Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Μια Υπέροχη Υπόσχεση

Η ΧΡΥΣΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑ; ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Ολόκληρη η σύγχρονη έννοια της ευτυχίας στηρίζεται σε μια διάσημη φράση του Βολταίρου από το ποίημα του Ο Κοσμικός (1736): «Ο γήινος Παράδεισος είναι εδώ όπου βρίσκομαι», εποικοδομητική, γόνιμη δήλωση που στην συνέχεια δεν θα πάψουν να την παραφράζουν ή να την επαναλαμβάνουν λες και θέλουν να σιγουρευτούν για την αλήθεια της .

Υπέροχη, σοκαριστική φράση που καταλύει αιώνες καταπίεσης και ασκητισμού και που δεν παύουμε να την μελετάμε μες στην συγκλονιστική της απλότητα. Αργότερα, ο Βολταίρος, τρομοκρατημένος όπως και ολόκληρη η εποχή του από τον σεισμό της Λισαβόνας, θα απαρνηθεί αυτόν τον φλογερό οπτιμισμό, αυτό το προκλητικό εγκώμιο της πολυτέλειας και της ηδονής και, μπροστά στην άλογη αγριότητα της φύσης και των ανθρώπων, θα υιοθετήσει μια πιο μετριοπαθή στάση: «Μια μέρα, όλα θα είναι καλά, να η ελπίδα μας. Όλα είναι καλά σήμερα, να η αταπάτη».

Όμως για τον Βολταίρο το κακό δεν θα απκτήσει ποτέ κάποιο θετικό στοιχείο, ποτέ δεν θα γίνει το τίμημα του σφάλματος ή το αποτέλεσμα της Πτώσης των πρωτοπλάστων, και ως προς αυτό είναι ένας απογοητευμένος σύγχρονός μας. Ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση όχι μόνο διακήρυξαν την κατάργηση του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά μπήκαν στην ιστορία σαν μια υπόσχεση ευτυχίας προς όλη την ανθρωπότητα. Η ευτυχία δεν είναι πια μια μεταφυσική χίμαιρα, μια απίθανη ελπίδα κρυμμένη μες στα απόκρυφα και πολύπλοκα μυστήρια της σωτηρίας, η ευτυχία είναι εδώ και τώρα, ή τώρα ή ποτέ.

Ο Χάινριχ Χάινε, για παράδειγμα: «Να κατεβάσουμε την Θεία Βασιλεία επί της γης». Ο Γιερ Λερού το 1849: «Ο Παράδεισος πρέπει να έρθει στη γη». Ο Ερνστ Μπλοχ το 1921: «Τώρα είναι αδύνατον να μην έρθει ο καιρός της Θείας Βασιλείας». Ο Αντρέ’ Μπρετόν : «Εσύ είσαι, Νάντια; Είναι αλήθεια πως το επέκεινα, ολόκληρο το επέκεινα βρίσκεται σε αυτήν την ζωή;» Ο Πωλ Ελυάρ: «Υπάρχει ένας άλλος κόσμος, αλλά βρίσκεται ολόκληρος μέσα σε αυτόν εδώ». Και ο Αλμπέρ Καμύ: «Το Βασίλειό μου είναι ολόκληρο του κόσμου τούτου».

Θεμελιακή αντιστροφή, μεταβολή του άξονα της ιστορίας: ο Μπένθαμ, ο Άγγλος πατέρας του ωφελιμισμού, ζητά «το μάξιμουμ της ευτυχίας για το μάξιμουμ των ανθρώπων», και ο Άνταμ Σμιθ βλέπει ένα θεϊκό σημάδι μες στην επιθυμία των ανθρώπων να ομορφύνουν την ζωή τους. Ο Λοκ συνιστούσε την αποφυγή της uneasiness, της μη-άνεσης, παντού δηλαδή ξεπροβάλλει η έντονη πεποίθηση πως είναι λογικό να επιδιώκεται η επικράτηση της ευζωίας επί της γης.

Θαυμαστή εμπιστοσύνη στην τελειοποιησιμότητα του ανθρώπου, στην ικανότητά του να απελευθερωθεί από το αιώνιο αναμάσημα της δυστυχίας, στην βούλησή του να δημιουργήσει κάτι το καινούριο, δηλαδή κάτι καλύτερο. Εμπιστοσύνη στις συνδυασμένες δυνάμεις της επιστήμης, της παιδείας και του εμπορίου που θα φέρουν την χρυσή εποχή του ανθρώπινου είδους, μια εποχή της οποίας την έλευση προφήτευε το 1814 ο ουτοπιστής Σαιν-Σιμόν (πιστός, ως προς αυτό, στην έμπνευση του Φράνσις Μπαΐηκον, ο οποίος τον 17ο αιώνα ήδη μιλούσε για την δημιουγία μιας ιδανικής πόλης, της Νέας Ατλαντίδας. που θα την κυβερνούσαν επιστήμονες). Και, τέλος, βεβαιότητα πως η ανθρωπότητα είναι η μόνη υπεύθυνη για τα κακά που την βασανίζουν και πως μόνο εκείνη μπορεί να τα μειώσει, να τα διορθώσει δίχως να προστρέξει σε έναν Μέγα Ωρολογοποιό ή σε μια Εκκλησία που παραπέμπει στο υπερπέραν.

Μεθυστικό συναίσθημα μιας μεσσιανικής αυγής, μιας επανέναρξης του χρόνου, που θα μπορούσε να μεταμορφώσει αυτή την κοιλάδα των δακρύων σε μια κοιλάδα ρόδων. Η ιστορία δεν βρομάει πια, ευωδιάζει, ο κόσμος ξαναγίνεται η κοινή πατρίδα που το μέλλον της είναι το ίδιο σημαντικό για μας όσο και η μέριμνα για την προσωπική μοίρα μας μετά τον θάνατο. Αφού η απόσταση ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον Πλάστη της δεν παύει να μεγαλώνει από τον Μεσσαίωνα και ύστερα, ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπολογίζει παρά μόνο στις δικές του δυνάμεις για να οργανώσει την γήινη ζωή του. Ολόκληρη η ύπαρξή του οφείλει να είναι η απόδειξη του καλού, σύμφωνα με μια φράση του Ντυπόν ντε Νεμούρ, που παρωδεί τον οπτιμισμό του Λάιμπνιτς.

Η ελπίδα για ευτυχία θριαμβεύει κατατροπώνοντας την ιδέα της σωτηρίας και την ιδέα του μεγαλείου, μέσα στην διπλή απόρριψη της θρησκείας και του φεουδαρχικού ηρωισμού. Προτιμούμε να είμαστε ευτυχισμένοι παρά μεγαλόπρεποι ή σωσμένοι. Αυτό που άλλαξε με την Αναγέννηση είναι πως, χάρη στην υλική και την τεχνολογική πρόοδο, η διαμονή επί της γης έπαψε να θεωρείται σαν μια τιμωρία ή ένα άχθος.

Ικανός να καταπολεμήσει την δυστυχία και να χειριστεί το πεπρωμένο του, ο άνθρωπος νιώθει να μειώνεται η αηδία απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του. «Η τραχιά γεύση τής ζωής» (Χουιζίνγκα) που επιτείνεται στην Ευρώπη από τα μέσα του Μεσαίωνα, επιβάλλει να ρίξουμε ένα καινούριο βλέμμα, όλο καλοσύνη, πάνω στην κατοικία μας, παντού σημειώνεται μια αποκατάσταση του ενστίκτου, «μια κατάκτηση του ευχάριστου» (Πωλ Μπενισού). Ο κόσμος μπορεί να είναι ένας γόνιμος κήπος κι όχι πια ένας στείρος περίβολος, οι απολαύσεις είναι πραγματικές, και ο πόνος δεν συνοψίζει από μόνος του το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας (καθώς μαρτυρεί όλη η ουτοπιστική παράδοση αρχίζοντας από τον Τόμας Μωρ και τον Καμπανέλλα).

Προπάντων πρέπει να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας και να πάψουμε να το βλέπουμε σαν το εφήμερο και αηδιαστικό περίβλημα της ψυχής στο οποίο πρέπει να δυσπιστούμε και να επιθυμούμε να απαλλαγούμε από αυτό. Στο εξής είναι ένας φίλος, το μόνο μας στήριγμα επί της γης, ο πιο πιστός μας σύντροφος που πρέπει να τον προσέχουμε, να τον περιποιούμαστε, να τον φροντίζουμε σύμφωνα με όλους τους κανόνες της ιατρικής και της υγιεινής, ενώ η Εκκλησία δίδασκε πως έπρεπε να το καταπιέζουμε, να το καταφρονούμε, να το λησμονούμε. Θρίαμβος της άνεσης: αποθέωση του καπιτονέ, του παραγεμισμένου, του βολικού, του καθετί που μετριάζει την πρόσκρουση, εξασφαλίζει την άνεσή μας.

Κοντολογίς, οι δυτικές κοινωνίες τόλμησαν, ενάντια στις ίδιες τους τις παραδόσεις, να προβάλουν ως απάντηση στον πόνο όχι τις ουράνιες παρηγοριές, αλλά την βελτίωση ετούτου του κόσμου. Πρόκειται για μια πράξη ασύλληπτης τόλμης, που η Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας σπεύδει να εγγράψει στο καταστατικό της, βεβαιώνοντας πως «η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας» αποτελούν τμήμα των αναπαλλοτρίωτων ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Η ανθρωπότητα δεν έχει πια να δώσει λογαριασμό παρά μονάχα στον εαυτό της. Καθώς το εκφράζει εύγλωττα ο Καντ, «εξαρτάται από μας να κάνουμε το παρόν να μας δώσει μια υπόσχεση για το μέλλον», μια υπόσχεση που ανήκει περισσότερο στην κατηγορία τού «αρεστού» παρά του «επιτακτικού», δηλαδή αναφέρεται σε μια αναδιαμόρφωση του πλανήτη μας σύμφωνα με τις επιθυμίες και τους πόθους του ανθρώπου . Η ιδέα της προόδου αντικαθιστά την ιδέα της αιωνιότητας, το μέλλον γίνεται το καταφύγιο της ελπίδας, ο τόπος της συμφιλίωσης του ανθρώπου με τον εαυτό του.

Σε αυτόν συγκλίνουν η ατομική και η συλλογική ευτυχία, ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό ωφελιμισμό, που θέτει την ευτυχία στην υπηρεσία όλου του ανθρώπινου είδους, ώστε να απαλλαγεί από τις κατηγορίες περί ανηθικότητας που την βάραιναν. Σύμφωνα με τους ωφελιμιστές, η δίκαιη πράξη είναι πάντα συνδεδεμένη με την ευχαρίστηση και η άδικη με την δυσφορία. Η ανθρωπότητα, λοιπόν, βρίσκεται σε μια συνεχή πορεία προς το καλό, η ηθική πρόοδος μπορεί καμιά φορά «να ανακοπεί αλλά όχι να διακοπεί οριστικά» (Καντ).

Ο ανθρώπινος χρόνος εγκυμονεί ένα ευτυχισμένο μέλλον, τα πάντα γίνονται δυνατά, ακόμα και αυτό που ως χθες ήταν ασύλληπτο, και αυτή ακριβώς η καινούρια πεποίθηση εμψυχώνει την τάση για ακόμα περισσότερη δικαιοσύνη και ισότητα. Η φριχτή μεσαιωνική νύχτα δείχνει πια να έχει περάσει οριστικά. Για τους πιο εξημμένους, για έναν Κοντορσέ για παράδειγμα, η ευτυχία είναι απλούστατα μοιραία, σύμφυτη με την θριαμβευτική πορεία του ανθρώπινου πνεύματος, που είναι μη αναστρέψιμη και άσφαλτη. «Μια και μόνη στιγμή», γράφει αναφερόμενος στη Γαλλική Επανάσταση, «έβαλε έναν αιώνα απόστασης ανάμεσα στον σημερινό και τον αυριανό άνθρωπο». Μας είναι αδύνατον να μην επιθυμούμε την ευτυχία μας: αυτός είναι ένας φυσικός νόμος της ανθρώπινης καρδιάς, παρόμοιος με τους νόμους της ύλης στον φυσικό κόσμο, το ηθικό αντίστοιχο της συμπαντικής βαρύτητας.

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΙΕΣ ΤΗΣ ΕΔΕΜ

Όμως η μελλοντική γη της επαγγελίας απομακρύνεται μόλις καταφέρουμε να την διακρίνουμε και έχει μια παράξενη ομοιότητα με το χριστιανικό υπερπέραν.

Εξαερώνεται κάθε φορά που πάμε να την αδράξουμε, μας απογοητεύει μόλις την πλησιάσουμε. Εξού και το διφορούμενο της ιδέας της προόδου: κάλεσμα για προσπάθεια, κουράγιο, ελπίδα για επιτυχία εκεί όπου οι προηγούμενες γενιές απέτυχαν, αλλά και υπεράσπιση της παρούσας δυστυχίας εν ονόματι ενός μαγευτικού μακρινού μέλλοντος. Το αύριο ξαναγίνεται η αιώνια δικαιολογία για την δυστυχία, και ο ιστορικός οπτιμισμός παίρνει την όψη μιας ατέρμονης κάθαρσης.

Η Εδέμ είναι πάντα για αργότερα. Την χριστιανική θεώρηση του πόνου θα την διαδεχθούν πολυάριθμες λαϊκές ερμηνείες: η εγελιανή, που θεωρεί τα βάσανα των λαών στο κύλισμα του χρόνου σαν αναγκαίες αναβαθμίδες του πνεύματος προς την τελείωσή του• η μαρξιστική, που βλέπει την βία σαν μαμή της ιστορίας και κηρύσσει την κατάργηση των εκμεταλλευτριών τάξεων για να επισπεύσει την ίδρυση μιας τέλειας κοινωνίας• η νιτσεϊκή, που εξυμνεί την αγριότητα και το κακό σαν μέσα για την επιλογή των ισχυρότερων και την βελτίωση του ανθρώπινου είδους• και γενικά όλες οι ιδεολογίες που επιτάσσουν την θυσία του μέρους προς χάριν του όλου.

Όλες οι κοσμοθεωρίες για τις οποίες το κακό είναι μια στιγμή του καλού και που ακόμα και μέσα στα πιο φρικιαστικά μαρτύρια διαβλέπει έναν μυστικό σκοπό. Από κει και πέρα, οποιαδήποτε συμφορά μπορεί να δικαιολογηθεί μιας και έχει την θέση της μες στην γενική οικονομία του σύμπαντος, κάθε καταστροφή ετοιμάζει μια μελλοντική δημιουργία και η Ιστορία είναι η ιστορία των λαθών που σιγά σιγά γίνονται αλήθειες.

Οι εφιάλτες διαλύθηκαν. Οι πιο αποτρόπαιες πράξεις του ανθρώπου ενάντια στον συνάνθρωπο συμβάλλουν αναγκαστικά στο καλό των πάντων. Από αυτήν την άποψη η κραυγή του Χέγκελ: «Αν κατά τύχη υπήρχε κάτι που η αντίληψη δεν θα μπορούσε να αφομοιώσει και να ξεδιαλύνει, θα έπρεπε να το θεωρήσουμε την πιο μεγάλη δυστυχία», ισχύει για ολόκληρη την σύγχρονη εποχή. Όταν η απελπισία περισσεύει, απαξιώνει όλες τις ερμηνείες, όλα τα σοφίσματα, γελοιοποιεί τις προσπάθειες για ταύτιση του πραγματικού με το λογικό. Απέναντι στον πόνο, οι Μοντέρνοι, παρά τα επιτεύγματά τους, δεν είναι λιγότερο παραληρηματικοί από τους θρήσκους προγόνους τους. Κι αυτό επειδή πλήττει την αλαζονεία τους με μια άγρια διάψευση: την διάψευση της παντοδυναμίας.

Και ξέρουμε πως στην Γαλλία, για παράδειγμα, έπρεπε να περιμένουμε ως τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα για να υποχρεώσουμε τους γιατρούς να κατευνάζουν τους πόνους των ασθενών που έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο (και να αναγνωρίσουν τους πόνους των νεογέννητων), ενώ μέχρι τότε αρκούνταν να τους υποβαθμίζουν, να τους αντιμετωπίζουν σαν ενδεικτικά συμπτώματα. Όμως οι εκπληκτικές σοφιστείες των φιλοσόφων, των ιδεολόγων ή της κατεστημένης εξουσίας, που προσπαθούν να νομιμοποιήσουν την δυστυχία, σκοντάφτουν πάνω σε αυτό το απαράκαμπτο γεγονός -οι δημοκρατικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από μια όλο και αυξανόμενη αλλεργία απέναντι στον πόνο. Το ότι ο πόνος εξακολουθεί να υπάρχει και να πολλαπλασιάζεται μας σκανδαλίζει ακόμα περισσότερο, μια και δεν έχουμε πια την καταφυγή στον Θεό για να παρηγορηθούμε. Σχετικά με αυτό, ο Διαφωτισμός γέννησε κάποιες αντιφάσεις με τις οποίες δεν έχουμε ξεμπλέξει ακόμα.

Οι ηθικές επιταγές του χριστιανισμού δεν ζητούσαν να τις εξηγήσουμε παρά μόνο με έναν εντελώς στοιχειώδη τρόπο. Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπήρχε παρά ατέλεια και μετριότητα, η ελπίδα της λύτρωσης ήταν τοποθετημένη στο υπερπέραν. Στα συνηθισμένα πλάσματα έπεφτε ο κλήρος της δειλίας και του εγωισμού, στους δικαίους και τους αγίους η υποχρέωση να εκπροσωπούν μια άλλη τάξη, να σκορπίζουν την αγάπη και το έλεος δίχως υπολογισμό. Με άλλα λόγια, απέναντι στις εγκόσμιες ιδεολογίες, οι θρησκείες θα έχουν πάντα ένα θεμελιακό πλεονέκτημα: δεν χρειάζεται να προσφέρουν αποδείξεις.

Οι υποσχέσεις τους δεν ανήκουν στην ανθρώπινη ή στην χρονική κλίμακα, σε αντίθεση με τα γήινα ιδεώδη μας που οφείλουν να υποτάσσονται στον νόμο της επαλήθευσης. Από αυτό ακριβώς πέθανε ο κομμουνισμός, από την τρομακτική σύγκρουση ανάμεσα στα αναμενόμενα θαύματα και την εξευτελιστική πραγματικότητα. Δεν αρκεί να κηρύξεις τον Παράδεισο επί της γης, πρέπει και να τον υλοποιήσεις με την μορφή της καλύτερης ζωής, των ευχαριστήσεων, διατρέχοντας πάντα τον πιθανό κίνδυνο να διαψεύσεις τις προσδοκίες των ανθρώπων.

Σε αυτήν την πρώτη δυσκολία προστίθεται και μια άλλη. Η θρησκεία αποθαρρύνει τις πολύ ακριβείς αναπαραστάσεις του Παραδείσου. Αυτός ο τόπος της απόλυτης αγαλλίασης όπου δεν υπάρχει πια μήτε πείνα, μήτε δίψα, μήτε κακία, μήτε ο χρόνος, όπου τα σώματα θα αναστηθούν προικισμένα με την αιώνια νεότητα, εν μέσω μιας περίλαμπρης βασιλικής αυλής γεμάτης από αγίους, δεν προσφερόταν για μια πολύ συγκεκριμένη απεικόνιση. Σε αντίθεση με τις χιλιαστικές αιρέσεις, η Εκκλησία ερμήνευε πάντα τα εσχατολογικά κείμενα σαν αλληγορίες — μια θρησκευτική σύνεση που χαρακτηρίζει όλους τους μονοθεϊσμούς: το θεϊκό ενδιαίτημα βρίσκεται πέρα από κάθε ανθρώπινη φαντασία.

“Συνιστά το άπαν της αγαλλίασης και την «ενατένιση του θείου», υψωμένα σε μια βαθμίδα πυράκτωσης για την οποία μάς είναι αδύνατον να σχηματίσουμε ακόμα και την ελάχιστη ιδέα. Αν κάποιος μπορούσε να δει τον Θεό καταπρόσωπο, θα κεραυνοβολούνταν στην στιγμή: είναι από την φύση του αόρατος, μη απεικονίσιμος, ασύλληπτος. Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι, μονάχα τι δεν είναι, μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτόν «μόνο διά της αρνήσεως.»” (Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης).

Η δύναμη της ιδέας περί σωτηρίας έγκειται στο ότι η σωτηρία είναι μια ανείπωτη έκσταση κοντά στον Κύριο. Η θρησκευτική σκέψη «έχει ως απαρέγκλιτο όρο την μη έλευση της σωτηρίας σε οποιαδήποτε περίπτωση, ενώ η λαϊκή άποψη περί ευτυχίας απαιτεί την έλευσή της δίχως την παραμικρή χρονοτριβή. Είναι ένα μειονέκτημα του πεζού κόσμου το γεγονός πως δεν ανέχεται το ακαθόριστο και τις αναβολές. Ίσως, κάτω από αυτό το πρίσμα, να υπάρχει μια φρονιμάδα στην ιδέα της προόδου, στην σιωπηλή παραδοχή πως η παρούσα στιγμή δεν εμπεριέχει όλες τις δυνατές τέρψεις. Η υποψία πως ο παράδεισος, έτσι και κατέβαινε στην γη, ίσως να μας έδινε μια αιωνιότητα πλήξης, η ανομολόγητη επιθυμία μας να μη δούμε ποτέ την πλήρη πραγματοποίηση των ονείρων μας από φόβο μην απογοητευτούμε, εξηγούν επίσης την γοητεία της προόδου.

Με αυτήν δίνεται στον χρόνο η δυνατότητα να φέρει στο στάδιο της ωρίμανσης καινούριες απολαύσεις ανανεώνοντας παράλληλα τις παλιές. Καινούρια αντικείμενα πόθου λαμπυρίζουν στο βάθος του μέλλοντος. Χάρη σε αυτό, αντίθετα με τα όσα λέει το διάσημο ρητό, η ευτυχία μπορεί να έχει μια ιστορία. Η ιστορία αυτή συνοψίζεται στον τρόπο με τον οποίον η κάθε εποχή, η κάθε κοινωνία σκιαγραφεί το όραμα του επιθυμητού και διαχωρίζει το ευχάριστο από το ανυπόφορο. Η ευτυχία μπορεί να αναφέρεται τόσο στην άμεση απόλαυση όσο και στην ελπίδα σε ένα σχέδιο ικανό να αποκαλύψει καινούριες πηγές χαράς, καινούριες τελειώσεις.

Η ΕΜΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

Αφότου ο σκοπός της ζωής δεν είναι πια το καθήκον αλλά η ευδαιμονία, η παραμικρή δυσαρέσκεια μας πλήττει σαν μια προσβολή. Στον 18ο αιώνα όπως και σήμερα, η έμμονη ύπαρξη του πόνου, αυτής της ανεξάντλητης λέπρας του ανθρώπινου είδους, παραμένει η απόλυτη αισχρότητα. Ο χριστιανισμός, μες στην μεγάλη του σύνεση, δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως θα απαλείψει το κακό από την γη. Αυτή ήταν μια τρελή φιλοδοξία των πελαγιανών, μια φιλοδοξία που παρέπεμπε στην ειδωλολατρία.

Ο Πασκάλ χαρακτήρισε πολύ σωστά σαν παράφρονη την βούληση του ανθρώπου να αναζητήσει μόνος του το φάρμακο για τα δεινά του. Όμως ο Διαφωτισμός πιστεύει στην αναγέννηση του ανθρώπινου είδους χάρη στις συνενωμένες δυνάμεις της γνώσης, της βιομηχανίας και της λογικής. Δεν υπάρχει καμιά αχαλίνωτη αισιοδοξία μέσα σε αυτήν την πίστη παρά μόνο ένα καλά δοσολογημένο μείγμα υπολογισμού και καλής θέλησης. Μπορούμε να δώσουμε τέλος σε όλα σχεδόν τα δεινά που μαστίζουν το ανθρώπινο είδος. Είναι απλώς θέμα χρόνου και υπομονής.

Αλλά ο πόνος, μες στην ακούραστη επανέλευσή του, διαψεύδει την αυταπάτη της απόλυτης εκλογίκευσης του κόσμου. Στο εξής, ο άνθρωπος αναλαμβάνει να τον απαλείψει στο μέτρο των δυνατοτήτων του• μια συναρπαστική αλλά και αβάσταχτη ευθύνη. Υπήρχε κάτι το βολικό στο προπατορικό αμάρτημα, ένας οπτιμισμός μέσα σε αυτήν την ιδιαίτερη κόλαση που φέρουμε όλοι εντός μας. Χάνεται μες στα βάθη του χρόνου, επιμερίζεται σε όλους μας και ξαλαφρώνει το άτομο από ένα φορτίο που βαραίνει ολόκληρο το ανθρώπινο είδος. Τελικά, δεν υπάρχει καμιά τραγωδία σε αυτό. Στις χειρότερες, στις πιο φριχτές στιγμές της ιστορίας, έρχεται να επιβεβαιώσει την αναγκαιότητα της εξιλέωσης.

Τα πάντα αλλάζουν όταν το κακό εμφανίζεται με φόντο την πίστη στην ανθρώπινη καλοσύνη. Τότε γίνεται μια αποτυχία, μια αίρεση. Να που τώρα είμαστε υπόλογοι για κάθε εκτροπή και έλλειψη, ένοχοι για την διάψευση της ωραίας γνώμης που έχει το ανθρώπινο είδος για τον ίδιο τον εαυτό του. Κατάρρευση και πανικός! Κι ενώ ορισμένοι θα προσπαθήσουν να καταπολεμήσουν το κακό στο σύνολό του όπως οι επαναστάτες, ή κομματάκι κομματάκι όπως οι μεταρρυθμιστές, γεννιέται η υποψία πως ένα τέτοιο εγχείρημα είναι μάλλον ουτοπικό και πως το κακό θα συνοδεύει πάντα την ανθρώπινη εμπειρία σαν μια σκιά.

Προτού ακόμα η Γαλλική Επανάσταση επισφραγίσει τους γάμους της αρετής με το ικρίωμα και διαψεύσει το όνειρο μιας ιδανικής κοινωνίας, ολόκληρος ο αιώνας είχε βιώσει την δύσκολη κατάκτηση της ευτυχίας. Πίστευαν πως είχαν ανοίξει ένα καινούριο κεφάλαιο, πως είχαν σβήσει την αδικία, κι εντούτοις ξανάπεφταν στα ίδια. Ο παλιός κόσμος δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πεθάνει. Ακόμα και απελευθερωμένο από την άγνοια και τις προκαταλήψεις, το ανθρώπινο πνεύμα κατέγραφε πάντα ένα χάσμα ανάμεσα στις αξίες και τα γεγονότα.

Στο εξής, στερημένος από τα θρησκευτικά του άλλοθι, ο πόνος δεν σημαίνει πια τίποτα, μας βαραίνει σαν ένας φριχτός μπόγος από ασχήμιες, που δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε. Δεν ερμηνεύεται πια, διαπιστώνεται. Έχει γίνει ο εχθρός που πρέπει να εξοντώσουμε, αφού ακυρώνει όλες τις προσπάθειές μας να εγκαθιδρύσουμε μια ορθολογική τάξη επί της γης. Αλλά, εξαιτίας ενός αλλόκοτου παράδοξου, που τις συνέπειές του θα τις αναπτύξουμε αργότερα, όσο πιο πολύ τον καταδιώκουμε τόσο πιο πολύ απλώνεται, πολλαπλασιάζεται.

Οτιδήποτε αντιστέκεται στην καθάρια δύναμη της νόησης, στην ικανοποίηση των αισθήσεών μας, στην διάθεση της προόδου, παίρνει το όνομα του πόνου. Η κοινωνία της διακηρυγμένης ευτυχίας γίνεται σιγά σιγά μια κοινωνία στοίχε ιωμένη από την απελπισία, από τον φόβο του θανάτου, της αρρώστιας, των γηρατειών. Κάτω από το χαμογελαστό προσωπείο της οσμίζεται παντού την ασφυκτική μυρωδιά του ολέθρου.

Τέλος, μόλις πρόσφατα απελευθερωμένη από τα σιδερένια δεσμά της ηθικολογίας, η ηδονή ανακαλύπτει την ευθραυστότητα της και συναντά ένα άλλο μεγάλο πρόσκομμα: την πλήξη. Δεν αρκεί να αποτινάξεις από πάνω σου τα ταμπού και τις φοβίες για να χαρείς μακάρια την ηδονή. Η ευτυχία ανταποκρίνεται σε μια οικονομία, σε υπολογισμούς, σε σταθμίσεις. Έχει ανάγκη από ποικιλία όσο και από αντιθέσεις.

Η ικανοποίηση είναι γι’ αυτήν το ίδιο μοιραία όσο και η παρεμπόδιση. Κι εδώ επίσης ο Βολταίρος, πρωτοπόρος και κριτικός ταυτόχρονα, φαίνεται πως έχει πει τα πάντα. Ο άνθρωπος, γράφει στον Αγαθούλη, είναι διχασμένος «ανάμεσα στον σπαραγμό της ανησυχίας και τον λήθαργο της πλήξης». Και η Ζυλί στην Νέα Ελοίζα θα προχωρήσει ακόμα μακρύτερα: «Παντού δεν βλέπω παρά αφορμές για ευχαρίστηση, κι εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη (…) είμαι πολύ ευτυχισμένη και πλήττω». (Έκτο μέρος, όγδοη επιστολή).

Σκανδαλώδεις φράσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την καθιερωμένη ευφορία δίχως εντούτοις να την απορρίπτουν. Η ευτυχία είναι ντελικάτη όχι επειδή υποκύπτει κάτω από το βάρος των απαγορεύσεων, αλλά επειδή αυτοεξαντλείται μόλις αναπτυχθεί ελεύθερα. Και από τον 17ο αιώνα η ευδαιμονία και το ψυχικό κενό θα προχωρούν χέρι χέρι (το ζευγάρωμα αυτό το είχαν ήδη επισημάνει οι Αρχαίοι).

Κοντολογίς, πριν καλά καλά προλάβουμε να την βαφτίσουμε, η ευτυχία χτυπά πάνω σε δύο εμπόδια: διαλύεται μες στην καθημερινή ζωή και συναντά παντού τον πεισματάρη πόνο. Από κάποια άποψη, ο Διαφωτισμός έθεσε στον εαυτό του έναν υπέρμετρο στόχο: να μη φανεί κατώτερος του χριστιανισμού σε ό,τι καλύτερο έχει ο δεύτερος. Να κλέψει από τις θρησκείες τα προνόμιά τους για να πράξει καλύτερα από εκείνες, αυτό ήταν και παραμένει το σχέδιο της νεότερης εποχής. Και οι μεγάλες ιδεολογίες των δυο τελευταίων αιώνων (ο μαρξισμός, ο σοσιαλισμός, ο φασισμός, ο φιλελευθε¬ρισμός) ίσως δεν ήταν παρά τα γήινα υποκατάστατα των μεγάλων θρησκειών, έτσι που η δυστυχία να εξακολουθήσει να έχει ένα, έστω και ελάχιστο, νόημα.

Δίχως αυτό θα γινόταν πραγματικά αβάσταχτη. Η σύγχρονη εποχή παραμένει λοιπόν στοιχειωμένη από αυτό ακριβώς που υποτίθεται πως έχει ξεπεράσει. Αυτό που θα έπρεπε να είχε εγκαταλειφθεί, να μείνει πίσω, έρχεται να ταλανίσει τις σημερινές γενεές όπως μια τύψη ή μια νοσταλγία. Να γιατί, καθώς έλεγε ευφυέστατα ο Τσέστερτον, ο σημερινός κόσμος είναι «γεμάτος από χριστιανικές ιδέες που έγιναν τρελές». Η ευτυχία είναι μια από αυτές τις ιδέες. Τουλάχιστον ο 18ος αιώνας δεν υπήρξε ο αιώνας της αυθάδικης ευδαιμονίας αλλά της εύθραυστης ευτυχίας, της ευαισθησίας που πληγατνεται διαρκώς μη βρίσκοντας στον πραγματικό κόσμο τα όσα πρόσμενε. Ο 20ός αιώνας δεν θα έχει αυτή τη σωφροσύνη.

Η ουτοπία ή το παγιδευμένο ιδεώδες

Στο καθημερινό λεξιλόγιο ο προσδιορισμός “ουτοπικός” θα φθάσει αρκετά γρήγορα να χαρακτηρίζει το αδύνατο όνειρο, την αμφισβητούμενη πρόταση, το σχέδιο που κρίνεται απραγματοποίητο.

Και το λεγόμενο σκεπτικιστικό πνεύμα δε δυσκολεύεται να ειρωνευθεί: “Eίναι πολύ ωραία τα όσα πρεσβεύετε, αλλά…”.

Όλη η δυσπιστία απέναντι στην ουτοπία έγκειται σε αυτό το “αλλά…”. Με δογματικό, οριστικό ή τελεσίδικο τρόπο καταδικάζουμε ανέκκλητα την ουτοπία: “Θέλετε να αλλάξετε τον κόσμο; Αδύνατον..!”. Kαι ένα ανασήκωμα των ώμων προηγείται συνήθως της αλλαγής του θέματος της συζήτησης. Γιατί δεν εξετάζουμε μια ουτοπία με σκοπό να την καταρρίψουμε σημείο προς σημείο.
Τη γελοιοποιούμε.

Μια τέτοια απουσία κριτικής προκαλεί αμηχανία στον οπαδό της ουτοπίας, που θα προτιμούσε να παραμείνει στο δικό του γήπεδο: αυτό των κοινωνικών ιδεωδών.

Αυτή η άρνηση διαλόγου είναι επικίνδυνη· βασίζεται στο ίδιο το αμφιλεγόμενο του όρου, γιατί, ας μην ξεχνάμε, η ουτοπία έχει πολλές έννοιες και το πλήθος των προθέσεών της αναγκάζει τον υποστηρικτή της να ορίζει με σχολαστικότητα την εκδοχή που χρησιμοποιεί”.

Η Ελευθερία Πάνω από τα Χρήματα

Φαίνεται να αναπτύσσεται ένα μοτίβο που ο μέσος εργαζόμενος του 9 – 5 μπορεί να μην καταλαβαίνει πραγματικά ή να μην έχει χρόνο να δει – αλλά συμβαίνει μπροστά στα μάτια του. Αυτό το μοτίβο εκτυλίσσεται μεταξύ πλουσίων και φτωχών ανθρώπων και όπου και οι δύο βλέπουν την αξία (οι πρώτοι είναι λίγο καλύτεροι από τους δεύτερους στην απονομή αξίας).

Τι Κάνουν οι Πλούσιοι;

Οι πλούσιοι βλέπουν τον κόσμο όχι μέσα από το φακό της στιγμιαίας ευημερίας, αλλά ως ένα περίπλοκο σύνολο από συμβιβασμούς και πιθανότητες. Σκοπός τους είναι να σταθμίσουν τι έχει πραγματική αξία για τους ίδιους σε βάθος χρόνου.

Παρά τις αυξανόμενες φορολογικές πιέσεις στην Δύση, είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν μέρος του εισοδήματος και των «πολυτελειών» τους προκειμένου να διατηρήσουν μια ποιότητα ζωής που για πολλούς θεωρούνταν αυτονόητη μέχρι πριν πέντε χρόνια. Αυτό σημαίνει: πρόσβαση σε βασικές υποδομές όπως το ρεύμα και το διαδίκτυο, επαρκής θέρμανση, ποιοτικό και καθαρό φαγητό (χωρίς ορμόνες, συντηρητικά ή φυτοφάρμακα), καθαριότητα στους δημόσιους χώρους, αίσθημα ασφάλειας (ειδικά για τα παιδιά τους) και μια στοιχειώδης πολιτισμική ταύτιση με το περιβάλλον τους.

Αυτός ο επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων μπορεί να μεταφράζεται σε μείωση του εισοδήματος κατά 40%, 50%, ακόμη και 60% σε σχέση με ό,τι είχαν συνηθίσει. Μπορεί να σημαίνει πως για κάποια χρόνια δεν θα εργαστούν καθόλου — είτε λόγω γλωσσικών φραγμών είτε εξαιτίας της αδυναμίας να στηθούν νέες δομές στην καινούργια τους βάση. Έτσι, στηρίζονται στις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις τους απλώς για να «περάσουν».

Γιατί το κάνουν; Διότι, όσο εύρωστο κι αν είναι το χαρτοφυλάκιό σου, όσο επιτυχημένη κι αν είναι η επιχείρησή σου, αν ο κόσμος γύρω σου βρίσκεται σε πλήρη αποσύνθεση — ποιο είναι τελικά το νόημα;

Δημιουργώντας Παράλληλα Συστήματα: Η Νέα Στρατηγική των Πλουσίων

Πέρα από την διατήρηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, οι πλούσιοι επιδιώκουν πλέον κάτι πιο ριζικό: την οικοδόμηση των δικών τους παράλληλων συστημάτων αξίας. Πρόκειται για συστήματα αυτάρκειας και επιβίωσης, σχεδιασμένα έτσι ώστε να μειώσουν την εξάρτηση από το επισφαλές και συχνά απορρυθμισμένο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που τους περιβάλλει.

Μελετούν, σχεδιάζουν και επενδύουν στρατηγικά προκειμένου να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε κρίσιμες υποδομές: φάρμακα, καθαρό κρέας, ψυχαγωγία, μεταφορικά μέσα, εναλλακτικά νομίσματα και μέσα πληρωμής. Το κεφάλαιο που διαθέτουν σήμερα — όσο ακόμη διατηρεί αγοραστική δύναμη — το χρησιμοποιούν προνοητικά, για να χτίσουν ένα ανθεκτικό, αυτόνομο δίκτυο ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί από αυτούς στρέφονται μαζικά στην αγορά γεωργικής γης. Και το κάνουν απευθείας, με το χέρι, όχι μέσω εταιρειών ή επενδυτικών ταμείων. Επιδιώκουν να δημιουργήσουν τοπικά, προσωπικά αγροκτήματα, πηγές καθαρής τροφής και ελεγχόμενης παραγωγής.

Και πάλι, αυτή η στρατηγική συνοδεύεται από συμβιβασμούς: μείωση εισοδήματος, περιορισμό μπόνους, απώλεια «κοινωνικού στάτους». Αλλά τίποτε από αυτά δεν έχει σημασία όταν τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα:

Ποια είναι η αξία των «επιπλέον» 5 εκατομμυρίων δολαρίων, αν σου απαγορεύεται να ζήσεις ως ελεύθερος άνθρωπος; Η αλήθεια είναι απλή, και την κατανοούν πρώτοι απ’ όλους όσοι κατέχουν πλούτο, “Η ελευθερία δεν έχει τιμή. Και δεν ανταλλάσσεται με τίποτα.”

Τι Κάνουν οι Φτωχοί;

Οι φτωχοί — όχι απαραίτητα με την έννοια της έλλειψης χρημάτων, αλλά εκείνοι που λειτουργούν με νοοτροπία έλλειψης — υιοθετούν μια στενόμυαλη, σχεδόν σήραγγικη αντίληψη της ζωής. Τοποθετούν το χρήμα στο επίκεντρο του σύμπαντός τους, αποδίδοντάς του απόλυτη αξία. Κυνηγούν το «περισσότερο» με κάθε κόστος: περισσότερο εισόδημα, περισσότερες ώρες δουλειάς, περισσότερη «αναγνώριση». Κι όλα αυτά εις βάρος της ποιότητας ζωής, της ελευθερίας και —τελικά— της ψυχικής τους υγείας.

Με μια αφέλεια σχεδόν τραγική, ρίχνονται ορμητικά μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα και περισσότερο δυστοπικός, αποτυγχάνοντας να αναρωτηθούν: Ποιο είναι το πραγματικό νόημα του χρήματος όταν όλα γύρω σου καταρρέουν;

Αγνοούν πως ο πληθωρισμός, η γραφειοκρατία, η απορύθμιση και οι κοινωνικές μεταλλάξεις ακυρώνουν μέρα με την μέρα την δύναμη του ίδιου του νομίσματος που λατρεύουν. Για χάρη αυτού του «κυνηγιού», συχνά θυσιάζουν τις πιο ουσιώδεις πτυχές της ζωής, όπως την επαφή με τον σύντροφο, την σύνδεση με την οικογένεια, την φιλία, την χαρά, την ησυχία. Παραμελούν τα χόμπι τους, καταπνίγουν τα ταλέντα τους και σπρώχνουν την ελπίδα κάτω από το χαλί του “πρέπει”.

Κι όλα αυτά για μια θέση στην κορυφή ενός βουνού που δεν υπάρχει — ή που αν υπάρχει, δεν θα τους προσφέρει τίποτα περισσότερο από μια στιγμή εξάντλησης και μοναξιάς. Ακόμη και όσοι «πετύχουν», ανακαλύπτουν πως ζουν μέσα σε πόλεις-φυλακές των 15 λεπτών. Με ταξίδια απαγορευμένα, με κρέας περιορισμένο ή απαγορευμένο, με φαρμακευτική ελευθερία ανύπαρκτη και ενημέρωση μόνο από κρατικά φίλτρα.

Ποια ακριβώς όμως είναι η “υποτιθέμενη” ανταμοιβή;

Εκείνοι που συνεχίζουν να ζουν με αυτόν τον τρόπο, δεν αναζητούν την ελευθερία, αλλά τον απόλυτο συγχρονισμό με το σύστημα… Ποιος έχει τους περισσότερους followers, ποιος θα αγοράσει πρώτος την νέα συσκευή, πΠοιος θα κατεβάσει την νέα εφαρμογή της μαζικής επιτήρησης. Δηλαδή μια ζωή τεχνοκεντρική, αποσυνδεδεμένη, χωρίς ρίζες και χωρίς επιλογές. Συνδεδεμένοι μόνο με το εικονικό cloud και το κρατικά ελεγχόμενο ηλεκτρικό δίκτυο. Χωρίς καμία εναλλακτική. Χωρίς κανένα παράλληλο σύστημα. Μόνο απόλυτη εξάρτηση από το ίδιο μηχανισμό που τους αλέθει.

Ποια είναι Λοιπόν η Καλύτερη Επιλογή;

Η καλύτερη στρατηγική δεν είναι να κυνηγάς τον πλούτο, αλλά να προστατεύεις τις ελευθερίες σου. Να βρίσκεσαι πάντα σε μια θέση όπου έχεις επιλογές — ακόμα κι αν δεν τις χρησιμοποιήσεις ποτέ. Είναι απείρως προτιμότερο να έχεις ανοιχτές πόρτες που μπορείς να επιλέξεις να μη διαβείς, παρά να ζεις σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ούτε μία έξοδος κινδύνου.

Η ελευθερία δεν μετριέται σε λογαριασμούς. Μετριέται στην ικανότητά σου να καλύψεις βασικές ανάγκες — χωρίς μεσολαβητές.
  • Να μην εξαρτάσαι από τρίτους για τα τρόφιμά σου
  • Ούτε για την μετακίνησή σου
  • Ούτε για την πρόσβαση στην πληροφορία
  • Ούτε για την ιατρική σου φροντίδα
  • Ούτε για την ίδια σου την φωνή
Εδώ βρίσκεται η πραγματική αξία που δημιουργούν όσοι έχουν όραμα — είτε είναι πλούσιοι είτε όχι. Οι ευφυείς πλούσιοι το έχουν ήδη καταλάβει και σταματούν να επενδύουν σε φανταχτερά gadgets. Στρέφονται στην δημιουργία βιώσιμων μικρόκοσμων ελευθερίας, όπως η γη, τα δίκτυα, τα εναλλακτικά νομίσματα, τα συστήματα πληροφορίας και η ανεξαρτησία.

Ο κόσμος δεν είναι πια σταθερός. Τα πολιτικά ρίσκα δεν είναι θεωρητικά, αλλά παρόντα και επιθετικά. Φόροι, λογοκρισία, νέες μορφές εξαναγκασμού, αβεβαιότητα. Γι’ αυτό και η εποχή της διακριτικής κατανάλωσης —για ευχαρίστηση— φτάνει στο τέλος της. Η αγορά άλλωστε θα το δείξει πρώτη. Τα βασικά αγαθά θα ξεπεράσουν την τεχνολογία. Η αυτάρκεια θα ξεπεράσει την πολυτέλεια. Η ανεξαρτησία θα γίνει το πιο πολύτιμο νόμισμα.

Ο Έλεγχος ως Νέα Κανονικότητα

Ζούμε σε μια εποχή όπου το απόλυτο ζητούμενο είναι ο έλεγχος – όχι μόνο του κεφαλαίου μας ή των μετακινήσεών μας, αλλά ολόκληρης της ύπαρξής μας. Ελέγχουν τις σκέψεις μας, την επικοινωνία μας, την υγεία μας, την πρόσβασή μας στην γνώση και την δυνατότητά μας να επιλέγουμε. Ο δυτικός κόσμος μετατρέπεται σταδιακά σε ένα ψηφιακό φρούριο υπερ-επιτήρησης, όπου η έννοια της ελευθερίας επαναπροσδιορίζεται όχι ως αυτονόητο δικαίωμα, αλλά ως υπό όρους παραχώρηση.

Η υπερχρέωση των κρατών έχει λειτουργήσει ως καταλύτης αυτής της μετάβασης. Όταν τα χρέη δεν μπορούν πλέον να αποπληρωθούν, η μόνη πολιτική διέξοδος για τις κυβερνήσεις είναι να γίνουν αυταρχικές. Δεν το κάνουν για να λύσουν το πρόβλημα, αλλά για να το αναβάλλουν, να παρατείνουν το ψέμα λίγο ακόμη. Έτσι, η αυστηροποίηση των μηχανισμών ελέγχου δεν είναι ένδειξη δύναμης, αλλά αδυναμίας που καλύπτεται με τεχνοκρατική επιβολή.

Πίσω από το προσωπείο της “προόδου”, της “καινοτομίας” και της “συλλογικής ευημερίας”, αναδύεται μια μορφή κολεκτιβιστικής διοίκησης που τρέφεται παρασιτικά από την κοινωνία. Σε αυτήν την νέα τάξη πραγμάτων, οι ατομικότητες δεν έχουν αξία. Υπάρχει μόνο η “ομάδα”, το κόμμα, η ιδεολογία, το δίκτυο επιρροής. Οι διαφωνίες δεν επιτρέπονται, οι εναλλακτικές επιλογές θεωρούνται απειλές, και η ανεξαρτησία αντιμετωπίζεται ως ιδιοτροπία ή ακόμα και ως επικίνδυνη παρέκκλιση.

Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτών των δομών εξουσίας δεν είναι η ωμή καταστολή, αλλά το γεγονός ότι έχουν κάνει το να ανήκει κανείς κάπου αλλού – σε μια άλλη ιδέα, ένα άλλο σύστημα αξιών, μια άλλη ερμηνεία της ζωής – σχεδόν αδύνατο. Η εναλλακτική σκέψη γελοιοποιείται, η διαφοροποίηση αποκλείεται, και κάθε μορφή ελευθερίας τίθεται υπό επιτήρηση.

Σήμερα, τόσο οι φτωχοί όσο και οι πλούσιοι καλούνται να πάρουν θέση. Όλοι αντιλαμβάνονται, ο καθένας με τον τρόπο του, την έντονη έκκληση για προσαρμογή. Όμως η προσαρμογή αυτή δεν ισοδυναμεί με επιβίωση, αλλά με αποδοχή της υποταγής. Η πραγματική πρόκληση είναι η διατήρηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας σε έναν κόσμο που φαίνεται να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα. Το ερώτημα είναι: θα προσαρμοστείς ή θα αντισταθείς;

Αριστοτέλης: περί του Βίου και του Έργου του

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: 384–322/21 π.Χ.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΟ

Ι. ΒΙΟΣ

§1. Ένα από τα πιο θεμελιώδη έργα του Αριστοτέλη, τα Μετά τα Φυσικά, αρχίζει ως εξής:

«Πάντες ἄν­θρω­ποι τοῦ εἰ­δέ­ναι ὀ­ρέ­γον­ται φύ­σει. ση­μεῖ­ον δ' ἡ τῶν αἰ­σθή­σε­ων ἀ­γά­πη­σις· καὶ γὰρ χω­ρὶς τῆς χρε­ί­ας ἀ­γα­πῶν­ται δι' αὑ­τάς, καὶ μά­λι­στα τῶν ἄλ­λων ἡ διὰ τῶν ὀμ­μά­των= Όλοι οι άνθρωποι, εκκινώντας από τη φύση της ουσίας τους, επιθυμούν να γνωρίζουν· απόδειξη γι’ αυτό είναι η χαρακτηριστική αγάπη που έχουμε για τις αισθήσεις· για­τί, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη χρη­σι­μό­τη­τά τους, μας εί­ναι αγαπητές οι ί­δι­ες οι αι­σθή­σεις, και πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­λες η αί­σθη­ση της ό­ρα­σης».

Οι άνθρωποι επιθυμούν να γνωρίζουν με τη σημασία ότι έχουν έναν έμφυτο πόθο να θεώνται το είδος, την ιδέα/ουσία των πραγμάτων· να διάγουν τη ζωή τους μέσα ακριβώς στη θέα αυτού του είδους, αυτής της ιδέας/ουσίας των πραγμάτων. Είναι ακριβώς αυτή η οπτική αίσθηση, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα πράγματα μεταξύ τους, να εισχωρούμε στις διαφορές, στις ιδιότητές τους, να γνωρίζουμε και να μαθαίνουμε.

Το πιο πάνω απόσπασμα του Αριστοτέλη, με προεξάρχουσα την πρώτη πρόταση, απελευθερώνει πολλές σημασίες: πρώτα-πρώτα περιέχει μερικά καίρια σημεία της θεωρίας της γνώσης του Σταγιρίτη. Παράλληλα και κυρίως αποτελεί μια αναντικατάστατη συστατική θέση για το ποιος είναι ο Αριστοτέλης. Ποιος είναι τελικά ο Αριστοτέλης; Είναι ο άνθρωπος που συνδυάζει όλες τις αρετές του αληθινού στοχαστή: επιθυμεί διακαώς και μοχθεί ακούραστα να γνωρίσει και να μάθει· έτσι συλλέγει και ταξινομεί, με πολύ μεθοδικό κι ερευνητικό τρόπο, όλα τα εκάστοτε δεδομένα, συνδυάζει τις αισθήσεις και δη την όραση, αποκτώντας έτσι εμπειρία των προς έρευνα πραγμάτων, με την οξύνοια του νου του· ένας συνδυασμός που του επιτρέπει βαθιά και ακριβή θεώρηση του κόσμου και των πραγμάτων. Πράγματι, η αριστοτελική σκέψη είναι ένα συμπαγές σύστημα που εννοιολογικά περιλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της πραγματικότητας και το οποίο έχει καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της δυτικής φιλοσοφίας και επιστήμης για περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια. Καμιά άλλη φιλοσοφία, πλην της Πλατωνικής, δεν είχε τόσο βαθιά και διαρκή επιρροή. Κατέχει μια ξεχωριστή θέση όχι μόνο στο εύρος της ιστορίας της φιλοσοφίας, αλλά ακόμη και στον στενό κύκλο των κορυφαίων στοχαστών. Η ύστερη αρχαιότητα μιλάει για τον «θείο Αριστοτέλη» (Πρόκλος). Για τον Μεσαίωνα ήταν ο Φιλόσοφος. Ο Λάιμπνιτς λέει επίσης σχετικά με τις βασικές έννοιες της φυσικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη ότι είναι «ως επί το πλείστον απολύτως αληθείς».

§2. Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγιρα το 384 π.Χ. Σε ηλικία 17 ετών περίπου μετοίκησε στην Αθήνα και το 367/6, έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Πλάτωνος, όπου φοίτησε για είκοσι χρόνια μέχρι τον θάνατο του Πλάτωνα (347/348 π.Χ.). Στην Αθήνα δεν έζησε ως γόνος της αθηναϊκής υψηλής αριστοκρατίας, όπως ο Πλάτων· επίσης δεν ήταν ούτε καν πολίτης, όπως οι άλλοι γηγενείς Αθηναίοι, αλλά μέτοικος: ένας ξένος με «άδεια παραμονής» αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Φυσικά, δεν είναι οποιοσδήποτε τυχαίος κάτοικος της Αθήνας. Ο Αριστοτέλης καταγόταν από ιατρική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν διακεκριμένος γιατρός, πιθανόν και θεωρητικός της ιατρικής με τη συγγραφή σχετικών συγγραμμάτων, και χρημάτισε αυλικός γιατρός του Βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα. Έτσι, ο Αριστοτέλης μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον εξοικειωμένο με τη μελέτη της σωματικής φύσης του ανθρώπου και είχε όλες τις στοχαστικές προϋποθέσεις για να επισκεφτεί το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού, την Αθήνα, και να σπουδάσει κοντά στον Πλάτωνα. Γρήγορα ξεχώρισε, ανάμεσα στους σπουδαστές της Ακαδημίας, για τα σπάνια πνευματικά του χαρίσματα και για την τεράστια πολυμάθειά του. Κι αυτή η ποιοτική του διαφορά από τος άλλους συσπουδαστές του προδίκαζε τη μετέπειτα εξέλιξή του ως φιλοσόφου, δεδομένου και του γεγονότος ότι η Ακαδημία δεν ήταν απλώς ένα δημόσιο ή ιδιωτικό «Γυμνάσιο», αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Αποτελούσε το πνευματικό κέντρο για τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους εκείνης της εποχής, ένας διεθνής τόπος συνάντησης και ένα πρότυπο για την ενότητα της διδασκαλίας και της έρευνας που σπάνια έχει επιτευχθεί ξανά μέχρι σήμερα.

§3. Κατά τη διάρκεια των είκοσι ετών (367–347) της μαθητείας του στην Ακαδημία, ο Αριστοτέλης δεν έμεινε απλός μαθητής του Πλάτωνα και συμμαθητής με άλλα μέλη της Ακαδημίας, αλλά ανέπτυξε και δικές του θέσεις. Για τη σχέση Πλατωνισμού και Αριστοτελισμού, που άρχισε να διαμορφώνεται ήδη κατ’ αυτή την περίοδο στην Πλατωνική Ακαδημία, δεν είναι σαφώς καθορισμένο ιστορικά, αν ήταν αρμονική ή ανταγωνιστική, γιατί δεν υπάρχουν αποδεδειγμένα τεκμήρια παρά μόνο γνώμες και εικασίες. Το σίγουρο είναι ότι ο Πλάτων αναγνώριζε το μεγαλείο της σκέψης του μαθητή του, καθώς και τις ξεχωριστές του ικανότητες. Τo 347 π.Χ. ανέλαβε τη διεύθυνση τής πλατωνικής Ακαδημίας ο Σπεύσιππος και ο Αριστοτέλης αποχώρησε από την Ακαδημία. Για δυο χρόνια (347-345) μετοικεί στον Αταρνέα. Με τον ηγεμόνα/τύραννο του Αταρνέα και της Άσσου, τον Ερμία, είχε φιλικές σχέσεις από τον καιρό της Ακαδημίας. Εκεί παντρεύτηκε την Πυθιάδα και απέκτησε μαζί της μια κόρη. Ως προκύπτει, η γυναίκα του θα πρέπει να πέθανε αργότερα στην Αθήνα. Μετά απ’ αυτή την απώλεια συνήψε δεσμό με την Ερπυλλίδα, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Νικόμαχο. Εξου και η ονομασία του μεγάλου έργου του Αριστοτέλη: Ηθικά Νικομάχεια. Το 345-343/2 βρίσκεται στη Μυτιλήνη, στη Λέσβο, όπου συνάντησε τον Θεόφραστο, που καταγόταν από τη Λέσβο, γνώριμό του από την Ακαδημία και διάδοχό του στο Λύκειο. Το 343/342 δέχεται πρόσκληση από τον Φίλιππο, βασιλιά της Μακεδονίας, να γίνει δάσκαλος και παιδαγωγός του Αλέξανδρου, ο οποίος αυτή την περίοδο ήταν 13 ετών. Αν και δεν είναι οριστικά γνωστό τι δίδαξε ο Αριστοτέλης τον Αλέξανδρο και ποιες κατευθύνσεις αγωγής εφάρμοσε, θεωρείται ορισμένως βάσιμο από τους διάφορους ερμηνευτές ότι ξεκίνησε με Όμηρο και ότι προσπαθούσε μέσα από κάθε αντικείμενο διδασκαλίας να τον μάθει να σκέπτεται. Σ’ αυτό εδώ βρίσκεται όλη η πεμπτουσία της Αριστοτελικής εκπαίδευσης και αγωγής του Αλεξάνδρου. Γενικώς αποτιμάται πως η επίδραση αυτής της εκπαίδευσης και αγωγής απέδωσε σημαντικούς καρπούς για τον Αλέξανδρο. Το 335/4, με τον θάνατο του Φιλίππου και την ανάληψη της εξουσίας από τον Αλέξανδρο, ο Αριστοτέλης γυρίζει στην Αθήνα, από την οποία απουσίαζε για δώδεκα συναπτά έτη. Τώρα είναι πενήντα ετών και στην Αθήνα ιδρύει το Λύκειο.

§4. Μέσα στον πλούτο των αναζητήσεων και ενασχολήσεων του Λυκείου ήταν και η συστηματική προσπάθεια να συλλέγεται και να ταξινομείται υλικό από όλες τις γνωστές περιοχές της γνώσης. Αυτό εξάλλου φαίνεται και από τη θεματική ποικιλία των Αριστοτελικών έργων. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι τα πιο σημαντικά από τα επιστημονικά του έργα τα έγραψε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Επίσης, όταν ανέλαβε την εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση του Αλέξανδρου, δεν είχε τη φήμη που απέκτησε αργότερα. Στο Λύκειο ο Αριστοτέλης δίδασκε περπατώντας ανάμεσα στις δενδροστοιχίες του κήπου, κάτι που έδωσε αφορμή να αποκαλούνται αργότερα οι μαθητές του «περιπατητικοί». Η μορφή της εκπαίδευσης ήταν διττής υφής: η εξωτερική, δηλαδή η διδασκαλία της ρητορικής, την μπορούσαν να παρακολουθήσουν όλοι, και η εσωτερική ή ακροαματική, την οποία μπορούσαν να παρακολουθήσουν μόνο όσοι διέθεταν μια σχετική προκαταρκτική εκπαίδευση/παιδεία. Στην εσωτερική διδασκόταν η φυσική, η μεταφυσική και η διαλεκτική. Στο Λύκειο, ακριβώς όπως και στην Πλατωνική Ακαδημία, τα μέλη δεν ήταν απλώς μαθητές, αλλά και στενοί φίλοι μεταξύ τους. Το 323/2, αμέσως δηλαδή μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ο Αριστοτέλης έφυγε από την Αθήνα και πήγε στη Χαλκίδα, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του. Εκεί πέθανε το 322/1 σε ηλικία 63 ετών. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, γιατί οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν ευνοούμενο του Αλέξανδρου, χωρίς να γνωρίζουν ή να λαμβάνουν υπόψη ότι οι σχέσεις του φιλοσόφου με τον Αλέξανδρο είχαν διαταραχθεί τα τελευταία χρόνια. Τον είχαν κατηγορήσει για ασέβεια εκεί στην Αθήνα και κινδύνευε να καταδικαστεί σαν τον Σωκράτη αλλά και τον Αναξαγόρα.

ΙΙ. ΤΟ ΕΡΓΟ

§1. Τα έργα του Αριστοτέλη τα ταξινόμησε και τα εξέδωσε εκ νέου ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος, περίπου το 30 π.Χ., στη Ρώμη ή στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα μνημειώδες επίτευγμα, με οδηγό το οποίο ακολούθησαν κι όλες οι μεταγενέστερες εκδόσεις του συνολικού έργου του Αριστοτέλη, φιλολογικά άρτια προσεγμένες ως προς τον ακριβέστερο καθορισμό των ορίων της γνησιότητας των κειμένων και των μεταγενέστερων επεμβάσεων. Τα έργα του Αριστοτέλη μπορούν να χωριστούν σε δυο κατηγορίες: εξωτερικά έργα, που προορίζονται για δημοσίευση, και εσωτερικά ή ακροαματικά έργα, που προορίζονται αποκλειστικά για τους σπουδαστές της σχολής. Από τα πρώτα, ελάχιστα σώζονται, μερικοί τίτλοι διαλόγων και μερικά αποσπάσματα ενός προτρεπτικού λόγου για τη φιλοσοφία (Προτρεπτικός) και των διαλόγων Εύδημος ή Περί Ψυχής και Περί Φιλοσοφίας. Στην ουσία αυτά τα γραπτά γενικά ανήκουν σε μια πρώιμη φάση της αριστοτελικής σκέψης, στην περίοδο της παραμονής του στη σχολή του Πλάτωνα ή της πρώτης του διδασκαλίας στην Άσσο και τη Μυτιλήνη. Αντίθετα, το σύνολο των γραπτών του που προοριζόταν για τη σχολή έχει διασωθεί σχεδόν ολόκληρο.

Περιλαμβάνει: μια ομάδα έξι γραπτών για τη Λογική: Κατηγορίες, Περί Ερμηνείας, Αναλυτικά Πρότερα, σε δυο βιβλία, Αναλυτικά Ύστερα, σε δυο βιβλία, Τοπικά, σε οκτώ βιβλία, Σοφιστικοί Έλεγχοι. Ο γενικός τίτλος τους είναι: Όργανον. Αυτός ο τίτλος δεν δόθηκε από τον Αριστοτέλη, αλλά μεταγενέστερα. Βασικά ξεκίνησε αυτή η συλλογή των εν λόγω έργων υπό τον τίτλο Όργανον τον 6ο αιώνα. μ.Χ. Σημειωτέο, στη συνάφεια τούτη, πως ό,τι ονομάζουμε εμείς σήμερα Λογική ο Αριστοτέλης το ονόμαζε Αναλυτική. Αυτή δεν τη θεωρούσε ως έναν κλάδο της θεωρητικής φιλοσοφίας, αλλά ως μια προπαιδευτική, σχετική με την περιγραφή ή την παρουσίαση των οργάνων (Ὄργανον) της διαλεκτικής συζήτησης. Ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός για τη Λογική ως Ὄργανον είναι παραπλανητικός, γιατί η Λογική ασχολείται με έννοιες, κρίσεις, συλλογισμούς, αποδείξεις κ.λπ., τα οποία δεν είναι όργανα της σκέψης αλλά δομικά στοιχεία της μεθοδικής της εκδίπλωσης.

§2. Άλλα έργα που έχουν σωθεί είναι τα Μετά τα Φυσικά, το σπουδαιότερο από τα φιλοσοφικά έργα, σε δεκατέσσερα βιβλία· έργα για τις φυσικές επιστήμες: Φυσική σε οκτώ βιβλία, Περί Ουρανού σε τέσσερα βιβλία, Περί Γενέσεως και Φθοράς σε δυο βιβλία, Μετεωρολογικά σε τέσσερα βιβλία· μια ομάδα γραπτών για τα ζώα: Περί τα Ζώα Ιστορίαι σε δέκα βιβλία, Περί Ζώων Μορίων σε τέσσερα βιβλία, Περί Ζώων Γενέσεως σε πέντε βιβλία, Περί Ζώων Πορείας, Περί Ζώων Κινήσεως. Επίσης, το έργο Περί ψυχής σε τρία βιβλία, αλλά και ηθικά και πολιτικά έργα. Ηθικά: [Μεγάλα Ηθικά] σε δυο βιβλία, Ηθικά Ευδήμεια σε επτά βιβλία, Ηθικά Νικομάχεια σε δέκα βιβλία. Πολιτικά: Πολιτικά σε οκτώ βιβλία, Αθηναίων Πολιτεία. Ρητορική και Ποιητική: Ρητορική Τέχνη σε τρία βιβλία, Περί Ποιητικής (ημιτελής). Ως προκύπτει από το σύνολο του έργου του αλλά και από ιστορικές μαρτυρίες, ο Αριστοτέλης ανέπτυξε μια πολυσχιδή δραστηριότητα ανεκτίμητης φιλοσοφικής αξίας: με το έργο του καλλιέργησε σχεδόν όλους τους τομείς της γνώσης και τα γραπτά του αποτέλεσαν την εγκυκλοπαίδεια της ανθρώπινης γνώσης από τότε μέχρι σήμερα. Δεν νοείται στοχαστής στη διαχρονία του φιλοσοφικού Λόγου, που να μην έχει περάσει από την Αριστοτελική σκέψη. Ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος όχι μόνο μας μετέδωσε τη θετική επιστήμη της εποχής του, χάρη στην έρευνα των προκατόχων και των συγχρόνων του και στις δικές του πρωτότυπες παρατηρήσεις και έρευνες που πραγματοποίησε προσωπικά ή με τη βοήθεια των μαθητών του, αλλά στόχευε να κατασκευάσει κι ένα σύστημα γνώσης βασισμένο σε ένα οργανικό όραμα του σύμπαντος και θεμελιωμένο στην ευρύτερη δυνατή γνώση των γεγονότων που αντλούνται από την εμπειρία. Ο Αριστοτέλης θεωρείται ο θεμελιωτής των επιστημονικών μελετών στον τομέα της συγκριτικής ανατομίας και φυσιολογίας, της λογικής, της ιστορίας της φιλοσοφίας κ.λπ. Ξεκινώντας από την αντίληψη του δασκάλου του Πλάτωνα για τις Ιδέες, ο οποίος τόνισε τον διαχωρισμό μεταξύ του νοητού και του αισθητού κόσμου, ο Αριστοτέλης, ασκώντας κριτική στον ίδιο, επεξεργάζεται μια εντελώς νέα θεωρία της γνώσης και μια θεωρία της έννοιας που δεν είναι πλέον μεταφυσική, αλλά λογική. Ενώ για τον Πλάτωνα οι ιδέες υπάρχουν καθαυτές, αιώνια, σε έναν «νοητό κόσμο» του οποίου ο αισθητός κόσμος είναι μόνο μια ατελής αντανάκλαση, ο Αριστοτέλης αρνείται τον διαχωρισμό μεταξύ του κόσμου των καθολικών ιδεών και του κόσμου των εμπειρικών δεδομένων. Επιχειρεί να πλησιάσει τα πράγματα με πιο συγκεκριμένο τρόπο κι αυτή η συγκεκριμένη πραγμάτευση του αντικειμενικού κόσμου είναι το σήμα κατατεθέν της φιλοσοφικής του σκέψης.

§3. Απέναντι στον τρόπο, με τον οποίο ο Πλάτων συνέλαβε τη θεωρία των ιδεών, ο Αριστοτέλης διαφοροποιήθηκε αισθητά. Θεωρούσε πως η Πλατωνική θεωρία των ιδεών παραπέμπει σε έναν ανώφελο αναδιπλασιασμό της πραγματικότητας και δεν συμβάλλει στον δυνατό βαθμό για την κατανόηση της πραγματικότητας ούτε μπορεί να εξηγήσει τη σχέση ή καλύτερα τη δράση αυτών των ιδεών στον κόσμο των πραγμάτων. Επίσης δεν ρίχνει πολύ φως στη γέννηση και την κίνηση των τελευταίων. Το να λέμε ότι οι ιδέες είναι τα αρχέτυπα και ότι όλα τα άλλα πράγματα είναι έκτυπά τους, ισοδυναμεί με το να εκστομίζουμε κενές φράσεις και να χρησιμοποιούμε ποιητικές μεταφορές. Ο Αριστοτέλης συμφωνεί με τον Πλάτωνα στην αρχή ότι η επιστήμη, η φιλοσοφική Γνώση, έχει ως αντικείμενο το καθολικό. Το τελευταίο δεν νοείται ως ένα ποσοτικό Όλο ούτε εκφράζει ένα συγκεκριμένο, καθορισμένο ον, αλλά μάλλον μια ορισμένη φύση του όντος. Το συγκεκριμένα καθορισμένο ον, η αληθινή και μόνη πραγματικότητα είναι το άτομο. Ωστόσο, αυτό που του δίνει πραγματικότητα, αυτό που το καθιστά ουσία, είναι το καθολικό, που νοείται όχι ως έχον αυτόνομη ύπαρξη, αλλά ως μορφή εμμενής στην πραγματική και συγκεκριμένη ύπαρξη. Αν οι καθολικές ιδέες είναι οι ίδιες οι ουσίες των αισθητών πραγμάτων, η επιστήμη είναι η επιστήμη του συγκεκριμένου καθολικού. Είναι ταυτόχρονα η επιστήμη του πραγματικού και η επιστήμη του καθόλου. Τρία καίρια μεθοδικά βήματα χαρακτηρίζουν τη θεωρία και την πρακτική της φιλοσοφίας σύμφωνα με τον Αριστοτέλη: πρώτα – πρώτα διεξοδική έρευνα και περιγραφή των απόψεων, που έχουν εκτυλιχθεί κατά το παρελθόν ή εκτυλίσσονται στο παρόν για ένα αντικείμενο. Στο δεύτερο βήμα, αυτές οι απόψεις αντιμετωπίζονται ως πρόβλημα προς λύση και στο τρίτο βήμα εξετάζονται ή αναζητούνται οι λύσεις του προβλήματος. Πάντοτε, ο Αριστοτέλης ασκεί μια καλοπροαίρετη, σε γενικές γραμμές, κριτική σε θέσεις και απόψεις προγενέστερων στοχαστών, δεδομένου, όπως αναφέρει κι ο ίδιος στα Μετά τα Φυσικά 993a30 η προσέγγιση της αλήθειας είναι δύσκολη, δεν είναι εύκολη, αλλά όχι και ακατόρθωτη:

«Η θεώρηση της αλήθειας από μια άποψη είναι δύσκολη, ενώ από άλλη εύκολη. Ένδειξη δε γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι μήτε κανείς μπορεί να την προσεγγίσει ικανοποιητικά μήτε όλοι είναι δυνατό να αποτυγχάνουν πλήρως, αλλά όλοι κάτι μπορούν να λένε περί της φύσεως και κάθε ερευνητής ασφαλώς ξεχωριστά μπορεί να μη συνεισφέρει καθόλου στην έρευνα ή να συνεισφέρει ελάχιστα· από όλα όμως συγκεντρωμένα μπορεί να προκύψει κάποιο μέγεθος από γνώσεις».

§4. Με αυτή του τη θέση ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι, πέραν ολίγων ακραίων εξηγήσεων ή αναλύσεων (π.χ. σοφιστικές απόψεις, ελεατικές αντιλήψεις περί κίνησης κ.λπ.), όλοι οι φιλόσοφοι έχουν κάτι να συνεισφέρουν στην αναζήτηση της φιλοσοφικής αλήθειας. Πώς θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά, όταν ξέρουμε, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ότι από τη φύση τους τα πράγματα είναι «φανερότατα από όλα» 993b11 και ότι εξαρτάται κατά πολύ από το νου της ψυχής μας να τα αποτυπώνει σωστά (ό.π.). Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η κάθε άποψη, όσο διαφορετική κι αν είναι από μια άλλη, έχει λόγο στην αναζήτηση της αλήθειας. Παρατηρεί σχετικά ο Αριστοτέλης:

«Δίκαιο είναι μάλιστα να χρωστάμε χάρη όχι μόνο σε εκείνους, των οποίων συμμεριζόμαστε τις απόψεις, αλλά και σε εκείνους που διατύπωσαν πιο επιπόλαιες απόψεις· γιατί κι αυτοί κάτι έχουν προσφέρει· δηλαδή άσκησαν την ικανότητα της σκέψης πριν από εμάς» (ό.π. 11-14).

Τούτο ισχύει αντικειμενικά, έτι περισσότερο, για όλους τους ανθρώπους, γιατί ο άνθρωπος, ως τέτοιος, είναι από τη φύση του εξοπλισμένος με τρόπους, μέσα ή δυνάμεις για την παραγωγή γνώσης, όπως είναι ο νους της ψυχής, η νοητική λειτουργία δηλαδή, οι αισθητηριακές αντιλήψεις, η αισθητηριακή ικανότητα πρόσληψης κ.λπ.. Στη συνάφεια τούτη, ο άνθρωπος έχει προδιάθεση από τη φύση του να θέλει να ανακαλύπτει την αλήθεια κάθε πράγματος, γι’ αυτό και όσοι έχουν αναπτύξει πλήρως τις νοητικές τους ικανότητες –και τούτο υπό συγκεκριμένες συνθήκες και όχι εντελώς απροϋπόθετα– αφοσιώνονται στη φιλοσοφική αλήθεια των πραγμάτων, έχουν δηλαδή ως υπέρτατο προορισμό τους να φιλοσοφούν βαθιά και δίκαια. Από εδώ συνάγεται ακόμη ότι η φιλοσοφία δικαίως ονομάζεται επιστήμη της αλήθειας.

Ψυχολογία και Επιστημολογία του al-Farabi

Abū Naṣr al-Fārābī (περ. 870–950), γνωστός στην αραβική φιλοσοφική παράδοση ως το "Δεύτερο Δάσκαλος" (al-mu'allim al-thānī) μετά Ο Αριστοτέλης, και ο Αλφαράμπιος/Αλφαράμπι στη λατινική δυτική παράδοση, είναι ένας από τους σημαντικότερους στοχαστές στην ιστορία της ισλαμικής φιλοσοφίας. Αυτός έγραψε εκτενώς για τη λογική, τη φιλοσοφία της γλώσσας, τη μεταφυσική, φυσική φιλοσοφία, ηθική, πολιτική φιλοσοφία, φιλοσοφική ψυχολογία και επιστημολογία. Οι διδασκαλίες του είχαν μια ισχυρή αριστοτελική υπόβαθρο και ταυτόχρονα μια σημαντική νεοπλατωνική κλίση. Ένα από τα Ο μεγαλύτερος ισλαμιστής στοχαστής, ο Αβικέννας (πέθανε το 1037), παραδέχεται ρητά στην αυτοβιογραφία του το πνευματικό του χρέος προς τον al-Fārābī μέσω του οποίου μπόρεσε να κατανοήσει τη Μεταφυσική του Αριστοτέλης. Συνολικά, το al-Fārābī έγινε σημαντικό αναφορά εντός του ισλαμικού πνευματικού περιβάλλοντος ως πηγή και των δύο επιρροή και διαμάχη.

Η ακριβής χρονολόγηση των έργων του al-Fārābī είναι δύσκολο να καθοριστεί. Έγραψε πραγματείες αφιερωμένες στην εξήγηση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, σχόλια και παραφράσεις του Τα έργα του Αριστοτέλη και άλλες πραγματείες όπου αναπτύσσει τα δικά του φιλοσοφική σκέψη που ενοποιεί τις μεταφυσικές και κοσμολογικές του απόψεις με την ψυχολογία του, ακόμα και με την πολιτική του φιλοσοφία. Οι απόψεις του σχετικά με ψυχολογικά και επιστημολογικά θέματα εμφανίζονται σε αρκετές θέσεις μέσα στις πραγματείες του. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να εξεταστεί αρκετά έργα όπου διευκρινίζει και ολοκληρώνει τις σκέψεις του για το υπόθεση. Οι αρχές των υπαρχόντων πραγμάτων, γνωστές και ως το πολιτικό καθεστώς (Kitāb al-siyāsa) al-madaniyya), και Οι αρχές και οι απόψεις του λαού της Ενάρετης Πόλης (Mabādi' ārā' ahl al-madīnah al-fāḍilah), είναι μερικά από τα Τα σημαντικότερα έργα του al-Fārābī με τα οποία ασχολείται ψυχολογικά θέματα όπως η φύση της ψυχής, η γνωστική της ικανότητες και το δόγμα της διάνοιας. Επιπλέον, υπάρχει μια άλλη σημαντική πραγματεία όπου ο al-Fārābī άμεσα ασχολείται με τη διανοητική ικανότητα, δηλαδή, Η πραγματεία για το Διάνοια (Risālah fi'l-'aql). Αυτό Το έργο δείχνει σημάδια της επιρροής της διδασκαλίας του Αριστοτέλη για το ψυχή και η ερμηνεία της από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισία. Στην πραγματικότητα, ο Μ. Ο Geoffroy (2002: 191–231) υποστηρίζει ότι ο al-Fārābī μάλλον ποτέ δεν διάβασε μια πλήρη μετάφραση του Αριστοτέλη Περί την Ψυχή αλλά την γνώριζε μέσα από τις πραγματείες του Αλεξάνδρου, κυρίως το Περί Διάνοιας. Διευθύνσεις Al-Fārābī επιστημολογικά θέματα όπως η κατανόηση των επιστημονικών γνώση και η φύση της επίδειξης και της βεβαιότητας κυρίως στο Βιβλίο της Επίδειξης (Kitāb al-burhān) και το βιβλίο για τις συνθήκες βεβαιότητας (Kitāb Šara'iṭ al-yaqīn). Προκειμένου να καλυφθεί η ποικιλομορφία ψυχολογικών και επιστημολογικών θεμάτων σε al-Fārābī's works, αυτό το άρθρο χωρίζεται ως Εξής:

1. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
2. Η ψυχή και οι ικανότητές της
3. Η συνάφεια της ευφάνταστης ικανότητας
4. Δόγμα για τη διάνοια
5. Θεωρία της επιστημονικής γνώσης

1. Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Σε ένα από τα πιο γνωστά εισαγωγικά έργα του, Απαρίθμηση του Επιστήμες (Iḥṣā' al-Ulūm), al-Fārābī (ES: 87) εξηγεί ότι το όγδοο μέρος του Η επιστήμη της φυσικής είναι αφιερωμένη σε ό, τι είναι κοινό στα διάφορα είδη των ζώων, δηλαδή της ψυχής, και μελετάται στο βιβλίο των ζώων του Αριστοτέλη και στο Περί ψυχής. Ο Al-Fārābī περιγράφει την ψυχή όπως έκανε ο Αριστοτέλης στο On η Ψυχή 2.1, 412a19, δηλαδή, ως μορφή ή πραγμάτωση (ἐντελέχεια / antalāshiyā ή at-tamām) ενός φυσικού οργανικό σώμα που δυνητικά έχει ζωή.[1] Τα ζωντανά όντα έχουν διαφορετικές ικανότητες: το θρεπτικό, ευαίσθητο, ορεκτικές και ορθολογικές ικανότητες. Η παρουσία αυτών των ικανοτήτων Στα έμβια όντα οφείλεται στα διαφορετικά είδη ψυχής. Η προέλευση του Αυτές οι ψυχές και οι ικανότητές τους εξηγούνται από al-Fārābī από μια μεταφυσική, κοσμολογική και βιολογική προοπτική.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η φιλοσοφία του al-Fārābī, συμπεριλαμβανομένων Οι ψυχολογικές και επιστημολογικές απόψεις του, πρέπει να γίνουν κατανοητές στο φως της οντολογικής και κοσμολογικής κοσμοθεωρίας του, ένα θέμα που έχει αποτέλεσε πηγή σημαντικών συζητήσεων. Στο The Political Regime and The Virtuous City, ο al-Fārābī παρέχει μια Μεταφυσική και οντολογική εξήγηση της δομής του σύμπαν, συνδυάζοντας τον νεοπλατωνικό εκπορευτισμό και τις αριστοτελικές απόψεις για τις ουράνιες σφαίρες (M. Mahdi 2001: 6–11; 121–124). Άλλοι υποστήριξαν ότι η αφήγηση του al-Fārābī σχετικά με αυτά τα θέματα και στις δύο πραγματείες δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη κυριολεκτικά, αλλά ως πολιτική μεταφορά του είδους των καθεστώτων που μπορούν να συλληφθεί στην πολιτική φιλοσοφία. Αντιθέτως, οι P. Vallat και D. Ο Janos απέρριψε αυτή την άποψη και το απέδειξε αυτό κάθε άλλο παρά απλό ρητορική στρατηγική, η κοσμολογία του al-Fārābī αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής του σκέψης. Αν και αυτά Διαφορετικές προσεγγίσεις έχουν παρακινήσει αμφιλεγόμενες ερμηνείες του Η φιλοσοφία του al-Fārābī, αυτό το άρθρο συμφωνεί με η ερμηνεία του Vallat (2004: 85-128) και του Janos (2012: 38–43). Για να πάρουμε την κοσμολογία του al-Fārābī ως Η αληθινή συνιστώσα της φιλοσοφίας του έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Κατανόηση της φιλοσοφικής ψυχολογίας του: Η αντίληψη του al-Fārābī για την ψυχή και τη διάνοια δεν μπορεί να γίνει κατανοητός χωρίς να ληφθεί υπόψη η κοσμολογική του υπόδειγμα. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται σαφές ότι η ψυχολογία και η κοσμολογία του μαζί παρακινούν την πολιτική του φιλοσοφία.

Όπως έχει δείξει σε βάθος ο Δ. Ιανός (2010: 19–44), Η κοσμολογία του al-Fārābī βασίζεται στον Πρόκλο Arabus (κυρίως το Maḥd al-khayr [Στοιχεία του Θεολογία]), όψιμοι αρχαίοι σχολιαστές όπως ο Αλέξανδρος, Simplicius, Themistius, και γενικά από τη Νεοπλατωνική Arabica, συμπεριλαμβανομένου του Plotinus Arabus (Janos 2012: 4–6; 11–37; D'Ancona 2014). Τόσο η πολιτική Το Καθεστώς και η Ενάρετη Πόλη είναι βασικές πηγές για το ανακατασκευή της κοσμολογίας του al-Fārābī, η οποία αποτελείται από ένα ιεραρχικό εκπορευόμενο μοντέλο που αποτελείται από έξι αρχές: (1) η Πρώτη Υπαρκτή ή Πρώτη Αιτία, (2) η δεύτερη διάνοιες, (3) η ενεργός (ή παράγοντας) διάνοια, (4) η ψυχή, (5) μορφή, και (6) ύλη (al-Fārābī KS: 31; ΠΡ: 29). Ο Η Πρώτη Αιτία είναι μία και μοναδική, αποκλείοντας κάθε πολλαπλότητα, ενώ Όλες οι άλλες αρχές είναι πολλαπλές. Οι τρεις πρώτες αρχές δεν είναι σώματα, ούτε βρίσκονται σε σώμα· είναι άυλες και διακριτές, ενώ Οι τρεις τελευταίες αρχές δεν είναι σώματα, αλλά συνδέονται με το Όργανα. Παρατηρήστε ότι η ψυχή είναι μία από τις αρχές που θα είναι προέρχεται από την εκπορευόμενη διαδικασία και περιγράφεται ως Αρχή που δεν είναι σώμα από μόνο του, αλλά είναι μέσα σε σώμα. Ο Al-Fārābī εξηγεί ότι το σύμπαν περιέχει έξι είδη του σώματος. Κατά φθίνουσα σειρά τελειότητας, υπάρχουν: (1) ουράνια σώματα, (2) λογικά ζώα, (3) μη ορθολογικά ζώα, (4) φυτά, (5) ορυκτά, και (6) τα τέσσερα στοιχεία (al-Fārābī KS: 31; ΠΡ: 29).

Σύμφωνα με τη διαδικασία εκπόρευσης (fayḍ) που περιγράφεται από al-Fārābī, η ύπαρξη κάθε όντος προέρχεται από το Πρώτο Υπαρκτό (mawjūd al-awwal), το οποίο είναι τέλειο, αιώνια, αιώνια, αναίτια, χωρίς ύλη και χωρίς μορφή, με κανένας σκοπός ή στόχος εξωτερικός προς τον εαυτό του, χωρίς σύντροφο ή αντίθετο, και αδιαίρετο (al-Fārābī VC: 56–89). Το πρώτο Το υπάρχον διακρίνεται από όλα τα άλλα όντα λόγω της ενότητάς του, που είναι η ουσία του. Αυτή η περιγραφή φαίνεται πολύ κοντά στο Νεοπλατωνική αντίληψη του Ενός, αλλά δεν είναι ακριβώς η ίδια. Αντιθέτως, ο Al-Fārābī υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι η Το υπάρχον δεν είναι στην ύλη και δεν έχει ύλη, θα έπρεπε να είναι πραγματικό διάνοια («aql bi'l fi'l»). Το πρώτο Το υπάρχον είναι επίσης κατανοητό (ma'qūl) μέσω του ουσία, και η ταυτότητά της συνίσταται στο να είναι ταυτόχρονα η πράξη, το υποκείμενο και το αντικείμενο της δικής του διάνοιας (al-Fārābī VC: 70–71). Αυτή η περιγραφή βασίζεται σχετικά με τον χαρακτηρισμό του Αριστοτέλη για τον ασυγκίνητο κινητήριο μοχλό στη Μεταφυσική Λάμδα ως σκέψη σκέψης.

Κάθε ύπαρξη γεννιέται, σύμφωνα με τον al-Fārābī, από το πρώτο υπαρκτό. Αυτό συμβαίνει μέσω ενός είδους επέκτασης ή εκπόρευση μέσω της οποίας το Πρώτο Υπαρκτό δίνει αναγκαστικά ύπαρξη σε κάθε ον στο σύμπαν. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται καμία προσθήκη στη δική του τελειότητα. Στην αρχική εκπόρευση, από την Πρώτη Υπαρκτά προχωρούν οι δεύτερες διάνοιες. Αυτές οι διάνοιες οι ίδιες, μέσα από την αντίληψη του εαυτού τους και του Πρώτου Υπάρξοντος, είναι μέσα Γυρίστε την αιτία των ουράνιων σωμάτων. Στο Πολιτικό Το καθεστώς al-Fārābī αναφέρει ότι ο αριθμός των Οι δεύτερες διάνοιες ή οι δεύτερες αιτίες είναι ταυτόσημες με τον αριθμό των ουράνιες σφαίρες από τον υψηλότερο, τον πρώτο ουρανό, μέχρι τον τελευταίο, δηλαδή, η σφαίρα του φεγγαριού (al-Fārābī KS: 32; ΔΤ: 29). Στην Ενάρετη Πόλη απαριθμεί ρητά εννέα σφαίρες που αρχίζουν με τον πρώτο ουρανό και στη συνέχεια τα σταθερά αστέρια, Κρόνος, Δίας, Άρης, ήλιος, Αφροδίτη, Ερμής και φεγγάρι (al-Fārābī VC: 100–105). Υπάρχει ένα δέκατο διάνοια, δηλαδή η ενεργός διάνοια («aql al-fa» ''āl), του οποίου η δραστηριότητα είναι πολύ σημαντική κυρίως Για δύο λόγους: (1) αυτή η διάνοια κυβερνά μαζί με το ουράνιες σφαίρες τον υποσελήνιο κόσμο, και εμπλέκεται ακόμη και στο διαδικασίες παραγωγής και διαφθοράς (al-Fārābī LI: 29–30; ΟΙ: 75);[2] 2) Επιπλέον, όπως θα εκτεθεί στο τέταρτο τμήμα, η παρούσα Η διάνοια παρέχει επίσης τις πρώτες αρχές κατανόησης μέσω ποια ανθρώπινα όντα μπορούν να επιτύχουν την ευτυχία (al-Fārābī VC: 204–205).

Μέχρι στιγμής έχουμε εξηγήσει τις τρεις πρώτες αρχές στο Το εκπορευόμενο μοντέλο του al-Fārābī (η Πρώτη Αιτία, η δεύτερη διάνοια και η ενεργός διάνοια). Τα άλλα τρία Οι αρχές (η ψυχή, η ύλη και η μορφή) έχουν κοινό τους σύνδεση με τα διάφορα σώματα που αποτελούν το σύμπαν. Στο βιβλίο του The Political Regime, ο al-Fārābī εξηγεί τα εξής: Αρχές που ακολουθούν μια συγκεκριμένη σειρά: πρώτα η ψυχή, μετά η ύλη, και τέλος η μορφή. στην Ενάρετη Πόλη, ωστόσο, Πρώτα εξηγεί τι είναι η ύλη και η μορφή και στη συνέχεια δίνει ένα Ακριβής περιγραφή της ψυχής και των ικανοτήτων της (al-Fārābī VC: 134–163). Αυτή η τελευταία προσέγγιση είναι σαφέστερη για δύο βασικούς λόγους: (1) τη μακρά εξήγηση ότι Το al-Fārābī προβλέπει σχετικά με την προέλευση της ύλης από η πιο ατελής, δηλαδή η πρωταρχική ύλη, στην πιο εξαιρετική, δηλαδή, ορθολογικά ζώα, θέτει ένα ακριβές πλαίσιο για την κατανόηση της λογικής ανθρώπινης ψυχής. 2) Η επεξήγηση Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ύλης και μορφής μας δίνει μια καλύτερη κατανόηση της σχέσης μεταξύ σώματος και ψυχής. Η ύλη είναι η υπόστρωμα της μορφής και, ως εκ τούτου, η μορφή δεν έχει επιβίωση από μόνη της, δεδομένου ότι χρειάζεται ύλη. Ωστόσο, η ύλη υπάρχει μόνο λόγω τη μορφή (al-Fārābī VC: 108–109).

Όσον αφορά την προέλευση και τη σύνθεση της ύλης, Ο al-Fārābī εξηγεί ότι η κυκλική κίνηση του Οι ουράνιες σφαίρες παράγουν πρωταρχική ύλη (al-Madda al-ūlā), η οποία είναι κοινή σε όλα τα σώματα στο υποσελήνιο κόσμος. Τα τέσσερα στοιχεία προέρχονται από την πρώτη ύλη και, όταν αυτά Τα στοιχεία συνδυάζονται και αναμειγνύονται με διαφορετικούς τρόπους και υφίστανται την επιρροή Από τα ουράνια σώματα, δημιουργούν πολλά είδη σωμάτων: ορυκτά, φυτά, μη ορθολογικά ζώα και ορθολογικά ζώα (al-Fārābī VC: 112–115).[3] Δεδομένου ότι η ύλη είναι το υπόστρωμα της μορφής, οι διάφορες μορφές εμφανίζονται όταν λαμβάνει χώρα ο συνδυασμός των στοιχείων, δημιουργώντας σε διαφορετικά είδη σωμάτων. Καθώς υπάρχουν διαφορετικά είδη σωμάτων, Υπάρχουν επίσης διάφορα είδη μορφών, μερικά από αυτά χαμηλότερα τελειότητα, όπως η μορφή ορυκτών ή φυτών, και άλλα περισσότερα τέλεια, ως μορφή λογικών ζώων. Αυτή η τελειότητα δίνεται από Οι ικανότητες που έχει κάθε σώμα σύμφωνα με τη φυσική του διάθεση: ενώ τα φυτά έχουν βασικές ικανότητες όπως η διατροφή ή η αναπαραγωγή, Τα ορθολογικά ζώα έχουν μια ανώτερη ικανότητα, τη διάνοια, η οποία επιτρέπει ανθρώπινα όντα για να αποκτήσουν κατανοητά στην πράξη.

Στο Πολιτικό Καθεστώς ο al-Fārābī ασχολείται με: τη σχέση μεταξύ ύλης και μορφής, και εξηγεί ότι η μορφή είναι η Πραγμάτωση της ύλης με την έννοια ότι η μορφή είναι πιο εξαιρετική από υπόθεση; Ωστόσο, η ύλη είναι το υπόστρωμα της μορφής και χωρίς ύλη δεν υπάρχει μορφή (al-Fārābī KS: 39; ΠΡ: 36). Όπως μπορεί να είναι Ο al-Fārābī είναι οπαδός του Αριστοτελικού υλομορφισμός. Αυτό σχετίζεται με την κατανόησή του για την ψυχή ως μορφή ή πραγμάτωση του σώματος και έτσι φθαρτό με το σώμα. Για τον al-Fārābī, όπως και για τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι υπεύθυνος για τις ικανότητες ή τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Όταν αναφερόμενος στην ανθρώπινη ψυχή, ο al-Fārābī υποστηρίζει ότι η Το ορθολογικό μέρος μπορεί να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του σε τέτοιο βαθμό τελειότητα που δεν έχει πλέον ανάγκη από το σώμα, και μπορεί να έρθει πολύ κοντά στην επίτευξη της κατάστασης ενός ξεχωριστού όντος (al-Fārābī KS: 42; ΠΡ: 38). Με άλλα λόγια, η Το λογικό μέρος είναι σε θέση να διαχωριστεί από το άλλο του Ικανότητες – ευαίσθητες, ορεκτικές και ευφάνταστες – προκειμένου να επιτύχει την τελειότητα μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αιώνιο άφθαρτη διάνοια. Όπως φαίνεται, al-Fārābī αποδίδει μια περιγραφή της προέλευσης της ψυχής και των ικανοτήτων της με μέσα μιας μάλλον πολύπλοκης οντολογικής και κοσμολογικής διαδικασίας, μέσω της οποίας η ανθρώπινη ψυχή επιτυγχάνει προοδευτικά μεγαλύτερη τελειότητα. Ωστόσο, πριν εξηγήσω σε τι συνίσταται αυτή η τελειότητα, εγώ θα συζητήσει την κατανόηση του al-Fārābī για το ικανότητες της ψυχής και τη λειτουργία τους.

2. Η ψυχή και οι ικανότητές της

Στην Ενάρετη Πόλη ο al-Fārābī αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις ικανότητες της ανθρώπινης ψυχής, από τις πιο βασικές και το χαμηλότερο, δηλαδή τη διατροφή, στο τελειότερο και υψηλότερο, ότι είναι, η ορθολογική ή διανοητική ικανότητα (al-Fārābī VC: 164–175). Η διατροφή μοιράζεται μεταξύ φυτών, ζώων και ανθρώπων Όντα; Στη συνέχεια υπάρχει μια ομάδα ικανοτήτων, οι εξωτερικές αισθήσεις (αφή, γεύση, όσφρηση, ακοή και όραση). Ζώα και άνθρωπος Μοιραστείτε αυτές τις αισθήσεις. Μαζί με αυτές τις ευαίσθητες ικανότητες υπάρχει επίσης Η ορεκτική ικανότητα μέσω της οποίας οι άνθρωποι και τα ζώα βιώνουν επιθυμία ή αποστροφή προς τα αντικείμενα που αντιλαμβάνονται μέσω του Αισθήσεις. Στη συνέχεια, προχωρώντας με τις εσωτερικές αισθήσεις, υπάρχει το ευφάνταστη ικανότητα της οποίας η λειτουργία είναι να διατηρεί το λογικό εντυπώσεις όταν αυτές δεν είναι πλέον παρούσες στις εξωτερικές αισθήσεις. Αυτή η σχολή έχει επίσης την ικανότητα να συνδυάζει λογικές με το καθένα άλλα, για να τα συνδέσετε και να τα αποσυνδέσετε σε διαφορετικές συνθέσεις και διαιρέσεις, μερικές από αυτές είναι ψευδείς και μερικές αληθινές (al-Fārābī VC: 168–169). Η ευφάνταστη σχολή συνδέεται επίσης με την ορεκτική ικανότητα, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να επιθυμούν ευφάνταστες αναπαραστάσεις. Ο ρόλος αυτής της ικανότητας στον άνθρωπο Η γνωστική λειτουργία είναι ιδιαίτερα σημαντική και δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο την επόμενη ενότητα. Τελευταίο και υψηλότερο στο al-Fārābī Ο λογαριασμός είναι η ορθολογική ή διανοητική ικανότητα («AQL»).

Ο Al-Fārābī δίνει μια πλήρη εξήγηση για τον τρόπο εισόδου που όλες οι ικανότητες της ψυχής συνεργάζονται. Κάθε σχολή έχει ένα κυβερνών όργανο και άλλοι που είναι βοηθητικοί και υφιστάμενοι (al-Fārābī VC: 174–187). Θεωρεί ότι η απόφαση όργανο στο ανθρώπινο σώμα είναι η καρδιά. Ο εγκέφαλος είναι μια δευτερεύουσα απόφαση όργανο υποταγμένο στην καρδιά. Ωστόσο, όλα τα άλλα όργανα και Τα άκρα υποτάσσονται στον εγκέφαλο. Η καρδιά κυβερνά κάθε σχολή μέσω υποδεέστερων οργάνων και άκρων. Έτσι, το κυρίαρχο όργανο του Η διατροφή είναι η καρδιά και οι υφιστάμενοι είναι τα άλλα όργανα που παρεμβαίνουν στη διαδικασία της διατροφής, δηλαδή στο στομάχι, το ήπαρ, σπλήνα, κλπ. Η ικανότητα της αίσθησης εξηγείται ακολουθώντας το ίδιο μοντέλο: η καρδιά κυβερνά την αίσθηση και την Οι υφιστάμενοι ή βοηθητικοί είναι οι πέντε αισθήσεις των οποίων η λειτουργία είναι να συλλάβετε λογικούς. Η ευφάνταστη ικανότητα βρίσκεται στην καρδιά και δεν έχει βοηθητικά μέσα κατανεμημένα σε άλλα όργανα, αλλά ελέγχει αυτό που παρέχεται από τις πέντε αισθήσεις. Σύμφωνα με al-Fārābī, η ευφάνταστη ικανότητα είναι σε θέση να διαχωρίσει και συνδέστε αυτό που παρέχεται από τις πέντε αισθήσεις με διαφορετικούς τρόπους, μερικές φορές επιτυγχάνοντας μια εικόνα σε συμφωνία με αυτό που έχει υπάρξει αντιλήφθηκε, μερικές φορές κάτι διαφορετικό (al-Fārābī VC: 168–169). Όσον αφορά την ορθολογική ικανότητα, Ο al-Fārābī εξηγεί ότι βρίσκεται επίσης στην καρδιά και δεν έχει ούτε βοηθητικούς ούτε υφισταμένους, αλλά κυβερνά τον άλλο ικανότητες, δηλαδή η ευφάνταστη, η ευαίσθητη και η θρεπτική (al-Fārābī VC: 169–171).

Η ορεκτική ικανότητα κάνει τη βούληση (irāda) να προκύψει μία φορά Οι ευαίσθητες, οι ευφάνταστες ή οι ορθολογικές ικανότητες έχουν Κατάλαβε κάτι. Όρεξη, σύμφωνα με al-Fārābī, μπορεί να είναι προς την κατεύθυνση της γνώσης ή να κάνει κάτι, είτε με ολόκληρο το σώμα είτε με κάποιο άκρο ή όργανο. Οι επικουρικοί Και οι υφιστάμενοι αυτής της ικανότητας είναι, επομένως, όλα τα όργανα εμπλέκονται στην κίνηση του σώματος. Με άλλα λόγια, τα άκρα, τα νεύρα, και οι μύες που απλώνονται σε όλο το σώμα χρησιμεύουν ως όργανα και υφιστάμενοι της ορεκτικής σχολής (al-Fārābī VC: 170–171).

Παρατηρήστε ότι ο al-Fārābī ακολουθεί τον Αριστοτέλη σύμφωνα με στον οποίο η καρδιά είναι το κέντρο του βιολογικού και ακόμη και αντιληπτικού ικανότητες ζώων και ανθρώπων. Η καρδιά είναι σχετική επειδή Είναι η πηγή της έμφυτης θερμότητας ή το ζωτικό έμφυτο πνεύμα, το οποίο εξαπλώνεται μέσω των αιμοφόρων αγγείων διατηρώντας και διατηρώντας όλα τα μέρη του σώματος. Το δεύτερο κύριο όργανο, ο εγκέφαλος, ρυθμίζει την θερμότητα που διαχέεται από την καρδιά (al-Fārābī VC: 176–177). Αυτή η έμφυτη θερμότητα είναι η αρχή της ζωής. Αυτό Η βιολογική αφήγηση βοηθά να εξηγηθεί η προέλευση και η φύση της ψυχής. Μέσα το προηγούμενο τμήμα εξήγησα του al-Fārābī κατανόηση της προέλευσης και της σύνθεσης της ύλης και της σχέσης της στη φόρμα. Όταν γίνεται ειδική αναφορά στη συμμόρφωση του το ανθρώπινο σώμα και η προέλευση της λογικής ψυχής, Ο al-Fārābī θεωρεί ότι η συμμόρφωση αυτού του είδους το σώμα με το αντίστοιχο σύνολο ικανοτήτων του είναι δυνατό μόνο όταν το Η θερμότητα της καρδιάς φτάνει σε μια ορισμένη θερμοκρασία.

Ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, ο al-Fārābī εξηγεί το ρόλο του αναπαραγωγική ικανότητα (al-Fārābī VC: 186–197) στο Η προέλευση του σώματος και της ψυχής. Θεωρεί ότι το θηλυκό προετοιμάζει το θέμα ενώ το αρσενικό προετοιμάζει τη φόρμα. Για άλλη μια φορά, επιμένει την κεντρικότητα της καρδιάς, η οποία παρέχει την ύλη των ζωντανών Όντας μέσα από τη μήτρα και τη μορφή μέσω του οργάνου που παράγει το σπέρμα. Το σπέρμα, μόλις εισέλθει στη μήτρα, βρίσκει μέσα της το αίμα που είχε προηγουμένως παρασκευαστεί από τη μήτρα για να λαμβάνουν την ανθρώπινη μορφή που περιέχεται στο σπέρμα. Το σπέρμα με τη σειρά του προικίζει αυτό το αίμα με μια ικανότητα που επιτρέπει στο αίμα να κινείται και Ξεκινήστε να σχηματίζετε τα διάφορα όργανα που αποτελούν το ανθρώπινο σώμα. Έτσι Το αίμα από τη μήτρα χρησιμεύει ως η ύλη που δέχεται τον άνθρωπο μορφή που περιέχεται στο σπέρμα, δηλαδή ότι το σπέρμα χρησιμεύει ως την πυτιά με την οποία πήζει το γάλα. Ακριβώς όπως η πυτιά είναι αυτή από αρετή της οποίας το φρέσκο γάλα πήζει, ενώ δεν αποτελεί μέρος του πηγμένο γάλα ούτε της ύλης του, έτσι συμβαίνει με το σπέρμα, το οποίο είναι δεν αποτελεί μέρος του φραγμένου αίματος ή της ύλης του. Ως εκ τούτου, το έμβρυο είναι έχει συσταθεί κατά τον ίδιο τρόπο που το νωπό γάλα πήζει από τη δράση της αρχής πήξης, δηλαδή της πυτιάς.

Όταν το αίμα στη μήτρα λαμβάνει τη μορφή από το σπέρμα, το πρώτο πράγμα που προκύπτει είναι ακριβώς η καρδιά (al-Fārābī VC: 186–187). Τα άλλα όργανα του σώματος αναδύονται μόνο όταν τα υπόλοιπα των σχολών, αρχίζοντας από τη θρεπτική σχολή, είναι παρούσες σε την καρδιά. Τα αναπτυσσόμενα όργανα περιλαμβάνουν εκείνα που είναι προικισμένα με συγκεκριμένα γυναικείες ή αρσενικές αναπαραγωγικές ικανότητες. Ως εκ τούτου, αρσενικό και Τα θηλυκά άτομα μοιράζονται όλα τα όργανα εκτός από εκείνα με αναπαραγωγική λειτουργίες και, ομοίως, και οι δύο μοιράζονται όλες τις ικανότητες της ψυχής, Δηλαδή, οι ευαίσθητες, οι ευφάνταστες και οι ορθολογικές ικανότητες (al-Fārābī VC: 196–197).

Όλη αυτή η λεπτομερής βιολογική συζήτηση βοηθά στην εξήγηση της εμφάνισης των αντιληπτικών ικανοτήτων στα ζώα και τους ανθρώπους. Και οι δύο έχουν αίσθηση, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν τις εντυπώσεις που παράγονται από εξωτερικά αντικείμενα και, μέσω της ευφάνταστης ικανότητας, μπορούν να διατηρήσουν αισθησίες, ενώ δεν είναι πλέον σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο. Τα ζώα είναι σε θέση να αντιδράσουν στον εξωτερικό κόσμο επειδή διαθέτουν αίσθηση και φαντασία, ώστε να μπορούν να βιώσουν ευχαρίστηση και πόνο, ή να εντοπίζουν εκείνες τις καταστάσεις που είναι επιβλαβείς ή επικίνδυνες για αυτούς. Μέσα Η περίπτωση των ανθρώπων, εκτός από την ευφάνταστη ικανότητα, το Η ορθολογική ικανότητα είναι απαραίτητη για τη γνώση: η ανθρώπινη νόηση είναι χαρακτηρίζεται όχι από την απλή επίτευξη αισθητών μορφών, αλλά, μάλλον, με την επίτευξη κατανοητών. Επιπλέον, είναι το ικανότητα μέσω της οποίας τα ανθρώπινα όντα επιτυγχάνουν τις επιστήμες και τις τέχνες, και μέσω των οποίων είναι σε θέση να διακρίνουν μεταξύ καλών συνηθειών και καλές πράξεις από εκείνες που είναι κακές. Με αυτή την ικανότητα οι άνθρωποι είναι σε θέση να: Σκεφτείτε αν κάτι πρέπει να γίνει και μπορούν να αναγνωρίσουν τι είναι χρήσιμο, ευχάριστο και επιβλαβές (al-Fārābī VC: 165).

Η ορθολογική ικανότητα είναι τόσο θεωρητική όσο και πρακτική (al-Fārābī KS: 32–33; ΔΤ: 29–31). Στο θεωρητική πτυχή, η ορθολογική ικανότητα επιτρέπει στους ανθρώπους να επιτύχουν το γνώση των πραγμάτων που είναι με κάποιο τρόπο και δεν μπορούν να είναι διαφορετικά. Δηλαδή, οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να ενεργήσουν πάνω τους ή να τους αλλάξουν. Για Παράδειγμα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να αλλάξουμε το γεγονός ότι το τρία είναι περίεργο αριθμός και τέσσερις άρτιος αριθμός (al-Fārābī SA: §7, 15–16). Αντίθετα, στην πρακτική του πλευρά, η ορθολογική Η σχολή ασχολείται με εκείνα τα πράγματα που οι άνθρωποι μπορούν να ενεργήσουν και να αλλάξουν. Σε αυτό το πρακτική διάσταση, η ορθολογική ικανότητα περιλαμβάνει δεξιότητες και υπολογισμός. Οι δεξιότητες αναφέρονται στις αποκτηθείσες ικανότητες για εξάσκηση δραστηριότητες όπως ξυλουργική, γεωργία, ιατρική ή ιστιοπλοΐα, ενώ Ο υπολογισμός σχετίζεται με εκείνες τις καταστάσεις όπου πρέπει να συζητήσουμε για κάτι που θέλουμε να κάνουμε, όταν θέλουμε να το κάνουμε, είτε είναι είναι δυνατόν να γίνει και, ει δυνατόν, πώς πρέπει να γίνει (al-Fārābī VC: 208–209; SA: §7, 15–16).

Όπως μπορεί να φανεί, η ορθολογική ικανότητα είναι υπεύθυνη για τον άνθρωπο γνωστική λειτουργία σε όλες τις πτυχές της. Ωστόσο, αν και al-Fārābī δίνει μεγάλη σημασία σε αυτή τη σχολή, αφιερώνει επίσης μεγάλη προσοχή στην ίδια την ευφάνταστη σχολή και τις αλληλεπιδράσεις της με το ορθολογική ικανότητα. Οι δύο επόμενες ενότητες εξετάζουν λεπτομερέστερα το Ο ρόλος των ευφάνταστων και των ορθολογικών ή διανοητικών ικανοτήτων ανθρώπινη νόηση, αντίστοιχα.

3. Η συνάφεια της ευφάνταστης ικανότητας

Σύμφωνα με τον al-Fārābī η ευφάνταστη ικανότητα είναι πολύ ενεργός στις ανθρώπινες γνωστικές πράξεις. Όπως περιγράφεται παραπάνω, η λειτουργία του είναι να Διατηρήστε τις εντυπώσεις των αισθήσεων όταν δεν γίνονται πλέον αντιληπτές ως εξωτερικές ερεθίσματα, αλλά και να συνδυάσει, να συνθέσει, ακόμη και να αναπαράγει, αυτά Εντυπώσεις. Ακολουθώντας την αριστοτελική αφήγηση, Ο al-Fārābī πιστεύει ότι η ευφάνταστη ικανότητα είναι ενδιάμεσο μεταξύ των ευαίσθητων και ορθολογικών ικανοτήτων. Στην πραγματικότητα, στο Στην περίπτωση των ανθρώπων, η λειτουργία του είναι να παρέχει λόγο με το εντυπώσεις που επιτυγχάνονται μέσω των αισθήσεων, αλλά εξυπηρετεί επίσης το ορθολογική ικανότητα με άλλους τρόπους, όπως θα αποδειχθεί.

Στην κατάσταση εγρήγορσης, η ευφάνταστη ικανότητα ασχολείται μόνιμα με τις ορθολογικές, ορεκτικές και λογικές ικανότητες. Σε μια τέτοια κατάσταση Η λογική σχολή εργάζεται ενεργά σε αλληλεπίδραση με τους λογικούς και εντυπώσεις αίσθησης. Ομοίως, όπως αναφέρθηκε, η ευφάνταστη ικανότητα παρέχει τόσο τις ορθολογικές όσο και τις ορεκτικές ικανότητες με αυτές τις αισθήσεις Εντυπώσεις. Παρ 'όλα αυτά, όταν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου, το ευαίσθητο, Οι ορεκτικές και ορθολογικές ικανότητες παύουν τις δραστηριότητές τους, και αυτό είναι όταν η ευφάνταστη ικανότητα εκτελεί μια δική της ξεχωριστή ενέργεια. Δεδομένου ότι η ευαίσθητη σχολή είναι άνετη και δεν λαμβάνει πλέον Φρέσκες εντυπώσεις αίσθησης, η ευφάνταστη ικανότητα στρέφεται τώρα στο εντυπώσεις που διατηρούνται από μόνες τους, και ενεργεί πάνω τους μέσω σύνθεση και διαίρεση. Ως εκ τούτου, η ευφάνταστη ικανότητα έχει τη δύναμη να διατηρήσει και να χειριστεί τις εντυπώσεις των αισθήσεων μέσω της σύνθεσης ή διαίρεση, τόσο στην περίπτωση εκείνων που προσφέρονται πρόσφατα από τις αισθήσεις ενώ βρίσκεστε σε κατάσταση εγρήγορσης και εκείνων που έχουν αποθηκευτεί σε αυτήν (al-Fārābī VC: 210–227).

Εκτός από τις εξουσίες που περιγράφονται παραπάνω, η ευφάνταστη σχολή έχει μια ξεχωριστή ικανότητα, δηλαδή "αναπαραγωγική απομίμηση" ή μίμηση (muhākāt). Η αναπαραγωγική απομίμηση αναφέρεται στην ικανότητα που επιδεικνύει η ευφάνταστη ικανότητα να μιμείται ένα σειρά στοιχείων μέσω των αισθητηρίων που αποθηκεύονται σε αυτό. Δια μέσου Αυτές οι λογικές, η ευφάνταστη ικανότητα μπορεί να μιμηθεί εντυπώσεις που αφορούν την ευαίσθητη ικανότητα, κατανοητά που σχετίζονται με το ορθολογική ικανότητα, επιθυμίες που σχετίζονται με την ορεκτική ικανότητα, και Επίσης, πτυχές κατάλληλες για τη θρεπτική ικανότητα και ακόμη και την ιδιοσυγκρασία του σώματος (al-Fārābī VC: 210–213). Αυτός είναι ο λόγος η φαντασία έχει την ικανότητα να διεγείρει συγκεκριμένα συναισθήματα, Χιούμορ, επιθυμίες και ιδιοσυγκρασίες που κινούν το σώμα και το βάζουν δράση (al-Fārābī VC: 216–219).

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των φανταστικών και ορθολογικών ικανοτήτων, δεδομένου ότι η ευφάνταστη ικανότητα ασχολείται μόνο με αισθητά, προκειμένου να σχετίζονται με τα κατανοητά που πρέπει να τα μιμηθεί μέσω λογικά. Για το λόγο αυτό, όταν παρέχει τη θεωρία της προφητείας και μαντεία, ο al-Fārābī υποστηρίζει ότι ενώ η ενεργή Η διάνοια συνήθως επιτρέπει την πραγμάτωση του δυναμικού κατανοητά στην υλική διάνοια, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις το Η ενεργή διάνοια παρέχει άμεσα κατανοητά στοιχεία που είναι προσβάσιμα στην ευφάνταστη ικανότητα με τη μορφή ιδιαίτερων αισθητών. Αυτοί Τα γεγονότα μπορούν να λάβουν χώρα τόσο στην κατάσταση εγρήγορσης όσο και στην κατάσταση ύπνου, αλλά είναι μάλλον σπάνιο ενώ ξυπνάτε και περιορίζεται σε λίγους ανθρώπους (al-Fārābī VC: 220–223).

Όταν ένα άτομο έχει μια πολύ ισχυρή ευφάνταστη ικανότητα, σε μια τέτοια βαθμός στον οποίο δεν περιορίζεται πλέον στην παροχή εικόνων στο άλλες ικανότητες, είναι έτσι ελεύθερη να βιώσει αισθήσεις ακραίων ομορφιά και τελειότητα μέσω της μίμησης. Η υψηλότερη κατάταξη του Η τελειότητα που μπορεί να επιτύχει η ευφάνταστη ικανότητα είναι ακριβώς όταν Ένα άτομο αποκτά προφητεία ή επίγνωση του παρόντος ή του μέλλοντος γεγονότα, καθώς και την ικανότητα να βλέπουμε ένδοξα ή θεϊκά όντα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω των σημερινών και μελλοντικών στοιχείων και της υπερβατικά νοήσιμα των θείων όντων, και τα δύο χορηγούνται από το ενεργή διάνοια. Ωστόσο, ο al-Fārābī εξηγεί επίσης ένα σειρά κατώτερων τάξεων κάτω από αυτό το τελειότερο επίτευγμα της όρασης, το καθένα προοδευτικά πιο ατελές από το προηγούμενο όσον αφορά εάν η όραση λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης ή του ύπνου, και εάν το άτομο έχει πρόσβαση σε στοιχεία ή κατανοητά. Σύμφωνα με τον al-Fārābī, το πιο κοινό είδος οράματος είναι αυτή των ατόμων που λαμβάνουν στοιχεία ενώ κοιμούνται κράτος.

Αν και η αντίληψη του al-Fārābī για το ευφάνταστη ικανότητα απομακρύνεται από την άποψη του Αριστοτέλη, συνδυάζει ορισμένα στοιχεία που προέρχονται από τον ελληνιστικό και τον μέσο πλατωνισμό παραδόσεις που, όπως επισημαίνει ο Walzer (1957: 142-148), μπορεί να έχουν έχουν ληφθεί από τον Πορφύριο και τον Πρόκλο. Το αποτέλεσμα είναι ένα ψυχολογικό Εξήγηση της προφητείας και της μαντείας. Τα τελευταία χρόνια, οι μελετητές δουλεύοντας πάνω στην αραβική εκδοχή της πραγματείας του Αριστοτέλη Περί Μαντεία στον ύπνο (Hansberger 2008: 73–74, 2010: 158) πρότειναν ότι το έργο αυτό αποτελεί σχετική πηγή για την κατανόηση της ισλαμικής φιλοσοφικής αντίληψης της προφητείας, συμπεριλαμβανομένου του al-Fārābī. Η αραβική On Η μαντεία στον ύπνο είναι μια νοθευμένη εκδοχή του Αριστοτέλης κείμενο και παρέχει μια διαφορετική εξήγηση του αληθοφανή όνειρα μέσα σε ένα νεοπλατωνικό μεταφυσικό πλαίσιο, όπου ένα Η παγκόσμια διάνοια διανέμει αληθινά όνειρα και μερικούς ανθρώπους με εξαιρετικές ψυχολογικές ικανότητες είναι σε θέση να τις λάβουν και διερμηνεύω αυτούς.[4] Παρόλο που δεν γίνονται ρητές αναφορές στο Περί Μαντείας στο Κοιμηθείτε στο The Virtuous του al-Fārābī Πόλη, υπάρχουν αξιοσημείωτες ομοιότητες μεταξύ των δύο Πραγματείες.

4. Δόγμα για τη διάνοια

Έχει αναφερθεί ότι μέσω της διάνοιας ο άνθρωπος τα όντα γνωρίζουν κατανοητά, επιτυγχάνουν τις επιστήμες και τις τέχνες, και Να διακρίνουν και να στοχάζονται πάνω σε πρακτικά ζητήματα. Στην πραγματεία για την Διάνοια, γνωστή στα λατινικά ως De intellectu (Ramón Guerrero 2018), ο al-Fārābī παρέχει έναν πλήρη απολογισμό των διαφόρων εννοιών του όρου «aql (νοῦς, διάνοια ή λόγος) που αρχίζει με (1) τη χρήση που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν δώσει στον όρο, τότε (2) ο τρόπος εισόδου ποιοι ισλαμικοί θεολόγοι το έχουν χρησιμοποιήσει και, (3) τέλος, το διαφορετικό αισθήσεις που έχει στα έργα του Αριστοτέλη, συγκεκριμένα, στα μεταγενέστερα Analytics, Nicomachean Ethics, On the Soul, and Metaphysics (al-Fārābī LI: 3–4; ΟΙ: 68).

Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον όρο «aql» για να περιγράψουν την ικανότητα που δίνει τη δυνατότητα σε ένα άτομο να διακρίνει ποιες πράξεις είναι ενάρετες και ποιες δεν είναι μέσω διαβούλευσης. Αυτή η πρώτη αίσθηση είναι πολύ κοντά στο Η αντίληψη του Αριστοτέλη για τη σύνεση. Ομοίως, η ισλαμική Οι θεολόγοι χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο για να αναφερθούν σε εκείνες τις ενέργειες που γίνονται αποδεκτές ή αποκηρύσσεται γενικά ή από την πλειοψηφία. Πιο σημαντικό για μας Οι σκοποί σε αυτό το άρθρο είναι οι διαφορετικές έννοιες του όρου στο Αριστοτελικό corpus. Σύμφωνα με τον al-Fārābī, στο Posterior Analytics 2.19, «το aql γίνεται κατανοητό ως ικανότητα της ψυχής μέσω της οποίας βεβαιότητα σχετικά με την αναγκαιότητα, Είναι αλήθεια και επιτυγχάνονται συμπαντικές προϋποθέσεις. Οι εγκαταστάσεις αυτού του είδους είναι: δεν επιτυγχάνονται μέσω συλλογισμών, αλλά είναι παρόντες στο θέμα με προηγούμενο τρόπο, είτε από τη φύση είτε χωρίς να γνωρίζει κανείς πώς Αυτές οι εγκαταστάσεις αποκτήθηκαν. Ως εκ τούτου, αυτή η σχολή είναι μέρος του ψυχή με την οποία οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στις πρώτες αρχές του θεωρητικές επιστήμες. Θα αναφερθώ λεπτομερώς σε αυτή τη χρήση του όρου στο τελευταίο τμήμα αυτού του άρθρου (al-Fārābī LI: 5–9; ΟΙ: 69–70).

Στα Ηθικά Νικομάχεια 6.6, ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο νοῦ να αναφέρεται σε ένα μέρος της ψυχής, δηλαδή Σύνεση (Φροντίδα / Ta'aqqul), η ικανότητα αντίληψης μέσω της εμπειρίας τις αρχές των πρακτικών θεμάτων. Βεβαίως, όπως και ο Αριστοτέλης αναφέρεται στις πρώτες αρχές των θεωρητικών επιστημών, κρατά -και ο al-Fārābī μετά από αυτόν- ότι εκεί είναι επίσης πρώτες αρχές της πρακτικής επιστήμες.[5] Μια άλλη αίσθηση βρίσκεται στο On the Soul 3.4 όπου, σύμφωνα με στον al-Fārābī, ο Αριστοτέλης διαιρεί τη διάνοια σε (1) δυναμικό (γνωστό και ως υλικό ή παθητικό) («aql» bi-l-quwah), (2) πραγματική ή διάνοια στην πραγματικότητα («aql» bi'l-fi'l) (3) επίκτητη διάνοια («aql») al-mustafāḍ), και (4) ενεργός ή πράκτορας διάνοια («aql al-fa» «āl») (al-Fārābī LI: 9–11; LC: 215; ΟΙ: 70–71). Παρατηρήστε ότι αυτά τα στάδια δεν υπάρχουν στο Αριστοτέλης Περί την Ψυχή, αλλά στο Περί Διάνοιας του Αλεξάνδρου. Αυτή είναι μία από τις πτυχές που αποδεικνύουν ότι Ο al-Fārābī αντλεί εκτενώς από τον Αλέξανδρο, καθώς αρκετοί Οι μελετητές έχουν παρατηρήσει (Davidson 1992: 48–63 &; 65–70; Geoffroy 2002: 191–231; Βαγιάτ 2004: 33–42. López-Farjeat 2022). Τέλος, στη Μεταφυσική Λάμδα, σύμφωνα με την αφήγηση του al-Fārābī, ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην Πρώτη Αρχή των υπαρχόντων πραγμάτων ως την Πρώτη Διάνοια (al-Fārābī LI: 35–36; ΟΙ: 78).

Δεδομένου του σκοπού αυτού του άρθρου, η αφήγηση της διάνοιας ως που χρησιμοποιείται στο ψυχολογικό πλαίσιο του On the Soul αξίζει βαθύτερη εξέταση (al-Fārābī LI: 12–35; LC: 215–221; ΟΙ: 71–78). Η προσέγγιση αυτή είναι εξαντλητική εξετάστηκε τόσο στην Πραγματεία περί Διάνοιας όσο και στην Πραγματεία περί Διάνοιας Ενάρετη πόλη. Στο τελευταίο υπάρχει πλήρης περιγραφή του Τρόπος με τον οποίο ενεργεί η ορθολογική ή διανοητική ικανότητα (al-Fārābī VC: 196–211). Μια φορά Ο al-Fārābī εξήγησε τον ρόλο του ευφάνταστου ικανότητα ως εκείνη που παρέχει στη διάνοια τις εντυπώσεις που επιτυγχάνονται Μέσα από τις αισθήσεις, εξηγεί στη συνέχεια τη διαδικασία με την οποία γίνονται κατανοητά στην πράξη. Ακολουθώντας τον Αριστοτέλη και τον Αριστοτελικό παράδοση, ο al-Fārābī περιγράφει τη διάνοια ως η ίδια δυνητική ή, χρησιμοποιώντας την ορολογία του Αλεξάνδρου, έμφυτη "φυσική διάθεση" (ἐπιτηδειότης / isti'dād) (al-Fārābī VC: 198–199; Geoffroy 2002: 204). Αυτό το είδος διάνοιας είναι συχνά αποκαλούμενο "δυναμικό", "υλικό", ή "παθητική", και είναι απλά η ορθολογική ικανότητα με την οποία Όλα τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα.

Στην πραγματεία για τη διάνοια al-Fārābī αναφέρεται στην υλική διάνοια (νοῦς ὑλικὸς, ένας ελληνικός όρος που επινοήθηκε από Αλέξανδρος) ως ψυχή ή μέρος της ψυχής, ή μία από τις ικανότητες του την ψυχή, ή κάτι που είναι σε ισχύ για να αφαιρέσει τις μορφές από την ύλη τους και μετατρέποντάς τα σε μορφές για τον εαυτό της (al-Fārābī LI: 12–16; LC: 215; ΟΙ: 71–72).[6] Όταν αυτές οι μορφές αφαιρεθούν, γίνονται κατανοητές ή μορφές για την υλική διάνοια. Μπορούμε δικαίως να πούμε ότι για al-Fārābī η υλική διάνοια είναι σαν το θέμα όπου δημιουργούνται οι αφηρημένες μορφές, όπου η υλική διάνοια Το ίδιο γίνεται οι αφηρημένες μορφές, ακριβώς όπως το αποτυπωμένο αντικείμενο αφήνει το σημάδι του σε ένα κομμάτι κερί.

Πριν αφαιρεθεί μια μορφή των αντικειμένων έξω από την ψυχή, το Η υλική διάνοια είναι απλώς σε ισχύ για να λάβει αυτές τις μορφές ή δυνητικά κατανοητά· Αλλά όταν αυτά τα τελευταία έρχονται να είναι στο υλική διάνοια, η υλική διάνοια γίνεται πραγματική διάνοια και τα πιθανά κατανοητά πραγματώνονται. Τώρα, το Η ύπαρξη πραγματικών κατανοητών είναι διαφορετική από την ύπαρξή τους ως δυνητικά κατανοητά ή μορφές στην ύλη. Όταν είναι έξω από την ψυχή και συνδέονται με την ύλη, οι μορφές επηρεάζονται από τον τόπο, το χρόνο, τη θέση, ποσότητα, και τα παρόμοια. Αλλά όταν οι μορφές πραγματώνονται στην ψυχή, Πολλές από αυτές τις ιδιότητες αφαιρούνται και έτσι γίνεται η ύπαρξή τους διαφορετικό από την προηγούμενη ύπαρξή τους ως μορφές σωμάτων έξω από το ψυχή (al-Fārābī LI: 16–17; LC: 216; ΟΙ: 72).

Δεδομένου ότι η πραγματική διάνοια γίνεται η ίδια τα πραγματικά κατανοητά, Τότε είναι ένα και το αυτό πράγμα: αυτό που γίνεται κατανοητό δεν είναι διαφορετικό από την ίδια τη διάνοια, αφού το πραγματικό κατανοητό έχει Γίνετε η μορφή της πραγματικής διάνοιας. Αν έρθουν άλλα κατανοητά Για να είναι στην πραγματική διάνοια, θα πραγματοποιηθούν επίσης. Ως Κατά συνέπεια, η πραγματική διάνοια θα είναι σε θέση να κατανοήσει την δική της και όχι μέσω μορφών στην ύλη έξω από τον εαυτό της. Όταν αυτό Το στάδιο της διάνοιας επιτυγχάνεται, η πραγματική διάνοια γίνεται η η λεγόμενη «επίκτητη» διάνοια (al-Fārābī ΛΙ: 19–21. LC: 216–217; ΟΙ: 72–73).

ότι οι μορφές που συνδέονται με την ύλη πρέπει να αφαιρεθούν προκειμένου γίνονται πραγματικά κατανοητά στην πραγματική διάνοια, η διαδικασία της δεν απαιτείται αφαίρεση στην περίπτωση μορφών χωριστών από την ύλη, Δηλαδή, οι ξεχωριστές οντότητες που ανήκουν στο υπερσελήνιο βασίλειο. Αυτές οι ξεχωριστές μορφές γίνονται αντιληπτές από τη διάνοια όχι ως πραγματικές διάνοια αλλά ως επίκτητη διάνοια, και έτσι γίνονται μορφές γι 'αυτήν. Επιπλέον, η επίκτητη διάνοια είναι μια τελειότητα του ανθρώπου διάνοια επειδή δεν έχει ανάγκη να εκτελέσει τη δραστηριότητα του αφαίρεση προκειμένου να συλληφθούν μορφές που υπάρχουν χωριστά από την ύλη. Με άλλα λόγια, είναι η επίκτητη διάνοια που επιτρέπει την σύλληψη ξεχωριστών μορφών με τη βοήθεια της ενεργού διάνοιας. Προφανώς, αυτή η άποψη διαφέρει από την αρχική θέση του Αριστοτέλη, δεδομένου ότι al-Fārābī, για άλλη μια φορά μετά τον Αλέξανδρο, συνδέσεις ψυχολογία και κοσμολογία, δηλαδή η επίκτητη διάνοια και η ενεργή διάνοια.

Όσον αφορά την ενεργό διάνοια, όπως αναφέρθηκε στην πρώτη ενότητα, Αυτή η διάνοια είναι μια ξεχωριστή μορφή, η οποία δεν συνδέεται με την ύλη, και ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι. Σύμφωνα με al-Fārābī, στο είδος του η ενεργός διάνοια είναι μια Πραγματική διάνοια αρκετά παρόμοια με την επίκτητη διάνοια. Το ενεργό Η διάνοια είναι αυτή που μετατρέπει την υλική διάνοια σε πραγματική διάνοια και τι μετατρέπει τα πιθανά κατανοητά σε πραγματικά κατανοητά. Για να περιγράψει τη βοήθεια της ενεργού διάνοιας στο αυτή τη διαδικασία, ο al-Fārābī καταφεύγει στο γνωστό αναλογία του φωτός, που χρησιμοποιήθηκε από τον Αριστοτέλη στο Περί Ψυχής 3, το οποίο προκάλεσε πολλές συζητήσεις μεταξύ της ύστερης αρχαιότητας και του μεσαίωνα σχολιαστές του Αριστοτέλη.

Ο τρόπος με τον οποίο ο al-Fārābī χτίζει την αναφερόμενη αναλογία αντηχεί Αλέξανδρος και Θεμίστιος (Davidson 1992: 50). Al-Fārābī περιγράφει τη σχέση της ενεργού διάνοιας και του υλικού διάνοια όπως αυτή που κρατιέται μεταξύ του ήλιου και της όρασης (al-Fārābī LI: 24–27; LC: 218–219; ΟΙ: 74–75). Όπως δηλώνει ο H. A. Davidson (1992: 50–51), το Η αναλογία βασίζεται στη θεωρία της όρασης του Αριστοτέλη, αλλά Ο al-Fārābī τονίζει τον ήλιο ως πηγή του φως.[7] Ως εκ τούτου, ο al-Fārābī εξισώνει τον ήλιο ως πηγή φως με την ενεργό διάνοια και όχι με το ίδιο το φως. Μέσα Αυτή η αίσθηση, ακολουθώντας την περιγραφή του Davidson, το φως από το Ο ήλιος κάνει τέσσερα πράγματα: (1) μπαίνει στο μάτι και στρέφει τις δυνατότητές του όραμα σε πραγματικό όραμα. (2) επιτρέπει δυνητικά ορατά χρώματα να γίνει ορατό στην πραγματικότητα. (3) η ίδια γίνεται ορατή στο μάτι; και (4) καθιστά τον ήλιο, την πηγή του, ορατό στο μάτι. Ο Η αναλογία λειτουργεί ως εξής: (1) η ενεργός διάνοια στρέφει το υλικό ή παθητική διάνοια σε διάνοια στην πραγματικότητα. (2) μεταμορφώνεται δυνητικά κατανοητά (εντυπώσεις αίσθησης αποθηκευμένες στο ευφάνταστο) σχολή) σε πραγματικά κατανοητά. (3) η ίδια καθίσταται κατανοητό αντικείμενο για την ανθρώπινη διάνοια. και (4) καθιστά το Η ενεργός διάνοια ως κατανοητό αντικείμενο για την ανθρώπινη διάνοια. Με αυτή την αναλογία, ο al-Fārābī προτείνει ότι το ενεργό Η διάνοια παρέχει κάποιο είδος φωτισμού ή ροής φωτός με το οποίο Η ανθρώπινη διάνοια πραγματώνεται επιτρέποντάς της να συλλάβει τις μορφές με αφαίρεση.

Μέσω της διάνοιας που περιγράφεται, η ενεργός διάνοια κάνει Οι μορφές που είναι στην ύλη σταδιακά πιο άυλες και φέρνουν σχετικά με την αποκτηθείσα διάνοια. Δεδομένου ότι η επίκτητη διάνοια είναι του Όπως και η ενεργός διάνοια, έτσι γίνεται και η ανθρώπινη διάνοια προοδευτικά πιο κοντά στην ενεργό διάνοια. Κατά την άποψη της al-Fārābī, αυτός είναι ακριβώς ο απώτερος στόχος και ευτυχία (sa'ādah) των ανθρώπων, και αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνουν την οριστική τελειότητα: Μέσω της διανοητικής διαδικασίας η επίκτητη διάνοια σταδιακά γίνεται μια ουσία που εκτελεί τη δράση δυνάμει της οποίας συνειδητοποιεί πλήρως τον εαυτό του ως ουσία και, με αυτόν τον τρόπο, παραμένει μέσα Ύπαρξη στη μετά θάνατον ζωή (Hayāh al-ākhīrah) (al-Fārābī LI: 27, 31–32, LC: 219–220; ΟΙ: 75–76). Μέσα από αυτή τη σταδιακή διαδικασία τελειοποίησης, το αποκτηθέν Η διάνοια καταλήγει να ενεργεί μόνο μέσα της, εξισώνοντας τη δική της δράση με τη δική του ύπαρξη. Όταν επιτευχθεί αυτό το στάδιο, το σώμα δεν είναι χρειαζόταν πλέον ως ύλη για να επιβιώσει, ενώ ήταν Αρχικά απαιτείται για ενέργειες όπως η αίσθηση και η φαντασία τόπος. Ως εκ τούτου, η πιο τέλεια κατάσταση που μπορεί να επιτύχει η διάνοια είναι όταν Μπορεί να επιβιώσει ανεξάρτητα από το σώμα. Παρ 'όλα αυτά, ο τρόπος που ο al-Fārābī κατανόησε τη σχέση μεταξύ του επίκτητες και πράκτορες διάνοιες, επικρίθηκε σκληρά από τον Αβερρόη, ο οποίος έκρινε αδύνατο να συλλάβει τη μετατροπή του υλικού διάνοια μέσα στον φθαρτό άνθρωπο σε άυλο και αιώνια ουσία στο επίπεδο της διάνοιας του παράγοντα (LCD Averroes: 387–388).

5. Θεωρία της επιστημονικής γνώσης

Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη ενότητα, ο όρος «aql (διάνοια) χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους. Ασχοληθήκαμε με τον τρόπο εισόδου το οποίο ο al-Fārābī το χρησιμοποιεί στο ψυχολογικό πλαίσιο του Η πραγματεία του Αριστοτέλη Περί ψυχής. Ωστόσο, στο δικό του περιγραφή των διαφορετικών εννοιών του όρου, al-Fārābī αναφέρεται επίσης στη χρήση του στο Posterior Analytics 2.19, όπου Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο νοῦς σε ένα επιστημολογικό πλαίσιο όταν μιλά για μια ικανότητα της ψυχής από μέσα για τα οποία βεβαιότητα σχετικά με τις αναγκαίες, αληθινές και καθολικές προϋποθέσεις επιτυγχάνεται. Στους Αφορισμούς του al-Fārābī περιγράφει τη θεωρητική διάνοια με τους ίδιους όρους όταν λέει: ότι αυτή η διάνοια,

είναι η ικανότητα με την οποία επιτυγχάνουμε από τη φύση μας, και όχι με εξέταση ή συλλογιστική συλλογιστική, ορισμένες γνώσεις σχετικά με τα απαραίτητα, καθολικές εγκαταστάσεις που είναι αρχές των επιστημών. (al-Fārābī SA: §34, 28–29)

Με τις «αρχές των επιστημών», al-Fārābī αναφέρεται σε αρχές όπως «το σύνολο είναι μεγαλύτερο από το μέρος», «ποσά ίσα με ένα ενιαίο ποσό είναι αμοιβαία ίσο», και υποθέσεις αυτού του είδους, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη ρητά για άλλη μια φορά. Αυτές οι εγκαταστάσεις είναι το πρώτο σημείο από το οποίο ένα πράγμα είναι γνωστό ή γίνεται γνωστό (Αριστοτέλης Μεταφυσικά 5, 1013a18). Όπως εξηγήθηκε προηγουμένως, η ανθρώπινη διάνοια περνά από ικανότητα δράσης μέσω της βοήθειας της ενεργού διάνοιας, και Όταν η διάνοια στην πράξη γίνεται επίκτητη διάνοια και φτάνει στο ικανότητα κατανόησης από μόνη της, αυτό σημαίνει ότι έχει ήδη την πραγματική διάθεση να συμπεράνει και να αιτιολογήσει από μόνη της. Με άλλα λόγια, η Η διάνοια έχει αποκτήσει τη συνήθεια της γνώσης, και ως εκ τούτου είναι σε θέση για την απόκτηση επιστημονικών γνώσεων («ilm»). Η κατανόηση του Al-Fārābī για την «επιστημονική γνώση», δεν έχει καμία σχέση με τη σύγχρονη έννοια του "επιστήμη"; μάλλον χρησιμοποιεί την έννοια του Αριστοτέλη για την αποδείξις, δηλαδή ένα είδος γνώσης που εγγυάται βεβαιότητα, και περιορίζεται στα μαθηματικά και τη μεταφυσική. Σε αυτό το Ο σεβασμός, ο Αριστοτέλης και η αριστοτελική παράδοση μετά από αυτόν είναι μακριά από τη σύγχρονη πειραματική επιστήμη, δεδομένου ότι το κύριο μέλημα του πρώτου είναι η επίτευξη της απόλυτης βεβαιότητας. Σύμφωνα με al-Fārābī, η επιστημονική γνώση είναι μια αρετή του θεωρητική διάνοια που επιτρέπει στην ορθολογική ψυχή να επιτύχει βεβαιότητα για εκείνα τα όντα των οποίων η ύπαρξη και η σύσταση δεν το κάνουν εξαρτώνται από το ανθρώπινο τέχνασμα, καθώς και από το ποια είναι αυτά τα όντα και πώς είναι,

από επιδείξεις που αποτελούνται από ακριβείς, απαραίτητες και πρωτογενείς Προϋποθέσεις για τις οποίες η διάνοια γίνεται βέβαιη και αποκτά γνώση από τη φύση. (al-Fārābī SA: §35, 29)

Αυτή η γλώσσα μοιάζει με εκείνη που βρίσκεται στο Posterior Analytics 2.19, καθώς και στο Nicomachean Ethics 6.3.

Ακολουθώντας την εξήγηση του al-Fārābī για το 'ilm στους Αφορισμούς του, υπάρχουν δύο τύποι επιστημονικές γνώσεις: (1) να βεβαιωθεί για την ύπαρξη και την λόγος ύπαρξης ενός πράγματος και γιατί δεν μπορεί να είναι αλλιώς; και (2) να βεβαιωθεί για την ύπαρξη ενός πράγματος και Γιατί δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο, αλλά χωρίς να εξετάσουμε τον λόγο για την ύπαρξή του.

Ο Al-Fārābī συνεχίζει ορίζοντας την επιστημονική γνώση ως να είναι ακριβείς, σίγουρες και σταθερές σε κάθε δεδομένη στιγμή, η οποία σημαίνει ότι δεν αλλάζει με την πάροδο του χρόνου και δεν μπαινοβγαίνει ύπαρξη. Η βεβαιότητα δεν μπορεί να περιέχει αμφιβολία και ψεύδος, αφού αυτό που μπορεί με οποιονδήποτε τρόπο να είναι ψευδής, δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο ή να ειπωθεί ότι είναι γνώση. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, επισημαίνει ο al-Fārābī ότι οι αρχαίοι δεν θεωρούσαν την αίσθηση του τι μπορεί να αλλάξει ως γνώση; Αντίθετα, η επιστημονική γνώση περιορίζεται στην «βεβαιότητα» για την ύπαρξη πραγμάτων που δεν μπορούν ενδεχομένως να αλλάξει. Για να το εξηγήσουμε αυτό, al-Fārābī προσφέρει το παράδειγμα ότι ο αριθμός τρία είναι πάντα μονός αριθμός, και πώς δεν μπορεί να είναι διαφορετικά.

Η έννοια της «βεβαιότητας» (yaqīn) έχει σχετική θέση στην επιστημολογία του al-Fārābī και είναι συνδέεται επίσης με την αντίληψή του για τις λογικές τέχνες. Στην πραγματικότητα, αυτός κατανοεί τη λογική (manṭiq) ως εργαλείο (ālah) αυτό οδηγεί σε βεβαιότητα όταν χρησιμοποιείται σωστά. Αυτός συλλαμβάνει πέντε λογικές τέχνες: επίδειξη, διαλεκτική, σοφιστεία, ρητορική και ποιητική (al-Fārābī ES: 37–45; Κλέβεν 2023). Η διαλεκτική γεννά την πίστη (ẓann) μέσω επιχειρημάτων που βασίζονται σε γενικά αποδεκτές απόψεις· σοφιστεία είναι μια λογική τέχνη που κάνει τις γενικές απόψεις να φαίνονται αληθινές. ρητορική πείθει μέσω ελκυστικών ευγλωττιών. Η ποιητική πείθει με μέσα δελεαστικών ή αποκρουστικών εικόνων. Τέλος, η επίδειξη, η υψηλότερη των λογικών τεχνών, οδηγεί στη βεβαιότητα μέσω καθολικών και αναγκαίος υποστατικά.[8] Οι μη επιδεικτικές λογικές τέχνες – διαλεκτική, σοφιστεία, ρητορική και ποιητική – γεννούν απόψεις σε διαφορετικούς βαθμούς ενώ, αντίθετα, η επίδειξη δημιουργεί βεβαιότητα. Ωστόσο, σε Ορισμένα μέρη ο al-Fārābī παραδέχεται ότι θα μπορούσε να συμβαίνει ότι αυτές οι μη επιδεικτικές τέχνες θα οδηγούσαν σε συναίνεση σε πεποιθήσεις σε ένα πολύ κοντά στη βεβαιότητα (al-Fārābī KB: 20–21; ΜΝ: 64–65). Για το λόγο αυτό, όπως έχει ο D. Black (2006: 11–45) επισημάνθηκε, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση σε al-Fārābī μεταξύ «βεβαιότητας» (yaqīn) και «απόλυτη βεβαιότητα» (al-yaqīn 'alā al-iṭlāq).

Υπάρχουν δύο έργα όπου ο al-Fārābī αντιμετωπίζει την έννοια απόλυτης βεβαιότητας στη λεπτομέρεια. Το πρώτο είναι το βιβλίο του Διαδήλωση (Kitāb al-burhān) και η δεύτερη είναι το βιβλίο για τις συνθήκες βεβαιότητας (Kitāb Šara'iṭ al-yaqīn). Και στις δύο πραγματείες Το al-Fārābī παρέχει ορισμένες προϋποθέσεις για απόλυτη βεβαιότητα. Η δεύτερη πραγματεία περιέχει μια εξαντλητική περιγραφή αυτών συνθήκες, έξι στον αριθμό: (1) να πιστεύουν ότι κάτι υπάρχει σε μερικούς τρόπο και όχι άλλο, (2) να συμφωνήσει ότι αυτή η πεποίθηση αντιστοιχεί και είναι δεν αντιτίθεται στην εξωτερική ύπαρξη του πράγματος, (3) να γνωρίζει το αντιστοιχία μεταξύ της πεποίθησης της ύπαρξης και της ύπαρξης του πράγματος στην πραγματικότητα, (4) να γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατόν για αυτό αλληλογραφία να συμβεί και να υπάρξει αντίθεση, (5) να γνωρίζουμε ότι η αντίθεση μεταξύ πίστης και πραγματικότητας δεν μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, και (6) να γνωρίζουν ότι όλα αυτά δεν είναι τυχαία, αλλά ουσιώδη (al-Fārābī KY: 98). Σύμφωνα με τον D. Black (2006: 16), Αυτές οι συνθήκες μπορούν να γίνουν κατανοητές ως εξής:
  • S πιστεύει ότι p (η προϋπόθεση πεποίθηση);
  • p είναι αλήθεια (η συνθήκη αλήθεια)?
  • Ο S γνωρίζει ότι το p είναι αλήθεια (η γνώση κατάσταση);
  • Είναι αδύνατο το p να μην είναι αλήθεια (η αναγκαιότητα κατάσταση);
  • Δεν υπάρχει χρόνος κατά τον οποίο το p μπορεί να είναι ψευδές (η αιωνιότητα κατάσταση); και
  • Οι συνθήκες 1-5 ισχύουν ουσιαστικά, όχι τυχαία (το κατάσταση μη ατυχήματος).
Ο D. Black συνειδητοποιεί ότι τα τρία πρώτα του al-Fārābī Οι συνθήκες βεβαιότητας φαίνεται να παραπέμπουν στην παραδοσιακή τριμερή ορισμός της γνώσης ως «δικαιολογημένη αληθινή πίστη», ένα ουσιαστική και συζητούμενη έννοια στη σύγχρονη επιστημολογία. Ωστόσο, καθώς Η ίδια η D. Black παρατηρεί, στο al-Fārābī το προϋπόθεση αιτιολόγησης, δηλαδή «έχοντας βάσιμους λόγους ή επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να πιστέψουμε κάτι», αντικαθίσταται από το κατάσταση γνώσης και, με αυτή την έννοια, η ίδια η γνώση γίνεται μια απαραίτητο συστατικό με βεβαιότητα και, ως εκ τούτου, είναι ανεπαρκές για την ανύψωση μιας πεποίθησης στο καθεστώς της απόλυτης βεβαιότητας. Για αυτό Ο λόγος, η βεβαιότητα για τον al-Fārābī απαιτεί δύο προϋποθέσεις από τον γνώστη: (1) να γνωρίζει ότι μια πρόταση Χ είναι αληθής, και (2) να γνωρίζει ότι ξέρει. Αυτό είναι πολύ κοντά, όπως παρατηρεί ο D. Black, σε αυτό που η σύγχρονη επιστημολογία αποκαλεί «δεύτερο τάξη-γνώση» (Black 2006: 19–21).

Στο βιβλίο της επίδειξης ο al-Fārābī αναφέρει: ότι ο στόχος της επιστημονικής επίδειξης είναι ακριβώς απόλυτος ή απαραίτητη βεβαιότητα (al-Fārābī KB: 26; ΜΝ: 68). Σε ένα πολύ σύντομη πραγματεία με τίτλο Εισαγωγική επιστολή για τη λογική (Risālah sudira bihā al-kitāb) al-Fārābī γράφει:

Ο φιλοσοφικός λόγος ονομάζεται επιδεικτικός. Επιδιώκει να διδάξει και Καταστήστε σαφή την αλήθεια στα πράγματα που είναι τέτοια που παρέχουν ορισμένες γνώσεις. (al-Fārābī IR: 231)

Φαίνεται, επομένως, ότι ο al-Fārābī έχει μια αυστηρή σύλληψη της επιδεικτικής επιστήμης εμπνευσμένη από τα Μεταγενέστερα Αναλυτικά στοιχεία του Αριστοτέλη. Παρ 'όλα αυτά, αν και Ο al-Fārābī δίνει επίδειξη και απόλυτη βεβαιότητα σχετική θέση στην αντίληψή του για τη φιλοσοφία, θεωρεί επίσης ότι Η γνώση μας δεν περιορίζεται στην απόλυτη βεβαιότητα. Λαμβάνει επίσης Εξετάστε άλλες μορφές γνώσης που μπορούν να μας οδηγήσουν σε αυτό που πρέπει να ονομάζεται μη αναγκαία βεβαιότητα, όπως συμβαίνει με τις διαφορετικές Είδη γνώσης που επιτυγχάνουμε μέσω της μη-επιδεικτικής λογικής τέχνες. Στο πλαίσιο αυτό, ο al-Fārābī θεωρεί ότι από την διαφορετικά είδη επιχειρημάτων μπορούμε να συλλάβουμε διαφορετικούς βαθμούς βεβαιότητα και ως εκ τούτου, διαφορετικά είδη πεποιθήσεων (από απόλυτη βεβαιότητα έως μη αναγκαία βεβαιότητα ή ισχυρή πεποίθηση).
---------------------------------
Σημειώσεις για την ψυχολογία και την επιστημολογία του al-Farabi

1. «(...) Η ψυχή είναι εκείνη με την οποία το έμψυχο Η ουσία – εννοώ αυτό που παραδέχεται τη ζωή – πραγματοποιείται ως ουσία» (al-Fārābī PA: 116).

2. Η μόνη πραγματεία όπου ο φυσικός κόσμος περιγράφεται ως προερχόμενος από τη διάνοια του παράγοντα είναι Η πραγματεία για τη διάνοια. Στο Πολιτικό Καθεστώς και την Ενάρετη Πόλη, όμως, Αυτό το έργο ανατίθεται στις ουράνιες σφαίρες.

3. Για περαιτέρω ανάλυση και συζήτηση σχετικά με την επιρροή και την αιτιώδη συνάφεια των τα ουράνια σώματα βλέπε Druart 1981: 35–45.

4. Πρβλ. Hansberger 2008: 73 και 2010: 158· Daiber 1997: 40. Για έναν Αριστοτελικό ερμηνεία αλλά σε διαφορετική κατεύθυνση δείτε Streetman 2008: 211–246.

5. Για την εξέταση της έννοιας αυτών των πρώτων αρχών ή πρακτικές επιστήμες, πρβλ. Druart 1995: 476–485 &; 1997: 403–423.

6. Για μια ολοκληρωμένη ανάλυση του al-Fārābī κατανόηση της αφαίρεσης βλέπε Taylor 2006: 151–168.

7. Για περαιτέρω συζήτηση σχετικά με τη χρήση αυτής της αναλογίας βλέπε Eastwood 1979: 423–425.

8. Για Η κατανόηση της επίδειξης από τον al-Fārābī βλ. Γκάλστον 1981: 23–34. Για τους διάφορους τύπους επίδειξης εισήχθη από τον al-Fārābī στο Βιβλίο του Επίδειξη, βλέπε Strobino 2019, 42–62.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

Γ1.3. Λειτουργία των «Ομηρικών ύμνων»

Πλαίσιο εκτέλεσης των «Ομηρικών ύμνων»

Στο τέλος του "δηλιακού" τμήματος του «Ύμνου στον Απόλλωνα» περιγράφεται μια Ιωνική πανήγυρις προς τιμήν του Απόλλωνα στη Δήλο (στ. 146-178). Ο αφηγητής απευθύνεται στον χορό των Δηλιακών κοριτσιών και τους ζητάει να αναγνωρίσουν τον ίδιο ως τον πιο ευφρόσυνο τραγουδιστή που επισκέφτηκε ποτέ το νησί τους (στ. 171-178):

Κι εσείς με προθυμία όλες μαζί αποκριθείτε ευνοϊκά
άνδρας τυφλός και κατοικεί στη Χίο την πετρώδη,
που τ᾽ άσματά του θ᾽ αριστεύουνε στο μέλλον.
Κι εμείς θα διαδίδουμε το κλέος σου, όσο πάνω στη γη
στις πόλεις των ανθρώπων τριγυρνάμε τις καλοχτισμένες
και τότε αυτοί θα πείθονται, γιατί αυτή ᾽ναι η αλήθεια.
Όμως εγώ τον μακροβόλο δεν θα πάψω Απόλλωνα
να υμνώ τον αργυρότοξο που γέννησε η καλλίκομη Λητώ.


Σε αυτό το απόσπασμα ο υμνωδός σκιαγραφείται ως ο τυφλός ποιητής που ο ίδιος εκτελεί τον «Ύμνο στον Απόλλωνα» σε μια θρησκευτική εορταστική συγκέντρωση στη Δήλο - όπως και σε άλλες πόλεις κατά την περιοδεία του στον ελληνικό κόσμο. Παραθέτοντας μεταξύ άλλων και αυτούς τους στίχους, ο Θουκυδίδης (3.103.3-6) αποδίδει την πατρότητα του «Ύμνου στον Απόλλωνα» στον Όμηρο και εξηγεί ότι στη Δήλο από τα παλαιότερα χρόνια μαζεύονταν Ίωνες και κάτοικοι των γύρω νησιών, για να παρακολουθήσουν τους γυμνικοὺς καὶ μουσικοὺς αγώνες (δηλαδή αθλητικούς και ποιητικούς διαγωνισμούς), στους οποίους πολλές Ιωνικές πόλεις έστελναν συμμετοχές. Ασχέτως αν αυτή η περιγραφή είναι ακριβής ή όχι στις λεπτομέρειές της, είναι φανερό ότι οι ύμνοι εκτελούνταν από περιοδεύοντες ραψωδούς σε μεγάλες πανηγύρεις προς τιμήν των θεών. Συχνά, μάλιστα, οι απαγγελίες τους είχαν διαγωνιστικό χαρακτήρα (τελούνταν δηλ. στο πλαίσιο ποιητικών αγώνων σε μεγάλες εορτές), όπως δηλώνεται στην "επίκληση" κάποιων ύμνων· βλ. λ.χ. τον μικρό «Ύμνο στην Αφροδίτη», όπου ο τραγουδιστής ζητάει από τη θεά να του χαρίσει τη νίκη στον ποιητικό αγώνα:

«6. Εἰς Ἀφροδίτην» (στ. 19-20)

Χαῖρ' ἑλικοβλέφαρε γλυκομείλιχε, δὸς δ' ἐν ἀγῶνι
νίκην τῷδε φέρεσθαι, ἐμὴν δ' ἔντυνον ἀοιδήν.


Μετάφραση:

Χαίρε ελικοβλέφαρη γλυκόλαλη, δώσε σε τούτον τον αγώνα
να οδηγηθώ στη νίκη εγώ κι ομόρφυνέ μου το άσμα.

Επίσης, εκτός από την παράστασή τους σε δημόσιες θρησκευτικές εορτές, οι ύμνοι μπορούσαν να εκτελούνται και σε ιδιωτικά πλαίσια, ίσως σε συμπόσια ή σε ευωχίες στις βασιλικές αυλές. Ένα αντίστοιχο παράδειγμα διασώζει η Οδύσσεια: ο αοιδός Δημόδοκος διασκεδάζει τους καλεσμένους του βασιλιά των Φαιάκων και, ανάμεσα σε δύο ηρωικά άσματα (τα οποία τραγουδά σε δύο διαδοχικές βραδιές, μετά το δείπνο), παρεμβάλλει και ένα τραγούδι για την ερωτική σχέση της Αφροδίτης με τον Άρη (8.266-366). Η πρώτη αοιδή του Δημοδόκου (για τη φιλονικία ανάμεσα στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, 8.73-82) και η τελευταία (για τον Δούρειο Ίππο και την πτώση της Τροίας, 8.499-520) συνδέονται θεματικά (και οι δύο προβάλλουν την επινοητικότητα του Οδυσσέα), αλλά όχι χρονικά (καθώς ανήκουν στην αρχή και το τέλος του πολέμου). Το τραγούδι για την παγίδευση του Άρη και της Αφροδίτης από τον Ήφαιστο εκτελείται το πρωί σε ένα δημόσιο (αλλά όχι θρησκευτικό) εορτασμό, που περιελάμβανε και άλλα είδη χορών και αγώνων.

"Προοίμια"

Το γενικό όνομα των «Ομηρικών ύμνων» είναι, κατά τις αρχαίες μαρτυρίες, προοίμια. Για παράδειγμα, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει προοίμιον τον εκτενή «Ύμνο στον Απόλλωνα» (3.104: δηλοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος ὅτι τοιαῦτα ἦν ἐν τοῖς ἔπεσι τοῖσδε, ἅ ἐστιν ἐκ προοιμίου Ἀπόλλωνος). Και ο Πίνδαρος υποστηρίζει στην αρχή του δεύτερου Νεμεόνικου ότι οι Ομηρίδες αρχίζουν τις απαγγελίες τους με ένα προοίμιον στον Δία (2.1-3: Ὁμηρίδαι / ῥαπτῶν ἐπέων τὰ πόλλ᾽ ἀοιδοί / ἄρχονται, Διὸς ἐκ προοιμίου). Εξάλλου, η Οδύσσεια διασώζει μια αντίστοιχη μαρτυρία: ο αοιδός Δημόδοκος ξεκινά το τραγούδι του με επίκληση στον θεό (Οδ. 8.499: Ὣς φάθ᾽, ὁ δ᾽ ὁρμηθεὶς θεοῦ ἄρχετο, φαῖνε δ᾽ ἀοιδήν).

Ο χαρακτηρισμός προοίμια ερμηνεύεται ότι δηλώνει τη λειτουργία των ύμνων στο πλαίσιο μιας εορταστικής συνάθροισης, ότι δηλ. αποτελούσαν εισαγωγή στην απαγγελία επικών ποιημάτων (πρό + οἴμη: πριν από το τραγούδι). Και πραγματικά πολλοί από τους μικρούς ύμνους φαίνεται ότι ήταν "εισαγωγικοί" σε μια ραψωδική απαγγελία, καθώς καταλήγουν σε έναν μεταβατικό προς την απαγγελία λογότυπο, ο οποίος υποδεικνύει ότι ο ποιητής θα συνεχίσει με ένα άλλο τραγούδι. Παράδειγμα:

«9. Εἰς Ἄρτεμιν» (στ. 9)

σεῦ δ' ἐγὼ ἀρξάμενος μεταβήσομαι ἄλλον ἐς ὕμνον.

Μετάφραση:

κι αφού από σένα αρχίσω θα περάσω σ' άλλον ύμνο.

Μάλιστα, σε κάποιους ύμνους ξεκάθαρα δηλώνεται ότι μετά τον ύμνο θα ακολουθήσει ένα επικό ποίημα· λ.χ.:

«32. Εἰς Σελήνην» (στ. 17-20)

Χαῖρε ἄνασσα θεὰ λευκώλενε δῖα Σελήνη
πρόφρον ἐϋπλόκαμος· σέο δ᾽ ἀρχόμενος κλέα φωτῶν
ᾄσομαι ἡμιθέων ὧν κλείουσ᾽ ἔργματ᾽ ἀοιδοὶ
Μουσάων θεράποντες ἀπὸ στομάτων ἐροέντων.


Μετάφραση:

Χαίρε άνασσα θεά λευκόχερη θεία Σελήνη
φιλόφρονη ευπλόκαμη· αφού από σένα αρχίσω, ανδραγαθήματα ανδρών
θα ψάλω ημίθεων που τα έργα τους παινεύουν οι αοιδοί,
των Μουσών οι θεράποντες με τα γλυκά τους στόματα.

Επίσης, κάποιοι ύμνοι είναι τόσο σύντομοι, που αποτελούν στην πραγματικότητα λογότυπους αρχής και τέλους, ανάμεσα στους οποίους θα παρεμβάλλονταν η "διήγηση" ανάλογα με το εορταστικό πλαίσιο· λ.χ.:

«13. Εἰς Δημήτραν»

Αρχίζω την καλλίκομη σεμνή θεά τη Δήμητρα να υμνώ,
αυτή και την πανέμορφή της κόρη, την Περσεφόνη.
Χαίρε θεά και σώσε αυτή την πόλη, και το άσμα μου κατεύθυνε.


Από την άλλη, όμως, κάποιοι μικροί ύμνοι δεν πρέπει να ήταν "εισαγωγικοί", αφού λείπει στην "επίκληση" ο τυπικός μεταβατικός λογότυπος ή έχει αντικατασταθεί από μια ευχετική διατύπωση· λ.χ.:

«30. Εἰς Γῆν μητέρα πάντων»

Θα τραγουδήσω τη Γη, στεριοθέμελη, μάνα των πάντων,
την πρωτοσέβαστη, αυτή που τα πάντα στον κόρφο της θρέφει·
από τα πλούτη σου θρέφονται, Γη, κι όσα πάνω στο θείο
χώμα βαδίζουν, κι αυτά που πετούν, κι όσα πλένε στο κύμα.
Και των καλών των παιδιών
και των πλούσιων καρπών είσαι η μάνα·
στην εξουσία σου, κυρά, τη ζωή στους θνητούς να χαρίζεις
και να την παίρνεις ξανά· και καλότυχος όποιον τιμήσεις
με την καλή σου βουλή· ναι, περίσσια όλα τα 'χουν εκείνοι.
Από γεννήματα εκείνων βαριά τα χωράφια, προκόβουν
τα ζωντανά τους, γεμάτο αγαθά και το σπίτι τους είναι.
Και πολιτείες με γυναίκες ωραίες κυβερνούνε, με νόμους
πάντοτε δίκιους εκείνοι· πολλά τ' αγαθά και τα πλούτη.

Μες στη χαρά και στη λάμψη της νιότης οι νέοι καμαρώνουν·
μες στους πολύανθους χορούς, σε απαλών λιβαδιών τα λουλούδια,
χοροπηδούν, με μεγάλη χαρά στην καρδιά, κι οι κοπέλες·
όσους τιμάς, έτσι ζουν, ω θεά σεβαστή και χαρίστρα.

Χαίρε, μητέρα θεών, του Ουρανού του αστροφώτιστου ταίρι·
για το τραγούδι μου αυτό μια ζωή χαρισάμενη δώσ' μου·
και να σε υμνήσω και μ' άλλο τραγούδι μου θα 'χω το νου μου.


Ίσως, λοιπόν, και μερικοί μικροί ύμνοι ήταν αυτοτελείς, παρά την περιορισμένη τους έκταση, οι οποίοι:

· είτε χρησιμοποιούνταν ως "εξόδια", δηλ. ύμνοι με τους οποίους τελείωνε ο ραψωδός την απαγγελία του,

· είτε εκτελούνταν στο πλαίσιο μιας θρησκευτικής τελετουργίας προς τιμήν των υμνούμενων θεών.

Εκτός του ότι η σχηματοποιημένη αυτή διαίρεση είναι υποθετική, υπάρχουν ύμνοι που δύσκολα θα κατατάσσονταν σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες, ενώ άλλοι θα μπορούσαν να έχουν περισσότερες από μία λειτουργίες (λ.χ. ο δεύτερος «Ύμνος στον Ερμή»). Το πρόβλημα, συνεπώς, του χαρακτηρισμού όλων των «Ομηρικών ύμνων» ως προοιμίων και της πραγματικής τους λειτουργίας δεν επιδέχεται μία απάντηση ούτε για το σύνολο των μικρών ύμνων.

Πολύ περισσότερο η άποψη αυτή δεν γίνεται αποδεκτή για τους μεγάλους ύμνους, που θεωρούνται αυτοτελή τραγούδια. Το τραγούδι του Δημοδόκου για τον Άρη και την Αφροδίτη στην Οδύσσεια (8.266-366) είναι ίσως μια ένδειξη ότι οι μεγάλοι ύμνοι είναι ένα αυτόνομο ποιητικό γένος μέσα στην παράδοση της αρχαίας ελληνικής ποίησης. Σε αυτό συνηγορούν η έκταση των μεγάλων ύμνων (από 300 έως 600 περίπου στίχους), οι αναλογίες τους με άλλα λυρικά ποιήματα και, κυρίως, το περιεχόμενό τους.

Βέβαια το μέγεθός τους δεν είναι πραγματικό πρόβλημα για την εισαγωγική λειτουργία τους σε μια δημόσια παράσταση, αν σκεφτεί κανείς την έκταση των ομηρικών επών και τις συνθήκες εκτέλεσής τους. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός προοίμιον του Θουκυδίδη αποδίδεται ακριβώς στον εκτενή «Ύμνο στον Απόλλωνα». Γι'αυτό μια άλλη ερμηνεία που έχει προταθεί είναι ότι ο όρος προοίμιον ίσως δηλώνει το πρώτο από μια ακολουθία τραγουδιών (βλ. Clay 2011). Ένα παράδειγμα που ενισχύει αυτήν την ερμηνεία είναι η χρήση του όρου προοίμιον από τον Στησίχορο, για να αναφερθεί σε διαδοχικά λυρικά άσματα («θα περάσω σε ένα άλλο προοίμιον», απόσπ. 64 PMG). Άλλωστε και η αρχή της Θεογονίας του Ησιόδου έχει ερμηνευθεί ως ένωση δύο ύμνων στις Μούσες (στ. 1-34 στις Ελικωνιάδες, και στ. 35-104 στις Ολυμπιάδες), μετά τους οποίους ακολουθεί η κύρια εισαγωγή στο έπος (στ. 105-115). Αντιστοίχως, η απαγγελία του πρώτου τμήματος του «Ύμνου στον Απόλλωνα» (το "δηλιακό"), θα μπορούσε να συνεχίζεται με το δεύτερο τμήμα (το "πυθικό"), να αποτελεί δηλ. εισαγωγή στο δεύτερο και μεγαλύτερο τμήμα του ύμνου, που περιέγραφε την ίδρυση του δελφικού μαντείου. Στον «Ύμνο στον Απόλλωνα», επίσης, λέγεται ρητά ότι οι Μούσες θα τραγουδήσουν «τα αθάνατα δώρα των θεών και τα βάσανα των θνητών»· ομοίως στη Θεογονία οι Μούσες ψυχαγωγούν τον Δία τραγουδώντας πρώτα για τη φυλή των θεών και ύστερα για τη φυλή των ανθρώπων και των Γιγάντων (στ. 44-50). Και στις δύο περιπτώσεις η ακολουθία των τραγουδιών για θεούς και ήρωες ακολουθεί την ιεραρχική τάξη. Εξάλλου, η Δήλος ήταν φημισμένη, όπως αναγνωρίζεται και στον «Ύμνο στον Απόλλωνα» (στ. 143-178), για τους χορικούς ποιητικούς αγώνες που διοργανώνονταν στο πλαίσιο της εορταστικής συνάθροισης. Ίσως, βέβαια, με τον καιρό, το περιεχόμενο του όρου περιορίστηκε στα τραγούδια σχετικά με τους θεούς· ίσως, επίσης, ο όρος περιορίστηκε ακόμη περισσότερο στις εξάμετρες συνθέσεις που συναποτέλεσαν τους «Ομηρικούς ύμνους».