ζήτημα, το άσμα του αοιδού (από εκεί και η σημερινή σημασία «κατόρθωμα», κάτι άξιο να μνημονεύεται: το «έπος του 1940»).

Στον Ηρόδοτο βρίσκουμε τη φράση «ἅμα ἔπος τε καὶ ἔργον ἐποίεε», που σημαίνει: είπε και αμέσως, ταυτόχρονα έκανε, έπραξε· η έκφραση «κατ’ ἔπος» στον Αριστοφάνη έχει τη σημασία: «λέξη προς λέξη, αυτολεξεί, ακριβώς». Στα κείμενα του Πλάτωνα το «οὐδὲν πρὸς ἔπος» σήμαινε «τίποτα σχετικό». Στον Ευριπίδη οι αρχαίες εκφράσεις «ὡς ἔπος εἰπεῖν» ή «ὡς εἰπεῖν ἔπος» είχαν σημασία παρόμοια με τα σημερινά «τρόπος του λέγειν» και «ούτως ειπείν». Το «ἑνὶ ἔπει» στον Ηρόδοτο σήμαινε: με μια λέξη, σύντομα, συνοπτικά, μ’ έναν λόγο.

Στην Ιλιάδα (Α77) ο μάντης Κάλχας –που απ᾿ τους μάντηδες ο πιο τρανός λογιόταν, και όλα τα κάτεχε, μελλούμενα και τωρινά και πρώτα– απευθύνεται στον Αχιλλέα: «Ναι, θα μιλήσω, μα στοχάσου το και συ πιο πριν κι ορκίσου / με λόγια και με χέρια [ἔπεσιν καὶ χερσὶν] πρόθυμα πώς θα με διαφεντέψεις. / Φοβάμαι, θα θυμώσω κάποιον μας, πού τους Αργίτες όλους / περίσσια ξεπερνά στη δύναμη και του αγρικοϋν το λόγο…»

Η ομηρική φράση «ἔπεα πτερόεντα» σημαίνει λόγια που έχουν φτερά, που πετούν, που τα παίρνει ο αέρας, που λέγονται και χάνονται, που ταξιδεύουν, μεταδίδονται με τον άνεμο, διαδίδονται. Αλλού ο Αχιλλέας μιλάει στην Αθηνά: «…και κράζοντας τη με ανεμάρπαστα της συντυχαίνει λόγια [καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα]: / «Τέκνο του Δία του βροντοσκούταρου, γιατί ήρθες τώρα πάλε; / Για τον υγιό του Ατρέα μην έτρεξες, να δεις την ξιπασιά του; / Εγώ ένα λόγο ωστόσο θα ‘λεγα, που θα γενεί, λογιάζω: / με τ᾿ άπρεπα του αυτά καμώματα θα γοργοθανατίσει.» (Α201)[1]

Ο Ιάκωβος Πολυλάς αποδίδει τον ίδιο στίχο: «Και ομίλησε προς την θεάν με λόγια φτερωμένα.» Η κοινή αντίληψη ότι τα λόγια πετούν, είναι «του αέρα», διαδίδονται ως φήμη, φεύγουν, «δεν μαζεύονται» βρίσκεται και σε νεότερες ελληνικές παροιμίες: «Λόγος και λιθάρι φεύγουν και δεν πιάνονται.», «Ο λόγος πρώτα στο ρινί [= στη μύτη] και ύστερα στο στόμα.», «Η γλώσσα έχει και γλωσσοδέτη.», «Βάλε κλειδί στη γλώσσα σου.», «Η γλώσσα που τρέχει και χώρα χαλά και χώρα φτιάνει.», «Ο Θεός έδωσε δόντια για να δαγκάνουμε τη γλώσσα.» Εξάλλου, η «Γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει», όπως αποδεικνύεται από την καθημερινή εμπειρία..

Μπορούμε ίσως να διαψεύσουμε ή να ξεχάσουμε κάτι που είπαμε, είναι όμως δύσκολο ή αδύνατο να εξαφανίσουμε τα γραπτά τεκμήρια, ό,τι έχουμε γράψει· η επόμενη λατινική παροιμία δηλώνει τη σημασία και την αξία του γραπτού λόγου: «Verba volant, scripta manent» – «Τα λόγια πετούν, τα γραπτά μένουν.»

Ποτέ μην βασίζεσαι στα μεγάλα λόγια

Ποτέ μη στέκεσαι σε μεγάλες κουβέντες. Κάθε λόγος οφείλει να συνοδεύεται από πράξεις. Μονάχα η πράξη επιβεβαιώνει τη θέληση και την πυγμή που διαθέτει ο καθένας μας. Συζητάμε συνεχώς για έναν κόσμο άδικο και σκληρό που δεν έχει τη δυνατότητα να αγκαλιάσει τα θέλω μας και τους στόχους μας. Πώς όμως θα αλλάξει αυτό αν ο ίδιος δε συμπεριφερθείς στο ύψος των περιστάσεων; Αν ο ίδιος δεν επαναπαυτείς και δε διαιωνίσεις αυτή την κατάσταση;

Οι μεγάλες κουβέντες απαιτούν και μεγάλα έργα. Μέσα από τα έργα σου αποκτάς πειθώ και κερδίζεις τον σεβασμό των υπολοίπων. Κανένας από μηχανής θεός δε θα σε βοηθήσει σε αυτό. Κάθε πράξη σου είναι μια μορφή αυτοθυσίας που μπορεί να εισακουστεί και να επηρεάσει με το παράδειγμά της. Και εδώ θα μου πεις «Πώς ο άλλος μπορεί να αναγνωρίσει την κίνησή μου;» Κι όμως… Υπάρχουν άνθρωποι που θα σε αντιμετωπίσουν σαν να 'σαι ο τρελός που πέφτει απευθείας στο λάκκο με τα φίδια. Υπάρχουν όμως και αυτοί που μόλις αντιληφθούν το σθένος σου θα πέσουν μαζί σου, γιατί ξέρουν ότι βρίσκεστε στην ίδια συχνότητα, στο ίδιο στρατόπεδο.

Ποιος μπορεί να πει πως η επανάσταση –κάθε μορφής- ήταν εύκολη υπόθεση; Κανένας δεν θα το ισχυριστεί, καθώς υπάρχουν άπειρα παραδείγματα από το χτες μας, άλλα γνωστά και άλλα θαμμένα στο σκοτάδι. Η επανάσταση είναι μια προσωπική μας υπόθεση, είναι μια έκρηξη του εγώ μας που δε μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί με λέξεις όπως «πρέπει», «οφείλει» και «αρμόζει». Πάντα υπάρχουν κανόνες που βοηθούν στην εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας μας. Τους κανόνες όμως ποιοι τους διαμορφώνουν; Αν δεν είσαι εσύ, δεν είμαι εγώ, τότε ποιος;

Η μετριότητα και η ανασφάλεια ετεροκατευθύνονται από τον ορίζοντα της άγνοιας. Όταν δεν ξέρεις τι σημαίνει αγάπη, τι ζήλος και τι στόχος είσαι εύκολα χειραγωγήσιμος από τα μεγάλα κεφάλια, από κείνους που έχουν δουλέψει πολύ τη φλυαρία και ξέρουν να σε φέρνουν στα μέτρα τους. Και μην μπερδευτείς, δεν έκανα καμία αναφορά σε πολιτικές σκηνές και πεποιθήσεις. Αναφέρομαι σε σένα και στη σχέση σου με τους γύρω σου, πόσο εύκολα μπορείς να ακολουθήσεις μια «πεπατημένη οδό» και το γείτονα ή το φίλο που το 'χει με την πειθώ και έχει επαναπαυτεί πως κι εσύ θα τον ακολουθήσεις σε κάθε του βήμα. Έχετε όμως και οι δυο σας τα ίδια χνώτα; Αφήνετε τα ίδια σημάδια μέσα στο χρόνο; Εδώ χρειάζεται λίγη σκέψη και δε μπορώ να σου απαντήσω αμέσως…

Θυμήθηκα μια φράση από μια πολυδιαβασμένη φίλη και συγγραφέα: «Επανάσταση σημαίνει να έχεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά…». Η προσωπική επανάσταση προϋποθέτει γνώσεις, κίνητρα και στόχους, μονάχα αν παρατηρείς, κρίνεις και πράττεις μπορείς να μιλάς για ένα πιο όμορφο και πάνω απ' όλα πιο υγιές βιώσιμο μέλλον.

Υπάρχουν πολιτισμένα τέλη;

Όλοι έχουμε περάσει τη στιγμή του χωρισμού. Όλοι νιώσαμε τον πόνο, την απογοήτευση και τη θλίψη του. Πώς αντιδράσαμε όμως; Συζητήσαμε πολιτισμένα με τον πρώην άνθρωπό μας και βάλαμε ένα αμοιβαίο τέλος ή ήρθε ο κόσμος πάνω-κάτω και κηρύξαμε αυτομάτως έναν εμφύλιο πόλεμο, σε μια συμμαχία που έσπασε οριστικά;

Στην περίπτωση του πολιτισμένου χωρισμού μία είναι η απάντηση: Ήταν αμοιβαίος. Ήταν αμοιβαία η επιθυμία κι η ανάγκη ίσως του φινάλε. Το ήξεραν κι οι δύο. Τι ήθελαν κι οι δυο. Φυσικά κι υπήρξε λύπη, αλλά κι οι δυο ήταν ανακουφισμένοι αφήνοντας ο ένας τον άλλον. Έζησαν αυτό που ήθελαν, και βρέθηκαν για καλή τους τύχη ταυτόχρονα στον τερματισμό. Αυτός ο συγχρονισμός των «θέλω» φέρνει έναν επιτυχημένο χωρισμό, και κάπως έτσι δημιουργούνται οι φιλικές σχέσεις με τους πρώην. Γιατί αν δεν υπάρχει στάλα έρωτα για κανέναν απ’ τους δύο, αλλά η εκτίμηση παραμένει, η φιλία μπορεί να γεννηθεί στη συνέχεια. Αυτό, ναι, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα πολιτισμένο τέλος.

Όμως, στην περίπτωση που η απόφαση πάρθηκε μόνο απ’ τον έναν, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Όταν έχεις κάνει όνειρα με τον άλλον, βλέπεις τη ζωή σου και το μέλλον σου μαζί του, ανυπομονείς να τον συναντήσεις με κάθε ευκαιρία, και μέσα σε μια στιγμή απλά σε αφήνει (γιατί ακόμα κι αν υπήρχαν σημάδια, εσύ δεν τα είδες), δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις πολιτισμένα.

Είναι λογικό κι αναμενόμενο να θολώσει ο κόσμος γύρω σου και να οδηγηθείς σε πράξεις που ίσως τις μετανιώσεις στο μέλλον. Ακόμα κι ένας λογικός άνθρωπος μπορεί να χάσει το μυαλό του, αν είναι ακόμα ερωτευμένος. Ιδίως στην περίπτωση που το «μαζί» κάλυπτε μια σχέση εξάρτησης και συνήθειας, εκεί τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα.

Τα δεσμά της ρουτίνας είναι πιο σφιχτά κι απ’ της αγάπης. Η συνήθεια σε περιορίζει, σε κάνει να αισθάνεσαι πως χωρίς τον άνθρωπό σου δεν έχεις ζωή. Γιατί έτσι έμαθες να ζεις. Με αυτόν ξυπνούσες, έτρωγες, διασκέδαζες και κοιμόσουν αγκαλιά. Νιώθεις πως δεν μπορείς να κάνεις τίποτα πια χωρίς αυτόν, κι έτσι ο παραλογισμός σου χτυπάει κόκκινο.

Κάποιοι, βέβαια, υποστηρίζουν πως ακόμα και στη δεύτερη περίπτωση, ένας συνειδητοποιημένος άνθρωπος μπορεί να αντιδράσει πολιτισμένα. Ισχύει; Ίσως και να ισχύει. Υπάρχουν άνθρωποι που ‘χουν δουλέψει μέσα απ’ την ψυχοθεραπεία τόσο βαθιά και τόσο σωστά με τον εαυτό τους, που μπορούν να διαχειριστούν με ψυχραιμία τις καταστάσεις.

Θα ζυγίσουν τα δεδομένα και θα σκεφτούν πως δε γίνεται να αναγκάζεις κάποιον να σε αγαπάει όπως θα ήθελες εσύ να σε αγαπάει. Δεν μπορείς να βάλεις νόμους στα συναισθήματα. Αν κάποιου του τελείωσε το κομμάτι του για ‘σένα, πρέπει να τελειώσει κι η σχέση. Το «μαζί» χτίζεται από δύο ανθρώπους, όχι από έναν. Μην έχοντας άλλη επιλογή, επομένως, θα το δεχτούν.

Είτε ανήκεις στην πρώτη, είτε στη δεύτερη, είτε ακόμα καλύτερα στην τρίτη ομάδα ανθρώπων, το μόνο σίγουρο είναι πως ο χωρισμός χτυπάει την πόρτα όλων. Γι’ αυτό θα πρέπει να ‘μαστε προετοιμασμένοι γι’ αυτόν. Ωραία τα όνειρα και τα σχέδια αλλά αν κάποιος θελήσει να φύγει, θα το κάνει χωρίς να σκεφτεί κανέναν. Κανένα όνειρο και κανένα σχέδιο!

Μια αυταπάτη τα μοιραία

Ας το παραδεχτούμε. Είναι όμορφο να πιστεύεις στους μοιραίους έρωτες, να εθελοτυφλείς πως το σύμπαν συνωμοτεί για τον έρωτά σου και πως εσύ είσαι ένα άβουλο πιόνι του. Επιπλέον είναι ευκολότερο να αποδεχθείς πως δεν έχεις επιλογή παρά να μείνεις σε αυτή την καρμική σχέση που, συνήθως, σου προκαλεί τόσο πόνο και σε ταπεινώνει στα μάτια του εαυτού σου. Αρχίζεις τα φιλοσοφικά ρητά περί απόλυτης απουσίας εγωισμού, περί άλλων μισών κι αγάπης ακραίας κι αχαλίνωτης.

Βλέπεις, σε έναν κυνικό αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστικό ισχυρισμό θα ‘λεγε κανείς ότι οι αθεράπευτα ρομαντικοί είναι οι ανολοκλήρωτοι άνθρωποι. Ένας άνθρωπος ολοκληρωμένος δεν ψάχνει ποτέ για το «άλλο του μισό», γιατί πολύ απλά δεν το χρειάζεται.

Γιατί όσο πιο πολύ αγκαλιάζεις εσύ τον εαυτό σου, όσο τον αποδέχεσαι και τον βελτιώνεις κάθε μέρα, τόσο λιγότερο θα χρειάζεσαι κάποιον άλλον να σου γεμίσει το κενό. Σαφώς, όλοι ψάχνουμε κάποιον, το θέμα είναι να μην τον έχουμε ανάγκη! Να μην το βλέπεις σαν κάτι που σε συμπληρώνει, σαν μία ασφάλεια, αλλά ως έναν άνθρωπο που συνειδητά επιλέγεις να μοιραστείς τον εαυτό σου, έναν εαυτό που έχτισες μόνος.

Η σκληρή αλήθεια είναι πως αγαπάμε τόσο πολύ τη θέση του θύματος, που κατοχυρώνουμε σε έναν μοιραίο έρωτα, που δε θέλουμε να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και τις ευθύνες των πράξεών μας. Αλλά όλοι αυτοί –οι δήθεν έρωτες– αργά ή γρήγορα τελειώνουν. Γιατί; Επειδή όσο βολική και να ‘ναι αυτή η θέση, κάποια στιγμή όλοι παίρνουμε τη ζωή στα χέρια μας.

Πόσες ακόμα νύχτες θα κλαις νοσταλγώντας; Πόσους ακόμα ανθρώπους θα διώξεις από δίπλα σου περιμένοντας το παρελθόν να σου χτυπήσει την πόρτα; Πόσο ακόμα θα ανεχτείς να ανήκεις χωρίς την έγκρισή σου σε κάποιον άλλον; Όχι πολύ, και μόλις το συνειδητοποιήσεις, θα καταλάβεις πως δεν υπάρχουν μοιραίοι έρωτες αλλά μοιραία λάθη. Πάντα, όμως, τα μεγαλύτερα λάθη μας χαρίζουν τα μεγαλύτερα μαθήματα.

Σταμάτα, λοιπόν, να ζεις στις σκιές του παρελθόντος και συνέχισε αυτή τη ζωή που σου χαρίζει συνέχεια εκπλήξεις. Μην επαναλαμβάνεις τα ίδια λάθη. Σε κανένα δεν ανήκεις, παρά μόνο στον ίδιο σου τον εαυτό. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο απ’ τη συνειδητή επιλογή σου να τον μοιραστείς με έναν άνθρωπο που δε σε θεωρεί κτήμα του –ή θύμα του– αλλά έναν άνθρωπο ξεχωριστό που επέλεξε να τον βάλει στη ζωή του.

Οι αληθινοί έρωτες, αυτοί που κρατάνε, θέλουν την αλήθεια σου. Τις ώριμες επιλογές σου, την προσπάθειά σου, τη συμπαράστασή σου μα πάνω από όλα τον αυτοσεβασμό σου. Κι αν κάποιος προσπαθήσει να σε αλλάξει, να σε μειώσει ή να σε διαχειριστεί –έστω και με ωραία λόγια– να ξέρεις πως καμία σχέση δεν έχει εκείνος με τον έρωτα που λαχταράς. Εκεί που είσαι ελεύθερος, κυρίαρχος του εαυτού σου, αυθεντικός, αυθόρμητος κι αγαπητός για τα παραπάνω, εκεί ανήκεις.

Ένας άνθρωπος, πολύ αγαπημένος στη ζωή μου, συνήθιζε να μου λέει πως η σχέση που θα μείνει είναι εκείνη που κυλά ομαλά, χωρίς προβλήματα και δυσκολίες, που προσπαθείς κι ο άλλος το εκτιμά, που μπορείς να μοιραστείς τα πάντα μαζί του, ακόμα και τον πιο αληθινό σου εαυτό, εκείνον που πίστευες πως κανένας δεν μπορεί να ανεχτεί και να αγαπήσει.

Ο κατάλληλος θα σε λατρέψει για την ειλικρίνειά σου. Και τότε θα καταλάβεις, όλοι αυτοί οι μοιραίοι έρωτες πόσο λίγοι ήταν μπροστά στην αληθινή αγάπη και πόσο μισό ήταν, τελικά, το «άλλο σου μισό».

Οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες

Γι’ αυτό θα στραφούμε στο απλούστερο ερώτημα, τι αφήνουν οι άνθρωποι με την συμπεριφορά τους να διαφανεί σαν σκοπός και πρόθεση της ζωής τους, τι ζητούν οι ίδιοι από την ζωή, τι θέλουν να πετύχουν με αυτή.

Η απάντηση εδώ δεν είναι δύσκολη˙ επιδιώκουν την ευτυχία, θέλουν να γίνουν και να μείνουν ευτυχισμένοι.

Αυτή η επιδίωξη έχει δύο πλευρές, έναν θετικό και έναν αρνητικό σκοπό, από την μια πλευρά θέλει την απουσία του πόνου και της δυσαρέσκειας και από την άλλη το βίωμα ισχυρών αισθημάτων ηδονής.

Στην στενή σημασία της λέξης η «ευτυχία» αναφέρεται στο τελευταίο.

Αντίστοιχα με τον διαχωρισμό των σκοπών αναπτύσσεται και η δραστηριότητα των ανθρώπων προς δυο κατευθύνσεις, ανάλογα με το αν προσπαθεί να πραγματοποιήσει - κυρίως ή αποκλειστικά – τον ένα ή τον άλλο από τους σκοπούς.

Τον σκοπό της ζωής τον θέτει, όπως καταλαβαίνουμε, απλώς το πρόγραμμα της αρχής της ηδονής.

Αυτή η αρχή εξουσιάζει την επίδοση του ψυχικού μηχανισμού από την πρώτη στιγμή της ζωής˙ για την σκοπιμότητα της δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία και όμως το πρόγραμμά της βρίσκεται σε διαμάχη με όλο τον κόσμο, τόσο μακρόκοσμο όσο και τον μικρόκοσμο.

Η εκτέλεση της δεν είναι δυνατή, όλοι οι θεσμοί του κόσμου της αντιστέκονται˙ θα μπορούσε να πει κανείς: στο πρόγραμμα της «Δημιουργίας» δεν περιέχεται η πρόθεση να είναι ο άνθρωπος «ευτυχισμένος».

Αυτό που ονομάζουμε σε αυστηρή έννοια ευτυχία προέρχεται μάλλον από την ξαφνική ικανοποίηση συσσωρευμένων αναγκών και είναι σύμφωνα με την φύση του δυνατό μόνο σαν επεισοδιακό φαινόμενο.

Κάθε διάρκεια μιας ποθητής από την αρχή της ηδονής κατάστασης προσφέρει μόνο ένα αίσθημα χλιαρής ευχαρίστησης˙ είμαστε έτσι φτιαγμένοι, ώστε μπορούμε να απολαμβάνουμε έντονα μόνο την αντίθεση, την κατάσταση μόνο λίγο.

Έτσι οι δυνατότητες της ευτυχίας μας είναι περιορισμένες ήδη από την ιδιοσυστασία μας. Πολύ ποιο εύκολο είναι να μας βρει η δυστυχία.

Από τρεις πλευρές απειλεί ο πόνος, από τον ίδιο μας το σώμα, που προορισμένο για να μαραθεί και να διαλυθεί δεν μπορεί να αποφύγει τον πόνο και το άγχος σαν προειδοποιητικά σημάδια, από το περιβάλλον, που μπορεί να στραφεί εναντίον μας με πανίσχυρες, αδυσώπητες και καταστρεπτικές δυνάμεις και τελικά από τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.

Τον πόνο, που προέρχεται από αυτή την πηγή, τον αισθανόμαστε ίσως οδυνηρότερα από κάθε άλλον˙ τείνουμε να τον θεωρήσουμε σαν κατά κάποιον τρόπο περιττό συμπλήρωμα, αν και μοιραία δεν θα έπρεπε να είναι λιγότερο αναπότρεπτος από τον πόνο άλλης προέλευσης.

Δεν είναι παράξενο που οι άνθρωποι κάτω από την πίεση αυτών των δυνατοτήτων του πόνου συνηθίζουν να μειώνουν την απαίτηση τους για ευτυχία, όπως επίσης και η ίδια η αρχή της ηδονής μεταμορφώθηκε κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος στην λιγότερη αρχή της πραγματικότητας, αφού θεωρούμαστε ήδη ευτυχείς, όταν έχουμε αποφύγει την δυστυχία, όταν έχουμε ξεπεράσει τον πόνο, όταν γενικά το καθήκον της αποφυγής του πόνου απωθεί στο παρασκήνιο το καθήκον της αποκόμισης της Επικούρειας ηδονής.

Πώς να ξεφύγουμε από την αλλοτρίωση μας

Αλλοτρίωση… όταν ο άνθρωπος αποξενώνεται από τον ίδιο του τον εαυτό, την ίδια του τη ζωή και στο τέλος δεν τον αναγνωρίζει.

Η καθημερινότητά μας είναι δουλειά, σπίτι, υποχρεώσεις, άγχος και πίεση. Μία καθημερινότητα σκληρή και απαιτητική. Σαν να είμαστε ένα είδος ρομπότ που μόνο παράγουμε δουλειά χωρίς απολαύσεις και χαρές.

Μήπως, κάτι κάνουμε λάθος; Μήπως κάτι έχουμε καταλάβει λάθος; Και εντέλει που αρχίζει η προσωπική μας ευθύνη για ότι συμβαίνει στη ζωή μας; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Μερικές στιγμές ευτυχίας θα μπορούσαν να είναι:

Ο ΗΛΙΟΣ: Μην ξεχνάτε να θαυμάσετε την λάμψη του, το φως του που μας φωτίζει καθημερινά. Πόσες φορές τον αγνοήσαμε; Πόσες φορές τον θεωρήσαμε αδιάφορο ή και δεδομένο;

ΤΟ ΓΕΛΙΟ: Μην ξεχνάτε να γελάτε, έστω να χαμογελάτε, να κάνετε ένα μειδίαμα. Είναι η πιο ευχάριστη έκφραση που μπορούμε να έχουμε στο πρόσωπο μας.

ΤΟ ΚΛΑΜΑ: Μην ξεχνάτε όμως και να κλαίτε. Είναι μία έκφραση στενοχώριας, πόνου , θλίψης και θυμού. Δεν χρειάζεται να εγκλωβιστούν μέσα μας γιατί θα μας κάνουν να νιώθουμε χειρότερα.

Η ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ: Μην ξεχνάτε να χαλαρώνετε και να ξεκουράζεστε. Το σώμα μας το έχει ανάγκη, είτε με το να κοιμηθούμε, είτε με το διαβάσουμε ένα βιβλίο. Το μυαλό χρειάζεται να αποφορτίζεται.

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ: Μην ξεχνάτε να βλέπετε τους ανθρώπους που σας αγαπούν και σας αγαπάνε, την οικογένεια σας, τους φίλους σας. Αφιερώστε λίγο από τον χρόνο σας για να πάτε μία βόλτα, να κάνετε μια συζήτηση. Να περάσετε καλά!

Ας δώσουμε σημασία στον εαυτό μας, ας του δώσουμε προτεραιότητα με καθημερινές, απλές στιγμές ευτυχίας, για να μην «χάσουμε» τον δρόμο μας προς την ευτυχία...

Μπορεί ο άνθρωπος κάθε μέρα και κάθε ώρα να είναι ο εαυτός του και μόνο ο εαυτός του;

Όπως λέει ο Γκαίτε (Ποίηση και Αλήθεια), και σίγουρα έχει δίκιο, ο άνθρωπος ανατρέχει συνεχώς στον εαυτό του, πόσο πλούτο έχει να αντλήσει από κει μια διάνοια!

Ενώ απ’ την άλλη μεριά omnis stultitia laboratfastidio sui [«Η ανοησία βάζει φρένο στον εαυτό της»] όπως λέει ο Σενέκας.

Αυτό που ο άνθρωπος είναι, η ατομικότητά του, επιδρά κάθε στιγμή, ενώ αυτό που έχει, ή αυτό που παρουσιάζει στον κόσμο, επιδρά μόνο ευκαιριακά: ή γάρ φύσις βέβαια, ού τά χρήματα [Γιατί η φύση είναι αξιόπιστη, και όχι στα χρήματα] μάς λέει ο Αριστοτέλης.

Όταν ο άνθρωπος έχει γεννηθεί με αυτό το χάρισμα, τότε παραμένει σε σχέση με την ευτυχία του μόνο ένα ερώτημα: με αυτή τη διάνοια μπορεί να επιβιώσει; Δηλαδή αν έχει υγεία, παιδεία και αρκετό ελεύθερο χρόνο, θα μπορεί σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, κάθε μέρα και κάθε ώρα να είναι ο εαυτός του και μόνο ο εαυτός του;

Αν αυτό δεν μπορεί να συμβεί, τότε θα είναι δυστυχισμένος: αν όμως συμβαίνει το αντίθετο, τότε θα είναι ευτυχισμένος, όσο γίνεται, ίσως πιο ευτυχισμένος από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο σ’ αυτόν τον θλιβερό κόσμο.

Όπως λέει ο Σαμφόρ: «Η ευτυχία δεν είναι εύκολο πράγμα: είναι δύσκολο να τη βρούμε μέσα μας και αδύνατο να τη βρούμε αλλού».

Η σημασία της κουλτούρας

Για να κάνω τούς φοιτητές μου να αντιληφθούν τη σημασία της κουλτούρας, τούς διαβάζω κάθε χρόνο ένα ανέκδοτο το όποιο είχε αφηγηθεί ο σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας David Foster Wallace στους φοιτητές του στο Κένυον Κόλλετζ, στις Ηνωμένες Πολιτείες:

Είναι δύο νεαρά ψάρια που κολυμπάνε. Κάποια στιγμή συναντούν ένα ηλικιωμένο ψάρι πού πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση. Τους χαιρέτα και λέει:

 «Γεια σας, παιδιά. Πώς είναι το νερό;» Τα δύο νεαρά ψάρια κολυμπάνε ακόμα λίγο, ύστερα κοιτάζει, το ένα το άλλο και λέει: «Μα τι διάολο είναι το νερό;»

Ο ίδιος ο συγγραφέας μας δίνει και την ερμηνεία του αφηγήματός του:

Το ζουμί της ιστορίας των ψαριών είναι απλώς ότι προφανείς, σημαντικές και πανταχού παρούσες πραγματικότητες είναι συχνά οι πιο δυσκολονόητες και οι πιο δύσκολα συζητήσιμες.

Όπως τα δύο νεαρά ψάρια, έτσι κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τι είναι στ’ αλήθεια το νερό μέσα στο όποιο ζούμε κάθε στιγμή τής ύπαρξής μας.

 Πράγματι, δεν συνειδητοποιούμε ότι η λογοτεχνία και οι ανθρωπιστικές γνώσεις, η κουλτούρα και η μόρφωση αποτελούν το ιδανικό αμνιακό υγρό μέσα στο όποιο οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, του κοσμικού χαρακτήρα της κοινωνίας, του δικαιώματος στην κριτική, της ανοχής, της αλληλεγγύης, του κοινού καλού μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικά.

Για να μείνουμε ωστόσο στο θέμα των νεαρών ψαριών, ας μου επιτραπεί να σταθώ για λίγο σε ένα μυθιστόρημα που έκανε πολλές γενιές αναγνωστών να ονειρευτούν. Αναφέρομαι στο Εκατό χρόνια μοναξιά του Gabriel Garcia Marquez. Ίσως στη γεμάτη διαύγεια τρέλα του Αουρελιάνο Μπουενδία είναι δυνατό να ξαναβρεί κανείς τη γόνιμη αχρηστία της λογοτεχνίας. Πράγματι, κλεισμένος στο μυστικό του εργαστήριο, ο επαναστάτης συνταγματάρχης κατασκευάζει χρυσά ψαράκια, που τα ανταλλάσσει με χρυσά νομίσματα, τα όποια κατόπιν λιώνει για να φτιάξει άλλα χρυσά ψαράκια. Ένας φαύλος κύκλος που δεν γλιτώνει από τις κριτικές της Ούρσουλα, από το στοργικό βλέμμα της μητέρας που ανησυχεί για το μέλλον του παιδιού της:

Με το τρομερά πρακτικό μυαλό της η Ούρσουλα δεν μπορούσε να καταλάβει τη δουλειά τού συνταγματάρχη, που άλλαζε τα ψαράκια με χρυσά νομίσματα, κι ύστερα μεταμόρφωνε τα χρυσά νομίσματα σε ψαράκια και πάει λέγοντας, με αποτέλεσμα να δουλεύει όλο και πιο σκληρά όσο περισσότερο πουλούσε, για να ικανοποιήσει έναν απελπιστικό φαύλο κύκλο. Στην πραγματικότητα αυτό που τον ενδιέφερε δεν ήταν το εμπόριο αλλά η δουλειά.

Gabriel Garcia Marquez, Εκατό χρόνια μοναξιά