Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

Μικρή Ιστορία της Ψυχολογίας

Οι άνθρωποι από πολύ νωρίς προσπάθησαν να δημιουργήσουν εξηγήσεις και θεωρίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη νόηση, όπως προσπάθησαν να καταλάβουν και τα φυσικά φαινόμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ιστορία της Ψυχολογίας στο πέρασμα των χρόνων.

Η γέννηση της επιστήμης της ψυχολογίας

Καταρχάς, με τον όρο «Ψυχολογία», εννοούμε την «Επιστήμη που σκοπό έχει να περιγράψει και να εξηγήσει τη συμπεριφορά και τις νοητικές διεργασίες του ανθρώπου». Η γέννηση της Ψυχολογίας, ως Επιστήμης, τοποθετείται στο έτος 1879 μ.Χ., τον χρόνο, δηλαδή, που ο Γερμανός Ψυχολόγος Wilhelm Wundt ιδρύει το πρώτο εργαστήριο Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, στη Γερμανία.

Ο προβληματισμός για τα ψυχολογικά φαινόμενα κατά την αρχαιότητα

Παρόλα αυτά, ο προβληματισμός για τα ψυχολογικά φαινόμενα αρχίζει, πολύ νωρίτερα, από Φιλοσόφους, κατά την περίοδο της Αρχαιότητας, έχοντας, με αυτόν τον τρόπο, φιλοσοφικές προσεγγίσεις των ψυχολογικών φαινομένων.

Η Ψυχολογία, κατά τη διάρκεια της Ιστορίας, αρχίζει να παίρνει επιστημονικό χαρακτήρα, με την ευρύτερη έννοια, όταν η παρατήρηση και η λογική ανάλυση αντικαθιστούν τη μαγική σκέψη στην περιγραφή και την αιτιολόγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της νόησης. Αυτό αρχίζει να γίνεται από την περίοδο των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων.

Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, ιδίως, ο Δημόκριτος (5ος αιώνας π.Χ. – 4ος αιώνας π.Χ.), αλλά και ο Σοφιστής Πρωταγόρας (5ος αιώνας π.Χ.), καθώς και οι Φιλόσοφοι Πλάτωνας και Αριστοτέλης, αργότερα, βάζουν τα θεμέλια της φιλοσοφικής προσέγγισης της Ψυχολογίας.

Ο Πλάτωνας (5ος αιώνας π.Χ. – 4ος αιώνας π.Χ.) διατυπώνει μία δυϊστική ψυχολογία (δηλαδή, το γεγονός, ότι ο άνθρωπος αποτελείται από την ψυχή και το σώμα), η οποία είναι, απόλυτα, συμβατή με τη φιλοσοφική του θεωρία, περί ιδεών.

Πιο συγκεκριμένα, διαιρεί την ψυχή σε τρία (3) μέρη:

(α) το λογιστικό, το οποίο τοποθετεί στο κεφάλι / εγκέφαλο και σχετίζεται με τη νόηση, με τον νου, με τη σκέψη,

(β) το θυμοειδές, το οποίο τοποθετεί στο στήθος / καρδιά και σχετίζεται με τα συναισθήματα, περικλείοντας και τη βούληση και

(γ) το επιθυμητικό, το οποίο τοποθετεί στην κοιλιά / κοιλιακή χώρα και σχετίζεται με τις βιολογικές – ζωτικές επιθυμίες του ανθρώπου, όπως η επιθυμία για βρώση και πόση.
Όσο για το σώμα, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αυτό είναι φθαρτό και χρησιμεύει, μόνο και μόνο, σαν «όχημα» της ψυχής.

Ο Αριστοτέλης (4ος αιώνας π.Χ.), αργότερα, διατυπώνει τις δικές του απόψεις στο πεδίο προσέγγισης και μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων. Ο ίδιος προσπαθεί «να γεφυρώσει» το χάσμα σώματος και ψυχής που άνοιξε ο Πλάτωνας. Πιο συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης θεωρεί το σώμα, ως μία ύλη, η οποία έχει την ικανότητα, να κινείται από μόνη της, μία ικανότητα που της δίνει η ψυχή. Η ψυχή δεν μπορεί να υπάρχει, χωρίς το σώμα, αλλά και το σώμα δεν είναι, παρά το «όργανο» της ψυχής. Από την περίοδο του Αριστοτέλη, έως και την περίοδο της Ύστερης Αρχαιότητας (4ος αιώνας π.Χ. – 3ος αιώνας μ.Χ.), δεν υπάρχει ουσιαστικός επιστημονικός προβληματισμός που να έχει σχέση με την Ψυχολογία.

Η ψυχολογία κατά τους Μέσους Χρόνους

Κατά τους Μέσους Χρόνους (4ος αιώνας μ.Χ. – 15ος αιώνας μ.Χ.), ο επιστημονικός προβληματισμός που αφορά στην Ψυχολογία, σχετίζεται με θρησκευτικές αναφορές, όπως αυτές του Χριστιανισμού. Πιο συγκεκριμένα, τα νοητικά φαινόμενα και η συμπεριφορά του ανθρώπου συνδέονται με την ψυχή, η οποία θεωρείται, ως άυλη, ανεξάρτητη και αιώνια.

Μάλιστα, ο Ιερός Αυγουστίνος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, 354 μ.Χ. – 430 μ.Χ.) και αργότερα, ο Θωμάς Ακινάτης (Μεσαιωνικός Φιλόσοφος και Ρωμαιοκαθολικός Θεολόγος, 1225 μ.Χ. – 1274 μ.Χ.) διατυπώνουν χαρακτηριστικές απόψεις για την αθανασία της ψυχής και τη σχέση της με το σώμα, καθώς και εύστοχες παρατηρήσεις για τα ανθρώπινα συναισθήματα. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης (15ος αιώνας μ.Χ. – 16ος αιώνας μ.Χ.), η ανάπτυξη της επιστημονικής αναζήτησης στον χώρο της Φυσικής δημιουργεί νέες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της Ψυχολογίας.

Φιλοσοφία και Ψυχολογία

Ο Φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ (16ος αιώνας μ.Χ. – 17ος αιώνας μ.Χ.), γνωστός και ως «Καρτέσιος», στη συνέχεια, δίνει ώθηση στη μελέτη των ψυχολογικών φαινομένων.

Αρχίζοντας από τη διατύπωση, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εμπιστεύεται τις αισθήσεις του, και ότι το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος, είναι το γεγονός, ότι σκέφτεται (κατά την περίφημη φράση “cogito ergo sum”, δηλαδή, «σκέφτομαι, άρα, υπάρχω»), ο Ρ. Ντεκάρτ καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η σκέψη δεν έχει ανάγκη υλικής υπόστασης. Χωρίζοντας, λοιπόν, τη σκέψη και κατ’ επέκταση, την ψυχή από το σώμα, ο Ρ. Ντεκάρτ προχωρά στο να προσφέρει την πρώτη θεωρία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επηρεασμένος κι από την Επιστήμη της Μηχανικής στον χώρο της Φυσικής, προτείνει μία μηχανική του σώματος. Βλέπει το σώμα, ως μία μηχανή, η οποία, όμως, ενεργοποιείται από τα πνεύματα της ψυχής, τα οποία – σύμφωνα με τον ίδιο – εδράζονται σε μία ειδική κοιλότητα του εγκεφάλου, την επίφυση.

Ο Φιλόσοφος Τόμας Χομπς (16ος αιώνας μ.Χ. – 17ος αιώνας μ.Χ.), αργότερα, αρνείται την ύπαρξη της ψυχής που δε βασίζεται στην ύλη. Ο ίδιος ήταν υλιστής, και το όνομά του συνδέθηκε με τον αθεϊσμό.

Ο Φιλόσοφος Τζον Λοκ (17ος αιώνας μ.Χ. – 18ος αιώνας μ.Χ.), με τη σειρά του, προτείνει ότι το ανθρώπινο μυαλό είναι ένας «λευκός χάρτης» (“tabula rasa”), κατά τη γέννηση, και ότι όλη η γνώση στον άνθρωπο προσλαμβάνεται, μέσω των αισθήσεων.

Ο Άγγλος Φυσιοδίφης Κάρολος Δαρβίνος (19ος αιώνας μ.Χ.) δημοσιεύει, κατά το έτος 1859, το βιβλίο του “The Origin of Species” (δηλαδή, «Η Καταγωγή των Ειδών»), στο οποίο περιγράφεται η θεωρία της εξέλιξης, μέσω του μηχανισμού της φυσικής επιλογής.

Η θεωρία αυτή είχε κι ως έναν βαθμό, συνεχίζει να έχει μία μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση θεωριών για τα ψυχολογικά φαινόμενα.

Η Ψυχολογία ως επιστήμη

Κατά τον 19ο αιώνα μ.Χ., από τους πιο σημαντικούς υποστηρικτές της ιδέας, ότι η Ψυχολογία είναι μία εμπειρική Επιστήμη, ανεξάρτητη από τη Φιλοσοφία, είναι ο Άγγλος Φιλόσοφος John Stuart Mill (1806 – 1873), ο Σκωτσέζος Φιλόσοφος και Ψυχολόγος Alexander Brain (1818 – 1903) και ο Άγγλος Φιλόσοφος και Κοινωνιολόγος Herbert Spencer (1820 – 1903). Αυτοί πιστεύουν ότι η Ψυχολογία έχει τη θέση της, ανάμεσα στις πειραματικές Επιστήμες κι όχι στη στοχαστική Φιλοσοφία.

Παρόλα αυτά, δε θεωρούνται, ως ιδρυτές της Ψυχολογίας, γιατί δεν ασχολούνται οι ίδιοι, με ψυχολογικές έρευνες, ούτε φροντίζουν να ιδρύσουν εργαστήρια Ψυχολογίας, όπως κάνει ο Wilhelm Wundt. Σε αντίθεση με τους Φιλοσόφους, ο Γερμανός Ερευνητής Wilhelm Wundt (1832 – 1920) εργάζεται, πειραματικά, στον χώρο της Ψυχολογίας και προσπαθεί να επινοήσει κατάλληλες μεθόδους για την ανάπτυξη της Ψυχολογίας, ως εμπειρικής Επιστήμης. Ιδρύει ο ίδιος, κατά το έτος 1879 μ.Χ., το πρώτο εργαστήριο Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, στη Γερμανία, έχοντας, με αυτόν τον τρόπο, την επίσημη γέννηση της Ψυχολογίας, ως Επιστήμης. Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, παρατηρείται ραγδαία ανάπτυξη στην Επιστήμη της Ψυχολογίας.

Κατά το έτος 1885, ο Γερμανός Ψυχολόγος Hermann Ebbinghaus (1850 – 1909) αρχίζει τις πρώτες συστηματικές πειραματικές μελέτες της μνήμης, αρχίζοντας από τον εαυτό του, ως υποκείμενο μελέτης.

Το 1890, ο Αμερικανός Ψυχολόγος William James (1842 – 1910) στο βιβλίο του “Principles of Psychology” (δηλαδή, «Αρχές Ψυχολογίας»), στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, περιγράφει τις βάσεις του Λειτουργισμού, δηλαδή, της Θεωρητικής Σχολής στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, ο σωστός τρόπος μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων είναι, μέσω της εξέτασης, της προσαρμοστικής τους αξίας και της λειτουργικότητάς τους.

Το 1898, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Edward Thorndike (1874 – 1949) παρουσιάζει τα πρώτα πειράματα, σχετικά με τη μάθηση στα ζώα – συνάγοντας, με αυτόν τον τρόπο, συμπεράσματα και για τους ανθρώπους – και διατυπώνει τον «νόμο του αποτελέσματος». Σύμφωνα με αυτόν, όταν ορισμένες πράξεις οδηγούν στην επιτυχία, τότε, η ευχαρίστηση που ακολουθεί, κάνει αυτές τις πράξεις να αποτυπώνονται. Αντιθέτως, όταν δεν υπάρχει ευχαρίστηση, τότε, οι πράξεις αυτές ξεχνιούνται.

Κατά το έτος 1900, τώρα, ο Αυστριακός Γιατρός και μετέπειτα, Ψυχολόγος Sigmund Freud (1856 – 1939) εκδίδει το βιβλίο του “The Interpretation of Dreams” (δηλαδή, «Η Ερμηνεία των Ονείρων») και παρουσιάζει τις ιδέες του, σχετικά με την Ψυχανάλυση. Η Ψυχανάλυση είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, όλη η συμπεριφορά του ανθρώπου – από τις καθημερινές παραδρομές της γλώσσας, έως τις σοβαρές μορφές των νοητικών διαταραχών – διαμορφώνεται από ψυχολογικές διαδικασίες και ειδικά, από ασυνείδητες συγκρούσεις, που συμβαίνουν στον ανθρώπινο νου. Μάλιστα, σε περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι εμφανίζουν μία ποικιλία ασθενειών, χωρίς να υπάρχει, ωστόσο, κάποιο φανερό παθολογικό αίτιο, τα αίτια των νευρώσεων αυτών των ανθρώπων είναι τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν τους και κυρίως, από την παιδική τους ηλικία, τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί έχουν απωθήσει από τη συνείδησή τους.

Κατά το έτος 1905, οι Γάλλοι Ψυχολόγοι Alferd Binet (1857 – 1911) και Theodore Simon (1873 – 1961) κατασκευάζουν τις πρώτες δοκιμασίες νοημοσύνης.

Έναν χρόνο, αργότερα, το 1906, ο Ρώσος Φυσιολόγος Ivan Pavlov (1849 – 1936) δημοσιεύει τα πρώτα αποτελέσματα των μελετών του, σχετικά με την εξαρτημένη μάθηση, γνωστή και ως «κλασική εξάρτηση». Σύμφωνα με αυτή, ένα ουδέτερο ερέθισμα (π.χ., ήχος κουδουνιού), όταν συνδέεται, επαναλαμβανόμενα, με ένα ανεξάρτητο ερέθισμα (π.χ., εμφάνιση τροφής, φαγητού σε τραπέζι), μπορεί να προκαλέσει μία εξαρτημένη αντίδραση στον άνθρωπο ή και στα ζώα (π.χ., έκκριση σιέλου από τους σιελογόνους αδένες για διευκόλυνση της πέψης), παρόμοια με το αρχικό αντανακλαστικό (π.χ., έκκριση σιέλου, απευθείας, με την εμφάνιση τροφής, φαγητού, χωρίς κάποιον ήχο κουδουνιού).

Το 1912, ο Αυστριακός – Ούγγρος Ψυχολόγος Max Wertheimer (1880 – 1943) εισάγει τη Μορφολογική Ψυχολογία (“Gestalt Psychology”), δηλαδή, τη Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η συνειδητή εμπειρία μπορεί να γίνει, καλύτερα, κατανοητή, ως ένα σύνολο και όχι, ως κάτι, που συγκροτείται από διάφορα επιμέρους στοιχεία. Μάλιστα, όσον αφορά σε φαινόμενα της αντίληψης, ο ανθρώπινος νους προσδίδει δομή / σχήμα / μορφή και νόημα στις αισθήσεις, σχηματοποιώντας τες σε αναλλοίωτα σύνολα.

Κατά το έτος 1929, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Karl Lashley (1890 – 1958) δημοσιεύει το βιβλίο “Brain Mechanisms and Intelligence” (δηλαδή, «Εγκεφαλικοί Μηχανισμοί και Νοημοσύνη»).

Το 1938, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Burrhus F. Skinner (1904 – 1990) δημοσιεύει το βιβλίο του “Operant Conditioning” (δηλαδή, «Λειτουργική Κατάσταση»), στο οποίο παρουσιάζει τις έρευνές του, σχετικά με τον μηχανισμό της «συντελεστικής εξάρτησης». Σύμφωνα με αυτόν, η ανεξάρτητη συμπεριφορά του ανθρώπου είναι στην πραγματικότητα μία ψευδαίσθηση. Κι αυτό, διότι ο άνθρωπος συμπεριφέρεται, με έναν ορισμένο τρόπο, επειδή, έτσι, έχει μάθει, μέσα από κάποιους κανόνες ορθής συμπεριφοράς, να συμπεριφέρεται, με τέτοιον τρόπο. Η εξάρτηση, δηλαδή, του ανθρώπου από κάποιους κανόνες ορθής συμπεριφοράς συντελεί στο να συμπεριφέρεται αυτός ο άνθρωπος, με έναν ορισμένο τρόπο. Η «καλή κοινωνία» είναι αυτή που βασίζεται στον έλεγχο της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Το 1949, ο Καναδός Ψυχολόγος Donald Hebb (1904 – 1985) στο βιβλίο του “The Organization of Behavior” (δηλαδή, «Η Οργάνωση της Συμπεριφοράς») παρουσιάζει μία θεωρία, η οποία «γεφυρώνει» το χάσμα, ανάμεσα στη Νευροφυσιολογία και την Ψυχολογία.

Κατά το έτος 1954, ο Ελβετός Ψυχολόγος Jean Piaget (1896 – 1980) δημοσιεύει το βιβλίο του “The Construction of Reality in the Child” (δηλαδή, «Η Κατασκευή της Πραγματικότητας στο Παιδί»), βάζοντας, έτσι, τις βάσεις της μελέτης, της γνωστικής ανάπτυξης του ανθρώπου από την παιδική ηλικία, ώς την ενήλικη ζωή.

Το 1957, ο Αμερικανός Γλωσσολόγος Noam Chomsky (γεννημένος, το έτος 1928) δημοσιεύει τη γλωσσολογική του θεωρία – με άμεση επίδραση στην Ψυχολογία – στο βιβλίο “Syntactic Structures” (δηλαδή, «Συντακτικές Δομές»). Σύμφωνα με τη θεωρία του Chomsky, η γλώσσα είναι ένα πολύπλοκο συμβολικό και παραγωγικό σύστημα που αποτελείται από κανόνες, η κατάκτηση των οποίων δεν μπορεί να εξηγηθεί, μέσω του μηχανισμού της εξάρτησης ή της μνήμης. Επιπλέον, μεγάλη προσοχή πρέπει να στραφεί στην εξήγηση της γλωσσικής ικανότητας του ανθρώπου και όχι, στην πρόβλεψη της γλωσσικής του συμπεριφοράς.

Το 1958, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Herbert Simon (1916 – 2001) δημοσιεύει το βιβλίο “Elements of a Theory of Human Problem Solving” (δηλαδή, «Στοιχεία μίας Θεωρίας Επίλυσης Προβλημάτων του Ανθρώπου»).

Κατά το έτος 1979, ιδρύονται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το Περιοδικό “Cognitive Science” (δηλαδή, «Γνωσιακή Επιστήμη») και η Εταιρεία “Cognitive Science”, προωθείται η έρευνα, σχετικά με τις αναπαραστασιακές και υπολογιστικές ικανότητες του ανθρώπινου νου, και γίνεται η μετάβαση στην Ψυχολογία από τον Συμπεριφορισμό στη Γνωστική Ψυχολογία.

Ο Συμπεριφορισμός – ο οποίος εμφανίζεται από το 1930 και μετά – είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η ίδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας πρέπει να οικοδομηθεί, πάνω στη μελέτη της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς του ανθρώπου και όχι, πάνω στην ενασχόληση με τη συνείδηση και όλες τις άλλες υποκειμενικές, μη παρατηρήσιμες νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου.

Η Γνωστική Ψυχολογία, από την άλλη – η οποία εμφανίζεται από το 1960 και μετά – είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η ίδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας πρέπει να οικοδομηθεί, όχι μόνο, πάνω στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και πάνω στη μελέτη των νοητικών διεργασιών του ανθρώπου (π.χ., αντίληψη, προσοχή, μνήμη, σκέψη, συνείδηση).

Κι αυτό οφείλει να γίνει, διότι το νοητικό σύστημα επεξεργασίας πληροφοριών, ουσιαστικά, επεξεργάζεται τις πληροφορίες – εξωτερικά ερεθίσματα από το κοινωνικό και το φυσικό περιβάλλον και προετοιμάζει τον άνθρωπο να συμπεριφερθεί, με έναν ορισμένο τρόπο. Η Γνωστική Ψυχολογία, μάλιστα, είναι, σήμερα, το κυρίαρχο θεωρητικό πλαίσιο για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της νόησης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, γίνεται, εύκολα, αντιληπτό ότι τα ψυχολογικά φαινόμενα απασχόλησαν τους ανθρώπους από τα πολύ παλιά χρόνια, έως τις μέρες μας.

Μέσα από τις επιστημονικές έρευνες και μελέτες, η Ψυχολογία, κατά τη διάρκεια της Ιστορίας της, παρουσίασε και συνεχίζει να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθιστώντας, περισσότερο, κατανοητή την ίδια την ανθρώπινη φύση.

Στα ομηρικά έπη οι ρίζες τής Ελληνικής αντίληψης τού κόσμου



ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ

Η εξαθλίωση τού ανθρώπου με την «ασθένεια τής βούλησης».

Πολλά χωρία, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, παρουσιάζουν ρητά τούς δισταγμούς των ηρώων. Τούς δείχνουν τη στιγμή τής μάχης να αντιπαραθέτουν μέσα τους αντιφατικά πράγματα, αυτό, που θα ονομάσει αργότερα ο Πλάτων «διάλογο ψυχής με τον εαυτό της».

Ο Όμηρος χρησιμοποιεί π.χ. την έκφραση«δίχα θυμόν έχειν», προκειμένου να περιγράψει το πνεύμα τού ήρωα, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ δυο αντιφατικών θέσεων (βλ. Οδ. π 73, που επαναλαβάνεται ελαφρώς παραλλαγμένο στην τ 524). Και η λήψη τής απόφασης συνδέεται άρρηκτα με μια ρητή ενδοσκόπηση, με τον έλεγχο των υπέρ και των κατά, των κινήτρων, που οδηγούν τον ήρωα στην πράξη ή στην αδράνεια.

Όλα αυτά είναι απολύτως εμφανή σε όλη την έκταση των επών.

Παρά ταύτα παρεμβάλλεται εδώ μια συζήτηση -δευτερεύουσα σίγουρα- που δεν θα ήθελα όμως να αποφύγω.

Υποστηρίχτηκε, και συνεχίζει να υποστηρίζεται, ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική απόφαση στον ελληνικό κόσμο, τουλάχιστον στα ομηρικά έπη, αλλά και πέραν αυτών, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, διότι η αρχαία Ελλάδα αγνοεί την έννοια τής βούλησης.

Βέβαια, η λέξη βούλησις δεν απαντά στον Όμηρο -ούτε και πολύ αργότερα- για να υποδείξει την ψυχική ιδιότητα ή στάση που θα οδηγούσε στην επιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων ή που θα στηρίξει την απόφαση.

Γιατί όμως να συμπεράνουμε εξ αυτού την παντελή απουσία τής ίδιας τής έννοιας;...

Υφίσταται εν προκειμένω σύγχυση μεταξύ τής άγνοιας μιας λέξης ή τής μη θεματοποίησης μιας έννοιας από κάποια γλώσσα και τής απουσίας τής ίδιας τής έννοιας. Είναι σχεδόν σαν να υποστηρίζουμε, ότι οι Έλληνες δεν είχαν υποσυνείδητο, επειδή δεν υπάρχει λέξη, που να το ονοματίζει! Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι, γιατί μέχρι μια σχετικά ύστερη χρονολογία δεν θεματοποίησαν τη βούληση.

Προσωπικά πιστεύω, ότι δεν αγνοούσαν καθόλου την έννοια, αλλά ότι γι΄ αυτούς η βούληση δεν αποτελούσε πρόβλημα. Και ότι, πίσω από τη σύγχρονη θεματοποίηση τής έννοιας, στη ρίζα της, υποκρύπτεται κάτι άλλο.

Θα πρέπει εδώ να ακολουθήσουμε μιαν άλλη θεωρητική γενεαλογία, την ιουδαϊκή και τη χριστιανική. Διότι από την εποχή ακριβώς τού χριστιανισμού, αλλά αναμφίβολα ήδη από τον ιουδαϊσμό, ο ανθρώπινος κόσμος κατατρύχεται από μια ουσιαστική ασθένεια: την ασθένεια τής βούλησης, η οποία έχει μια σαφή οντο-θεολογική καταγωγή αναπόσπαστη από την έννοια τού αμαρτήματος ο αέναος φαύλος κύκλος τής χριστιανικής υποταγής:

Aμαρτία - Μετάνοια - Άφεση - Αμαρτία. Οφείλουμε να πράξουμε κάτι, για το οποίο δεν είμαστε ίσως ικανοί, πράγμα, που αποτελεί σφάλμα. Αποδίδουμε επομένως στον εαυτό μας την αιτία αυτής τής ανικανότητας με τη μορφή τής κακής θέλησης ή τής ανεπαρκούς βούλησης.

Στους Έλληνες όμως, δεν υπάρχει αμαρτία, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και θεματοποίηση τής σχετικής με τη βούληση προβληματικής. Η ρίζα βρίσκεται εδώ, οι δε απολήξεις της φθάνουν σε όλη τη σύγχρονη λογοτεχνία, τουλάχιστον από τον Άμλετ μέχρι τον Αδόλφο τού Benjamin Constant και τούς μυθιστοριογράφους τού 19ου αιώνα. Ο λιπόψυχος ήρωας είναι γεμάτος ιδέες για να αλλάξει τον κόσμο, είναι όμως αργά για να τις υλοποιήσει, ίσως αύριο...

Όλη αυτή η νεφελώδης θεματική απουσιάζει από το τεράστιο σώμα τής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία βρίσκουμε τον εσωτερικό διάλογο, το δισταγμό, την αμφιβολία και τελικά την απόφαση για δράση ή παραίτηση, δεν βρίσκουμε όμως, παρά μόνο τελείως περιθωριακά, την πρόσθετη αυτή στιγμή τής ασθενούς βούλησης. Δεν πρόκειται, επομένως, για μη ανακάλυψη τής βούλησης από τούς Έλληνες, αλλά για μη ύπαρξη τής ασθένειας τής βούλησης, των «ασθενειών βούλησης», όπως έλεγαν τα εγχειρίδια ψυχιατρικής τού 19ου αιώνα, και τής βούλησης ως ασθένειας.

«Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»...

Η χριστιανική ηθική βασίζεται στα εφευρήματα τής ένοχης συνείδησης και τής ενοχής, που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη τής ζωής. Η έλλειψη βούλησης εξαγιάζεται στο χριστιανισμό κατά τον Ευαγγελισμό, όταν άβουλη η Μαριάμ ακούει και δέχεται μοιρολατρικά αυτά, που τής ανακοινώνει ο Γαβριήλ, ψελλίζοντας: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ.1,38).

Ως προς την ατομικότητα, δεν νομίζω, πως είναι αναγκαίο να επιμείνουμε. Αν και υπάρχει στα έπη ασύλληπτος αριθμός δευτερευόντων προσώπων ελάχιστα εξατομικευμένων ή εξατομικευμένων βάσει καθαρά εξωτερικών γνωρισμάτων, είναι απολύτως σαφές, ότι οι μεγάλοι ήρωες, αντιθέτως, αποτελούν πραγματικά πρόσωπα.

Ο Αχιλλέας φυσικά, αλλά και ο Αγαμέμνων, για τον οποίο διαφωνώ με το φίλο Vidal-Naquet, που βλέπει σ΄ αυτόν αποκλειστικά την έκφραση μιας λειτουργίας. Κατά τη γνώμη μου, ο Αγαμέμνων αποτελεί μία τελείως ξεχωριστή προσωπικότητα, τής οποίας η περιγραφή αφήνει μάλιστα να διαφανεί μια πρώτη κριτική τού πολιτεύματος τής βασιλείας. Διότι, εντέλει, στην Ιλιάδα είναι απλώς ένα τεράστιο παράσιτο. Διατάζει βέβαια, οι διαταγές του όμως, διακρίνονται για τη μετριότητα τους. Δεν είναι ούτε γενναίος, ούτε ανδρείος (αναφέρεται όμως αριστεία τού Αγαμένονα, Iλ, Λ), ούτε επιδέξιος, και όμως πάντοτε αυτός παίρνει το καλύτερο μέρος τής λείας! [Βλ. τις κατηγορίες τού Αχιλλέα (Ιλ., Α, 149 κ.εξ.), τού Διομήδη (Ιλ. Ι, 33-49), τού Οδυσσέα (Ιλ. Ξ, 83-102)]. Αλλά ο Αγαμέμνων καθαυτός είναι πράγματι κάποιος, δεν είναι απλώς μια λειτουργία.

Και άλλοι ομηρικοί ήρωες είναι επίσης πραγματικά πρόσωπα: ο Έκτωρ και η Ανδρομάχη είναι φανταστικά πρόσωπα. Η περίπτωση τής Ελένης είναι ακόμα πιο αινιγματική και συγκινητική. Νοσταλγεί βέβαια την πατρίδα της, αλλά δεν επιθυμεί και την καταστροφή τής Τροίας. Αν και αγαπά τον Μενέλαο και αντιπαθεί τον Πάρι, δέχεται παρά ταύτα να κάνει έρωτα μαζί του. Σαν να βρισκόμαστε σε μυθιστόρημα τού Choderlos de Laclos με τη διαφορά, ότι εδώ έχουμε επιπλέον την παρουσία τής Αφροδίτης (Iλ., Γ, 369-447). Ο Όμηρος έπλασε εδώ μια πολύ σύγχρονη προσωπικότητα, πολύ μυστηριώδη, συνεχώς αμφιταλαντευόμενη και αμφίθυμη, όπως σε όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα. Γιατί εγκατέλειψε τον Μενέλαο; Αγαπά πραγματικά τον Πάρι; Στη συνέχεια τής ιστορίας, που δεν βρίσκεται όμως στην Ιλιάδα (Οδ., δ, 242-258 και Ευριπίδης, Εκάβη, 239-250), θα βοηθήσει τον Οδυσσέα, όταν αυτός εισέλθει στην Τροία...

Σε σχέση με άλλες της ιδίας περιόδου, η αρχαία ελληνική ποίηση έδωσε ασυνήθιστα μεγάλη σημασία στο άτομο. Οι περιγραφές χαρακτήρων (π.χ. στα ομηρικά έπη) γίνονται με έμφαση στη λεπτομέρεια, τόσο ως προς την περιγραφή των εμφανισιακών γνωρισμάτων τους, όσο και των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεών τους. Σε έπη άλλων αρχαίων λαών, τα πρόσωπα απλώς σκιαγραφούνται και παραμένουν σκιώδη.

Στην αρχαία Ελλάδα η στιγμή τής απόφασης προϋποθέτει βέβαια τη βούληση, η βούληση όμως αυτή δεν είναι αυτονομημένη, δεν αποτελεί χωριστή λειτουργία, που θα μπορούσε επομένως να βρίσκεται σε διαρκή απόσταση (σε σχέση με τη σκέψη και την πράξη), όπως συμβαίνει στον χριστιανικό κόσμο (ας αφήσουμε στην άκρη τούς Εβραίους). Θα το ήθελα, δυστυχώς όμως, δεν μπορώ. Ποιος θέλει πραγματικά; Ποιος ήταν σε θέση να θελήσει μια για πάντα και για όλο τον κόσμο; Μήπως ο θεός ως βούληση; Βούληση όμως ποιου πράγματος; Και ποιο μέρος τής βούλησης αυτής καταχωρείται στον άνθρωπο;

Συναντάμε εδώ όλες τις απορίες γύρω από την ανθρώπινη ελευθερία βούλησης και τη συμφιλίωση της με τη θεία θέληση, την παντογνωσία και την παντοδυναμία τού θεού. Στο χριστιανισμό, ο άνθρωπος, εκπεσόν ον, αμαρτωλός, συγκρούεται συνεχώς -όχι με το θάνατο, αλλά- με τη δική του ανανεούμενη κατάπτωση, με την αδυναμία του να αποδειχθεί άξιος τού κανόνα, που δίνει νόημα στη ζωή του. Κανόνας, που ενσωματώνει άλλωστε, από την ίδια του τη φύση, την κατάπτωση αυτή, διότι πρόκειται για ανεφάρμοστο κανόνα, και κατά συνέπεια ο άνθρωπος παραμένει αναγκαστικά στην αθλιότητά του. Σαν να τού ζητούσαν να πετάξει πρώτα σαν πουλί και μετά να αποφασίσει· δεδομένου, ότι δεν μπορεί να πετάξει, είναι ένοχος. Έτσι είναι οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Ήθελα όμως μόνο να δείξω, ότι η βούληση δεν παρουσιάζεται σαν το συγκεκριμένο προβλημα στους Έλληνες.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ

ΣΟΦ Αντ 1–99

Πρόλογος: Η Αντιγόνη ανακοινώνει στην Ισμήνη την πρόθεσή της να θάψει τον αδελφό της

Ο Πολυνείκης, που διεκδικούσε τον θρόνο που κατείχε ο Ετεοκλής, παρά τη συμφωνία τους να τον μοιράζονται διαδοχικά ανά χρόνο, εξεστράτευσε μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε αργείους αρχηγούς εναντίον της Θήβας. Η κατάρα του πατέρα τους, του Οιδίποδα, επιβεβαιώθηκε και τα δύο αδέλφια αλληλοσκοτώθηκαν στη μεταξύ τους μονομαχία. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας η πιο δυναμική και δραστήρια από τις δύο κόρες του Οιδίποδα, η Αντιγόνη, καλεί την αδελφή της Ισμήνη έξω από το παλάτι και την πληροφορεί για τη διαταγή του θείου τους Κρέοντα, που είχε στο μεταξύ αναλάβει τη διακυβέρνηση της Θήβας, για την τύχη των νεκρών αδελφών τους.

ΑΝ. Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ’ οἶσθ’ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ’ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ’ ἀλγεινὸν οὔτ’ ἄτης ἄτερ
(5) οὔτ’ αἰσχρὸν οὔτ’ ἄτιμόν ἐσθ’, ὁποῖον οὐ
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ’ ἐγὼ κακῶν.
Καὶ νῦν τί τοῦτ’ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
Ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
(10) πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ΙΣ. Ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ’ ἡδὺς οὔτ’ ἀλγεινὸς ἵκετ’ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντων ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
(15) ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ’ ὑπέρτερον,
οὔτ’ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ’ ἀτωμένη.
ΑΝ. Ἤιδη καλῶς, καί σ’ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ’ οὕνεκ’ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
(20) ΙΣ. Τί δ’ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ’ ἔπος.
ΑΝ. Οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ’ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκῃ
χρησθεὶς δικαίᾳ καὶ νόμῳ, κατὰ χθονὸς
(25) ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς,
τὸν δ’ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ’ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
(30) θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.
Τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ’ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ’ ἄγειν
(35) οὐχ ὡς παρ’ οὐδέν, ἀλλ’ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ,
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
Οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ’ εὐγενὴς πέφυκας, εἴτ’ ἐσθλῶν κακή.
ΙΣ. Τί δ’, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδ’ ἐν τούτοις, ἐγὼ
(40) λύουσ’ ἂν εἴθ’ ἅπτουσα προσθείμην πλέον;
ΑΝ. Εἰ ξυμπονήσεις καὶ ξυνεργάσῃ σκόπει.
ΙΣ. Ποῖόν τι κινδύνευμα; ποῖ γνώμης ποτ’ εἶ;
ΑΝ. Εἰ τὸν νεκρὸν ξὺν τῇδε κουφιεῖς χερί.
ΙΣ. Ἦ γὰρ νοεῖς θάπτειν σφ’, ἀπόρρητον πόλει;
(45) ΑΝ. Τὸν γοῦν ἐμὸν καὶ τὸν σόν, ἢν σὺ μὴ θέλῃς,
ἀδελφόν· οὐ γὰρ δὴ προδοῦσ’ ἁλώσομαι.
ΙΣ. Ὦ σχετλία, Κρέοντος ἀντειρηκότος;
ΑΝ. Ἀλλ’ οὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μ’ εἴργειν μέτα.
ΙΣ. Οἴμοι· φρόνησον, ὦ κασιγνήτη, πατὴρ
(50) ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ’ ἀπώλετο,
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί·
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·
(55) τρίτον δ’ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ’ ἡμέραν
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ’ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.
Νῦν δ’ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ’ ὀλούμεθ’, εἰ νόμου βίᾳ
(60) ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν.
Ἀλλ’ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ’ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα·
ἔπειτα δ’ οὕνεκ’ ἀρχόμεσθ’ ἐκ κρεισσόνων
καὶ ταῦτ’ ἀκούειν κἄτι τῶνδ’ ἀλγίονα.
(65) Ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι· τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.
ΑΝ. Οὔτ’ ἂν κελεύσαιμ’ οὔτ’ ἄν, εἰ θέλοις ἔτι
(70) πράσσειν, ἐμοῦ γ’ ἂν ἡδέως δρῴης μέτα.
Ἀλλ’ ἴσθ’ ὁποῖά σοι δοκεῖ, κεῖνον δ’ ἐγὼ
θάψω· καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν.
Φίλη μετ’ αὐτοῦ κείσομαι, φίλου μέτα,
ὅσια πανουργήσασ’· ἐπεὶ πλείων χρόνος
(75) ὃν δεῖ μ’ ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε.
Ἐκεῖ γὰρ αἰεὶ κείσομαι· σοὶ δ’ εἰ δοκεῖ,
τὰ τῶν θεῶν ἔντιμ’ ἀτιμάσασ’ ἔχε.
ΙΣ. Ἐγὼ μὲν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τὸ δὲ
βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος.
(80) ΑΝ. Σὺ μὲν τάδ’ ἂν προὔχοι·, ἐγὼ δὲ δὴ τάφον
χώσουσ’ ἀδελφῷ φιλτάτῳ πορεύσομαι.
ΙΣ. Οἴμοι ταλαίνης ὡς ὑπερδέδοικά σου.
ΑΝ. Μὴ ’μοῦ προτάρβει· τὸν σὸν ἐξόρθου πότμον.
ΙΣ. Ἀλλ’ οὖν προμηνύσῃς γε τοῦτο μηδενὶ
(85) τοὔργον, κρυφῇ δὲ κεῦθε, σὺν δ’ αὔτως ἐγώ.
ΑΝ. Οἴμοι, καταύδα· πολλὸν ἐχθίων ἔσῃ
σιγῶσ’, ἐὰν μὴ πᾶσι κηρύξῃς τάδε.
ΙΣ. Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις.
ΑΝ. Ἀλλ’ οἶδ’ ἀρέσκουσ’ οἷς μάλισθ’ ἁδεῖν με χρή.
(90) ΙΣ. Εἰ καὶ δυνήσῃ γ’· ἀλλ’ ἀμηχάνων ἐρᾷς.
ΑΝ. Οὐκοῦν, ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι.
ΙΣ. Ἀρχὴν δὲ θηρᾶν οὐ πρέπει τἀμήχανα.
ΑΝ. Εἰ ταῦτα λέξεις, ἐχθαρῇ μὲν ἐξ ἐμοῦ,
ἐχθρὰ δὲ τῷ θανόντι προσκείσῃ δίκῃ.
(95) Ἀλλ’ ἔα με καὶ τὴν ἐξ ἐμοῦ δυσβουλίαν
παθεῖν τὸ δεινὸν τοῦτο· πείσομαι γὰρ οὐ
τοσοῦτον οὐδὲν ὥστε μὴ οὐ καλῶς θανεῖν.
ΙΣ. Ἀλλ’ εἰ δοκεῖ σοι, στεῖχε· τοῦτο δ’ ἴσθ’, ὅτι
ἄνους μὲν ἔρχῃ, τοῖς φίλοις δ’ ὀρθῶς φίλη.

***
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω αγαπημένη αυταδερφή μου Ισμήνη,
ξέρεις ποιο τάχ' απ' τα κακά, που ο Οιδίπους
μας άφησε κληρονομιά, να μένη
που ο Δίας να μην το 'στειλε στις δυο μας
που είμαστε ακόμα στη ζωή; Γιατί
κανένα πόνο και καμιά κατάρα,
καμιά ντροπή κι ούτε καμιά ατιμία
δεν είδα εγώ να λείψη απ' τις δικές σου
κι απ' τις δικές μου συφορές. Και τώρα
τί 'ναι αυτή πάλι η προσταγή, που λένε
πως ότι και διαλάλησε στη χώρα
και σ' όλους τους πολίτες ο άρχοντάς μας;
Ξέρεις κι άκουσες τίποτα; ή δεν έχεις
είδηση πάρη πως κακό ετοιμάζουν
για τους αγαπημένους μας οι εχθροί μας;

ΙΣΜΗΝΗ
Για μένα κανείς λόγος, Αντιγόνη,
μήτε καλός μήτε κακός δεν ήρθε
για φίλους μας, απ' όταν σε μια μέρα
χάσαμε οι δυο τούς δυο τούς αδερφούς μας,
που πέσανε απ' το χέρι ο ένας του άλλου·
κι αφού του Άργους σκορπίστηκε και πάει
τη νύχτ' αυτή ο στρατός, εγώ, δεν ξέρω
τίποτα παραπάνω, είτε αν πως είμαι
πιο ευτυχισμένη, ή πιο συφοριασμένη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ήμουνα βέβαιη και γι' αυτό ίσα ίσα
σ' έφερα εδώ έξω απ' της αυλής τις πύλες
για να τ' ακούσης μόνη.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα τι τρέχει;
Δείχνεις πως κάτι βράζει μες στο νου σου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Και μη δεν έχει ο Κρέοντας τον ένα
τον αδερφό μας με ταφή τιμήση,
ενώ άταφο καταφρονά τον άλλο;
Τον Έτεοκλή, όπως λεν, και με το δίκιο,
πρόσταξε να τον θάψουν, για να πάη
με τιμή στους νεκρούς του Κάτω κόσμου·
μα το άθλιο το κορμί του Πολυνείκη
στους πολίτες διαλάλησε, κανένας
στη γης να μη το κρύψη ούτε το κλάψη,
μα αθρήνητο και άταφο να τ' αφήσουν,
γλυκό για τα όρνια θησαυρό, που γύρω
καρτερούν λιμασμένα για θροφή τους.
Τέτοια ο καλός μας Κρέοντας για σένα
και για μένα ―ναι, λέω και για μένα―
διαλάλησε· και θά 'ρθη, λέγουν, τώρα
ξάστερα εδώ στη μέση να κηρύξη
για όσους δεν το 'χουν μάθη· και το πράμα
το παίρνει όχι έτσι αψήφιστα, μα αν κάποιος
τολμήση κάτι τέτοιο, θάνατος
απ' του λάου τις πέτρες μες στην πόλη
τον περιμένει. Έτσι λοιπόν αυτά ειναι.
Μα τώρα εσύ θα δείξης, αν εισ' άξιο
της γενιάς σου βλαστάρι, ή αν ενώ εισαι
από τέτοιους προγόνους, τους ντροπιάζεις.

ΙΣΜΗΝΗ
Μ' αν έτσι είναι, ώ ταλαίπωρη, το πράμα,
τί παραπάνω εγώ θενά προστέσω
αν βάλω ή αν δε βάλω χέρι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκέψου
μαζί μου αν θα ενεργήσης και συμπράξης.

ΙΣΜΗΝΗ
Σε ποιο κίνδυνο λες; που πάει ο νους σου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν το χέρι αυτό μου εδώ βοηθήσης
το νεκρό να σηκώσωμε.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα αλήθεια
να θάψης σκέφθηκες αυτόν, που η πόλη
απαγορεύει;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι, τον αδερφό μου
και τον δικό σου, αν εσύ δε θέλης·
γιατί κανένας δε θα πή για μένα
πως τον πρόδωσα εγώ.

ΙΣΜΗΝΗ
Δυστυχισμένη,
μ' όλο που το' χει ο Κρέοντας εμποδίση;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κανέν' αυτός δικαίωμα δεν έχει
να με χωρίση απ' τους δικούς μου.

ΙΣΜΗΝΗ
Ωιμένα,
σκέψου, αδερφή μου, πόσο μισημένος
και γιομάτος ντροπές μάς χάθηκε ο
πατέρας μας, αφού απ' τις ανομίες του
που ήρθαν στο φως, ξερίζωσε μονάχος
με το ίδιο του το χέρι τις δυο του όψες.
Έπειτα εκείνη, που 'χε το διπλό
τ' όνομα μάννας και γυναίκας του,
με θηλειά στο λαιμό πήε ντροπιασμένη·
τέλος οι δυο αδερφοί μας σε μια μέρα
σκοτώθηκαν οι δόλιοι μεταξύ τους
δίνοντας θάνατο κοινό με χέρια
επάνω επανωτά ο ένας στον άλλο.
Και τώρα οι δυο μας πόχουμε απομείνη
σκέψου τι τέλος πιο κακό θα βρούμε,
αν το νόμο αψηφώντας πάμε ενάντια
σ' ό,τι έχει αποφασίση η εξουσία.
Κι απ' τ' άλλο, να ξεχνάς αυτό δεν πρέπει,
πρώτα, πως γεννηθήκαμε γυναίκες
να μην μπορή να τα βάζουμε με άντρες·
έπειτα, πως αυτοί που εξουσιάζουν
πιο δύναμη έχουν από μας, κι ανάγκη
να τους ακούμε και σ' αυτά και σ' άλλα
πιο σκληρότερ' ακόμα και από τούτα.
Εγώ λοιπόν αφού παρακαλέσω
τους κάτω απ' τη γη να συχωρήσουν,
αν υποτάσσωμαι έτσι στην ανάγκη,
θα υπακούσω σ' αυτούς που εξουσιάζουν,
γιατί να θέλης ό,τι ξεπερνά
τη δύναμη σου, καθαρή 'ναι τρέλλα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ούτε θα σε παρακαλούσα, μα ούτε
κι αν το' θελες ακόμα θα δεχόμουν
μ' ευχαρίστηση εγώ τη σύμπραξή σου·
μείνε με τις ιδέες σου εσύ, μα εκείνον
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι,
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του,
σ' αγαπημένον πλάι αγαπημένη
θα κοίτωμαι, για τ' άγιο αυτό μου κρίμα·
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει
στους κάτω πάρα στους εδώ ν' αρέσω,
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ
μπορείς, αν θέλης, να περιφρονής
τα τίμια των θεών.

ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ καθόλου
δεν τα περιφρονώ, μα και δε βλέπω,
πώς ενάντια μπορώ να πάω στην πόλη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φέρν' εσύ αυτές τις πρόφασες, μα εγώ
να σκάψω τάφο του ακριβού αδερφού μου
πηγαίνω.

ΙΣΜΗΝΗ
Ω δυστυχία, τι φόβο πόχω
για σένα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ησύχασε και μη φοβάσαι
για μένα, τη δικιά σου να φροντίσης
ζωή να εξασφαλίσης.

ΙΣΜΗΝΗ
Κοίτα καν
μην πας κι αλλού το πής, μα κράτα
κρυφό το σχέδιό σου, και 'γώ το ίδιο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκοτιά μου! πρόδωσέ το· πιο θα μού εισαι
εχθρή αν σωπάσης, παρ' αν το κηρύξης
σ' όλον τον κόσμο.

ΙΣΜΗΝΗ
Έχεις καρδιά θερμή
για πράματα ψυχρά.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φτάνει που ξέρω
πώς σε κείνους που πρέπει θε ν' αρέσω.

ΙΣΜΗΝΗ
Ανίσως και πετύχης· μα ζητάς
τ' αδύνατα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Λοιπόν μόνο αν δε θα' χω
δύναμη πια, τότε κι εγώ θα πάψω.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα κι απαρχής να κυνηγά δεν πρέπει
τ' αδύνατα κανείς.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν μιλάς έτσι,
και το μίσος θε να' χης το δικό μου
και μισημένη απ' τον νεκρό θενά εισαι
πλάι του, σαν πεθάνης, με το δίκιο.
Μ' άφις κι εμέ και την ανεμυαλιά μου
το κακό αυτό να πάθωμε· γιατί, όχι,
δεν έχω τέτοιο τίποτα να πάθω
που εγώ να μην πεθάνω τιμημένα.

ΙΣΜΗΝΗ
Αφού έτσι κρίνεις, πήγαινε· μα ξέρε
πως δίχως νου πηγαίνεις, όμως βέβαια
μ' αγάπη αληθινή στους φίλους φίλη.

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία

2.4.Β.iii.γ. Πολιτική ελεγεία


Η πολιτική ελεγεία συγγενεύει από τη μια με την πολεμική, απ᾽ όπου ίσως να προέρχεται, από την άλλη με τη γνωμική, καθώς συχνά οι γνώμες και οι συμβουλές αφορούν πολιτικά θέματα. Αν την ξεχωρίζουμε, είναι γιατί την αντιπροσωπεύει μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Αρχαϊκής εποχής, ο Σόλωνας, που μεταχειρίστηκε το ελεγειακό σχήμα για να καταγράψει ποιητικά τη δράση του και τις πολιτικές του υποθήκες.

ΣΟΛΩΝ (περ. 640-560 π.Χ.)[1]

Αθηναίος από αρχοντική οικογένεια, έμπορος και ταξιδευτής, ο Σόλων διακρίθηκε στην πολιτική ζωή όταν σαραντάχρονος, γύρω στα 600 π.Χ., αγνόησε τη σχετική απαγόρευση, προσποιήθηκε τον τρελό και κατάφερε με ένα πατριωτικό, σαν του Τυρταίου, τραγούδι να ξεσηκώσει τους Αθηναίους να πολεμήσουν τους Μεγαρίτες, να ανακτήσουν τη χαμένη Σαλαμίνα και «να ξεπλύνουν τη βαριά ντροπή» (απόσπ. 3 W.).

Δεν ήταν η μόνη φορά που με την ποίησή του επιχειρούσε να παρέμβει στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας. Στην κινημένη περίοδο που ακολούθησε το νομοθετικό έργο του Δράκοντα (620; π.Χ.), ο Σόλων υπογράμμιζε στα τραγούδια του τα αγαθά της ευνομίας σε αντίθεση με τη δυσνομία, που οδηγούσε σε συμφορές, στιγμάτιζε την αχορταγιά των ηγεμόνων, που

κλέβουν κι αρπάζουν, χωρίς να λογαριάζουν
μήτε ιερό μήτε δημόσιο κτήμα


(απόσπ. 4 W.), και καταδίκαζε τον δανεισμό ἐπὶ τοῖς σώμασιν, που εξαιτίας του πολλοί Αθηναίοι πουλιόνταν δούλοι σε ξένους τόπους.

Στο ηθικό-θρησκευτικό πεδίο ο ποιητής πίστευε πως ο κόρος οδηγεί στην ύβρη, πως ο Δίας όλα τα βλέπει, η Δίκη όλα τα ξέρει, και η τιμωρία των αδίκων μπορεί να αργήσει, αλλά σίγουρα θα έρθει για τους φταίχτες ή για τα παιδιά τους. Με όλα αυτά, και ακόμα με τη «Μοίρα, που φέρνει στους θνητούς και τα καλά και τα κακά», και με «τα δώρα των αθάνατων θεών, που άνθρωπος δε μπορεί να τ᾽ αποφύγει» (απόσπ. 13 W.), ο Σόλων από τη μια συνέχισε και προχώρησε τη σκέψη του Ησιόδου, από την άλλη προανάγγειλε τους προβληματισμούς της τραγωδίας, ιδιαίτερα του Αισχύλου.

Το 594 π.Χ., όταν οι Αθηναίοι τον εκλέξαν διαλακτήν με έκτακτες εξουσίες, ο Σόλωνας πολιτεύτηκε με φρόνηση και δικαιοσύνη, σε τέλεια συμφωνία με τις απόψεις που είχε εκθέσει ποιητικά: βελτίωσε τη νομοθεσία για τον δανεισμό, έτσι που να απελευθερωθούν πολλοί Αθηναίοι, κατάργησε ορισμένα χρέη, ώστε η γεωργική γη να λαφρύνει από τις υποθήκες, και οδήγησε το τιμοκρατικά πολίτευμα ένα βήμα πιο κοντά στη δημοκρατία - όλα με μέτρο. Το μεταρρυθμιστικό του έργο το είχε εκθέσει ο ίδιος σε ένα ιαμβικό τραγούδι, απ᾽ όπου μας σώζονται αρκετοί στίχοι, όπως αρκετοί στίχοι, πάνω από διακόσιοι, σώζονται και από τις ελεγείες του.
------------------------------
1. Ο Κροίσος, ο τελευταίος βασιλιάς της Λυδίας, βασίλεψε από το 560 ως το 547 π.Χ. Η συνάντησή του με τον Σόλωνα, όπως την περιγράφει ο Ηρόδοτος, είναι θρύλος.

Ο Ξενοφώντας και η συνηθισμένη κατάληξη των ξενοκίνητων δικτατόρων

Όταν πια η σύγκρουση στον Πειραιά είχε ολοκληρωθεί (με την αδιαπραγμάτευτη επικράτηση των δημοκρατικών), κατά την εκεχειρία που ακολούθησε, για την περισυλλογή των νεκρών, ο Κλεόκριτος, κήρυκας των Μυστηρίων, βρήκε την ευκαιρία να απευθύνει το λόγο στους ολιγαρχικούς οι οποίοι έχοντας πλησιάσει ήταν σε θέση να ακούσουν.

Η δυνατή φωνή, που, ως κήρυκας, διέθετε, έκανε τους πάντες να σωπάσουν. Με βασική επιδίωξη την άμεση συμφιλίωση υπενθύμισε όλα όσα ενώνουν τον αθηναϊκό λαό δίνοντας βαρύτητα στους κοινούς κινδύνους του παρελθόντος σε στεριά και θάλασσα, στους προγόνους και στις πατροπαράδοτες θρησκευτικές τελετές, που αποτελούν τον ενωτικό κρίκο της πόλης.

Πάνω σ’ αυτή τη βάση θα καταλήξει: «Μην ακούτε τους Τριάντα! Δεν έχουν ιερό και όσιο αυτοί, που για το δικό τους κέρδος κοντεύουν να ‘χουν σκοτώσει μέσα σ’ οχτώ μήνες πιο πολλούς Αθηναίους απ’ όσους σκότωσαν όλοι οι Πελοποννήσιοι μαζί σε δέκα χρόνια πολέμου! Εκεί που μπορούσαμε να ζούμε σαν συμπολίτες, αυτοί μας έριξαν στον πιο απαίσιο, τον πιο ανυπόφορο, τον πιο ανόσιο απ’ όλους τους πολέμους – σ’ εμφύλιο σπαραγμό!» (2,4,21-22).

Ο Κλεόκριτος δεν έχει άλλη επιλογή από το να περάσει στην ουσία κάθε δικτατορίας που αποβλέπει σε προσωπικά οφέλη εξυπηρετώντας ξένα συμφέροντα. Οι καταστάσεις αυτού του είδους είναι ξεκάθαρα εμφυλιοπολεμικές, αφού η βίαιη επιβολή των λίγων δεν μπορεί παρά να γίνει σε βάρος των πολλών. Το ζήτημα είναι η χρονική στιγμή που η δράση θα φέρει την αντίδραση, ώστε να ξεκινήσουν επισήμως οι ένοπλες συγκρούσεις.

Όμως, ακόμη και στο αρχικό στάδιο των αυθαιρεσιών και των διώξεων, όπου ο λαός μουδιασμένος δε φέρνει αντίσταση, το κλίμα του εμφυλίου είναι δεδομένο, όχι μόνο γιατί εκκολάπτεται η σύγκρουση, αλλά και γιατί δεν υπάρχει καμιά νομιμότητα στον τρόπο άσκησης της εξουσίας. Σε τελική ανάλυση, αυτό που ονομάζουμε κοινωνική ομαλότητα ή συνοχή είναι ο μηχανισμός που διασφαλίζει ότι οι πολλοί αποδέχονται τα πολιτειακά τεκταινόμενα.

Από τη στιγμή που κάθε τέτοια προοπτική καταλύεται το μόνο που μένει είναι η δύναμη των όπλων, δηλαδή η ολοκάθαρη επίθεση του δικτάτορα που σηματοδοτεί την έναρξη του εμφυλίου. Δεν είναι τυχαίο ότι η Θήβα είχε γεμίσει από Αθηναίους που αναγκάστηκαν να καταφύγουν εκεί. Ήταν οι άμεσα ή έμμεσα εκτοπισμένοι από το καθεστώς, που τους ξεκαθάρισε ότι τα πράγματα στην πατρίδα έχουν αλλάξει. Σε λίγο θα συγκροτήσουν πολεμικές ομάδες για την αντεπίθεση.

Κι όταν πια η σύγκρουση επέλθει και η δικτατορία ηττηθεί, η διάσπαση είναι ο μόνος δρόμος των δικτατόρων, αφού δεν υπάρχει ούτε ιδεολογία ούτε όραμα για να τους ενώσει: «Την άλλη μέρα οι Τριάντα συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων, ταπεινωμένοι κι εγκαταλειμμένοι· ανάμεσα στους Τρεις Χιλιάδες πάλι, στα διάφορα σημεία όπου είχαν τοποθετηθεί, ξέσπασαν παντού διαφωνίες: όσοι ευθύνονταν για σοβαρότερα αδικήματα, και γι’ αυτό φοβόνταν, υποστήριζαν με πάθος ότι δεν έπρεπε να υποχωρήσουν στους επαναστάτες· όσοι πάλι δεν είχαν κανένα κρίμα στη συνείδησή τους σκέφτονταν για λογαριασμό δικό τους – κι εξηγούσαν και στους άλλους – ότι αυτές οι συμφορές ήταν περιττές κι ότι δεν έπρεπε να υπακούουν στους Τριάντα, μήτε να τους αφήσουν να καταστρέψουν την πόλη. Τελικά αποφάσισαν με ψηφοφορία να τους καθαιρέσουν και να εκλέξουν άλλους άρχοντες· κι όρισαν δέκα, έναν από κάθε φυλή». (2,4,23).

Πέρα όμως από την μέριμνα να σώσει ο καθένας τον εαυτό του, οι δικτάτορες έχουν πάντα την επιλογή να καταφύγουν ξανά στην ξένη δύναμη που τους στηρίζει. Οι Τριάντα, αν και αντικαταστάθηκαν από τους Δέκα και αποτραβήχτηκαν στην Ελευσίνα, ανέλαβαν και πάλι πρωτοβουλίες: «Οι Τριάντα, από την Ελευσίνα – και παράλληλα οι Τρεις Χιλιάδες από την Αθήνα –, έστειλαν πρέσβεις στη Λακεδαίμονα να ζητήσουν βοήθεια, λέγοντας ότι οι δημοκρατικοί είχαν ξεσηκωθεί εναντίον των Λακεδαιμονίων». (2,4,28).

Όταν όμως η επιβίωση του καθεστώτος εξαρτάται από τις αποφάσεις που θα πάρει μια ξένη δύναμη, αναγκαστικά η μοίρα των δικτατόρων βρίσκεται στο έλεος της πολιτικής σκηνής στην οποία απευθύνονται: «Ο Λύσανδρος λογάριασε πως γρήγορα μπορούσαν ν’ αναγκάσουν τους επαναστάτες να συνθηκολογήσουν, αν τους πολιορκούσαν από στεριά κι από θάλασσα και τους στερήσουν τον ανεφοδιασμό· φρόντισε λοιπόν να δοθούν στους ολιγαρχικούς εκατό τάλαντα δανεικά, καθώς και να διοριστεί ο ίδιος αρμοστής για τη στεριά κι ο αδελφός του Λίβυς ναύαρχος. Αυτός πήγε στην Ελευσίνα και βάλθηκε να στρατολογεί πολλούς Πελοποννησίους οπλίτες, ενώ ο ναύαρχος φύλαγε από τη μεριά της θάλασσας φροντίζοντας να μην μπαίνει κανένα πλοίο μ’ εφόδια για τους επαναστάτες». (2,4,28-29).

Κι ενώ οι κινήσεις αυτές οδήγησαν τους επαναστάτες σε αδιέξοδο φέρνοντας και πάλι τους δικτάτορες σε θέση ισχύος, «ο βασιλιάς Παυσανίας ζήλεψε τον Λύσανδρο, ότι αν πετύχαινε το σκοπό του και δόξα θα κέρδιζε και δική του θα ‘κανε την Αθήνα. Έπεισε λοιπόν τρεις από τους εφόρους και ξεκίνησε μ’ ένα εκστρατευτικό σώμα». (2,4,29).

Ο Παυσανίας ήθελε να παίξει το ρόλο του διαιτητή, ώστε να επιφέρει τη συμφιλίωση στην Αθήνα προκειμένου να στερήσει από το Λύσανδρο την ευκαιρία να διαλύσει τους επαναστάτες. Η πολιτική σκηνή του ισχυρού (και πλέον η Σπάρτη έχει τη δύναμη της ισχύος) πολλές φορές κινείται από δυνάμεις αδιαφανείς, οι οποίες καθορίζονται από τις προσωπικές φιλοδοξίες και τις υπόγειες εσωτερικές συγκρούσεις που μοιραία προκύπτουν.

Η δυσπιστία και η αμοιβαία καχυποψία δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που στελεχώνουν τους φορείς της εξουσίας του ισχυρού, αλλά και τους συμμάχους, οι οποίοι γίνονται ιδιαιτέρως επιφυλακτικοί: «Τον ακολούθησαν» (τον Παυσανία εννοείται) «κι όλοι οι σύμμαχοι εκτός από τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, που έλεγαν ότι θα το θεωρούσαν παραβίαση των όρκων τους να επιτεθούν στους Αθηναίους, μια και τούτοι δεν έκαναν τίποτε αντίθετο με τις συνθήκες. (Στην πραγματικότητα κρατούσαν αυτή τη στάση, επειδή πίστευαν πως οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν να εξασφαλίσουν για τους εαυτούς τους τα εδάφη των Αθηναίων)». (2,4,30).

Τώρα πια ο Παυσανίας βρίσκεται σε θέση να ρυθμίσει τα πράγματα όπως ο ίδιος θέλει. Έχοντας με το μέρος του την πλειοψηφία των εφόρων κι ελέγχοντας στρατιωτικές δυνάμεις, που κανείς δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει, είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Το μόνο που μένει είναι να φερθεί αρκούντως διπλωματικά, ώστε να μην καταστήσει τις προθέσεις του σαφείς από την αρχή, αλλά να τις παρουσιάσει ως αναγκαιότητα των περιστάσεων: «Ο Παυσανίας στρατοπέδευσε στο λεγόμενο Αλίπεδο, κοντά στον Πειραιά· διοικούσε ο ίδιος το δεξιό κέρας, κι ο Λύσανδρος με τους μισθοφόρους του κρατούσε το αριστερό. Ο Παυσανίας έστειλε πρέσβεις στους επαναστάτες, μηνώντας τους να πάνε στα σπίτια τους· καθώς αυτοί δεν υπάκουσαν, έκανε επίθεση – ίσα ίσα για τα προσχήματα, για να μη δείξει τις καλές διαθέσεις που είχε απέναντί τους – και κατόπιν υποχώρησε άπρακτος». (2,4,30-31).

Το σίγουρο είναι ότι όταν κάποιος παίζει με τη φωτιά, δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τον απόλυτο έλεγχό της. Ο Παυσανίας, όταν την άλλη μέρα προχώρησε στον «Κωφό Λιμένα» (ο Ρόδης Ρούφος επισημαίνει ότι ίσως να πρόκειται για τα σημερινά Λεμονάδικα), δέχτηκε επίθεση από τους επαναστάτες κι έδωσε εντολή να τους καταδιώξουν σκοτώνοντας περίπου τριάντα ελαφρά οπλισμένους, μέχρι που έφτασε στο θέατρο του Πειραιά. Εκεί βρέθηκε μπροστά στους πελταστές και το πεζικό των εχθρών κι αναγκάστηκε να υποχωρήσει αφήνοντας πίσω αρκετές απώλειες. Τελικά, αφού ανασύνταξε τις δυνάμεις του, αναγκάστηκε να δώσει μια πραγματική μάχη, πολεμώντας σώμα με σώμα.

Όπως ήταν αναμενόμενο επικράτησε σκοτώνοντας περίπου εκατόν πενήντα Αθηναίους δημοκρατικούς: «Ωστόσο όχι μόνο δεν θύμωσε με τους επαναστάτες, αλλά τους μήνυσε κρυφά να στείλουν πρέσβεις στον ίδιο και στους εφόρους που τον συνόδευαν, δασκαλεύοντάς τους τι έπρεπε να πουν· κι εκείνοι τον άκουσαν. Ταυτόχρονα βάλθηκε να διχάσει τους ολιγαρχικούς της Αθήνας, παραγγέλνοντας να μαζευτούν όσο γινόταν περισσότεροι, να παρουσιαστούν στο στρατηγείο του και να δηλώσουν ότι δεν έχουν καμιά διάθεση να πολεμούν την παράταξη του Πειραιά, παρά θέλουν να συμφιλιωθούν μαζί της και να μείνουν όλοι μαζί φίλοι των Λακεδαιμονίων. Αυτά τ’ άκουσε με ευχαρίστηση κι ο έφορος Ναυκλείδας». (2,4,35-36).

Ο Παυσανίας ήταν πια ο κυρίαρχος της σπαρτιατικής πολιτικής σκηνής. Οι έφοροι υποστήριζαν πλέον ανοιχτά αυτόν κι όχι το Λύσανδρο. Από τη στιγμή που το τοπίο στη Σπάρτη είχε ξεκαθαρίσει, οι μέρες των τυράννων ήταν μετρημένες. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει τίποτε πιο αναλώσιμο πολιτικά απ’ αυτούς. Τα λόγια του Θρασύβουλου στους ηττημένους ολιγαρχικούς, όταν πια όλα είχαν τελειώσει, είναι η πεμπτουσία των καθεστώτων αυτού του είδους: «Τάχα νομίζετε ότι πρέπει να υπερηφανεύεστε για την υποστήριξη των Λακεδαιμονίων; Γιατί; Όπως παραδίδει κάποιος δεμένο από το λαιμό ένα σκυλί που δαγκώνει, έτσι κι εκείνοι σας παραδώσαν στον αδικημένο τούτο λαό, πριν σηκωθούν να φύγουν!» (2,4,41).

Ο Θηραμένης δικαιώνεται ξανά. Καμία εξουσία δεν μπορεί να αντέξει στο χρόνο, αν δεν έχει λαϊκό έρεισμα. Σωστά υποστήριζε την παύση των εκτελέσεων που έκαναν το καθεστώς μισητό στον κόσμο· σωστά επιδίωκε άνοιγμα στην εξουσία, ώστε να συμμετέχουν περισσότεροι· είχε καταλάβει ότι μόνο με τη βοήθεια της Σπάρτης το καθεστώς θα είναι ευάλωτο.

Συνήθως όμως, οι δικτάτορες δε βλέπουν τόσο μακριά. Η αρπαγή του πλούτου των άλλων, η μέθη της εξουσίας, η επιβολή κάθε αυθαιρεσίας και η αντικατάσταση του νόμου από την προσωπική βούληση, τους δίνει την αίσθηση του παντοδύναμου. Η αλαζονεία είναι συνυφασμένη με τον τύραννο. Αν δεν ήταν αλαζόνας δε θα ήταν τύραννος. Γι’ αυτό και οι τύραννοι αυτού του είδους είναι ιδιαιτέρως χρήσιμοι προς την κυρίαρχη δύναμη της οποίας τα συμφέροντα εξυπηρετούν. Πρέπει να νιώθουν άτρωτοι, αφού, όσο πιο άτρωτοι νιώθουν, τόσο περισσότερο θα αυθαιρετούν, κι όσο περισσότερο αυθαιρετούν, τόσο περισσότερο θα εξαρτώνται. Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερο υποχείριο απ’ αυτούς.

Κι αν – παρ’ ελπίδα – υπάρξει κάποιος τύραννος που θα τολμήσει να υψώσει τη φωνή απέναντι στην ισχύ που τον εξέθρεψε, θα γνωρίσει άμεση εξόντωση. Γιατί δεν πρέπει να χάνονται οι ρόλοι, κι ο καθένας πρέπει να ξέρει τα όριά του. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι προτιμότερο να τακτοποιούνται αυτές οι δουλειές στο παρασκήνιο. Δε χρειάζεται να τα ξέρει ο κόσμος όλα. Η ισχύς πρέπει να κάνει τη δουλειά της διακριτικά. Δεν υπάρχει λόγος να προκαλεί.

Εξάλλου, η μυστικότητα κάνει ακόμη πιο αναλώσιμους τους τυράννους. Όταν αλλάξουν τα συμφέροντα, είναι εύκολο να καθαιρεθούν προς υπεράσπιση της «ελευθερίας» και του «ανθρωπισμού». Όσο περισσότερα βγαίνουν στη φόρα, τόσο πιο περίπλοκες γίνονται και οι ενέργειες που πρέπει να κάνει η ισχύς, η οποία, συνήθως, ενδιαφέρεται για τα προσχήματα. Σε κάθε περίπτωση ο τύραννος οφείλει να φερθεί σωστά, δηλαδή να μη δυσαρεστεί, την ισχύ που τον στηρίζει, ακόμη κι αν αποφασιστεί η πτώση του. Αν είναι συνεργάσιμος μέχρι το τέλος, θα υπάρξει μέριμνα και για τη διάσωσή του. Αν όχι, μπορεί να έχουμε τίποτε δημόσιες εκτελέσεις.

Βεβαίως, αυτά αφορούν πιο «μοντέρνες» εκδοχές της τυραννίας. Στην περίπτωση της Αθήνας τα πράγματα τέθηκαν ευθέως. Η ισχύς ήταν της Σπάρτης και οι Τριάντα ήταν ολοφάνερα προσκολλημένοι σ’ αυτή. Το παρασκήνιο αφορούσε την αλλαγή των σπαρτιατικών διαθέσεων, όπως τις διαμόρφωσε εκ νέου ο Παυσανίας εξυπηρετώντας προσωπικές σκοπιμότητες σε βάρος του Λυσάνδρου. Από τη στιγμή που η Σπάρτη έκανε δεκτή την αντιπροσωπεία των επαναστατών, όλα είχαν τελειώσει για τους τυράννους.

Το μόνο που έμενε ήταν οι τελικές διαπραγματεύσεις μήπως και σώσουν τη ζωή τους: «… έστειλαν αντιπροσώπους και οι επίσημοι κυβερνήτες της Αθήνας, λέγοντας ότι είναι έτοιμοι να παραδοθούν οι ίδιοι και να παραδώσουν και τα τείχη τους στην απόλυτη διάθεση των Λακεδαιμονίων· είχαν όμως την απαίτηση, δήλωναν, μια και οι επαναστάτες έλεγαν πως είναι φίλοι των Λακεδαιμονίων, να παραδώσουν κι εκείνοι τον Πειραιά και τη Μουνιχία». (2,4,37).

Το έργο του Παυσανία είχε σχεδόν τελειώσει. Η Σπάρτη έβλεπε ευνοϊκά τη συμφιλίωση, οι επαναστάτες ένιωθαν δικαιωμένοι και οι Τριάντα δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν τίποτε: «Αφού τους άκουσαν όλους οι έφοροι και η Συνέλευση, έστειλαν στην Αθήνα μια δεκαπενταμελή αντιπροσωπεία μ’ εντολή να συνεργαστεί με τον Παυσανία για συμφιλίωση με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Με τη μεσολάβησή τους συμφιλιώθηκαν οι Αθηναίοι και συμφώνησαν να ζήσουν στα σπίτια τους – όλοι εκτός από τους Τριάντα, τους Έντεκα και τους δέκα πρώην άρχοντες του Πειραιά· τέλος αποφασίστηκε πως όποιος από τους ολιγαρχικούς φοβόταν, θα πήγαινε να ζήσει στην Ελευσίνα». (2,4,38).

Η τυραννία των Τριάντα ανήκε πια επισήμως στο παρελθόν. Οι δημοκρατικοί τήρησαν τις υποσχέσεις ενότητας και η πόλη κατάφερε να ξεπεράσει τις πληγές του σπαραγμού: «Εκείνο τον καιρό διόρισαν άρχοντες και ξανάρχισαν ομαλή πολιτική ζωή. Αργότερα ωστόσο, μαθαίνοντας ότι οι ολιγαρχικοί της Ελευσίνας στρατολογούσαν ξένους μισθοφόρους, έκαναν γενική επιστράτευση εναντίον τους. Τους στρατηγούς των ολιγαρχικών τους σκότωσαν όταν παρουσιάστηκαν για διαπραγματεύσεις, στους άλλους όμως έστειλαν φίλους και συγγενείς τους που τους έπεισαν να συμφιλιωθούν. Τότε πήραν όρκους ότι στ’ αλήθεια δεν θα κρατήσουν κακία αναμεταξύ τους, και σήμερα ακόμη ζουν όλοι μαζί σαν συμπολίτες κι οι δημοκρατικοί έχουν τηρήσει πιστά τους όρκους τους». (2,4,43).

Ξενοφώντος, Ελληνικά

Πέρα από το υποκείμενο - Πρώτη Εσωτερική Θεώρηση

Υπάρχει Μόνο Συνείδηση, χωρίς χώρο, χρόνο, ιδιότητες. Απέραντη Άδεια Αντίληψη, χωρίς κάποιο περιεχόμενο. Ανοιχτή Αγνή Επίγνωση της Αδειοσύνης. Αυτά τα τρία ( Συνείδηση Αντίληψη, Επίγνωση), έτσι όπως περιγράφονται (ή δεν περιγράφονται) μοιάζουν να είναι το ίδιο. Είναι το ίδιο και ταυτόχρονα διαφέρουν στην λειτουργία τους.

Μέσα στην Συνείδηση, (στην Αντίληψη, (στην Επίγνωση)) αναδύονται όλες οι αντικειμενικές καταστάσεις και οι υποκειμενικές αντιλήψεις. Όλα αυτά είναι δραστηριότητες της Συνείδησης, δεν είναι κάτι διαφορετικό. Έτσι, η Πραγματικότητα είναι Μία: το περιεχόμενο της Συνείδησης (Αντίληψης (Επίγνωσης)). Υπάρχει Μόνο Αυτή η Πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν δύο πραγματικότητες, η Συνείδηση και η Δημιουργία (ο Κόσμος). Η Συνείδηση είναι ο Κόσμος. Ο Κόσμος είναι η Δραστηριότητα της Συνείδησης.

Όλα είναι Συνείδηση. Το κάθε τι είναι η Συνείδηση που εκδηλώνεται μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες. Έτσι, το Συγκεκριμένο είναι η Συνείδηση. Είναι οι περιορισμοί (Συνειδητότητα), οι προσδιορισμένες καταστάσεις (Επίγνωση).

Εφόσον υπάρχει μόνο Συνείδηση κάθε συνείδηση (που εμφανίζεται σαν ιδιαίτερη συνείδηση) είναι η Συνείδηση που λειτουργεί μέσα από περιορισμούς, μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες. Όλες αυτές οι ιδιαίτερες λειτουργίες, υποκειμενικές αντιλήψεις, ατομικότητα, σκέψη, αισθήσεις, μορφή, είναι δραστηριότητες της Συνείδησης. Είναι «οικεία» και συνεπώς ελέγξιμα και διαχειρίσιμα.

Όταν η Συνείδηση, σαν προσοχή, απορροφιέται σε μια ιδιαίτερη λειτουργία, (ατομικότητα, σκέψη, αίσθηση, εμπειρίες του εξωτερικού υλικού κόσμου) αντιλαμβάνεται μέσα από αυτά. Η Συνείδηση είναι πάντα η Βάση κάθε αντίληψης, κάθε επίγνωσης, αλλά οι ιδιαίτερες «αντιλήψεις» χρωματίζονται ανάλογα με την λειτουργία που χρησιμοποιούμε. Επειδή αυτά είναι δραστηριότητες της Συνείδησης μπορούν να ελεγχθούν, να σταματήσουν οπότε επιστρέφουμε στην Φυσική Αντίληψη.

Όταν η Συνείδηση κατανοεί ότι η μόνη Ορθή Αντίληψη είναι η Φυσική Αντίληψη και όλες οι άλλες ιδιαίτερες αντιλήψεις είναι σχετικές και προσωρινές, δεν υπάρχει πρόβλημα. Μπορεί να χρησιμοποιεί την ιδιαίτερη αντίληψη χωρίς να ξεχνιέται μέσα στις ιδιαίτερες προοπτικές της.

Όταν όμως η Συνείδηση απορροφιέται τελείως, (ταυτίζεται) με την ιδιαίτερη αντίληψη, (ατομικότητα, σκέψη και λοιπά) θεωρεί ότι αυτό είναι η μοναδική πραγματικότητα. Όταν ταυτιζόμαστε με την ατομικότητα αυτόματα λειτουργούμε μέσα από ένα αντιληπτικό κέντρο. Βλέπουμε δυαδικά τον κόσμο απέναντι. Είμαστε ένα υποκείμενο που ζει στον αντικειμενικό κόσμο.

Στην πραγματικότητα ή Συνείδηση (σαν Φυσική Αντίληψη), είναι πάντα η βάση κάθε αντίληψης, αλλά η Φυσική Αντίληψη παραβλέπεται και προβάλλεται η ιδιαίτερη αντίληψη, ή δυαδική αντίληψη. Βλέποντας μέσα από την ατομική νοητικότητα κάποια στιγμή γίνεται αντιληπτό ότι η Πραγματικότητα είναι Μία. Αλλά όσο επιμένουμε να λειτουργούμε μέσα από την ατομική αντίληψη, βιώνουμε την δυαδικότητα.

Η Ορθή Δράση, αν θέλουμε να επανέλθουμε στην Πραγματική Φυσική Αντίληψη, είναι να σταματήσουμε να λειτουργούμε έτσι, να σταματήσουμε την ατομική λειτουργία. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το κάνουν.

Κάποιοι, πεπεισμένοι (από Σοφούς, Ιερά κείμενα, Διδασκάλους, διδασκαλίες) ότι η Πραγματικότητα είναι Μια, υιοθετούν αυτή την αντίληψη και αρνούνται ή αγνοούν την ατομική δραστηριότητα. Στην πραγματικότητα αυτή δεν είναι η Ολοκληρωμένη Ελεύθερη Κατάσταση. Είναι η νοητικότητα που μιμείται την Μη δυαδικότητα της Πραγματικότητας. Είναι μια υπνωτική κατάσταση όπου η ατομικότητα αντιγράφει την Μη δυαδική κατάσταση. Το εγώ πιστεύει ότι είναι η κατάσταση της φώτισης, της Μη δυαδικότητας της Πραγματικότητας. Δεν είναι.

Ή άλλη δράση της ατομικότητας (του εγώ) είναι να προσπαθεί, μέσω της πειθαρχίας, της πνευματικής άσκησης και πρακτικής, να υπερβεί τις κατώτερες λειτουργίες (σκέψη, αισθήσεις, εμπειρίες). Αυτό, εκτός του ότι φανερώνει την δυαδικότητα, μια αντίθεση ανάμεσα σ εμάς και τις λειτουργίες, (που θεωρούμε αντίθετες και εχθρικές), στην πραγματικότητα είναι αδιέξοδο γιατί τονώνει και επεκτείνει διαρκώς το εγώ.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην Συνείδηση που έχει Φυσική Αντίληψη και στην συνείδηση που λειτουργεί μέσα από την ατομικότητα με μια δυαδική αντίληψη; Η Φυσική Συνείδηση αποδέχεται την ατομικότητα σαν μια λειτουργία της, που χρησιμοποιεί. Αλλά δεν αφήνει να την επηρεάσει. Κατανοεί ότι είναι κάτι περιορισμένο και προσωρινό. Η απορροφημένη συνείδηση ταυτίζεται με την λειτουργία της ατομικότητας. Θεωρεί ότι είναι η πραγματική κατάσταση και ότι όσα αντιλαμβάνεται είναι αληθινά. Παραβλέπει το Φυσικό Φόντο πάνω στο οποίο σχεδιάζει την ιδιαιτερότητά της και βλέπει μόνο τους «σχεδιασμούς» της.

Δεύτερη Εσωτερική Θεώρηση

Υπάρχει Μόνο Συνείδηση. Όλα είναι Συνείδηση. Όλα αναδύονται και χάνονται μέσα στη Συνείδηση. Η Συνείδηση Είναι ο Κόσμος. Όλα όσα συμβαίνουν είναι πραγματικά, δεν είναι ψεύτικα. Είναι απλά συνειδησιακά φαινόμενα.

Όταν η Συνείδηση Περιορίζεται στην Ατομικότητα κι όταν λειτουργούμε μέσα από τον περιορισμένο δυαδικό νου, μέσα από την σκέψη, ενώ όσα συμβαίνουν είναι απλά συνειδησιακά φαινόμενα εμείς λανθασμένα πιστεύουμε ότι είναι ανεξάρτητα φαινόμενα. Έτσι οδηγούμαστε στον διαχωρισμό του υποκείμενου από τα αντικείμενα. Οδηγούμαστε με αυτόν τον τρόπο στο Κομμάτιασμα της Ενότητας της Πραγματικότητας και μιλάμε για διαφορετικά πράγματα (Συνείδηση, σκέψη, αισθήσεις, υλικός κόσμος). Και βρισκόμαστε δεμένοι μέσα στη σκέψη, στις αισθήσεις, στο σώμα τα οποία θεωρούμε σαν κάτι ανεξάρτητο από εμάς (την Συνείδηση) με την δική του πραγματικότητα, ενώ είναι απλά λειτουργίες μας. Και αναζητούμε τρόπο να ξεφύγουμε από τα δεσμά, να απελευθερωθούμε.

Δεν κατανοούμε τι συμβαίνει πραγματικά. Ξεκινάμε από μία λανθασμένη αντίληψη και προσπαθούμε να λύσουμε ένα ψευδό-πρόβλημα. Όταν είσαι δεμένος (με τα σχοινιά της αυταπάτης) υπάρχουν πολλοί τρόποι να δράσεις. Μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι τα δεσμά, να τα «αγνοήσεις». Έτσι έχεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι ελεύθερος. Ή μπορείς να προσπαθείς, με διάφορους τρόπους να ξεπεράσεις τα δεσμά. Ή μπορείς απλά να λύσεις τα δεσμά. Ο πρώτος κι ο δεύτερος δρόμος είναι νοητική δράση που δεν οδηγεί στην πραγματική απελευθέρωση. Ο τρίτος δρόμος είναι η πραγματική δράση που οδηγεί στην πραγματική απελευθέρωση.

Το εγώ, η νόηση, η σκέψη, οι αισθήσεις, το σώμα, είναι πραγματικά κι είναι περιορισμοί, είναι «δεσμά». Δεν μπορείς να τα αγνοήσεις, να πεις είναι ψεύτικα, δεν με δεσμεύουν. Αυτό είναι θεωρία, ευσεβής πόθος. αλλά δεν οδηγεί στην απελευθέρωση αλλά στον «ύπνο» μέσα στο όνειρο. Πρέπει πραγματικά να λύσεις τα δεσμά. Η απελευθέρωση συμβαίνει αντικειμενικά όχι μέσα στην σκέψη. Πάλι όταν προσπαθείς να ξεπεράσεις κάτι από το οποίο διαχωρίζεσαι λειτουργείς λάθος γιατί πολεμάς στην πραγματικότητα ενάντια στον εαυτό σου. Η Σκέψη, οι αισθήσεις, το σώμα δεν είναι κάτι έξω από εσένα, κάτι εχθρικό. Είναι Εσύ, λειτουργίες σου. Πρέπει λοιπόν να αλλάξεις την θεώρηση των πραγμάτων. Πρέπει να τα δεις όλα μέσα στην Ενότητα της Συνείδησής σου.

Τι είναι πραγματικά η σκέψη, οι αισθήσεις, το σώμα; Είναι Μέσα στην Συνείδηση κι είναι λειτουργίες της Συνείδησης. Όταν Βλέπουμε Αντικειμενικά βλέπουμε ότι όλα αυτά είναι συνειδησιακά φαινόμενα, λειτουργίες της Συνείδησης. Ο δυαδικός νους τα βλέπει σαν κάτι ξεχωριστό από εμάς (την Συνείδηση). Και ο Αντικειμενικός Νους και ο δυαδικός νους βλέπουν τα φαινόμενα αλλά τα βλέπουν διαφορετικά. Ο δυαδικός νους επιδιώκει και διδάσκει την απελευθέρωση από τα «αντικειμενικά» (όπως θεωρεί) δεσμά. Ο Αντικειμενικός Νους μιλά μόνο για την ανάγκη να εγκαταλειφθούν οι εξωτερικές λειτουργίες για να Βιώσουμε το Μέσα. Υπάρχει διαφορετική θεώρηση και διαφορετική δράση. Ο Αντικειμενικός Νους Βιώνει την Ενότητα της Πραγματικότητας (Όλα Είναι Συνείδηση) ενώ ο δυαδικός νους λειτουργεί μέσα στην αντίληψη ενός δυαδικού κόσμου.

Μόνο όταν κατανοούμε την Ενότητα των Πάντων Μέσα στην Συνείδηση έχουμε ορθή αντίληψη των πραγμάτων. Όλα Είναι Συνείδηση. Μέσα στην Συνείδηση εκδηλώνονται σκέψη, αισθήσεις, σώμα. Δεν είναι οντότητες ανεξάρτητες από την Συνείδηση, με την δική τους πραγματικότητα (όπως, λανθασμένα τις βλέπει ο δυαδικός νους). Στην πραγματικότητα όλα αυτά η σκέψη αίσθηση στο σώμα δεν είναι παρά λειτουργίες της Συνείδησης. Μπορούμε να τις ελέγξουμε. Μπορούμε να στραφούμε Έσω και να επανέλθουμε στην Πραγματική μας Κατάσταση, στην Βάση της Συνείδησης (που δημιουργεί τα φαινόμενα).

Η Θρησκειολογική Ανάλυση

Αυτό το κείμενο απευθύνεται στον εγκλωβισμένο στο «υποκείμενο» άνθρωπο... αλλά και σε όλους τους φίλους που μας παρακολουθούν.... Κι οι ερωτήσεις , είναι ρητορικές, χάριν της συζήτησης...

Καταλαβαίνετε, άγνωστε φίλε, ότι, στην συνηθισμένη ζωή, λειτουργείτε και αντιλαμβάνεστε σαν υποκείμενο (ακόμα κι αν βασίζεστε στην δήθεν επιστήμη... που δεν μπόρεσε ακόμα να διατυπώσει μία «γενική θεωρία για τα φαινόμενα του σύμπαντος»...) και προσπαθείτε να εντάξετε μέσα σε αυτή την υποκειμενική σύλληψη την αντικειμενικότητα... Ασφαλώς είναι αδύνατο...

Εμείς δεν μιλάμε, σε όλες αυτές τις δημοσιεύσεις, μέσα στα πλαίσια αυτής της υποκειμενικίστικης θεώρησης.

Σας λέμε ότι πρέπει να βγείτε έξω από το υποκείμενο – καταργώντας τους μηχανισμούς παρέμβασης στην αντίληψη – να απελευθερώσετε την αντίληψή σας... και τότε θα έχετε εμπειρία της «ενότητας των πάντων» .

Δεν μιλάμε για μία υποκειμενική σύλληψη, για μία θεωρία, όπως αυτή του «Εν το Παν», ή για την φιλοσοφία των Ελεατών και δεν ξέρουμε τι άλλο... Μιλάμε για εμπειρία της ενότητας των πάντων. Εμπειρία! (τόσο δύσκολο είναι να γίνει κατανοητό;) ...

Και σας λέμε ακόμα, ότι δεν μπορείτε να μιλάτε για κάτι που δεν γνωρίζετε, που δεν έχετε εμπειρία...Οι διαλογιστικές πρακτικές των ανατολικών, οι πρακτικές προσευχής των ησυχαστών της ορθοδοξίας, κλπ., δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από αυτό: να απελευθερώσουν την αντίληψη (από τους περιοριστικούς μηχανισμούς), ώστε να αντιληφθεί την Πραγματικότητα, την Αντικειμενική Πραγματικότητα...

Αυτό είναι Εμπειρία που μπορεί να βιώσει ο κάθε άνθρωπος – προφανώς κι εσείς- ...

Μιλάμε για εμπειρία, για μία επίγνωση ανώτερη από την υποκειμενική αντίληψη της ύπαρξης, για αντικειμενική συνείδηση... Δεν αναμασάμε ηλίθιες θεωρίες της υποκειμενικίστικης αντίληψης (όλα αυτά είναι διανοητικά σκουπίδια)...

Μιλάμε για εμπειρία που μπορείτε να επαληθεύσετε αν θέλετε...

Το Εσωτερικό Ταξίδι στην Αλήθεια: Μια μυστικιστική Εξερεύνηση

Στον λαβύρινθο της ύπαρξης, όπου οι αντιλήψεις και οι ψευδαισθήσεις συχνά θολώνουν το όραμά μας, η αναζήτηση της Αλήθειας είναι το πιο βαθύ ταξίδι που μπορεί να κάνει μια ψυχή. Η αλήθεια, στην πιο αγνή της ουσία, είναι η άμεση επαφή με την πραγματικότητα – μια αφιλτράριστη, μη επεξεργασμένη κοινωνία με τον ίδιο τον ιστό της ύπαρξης. Δεν είναι απλώς μια αντίληψη ή μια κατασκευή που προέρχεται από θραύσματα δεδομένων ή πνευματική γυμναστική. Η αλήθεια ξεπερνά τις εγκόσμιες διαδικασίες του συλλογισμού και στέκεται ως αιώνιος φάρος, φωτίζοντας το μονοπάτι για όσους τολμούν να την αναζητήσουν.

Η Φύση της Αλήθειας

Η αλήθεια είναι ολοκληρωμένη και πλήρης, δεν χρειάζεται εξωραϊσμό ή διόρθωση. Είναι η κρυστάλλινη αντανάκλαση της πραγματικότητας, αμφίβολη από τις στρεβλώσεις της υποκειμενικής ερμηνείας. Στην καθημερινή μας ζωή, συχνά ασχολούμαστε με σκιές του πραγματικού, παρερμηνεύοντάς τες με την ουσία. Αλλά η Αλήθεια, όπως έχουν καταλάβει από καιρό οι μυστικιστές, δεν βρίσκεται στη συσσώρευση εξωτερικών πληροφοριών ή στην ατέρμονη αναζήτηση γεγονότων. Αντίθετα, είναι μια βαθιά εσωτερική αναγνώριση - μια συνειδητοποίηση που ξημερώνει όταν η συνείδηση ​​στρέφεται προς τα μέσα και συναντά τη φύση της.

Η εσωτερική πράξη της κατανόησης

Το να αποκτήσεις την Αλήθεια σημαίνει να εμπλακείς σε μια εσωτερική πράξη κατανόησης, ένα βαθύ ενδοσκοπικό ταξίδι όπου η συνείδηση ​​αναζητά το δικό της κέντρο. Αυτό το ταξίδι δεν είναι ένα απλό ή άμεσο μονοπάτι. απαιτεί ευγενική ψυχή, μεγαλοψυχία και ωριμότητα. Είναι ένα προσκύνημα του πνεύματος, όπου ο αναζητητής πρέπει να ξεφλουδίσει τα στρώματα της ψευδαίσθησης και του εγώ και να έρθει αντιμέτωπος με τον πυρήνα της ύπαρξής τους.

Σε αυτόν τον ιερό χώρο, η ψυχή αναγνωρίζει τη φύση της – ελεύθερη, άπειρη και αιώνια. Αυτή η αναγνώριση δεν είναι μια φευγαλέα στιγμή ενόρασης αλλά μια συνεχής κατάσταση ύπαρξης, όπου κάποιος ζει σε αρμονία με την απόλυτη πραγματικότητα. Οι μυστικιστές περιγράφουν αυτή την κατάσταση ως αφύπνιση, μια επιστροφή στην πηγή από την οποία προέρχονται όλα και στην οποία όλοι θα επιστρέψουν.

Οι ιδιότητες του αναζητητή

Δεν μπορούν όλοι να βρουν την Αλήθεια. Απαιτεί ένα ιδιαίτερο είδος αναζητητή—κάποιον που έχει μια ευγενική καρδιά, ένα μεγαλόψυχο πνεύμα και μια ώριμη κατανόηση. Το ταξίδι προς την Αλήθεια δεν είναι για τους λιπόψυχους ή τους ανυπόμονους. Απαιτεί παράδοση, ταπεινοφροσύνη και θάρρος να αντιμετωπίσεις το άγνωστο. Ο αναζητητής πρέπει να είναι πρόθυμος να αφήσει τις προκαταλήψεις, τις ψευδείς ταυτότητες και την άνεση των οικείων ψευδαισθήσεων.

Το μονοπάτι προς την αλήθεια

Το μονοπάτι προς την Αλήθεια είναι ένα βαθιά προσωπικό και μεταμορφωτικό ταξίδι. Ξεκινά με μια ειλικρινή επιθυμία να γνωρίσει κανείς τον εαυτό του και την πραγματικότητα που βρίσκεται κάτω από κάθε ύπαρξη. Ο διαλογισμός, ο στοχασμός και η αυτοδιερεύνηση είναι τα εργαλεία που βοηθούν τον αναζητητή σε αυτήν την αναζήτηση. Μέσω αυτών των πρακτικών, ο νους ακινητοποιείται και το πέπλο της ψευδαίσθησης σηκώνεται, αποκαλύπτοντας το ακτινοβόλο φως της Αλήθειας.

Στη σιωπή του νου και στην ακινησία της καρδιάς, ο αναζητητής συναντά την Αλήθεια - μια άμεση, αδιαμεσολάβητη εμπειρία της πραγματικότητας. Αυτή η εμπειρία είναι πέρα ​​από λέξεις, πέρα ​​από έννοιες και πέρα ​​από την κατανόηση της νόησης. Είναι μια γνώση που υπερβαίνει κάθε γνώση, μια κατάσταση καθαρής ύπαρξης όπου ο εαυτός συγχωνεύεται με το άπειρο.

Συμπέρασμα

Η απόκτηση της Αλήθειας είναι η υψηλότερη φιλοδοξία του ανθρώπινου πνεύματος. Είναι ένα ταξίδι προς τα μέσα, μια επιστροφή στο κέντρο της ύπαρξής του, όπου η ψυχή αναγνωρίζει τη φύση της ως ελεύθερη, άπειρη και αιώνια. Αυτό το ταξίδι απαιτεί μια ευγενική ψυχή, μεγαλοψυχία και ωριμότητα, γιατί μόνο μια προετοιμασμένη καρδιά μπορεί να αγκαλιάσει τη βαθιά πραγματικότητα της Αλήθειας.

Τελικά, η Αλήθεια δεν είναι κάτι που μπορεί να αποκτηθεί ή να αποκτηθεί. Είναι μια κατάσταση ύπαρξης, μια συνεχής, άμεση επαφή με την πραγματικότητα που δεν χρειάζεται επεξεργασία ή διόρθωση. Είναι η απόλυτη αναγνώριση, η βαθύτερη κατανόηση, η αιώνια αφύπνιση. Και για εκείνους που ξεκινούν αυτό το ιερό ταξίδι, η ανταμοιβή είναι το πολυτιμότερο δώρο όλων—η συνειδητοποίηση της θεϊκής φύσης του καθενός.

Η Ψευδαίσθηση των Μυστηρίων: Αγκαλιάζοντας την Αλήθεια της Ζωής

Η ζωή, που συχνά γίνεται αντιληπτή ως μια ταπετσαρία υφασμένη με περίπλοκα μυστήρια και κρυμμένα νοήματα, στην πραγματικότητα, δεν κρύβει μυστικά. Ό,τι αναζητούμε βρίσκεται ξεκάθαρα μπροστά μας, απαιτώντας όχι αποκάλυψη αλλά αναγνώριση. Το σύμπαν δεν κρύβει τη λειτουργία του. είμαστε εμείς που συσκοτίζουμε το όραμά μας με στρώματα ερμηνείας και προσδοκίας.

Η Διαύγεια της Ύπαρξης

Για να κατανοήσουμε την ουσία της ζωής, πρέπει πρώτα να αγκαλιάσουμε την ειλικρίνεια. Αυτή η ειλικρίνεια δεν είναι απλώς μια δέσμευση για ειλικρίνεια στα λόγια και τις πράξεις μας, αλλά μια βαθύτερη, πιο βαθιά αποδοχή της πραγματικότητας ως έχει. Ο κόσμος, με όλη του την πολυπλοκότητα και την απλότητά του, αποκαλύπτεται σε όσους είναι πρόθυμοι να δουν χωρίς το πέπλο προκατασκευασμένων αντιλήψεων. Δεν υπάρχουν μυστήρια γιατί δεν υπάρχει τίποτα κρυφό. Αυτό που υπάρχει είναι η σταθερή, αμετάβλητη αλήθεια της ύπαρξης, που περιμένει να αναγνωριστεί.

Το θάρρος να αποδεχτείς

Η αποδοχή απαιτεί θάρρος - το θάρρος να αντιμετωπίσουμε την ακάλυπτη αλήθεια της ύπαρξής μας. Η ζωή κυλάει σαν ποτάμι, αδιαφορώντας για τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες μας. Ευθυγραμμίζοντας τους εαυτούς μας με αυτή τη ροή, βρίσκουμε αρμονία. Η αντίσταση σε αυτό οδηγεί μόνο σε απογοήτευση και ταλαιπωρία. Η αποδοχή δεν είναι παθητική παράδοση αλλά ενεργητική δέσμευση με τον κόσμο όπως είναι. Αναγνωρίζουμε ότι οι αγώνες μας συχνά πηγάζουν από την άρνησή μας να αποδεχτούμε το προφανές, την προσπάθειά μας να επιβάλουμε τη θέλησή μας στη φυσική τάξη.

Ταπεινοφροσύνη στην συνέχεια

Το να ακολουθήσεις το μονοπάτι της ζωής απαιτεί ταπεινοφροσύνη. Ταπεινότητα να αναγνωρίσουμε ότι δεν είμαστε οι αρχιτέκτονες του σύμπαντος, αλλά συμμετέχοντες στο μεγαλειώδες σχέδιο του. Αυτή η ταπεινοφροσύνη μας επιτρέπει να ακολουθούμε την πορεία που έχουμε μπροστά μας χωρίς υπερήφανες παρεμβάσεις. Μας διδάσκει να ζούμε σε αρμονία με τον κόσμο, να κινούμαστε με τα ρεύματα της ύπαρξης και όχι ενάντια σε αυτά.

Οι παγίδες της παραμόρφωσης

Όταν διαστρεβλώνουμε την αλήθεια, όταν επιδιώκουμε να αλλάξουμε τη ροή της ζωής για να ταιριάξουμε στις επιθυμίες μας, δεν πετυχαίνουμε τίποτα άλλο από την αυταπάτη. Επιδεικνύουμε ανωριμότητα κολλώντας σε ψευδαισθήσεις, αρνούμενοι να αντιμετωπίσουμε τη σκοτεινή πραγματικότητα της ύπαρξής μας. Αυτή η παραμόρφωση εκδηλώνεται στην επιδίωξη μιας φανταστικής ευτυχίας, μιας ευτυχίας που πάντα μας διαφεύγει επειδή δεν έχει τις ρίζες της στην πραγματικότητα. Αντί να βρίσκουμε τη χαρά στην παρούσα στιγμή, κυνηγάμε φαντασιώσεις, τυφλοί απέναντι στην ομορφιά που μας περιβάλλει.

Η ομίχλη της φαντασίας

Η μεγαλύτερη τραγωδία μας είναι η τάση μας να περιπλανιόμαστε στην ομίχλη της φαντασίας μας. Κατασκευάζουμε περίτεχνα όνειρα και ιδανικά, αναζητώντας νόημα και εκπλήρωση σε μέρη όπου δεν μπορούν να βρεθούν. Αυτή η περιπλάνηση μας οδηγεί μακριά από το παρόν, από την απτή πραγματικότητα της ζωής μας. Ζούμε σε μια διαρκή κατάσταση δυσαρέσκειας, λαχταρώντας πάντα για κάτι που δεν είναι εφικτό, και με αυτόν τον τρόπο, μας λείπουν οι απλές χαρές που προσφέρει η ζωή.

Το μονοπάτι προς τη διαφώτιση

Η αληθινή φώτιση προέρχεται από το να δούμε μέσα από την ομίχλη των ψευδαισθήσεών μας. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η ζωή, στην ουσία της, είναι εδώ και τώρα. Τα μυστήρια που αναζητούμε δεν είναι τίποτα άλλο από τις δικές μας προβολές, τη δική μας απροθυμία να αποδεχτούμε αυτό που υπάρχει. Αγκαλιάζοντας την ειλικρίνεια, το θάρρος και την ταπεινοφροσύνη, ξεφλουδίζουμε τα στρώματα της παραμόρφωσης και βλέπουμε τη ζωή όπως είναι στην πραγματικότητα—σαφή, ανοιχτή και ξεκάθαρη.

Σε αυτή τη διαύγεια, βρίσκουμε την ειρήνη. Διαπιστώνουμε ότι η ζωή, απογυμνωμένη από τα φανταστικά της μυστήρια, είναι ένας αρμονικός χορός, μια συνεχής ροή στην οποία είμαστε μέρος. Μαθαίνουμε να ζούμε πλήρως την κάθε στιγμή, να βρίσκουμε χαρά στο παρόν και να εκτιμούμε την απλότητα της ύπαρξης. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε αλλού. όλα όσα χρειαζόμαστε είναι εδώ, στα χέρια μας, αρκεί να έχουμε τη σοφία να τα δούμε.

Το Εσωτερικό Ταξίδι στην Αλήθεια: Αγκαλιάζοντας την Παρούσα Στιγμή

Στην αδιάκοπη αναζήτηση της Αλήθειας, η ανθρωπότητα έχει συχνά κοιτάξει προς τα έξω, αναζητώντας στον εξωτερικό κόσμο αυτό που μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο μέσα. Ωστόσο, όταν το μυαλό είναι πλήρως ξύπνιο, ζωντανό και φρέσκο ​​-όταν λειτουργεί σε κατάσταση πλήρους εγρήγορσης- μπορεί πραγματικά να αντιληφθεί τι συμβαίνει εδώ και τώρα. Αυτή η αυξημένη κατάσταση επίγνωσης δεν είναι προϊόν σκέψης, συσσωρευμένης μνήμης ή προηγούμενων εμπειριών. Αντίθετα, είναι μια άμεση, συνεχής αντίληψη που ανανεώνεται κάθε στιγμή, βασιζόμενη αποκλειστικά στην ατελείωτη εισροή της παρούσας πληροφορίας.

Σε αυτή την ανυψωμένη κατάσταση αντίληψης, το πεδίο της επίγνωσης γίνεται ενιαίο. Η παρατήρηση υπάρχει χωρίς παρατηρητή. Δεν υπάρχει υποκείμενο, εγώ ή ταυτότητα που να χτίζεται από τη σκέψη, τη μνήμη ή τις προηγούμενες εμπειρίες. Αυτή η βαθιά παρατήρηση ξεπερνά τον κατακερματισμένο κόσμο της σκέψης, της δυαδικότητας και του διαχωρισμού, οδηγώντας σε μια εμπειρία της Απόλυτης Ενότητας. Σε αυτή την ενότητα είναι που συναντά κανείς την Ουσία της Αγάπης, τη Βαθιά Ακινησία, την Άπειρη Ειρήνη και την Απτόητη Ευδαιμονία – μια ύπαρξη πέρα ​​από τον ταραχώδη κόσμο που διαμορφώνεται από την ανθρώπινη σκέψη και τον πολιτισμό.

Για χιλιάδες χρόνια, η ανθρωπότητα λαχταρούσε για αυτήν την κατάσταση της Αληθινής Ζωής, μια κατάσταση απαλλαγμένη από τους περιορισμούς και τις συγκρούσεις που επιβάλλει η δυϊστική φύση της σκέψης. Αυτή η λαχτάρα έχει ωθήσει τους ανθρώπους να αναζητούν απαντήσεις στον εξωτερικό κόσμο, στα λόγια και τις διδασκαλίες άλλων και εντός των ορίων των θρησκευτικών ιδρυμάτων. Ωστόσο, η Αλήθεια που αναζητούν δεν μπορεί να βρεθεί σε αυτές τις εξωτερικές πηγές.

Το ταξίδι προς την εύρεση αυτής της Αλήθειας απαιτεί να στραφούμε προς τα μέσα, να εμβαθύνουμε στον εαυτό μας. Μόνο στην απέραντη, αχαρτογράφητη επικράτεια της εσωτερικής ύπαρξης κάποιου υπάρχει αυτή η Αλήθεια. Οι εξωτερικές αναζητήσεις —στον κόσμο, σε άλλους ανθρώπους, σε βιβλία, ή στα σκοτεινά, υγρά, μουχλιασμένα καταφύγια εκκλησιών και σεμιναρίων— είναι μάταιες. Αυτά τα μέρη, που συχνά διοικούνται από φιλάργυρους εμπόρους που διακινούν την ψευδογνωσία τους, δεν προσφέρουν τίποτα άλλο παρά κατασκευές που γεννήθηκαν από τις σκέψεις και τη φαντασία τους.

Για να ανακαλύψετε το ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ Φως που θα φωτίσει την ύπαρξή σας, πρέπει να το αναζητήσετε στον απεριόριστο χώρο της Πραγματικότητας που κατοικεί μέσα σας. Σε αυτόν τον Ελεύθερο Χώρο, πέρα ​​από τις κατασκευές και τους περιορισμούς του εξωτερικού κόσμου, βρίσκεται το Άπειρο Μέσα. Εδώ, σε αυτό το άδυτο της ύπαρξής σας, θα βρείτε το Φως της Αλήθειας που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή σας.

Αυτό το μυστικιστικό ταξίδι δεν είναι μια αναζήτηση αλλά μια βαθιά ανακάλυψη. Πρόκειται για το να είσαι πλήρως παρών, να αγκαλιάζεις κάθε στιγμή με μια νέα προοπτική αμόλυντη από το παρελθόν ή το μέλλον. Σε αυτή την κατάσταση διαρκούς ανανέωσης, το μυαλό αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα στην πιο αγνή της μορφή, απαλλαγμένο από τις παραμορφώσεις της σκέψης και της μνήμης. Η Αλήθεια που αναδύεται από αυτό το εσωτερικό ταξίδι δεν είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια αλλά μια ζωντανή, αναπνέουσα εμπειρία ενότητας και ειρήνης.

Καθώς ξεκινάτε αυτή την εσωτερική αναζήτηση, να θυμάστε ότι η απόλυτη Αλήθεια που αναζητάτε δεν είναι ξεχωριστή από εσάς. Είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξής σας, ο πυρήνας της ύπαρξής σας. Στρέφοντας προς τα μέσα και αγκαλιάζοντας την παρούσα στιγμή με πλήρη εγρήγορση, ανοίγετε την πόρτα σε μια βαθιά μεταμόρφωση που υπερβαίνει τους περιορισμούς του υλικού κόσμου. Σε αυτόν τον ιερό χώρο μέσα, θα βρείτε το αιώνιο Φως που σας οδηγεί σε μια ζωή απόλυτης Ενότητας, Αγάπης, Ακινησίας, Ειρήνης και Ευδαιμονίας.

Η γνωσιακή και η αναπτυξιακή ψυχολογία στο έργο «Νόμοι» του Πλάτωνα

Ο Πλάτωνας έχει κατηγοριοποιηθεί στην ιστορία, σαν ένας «ιδεαλιστής» φιλόσοφος, με τους μελετητές να επικεντρώνονται περισσότερο σε συγκεκριμένες πτυχές του έργου του, παραβλέποντας μέρη που άπτονται της ψυχολογίας και της εμπειρικής παρατήρησης.

Το παρόν άρθρο, πραγματεύεται την αναπτυξιακή θεώρηση του Πλάτωνα ως προς την ψυχολογική διαμόρφωση του ατόμου.

Στο έβδομο βιβλίο του έργου του «Νόμοι η Περί νομοθεσίας», ο χαρακτήρας του Αθηναίου, ξεκινά τον διάλογο διατυπώνοντας την γνώμη του στον Κλεινία, ότι μια ορθή ανατροφή πρέπει να είναι ικανή, να κάνει τις ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων, με όσο τον δυνατό κάλλιστο και άριστο τρόπο (788a-788d).

O Αθηναίος υποστηρίζει πως μέσω της παρατήρησης, γίνεται αντιληπτό ότι στα πρώτα στάδια η ανάπτυξη των ζώων είναι γρήγορη, αναφερόμενος «στους πολλούς που υποστηρίζουν ότι όσο μεγαλώνει στα πέντε του χρόνια ο άνθρωπος, άλλο τόσο αναπτύσσεται και στα επόμενα είκοσι» (788d).

Μπορούμε να πούμε ότι στο διαλογικό κείμενο του Πλάτωνα, εκφράζεται μια συλλογιστική ανάλογη με εκείνη των μεταγενέστερων φυσιοδιφών, όπως του Δαρβίνου κάτω υπό την σκέψη της συμπερίληψης του ανθρώπου, σε μια όμοια διαμορφωτική πορεία όμοια με τα υπόλοιπα ζώα.

Προχωρώντας ο Αθηναίος στο θέμα της διαμόρφωσης του χαρακτήρα, τονίζει ότι ο άνθρωπος κατέχεται από φόβους στην παιδική του ηλικία, οι οποίοι είναι γόνιμο να υπερνικηθούν με συνεχή κίνηση και άσκηση για να μην παγιωθεί μια ατολμία στην ενήλικη ζωή (791b).

H θεραπεία της έκθεσης μέσω της γνωστικής συμπεριφορικής μεθόδου, έχει αποδειχτεί κλειδί για μερικές αγχώδεις διαταραχές, καθώς η άσκηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκθέσει τους ανθρώπους σε ασφαλή και ελεγχόμενα περιβάλλοντα (Stubbs, Rossenbaum, 2018). Εδώ και πολλές δεκαετίες, έχει ξεκινήσει η προσέγγιση κατά την οποία ο θεραπευτής φέρνει τον ασθενή σε παρατεταμένη με ερεθίσματα που πυροδοτούν τις ψυχαναγκαστικές λειτουργίες του, με την παράλληλη καθοδήγηση του κατά την διάρκεια αυτής της επαφής ( Marks, 1973).

Σε σύγχρονη μελέτη έχει διερευνηθεί, η επίδραση της αερόβιας και της αναερόβιας φυσικής κατάστασης στην ψυχολογική λειτουργία σε παιδιά ηλικιών από 9 έως 12 με διαταραχή τικ (Νοοri,2022). Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν, ότι η αερόβια και η αναερόβια άσκηση, μείωσαν σημαντικά το άγχος του αποχωρισμού, τον πανικό, την αγοραφοβία, τους φόβους σωματικών τραυματισμών και την κοινωνική φοβία (Νοοri, 2022).

Παρατηρούμε την Πλατωνική σκέψη που προωθεί ουσιαστικά την έκθεση δια της φυσικής άσκησης και της κίνησης, για την υπερπήδηση των φοβιών να μελετάται σε πειραματικά πλαίσια και να επιβεβαιώνεται. Ο Αθηναίος στον Πλατωνικό διάλογο, ύστερα από την θεματική της φοβίας, διερωτάται πως μπορεί να διοχετευτεί μια ψυχική διάθεση σε ένα νεογέννητο παιδί και με ποια μέθοδο (791d).

Κατά την άποψη του Αθηναίου, η πολυτέλεια κάνει τους ανθρώπους δύστροπους, ενώ η καταπίεση τους κάνει ταπεινούς, ανελεύθερους και ακοινώνητους με αποτέλεσμα να εχθρεύονται τον κόσμο, λέγοντας ότι τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής είναι πολύ κρίσιμα (793e).

Σύμφωνα με τον Freud αν τα παιδιά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους κατά την διάρκεια ενός συγκεκριμένου σταδίου ή αντίθετα αν έχουν υπερβολική ικανοποίηση των επιθυμιών τους, τότε μπορεί να σημειωθεί καθήλωση. Καθήλωση είναι η συμπεριφορά που αντικατοπτρίζει ένα προηγούμενο αναπτυξιακό στάδιο και εμφανίζεται εξαιτίας μιας άλυτης σύγκρουσης. Για παράδειγμα η καθήλωση στο «στοματικό στάδιο» μπορεί να καταλήξει σε έναν ενήλικα που αρέσκεται ασυνήθιστα σε στοματικές δραστηριότητες όπως η κατανάλωση τροφής και το μάσημα τσίχλας.

Σύμφωνα με τον Erikson υπάρχουν 8 διακριτά στάδια που εμφανίζονται με έναν σταθερό τρόπο και είναι παρόμοια σε όλους τους ανθρώπους. Κατά τον Erikson κάθε στάδιο αντιπροσωπεύει μια κρίση ή σύγκρουση που το άτομο καλείται να επιλύσει.

Παρόλο που καμία σύγκρουση δεν επιλύεται επιλύεται πλήρως το άτομο καλείται να επιληφθεί ικανοποιητικής κρίσης σε κάθε στάδιο για να αντιμετωπίσει τις κρίσεις του επόμενου αναπτυξιακού σταδίου.

Στο πρώτο στάδιο της «εμπιστοσύνης ή της δυσπιστίας» κατά το πρώτο έτος της ζωής, η ομαλή υποστήριξη του περιβάλλοντος θα φέρει αισθήματα ασφάλειας, έναντι μιας έλλειψης υποστήριξης που θα δημιουργήσει δυσπιστία. Σύμφωνα με τον πλατωνικό διάλογο, εκφράζεται η γνώμη ότι η βάση της αγωγής ενός ανθρώπου είναι ο θηλασμός και η κίνηση (790c), με τον Αθηναίο να υποστηρίζει ότι οι παραμάνες δεν θα πρέπει να εξυπηρετούν όλες τις επιθυμίες των νεογνών για απολαύσεις, ούτε να επιδιώκεται η απόλυτη αποφυγή του πόνου (792d). Το ορθό είναι να ακολουθείται μια μέση οδός, καθώς ο ενήλικας πολίτης κατά τον Αθηναίο, δεν πρέπει να αναζητά μόνο τις απολαύσεις, εφόσον η ζωή θα έχει εμπόδια, τα οποία δεν θα μπορέσει να αποφύγει και συνεπώς είναι χρήσιμο να τα αντιμετωπίζει (792d).

Ο Αθηναίος (793e) προχωράει τον συλλογισμό του, λέγοντας ότι ο χαρακτήρας του παιδιού, μέχρι τα επτά του χρόνια οφείλει να διαμορφωθεί με το παιχνίδι και να θέτονται όρια τιμωρίας, χωρίς να καλομαθαίνει ή να ταπεινώνεται.

Κατά Erickson, απο το τρίτο μέχρι το έκτο έτος, μπορούν να αναπτυχθούν τύψεις προερχόμενες από ενέργειες και να δημιουργηθούν αισθήματα κατωτερότητας, αν δεν υπάρχουν ομαλές μεταβάσεις ανάμεσα στα αναπτυξιακά στάδια. Η πλατωνική σκέψη θέτοντας την μεσότητα σαν γνώμονα, επιθυμεί την εξάλειψη μιας εν δυνάμει δυσαρμονίας, που κυοφορείται από την υπερβολή της αυστηρότητας ή της έλλειψη της αυστηρότητας , που κατά τον Erickson θα οδηγούσε σε προσκόλληση.

Πέρα από τα αναπτυξιακά στάδια, ο χαρακτήρας του Αθηναίου, εκφράζει και την άποψη ότι τα παιδιά όταν μεγαλώνουν μαζί, ανακαλύπτουν μόνα τους τα παιχνίδια που ταιριάζουν στον χαρακτήρα τους (794a).

O Vygotsky (2019) υποστήριζε ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται και κατανοούν τον κόσμο, καθώς συναναστρέφονται με τους ενήλικες και τα άλλα παιδιά στην επίλυση των προβλημάτων. Μέσω του παιχνιδιού και της συνεργασίας, μαθαίνουν τι είναι σημαντικό στην κοινωνία τους και παράλληλα προάγουν την κατανόηση του περιβάλλοντος κόσμου. Κατά συνέπεια για να κατανοηθεί η πορεία της ανάπτυξης, πρέπει να ληφθεί υπόψιν τι είναι σημαντικό για τα μέλη μιας πολιτισμικής ομάδας. Πίστευε ότι τα πρόσωπα και το περιβαλλοντικό πλαίσιο επηρεάζουν το παιδί με το οποίο με την σειρά του ασκεί επίδραση στα άτομα και το πλαίσιο αυτό.

Εν κατακλείδι μπορεί κανείς να ισχυριστεί, ότι χωρίς την παρατήρηση και την εμπειρία, δεν θα μπορούσε ο Πλάτωνας να συνάγει δια της βοής του χαρακτήρα του Αθηναίου, τις προαναφερθείσες σκέψεις, οι οποίες ευθυγραμμίζονται με σύγχρονες ερευνητικές και θεωρητικές προσεγγίσεις.

Ο συσχετισμός του Πλάτωνα με την σύγχρονη ψυχολογία, σαφώς δεν σημαίνει μια απόλυτη ταύτιση, αλλά μπορεί να μας κυοφορήσει με σπέρματα ιδεών εν σχέσει με την διαμόρφωση του ατομικού ως διαμόρφωση του κοινωνικού.

Γιατί δεν ζούμε αυτό που θέλουμε; Ο φόβος της χαράς και της ευχαρίστησης

Και κάθεσαι και αναρωτιέσαι τόσα χρόνια, γιατί τίποτα δεν πάει καλά. Γιατί τόση μοναξιά; Γιατί αυτά και όχι τα άλλα, τα καλά..

Τα χρόνια περνάνε κι εσύ ζεις μια ζωή που δεν είναι αυτή που θέλεις αλλά προσπαθείς να κρατηθείς. Κοιτάς ψηλά και προσπαθείς να πάρεις εξηγήσεις, για τα ανεξήγητα και προσπαθείς να σκεφτείς θετικά, γιατί έτσι σου έχουν πει ότι κάνεις, όταν έρχονται τα στραβά.

Μέχρι που έρχονται κι άλλα. Και αρχίζουν όλα από την αρχή. Ένα μυαλό γεμάτο αρνητικά σενάρια, έτοιμο να εκραγεί, προσπαθείς να το σώσεις, ποτίζοντας το με σταγόνες θετικότητας. Όμως αυτό δεν οδηγεί πουθενά. Για άλλη μια φορά, οι σκέψεις παλεύουν, με τον ίδιο τρόπο που τόσα χρόνια
ξέρουν.

Όμως κάπου εκεί και εντελώς αναπάντεχα, έρχεται η στιγμή, που η εσωτερική σου φωνή, σου δίνει απάντηση, σε όλα αυτά που τόσο καιρό ευχόσουν να απαντηθούν αλλά το μοτίβο του μυαλού σου, δεν την άφηνε να ακουστεί. Σου φανερώνει άξαφνα, πως η υποσυνείδητα άκριτη αποδοχή της αρνητικής σκέψης, οδηγεί ασυναίσθητα στον φόβο της χαράς και της ευχαρίστησης. Ένα μυαλό χτισμένο με αρνητικά σενάρια, λαμβάνει την θετική σκέψη ως ανεπιθύμητο επισκέπτη, που εσύ μάταια προσπαθείς να καλωσορίσεις.

Και έτσι ξαφνικά, εξηγούνται, μετά από τόσα χρόνια τα «γιατί». Γιατί αν παρατηρήσεις τις σκέψεις σου, θα δεις πως το αρνητικό μυαλό που έχεις δημιουργήσει, δεν ξαφνιάζεται, δεν απορρίπτει, δεν σταματάει την αρνητική σκέψη, γιατί ασυνείδητα, το μέσα σου την έχει αναγάγει σε γνώριμη συνθήκη, που ενώ δεν την επιθυμείς, την αποδέχεσαι και την πολλαπλασιάζεις, δίχως να σε επικρίνει η εσωτερική σου φωνή.

Όταν όμως αρχίζουν να σε πνίγουν οι σκέψεις οι πολλές και για να ξεφύγεις, πας να φέρεις στο νου σου μια θετική, ευχάριστη σκέψη, τρομάζεις και δεν την αφήνεις να εξελιχθεί. Νιώθεις ασυναίσθητα μια ενοχή, για αυτό το αίσθημα χαράς που σου γεννάει και σαν μια ανεξήγητη τάσης αυτοτιμωρίας, νιώθεις την ανάγκη να τη διακόψεις και να την απορρίψεις, γιατί κάτι μέσα σου λέει πως δεν πρέπει να νιώθεις έτσι.

Και εσύ την σταματάς.. Και τότε, σε εκείνο το “δεν πρέπει”, είναι που πρέπει, εσύ να αναλάβεις τον κυρίαρχο ρόλο. Αφού ο εαυτός σου είναι εκείνος που έκανε “φυσιολογικό” την αρνητική σκέψη και ανησυχητική την θετική, ο εαυτός είναι και εκείνος που μπορεί και να το αλλάξει. Μπορείς να θεραπεύσεις το μυαλό σου, γιατί σε εσένα μόνο ανήκει η παντοδυναμία της σκέψης σου. Όρισε στην εσωτερική φωνή σου, πως από εδώ και πέρα το φυσιολογικό είναι να αγκαλιάζεις τις όμορφες σκέψεις και αυτές να ενισχύεις, απολαμβάνοντας άκριτα και την ευχαρίστηση που δημιουργούν μέσα σου. Ενώ, όταν έρχονται στο νου σου αρνητικές σκέψεις και πεποιθήσεις, αυτές θα πρέπει να παρατηρείς και να περιορίζεις, διοχετεύοντας στον υποσυνείδητο νου σου θετικές λέξεις, νοήματα και οραματισμούς.

Βάζοντας τον εαυτό σου σε αυτό το πλαίσιο, δεν σημαίνει πως θα εκμηδενιστούν οι δύσκολες καταστάσεις αλλά σημαίνει πως εσύ, πρώτα από όλα, επιλέγεις να αισθάνεσαι καλά μέσα σου και αυτό θα σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις αποτελεσματικότερα όσα βρεθούν στον δρόμο σου. Χτίζοντας ένα μυαλό πιο θετικό, που οι διεργασίες του, θα γεννούν πλέον, περισσότερες όμορφες σκέψεις, οι οποίες με τη σειρά τους, θα γίνουν όμορφες εικόνες, θα μπορέσουν μετέπειτα να σου χαρίσουν μια θετική πραγματικότητα.

Γιατί σκέψου, στο αρνητικό μυαλό που δημιούργησες, αυτός ο φόβος της χαράς και της ευχαρίστησης, που ασυνείδητα σε κυριεύει κάθε φορά που πας να σκεφτείς κάτι θετικό ή να νιώσεις κάτι όμορφο, σε πόσους άλλους τομείς στη ζωή σου σε μπλοκάρει και δεν σε αφήνει να χαρείς.

O Φόβος της Αβεβαιότητας

Στη σημερινή, σύγχρονη εποχή, περισσότερο από ποτέ, έχουμε νιώσει για τα καλά πόσο αβέβαιη είναι η φύση της ζωής. Θα πει κάποιος πως πάντα ήταν και θα έχει δίκιο, πράγματι πάντα ήταν.

Μόνο που μέχρι πρότινος εμείς οι άνθρωποι είχαμε δημιουργήσει κάποια εσωτερικά, νοητά καταφύγια που μας βοηθούσαν να αντέχουμε την αβεβαιότητα αυτή. Όπως μάλιστα έχει αναφέρει σε διάλεξή του ο Δρ. Αναστάσιος Σταλίκας, η αβεβαιότητα φέρνει μαζί της κάποια δώρα όπως για παράδειγμα η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η κοινωνία.

Είναι αλήθεια πως η κάθε εποχή έχει τις δικές της δυσκολίες έτσι λοιπόν και η δική μας, με μια διαφορά όμως, απολαμβάνουμε πράγματι τα δώρα της αβεβαιότητας;

Σήμερα φαίνεται να έχει γίνει μια στροφή στον εαυτό και στις δυνάμεις του έχοντας αφήσει τους άλλους στο περιθώριο. Το εμείς χάνεται, η απάθεια πρωτοστατεί, ο έρωτας αντικαθίσταται από τη λαγνεία και σημαντικές ιδιότητες θεωρούνται αυτές που έχει ή δεν έχει κάποιος π.χ. ομορφιά, νεότητα κλπ.

Αναρωτιέμαι ποιο ακριβώς να ήταν το σημείο εκκίνησης για όλα αυτά και σκέφτομαι πως όλα ξεκίνησαν όταν άρχισαν να μας μαθαίνουν πως το να είσαι ο εαυτός σου δεν είναι ότι καλύτερο για την κοινωνία στην οποία ζεις.

Και κάπως έτσι βαθμιαία γίνεται το πέρασμα στην Κουλτούρα της Προσωπικότητας – ανοίγοντας το κουτί της Πανδώρας για κάθε λογής προσωπικά άγχη από τα οποία ποτέ μάλλον δεν θα συνέλθουμε.

Τι είναι όμως η Κουλτούρα της Προσωπικότητας;

Η Κουλτούρα της Προσωπικότητας δεν εστιάζει στο αν το άτομο είναι σοβαρό, πειθαρχημένο ή έντιμο και πώς συμπεριφέρεται στον ιδιωτικό του χώρο, αλλά εστιάζει στο πως τα άλλα άτομα αντιλαμβάνονται το άτομο. Δεν έχει πια νόημα ποιος είναι ο ιδανικός εαυτός για το ίδιο το άτομο αλλά τι απορρέει από τον κοινωνικό του ρόλο.

Πλέον, οι περισσότεροι εστιάζουν στην εξωτερική γοητεία και όχι στην εσωτερική αρετή - «να ξέρεις τι να πεις και πως να το πεις», όχι «να ξέρεις ποιος είσαι».

Η μετακίνηση από το είναι στο φαίνεσαι είναι ορατή και αυτό φαίνεται να επηρεάζει πολυεπίπεδα τη ζωή μας.

Παλαιότερα θα υπήρχε εστίαση σε ιδιότητες που ο καθένας θα μπορούσε να βελτιώσει όπως:
  • Ευσυνειδησία
  • Καθήκον
  • Εργασία
  • Τιμή
  • Υπόληψη
  • Ηθικότητα
  • Τρόπος Συμπεριφοράς
  • Ακεραιότητα
Όμως σήμερα εκθειάζονται ιδιότητες που είτε τις έχει κάποιος είτε δεν τις έχει., όπως:
  • Μαγνητικός
  • Συναρπαστικός
  • Εκθαμβωτικός
  • Ελκυστικός
  • Λαμπερός
  • Κυριαρχικός
  • Ισχυρός
  • Ενεργητικός
Μάλιστα οι ειδικοί σχολικής αγωγής από το 1920 άρχισαν να βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν προσωπικότητα νικητών. Οι ειδικοί συμβουλεύουν τους γονείς να κοινωνικοποιούν επαρκώς τα παιδιά τους. Στα μέσα του αιώνα οι γονείς συμφωνούσαν ότι είναι απαράδεκτο να είναι το παιδί τους ήρεμο, ενώ η συναναστροφή σε ομάδες ήταν ιδανική, τόσο για αγόρια όσο και για κορίτσια.

Κάποιοι αποθαρρύνουν τα παιδιά τους από μοναχικά χόμπι, όπως κλασσική μουσική, που τα έκαναν αντιδημοφιλή. Τα εσωστρεφή παιδιά ήταν συχνά δακτυλοδεικτούμενα ως προβληματικές περιπτώσεις (κάτι που είναι γνώριμο και στο σήμερα). Άρα ένα παιδί δεν ήταν αρκετό έτσι όπως ήταν, έπρεπε να ακολουθεί από πολύ μικρό κοινωνικές επιταγές για να μπορέσει τελικά να επιτύχει στη ζωή του (κατά όπως θεωρείτο). Εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτό πώς τα παραπάνω αποτελούν πηγές χρόνιου άγχους (το λιγότερο).

Συνοψίζοντας, όσα τα παιδιά μαθαίνουν, κατά κύριο λόγο, είναι ότι δεν είναι αρκετά, ότι και να κάνουν στο προσκήνιο δεν είναι και δεν θα είναι οι πραγματικές τους ανάγκες και φυσικά ότι δεν μπορούν να εμπιστευτούν τους μεγαλύτερους- γονείς- φροντιστές για τη κάλυψη των αναγκών τους. Τα προαναφερθέντα, προφανώς, αποτελούν σοβαρή πηγή αβεβαιότητας.

Πράγματι η ίδια η ζωή είναι από τη φύση της αβέβαιη αλλά όταν δεν έχεις να στηριχτείς πουθενά η ζωή μοιάζει σαν να περπατάς σε κινούμενη άμμο.

Και το ερώτημα είναι το εξής: Πώς μπορεί να υπάρξει η ελεύθερη βούληση όταν υποκύπτει στη κοινωνική συμμόρφωση; Αυτή είναι μια συνηθισμένη σύγκρουση που πιέζει τον σημερινό άνθρωπο. Μια συνεχής πάλη μεταξύ του πρέπει και του θέλω.

Έτσι όπως υποστηρίζει ο Rollo May, πράγματι η ελεύθερη βούληση υφίσταται για όποιον την επιζητά και την υπερασπίζεται και όχι για εκείνους που υποκύπτουν στους κανόνες της κοινωνικής συμμόρφωσης και δεν τολμούν να σηκώσουν κεφάλι από τα ζητήματα της επιβίωσης. Εκείνους δηλαδή που αρκούνται να δραπετεύουν από τη μιζέρια της καθημερινότητας καταναλώνοντας βουλιμικά αντικείμενα και σχέσεις.

«Το αντίθετο του θάρρους στη κοινωνία μας δεν είναι η δειλία είναι το βόλεμα». Η αποφυγή δηλαδή της ανάληψης της ευθύνης της προσωπικής ελευθερίας. Η καταφυγή στα ηρεμιστικά της.

Όμως ας δεχτούμε αυτό: όσο δεν υπάρχει το υπόστρωμα των αξιών μας, όσο βασιζόμαστε σε επιφανειακές ιδιότητες, τότε η αβεβαιότητα της ζωής είναι αφόρητα δύσκολη και κουραστική.

Το VUCA Model (Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity/ Αστάθεια, Αβεβαιότητα, Πολυπλοκότητα, Ασάφεια) (μοντέλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός των άλλων και για τη διαχείριση των αλλαγών και βρίσκει συχνά εφαρμογή σε οργανωσιακό επίπεδο) υποστηρίζει πως είναι σημαντικό να μάθουμε να ζούμε όπως οι πειρατές, να αδράττουμε την ευκαιρία και να ζούμε τη στιγμή. Μας εξηγεί πως είναι εντάξει να μην ξέρουμε ανά πάσα στιγμή τι να κάνουμε αλλά κάθε φορά να είμαστε σίγουροι ότι κάναμε ότι καλύτερο μπορούσαμε. Μας προτρέπει να ξεχάσουμε τα παλιά γραμμικά μοντέλα και να ξεφύγουμε από τη πρόβλεψη.

Μια πολύ σημαντική αλλαγή της σύγχρονης εποχής είναι τα εργασιακά και η παντελής έλλειψη σταθερότητας στην εργασία. Σήμερα το εργασιακό σκηνικό είναι αβέβαιο, δυναμικό και ευμετάβλητο.

Σήμερα ο καθένας μας είναι μια επιχειρησιακή μονάδα και για να λειτουργήσουμε εύρυθμα και με επιτυχία χρειάζεται να γνωρίζουμε το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα. Αυτό είναι η αυθεντικότητα μας και απαρτίζεται από ένα σύνολο προσωπικών στοιχείων που έχουμε και που θέλουμε να αναπτύξουμε.

Χρειάζεται λοιπόν να κατανοήσουμε ότι όσο ευμετάβλητο είναι το περιβάλλον γύρω μας τόσο ευμετάβλητοι είμαστε κι εμείς. Σίγουρα ποτέ κανείς μας δεν θα αποτύπωνε την πορεία και την εξέλιξή του με μια ευθεία γραμμή.

Η αναζήτηση του εαυτού μας συνεχόμενη, εξελισσόμενη, δυναμική μεταβάλλει συνεχώς το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα. Ας μην ξεχνάμε όμως πως το αυθεντικό είναι πάντα το καλύτερο κι ας στηριχτούμε σε αυτό καθώς όπως αναφέρει και η Βρετανίδα καλλιτέχνιδα, Cornelia Parker: «Δεν έχουμε μια σταθερή, παγιωμένη ζωή. Ερχόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με το τι μας επιφυλάσσει στην πορεία η ζωή μας» Ας έχουμε τα εργαλεία να το ανακαλύψουμε.

Έλληνες και Κέλτες

Ο Έλληνας Πυθέας ήταν ο πρώτος θαλασσοπόρος της Iστορίας, λέει σε νέο βιβλίο Bρετανός ιστορικός. Ξεκίνησε τον 4ο αιώνα π.X. από τη Mασσαλία για τον ευρωπαϊκό βορρά. Kαι δεν βρήκε βαρβάρους, αλλά κασσίτερο, ήλεκτρο και χρυσό.

Στο παλιό λιμάνι της Μασσαλίας, μία χάλκινη πλάκα γράφει: «Εδώ γύρω στο 600 π.X. Έλληνες ναυτικοί αποβιβάστηκαν προερχόμενοι από τη Φώκαια, ελληνική πόλη της Μικράς Ασίας. Ίδρυσαν τη Μασσαλία από την οποία μεταλαμπαδεύτηκε στη Δύση ο πολιτισμός».

Υπάρχει ένα πρόσωπο που υπονοείται πίσω από τις λέξεις αυτές. Λέγεται Πυθέας και το άγαλμά του βρίσκεται σε μία εσοχή της πρόσοψης του Χρηματιστηρίου Αξιών της πόλης, μαζί με εκείνο του Ευθυμένη.

H παρουσία τους εκεί έχει έναν ειδικό συμβολισμό. Οι δύο Έλληνες θαλασσοπόροι από τη Μασσαλία βοήθησαν το άνοιγμα του εμπορίου σε μια πόλη που κάποτε ήλεγχε μεγάλο μέρος της μεσογειακής οικονομίας. Και ο μεν Ευθυμένης ταξίδεψε προς Νότον. Έφθασε στη Σενεγάλη, πιθανόν και στην Γκάνα.

Ο Πυθέας όμως τράβηξε προς Βορράν, να βρει τους τόπους που ήταν σκεπασμένοι με τον πέπλο του μύθου, τόπους βαρβαρικούς όπου οι άνθρωποι «δεν μιλούσαν ελληνικά αλλά συνεννοούνταν με θορύβους που έμοιαζαν με κραυγές ζώων».

Ο Άγγλος ιστορικός Μπάρι Κάνλιφ ανέλαβε να χαρτογραφήσει ξανά το μυθικό εκείνο ταξίδι. Καθηγητής στην έδρα Ευρωπαϊκής Αρχαιολογίας της Οξφόρδης από το 1972, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, μονογραφιών, άρθρων, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον κελτικό πολιτισμό, κυκλοφόρησε πρόσφατα (Εκδόσεις Penguin) το βιβλίο «Το συναρπαστικό ταξίδι του Πυθέα του Έλληνα», με υπότιτλο «Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τη Βρετανία».

Βέβαια το ταξίδι του δεν είναι άγνωστο. Ο Πυθέας είχε γράψει, γύρω στο 320 π.X., «Περί Ωκεανού», βιβλίο το οποίο δεν σώζεται, αναφέρεται όμως σε αρκετές πηγές μέσω των οποίων σώζονται και αυτούσια αποσπάσματα. Αρκετοί μεταγενέστεροι του Πυθέα γεωγράφοι και ιστορικοί, όπως ο Στράβωνας και ο Πολύβιος, αμφισβήτησαν τα γραπτά του Πυθέα και τα μεταχειρίστηκαν ως μυθεύματα – «Πυθέου πλάσματα» τα αποκαλούσαν.

Άλλοι όμως τα υποστήριξαν – παράδειγμα ο Ίππαρχος, ο Ερατοσθένης, ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης. Και σήμερα θεωρείται πια βέβαιο ότι το ταξίδι έγινε, και ο Πυθέας θα πρέπει να πάρει τη θέση του δίπλα στον Κάπτεν Κουκ και τον Κολόμβο.

Ο Πυθέας υπήρξε πράγματι, σύμφωνα και με νεώτερα ευρήματα, ο πρώτος άνθρωπος τού τότε γνωστού κόσμου που έφθασε στη Βρετανία, στις χώρες των Κελτών και των Γαλατών, τρεις αιώνες νωρίτερα από τις λεγεώνες του Ιούλιου Καίσαρα. Και ο Κάνλιφ ανασυνέθεσε το ταξίδι χρησιμοποιώντας όλες τις γραπτές πηγές αλλά και τα ευρήματα της αρχαιολογίας, για να πει τι ακριβώς συνάντησε στον δρόμο του.

Ταυτόχρονα ανασυνθέτει το ιστορικό πλαίσιο μιας περιόδου από το 600 έως το 100 π.X., τους ανταγωνισμούς ανάμεσα σε Ετρούσκους, Έλληνες, Καρθαγένιους και Ρωμαίους και αναδεικνύει την αξία του εμπορίου, ως κινήτρου του ταξιδιού αυτού, όπως συνέβη και με τους θαλασσοπόρους του 15ου αιώνα.

Αναδεικνύει τη σημασία του κασσίτερου, του ήλεκτρου και του χρυσού, στην οικονομία της εποχής. Ο κόσμος του Πυθέα ήταν ο μεσογειακός κόσμος που είχε όριο τις Άλπεις και τις Ηράκλειες Στήλες στο Γιβραλτάρ, ήταν όμως και ένας κόσμος που είχε ανάγκη την υπέρβαση των ορίων του. «Ήταν ένας κόσμος αλλαγών, ανάπτυξης οριζόντων, επαφών σε μεγάλες αποστάσεις, ανταλλαγής αγαθών και επέκτασης των γνώσεων», λέει. «H Μεσόγειος ήταν μέρος ενός γρήγορα αυξανόμενου παγκόσμιου συστήματος που περιελάμβανε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική, χαρακτηριζόταν δε από διογκούμενη αλληλεξάρτηση».

Ο Πυθέας πέρασε τις Ηράκλειες Στήλες, ανέβηκε τις ισπανικές ακτές, τις γαλλικές, είδε από ποιες ακριβώς περιοχές του άγνωστου Βορρά, της Μάγχης και της Βαλτικής, έφθανε έως τον Νότο ο κασσίτερος και το κεχριμπάρι. Και έφθασε μέχρι και την περίφημη Θούλη (πιθανολογείται ότι είναι η Ισλανδία), όπου δεν υπήρχε ακριβώς «ούτε γη ούτε θάλασσα ούτε αέρας», παρά μόνον ένα είδος «θαλασσίου πνεύμονος». Άντε μετά να τον πιστέψει ο Στράβωνας. Αλλά ο Πυθέας μιλούσε για τους πάγους.

Ο Μπάρι Κάνλιφ, ήδη με τον τίτλο και τον υπότιτλο, παίζει με το θανατηφόρο όπλο της λεπτής ειρωνείας. Είναι σαν να μας προτείνει μια σειρά ανακαλύψεων: Οι Έλληνες (ο «Pytheas the Greek») ανακάλυψε τους Κέλτες κάνοντας τον περίπλου της Ιβηρικής. Οι απόγονοι των λαών αυτών ανακάλυψαν την Αμερική. Και όλοι ετούτοι μαζί, ανακάλυψαν αργότερα έναν απόγονο του Πυθέα, ναυτικό κι αυτόν, τον «Zorba the Greek». Τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας, μας λέει εντέλει. Όλα εξαρτώνται από το ποιος είναι κέντρο του κόσμου και ποιος φολκλόρ.

Γιατί ο ανομολόγητος στόχος του διακεκριμένου οξφορδιανού, στο απόγειο της καριέρας του, τόσο σε αυτό το βιβλίο του όσο και στο αμέσως προηγούμενό του, το «Facing the Ocean», είναι ένας: να αποδείξει τη θεωρία που σε διαλέξεις του έχει διατυπώσει περί «καθιερωμένης ψευδο-ιστορίας», σύμφωνα με την οποία οι Κέλτες πήραν τα φώτα του πολιτισμού από τη Μεσόγειο. Να πει, με άλλα λόγια, ότι παρά τα όσα συκοφαντικά λέγονται, το χαρακτηριστικό των λαών αυτών δεν ήταν η κατανάλωση… βελανιδιών.

Φυσικά, για να εδραιώσει τις θέσεις του, πρέπει υποχρεωτικά να συνταξιδέψει με τον Πυθέα. Διότι το δικό του θεωρητικό ταξίδι έχει αναπόφευκτη αφετηρία τις μεσογειακές γραπτές πηγές, μια και οι Κέλτες τότε δεν είχαν ακόμη γραπτή γλώσσα.

Δικαιούται, ωστόσο, να υποστηρίξει ότι αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα σημεία υστέρησης των Κελτών, καθώς οι πληθυσμοί της Γαλατίας, της Γαλικίας, της Κορνουάλης ή της Βρετάνης, οι «κοινωνίες του Ατλαντικού», όπως τις αποκαλεί, είχαν καινοτομήσει με άλλους τρόπους: «Ήταν πιο μπροστά στη ναυσιπλοΐα, στη ναυπηγική και στις γνώσεις για τις εποχές και την αστρονομία».

Σαν ελληνική «μόδα»

Οι Αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που μίλησαν για τους «Κελτούς», από τον 6ο αιώνα π.X. Στους επόμενους αιώνες, οι δύο πολιτισμοί, ο ελληνικός και ο γαλατικός, έμελλε να συναντηθούν.

Ο Πίτερ Μπέρεσφορντ Έλις, διακεκριμένος μελετητής του κελτικού πολιτισμού, στην πρώτη σχετική μελέτη που δημοσιεύεται και στα ελληνικά «Έλληνες και Κέλτες», περιγράφει πώς το διαρκές κελτικό μεταναστευτικό ρεύμα οδηγήθηκε μέχρι τη Νοτιοανατολική Ευρώπη αλλά και την Ουκρανία! Και καταγράφει την πορεία των Κελτών της Ανατολής μέχρι τη σταδιακή τους αφομοίωση και εξαφάνιση.

Είναι, φαίνεται, λίγο μόδα εσχάτως ο κελτικός πολιτισμός. Αν κάποιος προτιμάει μία λιγότερο μακρινή εποχή, υπάρχει ο 11ος αιώνας, ο Πάπας Ουρβανός και οι Σταυροφορίες Κελτών βασιλέων στην «Ιερή λόγχη»

Πλωτίνος: Το αγαθό ως ο ύστατος στόχος της Γνώσης και η επιδίωξη της αληθινής σοφίας

Για τον Πλάτωνα το αγαθό είναι ο ύστατος στόχος της Γνώσης και η επιδίωξη της αληθινής σοφίας. Ο Πλάτωνας δεν δίνει μια σαφή ερμηνεία για αυτόν τον όρο που είναι από τους βασικότερους στο φιλοσοφικό του σύστημα παρά αρκείται σε ορισμένους υπαινιγμούς. Αγαθόν πάντως είναι:

α) το εἶναι και ό,τι διατηρεί το εἶναι·
β) η τάξη, ο κόσμος και η ενότητα που διαπερνά και συνέχει την πολλαπλότητα·
γ) ό,τι παρέχει την αλήθεια και την επιστήμη (Πολ. 509a).

Η έκφραση αὐτὸ τὸ ἀγαθόν φαίνεται να δηλώνει την ύψιστη αρχή και την πηγή του όντος και της γνώσης. (Πολιτεία 508e:) «Τοῦτο τοίνυν τὸ τὴν ἀλήθειαν παρέχον τοῖς γιγνωσκομένοις καὶ τῷ γιγνώσκοντι τὴν δύναμιν ἀποδιδὸν τὴν τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέαν φάθι εἶναι».

Σύμφωνα με την Πλατωνική συλλογιστική, το πνεύμα μας αντιμετωπίζει την πραγματικότητα διττώς: εκ των ένδον» και «εκ των έξω». ’Η «εκ των ένδον» προσέγγιση αφορά την πορεία πρός την αυτοσυνειδησία, που χρησιμοποιεί κυρίως τη διαίσθηση. Η «εκ των έξω» προσέγγιση αφορά την διάνοια, που χρησιμοποιεί τη μεθοδική λογική σκέψη.

Μόνο όταν συνδυάσουμε αυτούς τους δύο μηχανισμούς, θα καταφέρουμε να θέσουμε σε κίνηση τον μηχανισμό δύο φαινομενικώς αντιφατικών, αλλά ουσιαστικώς συμπληρωματικών δυνάμεων του ανθρωπίνου πνεύματος: της αφαιρετικής συμβατικής σκέψης, και της διευρυμένης αντίληψης του Όλου, ελάχιστο αναπόσπαστο τμήμα του οποίου είμαστε.

Το Όλον – Ένα βρίσκεται πίσω από τα πολλά και ότι ό,τι υπάρχει στον κόσμο είναι άτεχνα και πρόσκαιρα αντίγραφα των Ιδεών που απορρέουν από το Ένα. Ο τρόπος για να προσεγγίσει ο άνθρωπος το Ένα, δηλαδή να ανεβεί από τα πολλά στο Ένα, μπορεί να επιτευχθεί δια της «εσωτερικής οράσεως» των Ιδεών, όπου «αναπαύονται», το Δίκαιο, το Καλό, το Ωραίο.

Η προσέγγιση του κόσμου των Ιδεών, δεν μπορεί να προσεγγιστεί με τις αισθήσεις, διότι το σώμα αποτελεί εμπόδιο για τη σύλληψη της πραγματικότητας. Όσο βρισκόμαστε μέσα στο σώμα, το υπέρτατο αγαθό το πλησιάζουμε ανάλογα με τον βαθμό αυτοσυγκέντρωσης και με την ικανότητα απόσπασης της προσοχής μας από το σώμα, περιμένοντας υπομονετικά την στιγμή που ο θείος Εαυτός θα κρίνει κατάλληλη για να ολοκληρώσει τη λύτρωση μας.

Ο Πλωτίνος (Εννεάδες), επεξηγεί: «Η γνώση έχει τρεις βαθμίδες – γνώμη, επιστήμη και φώτιση. Τα μέσα ή το όργανο της πρώτης είναι η αίσθηση, της δεύτερης, η διαλεκτική, ενώ της τρίτης, η ενόραση. Αυτή η τελευταία είναι απεριόριστη γνώση, βασισμένη στην συνταύτιση του γιγνώσκοντος νου με το γνωστικό αντικείμενο...

Όλοι οι άνθρωποι, από την αρχή που γεννιούνται, χρησιμοποιούν την αίσθηση πριν από τον νου και, κατ’ ανάγκη, τα αισθητά είναι τα πρώτα με τα οποία έρχονται αντιμέτωποι• κάποιοι έμειναν εδώ και έζησαν τη ζωή τους, νομίζοντάς την πρώτη και τελευταία, και, αφού θεώρησαν πως ό,τι είναι γι’ αυτούς δυσάρεστο και ευχάριστο είναι κακό και καλό αντιστοίχως, έκριναν πως αρκεί αυτό και πέρασαν τη ζωή τους επιδιώκοντας το ένα και προσπαθώντας ν’ αποφύγουν το άλλο.

Όσοι διεκδικούν λογική σκέψη, το έκαναν αυτό φιλοσοφία τους, όπως τα βαριά πουλιά, που πήραν πολλά πράγματα από τη γη, βάρυναν και δεν μπορούν να πετάξουν ψηλά, παρ’ ότι η φύση τους έδωσε φτερά. Άλλοι σηκώνονται λίγο από τα κάτω πράγματα, διότι το ανώτερο μέρος της ψυχής τους κίνησε από το ευχάριστο προς το ωραιότερο, ανήμποροι, όμως, όπως ήταν να δουν το επάνω, καθώς δεν είχαν πού αλλού να σταθούν, ήρθαν προς τα κάτω, μαζί με το όνομα της αρετής, σε πράξεις και “επιλογές” της κάτω περιοχής, απ’ όπου στην αρχή προσπάθησαν να σηκωθούν.

Υπάρχει, τέλος, ένα τρίτο γένος θεϊκών ανθρώπων, που με τη μεγαλύτερη δύναμή τους και με την οξύτητα των οφθαλμών τους είδε, με ξεχωριστή, θα ‘λεγε κανείς, οξυδέρκεια, την επάνω δόξα και υψώθηκε εκεί, σαν πάνω από τα σύννεφα και από την καταχνιά του εδώ κόσμου, κι έμεινε εκεί, παραβλέποντας όλα τα πράγματα του εδώ κόσμου και αντλώντας ευχαρίστηση στην αληθινή περιοχή, που είναι δική τους, σαν τον άνθρωπο που, ύστερα από μεγάλη περιπλάνηση, φτάνει στην ευνομούμενη πατρίδα του».