Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (346-384)

ΧΟ. εἰ γὰρ ἐκγένοιτ᾽ ἰδεῖν ταύτην με τὴν ἡμέραν [ποτέ]. [στρ.]
πολλὰ γὰρ ἀνεσχόμην
πράγματά τε καὶ στιβάδας
ἃς ἔλαχε Φορμίων·
κοὐκέτ᾽ ἄν μ᾽ εὕροις δικαστὴν δριμὺν οὐδὲ δύσκολον—
ΤΡ. οὐδὲ τοὺς τρόπους γε δήπου σκληρὸν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ,
350 ΧΟ. ἀλλ᾽ ἁπαλὸν ἄν μ᾽ ἴδοις
καὶ πολὺ νεώτερον ἀπ-
αλλαγέντα πραγμάτων.
καὶ γὰρ ἱκανὸν χρόνον ἀπ-
ολλύμεθα καὶ κατατε-
355 τρίμμεθα πλανώμενοι
εἰς Λύκειον κἀκ Λυκείου σὺν δόρει σὺν ἀσπίδι.
ἀλλ᾽ ὅ τι μάλιστα χαρι-
ούμεθα ποιοῦντες, ἄγε
φράζε· σὲ γὰρ αὐτοκράτορ᾽
360 εἵλετ᾽ ἀγαθή τις ἡμῖν τύχη.

ΤΡ. φέρε δὴ κατίδω πῇ τοὺς λίθους ἀφέλξομεν.
ΕΡ. ὦ μιαρὲ καὶ τόλμηρε, τί ποεῖν διανοεῖ;
ΤΡ. οὐδὲν πονηρόν, ἀλλ᾽ ὅπερ καὶ Κιλλικῶν.
ΕΡ. ἀπόλωλας, ὦ κακόδαιμον. ΤΡ. οὐκοῦν, ἢν λάχω·
365 Ἑρμῆς γὰρ ὢν κλήρῳ ποήσεις οἶδ᾽ ὅτι.
ΕΡ. ἀπόλωλας, ἐξόλωλας. ΤΡ. εἰς τίν᾽ ἡμέραν;
ΕΡ. εἰς αὐτίκα μάλ᾽. ΤΡ. ἀλλ᾽ οὐδὲν ἠμπόληκά πω,
οὔτ᾽ ἄλφιτ᾽ οὔτε τυρόν, ὡς ἀπολούμενος.
ΕΡ. καὶ μὴν ἐπιτέτριψαί γε. ΤΡ. κᾆτα τῷ τρόπῳ
370 οὐκ ᾐσθόμην ἀγαθὸν τοσουτονὶ λαβών;
ΕΡ. ἆρ᾽ οἶσθα θάνατον ὅτι προεῖφ᾽ ὁ Ζεὺς ὃς ἂν
ταύτην ἀνορύττων εὑρεθῇ; ΤΡ. νῦν ἆρά με
ἅπασ᾽ ἀνάγκη ᾽στ᾽ ἀποθανεῖν; ΕΡ. εὖ ἴσθ᾽ ὅτι.
ΤΡ. εἰς χοιρίδιόν μοί νυν δάνεισον τρεῖς δραχμάς·
375 δεῖ γὰρ μυηθῆναί με πρὶν τεθνηκέναι.
ΕΡ. ὦ Ζεῦ κεραυνοβρόντα— ΤΡ. μή, πρὸς τῶν θεῶν,
ἡμῶν κατείπῃς, ἀντιβολῶ σε, δέσποτα.
ΕΡ. οὐκ ἂν σιωπήσαιμι. ΤΡ. ναί, πρὸς τῶν κρεῶν,
ἁγὼ προθύμως σοι φέρων ἀφικόμην.
380 ΕΡ. ἀλλ᾽, ὦ μέλ᾽, ὑπὸ τοῦ Διὸς ἀμαλδυνθήσομαι,
εἰ μὴ τετορήσω ταῦτα καὶ λακήσομαι.
ΤΡ. μή νυν λακῄσῃς, λίσσομαί σ᾽, Ὦρμῄδιον.
εἰπέ μοι, τί πάσχετ᾽, ὦνδρες; ἕστατ᾽ ἐκπεπληγμένοι.
ὦ πόνηροι, μὴ σιωπᾶτ᾽· εἰ δὲ μή, λακήσεται.

***
ΧΟΡΟΣ
Ω οι θεοί να μου χαρίσουν τέτοια μέρα εγώ να δω.
Γιατί τράβηξα πολλά,
βάσανα, αχυροστρωμνές,
του Φορμίωνα συμφορές·
και στρυφνός και τζαναμπέτης δικαστής δε θα ᾽μαι πια.
350 ΤΡΥ. Κι ούτε αγύριστο κεφάλι, όπως ήσουνα παλιά.
ΧΟΡ. Θα ᾽μαι, θα ᾽μαι τρυφερός
και πολύ πιο νέος εγώ,
σα γλιτώσω απ᾽ όλ᾽ αυτά.
Φτάνει πια· τόσον καιρό
όλο σκοτωνόμαστε·
στο στρατώνα, πίσω μπρος,
με κοντάρια και μ᾽ ασπίδα λιώναμε στα πόδια μας.
Τί προστάζεις; Πρόθυμα
θα το κάμουμε όλοι μας·
τύχη το όρισε καλή
360 να μας γίνεις αρχηγός.

ΤΡΥ. Μα ας δω πώς θα τραβήξουμε τις πέτρες.
ΕΡΜ., βγαίνοντας ξαφνικά.
Βρομιάρη, αυθάδη! Βρε, τί πας να κάμεις;
ΤΡΥ. Τίποτε το κακό, σαν που είπε κάποιος.
ΕΡΜ. Χάθηκες, δύστυχε. ΤΡΥ. Αν μου πέσει ο κλήρος·
εσύ ο Ερμής με κλήρο όλα τα κάνεις.
ΕΡΜ. Πας, ξόφλησες. ΤΡΥ. Και ποιά ᾽ναι η προθεσμία;
ΕΡΜ. Αμέσως. ΤΡΥ. Μα δεν ψώνισα ούτε αλεύρι
ούτε τυρί, για να ᾽χω να ξοφλήσω.
ΕΡΜ. Μωρέ, έχεις λιώσει. ΤΡΥ. Μπα! Δεν ένιωσα όμως
370 την ηδονή που νιώθουν όσοι λιώνουν.
ΕΡΜ. Όποιος πάει να ξεθάψει την Ειρήνη,
θα θανατώνεται, είπε ο Δίας. ΤΡΥ. Ανάγκη
να πεθάνω λοιπόν. ΕΡΜ. Αμέσως κιόλας.
ΤΡΥ. Μα πριν, πεθάνω, πρέπει στα μυστήρια
να μπω της Ελευσίνας· δάνεισέ μου
τρεις δραχμές, ν᾽ αγοράσω γουρουνάκι.
ΕΡΜ. Ω Δία των αστραπόβροντων… ΤΡΥ. Να ζήσεις,
μήνυση μη μας κάμεις, αφεντάκι.
ΕΡΜ. Θα κάμω. ΤΡΥ. Να χαρείς τα κρέατα τούτα,
που τα ᾽φερα απ᾽ τη γη, να σ᾽ τα προσφέρω.
ΕΡΜ., μαλακώνοντας.
380 Μα ο Δίας θα μ᾽ εξοντώσει, αγαπητέ μου,
αν δε φωνάξω, αν δεν το διαλαλήσω.
ΤΡΥ. Μη διαλαλάς, Ερμή μου, σε ικετεύω.
Στο Χορό.
Φίλοι εσείς, τί στέκεστε έτσι σα χαζοί; Τί πάθατε;
Για μιλήστε· αλλιώς, καημένοι, θα ᾽χει διαλαλήματα.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΔΡΟΓΕΟΣ - ΚΑΤΡΕΑΣ

ΑΝΔΡΟΓΕΟΣ

Αυτός ο γιος του Μίνωα και της Πασιφάης ήταν ικανότατος αθλητής σε όλα τα αθλήματα. Πήρε μέρος στους αγώνες που οργάνωσε ο Αιγέας στην Αθήνα και νίκησε παντού. Από ζήλεια, και πεπεισμένος ότι δεν θα τα καταφέρει και θα πεθάνει, ο Αιγέας ζήτησε από τον Ανδρόγεο να παλέψει και να καταβάλει τον ταύρο που ο Ποσειδώνας είχε στείλει στον πατέρα του νέου, τον Μίνωα, ως θεϊκό σημάδι για την επικράτησή του έναντι των τριών αδελφών του, κι εκείνος δεν θυσίασε. Πράγματι, ο μανιασμένος ταύρος κατέβαλε τον νέο. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ανδρόγεο μετά τις νίκες του στα Παναθήναια, να πορεύεται προς τη Θήβα, για να πάρει μέρος και εκεί σε αγώνες. Στον δρόμο παραμόνευσαν συναθλητές του και τον σκότωσαν.
 
Είτε με τον έναν τρόπο είτε με τον άλλον, ο Ανδρόγεος πέθανε. Η είδηση του θανάτου του γιου του βρήκε τον Μίνωα στην Πάρο, όπου θυσίαζε στις Χάριτες. Έφερε σε πέρας την τελετή πετώντας το στεφάνι και ζητώντας να σταματήσει ο αυλός (έτσι αιτιολογείται το τοπικό λατρευτικό έθιμο να θυσιάζουν στις Χάριτες χωρίς στεφάνια στα κεφάλια και χωρίς αυλό). Από εκεί ο Μίνωας έβαλε πλώρη για τον Σαρωνικό και κατάφερε να κυριεύσει τα Μέγαρα, προϋπόθεση για να προχωρήσει προς την Αθήνα, μόνο χάρη στον έρωτα που ενέπνευσε στην κόρη του Νίσου Σκύλλα ή επειδή τη δελέασε με κοσμήματα (υπαινιγμός στον πλούτο και την αισθητική της Κρήτης). Και την Αθήνα μπόρεσε να την κυριεύσει μόνο ύστερα από παρέμβαση του Δία που έστειλε λοιμό στην πόλη. Το μαντείο που ρώτησαν είπε να πληρώσουν για τον φόνο του Ανδρόγεου την ποινή που θα όριζε ο Μίνωας και όχι θυσιάζοντας άλλες παρθένες όπως είχαν κάνει μέχρι τότε με τις κόρες του Υάκινθου, τις Υακινθίδες. Κι εκείνος όρισε κάθε χρόνο ή κάθε εννιά χρόνια, εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια, εννιάχρονα όλα, τροφή για τον Μινώταυρο για όσο θα ζούσε το τέρας. (Απολλόδωρος 3.209-213)
 
Ο Παυσανίας μαρτυρεί την ύπαρξη βωμού του Ανδρόγεου στο Φάληρο, επονομαζόμενου του Ἥρωος (1.1.4.9).
 
ΚΑΤΡΕΑΣ
 
Ο Κατρέας ήταν γιος του Μίνωα και της Πασιφάης. Γυναίκα του πήρε τη Φρονία, όπως παραδίδει ο Ελλάνικος (Fragmenta 1a,4,F.135.2), με την οποία ζούσε στην Κνωσό ή την πόλη Κάτρη που ονομάστηκε έτσι από αυτόν. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, ένα γιο, τον Αλθαιμένη, και τρεις κόρες, την Αερόπη, την Κλυμένη, την Απημοσύνη (=άβλαβη). Σύμφωνα με χρησμό θα έχανε την εξουσία από ένα παιδί του ή ένα εγγόνι του. Τα παιδιά του Απημοσύνη και Αλθαιμένης, επειδή πληροφορήθηκαν τον χρησμό που ο πατέρας τους προσπάθησε να κρατήσει κρυφό, έφυγαν κρυφά για τη Ρόδο για να μην επαληθευτεί και χρειαστεί να σκοτώσουν τον πατέρα τους, οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους τον παππού τους. Στο όρος Αταβύριο, απ' όπου έβλεπαν την Κρήτη, οι δυο τους καθιέρωσαν τη λατρεία του Αταβύριου Δία και ίδρυσαν στο νησί την πόλη Κρητινία.
 
Στο μεταξύ ο Κατρέας, από φόβο για τον χρησμό, έδιωξε τις άλλες δύο κόρες του, τις έδωσε στον Ναύπλιο, περαστικό ναυτικό από το νησί, για να τις πουλήσει σαν δούλες μακριά από την Κρήτη ή για να τις πετάξει στη θάλασσα. Η μεταστροφή του Ναύπλιου οδήγησε τον ίδιο σε γάμο με την Κλυμένη (απέκτησαν τον Οίακα και τον Παλαμήδη) και την Αερόπη σε γάμο με τον Πλεισθένη (απέκτησαν τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο).
 
Όταν ο Κατρέας γέρασε, αναζήτησε τον γιο του για να τον αφήσει κληρονόμο στον θρόνο, γι' αυτό βρέθηκε στις ακτές της Ρόδου. Βοσκοί όμως που τους είδαν να αποβιβάζονται τους πέρασαν για πειρατές και τους επιτέθηκαν με πέτρες. Τα γαυγίσματα των σκύλων κάλυπταν τις φωνές του Κατρέα που δήλωνε την ταυτότητά του και τελικά ο Κατρέας πέθανε από τα χέρια του Αλθαιμένη που έριξε το ακόντιό του, επαληθεύοντας τον χρησμό. Στην κηδεία του παππού του από την πλευρά της μητέρας του Αερόπης θέλησε να παρευρεθεί ο Μενέλαος, οπότε ο Πάρης βρήκε την ευκαιρία να κλέψει την Ελένη. (Απολλόδωρος 3.12-16, Διόδωρος Σ. 5.59)
 
Η ιστορία του Κατρέα μνημειώνει την εξάπλωση των Μινωιτών στη Μικρά Ασία και την Πελοπόννησο και επιχειρεί περαιτέρω διασυνδέσεις αιγαιακών και πελοποννησιακών περιοχών με την Κρήτη. Είναι πιθανό να έχουν ενσωματωθεί στον τελικό μύθο τοπικές ροδιακές και πελοποννησιακές παραδόσεις. Διαφαίνεται όμως και μια προσπάθεια να δηλωθεί η συνέχεια από τους Μινωίτες στους Μυκηναίους, καθώς βασικοί Μυκηναίοι βασιλείς έχουν κρητική ρίζα που φτάνει μέχρι τον ίδιο τον Μίνωα. Έτσι, συνδέονται άμεσα δύο μεγάλοι προϊστορικοί πολιτισμοί, ο μινωικός και ο μυκηναϊκός.
 
Επίσης, με τον μύθο του Κατρέα αιτιολογείται η ύπαρξη και η ονομασία της κρητικής πόλης Κάτρη, για την οποία ο Στέφανος Βυζάντιος γράφει: πόλις Κρήτης τὸν Ἰωνικὸν ἔχουσα τρόπον … τὸ ἐθνικόν Κατραῖος. (Ήταν σύνηθες στους ελληνικούς μύθους να αναζητούνται γενάρχες πίσω από την ίδρυση πόλεων, κάτι που εντείνεται στους αλεξανδρινούς και ελληνιστικούς χρόνους.)

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει, μέχρι να δεις τους φόβους σου και με την αξιοπρέπειά σου και τον αυτοσεβασμό σου

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να δεις τους φόβους σου και με την αξιοπρέπειά σου και τον αυτοσεβασμό σου να τους αντιμετωπίσεις κατάμουτρα και όχι με αυτολύπηση.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να βλέπεις μια κατάσταση και να επιλέγεις την ηρεμία, την ψυχραιμία, και την αποδοτικότερη ανταπόκριση.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να αποφασίσεις ότι μέσα εδώ, όλοι έχουμε μερτικό, γνώμη, προορισμό, και να αποδεχτείς την ποικιλομορφία και τη διαφορετικότητα, αναγνωρίζοντας ότι η μοναδικότητά σου εξυπηρετεί τον δικό σου και μόνο ύψιστο σκοπό.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να τραβήξεις τη ρότα σου, χωρίς να κοιτάζεις πίσω σου πόσοι σε ακολουθούν, χωρίς να νοιάζεσαι γι αυτούς που πλάι σου εμπόδια σου βάζουν, χωρίς να κομπιάζεις σε απάτητα νερά μπροστά σου να πλεύσεις.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να αναρωτηθείς για τις επιλογές σου, να αναθεωρήσεις τα σκουπίδια που κουβαλάς, να σταματήσεις να πετάς τα μαργαριτάρια σου στα γουρούνια, και να καταλάβεις ότι δεν είσαι δέντρο για να μην μπορεί να μετακινηθεί μακριά από δυσάρεστες καταστάσεις.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Μέχρι να ελέγξεις τη δημιουργία σου, να τοποθετηθείς εκ νέου απέναντί της επιλέγοντας τι κρατάς και τι αφήνεις, χωρίς κρίση, τύψεις ή ενοχές, αλλά με την αγάπη και του τελευταίου σου κυττάρου για το ποθητό της κάθε σου επιλογής.

Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει.
Αν χαμογέλασες με τα λόγια αυτά, τότε ο παράδεισος δεν περιμένει, τον ζεις.

Το είναι, το έχειν, τα μεταβατικά και τα καταναλωτικά αντικείμενα

Το υποκείμενο της ελευθερίας είναι δημιούργημα της ιδιαίτερης κοινωνίας του με την έννοια ότι η κοινωνία διεισδύει στον ιστό της υποκειμενικότητας, τη γνώση και τα κίνητρά́ της, τις αισθήσεις και τις κινήσεις της, όπως για παράδειγμα τη γλώσσα (Κιουπκιολής 2015). Τους τελευταίους αιώνες, στις δυτικές γλώσσες άρχισε να γίνεται φανερή μια αλλαγή στην έμφαση που δίνεται στο έχειν και στο είναι, καθώς η χρήση των ουσιαστικών άρχισε να αυξάνεται και να ελαττώνεται η χρήση των ρημάτων. Ενώ το ουσιαστικό είναι η ακριβής έκφραση για ένα αντικείμενο, το ρήμα είναι η ακριβής έκφραση για μια ενέργεια (Fromm, 1978). Για παράδειγμα, λέει κανείς έχω ένα αυτοκίνητο, έχω ένα σπίτι στην Αθήνα, έχω ένα πρόβλημα, έχω αγάπη, έχω θυμό και αυτό είναι πολύ διαφορετικό αντίστοιχα από το μετακινούμαι με τ’ αμάξι, μένω στην Αθήνα, προβληματίζομαι, αγαπώ, θυμώνω. Το σύγχρονο γλωσσικό ύφος δείχνει τον υψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που επικρατεί. Η υποκειμενική εμπειρία και η εστίαση στο βίωμα διαμεσολαβείτε από την κτήση και όταν το έχειν καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης, η σχέση του ατόμου με τον κόσμο αλλά και με τον εαυτό του γίνεται κτητική (Fromm, 1978).

Η ελευθερία χαρακτηρίζει το είναι, την ανθρώπινη ύπαρξη. Η κοινωνική ιστορία του ανθρώπου ξεκίνησε με την ανάδυση του από μια κατάσταση ενότητας με τον φυσικό κόσμο, σε μια συνειδητοποίηση του εαυτού του ως μια οντότητα ξεχωριστή από τη φύση και τους ανθρώπους που την περιβάλλουν. Η ανθρωπιστική ψυχανάλυση του Fromm υποθέτει ότι ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας από τον φυσικό κόσμο έχει δημιουργήσει συναισθήματα μοναξιάς και απομόνωσης, μια κατάσταση που ονομάζεται βασικό άγχος.

Στην ιστορία ενός ατόμου συναντάμε την ίδια διαδικασία. Ένα παιδί γεννιέται όταν δεν είναι πλέον ένα με τη μητέρα του και γίνεται βιολογική οντότητα ξεχωριστή από αυτήν. Στην πορεία προς την ανεξαρτητοποίηση από τη μητέρα, το παιδί αποκτά μεγαλύτερη ελευθερία να εκφράσει την ατομικότητά του. Ωστόσο, ταυτόχρονα βιώνει το βάρος της ελευθερίας, δηλαδή την απώλεια της ασφάλειας από τη μητέρα. Αυτό προκαλεί βασικό άγχος.

Κατά τον παιδίατρο και ψυχαναλυτή Winnicott, στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, τα παιδιά δημιουργούν προσκολλήσεις σε ορισμένα αντικείμενα, όπως αρκουδάκια, άλλα μαλακά αντικείμενα ή κουρέλια. Αυτά τα αντικείμενα, τα οποία ονόμασε μεταβατικά αντικείμενα, βρίσκονται στα μισά της διαδρομής μεταξύ της εσωτερικής και της εξωτερικής πραγματικότητας του βρέφους, παρέχοντας γέφυρες μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού του κόσμου. Ο Winnicott (1971) εξηγεί πως το αντικείμενο αντιπροσωπεύει τη μετάβαση του βρέφους από μια κατάσταση συγχώνευσης με τη μητέρα σε μια κατάσταση ύπαρξης ως κάτι ξεχωριστό, έξω από αυτή. Το μεταβατικό αντικείμενο αποτελεί αντικείμενο που αφορά το είναι του βρέφους και τον τρόπο ύπαρξής του και λειτουργεί κατευναστικά για το άγχος του στην πορεία προς την ελευθερία.

Όσον αφορά τον ενήλικα καταναλωτή, με ένα διαμεσολαβημένο τρόπο, τα αντικείμενα αφορούν το είναι του, την ταυτότητά του. Υπάρχει η άποψη ότι τα υλικά αντικείμενα γίνονται μέρη ενός προεκτεινόμενου εαυτού (James, 1961). Η ελευθερία των καταναλωτών εκπληρώνει μια ναρκισσιστική λειτουργία, προσφέροντας ευκαιρίες για ενίσχυση της εικόνας εαυτού (Lasch, 1980).
Ένα ευρύ φάσμα αντικειμένων όχι τόσο σημαντικά όσο τα μεταβατικά αντικείμενα των παιδιών, όμως φορείς ισχυρών εικόνων, επιτρέπουν στους καταναλωτές να τα επιλέγουν συνειδητά η ασυνείδητα μεταξύ πολλών επιλογών, υποσχόμενα να στυλιζάρουν τις ατομικές τους ταυτότητες.
Σε αντίθεση με τα παιδιά που δημιουργούν προσκολλήσεις με τα αντικείμενά τους, οι δυτικοί καταναλωτές δε δημιουργούν βαθιές σχέσεις με την πλειοψηφία των προϊόντων που καταναλώνουν αλλά μια χρηστική σχέση έχοντας συνείδηση των συμπερασμάτων που θα αντλήσουν οι άλλοι από αυτούς και από τους τρόπους με τους οποίους θα επηρεαστεί η εικόνα τους (Gabriel, 2015). Το αυτοκίνητο, για παράδειγμα, δεν είναι αντικείμενο αγάπης για τον ιδιοκτήτη αλλά ένα κοινωνικό σύμβολο, μια προέκταση της δύναμής του, ένα υποστήριγμα του εγώ (Fromm, 1978). Φαίνεται λοιπόν για τους ενήλικες καταναλωτές τα αντικείμενα να αφορούν σε ένα πρώτο επίπεδο το έχειν αλλά να προσδιορίζουν σε ένα δεύτερο και το είναι τους με ποικίλους τρόπους, ως προεκτάσεις του εαυτού, απουσία βαθιάς συναισθηματικής επένδυσης.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η κατανάλωση είναι μια νέα μορφή θρησκείας με αντικείμενα λατρείας τα καταναλωτικά αγαθά και τόπους λατρείας τα εμπορικά κέντρα. Όμως η κατανάλωση ως μορφή θρησκείας προϋποθέτει την πίστη. Η ιδέα της πίστης, από θρησκευτική, πολιτική ή προσωπική άποψη, μπορεί να έχει δύο εντελώς διαφορετικές σημασίες, αναλόγως αν χρησιμοποιείται με βάση το έχειν ή με βάση το είναι (Fromm, 1978). Με βάση το έχειν, πίστη είναι να παίρνει κανείς μια απάντηση σε κάτι που δεν έχει λογική απόδειξη. Αποτελείται από τυπολογίες που έχουν φτιάξει άλλοι, είναι το εισιτήριο εισόδου σε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων και δίνει την αίσθηση της σιγουριάς, της πραγματικής ή της φανταστικής δύναμης, με αντάλλαγμα την απώλεια της ανεξαρτησίας (Fromm, 1978). Αναμφίβολα αν θέλει κανείς να προσδιορίσει την πίστη στη θρησκεία της κατανάλωσης, αυτή είναι η πίστη του έχειν.

Η πίστη με βάση το είναι, είναι ένα εντελώς διαφορετικό φαινόμενο. Το βρέφος χρειάζεται να έχει πίστη στο στήθος της μητέρας του. Η πίστη στους άλλους ανθρώπους και στον εαυτό είναι σημαντική αφού ο άνθρωπος χωρίς πίστη γίνεται στείρος, απελπισμένος, φοβισμένος ως το βαθύτερο σημείο του είναι του. Με βάση το είναι, η πίστη είναι ένας εσωτερικός προσανατολισμός, μια θέση (Fromm, 1978). Η πίστη του είναι μοιάζει να διέπει αρκετά το μεταβατικό αντικείμενο του Winnicott, αφού περιγράφει την πίστη του βρέφους στο στήθος της μητέρας και την αρχή της πίστης του στον εαυτό.

Στη βάση της άποψης που λέει ότι η κατανάλωση αποτελεί μια νέα μορφή θρησκείας, η υπερβατική λειτουργία της κατανάλωσης χρειάζεται να ληφθεί υπόψη. Στα πλαίσια της κατανάλωσης, μια τέτοια υπερβατικότητα εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους και αποτελεί μια ματιά στο απόλυτο νόημα της ζωής ή την ανησυχία στη ζωή. Το μεταβατικό αντικείμενο του Winnicott έχει κάποια κοινά με την υπερβατική λειτουργία. Και τα δύο λειτουργούν ως διαμεσολαβητές ανάμεσα σε οντολογικά αντίθετα (πραγματικότητα/ψευδαίσθηση, μέσα/έξω) για να επιτρέψουν μια μετάβαση σε κάτι τρίτο. Όπως η υπερβατική λειτουργία, έτσι και το μεταβατικό αντικείμενο δημιουργεί έναν ενδιάμεσο χώρο εμπειρίας.

Πάντως το βρέφος με τον ενδιάμεσο χώρο του μεταβατικού αντικειμένου προσεγγίζει την ελευθερία του διαφοροποιώντας τον εαυτό του από τη μητέρα. Με παρόμοιο τρόπο ο καταναλωτής, ως νέο βρέφος, μοιάζει να επιχειρεί να προσεγγίσει τη διαφοροποίησή του από τους άλλους καταναλωτές, με τον ενδιάμεσο χώρο των καταναλωτικών αντικειμένων για το χτίσιμο της ατομικής του ταυτότητας. Αυτό που διαφοροποιεί το μεταβατικό αντικείμενο από τα καταναλωτικά αντικείμενα είναι η σχέση, η συναισθηματική επένδυση, η πίστη. Αλλά και η στάση του βρέφους προέρχεται από το βαθύ του είναι. Από την άλλη, η στάση του καταναλωτή προέρχεται από μια κτητική αφετηρία. Υποτασσόμενος στους νόμους της κατανάλωσης, αυτή είναι η αρχή της πορείας του προς τη φαινομενική ελευθερία του.

Η αγάπη χαρίζεται, δεν αγοράζεται

Ποτέ μη θυσιάζετε τον εαυτό σας για κάποιον που δεν αναγνωρίζει την αξία σας. Αν κάποιος δεν μπορεί να δει πόσο σημαντικοί είστε, σας αγνοεί, σας εγκαταλείπει ή δεν σας σέβεται, μην τον ικετεύετε να σας προσέξει ή να σας αγαπήσει επειδή δεν θα είναι ποτέ πραγματική ή ειλικρινής η αγάπη του για σας. Μην μπείτε ποτέ στον πειρασμό να γευτείτε το δηλητηριασμένο μήλο της αδιάφορης αγάπης γιατί θα σας κάνει να υποφέρετε.

Αν ζητάτε πάρα πολλά, είναι επειδή γνωρίζετε τι θέλετε και πόσο σημαντικά είναι αυτά για σας. Εσείς πρέπει να είστε οι πρώτοι που θα αξιολογήσετε τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις απόψεις και τη συμπεριφορά σας. 
 
Θα πρέπει να αποφεύγουμε τους ανθρώπους που απειλούν τη συναισθηματική μας ισορροπία.
 
Θυμηθείτε τις ενδόμυχες επιθυμίες σας, ακούστε και αγαπήστε τον εαυτό σας επειδή εσείς είστε οι μοναδικοί που μπορείτε να βοηθήσετε τον εαυτό σας να ξεφύγει από τις ψεύτικες αγάπες.
 

Ποτέ δεν πρέπει να ικετεύετε για αγάπη

Αν ικετεύετε για αγάπη, σημαίνει ότι ζητάτε κάτι που δεν υπάρχει πουθενά εκτός από το μυαλό σας. Το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σας προσφέρει η ικεσία είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού· εμπόδιο για τη συναισθηματική σας ανάπτυξη και πόνο που οδηγεί στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς σας.
 
Όταν αγαπάμε κάποιον, φυσικά και θέλουμε να τον νοιαζόμαστε και να μην βιώσουμε ποτέ την ερωτική απογοήτευση. Τα συναισθηματικά αντανακλαστικά, μας κάνουν να θέλουμε να αγαπηθούμε, προωθώντας αισθήματα και συναισθήματα αρμονίας, ειλικρίνειας και αγάπης.
 
Αν δεν αντιμετωπίσετε την ψεύτικη αγάπη, θα καταλήξετε να πιστεύετε ότι σας κάνει να αισθάνεστε όμορφα. Θα πιστεύετε ότι δεν αξίζετε την προσοχή ή τη στοργή κάποιου και τελικά θα πείσετε τον εαυτό σας ότι οι μονόπλευρες σχέσεις δεν είναι και τόσο άσχημες.
 
Είναι απλό: το άτομο που σας αξίζει, είναι εκείνο που θα σας πλησιάσει από μόνο του, θα σας εκτιμήσει και θα αφιερώσει το χρόνο και τις σκέψεις του για σας.
 
Κανείς δεν μπορεί να σας κάνει δυστυχισμένους χωρίς την άδειά σας
Το πανίσχυρο εργαλείο για την καταπολέμηση της συναισθηματικής αδικίας και αδιαφορίας είναι η αυτοδιάθεση. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από υγιή αυτοεκτίμηση, αυτογνωσία και να αντικατοπτρίζει τα αισθήματα, τις επιθυμίες και τη συμπεριφορά τόσο τη δική σας όσο και του άλλου.
 
Ωστόσο, αυτές τις περιπτώσεις θα οδηγήσουν στην έλλειψη της αξιοπρέπειάς μας. Αυτό που δεν κατανοούμε είναι ότι δεν πρέπει να κυνηγάμε εκείνους που δεν μας αξίζουν.
 
Κατά αυτή την έννοια, πρέπει να ξέρουμε πώς να ακολουθούμε ορισμένες πετυχημένες στρατηγικές για να ξεπερνάμε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης. Ας ρίξουμε μια ματιά σε μερικές κοινές περιπτώσεις:
 
Ο πόνος της ψεύτικης αγάπης είναι μια σκληρή διαδικασία η οποία μας οδηγεί στην επώδυνη φάση των αποφάσεων. Γενικά, ξέρουμε ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν θέλουμε να το εκφράσουμε με λέξεις ή να βγάλουμε τις συναισθηματικές παρωπίδες που φοράμε.
Αγνοούμε τη δυσφορία και την αποφεύγουμε πιστεύοντας ότι το συναισθηματικό πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του φυσικά.
Όταν τελικά παραδινόμαστε στη δυσφορία, έρχεται μια περίοδος που η δυσφορία είναι υπερβολική για να την αντέξουμε και αναγκαζόμαστε να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα πριν μας καταπνίξει.
Αλλά τι συμβαίνει όταν καταπολεμάμε τα δικά μας συναισθήματα; Η εστίαση στο πρόβλημα μας ελέγχει και ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια ατελείωτη μάχη που το μόνο που καταφέρνει είναι να επιμηκύνει τον πόνο.
Εξίσου κοινή είναι και η έκφραση «αποδεχτείτε τον πόνο». Ωστόσο, δεν πρέπει ούτε να τον αγνοούμε αλλά ούτε και να τον αποδεχόμαστε.
 
Αυτό που πραγματικά χρειάζεστε για να μπορέσετε να ελέγξετε τον πόνο της ψεύτικης αγάπης είναι να τον αντιμετωπίσετε και να απομακρυνθείτε από αυτόν. Πρέπει να κατανοήσετε ότι σας πονά επειδή αυτό που πραγματικά θέλετε είναι να σας αγαπάει κάποιος και πιθανότατα το άλλο άτομο δεν νοιάζεται για σας ή δεν σας αγαπά.
 
Για να ξεπεράσετε τον πόνο, το επόμενο βήμα είναι να βρείτε μια λύση και να την εφαρμόσετε.
Ποια είναι η σωστή λύση; Να πείσουμε τον εαυτό μας ότι, αν δεν μπορούμε να αποκτήσουμε με φυσικό τρόπο την εκτίμηση την οποία αποζητάμε, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να την κερδίσουμε. Το σωστό για μας είναι να μείνουμε μακριά από αυτό το άτομο καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο θα είμαστε σίγουροι ότι θα ξεπεράσουμε τον πόνο.
 
Για να δώσουμε ένα τέλος στον πόνο που συνοδεύεται από την ψεύτικη αγάπη θα πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και να τον αποδεχτούμε. Είναι φυσιολογικό να θρηνείτε επειδή χάσατε κάτι που θέλατε τόσο πολύ.
 
Να αγαπάτε και να εκτιμάτε τον εαυτό σας: να θρέφετε τις σχέσεις σας με αυτοεκτίμηση
Αν και κάθε συναισθηματική κατάσταση είναι περίπλοκη, κάθε πόνος έχει και κάποια λύση. Η πραγματική αλλαγή είναι δυνατή όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό και να αντιμετωπίσουμε την οδυνηρή κατάσταση.
 
Συνεπώς, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το πρώτο άτομο στο οποίο πρέπει να αφιερώνουμε το χρόνο μας είναι ο εαυτός μας. Έπειτα θα είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε ποιος μας κάνει να αισθανόμαστε όμορφα και ποιος όχι.
 
Μην ικετεύετε για προσοχή ή λίγη παραπάνω αγάπη από κανέναν, επειδή όποιος σας αγαπάει θα σας το δείξει όπως και να έχει.
 
Να θυμάστε ότι η συναισθηματική αδικία παίζει ρόλο στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησής μας. Μας βοηθά να εξετάζουμε τις επιθυμίες, τις αξίες και τις ανάγκες μας.
 
Μην συνεχίζετε να παίρνετε τηλέφωνο κάποιον που δεν πρόκειται να σας απαντήσει. Σταματήστε να ψάχνετε και αφήστε τους να σας βρουν εκείνοι. Σταματήστε να αναρωτιέστε για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη ζωή σας μόνο με τη μορφή καρτ ποστάλ. Ξέρετε σε ποιους αναφερόμαστε, σε εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για εμφανίσεις και θα σας κάνουν να νιώθετε καλά μόνο όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι τριγύρω για να το προσέξουν.
 
Μην ξεχάσετε να εξετάσετε τους λόγους για τους οποίους προσκολληθήκατε σε αυτό το πρόσωπο από την αρχή. Τι σας έκανε να ικετεύετε για την αγάπη του και την προσοχή του; Πηγαίνετε στην πηγή και ξεκινήστε την εσωτερική σας μεταμόρφωση.
 
Είναι βασικό να θρέφετε την αυτοεκτίμησή σας και να σταματήσετε να ικετεύετε για αγάπη επειδή η αγάπη φαίνεται και την αισθανόμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να ζητάτε να σας αγαπήσουν. Η προσοχή και η στοργή σας είναι τόσο σημαντικά πράγματα για να τα σπαταλάτε σε κάποιον που δεν τα αξίζει.
 
Αφιερώστε τον εαυτό σας σε εκείνους που σας αγαπούν και σας κατανοούν άνευ όρων.

Δεν υπάρχει σχολείο της ζωής, ούτε δάσκαλοι που διδάσκουν πώς να ζεις

Εκτός μερικών μάλλον ασαφών, γενικών και δυσδιάκριτων οδηγιών, κανένας από μας δεν έχει ποτέ διδαχθεί πώς να ζει. Δεν μας έχουν εξηγήσει την αξία της ζωής, ούτε τι σημαίνει να είσαι ζωντανός. Δεν έχουμε ιδέα των θαυμάτων που μπορεί να μας προσφέρει η ζωή ή για την υπευθυνότητα, με την οποία πρέπει να της το ανταποδώσουμε. Γεννιόμαστε στον κόσμο, εκπαιδευόμαστε να προσαρμοζόμαστε σ’ αυτόν σύμφωνα με τις κυριαρχούσες και παραδεκτές απόψεις και ύστερα αφηνόμαστε να βουλιάξουμε ή να κολυμπήσουμε.

Δεν υπάρχει σχολείο της ζωής, ούτε δάσκαλοι που διδάσκουν πώς να ζεις. Αν στραφούμε στην τυπική εκπαίδευση για να βρούμε απαντήσεις, τις περισσότερες φορές μας δίνουν γνώση, χωρίς κρίση και γεγονότα, χωρίς σημασία. Αν περιμένουμε απαντήσεις από τη θρησκεία, πολύ συχνά μας λένε να μετατρέψουμε το ενδιαφέρον μας σε πίστη, πράγμα για το οποίο πολλοί από μας δεν είμαστε καθόλου προετοιμασμένοι. Όταν δεν υπακούμε, μας κάνουν συχνά να αισθανόμαστε ανίκανοι και εξαρτημένοι. Αν προσπαθήσουμε να μάθουμε από την ίδια τη ζωή, ανακαλύπτουμε ότι πολλές φορές είναι γεμάτη από βρώμικες πανουργίες, τις οποίες δεν είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε και από τις οποίες δεν φαίνεται να κερδίζουμε πολλά. Αν αποπειραθούμε να μάθουμε από τα παραδείγματα, βρίσκουμε πολύ λίγα πρότυπα.

Μόνον όταν δεν μπορούμε πια ν’ αντεπεξέλθουμε και καταλήγουμε στη θλίψη και την υπερένταση από τη μη εκπλήρωση, αναγκαζόμαστε να προστρέξουμε σε βοήθεια ή να κάνουμε κάποια αλλαγή. Συνήθως αυτό είναι μια συμβολική προσαρμογή – ασαφής και προσωρινή – πριν ξαναγυρίσουμε στην “πραγματική” ζωή, ελλιπείς όπως προηγουμένως.

Είμαστε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα ότι, αν θέλουμε να ζήσουμε ολοκληρωμένα και σε αρμονία με τη ζωή, θα πρέπει να γίνουμε αυτοδραστηριοποιούμενοι φοιτητές. Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να διακινδυνεύουμε, να βλέπουμε τον εσωτερικό μας εαυτό και να προχωράμε με δοκιμές και λάθη. Η εργασία θα είναι κύρια δική μας. Θα πρέπει να γίνουμε οι μέντορες του εαυτού μας.

Εφ’ όσον όλοι διαφέρουμε, δεν μπορεί να υπάρξει ένας δρόμος. Βοηθάει, όμως, να προσδιορίσουμε μερικές προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, πρέπει να αποφασίσουμε σοβαρά να ξεκινήσουμε με το δικό μας δρόμο και να παραμείνουμε στο μονοπάτι μας. Πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας προϊόν του παρελθόντος μας, αλλά το σημαντικότερο, ότι έχουμε ένα πλούσιο και απεριόριστο μέλλον, που δεν εξαρτάται απαραίτητα απ’ ό,τι προϋπήρξε. Πρέπει να συνάψουμε στενή συμμαχία με την ελπίδα, όχι την απατηλή εκδοχή της ελπίδας, αλλά εκείνη που δίνει δύναμη και πρακτική κατεύθυνση. Πρέπει να επαναποκτήσουμε το σεβασμό για την αυθεντικότητα του μυαλού μας και τη δύναμη της θέλησής μας, έτσι ώστε να μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε για να μας βοηθούν να εξετάζουμε και να επιλέγουμε τις πιο ελπιδοφόρες και αναπτυξιακές λύσεις ανάμεσα στις πολλές επιλογές που θα μας προσφέρει το μέλλον. Ύστερα πρέπει να αφιερωθούμε στη διαδικασία με ευαίσθητη και αμερόληπτη αξιολόγηση σε κάθε βήμα. Οπλισμένοι με δύναμη και εκλογή είμαστε έτοιμοι να εξετάσουμε ορισμένους δρόμους, στους οποίους μπορούμε να γίνουμε καλύτερα οι ρυθμιστές της ζωής μας και να ζούμε κάθε μέρα ως ολοκληρωμένα και ενεργά πρόσωπα.

«Δεν υπάρχουμε για τον εαυτό μας (σαν το κέντρο του σύμπαντος), και μόνο όταν πειστούμε εντελώς γι’ αυτό αρχίζουμε να αγαπάμε σωστά τον εαυτό μας κι έτσι να αγαπάμε και τους άλλους. Τι εννοώ με το να αγαπάμε σωστά τον εαυτό μας; Εννοώ, πρώτ’απ’όλα, να επιθυμούμε να ζήσουμε, να δεχόμαστε τη ζωή σαν ένα πολύ μεγάλο δώρο και μεγάλο καλό, όχι εξ αιτίας αυτών που μας δίνει, αλλά εξ αιτίας αυτών που μας διευκολύνει να δώσουμε σε άλλους». -Τόμας Μέρτον

Η αρετή είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα

Σε τι χρησιμεύουν αυτές oι ύψιστες κορυφές της φιλοσοφίας, όπου κανένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να φτάσει, και οι κανόνες που ξεπερνούν τη συνήθειά μας και τις δυνάμεις μας; Βλέπω συχνά να μας προτείνουν παραδείγματα ζωής τα οποία ούτε εκείνοι που τα προτείνουν ούτε οι ακροατές τους έχουν ποτέ καμιά ελπίδα να ακολουθήσουν, και προπαντός τη διάθεση. Από το ίδιο χαρτί, στο οποίο μόλις έγραψε την απόφαση καταδίκης εναντίον ενός μοιχού, ο δικαστής κόβει ένα κομμάτι για να γράψει ραβασάκι στη γυναίκα του συναδέλφου του. Η γυναίκα με την οποία μόλις πριν λίγη ώρα βρεθήκατε παράνομα, μετά από λίγο και μπροστά σας μάλιστα, θα βάλει τις φωνές εναντίον μιας φίλης της που έκανε το ίδιο σφάλμα, κι ακόμη πιο άγριες απ’ όσο θα φώναζε η Πόρσια. Και κάποιος άλλος καταδικάζει ανθρώπους σε θάνατο για εγκλήματα που ο ίδιος ούτε καν θεωρεί λάθη.

Έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Αφήνουμε τους νόμους και τις εντολές να ακολουθούν το δρόμο τους, εμείς παίρνουμε έναν άλλο- όχι μόνο από χαλάρωση των ηθών, αλλά συχνά και λόγω αντίθετης γνώμης και κρίσης. Παρακολουθήστε την ανάγνωση ενός φιλοσοφικού λόγου: η εφευρετικότητα, η ευγλωττία, η ακρίβεια εντυπωσιάζουν αμέσως το πνεύμα σας και σας συγκινούν- δεν υπάρχει όμως τίποτα που να προκαλεί ή να κεντρίζει τη συνείδησή σας- αλήθεια, σ’ αυτήν δεν απευθύνονται; Ο Αρίστων έλεγε όμως ότι κανένα πλύσιμο και κανένα μάθημα δεν ωφελεί αν δεν καθαρίζει και δεν απομακρύνει τη βρομιά.

Σε όλες τις σχολές της αρχαίας φιλοσοφίας θα βρεις ότι το ίδιο άτομο επεξεργάζεται και δημοσιεύει κανόνες εγκράτειας και συγχρόνως γραπτά έρωτα και ακολασίας. Και ο Ξενοφώντας, στον κύκλο του Κλινία, έγραψε εναντίον της ηδονής εκείνης που εκθείαζε ο Αρίστιππος. Δεν υπάρχει κάποια θαυμαστή μεταλλαγή που τους ταρακουνάει. Όμως στην περίπτωση του Σόλωνα, παρουσιάζεται άλλοτε ως ο εαυτός του κι άλλοτε ως νομοθέτης: άλλοτε μιλάει για το λαό, άλλοτε για το άτομό του- και υιοθετεί για τον εαυτό του τους ελεύθερους και φυσικούς κανόνες, αισθανόμενος τη σιγουριά μιας σταθερής και σιδερένιας υγείας.

Ο Αντισθένης επιτρέπει στο σοφό να αγαπά και να κάνει με τον τρόπο του αυτό που θεωρεί σωστό, χωρίς να δίνει σημασία στους νόμους, δεδομένου ότι είναι πιο συνετός από αυτούς και έχει μεγαλύτερη γνώση της αρετής. Ο μαθητής του ο Διογένης έλεγε να αντιπαραθέτουμε στις ταραχές τη λογική, στη μοίρα το θάρρος, στους νόμους τη φύση.

Για τα ευαίσθητα στομάχια χρειάζονται δίαιτες αυστηρές και μελετημένες. Τα γερά στομάχια ακολουθούν απλά τις οδηγίες της φυσικής τους όρεξης. Έτσι κάνουν οι γιατροί μας που τρώνε το πεπόνι και πίνουν το φρέσκο κρασί ενώ επιβάλλουν στους ασθενείς τους το σιρόπι και το νεροζούμι.
Δεν ξέρω για τα βιβλία τους, έλεγε η εταίρα Λαΐς, για τις γνώσεις τους, για τη φιλοσοφία τους, αλλά αυτοί οι άνθρωποι χτυπάνε εξίσου συχνά την πόρτα μου με οποιονδήποτε άλλον. Από τότε που η ελευθερία των ηθών μάς παρασύρει συνεχώς πέρα από αυτό που είναι νόμιμο και επιτρεπτό, έχουμε συχνά περιορίσει τους κανόνες και τους νόμους της ζωής μας πέρα από κάθε λογική.

Όλος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτά τα σφάλματα βρίσκονται μέσα στα όρια του επιτρεπτού.

Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε μεγαλύτερη αντιστοιχία ανάμεσα στην εντολή και την υπακοή και μοιάζει άδικος ο στόχος που δεν μπορούμε να φτάσουμε. Η ανθρώπινη σοφία δεν κατόρθωσε ποτέ να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που η ίδια καθόρισε για τον εαυτό της και, αν το είχε καταφέρει, θα όριζε άλλα πιο πέρα, τα οποία πάντα θα επιθυμούσε και θα διεκδικούσε, τόσο εχθρική προς τη σταθερότητα είναι η φύση μας. Ο άνθρωπος ορίζει ότι πρέπει ο ίδιος αναγκαστικά να βρίσκεται στην αμαρτία. Δεν είναι αρκετά επιδέξιος για να κόψει το καθήκον του στα μέτρα μιας διαφορετικής φύσης από τη δική του. Σε ποιόν λοιπόν επιβάλλει κάτι που από κανένα δεν περιμένει να το πράξει; Βρίσκει άδικο να μην κάνει ο άλλος αυτό που του είναι αδύνατο; Οι ίδιοι νόμοι που μας καταδικάζουν στην αδυναμία, είναι οι ίδιοι που μας κατηγορούν γιατί δεν μπορούμε.

Στη χειρότερη περίπτωση, αυτή η κακοφορμισμένη ελευθερία, να παρουσιάζεται δηλαδή κανείς με δυο όψεις, οι πράξεις με έναν τρόπο, τα λόγια με έναν άλλο, ας επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τα πράγματα- όμως δεν μπορεί να επιτρέπεται σε εκείνους που μιλούν για τον εαυτό τους, όπως κάνω εγώ: πρέπει να ακολουθώ με την πέννα το βηματισμό των ποδιών μου. Η κοινωνική ζωή πρέπει να σχετίζεται με τις ζωές των άλλων. Η αρετή του Κάτωνα ξεπερνούσε σε σθένος το μέτρο της εποχής του- και για έναν άνθρωπο που ανακατευόταν με τη διακυβέρνηση άλλων, αφιερωμένο στην υπηρεσία της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι νόμοι του ήταν, αν όχι άδικοι, τουλάχιστον μάταιοι και εκτός εποχής. Η ίδια η συμπεριφορά μου, που αν και μόλις που αποκλίνει κατά ένα δαχτυλάκι από τις συνήθεις συμπεριφορές, με κάνει εντούτοις κάπως απρόσιτο και ελάχιστα κοινωνικό για την εποχή μου. Δεν ξέρω αν είναι χωρίς λόγο που αισθάνομαι αηδιασμένος από τον κόσμο που συναναστρέφομαι, αλλά ξέρω καλά ότι θα ήταν αδικαιολόγητο να παραπονιέμαι γιατί ο κόσμος είναι περισσότερο αηδιασμένος από μένα απ’ ό,τι είμαι εγώ από εκείνον.

Η αρετή που αρμόζει στις υποθέσεις των ανθρώπων είναι μια αρετή με πολλές πτυχές, εσωτερικές και εξωτερικές γωνίες, για να μπορέσει να προσαρμοστεί και να ταιριάξει με την ανθρώπινη αδυναμία, είναι ένα τεχνητό ανακάτεμα και δεν είναι ούτε ακέραιη, ούτε ξεκάθαρη, ούτε σταθερή, ούτε εντελώς αθώα.

Το αίνιγμα του γέλιου: Τι κάνει πιο πιθανό να γελάσουμε

Το γέλιο μπορεί να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας (τουλάχιστον για τους πιο πολλούς…) ωστόσο εξακολουθεί να κρύβει αρκετά μυστικά – όπως τους λόγους για τους οποίους γελάμε, πολλοί εκ των οποίων δεν έχουν να κάνουν με αστείους ανθρώπους.

Όπως αναφέρεται σε κείμενο της Σόφι Σκοτ, καθηγήτριας Γνωσιακής Νευροεπιστήμης του University College London στο BBC, είναι 30 φορές πιθανότερο να γελάσουμε εάν είμαστε με άλλους, παρά αν είμαστε μόνοι μας. Πρόκειται για μια αρχαία, πανταχού παρούσα αντίδραση, η οποία δεν περιορίζεται στους ανθρώπους- έχει καταγραφεί σε πολλά είδη ζώων, μεταξύ των οποίων οι πίθηκοι και ακόμη και οι αρουραίοι: Όταν οι αρουραίοι παίζουν μεταξύ τους, ή όταν γαργαλιούνται, βγάζουν έναν ήχο τον οποίο οι επιστήμονες συσχετίζουν με γέλιο, και χρησιμοποιείται ως ένδειξη πως παίζουν και δεν μάχονται στα αλήθεια.

Στους ανθρώπους το γέλιο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία και διατήρηση κοινωνικών δεσμών. Πρόκειται για μια εξωτερική εκδήλωση κατανόησης του ενός προς τον άλλο, και επίσης λειτουργεί ως τρόπος αποκλεισμού για άτομα που είναι εκτός της ομάδας μας. Αυτές οι κοινωνικές και συναισθηματικές διαστάσεις το καθιστούν ιδιαίτερα ισχυρό- οπότε και χρησιμοποιείται ευρέως στην πολιτική και στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Το γέλιο είναι μια αυθόρμητη, ηχητική έκφραση άνευ λέξεων- όπως ένας λυγμός ή μια κραυγή. Ο ήχος που κάνουμε όταν γελάμε είναι πολύ παρόμοιος με αυτούς που αφήνουν οι πίθηκοι όταν παίζουν. Αντίθετα με την ομιλία, η παραγωγή αυτού του ήχου δεν περιλαμβάνει κίνηση της γλώσσας, του σαγονιού ή των χειλιών. Είναι πιο κοντά στον ήχο που κάνουν τα θηλαστικά από ό,τι στην ανθρώπινη ομιλία.

Αν και οι επιστήμονες δεν ξέρουν ακόμα γιατί ακριβώς παράγουμε αυτόν τον ήχο, ίσως να είναι επειδή πρόκειται για έναν από τους απλούστερους τρόπους παραγωγής ήχου με τις φωνές μας- απλά βγάζουμε αέρα προς τα έξω σε ριπές. Ενώ η χρήση του γέλιου από πλευράς μας εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου, πρόκειται για έμφυτη ενέργεια: Τυφλά και κουφά παιδιά γελούν όταν τα γαργαλάει κάποιος.

Οι κωμικοί «παίρνουν άδεια» για να κερδίσουν το γέλιο του κοινού, αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι που το χρησιμοποιούν για τους σκοπούς τους- όπως αρκετοί πολιτικοί που το χρησιμοποιούν για να «ξεφορτωθούν»/ υποβαθμίσουν κατηγορίες σε βάρος τους ή αντιπάλους, ή ακόμα και για να βελτιώσουν μια κατάσταση, «ελαφρύνοντάς» την. Επίσης κάποιοι καλλιεργούν σκόπιμα μια «αστεία» εικόνα.

Σε κάθε περίπτωση, μελέτες έχουν υποδείξει πως το περισσότερο γέλιο προκύπτει από σχόλια και δηλώσεις, αντί για αστεία. Αυτός που μιλάει είναι πιο συχνά και αυτός που γελάει, υποδεικνύοντας ότι το γέλιο συχνά δεν είναι μόνο αντίδραση σε κάτι που έχει κάποιος άλλος.

Αυτού του είδους η δημιουργία δεσμών (bonding) μέσω γέλιου εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου μέσω κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Η κατανόησή μας πάνω σε αυτό φαίνεται να αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια των πρώτων μας χρόνων ως ενηλίκων, και γινόμαστε πλήρως ικανοί να το χρησιμοποιούμε κατά τα 30 μας. Επίσης, εξαρτάται και από την επιθυμία να βρούμε «κοινό χωρίο», ενώ έρευνες έχουν δείξει πως έφηβοι που κινδυνεύουν από ψυχοπάθεια το βρίσκουν λιγότερο «κολλητικό» από τους υπόλοιπους συνομήλικούς τους.

Άλλη μια χρήση του γέλιου είναι η βοήθεια στην αντιμετώπιση καταστάσεων που δημιουργούν στρες: πχ ζευγάρια που συζητούν διαφωνίες με θετικές εκφράσεις όπως το γέλιο βλέπουν το στρες να μειώνεται γρήγορα- ωστόσο αυτό λειτουργεί μόνο εάν μοιράζονται το αστείο και οι δύο.

«Το γέλιο λειτουργεί, όχι επειδή είναι κάποιου είδους μαγική σκόνη που κάνει τους ανθρώπους πιο ευτυχισμένους, αλλά επειδή υποδεικνύει ότι είστε αρκετά άνετοι για να το χρησιμοποιείτε ως εργαλείο για να διαπραγματευτείτε μια καλύτερη διάθεση, μαζί. Επειδή η τελική ανάλυση είναι – για το γέλιο σχεδόν στο σύνολό του – πως οι άνθρωποι γελάνε όταν είναι με ανθρώπους που τους αρέσουν – αλλά επίσης και όταν νιώθουν ασφαλείς. Πότε, πού και με ποιον γελάς σου λέει κάτι πολύ σημαντικό για τον συναισθηματικό σου κόσμο. Το γέλιο μπορεί να είναι ένα πολύ σημαντικό τμήμα του πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων» καταλήγει το κείμενο.

Ποιό είναι το σχήμα του σύμπαντος;

Όσοι έχουν διαβάσει εκλαϊκευμένα βιβλία της φυσικής και της αστρονομίας, συχνά βλέπουν ότι το big bang εξηγείται με τη χρήση μιας εικόνας που περιγράφει ένα σύμπαν δύο διαστάσεων (σαν την επιφάνεια ενός μπαλονιού) που επεκτείνεται στις τρεις διαστάσεις. Τι σχήμα όμως έχει στην πραγματικότητα το σύμπαν; Για το σχήμα υπάρχουν τρεις γενικές δυνατότητες σύμφωνα με τη Θεωρία της Σχετικότητας: Είτε είναι σφαιρικό και πεπερασμένο, είτε σε μια εντελώς ειδική περίπτωση επίπεδο και άπειρο,  είτε υπερβολικό και άπειρο.
 
Η μικροκυματική ακτινοβολία υποβάθρου ή CMB  (η λάμψη που απέμεινε από το Big Bang), όπως την συνέλαβαν τα διαστημικά παρατηρητήρια WMAP και Planck μας έδειξαν το σχήμα του σύμπαντος. Η CMB, δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά έχει μικροσκοπικές ατέλειες και διακυμάνσεις της θερμοκρασίας στην κλίμακα μερικών εκατοντάδων microkelvin. Αν και αυτό παίζει μεγάλο ρόλο στις τελευταίες στιγμές μετά από την βαρυτική ανάπτυξη, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το πρώιμο Σύμπαν και το μεγάλης κλίμακας σημερινό σύμπαν είναι μόνο μη ομοιόμορφο σε επίπεδο μικρότερο του 0,01%.

Πρώτον, όπως και το μπαλόνι, το σύμπαν μπορεί να έχει αυτό που λέμε θετική καμπυλότητα, σαν μια σφαίρα. Στην περίπτωση αυτή, που ονομάζουμε «κλειστό» σύμπαν, το σύμπαν θα είναι πεπερασμένο σε μέγεθος, αλλά χωρίς όρια, όπως και το μπαλόνι. Σε ένα κλειστό σύμπαν, θα μπορούσε, κατ ‘αρχήν, να πετάξει ένα διαστημόπλοιο συνεχώς προς τη μια κατεύθυνση και να επιστρέψει στο σημείο από όπου ξεκίνησε. Το κλειστό σύμπαν είναι επίσης κλειστό και στον χρόνο: αυτό τελικά θα σταματήσει κάποτε την διαστολή, και έπειτα θα γίνει αυτό που λέμε «Μεγάλη Σύνθλιψη«, δηλαδή το σύμπαν θα φτάσει στο σημείο που ξεκίνησε.  Όλη η γνωστή γεωμετρία που ξέρουμε σε μια σφαίρα είναι επίσης ίδια και σε ένα κλειστό σύμπαν: για παράδειγμα οι παράλληλες γραμμές τελικά συγκλίνουν (π.χ. οι μεσημβρινοί που είναι παράλληλοι στον ισημερινό, συγκλίνουν τελικά στο πόλους), τα μεγάλα τρίγωνα έχουν πάνω από 180 μοίρες, κλπ.
 
Η δεύτερη δυνατότητα που έχει ένα σύμπαν είναι να είναι επίπεδο ή με μηδενική καμπυλότητα. Αυτό το είδος του σύμπαντος, μπορείτε να το φανταστείτε αν κόψετε μια φέτα του υλικού από ένα μπαλόνι και το απλώσετε με τα χέρια σας. Η επιφάνεια του υλικού είναι επίπεδη, δεν είναι κυρτή, αλλά μπορείτε να το ανοίξετε βάζοντας δύναμη σε κάθε άκρο του. Το επίπεδο σύμπαν είναι άπειρο σε έκταση στο χώρο, και δεν έχει όρια. Οι παράλληλες γραμμές είναι πάντα παράλληλες και τα τρίγωνα έχουν πάντα 180 μοίρες. Το επίπεδο σύμπαν θα εκτείνεται για πάντα, αλλά ο ρυθμός διαστολής προσεγγίζει το μηδέν.
 
Τέλος, το σύμπαν μπορεί να είναι ανοικτό, ή να έχει αρνητική καμπυλότητα σύμφωνα με τους μαθηματικούς. Αυτό είναι ένα είδος σύμπαντος σε σχήμα σέλας. Επίσης, είναι άπειρο και χωρίς όρια. Οι παράλληλες γραμμές τελικά αποκλίνουν, και τα τρίγωνα έχουν λιγότερο από 180 μοίρες. Τα ανοικτά σύμπαντα θα διαστέλλονται για πάντα, ενώ ο ρυθμός της διαστολής ποτέ δεν θα προσεγγίσει το μηδέν.
 
Η περίπτωση του σφαιρικού και πεπερασμένου ήταν πιο προσιτή φιλοσοφικά και για τον λόγο αυτό είχε υιοθετηθεί στο παρελθόν από πολλούς αστρονόμους και είχε δημοσιοποιηθεί σε πολλά εκλαϊκευτικά κείμενα. Εδώ και τριάντα όμως περίπου χρόνια είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται ενδείξεις ότι το Σύμπαν είναι επίπεδο. Ο δορυφόρος WΜΑΡ (Wilkinson Microwave Anisotropy Probe) που πέταξε το 2001, σχεδιάστηκε ακριβώς για να δώσει μια οριστική απάντηση στο ερώτημα για το σχήμα του Σύμπαντος. Ύστερα από παρατηρήσεις ενός έτους ανακοινώθηκε το τελικό συμπέρασμα: το Σύμπαν είναι επίπεδο και, άρα, άπειρο.
 
Τι είναι όμως αυτό που καθορίζει το σχήμα του σύμπαντος; Είναι η πυκνότητα (και η κοσμολογική σταθερά Λ, ένα είδος αντι-βαρυτικής δύναμης που επιτρέπεται από την Γενική Σχετικότητα). Ενώ είναι δύσκολο να υπολογίσουμε ποια είναι η ακριβής πυκνότητα – της ενέργειας και της ύλης – του σύμπαντος σήμερα, φαίνεται από πολλές μετρήσεις ότι το σύμπαν είναι μάλλον επίπεδο κι όχι σφαιρικό. 
Η παράμετρος πυκνότητας Ωο είναι ο λόγος της μέσης πυκνότητας ρ όλης της ύλης και της ενέργειας στο Σύμπαν δια της κρίσιμης πυκνότητας ρc (η πυκνότητα στην οποία το Σύμπαν θα σταματούσε να επεκτείνεται μόνο μετά από άπειρο χρόνο). Η παράμετρος πυκνότητας (Ω 0 ) δίνεται από το κλάσμα:
 
Omega
 
Αν και η τρέχουσα έρευνα υποδηλώνει ότι το Ω 0 είναι πολύ κοντά στο 1, εξακολουθεί να έχει μεγάλη σημασία να γνωρίζουμε εάν το Ω 0είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από 1, μικρότερο από 1, ή ακριβώς ίσο με 1, καθώς αυτό αποκαλύπτει την τελική μοίρα του Σύμπαντος. Εάν το Ω 0 είναι μικρότερο από 1, το Σύμπαν είναι ανοιχτό και θα συνεχίσει να επεκτείνεται για πάντα. Εάν το Ω 0 είναι μεγαλύτερο από 1 το Σύμπαν είναι κλειστό και τελικά θα σταματήσει την διαστολή του άρα την Μεγάλη Σύνθλιψη του. Αν το Ω 0 είναι ακριβώς ίσο με 1 (που θα φαινόταν μια αξιοσημείωτη σύμπτωση) τότε το Σύμπαν είναι επίπεδο και περιέχει αρκετή ύλη για να σταματήσει η διαστολή αλλά όχι αρκετό για να το επαναλάβει.
 
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ρ που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό του Ω 0 είναι η συνολική πυκνότητα μάζας / ενέργειας του Σύμπαντος. Με άλλα λόγια, είναι το άθροισμα διαφόρων συνιστωσών που περιλαμβάνουν τόσο τη φυσική (B ) όσο και τη σκοτεινή ύλη (D) καθώς και τη σκοτεινή ενέργεια (Λ).

Μπορούμε λοιπόν να γράψουμε:
Οι τρέχουσες παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι ζούμε σε ένα σύμπαν που κυριαρχείται από τη σκοτεινή ενέργεια με Ω λ = 0,73, Ω D = 0,23 και Ω Β = 0,04. Για την ακρίβεια της τρέχουσας κοσμολογικής παρατηρήσεις, αυτό σημαίνει ότι ζούμε σε μια επίπεδη, Ω 0 = 1 Σύμπαν.
 
Η παρανόηση
Βέβαια οι περισσότεροι θα σκεφτούν γιατί το Σύμπαν να είναι επίπεδο κι όχι σφαιρικό. Αν πράγματι το Σύμπαν γεννήθηκε με μία Μεγάλη Έκρηξη δεν θα ήταν πιο λογικό το Big Bang να οδηγούσε σε ένα σύμπαν σε σχήμα σφαίρας που θα επεκτείνεται, διατηρώντας παράλληλα το σχήμα της σφαίρας;
 
Η έννοια του Big Bang έχει συχνά παρερμηνευθεί. Οι πιο πολλοί εκτιμούν ότι κάτι εξερράγη κάπου και στη συνέχεια το μέρος που εξερράγη επεκτείνεται όπως είναι σήμερα. Είναι μια βασική παρανόηση. Πριν από το Big Bang, δεν υπήρχε χώρος ή χρόνος. Έτσι, δεν υπάρχει τίποτα «εκτός» το Big Bang. Το Σύμπαν απλά εξελίχθηκε από έναν πολύ μικρό όγκο σε ένα τεράστιο όγκο, ενώ συνεχίζει ακόμη και σήμερα να διαστέλλεται. Έτσι, ο τόπος στον οποίο είμαστε σήμερα αντιστοιχεί σε κάποιο μέρος σε ένα πολύ μικρό όγκο στο πολύ πρώιμο Σύμπαν. Ως εκ τούτου, το Big Bang συνέβη παντού μέσα στο Σύμπαν, σε όλες τις θέσεις, συμπεριλαμβανομένων και της Γης όπου βρισκόμαστε τώρα.
 
Η συνηθισμένη εικόνα που έχουμε για τη δημιουργία του Σύμπαντος κατά τη Μεγάλη Έκρηξη, είναι λανθασμένη. Το Σύμπαν δεν δημιουργήθηκε από ένα σημείο, αλλά ήταν από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του άπειρο σε έκταση. Βέβαια είναι αλήθεια ότι αν πάρουμε μια περιοχή γύρω μας όσο μεγάλη θέλουμε, τότε λίγο μετά τη δημιουργία του Σύμπαντος η περιοχή αυτή βρισκόταν πραγματικά συγκεντρωμένη σε μια μικρή «μπάλα». Επειδή όμως το Σύμπαν είναι άπειρο, υπάρχουν άπειρες τέτοιες περιοχές, που ξεκίνησαν η καθεμιά από άπειρα σημεία, και το καθένα από αυτά τα σημεία μπορεί να απέχει άπειρη απόσταση από εμάς!
 
Και γιατί όλοι οι άνθρωποι έχουν παρερμηνεύσει το Big Bang;
Αυτή η παρερμηνεία του κόσμου οφείλεται σε μια παρεξήγηση. Όλοι οι ειδικοί για να δώσουν μια οπτική εικόνα του Big Bang, αναφέρουν ότι το σύμπαν διαστέλλεται σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει. Και γι αυτό μας προκαλεί τόση σύγχυση η πρώτη εικόνα-παράδειγμα που μας έδωσαν στο σχολείο. Σβήστε την λοιπόν από το μυαλό σας.
 
Το πρόβλημα με το μπαλόνι είναι ότι πρόκειται για μια δισδιάστατη επιφάνεια σε μια τρισδιάστατη κατάσταση. Νομίζουμε λοιπόν ότι οτιδήποτε συμβαίνει στις δύο διαστάσεις στην επιφάνεια του μπαλονιού συμβαίνει και στις τρεις διαστάσεις στο σύμπαν. Για παράδειγμα, ενώ η επιφάνεια του μπαλονιού «απλώνεται» αναλογικά σε δύο κατευθύνσεις, το σύμπαν αναλογικά εκτείνεται σε ΤΡΕΙΣ κατευθύνσεις. Η τρίτη διάσταση στο μπαλόνι (δηλαδή η κατεύθυνση που είναι κάθετη προς την επιφάνεια και που μας επιτρέπει να δούμε την καμπυλότητα του μπαλονιού γι αυτό και έχουμε την παρανόηση της σφαίρας – σύμπαντος), είναι η τέταρτη διάσταση στο σύμπαν μας. Και δυστυχώς δεν έχουμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε αυτή την «τέταρτη διάσταση» στον τρισδιάστατο Κόσμο μας.
 
Για την άρση της παρεξήγησης να προτιμούμε την αναλογία του σταφιδόψωμου. Σε αυτή την αναλογία, το σύμπαν είναι η άμορφη μάζα της ζύμης που ψήνεται στον  φούρνο και αρχίζει να φουσκώνει. Οι σταφίδες αντιπροσωπεύουν τους γαλαξίες μέσα στο σύμπαν. Και καθώς φουσκώνει η ζύμη, οι αποστάσεις ανάμεσα στις σταφίδες (τους γαλαξίες) αυξάνονται και στις τρεις κατευθύνσεις.
 
Το παρατηρήσιμο σύμπαν και ο πληθωρισμός
Και γιατί το Σύμπαν να φαίνεται επίπεδο; Είναι ένα από τα ερωτήματα που προκαλούσαν αμηχανία στους κοσμολόγους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σήμερα, οι περισσότεροι θεωρητικοί πιστεύουν στην θεωρία του πληθωρισμού (και υπάρχουν ατράνταχτες αποδείξεις στην Μικροκυματική Ακτινοβολία Υποβάθρου CMB που την υποστηρίζουν). Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το Σύμπαν υπέστη μια πολύ σύντομη εκθετική διαστολή που ξεκίνησε περίπου στα 10−36 s μετά το Big Bang  έως κάπου 10−33 και 10−32 s μετά την μοναδικότητα του Big Bang.
 
Την απειροελάχιστη εκείνη πρώτη στιγμή της γέννησής του το σύμπαν μεγεθύνθηκε 100 τρισεκατομμύρια-τρισεκατομμυρίων-τρισεκατομμύρια-τρισεκατομμυρίων (1050) φορές. H θερμοκρασία του πέφτει κατά ένα παράγοντα 100.000 περίπου από 1027 K σε 1022 K. Το αποτέλεσμα αυτής της απίστευτης διαστολής ήταν το εξής: το σύμπαν περίπου από το μέγεθος 7.7×10 −30 m (πολύ μικρότερο του πρωτονίου) διευρύνθηκε πολύ γρήγορα σε 10 cm μέχρι το τέλος της πληθωριστικής εποχής (15 x 10 –33 sec). Σε μια τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από την αρχική γεωμετρία του Σύμπαντος, το τελευταίο μας φαίνεται επίπεδο.
 
Σκεφθείτε το και αλλιώς. Πέρα από τις όποιες παρατηρήσεις που έχουμε για το επίπεδο σύμπαν, οι αποστάσεις που αντιλαμβανόμαστε σε αυτό το αχανές σύμπαν είναι πάρα πολύ μικρές για να ανιχνεύσουμε οποιαδήποτε ενδεχόμενη καμπυλότητα στο Σύμπαν. 
 
Μήπως όμως κάνουμε λάθος; Μήπως οι παρατηρήσεις μας δεν είναι σωστές;
Είναι αλήθεια πως οι έρευνες στον ουρανό για να αποδειχθεί η επιπεδότητα δεν γίνονται σε όλο το Σύμπαν, αλλά σε ένα μικρό τμήμα του, το λεγόμενο παρατηρήσιμο σύμπαν. Εξ ορισμού, «Σύμπαν» αποτελεί ό,τι υπάρχει, ενώ το παρατηρήσιμο σύμπαν είναι ό,τι υπάρχει μέσα στον δικό μας ορίζοντα (δηλαδή, ο όγκος του σύμπαντος, εντός του οποίου το φως είχε τον απαραίτητο χρόνο για να φτάσει ως εμάς). Κάθε παρατήρηση που κάνουμε περιορίζεται μόνο στο παρατηρήσιμο σύμπαν, και δεν έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι συμβαίνει πέρα από αυτόν τον ορίζοντα. Επομένως, όταν λέμε ότι ο δορυφόρος WMAP μας πρόσφερε  ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία ότι το σύμπαν είναι επίπεδο, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι οι δορυφόροι WMAP και Planck μας πρόσφεραν  ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία ότι το παρατηρήσιμο σύμπαν είναι επίπεδο.
 
Και αφού δεν γνωρίζουμε το αθέατο ή αυτό που είναι πέραν του παρατηρήσιμου σύμπαντος  γιατί ισχυριζόμαστε ότι όλο το Σύμπαν είναι επίπεδο. Επειδή, σύμφωνα με την πληθωριστική θεωρία, ακόμα και αν το Σύμπαν έχει κάποια καμπυλότητα, το παρατηρήσιμο σύμπαν θα πρέπει να είναι επίπεδο στο βαθμό στον οποίο έχουμε τη δυνατότητα να το μετρούμε.
 
Αν λοιπόν το πληθωριστικό μοντέλο είναι αληθινό τότε ναι είναι πραγματική και η επιπεδότητα (χωρίς καμιά καμπυλότητα) του παρατηρήσιμου σύμπαντος.

Nietzsche: ο υπεράνθρωπος και ο άνθρωπος

Fr. Nietzsche: 1844-1900

Ο Πρόλογος του Ζαρατούστρα

     Παρακάτω αναλύεται η παράγραφος 1 του Προλόγου, με την οποία αρχίζει ο Ζαρατούστρα του Νίτσε. Σε τούτη την παράγραφο, σ’ αυτό δηλ. το πρώτο τμήμα, συνοψίζονται πολλές από τις βασικές εικόνες του εν λόγω βιβλίου, οι οποίες δείχνουν να παρουσιάζονται ως ζεύγη εννοιών: ήλιος και γη, επιφάνεια και βάθος, φως και σκοτάδι, αετός και φίδι, κοιλάδες και βουνά.

     Ποιο είναι το πρώτο στοιχείο που μαθαίνουμε για τον Ζαρατούστρα; Πως σε ηλικία τριάντα χρόνων εγκαταλείπει τον τόπο του, την πατρίδα του και ανεβαίνει ψηλά στα βουνά:

«Όταν ο Ζαρατούστρα έγινε τριάντα χρόνων, εγκατέλειψε την πατρίδα του και τη λίμνη της πατρίδας του και πήγε στο βουνό»[1].

Εκεί διάγει μια ζωή σε απόλυτη μοναξιά και απομόνωση. Την οντολογική του συνθήκη, στο παρόν σημείο, τη χαρακτηρίζει η απόσταση, η αποκοπή, αφενός από τη μάζα των κοινών θνητών και αφετέρου από τον ρεαλιστικά υπαρκτό κόσμο:

«Εδώ απόλαυσε το πνεύμα του και τη μοναξιά του για δέκα ολόκληρα χρόνια, χωρίς την παραμικρή κούραση»[2].

Ο Ζαρατούστρα δεν υποφέρει από τη μοναξιά του, αλλά απεναντίας την απολαμβάνει. Χαίρεται την πνευματική αυτάρκεια και ανεξαρτησία του εαυτού του, ζώντας μέσα στη σπηλιά του για δέκα ολόκληρα χρόνια χωρίς να έχει κουραστεί από οτιδήποτε ή οποιονδήποτε.

     Εξακολουθεί να παραμένει εκεί ψηλά στο βουνό, έως ότου κάποια στιγμή διακόπτει αυτό τον ρυθμό και ετοιμάζεται να προχωρήσει πέρα από την ως τώρα ζωή του στο βουνό και στο σπήλαιο, καθώς βιώνει σύγκορμος έναν μετασχηματισμό. Στην ενδοσυνάφεια τούτη αισθάνεται άρρηκτα συνδεδεμένος με τον ήλιο, ίδιος και όμοιος με αυτόν, γι’ αυτό και ένα πρωί προσέρχεται ενώπιόν του και απευθύνεται προς αυτόν ως ακολούθως:

«Στο τέλος όμως άλλαξε η καρδιά του – κι ένα πρωί σηκώθηκε με τη ροδαυγή προσήλθε μπρος στον ήλιο και του μίλησε ως εξής:

     “Εσύ μεγάλο άστρο! Ποια θα ήταν η ευτυχία σου, αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις;
Δέκα ολόκληρα χρόνια ερχόσουν εδώ πάνω στη σπηλιά μου: θα είχες βαρεθεί το φως σου και αυτόν τον δρόμο, εάν δεν ήμουν εγώ, ο αετός μου και το φίδι μου.
Αλλά εμείς σε προσμέναμε κάθε πρωί, σε ξαλαφρώναμε απ’ το περίσσευμά σου και σε ευλογούσαμε γι’ αυτό”»[3].

      Έχει κοντά του μόνο δυο ζώα, το φίδι και τον αετό. Όπως θα δειχθεί στην πορεία της ιστορίας του Ζαρατούστρα, αυτά είναι οι σύμβουλοί του και οι βοηθοί του. Πώς θα μπορούσε να μη συμβαίνει τούτο, όταν αυτά τα δυο ζώα λογίζονται, στο συμβολικό τους ρόλο, ως μοναδικοί αξιόπιστοι φίλοι του; Τι συμβολίζουν; Σε [και για] μια ζωή που είναι προσδεμένη στη γη συμβολίζουν ό,τι το ύψιστο και το πιο βαθύ χαρακτηρίζει τούτη τη ζωή: ο αετός είναι το ζώο που ανεβαίνει στα ύψη και είναι πολύ κοντά στον ήλιο· αντιπροσωπεύει έτσι το πνευματικό φως, τον άνθρωπο που κινείται σε πνευματικούς κόσμους. Το φίδι, απεναντίας, είναι το ζώο, που έρπει στη γη με το σώμα του και χάνεται στις σχισμές και τις ρωγμές της: αντιπροσωπεύει την ενδημία του ανθρώπου στα απειράριθμα διαμερίσματα του εμπειρικού κόσμου. Όπως ο ήλιος, αυτό το μεγάλο άστρο που εκπέμπει τις φωτεινές του ακτίνες, θα ήταν ενδεής, πάμφτωχος, χωρίς εκείνους που φωτίζει, έτσι και ο Ζαρατούστρα χρειάζεται εκείνους, στους οποίους μπορεί να απευθυνθεί και να χαρίσει, να «μοιράσει» τη σοφία του:

     «“Κοίτα! Είμαι μπουχτισμένος από τη σοφία μου, μοιάζω με τη μέλισσα που έχει μαζέψει πάρα πολύ μέλι· έχω ανάγκη τα χέρια που απλώνονται ως εδώ.
Μετά χαράς θα ήθελα να χαρίζω και να μοιράζω, μέχρις ότου οι σοφοί, ανάμεσα στους ανθρώπους, γίνουν ξανά και πάλι χαρούμενοι μέσα στην τρέλα τους και οι φτωχοί μέσα στον πλούτο τους”»[4].

     Θα ήθελε διακαώς να μεταδώσει απλόχερα τον πλούτο της σοφίας, που ο ίδιος πιστεύει πως έχει αποκτήσει υπό το φως της ανυψωμένης πάνω από τους ανθρώπους ύπαρξής του. Ωστόσο δεν έχει ανάγκη τους άλλους, τους ανθρώπους, για λόγους κάποιας έλλειψης και αναπλήρωσής της, αλλά για λόγους πλησμονής και αφθονίας. Τότε είναι που αποφασίζει, σαν τον ήλιο που δύει, να κατέβει στους ανθρώπους:

«Όπως εσύ, πρέπει κι εγώ να δύσω, καταπώς λένε οι άνθρωποι, στους οποίους θέλω να κατεβώ»[5].

Έτσι αρχίζει η πρώτη δύση του.
Χαρακτηριστική είναι εδώ η μεταφορά του ήλιου σε αντίθεση με το σκοτάδι του εδώ κάτω κόσμου, που χρειάζεται και περιμένει φωτισμό. Ο ήλιος είναι υπερφορτωμένος με φως· παρόμοια υπερφορτωμένος με σοφία αισθάνεται να είναι και ο Ζαρατούστρα. Και επειδή η σοφία σχετίζεται με τους ανθρώπους και τον υπεράνθρωπο ως τον τύπο του κραταιού ανθρώπου, που στέκεται πάνω από τον τελευταίο άνθρωπο, η ευτυχία του Ζαρατούστρα τώρα έγκειται στο να χορηγεί αυτή τη σοφία στον άνθρωπο, σαν τον ήλιο που η ευτυχία του έγκειται στο να δίνει το φως του. Εδώ το δίνει στον Ζαρατούστρα και στα ζώα του, τον αετό και το φίδι.
-------------------
[1] KSA4, σ. 11.
[2] Ό.π.,
[3] Ό.π.
[4] Ό.π.
[5] Ό.π., σ. 12.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Η ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, Αρχιτεκτονική

Γεωμετρική τέχνη

Αρχιτεκτονική

Σύμφωνα με την αρχαιολογική έρευνα οι πρώτοι αυτόνομοι ναοί κάνουν την εμφάνιση τους στα γεωμετρικά χρόνια. Πρόκειται, στην αρχή, για υπαίθρια ιερά, για κτίσματα, δηλαδή, που έχουν δημόσιο χαρακτήρα και μοιάζουν, περισσότερο, με μεγάλες κατοικίες σε σχήμα μεγάρου. Αναγνωρίζονται, γενικότερα, τέσσερις τύποι οικοδομημάτων στη γεωμετρική εποχή. Στον πρώτο τύπο κατατάσσονται επιμήκη, ορθογώνια οικοδομήματα, μονόχωρα ή πολύχωρα, με είσοδο στη μια στενή πλευρά. Τα πολύχωρα χρησιμοποιούνταν και ως ναοί ή μέγαρα όπως το κτίριο Β στο Θέρμο της Αιτωλίας, όπου πιθανολογείται και η ύπαρξη ενός «πτερού» γύρω του, χαρακτηριστικού για τους ναούς, που σχηματίζεται από ξύλινους κίονες. Παρόμοια κτίρια ήταν ο ναός της Ορθίας Αρτέμιδας στη Σπάρτη και το Ηραίο της Σάμου που είχαν και εσωτερική κιονοστοιχία κατά μήκος. Στο Ηραίο βρέθηκε και η βάση του «ξόανου» της θεάς, του ξύλινου λατρευτικού αγάλματος δηλαδή. Η στέγη των κτιρίων αυτών θεωρείται πως ήταν δίρριχτη και αμφικλινής. Επιμήκη ή ορθογώνια οικοδομήματα με είσοδο στη μία τους μακρά πλευρά περιλαμβάνει, επίσης, και ο δεύτερος αρχιτεκτονικός τύπος.
 
Στον τρίτο τύπο ανήκουν κτίρια με αψιδωτή την πίσω στενή πλευρά τους. Ο ναός της Ήρας Ακραίας στην Περαχώρα και πήλινα ομοιώματα σπιτιών αποτελούν σχετικά παραδείγματα. Ο ναός του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του τύπου. Στον τελευταίο, τέταρτο, τύπο κατατάσσονται όλα τα ακανόνιστου, ελλειπτικού, σχήματος οικοδομήματα που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες και εντοπίστηκαν στις ανασκαφές των γεωμετρικών οικισμών.
 
Στους οικισμούς της γεωμετρικής εποχής δεν εντοπίζονται ανάκτορα όπως στη μυκηναϊκή εποχή. Κατά τον 10ου αι. π.Χ., μια ενιαία επιμήκης οικία, όπως στο Λευκαντί, που αποτελούνταν από δωμάτια το ένα πίσω από το άλλο, δέσποζε ως η κατοικία (;) του άρχοντα σ' έναν οικισμό, όντας απομονωμένη μερικές φορές από αυτόν. Από το 900 μέχρι το 700 π.Χ., στην περίοδο που στο τέλος της φαίνεται πως καταγράφονται τα έπη δηλαδή, παρατηρείται από την ίδια έρευνα, κάτω από την επίδραση, ίσως, και της ομηρικής αφήγησης και έρευνας, παρουσία σύνθετων «οίκων», που αποτελούνται από ανεξάρτητες μονάδες οργανωμένες μέσα σε περιβόλους. Στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. και στις αρχές του 7ου αι. π.Χ., τέλος, σε μια άλλη πιθανή περίοδο «γέννησης» των επών, οι οικίες έχουν περισσότερα δωμάτια και είναι προσανατολισμένες, περιμετρικά, προς μια κεντρική στον οικισμό αυλή. Ελλειψοειδή, αψιδωτά και κυκλικά κτίρια μέσα στους οικισμούς επιτελούν παράλληλα διάφορες λειτουργίες από αποθηκευτικές μέχρι λατρευτικές. Τειχισμένοι οικισμοί φαίνεται πως ήταν ο κανόνας στο Ανατολικό Αιγαίο ενώ στην ηπειρωτική Ελλάδα και στις Κυκλάδες κυριαρχούσαν τα μικρά χωριά κοντά σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, ή οι οικισμοί με άμεση πρόσβαση σε βοσκοτόπια και στη θάλασσα.
 
Η επισκόπηση των οικισμών αυτής της περιόδου, πάντως, δείχνει ότι οι «οίκοι», που περιγράφονται στα ομηρικά έπη είναι δύσκολο να αναγνωριστούν. Υφίστανται, όμως, διαφοροποιήσεις μεταξύ των κατοικιών, και υπάρχουν και ειδικά κτίσματα όπως τα ιερά, οι αποθήκες, καθώς και σπίτια πιθανών αρχηγών.

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Εἰρήνη (301-345)

ΧΟΡΟΣ
δεῦρο πᾶς χώρει προθύμως εὐθὺ τῆς σωτηρίας.
ὦ Πανέλληνες, βοηθήσωμεν, εἴπερ πώποτε,
τάξεων ἀπαλλαγέντες καὶ κακῶν φοινικίδων·
ἡμέρα γὰρ ἐξέλαμψεν ἥδε μισολάμαχος.
305 πρὸς τάδ᾽ ἡμῖν, εἴ τι χρὴ δρᾶν, φράζε κἀρχιτεκτόνει·
οὐ γὰρ ἔσθ᾽ ὅπως ἀπειπεῖν ἂν δοκῶ μοι τήμερον,
πρὶν μοχλοῖς καὶ μηχαναῖσιν εἰς τὸ φῶς ἀνελκύσαι
τὴν θεῶν πασῶν μεγίστην καὶ φιλαμπελωτάτην.
ΤΡ. οὐ σιωπήσεσθ᾽, ὅπως μὴ περιχαρεῖς τῷ πράγματι
310 τὸν Πόλεμον ἐκζωπυρήσετ᾽ ἔνδοθεν κεκραγότες;
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἀκούσαντες τοιούτου χαίρομεν κηρύγματος·
οὐ γὰρ ἦν ἔχοντας ἥκειν σιτί᾽ ἡμερῶν τριῶν.
ΤΡ. εὐλαβεῖσθέ νυν ἐκεῖνον τὸν κάτωθεν Κέρβερον,
μὴ παφλάζων ‹καὶ› κεκραγὼς ὥσπερ ἡνίκ᾽ ἐνθάδ᾽ ἦν,
315 ἐμποδὼν ἡμῖν γένηται τὴν θεὸν μὴ ᾽ξελκύσαι.
ΧΟ. οὔτι καὶ νῦν ἔστιν αὐτὴν ὅστις ἐξαιρήσεται,
ἢν ἅπαξ εἰς χεῖρας ἔλθῃ τὰς ἐμάς. ἰοῦ ἰοῦ.
ΤΡ. ἐξολεῖτέ μ᾽, ὦνδρες, εἰ μὴ τῆς βοῆς ἀνήσετε·
ἐκδραμὼν γὰρ πάντα ταυτὶ συνταράξει τοῖν ποδοῖν.
320 ΧΟ. ὡς κυκάτω καὶ πατείτω πάντα καὶ ταραττέτω·
οὐ γὰρ ἂν χαίροντες ἡμεῖς τήμερον παυσαίμεθ᾽ ἄν.
ΤΡ. τί τὸ κακόν; τί πάσχετ᾽, ὦνδρες; μηδαμῶς, πρὸς τῶν θεῶν,
πρᾶγμα κάλλιστον διαφθείρητε διὰ τὰ σχήματα.
ΧΟ. ἀλλ᾽ ἔγωγ᾽ οὐ σχηματίζειν βούλομ᾽, ἀλλ᾽ ὑφ᾽ ἡδονῆς
325 οὐκ ἐμοῦ κινοῦντος αὐτὼ τὼ σκέλει χορεύετον.
ΤΡ. μή τι καὶ νυνί γ᾽ ἔτ᾽, ἀλλὰ παῦε παῦ᾽ ὀρχούμενος.
ΧΟ. ἢν ἰδού, καὶ δὴ πέπαυμαι. ΤΡ. φῄς γε, παύει δ᾽ οὐδέπω.
ΧΟ. ἓν μὲν οὖν τουτί μ᾽ ἔασον ἑλκύσαι, καὶ μηκέτι.
ΤΡ. τοῦτό νυν, καὶ μηκέτ᾽ ἄλλο μηδὲν ὀρχήσησθέ τι.
330 ΧΟ. οὐκ ἂν ὀρχησαίμεθ᾽, εἴπερ ὠφελήσαιμέν τί σε.
ΤΡ. ἀλλ᾽, ὁρᾶτ᾽, οὔπω πέπαυσθε. ΧΟ. τουτογὶ νὴ τὸν Δία
τὸ σκέλος ῥίψαντες ἤδη λήγομεν τὸ δεξιόν.
ΤΡ. ἐπιδίδωμι τοῦτό γ᾽ ὑμῖν, ὥστε μὴ λυπεῖν ἔτι.
ΧΟ. ἀλλὰ καὶ τἀριστερόν τοί μ᾽ ἔστ᾽ ἀναγκαίως ἔχον.
335 ἥδομαι γὰρ καὶ γέγηθα καὶ πέπορδα καὶ γελῶ
μᾶλλον ἢ τὸ γῆρας ἐκδὺς ἐκφυγὼν τὴν ἀσπίδα.
ΤΡ. μή τι καὶ νυνί γε χαίρετ᾽· οὐ γὰρ ἴστε πω σαφῶς·
ἀλλ᾽ ὅταν λάβωμεν αὐτήν, τηνικαῦτα χαίρετε
καὶ βοᾶτε καὶ γελᾶτ᾽· ἤ-
340 δη γὰρ ἐξέσται τόθ᾽ ὑμῖν
πλεῖν, μένειν, κινεῖν, καθεύδειν,
εἰς πανηγύρεις θεωρεῖν,
ἑστιᾶσθαι, κοτταβίζειν,
συβαριάζειν,
345 ἰοῦ ἰοῦ κεκραγέναι.

***
Έρχεται ο Χορός· Αθηναίοι γεωργοί οι περισσότεροι, αλλά και μερικοί άλλοι Έλληνες.
Ο ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Όλοι εδώ με προθυμία! Μπρος, να δούμε λυτρωμό!
Όλοι οι Έλληνες αντάμα, δώστε χέρι, όσο ποτέ·
όχι πια θητείες και λόχοι και στολές στρατιωτικές·
έλαμψε, έλαμψε μια μέρα τώρα αντιλαμαχική.
Στον Τρυγαίο.
Πες μας τί είναι για να γίνει, κάνε εσύ τον αρχηγό·
σήμερα κανέναν κόπο δεν αρνιέμαι ούτε δουλειά·
με λοστούς, με κάθε τρόπο νά ᾽βγει εδώ στο φως η θεά
που τ᾽ αμπέλια διαφεντεύει κι είναι απ᾽ όλες πιο τρανή.
ΤΡΥ. Πάψτε, πάψτε· απ᾽ τη χαρά σας τέτοιες βγάζετε φωνές,
310 που μπορεί ν᾽ ανάψει πάλι κι έξω να ᾽βγει ο Πόλεμος.
ΚΟΡ. Ναι, χαρούμενο μαντάτο τώρα ακούμε· δε μας λεν,
όπως πριν, «παρουσιαστείτε με τροφές για μέρες τρεις».
ΤΡΥ. Φυλαχτείτε μήπως του Άδη ο Κέρβερος, με παφλασμούς
και φωνάρες, όπως τότε που ήταν ζωντανός στη γη,
μας μποδίσει τη θεά μας να τραβήξουμε στο φως.
ΚΟΡ. Ας τη βάλω μια στο χέρι, και δε θα βρεθεί κανείς
που να μου την ξεκολλήσει πίσω πάλι. Τραλαλά!
ΤΡΥ. Χαμηλώστε τις φωνές σας· με πεθαίνετε· θα βγει
να τσαλαπατήσει ο άλλος τούτα που ετοιμάζουμε.
320 ΚΟΡ. Ας πατά, ας ανακατεύει κι όλα ας τα ταράζει αυτός·
στη χαρά μας δε θα βάλει τέρμα σήμερα κανείς.
ΤΡΥ. Τί κακό είναι τούτο, φίλοι; Τρελαθήκατε; Δουλειά
τόσο ωραία μου τη χαλάτε για φιγούρες του χορού.
ΚΟΡ. Μπα, δεν κάνω εγώ φιγούρες, δεν κουνώ τα πόδια μου·
έτσι μόνα τους χορεύουν από την πολλή χαρά.
ΤΡΥ. Όμως τώρα ας μην το κάνουν· για σταμάτα το χορό.
ΚΟΡ. Έχω σταματήσει, ορίστε. ΤΡΥ. Λες, αλλά δε σταματάς.
ΚΟΡ. Ένα βηματάκι μόνο, τούτο δα, κι όχι άλλο πια.
ΤΡΥ. Κάν᾽ το, μα από εκεί και πέρα βάλτε τέρμα στο χορό.
330 ΚΟΡ. Αν αυτό θα σ᾽ ωφελήσει, δε χορεύουμε· καλά.
ΤΡΥ. Κι όμως δεν τον σταματάτε. ΚΟΡ. Μα το Δία, μονάχα αυτό·
το δεξί μας μόνο πόδι ας πάει ψηλά, κι όχι άλλο πια.
ΤΡΥ. Έλα, ας γίνει, το επιτρέπω, μα άλλη ενόχληση όχι πια.
ΚΟΡ. Τώρα ανάγκη αυτό να γίνει βέβαια και για το ζερβό.
Πάει η ασπίδα· αναγαλλιάζω, κλάνω, χαίρομαι, γελώ,
πιο πολύ παρά αν πετούσα τα γεράματα μακριά.
ΤΡΥ. Σίγουρο δεν είναι ακόμα, συγκρατήστε τη χαρά·
σαν την κάμουμε δική μας, τότε, ναι, ξεσπάτε πια,
ξεφωνίζετε, γελάτε·
340 τότε ελεύθερα όλα θα ᾽ναι,
ύπνος, έρωτας, ταξίδια,
καθισιό και πανηγύρια,
κότταβοι και φαγοπότια
και γλυκιά ζωή· θα λέτε
τότε πια όλοι τραλαλά.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΚΡΗΤΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΓΛΑΥΚΟΣ

Ο μύθος του Γλαύκου αντανακλά μια λατρευτική παράδοση για τον θάνατο και την αναγέννηση της ζωής αλλά αποτελεί και αναπαράσταση του τρόπου ταφής και της ταρίχευσης σε πιθάρια, διαπιστωμένα κατά τη μινωική εποχή και γνωστά στους λαούς της Μεσογείου.
 
Ο μικρός Γλαύκος, κυνηγώντας ένα ποντίκι έπεσε σε ένα πιθάρι με μέλι, πνίγηκε και χάθηκε. Μάντεις ή και ο ίδιος ο Απόλλωνας αποκάλυψαν πού ήταν το πτώμα του παιδιού. Οι Κουρήτες του είπαν πως θα μπορούσε να επαναφέρει στη ζωή το παιδί κάποιος που θα περιέγραφε με τον καλύτερο τρόπο το χρώμα μιας αγελάδας που άλλαζε τρεις φορές την ημέρα, πρώτα γινόταν άσπρη, μετά κόκκινη κι ύστερα μαύρη. Ο Μίνωας συγκέντρωσε τους πιο ικανούς για να δοκιμάσουν να περιγράψουν την αγελάδα και μόνο ο μάντης Πολύιδος (ή Πολύειδος) από το Άργος κατάφερε να το κάνει με τον πιο πετυχημένο τρόπο: παρομοίωσε το χρώμα της αγελάδας με των μούρων, αρχικά λευκό, μετά κόκκινο και στην πλήρη ωρίμανση μαύρο. Ο Μίνωας ζήτησε από τον μάντη να επαναφέρει στη ζωή τον Γλαύκο, αλλιώς δεν θα έφευγε από την Κρήτη. Τον έκλεισε στον χώρο όπου είχε βρεθεί το παιδί. Ένα φίδι που πλησίασε το σώμα του παιδιού φόβισε τον Πολύιδο ότι θα μπορούσε να το φάει ή με κάποιο τρόπο να το βλάψει, και γι' αυτό το σκότωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε ένα δεύτερο φίδι κουβαλώντας στο στόμα του ένα χόρτο με το οποίο άγγιξε το ταίρι του και αυτό αναστήθηκε. Ο Πολύ(ε)ιδος άρπαξε το φυτό, έτριψε το σώμα του παιδιού και έτσι ο Γλαύκος επανήλθε στη ζωή.
 
Ο Μίνωας επέτρεψε στον μάντη να φύγει, αφού πρώτα μυούσε τον Γλαύκο στην τέχνη της μαντικής. Ο Πολύ(ε)ιδος δίδαξε ό,τι έπρεπε να διδάξει στον νεαρό μαθητή του όμως τον έκανε να τα ξεχάσει όλα, όταν, μπαίνοντας στο καράβι που θα τον έφερνε μακριά του (στο Άργος ή την Κόρινθο), του ζήτησε να φτύσει μέσα στο στόμα του. Ο μύθος θυμίζει την ιστορία του Απόλλωνα και της Κασσάνδρας.
 
Ελληνιστικό ιερό του Γλαύκου ανασκάφτηκε στην Κνωσό.
 
Λεγόταν ότι το μυστικό του βοτανιού που ανέστησε τον Γλαύκο το διαφύλαξε ο Ασκληπιός και ότι το ίδιο το βοτάνι το φύλαξε στο φαρμακείο που είχε από ελεφαντόδοτο. Αυτό το βοτάνι το χρησιμοποίησε, ύστερα από παράκληση της Άρτεμης, για να αναστήσει τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα που ερωτεύτηκε η δεύτερη γυναίκα του από την Κρήτη, η Φαίδρα. Εξαιτίας αυτού του έρωτα ο Ιππόλυτος σκοτώθηκε, ενώ η παρέμβαση του Ασκληπιού προκάλεσε αναστάτωση στον κόσμο των θεών, καθώς διαταρασσόταν η αρχή που ήθελε τους ανθρώπους να γεννιούνται και να πεθαίνουν (Παυσ. 2.27.4).

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ: Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1913 (ΜΕΡΟΣ Γ΄)

Η ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 

ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ ΣΤΟ ΠΕΤΣΟΒΟ KAI ΣΤΗ ΜΑΧΟΜΙΑ

Το πρωί της 15ης Ιουλίου, ενώ οι Ελληνικές δυνάμεις συνέχιζαν με την 4η και τη 2η Μεραρχία την επίθεση κατά του υψώματος Χασάν Πασά και με την 1η, 5η, 6η και 7η καταλάμβαναν τη γραμμή χωριό Τσέροβο-ύψωμα Αρισβένιτσα, την οποία οι Βούλγαροι είχαν εγκαταλείψει την προηγούμενη νύχτα, η 2η Βουλγαρική Στρατιά αντεπιτέθηκε κατά της 3ης και 10ης Μεραρχίας στα υψώματα Μπεγιάζ Τεπέ και Ζανόγκα, καθώς και κατά του αποσπάσματος της 7ης Μεραρχίας στη Μαχομία, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αναχαιτίσει την Ελληνική προέλαση...

H αντεπίθεση αυτή αιφνιδίασε τον Ελληνικό στρατό και προς στιγμή η κατάσταση παρουσιάστηκε απειλητική, αλλά τελικά χάρη στο θάρρος και στην αποφασιστικότητα των Ελληνικών τμημάτων, η επίθεση των Βούλγαρων αποκρούστηκε με επιτυχία. Στα υψώματα Μπεγιάζ Τεπέ και Ζανόγκα η Βουλγαρική επίθεση κατά της 3ης και 10ης Μεραρχίας άρχισε με νυχτερινή ενέργεια κατά των προφυλακών της 3ης Μεραρχίας και συνεχίστηκε από τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Ιουλίου με γενική κατά μέτωπο επίθεση και του αριστερού πλευρού των δύο μεραρχιών.

Ταυτόχρονα, ισχυρές Βουλγαρικές δυνάμεις, ακολουθώντας την κοιλάδα του ποταμού Μπρεγκαλνίτσα, κινήθηκαν προς το Πέτσοβο σε μια προσπάθεια να κυκλώσουν από τα αριστερά τις Ελληνικές δυνάμεις. O διοικητής της 3ης Μεραρχίας, υποστράτηγος Δαμιανός, διαβλέποντας έγκαιρα τον κίνδυνο κυκλώσεως της μεραρχίας του, οπότε θα δημιουργούνταν σοβαρή απειλή και κατά του μοναδικού οδικού άξονα συγκοινωνίας του Ελληνικού στρατού διαμέσου των Στενών της Κρέσνας, αποφάσισε να συμπτύξει σταδιακά τις δυνάμεις του προς τα υψώματα Καδίτσα και Πέτσοβο.

H σύμπτυξη της 3ης Μεραρχίας άρχισε στις 08:00 και παρά την ισχυρότατη εχθρική πίεση, έγινε με απόλυτη τάξη στα υψώματα ανατολικά του Πετσόβου. H 10η Μεραρχία, αφού απέκρουσε τις πρωινές ώρες αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις και πέτυχε όχι μόνο να κρατήσει τις θέσεις της στο ύψωμα Ζανόγκα, αλλά και να καταδιώξει τους Βούλγαρους προς τη γραμμή εξόρμησής τους, άρχισε και αυτή από το μεσημέρι να συμπτύσσεται σταδιακά προς τη γραμμή των υψωμάτων Μπούκοβικ-Καδίτσα, όπου τελικά εγκαταστάθηκε.

H Βουλγαρική επίθεση κατά του αποσπάσματος της 7ης Μεραρχίας, που ήταν στη Μαχομία, εκδηλώθηκε το απόγευμα της 15ης Ιουλίου, από την κατεύθυνση του χωριού Μπελίτσα. Το Ελληνικό απόσπασμα, παρόλο που αντιμετώπιζε πολύ μεγαλύτερες εχθρικές δυνάμεις, κατόρθωσε να διατηρήσει τις θέσεις του μέχρι το βράδυ, οπότε συμπτύχθηκε από τη Μαχομία στον αυχένα του Πρεντέλ Χαν.

Σε ενίσχυσή του έσπευσε ένα σύνταγμα πεζικού της 7ης Μεραρχίας, που κινούνταν προς το ύψωμα Αρισβάνιτσα, και όταν άρχισε η Βουλγαρική επίθεση, βρισκόταν στο ύψος του χωριού Γκράντεβο. Λόγω, όμως, της κόπωσης των ανδρών, η κίνηση του συντάγματος ήταν βραδεία και μόλις το πρωί της 16ης Ιουλίου μπόρεσε να φθάσει στο Πρεντέλ Χαν και να μετάσχει στη μάχη που διεξαγόταν εκεί.

Στο μεταξύ, το Γενικό Στρατηγείο, επειδή διέβλεπε και αυτό τη σοβαρή απειλή που δημιουργούνταν για τα νώτα των Ελληνικών δυνάμεων από την κατεύθυνση του Πετσόβου και επειδή εκτιμούσε ότι κάθε απόπειρα υποχώρησης μπορούσε να κλονίσει τη συνοχή και το ηθικό του Ελληνικού στρατού, αποφάσισε να αντιδράσει αμέσως, εντείνοντας την πίεση προς το ύψωμα Χασάν Πασά. Αν οι Ελληνικές δυνάμεις καταλάμβαναν το ύψωμα αυτό, θα μπορούσαν να προσβάλουν τα νώτα των Βουλγαρικών δυνάμεων που ήταν στην κοιλάδα του Μπρεγκαλνίτσα, να τις απομονώσουν και να παραλύσουν την επίθεσή του.


Με βάση τον παράτολμο αυτό ελιγμό, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε στις 15 Ιουλίου το βράδυ τις διαταγές του, με τις οποίες καθόριζε σε γενικές γραμμές τις εξής αποστολές: οι 3η και 10η Μεραρχίες να διατηρήσουν με κάθε θυσία τις θέσεις τους στο Πέτσοβο και στο ύψωμα Καδίτσα, μέχρις ότου επηρεασθούν οι ενέργειες των Βουλγάρων από την επίθεση των υπολοίπων Ελληνικών δυνάμεων προς το Χασάν Πασά και της Σερβικής στρατιάς προς το ύψωμα Τσούκα Γκόλεκ και το χωριό Τσάρεβο Σέλο.

Οι 2η και 4η Μεραρχίες, συγκροτώντας ίδιο τμήμα στρατιάς υπό το διοικητή της 4ης Μεραρχίας, υποστράτηγο Μοσχόπουλο Κωνσταντίνο, να επιτεθούν κατά του υψώματος Χασάν Πασά, για να βοηθήσουν τον αγώνα των 3ης και 10ης Μεραρχιών. H 5η Μεραρχία να διαβεί τον Στρυμόνα και να επιτεθεί προς την κατεύθυνση του χωριού Μποστάντσα. H 1η Μεραρχία να καταλάβει τα υψώματα νότια της Τζουμαγιάς, ενώ η 7η να σταθεροποιηθεί στο ύψωμα Αρισβάνιτσα και να εξασφαλίσει το ανατολικό πλευρό της 1ης Μεραρχίας.

Τέλος, η 6η Μεραρχία να συγκεντρωθεί νότια της Μποστάντσας, ως εφεδρεία, και η ταξιαρχία ιππικού να αποστείλει ισχυρές αναγνωρίσεις προς τα βόρεια και να προελάσει με τον όγκο της προς το Τσάρεβο Σέλο, καλύπτοντας το ανατολικό πλευρό της 2ης Μεραρχίας.

Παράλληλα, με επείγον τηλεγράφημα προς τον πρωθυπουργό, ανέφερε την κρίσιμη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στο αριστερό της Ελληνικής διάταξης (3η και 10η Μεραρχία), εξαιτίας της προσωρινής αδράνειας που επέδειξε ο Σερβικός στρατός, ο οποίος επέτρεψε στους Βούλγαρους να μεταφέρουν ισχυρές δυνάμεις απέναντι από τις Ελληνικές, προσθέτοντας ότι ο στρατός του έφθασε στα φυσικά και ηθικά όρια της αντοχής του και ότι κάτω από τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί πλέον να επιμένει στην άρνηση σύναψης ανακωχής ή εκεχειρίας με τους Βούλγαρους.

OI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ TOY ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΙΣ 16 KAI 17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1913 KAI TO ΤΕΛΟΣ TOY ΠΟΛΕΜΟΥ

Στις 16 Ιουλίου, οι Βούλγαροι συνέχισαν με αμείωτη ένταση τις επιθέσεις τους κατά των δύο άκρων, δεξιού και αριστερού, της Ελληνικής διάταξης, χωρίς, όμως, να μπορέσουν και πάλι να πετύχουν κάποιο καθοριστικό γι' αυτούς αποτέλεσμα. H μόνη σημαντική επιτυχία τους κατά την ημέρα αυτή ήταν η κατάληψη του αυχένα Πρεντέλ Χαν στο δεξιό άκρο της Ελληνικής παράταξης, ύστερα από αλλεπάλληλες προσπάθειες και πολλαπλάσιες δυνάμεις κατά του 19ου συντάγματος πεζικού της 7ης Μεραρχίας που αμυνόταν εκεί.

Αντίθετα, οι λοιπές Ελληνικές δυνάμεις, παρά την ασφυκτική πίεση που δέχθηκαν, κατόρθωσαν όχι μόνο να διατηρήσουν ανέπαφη την τοποθεσία που κατείχαν, αλλά και να προωθήσουν τη διάταξή τους στα δυτικά του Στρυμόνα, προκειμένου την επομένη να εκτοξεύσουν την επίθεση κατά του υψώματος Χασάν Πασά, που προβλεπόταν από το σχέδιο του Γενικού Στρατηγείου.


Στο μεταξύ, οι Σέρβοι πληροφόρησαν το Γενικό Στρατηγείο ότι άρχισε η επίθεση της 3ης Σερβικής Στρατιάς προς το Τσούκα Γκόλεκ και το Τσάρεβο Σέλο, η οποία εξελισσόταν ευνοϊκά. Εξάλλου, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος από το Βουκουρέστι γνώρισε στον Αρχιστράτηγο Βασιλιά Κωνσταντίνο ότι ο πρωθυπουργός της Ρουμανίας, Μαγιορέσκου, συμφώνησε να εισηγηθεί στην πρώτη συνεδρίαση της 8ης συνδιάσκεψης του Βουκουρεστίου, που επρόκειτο να γίνει στις 17 Ιουλίου, την υπογραφή πενθήμερης ανακωχής των εχθροπραξιών, που θα άρχιζε από την επομένη.

Τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Ιουλίου, οι Βούλγαροι πραγματοποίησαν σειρά επιθέσεων κατά των προωθημένων θέσεων της 10ης Μεραρχίας και από το πρωί της 17ης Ιουλίου εξαπέλυσαν νέα γενική επίθεση κατά του μετώπου των δύο μεραρχιών, 3ης και 10ης. Παρά τη σφοδρότητα της Βουλγαρικής επίθεσης και την ισχυρή υποστήριξή της από μεγάλο όγκο πυροβολικού, οι 3η και 10η Μεραρχίες κατόρθωσαν να κρατήσουν σταθερά τις θέσεις τους στα υψώματα Μπούκοβικ και Καδίτσα μέχρι τις απογευματινές ώρες, οπότε άρχισε να χαλαρώνει η πίεση των Βουλγάρων.

Οι Βούλγαροι, μετά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες και τις μεγάλες απώλειές τους, αλλά και επειδή διέτρεχαν τον κίνδυνο να αποκοπούν από την απειλητική προέλαση του τμήματος στρατιάς Μοσχόπουλου (2η και 4η Μεραρχία) προς το ύψωμα Χασάν Πασά, εγκατέλειψαν κάθε παραπέρα προσπάθειά τους και υποχώρησαν προς τα βόρεια.

Το πρωί της ίδιας ημέρας (17 Ιουλίου), το τμήμα στρατιάς Μοσχόπουλου εξαπέλυσε επίθεση κατά του υψώματος Χασάν Πασά με την 4η Μεραρχία και ένα σύνταγμα της 2ης Μεραρχίας. H προώθηση των ελληνικών τμημάτων, παρά τη σθεναρή βουλγαρική άμυνα, συνεχίσθηκε όλη την ημέρα και τις βραδινές ώρες οι ελληνικές δυνάμεις εγκατέστησαν τμήματα κάλυψης κοντά στην κορυφογραμμή του υψώματος Χασάν Πασά, την οποία δεν μπόρεσαν να καταλάβουν, παρά τη μαχητικότητα και τον ηρωισμό των ανδρών της.

Επίσης, την ίδια ημέρα η 7η Μεραρχία κατευθύνθηκε από το ύψωμα Αρισβάνιτσα, με το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών της προς το Πρεντέλ Χαν, αφήνοντας μόνο ένα σύνταγμα στο ύψωμα Αρισβάνιτσα. H επέμβαση της μεραρχίας ήταν ταχύτατη και απέβλεπε στην προσβολή των βουλγαρικών δυνάμεων από τα βόρεια, προς την κατεύθυνση του υψώματος Καπατνίκ, για την αποκοπή της οδού υποχώρησής τους προς τη Μαχομία, με ταυτόχρονη μετωπική επίθεση για την ανακατάληψη του Πρεντέλ Χαν.

H μετωπική επίθεση κατά του Πρεντέλ Χαν εκδηλώθηκε νωρίς το πρωί και το απόγευμα κατόρθωσε να εκδιώξει τους Βούλγαρους και να καταλάβει τα ανατολικά υψώματά του. Αντίθετα, οι δυνάμεις που κινήθηκαν από το ύψωμα Αρισβάνιτσα προς το Καπατνίκ συνάντησαν μεγάλη βουλγαρική αντίδραση και δέχτηκαν πολλές πλευρικές επιθέσεις και μόλις το βράδυ κατόρθωσαν να φθάσουν στα βορειοδυτικά του υψώματος Καπατνίκ. Οι απώλειες της μεραρχίας κατά την ημέρα αυτή ήταν πολύ μεγάλες και ανήλθαν σε 11 αξιωματικούς και 238 οπλίτες νεκρούς και 17 νεκρούς και 1.062 οπλίτες τραυματίες.


Ετσι, το βράδυ της 17ης Ιουλίου, οι 10η και 3η Μεραρχίες (αριστερό της παράταξης) διατηρούσαν σταθερά τις θέσεις τους στα υψώματα Μπούκοβικ και Καδίτσα, η 7η (αριστερό της παράταξης) κατείχε τα ανατολικά υψώματα του Πρεντέλ Χαν, τα βόρεια υψώματα του Καπατνίκ και το ύψωμα Αρισβάνιτσα, και στο κέντρο η 2η και η 4η Μεραρχία βρίσκονταν σε στενή επαφή με την κύρια γραμμή αντίστασης των Βουλγάρων στο ύψωμα Χασάν Πασά και ετοιμάζονταν να επαναλάβουν την επίθεσή τους την επομένη, 18 Ιουλίου, η οποία όμως τελικά δεν έγινε, αφού από την ημέρα αυτή τέθηκε σε ισχύ η ανακωχή μεταξύ των εμπολέμων και διακόπηκαν οι εχθροπραξίες.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΗ

Η 2η Βουλγαρική στρατιά υπό τον Ivanov ήταν παρατεταγμένη στη γραμμή Δοϊράνη-Κορώνεια-Βόλβη. Σύμφωνα με τη επίσημη Βουλγαρική έκθεση επιχειρήσεων(1932) η δύναμή της αριθμούσε 108.000 στρατιώτες σύμφωνα με μεταγενέστερη έκδοση(1941) 80.000 και 175 πυροβόλα. Οι Βούλγαροι είχαν οχυρωθεί σε στρατηγικές τοποθεσίες. Στο Κιλκίς είχαν κατασκευάσει ισχυρές οχυρώσεις.

Η 2η, 4η και 5η Ελληνική μεραρχία ξεκίνησε(03/07) την επίθεση, υποστηριζόμενη από πυροβολικό. Παρόλο που υπήρξαν σημαντικές απώλειες κατάφεραν να προωθηθούν. Η 7η μεραρχία κατέλαβε τη Νιγρίτα και η 1η και 6η τον Λαχανά. Το Δ άκρο του μετώπου, στους Ευζώνους καταλήφθηκε ύστερα από έφοδο, απειλώντας όποια ενέργεια για Βουλγαρική υποχώρηση. Από φόβο κυκλωτικής ενέργειας το Βουλγαρικό επιτελείο διέταξε σύμπτυξη η οποία μετατράπηκε εν μέρει και σε άτακτη υποχώρηση. Οι Βουλγαρικές ενισχύσεις καθυστέρησαν να μεταβούν στο μέτωπο.

Οι Ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν(05/07) την Δοϊράνη, όμως δεν κατάφεραν να κυκλώσουν τον Βουλγαρικό στρατό. Στη συνέχεια με συνδυασμένες Ελληνοσερβικές ενέργειες, οι Βούλγαροι απωθήθηκαν(11/07) προς Βορά, κατά μήκος του π. Στρυμόνα. Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων απελευθερώθηκαν από τον Ελληνικό στρατό, Σιδηρόκαστρο, Σέρρες. Ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν βαθιά στο Βουλγαρικό έδαφος, ακόμα και σε εδάφη της «Παλαιάς Βουλγαρίας» (1878-1912), απειλώντας την Σόφια από Νότο.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ

Όταν ο Σερβικός στρατός σταμάτησε τις επιχειρήσεις, ο διάδοχος Κωνσταντίνος πιστεύοντας ότι οι Βούλγαροι είχαν ηττηθεί συνέχισε την προέλαση του Ελληνικού Στρατού Βόρεια παρά τις αντιρρήσεις του Βενιζέλου για να συντρίψει και ταπεινώσει τους Βουλγάρους. Οι Ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν στα στενά της Kresna (24/07). Ταυτόχρονα, οι Βούλγαροι μετέφεραν δυνάμεις από το Σερβικό μέτωπο ενώ οι Ελληνικές δυνάμεις προήλασαν κατά μήκος του π. Στρυμόνα διαδοχικά από Kresna σε Simitli και τελικά έφτασαν στην Dzhumaya (Blagoevgrad).

Ο Ελληνικός στρατός, λόγω εφοδιαστικών προβλημάτων και εξάντλησης από την επίμονη επέλαση, αναγκάστηκε να ανακόψει την πορεία του. Σ’ αυτό το σημείο και οι 2 πλευρές θεώρησαν ότι περαιτέρω παράταση των συγκρούσεων δεν οδηγούσε πουθενά και συμφώνησαν σε ανακωχή. Ρουμανία και Οθωμανική Αυτοκρατορία, επωφελούμενες από τη δύσκολη θέση της Βουλγαρίας, της κήρυξαν τον πόλεμο και προέλασαν χωρίς αντίσταση στο Βουλγαρικό έδαφος.


OI ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ TOY ΣΕΡΒΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Τη νύχτα της 16ης προς 17η Ιουνίου, που οι Βούλγαροι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά των Ελλήνων, επιτέθηκαν και κατά των Σέρβων. H 7η και μέρος της 4ης Βουλγαρικής Μεραρχίας ενεργούσαν κατά της 1ης Σερβικής Στρατιάς, ενώ η 8η και μέρος της 2ης εναντίον της 3ης Σερβικής Στρατιάς. Στις 17 Ιουνίου, οι Βούλγαροι κατέλαβαν τη Γευγελή, το Ιστίπ και το Ρέκτι-Μπούκι.

Το μεσημέρι της 17ης Ιουνίου, οι Σέρβοι εξαπέλυσαν γενική επίθεση με την 1η Στρατιά, η οποία κατέλαβε το Δρένεκ και ανέκτησε ολόκληρη τη δεξιά όχθη του ποταμού Σλέτοσκα. Απαραίτητη για τους Βούλγαρους ήταν η κατάληψη του Κριβολάκ, γιατί ήθελαν να διακόψουν την επαφή Ελλήνων και Σέρβων.

Τη νύχτα της 19ης προς 20η Ιουνίου, η 3η Σερβική Στρατιά, που μέχρι τότε δεν είχε σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες, κατόρθωσε και αυτή να ανακόψει τη Βουλγαρική προέλαση. Την ίδια ημέρα, η 1η Σερβική Στρατιά άρχισε νέα επίθεση, που συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα, οπότε οι Βούλγαροι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. H 7η βουλγαρική Μεραρχία και στη συνέχεια η 8η υποχώρησαν προς τα Κότσανα, που καταλήφθηκαν από τους Σέρβους, στις 21 Ιουνίου.

Στις 24 Ιουνίου, η 3η Σερβική Στρατιά ανακατέλαβε το Κριβολάκ και έθεσε υπό την κατοχή της την αριστερή όχθη του Μπρεγκαλνίτσα. H επίθεση συνεχίστηκε και στις 25 Ιουνίου, κυρίως προς το Ιστίπ, που καταλήφθηκε χωρίς μάχη. Οι πολεμικές αυτές επιχειρήσεις από τις 17 έως τις 26 Ιουνίου 1913, είναι γνωστές στη στρατιωτική ιστορία ως επιχειρήσεις του Μπρεγκαλνίτσα, οι οποίες προκάλεσαν μεγάλες απώλειες και στους δύο αντιπάλους.

Στο μεταξύ, ο Βούλγαρος στρατηγός, Ράτκο Δημήτριεφ, που από τις 21 Ιουνίου 1913 ανέλαβε τα καθήκοντα του βοηθού αρχιστράτηγου, επιδίωξε να φέρει αντιπερισπασμό στο Σερβικό μέτωπο, με κάποια δράση βορειότερα στο Εγκρί Παλάνκα. O αντιπερισπασμός, όμως, αυτός δεν απέβλεπε σε κάποιο οριστικό σχέδιο, αλλά απλώς σε τοπικούς αγώνες και ως μόνο αποτέλεσμα είχε την άσκοπη αιματοχυσία και από τα δύο μέρη.

Στο Εγκρί Παλάνκα είχαν τοποθετηθεί οι δύο Σερβικές μεραρχίες του Δούναβη, οι οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν την 4η Βουλγαρική Στρατιά, καθώς και μέρος της 5ης. Στις 20 Ιουνίου, οι Βούλγαροι κατείχαν την αριστερή όχθη της Νουμπροβνίτσας, αλλά μετά την απώθηση των Βουλγάρων στο Μπρεγκαλνίτσα, έφθασαν εκεί Σερβικές ενισχύσεις και στις 4 Ιουλίου, η 1η Σερβική Στρατιά εξαπέλυσε τοπική επίθεση.


Τρεις ημέρες αργότερα, εξαπολύθηκε νέα τοπική επίθεση από τη μεραρχία του Δούναβη. Στα παλαιά Σερβοβουλγαρικά σύνορα, οι επιχειρήσεις είχαν δευτερεύουσα σημασία, γιατί οι Βούλγαροι αποσκοπούσαν κυρίως να εμποδίσουν την προέλαση των Σέρβων προς την πεδιάδα της Σόφιας.

ΡΟΥΜΑΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

H Ρουμανία καιροφυλακτούσε μέχρι την τελευταία στιγμή και όταν συνειδητοποίησε ότι η πλάστιγγα έκλινε κατά της Βουλγαρίας, αποφάσισε να επέμβει ενόπλως, αφενός για να επωφεληθεί εδαφικά από την κατάληψη της νότιας Δοβρουτσάς, αφετέρου για να παρουσιασθεί ως δύναμη που κρατούσε τα σκήπτρα και την ηγεμονία στα Βαλκάνια.

Επιστράτευσε πέντε σώματα στρατού και δύο μεραρχίες ιππικού, συνολικής δύναμης 200.000 ανδρών και 500 πυροβόλων υπό την αρχιστρατηγία του διαδόχου Φερδινάνδου, με επιτελάρχη το στρατηγό Αβαρέσκο, και στις 27 Ιουνίου κήρυξε τον πόλεμο κατά της Βουλγαρίας. H ρουμανική προέλαση δεν συνάντησε σχεδόν καμία αντίσταση. Το 5ο ρουμανικό Σώμα Στρατού ανέλαβε την κατάληψη της νότιας Δοβρουτσάς.

Δύο φάλαγγες βάδισαν προς το Μπάλτσικ. Την πρώτη ημέρα του πολέμου καταλήφθηκε η Σιλίστρια. Στις 30 Ιουνίου, οι Ρουμάνοι εισέβαλαν στο Τουρτουκάϊ και στις 2 Ιουλίου στη Βάρνα. H προέλαση των Ρουμάνων προς τη Σόφια δεν συνάντησε καμία αντίσταση. Ετσι, την ημέρα της ανακωχής (18 Ιουλίου), ο ρουμανικός στρατός απείχε από τη Σόφια 30 χιλιόμετρα περίπου και οι αντιμαχόμενοι αποδέχθηκαν τους όρους της ανακωχής.


ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΘΡΑΚΗ

Εκτός από τη Ρουμανία και η Τουρκία, καθώς καταβάλλονταν η Βουλγαρία, έσπευσε να ανακαταλάβει χαμένα εδάφη, κυρίως την Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησιές. Για το σκοπό αυτό συγκροτήθηκε στρατιά από πέντε σώματα στρατού, πολύ μικρής δύναμης, και μια ταξιαρχία ιππικού υπό την αρχιστρατηγία του Αχμέτ Ιζέτ πασά, που άρχισε στις 29 Ιουνίου την προέλασή της προς τη Θράκη.

Την 1η Ιουλίου κατέλαβε το Μουρατλί και την Ιστράντζα και την επομένη έφθασε στο Λουλέ Μπουργκάς. Στις 6 Ιουλίου έφθασε μπροστά στις Σαράντα Εκκλησιές και στην Αδριανούπολη, τις οποίες κατέλαβε τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Ιουλίου.


ΟΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ

Παρά τη μεταφορά της διαμάχης από τα μακεδονικά οροπέδια στα σαλόνια του Βουκουρεστίου, ήταν σίγουρο ότι και αυτή η μάχη θα ήταν εξίσου σκληρή. Ο Βενιζέλος καλείτο τώρα να δώσει τη μάχη για λογαριασμό της Ελλάδας στο διπλωματικό πεδίο, γνωρίζοντας ότι τα εμπόδια που θα συναντούσε θα ήταν πολλά. Με δεδομένη τη γενική εικόνα της Ελλάδας και τη δυσμενή κατάσταση (διπλωματικά και στρατιωτικά), έπρεπε να χειρισθεί το ζήτημα με μεγάλη σταθερότητα αλλά παράλληλα με πνεύμα συμβιβασμού.

Οι διπλωματικές πιέσεις των μεγάλων Ευρωπαϊκών δυνάμεων, οι υπερβολικές διεκδικήσεις της Βουλγαρίας και η αδιάλλακτη στάση του Κωνσταντίνου αποτελούσαν ως έναν βαθμό εμπόδιο στις διαπραγματευτικές κινήσεις του. Οι συνοριακές διαφορές των Σέρβων και των Ρουμάνων με τη Βουλγαρία διευθετήθηκαν στο συνέδριο σχεδόν αμέσως. Το παιχνίδι θα παιζόταν και πάλι μεταξύ της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. 

Όλο το διπλωματικό βάρος των Βουλγάρων συγκεντρωνόταν σε ένα σημείο: ό,τι απέμενε πλέον από τα μεγαλεπήβολα σχέδιά τους για έξοδο σε τέσσερις θάλασσες ήταν να διατηρήσουν όσο το δυνατό περισσότερη έκταση παραλίων του Αιγαίου και ένα τουλάχιστον αξιόλογο λιμάνι. Στις αξιώσεις αυτές οι Βούλγαροι δεν ήταν μόνοι, αλλά διέθεταν την υποστήριξη της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας. Έτσι, το διπλωματικό πεδίο ήταν σίγουρα ευνοϊκό γι’ αυτούς. 

Ο Ρώσος υπουργός των Εξωτερικών, Σαζόνωφ, παίζοντας ακόμη πιο σκληρά το διπλωματικό παιχνίδι, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάδα διαθέτει τόσα λιμάνια ώστε να μη γνωρίζει πώς θα τα χρησιμοποιήσει. Θα λάβει τη Θεσσαλονίκη. Ανατολικά της Θεσσαλονίκης μόνο η Καβάλα είναι δυνατό να αποτελέσει ένα αξιόλογο λιμάνι… Είναι δίκαιο η Βουλγαρία να έχει λιμάνι στη θάλασσα του Αιγαίου…».

Από την πρώτη κιόλας επίσημη συνάντηση των Ελλήνων με τους Βουλγάρους κατέστη σαφέστατο ότι η διάσκεψη θα επικεντρωνόταν αποκλειστικά στη διεκδίκηση της Καβάλας. Οι Βούλγαροι πρότειναν η συνοριακή γραμμή να αρχίζει από τον κόλπο του Ορφανού και να συνεχίζεται με τέτοιον τρόπο, ώστε όλη σχεδόν η ανατολική Μακεδονία (και φυσικά και η Καβάλα) να περιέλθει στη Βουλγαρία.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, ζήτησε η μεθόριος να αρχίζει μερικά χιλιόμετρα δυτικά του Δεδέαγατς, δηλαδή τη λεγόμενη γραμμή της Μάκρης (δυτικά της Αλεξανδρούπολης). Επιχειρήματα του Βενιζέλου για τις αξιώσεις της Ελλάδας αποτελούσαν κατ’αρχάς το γεγονός της εθνολογικής σύνθεσης του πληθυσμού (το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αποτελείτο από Έλληνες) και επίσης η δημιουργία ισορροπίας μεταξύ των τεσσάρων κρατών, Ελλάδας, Βουλγαρίας, Σερβίας και Ρουμανίας. 


Ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο ο Βενιζέλος ζητούσε τη γραμμή της Μάκρης ήταν ότι σε περίπτωση ανάγκης θα μπορούσε τουλάχιστον να κρατήσει τη συνοριακή γραμμή του Νέστου. Το συνέδριο είχε διαιρεθεί σε δύο στρατόπεδα. Με το μέρος της Βουλγαρίας τάσσονταν, όπως προαναφέραμε, η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Η τελευταία, μάλιστα, διεμήνυε ότι θα υποστήριζε τη Βουλγαρία ακόμη και με στρατιωτικά μέσα, ενώ η Αγγλία και η Ιταλία παρέμεναν επιφυλακτικές. 

Η μόνη χώρα που παρέμενε στο πλευρό της Ελλάδας ήταν η Γαλλία, η οποία όμως έβλεπε ότι με τη στάση της έθετε σε κίνδυνο τη συμμαχία της με τη Ρωσία. Ο Βενιζέλος κατάλαβε ότι η Ελλάδα χρειαζόταν βοήθεια και για τον σκοπό αυτό πληροφόρησε τον Κωνσταντίνο ότι η συνδρομή της Γερμανίας θα ήταν πολύτιμη.

Ο Βασιλιάς, με τηλεγράφημά του στις 17 Ιουλίου 1913 προς τη σύζυγό του Σοφία, της ζήτησε να στείλει μήνυμα προς τον αδελφό της Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ με την παράκληση να βοηθήσει την Ελλάδα στο θέμα της Καβάλας. Πράγματι, μετά το μήνυμα της Σοφίας ο Γερμανός αυτοκράτορας τηλεγράφησε προς τον Βασιλιά της Ρουμανίας Κάρολο, που είχε διαιτητικό ρόλο στο συνέδριο, τα εξής: 

«Βερολίνον 19 Ιουλίου 1913. 
 
Αυτού Μεγαλειότητα Βασιλέα Βουκουρεστίου. Δύνασαι να κάμης τίποτε διά την Καβάλαν; Αποβλέπω συμπαθώς εις το ζήτημα τούτο. Εγκαρδίους χαιρετισμούς και ευχάς διά την επιτυχίαν σου. 
 
Γουλιέλμος».

Αυτή η ανέλπιστη ενίσχυση της Γερμανίας ήταν πράγματι πολύτιμη για την Ελλάδα, δεν στάθηκε όμως ικανή να κάμψει τη Βουλγαρική αδιαλλαξία. Ο Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος να φθάσει ακόμη και μέχρι τον πόλεμο για το θέμα της Καβάλας, γνώριζε όμως ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Ελλάδα θα πολεμούσε μόνη εναντίον των Βουλγάρων, γιατί ούτε η Γαλλία ούτε η Γερμανία ήταν διατεθειμένες να εμπλακούν σε πόλεμο για τα παράλια του Αιγαίου. 

Παρόλο που η περίπτωση πολέμου δεν αποκλειόταν, ο Βενιζέλος ήθελε να εξαντλήσει κάθε ειρηνικό μέσο για την επίλυση του θέματος. Η Σερβία και η Ρουμανία διεμήνυαν στον Βενιζέλο ότι ήταν απαραίτητη κάποια υποχωρητικότητα από την πλευρά της Ελλάδας, ώστε να παρουσιασθεί η Βουλγαρία ως αδιάλλακτη. Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατάλαβε ότι, για να σώσει την Καβάλα, έπρεπε να θυσιάσει τη γραμμή της Μάκρης και, σε έσχατη περίπτωση, ακόμη και αυτή του Πόρτο - Λάγος. 


Προτού παρουσιάσει τις νέες προτάσεις στο συνέδριο, ο Βενιζέλος ζήτησε την έγκριση του Κωνσταντίνου, εξηγώντας ότι η γραμμή Νέστου ήταν το μέγιστο που θα μπορούσε να επιτύχει η Ελλάδα, αλλά και το ελάχιστο το οποίο θα δεχόταν. Η απάντηση του Βασιλιά ήταν σαφής: «Ως τελευταίον όριον δέχομαι την γραμμήν του Νέστου, εάν είναι τελείως αδύνατον να εκταθώμεν περισσότερον». 

Με τη στήριξη του Κωνσταντίνου ο Βενιζέλος έκανε γνωστές τις νέες προτάσεις της Ελλάδας, περιορίζοντας έτσι τις αξιώσεις της από τη γραμμή της Μάκρης στη γραμμή Πόρτο - Λάγος. Οι Βούλγαροι αρνήθηκαν κατηγορηματικά τη νέα πρόταση του Βενιζέλου επιδεικνύοντας για μια ακόμη φορά αδιαλλαξία προς την Ελλάδα, η οποία τώρα παρουσιαζόταν διαλλακτική, κερδίζοντας παράλληλα με τη στάση της τη Ρουμανία και τη Σερβία, οι οποίες τάσσονταν πλέον ανοικτά στο πλευρό της. 

Ο έξυπνος διπλωματικός ελιγμός του Βενιζέλου δυστυχώς αμαυρώθηκε από ένα αιφνίδιο τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου, με το οποίο ο Βασιλιάς κατηγορούσε τον Βενιζέλο για αδικαιολόγητη υποχωρητικότητα: «Λυπούμαι υπερβολικά, διότι τόσον ταχέως εφθάσατε εις το μίνιμουμ των αξιώσεών μας. Εάν οι Βούλγαροι δεν υποχωρήσουν και τώρα, θα αναγκασθείτε να υποχωρήσετε και πάλιν και χάνομεν το ελάχιστον, το οποίο διεκδικούμεν». 

Ο Κωνσταντίνος δεν διέβλεπε την ανάγκη υποχώρησης από τη γραμμή της Μάκρης και η αψυχολόγητη επέμβασή του, η οποία άφησε εμβρόντητο τον Βενιζέλο, σίγουρα δεν βοηθούσε την εθνική υπόθεση. Με μια μακροσκελή έκθεσή του ο Βενιζέλος διεμήνυσε στον Κωνσταντίνο ότι η στάση του θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυθαίρετη και ασυνάρτητη, εάν αναιρούσε και πάλι όσα είχε δεχθεί προηγουμένως, και κατέληγε υποβάλλοντας την παραίτησή του. 

Το συνέδριο κινδύνευε για μια ακόμη φορά να τερματισθεί, και μάλιστα με καταστρεπτικές για την Ελλάδα συνέπειες. Ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε το λάθος του και με ένα νέο μήνυμα παρακάλεσε τον Βενιζέλο να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις, διαβεβαιώνοντάς τον παράλληλα ότι σκοπός του δεν ήταν να επιβάλει τη γνώμη του, αλλά μόνο να εκφράσει τα αισθήματά του. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η Ελλάδα, με την ανοικτή υποστήριξη της Γαλλίας, της Γερμανίας, αλλά και της Σερβίας και της Ρουμανίας, έφερε τη Βουλγαρία σε δύσκολη θέση. 

Η τελευταία, αντιμέτωπη με την ενισχυμένη θέση της Ελλάδας και τις πιέσεις των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δέχθηκε τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η Καβάλα είχε σωθεί. Με την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου, στις 28 Ιουλίου 1913, καθορίσθηκαν τα νέα σύνορα μεταξύ της Βουλγαρίας από τη μια πλευρά, και της Ρουμανίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ελλάδας από την άλλη. 


Η νέα συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας άρχιζε από τα Βουλγαροσερβικά σύνορα (συγκεκριμένα από το όρος Μπέλες) και κατέληγε στις εκβολές του Νέστου, 50 χλμ. δυτικά της Καβάλας. Τη συνθήκη για λογαριασμό της Ελλάδας υπέγραφαν οι Ε. Βενιζέλος, Δ. Πάνας, Ν. Πολίτης, λοχαγός Α. Εξαδάκτυλος και λοχαγός Πάλλης. Ο Βασιλιάς συνεχάρη τον Βενιζέλο και, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τις μεγάλες υπηρεσίες του προς την πατρίδα, του απένειμε τον Μεγαλόσταυρο του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος. 

Προς τον Ελληνικό στρατό ο Κωνσταντίνος απηύθυνε ένα συγκινητικό διάγγελμα, εκφράζοντας τον θαυμασμό και την υπερηφάνεια του για τα κατορθώματα των Ελλήνων στρατιωτών, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τον χαρακτηρισμό «Σεις είσθε οι εργάται της μεγαλυνθείσης ταύτης Νέας Ελλάδος».

H ΣΥΝΘΗΚΗ TOY ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ

Ενώ στο μέτωπο συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις, στο Βουκουρέστι άρχιζε, στις 17 Ιουλίου, η διάσκεψη ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, μετά από σχετικό αίτημα της Βουλγαρίας. Την Ελλάδα αντιπροσώπευε ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Κατά την πρώτη συνεδρίαση αποφασίστηκε η σύναψη πενθήμερης αναστολής των εχθροπραξιών, η οποία θα άρχιζε από την επομένη, 18 Ιουλίου.

Οι διαφορές γύρω από τον καθορισμό των Βουλγαρικών συνόρων με τη Ρουμανία και τη Σερβία επρόκειτο να ρυθμιστούν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. H Σόφια εντόπιζε τις προσπάθειές της στην εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής εξόδου προς τη θάλασσα του Αιγαίου. Οι Βούλγαροι, στην πρώτη επίσημη συνάντησή τους με τους Έλληνες αντιπροσώπους, πρότειναν ως ακραίο συνοριακό σημείο την κάθετη γραμμή από τον κόλπο του Ορφανού μέχρι τη συμβολή της Σερβοβουλγαρικής μεθορίου.

H Ελλάδα ζητούσε ως ακραίο συνοριακό σημείο τη γραμμή Μάκρης, 10 χιλιόμετρα δυτικά της Αλεξανδρούπολης. H Βουλγαρία απέρριψε ως τελείως απαράδεκτη την πρόταση αυτή της Ελλάδας και αρνούνταν να αποδεχθεί την Ελληνική απαίτηση για την Καβάλα. H Αυστρία και η Ρωσία τάσσονταν στο πλευρό της Βουλγαρίας, υποστηρίζοντας ότι είναι δίκαιο να έχει η Βουλγαρία ένα λιμάνι στη θάλασσα του Αιγαίου.

Απέναντι στη φιλοβουλγαρική στάση της Αυστρίας και της Ρωσίας, η Ιταλία και η Αγγλία εμφανίζονταν περισσότερο επιφυλακτικές, ενώ η Γαλλία ήταν η μόνη που είχε ταχθεί υπέρ της Ελλάδας. Αλλά στις 24 Ιουλίου, ο Ρουμάνος πρωθυπουργός, Μαγιορέσκου, απείλησε ότι, αν η Βουλγαρική αντιπροσωπία δεν αποδεχόταν την Ελληνική απαίτηση για την Καβάλα, τότε η Ρουμανία και η Σερβία θα ακύρωναν τις συμφωνίες που εκείνες είχαν κάνει με τη Βουλγαρία και θα επαναλάμβαναν τις εχθροπραξίες.


Στο μεταξύ, ο Βενιζέλος εγκατέλειψε την απαίτηση για ακραίο συνοριακό σημείο τη γραμμή Μάκρης-Πέριλικ, προκειμένου να εξασφαλίσει την επέκταση των Ελληνικών συνόρων ως το Νέστο ποταμό, 50 χιλιόμετρα ανατολικά της Καβάλας. Έτσι, κάμφθηκε η Βουλγαρική επιμονή και έγιναν αποδεκτές οι Ελληνικές απαιτήσεις και από τους Βούλγαρους.

Στις 28 Οκτωβρίου υπογράφτηκε οριστικά στο Βουκουρέστι το κείμενο της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στη Βουλγαρία, από τη μία πλευρά, και τη Ρουμανία, την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο και την Σερβία, από την άλλη, με την οποία τερματιζόταν η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ των Βαλκανικών κρατών.

Με τα άρθρα 2, 3 και 4 καθορίζονταν τα νέα σύνορα της Βουλγαρίας με τη Ρουμανία και τη Σερβία. Με το άρθρο 5 προβλεπόταν η χάραξη της οροθετικής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από την κορυφογραμμή του όρους Μπέλες, συναντούσε το Στρυμόνα στη συμβολή με το Μπίστριτσα, κατευθυνόταν μέσω του υψώματος Περίβλεπτο-ύψωμα Πλάκες και του όρους Κουσλάρ στις εκβολές του Νέστου ποταμού.

Δηλαδή περιέρχονταν στη Βουλγαρία η Δυτική Θράκη και η περιοχή Μελένικο και Νευροκόπι, ενώ ο υπόλοιπος χώρος που είχε απελευθερωθεί από τον Ελληνικό στρατό παρέμενε τελικά στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, επιπλέον, περιερχόταν και η Κρήτη, η οποία με την προκαταρκτική συνθήκη του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913) είχε παραχωρηθεί από την Τουρκία στους συμμάχους, αφού η Βουλγαρία παραιτούνταν και τυπικά από κάθε αξίωσή της.

Τα Προηγηθέντα της Συνθήκης

Οι διαπραγματεύσεις της διάσκεψης για τη συνομολόγηση της συνθήκης αυτής διεξάχθηκαν στο Βουκουρέστι σε έναν αγώνα προσδιορισμού των νέων συνόρων και ειδικότερα των Σερβοβουλγαρικών και των Ελληνοβουλγαρικών (στη Θράκη). Πριν όμως τη σύγκληση της διάσκεψης αυτής είχαν προηγηθεί οι ακόλουθες πολιτικές, διπλωματικές και άλλες στρατιωτικές ενέργειες:

Στις 26 Απριλίου (1913) ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος ενημερώνει εγγράφως τον Στογιάν Δάνεφ περί μη ύπαρξης σχετικής συμφωνίας μεταξύ Σερβίας και Ελλάδος δηλώνοντάς του πως γενικά οι Έλληνες επιθυμούν να καταστήσουν την υπό κυριαρχία τους Θεσσαλονίκη ελεύθερο λιμένα και επιπρόσθετα πως αν επιχειρηθεί χωριστή συμφωνία με τη Βουλγαρία οι Έλληνες είναι πρόθυμοι να παύσουν να ενδιαφέρονται για τις Σερβοβουλγαρικές διαφορές που αφορούσαν το Μοναστήρι κ.ά. 


(Σημειώνεται πως την πρόταση αυτή του Βενιζέλου επικαλέστηκε αργότερα ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσοφ σε Γαλλόφωνο βιβλίο που εξέδωσε προκειμένου να αποδείξει ότι η Ελλάδα τότε, στο Βουκουρέστι, δεν απαιτούσε κανένα ζωτικό συμφέρον στη διανομή της Μακεδονίας).

Παράλληλα όμως ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Γκέσοφ επιζητούσε πρώτα να επιλυθεί, με τη βοήθεια της ομόθρησκης Ρωσίας, η Σερβοβουλγαρική διαφορά προκειμένου στη συνέχεια να μείνει μόνο εκείνη με την Ελλάδα (κατά τις επιστολές Γκέσοφ - Σαζόνοφ). Την ίδια περίοδο η Αυστροουγγαρία συμβουλεύει τη Βουλγαρία να λάβει υπόψη της την κατάσταση όπως εξελίχθηκε και να προβεί σε θυσίες προκειμένου να φτάσει σε συμφωνία με τη Ρουμανία.

Στο μεταξύ στις 19/30 Μαΐου 1913 υπογράφεται η Συνθήκη Λονδίνου (1913) σύμφωνα με την οποία όλα τα εδάφη δυτικά της "Γραμμής Αίνου-Μηδείας", εκτός Αλβανίας, παραχωρούνται στους νικητές, καθώς και κάποια εδάφη της Θράκης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Δυστροπώντας όμως οι Βούλγαροι να εκκενώσουν εδάφη που παραχωρούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Σουλτάνος διέταξε τον Ισμέτ πασά με Τουρκικές δυνάμεις να εισβάλει στα συγκεκριμένα κατεχόμενα υπό τη Βουλγαρία εδάφη και να ανακαταλάβει αυτά. Ο Ισμέτ πασάς, όμως, προήλασε και πέραν της γραμμής Αίνου-Μηδείας καταλαμβάνοντας και την Αδριανούπολη.

Όταν όμως έγινε γνωστό ότι Τούρκοι αιχμάλωτοι και Μουσουλμανικοί πληθυσμοί σφαγιάζονταν σε αντίποινα από τους Βουλγάρους, ο Σουλτάνος απείλησε έναρξη νέου πολέμου (σημειώνεται πως αντ' αυτού και μετά την παρούσα συνθήκη ακολούθησαν η διμερής Βουλγαροτουρκική Συνθήκη Κωνσταντινούπολης το 1913, και η Ελληνοτουρκική Συνθήκη Αθηνών, το 1913).


Οι Μεγάλες Δυνάμεις

Η θέση των Μεγάλων Δυνάμεων όπως αυτή εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης των Βαλκανικών Βασιλείων στο Βουκουρέστι, και ειδικότερα επί των Ελληνικών αιτημάτων, ήταν η ακόλουθη:

1. Τόσο πρώτη η Γερμανία όσο και η Γαλλία υποστήριξαν θερμά τις Ελληνικές θέσεις και μάλιστα σε βαθμό που η δεύτερη εκ του γεγονότος αυτού να περιέλθει σε διπλωματική ψυχρότητα με τη σύμμαχό της Ρωσία.

2. Η Ρωσία αντίθετα υποστήριξε θερμά όλα τα αιτήματα της Βουλγαρίας, όπως την παραχώρηση της Καβάλας κ.ά.

3. Αλλά και η Αυστροουγγαρία υποστήριξε επίσης τη Βουλγαρία, και συγκεκριμένα ο υπουργός Εξωτερικών της, κόμης Μπέτερχολντ, εξέφρασε την «αδικία» σε βάρος της Βουλγαρίας που επιχειρούνταν με τη διαρρύθμιση των συνόρων της με την Ελλάδα και τη Σερβία, προβάλλοντας λόγους τόσο εθνολογικούς όσο και οικονομικούς.

4. Τέλος η Αγγλία και η Ιταλία δεν εναντιώθηκαν αλλά ούτε και υποστήριξαν τα Ελληνικά αιτήματα και ιδιαίτερα για την παραχώρηση της Καβάλας στη Βουλγαρία. Αξίζει όμως να αναφερθεί η διπλωματική στάση της Αγγλίας, όπως δηλώθηκε από τον πρέσβη της στο Ρουμάνο πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών Μαγιορέσκου, που είχε ως εξής:

«Οποιαδήποτε κι αν είναι η απόφαση της Συνδιάσκεψης αυτής του Βουκουρεστίου, η Αγγλική κυβέρνηση επιφυλάσσει στον εαυτόν της το δικαίωμα της αναθεώρησής της, προς υπεράσπιση των Βρετανικών συμφερόντων».

Επειδή στη θέση αυτή δε συνέπραξαν το ίδιο και οι πρέσβεις της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αναγκάστηκε ο Άγγλος πρέσβης να σπεύσει και να αποσύρει έγκαιρα την παραπάνω δήλωσή του ανακοινώνοντας σχετικά στον Μαγιορέσκου την απόφασή του αυτή.


Η Συνθήκη

Γενικά η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) με την άμεση σχετικά συνομολόγηση και υπογραφή της υπήρξε πολύ σημαντική ιδιαίτερα στους Συμμάχους (Ελλάδα, Σερβία και Ρουμανία) διά της οποίας, εκτός του ότι ορίστηκαν τα σύνορα της ηττημένης Βουλγαρίας με τις όμορες σύμμαχες και νικήτριες χώρες, ταυτόχρονα απετράπη και η όποια ανάμειξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε Βαλκανικά πλέον ζητήματα, εκτός από της εκ μέρους της τελευταίας ανακατάληψη της Αδριανούπολης καθώς και τμημάτων της Ανατολικής Θράκης μέχρι τον ποταμό Έβρο. 

Πρόσθετα όμως για την Ελλάδα με τη συνθήκη αυτή άρχισε και να οριστικοποιείται και η ποθητή λύση ενός μεγάλου επίσης ζητήματος, του Κρητικού, που ακόμα χρονοτριβούσε. Αν και η συνθήκη αυτή δε συμπεριέλαβε διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό συνόρων μεταξύ των νικητριών χωρών, εντούτοις οι κύριες συνέπειες εξ αυτής της ήταν:

1) Η Σερβία να λάβει υπό τη κυριαρχία της όλη τη βόρεια Μακεδονία μέχρι τη Ραντοβίτσα και τη Στρομνίτσα περιλαμβάνοντας το Μοναστήρι και το μεγαλύτερο τμήμα του Βαρδάρη (Βαρντάσκας). Τα δε Ελληνοσερβικά σύνορα είχαν όμως καθοριστεί από συνελθούσα ειδική διμερή επιτροπή που συνέταξε ιδιαίτερο πρακτικό το οποίο και είχαν προσυπογράψει, επτά ημέρες πριν, στις 3 Αυγούστου 1913, οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Σερβίας, Ελευθέριος Βενιζέλος και Νικόλα Πάσιτς, αντίστοιχα.

2) Τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα (οροθετική γραμμή) σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης και του προσαρτημένου στη συνθήκη Πρωτοκόλλου της 17ης Αυγούστου (1913) καθορίζονται ανατολικά μεν μεταξύ του όρους Μπέλες και των εκβολών του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο, και βόρεια από εγγύς Στρομνίτσας μέχρι όρους Μπέλες.

3) Η Ρουμανία μετά την επίθεση που ξεκίνησε η Βουλγαρία παρασυρόμενη από το πάθος πολεμικής λύσης είχε εισβάλει στη Βουλγαρία, από την οποία και προσάρτησε τη βουλγαρική Δομβρουτσά.

4) Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία επανέκτησε την Αδριανούπολη και τμήματα της Ανατολικής Θράκης.

5) Αλλά και η Βουλγαρία, αν και ηττημένη, διατήρησε το Μελένοικο και το Νευροκόπι στη βόρεια Μακεδονία καθώς και τη Δυτική Θράκη, εκτός της Καβάλας. Συνεπώς η Βουλγαρία, από τη συνθήκη αυτή, εξήλθε πολλαπλά κερδισμένη τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό. Συγκεκριμένα έστω και με τα εδάφη που της απέμειναν από εκείνα που είχε προσαρτήσει στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο έφτανε σε έκταση και πληθυσμό την Ελλάδα, υπερβαίνοντας και τη Σερβία.


Έτσι, έληξε ο B' Βαλκανικός πόλεμος, κατά τον οποίο ο Ελληνικός στρατός επέδειξε απαράμιλλο ηρωισμό και έγραψε μία από τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία του Ελληνικού έθνους.

Η ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΕΙΡΗΝΗ ΥΠΟΔΑΥΛΙΖΕ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Στις 10 Αυγούστου 1913 υπογράφηκε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου, επισφραγίζοντας το τέλος του Β' Βαλκανικού Πολέμου. Οι παλιοί σύμμαχοι του Α' Βαλκανικού Πολέμου είχαν διασπαστεί και αναμετρηθεί μεταξύ τους σε έναν πόλεμο ο οποίος, παρ' όλο που διήρκεσε μόλις έναν μήνα, υπήρξε πολύ πιο φανατισμένος, αιματηρός και καταστροφικός από τον προηγούμενο.

Το 1912 οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι, Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο, ενωμένοι είχαν συγκρουστεί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μια αναμέτρηση η οποία είχε τα χαρακτηριστικά της θρησκευτικής σύγκρουσης μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων αφενός και που πρόβαλλε το ιδεώδες της ελευθερίας των υπόδουλων λαών αφετέρου. 

Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος απέδειξε ότι στη διεθνή πολιτική δεν υπάρχουν αυτονόητες συμμαχίες με βάση θρησκευτικές ή πολιτισμικές συγγένειες: Ελληνες, Σέρβοι και Μαυροβούνιοι συμμάχησαν με τον «προαιώνιο εχθρό» τους, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εναντίον της Βουλγαρίας. Στη συμμαχία αυτή εναντίον της Βουλγαρίας προσχώρησε και η Ρουμανία. Η Βουλγαρία πλήρωσε ακριβά τον Μαξιμαλισμό και τη φιλοπόλεμη επιπολαιότητα των ηγετών της. Κατάφερε βεβαίως να διατηρήσει την έξοδο στο Αιγαίο, αλλά έχασε το μεγαλύτερο μέρος των κτήσεών της από τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο.

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου καθόρισε τα νέα σύνορα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Υστερα από δύο διαδοχικούς πολέμους η Ελλάδα είχε κερδίσει την Ηπειρο, τη Νότια Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα, την Κρήτη, καθώς και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η Σερβία απέκτησε το Κοσσυφοπέδιο, το Νόβι Παζάρ, καθώς και τη Βόρεια και Κεντρική Μακεδονία, μαζί με το Μοναστήρι. Στη Ρουμανία δόθηκε ένα σημαντικό μέρος της Δοβρουτσάς. 

Η Βουλγαρία κράτησε ένα μικρό μέρος της Μακεδονίας, καθώς και τη Δυτική Θράκη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατόρθωσε να ανακτήσει την Ανατολική Θράκη που είχε κατακτήσει η Βουλγαρία στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Η μικρή αυτή νίκη βεβαίως δεν ανέτρεπε την εικόνα της διάλυσης της Αυτοκρατορίας, η οποία είχε χάσει σχεδόν το σύνολο των Ευρωπαϊκών εδαφών της. Πράγματι, ο πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας είχε μειωθεί κατά 83% ενώ, αντίθετα, ο πληθυσμός της Ελλάδας είχε αυξηθεί κατά 68%, της Σερβίας κατά 82% και της Βουλγαρίας 29%.

 
Το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», που ταλαιπωρούσε τη διεθνή διπλωματία επί δεκαετίες, είχε επομένως λυθεί με τα όπλα και σε πείσμα όλων των σχεδιασμών επί χάρτου. Το ζήτημα αυτό μπορεί να αναλυθεί σε τρεις άξονες: τον διπλωματικό ανταγωνισμό μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για την κυριαρχία στα Οθωμανικά εδάφη· τη σταδιακή παρακμή της αυτοκρατορίας του Σουλτάνου· τα εθνικοαπελευθερωτικά, τέλος, κινήματα των Βαλκανικών λαών, οι οποίοι αγωνίζονταν για την ίδρυση των ιδιαίτερων εθνών-κρατών τους. 

Στην κρίση της περιόδου 1875-1878 έδωσαν τέλος οι Μεγάλες Δυνάμεις με το Συνέδριο του Βερολίνου. Εκεί αποφασίστηκε η ανεξαρτητοποίηση του Μαυροβουνίου, της Ρουμανίας και της Σερβίας, η δημιουργία της Ηγεμονίας της Βουλγαρίας και της αυτόνομης επαρχίας της Ανατολικής Ρωμυλίας. Επιπλέον, η Υψηλή Πύλη υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις και να παραχωρήσει αυτονομία και σε άλλες Ευρωπαϊκές κτήσεις της. 

Η διοίκηση της Κύπρου παραχωρήθηκε στη Βρετανία, ενώ η Αυστροουγγαρία κατέλαβε τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Νόβι Παζάρ. Κανένα από τα Βαλκανικά έθνη δεν κατάφερε να πετύχει την εθνική του ολοκλήρωση μέσα σε ένα κράτος και η επιδίωξη της ολοκλήρωσης αυτής έγινε ο κύριος άξονας της εξωτερικής τους πολιτικής. 

Αυτή ακριβώς η ορμή προκάλεσε πολλές κρίσεις: την ένωση της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία και τον επακόλουθο Σερβοβουλγαρικό πόλεμο το 1885· τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897· τον ξεσηκωμό στη Μακεδονία το 1903· την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία και τη διακήρυξη της Βουλγαρικής ανεξαρτησίας το 1908· την Αλβανική εξέγερση της περιόδου 1910-1912 και κάποιες ακόμη μικρότερης σημασίας εντάσεις.

Όλοι οι Βαλκανικοί εθνικισμοί, όπως εκφράζονταν με τις αντίστοιχες «μεγάλες ιδέες» (η Μεγάλη Σερβία, η Μεγάλη Βουλγαρία υπήρχαν ως ιδεώδη, παράλληλα και σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανταγωνιστικά, με την Ελληνική Μεγάλη Ιδέα), είχαν ως στόχο την απόκτηση εδαφών. Το «μεγάλο κράτος» από άποψη εδαφικής έκτασης ταυτιζόταν με την ανάπτυξη και την πρόοδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τη στιγμή της ίδρυσής του το Ελληνικό κράτος πρόβαλλε ως μία από τις βασικές αιτίες της δυσπραγίας του την «εδαφική καχεξία».

Για το Ελληνικό κράτος, το οποίο είχε πετύχει, χωρίς πόλεμο, δύο φορές την επέκταση των συνόρων του, το 1864 (προσάρτηση Ιονίων) και το 1881 (προσάρτηση Θεσσαλίας και Άρτας), παρέμεναν ανοιχτά κυρίως δύο ζητήματα: το Κρητικό και το Μακεδονικό. Το αίτημα των Κρητών για ένωση με την Ελλάδα είχε διατυπωθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα και δεν είχε αντισταθμιστεί από παραχωρήσεις προς τους Χριστιανούς και τις μεταρρυθμίσεις της Πύλης.

 
Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια του χριστιανικού πληθυσμού οδήγησε στην πρώτη Κρητική επανάσταση (1866-1869), το 1889 έγινε μια νέα απόπειρα να κηρυχθεί, μονομερώς, η ένωση με την Ελλάδα, ενώ μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, παρά την ήττα της Ελλάδας, η θέση του ύπατου αρμοστή της Κρήτης ανατέθηκε στον πρίγκιπα Γεώργιο, γιο του Βασιλέα της Ελλάδας Γεωργίου Α'.

Η Ελλάδα στήριζε διακριτικά και ανεπίσημα τον Κρητικό αγώνα, μέσω κυρίως πατριωτικών επιτροπών, όπως και στην περίπτωση της Μακεδονίας. Το Μακεδονικό Ζήτημα βεβαίως ήταν σαφώς πιο περίπλοκο από το Κρητικό. Η δημογραφική πολυμορφία της περιοχής, η ανάδυση πολλών αντίπαλων εθνικισμών στο ίδιο έδαφος και η ρευστότητα ακόμη και των γεωγραφικών ορίων της καθιστούσαν τη Μακεδονία τον πιο δυσεπίλυτο γρίφο του Ανατολικού Ζητήματος. 

Μπροστά στον κίνδυνο της συστηματικής Βουλγαρικής διείσδυσης, ιδρύθηκε το Μακεδονικό Κομιτάτο (1903) και Ελληνικές ένοπλες ανταρτικές ομάδες οργανώθηκαν στη Μακεδονία. Ο Μακεδονικός αγώνας ενορχηστρώθηκε μυστικά από το Ελληνικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη και διήρκεσε ως την Επανάσταση των Νεότουρκων το 1908. Ωστόσο η λήξη του Μακεδονικού αγώνα δεν σήμαινε και λύση του Μακεδονικού Ζητήματος. Στην πραγματικότητα, το Μακεδονικό, όπως και το Κρητικό ζήτημα, θα βρει τη λύση του με τους Βαλκανικούς Πολέμους. 

Εν τούτοις η λύση αυτή, όπως και η ειρήνη στα Βαλκάνια, δεν θα έχει τον χαρακτήρα οριστικής διευθέτησης. Πράγματι, η Συνθήκη του Βουκουρεστίου δεν έκλεισε εν τέλει τα ανοιχτά ζητήματα στα Βαλκάνια. Εγραφε χαρακτηριστικά η Διεθνής Επιτροπή για τη Διερεύνηση των Αιτίων και του Τρόπου Διεξαγωγής των Βαλκανικών Πολέμων Carnegie (1914): 

«Από όσα είδε και άκουσε, η Επιτροπή δεν νιώθει καμιά αισιοδοξία αναφορικά με το άμεσο πολιτικό μέλλον της Μακεδονίας. Η Σερβία βρίσκεται τώρα σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αλβανία, η Βουλγαρία μηρυκάζει αυτό που θεωρεί άδικη μεταχείριση και η Ελλάδα δεν νιώθει ακόμα ασφάλεια για το καθεστώς των νέων κτήσεων που προστέθηκαν στην επικράτειά της. Κανένα από αυτά τα έθνη δεν μπορεί να μειώσει τον στρατό του δίνοντας θέση στην ειρήνη, διότι οι γείτονές του είναι έτοιμοι να παραβιάσουν τις συνθήκες με την ίδια ευκολία με αυτήν που τις υπέγραψαν. 

Αναμφίβολα, η μεγαλύτερη απειλή εναντίον της ηθικής και κοινωνικής ευημερίας των Βαλκανικών κρατών είναι η αυξανόμενη κυριαρχία του μιλιταρισμού, καθώς έτσι οι χώρες γίνονται έρμαια των εμπόρων όπλων και άλλου πολεμικού υλικού, δαπανούν τεράστια χρηματικά ποσά και οδηγούνται στην Εθνική Πτώχευση».


Καμία από τις χώρες επομένως δεν ήταν πλήρως ευχαριστημένη με τα νέα της σύνορα, ενώ η δυσαρέσκεια ήταν πολύ μεγαλύτερη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στη Βουλγαρία και στην Αλβανία. Η Ελλάδα απαιτούσε τα νησιά του Αιγαίου, η Σερβία επιδίωκε μια διέξοδο προς τη θάλασσα και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη· το Μαυροβούνιο ήθελε τη Σκόδρα και η Ρουμανία ενδιαφερόταν για την Τρανσυλβανία και τη Βεσαραβία. 

Οι εθνικοί αυτοί πόθοι διαμόρφωσαν αντίστοιχα τις πολιτικές των Βαλκανικών κρατών λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε στα Βαλκάνια. Νικητές και ηττημένοι των Βαλκανικών Πολέμων προσχώρησαν στους δύο μεγάλους Ευρωπαϊκούς συνασπισμούς - τις Δυνάμεις της Αντάντ και τις Κεντρικές Δυνάμεις αντίστοιχα. Στην πραγματικότητα η περίοδος ανάμεσα στις 10 Αυγούστου 1913 και τις 28 Ιουνίου 1914 ήταν μια μικρή παρένθεση που προετοίμαζε τον επόμενο πόλεμο. 

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, αν τον δούμε από τη Βαλκανική σκοπιά, ήταν η συνέχεια των Βαλκανικών Πολέμων.

Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΕΣΗ

Τη νύχτα της 15ης προς 16η Ιουνίου 1913 τα Βουλγαρικά στρατεύματα κατόπιν διαταγής του Τσάρου Φερδινάνδου , χωρίς ενημέρωση του Πρωθυπουργού του , επιτίθενται ταυτόχρονα κατά των Ελληνικών και Σερβικών δυνάμεων. Αργά το βράδυ μια τρομερή Βουλγαρική επίθεση εκδηλώνεται στη Γευγελή στο σημείο που συναντιούνται τα Ελληνικά και Σερβικά στρατεύματα και μια δεύτερη επίθεση εκδηλώνεται κατά των Ελληνικών θέσεων στις Ελευθερές –Πράβις.

Η Γευγελή την οποία κατείχαν οι Σέρβοι έπεσε γρήγορα , αλλά ο στόχος των Βουλγάρων ήταν οι τέσσερις Ελληνικές μεραρχίες που στρατοπέδευαν εκεί. Αν οι Βούλγαροι κατάφερναν να περάσουν και να καταλάβουν τις γέφυρες του Αξιού, θα κατάφερναν να υπερφαλαγγίσουν και τον Ελληνικό και τον Σερβικό στρατό. Ευτυχώς Έλληνες και Σέρβοι άντεξαν στην ξαφνική επίθεση και πέρασαν γρήγορα στην αντεπίθεση. Παράλληλα η 2η Μεραρχία εκκαθάριζε τη Θεσσαλονίκη από το Βουλγαρικό στρατό του Στρατηγού Χεζατζίεφ και συλλάμβανε 17 Αξιωματικούς και 1300 στρατιώτες.

Ο κύβος είχε ριφθεί .Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος είχε αρχίσει. Ο Βασιλιάς και Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος τηλεγραφεί στον αρχηγό του επιτελείου Β. Δούσμανη.

«Αρχηγόν Επιτελείου Στρατου Δούσμανην Συνταγματάρχην: 

Εκδώσατε τας διαταγάς μου προς προέλασιν της Στρατιάς και πιστοποιήσατε την υπογραφήν μου . Αφικνούμαι αύριον πρωί. Ει δυνατόν , συλλάβατε Βουλγαρικήν δύναμιν Θεσσαλονίκης εντός καταλυμάτων της και αποφύγετε αιματοχυσίαν εντός της πόλεως». 

Αθήναι 17-6-1913, Ώρα 12.30 μεσημβρίας.
Κωνσταντίνος

Έτσι ο Κωνσταντίνος έδωσε τη διαταγή της επίθεσης στον Ελληνικό στρατό και το πρωί της 19ης Ιουνίου άρχιζε η τριήμερη μάχη Κιλκίς –Λαχανά η οποία προς παγκόσμια εκπληξη έληξε με νίκη των Ελληνικών όπλων. Ακολούθησε η μάχη της Στρώμνιτσας , η μάχη των στενών της Κρέσνας και ο στρατός προχωρούσε προς την Άνω Τζουμαγιά .


Βέβαια αξίζει εδώ να αναφέρουμε τις τεράστιες απώλειες των Ελληνικών δυνάμεων συνεπεία του σκληρότατου αγώνα αλλά και της επιθετικότητας που διέταζε ο Κωνσταντίνος. Οι επιθέσεις γίνονταν με εφ’ όπλου λόγχη εναντίον οχυρωμένων θέσεων, χωρίς ελιγμούς με αποτέλεσμα να θερίζονται άδικα Αξιωματικοί και στρατιώτες.

Συγκεκριμένα: Μάχη Κιλκίς –Λαχανα. 8.828 νεκροί και τραυματίες καθώς και δέκα διοικητές Ταγμάτων και Συνταγμάτων, στη μάχη της Δοϊράνης μόνο η 10η Μεραρχία είχε 101 οπλίτες νεκρούς και 733 τραυματίες και συνολικά κατά τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο 164 Αξιωματικοί νεκροί, 294 Αξιωματικοί τραυματίες , 5687 οπλίτες νεκρούς και 23553 τραυματίες.

Αναμφίβολα το πρόσωπο που κυριάρχησε και δοξάστηκε σ’αυτούς τους πολέμους ήταν ο Κωνσταντίνος. Ψηλός , γεροδεμένος με αρειμάνιο μουστάκι και απλή στρατιωτική στολή, περιβλήθηκε με απαράμιλλη δόξα και ενσάρκωσε την εικόνα του Στρατηλάτη Βασιλιά που ζούσε ίσως στο υποσυνείδητο των Ελλήνων προερχόμενη από τις ηρωικές εποχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας .

Παράλληλα με μια εμπνευσμένη πολιτική κίνηση προσκάλεσε τον στρατό και το στόλο ως ανάδοχους της κόρης του και έγινε ο «Κουμπάρος» για τους απλοϊκούς Έλληνες στρατιώτες που τον λάτρευαν. Ήταν βέβαια και το όνομά του που παρέπεμπε στον Πρώτο αλλά και τον τελευταίο Αυτοκράτορα….

Όταν στις 6 το απόγευμα της 21ης Ιουλίου του 1868 ρίχτηκαν 121 κανονιοβολισμοί για να αναγγελθεί το χαρμόσυνο άγγελμα της γέννησης του Διαδόχου, το πλήθος ξέσπασε σε έξαλλες ζητωκραυγές και επευφημίες. Ακολούθησε η ανακοίνωση του Υπουργικού συμβουλίου. « Η Θεία πρόνοια επλήρωσε τους δίκαιους πόθους του Ελληνικού λαού. Η Α. Μ. η σεπτή ημών Βασίλισσα έτεκεν αισίως σήμερον Βασιλικόν πρίγκιπα , Διάδοχον του Ελληνικού Θρόνου , Προονομασθέντα Κωνσταντίνον».

Στον νεογέννητο Πρίγκιπα απονεμήθηκε με ειδικό νομοθέτημα ο τίτλος «Δουξ της Σπάρτης» πράγμα που προκάλεσε κυβερνητική κρίση καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχαν τίτλοι ευγενείας. Του δόθηκε λαμπρή μόρφωση και δάσκαλος του στην Ιστορία υπήρξε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος που του μεταλαμπάδευσε την κυριαρχούσα τότε «Μεγάλη ιδέα» , η οποία ίσως και να πραγματοποιούνταν , έστω μερικώς, επί των ημερών του αν εξέλιπαν τα μεγάλα λάθη, ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Καταστροφή.


Ωστόσο την εποχή που εξετάζουμε ο Κωνσταντίνος ήταν στο απόγειο της δόξας του. Ο «Στρατηλάτης», ο αήττητος, ο γιος του Αϊτού και άλλα επίθετα τον συνόδευαν. Στις 27 Ιουλίου 1913 ο Ρουμανικός στρατός εισβάλει στη Βουλγαρία διεκδικώντας το ρόλο του διαιτητή ανάμεσα στους εμπολέμους. Οι διαιτητές Ρουμάνοι λοιπόν απαιτούσαν ανακωχή χωρίς όρους , κυρίως από φόβο μήπως η παράταση του πολέμου στα Βαλκάνια προκαλούσε γενική ανάφλεξη σε όλη την Ευρώπη.

Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος ζήτησε τη γνώμη του Βασιλιά Κωνσταντίνου, όμως συνάντησε την αντίδραση του καθώς εκείνος απέβλεπε στην συνέχιση του πολέμου. Έτρεφε μίσος κατά των Βουλγάρων και τον κολάκευε ο τίτλος του «Βουλγαροκτόνου», που του απένειμε το επιτελικό του περιβάλλον μετά τη μάχη του Κιλκίς – Λαχανά. Αλλά και από καθαρά στρατιωτική πλευρά όπως έλεγε θα έπρεπε να συνεχιστεί η εκστρατεία ως τη συντριβή του εχθρού. Απάντησε, λοιπόν, στον Βενιζέλο: «Πρέπει να υπαγορεύσωμεν την ειρήνην επί του πεδίου της μάχης…»

Στον Κορομηλά εξάλλου τηλεγραφούσε: «Το μέγα πλεονέκτημα μας σημερον είναι ότι θα δυνηθώμεν να μέινωμεν ήσυχοι από το μέρος της Βουλγαρίας εις διάστημα γενεών. Το πλεονέκτημα τούτο δεν πρέπει να χαθή. Οπωσδήποτε μη συγκατατεθήτε εις ανακωχήν πριν με συμβουλευθήτε.» Και κατέληγε μιμούμενος τον Κάτωνα, με τη φράση: «Λέγω άλλωστε ότι πρέπει να εξοντωθή η Βουλγαρία».

Αλλά, παρότι έλεγε πως έβλεπε τα πράγματα κάτω από το ορθόδοξο στρατιωτικό πρίσμα, παρέβλεπε ορισμένες πλευρές τους: υποτιμούσε τη δύναμη του εχθρού, που για να καταβληθεί ως την εκμηδένιση του – αν η εκμηδένιση του ήταν δυνατή- θα χρειαζόταν υπέρμετρες θυσίες. Από την άλλη παραγνώριζε πλήρως τον παράγοντα «Μεγάλες Δυνάμεις», που δεν θα επέτρεπαν την εκμηδένιση της Βουλγαρίας για λόγους ισορροπίας ,και τέλος, δεν ήταν δυνατή η καταστροφή και εξαφάνιση ενός έθνους πέντε εκατομμυρίων που οραματιζόταν ο νέος επίδοξος «Βουλγαροκτόνος».

Αλλά πράγματι ο Κωνσταντίνος ήθελε να επιβάλει τη δική του άποψη ασυζητητί. Σκεφτόταν και ενεργούσε σαν απόλυτος μονάρχης. Και είχε συμβούλους του όχι τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας, αλλά τους επιτελείς του. Ο Γ. Βεντήρης αναφέρει ότι απέστελλε συνεχώς τηλεγραφήματα στον πρωθυπουργό και τον υπουργό των εξωτερικών. Σε ένα από αυτά λέει με Αυτοκρατορικό ύφος: «Σας είπα ότι σκοπεύω να υπογράψω την ειρήνη επί του πεδίου της μάχης και να επιβάλλω τους όρους που μου αρέσουν.»

Πάντως οι πρώτες προτάσεις για ανακωχή, απορρίφθηκαν τόσο από την Ελλάδα όσο και από τη Σερβία. Επαναλήφθηκαν, όμως, έπειτα από λίγες ημέρες και ο βασιλιάς της Ρουμανίας Κάρολος κάλεσε στο Βουκουρέστι τις εμπόλεμες κυβερνήσεις να συζητήσουν τους όρους της ανακωχής, μολονότι οι μάχες συνεχίζονταν άπαυστα. Ο Βενιζέλος συμφώνησε πρόθυμα. Πίστευε ότι για λόγους πολιτικούς έπρεπε να γίνει ανακωχή και να εγκαταλειφθούν τα σχέδια του Κωνσταντίνου για ολοκληρωτική καταστροφή της Βουλγαρίας.


Αλλά ο Βασιλιάς επέμενε στην άποψη του. Και απαντώντας στον Κάρολο της Ρουμανίας, ο οποίος απηύθυνε σχετική έκκληση, του τηλεγραφούσε από το στρατηγείο του ότι θα έστελνε πληρεξούσιους του στο Βουκουρέστι για τη συζήτηση των όρων της ειρήνης, Ωστόσο ο Βενιζέλος, αναχωρώντας για το Βουκουρέστι, θέλησε να κάνει μια ύστατη προσπάθεια για να μεταπείσει τον πείσμονα Κωνσταντίνο.

Στις 14/27 Ιουλίου, μετά τη Θεσσαλονίκη, πέρασε από το γενικό στρατηγείο, που ήταν τότε εγκατεστημένο στο Χατζή Μπεϊλίκ (Βυρώνεια). Βρήκε τον Αρχιστράτηγο να διαβάζει ένα βιβλίο για τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο. Μόλις είχε λήξει η μάχη του Ορένοβο (1378) μετά την οποία σταθεροποιήθηκε η κατοχή των στενών της Κρέσνας και άνοιξε ο δρόμος προς την Άνω Τζουμαγιά. Και ο Βασιλιάς κατεχόταν από οίστρο θριαμβικό και ευφορία αισιοδοξίας.

Φαινόταν σαν να είχε ενστερνιστεί τη φήμη ότι ξαναζωντάνευε το θρύλο των Βυζαντινών αυτοκρατόρων…Υποδέχτηκε, λοιπόν, τον πρωθυπουργό με κάποια έπαρση, αν και δεν έλειψαν από μέρους του οι τυπικές φιλοφρονήσεις. Συζήτησαν μόνο το θέμα της ανακωχής, αλλά σε λίγο πήραν μέρος και οι επιτελείς: ο Δούσμανης, ο Μεταξάς, ο Εξαδάκτυλος, ο Στρατηγός (αυτός που αργότερα ήταν ο εμπνευστής της πορείας του στρατού μέσα από την Αλμυρά έρημο). Ήταν φυσικό λοιπόν, να βλέπουν τον άνθρωπο που εκπροσωπούσε τη μισητή τους λαϊκή βούληση με δυσπιστία, σχεδόν με εχθρότητα.

Και καθώς νόμιζαν ότι είχαν θριαμβεύσει στρατιωτικά, δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για κατάπαυση των επιχειρήσεων που επίμονα συνιστούσε ο πρωθυπουργός, πριν τη νικηφόρα είσοδο των Ελλήνων στη Σόφια… όπως νόμιζαν… Ο Βενιζέλος παρατηρούσε: «Εις τι αποβλέπει η περαιτέρω προέλασις του στρατού μας; Κατέχομεν εδάφη περισσότερα των όσων διεκδικούμεν. Να καταλάβωμεν την Σόφιαν; Δεν το ευρίσκω σκόπιμον και εύκολον απέναντι των θυσιών εις τας οποίας θα υποβληθώμεν..»

Αλλά ο Κωνσταντίνος και οι επιτελείς του ήταν ανένδοτοι. Και ο Βενιζέλος έκρινε ότι δεν πρέπει να δημιουργήσει συνταγματική κρίση για τις σχέσεις θρόνου και κυβέρνησης, όπως θα έκαμε το 1915, μια και τώρα ο πόλεμος με τη Βουλγαρία βρισκόταν ακόμα σε πλήρη εξέλιξη. Συζήτησε, λοιπόν, και έφυγε, αποφασισμένος να προσαρμοστεί προς την τελική φράση του Κωνσταντίνου: «Κύριε πρόεδρε, δεν θα δεχθήτε ανακωχήν, πριν συντρίψω τα υπολείμματα του εχθρού και εισέλθω εις την πρωτεύουσαν του…»

Από το Χατζή Μπεϊλίκ, ο πρωθυπουργός χρειάστηκε τριάντα έξι ώρες ώσπου να φτάσει στο Βουκουρέστι. Ήταν βράδυ της 15ης /28ης Ιουλίου. Και αμέσως, μολονότι κατάκοπος, επισκέφτηκε το Ρουμάνο πρωθυπουργό Μαγιορέσκου. Εκείνος του επανέλαβε ότι ο Βασιλιάς Κάρολος επιθυμεί οπωσδήποτε να συναφθεί ανακωχή. Ο Βενιζέλος, με βάση όσα ειπώθηκαν και αποφασίστηκαν στο Χατζή Μπειλίκ, του δήλωσε ότι οι εχθροπραξίες θα συνεχιστούν για τεχνικούς λόγους (ασφάλεια των Ελληνικών στρατευμάτων).


Ήταν αργά το βράδυ όταν γύρισε στο ξενοδοχείο του. Και εκεί, κατάπληκτος, μη πιστεύοντας στα μάτια του, διάβασε ένα επείγον τηλεγράφημα από τον Κωνσταντίνο, ο οποίος με έξαλλο και πανικόβλητο ύφος του ζητούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να πετύχει αμέσως τη σύναψη ανακωχής… Μέσα σε λίγες ώρες είχαν ανατραπεί οι αποφάσεις του. Ο οίστρος της θριαμβικής αυτοπεποίθησης είχε μεταβληθεί σε απελπισία. Και να τι τηλεγραφούσε στον πρωθυπουργό:

«Ένεκεν ανεξηγήτου αδράνειας Σερβικού Στρατού, επεσύραμεν, δια την ταχείας προχωρήσεως ημών, το μεγαλύτερον μέρος του Βουλγαρικού στρατού εναντίον μας. Εις το κέντρον και την δεξιάν πτέρυγα ενικήσαμεν λαμπρώς τον εχθρόν χθές, παρά τας σοβαράς ενισχύσεις του. Υπεχώρησε πέραν της Τζουμαγιάς. Αλλα η νίκη μας αυτή μας εστοιχησε πολύ ακριβά. Σοβαραί δυνάμεις Βουλγαρικού στρατού προσέβαλον σήμερον εις την αριστεράν ημών πτέρυγα το τμήμα της στρατιάς Δαμιανού.

ΙΙΙ και Χ μεραρχία ηναγκάσθησαν να υποχωρήσουν προς Τζαμί – Τεπέ. Αγνοώ ακόμην εις ποίαν κατάστασιν ευρισκονται. Η ΙV Μεραρχία εν κρισίμω καταστάσει. Κατόπιν 4 τηλεγραφημάτων μου λίαν πιεστικών, το Σερβικόν Γενικόν Στρατηγείον έδωκεν επί τέλους διαταγήν εις την ΙΙΙ Στρατιάν αυτού να επιτεθή αύριον. Αι ενισχύσεις των τελευταίων ημερών του έναντι ημών Βουλγατικού Στρατού προέρχονται εκ των εις Τσάρεβο – Σέλο, Τσούκα – Γκόλεκ, έναντι της ΙΙΙ Σερβικής Στρατιάς, δυνάμεων του.

Ο στρατός ημών ήχθη εις τα φυσικά και ηθικά όρια. Κατόπιν των συνθηκών τούτων, δεν δύναμαι πλέον να αρνούμαι την ανακωχήν, ή την αναστολήν των εχθροπραξιών. Προσπαθήσατε να ευρήτε τρόπον να επιτύχητε αναστολήν εχθροπραξιών, ει δυνατόν από αύριον.»

Λιβούνοβον 15.7.1913
Κωνσταντίνος Β.

Λίγες ώρες μετά την αναχώρηση του Βενιζέλου, άρχισαν να καταφτάνουν στο στρατηγείο του Χατζή Μπειλίκ αναφορές που ανάγγελλαν ότι οι Βούλγαροι είχαν εξαπολύσει ξαφνικά γιγαντιαία επίθεση. Οι πληροφορίες και εκτιμήσεις της ανώτατης Ελληνικής διοίκησης αποδεικνύονταν τελείως έξω από τα πράγματα. Ο εχθρός αποκάλυπτε ότι είχε ακόμα σημαντικές δυνάμεις. Η εκμηδένιση του στο πεδίο της μάχης, για να ακολουθήσει η είσοδος των νικητών στην πρωτεύουσά του Σόφια, αποτελούσε προοπτική φαντασίας.

Οι Βούλγαροι, βλέποντας την απειλή που αντιπροσώπευε η ορμητική προέλαση του Ελληνικού στρατού, έκαναν αναπροσαρμογή της διάταξης τους. Και ενώ η μάχη στα στενά της Κρέσνας βρισκόταν στο αποκορύφωμα της, απέσυραν τάχιστα την ισχυρή 4η στρατιά από το Σερβοβουλγαρικό μέτωπο και την έριξαν εναντίων των Ελλήνων.


Την επομένη της φοβερής μάχης του «1378», ενώ ακόμα ο στρατός πανηγύριζε για τη νίκη, εξαπολύθηκε αιφνιδιαστική και ισχυρότατη Βουλγαρική αντεπίθεση με τον όγκο της 4ης στρατιάς. Στόχος της ήταν το αριστερό του Ελληνικού μετώπου, που το κάλυπταν οι μεραρχίες που συγκροτούσαν το τμήμα στρατιάς Δαμιανού (από το όνομα του διοικητή της).

Ταυτόχρονα άλλες δυνάμεις εφορμούσαν κατά του δεξιού της Ελληνικής παράταξης στο Νευροκόπι.
Επρόκειτο για πραγματικό αιφνιδιασμό της Ελληνικής ανώτατης διοίκησης. Η πίεση κατά των μεραρχιών του Δαμιανού υπήρξε τόσο ισχυρή που μέσα σε λίγες ώρες άρχισαν να κάμπτονται. Έγιναν τότε σφοδρές διήμερες μάχες, γύρω από το Πέτσοβο και τελικά σταθεροποιήθηκαν οι Ελληνικές θέσεις.

Αλλά ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε πόσο δύσκολο ήταν να πετύχει το σχέδιο του: συντριβή του εχθρού στο πεδίο της μάχης και η άλωση της Σόφιας. Ο Κωνσταντίνος στην απελπισία του καταφεύγει σε έναν δοκιμασμένο στρατιωτικό ηγέτη το Στρατηγό Μανουσογιαννάκη. «Την κατάσταση την ξέρεις . Λες να συνεχίσουμε ή να δεχτούμε ανακωχή»;

Μεγαλειότατε... απαντά ο Μανουσογιαννάκης «ο στρατός εκουράσθη . Ένεκα της απωλείας μεγίστου αριθμού των αρίστων στελεχών του η μαχητικότης του έχει μειωθεί σημαντικά . Είναι ανάγκη να επιδιωχθεί πάση θυσία η σύναψη ανακωχής». «Κι εσύ διστακτικός; Δεν το περίμενα από σένα Μανουσογιαννάκη. Πρέπει να υπογράψουμε την ειρήνη στη Σόφια». «Μεγαλειότατε. Ας μην μας παρασύρουν ο πατριωτισμός και οι επιπόλαιοι ενθουσιασμοί. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω όρεξη να πάω στη Σόφια με κουδούνια στο λαιμό. (Οι Βούλγαροι κρεμούσαν κουδούνια στους αιχμαλώτους τους).

Η θαρραλέα έκφραση της γνώμης του μπαρουτοκαπνισμένου Στρατηγού άλλαξε τη γνώμη του Κωνσταντίνου.Και έστειλε εκείνο το απεγνωσμένο τηλεγράφημα στον Βενιζέλο στο Βουκουρέστι. Ο Βενιζέλος τώρα έπρεπε να διαχειριστεί αυτήν την μεγάλη αλλαγή χωρίς να γίνει αντιληπτή η δεινή θέση που περιήλθε ο στρατός από την υπερφίαλη τακτική των «Γερμανόπληκτων».

Επανήλθε λοιπόν και ξυπνώντας τον Ρουμάνο Πρωθυπουργό «Σκέφτηκα ωριμότερα» του είπε « από ευλάβεια προς το Βασιλά Κάρολο , δέχομαι την ανακωχή και αναλαμβάνω να παρουσιάσω την έγκριση του Κωνσταντίνου». Έτσι με την διπλωματική μαεστρία του Βενιζέλου επετεύχθη σε πρώτη φάση η ανακωχή που τόσο ευνοούσε την Ελληνική πλευρά.


Στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν στο Βουκουρέστι μετά από περιπέτειες , έντονο παρασκήνιο, άριστους διπλωματικούς ελιγμούς του Βενιζέλου και τη μοναδική ίσως στα χρονικά παρέμβαση του Κάιζερ υπέρ της Ελλάδας για το θέμα της Καβάλας υπογράφτηκε στις 28 Ιουλίου 1913 η συνθήκη του Βουκουρεστίου με την οποία έληξε ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος. Η Ελλάδα έπαιρνε όλη την Ανατολική Μακεδονία , τα νησιά Θάσο και Σαμοθράκη.

Η Καβάλα κατοχυρώνονταν στην Ελλάδα και τα σύνορα ήταν στον ποταμό Νέστο ανατολικά και στην οροσειρά του Μπέλες Βόρεια. Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν χαθεί αν στο τιμόνι της Ελλάδας δεν βρισκόταν ο Μεγάλος Ελευθέριος Βενιζέλος. Όσο για τον Κωνσταντίνο….Όταν επέστρεψε στην Αθήνα ο λαός του έκανε αποθεωτική υποδοχή επισκιάζοντας τον πραγματικό αρχιτέκτονα των επιτυχιών. Ευτυχώς έστω και για τους τύπους ο Βασιλιάς αναγνώρισε την συμβολή του Πρωθυπουργού.

«Ευχαριστώ υμάς επί τη αναγγελία της υπογραφής της συνθήκης της ειρήνης. Ο Θεός ηυλόγησε πλουσιοπαρόχως τας προσπαθείας ημών. Εν ονόματι του Έθνους και εμού σας εκφράζω τας Βασιλικάς μου ευχαριστίας. Νέα ένδοξος εποχή διανοίγεται ενώπιον ημών ,εις ένδειξιν δε της ευγνωμοσύνης μου και της εκτιμήσεώς μου , απονέμω υμίν τον Μεγαλόσταυρον του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος. Η Πατρίς σας είναι ευγνώμων».

Ήταν από τις τελευταίες ευχάριστες ημέρες για το Ελληνικό Έθνος . Σε λίγο θα φανούν έντονα τα μαύρα σύννεφα του Εθνικού Διχασμού.

Β' ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Η Δημιουργία της Αλβανίας

Αν η Βουλγαρία αναγεννήθηκε το 1878 για να υπηρετήσει τα σχέδια του τσάρου της Ρωσίας μέσα από τον πανσλαβισμό, η Αλβανία δημιουργήθηκε μέσα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 - 13, ως δυτικό ανάχωμα σ’ αυτά. Εμπνευστές η Αυστρία και η Ιταλία που είδαν το νέο κράτος ως τη μόνη λύση για να εμποδίσουν τη Σερβία να βγει στην Αδριατική. Με όπλο τον εκβιασμό των μεγάλων δυνάμεων, οι Αλβανοί εισέπραξαν από το Μαυροβούνιο την περιοχή της Σκόδρας, από τη Σερβία όλα τα εδάφη που κυρίευσε ως το Δυρράχιο και από την Ελλάδα τη Βόρεια Ήπειρο.

Σχηματίστηκε, έτσι, η Αλβανία. Όλα ξεκίνησαν από εκείνο το χαρτί που είχαν συνυπογράψει Νεότουρκοι και Αλβανοί τον Αύγουστο του 1912, με το οποίο η Οθωμανική αυτοκρατορία παραχωρούσε προνόμια και ουσιαστικά αναγνώριζε την ύπαρξη της Αλβανικής εθνότητας. Που, έτσι κι αλλιώς, υπήρχε. Τον Νοέμβριο, οι Τούρκοι είχαν εγκλωβιστεί από τους Έλληνες στα Γιάννενα κι από τους Μαυροβούνιους στη Σκόδρα.


Κι ανάμεσα σ’ αυτούς και στις λοιπές δυνάμεις της Τουρκίας μεσολαβούσαν ολόκληρη η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη, ενώ ο Ελληνικός στόλος εμπόδιζε την πρόσβαση από τη θάλασσα. Κι αφού απειλή καμιά δεν υπήρχε, οι Αλβανοί φύλαρχοι μαζεύτηκαν στον Αυλώνα και ανακήρυξαν την αυτονομία της Αλβανίας (28 Νοεμβρίου 1912). Αυστρία και Ιταλία άρπαξαν την ευκαιρία από τα μαλλιά. Το ζήτημα μπήκε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, όπου συζητιόταν το θέμα των Ευρωπαϊκών Οθωμανικών εδαφών.

Στις 20 Δεκεμβρίου και ενώ όλα τα άλλα ζητήματα εκκρεμούσαν, οι μεγάλες δυνάμεις αναγνώρισαν την αυτονομία της Αλβανίας. Από εκεί κι έπειτα, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Ο διεθνής στόλος των μεγάλων δυνάμεων εφάρμοσε αποκλεισμό του Μαυροβούνιου (από 28 Μαρτίου 1913), που πήρε τη Σκόδρα στις 13 Απριλίου κι εξαναγκάστηκε να την παραδώσει σε διεθνές απόσπασμα στις 23 του ίδιου μήνα.

Κι ενώ η κατάσταση με τις διεκδικήσεις της Βουλγαρίας όλο και περισσότερο οξυνόταν, η Αυστρία δήλωσε ορθά κοφτά στη Σερβία πως θα εισέβαλλε στο έδαφός της, αν οι δυνάμεις της δεν αποχωρούσαν από την παραλία της Αδριατικής. Η μισή Αλβανία είχε ήδη εξασφαλιστεί. Απέμεναν τα δύσκολα.

Στις 29 Ιουλίου 1913, ακριβώς την επομένη που υπογράφτηκε η συνθήκη στο Βουκουρέστι, διεθνής επιτροπή ορίστηκε να χαράξει τα σύνορα της Αλβανίας. Ήταν φανερό πως, για να δημιουργηθεί το νέο κράτος, θα έπαιρναν εδάφη και από την Ελλάδα. Επιτροπές Ελλήνων Βορειοηπειρωτών άρχισαν να οργώνουν τις Ευρωπαϊκές αυλές, ζητώντας δικαίωση. Δεν υπήρχε περίπτωση να βρουν. Οργάνωσαν έκτακτο ηπειρωτικό συνέδριο κι έβαλαν τις βάσεις του μελλοντικού τους αγώνα.

Στις 17 Δεκεμβρίου 1913, ανακοινώθηκε η ρύθμιση των Ελληνοαλβανικών συνόρων με το «πρωτόκολλο της Φλωρεντίας»: Ό,τι υπάρχει πάνω από το Καλπάκι, κατακυρωνόταν στην Αλβανία. Μαζί, και το νησάκι της Σασόνας που είχε δοθεί στην Ελλάδα από το 1864 ως εξάρτημα των Ιόνιων νησιών. Η Ελλάδα διαμαρτυρήθηκε με έντονη διακοίνωση (21 Φεβρουαρίου 1914). Εισέπραξε τον ωμό εκβιασμό: «Ή αποδέχεστε αυτή τη διευθέτηση ή χάνετε τα νησιά του Αιγαίου».

Η «λογική» περιλαμβανόταν στον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε «όλο να ζητά», καθώς μέσα σε λιγότερο από ένα χρόνο είχε υπερδιπλασιάσει την έκτασή της. Με το αίμα του στρατού της βέβαια αλλ’ αυτό δε μετρούσε. Η έμμεση απειλή λεγόταν «αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου», την οποία μεθόδευαν Βούλγαροι και Ρώσοι. Απλά, οι Γερμανοί χάρη στη φιλία του Βασιλιά Κωνσταντίνου και οι Γάλλοι χάρη στη διπλωματία του Βενιζέλου είχαν παρεμβληθεί υπέρ της Ελλάδας.

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, που ξέσπασε στη συνέχεια, ματαίωσε την ανατροπή.


Αγώνας για τη Βόρεια Ήπειρο

Η αποχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων από τη Βόρεια Ήπειρο συνδυάστηκε με γενική εξέγερση των Βορειοηπειρωτών Ελλήνων. Η περιοχή ανακηρύχτηκε αυτόνομη κι ο ως τότε γενικός διοικητής Ηπείρου, Γεώργιος Χρηστάκη Ζωγράφος (1863 - 1920), σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση. Μέλη της τρεις μητροπολίτες και τρεις λαϊκοί. Στα γρήγορα, σχηματίστηκε βορειοηπειρωτικός στρατός κι αντιμετώπισε με επιτυχία τον αλβανικό, που έσπευσε να κυριεύσει τα εξεγερμένα μέρη.

Η νικηφόρα έκβαση των μαχών επέτρεψε στους Βορειοηπειρώτες να διακηρύξουν την ανεξαρτησία τους αλλά οι μεγάλες δυνάμεις τα είχαν κανονίσει αλλιώς. Στις 17 Μαΐου 1914, υπογράφτηκε το πρωτόκολλο της Κέρκυρας, με το οποίο αναγνωριζόταν η ελληνικότητα της Βόρειας Ηπείρου στα πλαίσια του κράτους της Αλβανίας και παρέχονταν προνόμια στον Ελληνικό πληθυσμό.

Δυο μήνες νωρίτερα (Μάρτιος 1914), είχε οριστεί Βασιλιάς της Αλβανίας ο Αυστριακός πρίγκιπας Γουλιέλμος Βιδ. Οι Ιταλοί δεν τον ανέχτηκαν. Ένα πραξικόπημα που ξέσπασε τον Σεπτέμβριο κι ενώ ήδη είχε ξεκινήσει ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Αναρχία και αιματοκύλισμα τον διαδέχτηκαν. Οι μεγάλες δυνάμεις ζήτησαν από την Ελλάδα να καταλάβει το νεοσύστατο κράτος για να επιβάλει την τάξη (Οκτώβριος του 1914).

Ταυτόχρονα, οι Ιταλοί έκαναν απόβαση και κυρίευσαν τον Αυλώνα. Όμως, οι Αυστριακοί, που προέλαυναν μέσα από τα εδάφη της Σερβίας, απώθησαν τους Ιταλούς στο εΕληνικό έδαφος. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμα περισσότερο, καθώς οι σύμμαχοι της Αντάντ θεώρησαν ότι θα εξασφάλιζαν τη σύμπραξη των Αλβανών, αν τους έδιναν ένα κράτος. Και μια που ήταν δύσκολο να ξαναστήσουν την Αλβανία στη σωστή περιοχή, τη χάραξαν πιο νότια στον χάρτη, μέσα στο Ελληνικό έδαφος.

Το κατασκεύασμα ονομάστηκε Αλβανική Δημοκρατία αλλά ούτε τους Αλβανούς εξυπηρετούσε, αφού ζούσαν πιο βόρεια, ούτε τους Έλληνες από τους οποίους αφαιρούσαν ολόκληρη την Ήπειρο. Η «Αλβανία» αυτή διαλύθηκε, ενώ οι Γάλλοι κυρίευσαν την Κορυτσά (έμειναν εκεί ως το 1920). Αργότερα, η περιοχή του Αυλώνα χαρίστηκε στην Ιταλία, στην οποία δόθηκε και η επικυριαρχία της Αλβανίας με αντάλλαγμα να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (26 Απριλίου 1915).

Οι περιπέτειες της Βόρειας Ηπείρου δεν επρόκειτο να τελειώσουν σύντομα.


ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ

Ο Α' Βαλκανικός πόλεμος είναι για την Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογος, με τις απώλειες. Δηλαδή με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε. Αντίστοιχα και η Σερβία εκπλήρωσε όλους τους αντικειμενικούς στόχους της, ενώ η Βουλγαρία είχε πολύ μεγάλες απώλειες ειδικά στο μέτωπο της Αδριανούπολης μετά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο τον οποίο η ίδια προκάλεσε, δεν είχε μεγάλα εδαφικά κέρδη.

Το Ελληνικό κράτος διπλασιάσθηκε και σε έκταση και σε πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα άλλαξε ριζικά και η δομή του πληθυσμού, τόσο για το νέο Ελληνικό κράτος όσο και στο κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε από αυτήν. Δηλαδή, στην θέση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου ξαφνικά μπήκαν σύνορα, τα οποία επηρέασαν π.χ. τους νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μετακινούνται στον ενιαίο χώρο των Βαλκανίων. 

Ανάλογα επηρεάσθηκαν οι Έλληνες έμποροι, που ήταν η αστική τάξη της εποχής. Μια λύση ήταν η στροφή στη διοίκηση. Δηλαδή οι Έλληνες αστοί από έμποροι άρχισαν να μετατρέπονται σε δημοσίους υπαλλήλους και να τοποθετούνται στον διοικητικό μηχανισμό του νέου Ελληνικού κράτους στην θέση των αποχωρούντων Μουσουλμάνων.

Ταυτόχρονα μεγάλος αριθμός πληθυσμού μετακινήθηκε από όλες και προς όλες τις πλευρές. Υπολογίζονται σε περισσότερες από 400.000 οι Τούρκοι που έφυγαν από την Οθωμανική, Ευρωπαϊκή αυτοκρατορία και πήγαν προς την Τουρκία. Γενικά κυρίως μετά τον Β' Βαλκανικό πόλεμο οι κάτοικοι των εδαφών της τέως Ευρωπαϊκής Τουρκίας αισθάνονται απειλούμενοι από τον αλυτρωτισμό των υπολοίπων εθνοτήτων και σε πολλές περιπτώσεις (κυρίως οι φτωχότεροι) ακολουθούν τα στρατεύματα του έθνους τους. 

Υπάρχουν φιλμ της εποχής που δείχνουν καραβάνια Σέρβων, Βουλγάρων, Τούρκων ή Ελλήνων προσφύγων να ακολουθούν τα αντίστοιχα στρατεύματα μέχρι να ορισθούν τα τελικά σύνορα. Η Ελλάδα δέχθηκε και άλλα κύματα προσφύγων λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες στη Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το Οθωμανικό κράτος ψάχνοντας υπεύθυνους για την ήττα ξέσπασε σε διωγμούς εναντίον των Ελλήνων.

Υπολογίζονται σε περισσότερους από 100.000 οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και αντίστοιχος αριθμός από τη Μικρά Ασία οι πρόσφυγες που εξαναγκάστηκαν να φύγουν μετά τις βιαιότητες. Από κοινωνική άποψη με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα το Ελληνικό κράτος, από μονοεθνικό και αγροτικό, γίνεται ξαφνικά πολυεθνικό αλλά και λόγω της ενσωμάτωσης των νέων εδαφών αλλάζει κοινωνική δομή αποκτώντας περισσότερους αστούς και εργάτες.


Ενσωματώνονται (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες Μουσουλμάνων, Εβραίων και σε πολύ μικρότερο βαθμό Σλάβων. Η Μακεδονία πλησίαζε πιο πολύ στη Ευρώπη από τις υπόλοιπες περιοχές του Ελληνικού κράτους. Υπήρχαν αστικά κέντρα αμιγώς Ελληνικά κέντρα αλλά και Βλάχικα, όπως η Κλεισούρα όπου σε αντίθεση με την επαρχία του Ελληνικού κράτους ήταν εξοικειωμένοι με τον Ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, και βέβαια αυτό αντανακλάται και στα ρούχα που φορούσαν.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι νέες Ελληνίδες ακόμη και στα χωριά της Μακεδονίας δεν φορούν πλέον τα παραδοσιακά ρούχα και μάλιστα οι εύπορες αστές ντύνονται με την τελευταία λέξη της Γαλλικής μόδας. Δηλαδή το Ελληνικό κράτος αστικοποιείται και ταυτόχρονα «κληρονομεί» μεγάλες ομάδες εργατών λόγω των πόλεων της Μακεδονίας. Η Θεσσαλονίκη ήταν εκείνη την εποχή η πιο Ευρωπαϊκή πόλη του Ελληνικού κράτους με μεγάλο εργατικό δυναμικό σημαντικό και αριθμητικά αλλά και από άποψη οργάνωσης (federatión).

Η Federatión, η οποία είχε σαν βάση της, το Εβραϊκό εργατικό στοιχείο, αλλά και ομοϊδεάτες Έλληνες, Τούρκους ή Σλάβους σε μικρότερα ποσοστά, είναι πλέον η πιο σημαντική εργατική οργάνωση που υπάρχει στο Ελληνικό κράτος και θα δώσει τον μεγαλύτερο όγκο στο Σοσιαλιστικό εργατικό κόμμα.

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΩΝ

Στις 27 Οκτωβρίου 1912 η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε στον Ελληνικό στρατό. Την επόµενη ηµέρα ο διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε θριαµβευτικά στην πόλη, επικεφαλής των Ελληνικών στρατευµάτων. Ο πόλεµος εναντίον της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας από τους Βαλκάνιους συµµάχους (Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο) είχε κηρυχθεί µόλις πριν από περίπου τρεις εβδοµάδες, στις 5 Οκτωβρίου.

Ύστερα από πολλές διακυµάνσεις, κρίσεις και διπλωµατικές αµφιταλαντεύσεις, το περίφηµο «Ανατολικό Ζήτηµα» γύρω από την τύχη της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας θα λυνότανµε τα όπλα, στα πεδία των µαχών.

Η Ελλάδα Αλλάζει

Οι Βαλκανικοί Πόλεµοι ξαναχάραξαν τον χάρτη της Βαλκανικής Χερσονήσου. Τότε ιδρύθηκε το ανεξάρτητο Αλβανικό κράτος. Η Σερβία προσάρτησε το Κόσοβο, το Νόβι Παζάρ και µέρος της Μακεδονίας. Ένα άλλο µέρος της απέκτησε εξάλλου η Βουλγαρία (την ονοµάζει Μακεδονία του Πιρίν), ενώ η Ρουµανία πήρε τη Νότια ∆οβρουτσά. Για την Ελλάδα οι Βαλκανικοί Πόλεµοι υπήρξαν το µεγαλύτερο πολεµικό έπος µετά την Ελληνική Επανάσταση.


Ύστερα από περίπου έναν αιώνα αλυτρωτικών οραµάτων και συνακόλουθων απογοητεύσεων, οι Ελληνικές νίκες στους Βαλκανικούς Πολέµους αποτέλεσαν την πρώτη πραγµάτωση της Μεγάλης Ιδέας, µε κατάκτηση µάλιστα και όχι µε παραχώρηση όπως το 1881, και ενίσχυσαν την εθνική αυτοπεποίθηση. 

Για τους δυτικούς παρατηρητές ωστόσο οι Βαλκανικοί Πόλεµοι χαρακτηρίστηκαν από αγριότητες και ωµότητες που οδήγησαν στην ταύτιση της περιοχής µε το στερεότυπο της ενδηµικής βίας. Από τότε, κάθε παράγωγο των Βαλκανίων παρέπεµπε στην εντός της Ευρώπης βαρβαρότητα. Οι Βαλκανικοί Πόλεµοι είχαν προετοιµαστεί πολύ νωρίτερα, µέσα από την άνοδο των αντίπαλων βαλκανικών εθνικισµών και τη σταδιακή παρακµή της πολυεθνικής Οθωµανικής Αυτοκρατορίας.

Οι Ευρωπαϊκές δυνάµεις είχαν ακολουθήσει σταθερά, από τις αρχές του 19ου αιώνα, την πολιτική της διατήρησης του status quo στη Γηραιά Ήπειρο ώστε να αποφευχθεί ένας Ευρωπαϊκός Πόλεµος. Ο διπλωµατικός ανταγωνισµός µεταξύ τους για την κυριαρχία στα Οθωµανικά εδάφη ταλαντευόταν ανάµεσα σε δύο εναλλακτικές λύσεις του λεγόµενου «Ανατολικού Ζητήµατος»: τη διατήρηση ή τον διαµελισµό της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. 

Ωστόσο οι ιστορικές εξελίξεις δεν ήταν εφικτό να ελεγχθούν.Η µεγαλύτερη ανατολική κρίση του 1875-1878 έληξε µε το Συνέδριο του Βερολίνου, όταν έγιναν ανεξάρτητα κράτη η Σερβία, η Ρουµανία και το Μαυροβούνιο. Τότε εξάλλου αποφασίστηκε και η προσάρτηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και της Άρτας,παρ’ όλο που η χώρα δεν είχε µετάσχει σε πολεµικές επιχειρήσεις (1881). Η αντίστροφη µέτρηση για τα Ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας είχε ξεκινήσει.

Η Μεγάλη Ιδέα

Το Ελληνικό Βασίλειο «ασφυκτιούσε» µέσα στα στενά του σύνορα. Ιδρυµένο από το 1830 στο νοτιότερο άκρο της Βαλκανικής Χερσονήσου, σχεδίαζε την εδαφική του επέκταση προς τα βόρεια ως µοναδικός κληρονόµος της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας. Η Μεγάλη Ιδέα, παρά τα πολλά της πρόσωπα και τις διαφορετικές εκδοχές της, ήταν πρωτίστως ένα αλυτρωτικό σχέδιο. Παρόµοιες «µεγάλες ιδέες» δεν θα αργήσουν εξάλλου να επεξεργαστούν και τα υπόλοιπα Βαλκανικά Έθνη, διεκδικώντας Οθωµανικά εδάφη.

Σχεδόν αναπόφευκτα, τα επεκτατικά Βαλκανικά σχέδια αλληλοεπικαλύπτονταν στον χάρτη και προοιωνίζονταν την τελική σύγκρουση. Εν τούτοις οι αλυτρωτικές βλέψεις της Ελλάδας είχαν καταρρεύσει στον Ελληνοτουρκικό πόλεµο του 1897. Στην αρχή του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα υπήρχε µια διάχυτη αίσθηση αποτελµάτωσης. Κρητικό και Μακεδονικό αποτελούσαν τα κρίσιµα – και άλυτα – ζητήµατα της εξωτερικής πολιτικής.


Στο εσωτερικό, το ανερχόµενο κοινωνικό ζήτηµα σε συνδυασµό µε την οικονοµική κατάσταση (πτώχευση, σταφιδική κρίση, ∆ιεθνής Οικονοµικός Ελεγχος) επέτεινε ένα γενικευµένο κλίµα δυσφορίας, που κατευθυνόταν εναντίον των κοµµάτων, του Στέµµατος και της Αυλής. Αποκορύφωση της κρίσης υπήρξε το στρατιωτικό κίνηµα στο Γουδί το 1909, το οποίο λειτούργησε ως καταλύτης για µια σειρά επαναστατικών αλλαγών.

Το γεγονός ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσµος κάλεσε έναν σχετικά άγνωστο στην Ελλάδα κρητικό πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ελληνική ιστορία. Με την ηγεσία του Βενιζέλου θα πραγµατοποιηθεί και ο αστικός εκσυγχρονισµός και ένα µεγάλο µέρος των αλυτρωτικών οραµάτων.  Στο τέλος των Βαλκανικών Πολέµων, θα έχει αυξηθεί κατά 80% ο πληθυσµός και κατά 90% η έκταση του Ελληνικού κράτους.

Η Ελληνική νίκη στους Βαλκανικούς οφειλόταν βεβαίως στην επένδυση που είχε γίνει στον στρατό και στον στόλο τα προηγούµενα χρόνια. Παρά τον αριθµητικά µικρό στρατό ξηράς που παρέταξε η Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1912 (µόλις 120.000 άνδρες), κατόρθωσε να προελάσει γρήγορα, εξαιτίας και του γεγονότος ότι το νότιο µέτωπο ήταν χαµηλής προτεραιότητας για την Οθωµανική στρατιωτική διοίκηση σεσχέση µετο µέτωπο της Θράκης, όπου πολεµούσε η Βουλγαρία.

Καθοριστικής σηµασίας ήταν εξάλλου οι νίκες του Ελληνικού στόλου στο Βόρειο Αιγαίο, όπου πρωταγωνιστούσαν το θωρηκτό «Αβέρωφ» και ο υποναύαρχος Π. Κουντουριώτης.  Με το τέλος του Α’ Βαλκανικού Πολέµου, που επικύρωσε η Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου (17 Μαΐου 1913),η Ελλάδα είχε κατακτήσει την Ηπειρο, µεγάλο µέρος της Μακεδονίας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.Η Κρήτη επίσης µπορούσε πλέον να ενωθεί µε την Ελλάδα. Εν τούτοις ο πόλεµος δεν είχε τελειώσει.

Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος

Στις 16 Ιουνίου του 1913 η Βουλγαρία επιτέθηκε εναντίον των Σερβικών και των Ελληνικών δυνάµεων. Η «Πρωσία της Ανατολής», όπως την ονόµαζαν τότε, ήταν δυσαρεστηµένη από την ουσιαστική απώλεια της Μακεδονίας, η οποία αποτελούσε κεντρικό στόχο των Βουλγαρικών αλυτρωτικών οραµάτων. Στον Β’ Βαλκανικό Πόλεµο απέναντι στη Βουλγαρία θα παραταχθούν όλοι οι παλιοί της σύµµαχοι, µαζί τώρα µε την Οθωµανική Αυτοκρατορία και τη Ρουµανία.

Ενώ λοιπόν η Βαλκανική σύρραξη είχε αρχικά ξεκινήσει– και παρουσιαστεί –ως ένας αγώνας ανάµεσα στα Χριστιανικά έθνη και στη Μουσουλµανική Οθωµανική Αυτοκρατορία, στην πορεία ο πολιτικός πραγµατισµός ανέτρεψε τις αναµενόµενες συµµαχίες και η Ελλάδα βρέθηκε να πολεµά στο πλευρό της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της Βουλγαρίας. Ο νέος πόλεµος κράτησε µόλις έναν µήνα, ήταν όµως πολύ αγριότερος καιπιο αιµατηρός από τον προηγούµενο.

 
Χωριά ολόκληρα κάηκαν µαζί µε τους άµαχους κατοίκους τους, αιχµάλωτοι εκτελέστηκαν, δεκάδες χιλιάδες έγιναν πρόσφυγες, πρακτικές εθνοκάθαρσης ακολουθήθηκαν µε έναν φανατισµό που προκάλεσε βαθιά τραύµατα στους πληθυσµούς των εµπόλεµων περιοχών και στιγµάτισε τα Βαλκάνια απέναντι στη ∆υτική Ευρώπη. Η Βουλγαρία πλήρωσε τον τυχοδιωκτισµό των ηγετών της µε πλήρη κατάρρευση. Με επέµβαση των Ευρωπαϊκών δυνάµεων, ο πόλεµος τελείωσε µε την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (Ιούλιος 1913).

Το Νέο Τοπίο

Οι Βαλκανικοί Πόλεµοι δηµιούργησαν νέα δεδοµένα στη Βαλκανική Χερσόνησο. Η Οθωµανική Αυτοκρατορία είχε κυριολεκτικά ακρωτηριαστεί, ενώ η Βουλγαρία αναγκάστηκε να συµβιβαστεί µε την απόκτηση της ∆υτικής Θράκης. Νικήτριες του πολέµου ήταν η Ελλάδα και η Σερβία, που είχαν αυξήσει εντυπωσιακά τα εδάφη τους. 

Εν τούτοις οι Βαλκανικοί Πόλεµοι άφησαν αρκετές εδαφικές εκκρεµότητες, γιατί οι µεγαλοϊδεατισµοί παρέµεναν σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό ανικανοποίητοι. Το στοιχείο αυτό καθόρισε την πολιτική των Βαλκανικών κρατών ως το ξέσπασµα του Α’ Παγκοσµίου Πολέµου, ο οποίος ξεκίνησε άλλωστε στα Βαλκάνια µόλις έναν χρόνο µετά τη λήξη του Β’ Βαλκανικού Πολέµου.Οι νικητές των Βαλκανικών συντάχθηκανµε τις δυνάµεις της Αντάντ, ενώ οι ηττηµένοι µε τις Κεντρικές ∆υνάµεις.

ΑΠΟ ΤΟΝ ∆ΙΧΑΣΜΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Στην Ελλάδα, οι νίκες των Βαλκανικών Πολέμων επισκιάστηκαν από τον Διχασμό που ακολούθησε ανάμεσα στον Βενιζέλο και στον Κωνσταντίνο και εν τέλει από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γι’ αυτόν τον λόγο παρατηρείται η παραδοξότητα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι να μην αποτελούν αυτοδύναμο ή αυτοτελές γεγονός για τη μετέπειτα Ελληνική ιστοριογραφία, αλλά να εντάσσονται ως ένα επεισόδιο σε μια μακρά σειρά γεγονότων που ξεκινά με την ήττα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και καταλήγει στη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922.

Στην πορεία που οδηγεί από την πρώτη ήττα της Μεγάλης Ιδέας στην οριστική της ήττα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι εγγράφηκαν ως η στιγμή της ευφορίας. Στην ουσία όμως εγκαινίασαν μια περίοδο δεκαετούς πολεμικής δοκιμασίας, που το τραγικό τέλος της επισκίασε την επική της έναρξη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι σηματοδοτούν την τελική φάση αποσύνθεσης των πολυεθνικών αυτοκρατοριών προς όφελος των εθνών-κρατών.


Την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ακολούθησαν, τα αμέσως επόμενα χρόνια, η Ρωσική Αυτοκρατορία και η Αυστροουγγαρία. Με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είχε αλλάξει μόνο ο χάρτης των Βαλκανίων αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης.

Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από στρατιωτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ. 

Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην Ελληνική κοινωνία. Οι επιπτώσεις του χάσματος παρέμειναν ως το 1974 και την έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Μία σειρά από τραυματικά για την Ελλάδα γεγονότα, η Μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά, ο εμφύλιος πόλεμος και μετέπειτα η Δικτατορία των Συνταγματαρχών και η τραγωδία της Κύπρου ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια του Εθνικού Διχασμού.

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η διαμάχη μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος, βάσει του Συντάγματος, είχε δικαιοδοσίες εξαιρετικά περιορισμένες, όμως η επιρροή του σε πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο ηττήθηκε η Ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατόυ ενώ τρία χρόνια μετά ανέλαβε την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. 

Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που απαιτούσε άμεσες ανακατατάξεις στο Στράτευμα με κύριο αίτημα την αποχώρηση του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων. Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού φέρουν τη σφραγίδα της στρατιωτικής τέχνης του Κωνσταντίνου. Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου: 

Ενώ ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν ήδη μέσα στην Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος στέλνει τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο να κινηθεί γρήγορα στην ήδη καταληφθείσα Θεσ/νίκη. Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένους πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους. Στο πρόσωπο του Ε. Βενιζέλου, το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την πολιτική ηγεσία της χώρας.


ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ 

Όταν, το καλοκαίρι του 1912, οι χώρες των Βαλκανίων ένωναν τις δυνάμεις τους με κοινό στόχο την κατάλυση του Οθωμανικού ζυγού από το μεγαλύτερο τμήμα της πολύπαθης Βαλκανικής, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο αγώνας τους θα κατέληγε σ’ έναν αιματηρό ενδοβαλκανικό πόλεμο. Επίλογο αυτού του πολέμου αποτέλεσε η συνθήκη του Βουκουρεστίου, τον Ιούλιο του 1913.

Στο πλαίσιο αυτής της συνθήκης οι διαφορές των Βαλκανικών χωρών θα λύνονταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, όμως, με την υπογραφή της συνθήκης ενταφιάσθηκε και η Βαλκανική αδελφότητα, η οποία πήγαζε από τον πόθο των λαών της, από τα χρόνια ακόμη του Ρήγα Βελεστινλή. Τη θέση της είχαν πάρει οι αντιθέσεις και η εχθρότητα.

Σχεδόν αμέσως μετά τον τερματισμό του νικηφόρου αγώνα των Βαλκάνιων συμμάχων κατά των Τούρκων (1913), που συνοδεύθηκε από την απελευθέρωση των πρώην βιλαετίων της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, ο Βουλγαρικός στρατός επιτέθηκε στους πρώην συμμάχους του. Τα πρώτα πλήγματα δέχθηκαν οι Σέρβοι στις 16 Ιουνίου, στη θέση Γευγελή και ακολούθησαν οι επιθέσεις κατά των Ελλήνων στην περιοχή Ελευθερές - Πράβι. 

Οι σύμμαχοι, κλονισμένοι από την αιφνιδιαστική επίθεση των Βουλγάρων, αρχικά υποχώρησαν και μόλις τρεις ημέρες αργότερα κατόρθωσαν να ανασυνταχθούν και να αρχίσουν την αντεπίθεση. Τα Βουλγαρικά στρατεύματα που παρέμεναν στη Θεσσαλονίκη, παραδόθηκαν στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου, μετά από ολονύκτια μάχη, ενώ ο σερβικός στρατός άρχισε να καταδιώκει τον Βουλγαρικό, ο οποίος υπέστη μεγάλες απώλειες.

Η προδοτική, όμως, επίθεση των Βουλγάρων δεν προκάλεσε την αντίδραση μόνο των Σέρβων και των Ελλήνων, αλλά και των Ρουμάνων και ακόμη και αυτών των ηττημένων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, δηλαδή των Τούρκων. Στις 18 Ιουλίου Ρουμανικά στρατεύματα διέσχισαν τον Δούναβη και, χωρίς να συναντήσουν καμιά αξιόλογη αντίσταση, έφθασαν σε απόσταση 40 χλμ. από τη Σόφια. 

Οι Τούρκοι προέλασαν στη Θράκη και ανακατέλαβαν την Αδριανούπολη. Σε διάστημα ενός μήνα οι Βούλγαροι έχασαν ό,τι είχαν κερδίσει στον πρώτο πόλεμο, ενώ η ίδια η Σόφια κινδύνευε να καταληφθεί. Αντιμέτωποι με την απειλή της τελικής καταστροφής, οι Βούλγαροι επιζήτησαν με κάθε τρόπο τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

 
Η διπλωματική δραστηριότητα ήταν έντονη ήδη από τις πρώτες ημέρες του πολέμου και η πίεση ορισμένων Ευρωπαϊκών δυνάμεων (Αυστροουγγαρίας - Ρωσίας - Γαλλίας και άλλων) προς τη Σερβία και κυρίως προς την Ελλάδα για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων εξαιρετικά μεγάλη. Ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας, Φερδινάνδος, ικέτευε τον Γάλλο πρόεδρο Πουανκαρέ για μεσολάβηση, ενώ οι Ρώσοι πρότειναν τη διακοπή των εχθροπραξιών και την άμεση σύγκλιση διαβαλκανικής συνδιάσκεψης στην Αγ. Πετρούπολη για την επίλυση των διαφορών.

Η ασφυκτική διπλωματική πίεση για ανακωχή, κυρίως προς την Ελλάδα, υπήρξε άκαρπη. Η άρνηση, όμως, της Ελληνικής κυβέρνησης και κυρίως του Βασιλιά Κωνσταντίνου που διηύθυνε τις πολεμικές επιχειρήσεις στο Μακεδονικό μέτωπο, προκαλούσε τη δυσφορία της Ευρώπης, ακόμη και αυτής της ίδιας της συμμάχου Σερβίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος γνώριζε ότι η αρνητική στάση της Ελλάδας δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ περισσότερο.

Ο Κωνσταντίνος, όμως, παρέμενε άκαμπτος. «Πρέπει να υπαγορεύσωμεν την ειρήνην επί του πεδίου της μάχης…», απαντούσε σε τηλεγραφήματα της Ελληνικής κυβέρνησης με νύξεις για πιθανή ανακωχή, ενώ λίγο αργότερα ολοκλήρωνε ένα νέο τηλεγράφημά του προς τον υπουργό των Εξωτερικών, Κορομηλά, με την περίφημη φράση «Ceterum censeo Bulgariam esse delendam» (λέγω, άλλωστε, ότι πρέπει να εξοντωθεί η Βουλγαρία). 

Ο Βενιζέλος διέβλεπε ότι με τη συνέχιση των εχθροπραξιών και την άκαμπτη στάση του Βασιλιά ως προς το θέμα της ανακωχής η Ελλάδα κινδύνευε για πρώτη φορά να βρεθεί απομονωμένη. Αντιμέτωπος με ένα τόσο καταστροφικό για την Ελλάδα ενδεχόμενο και μετά από μια νέα έκκληση για ανακωχή, αυτή τη φορά από τον Βασιλιά της Ρουμανίας Κάρολο. 

Ο Βενιζέλος έσπευσε στο Βουκουρέστι κάτω από αντίξοες συνθήκες, πιεζόμενος δηλαδή από τη μια πλευρά από την άρνηση του Κωνσταντίνου και από την άλλη από τη δυσμενή ατμόσφαιρα που επικρατούσε για την Ελλάδα στη Ρουμανική πρωτεύουσα λόγω της άρνησής της για ανακωχή. Η έκπληξη, όμως, που δοκίμασε ο Βενιζέλος διαβάζοντας το επείγον τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου (με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1913) με το οποίο ο τελευταίος ζητούσε ανακωχή την πρώτη κιόλας ημέρα της παραμονής του στο Βουκουρέστι, σίγουρα ήταν μεγάλη. 

«Συνεπεία ανεξηγήτου αδρανείας του Σερβικού στρατού, επροκαλέσαμεν διά της ταχείας προελάσεώς μας το μεγαλύτερον μέρος του Βουλγαρικού στρατού εναντίον μας…», έγραφε ο Βασιλιάς και συνέχιζε: «Ο στρατός μου έφθασεν εις τα φυσικά και ηθικά όρια της αντοχής του… Προσπαθήσατε να εύρετε τρόπον διακοπής των εχθροπραξιών υπό της Σερβίας».


Ο Βενιζέλος, προτού ακόμη οι Βούλγαροι πληροφορηθούν την κρίσιμη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Ελληνικός στρατός στο μέτωπο, κατόρθωσε με έξυπνους διπλωματικούς ελιγμούς να εξασφαλίσει πενθήμερη ανακωχή. Ο Ελληνικός στρατός είχε σωθεί από πιθανή καταστροφή και η Ελλάδα από νέες περιπέτειες.

Η ελεύθερη Ελλάδα με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου αγκάλιαζε και πάλι μετά από αιώνες υποδούλωσης τις περιοχές της δυτικής, της κεντρικής και της ανατολικής Μακεδονίας. Σίγουρα η συνθήκη δεν μπορούσε να εκφράσει την απόλυτη δικαίωση, καθώς το ζήτημα της Βόρειας Ηπείρου και των νησιών του ανατολικού Αιγαίου παρέμενε ανοικτό, ενώ μεγάλα τμήματα του Ελληνισμού ζούσαν ακόμη κάτω από Βουλγαρική ή Οθωμανική κυριαρχία. 

Αποτελεί, όμως, αναμφισβήτητο γεγονός ότι με τη χάραξη των νέων συνόρων η Ελλάδα σε διάστημα λίγων μηνών σχεδόν διπλασίαζε τα εδάφη της, φθάνοντας από τα 64.000 τ.χλμ. στα 120.000, ενώ ο πληθυσμός της άγγιζε πλέον τα 5.000.000. Η εδαφική και η πληθυσμιακή αύξηση της νέας Ελλάδας επηρέασε και την οικονομία της δίνοντάς της μια νέα ώθηση. Πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Καβάλα, οι Σέρρες, η Νάουσα, η Κοζάνη και άλλες, αποτελούσαν, χάρη στο εμπορικό και πνευματικό παρελθόν τους, εγγύηση για την ανάπτυξη της χώρας.

Η νέα κατάσταση πραγμάτων δικαίωνε τους αγώνες και τις θυσίες του Ελληνικού στρατού και του λαού, των οποίων η ομοψυχία και η ομόνοια αποτελούσαν παράγοντα εμπιστοσύνης για το μέλλον. Η ομοψυχία όμως, αλλά και η ομόνοια γνώρισαν πολλές δοκιμασίες στο επίπεδο της ηγεσίας. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι οι στρατιωτικές ικανότητες του Κωνσταντίνου και οι πολιτικές του Βενιζέλου αποτέλεσαν τους στυλοβάτες των μεγάλων εθνικών επιτυχιών, η σχέση, όμως, των δύο ανδρών είχε δοκιμασθεί αρκετές φορές και μάλιστα σε πολύ κρίσιμες στιγμές για την Ελλάδα. 

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε τον κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισε ο Βενιζέλος στο Βουκουρέστι, όταν πέτυχε την ανακωχή σώζοντας τον Ελληνικό στρατό από την καταστροφή λόγω των στρατιωτικών σφαλμάτων στο μέτωπο. Επίσης, τον ρόλο του Γενικού Επιτελείου, του οποίου ηγείτο ο ίδιος ο βασιλιάς και τους έξυπνους διπλωματικούς ελιγμούς του Έλληνα πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου έκλεινε το μεγάλο κεφάλαιο των Βαλκανικών Πολέμων, ένα κεφάλαιο που εύρισκε την Ελλάδα να πολεμά μόνη της από την αρχή ως το τέλος για πρώτη φορά στην ιστορία της και να εξέρχεται θριαμβεύτρια.


Το έπος που έγραψε η Ελλάδα στα μακεδονικά οροπέδια αποτελούσε και το προμήνυμα για τη μελλοντική πορεία της. Ο Βενιζέλος, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βουκουρεστίου,
απευθυνόμενος προς τα μέλη της Ελληνικής αντιπροσωπείας, έλεγε και τα εξής: «Και τώρα ας  στρέψουμε το βλέμμα μας προς Ανατολάς», δίνοντας, έτσι, το στίγμα της νέας πορείας που θα χάραζε η Ελλάδα.


* ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α' - ΜΕΡΟΣ Β'

ΔΕΣ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α' (1845 - 1913) ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΤΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (23 Αυγούστου 1864 - 18 Μαρτίου 1936)

ΙΩΝΑΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ: Η ΖΩΗ Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ