Τρίτη 14 Αυγούστου 2018

Προυστ: Είμαστε πιο δυνατοί από τους φόβους

Οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, όπως και οι φόβοι μας, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας.
 
Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που τη συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν.   
 
Δεν ήθελα πια να αφήσω τον εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ' την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα πιστέψει ως ακατόρθωτο.
 
Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει.
 
Ο μόνος να τις γευτώ περισσότερο ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους.
 
Διότι οι αλήθειες τις οποίες η ευφυία συλλαμβάνει ευθέως, στο ξέφωτο τού κόσμου, έχουν κάτι το λιγότερο βαθύ, το λιγότερο αναγκαίο από αυτές που η ζωή, άσχετα από εμάς, μάς μετέδωσε μέσα σε μιαν εντύπωση, υλική αφού μπήκε από τις αισθήσεις μας, τής οποίας όμως μπορούμε να ανασύρουμε το πνεύμα. 
 
Το μεγαλείο τής αληθινής τέχνης είναι να ξαναβρούμε, να ξανακερδίσουμε, να μάς κάνει να γνωρίσουμε, αυτήν την πραγματικότητα μακριά από την οποία ζούμε, από την οποία απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο, στο βαθμό που διογκώνεται και αδιαβροχοποιείται η συμβατική γνώση που βάζουμε στη θέση της, αυτήν την πραγματικότητα που κινδυνεύουμε να πεθάνουμε χωρίς να έχουμε γνωρίσει, και που πολύ απλά είναι η ζωή μας.
 
Οι πιο μεγάλοι μας φόβοι, όπως οι πιο μεγάλες μας ελπίδες, δεν ξεπερνούν τις δυνάμεις μας, και μπορούμε να καταφέρουμε να κυριαρχήσουμε πάνω στους πρώτους και να πραγματοποιήσουμε τις δεύτερες.
 
Marcel Proust

Κικέρων: Η αρρώστια της ψυχής

Παρατηρώ, φίλε μου Βρούτε, πως, μολονότι εμείς οι άνθρωποι, εκτός από σώμα, διαθέτουμε και ψυχή, για τη φροντίδα και τη διατήρηση του σώματος επινοήσαμε μια τέχνη, η οποία μάλιστα, λόγω της χρησιμότητάς της, τιμάται ως εύρημα των αθάνατων θεών, ενώ, αντιθέτως, μέχρι να ανακαλύψουμε την τέχνη που θεραπεύει την ψυχή δεν νιώθαμε και τόσο έντονα την έλλειψή της. Και όταν επιτέλους μάθαμε ότι η τέχνη αυτή υπάρχει, όχι μόνο δεν τη μελετήσαμε σε βάθος, αλλά λίγοι από εμάς την υποδέχτηκαν καλοπροαίρετα - για να μην πω ότι οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν με καχυποψία και φθόνο.
 
Δεν ξέρω λοιπόν τι να υποθέσω γι’ αυτή την αντίφαση. Μήπως οφείλεται στο γεγονός ότι η ψυχή μπορεί να νιώσει την αδιαθεσία και τους πόνους του σώματος, ενώ το σώμα αδυνατεί να αντιληφθεί την ασθένεια της ψυχής;
 
Εν τοιαύτη περιπτώσει, η ψυχή καλείται να διαγνώσει την ασθένεια της όταν το ίδιο το όργανο της διάγνωσης νοσεί. Βεβαίως, εάν η φύση μάς είχε προικίσει εκ γενετής με την ικανότητα να διαισθανόμαστε και να κατανοούμε τη βαθύτερη ουσία της, και να ζούμε όλη μας τη ζωή υπό την άριστη καθοδήγησή της, δεν θα είχαμε κανέναν απολύτως λόγο να καταφεύγουμε στις θεωρίες και τα διδάγματα των σοφών. Τώρα όμως η διαίσθησή μας περιορίζεται σε κάποιες ελάχιστες αναλαμπές, που κι αυτές, υπό την καταστροφική επήρεια των κακών έξεων και των εσφαλμένων αντιλήψεων, πολύ σύντομα σβήνουν, με αποτέλεσμα να χάνεται ολότελα το φως της φύσης από τα μάτια μας.
 
Τα σπέρματα της αρετής υπάρχουν μέσα μας και, αν τα αφήναμε να βλαστήσουν, η ίδια η φύση θα μας έδειχνε τον δρόμο προς την ευτυχία- όμως εμείς, αμέσως μόλις έρθουμε στον κόσμο και μας αναγνωρίσει ο πατέρας μας, πέφτουμε κατευθείαν στα δίχτυα της κακίας και της διεστραμμένης σκέψης, θαρρείς και ρουφάμε το δηλητήριο της πλάνης μαζί με το γάλα της παραμάνας μας.
 
Κι όταν εκείνη μας παραδώσει στους γονείς μας και στη συνέχεια μας αναλάβουν οι δάσκαλοι, είναι τόσες οι πλάνες που μας μολύνουν, ώστε η αλήθεια δίνει τη θέση της στο ψεύδος, και η σοφία της φύσης υποχωρεί μπροστά στη δύναμη της προκατάληψης.
 
Ύστερα έρχονται οι ποιητές, οι οποίοι επαγγέλλονται ότι με τη διδασκαλία τους θα μας χαρίσουν ανυπέρβλητη μόρφωση και σοφία. Τους ακούμε λοιπόν, τους διαβάζουμε, τους αποστηθίζουμε, τους επιτρέπουμε να εντυπωθούν βαθιά στη σκέψη μας· αλλά, όταν φτάσει η ώρα για την κοινή γνώμη να παίξει τον ρόλο του μεγάλου δασκάλου και ο όχλος να δώσει το τελειωτικό χτύπημα -ο οποίος, σύσσωμος, ρέπει προς το κακό-, τότε είναι ολοφάνερο πως η μόλυνση προχωρεί σε βάθος και οι σφαλερές αντιλήψεις μάς αποξενώνουν τόσο πολύ από τη φύση, που φτάνουμε στο σημείο να νομίζουμε πως την τελευταία την καταλαβαίνουν καλύτερα όσοι έχουν πιστέψει ότι δεν υπάρχει υψηλότερη φιλοδοξία για τον άνθρωπο, ούτε ευγενέστερη επιδίωξη, ούτε μεγαλύτερη τιμή, από τα δημόσια αξιώματα, την αρχηγία του στρατού και τη λαϊκή αποδοχή.
 
Από αυτά γοητεύονται οι πιο αξιόλογοι άνθρωποι και, ενώ αναζητούν την αληθινή δόξα -που αυτή και μόνο ψάχνει με όλες της τις δυνάμεις η φύση μας-, ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με το άκρον άωτον της ματαιότητας, και ότι δεν αγωνίζονται για την υπέροχη εικόνα της αρετής αλλά για ένα χλομό φάντασμα της δόξας. Όμως, η αληθινή δόξα δεν είναι οπτασία αλλά κάτι το απτό, που αφήνει το αποτύπωμά του- είναι η ομόφωνη αποδοχή των ενάρετων ανθρώπων, η αδέκαστη ετυμηγορία εκείνων που μετρούν με δίκαια κριτήρια το ύψος της αρετής, η ηχώ που μας μεταφέρει τη φωνή της αρετής. Αυτή τη δόξα δεν την αρνούνται οι ενάρετοι, διότι τις περισσότερες φορές συνοδεύει τις δίκαιες πράξεις.
 
Ωστόσο, εκείνη η άλλη δόξα, που προσπαθεί να μιμηθεί την αληθινή, είναι προπετής και ασυλλόγιστη, και τις περισσότερες φορές γίνεται σύμβουλος εσφαλμένων επιλογών και κακών πράξεων: αναφέρομαι στη λαϊκή φήμη, η οποία προσπαθεί να παραχαράξει την αληθινή δόξα και να σπιλώσει το κάλλος του προσώπου της με τη δική της ασχήμια. Από αυτή τυφλώνονται οι άνθρωποι, παρά τις όποιες ευγενείς φιλοδοξίες τους, και, επειδή δεν ξέρουν ούτε τι ψάχνουν να βρουν ούτε πού θα το βρουν, άλλοι οδηγούν την πατρίδα τους στο χείλος του γκρεμού κι άλλοι σκάβουν τον λάκκο τους με τα ίδια τους τα χέρια.
 
Τουλάχιστον, όσοι αναζητούν το καλό δεν χάνουν τον δρόμο τους επειδή το θέλησαν, αλλά επειδή ακολούθησαν λανθασμένη κατεύθυνση. Τι γίνεται όμως με τους υπόλοιπους; Γι’ αυτούς που παρασύρονται από τη δίψα τους για το κέρδος και από τη φιληδονία τους, και οι ψυχές τους ταράζονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απέχουν ελάχιστα από την τρέλα -άλλωστε, αυτή είναι η μοίρα των ανθρώπων που δεν διαθέτουν σοφία-, δεν υπάρχει καμιά θεραπεία; Άραγε, αυτό συμβαίνει επειδή οι ψυχικές ασθένειες είναι λιγότερο επιβλαβείς από τις σωματικές, ή μήπως επειδή οι αρρώστιες του σώματος θεραπεύονται, ενώ οι αρρώστιες της ψυχής δεν έχουν γιατρειά; 
 
Κι όμως, οι ψυχικές ασθένειες είναι και περισσότερες και πιο επικίνδυνες από τις σωματικές. Και μόνο το γεγονός ότι προσβάλλουν την ψυχή και την αναστατώνουν μας κάνει να τις απεχθανόμαστε, και η άρρωστη ψυχή, όπως λέει ο Έννιος, ποτέ δεν βρίσκει ανάπαυση· τίποτε να πετύχει δεν μπορεί, τίποτε να υπομείνει: γιατί δεν την αφήνει ο πόθος.
 
Θα αφήσω τις υπόλοιπες αρρώστιες κατά μέρος. Από τις ακόλουθες δύο, τη θλίψη και την επιθυμία, υπάρχουν αρρώστιες του σώματος που να είναι χειρότερες; Και πώς μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι το πνεύμα μας δεν μπορεί να θεραπεύσει τον εαυτό του, εφόσον το πνεύμα μας ήταν εκείνο που ανακάλυψε την τέχνη της θεραπείας του σώματος; Εξάλλου, είναι προφανές ότι η θεραπεία του σώματος εξαρτάται κατά πολύ από την ατομική ιδιοσυγκρασία και τη φύση του καθενός, γι’ αυτό και βλέπουμε ότι όλα τα σώματα που υποβάλλονται σε θεραπεία δεν αναρρώνουν αμέσως. Αντιθέτως, οι ψυχές που επιθυμούν να θεραπευτούν και είναι πρόθυμες να υπακούσουν στα παραγγέλματα των σοφών αναμφίβολα θεραπεύονται.  
 
Υπάρχει λοιπόν σίγουρα μια τέχνη που θεραπεύει την ψυχή, και αυτή είναι η φιλοσοφία. Όμως, δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε τη βοήθειά της έξω από εμάς, όπως κάνουμε με τις σωματικές ασθένειες· θα πρέπει να βάλουμε τα δυνατά μας για να μπορέσουμε να γίνουμε εμείς οι ίδιοι γιατροί του εαυτού μας. 
 
Κικέρων, Το φάρμακο της λύπης. 

---------------------
Οι Τουσκουλανές Διατριβές είναι ένα έργο που γράφτηκε υπό την επήρεια του πένθους. Πέντε μήνες νωρίτερα, ο Κικέρων είχε χάσει την αγαπημένη του κόρη Τυλλία, η οποία πέθανε λίγο μετά τη γέννα του παιδιού της.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι συζητήσεις της πρώτης ημέρας στο Τούσκουλο έχουν ως θέμα τους τον θάνατο, ούτε ότι αφιερώνεται ένα ολόκληρο βιβλίο στο θέμα της θλίψης. Ο Κικέρων είχε ήδη γράψει ένα κείμενο (τον Παραμυθητικό του) με σκοπό να παρηγορήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν, λοιπόν, προτείνει τη φιλοσοφία ως αντικαταθλιπτικό, θα πρέπει να το θεωρήσουμε δεδομένο ότι μιλάει εκ πείρας.

Όσκαρ Ουάιλντ: Ο εγωιστής γίγαντας

Το τρυφερό παιδικό παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ για έναν γίγαντα που θέλει να χαίρεται μόνος του τον πανέμορφο κήπο του.
 
Τη μέρα που επιστρέφει στο κάστρο του -έπειτα από επτά χρόνια- διώχνει οργισμένος τα παιδιά που βρίσκει να παίζουν σ’ αυτόν.
 
Από κείνη τη στιγμή, όμως, ο χειμώνας παγώνει όλα τα δέντρα και τα λουλούδια.

Όπως ήδη έχει παγώσει την καρδιά του... 
 
 

Το πάθος και ο φόβος της οικειότητας

Τί θυμόμαστε περισσότερο όταν περάσουν τα χρόνια; Τις στιγμές πάθους ή αυτές όπου νιώσαμε οικειότητα, αγάπη; Λέγεται ότι οι χημικές ουσίες του έρωτα που εκλύονται στο μυαλό μοιάζουν με τρέλα, η αγάπη με λογική…Το πρώτο μοιάζει με έντονο μεθύσι που όμως κάποτε θα φύγει, το δεύτερο μας προσφέρει, ασφάλεια, έμπνευση, την εξέλιξη μας
 
Η πένα από φτερό κύκνου του Τζιάκομο Τζιρολάμο Καζανόβα χάραζε με χαρακτηριστικό ήχο και ταχύτητα πάνω στο χαρτί, αφήνοντας το μαύρο μελάνι της, που γρήγορα έδινε σχήμα σε λέξεις… Παρά τα εξήντα εννιά χρόνια του, το χέρι του έγραφε σαν άνεμος, από την επιθυμία να προλάβει να ολοκληρώσει την εξιστόρησή του…
 
Στην κορυφή της σελίδας υπήρχε ο τίτλος «Η ιστορία της ζωής μου». Επρόκειτο για την αυτοβιογραφία του…Θα έμενε γνωστός ως ένας από τους μεγαλύτερους καρδιοκατακτητές της ιστορίας και ως αντικείμενο θαυμασμού για πολλές γενεές…
Η αίσθηση μοναξιάς προέρχεται από την αίσθηση αδυναμίας ενός ανθρώπου να επικοινωνήσει για ότι θεωρεί σημαντικό για τον εαυτό του ή επειδή μπορεί να κρατά μέσα του απόψεις για πράγματα που οι άλλοι θεωρούν μη αποδεκτές.
– Καρλ Γιούνγκ
Κανείς όμως δε μπορούσε να φανταστεί τα «εσωτερικά κενά» που ένιωθε, τις μεγάλες περιόδους μελαγχολίας, μοναξιάς, αλλά και μεταπτώσεων της συναισθηματικής του διάθεσης… Κανείς δε θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί ότι η συμπεριφορά του ήταν αποτέλεσμα ασυνείδητων φόβων…Η απροθυμία του να δεθεί συναισθηματικά αντιθέτως τον έκανε πάντοτε πιο γοητευτικό και την σεξουαλική του κατάκτηση μία πρόκληση.
 
Συμβαίνει συχνά να υπερεκτιμούμε την ευτυχία και τη συναισθηματική διάθεση των άλλων, κρίνοντας από την επιφανειακή συμπεριφορά τους προς άλλους, στο λίγο χρόνο που περνούμε κοντά τους.
 
Θεωρούμε ότι βιώνουμε με τον ίδιο τρόπο εγκεφαλικά το σεξ και τη σεξουαλική επιθυμία, ως βίωμα αγνοώντας ότι η προσωπικότητά μας λαμβάνει πάντοτε, εκείνη τη στιγμή μέρος στη διαδικασία, επηρεάζοντας την ένταση αλλά και την ποιότητα του βιώματος.
 
Διαφορετικά όμως βιώνεται από κάποιον που το βλέπει ως κατάκτηση, διαφορετικά ως απλή απόλαυση, διαφορετικά ως πράξη αγάπης.
 
…Η μύτη της πένας βυθιζόταν με μανία στο μαύρο μελάνι λερώνοντας συχνά τα ροζιασμένα του δάχτυλα, όμως ο ηλικιωμένος Καζανόβα συνέχιζε το γράψιμό του με πάθος… Αυτή η εξιστόρηση τον έκανε να νιώθει κάποια αξία…

Το χειρόγραφο της αυτοβιογραφίας του Καζανόβα
Μεγάλωσε μακριά από τη μητέρα του, η οποία ως ηθοποιός, περιόδευε με θιάσους την Ευρώπη. Τον πατέρα του τον έχασε στην ηλικία των οκτώ ετών. Τελικά μεγάλωσε με την γιαγιά του, όμως στην ηλικία των εννιά ετών, τον έστειλαν λόγω συχνών ρινορραγιών σε οικοτροφείο στην Padua.
 
Για τον Καζανόβα, η παραμέληση από τους γονείς του ήταν μία πικρή ανάμνηση… Με πικρία αναφέρει στην αυτοβιογραφία του … «Τελικά με ξεφορτώθηκαν…»
 
Ως ενήλικος, θα αλλάξει αμέτρητα επαγγέλματα στη ζωή του χωρίς να μπορεί να στεριώσει σε κανένα, γραφιάς, βιολιστής, τζογαδόρος …

Οι εμπλοκές του με το τζόγο του δημιούργησαν ένα τεράστιο χρέος και αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει… Φαίνεται ότι αναζητούσε διακαώς έντονες συγκινήσεις προκειμένου να μπορέσει να νιώσει κάποιο συναίσθημα στην ένταση που το βιώνει εύκολα ένας άλλος άνθρωπος…
 
Ο Καζανόβα, παρότι δε βρίσκεται μπροστά μας για να τον γνωρίσουμε με βεβαιότητα, φαίνεται να αναζητεί το πάθος και μέσα από αυτό την αίσθηση, ότι είναι έντονα επιθυμητός…Κάτι που δεν ένιωσε στην οικογενειακή του ζωή.
 
Η σεξουαλική επιθυμία που προκαλούσε στα μάτια των γυναικών ήταν ένας συμβολικός τρόπος να νιώθει επιθυμητός πάντοτε…Η σεξουαλική επιθυμία συμβόλιζε ασυνείδητα ότι τον επιθυμούν ως κάτι παραπάνω από ένα σώμα, ένα αντικείμενο για το μυαλό του. Όμως αυτό δε συνέβαινε ποτέ… Η πραγματική επιθυμία για τον άλλον άνθρωπο φαίνεται στη μακροχρόνια οικειότητα… Και αν αυτή όμως δεν ερχόταν μετά; Ο φόβος αυτής της απόρριψης τον έκανε να φεύγει πάντοτε πρώτος ή τουλάχιστον να αποφεύγει τη μακροχρόνια συνύπαρξη με μια γυναίκα.
 
Όπως ο ίδιος γράφει στην αυτοβιογραφία του, σύντομα μετά από μία κατάκτησή του ερχόταν ένα αίσθημα ανίας…Τότε δήλωνε στην ερωμένη του πόσο ανάξιος ήταν για αυτήν και φρόντιζε ώστε αυτή να γνωρίσει ή να παντρευτεί με έναν «αξιόλογο» άνθρωπο…Αυτός ήταν ο τρόπος «εξόδου» του από τη ζωή της…
 
Τα χημικά του πάθους τα οποία εκκρίνονται από τον εγκέφαλο είναι πανίσχυρα και εθιστικά…Τόσο ισχυρά μάλιστα που μπορεί να παρομοιαστούν με ένα ισχυρό αντικαταθλιπτικό το οποίο μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά από εσωτερικό ψυχικό πόνο, από συναισθήματα του ατόμου ότι δεν αξίζει (αναξιότητα), να προσφέρει προσωρινή απόδραση από τη μοναξιά και γρήγορη αλλαγή της διάθεσης.
 
Μία άλλη πλευρά της σεξουαλικής πράξης, είναι η έκκριση της ωκυτοκίνης, της ορμόνης της αγάπης, η οποία φαίνεται ότι μας δένει με το σύντροφό μας, μας κάνει να τον συναισθανόμαστε, να νιώθουμε τον πόνο του άλλου, να είμαστε πιστοί σε έναν άνθρωπο…
 
Η ουσία αυτή δρα σε συγκεκριμένους υποδοχείς των νευρώνων του εγκεφάλου…Το πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η αλληλεπίδραση με τους γονείς μας, οι τρόποι συναισθηματικής έκφρασης και σχέσεων μαζί τους, που μαθαίνουμε από μικροί παρατηρώντας τους, φαίνεται να επιδρούν στο σχηματισμό του αριθμού (θα λέγαμε απλοϊκά) των υποδοχέων ωκυτοκίνης που θα διαθέτουμε…
 
Ο ψυχισμός μας είναι αποτέλεσμα επιδράσεων του περιβάλλοντος στο μυαλό μας αλλά χρειάζεται αυτές οι επιδράσεις να γίνουν συνειδητές, ώστε να μπορούμε με τη σκέψη μας να επιδράσουμε και εμείς στο μυαλό και τη βιολογία μας…
 
Έχουν υπάρξει περιπτώσεις ανθρώπων που θεωρούν κατ' αυτόν τον τρόπο ως διεγερτική ακόμη και την πρόκληση πόνου από τον σεξουαλικό σύντροφό τους (σωματικού ή ψυχικού) διότι νιώθουν ότι «αυτό αξίζουν» ή την έντονη μείωση της προσωπικής τους αξίας από αυτόν…Διότι αυτό έμαθαν να πιστεύουν από μικρή ηλικία για τον εαυτό τους καθώς και να επαναλαμβάνουν συνεχώς το ίδιο μοτίβο βρίσκοντας παρόμοιο σύντροφο και επαναλαμβάνοντας τη συμβολική αυτοτιμωρία τους. Το ασυνείδητο τους προκαλεί να ξαναζούν την ίδια μοίρα και ως άμυνα συχνά παρουσιάζουν τη συμπεριφορά τους ως μία ευτυχισμένη επιλογή τους.
 
Λέγεται ότι «…Αληθινή αγάπη δεν είναι εκείνη που αντέχει το μακροχρόνιο χωρισμό, αλλά εκείνη που αντέχει την μακροχρόνια οικειότητα…»
 
Η συχνή εγκατάλειψη του Τζιάκομο από τη μητέρα του δεν είναι μόνο μία παλιά γραμμένη μνήμη η οποία από το ασυνείδητό, φέρνει φόβο και κατευθύνει συνεχώς και εν αγνοία του, τη συμπεριφορά του Καζανόβα…Γίνεται το πεπρωμένο του στις σχέσεις του με το άλλο φύλο. Το μυαλό του ως άμυνα αποφεύγει αυτή τη συνειδητοποίηση διότι προσωρινά έστω θα έφερνε εσωτερική σύγκρουση, φόβο, άγχος, πόνο.
 
Ο Τζιάκομο Καζανόβα πιθανά νιώθει φόβο ίσως και τρόμο στο ενδεχόμενο να δεθεί… Νιώθει ότι έχει απορριφθεί από το πρωταρχικό σύμβολο της γυναίκας για έναν άνδρα, τη μητέρα του. Ένας τρόπος υπάρχει για να αποφύγει να ξαναζήσει τον εσωτερικό ψυχικό πόνο…να εγκαταλείπει πρώτος τη σύντροφό του…
 
Ένας επίσης τρόπος υπάρχει για να νιώθει επιθυμητός με ασφάλεια να μην απορριφθεί…να είναι επιθυμητός σεξουαλικά.
 
Όπως αναφέρει ο Έριχ Φρομ, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να διεγερθεί από την αγωνία της μοναξιάς. Καμιά φορά από ματαιοδοξία. Η πηγή της μπορεί να είναι η επιθυμία για κατάκτηση, για εκδίκηση ή για καταστροφή. Η αγάπη είναι μόνο ένα από τα δυνατά συναισθήματα που μπορούν να προκαλέσουν σεξουαλική επιθυμία.
 
Ο Τζιάκομο Καζανόβα είναι ένα ακραίο έντονο παράδειγμα για το πώς η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να υποκαταστήσει συναισθήματα που ένας άνθρωπος μπορεί να φοβάται ασυνείδητα να νιώσει…και στην προσπάθεια να αποφύγει αυτή τη συνειδητοποίηση, αποφεύγει την αλλαγή και την ίασή του…Αντίθετα παγιδεύεται σε ένα φαύλο κύκλο σα Σίσυφος επαναλαμβάνοντας τον ίδιο τρόπο να παίρνει ψίχουλα συναισθημάτων…
 
Είναι μέρος του παιχνιδιού της ζωής να διεκδικούμε ανθρώπους, τίτλους, πράγματα, ως σύμβολα για την αξία μας, και όχι επειδή είχαμε πραγματικά την ανάγκη τους…
 
Πολύ περισσότερο αναζητείται μόνο το πάθος, όταν υπάρχει φόβος να δεθεί ο άνθρωπος με την αγάπη… Η οικειότητα και η συντροφικότητα φέρνουν μεγαλύτερη απόλαυση αλλά μαζί και το ενδεχόμενο του τέλους τους και ενός μεγαλύτερου πόνου. Κατ' αυτόν τον τρόπο το πάθος είναι μία ασφαλής επιλογή διότι αν τελειώσει ο πόνος θα είναι μικρότερος. Όμως έτσι δε ζούμε βαθύτερα. Ο ιδανικός συνδυασμός πάθους και συντροφικότητας είναι ο σκοπός…
 
Κανένα από τα δύο φύλα στην πλειοψηφία, δε φαίνεται να επιλέγει ως μόνιμο σύντροφο εκείνον με τον οποίο έζησε το καλύτερο σεξ… Φαίνεται ότι αυθόρμητα δείχνεται μια προτίμηση στην ψυχική επαφή χωρίς να σημαίνει ότι το πάθος δεν θα υπάρχει ή ότι αν δε το επιτρέψουμε χάνεται… Αντιθέτως πολλά ζευγάρια δημιουργούν το πάθος μέσα από τη βαθύτερη επικοινωνία τους.
 
Τέσσερα χρόνια μετά το τέλος της αυτοβιογραφίας του, Ο Τζιάκομο Τζιρολάμο Καζανόβα ζούσε ακόμη μόνος του, όταν έφυγε από τη ζωή…
Ήταν 4 Ιουνίου του 1798…
 
Το πάθος, είναι ιδιαίτερα σημαντικό… Ένα δώρο της φύσης με σκοπό να παρακινήσει για την αναπαραγωγή… Εγκεφαλικά, τα «χημικά» του ακολουθούνται από τα χημικά της συντροφικότητας… Όταν όμως υπάρχει φόβος για δέσμευση και συντροφικότητα, είναι ικανό σα ναρκωτικό, να σβήνει προσωρινά τις βαθύτερες ψυχικές ανάγκες, ακόμη και να αναβάλλει την αναζήτηση τους… Διότι στη συναισθηματική επένδυση της αγάπης ελλοχεύει ο κίνδυνος μεγαλυτέρου πόνου… τον οποίο πάντοτε θέλουμε να αποφεύγουμε…
Αληθινή αγάπη δεν είναι εκείνη που αντέχει το μακροχρόνιο χωρισμό, αλλά εκείνη που αντέχει την μακροχρόνια οικειότητα

Ζωή με πάθος

Γιατί οι άνθρωποι δεν αγαπάνε ή δεν ζούνε με πάθος; Όχι απαραίτητα με δακρύβρεχτα σενάρια εγκατάλειψης ή διεκδίκησης (δράμα), αλλά αν ρίξουμε μια ματιά γύρω μας όλα είναι λίγο ή πολύ μια ευθεία γραμμή. Γνωρίζεις κόσμο, ανταλλάσσετε τηλέφωνα, όλοι είναι φορτωμένοι με δουλειές ή γεμάτοι από τραύματα και εγωισμό, κάποιος κάνει το πρώτο βήμα, βγαίνεις ραντεβού, δεν σου κάνει, ο επόμενος.
 
Όλοι το έχουμε κάνει και τελικά όλοι ξέρουμε ότι είναι ένα παιχνίδι επιβολής. Παράξενο πάντως που στο τέλος της ημέρας όλοι θέλουμε να μας αγαπήσουν και να αγαπήσουμε.
 
Γιατί όμως το πράγμα δεν αλλάζει, ενώ αυτό είναι που θέλουμε πραγματικά;
 
Γιατί δεν δίνουμε στον άλλον μια αληθινή ευκαιρία;
 
Γιατί δεν είμαστε ανοιχτοί στα αισθήματα μας και δεν δοκιμάζουμε με το ρίσκο ότι μπορεί και να πληγωθούμε;
 
Τελικά προχωράς παρακάτω και όλοι είμαστε αναλώσιμοι. Ο επόμενος… Την επόμενη φορά θα ανοίξω τα «κουτάκια» μου και θα προσπαθήσω να είμαι ανοιχτή να νιώσω με την καρδιά και όχι να αγαπήσω με το μυαλό. Το αξίζω.
 
Γιατί όμως δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό μέσα στην ημέρα μας; – μήπως γιατί δεν έχουμε χρόνο. Κι αυτός ο χρόνος είναι η μόνιμη δικαιολογία ότι «δεν προλαβαίνουμε». Δηλαδή… αν είχαμε αυτό τον πολυπόθητο επιπλέον χρόνο θα κάναμε κάτι άλλο;
 
Απάντηση: δεν θα κάναμε τίποτα διαφορετικό, ακόμα και με επιπλέον χρόνο, από το να τελειώναμε τις υποχρεώσεις μου ή να γεμίζουμε την ημέρα μας με περισσότερα «πρέπει».
 
Πάθος για ζωή
Πάθος είναι να γελάς, να ζεις τη στιγμή, να αφήνεις για λίγο το μυαλό σου ήσυχο να αναπνεύσει από τα «πρέπει» και τις σκοτούρες, να έχεις «θέλω» και όχι μόνο «πρέπει», να συγκινείσαι στη φύση και με απλά πράγματα που δεν μπορεί κανείς να στα στερήσει, όπως το ηλιοβασίλεμα, ένα ζωάκι, ένα μωρό, μια ταινία, να λες στον άλλον «είμαι εδώ για σένα σήμερα» χωρίς εμμονές και φόβους, έτσι απλά.
 
Πάθος είναι να αγκαλιάζεις τους γονείς σου, όσο ακόμα τους έχεις και παρόλες τις διαφορές σας που σε έχουν πληγώσει, να τους χαμογελάς (εντάξει μετά μπορείτε και να τσακωθείτε πάλι, δεν πειράζει, και αυτό πάθος είναι). Γιατί δηλαδή να μας συγκινούν οι διαφημίσεις στην τηλεόραση (που τις σκέφτηκε επιτηδευμένα μια ομάδα έξυπνων ανθρώπων πολύ καλών στη δουλειά τους) και δεν μας συγκινεί η ζωή μας κάθε μέρα που τη φτιάχνουμε εμείς; Ας τη φτιάξουμε όσο το δυνατόν πιο κοντά στο Όνειρο.
 
Πάθος είναι η αγκαλιά με τον/την σύντροφό σου όταν κοιτάτε το παιδί σας. Πάθος είναι να ενώνεσαι με μια ομάδα ανθρώπων με κοινό στόχο.
 
Πάθος είναι να αφήνεις το παιδί που έχεις μέσα σου να εκφραστεί, είναι δύσκολο να είσαι ενήλικας συνέχεια. Κάνε αστεία πράγματα και άσε τη σοβαροφάνεια για όταν χρειάζεται (ίσως και να μη χρειάζεται καθόλου).
 
Πάθος είναι η δημιουργία. Φτιάξε κάτι, οτιδήποτε. Με τα χέρια, με πινέλα, με τα χρήματα, με ότι μπορείς. Δημιούργησε. Δεν είναι ανάγκη να ξέρεις έναν τρόπο, απλά εκφράσου. Έχει πλάκα. Άλλαξε κάποια πράγματα στο σπίτι και στα έπιπλα, τη διαρρύθμιση, δεν είναι απαραίτητο να έχεις πολλά λεφτά. Τρόπο και διάθεση χρειάζεται. Φρόντισε  τα φυτά σου, πλύνε το αμάξι σου, πάρε διαφορετικό δρόμο προς το σπίτι σου, να επισκεφτείς ένα νέο μαγαζί (ακόμα και αν μετά ξαναπάς στο αγαπημένο σου), μαγείρεψε, ράψε, ζωγράφισε, ζήτησε βοήθεια και μοιράσου τη γνώση και τη στιγμή, δώσε λουλούδια στους ηλικιωμένους ή στους μαθητές και στους πελάτες σου (μπορείς να τα κόψεις από το δρόμο ή από γλάστρα, δεν χρειάζονται λεφτά), χόρεψε, γυμνάσου, κάνε εθελοντισμό (κάνε με οποιοδήποτε τρόπο καλό σε ανθρώπους ή ζώα), μάθε κάτι καινούργιο και τόσα άλλα πράγματα.
 
Το αποτέλεσμα θα σε ανταμείψει, γιατί το συναίσθημα που νιώθει κανείς είναι άμεσο.
 
Γιατί ενώ οι μεγαλύτεροι μας λένε οδηγίες και μας συμβουλεύουν, εμείς θα τα ανακαλύψουμε όλα με τον δικό μας τρόπο και στον δικό μας χρόνο.

Όταν σκέφτομαι πως δεν είμαι καλός άνθρωπος

Νιώσατε ποτέ πως είστε κακό άτομο;

Μερικές φορές κάνουμε λάθη που μας κάνουν να νιώθουμε άσχημα. Η ενοχή μας καταβάλλει και πιστεύουμε ότι είμαστε κακοί άνθρωποι. Αλλά δεν σημαίνει ότι είστε κακός άνθρωπος επειδή κάνετε λάθη.

Πιστέψτε με, αν δεν ξέρετε αν είστε καλό ή κακό άτομο, τότε πιθανώς δεν είστε. Οι κακοί άνθρωποι δεν αναρωτιούνται για το αν είναι κακοί. Απλά πάντα πράττουν για λογαριασμό τους, κάνοντας κακό χωρίς λόγο.

«Μην ξεχνάς, καλό ή κακό, και αυτό θα περάσει.» -Jorge Bucay

Όταν νιώθετε πως είστε κακό άτομο, έχετε σκεφτεί ποτέ αν είναι κάτι που θέλουν οι άλλοι να νιώθετε; Σήμερα θα ανακαλύψετε γιατί συγκεκριμένες φορές νομίζετε ότι ενεργείτε αρνητικά ενώ δεν το κάνετε. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που σας επηρεάζουν, αλλά το πιο σημαντικό πράγμα είναι το πώς βλέπετε τον εαυτό σας.

Το όριο ανάμεσα στο καλό και στο κακό

Από την παιδική σας ηλικία, έχετε διδαχθεί να είστε καλοί, αλλά τι σημαίνει πραγματικά να είσαι καλός άνθρωπος; Να συμπεριφέρεσαι καλά, να βοηθάς τους άλλους, ποτέ να μην λες «όχι»…

Μερικά από τα πράγματα που έχουμε διδαχθεί μας υπονομεύουν. Το να είμαστε πολύ καλοί μερικές φορές εκθέτει τον εαυτό μας στους άλλους, γινόμαστε ευάλωτοι ή εύκολοι στόχοι για να πληγωθούμε.

Καθώς μεγαλώνουμε και αποκτούμε υπευθυνότητες μερικές φορές νιώθουμε ενοχές. Κάποιος θυμώνει επειδή του είπαμε όχι, αν πούμε την αλήθεια μερικές φορές έχουμε περισσότερα προβλήματα από το αν πούμε ψέματα, έχουμε μια εμφάνιση για να μην μας κρίνει κανείς…

Αρκετά! Είναι άλλο να είστε καλοί άνθρωποι και άλλο, πολύ διαφορετικό, το να είστε ανόητοι και να γίνεστε τα παιχνίδια των άλλων. Δεν πρέπει να επιτρέπετε στους άλλους να σας χρησιμοποιούν όπως τους ευχαριστεί, δεν πρέπει να τους αφήνετε να σας στεναχωρούν.

Γιατί κάποιος θυμώνει αν δεν μπορώ να κάνω παρέα μαζί του; Οι άνθρωποι ζητούν ειλικρίνεια όταν προτιμούν να ακούν ψέματα. Αυτό δεν είναι υποκρισία;

Τελικά, μαθαίνετε να ξέρετε πότε να βάζετε τους άλλους στην θέση τους. Δεν κάθεστε να σας χτυπήσουν και άλλο. Αυτό δεν σας κάνει κακούς ανθρώπους.

Το να είστε εγωιστές, μερικές φορές, είναι η πιο θετική επιλογή. Δεν έχετε κανέναν λόγο να βρίσκεστε στο έλεος των άλλων επειδή και οι άλλοι δεν βρίσκονται στο έλεος σας. Να είστε ελεύθεροι να λέτε «όχι», να είστε ελεύθεροι να μην αφήνετε κανέναν να σας κάνει να πιστεύετε ότι είστε κακό άτομο.

Πείτε όχι στον συναισθηματικό εκφοβισμό!

Ίσως ένας από τους τρόπους με τους οποίους νιώθετε τρομερά ένοχοι είναι ο συναισθηματικός εκφοβισμός. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε ένα ζευγάρι, αλλά σε διαφορετικούς τύπους σχέσεων.

Ο εκφοβισμός χαρακτηρίζεται από το να κάνεις κάποιον να νιώθει ενοχές επειδή πράττει με τον τρόπο που θέλει. Είναι η πιο συνηθισμένη μορφή και οι περισσότεροι άνθρωποι συνήθως τον αναγνωρίζουν.

Ο συναισθηματικός εκφοβισμός μπορεί να σας κάνει να πιστέψετε ότι είστε κακό άτομο. Αν δεν προσφέρετε τον εαυτό σας ολοκληρωτικά, αν είστε πάντα εκεί όταν σας χρειάζονται, αν λέτε «δεν μπορώ να μείνω», γίνεστε κακό άτομο.

Το να ξεφύγετε από αυτό είναι δύσκολο επειδή η χαμηλή αυτοεκτίμηση σας κάνει να πιστεύετε ότι είστε κακοί άνθρωποι που συνεχώς πληγώνουν τους άλλους, ακόμα και αν είστε εσείς αυτοί που πληγώνονται.

Σκεφτήκατε πόσο άσχημα αισθανθήκατε εξαιτίας κάποιου άλλου; Για παράδειγμα, φοβάστε να πείτε την γνώμη σας επειδή ανησυχείτε πως το άλλο άτομο θα σας παρεξηγήσει. Αλλά μερικές φορές σας ξεφεύγει και εξαπολύεται μια δυσφορία από την οποία δεν μπορείτε να ξεφύγετε.

Στην πραγματικότητα, το αρνητικό δεν είναι αυτό που είπατε αλλά η αντίδραση του άλλου ατόμου που ταράζεται και σας κάνει να νιώθετε άσχημα. Αντιθέτως, το άλλο άτομο μετατρέπει τον εαυτό του σε θύμα.

«Δεν υπάρχει πιο βαρύ φορτίο από το να νιώθεις ένοχος για κάτι που ποτέ δεν έκανες.» -Ανώνυμος

Η κακία και η καλοσύνη είναι πολύ σχετικές

Όταν σκέφτεστε πως είστε κακοί άνθρωποι, σκεφτείτε πραγματικά γιατί οι άλλοι σας έκαναν να νιώσετε έτσι και αν όντως ήταν κάτι κακό. Τα κακά πράγματα είναι κάτι που κάνετε χωρίς λόγο. Φανταστείτε να κακομεταχειριστείτε κάποιον, αυτό είναι κακία.

Αλλά αν υπερασπιζόσασταν τον αδελφό σας από κάποιον; Αν χρησιμοποιήσατε σκληρά λόγια ή την σωματική σας δύναμη σε περίπτωση που του επιτίθονταν, θα ήσασταν κακοί τότε; Η κακία και η καλοσύνη είναι σχετικές έννοιες, όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπετε. Επομένως, το ότι είστε καλοί άνθρωποι δεν είναι κάτι που αναιρείται αν κάνετε ένα λάθος.

Φανταστείτε...

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή. Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας. Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε. Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε. Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων. Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας. Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων. Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας. Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν. Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος. Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν. Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής. Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή. Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας. Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι. Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας. Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε.

Η αφοσίωση στην πραγματικότητα

Όσο λιγότερο καθαρά βλέπουμε την πραγματικότητα του κόσμου – όσο περισσότερο το πνεύμα μας είναι θολωμένο από ψέματα, απατηλές αντιλήψεις, και ψευδαισθήσεις – τόσο λιγότερο ικανοί θα είμαστε να χαράζουμε μια σωστή πορεία δράσης και να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Ο τρόπος που βλέπουμε την πραγματικότητα είναι σαν ένας χάρτης με τον οποίο ανιχνεύουμε το έδαφος της ζωής. Αν ο χάρτης είναι αληθινός και ακριβής, θα ξέρουμε γενικά πού βρισκόμαστε, κι αν έχουμε αποφασίσει πού θέλουμε να πάμε, θα ξέρουμε γενικά πώς να φτάσουμε εκεί. Αν ο χάρτης είναι λαθεμένος και ανακριβής, το αποτέλεσμα γενικά είναι να χαθούμε. Μολονότι αυτό είναι ολοφάνερο, οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να το αγνοούν. Το αγνοούν γιατί η όδευσή μας προς την πραγματικότητα δεν είναι εύκολη.

Πρώτα πρώτα δε γεννιόμαστε με χάρτες· πρέπει να τους φτιάξουμε. Και το φτιάξιμό τους απαιτεί προσπάθεια. Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλουμε για να εκτιμήσουμε και να αντιληφθούμε την πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτεροι και ακριβέστεροι θα είναι οι χάρτες μας. Πολλοί όμως δε θέλουν να κάνουν αυτή την προσπάθεια. Μερικοί σταματούν να την κάνουν όταν φτάνουν στο τέλος της εφηβείας. Οι χάρτες τους είναι μικροί και πρόχειροι, και οι απόψεις τους για τον κόσμο περιορισμένες και παραπλανητικές. Προς το τέλος της μέσης ηλικίας, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια. Αισθάνονται σίγουροι ότι οι χάρτες τους είναι πλήρεις και ότι η Weltanschauung (κοσμοθεωρία) τους είναι σωστή (και μάλιστα ιερή) και δεν ενδιαφέρονται πια για καινούργιες γνώσεις. Λες και είναι κουρασμένοι. Μόνο μια σχετικά μικρή και τυχερή μειοψηφία συνεχίζει μέχρι τη στιγμή του θανάτου να εξερευνά το μυστήριο της πραγματικότητας μεγαλώνοντας, εξειδικεύοντας και αναθεωρώντας συνεχώς την κοσμοαντίληψή τους και την άποψή τους για το τι είναι αλήθεια.

Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χάραξη του χάρτη δεν είναι ότι πρέπει να αρχίσουμε από το μηδέν, αλλά ότι, αν θέλουμε να είναι οι χάρτες μας ακριβείς, θα χρειαστεί να τους αναθεωρούμε συνεχώς. Ο ίδιος ο κόσμος διαρκώς αλλάζει. Παγετώνες έρχονται, …παγετώνες φεύγουν. Πολιτισμοί έρχονται, πολιτισμοί φεύγουν. Υπάρχει πολύ λίγη τεχνολογία, υπάρχει πάρα πολλή τεχνολογία.

Ακόμα πιο δραματικά, η σκοπιά από όπου θεωρούμε τον κόσμο αλλάζει διαρκώς και πολύ γρήγορα. Όταν είμαστε παιδιά είμαστε εξαρτημένοι και αδύναμοι. Όταν γίνουμε ενήλικοι, μπορούμε να είμαστε δυνατοί. Ωστόσο, σε περίπτωση αρρώστιας ή γεροντικής αναπηρίας μπορεί να ξαναγίνουμε αδύναμοι και εξαρτημένοι. Όταν έχουμε παιδιά που πρέπει να φροντίσουμε, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν δεν έχουμε κανένα παιδί. Όταν ανατρέφουμε μικρά, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν ανατρέφουμε εφήβους. Όταν είμαστε φτωχοί, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν είμαστε πλούσιοι. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με νέες πληροφορίες για τη φύση της πραγματικότητας. Αν θέλουμε να αφομοιώσουμε αυτές τις πληροφορίες, πρέπει συνεχώς να αναθεωρούμε τους χάρτες μας, και μερικές φορές όταν αρκετές νέες πληροφορίες έχουν συσσωρευτεί, πρέπει να κάνουμε πολύ σημαντικές αναθεωρήσεις. Η διεργασία της αναθεώρησης, και ιδιαίτερα της σημαντικής αναθεώρησης, είναι επίμοχθη, μερικές φορές μάλιστα βασανιστική. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη πηγή πολλών από τα κακά του ανθρώπινου γένους.

Τι συμβαίνει όταν ένας έχει μοχθήσει πολύ και για μακρόχρονο διάστημα για να σχηματίσει μιαν ικανοποιητική κοσμοαντίληψη, έναν φαινομενικά χρήσιμο και πρακτικό χάρτη, και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πληροφορία που δείχνει πως η αντίληψη αυτή είναι λαθεμένη και πως ο χάρτης χρειάζεται σε ένα μεγάλο μέρος του να ξανασχεδιαστεί; Η απαιτούμενη οδυνηρή προσπάθεια φαίνεται τρομερή, σχεδόν συντριπτική. Εκείνο που κάνουμε πιο συχνά και συνήθως ασύνειδα είναι να αγνοούμε το νέο στοιχείο. Πολλές φορές αυτή η πράξη της ηθελημένης άγνοιας είναι πολύ περισσότερο από παθητική. Μπορεί να καταγγείλουμε το νέο στοιχείο ως λαθεμένο, επικίνδυνο, αιρετικό, έργο του διαβόλου. Μπορεί και να κηρύξουμε σταυροφορία εναντίον του, κι ακόμα να προσπαθήσουμε να παραπλανήσουμε τον κόσμο ώστε να τον κάνουμε να συμφωνήσει με τη δική μας αντίληψη την την πραγματικότητα. Ένα άτομο αντί να προσπαθήσει να αλλάξει τον χάρτη, μπορεί να προσπαθήσει να καταστρέψει το νέο στοιχείο.

Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ένα τέτοια άτομο μπορεί να ξοδεύει πολύ περισσότερη ενέργεια υπερασπίζοντας μια απαρχαιωμένη κοσμοθεωρία από ό,τι θα χρειαζόταν για να την αναθεωρήσει ή να την διορθώσει.

ΣΚΟΤ ΠΕΚ, Ο ΔΡΟΜΟΣ Ο ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΤΑΞΙΔΕΜΕΝΟΣ

Επιλογική απόκρυψη της αλήθειας ή Ειλικρίνεια

Στον κόσμο των επιχειρήσεων και της πολιτικής είναι πότε πότε ανάγκη να εφαρμόζεται η επιλογική απόκρυψη των γνωμών εκείνων που επιδιώκουν να εισδύσουν εύκολα στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Αν οι άνθρωποι έλεγαν πάντα αυτά που σκέφτονται σε ζητήματα και μεγάλα και μικρά, θα θεωρούνταν απείθαρχοι από τον μέσο προϊστάμενο, και απειλή για τον οργανισμό από την διεύθυνση. Θα αποκτούσαν τη φήμη του δύσκολου χαρακτήρα, θα κρίνονταν επιπλέον ανάξιοι της εμπιστοσύνης να εκπροσωπήσουν σωστά έναν οργανισμό. Απλούστατα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αν ένας θέλει να είναι έστω και στο ελάχιστο αποτελεσματικός μέσα σε έναν οργανισμό, αυτός πρέπει μεροληπτικά να γίνει ένα «πρόσωπο του οργανισμού», επιφυλακτικός στην έκφραση προσωπικών γνωμών, συγχωνεύοντας πότε πότε την προσωπική του ταυτότητα με εκείνην του οργανισμού. Από το άλλο μέρος, αν κάποιος θεωρεί την αποτελεσματικότητά του σε έναν οργανισμό σαν το μόνο στόχο της επιχειρηματικής συμπεριφοράς, επιτρέποντας να εκφράζονται μόνο οι γνώμες που δεν προκαλούν ταλαντεύσεις στην επιχείρηση, τότε αυτός ο κάποιος θα έχει υιοθετήσει την αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και έτσι θα έχει χάσει την ατομική ακεραιότητα και ταυτότητά του, γινόμενος το τέλειο πρόσωπο του οργανισμού. Ο δρόμος που ένας μεγάλος διευθυντής επιχείρησης πρέπει να βαδίσει ανάμεσα στη συντήρηση και στο χάσιμο της ταυτότητας και ακεραιότητάς του, είναι εξαιρετικά στενός και πολύ πολύ λίγοι τον διατρέχουν με επιτυχία. Πρόκειται για μια τεράστια δοκιμασία.

Έτσι, σ’ αυτές και σε πολλές άλλες περιστάσεις, η έκφραση γνωμών, ιδεών ακόμα και γνώσεων πρέπει πότε πότε να καταπνίγονται στην πορεία των ανθρώπινων υποθέσεων. Κι αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ποιους κανόνες μπορεί ένας ν’ ακολουθήσει αν είναι αφοσιωμένος στην αλήθεια; Πρώτον, να μη λέει ποτέ ψέματα. Δεύτερο, να έχει πάντα στο νου ότι η απόκρυψη της αλήθειας είναι δυνάμει ένα ψέμα, και ότι σε κάθε περίπτωση όπου αποκρύπτεται μια αλήθεια προαπαιτείται μια σημαντική ηθική απόφαση. Τρίτον, η απόφαση για απόκρυψη της αλήθειας δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται σε προσωπικές ανάγκες, όπως η ανάγκη για εξουσία ή η ανάγκη να είναι κανείς αρεστός, ή η ανάγκη να προστατεύσει τον «χάρτη» του από την έρευνα. Τέταρτο, και αντίστροφα, η απόφαση για απόκρυψη της αλήθειας πρέπει πάντα να βασίζεται εξ ολοκλήρου στις ανάγκες του προσώπου ή των ανθρώπων από τους οποίους αποκρύπτεται η αλήθεια. Πέμπτο, η εκτίμηση των αναγκών ενός άλλου είναι μια πράξη ευθύνης τόσο πολυσύνθετη ώστε δεν μπορεί να διεξαχθεί σωστά παρά μόνον όταν αυτός που τη διεξάγει διέπεται από γνήσια αγάπη για τον άλλο. Έκτο, το πρωταρχικό στοιχείο στην εκτίμηση των αναγκών ενός άλλου, είναι η εκτίμηση της ικανότητας αυτού του προσώπου να χρησιμοποιεί την αλήθεια για τη δική του πνευματική ανάπτυξη. Τέλος, όταν προσπαθούμε να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός άλλου να χρησιμοποιεί την αλήθεια για την προσωπική του πνευματική ανάπτυξη, πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη ότι η τάση μας είναι γενικά να υποτιμούμε μάλλον παρά να υπερτιμούμε αυτή την ικανότητα.

Όλα αυτά μπορεί να μας φαίνονται πελώριο έργο, που είναι αδύνατο να εκτελεστεί στην εντέλεια, ένα χρόνιο κι ατέλειωτο φόρτωμα αυτοπειθαρχίας, μια σωστή τροχοπέδη. Και είναι πράγματι αυτό, το ατέλειωτο φόρτωμα αυτοπειθαρχίας, που κάνει τους περισσότερους ανθρώπους να επιλέγουν μια ζωή περιορισμένης εντιμότητας και ειλικρίνειας και σχετικής κρυψίνοιας και κρυψιβουλίας απέναντι στους άλλους. Ο δρόμος αυτός είναι ευκολότερος. Ωστόσο, οι ανταμοιβές από τη δύσκολη ζωή της εντιμότητας και αφοσίωσης στην αλήθεια είναι περισσότερο από ανάλογες προς τις απαιτήσεις. Επειδή οι ειλικρινείς άνθρωποι έχουν την πραγματικότητά τους συνεχώς υπό εξέταση είναι, για το λόγο αυτό, άνθρωποι συνεχώς αναπτυσσόμενοι, χάρη στην ειλικρίνειά τους μπορούν να συνάπτουν και να διατηρούν στενές σχέσεις με μεγαλύτερη επιτυχία από τους πιο κλειστούς ανθρώπους. Επειδή δε λένε ποτέ ψέματα μπορούν να είναι ασφαλείς και περήφανοι γιατί ξέρουν ότι δεν έχουν κάνει τίποτα για να συμβάλουν στη σύγχυση που υπάρχει στον κόσμο, αλλά έχουν χρησιμεύσει ως πηγές διαφώτισης και διαύγασης.. Τελικά, είναι και νιώθουν τελείως ελεύθεροι. Δε βαρύνονται από καμιά ανάγκη να κρυφτούν. Δεν υποχρεώνονται να ξεγλιστρούν στις σκιές. Δεν είναι αναγκασμένοι να φτιάχνουν καινούργια ψέματα για να κρύψουν τα παλιά. Δεν έχουν ανάγκη να σπαταλούν χρόνο και κόπο να σκεπάζουν ίχνη ή να διατηρούν προσωπεία. Και, τελικά, βρίσκουν ότι η δύναμη που απαιτείται για την αυτοπειθαρχία της τιμιότητας είναι πολύ λιγότερη από την ενέργεια που απαιτείται για την κρυψίνοια. Όσο περισσότερο είναι κανείς τίμιος τόσο ευκολότερο είναι γι’ αυτόν να συνεχίσει να είναι τίμιος, όπως ακριβώς όσο περισσότερα ψέματα έχει πει ένας, τόσο περισσότερο του είναι αναγκαίο να πει ξανά ψέματα. Χάρη στην ειλικρίνειά τους, οι άνθρωποι που είναι αφοσιωμένοι στην αλήθεια ζουν στα φανερά, και μέσα από την εξάσκηση του θάρρους τους να ζουν στα φανερά, απαλλάσσονται από το φόβο.

Σκοτ Πεκ,  Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος

Αν με πνίγει ακόμα το άγχος, είναι γιατί νιώθω να γλιστράει αυτή η αδιόρατη στιγμή ανάμεσα από τα δάχτυλά μου

Ιανουάριος ’36
Από το παράθυρο βλέπω μονάχα τους τοίχους του κήπου που βρίσκεται απέναντι. Κι εκείνα τα λιγοστά φυλλώματα όπου κυλάει το φως. Πιο ψηλά, πάλι φυλλώματα. Πιο ψηλά ακόμα, ο ήλιος. Κι απ’ όλη τούτη την αγαλλίαση του αέρα που αισθανόμαστε έξω, απ’ όλη τούτη τη διάσπαρτη στον κόσμο χαρά, διακρίνω μόνο σκιές από φυλλώματα που παιχνιδίζουν πάνω στις άσπρες κουρτίνες.

Και μαζί πέντε ηλιακτίδες που σκορπίζουν υπομονετικά στο δωμάτιο ένα ξανθό άρωμα ξεραμένων χόρτων. Μια αύρα, και οι σκιές ζωντανεύουν πάνω στην κουρτίνα. Αρκεί ένα σύννεφο να καλύψει κι ύστερα ν’ αποκαλύψει τον ήλιο, και τότε, από τη σκιά, εμφανίζεται ξάφνου το αστραφτερό κίτρινο του βάζου με τις μιμόζες.

Αρκεί αυτό και μόνο το φως που γεννιέται δειλά, για να ξεχειλίσω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά.

Δεσμώτης μες στη σπηλιά, να ‘μαι, μόνος απέναντι στη σκιά του κόσμου.

Γεναριάτικο απόγευμα. Το κρύο όμως παραμένει στην ατμόσφαιρα. Παντού μια λεπτή κρούστα ήλιου, μα που μοιάζει καθ’ όλα μ’ ένα αιώνιο χαμόγελο. Ποιος είμαι και τι μπορώ να κάνω – αν όχι να πάρω μέρος στο παιχνίδι των φυλλωμάτων και του φωτός. Να είμαι αυτή η ηλιαχτίδα όπου καίγεται το τσιγάρο μου, αυτή η γλυκύτητα και το διακριτικό πάθος που αποπνέει ο αέρας.

Αν προσπαθήσω να προσεγγίσω το είναι μου, στα κατάβαθα αυτού του φωτός το καταφέρνω. Και αν επιχειρήσω να καταλάβω και να απολαύσω τούτη τη λεπτή γεύση που αποκαλύπτει το μυστικό του κόσμου, στο βάθος του σύμπαντος βρίσκω τον εαυτό μου. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτήν την έσχατη συγκίνηση που με λυτρώνει από το σκηνικό. Σε λίγο, θα με απασχολήσουν άλλα πράγματα και οι άνθρωποι. Αλλά αφήστε με να κόψω τούτη τη στιγμή μέσα από τη στόφα του χρόνου, όπως αφήνουν άλλοι ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες. Κλείνουν εκεί έναν περίπατο όπου ο έρωτας τους έχει αγγίξει απαλά. Κάνω κι εγώ επίσης τον περίπατό μου, μα εμένα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη και είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Χάνω όλη μέρα τον χρόνο μου, κι οι άλλοι λένε πως είμαι πολύ δραστήριος. Σήμερα κάνω μια στάση και η καρδιά μου φεύγει για να σμίξει με τον εαυτό της.

Αν με πνίγει ακόμα το άγχος, είναι γιατί νιώθω να γλιστράει αυτή η αδιόρατη στιγμή ανάμεσα από τα δάχτυλά μου όπως οι μικρές μπαλίτσες του υδράργυρου.

Αφήστε λοιπόν εκείνους που θέλουν να χωριστούν από τον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι πλέον, γιατί κοιτάζω τον εαυτό μου να γεννιέται. Είμαι ευτυχισμένος σε τούτο τον κόσμο, γιατί το βασίλειό μου είναι τούτου του κόσμου.

Σύννεφο που περνά και στιγμή που σβήνει. Θάνατος του εαυτού μου στον εαυτό μου.

Το βιβλίο ανοίγει σε μιαν αγαπημένη σελίδα. Πόσο ανούσια είναι σήμερα μπροστά στο βιβλίο του κόσμου. Είναι αλήθεια ότι υπέφερα, δεν είναι αλήθεια ότι υποφέρω· κι ότι τούτος ο πόνος με μεθάει γιατί είναι αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που τα νιώθουμε πολύ μακριά, κάπου βαθιά στην ατμόσφαιρα;

Θα αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει και αν οι άνθρωποι υποφέρουν, εφόσον όλα είναι γραμμένα στο άνοιγμα αυτού του παραθύρου όπου ο ουρανός σκορπίζει απλόχερα την πληρότητά του;

Μπορώ να πω και θα πω σε λίγο ότι αυτό που μετράει είναι να είσαι ανθρώπινος, απλός. Όχι, αυτό που μετράει είναι να είσαι αληθινός, και τότε όλα εγγράφονται εκεί, η ανθρωπιά και η απλότητα. Και πότε είμαι πιο αληθινός και πιο διάφανος αν όχι όταν είμαι ο κόσμος;

Στιγμή αξιολάτρευτης σιωπής. Οι άνθρωποι σώπασαν. Όμως υψώνεται το τραγούδι του κόσμου, κι εγώ, αλυσοδεμένος στο βάθος της σπηλιάς, είμαι πλήρης προτού να έχω επιθυμήσει.

Η αιωνιότητα είναι εδώ, κι εγώ την προσδοκούσα.

Τώρα μπορώ να μιλήσω. Δεν ξέρω τι περισσότερο θα μπορούσα να ευχηθώ από τούτη τη συνεχή παρουσία του εαυτού μου στον εαυτό μου.

Τώρα, δεν εύχομαι να είμαι ευτυχισμένος, αλλά μόνο να έχω συνείδηση.

Πιστεύουμε ότι είμαστε αποκομμένοι από τον κόσμο, αρκεί όμως να υψωθεί μέσα στη χρυσαφένια σκόνη ένα λιόδεντρο, αρκούν μερικές αστραφτερές παραλίες κάτω από τον πρωινό ήλιο, για να αισθανθούμε μέσα μας να λιώνει τούτη η αντίσταση.

Έτσι και μ’ εμένα.
Συνειδητοποιώ τις δυνατότητες τις οποίες διαθέτω.
Κάθε λεπτό ζωής φέρνει μέσα του την αξία του θαύματος και το πρόσωπο της αιώνιας νιότης.

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ, ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΑ

Υπήρξε ο ερχομός των παγετώνων ο «θάνατος» των δεινοσαύρων;

Υπήρχε μια περίοδος, όπου επάνω στον πλανήτη δεν κυριαρχούσαν οι άνθρωποι, αλλά οι θεόρατοι δεινόσαυροι, ενώ αυτή η κυριαρχία κράτησε για τουλάχιστον 200 εκατ. έτη. Φυσικά, η απότομη εξαφάνισή τους, πάντοτε κέντριζε το ενδιαφέρον ολίγων «ψαγμένων» και των ειδικών. Αυτή τους η εξαφάνισε στάθηκε καθοριστική για την εμφάνιση και επικράτηση του ανθρώπου, στο ζωικό βασίλειο.

Η κρατούσα θεωρία αναφέρει ότι υπεύθυνος για την εξαφάνιση των δεινοσαύρων ήταν ένας τεράστιος αστεροειδής που έπεσε πριν από 66 εκατ. έτη στην χερσόνησο του Γιουκατάν στο Μεξικό. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν ήταν αυτός καθαυτός ο αστεροειδής που εξόντωσε τους δεινοσαύρους σε όλο τον πλανήτη, αλλά οι αλυσιδωτές επιπτώσεις που είχε η πτώση του και ειδικότερα οι κλιματικές αλλαγές που προκλήθηκαν από αυτή.

Θεωρείται δεδομένο ότι σύγκρουση του αστεροειδή με την επιφάνεια της Γης προκάλεσε το φαινόμενο που οι ειδικοί ονομάζουν «ηφαιστειακό χειμώνα». Η έκρηξη δημιούργησε ένα πυκνό πέπλο τέφρας και τοξικών αερολυμάτων που από τη μια πλευρά έκρυψαν για μεγάλο χρονικό διάστημα τον Ήλιο και από την άλλη δηλητηρίαζαν συνεχώς το περιβάλλον. Έτσι οι δεινόσαυροι όπως φυσικά και το 80% της πανίδας και της χλωρίδας στη Γη δεν κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα σε αυτές τις συνθήκες και εξαφανίστηκαν.

Ομάδα ερευνητών με επικεφαλής την Τζούλια Μπρίγκερ του Πανεπιστημίου του Πότσνταμ στη Γερμανία παρουσίασαν μελέτη στην οποία ενισχύουν την θεωρία του ηφαιστειακού χειμώνα. Οι ερευνητές περιγράφουν με λεπτομέρεια το τι συνέβη μετά την πτώση του αστεροειδή.

Όπως αναφέρουν, η σύγκρουση του αστεροειδή με την επιφάνεια της Γης εξαέρωσε πολλά δισεκατομμύρια τόνους πετρωμάτων και εκτόξευσε στον αέρα ανυπολόγιστες ποσότητες τέφρας. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η σύγκρουση απελευθέρωσε επίσης στην ατμόσφαιρα περί τους 325 δισ. τόνους θειαφιού και 425 δισ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα!

Το πέπλο που σχηματίστηκε στην ατμόσφαιρα μπλόκαρε τις ακτίνες του Ηλιου και έτσι η θερμοκρασία έπεσε δραματικά. Σύμφωνα με τους ερευνητές η θερμοκρασία στον πλανήτη έπεσε κάτω από το μηδέν και παρέμεινε έτσι για πολλά χρόνια η Γη, ενώ την σκυτάλη στη συνέχεια πήρε το διοξείδιο του άνθρακα η καταστροφική επίδραση του οποίου στο περιβάλλον διήρκεσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι οι αρνητικές επιπτώσεις αυτής της κατάστασης στους ωκεανούς διήρκεσαν για πολλούς αιώνες μετά την πτώση του αστεροειδή.

«Πάντοτε πιστεύαμε ότι υπεύθυνος για την εξαφάνιση της ζωής και των δεινοσαύρων ήταν ένας παγκόσμιος χειμώνας, αλλά η νέα μελέτη ενισχύει αυτή την θεωρία και τα στοιχεία που περιέχει μας δίνουν μια καλή εικόνα του τι συνέβη» αναφέρει η Τζοάνα Μόργκαν καθηγήτρια γεωφυσικής του Imperial College London η οποία μετέχει σε ερευνητική ομάδα που μελετά τον κρατήρα που πιστεύεται ότι δημιουργήθηκε από την επίμαχη σύγκρουση.

Το σενάριο της σύγκρουσης
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο αστεροειδής που έπεσε στην Γη πριν από 66 εκατ. έτη είχε διάμετρο 12 χλμ και η πτώση του δημιούργησε ένα χάσμα με διάμετρο 100 χλμ και βάθος 30 χλμ. Το χάσμα αυτό κάποια στιγμή κατέρρευσε αφήνοντας πίσω του ένα κρατήρα με διάμετρο 200 χλμ και βάθος λίγων χλμ.

Στην συνέχεια το κέντρο του κρατήρα κατέρρευσε με την σειρά του δημιουργώντας ένα εσωτερικό δακτύλιο μέσα στον κρατήρα.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του κρατήρα βρίσκεται έξω από τις ακτές του Μεξικού θαμμένος 600 μέτρα κάτω από ένα στρώμα ιζημάτων. Το μέρος του κρατήρα που βρίσκεται στην στεριά είναι καλυμμένο από ασβεστόλιθο.

Δείτε το βίντεο:


Η μυθική Σχερία: Η νήσος των «ναυσίκλυτων» Φαιάκων που οδηγούσαν πλοία που έπλεεαν μόνα τους

Στην Ελληνική μυθολογία οι Φαίακες (Φαίηκες στην ιωνική διάλεκτο, π.χ. στον Όμηρο, Φαίαξ ή Φαίηξ στον ενικό αριθμό) ήταν ένας λαός γνωστός ιδιαίτερα από τον Όμηρο για τη ναυτοσύνη του («ναυσικλυτοί»).

Οι Φαίακες ήταν οι αγαπημένοι των θεών και φίλοι των ανθρώπων.

Αναφέρεται ότι αρχικώς κατοικούσαν στην απομακρυσμένη Υπέρεια, στα πέρατα του κόσμου.

Ως συγγενείς των θεών, αποκαλούνταν «αγχίθεοι», όπως οι Κύκλωπες και οι Γίγαντες.

Μια εποχή που βασιλιάς τους ήταν ο Ναυσίθοος, οι Φαίακες εκδιώχθηκαν από την Υπέρεια από τους Κύκλωπες και μετοίκησαν σε ένα νησί, τη Σχερία, που αποκλήθηκε από αυτούς και «Νήσος των Φαιάκων», ενώ από τους περισσότερους ταυτίζεται με τη σημερινή Κέρκυρα (κάποιοι πάντως έχουν υποστηρίξει ότι ήταν η Ίσκια της Ιταλίας ή η Κρήτη).

Εκεί έχτισαν πόλη και ναούς με βασιλιά τους τον Αλκίνοο, τον γιο του Ναυσιθόου. Οι Φαίακες διακρίνονταν για τη φιλοξενία τους, όπως την περιγράφει ο Όμηρος μετά τη διάσωση του Οδυσσέα από τη Ναυσικά στη «Νήσο των Φαιάκων».

Ο βασιλιάς τους εμφανίζεται να κυβερνά ως πρόεδρος ενός συμβουλίου αποτελούμενου από 12 άλλους άρχοντες, ως ίσος προς εκείνους και όχι ως μέλος μιας ανώτερης τάξεως.

Οι Φαίακες ήταν ειρηνικός λαός που αποστρεφόταν τον πόλεμο, εργατικοί και εύθυμοι, αγαπούσαν το καλό φαγητό, τα λουτρά, τον έρωτα, τα τραγούδια και τον χορό.

«Η εντολή αυτών είναι να παραπέμπωσιν ακινδύνως εις την πατρίδα των πάντας τους προς αυτούς πλέοντας», πράγμα το οποίο κατόρθωναν με τα θαυμαστά πλοία τους.

Τα πλοία αυτά δεν είχαν κουπιά, ούτε πηδάλιο και διέτρεχαν τη θάλασσα σαν να ήταν φτερωτά (Οδύσσεια, η 34-35), προικισμένα με αυτό το χαρακτηριστικό από τον θεό Ποσειδώνα, ενώ είχαν νου και μυαλό ανθρώπινο:

«Γιατί δεν έχουν τα γοργά καράβια των Φαιάκων
σαν τ' άλλα τα πλεούμενα τιμόνια ή κυβερνήτες,
μον' βρίσκουν έτσι μόνα τους τη σκέψη των ανθρώπων
και ξέρουν όλων τα χωριά, τα καρπερά χωράφια,
και γοργοτάξιδα περνούν της θάλασσας τα πλάτια,
κρυμμένα μες στην καταχνιά και στην πυκνή θολούρα
κι ούτε φοβούνται να χαθούν, μήτε κακό να πάθουν.»

Ο Άρης είναι λιγότερο κατοικήσιμος από τους άλλους πλανήτες

Σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη εξανεμίζονται σταδιακά οι ελπίδες για ανεύρεση ζωής στον Άρη… 

Οι ελπίδες για ανεύρεση ζωής στον Άρη, τουλάχιστον στην επιφάνειά του, φαίνεται ότι εξανεμίζονται, καθώς σύμφωνα με μελέτη που γνωστοποιήθηκε πρόσφατα τα ορυκτά άλατα που υπάρχουν στον Κόκκινο Πλανήτη σκοτώνουν τα βακτηρίδια.

Σε εργαστηριακές δοκιμές που έγιναν στη Γη, οι ενώσεις που είναι γνωστές ως επερχλωρικά σκότωσαν τις καλλιέργειες του βακτηρίου Bacillus subtilis, βασική μορφή ζωής, ανέφεραν δύο ερευνητές της σχολής Φυσικής και Αστρονομίας του πανεπιστημίου του Εδιμβούργου.

Τα υπερχλωρικά, που είναι σταθερά σε θερμοκρασία δωματίου, ενεργοποιούνται σε υψηλές θερμοκρασίες ενώ στον Άρη επικρατεί πολύ κρύο. Στη νέα μελέτη, οι επιστήμονες Jennifer Wadsworth και Charles Cockell παρουσίασαν ότι η ένωση μπορεί επίσης να ενεργοποιηθεί με την υπεριώδη ακτινοβολία, χωρίς θερμότητα, σε συνθήκες που μοιάζουν με εκείνες στην επιφάνεια του Άρη.

Τα βακτήρια, ωστόσο, σκοτώθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, είπε η Wadsworth , επισημαίνοντας ότι ο πλανήτης είναι "πιο ακατοίκητος απ' ό,τι περιμέναμε". "Αν θέλουμε να βρούμε ζωή στον Άρη, πρέπει αυτό να το λάβουμε υπόψη μας και να επικεντρώσουμε τις προσπάθειες στις έρευνες κάτω από την επιφάνεια, εκεί που δεν υπάρχει έκθεση σ' αυτές τις συνθήκες", πρόσθεσε στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Τα υπερχλωρικά είναι φυσικά και δημιουργούνται από τους ανθρώπους στη Γη αλλά είναι σε περισσότερη αφθονία στον Άρη, όπου καταγράφηκαν για πρώτη φορά από τη NASA το 2008.

Όπως δήλωσε η Wadsworth το γεγονός ότι τα υπερχλωρικά σκότωσαν το βακτήριο Bacillus subtilis με την υπεριώδη ακτινοβολία, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι άλλες μορφές ζωής πεθαίνουν κατά τον ίδιο τρόπο. Πρέπει να γίνουν περαιτέρω δοκιμές για να υπάρξει επιβεβαίωση, τόνισε.

Τα υπερχλωρικά είχαν εντοπιστεί σε γραμμές, που θεωρούνται ρέματα άλμης, στην επιφάνεια του Άρη. Η παρουσία τους μάλιστα παρουσιάστηκε ως στοιχείο από τους επιστήμονες, το 2015, για την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή.

Η νέα μελέτη όμως, δείχνει ότι οι γραμμές αυτές, "αν και παρουσιάζουν τοπικές περιοχές διαθεσιμότητας ύδατος, μπορεί να είναι επιβλαβείς για τα κύτταρα" αν περιέχουν υπερχλωρικά.

Υπάρχουν, ωστόσο, και καλές ειδήσεις καθώς οι οργανικές μολυσματικές ουσίες που αφέθηκαν στον Άρη με ρομπότ, είναι απίθανο να επιβιώσουν για μεγάλο διάστημα.

Να σημειωθεί ότι είναι αποδεδειγμένο ότι στο παρελθόν ο Άρης είχε άφθονο νερό σε υγρή μορφή και εξακολουθεί να έχει, εν τούτοις αυτό μετατρέπεται σε πάγο υπογείως. Το νερό σε υγρή μορφή αποτελεί βασική προϋπόθεση για ύπαρξη ζωής, όπως εμείς την γνωρίζουμε. 

Επιστήμονες προσδιορίζουν καθοριστικούς κοινωνικούς παράγοντες εξάπλωσης μιας νόσου

Ο περιορισμός των μολυσματικών ασθενειών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητά μας να παρέμβουμε στο πρώιμο στάδιο της έξαρσης μιας επιδημίας. Για να είναι αποτελεσματικά, τα περιοριστικά μέτρα πρέπει επιλεκτικά να στοχεύουν τα μέρη του πληθυσμού που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην πυροδότηση της έξαρσης μιας νόσου. Μια ομάδα ερευνητών υπό την ηγεσία του Alex Arenas στο Πανεπιστήμιο Rovira i Virgili, στην Ισπανία, βρήκε ότι το κοινωνικό μείγμα και η γεωγραφική κινητικότητα μπορούν να αλλάξουν δραματικά την ομάδα των υποπληθυσμών που είναι κρίσιμοι για μια επιδημική εμφάνιση. Η γνώση αυτή θα μπορούσε να είναι χρήσιμη στο σχεδιασμό βέλτιστων πολιτικών περιορισμού μιας επιδημίας.

Η εξάπλωση των νόσων τυπικά περιγράφεται χρησιμοποιώντας επιδημικά μοντέλα στα οποία τμήματα του πληθυσμού διαχωρίζονται σε χωρικά τμήματα και επιτρέπεται να αλληλεπιδρούν μέσω της κινητικότητας των ατόμων μεταξύ των τμημάτων. Ωστόσο, τα μοντέλα αυτά συχνά επιλύονται μέσα από μια προσέγγιση αποκαλούμενη μέσου-πεδίου, που χάνει σημαντικές λεπτομέρειες της πραγματικής ζωής. Για παράδειγμα, ορισμένη ηλικία ή κοινωνικοοικονομικές ομάδες μπορεί να έχουν διαφορετικές συνήθειες κινητικότητας. Ο Arenas και οι συνάδελφοί του ανέπτυξαν ένα νέο φορμαλισμό που αντιμετωπίζει αυτές τις ομάδες ως πολλαπλά στρώματα ενός πολύπλοκου πληθυσμιακού δικτύου. Σε σύγκριση με τα μοντέλα μέσου πεδίου, η αναπαράσταση αυτή επιτρέπει μια καλύτερη περιγραφή των επιδράσεων που υπάρχουν εξ αιτίας της ετερογένειας του πληθυσμού.

Η ομάδα εφαρμόζει το θεωρητικό αυτό πλαίσιο στο πραγματικό αστικό σύστημα της Medellín στην Κολομβία, όπου συνυπάρχουν έξι κοινωνικοοικονομικές ομάδες, κάθε μια με τη δική της κινητικότητα και τη δική της κατανομή πάνω σε 400 αστικές περιοχές. Οι συγγραφείς μελετούν πώς η ανάμιξη σε όλη την έκταση διαφορετικών τάξεων και η μέση κινητικότητα της κάθε τάξης επηρεάζει την διάδοση μιας ασθένειας. Βρήκαν ότι μικρές αλλαγές σε αυτές τις παραμέτρους θα μπορούσαν ξαφνικά να αλλάξουν τις αστικές περιοχές που ωθούν μια επιδημία και θα πρέπει να είναι οι κύριοι στόχοι των δράσεων περιορισμού της.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Λογογράφοι

Οι πρώτοι «ιστορικοί» ονομάζονται στη σύγχρονη έρευνα «λογογράφοι»· οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, ο Ακουσίλαος από το Άργος, ο Φερεκύδης ο Αθηναίος, ο Ίων ο Χίος, ο Ελλάνικος ο Λέσβιος και ο Αντίχοχος ο Συρακόσιος. Το έργο τους εμφανίζει εν σπέρματι στοιχεία, τα οποία αργότερα θα καταστούν συστατικά της κλασικής ιστοριογραφίας: αφήγηση και προσπάθεια χρονολογικής κατάταξης παρελθόντων γεγονότων, κριτική μέθοδος.
 
Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, που τοποθετείται στα χρόνια του Δαρείου Α' (τέλη του 6ου - αρχές του 5 αιώνα π.Χ.), διέθετε κατά τον Ηρόδοτο (5.36 και 124) μεγάλη πολιτική εμπειρία την εποχή της ιωνικής επανάστασης. Το υπό στενή έννοια «ιστορικό» του έργο, οι Γενεαλογίαι (σε 4 βιβλία), συνιστά την πρώτη προσπάθεια να συστηματοποιηθούν οι διαθέσιμες γνώσεις για το παρελθόν και να ελεγχθεί η αξιοπιστία των διαφόρων παραδόσεων. Στη βάση των κριτηρίων του Εκαταίου βρίσκεται ο νόμος του πιθανού, του εύλογου (απ. 27 λόγον … εἰκότα) -θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει κριτήριο της κοινής λογικής. Σύμφωνα με ένα δεύτερο κριτήριο που εισήγαγε ο Εκαταίος πρέπει πρώτα να διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε η παράδοση για ένα συγκεκριμένο γεγονός και μετά να διατυπώνεται οποιαδήποτε άποψη σχετικά με την αξιοπιστία της. Ωστόσο, ακόμη και αν εφαρμοσθεί συστηματικά, η κριτική μέθοδος του Εκαταίου δεν έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τα γεγονότα του θρύλου σε ιστορικά γεγονότα.
 
Η κριτική στάση του Εκαταίου απέναντι στην παράδοση διατυπώνεται ρητά στην εισαγωγική φράση του έργου του (απ. 1): Ἑκαταῖος Μιλήσιος ὧδε μυθεῖται· τάδε γράφω, ὥς μοι δοκεῖ ἀληθέα εἶναι· οἱ γὰρ Ἑλλήνων λόγοι πολλοί τε καὶ γελοῖοι, ὡς ἐμοὶ φαίνονται, εἰσίν [αυτά λέει ο Εκαταίος από τη Μίλητο· γράφω τα παρακάτω έτσι όπως νομίζω ότι ανταποκρίνονται στην αλήθεια· γιατί όσα λέγουν οι Έλληνες είναι, καθώς μου φαίνεται, πολλά και γελοία]. Ο στόχος και η μέθοδος της έρευνας διατυπώνονται με σαφήνεια· η επίκληση της αλήθειας δεν γίνεται με τη βοήθεια μιας εξωτερικής πηγής έμπνευσης, αλλά βασίζεται στην προσωπική γνώμη (δόξα)· η γραφή ως μέσο επικοινωνίας έρχεται στο προσκήνιο και ονομάζονται ρητά οι αποδέκτες («οι Έλληνες»).
 
Το δεύτερο σύγγραμμά του, η Περιήγησις Γῆς (ενίοτε τιτλοφορείται και Περίοδος Γῆς), συνόδευε και επεξηγούσε τον παγκόσμιο χάρτη τον οποίο είχε καταρτίσει με βάση τον χάρτη του Αναξιμάνδρου. Χωριζόταν σε δύο βιβλία που έφεραν τους τίτλους Ευρώπη και Ασία. Από το έργο αυτό παραδίδονται περίπου 320 αποσπάσματα, στα οποία συνήθως καταγράφονται μόνο ονόματα πόλεων και πληροφορίες για την τοποθεσία τους.
 
Ο Ακουσίλαος από το Άργος, κάπως νεότερος από τον Εκαταίο, συνέθεσε το έργο Γενεαλογίαι σε τρία βιβλία, με θέμα την ιστορία του κόσμου των θεών και των ηρώων από τις απαρχές ως τα γεγονότα μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Με αφετηρία τα έργα του Ησιόδου, κυρίως τη Θεογονία και τον Γυναικῶν Κατάλογον, προς τα οποία ωστόσο στάθηκε ενίοτε επικριτικός, ο Ακουσίλαος επιχείρησενα αφηγηθεί συστηματικά όλη την παλαιότερη ιστορία, κατασκευάζοντας συνδετικούς αρμούς μεταξύ των διαφόρων μύθων. Ωστόσο, στο έργο του απηχείται έντονα η αργίτικη προπαγάνδα, σύμφωνα με την οποία το Άργος αποτελεί την κοιτίδα της ανθρωπότητας, και ειδικότερα των εθνών της Πελοποννήσου: ο μύθος που νομιμοποιούσε τη σχετική προπαγάνδα αφηγούνταν ότι ο Φορωνέας υπήρξε ο πρῶτος ἄνθρωπος και από αυτόν καταγόταν ο Σπάρτων, ο μυθικός ιδρυτής της Σπάρτης.
 
Ο Φερεκύδης ο Αθηναίος συνέγραψε το πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. ένα έργο σε 10 βιβλία, το οποίο συνήθως μνημονεύεται με τον τίτλο Ἱστορίαι. Μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν σχετικά με τη δομή που υιοθέτησε ο Φερεκύδης: τα πολυάριθμα αποσπάσματα που σώζονται δεν προδίδουν καμιά χρονολογική διάρθρωση, όπως αυτή ακολουθείται από τον Ακουσίλαο ή τον Εκαταίο στα «ιστορικά» τους έργα, αλλά μάλλον μια ομαδοποίηση σε βασικά γενεαλογικά δένδρα ηρώων. Όπως και στον Ακουσίλαο από το Άργος, έτσι και στον Φερεκύδη τον Αθηναίο δεν υπάρχουν ίχνη της συνολικής κριτικής στάσης του Εκαταίου απέναντι στην παράδοση· Το έργο του αντιπροσωπεύει συνεπώς ένα πρωιμότερο, πιο «πρωτόγονο» στάδιο στην εξέλιξη της ιστοριογραφίας απ' ό,τι ο Ακουσίλαος ή ο Εκαταίος. Σε ένα σημείο όμως ο Φερεκύδης υπερβαίνει και τους δύο: ανασυνθέτοντας τη γενεαλογία των Φιλαϊδών (απ. 2), την οποία ανάγει στον Αίαντα, δηλαδή στην ηρωική εποχή, και την παρακολουθεί ως μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., όταν ο Μιλτιάδης ιδρύει τη Χερσόνησο, ο Φερεκύδης προσπαθεί να γεφυρώσει το κενό ανάμεσα στην ηρωική εποχή και το πρόσφατο ιστορικό παρελθόν.
 
Ο Ίων ο Χίος (περ. 480-423), σύγχρονος του Ηροδότου, είναι κυρίως γνωστός ως τραγικός ποιητής· του αποδίδονται ωστόσο και πεζά έργα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την εξέλιξη της ιστοριογραφίας. Πρώτη αξίζει να αναφερθεί η Χίου κτίσις, μια τοπική ιστορία της πατρίδας του, από τους μυθικούς χρόνους μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. Το δεύτερο πεζό έργο του Ίωνα, οι Ἐπιδημίαι, μια συλλογή προσωπικών αναμνήσεων από επισκέψεις σε διάφορους τόπους και από συναντήσεις με σημαντικά πρόσωπα, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή αποκλίνει από το γνωστό πλαίσιο των γενεαλογικών ή εθνογραφικών έργων. Οι Ἐπιδημίαι αποτελούν συνεπώς το πρώτο δείγμα του είδους των απομνημονευμάτων, ένα ντοκουμέντο της σύγχρονης ιστορίας, που αξιοποιήθηκε, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι αφήνουν να διαφανεί τα σωζόμενα αποσπάσματα, από τους μεταγενέστερους και ιδίως από τον Πλούταρχο. Τα αποσπάσματα των Ἐπιδημιῶν μας προσφέρουν μια εξαιρετικά γλαφυρή εικόνα του χαρακτήρα ηγετικών προσωπικοτήτων του 5ου αιώνα: του Κίμωνα (απ. 12-14· ο Ίων φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Κίμωνα κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού στην Αθήνα που έκανε όταν ήταν ακόμη έφηβος), του Θεμιστοκλή (απ. 11-12), του Περικλή (απ. 15-16), του Σωκράτη (απ. 9) και του Σοφοκλή (απ. 6).
 
Ο Ελλάνικος ο Λέσβιος είναι περίπου σύγχρονος με τον Θουκυδίδη: τα τελευταία γεγονότα των έργων του που μπορούν να χρονολογηθούν με ασφάλεια αφορούν το έτος 407/6· άρα ο θάνατός του πρέπει να τοποθετηθεί μετά το 404. Το συνολικό του έργο ήταν εκτενέστατο -μαρτυρούνται 23 διαφορετικοί τίτλοι- και εκτεινόταν στους τομείς της μυθογραφίας, της εθνογραφίας και της χρονογραφίας. Κύριος σκοπός του Ελλάνικου ήταν η συστηματοποίηση και η χρονολογική κατάταξη του παραδεδομένου υλικού.
 
Ο Ελλάνικος πραγματεύτηκε τη μυθική ιστορία σε τέσσερις μονογραφίες, κάθε μία από τις οποίες ήταν αφιερωμένη σε ένα γένος (Φορωνίς, Δευκαλιωνεία, Ἀσωπίς, Ἀτλαντίς), καθώς και σε ένα έργο που παραδίδεται με τον τίτλο Τρωϊκά. Σε αυτά τα συγγράμματα όλοι οι πρωταγωνιστές του αρχαιοελληνικού μύθου ανάγονταν σε τέσσερα γενεαλογικά δένδρα: του Φορωνέα, του Δευκαλίωνα, των θυγατέρων του Ασωπού και των θυγατέρων του Άτλαντα. Αυθαίρετοι εν μέρει συγχρονισμοί συνέδεαν τους διάφορους κλάδους των γενεαλογικών δένδρων μεταξύ τους -οι περισσότεροι από τους οποίους κατέληγαν στα Τρωϊκά. Αξιοπρόσεκτη είναι ηορθολογική στάση που ενίοτε υιοθετεί ο Ελλάνικος μεπρότυπο τον Εκαταίο.
 
Οι εθνογραφικές-γεωγραφικές πραγματείες του Ελλάνικου αντλούν από το έργο των προκατόχων του, ιδίως του Ηροδότου και του Εκαταίου -κυρίως οι μονογραφίες που ήταν αφιερωμένες σε «βαρβαρικούς»λαούς, τα Αἰγυπτιακά, τα Κυπριακά, τα Λυδιακά, τα Περσικὰκαι τα Σκυθικά. Σε προσωπική έρευνα πρέπει να βασίζονταν οι ελληνικοί τίτλοι Αἰολικά(= Λεσβι[α]κά;), Ἀργολικά, Περί Ἀρκαδίας, Βοιωτιακά, Θετταλικά και Περὶ Χίου κτίσεως· τα έργα αυτά περιλάμβαναν φυσικά πλήθος ιστορικών πληροφοριών. Στον Ελλάνικο αποδίδονται επίσης οι Κτίσεις ἐθνῶν καὶ πόλεων ή Περὶ ἐθνῶν ή Ἐθνῶν ὀνομασίαι (πιθανότατα και οι τρεις τίτλοι περιγράφουν ένα και μοναδικό σύγγραμμα) και Βαρβαρικὰ νόμιμα.
 
Η σημαντικότερη συμβολή του Ελλάνικου εντοπίζεται στον τομέα της χρονογραφίας. Στο έργο Καρνεονίκαι ο κατάλογος των νικητών στους μουσικούς αγώνες των Καρνείων στη Σπάρτη χρησίμευε ως χρονολογικός άξονας μιας ιστορίας της μουσικής και της λυρικής ποίησης. Στο έργο Ἱέρειαι τῆς Ἥρας αἱ ἐν Ἄργει (σε 3 βιβλία) ο Ελλάνικος επιχείρησε να καταγράψει ολόκληρη την ελληνική ιστορία με άξονα τη θητεία των ιερειών της Ήρας στο Άργος, με άλλα λόγια να συγγράψει το πρώτο πλήρες ελληνικό χρονικό κατά το πρότυπο των βασιλικών χρονικών της Ανατολής. Αν και το εγχείρημα αυτό ήταν καθόλα επαναστατικό, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ορθή και επιτυχή εφαρμογή του συγκεκριμένου χρονολογικού συστήματος στα ελληνικά δεδομένα. Μολονότι δεν είναι δυνατόν να υπήρχαν γραπτές μαρτυρίες για τα ονόματα των ιερειών της Ήρας πριν από τον 6ο αιώνα, ο Ελλάνικος έφτανε ως την εποχή του Μακεδόνα, του γιου του Αιόλου και δισέγγονου του Δευκαλίωνα. Αυτό όμως σημαίνει είτε ότι βασίστηκε σε έναν (πλαστό) κατάλογο ονομάτων των ιερειών που έφθανε ως τους μυθικούς χρόνους είτε ότι επινόησε ο ίδιος τα ονόματα αυτά. Η χρονολόγηση προϊστορικών συμβάντων σε συγκεκριμένα έτη της θητείας μιας ιέρειας πρέπει επίσης να αποτελεί επινόηση του Ελλάνικου.
 
Με το έργο Ἀτθίς (πιθανότατα σε 2 βιβλία) ο Ελλάνικος έγινε ο θεμελιωτής της Ατθιδογραφίας, της ιστοριογραφίας της Αττικής, ενός είδους που άκμασε ιδίως κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. Η διαδοχή των βασιλέων της Αθήνας αποτελούσε τον άξονα της μυθικής ιστορίας της Αττικής (απ. 168), ενώ το κατεξοχήν «ιστορικό» τμήμα διαρθρωνόταν με βάση τους επώνυμους άρχοντες (απ. 171 και 172 ἐπὶ Ἀντιγένους). Κατά της χρονολόγησης με βάση τους επώνυμους άρχοντες εκφράζεται ο Θουκυδίδης (5.20.2). Αλλού ο Θουκυδίδης (1.97.2) επικρίνει την έλλειψη ακρίβειας με την οποία ο Ελλάνικος πραγματευόταν τα γεγονότα της λεγόμενης Πεντηκονταετίας (480/79-431/30).
 
Ο Αντίοχος ο Συρακόσιος, κατά τι νεότερος του Ελλάνικου και κατά πάσα πιθανόητα ο πρώτος ιστορικός της Δύσης, συνέγραψε δύο έργα, τα Σικελικά (σε 9 βιβλία) και το Περὶ Ἰταλίας (ίσως σε ένα βιβλίο). Το πρώτο, από το οποίο παραδίδεται μόνο ένα απόσπασμα, άρχιζε με τον Κώκαλο, τον μυθικό βασιλιά των Σικανών, και τελείωνε το 424/3, το έτος της ειρήνης της Γέλας. Τα Σικελικά, που περιλάμβαναν μια λεπτομερή ιστορία του αποικισμού της Σικελίας, χρησιμοποιήθηκαν από τον Θουκυδίδη ως πηγή για τη σικελική αρχαιολογία του (6.2 κ.ε.). Από το δεύτερο έργο, στο οποίο παραπέμπει συχνά ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας, σώζεται μόνο η αρχή: Ἀντίοχος Ξενοφάνεος τάδε συνέγραψε περὶ Ἰταλίας, ἐκ τῶν ἀρχαίων λόγων τὰ πιστότατα καὶ σαφέστατα. Φαίνεται πως η μέθοδος του Αντίοχου έμοιαζε με εκείνη του Εκαταίου, του Ηροδότου και του Ελλάνικου: η παράδοση πρέπει να ελέγχεται με κριτικό-ορθολογιστικό πνεύμα. Η πρόσφατη έρευνα υπογραμμίζει την «αποικιακή» χροιά της ιστοριογραφίας του Αντίοχου: η ιστορία και ο πολιτισμός των Ελλήνων της Δύσης (αλλά και του ιθαγενούς πληθυσμού της Ιταλίας και της Σικελίας) θεωρούνται θέματα άξια λόγου από μόνα τους και αναπτύσσονται ανεξάρτητα από την επίδραση της μητρόπολης.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (176-203)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΔΑΝΑΟΣ
παῖδες, φρονεῖν χρή· ξὺν φρονοῦντι δ᾽ ἥκετε
πιστῷ γέροντι τῷδε ναυκλήρῳ πατρί.
καὶ τἀπὶ χέρσου νῦν προμηθίαν λαβεῖν
αἰνῶ φυλάξαι θ᾽ ἅμ᾽ ἔπη δελτουμένας.
180 ὁρῶ κόνιν, ἄναυδον ἄγγελον στρατοῦ·
σύριγγες οὐ σιγῶσιν ἀξονήλατοι·
ὄχλον δ᾽ ὑπασπιστῆρα καὶ δορυσσόον
λεύσσω, ξὺν ἵπποις καμπύλοις τ᾽ ὀχήμασιν·
τάχ᾽ ἂν πρὸς ἡμᾶς τῆσδε γῆς ἀρχηγέται
185 ὀπτῆρας εἷεν ἀγγέλων πεπυσμένοι.
ἀλλ᾽ εἴτ᾽ ἀπήμων εἴτε καὶ τεθηγμένος
ὠμῇ ξὺν ὀργῇ τῶνδ᾽ ἐπόρνυται στόλος,
ἄμεινόν ἐστι παντὸς εἵνεκ᾽, ὦ κόραι,
πάγον προσίζειν τόνδ᾽ ἀγωνίων θεῶν.
190 κρεῖσσον δὲ πύργου βωμός, ἄρρηκτον σάκος.
ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα βᾶτε, καὶ λευκοστεφεῖς
ἱκτηρίας, ἀγάλματ᾽ αἰδοίου Διός,
σεμνῶς ἔχουσαι διὰ χερῶν εὐωνύμων,
αἰδοῖα καὶ γοεδνὰ καὶ ζαχρεῖ᾽ ἔπη
195 ξένους ἀμείβεσθ᾽, ὡς ἐπήλυδας πρέπει,
τορῶς λέγουσαι τάσδ᾽ ἀναιμάκτους φυγάς.
φθογγῇ δ᾽ ἑπέσθω πρῶτα μὲν τὸ μὴ θρασύ,
τὸ μὴ μάταιον δ᾽ ἐκ † μετώ πω σωφρονῶν
ἴτω προσώπων ὄμματος παρ᾽ ἡσύχου.
200 καὶ μὴ πρόλεσχος μηδ᾽ ἐφολκὸς ἐν λόγῳ
γένῃ· τὸ τῇδε κάρτ᾽ ἐπίφθονον γένος.
μέμνησο δ᾽ εἴκειν· χρεῖος εἶ ξένη φυγάς.
θρασυστομεῖν γὰρ οὐ πρέπει τοὺς ήσσονας.

***
ΔΑΝΑΟΣ
Κόρες μου, εδώ χρειάζεται νους, όπως είχε
νου κι ο πιστός σας γέροντας αυτός πατέρας,
που σας οδήγησεν εδώ καραβοκύρης·
τώρ᾽ άγρυπνος και στη στεριά, σας συμβουλεύω
να γράψετε τα λόγια μου μέσα στο νου σας:
Βλέπω εκεί κάτω κορνιαχτό, βουβό σημάδι
180 κάποιου ερχομού· νά, και πλήθος ξεχωρίζω
μ᾽ ασπίδες και κοντάρια που ᾽ρχονται καβάλα,
κι άλλοι πάνω σ᾽ αμάξια· θα ᾽ναι δίχως άλλο
αυτής της χώρας οι άρχοντες, που θα ᾽χουν μάθει
τον ερχομό μας κι έρχονται να δουν και μόνοι.
Μα είτε χωρίς κακό σκοπόν, είτε και μ᾽ άγρια
κατά μας έχει οργή ξεσηκωθεί ο στρατός των,
για κάθε, λέω, περίσταση πιο καλό θα ᾽ναι
να μαζευθείτε δίπλα εδώ πάνω στις έδρες
των αγωνίων θεών, γιατ᾽ από κάθε πύργο
190 πιο δυνατός είν᾽ ο βωμός κι άθραυστη ασπίδα.
Λοιπόν βιαστείτε και στ᾽ αριστερά σας χέρια
σεμνά κρατώντας τα κλαδιά της ικεσίας
– του Δία καμάρι – ν᾽ αποκρίνεστε στους ξένους
ταπεινά και κλαυτά κι όπως το θέλ᾽ η ανάγκη
σαν πρόσφυγες οπού είμαστε, και να τους πείτε
να μάθουν καθαρά πως καθαρός από αίμα
είν᾽ ο ερχομός μας· και θυμάστε πρώτ᾽ απ᾽ όλα
όχι πολύ ξεθαρρετή να ᾽ναι η φωνή σας,
μα η όψη σεμνοπρόσωπη με ήσυχο βλέμμα
την άδολή σας να μηνά την ειλικρίνεια·
200 κι ούτε ας προτρέχει η γλώσσα σου κι ούτε του μάκρου
να ξεσέρνεις τα λόγια σου, γιατ᾽ είναι, μάθε,
πάρα πολύ του τόπου εδώ δύσκολοι οι ανθρώποι·
θύμας να υποχωρείς, αφού είσαι της ανάγκης,
ξένη κι αποδιωγμένη και ποτέ δεν πρέπει
να ᾽χουν οι πιο μικροί τη γλώσσα τους μεγάλη.

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ

Ίσως φανεί παράξενο ότι, αν και ασχοληθήκαμε με το Θουκυδίδη μια ολόκληρη ζωή, θέλουμε τώρα, μέσα σε ένα βιβλίο, να τον παρουσιάσουμε σε λίγες σελίδες. Το αντικείμενο όμως αυτών των λίγων σελίδων είναι συγκεκριμένο: πρόκειται να εκτιμήσουμε, με την προοπτική που ορίσαμε εδώ, σε τι ο Θουκυδίδης υπερέχει ως προς αυτά που ανακάλυψε ο Ηρόδοτος και, από την άλλη πλευρά, πώς το πνευματικό κλίμα της Αθήνας και η επίδραση της ρητορικής τον οδήγησαν ν' ακολουθήσει έναν καινούργιο προσανατολισμό, που επιβλήθηκε, συγκεκριμένα, από μια ακατάβλητη τάση προς το καθολικό.
 
Ο Ηρόδοτος υπήρξε νεωτεριστής αφιερώνοντας ένα έργο λογοτεχνικό στο πρόσφατο παρελθόν. Ο Θουκυδίδης υπερέχει αφιερώνοντας ένα έργο πληρέστερο σε έναν πόλεμο -τον Πελοποννησιακό Πόλεμο- που άρχισε όταν αυτός είχε ενηλικιωθεί και του οποίου γνώρισε το τέλος. Έκρινε και είπε ότι ο πόλεμος αυτός ήταν πιο σημαντικός από όλα τα προηγούμενα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων του Τρωικού και των Μηδικών πολέμων (οπωσδήποτε, η διάρκειά του ήταν μεγαλύτερη και από τους δύο). Και αν ανατρέχει, με μερικά σύντομα κεφάλαια, στο παρελθόν και στις απαρχές, είναι ακριβώς για να δικαιώσει τη σημασία του παρόντος ή, τότε, η αναδρομή γίνεται με μια παρένθεση με σκοπό να εξηγήσει τη διαμόρφωση της αθηναϊκής αυτοκρατορίας. Σε αυτόν δεν βρίσκουμε τίποτα από εκείνες τις παρεκκλίσεις, από εκείνους τους μαιάνδρους και από αυτή την μακρά προετοιμασία για τα πρόσφατα γεγονότα, που δίνονται με άνεση χρόνου και βήμα προς βήμα. Θα λέγαμε ότι έγινε μια σύμπτυξη από την ιστορία όπως τη χειρίστηκε ο Ηρόδοτος: επιβιώνει μόνο το παρόν. Επιβιώνει μόνο η πολιτική.
 
Ο Θουκυδίδης υπερέχει επίσης από τον Ηρόδοτο στην εμμονή του σε ό, τι συνιστά αποκλειστικά τον άνθρωπο. Διότι ο Ηρόδοτος υπήρξε, ασφαλώς, ένας νεωτεριστής που προτίμησε τους πραγματικούς ανθρώπους από τους ήρωες του μύθου. Κράτησε όμως το ρόλο των χρησμών, κάποια θαυμαστά πράγματα ανάλογα με την περίπτωση και μια συχνή παρουσία της θέλησης των θεών ή της μοίρας: τίποτα πια από αυτά δεν υπάρχει στο Θουκυδίδη. Αν αναφέρει ένα χρησμό, είναι για να επισημάνει τη σχετικότητα και το απροσδιόριστο της μετάδοσης ή της ερμηνείας του. Και όταν μια επιχείρηση δεν πάει καλά, σημαίνει γενικά ότι η σύλληψή της δεν ήταν ορθή ή ότι διεξήχθη άσχημα: το ενδιαφέρον της ιστορίας είναι ακριβώς να δείξει την αιτία.
 
Ο Ηρόδοτος υπήρξε νεωτεριστής γιατί κοπίασε να παρουσιάσει την αλήθεια. Ταξίδεψε, ερεύνησε, επωφελήθηκε από διάφορα αποδεικτικά στοιχεία και έδωσε με εντιμότητα δίπλα δίπλα αντιφατικές εκδοχές του ίδιου γεγονότος ενώ αυτός, το πολύ πολύ, αρκείται να προτείνει την επιλογή του. Ο Θουκυδίδης έχει γιατί είναι απαιτητικός. Ξέρει τι σημαίνει κριτικό πνεύμα. Ξέρει πώς εδραιώθηκε μια αληθοφάνεια. Ξέρει ότι αυτό δεν είναι εύκολο, και έχει τόσο πλήρη συνείδηση αυτού που κάνει ο λέει:
 
«Για τα γεγονότα του πολέμου δεν θέλησα ν’ αρκεσθώ σε πληροφορίες του πρώτου τυχόντος ούτε στην προσωπική μου αντίληψη και μόνο, αλλά έκανα προσεκτική έρευνα και για τα γεγονότα στα οποία ήμουν παρών και για τα όσα μου ανέφερα Η εξακρίβωση ήταν δύσκολη, γιατί όσοι ήσαν αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων μου έδιναν ο καθένας την δική του εκδοχή, ανάλογα με την συμπάθειά του προς τον ένα ή τον άλλον αντίπαλο.» (Α, 22, 1-2).
 
Επιπλέον, ο Θουκυδίδης, με το πάθος για την πολιτική διεξαγωγή των επιχειρήσεων, βρίσκει μια αναπλήρωση στην  εξορία που τον απομακρύνει από τα καθήκοντα και τα δικαιώματά του. Αυτή η εξορία του επέτρεψε να συγκεντρώσει πληροφορίες και από τις δύο πλευρές: «κι έτσι μπόρεσα να παρακολουθήσω με ηρεμία τα γεγονότα» (Ε, 26,5). Ικανός να αντλήσει πληροφορίες, αν δεν έχει άλλες, από ένα όνομα μίας επιγραφής ή από ένα τρόπο ταφής, είναι επίσης ικανός να διυλίσει και να ξεχωρίσει μαρτυρίες, όπως ένας πολύπειρος Αθηναίος δικαστής διακρίνει την αλήθεια ανάμεσα σε δύο ψεύδη.
 
Πρέπει όμως να αντιληφθούμε ότι η γέννηση αυτή τη κριτικής σκέψης και της συστηματικής αντικειμενικότητας, όπως και η σύμπτυξη του θέματος σε ένα σύνολο καλά οριοθετημένο, υποκείμενο σε εξαντλητικές πληροφορίες, ανταποκρίνονται, και το  ένα και το άλλο, σε μια διαφορά ως προς τον επιδιωκόμενο.
 
Ο Ηρόδοτος ήθελε πριν απ’ όλα να διασώσει από τη λήθη τα περασμένα γεγονότα, επιμένοντας - και αυτό είναι μια  καινούργια φιλοδοξία - στην αλληλουχία που έφερνε το ένα κοντά στο άλλο. Η εισαγωγή του, από αυτή την άποψη, είναι σαφέστατη:
 
«Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσόν παρουσιάζει αυτήν εδώ την διήγησιν, αποτέλεσμα των ερευνών του, με σκοπόν πρώτον να μη σβήσουν με τον καιρόν και λησμονηθούν πράξεις, που έγιναν από ανθρώπους, έπειτα διά να  γίνουν ξακουσμένα έργα μεγάλα και θαυμαστά, τα οποία τέλεσαν άλλα οι Έλληνες και άλλα οι βάρβαροι, και τέλος, το σπουδαιότερον, δια να δείξη, δια ποίαν αιτίαν επολέμησαν» (Α, αρχή).
 
Ο αρχικός σκοπός είναι η μνήμη, ακολουθεί- θεμιτή υπερηφάνεια - η αλληλουχία των γεγονότων ξεκινώντας από το παρελθόν.
 
Εάν τώρα περάσουμε στο Θουκυδίδη, ανακαλύπτουμε ένα άλμα ιλιγγιώδες. Η μνήμη δεν αναφέρεται πια. Σκοπός είναι να καταλάβουμε. Και - τι έκπληξη! - να καταλάβουμε όχι μόνο το παρελθόν αλλά τις παγκόσμιες αλληλουχίες που αναπαράγονται:
 
«Η έλλειψη του μυθώδους από την διήγησή μου, ίσως την κάνη λιγότερο ευχάριστη. Αλλά θα είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθή ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια. Έγραψα την Ιστορία μου για να μήνη αιώνιο κτήμα ι ον ανθρώπων και όχι σαν έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο» (Α, 22,4).
 
Το τελευταίο αυτό εδάφιο αναφέρεται συχνά με κάποια αόριστη υπόνοια ότι ο Θουκυδίδης αποβλέπει σε ένα είδος μεταθανάτιας φήμης. Πρόκειται όμως για κάτι τελείως διαφορετικό: Πρόκειται να απομακρυνθεί από την αφήγηση του ιδιαίτερου για να καταλήξει σε μια επιστήμη, ικανή να εφαρμοσθεί σε άλλους καιρούς - και αυτό επειδή τονίζει το στοιχείο που θεμελιώνει την επανάληψη και που ο ίδιος ονομάζει «το ανθρώπινο».
 
Αυτή η τόσο τολμηρή φιλοδοξία είναι προφανώς αυτό που συνιστά τις διαφορές του με τον Ηρόδοτο. Αν του χρειαζόταν περισσότερη σαφήνεια στην πληροφόρηση, αυστηρότερη οριοθέτηση στο ανθρώπινο και ένα θέμα πιο συναφές και με στενό περίγραμμα, είναι γιατί αυτές ήταν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να μπορέσει να αποδεσμεύσει αυτές τις καθολικής κατηγορίας αλληλουχίες και επειδή αυτά ήταν τα μέσα για να δημιουργήσει από την ιστορία μια επιστήμη του ανθρώπου. «Επιστήμη» εννοείται τόσο η ακρίβεια όσο και η επιθυμία να αποκαλυφθούν σχέσεις γενικού τύπου στον πυρήνα της αφήγησης: έχουμε εδώ δύο όψεις μιας και μόνης θεώρησης, η οποία αποτελεί ένα ριζικό νεωτερισμό. Σε αυτή τη φράση του «προγράμματος» του, η υπερηφάνεια του Θουκυδίδη είναι ότι αφιερώνεται, μέσα στον ενθουσιασμό, σ’ ένα μεγάλο σχέδιο εντελώς προσωπικό.
 
Ο μεγάλος αυτός σχεδιασμός δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί παρά μόνο συνδεδεμένος με μια καινούργια αντίληψη της ιστορικής αιτιότητας. Η αιτιότητα αυτή, σε αντίθεση με ό, τι προσέφερε το έργο του Ηρόδοτου, όχι μόνο θα είναι πάντοτε ανθρώπινης κατηγορίας και όχι θείας (δεν μπορούμε «να δούμε καθαρά» στην επιλογή της μοίρας), αλλά και δεν θα είναι πια ευθύγραμμη.
 
Στον Ηρόδοτο, η κύρια αλληλουχία μεταξύ του ενός γεγονότος και του άλλου ήταν η εκδίκηση. Αναζητούσε την πρώτη προσβολή και μετά ακολουθούσε έμμεσα τις αλυσιδωτές αντιδράσεις. Ο Θουκυδίδης παραμερίζει τις αιτίες αυτές που βασίζονται σε αντεγκλήσεις -«τα κίνητρα και την πηγή των διαφωνιών»- και εδώ επίσης πηγαίνει κατευθείαν προς το γενικότερο, προς την αιτία που φορτίζει τα άτομα και τις διεκδικήσεις τους: θεωρεί, σε ένα άλλο επίπεδο, τις απαιτήσεις μιας κατάστασης, απαιτήσεις που ερμηνεύουν ολόκληρη σειρά γεγονότων. Είναι αυτό που αποκαλεί, με μια εξαίρετη διατύπωση «η βαθύτερη αιτία» και σε ό,τι αφορά τον πόλεμο, η αιτία αυτή πρέπει ν’ αναζητηθεί όχι σε κάποια απόφαση του Περικλή, ή σε μια διεκδίκηση ενός συμμάχου η ενός άλλου, αλλά στην αύξηση της αθηναϊκής δύναμης, που κατέληξε να φοβίσει τη Σπάρτη, κάνοντας έτσι τον πόλεμο αναπόφευκτο. Η αιτιότητα δεν είναι πια προσωπική και ακριβής: είναι και αυτή γενική και ανθρώπινη και μπορεί να βρεθεί πάλι και σε άλλα εδάφια του έργου.
 
Κυρίως όμως, η αιτιότητα, επειδή δεν έχει πια την εντελώς εξατομικευμένη απλούστευση, στο πέρασμα από τον Ηρόδοτο στο Θουκυδίδη, γίνεται σύνθετη. Ο Θουκυδίδης, αντί να συνδέσει το ένα γεγονός με το άλλο με ένα μοναδικό κατευθυντήριο μίτο που ορίζεται από κάποια ψυχική αντίδραση, αναζητεί σε βάθος τις πολλαπλές αιτίες που συνδυάζονται μεταξύ τους. Συναντήσαμε ήδη το κείμενο στο οποίο διακρίνει τα προβαλλόμενα κίνητρα και μια αιτία λιγότερο ομολογημένη. Συμβαίνει επίσης να διακρίνει τις βαθύτερες ή τις περιστασιακές αιτίες. Τότε έχουμε ένα και κατά τον ίδιο χρόνο πολύ αποκαλυπτικό. Τέλος, η επιθυμία του να προχωρήσει όλο και περισσότερο στην εξήγηση, καταλήγει ώστε κάθε γεγονός να γίνεται σαν ένα πεδίο δυνάμεων όπου οι επιθυμίες και οι περιστάσεις συναντώνται και συντονίζονται η μια με την άλλη. Γι’ αυτό ακριβώς δεν αναφερόμαστε στο έργο του για ν’ αναγνωρίσουμε μόνο την άνοδο και την κρίση ενός ιμπεριαλισμού αλλά καταστάσεις και προβλήματα κάθε είδους που το κάθε ένα μπορεί να συναντηθεί πάλι κάπου αλλού: η δυσκολία μιας απόβασης, η ηθική επίδραση ενός πολέμου, η διαφορά μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου πολέμου, ο ρόλος της σύνθεσης, ενοποιημένης ή όχι, των εμπόλεμων ομάδων, οι κίνδυνοι της καταστολής, η φιλοσοφία που επιβάλλει η δύναμη ή η κατάκτηση, όλα αυτά τα προβλήματα προβάλλονται, συζητούνται και σταθμίζονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο Θουκυδίδης αποφεύγει σχεδόν παντού (η εισαγωγική δήλωση η σχετική με τις αιτίες του πολέμου αποτελεί εξαίρεση) να προβάλλει ο ίδιος μια μοναδική αιτία: υποδεικνύει τις δύναμης που μετέχουν στον πόλεμο και μεταθέτει σε κατανοητό σύστημα την πολυπλοκότητα του γίγνεσθαι.
 
Ανακαλύπτουμε τότε μια καινούργια μορφή της ελληνικής και αθηναϊκής έφεσης προς το καθολικό. Ο Όμηρος η ο Ηρόδοτος μας είχαν δώσει ανθρώπους τύπους, συναισθήματα και εμπειρίες που μπορούσαν να αγγίξουν οποιοδήποτε κοινό με την ανθρώπινη πλευρά τους. Με το Θουκυδίδη, οι πολιτικές καταστάσεις και οι πολιτικοί χειρισμοί παίρνουν αυτή την ανθρώπινη αξία, μπορούν να χρησιμεύσουν ως σύμβολα και να συναρπάσουν ξαφνικά ένα κοινό που γνωρίζει ή νομίζει ότι γνωρίζει ανάλογες καταστάσεις. Μετά την καθολικότητα των συναισθημάτων και των συγκινήσεων ανακαλύπτουμε την καθολικότητα της πρακτικής εμπειρίας. Και οι περιπτώσεις, που περιγράφονται με αυτό τον τρόπο, σημειώνουν μια καινούργια κατάκτηση του πνεύματος της αφαίρεσης, αν και είναι κατανοητές μέσα από τη συγκεκριμένη αφήγηση ειδικών γεγονότων.
 
Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι η επίδραση της αθηναϊκής πολιτικής ζωής και των συζητήσεων στην Εκκλησία του Δήμου βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό μέσα σε αυτή την τάση. Είναι όμως εξίσου φανερό ότι τα μαθήματα της ρητορικής χάρισαν στο Θουκυδίδη το μοναδικό μέσον να την πραγματοποιήσει.
 
Θα μπορούσαμε ν’ αναρωτηθούμε πώς ένα τόσο κριτικό και απαιτητικό πνεύμα σαν το δικό του προσαρμόσθηκε στη χρήση των δημηγοριών που αποδίδονται στους πολιτικούς και τους στρατιωτικού! ηγέτες, ενώ στις δημηγορίες αυτές δεν απαιτείται να αναπαράγονται ακριβούς τα λόγια τους: μήπως πρόκειται για μια λογοτεχνική ευκολία που προβάλλει σαν συνέχεια του Όμηρου και του Ηρόδοτου και που ίσως ενθαρρύνεται από το ρόλο του λόγου στην Αθήνα. Αλλά πού βρίσκεται, στην προκειμένη περίπτωση, η μεγάλη μέριμνα για την αλήθεια; Η πρακτική εντυπωσιάζει ιδιαίτερα όταν βλέπουμε αυτές τις δημηγορίες να παρουσιάζονται κατά ζεύγη και οργανωμένες η μια σε αντιστοιχία με την άλλη, με λεπτό τρόπο, τα επιχειρήματα και πιες διατυπώσεις να αναστρέφονται με τη μέθοδο της σοφιστικής. Ήταν και εδώ η συνήθεια της εποχής; Μία ακόμα ελευθερία που κατακτήθηκε με την αντικειμενικότητα; Και τούτο χωρίς να υπολογίσουμε ότι αυτοί οι λόγοι ήταν παράδοξα αφηρημένοι και θεωρητικοί, με γενικές σκέψεις, κάθε στιγμή, για τη φυσιολογική συμπεριφορά των ανθρώπων στη μια ή στην άλλη δεδομένη κατάσταση. Ήταν άραγε ένα παιχνίδι διανοουμένων; Γιατί κανένας αρχηγός δεν θα μπορούσε ν’ απευθυνθεί στους άνδρες του με λόγια τόσο λίγο συγκεκριμένα και τόσο λίγο θερμά.
 
Αν εκπλαγούμε, σημαίνει πως παραγνωρίζουμε ότι αυτή η συ­νήθεια αποτελούσε μέρος μιας μεθόδου έκθεσης ή μάλλον απόδειξης εντελώς πρωτότυπης.
 
Δεν αρκούσε, πράγματι, για να φτάσουμε σε μια ερμηνεία καθολικής διάστασης, να απλοποιήσουμε τη γραφή, να παραμερίσουμε όλα τα αφηγηματικά στοιχεία και ακόμα όλες τις συγκεκριμένες πληροφορίες που θα ήθελαν να έχουν οι σύγχρονοι ιστορικοί. Εννοείται ότι ο Θουκυδίδης το έκανε. Και είναι ήδη αρκετά αξιοσημείωτο να δούμε στο έργο του, σε μια ακριβή αφήγηση γεγονότων που έζησε ο ίδιος, να απορρίπτει όλες τις περιπτώσεις που δεν βοηθούν να φωτισθεί το νόημα της δράσης. Εγνώρισε τον Περικλή, αλλά από τον Πλούταρχο, αιώνες αργότερα, μαθαίνουμε ό, τι ξέρουμε για την οικογένειά του, τους δασκάλους του και τα προβλήματά του στην πολιτική σταδιοδρομία του πριν τον πόλεμο. Ακόμα και όταν πρόκειται για επιθέσεις που αφορούν στο ρόλο του Περικλή στην κήρυξη του πολέμου, ούτε λέξη: ο Θουκυδίδης προτιμά να τις αγνοεί. Κατονομάζει λίγους άρχοντες, προσφεύγοντας μάλλον, για να χρονολογήσει τα γεγονότα, σε κριτήρια προσιτά σε όλους. Τηρεί τις αποστάσεις, δεν δίνει καμία ένδειξη για τις πολιτικές ομάδες στην Αθήνα ή αλλού. Μάλιστα, απλοποιεί και συγκρατεί μόνο το ουσιώδες. Αλλά αυτό δεν θα αρκούσε να δώσει μια ερμηνεία των γεγονότων που να είναι καθολική. Και εδώ ακριβώς οι δημηγορίες παίζουν έναν κεφαλαιώδη ρόλο.
 
Μία δημηγορία πριν από το γεγονός μπορεί να δείξει εξαρχής τις αφορμές, να υπολογίσει τις πιθανότητες επιτυχίας και να τις αιτιολογήσει. Στην περίπτωση αυτή προηγείται η επεξήγηση. Και η σχέση δημιουργίας-αφήγησης προσδίδει στην αφήγηση μια διάσταση κατανοητή. Αλλά, καλύτερα ακόμα, η δημηγορία αντιτίθεται συνηθέστερα σε μια άλλη, σύμφωνα με την επικρατούσα τεχνική των διπλών λόγων, για τη σημασία των οποίων έχουμε μιλήσει. Και τότε ο Θουκυδίδης παραθέτει δύο αντιτιθέμενες αναλύσεις που αναμετρώνται μεταξύ τους και η ετυμηγορία των γεγονότων, στην αφήγηση που ακολουθεί, θα καταλήξει σε κάτι ανάμεσα στις δύο. Όσο οι δύο αναλύσεις θα είναι πιο κοντά η μια στην άλλη τόσο θα μπορούμε να υπολογίσουμε πού παίζεται η διαφορά. Και όσο θα γίνονται περισσότερο γενικές, τόσο η έννοια της εξιστόρησης θ’ αποκτά ανθρώπινη διάσταση. Κάθε λέξη της αφήγησης θα είναι γεμάτη σημασία. Θα δούμε σε τι δικαιώθηκαν οι δύο θέσεις και εκείνο που επιβλήθηκε σαν λύση μεταξύ τους, στη συγκεκριμένη στιγμή, και για ποιό λόγο υπαγορεύθηκε εκ των προτέρων. Και από το γεγονός μάλιστα ότι αυτή η αφήγηση μας επαναφέρει σε βαθύτερες προηγούμενες αναλύσεις, θα γίνει όχι μόνο κατανοητό σε κάθε Λεπτομέρεια του αλλά πλούσιο σε διδάγματα για τα γεγονότα που «θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία α­πό την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια». Τόσο λαμπερή είναι αυτή η επινόηση ώστε έχουμε τη διάθεση να προσθέσουμε: «Όπερ έδει δείξαι».
 
Δεν είναι δυνατόν να δώσουμε εδώ παραδείγματα, διότι συγκεκριμένα πρόκειται για ολότητες, όπου η κάθε λέξη αποκτά τη σημασία της σε συσχετισμό με μια αντίθετη ομιλία και με τη δοκιμασία των γεγονότων: δεν δείχνουμε έναν άξονα ή μια απομονωμένη ρόδα για να θαυμάσει κανείς το μηχανισμό του ρολογιού.
 
Επιπλέον, οι σχέσεις, μεταξύ ανάλυσης και επιβεβαίωσης των γεγονότων, αποκαθίστανται πολύ αργότερα, όταν μια πρόβλεψη καταλήγει να πραγματοποιηθεί μακροπρόθεσμα: πρέπει να τα δούμε όλα ή τίποτα.
 
Αντίθετα, είναι εύκολο να συλλάβουμε, ακόμα και σε μεμονωμένα παραδείγματα, την καθολική σημασία που φέρνουν στο έρ­γο αυτές οι αναλύσεις.
 
Ο Περικλής, στην αρχή του πολέμου, είχε εξηγήσει ότι η Αθήνα δεν θα μπορούσε να παραιτηθεί από την αυτοκρατορία της:
 
«Ούτε πρέπει να νομίζετε ότι αγωνίζεσθε για ένα μόνο πράγμα, την ελευθερία ή την υποδούλωση, αλλά ότι αγωνίζεσθε και για να μη στερηθήτε από την εξουσία που έχετε, η οποία προκάλεσε τόση εναντίον σας έχθρα. Δεν είναι πια καιρός να παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας αυτή, ακόμα κι αν μερικοί από σας, από φόβο των κινδύνων, θα το πρότειναν δείχνοντας το θάρρος τους αδρανώντας. Την ηγεμονία που έχετε, την ασκείτε πια σαν τυραννίδα, που η από­κτησή της θεωρείται άδικη, αλλά η παραίτηση απ' αυτήν θα ήταν επικίνδυνη» (Β, 63, 1-2).
 
Αναλύει ένα μηχανισμό που ισχύει για κάθε εξουσία εκτεθειμένη στο μίσος των υπηκόων της. Πρόκειται για μια γενικευμένη κατάσταση που οι απαιτήσεις της επιβάλλουν να συνεχίσουμε.
 
Η συνέχεια όμως του έργου δείχνει, ανάμεσα στους διαδόχους του Περικλή, τον Κλέωνα να μιλάει για την ιδέα της ανελέητης καταστολής σε περίπτωση εξέγερσης και μετά τον Αλκιβιάδη να αντλεί, από την ίδια κατάσταση, την ιδέα ότι επιβάλλονται καινούργιες κατακτήσεις:
 
 «Δεν μπορούμε να καθορίζουμε αυστηρά, σαν να ήταν διαχείριση, τα όρια της ηγεμονίας μας, αλλά είμαστε αναγκασμένοι, αφού βρισκόμαστε σ’ αυτή τη θέση, ν’ απειλούμε μερικούς ή να μην υποχωρούμε απέναντι άλλων, αφού ο κίνδυνος για μας είναι να υποταχθούμε υπό την ηγεμονία άλλων, αν δεν την ασκούμε εμείς στους άλλους» (Ζ, 18,3).
 
Η ανάλυση της κατάστασης, που είναι έγκυρη και σαφής, εξηγεί, χωρίς να χρειάζονται σχόλια, την εξέλιξη που παρεμβαίνει: αυτή η κατάσταση επέβαλε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τις οποίες μπορούσαμε να υπολογίσουμε με κάποια φρόνηση. Η εξέλιξη, λόγω αυτών των υποχρεώσεων, υπαγόταν στο πλήθος των ενδεχομένων. Συνδεόταν με τη φύση της αυτοκρατορίας και μπορούσε να απειλήσει κάθε αυτοκρατορία που βασιζόταν στη δύναμη.
 
Ο Ηρόδοτος, για μια τέτοια εξέλιξη, θα είχε επικαλεσθεί έναν ηθικό κανόνα: θα είχε μιλήσει για ύβρι. Ο Θουκυδίδης εξηγεί με συλλογισμούς την πιθανότητα μιας εξέλιξης, που θα παραμόνευε, σε παρόμοια περίπτωση, και άλλους λαούς όσο και τους Αθηναίους.
 
Και μάλιστα δεν αρκείται σε αυτόν το βαθμό αφαίρεσης. Σε δύο κείμενα του έργου εμβαθύνει περισσότερο υποδεικνύοντας ποιά φιλοσοφία εφαρμόζει η αυτοκρατορία - τυραννία. Ένα από τα κείμενα αυτά είναι μοναδικό και συναρπαστικό. Γιατί εγκαταλείπει για μια φορά την αρχή της αντιπαράθεσης δύο δημηγοριών και επιλέγει τη μορφή του διαλόγου. Ο διάλογος (χυτός αντιτάσσει τους Αθηναίους, που χωρίς λόγο είχαν κατακτήσει το μικρό ουδέτερο νησί της Μήλου, και τους Μηλίους που, αν και ανίσχυροι, δεν θέλουν να υποχωρήσουν. Και ο παράξενος διάλογος! Αναλύει τις πολιτικές πιθανότητες και τις αιτίες της κατάκτησης, αναλύει όμως και τις σκέψεις για τον κόσμο που προϋποθέτει κάθε μια από τις δύο αυτές θέσεις. Και αποκαλύπτουμε τότε ξεκάθαρα ότι αυτή η αυτοκρατορία-τυραννία εφαρμόζει πλήρως μια θεωρία ρεαλιστική και χωρίς αυταπάτες: το δίκαιο του ισχυρότερου:
 
«Πιστεύουμε ό, τι και οι θεοί και οι άνθρωποι ακολουθούν πάντοτε έναν απόλυτο νόμο της φύσης, να επιβάλλουν πάντα την εξουσία τους αν έχουν τη δύναμη να το επιτύχουν. Τον νόμο αυτόν ούτε τον θεσπίσαμε, ούτε τον εφαρμόσαμε εμείς πρώτοι. Τον βρήκαμε να ισχύει και τον ακολουθούμε, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι μας διαδεχθούν και ξέρομε καλά ότι και σεις και οποιοιδήποτε άλλοι θα εκάνατε τα ίδια αν είχατε την δύναμή μας» (Ε, 105,2).
 
Δεν μπορούμε να φανταστούμε μια πιο γενική διατύπωση ούτε - πέρα από το περιστατικό των Αθηναίων- μια πιο αδυσώπητη απεικόνιση της φιλοσοφίας που εμπνέει η δύναμη. Εδώ επίσης οι αναλύσεις των σοφιστών έπαιξαν ασφαλώς ένα ρόλο αναπτύσσοντας ιδέες στις οποίες εδραζόταν ο ίδιος ρεαλισμός. Το αποτέλεσμα πάντως είναι ότι είχε δοθεί από τότε στο κείμενο του Θουκυδίδη μια διάσταση που ξεπερνάει κατά πολύ το γεγονός. Στο επίπεδο αυτό, (ίλες οι βάναυσες κατακτήσεις είναι παρόμοιες. Και παραμένει σταθερό ότι, σε κάθε εισβολή που συνταράζει και προκαλεί αγανάκτηση, οι αναγνώστες του Θουκυδίδη, σε όλες τις εποχές, αναγνωρίζουν το πρότυπο που μας έδωσε η ιστορία του. Το κείμενο τους βοηθά και τους αγγίζει συναισθηματικά. Έτσι το θέλησε ο Θουκυδίδης. Βλέπουμε επίσης, για κάθε άδικη επίθεση, να προβάλλουν άρθρα που σχολιάζουν εκ νέου την επικαιρότητα του διαλόγου των Αθηναίων με τους Μηλίους. Πίσω από το γεγονός, χάραξε με τέλεια ευκρίνεια το νόημά του, σαφές και διαχρονικό.
 
Μία τέτοια μέθοδος περιλαμβάνει επιπλέον δύο πολύτιμα πλεονεκτήματα, για τα οποία πρέπει ν’ αποφύγουμε κάθε παρανόηση.
 
Κατ’ αρχήν, αυτές οι γενικότητες, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις, δεν διατυπώνονται επώνυμα από το Θουκυδίδη. Είναι μέρος από τις αντίθετες θέσεις των ομιλητών. Άλλοτε επιβεβαιώνονται ή επιβεβαιώνονται εν μέρει, συχνά αποκαλύπτονται σε σχέση με τις αντίθετες θέσεις, ως περιληπτικές και πρόσκαιρες. Στην περίπτωση που μόλις αναφέραμε, οι Αθηναίοι έχουν σίγουρα δίκιο να αισθάνονται πιο ισχυροί. Και θα καταστρέφουν τη Μήλο. Αλλά η συμφωνία των πόλεων που ανησυχούν και είναι ήδη εχθρικές, θα καταλήξει στην καταστροφή της Αθήνας. Ο αναγνώστης κρατάει στα χέρια του όλα τα στοιχεία για να αντιληφθεί αλλά εναπόκειται σε αυτόν να βγάλει τα συμπεράσματα ή, τουλάχιστον, να υπολογίσει τη δυσκολία του προβλήματος. Η οξυδερκής μέθοδος του Θουκυδίδη είναι η πιο αντικειμενική που υπάρχει.
 
Εξάλλου, η πολύ πνευματική πλευρά αυτής της μεθόδου και ο τρόπος της απόδειξης δεν πρέπει να μας ξεγελάει: δεν δίνει στο έργο τίποτα το στεγνό ή το θεωρητικό, εντελώς το αντίθετο. Να κατανοήσουμε, να κατανοήσουμε αληθινά, κάθε φορά, περί τίνος πρόκειται, αυτό που υπάρχει κίνδυνος να συμβεί, αυτό στο οποίο ο καθένας υπολογίζει, σημαίνει επίσης ότι γινόμαστε ευαίσθητοι στην αξία κάθε λεπτομέρειας, που από δω και πέρα αποκτά εξαιρετική σημασία. Έτσι, όταν έχουμε καταλάβει εξαρχής τη σπουδαιότητα για την Αθήνα, την τόσο επιδέξια στη θάλασσα, να έχει σε μια ναυμαχία άνεση χώρου, ώστε να χρησιμοποιήσει την τέχνη της, παρακολουθούμε την εξέλιξη της ναυμαχίας με τον ίδιο τρόπο όπως και εκείνοι που τη διεξάγουν. Την παρακολουθούμε όπως ένα παιχνίδι που γνωρίζουμε καλά και όπου ξέρουμε κάθε στιγμή τι θα στοιχίσει και τι θα επιφέρει η κάθε κίνηση. Καταλαβαίνουμε τη δυσκολία που είχαν παραπλέοντας την ακτή, την ήττα που προέκυψε, αλλά επίσης το τίμημα της δοθείσης ευκαιρίας, την ποιότητα του ελιγμού που άλλαξε τα πάντα, και δοκιμάζουμε σχεδόν μια διανοητική απόλαυση βλέποντας τον αντίπαλο να χάνει το λογικό του, να διασπά τις γραμμές του, όπως είχε προβλεφθεί. Αυτό συνέβη στη Ναύπακτο (Β, 87-92). Παρακολουθούμε επίσης με την ίδια αυξημένη ένταση τις προσπάθειες του αθηναϊκού στόλου, που βρίσκεται περιορισμένος στο λιμάνι των Συρακουσών, χωρίς να διαθέτει κανένα χώρο για ελιγμούς και που υφίσταται αδιάκοπες εφόδους. Αυτή τη φορά πρόκειται για την τύχη ολόκληρης της εκστρατείας στη Σικελία. Οι εξηγήσεις για τις δυσκολίες της μάχης, σε τέτοιες συνθήκες, έχουν περιγραφεί εκτεταμένα. Τώρα είναι η αποφασιστική στιγμή. Και για να εντείνει τη συγκίνηση, ο συγκροτημένος Θουκυδίδης περιγράφει την αγωνία των Αθηναίων που παραμονεύουν από τη στεριά, πιστεύουν ότι σώζονται, πιστεύουν ότι χάνονται - ως τον πανικό που σημαδεύει την τελική καταστροφή και τον οποίον ο Θουκυδίδης περιγράφει με έμφαση. Εάν κατανοήσουμε -όπως οι Αθηναίοι επί τόπου κατανοούσαν τι παιζόταν εκεί - τα γεγονότα γίνονται πιο κοντινά και μας συγκινούν. Αυτό ονομάζεται μέθεξη: ο Θουκυδίδης ήταν σύγχρονος της τραγωδίας όσο και της σοφιστικής.
 
Το αποτέλεσμα αυτής της εξαιρετικής μεθόδου είναι διπλό.
 
Υπάρχει εδώ, κατά κάποια έννοια, το ίδιο το πρότυπο του ελληνικού και αθηναϊκού φαινομένου που έχουμε την πρόθεση να προβάλουμε σε αυτό το βιβλίο. Ο Θουκυδίδης, πράγματι, δήλωσε με παρρησία και σαφήνεια τη φιλοδοξία του να κατακτήσει μια αλήθεια που να διατηρεί την αξία της και για άλλες εποχές και για άλλες περιστάσεις. Είχε συνείδηση αυτού που έκανε και δεν έκρυβε την υπερηφάνειά του ως προς αυτό. Και το αποτέλεσμα ήταν σύμφωνο με την επιθυμία του. Το έργο, γραμμένο με προοπτική το μέλλον και με προβάδισμα στο καθολικό, διαβάστηκε και χρησιμοποιήθηκε από όλες τις δυτικές χώρες, όχι μόνο από τους ιστορικούς και τους λάτρεις των ωραίων κείμενων αλλά και ανθρώπους που τους απασχόλησε είτε η πολιτική της εποχής είτε η πολιτική φιλοσοφία γενικότερα. Από τους διάσημους μεταφραστές του Θουκυδίδη, ο Έλληνας πολιτικός Βενιζέλος από παράδειγμα για την πρώτη περίπτωση και ο Άγγλος φιλόσοφος Hobbes για τη δεύτερη. Τα βιβλία και τα άρθρα για το Θουκυδίδη δεν μετρούνται! είναι γεμάτα έκπληξη για τη συμφωνία των λύσεων του Θουκυδίδη με την εποχή τους, για λόγους και χαρακτήρες που είναι κάθε φορά διαφορετικοί, βάρη στην πολυπλοκότητα της εικόνας που μας δίνει ο ιστορικός.
 
Αυτό είναι γνωστό. Καμιά μελέτη για το Θουκυδίδη δεν π λείπει να το υπογραμμίζει. Το σημαντικό όμως για το θέμα μας ναι να δούμε ως ποιό σημείο αυτό το αποτέλεσμα αναζητήθηκε με διαύγεια και τόλμη, κατά πόσον προσέγγισε τον προσανατολισμό του ελληνισμού γενικά και τι όφειλε στις ανακαλύψεις σύγχρονης Αθήνας. Η τέχνη του λόγου έγινε στο Θουκυδίδη το μέσον για την ανάλυση σε βάθος των γεγονότων και η αγάπη για διαμάχη των ιδεών έγινε το μέσον για να δοθεί σε μια συγκεκριμένη αφήγηση ένα αφηρημένο αντίγραφο, κατανοητό και αφομοιώσιμο από όλους. Όταν στην περίπτωσή του, επαναλαμβάνουμε την ερώτησή μας: «Γιατί η Ελλάδα; Σε τι οφείλεται αυτή η επιβίωση και η ακτινοβολία μέσα στο χρόνο;», η απάντηση είναι σα διότι αυτή η επιβίωση και η ακτινοβολία, χάρη σε μια ελεύθερη τολμηρή επιλογή, επιδιώχθηκαν και αναζητήθηκαν σκόπιμα.
 
Οπωσδήποτε, ακριβώς επειδή ο Θουκυδίδης είναι μια οριακή περίπτωση, μας ανοίγει προοπτικές λίγο διαφορετικές από άλλες. Ο ελληνικός 5ος αιώνας είδε τη γέννηση της ιστορίας. Η Αθήνα του Περικλή είδε και ανέδειξε τη γέννηση μιας ιστορίας εντελώς πολιτικής, συγχρόνως κριτικής και ρεαλιστικής - γενικά την ιστορία που θα υιοθετούσαν οι επόμενοι αιώνες. Αντίθετα, κανένας πια δεν επιχείρησε να γράψει την ιστορία με τον τρόπο του Θουκυδίδη, παρεμβάλλοντας μια ερμηνεία σε βάθος, στην καρδιά αντικειμενικής έκθεσης, δημιουργώντας από την αφήγηση ένα είδος απόδειξης. Κανείς ποτέ δεν έχει εισαγάγει στην ιστορία αυτά τα γενικά αξιώματα, παραθέτοντας αντικρουόμενα επιχειρήματα, ούτε όλες αυτές τις σκέψεις που μιλούν για τον άνθρωπο, για την «ανθρώπινη φύση», για όσα «συμβαίνουν γενικά» μια ή στην άλλη δεδομένη κατάσταση και για ποιό λόγο. Ο Θουκυδίδης κατεχόταν από τον ενθουσιασμό που παρακινούσε τη  επιθυμία του να κατανοήσει σε βάθος τα γεγονότα που έζησε, να αναγνωρίσει σε αυτά οικουμενικά χαρακτηριστικά και να θέλει να τα φέρει στην επιφάνεια με την τέλεια γνώση του για την τέχνη της διαπάλης των ιδεών. Θέλησε να περιλάβει τα πάντα στο έργο του. Και κανείς μετά από αυτόν δεν είχε την τόλμη να διακινδυνεύσει παρόμοιο εγχείρημα. Η πολιτική ιστορία επέζησε ως την εποχή μας -χωρίς δημηγορίες και χωρίς αναφορές στην ανθρώπινη φύση. Και δίπλα στην ιστορία γεννήθηκαν όλες οι επιστήμες που εγκαινίασε και συνέδεσε με την ιστορία: η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η πολεμική, η στρατηγική, η πολιτική φιλοσοφία... Η πνευματική του φιλοδοξία ήταν τέτοια ώστε το έργο του μας προσφέρει το θέλγητρο για όλες αυτές τις επιστήμες που χειρίστηκαν οι ρήτορες, που επιβεβαιώθηκαν από τα γεγονότα, που συνοψίσθηκαν σε διατυπώσεις εντυπωσιακές και συχνά με πολλές αποχρώσεις. Τις ήθελε στην υπηρεσία της ιστορίας, αλλά οπωσδήποτε αυτός τις ανακάλυψε και τις προώθησε. Προσάρτησε σε αυτές το «ανθρώπινο»: από αυτόν ξεκίνησαν πολλές από τις δικές μας «επιστήμες του ανθρώπου».
 
Έτσι πρόσφερε στον πολιτισμό μας όχι μόνο την απροσδόκητη επικαιρότητα, που διατηρεί παντοτινά το έργο του, αλλά την ερευνητικότητα και τις φιλοδοξίες, που η ιστορία μετά από αυτόν εγκατέλειψε για να τις δει να ξαναγεννιούνται αργότερα ως ανε­ξάρτητες οντότητες.