Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024
Οι κατήγοροι του Σωκράτη
Η Ιστορία είναι τραγική και γίνεται τραγικότερη όταν περνούν στις σελίδες της «εφιάλτες», «αχυράνθρωποι», «θρασυβουλοι», χάρη στη μολυβένια δύναμη της μετριότητάς τους που καταφέρνει να βλάπτει («ποιείν κακώς») τους άξιους «γεννήτορες» της πνευματικής ζωής· εκείνοι όμως μπαίνουν, όπως ακριβώς είναι («οίοι εισίν») στις σελίδες της, υποδείγματα «εσαεί» αυτογνωσίας και ήθους1.
1. Πρόσωπο και προσωπεία
Μεταξύ 11 και 18 Μαρτίου του 399 π.Χ., στο δικαστήριο της Ηλιαίας2 αρχίζει και τελειώνει μέσα στην ίδια μέρα η δίκη του εβδομηντάχρονου Σωκράτη «Σωφρονίσκου, Αλωπεκήθεν» .
Οι δικαστές κάθονται στα έδρανά τους, αφού έδωσαν τον καθιερωμένο όρκο, με έμφαση στη διαβεβαίωση ότι θα ψηφίσουν αποκλειστικά για το αντικείμενο της δίκης (αρχή η οποία δεν τηρήθηκε στη συνέχεια).
Παγεροί, «θρασυβουλοι» (με την ετυμολογική σημασία του όρου, της θρασείας βουλής), εμφανίστηκαν και κάθισαν, σε μικρό κάθισμα ο καθένας, οι κατήγοροι του Σωκράτη: ο Μέλητος «νέος και αγνώς», «τετανόθριξ και ου πάνυ ευγένειος, επίγρυπος»3 - όπως τον περιγράφει ο Πλάτων στον Ενθύφρονα (3b) -, που είχε καταθέσει την γραφήν ασεβείας* και πρώτος πήρε τον όρκο, ο Ανυτος και ο Λΰκων, που προσήλθαν ως συνήγοροι του. Ο τελευταίος, επειδή φοβόταν τις συνέπειες από πιθανή αποτυχία (τον κίνδυνο να καταδικαστεί «σε πρόστιμο χιλίων δραχμών», Πλάτων, Απολογία 36 b), «αν η καταγγελία του έπαιρνε ψήφους λιγότερες από ένα πέμπτο του συνόλου των 501 δικαστών που συγκροτούσαν την Ηλιαία κατά την εκδίκαση της υπόθεσης»,5 είχε διαλέξει τον Μέλητο, προκειμένου να αναλάβει αυτός τους κινδύνους από την κατηγορία κατά του Σωκράτη.
Εξετάστηκαν και μάρτυρες για τους οποίους ο Ξενοφών (Απολογία Σωκράτους 24) μαρτυρεί ότι ο Σωκράτης κατήγγειλε ως «επιορκούντας» και «ψευδομαρτυρούντας» εναντίον του.
Ο Άνυτος, γιος του Ανθεμίωνα - προσώπου σε υπόληψη από τους Αθηναίους-, ήταν πλούσιος βυρσοδέψης, αρχηγός των δημοκρατικών, στρατηγός κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο (409)· απέτυχε σε μια εκστρατεία που ανέλαβε, κατηγορήθηκε και γλίτωσε τις συνέπειες «δεκάζοντας» -κατά μία πληροφορία- τους δικαστές. Επί των Τριάκοντα Τυράννων κατέφυγε στο φρούριο της Φυλής. Δεν κατάφερε να ανακτήσει την περιουσία του, μετά τη δήμευσή της από τους Τυράννους, παρά τις μετά την πτώση τους προσπάθειές του. Στην επιστροφή του στην Αθήνα βρέθηκε σε μια ακόμη πιο δυσάρεστη γι' αυτόν οικογενειακή κατάσταση: ενώ προσδοκούσε από τον γιο του Ανθεμίωνα να ακολουθήσει τη δική του επαγγελματική προσοδοφόρα σταδιοδρομία, ο νέος είχε ήδη ενταχθεί στον κύκλο των «επακο-λουθούντων», όπως λέγεται στην πλατωνική Απολογία, τον γιο του «λιθοξόου Σωφρονίσκου» (αφότου ο Σωκράτης, από τα τριάντα του, είχε επίσης αποστραφεί το επάγγελμα του δικού του πατέρα, για να αφοσιωθεί στη φιλοσοφία). Ο Σωκράτης είχε αντιληφθεί τις πνευματικές αρετές και ανησυχίες του Ανθεμίωνα και τον είχε δεχθεί αφιλοκερδώς, όπως πάντα, μεταξύ εκείνων στους οποίους ενέπνεε τον έρωτα της αλήθειας και της δικαιοσύνης.
Μάταια ο Άνυτος προσπάθησε να ξανακερδίσει τον Ανθεμίωνα, Απέτυχε κι αυτό τον εξόργισε, έτσι ώστε επιτέθηκε στον Σωκράτη, ο οποίος τον επέπληξε ότι θέλει να εκπαιδεύσει τον γιο του «περί βύρσας», ενώ ο νέος άξιζε για τα υψηλότερα. Τότε ο Άνυτος απέσπασε βίαια τον Ανθεμίωνα από τον σωκρατικό κύκλο, με αποτέλεσμα ο νέος να περιπέσει σε μελαγχολία και να καταλήξει να μεθάει τα βράδια στις ταβέρνες.
Εκτός από την τύχη του γιου του, ο Άνυτος είχε να ψέξει τον Σωκράτη ως μισόδημο, «εχθρό της δημοκρατικής παράταξης», για τη μη φανερή εναντίωσή του στους Τριάκοντα,6 καθώς και για την επί της τυραννίας τους δέσμευση της περιουσίας του και τη μη ανάκτησή της στη συνέχεια, όταν πια επέστρεψε στην Αθήνα ως ηγέτης των αυτοεξόριστων δημοκρατικών.
Ο τρίτος από τους κατηγόρους, ο Λύκων, ρήτορας, γνωστός από τα λεγόμενα του Πλάτωνος στην Απολογία (23 b): «Μέλητος, Άνυτος, Λύκων δε υπέρ των ρητόρων», περιγράφεται από το επιδεικτικό δύναμης επάγγελμά του το οποίο ο Σωκράτης ελάχιστα εκτιμά, ως επιτήδευμα «μόριον» της κολακείας (Πλάτωνος Γοργίας), κατά δε τον Διογένη Λαέρτιο ως «δημαγωγός», υποστηρικτής των απλών πολιτών, όπως αυτός που προσήψε στον Σωκράτη ότι ένας φίλος του δασκάλου, ο Καλλίας, είχε σχέση με τον γιο του Λύκωνος Αυτόλυκο (Ξενοφών, Συμπόσιον).
Ο Άνυτος εστίασε την κατηγορία του στην από μέρους του Σωκράτη διαφθορά των νέων, που βέβαια έβρισκε έδαφος στα οικονομικά συμφέροντα των γονιών οι οποίοι ήθελαν να ασχολούνται τα τέκνα τους με επικερδείς εργασίες, αντί να αναλώνονται σε ανωφελείς φιλοσοφικές συζητήσεις. Ο Πλάτων λέει ότι ο Άνυτος, από μίσος για τους Σοφιστές, με τους οποίους λανθασμένα συνέδεε τον Σωκράτη, ήταν και υπερασπιστής των παραδοσιακών αξιών και δεσμών.
Δίχως προσωπείο, με γαλήνη και γλυκύτητα (όπως λέει ο Κρίτων στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο, 43 b) ή, όπως γράφει ο Πλάτων στο Συμπόσιον (216 e), ίσως και χωρίς την ανάγκη παραμυθίας με την πίστη στην αθανασία της ψυχής,7 έχοντας γίνει πρόσωπο που ακτινοβολεί τα «πάγκαλα και θαυμαστά εντός του αγάλματα», και, όπως λέχθηκε μεταφορικά, με το ίδιο ιμάτιο που φορούσε όλη του τη ζωή ως αυτή την ώρα, ο Σωκράτης άκουσε «ραδίως και πράως» την καταδικαστική γι' αυτόν ετυμηγορία του δικαστηρίου.
Προηγουμένως, στην πρώτη ψηφοφορία ενώπιον της Ηλιαίας είχαν λείψει τριάντα ψήφοι για την αθώωσή του. Τα τριάντα όμως «αργύρια», «η τιμή του τετιμημένου», χάθηκαν με τη δεύτερη, προκλητική απολογία του, με την οποία πρότεινε στους δικαστές του, αντί άλλης ποινής, να ψηφίσουν την ισόβια τιμητική σίτισή του στο Πρυτανείο, πρόταση που μετέστρεψε τους δικαστές, στη δεύτερη ψηφοφορία, ώστε να υπερψηφίσουν την πρόταση του Μέλητου για την ποινή του θανάτου με ψήφους 360 έναντι 141.
Ο Σωκράτης, πιστεύοντας, όπως ο «συνοπτικός» που ως γιατρός συνοψίζει σε μία τις πολλές μορφές μιας ασθένειας, ότι κάθε ιδιαίτερη αρετή προϋποθέτει όλη την αρετή όχι μέρη της· ότι είναι γελοίο να θυμώσει, γιατί θα πεθάνει- ότι η αρετή είναι γνώση, της οποίας αντικείμενο είναι η αληθινή αξία που πρέπει να προσδιορίζει την εκλογή, την απόφαση και την πράξη- ότι η γνώση δεν μεταγγίζεται «εκ του πληρεστέρου εις το κενώτερον, ώσπερ εν ταις κύλιξιν ύδωρ» (Πλάτων, Συμπόσιον 175 d), αλλά κατακτάται με ανάληψη των «καλών κινδύνων» και οδοδείκτη το «βέλτιστον»8 της αρετής (Πλάτων, Απολογία 29 e -30 a) και το δίκαιον (Απολογία 32-33, Κρίτων 45 d), όχι το «ήδιστον» (Γοργίας 521)· τέλος, πιστεύοντας ότι δεν θα μπορούσε να στερηθεί τον κριτικό έλεγχο, τη «μεγίστη των καθάρσεων» (Σοφιστής 230 e) ή όπως ο αισχυλικός Προμηθέας το «ελευθεροστομείν»,9 αν είχε ζητήσει άσυλο σε άλλη πόλη, (όπου πάντως ολιγαρχικοί και μη δεν θα τον ανέχονταν), πραγμάτωσε με την αξιοπρεπή10 εκλογή και στάση του την αρχή που ο ίδιος συχνά δίδαξε στους μαθητές του, της ταυτότητας του θάρρους με τη γνώση τού τι πρέπει να φοβάται κάποιος και τι όχι (ο θαρραλέος τον εξευτελισμό, ο δειλός τον θάνατο).
Αντί απολογίας11 -που δεν έγραψε ποτέ, επειδή, λέει ο Ξενοφών στη δική τον Απολογία Σωκράτους, τον εμπόδισε το δαιμόνιόν του, ο Σωκράτης απάντησε φιλοσοφικά, για τη ζωή και όλο το έργο του: «καλώς πραττόμενον και ορθώς καλόν γίγνεται» (Πλάτων Συμπόσιον 181). Εκτός από την αυτογνωσία του, τη βεβαιότητα για την αξία της διδασκαλίας του, πορεύτηκε την οδό που είχε χαράξει ο άλλος μεγάλος γενναιότατος «και εν φιλοσοφία και εν πολιτεία», ο Ζήνων ο Ελεάτης, ο οποίος, όταν ανακαλύφθηκε η συνωμοσία του ενάντια στον τύραννο και υποβλήθηκε σε μαρτύρια, υπέδειξε υπέρτατη καρτερία και πέθανε δίχως να λιγοψυχήσει. Με το ίδιο ρωμαλέο ήθος ο Σωκράτης επιβεβαίωσε ότι είναι «ένας από τους λίγους Αθηναίους ή μάλλον ο μόνος» που καλλιέργησε «την αληθινή πολιτική τέχνη και ο μόνος που « έθεσε «σε εφαρμογή αυτή την τέχνη» «ουδέποτε προς χάριν λέγων (Πλάτων, Γοργίας 521 d-e).
2. «Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες»
(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Γαλιλαίος)
Μετά την καταδίκη του, μεταξύ 15 Απριλίου και 5 Μαΐου ο Σωκράτης ήταν «εκτός των ανθρώπων». Η -κατά Πλάτωνα, για τούτο και «μεταφυσική»- αποστροφή προς τους δικαστές του, αποφθεγματική και για το συνεχές του ήθους και της φιλοσοφικής διδασκαλίας του, ότι και μετά τον θάνατο του «πλείους έσονται υμάς οι ελέγχοντες και χαλεπώτεροι» και προς τον εαυτό του ότι ελπίζει και μετά την αποδημία του «ενθένδε εις άλλον τόπον» να συνεχίζει να ρωτά «τους εκεί ώσπερ τους ενταύθα» (Πλάτων, Απολογία 39 επ.) επαληθεύτηκε.
Την επομένη της θανάτωσης του Σωκράτη, ο Ισοκράτης, «φίλος και μαθητής του»12, βγήκε πολύ πρωί στην αγορά μαυροντυμένος: «ελυπήθη ου μετρίως», λέγεται,13 «επί τω Σωκράτει ακηκοόματι και μελανονεκυείμων τη υστεραία προήλθε».
Οι Αθηναίοι «ευθύς» έκλεισαν τις παλαίστρες και τα γυμναστήρια· εισήγαγαν σε δίκη και καταδίκασαν τον Μέλητο σε θάνατο- τίμησαν τον Σωκράτη αφιερώνοντας στο Πομπείον χάλκινη προτομή του, έργο του Λυσίππου (Διογένης Λαέρτιος Βίοι, II 43,3)· τον Ανυτο, για την τύχη του οποίου και του γιου του κάνει λόγο ο Ξενοφών στην Απολογία του, επιδημήσαντα «αυθημερόν εξεκήρυξαν Ηρακλειώ-ται» (Θεμίστιος, Επιτάφιος, 239 c 3).
«Ευθύς», λέει ο Διογένης Λαέρτιος. Ο «Εφιάλτης» όμως δεν αφανίζεται για πάντα... Ίσως ο Άνυτος γυρίσει πίσω και ξαναγίνει στρατηγός. Ο Πολυκράτης, έξι χρόνια μετά τη θανάτωση του Σωκράτη, θα δημοσιεύσει κατηγορία εναντίον του δασκάλου της αλήθειας.
Τρία χρόνια μετά (396) ο Πλάτων θα στήσει με την Απολογία του το πνευματικό άγαλμα του Σωκράτη. Μετά την Απολογία, και λίγο μετά τον Ευθύφρονα (με τον οποίο θα δώσει εξηγήσεις για τα θρησκευτικά πιστεύω του Σωκράτη), στον Κρίτωνα θα εκθέσει τους λόγους για τους οποίους ο Σωκράτης δεν δέχθηκε να δραπετεύσει παρά τις προτροπές των φίλων του. Θα γράψει, ως δεύτερη απολογία, τον Γοργία, «requiem για τη δικαίωση της στάσης του Σωκράτη απέναντι στη ζωή και στον θάνατο»14, το Συμπόσιο, για να δώσει ακόμη ένα πρότυπο ζωής, τον Φαίδρο, την Πολιτεία (361 -362), όπου θα περιγράψει τον κλήρο του δίκαιου που αρνείται να φαίνεται δίκαιος, αλλ’ επιδιώκει να είναι δίκαιος, καθώς και τα βασανιστήρια που υφίστανται οι «βέλτιστοι», όταν είναι υποχρεωμένοι να ζουν σε μια πολιτεία, όπου «ουδέν υγιές» (496)15. Ως το τέλος της ζωής του ο Πλάτων θα θυμάται το ήθος του Σωκράτη, στον οποίο και θα αναθέσει το γραπτό του έργο16. Θα δηλώσει ότι η προηγούμενη διακυβέρνηση αποδείχθηκε «χρυσή», ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι καταδίκασαν τον δάσκαλο του επιβάλλοντάς του την πιο ασεβή και λιγότερο άξια γι' αυτόν ποινή. «Τώρα ιλιγγιώ», θα ομολογήσει στην Εβδόμη Επιστολή του (325 e).
Και μακάρι αυτή η τελευταία απόφανση να μη επαληθευόταν τόσες φορές είκοσι πέντε ολόκληρους αιώνες τώρα...17
-----------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Επιτυχής χαρακτηρισμός του καθ. Κ. Μπέη στο βιβλίο του -σταθμό στην παγκόσμια βιβλιογραφία για τον Σωκράτη από φιλοσοφική, λογοτεχνική, ιστορική, αρχαιολογική άποψη- Ωρα απιέναι, φιλοσοφική τραγωδία, Η δίκη του Σωκράτη, εκδόσεις Σάκκουλα και Eunomia Verlag, Αθήνα 2001, στο οποίο συχνά παραπέμπω στη συγγραφή αυτή για τους κατηγόρους του μεγάλου δασκάλου των στοχαστών όλων των εποχών.
2. Στον «τετράγωνο περίβολο (ή στον «περίστυλο χώρο Α/ που οριοθετείται από την οδό των Παναθηναίων, τη Μέση Στοά, τα δημόσια κτίρια της Θόλου, του Μητρώου και της Στοάς του Ελευθερίου Διός, βλ. Κ. Μπέη, ό.π. σ. 25-26,28-29.
3. Με ίσια μαλλιά, λίγο γένι, γαμψή μύτη, Πλάτων, Ευθύφρων 3b.
4. Η ασέβεια ήταν ποινικό αδίκημα επιδεκτικό καταγγελίας, η οποία εντυπωσίαζε πάντα τους Αθηναίους. Ο Διοπείδης έγραψε «ψήφισμα εισαγγέλλεσθαι τους τα θεία νομίζοντας ή λόγους περί των μεταρσίων διδάσκοντας» (Πλούταρχος, Περικλής 17). Το ψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε από την Εκκλησία του Δήμου το 431, είχε αοριστία που επέτρεπε στους λαϊκούς δικαστές να έχουν ευρύτατη δικαιοπλαστική ελευθερία (Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι, σ. 171) στη διαδικασία απόδειξης και ουσιαστικής βασιμότητας της «γραφής ασεβείας», και του ίδιου, Θρησκεία, Επιστήμη, Φιλοσοφία, εκδόσεις Πόλις, 2010, σ. 152-153.
Στο Ωρα απιέναι (σ. 177) ο Κ. Μπέης αναφέρεται και στην άποψη του Hegel, στην Ιστορία της Φιλοσοφίας I, ότι προκειμένου για την ασέβεια δίκιο είχαν και οι δύο πλευρές, και η συντηρητική και μερίδα της αθηναϊκής κοινωνίας: «και η συνείδηση του εξατομικευμένου σκεπτόμενου ανθρώπου την οποία αφύπνισε και προβλημάτισε ο νους να ανοίγεται σε νέους ορίζοντες».
Η ασυμφωνία προς την κοινή θρησκευτική πίστη υπήρξε αιτία να κατηγορηθούν ως άθεοι και άλλοι φιλόσοφοι, όπως ο Αναξαγόρας, ο Επίκουρος, που ζήτησε να απαλλάξει με τον ορθό λόγο τους ανθρώπους από τον φόβο και μάκρυνε από αυτούς τους θεούς· με την αδιαφορία όμως που προσέδωσε στο θείο, έδειξε ουσιαστικά ένα είδος ασέβειας (βλ. Lucr., De rer. Nat., 165-80,1145).
Πολιτικά αίτια, όπως και στην περίπτωση του Σωκράτη και αργότερα του Αριστοτέλη, έστρεψαν τους Αθηναίους ενάντια στον Αναξαγόρα. Ο φιλόσοφος κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του μεγάλου πολιτικού, φίλου, θαυμαστή και μαθητή του Περικλή (βλ. Πλουτ., Περικλής 32, Πλάτων, Φαιδρός 270 a, και P. Decharme, La Critique des traditions religieuses chez les Grecs, des origines au temps de Plutarque, Paris, 1904, VI, α 141, Ε. R. Dodds, Les Grecs et Virrationnel, Paris, 1965, σ. 184-185, Α. Κελεσίδου, Η φιλοσοφία τον Ξενοφάνη, Ακαδημία Αθηνών, 1996, σ. 91.
Ειδικά για τον Αναξαγόρα, που πρέσβευε ότι ο ήλιος είναι λίθος και η σελήνη γη και διώχθηκε πρώτος μετά το ψήφισμα του δήμου «να ασκείται εισαγγελία κατ' εκείνων που με τη διδασκαλία τους προσηλύτιζαν πολίτες...» (Κ. Μπέης, Ωρα απιέναι, σ. 172), ο Πλάτων (Απολογία 26 c-e) καταθέτει ότι ο Σωκράτης απευθυνόμενος στον Μέλητο του λέει ότι όσα προσάπτει στον ίδιο υπάρχουν στα βιβλία του Αναξαγόρα: «Αναξαγόρου οίε ι κατήγορε ίν, ω φίλε Μέλητε, και ούτω καταφρονείς τών-δε και οίει αυτούς απείρους γραμμάτων είναι, ώστε ουκ ειδέναι, ότι τα Αναξαγόρου βιβλία του Κλαζομενίου γέμει τούτων των λόγων. Και δη και οι νέοι παρ' εμού μανθάνουσιν, α έξεστι ενίοτε...».
5. Κ. Μπέης, Ωρα απιέναι..., σ. 67.
6. Την πτώση των Τριάκοντα ακολούθησε γενική αμνηστία των συνεργατών των τυράννων για όλα τα πολιτικά εγκλήματα (ψήφισμα Αρχίνου), βλ. και Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι..., σ. 180:« Η γενική αμνηστία, που είχε δοθεί για όλα τα πολιτικά εγκλήματα αμέσως μετά την πτώση της τυραννίας... και την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών, εμπόδιζε την παραπομπή του Σωκράτη σε δίκη γι' αντιδημοκρατική συμπεριφορά. Έτσι μεθοδεύτηκε η αόριστη διατύπωση της κατηγορίας, ότι δηλαδή διαφθείρειτο ήθος των νέων... καθένας από τους δημοκρατικούς πολίτες, που είχαν κληρωθεί για να δικάσουν, κατανοούσε πως μ' αυτή τη διατύπωση απλώς ε-τηρούντο τα προσχήματα, ώστε ν' αποφευχθεί η άμεση αθέτηση του νόμου για την αμνηστία».
7. Αντίθετα, ο Κ. Μπέης, Θρησκεία..., σ. 143, υποστηρίζει ότι ο Σωκράτης θα πρέπει να προβληματίστηκε έντονα «με τη μεταφυσική διάσταση του θανάτου» εν όψει της στάσης που θα τηρούσε εμπρός σιην επικείμενη εκτέλεση του και ότι στη μόνωση της φυλακής του γιγαντώθηκε μέσα του, όπως μας τον παρουσιάζει ο Πλάτων, «η πεποίθηση πως η ψυχή είναι αθάνατη».
8. Βλ. και W.K. C. Guthrie, Σωκράτης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991, σ. 203-204 και σ. 165.
9. Βλ. Μένων 80 b, όπου ο Πλάτων απαντά για τον Σωκράτη σχετικά με το ανώφελο ή την άρνηση του να φύγει σε άλλη πόλη.
10. Βλ. και Κ. Μπέη, Ωρα απιέναι, σ. 207 επ., όπου και αναφορά στον Kαντ· ο φιλόσοφός, όταν μετά τη δημοσίευση συγγράμματος του για τη θρησκεία ο υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων της Πρωσίας του απαγόρευσε να μιλάει ή να γράφει για θρησκευτικά ζητήματα, συμμορφώθηκε με την απαγόρευση, στάση, όπως παρατηρεί ο Κ. Μπέης, ό.π., σ. 208, «αδιανόητη για τον Σωκράτη ως κατώτερη του αυτοσεβασμού και της γενναιότητας που όφειλε απέναντι σε οποιαδήποτε απειλή, ακόμη και της άμεσης θανάτωσης του».
11. Όπως προκύπτει από κείμενα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα ο Σωκράτης, μετά την κατάθεση της «γραφής» εναντίον του από τον Μέλητο, άφησε να περάσει η προθεσμία της προανάκρισης, δίχως να καταθέσει «αντιγραφή» ή «παραγραφή» και προτίμησε, αν και βεβαρημένος από καταγγελίες εναντίον του, να συναντηθεί την επομένη της επίσκεψης στο ανακριτικό γραφείο του άρχοντα βασιλέα με συνομιλητές του και να παρακολουθεί τη συζήτηση που είχαν ήδη αρχίσει (βλ. Πλάτων, Σοφιστής 216a - 217).
12. Βλ. Π. Παπανικολάου, Σωκράτης και Ισοκράτης, στο συλλογικό έργο Η φιλοσοφία τον Σωκράτη, επιμ., Κ. Βουδούρη, Αθήνα 1992, σ. 191.
13. Ψευδο-Πλούταρχος Βίοι των δέκα ρητόρων, Ισοκράτης, 35.
Από την άλλη πλευρά, ο εικοσιοκτάχρονος το 399 π.Χ. Πλάτων, για τον οποίο λέγεται στον Φαίδωνα ότι ήταν ασθενής τη μέρα της δίκης του Σωκράτη, ενώ βέβαια η απουσία του θα μπορούσε να οφείλεται και στο ότι δεν θα δεν είχε το κουράγιο να δει τον δάσκαλο του να πεθαίνει, αγανακτώντας για τη «φλεγμαίνουσα» από την αδικία πόλη των Αθηνών κατέφυγε στα Μέγαρα, όπου και άλλοι φίλοι του Σωκράτη συνάχτηκαν γύρω από τον Ευκλείδη.
14. Marian Wesoly, Ο πλατωνικός διάλογος Γοργίας, Φιλοσοφία και Παιδεία, 160,54, Ιαν. -Απρίλιος 2010, σ. 24.
15. Βλ. και Α. Κελεσίδου, Η έννοια της σωτηρίας στην πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, Πρόλογος Γ. Μιχαηλίδου-Νουάρου, έκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήναι 1982, σ. 38 επ.
16. Βλ. Εβδόμη Επιστολή 341 c-d , Β! Επιστολή 314. Πρβλ. Κ. Μπέη, Θρησκεία, Επιστήμη, Φιλοσοφία, σ. 142. Συμφωνώ απόλυτα με την άποψη του καθ. Κ. Μπέη για την από τους πλατωνικούς Διαλόγους πιστότητα της «αληθινής διδασκαλίας του Σωκράτη», ό.π., σ. 143 και υπ. 12.
17. Στο τεύχος 9 (2009) του περιοδικού Ευδικία (που εκδιδόταν παράλληλα με το περιοδικό Δίκη) και στις σελίδες 147-151 δημοσιεύτηκε ένα εξαιρετικού ενδιαφέροντος κείμενο, με προμετωπίδα «Η φιλοσοφία στο εδώλιο» και τίτλο «Μια απόπειρα σύγχρονης αναθεώρησης της δίκης του Σωκράτη» του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη.
Ο συγγραφέας, ύστερα από αναφορά στις δικονομικές διατάξεις του Αττικού Δικαίου, στην προσωπικότητα του Σωκράτη, στις διαδικασίες που κίνησαν οι Αθηναίοι για εισαγωγή σε δίκη των κατηγόρων του μετά την «αναχώρηση του Σωκράτη από τους ανθρώπους» και ορισμένες παρατηρήσεις για τη διεξαγωγή της δίκης, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 525 3 π. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας: «για την επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος επί της καταδίκης του Σωκράτη».
Οι διατάξεις, λέει ο αντεισαγγελέας, «δεν μπορούν να εφαρμοσθούν όχι μόνο επειδή το κράτος-πόλη των δικαστών τον αποκατέστησε, αλλά για λόγους δικονομικούς». Παράγοντες «που καθιστούν αδύνατη την εφαρμογή των ισχυουσών σήμερα διατάξεων (είναι) ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της αρχαιότητας δεν ήταν ειδικά αιτιολογημένες, (η) «έλλειψη αποφάσεων και (ότι) οι υφιστάμενες πηγές δεν είναι δικαστικές αλλά ιστορικές...» (σ. 150).
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΠΛ Πολ 613e–616b
Ἃ μὲν τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, ζῶντι τῷ δικαίῳ παρὰ θεῶν τε
[614a] καὶ ἀνθρώπων ἆθλά τε καὶ μισθοὶ καὶ δῶρα γίγνεται πρὸς
ἐκείνοις τοῖς ἀγαθοῖς οἷς αὐτὴ παρείχετο ἡ δικαιοσύνη, τοιαῦτ’
ἂν εἴη.
Καὶ μάλ’, ἔφη, καλά τε καὶ βέβαια.
Ταῦτα τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, οὐδέν ἐστι πλήθει οὐδὲ μεγέθει
πρὸς ἐκεῖνα ἃ τελευτήσαντα ἑκάτερον περιμένει· χρὴ δ’
αὐτὰ ἀκοῦσαι, ἵνα τελέως ἑκάτερος αὐτῶν ἀπειλήφῃ τὰ ὑπὸ
τοῦ λόγου ὀφειλόμενα ἀκοῦσαι.
[614b] Λέγοις ἄν, ἔφη, ὡς οὐ πολλὰ ἄλλ’ ἥδιον ἀκούοντι.
Ἀλλ’ οὐ μέντοι σοι, ἦν δ’ ἐγώ, Ἀλκίνου γε ἀπόλογον
ἐρῶ, ἀλλ’ ἀλκίμου μὲν ἀνδρός, Ἠρὸς τοῦ Ἀρμενίου, τὸ
γένος Παμφύλου· ὅς ποτε ἐν πολέμῳ τελευτήσας, ἀναιρε-
θέντων δεκαταίων τῶν νεκρῶν ἤδη διεφθαρμένων, ὑγιὴς μὲν
ἀνῃρέθη, κομισθεὶς δ’ οἴκαδε μέλλων θάπτεσθαι δωδεκαταῖος
ἐπὶ τῇ πυρᾷ κείμενος ἀνεβίω, ἀναβιοὺς δ’ ἔλεγεν ἃ ἐκεῖ
ἴδοι. ἔφη δέ, ἐπειδὴ οὗ ἐκβῆναι, τὴν ψυχὴν πορεύεσθαι
[614c] μετὰ πολλῶν, καὶ ἀφικνεῖσθαι σφᾶς εἰς τόπον τινὰ δαιμόνιον,
ἐν ᾧ τῆς τε γῆς δύ’ εἶναι χάσματα ἐχομένω ἀλλήλοιν καὶ
τοῦ οὐρανοῦ αὖ ἐν τῷ ἄνω ἄλλα καταντικρύ. δικαστὰς δὲ
μεταξὺ τούτων καθῆσθαι, οὕς, ἐπειδὴ διαδικάσειαν, τοὺς μὲν
δικαίους κελεύειν πορεύεσθαι τὴν εἰς δεξιάν τε καὶ ἄνω διὰ
τοῦ οὐρανοῦ, σημεῖα περιάψαντας τῶν δεδικασμένων ἐν τῷ
πρόσθεν, τοὺς δὲ ἀδίκους τὴν εἰς ἀριστεράν τε καὶ κάτω,
ἔχοντας καὶ τούτους ἐν τῷ ὄπισθεν σημεῖα πάντων ὧν
[614d] ἔπραξαν. ἑαυτοῦ δὲ προσελθόντος εἰπεῖν ὅτι δέοι αὐτὸν
ἄγγελον ἀνθρώποις γενέσθαι τῶν ἐκεῖ καὶ διακελεύοιντό οἱ
ἀκούειν τε καὶ θεᾶσθαι πάντα τὰ ἐν τῷ τόπῳ. ὁρᾶν δὴ
ταύτῃ μὲν καθ’ ἑκάτερον τὸ χάσμα τοῦ οὐρανοῦ τε καὶ τῆς
γῆς ἀπιούσας τὰς ψυχάς, ἐπειδὴ αὐταῖς δικασθείη, κατὰ δὲ
τὼ ἑτέρω ἐκ μὲν τοῦ ἀνιέναι ἐκ τῆς γῆς μεστὰς αὐχμοῦ τε
καὶ κόνεως, ἐκ δὲ τοῦ ἑτέρου καταβαίνειν ἑτέρας ἐκ τοῦ
[614e] οὐρανοῦ καθαράς. καὶ τὰς ἀεὶ ἀφικνουμένας ὥσπερ ἐκ
πολλῆς πορείας φαίνεσθαι ἥκειν, καὶ ἁσμένας εἰς τὸν λει-
μῶνα ἀπιούσας οἷον ἐν πανηγύρει κατασκηνᾶσθαι, καὶ ἀσπά-
ζεσθαί τε ἀλλήλας ὅσαι γνώριμαι, καὶ πυνθάνεσθαι τάς τε
ἐκ τῆς γῆς ἡκούσας παρὰ τῶν ἑτέρων τὰ ἐκεῖ καὶ τὰς ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ τὰ παρ’ ἐκείναις. διηγεῖσθαι δὲ ἀλλήλαις τὰς
[615a] μὲν ὀδυρομένας τε καὶ κλαούσας, ἀναμιμνῃσκομένας ὅσα τε
καὶ οἷα πάθοιεν καὶ ἴδοιεν ἐν τῇ ὑπὸ γῆς πορείᾳ ―εἶναι δὲ
τὴν πορείαν χιλιέτη― τὰς δ’ αὖ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ εὐπαθείας
διηγεῖσθαι καὶ θέας ἀμηχάνους τὸ κάλλος. τὰ μὲν οὖν
πολλά, ὦ Γλαύκων, πολλοῦ χρόνου διηγήσασθαι· τὸ δ’ οὖν
κεφάλαιον ἔφη τόδε εἶναι, ὅσα πώποτέ τινα ἠδίκησαν καὶ
ὅσους ἕκαστοι, ὑπὲρ ἁπάντων δίκην δεδωκέναι ἐν μέρει,
ὑπὲρ ἑκάστου δεκάκις ―τοῦτο δ’ εἶναι κατὰ ἑκατονταετηρίδα
[615b] ἑκάστην, ὡς βίου ὄντος τοσούτου τοῦ ἀνθρωπίνου― ἵνα δεκα-
πλάσιον τὸ ἔκτεισμα τοῦ ἀδικήματος ἐκτίνοιεν, καὶ οἷον εἴ
τινες πολλοῖς θανάτων ἦσαν αἴτιοι, ἢ πόλεις προδόντες ἢ
στρατόπεδα, καὶ εἰς δουλείας ἐμβεβληκότες ἤ τινος ἄλλης
κακουχίας μεταίτιοι, πάντων τούτων δεκαπλασίας ἀλγηδόνας
ὑπὲρ ἑκάστου κομίσαιντο, καὶ αὖ εἴ τινας εὐεργεσίας εὐερ-
γετηκότες καὶ δίκαιοι καὶ ὅσιοι γεγονότες εἶεν, κατὰ ταὐτὰ
[615c] τὴν ἀξίαν κομίζοιντο. τῶν δὲ εὐθὺς γενομένων καὶ ὀλίγον
χρόνον βιούντων πέρι ἄλλα ἔλεγεν οὐκ ἄξια μνήμης. εἰς
δὲ θεοὺς ἀσεβείας τε καὶ εὐσεβείας καὶ γονέας καὶ αὐτόχειρος
φόνου μείζους ἔτι τοὺς μισθοὺς διηγεῖτο.
Ἔφη γὰρ δὴ παραγενέσθαι ἐρωτωμένῳ ἑτέρῳ ὑπὸ ἑτέρου
ὅπου εἴη Ἀρδιαῖος ὁ μέγας. ὁ δὲ Ἀρδιαῖος οὗτος τῆς
Παμφυλίας ἔν τινι πόλει τύραννος ἐγεγόνει, ἤδη χιλιοστὸν
ἔτος εἰς ἐκεῖνον τὸν χρόνον, γέροντά τε πατέρα ἀποκτείνας
[615d] καὶ πρεσβύτερον ἀδελφόν, καὶ ἄλλα δὴ πολλά τε καὶ ἀνόσια
εἰργασμένος, ὡς ἐλέγετο. ἔφη οὖν τὸν ἐρωτώμενον εἰπεῖν,
«Οὐχ ἥκει», φάναι, «οὐδ’ ἂν ἥξει δεῦρο. ἐθεασάμεθα γὰρ
οὖν δὴ καὶ τοῦτο τῶν δεινῶν θεαμάτων· ἐπειδὴ ἐγγὺς τοῦ
στομίου ἦμεν μέλλοντες ἀνιέναι καὶ τἆλλα πάντα πεπονθότες,
ἐκεῖνόν τε κατείδομεν ἐξαίφνης καὶ ἄλλους ―σχεδόν τι αὐτῶν
τοὺς πλείστους τυράννους· ἦσαν δὲ καὶ ἰδιῶταί τινες τῶν
[615e] μεγάλα ἡμαρτηκότων― οὓς οἰομένους ἤδη ἀναβήσεσθαι οὐκ
ἐδέχετο τὸ στόμιον, ἀλλ’ ἐμυκᾶτο ὁπότε τις τῶν οὕτως
ἀνιάτως ἐχόντων εἰς πονηρίαν ἢ μὴ ἱκανῶς δεδωκὼς δίκην
ἐπιχειροῖ ἀνιέναι. ἐνταῦθα δὴ ἄνδρες, ἔφη, ἄγριοι, διάπυροι
ἰδεῖν, παρεστῶτες καὶ καταμανθάνοντες τὸ φθέγμα, τοὺς μὲν
διαλαβόντες ἦγον, τὸν δὲ Ἀρδιαῖον καὶ ἄλλους συμποδί-
[616a] σαντες χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ κεφαλήν, καταβαλόντες καὶ
ἐκδείραντες, εἷλκον παρὰ τὴν ὁδὸν ἐκτὸς ἐπ’ ἀσπαλάθων
κνάμπτοντες, καὶ τοῖς ἀεὶ παριοῦσι σημαίνοντες ὧν ἕνεκά
τε καὶ ὅτι εἰς τὸν Τάρταρον ἐμπεσούμενοι ἄγοιντο». ἔνθα
δὴ φόβων, ἔφη, πολλῶν καὶ παντοδαπῶν σφίσι γεγονότων,
τοῦτον ὑπερβάλλειν, μὴ γένοιτο ἑκάστῳ τὸ φθέγμα ὅτε
ἀναβαίνοι, καὶ ἁσμενέστατα ἕκαστον σιγήσαντος ἀναβῆναι.
καὶ τὰς μὲν δὴ δίκας τε καὶ τιμωρίας τοιαύτας τινὰς
[616b] εἶναι, καὶ αὖ τὰς εὐεργεσίας ταύταις ἀντιστρόφους.
Τέτοια λοιπόν είναι τα βραβεία, οι μισθοί, και τα δώρα που έχει ο δίκαιος στο διάστημα της ζωής του από θεούς και ανθρώπους, κοντά στα πλεονεκτήματα που, καθώς είπαμε, του παρέχει αυτή καθ' εαυτήν η δικαιοσύνη.
Πολύ ωραία και ασφαλή.
Και όμως τίποτα δεν είν' αυτά, ούτε κατά το πλήθος ούτε κατά το μέγεθος, μπροστά σ' εκείνα που περιμένουν και τον ένα και τον άλλο μετά θάνατον· πρέπει κι αυτά να ειπωθούν, για να πάρη ο καθένας τους εντελώς όσα από τη συζήτησή μας του πρέπει να τ' ακούση.
Λέγε λοιπόν, γιατί λίγα πράγματα υπάρχουν που θα τ' άκουα με περισσότερη ευχαρίστηση.
Θ' ακούσης λοιπόν τώρα τη διήγηση όχι του Αλκίνου αλλά ενός αλκίμου ανδρός, του Ηρός του Αρμενίου, που ήταν Πάμφυλος κατά το γένος. Αυτός σκοτώθηκε στον πόλεμο και όταν έπειτ' από δέκα μέρες ήρθαν να παραλάβουν τα σώματα των νεκρών, που βρίσκονταν πια σε αποσύνθεση, το δικό του ήταν ακόμη σώο και ακέραιο· τον μετέφεραν λοιπόν στην πατρίδα του για να τον ενταφιάσουν και ενώ τη δωδέκατη μέρα από το θάνατό του βρισκόταν πια απάνω στη φωτιά, ξανάρθε στη ζωή και άρχισε ν' ανιστορή όσα είχε ιδή στον άλλο κόσμο. Ευθύς, τους έλεγε, που βγήκε η ψυχή του, ξεκίνησε με πολλούς άλλους κ' έφτασαν σ' ένα θαυμάσιο τόπο, όπου είδαν δύο χάσματα στη γη, το ένα κοντά στο άλλο, και δύο άλλα απάνω στον ουρανό, κατάντικρυ στα πρώτα. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές που έβγαζαν την απόφασή τους και πρόσταζαν τους δίκαιους ν' ακολουθήσουν το δρόμο που πήγαινε δεξιά και πάνω μεσ' απ' τον ουρανό, αφού πρωτύτερα τους κρέμαγαν μπροστά σημάδια που έλεγαν τι απόφαση είχαν βγάλει γι' αυτούς στη δίκη· τους άδικους τους έστελναν να πάρουν το δρόμο προς τ' αριστερά και κάτω, αφού κρέμαγαν και σ' αυτούς, αλλ' από πίσω, σημείωμα που έλεγε όλες τις πράξεις τους. Όταν παρουσιάστηκε κι ο ίδιος, του είπαν να φέρη στους ανθρώπους την είδηση για όσα συμβαίνουν εκεί και τον πρόσταξαν να παρατηρήση και νακούση όλα όσα γίνονται στον τόπο εκείνο.
Είδε λοιπόν εκεί πρώτα τις ψυχές, αφού δικάστηκαν, να ξεκινούν από τα δύο αντικρινά χάσματα του ουρανού και της γης, και από τ' άλλα δύο πάλι, από το ένα της γης ν' ανεβαίνουν ψυχές γεμάτες από ακαθαρσία και σκόνη, από τ' άλλο τ' ουρανού να κατεβαίνουν άλλες καθαρές. Όλες έδιναν την εντύπωση πως έρχονται από δρόμο μακρινό, και μ' ευχαρίστηση πήγαιναν να κατασκηνώσουν στο λιβάδι, όπως γίνεται στο πανηγύρι· όσες απ' αυτές γνωρίζονταν χαιρετιούνταν μεταξύ τους και ζητούσαν πληροφορίες, όσες έφταναν από τη γη από τις άλλες για τα εκεί, και όσες από τον ουρανό από τις άλλες για τα δικά τους πάλι περιστατικά. Και ιστορούσαν από τις αναμνήσεις τους μεταξύ τους οι πρώτες με θρήνους και με δάκρυα όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορεία τους κάτω από τη γη ―η διάρκεια της πορείας ήταν χίλια χρόνια―, όσες πάλι έφταναν από τον ουρανό έλεγαν τις ηδονές που δοκίμασαν και το άφραστο κάλλος των θεαμάτων που είδαν. Πολύς καιρός θα χρειαζότανε, φίλε μου Γλαύκων, να καθήσω να σου διηγηθώ τώρα λεπτομέρειες· των αφηγήσεών του η σύνοψη ήταν η εξής: για όλες τις αδικίες που έκανε καθένας στη ζωή του και για όλους όσους αδίκησε, τιμωρήθηκε χωριστά δέκα φορές ―η διάρκεια της κάθε τιμωρίας ήταν εκατό χρόνια, όση είναι και η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής― για να πληρώσουν δέκα φορές την πληρωμή κάθε αδικήματος. Έτσι, εκείνοι που έγιναν αίτιοι πολλών θανάτων με την προδοσία πόλεων η στρατοπέδων, και εξανδραπόδισαν ανθρώπους ή έγιναν ένοχοι άλλων κακουργημάτων, υπέφεραν δεκαπλάσια βασανιστήρια για κάθε τους έγκλημα, ενώ απεναντίας όσοι έκαμαν μεγάλες ευεργεσίες και υπήρξαν δίκαιοι στους ανθρώπους και ευσεβείς απέναντι στους θεούς, έπαιρναν με την ιδίαν αναλογία την ανταμοιβή για τις καλές τους πράξεις. Όσο για κείνους που πέθαιναν λίγο χρόνο ύστερ' από τη γέννηση τους, έλεγε άλλα που δεν αξίζει τον κόπο να τ' αναφέρω. Υπήρχαν ακόμη ανταμοιβές πολύ μεγαλύτερες για όσους σέβονταν τους θεούς και τιμούσαν τους γονείς τους, καθώς και βασανιστήρια μεγαλύτερα για τους ασεβείς και τους πατροκτόνους, καθώς και για όσους με το χέρι τους έκαμαν φόνους.
Έλεγε μάλιστα ότι ήταν παρών εκεί, όταν κάποιος ερώτησε έναν άλλο πού βρίσκεται ο μέγας Αρδιαίος. Αυτός ο Αρδιαίος είχε χρηματίσει τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, χίλια χρόνια πριν, είχε σκοτώσει το γέρο πατέρα του και το μεγαλύτερο αδερφό του και άλλα πολλά και ανόσια έργα είχε κάμει, καθώς έλεγαν. Αυτός που ρωτήθηκε απάντησε· «Δεν έφτασε» είπε «και ούτε θα φτάση ποτέ εδώ. Είδαμε όμως ένα από τα φοβερώτερα εκεί θεάματα. Όταν βρισκόμασταν πια κοντά στο υπόγειο χάσμα, έτοιμοι ν' ανεβούμε, αφού είχαμε συμπληρώσει όλες τις τιμωρίες μας, βλέπομε ξαφνικά εκείνο τον Αρδιαίο και άλλους πολλούς―σχεδόν οι περισσότεροί τους υπήρξαν επίσης τύραννοι, ήσαν όμως και μερικοί ιδιώτες που είχαν διαπράξει μεγάλα κακουργήματα― που όταν ενόμιζαν πια ότι θα βγουν, το στόμιο του χάσματος δεν τους επέτρεπε να περάσουν, αλλ' άρχισε να μουγκρίζη, όπως έκανε κάθε φορά που δοκίμαζε να βγη ένας από κείνους που ταμαρτήματά του ήσαν ανίατα ή δεν είχε ακόμα υποστή ολόκληρη την τιμωρία του. Την ώρα εκείνη έτρεξαν αμέσως κάτι αγριάνθρωποι, κατακόκκινοι από τη φλόγα, που κατάλαβαν τι εσήμαινε το μουγκρητό, και τους άλλους τους άρπαξαν και τους επήραν από κει, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς ακόμη τους έδεσαν χέρια, πόδια και κεφάλι, τους έριξαν καταγής, τους έγδαραν και άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο απάνω σε ασπάλαθρους, όπου ξεσκίζονταν οι σάρκες τους· και σ' όσους συναντούσαν εξηγούσαν το γιατί τους μεταχειρίζονταν έτσι κ' έλεγαν ότι πήγαιναν να τους πετάξουν στον Τάρταρο». Απ' όλους, είπε, τους πολλούς και κάθε λογής φόβους που δοκίμασαν, κανείς δεν μπορεί να συγκριθή μ' αυτόν, μήπως δηλαδή, την ώρα που πρόκειται πια να περάσουν το στόμιο, ακουστή εκείνο το μουγκρητό, και απερίγραπτη είναι η χαρά εκείνου που μπορεί ν' ανεβή, χωρίς ν' αντηχήση το στόμιο. Αυτές λοιπόν περίπου είναι οι κρίσεις και οι τιμωρίες και οι αντίστοιχες αμοιβές, που ιστορούσε.
Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2024
Απ' τον «ανθόκηπο» του Χριστιανισμού: Άγιος Αθανάσιος
Ο Άγιος Αθανάσιος, υπήρξε μέγας εχθρός του Ελληνισμού συμμετείχε σε μαζικές καταστροφές έργων τέχνης των προγόνων μας και ήταν αυτός που απαγόρευσε την ονομασία «Έλλην» και την αντικατέστησε με το «Ρωμιός». Προέτρεπε τούς βυζαντινούς κατακτητές τής πατρίδος μας σε σφαγές Ελλήνων και απειλούσε με αφορισμό όποιον τολμούσε να αναφερθεί σε οτιδήποτε ελληνικό. Έγραψε βιβλίο με τίτλο «Κατά των Ελλήνων» οπού καταφέρεται με λύσσα κατά του Ελληνισμού και τής Ελληνικής φιλοσοφίας.
Αυτόν τον ανθέλληνα τιμούν οι Ιουδαιοχριστιανοί, αποδεικνύοντας για μια φορά ακόμα ότι: αν είσαι χριστιανός δεν μπορεί να είσαι Έλληνας...
Ο Μέγας και Άγιος της 18ης Ιανουαρίου«Ουκούν ει μήτε άνθρωπος απλώς μήτε μάγος μήτε δαίμων τις εστίν ο Σωτήρ, αλλά και την παρά ποιηταίς υπόνοιαν και δαιμόνων φαντασίαν και Ελλήνων σοφίαν τη εαυτού θειότητι κατήργησε και επεσκίασε».
(Άγιος Αθανάσιος, «Κατά Ελλήνων», κεφ. 48, παρ. 9).
Ο Αθανάσιος, Άγιος και Μέγας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γεννήθηκε το 295 μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πιθανότατα από ελληνικής καταγωγής γονείς. Από πολύ μικρή ηλικία κατηχήθηκε στον Χριστιανισμό ξεχνώντας ολοκληρωτικά την καταγωγή του. Κατά την εφηβεία του μαθήτευσε δίπλα στον φανατικό ασκητή Άγιο Αντώνιο τον Μέγα, στην έρημο της Ερυθραίας. Ο δάσκαλός του πέθανε στην έρημο μέσα σε ένα ξεροπήγαδο προσευχόμενος στον Γιαχβέχ.
Ο Αντώνιος, κατά την περίοδο που ασκήτευε, δεν άλλαξε ποτέ κανένα ένδυμα, δεν έπλυνε ποτέ το σώμα του και τρεφόταν μέρα παρά μέρα με ένα ξερό παξιμάδι. Γυναίκα δεν γνώρισε ποτέ (Εγκυκλοπαίδεια «Ήλιος», λήμμα «Άγιος Αντώνιος»). Τα οράματά του με μεταφυσικά όντα και η κατά φαντασίαν μάχη του με τον ίδιο τον Διάβολο ήταν οι πνευματικές καθημερινές του ενασχολήσεις. Με τις παράλογες και σχιζοφρενικές αυτές διδαχές γαλουχήθηκε ο χαρακτήρας του Αγίου Αθανασίου, ενός απ' τους πλέον φανατικούς ανθέλληνες και μισανθρώπους της ιστορίας.
Κατά την περίοδο του 4ου μ.Χ. αιώνος, στην επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν σε εξέλιξη ένας ανελέητος διωγμός εναντίον των Ελλήνων, που καθοδηγείτο από χριστιανούς. Την ίδια εποχή, κορυφώνονταν και οι αλληλοσφαγές μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών αιρέσεων. Τα σχίσματα πλήθαιναν, καθώς και ο αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος αναμεταξύ τους για το ποιό δόγμα θα επικρατούσε ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία τριάντα τριών περίπου ετών, ο Αθανάσιος ανέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ήταν μικρόσωμος και φιλάσθενος, αλλά τρομερά δραστήριος και πανούργος. Σύμφωνα με όλους τους υποστηρικτές του, αλλά και τους μη, μέθοδοί του ήταν οι κολακείες, οι δωροδοκίες, οι πλαστογραφίες, οι συκοφαντίες, η βία ενάντια στους εχθρούς του, οι πυρπολήσεις ναών και οι δολοφονίες. Απ' την Αλεξάνδρεια ο Αθανάσιος εκδιώχθηκε πέντε φορές μέσα σε μία χρονική περίοδο 18 ετών. Ο Γερμανός ιστορικός και πρώην ιερέας Καρλ Χάινς Ντέσνερ στο έργο του «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού» λέει για τον Αθανάσιο: «Υπήρξε ένας απ' τους σκληρότερους και πιο αδίστακτους εκκλησιαστικούς δημαγωγούς» (σελ. 475).
Επίορκοι «έκλεψαν» την πατριαρχία υπέρ του Αθανασίου
Η εκλογή του στο αξίωμα του πατριάρχη έγινε με τον πλέον σκοτεινό και αμφιλεγόμενο τρόπο, αφού απ' τους πενήντα τέσσερις εκλέκτορες αρχιμανδρίτες τον χειροτόνησαν μόνον οι επτά, που παρεμπιπτόντως ήταν και επίορκοι: «Ταύτα μεν Απολλινάριος γράφει περί Αθανασίου, οι δε από της Αρείου αιρέσεως λέγουσιν ως Αλεξάνδρου (προηγούμενος πατριάρχης) τελευτήσαντος εκοινώνουν αλλήλοις οι τα Αλεξάνδρου και Μελιτίου φρονούντες, συνελθόντες τε εκ Θηβαίδος και της άλλης Αιγύπτου πεντήκοντα και τέσσαρες επίσκοποι ενωμότως συνέθεντο κοινή ψήφω αιρείσθαι τον οφείλοντα την Αλεξανδρέων εκκλησίαν επιτροπεύειν· επιορκίσαντας δε επτά τινας των επισκόπων παρά την πάντων γνώμην κλέψαι του Αθανασίου χειροτονίαν και δια τούτο πολλούς του λαού και των ανά την Αίγυπτον κληρικών αποφυγείν την προς αυτόν κοινωνίαν» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 17, 4).
Η παράνομη και σκανδαλώδης αυτή εκλογή του, δημιούργησε μεγάλες αναταραχές. Πιστοί του Αθανασίου προέβησαν σε ξυλοδαρμούς, φυλακίσεις και δολοφονίες εναντίον όσων αμφισβητούσαν τον ποιμένα τους. Η δράση του αγίου επικεντρώθηκε κυρίως εναντίον των αρειανιστών και των μελιτιανών χριστιανών. Εκ παραλλήλου κι άλλες αιρέσεις μπήκαν δυναμικά στον αιματηρό χριστιανικό εμφύλιο για την μοιρασιά της πίτας, όπως οι απολλιναριστές, οι μασσαλιανοί, οι νοβατιανοί, οι ιακωβίτες κ.ά.
Δολοφόνησε επίσκοπο και βίασε γυναίκα
Το 335 μ.Χ. είχαν συσσωρευτεί πολλές κατηγορίες εναντίον του πατριάρχη Αθανασίου. Οι κύριες ήταν:
Οι κατηγορίες αυτές τον οδήγησαν στην καθαίρεσή του απ' τον ίδιο τον ορθόδοξο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μέγα, με έγγραφο που έστειλε στην σύνοδο της Τύρου. Όμως, ο Αθανάσιος παραποίησε το έγγραφο αυτό δύο φορές, αναδημοσιεύοντας την επιστολή με ψεύτικα λόγια του Κωνσταντίνου, που έλεγαν δήθεν, ότι ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε. Οι κατηγορίες για βία και επιθέσεις πλήθαιναν, όπως ότι διέταξε τον ιερέα Μακάριο να επιτεθεί εναντίον του αρειανιστή ιερέα Ισχύρα, ότι ο ίδιος ο Αθανάσιος είχε δολοφονήσει τον επίσκοπο Αρσένιο κι ότι ο άγιος είχε διαφθείρει κάποια νεαρή γυναίκα (όπου από την πράξη του αυτή απαλλάχθηκε με θεατρικό τρόπο -ντύνοντας κάποιον άλλον σαν αυτόν στο ημίφως και μπέρδεψε τους μάρτυρες- καθώς και με δωροδοκία των δικαστών και των μαρτύρων!). Με όλα αυτά ο Αθανάσιος εξορίστηκε στα Τρέβηρα της Γαλατίας για δύο χρόνια. Οι απολογητές του λένε, ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και πίσω τους βρίσκονταν οι αρειανιστές και οι μελιτιανοί.
Οι αιρέσεις των αρειανιστών και των μελιτιανών πρέσβευαν, ότι ο Χριστός ήταν θνητός άνθρωπος, κάτι το οποίο οι ορθόδοξοι και οι καθολικοί πολέμησαν μετά μανίας. Ο Αθανάσιος τους βρίζει σε κάθε έργο του αποκαλώντας τους «δυσεβεστάτους», «υποκριτές», «μανιακούς», «μοχθηρούς», «απατεώνες», τον δε αρχηγό του αρειανισμού Άρειο, «βλάσφημο», «παρανοϊκό», «πρόδρομο του Αντιχρίστου» κ.ά.
Ποιός «έχυσε τα έντερα» του Άρειου στην τουαλέτα;
Έτσι, καλλιεργήθηκε το ανάλογο κλίμα και το 336 μ.Χ., την εποχή της πρώτης εξορίας του αγίου Αθανασίου, ο Άρειος δολοφονείται με άγριο τρόπο. Η δολοφονία έγινε στην Κωνσταντινούπολη κατά την διάρκεια διαλείμματος κοινής συλλειτουργίας του Αρείου με ορθοδόξους με μαφιόζικο τρόπο: «Ήσαν δε τότε πατριάρχαι εις μεν την Κωνσταντινούπολιν Αλέξανδρος, εις δε την Αντιόχειαν Ευστάθιος και εις τα Ιεροσόλυμα Μάξιμος. Εις την Αλεξάνδρειαν ουδείς εχειροτονήθη εξωρισμένου του Αγίου Αθανασίου. Τούτων ούτως εχόντων, πεισθείς ο βασιλεύς υπό του Ευσεβίου και των λοιπών, διέταξε τον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Αλέξανδρον, όπως συλλειτουργήση απροφασίστως μετά του Αρείου η άλλως να παραιτηθή του θρόνου. Ιδών ο Αλέξανδρος ότι και τα δύο δεινά είναι, έστρεψε την ελπίδα αυτού πάσαν προς τον Θεόν και παρεκάλει αυτόν να κάμη την εκδίκησιν. Ότε δε έφθασεν η ωρισμένη ημέρα, την οποίαν καθώρισεν ο βασιλεύς, μεταβάς ο Άρειος προς εκπλήρωσιν της σωματικής του ανάγκης, παρευθύς -ω της δικαίας κρίσεως του Θεού!- εχύθησαν τα εντόσθιά του υποκάτω αυτού και έλαβεν την αξίαν τιμωρίαν ο θεομάχος, απολαύσας το αιώνιον πυρ, το ητοιμασμένον τω Διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» («Μέγας Συναξαριστής», Ιανουαρίου ΙΗ , σελ. 419).
Και ο Αθανάσιος επιβεβαιώνει την δολοφονία: «...και ως αντιπεμπούσης της δίκης το ξύλον εν αυτώ την ιδίαν κοιλίαν έπληξε και αντί του θρόνου τη πληγή τα ίδια εξήνεγκεν έντερα και μάλλον ο θρόνος εκείνου το ζην απέσπασεν η αυτός απεσπάσθη παρ' εκείνου· εξεχύθη γουν, ως γέγραπται κατά τον Ιούδαν, τοις σπλάγχνοις και καταπεσών εβαστάχθη και μετά μία ημέραν απώλετο» (Άγιος Αθανάσιος, «Προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών», κεφ. 57, παρ. 3-4).
Βεβαίως, ούτε ο ίδιος ο Γιαχβέ, αλλά ούτε και η «δικαία κρίση» του ξεκοίλιασαν τον Άρειο, αλλά οι φανατικοί ορθόδοξοι αντίπαλοί του. Ως δολοφόνος κατηγορήθηκε απ' τους αρειανιστές ο ορθόδοξος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Παύλος. Άλλωστε οτιδήποτε διαφοροποιείται απ' το δόγμα τους αποτελεί γι' αυτούς έργο του Σατανά. Εδώ επιβεβαιώνεται για ακόμα μία φορά και στην πράξη η γνωστή ρήση του τυφλού θρησκευτικού φανατισμού: «Ορθοδοξία ή θάνατος». Η δολοφονία αυτή έριξε κι άλλο λάδι στην φωτιά, που είχε ήδη ανάψει μεταξύ όλων των παρατάξεων και θρησκειών: «Υπό γαρ τούδε του εμφυλίου των χριστιανών πολέμου συνεχείς εγίγνοντο κατά την πόλιν στάσεις, πολλοί τε εκ των γιγνομένων συντριβέντες απώλοντο» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ.12, παρ.17-20).
Ο Μέγας Αθανάσιος, πέρασε χρόνια στην έρημο υπηρετώντας τον Άγιο Αντώνιο, ο οποίος τον υποστήριξε αργότερα στην πολεμική του κατά του Αρείου. Στην εικόνα φαίνονται να πατούν και οι δύο μαζί τον Άρειο (το ύφασμα, που κρατούν, είναι -σύμφωνα με την παράδοση- αυτό που φορούσε ο Άγιος Παύλος, προτού «αναχωρήσει για τον Παράδεισο»).
Η δυναμική επιστροφή του Αθανάσιου στην Αλεξάνδρεια σημαδεύτηκε από αιματηρά επεισόδια με την προσπάθεια των ορθοδόξων να επανέλθουν στην εξουσία: «Παντού μετά την προπαγανδιστική του περιοδεία (του Αθανασίου) ανέβηκαν στους θρόνους αντιεπίσκοποι, προκλήθηκε διχόνοια και προέκυψαν νέες διασπάσεις. Γιατί με τους νέους αντιεπισκόπους δημιουργούνταν διαρκώς αναταραχές και οδομαχίες, με αποτέλεσμα τα λιθόστρωτα να καλύπτονται από εκατοντάδες πτώματα» (Καρλ Χάινς Ντέσνερ, «Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», σελ. 487).
Πιστός ιδεολογικός υποστηρικτής του στην μάχη εναντίον όλων ήταν ο δάσκαλός του, Άγιος Αντώνιος, θαυματοποιός και αντιαρειανιστής, που τότε ζούσε ασκητεύοντας σε πηγάδια της ερήμου. Και επειδή η διαμονή σε ξεροπήγαδα υπήρξε μόδα της εποχής, ο Αθανάσιος κατέφυγε εκεί για έξι χρόνια, για να γλυτώσει από τους διώκτες του αρειανιστές: «Και ο μεν Αθανάσιος έβλεπεν εαυτόν εις μεγάλην στεναχωρίαν και φυγών εκρύβη εις εν ξηροπήγαδον, εκείνοι δε ζητήσαντες και μη ευρόντες αυτόν έγραψαν δευτέραν καθαίρεσιν κατ' αυτού... Έμεινε λοιπόν κεκρυμμένος εις τον λάκκον εκείνον ο Μέγας Αθανάσιος έτη εξ» («Συναξαριστής», Τόμος Ιανουαρίου, σελ. 422).
Ιερέας Παύλος: Η «μαύρη χειρ» του Αθανασίου
Ακολούθησε η δεύτερη εξορία του αγίου απ' το 339 έως το 346 μ.Χ., που έγινε επί του αρειανιστή αυτοκράτορα Κωνστάντιου απ' την Σύνοδο της Αντιοχείας και διήρκεσε επτάμισυ έτη. Η εξορία του αποτέλεσε ακόμη μία φορά πυροδότηση της βίας και των οδομαχιών στην πολύπαθη Αλεξάνδρεια: «Οι αστυνομικές και στρατιωτικές επεμβάσεις, οι εξορίες, οι θάνατοι στην πυρά και οι εκτελέσεις δεν έπαιρναν τέλος, ενώ ο Αθανάσιος υποστήριζε μονίμως, πως είχε την ομόφωνη υποστήριξη του λαού της Αλεξανδρείας, αν και ίσχυε μάλλον το αντίθετο» («Η εγκληματική Ιστορία του Χριστιανισμού», σελ. 48).
Ας δούμε όμως, πως περιγράφει και ένας ορθόδοξος υποστηρικτής του Αθανασίου τον μαινόμενο εμφύλιο των χριστιανών: «Άλλοι δε ξιφών πληγάς επεδείκνυντο, άλλοι λιμόν υπομεμενηκέναι παρ' αυτών απωδύροντο και ταύτα ουχ οι τυχόντες εμαρτύρουν άνθρωποι, αλλ' εκκλησίαι όλαι ήσαν υπέρ ων οι απαντήσαντες και πρεσβεύοντες εδίδασκον, στρατιώτας ξιφήρεις, όχλους μετά ροπάλων, δικαστών απειλάς, πλαστών γραμμάτων υποβολάς, προς τούτοις παρθένων γυμνώσεις, εμπρησμούς εκκλησιών, φυλακάς κατά των συλλειτουργών και ταύτα πάντα δι' ουδέν έτερον η δια την δυσώνυμον αίρεσιν των Αρειομανιτών» (Θεοδώρητος, «Εκκλησιαστική Ιστορία», κεφ. 105, παρ. 617).
Το 342 μ.Χ. ο στρατηγός του ιππικού Ερμογένης ανέλαβε να αποκαταστήσει την τάξη και να θέσει τέλος στον εμφύλιο εκκλησιαστικό πόλεμο ύστερα από διαταγή του Κωνστάντιου. Ο Ερμογένης, ύστερα από παγίδα, που του είχε στήσει το πλήθος των φανατικών ορθοδόξων, εγκλωβίζεται μέσα στο σπίτι του και καίγεται ζωντανός: «Ως δε επέκειτο ο Ερμογένης δια στρατιωτικής χειρός απελάσαι τον Παύλον, παροξυνθέν τότε το πλήθος οία εν τοις τοιούτοις φιλεί γίγνεσθαι, αλογωτέρας εποιείτο κατ' αυτού τας ορμάς και εμπίπρησι μεν αυτού την οικίαν, αυτόν δε σύραντες απέκτειναν» (Σωκράτης, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 2, κεφ. 13, παρ. 9-13).
Ως εγκέφαλος της πράξης καταδείχθηκε ο ορθόδοξος ιερέας Παύλος, ο δολοφόνος του Αρείου. Ο Παύλος εξορίζεται στην περιοχή της Μικρής Αρμενίας, όπου αρκετά χρόνια αργότερα θα στραγγαλιστεί με την σειρά του από αρειανιστές. Πίσω απ' αυτόν βρισκόταν για άλλη μία φορά ο εγκέφαλος του όλου εγχειρήματος, Αθανάσιος.
Την ίδια εποχή, δρομολογείται για πρώτη φορά το μετέπειτα σχίσμα των εκκλησιών απ' τον εξόριστο στα Τρέβηρα Αθανάσιο, που έχει πείσει τους καθολικούς και τον αυτοκράτορα της Δύσης Κώνσταντα να αντιταχθούν στον Κωνστάντιο και στους αρειανιστές. Εκεί, συνωμότησε με τον εξόριστο Παύλο, πείθοντας τον αυτοκράτορα και αδελφό του Κωστάντιου, Κώνστα, να τους στείλει πίσω στην Αλεξάνδρεια υπό την προστασία του. Ουσιαστικά ο Αθανάσιος προσπαθούσε να πείσει τον Κώνσταντα να ξεκινήσει την αναπροσάρτηση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας στην Ρώμη μέσω πολέμου.
Ο Κωνστάντιος, φοβούμενος τον εμφύλιο πόλεμο ζήτησε την επιστροφή του Αθανασίου στην Αντιόχεια, όπου τον υποδέχθηκε ο ίδιος με δάφνες καταστρέφοντας όλα τα έγγραφα, που τον ενοχοποιούσαν. Με την επιστροφή του αγίου στην Αλεξάνδρεια και χωρίς χρονοτριβές στήθηκαν οι διορισμοί δικών του επισκόπων και οι βίαιοι διωγμοί των αντιπάλων του. Ο Αθανάσιος έστησε και μία μικρή Εκκλησιαστική Σύνοδο στην Ιερουσαλήμ, που αποκατέστησε την φήμη και την δόξα του.
Οδομαχίες, πυρές, βεβηλώσεις και δολοφονίες
Η τρίτη εξορία του έγινε από το 356 έως το 362 μ.Χ. πάλι από τον Κωνστάντιο. Το 357 μ.Χ. έγραψε ένα έργο προς τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, την «Απολογίαν προς τον βασιλέα Κωνστάντιον», όπου κολακεύει υπερβολικά τον αρειανιστή αυτοκράτορα, αποκαλώντας τον «θεοφιλέστατον», «δίκαιον» ζητώντας την συγγνώμη του: «Συγχώρησον ειπόντι μοι ταύτα, φιλανθρωπότατε Αύγουστε, και πολλήν μοι συγγνώμην δος» (παρ. 3), ενώ το 358 μ.Χ. στο «Προς τους απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών επί Κωνσταντίου» εξαπολύει λεκτική επίθεση εναντίον του.
Οι απόψεις του για τον Κωνστάντιο αλλά και για πολλούς άλλους μεταβάλλονταν αρκετές φορές ανάλογα με την περίσταση. Την ίδια περίοδο οι πράξεις βίας, οι οδομαχίες, οι βεβηλώσεις, οι πυρές και οι καταστροφές επεκτάθηκαν γρήγορα σε όλη την ανατολική επικράτεια της αυτοκρατορίας. Αντιόχεια, Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Ανδριανούπολη, Γάζα και πολλές άλλες πόλεις αλληλοσπαράσσονταν.
Ο Κωνστάντιος, για να σταματήσει τον ανεξέλεγκτο εμφύλιο, έλαβε σκληρά μέτρα. Την νύχτα της 9ης Φεβρουαρίου του 356 μ.Χ., ο Αθανάσιος ιερουργούσε σε αγρυπνία στο ναό του Αγίου Θεωνά. Τότε 5.000 στρατιώτες κύκλωσαν την εκκλησία, για να συλλάβουν τον Αθανάσιο: «Μερισθέν δε το πλήθος εις δύο μέρη και των μεν θελόντων τον Γρηγόριον, των δε τον Μέγαν Αθανάσιον, σύγχυσις μεγάλη εγένετο. Βλέπων δε ο στρατηγός Συριανός, ότι κινδυνεύει να γίνη εμφύλιος πόλεμος, και ότι έκαυσαν ένα ναό, του Διονυσίου καλούμενον, εσκέφθη να φονεύση τον Αθανάσιον, δια να παύση η σύγχυσις» («Συναξαριστής», Τόμος Ιανουαρίου, σελ. 423). Παρά την αιματηρή μάχη που ακολούθησε, ο άγιος κατάφερε να φυγαδευτεί από τους κληρικούς του. Ο πρόωρος θάνατος του Κωνστάντιου τον έφερε και πάλι πίσω στην Αλεξάνδρεια. Το 358 μ.Χ. δολοφονείται από καθολικούς και ορθοδόξους ο αρειανιστής πατριάρχης Αλεξανδρείας, Γεώργιος.
Η τέταρτη εξορία του Αθανασίου κράτησε ενάμισυ χρόνο και έγινε το 362 μ.Χ. επί Ιουλιανού του «Παραβάτη», επειδή συνέχιζε να είναι ο αρχηγός των ταραχών και επειδή κατηχούσε και βάπτιζε μετά βίας Ελληνίδες γυναίκες στο Χριστιανισμό. Ο Ιουλιανός έστειλε στην Αλεξάνδρεια ένα στρατηγό του με 200 άνδρες, να συλλάβουν τον ταραχοποιό Αθανάσιο. Όμως εκείνος κατάφερε να ξεφύγει και έμεινε κρυμμένος στο σπίτι ενός χριστιανού της Αλεξάνδρειας μέχρι και τον θάνατο του Ιουλιανού. Μετά την δολοφονία του αυτοκράτορα από τον στρατιώτη του Άγιο Μερκούριο και την στέψη του ορθόδοξου αυτοκράτορα Ιοβιανού, ο Αθανάσιος επέστρεψε το 363 μ.Χ. πίσω στα καθήκοντά του και στον θρόνο του.
Η επιστροφή του έφερε ξανά πόλεμο και συμπλοκές με κινητοποιήσεις του στρατού. Πολλοί αιρετικοί επίσκοποι διαπομπεύτηκαν ή εξορίστηκαν. Η πέμπτη εξορία του έγινε το 365 μ.Χ. για έξι μήνες επί του αρειανιστή αυτοκράτορα Ουάλεντος. Ο Ουάλης κινήθηκε εναντίον του θεωρώντας τον υπαίτιο των ταραχών. Το φανατικό πλήθος, που καθοδηγούσε ο Αθανάσιος, στασίασε και πάλι. Ο άγιος απειλούσε τον αυτοκράτορα με αιματηρό εμφύλιο. Ο Ουάλης φοβούμενος τον Αθανάσιο και θέλοντας να ομαλοποιήσει τις ταραχές σταμάτησε και την δίωξη του πανίσχυρου πατριάρχη. Ο Αθανάσιος πέθανε στις 2 Μαΐου 373 μ.Χ.. Τα γεγονότα που χαρακτηρίζουν τον συνολικό τυχοδιωκτικό του βίο, είναι πραγματικά ατελείωτα και θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες, για να τα στοιχειοθετήσουμε.
Το μίσος του Αγίου Αθανασίου κατά των Ελλήνων
Ο Αθανάσιος στα γραπτά του επιτίθεται κατά πάντων μη ορθοδόξων και ειδικά κατά των Ελλήνων: «Ταύτας δε και τας τοιαύτας της ειδωλομανίας ευρέσεις άνωθεν και προ πολλού προεδίδασκεν η γραφή λέγουσα. Αρχή πορνείας επίνοια ειδώλων, εύρεσις δε αυτών φθορά ζωής· ούτε γαρ ην απ' αρχής, ούτε εις τον αιώνα έσται, κενοδοξία γαρ ανθρώπων ήλθεν εις τον κόσμον, και δια τούτο σύντομον αυτών (των Ελλήνων) τέλος επενοήθη» (Αθανάσιος, «Κατά Ελλήνων», κεφ. 11, 1-6).
Επίσης: «Είθε δε και οι των τοιούτων ψευδοθεών κήρυκες και μάντεις (οι Έλληνες), ποιηταί λέγω και συγγραφείς, απλώς θεούς αυτούς είναι γεγραφήκεσαν. Αλλά μη και τας πράξεις αυτών προς έλεγχον αθεότητος και αισχροποιού πολιτείας αναγεγραφήκεσαν; ηδύναντο γαρ και μόνω τω της θεότητος ονόματι την αλήθειαν υφαρπάσαι, μάλλον δε τους πολλούς από της αληθείας πλανήσαι, νυν δε έρωτας και ασελγείας διηγούμενοι του Διος και παιδοφθορίας των άλλων και ζηλοτυπίας προς ηδονήν των θηλειών και φόβους και δειλίας και τας άλλας κακίας, ουδέν άλλο η εαυτούς ελέγχουσιν, ότι ου μόνον ου περί θεών διηγούνται, αλλά ουδέ περί ανθρώπων, περί δε αισχρών και του καλού μακράν όντων μυθολογούσιν» (κεφ. 15, 12-22).
Επίθετα και φράσεις εναντίον των Ελλήνων εξακοντίζονται σε όλα τα έργα του όπως «βλάσφημοι», «τρελοί», «ψεύτες», «δουλοπρεπείς», «άθεοι», «πρέπει να εξοντωθούν», «θα καούν στην Κόλαση», «αποτρόπαιοι δαίμονες» κ.ά.: «...εξιλεούσθαι ους Έλληνες καλούσιν αποτροπαίους δαίμονας» (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 5, κεφ. 5, παρ. 1).
Δειγματοληψία κειμένων του Αγίου Αθανασίου με τις απόψεις του για τους Έλληνες
- «Τοιούτοι θεοί εις αυτούς ο Έρως και η Αφροδίτη της Πάφου, εις την Κρήτην ο περιβόητος εκεί Ζευς, και ο εν Αρκαδία Ερμής... ημείς έχομεν ένα παράδειγμα εναντίον πάσης ειδωλολατρίας, ότι δηλαδή οι άνθρωποι την εφεύρον όχι δι' άλλο τίποτε αλλά δια τα πάθη εκείνων που την έπλασαν, όπως και η σοφία του Θεού προ πολλού εμαρτύρησε λέγουσα "Αρχή της πορνείας η επινόησις των ειδώλων”» (Σοφ. Σολ. 14,12: 9,1510) (Από το έργο του «Κατά Ελλήνων», έκδοση «Έργα Απολογητικά», εποπτεία του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Παν. Χρήστου, μτφρ. του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Στέργιου Σάκκου.)
- «...οι λεγόμενοι φιλόσοφοι και επιστήμονες των ειδωλολατρών, όταν μεν κατηγορούνται, δεν αρνούνται ότι οι παρουσιαζόμενοι ως θεοί είναι μορφαί και τύποι ανθρώπων και κτηνών, όταν δε απολογούνται, λέγουν ότι έχουν τα ομοιώματα, δια να τους απαντά το θείον δια μέσου αυτών και να τους εμφανίζεται -διότι, λέγουν, δεν είναι δυνατόν αλλιώς να γνωρίσουν τον ίδιον τον αόρατον, παρά μόνον με τα τοιαύτα αγάλματα και τας τελετάς. Εκείνοι δε που είναι ακόμη φιλοσοφώτεροι απ' αυτούς και νομίζουν ότι λέγουν περισσότερον βαθυστόχαστα πράγματα, ισχυρίζονται ότι τα ομοιώματα κατεσκευάσθησαν και εζωγραφήθησαν, δια να επικαλούνται δι' αυτών και να εμφανίζωνται θείοι άγγελοι και θείαι δυνάμεις, ώστε εμφανιζόμενοι δια μέσου αυτών να τους διδάσκουν την γνώσιν του Θεού. Και λέγουν, ότι αυτά είναι δια τους ανθρώπους ένα είδος γραμμάτων, τα οποία διαβάζοντες οι άνθρωποι δύνανται να γνωρίσουν και να κατανοήσουν τον Θεόν, δια της εμφανίσεως των θείων αγγέλων που γίνεται δια μέσου αυτών. Αυτά βέβαια εκείνοι έτσι τα μυθολογούν, διότι ασφαλώς δεν θεολογούν, μη γένοιτο» («Κατά Ελλήνων», 19, 5-20).
- «Και το αξιοθαύμαστον, καθώς λέγουν αυτοί που ιστορούν, είναι το εξής· ότι, ενώ οι Πελασγοί έμαθαν τα ονόματα των θεών από τους Αιγυπτίους, δεν γνωρίζουν αυτοί τους θεούς που λατρεύονται εις την Αίγυπτον και λατρεύουν άλλους θεούς διαφορετικούς από τους θεούς εκείνων. Και είναι τελείως διαφορετική η θεωρία και η θρησκεία των εθνικών, οι οποίοι κατελήφθησαν από την μανίαν των ειδώλων, και δεν συναντώνται τα αυτά εις τους αυτούς» («Κατά Ελλήνων», 23).
Την επίθεση κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, συνεχίζει ο Αθανάσιος και στο απολογητικό έργο του «Περί Ενανθρωπήσεως»:
- «Οι φιλόσοφοι των Ελλήνων έγραψαν πολλά με αληθοφάνειαν και τέχνην· επαρουσίασαν λοιπόν κάτι τόσον μέγα όσον ο σταυρός του Χριστού; Διότι μέχρι του θανάτου των τα σοφίσματά των είχον την αληθοφάνειαν, αλλά και όσα εθεωρούσαν, όταν ήσαν ζώντες, ότι έχουν ισχύν, ήσαν αντικείμενα ανταγωνισμού μεταξύ των, και εφιλονείκουν μεταξύ των δια την θεωρίαν των. Και το παραδοξότατον είναι, ότι, ενώ ο Λόγος του Θεού εδίδαξε με πτωχοτέρας λέξεις, επεσκίασε τους περιφήμους σοφιστάς και κατήργησε τας διδασκαλίας εκείνων και προσήλωσεν όλους πλησίον του και εγέμισε τας εκκλησίας αυτού. Και το αξιοθαύμαστον είναι, ότι με την κάθοδόν του ως ανθρώπου εις τον θάνατον κατήργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών περί των ειδώλων. Ποίου αλήθεια ο θάνατός ποτε εξεδίωξε δαίμονας;» (50, 5-15).
- «Των Ελλήνων η σοφία μεμώραται» («Περί ενσαρκώσεως του λόγου», κεφ. 46, τμ. 4, γρ. 3).
- «Πάντα ψευσάμενοι Έλληνες» («Περί ενσαρκώσεως του λόγου», κεφ. 50, τμ. 6, γρ. 2).
- «Την ελληνικήν αφροσύνην» («Τρεις λόγοι κατ' Αρειανών», τομ. 26, σελ. 177, γρ. 16).
- «Των Ελλήνων αγνωσίαν» («Τρεις λόγοι κατ' Αρειανών», τομ. 26, σελ. 673, γρ. 24).
Ο βίος του Αγίου Αθανασίου ακολουθεί την πεπατημένη γραμμή της Ορθοδοξίας, που πρεσβεύει, ότι όσο πιο φανατικός, μισαλλόδοξος, αιμοβόρος και βίαιος είναι κάποιος ιερέας ή πιστός της, τότε αγιοποιείται. Αρκεί βέβαια να υποστηρίζει με οποιοδήποτε τρόπο τα εξουσιαστικά συμφέροντα της Εκκλησίας. Ο Άγιος και Μέγας Αθανάσιος τιμάται στις 18 Ιανουαρίου κάθε έτους μαζί με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, τον εγκέφαλο της κατακρεούργησης της φιλοσόφου Υπατίας.
ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ
Ο «μέγας» τούτος και αδίσταχτος «άγιος» ο αποκαλούμενος και στύλος της ορθοδοξίας, είναι ο πρώτος που δογμάτισε ότι, πηγή όλων των αιρέσεων είναι η ελληνική φιλοσοφία (ο Άρειος εκηρύσσετο επισήμως μαθητής του νεοπλατωνικού Πορφύριου), και αγωνίστηκε με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο να εξαφανίσει από προσώπου γης κάθε τι το ελληνικό.
Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο «εθνικός» μας ιστορικός, στην ΙΣΤΟΡΙΑ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (εκδόσεις Ν. Δ. ΝΙΚΑΣ ΑΕ) τόμος Δ’, σελ. 39 γράφει:
«Ο Μέγας Αθανάσιος, ο περιφανής νομοθέτης του συμβόλου της πίστεως, έγραψε πολύκροτον Λόγον κατά Ελλήνων δι” ου μη αρκεσθείς να αποκηρύξη αυτούς ως ειδωλολάτρας ήλεγξε προσέτι και εχλεύασε την σοφίαν αυτών. Εις ο η μερίς του ελληνισμού ήτις είχε μείνει πιστή εις τους πάλαι θεούς απεκρίθη δια του στόματος του Ιουλιανού, » ημίν ανήκουσιν η ευγλωττία και τέχναι της Ελλάδος, όπως και η των θεών αυτής λατρεία, υμέτερος δε κλήρος εστίν η αμάθεια, η αγροικία και ουδέν πλέον, αύτη εστίν η σοφία υμών.»
Τα δυο στρατόπεδα λοιπόν, τα απ” αλλήλων διιστάμενα όσον ανατολαί από δυσμών, εις εν και μόνον συνεφώνουν, ότι έδει να επέλθει διαζύγιον μεταξύ της ελληνικής παιδείας και χριστιανσμού. Εις μάτην επιφανείς αντιπρόσωποι του χριστιανικού ελληνισμού ηγωνίζοντο να αποδείξωσιν ότι η συμβίωσις δεν ήτο αδύνατος και ότι μάλιστα η ελληνική σοφία ήτο απαραίτητον προγύμνασμα και εγκαλλώπισμα πάσης χριστιανικής ψυχής.
Η γνώμη του Αθανασίου κατίσχυσεν , όσο ήταν δυνατόν να κατισχύση… Η γλώσσα παρέμεινε κοινή, αλλά το των Ελλήνων όνομα, γυμνωθέν της αρχαίας ευκλεούς εκδοχής, έλαβε την σημασία του ειδωλολάτρου και έκτοτε το τε όνομα τούτο και ΠΑΝΤΑ τα εξ αυτού παράγωγα, ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, ΕΛΛΗΝΙΖΩ, ΕΛΛΗΝΟΦΡΟΝΩ, απέκρούσθησαν και περιυβρίσθησαν υπό της νέας πίστεως επί αιώνας μακρούς.
Σημ. Με το ανωτέρω απόσπασμα ο εφευρέτης του ελληνοχριστιανισμού Παπαρρηγόπουλος, αναιρεί ο ίδιος το σχετικό παραμύθι του περί ελληνοχρισιανισμού, αλλά που να πάρουν χαμπάρι τα πρόβατα…
Άγιος Αντώνιος. Το πιο βρώμικο άτομο του ζωικού βασιλείου που διήλθε μέχρι στιγμής από τον πλανήτη Γη
«Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! » Βίος κεφ. 47 και 95, γραμμένος από τον άγιο Αθανάσιο.
Ας μη μας βγει τώρα – παρακαλώ πολύ δηλαδή – κανένα χριστιανικό νούμερο για να υποστηρίξει ότι ο άγιος Αθανάσιος έγραψε για τον άγιο Αντώνιο ψέματα και να μας ανάψει τα λαμπάκια δίχως λόγο και αφορμή.
Όμως, όμως ο άγιος Αντώνιος δεν φρόντιζε να διατηρεί σχολαστικά μοναχά την βρωμιά του σώματός του. Με το ίδιο ακριβώς πάθος φρόντιζε και για την διατήρηση της βρώμας του μυαλού του:
Γεννήθηκε λοιπόν περί το 250 στην Κομά, κώμη της Αιγύπτου κοντά στην Μέμφιδα, από γονείς εύπορους. Από παιδί ήταν ολιγαρκής και αυτάρκης, ουδεμία όμως έτρεφε κλίση προς τα γράμματα, τα οποία «μαθείν ουκ ηνέσχετο». Αγνοούσε ακόμα και αυτή την γραφή και την ανάγνωση της μητρικής του γλώσσας που ήταν η κοπτική. Την ελληνική γλώσσα την αγνοούσε εντελώς.
Το απόλυτο βρωμοκούναβο της υφηλίου. Ε, να μην τον αναδείξει άγιο ο χριστιανισμός! Και τι άγιο. Μέγα άγιο.
Το τέλειο βρωμοκούναβο όμως αυτό, το οποίο δεν ήξερε τι εστί γράμμα, είχε πολύ σπουδαία γνώμη για τα γράμματα:
Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).
Αυτό το βρωμερό και άθλιο υποκείμενο καθιέρωσε ο χριστιανισμός ως άγιο για να εξευτελίζει το ποίμνιό του στον αιώνα τον άπαντα, επειδή κανείς αν δεν εξευτελιστεί πλήρως δεν κάθεται να τον αρμέγουν κηφήνες.
Κύριλλος Αλεξανδρείας. Τον φονιάς της Υπατίας γιορτάζει ο χριστιανισμός στις 18 Ιανουαρίου και 9 Ιουνίου
| Στους δρόμους της Αλεξάνδρειας ο όχλος δολοφονεί βάναυσα την Υπατία («Ο θάνατος του φιλοσόφου Υπατίας στην Αλεξάνδρεια» το 1866, από τον Louis Figuier). |
«Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος στους χρόνους αυτούς την μεγάλη εκκλησία εν Αλεξάνδρεια έκτισε η οποία μέχρι και νυν Θεοδοσίου λέγεται, εφίλει δε Κύριλλον τον επίσκοπον Αλεξανδρείας. Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν λαβόντες οι Αλεξανδρείς φρυγάνοις έκαυσαν Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον» Ι. Μαλάλας ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ (Λόγος Δ΄) 359.8
1998: Έτος Κυρίλλου. Ο Φονιάς της Υπατίας… γιορτάζει!
Οι περί «σπαραγμάτων» ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν (όπως και το έκαναν ήδη) ακόμα και ένα κομμάτι… απ’ την Ακρόπολη! Αφού στο ιερότερο βράχο του πολιτισμού, στο σύμβολο της καθημαγμένης από τον θρησκευτικό φανατισμό αρχαιότητας, θα εορτασθεί η γέννηση του σφοδρότερου κατεδαφιστή του ελληνισμού.
Από ‘δω και πέρα, όλα τα αίσχη κατά του πολιτισμού μπορούν να συμβούν. Οι πολιτσμοκλέφτες μπορούν ελευθέρα να αποσπάσουν οτιδήποτε, ο φρουρός των διαχρονικών ελληνικών άξιων ή Μνημοσύνη, η μυθική μητέρα των μουσών, της έμπνευσης και των τεχνών, φαίνεται πως εγκατέλειψε την χώρα που την γέννησε, και ντροπιασμένη αποσύρθηκε στην σκοτεινότερη γωνιά της Λήθης!
Δυστυχώς, η θλιβερή αυτή διαπίστωση πρέπει σε μεγάλο βαθμό να αληθεύει, αφού ο σκαιότατος φονιάς της τρυφερότερης ηρωίδας πολιτισμού, της Ελληνίδας Υπατίας, μπορεί ακόμα να δέχεται ετήσιες τιμές αδιαμαρτύρητα, από μια ολόκληρη χώρα… την δική της χώρα!
Για να φανεί οριστικά ότι οι Έλληνες διατελούν υπό εκκλησιαστική δεσποτεία, η κρατική των Ελλήνων εκκλησία ανακήρυξε το 1998 έτος Κυρίλλου του Αλεξανδρέως! Σε τετραήμερο μάλιστα θεολογικό (ΙΘ΄) συνέδριο (11-14/11/98) υμνήθηκε τα μέγιστα, ως στυλοβάτης και υπεράγιος της θρησκείας των Ελλήνων!
«Κανένας» δε φαίνεται να απάντησε στους προκλητικότατους αυτούς ετήσιους πανηγυρισμούς. Πουθενά δεν είδαμε γραμμένη μια κριτική σκέψη, κατά του ορκισμένου ανθέλληνα Κύριλλου!
Ποιος είναι όμως επιτέλους αυτός ο υπεράγιος, που δικαιούται ετήσιες τιμές, και ποιές ήταν οι αντιπροσωπευτικότερες της πίστεως του σκέψεις, ας αφήσουμε τον ίδιο να μας το περιγράψει:
«Κύριλλου αγιότατου επισκόπου… Πάσα η γραφή (η εβραϊκή Βίβλος) είναι θεόπνευστος και ωφέλιμος… και ότι ο θεός προείπε αυτό είναι πάντων σωτήριον… ο δια του πανσόφου Μωυσέως προσταχθείς νόμος παραγγέλνει «Μη έχεις άλλους θεούς πλην εμού» δια τούτο και ο θεσπέσιος Μωυσής στους εξ’ αίματος Ισραηλίτες παράγγειλε, να φυλάγουν τις εντολές αυτές και να αφανίζουν από προσώπου γης όλους τους τόπους στους οποίους λάτρευσαν εκεί τα έθνη τους θεούς τους. «Στα όρη τα ψηλά και στους λόφους και υποκάτω παντός δένδρου δασούς, κατασκάψτε τους βωμούς αυτών και συντρίψτε τις (λατρευτικές) στήλες αυτών. Κατακόψετε τα (ιερά) άλση τους και τα γλυπτά των θεών αυτών κατακάψτε με πυρ και αφανίστε το όνομα αυτών εκ του τόπου εκείνου» (Αυτά εντέλει η Βίβλος, τότε στο άγριο Ισραήλ που δεν ήξερε από αγάπη! Δείτε όμως και τη συνέχεια) Ακριβώς έτσι είναι πρέπον τον εξ απάτης Ελληνικής προς το της αληθείας να μετακινείτε φως (προσέξτε με πόση αγάπη θα γίνει αυτή ή προς την σωτηρία μετακίνηση!) δια Μωυσέως προστάζοντα είδωλα και ναούς μαζί να κατακάψετε ανασκάπτοντας τους βωμούς και κατακόβοντας τα άλση, ώστε καμιάς δικής τους βδελιρότητας να μην απομείνει λείψανο, κερδίζοντας έτσι μερίδιο στην δόξα». Πραγματικός άγιος… αυτός ο Κύριλλος!
Και συνεχίζει με απερίγραπτη… αγάπη: «Εμείς δε στις θεϊκές αυτές εντολές (της Παλαιάς Διαθήκης) εμπιστευόμενοι τον νουν μας, δεν θα αμελήσουμε και ούτε θα βραδύνουμε, αλλά με ακρίβεια μάλλον δε και φιλογρηγορούντες, της αληθείας το αξιοθαύμαστο κάλος με χαρά θα κυνηγούμε και όλο ένα περισσότερο θα σπουδάζουμε το πως ο θεός την ανατροπή της πλάνης και τον φωτισμό του σκότους δια του Μωσαϊκού νόμου μας παρέδωσε… για δε τους ακάθαρτους δαίμονες ο νόμος (του Μωυσέως) σκιά των μελλόντων είναι… διότι γεννούν οι σκιές την αλήθεια καθώς προείπε και ο θεσπέσιος Μωυσής»!!! Γ΄ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΤΑ ΝΕΣΤΟΡΙΟΥ – ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΠΡΟΣ ΑΚΑΚΙΟΝ (1,4,41)
Αυτός ήταν ο τιμώμενος ολόκληρο το 1998 Κύριλλος! Ή μάλλον ο άγιος Κύριλλος! Του οποίου το κατεδαφιστικό παραλήρημα κατά των Ελλήνων δεν έχει πραγματικά το όμοιο του!
Τελικά όμως να κάτι που ο άγριος Κύριλλος, μας το λέει καλύτερα απ’ όλες μας τις διατυπώσεις! Η Παλαιά Διαθήκη είναι παρακαταθήκη από πολλές χρήσιμες «σκιές»…!
Τι είναι οι «σκιές»;
Να σας εξηγήσω… όταν λοιπόν έχετε κουραστεί να μιλάτε για αγάπη και κανένας δεν σας δίνει σημασία και ούτε τη γη του σας παραχωρεί, ούτε τα προνόμια του σας παραδίδει… τότε και σεις (σύμφωνα με την χριστιανική οδηγία του Κυρίλλου), απ’ την Καινή Διαθήκη που βρισκόσαστε, απλώνετε το χέρι σας, έτσι, δίπλα προς τις σκιές (πληγές) της Παλαιάς Διαθήκης, αρπάζετε ότι «σκιά» βρεθεί μπροστά σας και χτυπώντας κατακέφαλα, ρίχνετε ανάσκελα οποίον αντιστέκεται στις ευγενικές σας προθέσεις!
Αμέσως μετά, δηλαδή τώρα που σας πρόσεξε και είναι όλος δικός σας, μπορείτε να τον μετακινήσετε (τραβώντας τον προσεκτικά και με αγάπη απ’ τα πόδια) προς το φως της αληθείας! Τώρα που όλα τακτοποιήθηκαν, με τον χριστιανικότερο τρόπο, μπορείτε να αφήσετε πάλι πίσω στην θέση τους τις χρήσιμες βαριές «σκιές» της Παλιάς Διαθήκης… και να συνεχίσετε να μιλάτε για νεοδιαθηκική αγάπη! Συγχαρητήρια, έχετε μετακινήσει επιτυχώς έναν δαιμονισμένο προς το φως της αληθείας!
Να λοιπόν που όλα χρειάζονται! Καλή είναι η Καινή Διαθήκη, αλλά ας είναι από κοντά και η Παλαιά, που έχει όλες τις «σκιές» του… αρχαιο-χαλδαιικού κόσμου. Μπόλικη λοιπόν βιτρινάτη αγάπη και στο βάθος… σκιές!
Φαίνεται λοιπόν ότι με μια βαριά παλαιοδιαθηκική «σκιά» στο χέρι, μπορούσες κάποτε να σπάσεις άνετα το κεφάλι των αλλοδόξων, φωνάζοντας «αγάπη», «φως», «σωτηρία» και μετά, όχι μόνο να μην αποβάλλεσαι από την θρησκεία της αγάπης, αλλά να αξιώνεσαι και ετήσιων τιμών! Ακριβώς έτσι έγινε με τον εν λόγω Κύριλλο!
Βλέπετε γιατί τελικά όλη η εβραϊκή γραφή είναι οπωσδήποτε θεόπνευστη και ωφέλιμη! Σκέφτεστε τι θα γλιτώναμε… αν δεν ήταν τόσο πολύ «ωφέλιμη» και τόσο χαριτωμένα ή μάλλον δυναμικά θεόπνευστη;!
Δεν εξηγείται λοιπόν φυσιολογικά, πως μπορούν οι Έλληνες σήμερα να θεωρούν άξιο ετήσιων τιμών, έναν άνθρωπο που με τέτοια κακόψυχη εντολή, παραγγέλνει την μαζική πυρπόληση, καταστροφή και κατασυντριβή των ναών και όλων των ιερών τόπων της αρχαίας Ελλάδος, που ας σημειωθεί, οι περισσότεροι είχαν ήδη μετατραπεί σε φυλακτήρια γνώσης, βιβλιοθήκες και ουσιαστικά θεραπευτήρια ψυχών και σωμάτων!
Ακούσαμε μάλιστα και τόσα απανωτά εγκώμια για την ζωή και το έργο του, που προς στιγμή μπερδευτήκαμε νομίζοντας ότι επρόκειτο πράγματι για κάποιον άλλον Κύριλλο… λίγο καλύτερο από δαύτον! Αναγκάσθηκα λοιπόν να πάω ο ίδιος μέχρι την μητρόπολη και να ζητήσω ο ίδιος να δω την εγκύκλιο, ώστε να βεβαιωθώ ότι πράγματι πρόκειται για τον συγκεκριμένο αγριάνθρωπο τον Κύριλλο Αλεξανδρείας!
Μα, γιατί τιμούν έναν άνθρωπο που από το θρησκευτικό του μένος και την καταδιωκτική μανία, κατά πασών των διαφωνούντων, ούτε καν οι δικοί του ομόθρησκοι δεν ήξεραν που να κρυφτούν;
Ακόμα και το βαρύ πυροβολικό της θρησκείας, ο άλλος ασυγκράτητος ανθέλληνας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο παραγωγικότερος συγγραφέας χριστιανικού επεκτατισμού, δεινοπάθησε οικτρά κάτω από τον κυνηγετικό θρησκευτικό ίστρο, του καθ’ έξη κυνηγού διαφωνούντων Κύριλλου!
Όμως ας μη γελιόμαστε, αυτές ακριβώς οι καταδιωκτικές εξάρσεις του Κύριλλου, και του κάθε Κύριλλου, είναι που επέβαλαν την χριστιανική ιδεολογία και εδραίωσαν την ελέω θεού θεολογική δυναστεία! Δεν υπήρχε αίρεση η σκιά διαφωνίας λοιπόν, που με «το φως του Μωυσή» να μην υπέστη τον αφανιστικό εξαγνισμό απ’ το χέρι του κάθε Κυρίλλου.
Τελικά αυτό το φως του Μωυσή, από πνευματικής πλευράς πρέπει να ήταν κάτι σαν ατέλειωτα παχιά λόγια αγάπης, αλλά από υλικής άποψης, πρέπει να ήταν κάτι σαν δάδα χειρός, γιατί όπου «έφεγγε» λαμπάδιαζαν όλα με μια παράξενη εξαγνιστική φλόγα! Θέατρα, σταδία, ναοί, αγορές, βουλευτήρια, μουσεία, σχολές, άλση, πλατείες… οπουδήποτε υπήρχαν τα «βδελυρά» αγάλματα των αλλόθρησκων και κακόθρησκων Ελλήνων, που μπορεί: «εξωτερικά να ήταν εξαίσια αλλά, μόνο για να πλανεύουν τις αισθήσεις, ενώ εσωτερικά ήταν γεμάτα με δαίμονες και ποντίκια»!
Ένιωθε απέραντη ψυχική ανάταση στο ενδεχόμενο να ξεπεράσει σε σωτηριοφανή βαρβαρότητα κι’ αυτόν τον συγγενή, θείο του και προκάτοχο του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας Θεόφιλο, που πριν από λίγο μόλις καιρό κατεδάφισε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας! Ο Κύριλλος ήθελε οπωσδήποτε να αφήσει εποχή, ενώνοντας την φωνή του στεντόρεια μ’ αυτήν του «θεσπέσιου Μωυσή», παραγγέλνοντας στους πνευματικούς πια ισραηλίτες, (χριστιανούς) ξεκάθαρα φωτιά και τσεκούρι σ’ όλους τους ιδεολογικούς εχθρούς… φυσικά στο όνομα και υπό το πρόσχημα της αγάπης!
Για φαντάσου… όλα αυτά τα πολύ σοφά και επωφελή, ο Κύριλλος τα ξεσηκώνει μέσα απ’ τις σελίδα της Παλαιάς Διαθήκης, κατ’ ευθείαν από το στόμα του μεγαλύτερου κατασκευαστή πληγών Μωυσέα! Γεννιέται όμως η δικαιολογημένη νομίζω απορία: Αφού λοιπόν η χριστιανική σκέψη του Κύριλλου, βρίσκεται απολύτως στα αχνάρια, στη σκιά, στην προέκταση και τα πρότυπα των βίαιων Μωυσιακών επεκτατισμών, δεν έπρεπε όλο αυτό το πράγμα να λέγεται Μωυσισμός και όχι Χριστιανισμός; Αφού αυτοί οι άγιοι του Χριστιανισμού, υιοθέτησαν τις βιαιότερες εντολές του επιθετικότατου παλαιοδιαθηκικού Ιουδαϊσμού, γιατί λοιπόν χρησιμοποιήθηκε το παραπλανητικό όνομα Χριστιανισμός και όχι το φυσικότερο Νέο-ιουδαϊσμός, ή και Χριστιανο-ΓιαχβισμόςΑπ’ την άλλη, αν ο χριστιανισμός δεν υιοθετεί τα πύρινα αυτά κηρύγματα μίσους και τις αφανιστικές μεθόδους του νέο-Μωυσέα Κύριλλου, αλλά την Νεοδιαθικηκή απέραντη και ανυπόκριτον αγάπη, ακόμα και προς τους εχθρούς… κλπ. κλπ… τότε γιατί όχι μόνο δεν καθαιρέθεισαν ποτέ για τις πράξεις τους αυτές, και τα ακατονόμαστα αυτά εγκλήματά τους κατά της ανθρωπότητας, αλλά σήμερα ο συγκεκριμένος «άγιος», ο αγριότερος των αγίων Κύριλλος, παραμένει άγιος και μάλιστα ετήσιας εορταστικής διάρκειας; Τελικά, αναρωτιέται κανείς: αν για την επικράτησή του ο χριστιανισμός, μπορούσε τόσο εύκολα να δανειστεί τις σκιές-πληγές της Παλαιάς Διαθήκης, την πυρπολητική δάδα του Αβραάμ και την κατεδαφιστική σφύρα του Μωυσή… τότε προς τι ο τόσος θόρυβος περί της χριστιανικής αγάπης;
Ας δούμε όμως τι άλλο εντελώς χριστιανικό και αλησμόνητο έκανε ο περίφημος αυτός Κύριλλος (370-444 μ.Χ.) και γιατί τόσο μένος κατά των Ελλήνων: «Συνέβη δε ο επίσκοπος επί των αιρέσεων Κύριλλος, να περάσει (αστυνόμευε δηλαδή, εντελώς τυχαία…!) έξω από τον οίκο της Υπατίας, όπου είδε συνωστιζόμενους στις εξώθυρες άνδρες και γυναίκες ανθρώπους πολλούς που άλλοι έφευγαν άλλοι έρχοντο και άλλοι έστεκαν εκεί. Ερώτησε λοιπόν (ο Κύριλλος) τι είναι όλο αυτό το πλήθος και περί τινός όλος αυτός ο θόρυβος στην συγκεκριμένη οικία... Κάποιος του εξήγησε ότι μέσα αγορεύει η φιλόσοφος Υπατία και δική της είναι η οικία.
«Μαθαίνοντας αυτά (ο άγιος) δαγκώθηκε η ψυχή του ώστε τον φόνο αυτής ταχέως επιβουλεύετο, τον ανοσιότατον μάλιστα φόνο, που κατά την συνήθεια (του αγίου!) προήλθε από πολλούς μαζί θηριώδεις επιτιθέμενους ανθρώπους, ανθρώπους φαύλους που ούτε θεών ούτε ανθρώπων φόβο είχαν, και ξέκαναν έτσι την φιλόσοφο» Σουΐδας (ύψιλον 166) Βλέπετε «συνήθειες» ο άγιος;!
Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός, μας διέσωσε επιπλέον φρικιαστικές λεπτομέρειες από το συμβόλαιο θανάτου του αλητάγιου Κύριλλου κατά της Υπατίας:
Αυτά δε συνέβησαν το τέταρτο έτος της Κυρίλλου επισκοπής και το έκτο του («μεγάλου») Θεοδοσίου, τον μήνα Μάρτιο διαρκούντων των νηστειών»!!! Σωκράτους Σχολαστικού ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΠΕΡΙ ΥΠΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ 7.15
Τι να πω! Μα, αυτοί, την διαμέλισαν, την έψησαν και μόνο που… δεν την αλάτισαν να τη φάνε! Ευτυχώς δηλαδή που ήταν κι αυτός ο μήνας των νηστειών, που όσο να ‘ναι έπρεπε να αποφεύγουν το κρέας...! Βλέπετε λοιπόν πόσο βοήθησαν οι νηστείες στην ειρήνη του κόσμου;! Φαντάζεστε τι θα της έκαναν της γυναίκας αν δεν ήταν… μήνας νηστειών, που κατευνάζει τα πνεύματα;!
Βλέπετε λοιπόν, με τι λεπτές διαδικασίες νικήσαν την φιλοσοφία των Ελλήνων; Απλά κάποιοι ομιχλώδους καταγωγής άγιοι, έφτασαν στην διαπίστωση, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι… ψητοί αποδίδουν λιγότερο!
Δεν ξέρουμε αν ωφέλησε σε τίποτε η μεγάλη κατακραυγή κατά του πατριάρχη Κυρίλλου και της τοπικής εκκλησίας. Αυτό που ξέρουμε μετά βεβαιότητας είναι, ότι μετά απ’ το απολύτως μελετημένο, χυδαίο, ανατριχιαστικό, και απίστευτης αγριότητας τρομοκρατικό χτύπημα, σίγουρα σε όλη την ρωμαϊκή επικράτεια, δεν ξανατόλμησε άνθρωπος αυτό που αποτόλμησε η ελληνόψυχη Υπατία!
Η «δολομήχανος ελπίδα» αναμοχλεύοντας τα λαϊκά πάθη και ταΐζοντας τους πόθους των απαιδεύτων για δύναμη και εξουσία, έστρεψε κατά των Ελλήνων κάθε λογής βαρβάρων.
Ο σαδιστής αυτός «άγιος», που περισσότερο θυμίζει καλικάντζαρο παρά άνθρωπο θεού, δεν άφηνε τίποτε στην τύχη! Ασκήτεψε δήθεν τρομάρα του στην έρημο, όπου αντί να χάνει τον καιρό του σε αόριστες προσευχές, αυτός επαναδημιούργησε από μαινόμενους αναχωρητές, τον φανατικότερο στρατό ρασοφόρων της «σωτηρίας»! Το αδίστακτο αυτό σώμα καλογέρων, αφού προ καιρού υπηρετήσαν τον Θεόφιλο στην καταστροφή του Σεράπειου, ήταν έτοιμο να υπηρετήσει τον διάδοχο και ανεψιό του Κύριλλο!
Τους καθεστωτικούς στόχους του πνευματικού δικτάτορα Αλεξανδρείας Κύριλλου, υπηρετούσε και μια άλλη ομάδα αναρχικών στρατιωτών της σωτήριας οι ονομαστοί:«παραβολάνοι, μια άλλη τάξη 600 έως 800 δυνατών νέων ανδρών των οποίων η αρχική αιτία σύστασης ήταν η περίθαλψη των ασθενών ανάπηρων και άστεγων της πόλεως… (βλέπετε ότι σε κάθε αθλιότητα χρειάζεται μια αγαθή βιτρίνα) ενεργούσαν επίσης σαν ένα είδος στρατιωτικού σώματος του πατριάρχη Κυρίλλου που αναλάμβανε δράση εναντίων των αντίπαλων… άνθρωποι αμαθείς, ορμητικοί αμόρφωτοι παράφοροι, πειθαρχούμενοι στους εκκλησιαστικούς ηγέτες τους, ήταν πρόθυμοι να αντιδράσουν σε κάθε λαϊκή θέληση της πόλης… είναι βέβαιο ότι οι παραβολάνοι αυτοί (με εντολή του Κύριλλου) διέπραξαν τον φόνο της Υπατίας» Maria Dyielski «Υπατία η Αλεξανδρινή» σελ.179-181
Τόσο «καυτή» ήταν θεοσέβεια τους, που δεν δίσταζαν να σκοτώσουν και να κάψουν κατά τα πρότυπα του Λευίτη Μωυσέα οτιδήποτε μη χριστιανικό!
Ο Σουΐδας συμπληρώνει: «και το σώμα της (της Υπατίας) καθυβριζόμενο διεσπάρη εις όλη την πόλη. Τούτο δε συνέβη δια την υπερβάλλουσα αυτής σοφία, και μάλιστα εις τα περί αστρονομίαν… υπό Κυρίλλου θράσος» Σουΐδας ύψιλον 166.
Η κύρια του Ελληνισμού η Υπατία, αδιαφορώντας για τους χριστιανο-βρυχηθμούς του Κυρίλλου, έβαζε την τήβεννο της και με παρρησία ανακοίνωνε σε δημόσιους χώρους, τα νέα της ναυσιπλοΐας των μαθηματικών και της αστρονομίας. Η Υπατία ακτινοβολούσε δημοσίως το άρωμα της ελληνικής παιδείας. Ο θαλερός ελληνισμός της, κατέθελγε τους πολίτες της ελληνοθρεμμένης Αλεξάνδρειας. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στον κουασιμόδο της ιεροσύνης Κύριλλο!
Αυτός λοιπόν ο καταχθόνιος ανθρωποκυνηγός, το αιμοβόρο θηρίο, ο αλάστωρ Κύριλλος Αλεξανδρείας, (τον οποίο ούτε ο Σουΐδας, αν και χριστιανός δεν διστάζει να φανερά να περιφρονήσει), δεν είχε να φοβηθεί τίποτε!
Μετά απ’ αυτόν τον κατά παραγγελία θάνατο της Υπατίας, όχι μόνο δεν ίδρωσε το αυτί του, αλλά επειδή στην θρησκευτική μεζούρα, οι αξιότιμοι προσμετρόνται ανάλογα με τα εγκλήματα πίστης, γνώρισε πραγματικές δόξες και τιμές, αφού μετά απ’ αυτή την θηριωδία του ανακηρύχθηκε: «σοφός», «ιερός», «θεσπέσιος», «νικηφόρος», «μακάριος», «θείος», «δάσκαλος», και… θερμός «εραστής της αλήθειας» και φυσικά «άγιος» Φώτιος ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.
Χριστιανοκανίβαλο, είναι αλήθεια δεν πρέπει να τον είπε κανείς μέχρι σήμερα! Ας έχω εγώ αυτή την τιμή!
Αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα, πράγματι μόνο με ανατριχιαστικές ιστορίες κανιβάλων μπορεί να συγκριθεί! Μόνο που αν το δούμε εγκληματολογικά, είναι κατά πολύ ανώτερο σε αποτρόπαια κίνητρα και συγκρίσεις, αφού ο αλεξανδρινός αυτός ρασοφορεμένος κανίβαλος, έχει για θύμα του μια εντελώς αθώα, πάνσοφη και όμορφη γυναίκα, (κάτι που δεν τυχαίνει συχνά σε αφθεντικούς κανιβάλους). Ο δε οικτρός κανιβαλιστικός διαμελισμός της, γίνετε άκουσον-άκουσον, στο όνομα μια θεόσταλτης αγάπης! Μιας αγάπης, που ενίοτε πυρπολεί, διαμελίζει και σκοτώνει! Ειδικά αυτό το τελευταίο… την αγάπη δηλαδή που με τόσο μίσος σκοτώνει, ούτε και ο πιο διεστραμμένος κανίβαλος δεν θα μπορέσει ποτέ να την εξηγήσει!
Αυτός ήταν ο ψυχοπαθής δήμιος Αλεξανδρείας Κύριλλος! Δηλαδή, ευτυχώς που αυτός ο άνθρωπος ήταν άγιος, διότι αν δεν τον είχε ημερέψει η τόση χριστιανική του παιδεία και η αγιότητα του… αν δεν αγαπούσε έτσι τρυφερά, ακόμα και τους εχθρούς του… φαντάζεστε πόσο πιο κακός μπορούσε να γίνει;
Ποια ήταν όμως η Υπατία; Το θηλυκό αυτό «τέρας», που κατατρόμαξε τους ποιμένες της αλεξανδρινής εκκλησίας, και γιατί έπρεπε να το εξαφανίσουν τόσο μακάβρια από προσώπου γης; Τι το αποτρόπαιο έκανε, που δεν έδενε πουθενά με τον Ιουδαιο-χριστιανισμό, ώστε να δικαιούται τέτοιο φρικτό θάνατο;
Η Υπατία ήταν μια ψυχωμένη Ελληνίδα, που εκτός από εξαιρετικά όμορφη, υπήρξε και φαινόμενο επιστημονικής γνώσης και φιλοσοφίας.
Κόρη του γνωστού μαθηματικού Θέωνα. Μαθηματικός η ίδια, γεωμέτρης, φιλόσοφος και αστρονόμος, με γνώσεις που ξεπερνούσαν την εποχή της, με πρωτοποριακές μηχανο-κατασκευαστικές επιδώσεις.
Το συγγραφικό της έργο, που φυσικά δεν έφτασε ως εμάς περιλαμβάνει τίτλους όπως: «Υπόμνημα εις Διόφαντο», «Υπόμνημα εις τα Κυνικά του μαθηματικού Απολλώνιου Περγέου», «Αστρονομικός κανόν». Πιθανολογούνται και αλλά έργα δικά της που όλα ΧΑΘΗΚΑΝ οριστικά. Εξαιρετική γεωμέτρης είχε το παρατσούκλι Υπατία η Γεωμετρική.
Η Υπατία δεν είχε θρησκευτικές τοποθετήσεις. Δεν μισούσε τους χριστιανούς. Μάλλον(κατά την Τσιέλσκα Μαρία (στο βιλίο της Υπατία η Αλεξανδρινή) απέφευγε διακριτικά ακόμα και την πατρώα θρησκεία, και ο μόνος έρωτας της ζωής της, ήταν οι επιστήμες!
Με τις υποδείξεις της ανεξίθρησκης Υπατίας, ο χριστιανός μαθητής της Συνέσιος, κατασκεύασε το αστρονομικό όργανο αστρολάβο. Ένα όργανο, που μόνο οι λεπτότατες κατασκευαστικές του απαιτήσεις, προϋπέθεταν προχωρημένο ωρολογοποιό μηχανολογικό εξοπλισμό! Πράγμα που στην προέκταση του σημαίνει, ότι η Υπατία διέθετε ένα πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο, και ειδικευμένους τεχνίτες μικροκατασκευών!
Η λεπτομέρεια αυτή δεν είναι διόλου ασήμαντη, αφού καταληκτικά, είναι μάλλον η διαφωτιστικότερη για τον σημαντικότατο ρόλο της Υπατίας στην διεκδίκηση του κοινού της κοσμοπολίτικης Αλεξάνδρειας, απ’ την Ελληνόφωτη επιστήμη ή την σκοταδιστική θρησκεία!
Για να πάρουμε μια γεύση του αστρονομικο-μαθηματικού επιτεύγματος που εδώ ασαφώς και γενικόλογα αναφέρουμε ως «αστρολάβο» πρέπει να υπενθυμίσουμε την πολυπλοκότητα του αντίστοιχου ευρήματος των Αντικυθήρων που αν και κατά πέντε περίπου αιώνες αρχαιότερος αυτού της Υπατίας, αφήνει έκθαμβους τους σημερινούς μελετητές του με τις μαθηματικές και τεχνολογικές του προϋποθέσεις!
Το όργανο αυτό, ανεσύρθη το 1901 από αρχαίο ναυάγιο των Αντικυθήρων. Είναι ένας «αστρονομικός υπολογιστής μεγάλης ακρίβειας, του 80 π. Χ. χαρακτηρίσθηκε σαν το πιο περίπλοκο μηχανισμό που κατασκευαστικέ ποτέ στον κόσμο, τουλάχιστον έως τα 1200μ.Χ.» Χ. Λάζος «τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα».
Με τους 27 του συνολικά γραναζοτούς δίσκους του, κατασκευασμένους πριν από 21 αιώνες η πρωτοχριστιανική Ελλάδα, αποστομώνει στους επικριτές της με τον καλύτερο τρόπο!
Η τεχνολογία και οι ευφυέστατες εφαρμογές των θεωρητικών επιτευγμάτων της ελληνικής διανόησης, απαντούν καλύτερα απ’ όλα τα επιχειρήματα, για το αν η Ελλάδα ήταν ή όχι βουτηγμένη στην δεισιδαιμονία και την ειδωλολατρική αποχαύνωση, απ’ την οποία έπρεπε επειγόντως να σωθεί! Κάποιοι άλλοι πρέπει σήμερα επειγόντως να καταλάβουν, το σχεδιασμένο έγκλημα που διεπράχθη κατά της ολοσέβαστης Ελλάδος, που στο πρόσωπο και στο τραγικό τέλος της Υπατίας, βρίσκει μια ανεπανάληπτη θλιβερή ταύτιση!
Ο «αστρολάβος» της Υπατίας, κατασκευασμένος πεντακόσια και πλέον χρόνια μετά, πρέπει να ήταν μια ανάλογη θεαματική μετεξέλιξη. Ένα τέτοιο αριστούργημα ακριβέστατης μικροκοπής, ωρολογοποιού συναρμογής και αστρονομικών συσχετισμών, βγαλμένο μέσα απ’ τα εργαστήρια της Υπατίας, επιδεικνυόμενο στις δημόσιες διαλέξεις της Αλεξανδρινής φιλόσοφου, μαζί με αλλά ίσως τεχνολογικά αριστουργήματα, πρέπει να άφηναν κατάπληκτο και τον τελευταίο αλεξανδρινό!
Εξ όλων αυτών λοιπόν διαφαίνεται, ότι η Υπατία αντιπροσώπευε την ουσιαστικότερη συνεχεία, της άγνωστης στους πολλούς προηγμένης «τεχνολογίας» των Ελλήνων! Η Υπατία λοιπόν πέρα απ’ το θάρρος της διαφωνίας προς την δικτατορία της σωτήριας, αντιπροσώπευε τον ισχυρότερο αντίπαλο της διεκδικητικής θεολογίας!
Η Υπατία, απέναντι στις θανατονικήτρες σειρήνες της θεολογίας, φαίνεται πως μεθοδικά αντεπιστράτευε την απτή και οφθαλμοφανή απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας, την οποία μεθοδικά και με μεγάλη ως φαίνεται αποδοχή, επεδείκνυε στους δημόσιους χώρους της πόλης! Η μαζική αποδοχή της Υπατίας, απειλούσε να αχρηστεύσει το επιδιωκόμενο μονοπώλιο της προσοχής του όχλου, απ’ τους ελπιδέμπορους της θρησκείας!
Από την Αλεξάνδρεια, την πρωτεύουσα της γνώσης των βιβλίων και των τεχνολογικών θαυμάτων, η παντοειδής σοφία των Ελλήνων αν δεν ανεκόπτετο απ’ την θρησκευτική δεισιδαιμονία, σε χρόνο ρεκόρ θα ταξίδευε στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου, εμπεδώνοντας την απόλυτη ελληνική πνευματική παντοκρατορία, με ανυπολόγιστες εξελίξεις παιδείας και πολιτισμού!
Αυτά ακριβώς όμως ήταν που ανησύχησαν τον Κύριλλο, τον τοποτηρητή της ιδεολογικής κατοχής στην Αλεξάνδρεια, στην συμπεριφορά της ανυπότακτης και ατρόμητης Υπατίας.
Η θαρραλέα αυτή Ελληνίδα, παρ’ ότι μικρή πρέπει να έζησε τις ταραχές και την καταστροφή του Σεραπείου επί Θεόφιλου, ξεπέρασε το θάρρος πολλών ανδρών, και αδιαφορώντας έμπρακτα με την δεδομένη εκκλησιαστική τρομοκρατία, με δημόσιες διαλέξεις αναπτέρωνε το ενδιαφέρων των επιστημών, διατηρώντας έναν χώρο σταθερής πνευματικής αντίστασης στη ογκούμενη θρησκευτική παντοδυναμία!
Η γυναίκα αυτή είχε λοιπόν τον ελληνικότατο «δαίμονα» του δημόσιου κήρυκα μέσα της, κι’ αυτό ήταν που ανάγκασε τον καταχθόνιο νου του ανθρωποκυνηγού Κύριλλου, να παραγγείλει τον χειρότερο παραδειγματικό χαμό της.
Η αγριότητα δεν ήταν τυχαία!
Ο θάνατος της έπρεπε να είναι συγκλονιστικός! Κάτι εξαιρετικά τρομακτικό, που θα καθήλωνε και τον τελευταίο Έλληνα, που θα είχαν ακόμα το θράσος, μετά την έλευση της ουρανοκατέβατης Εβραιο-Βιβλικής σοφίας στην Αλεξάνδρεια, να μιλάει για έρευνα και γνώσεις!
Να γιατί κατ’ εντολή του, έσυραν στους δρόμους την φιλόσοφο την κατέγδαραν με θραύσματα κεραμικών (όστρακα), τις κατέσπασαν τα μέλη, την καταδιαμέλισαν και στο τέλος… την έψησαν, ναι σκεφτείτε το… έψησαν τα μέλη της σε ανθρακιά… σαν να επρόκειτο για εκδρομή ξέγνοιαστων κανιβάλων!
Ναι, αυτήν την τελευταία εντελώς απίστευτη και τρομακτικά εντυπωσιακή λεπτομέρεια μας διέσωσε ο Ι. Μαλάλας: «Ο δε βασιλεύς Θεοδόσιος στους χρόνους αυτούς την μεγάλη εκκλησία εν Αλεξάνδρεια έκτισε η οποία μέχρι και νυν Θεοδοσίου λέγεται, εφίλει (συμπαθούσε) δε Κύριλλον τον επίσκοπον Αλεξανδρείας. (μα πως να μη τον συμπαθείς τέτοιων κύριο) Κατ’ εκείνον δε τον καιρόν παρρησίαν (εξουσία παρά Κυρίλλου) λαβόντες οι Αλεξανδρείς (παραβολάνοι) φρυγάνοις έκαυσαν (στα ξερόξυλα!) Υπατίαν την περιβόητον φιλόσοφον» Ι. Μαλάλας ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ (Λόγος Δ΄) 359.8
Γι’ αυτό το έγκλημα της ελληνόψυχη Υπατίας, δεν λογοδότησε ποτέ κανείς. Απεναντίας, ο δήμιος της απολαμβάνει ακόμα τις υψηλότερες τιμές αγίου, με ετήσιες τιμές και πανηγύρια!
Αυτός ήταν ο θηριόψυχος Κύριλλος, που ενώ είναι να απορεί κανείς γιατί έγινε χριστιανός, αυτός ο παρανοϊκός ο από παντού καθυβριζόμενος… παραμένει ακόμα σούπερ άγιος, ανάμεσα στους πολύπαθους απόγονους των θυμάτων του, τους αμνήμονες Έλληνες!
Η Εκκλησία της Ελλάδος προκλητικότερη παρά ποτέ, όχι μόνο γιορτάζει δυο φορές ετησίως τον εν λόγω Κύριλλο (18/1 και 9/6) αλλά δεν δίστασε να δοκιμάσει τις ευαισθησίες των αφανισμένων Ελλήνων, κηρύττοντας το 1998 έτος Κυρίλλου! Το τεστ μνήμης ήταν βέβαια δικαιολογημένο, και απέδειξε περίτρανα στους εμπνευστές του, τον αξιοθαύμαστο βαθμό ιστορικής αμνησίας, της κατάμαυρης και αδιαπέραστης ιστορικής άγνοιας των Ελλήνων!
Καμιά ουσιαστική αντίδραση! Η ιερατειο-κρατούμενη εκκλησία, ο πνευματική δεσπότης των Ελλήνων, δεν έχει να φοβηθεί το παραμικρό. Οι Έλληνες κοιμούνται ή αργοπεθαίνουν, πάνω στις πληγές τους και στα δοξασμένα συντρίμμια των προγόνων τους! Κοιμούνται βαθιά, ληθαργικά, έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες ναρκωτικής υποσχεσιακής εβραιοβιβλικής σωτηριολογίας!
Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2024
Άγιος Αντώνιος ο Μέγας: Ο πρώτος ασκητής – Ο θεμελιωτής του «υγιούς» μοναχισμού που εξύψωσε την απλυσιά και την αγραμματοσύνη
Το προσκύνημα σε πρόσωπα που ζούσαν ακόμη συνέβαινε κατά μίμηση παγανιστικών εθίμων. Παντού στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία προσείλκυαν το πλήθος άνθρωποι κατειλημμένοι από τον «θεό», κήρυκες και θαυματοποιοί, σοφοί, μάντεις, εξάγγελοι της σωτηρίας, μυσταγωγοί, θεόπνευστοι. Και αυτοί οι ζωντανοί «divi», άνθρωποι προικισμένοι, για τους οποίους πίστευαν ότι ήταν πλήρεις θείου πνεύματος και θείας δύναμης, τους οποίους θεωρούσαν απεσταλμένους του Θεού, κινητοποίησαν ολόκληρα πλήθη. Διότι κατά την ελληνιστική περίοδο του θρησκευτικού συγκρητισμού, οι λαϊκές μάζες αγαπούσαν τους «επίγειους» θεούς, τους «επίγειους» αρωγούς, αυτούς θαύμαζαν οι «divi» ήρθαν να αντικαταστήσουν, ούτως ειπείν, τους φιλοσόφους και τους ποιητές της κλασικής περιόδου.
Στους πιο περίφημους από αυτούς τους ειδωλολάτρες συγκαταλέγεται ένας σύγχρονος της εποχής του Ιησού, ο Απολλώνιος ο Τυανέας, η βιογραφία του οποίου, γραμμένη από τον Φιλόστρατο, έχει τόσο εκπληκτικές ομοιότητες με τη βιβλική εικόνα του Ιησού, ώστε σε πολλά κομμάτια της διαβάζεται σαν ευαγγελικό κείμενο. Κι ένας ακόμη πιο σκοτεινός εκπρόσωπος αυτού του θεϊκού σιναφιού είναι ο Περεγρίνος ο Πρωτεύς, ένας κυνικός, ο οποίος αυτοπυρπολείται το 176 μ.Χ. σε μια θεαματική επίδειξη στην Ολυμπία μπροστά στα μάτια πολλών περίεργων περαστικών, αφού προηγουμένως, στη φυλακή, ομολογεί πίστη στον Χριστιανισμό -σύμφωνα με τον Λουκιανό, μόνο και μόνο για να αρπάξει πλούσια δώρα.
Σύμφωνα με τους απολογητές, υπάρχει ωστόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο προσκύνημα σε ζώντες ειδωλολάτρες κι εκείνο σε ζώντες χριστιανούς, μεγάλη διαφορά γενικά ανάμεσα σε κάθε ειδωλολατρικό και χριστιανικό προσκύνημα. Παραδέχονται μεν μια εκπληκτική ομοιότητα όσον αφορά τα εξωτερικά γνωρίσματα, ακόμη και ταυτότητα των προσώπων, αλλά ο ειδωλολάτρης αρωγός ενεργούσε από μόνος του, ο χριστιανός όμως μέσω του Θεού -ο ένας είναι η πηγή, ο άλλος το εργαλείο, η μια βοήθεια έχει μαγικές επιρροές, είναι θεουργική πρακτική, η άλλη είναι γνήσια και πραγματικά θρησκευτική. Ωστόσο λένε ότι ο Χριστός είναι πηγή, όπως ο ειδωλολάτρης ήρωας, αλλά ο Χριστός «αποτελεί εδώ εξαίρεση και δεν συγκρίνεται με άλλους» (Kotting).Βέβαια, αυτά τα ξέρουμε και δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με τέτοιου είδους εξυπνάδες, με παπαδίστικα ψέματα, μπορούμε να αγνοήσουμε τέτοιες δήθεν λόγιες διαφοροποιήσεις, που δεν είναι παρά χονδροειδείς απάτες και διδάσκονται για αιώνες. Όπως και να έχει το πράγμα, από τη μια πλευρά έχουμε να κάνουμε με την επιθυμία να βοηθηθούν, την ικανοποίηση της περιέργειας, την πίστη σε θαύματα· και από την άλλη με την κομπορρήμονα εκκεντρικότητα των επιδειξιών, όπως και με την επιδίωξη να βγάλουν κέρδος από τη δυστυχία, την αποβλάκωση· με λίγα λόγια κάθε φορά το θέμα είναι η ανθρώπινη φτώχεια, η μανία για τα θαύματα και η μπίζνα.
Οι ασκητές διέθεταν μεγάλη δύναμη έλξης. Υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να γίνουν αντικείμενα της περιέργειας των πιστών. Κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο δίποδο, αυτοί κρύβονταν σαν αγρίμια μέσα στη σπηλιά τους, χώνονταν στη γη σαν τυφλοπόντικες, ώστε μιλούσαν και για «άγιους τυφλοπόντικες». Για πολλούς αρκούσε «η μυρωδιά των ανθρώπων», για να το βάλουν στα πόδια. Και πολλές ασκητείες δεν δημιουργήθηκαν για θαυμαστές, όπως βεβαίως οι «έγκλειστοι» ή οι «βοσκοί».
Άλλοι ασκητές όμως αγαπούσαν τη «δημοσιότητα» και περιβάλλονταν από πλήθος μαθητών. Ο άγιος Απολλώνιος είχε περισσότερους από πεντακόσιους, όπως πιστοποιεί ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ρουφίνος. Άλλοι πάλι έμοιαζαν μάλλον με επιδειξίες της πιο ακραίας μορφής. Ναι μεν κάλυπταν το «αμαρτωλό» μέλος τους, είτε με μακριά μαλλιά, με μακριές γενειάδες, με φύλλα, είτε απλά κλείνοντας γρήγορα σφιχτά τα πόδια, αλλά κατά τα άλλα επιδείκνυαν τον ηρωισμό τους, την ηρωική αυτοθυσία τους στις υπηρεσίες του άγιου εγωισμού, για την επίτευξη του ουράνιου βασιλείου, επιδείκνυαν ανενδοίαστα την ασκητεία τους και κάθε είδος τρέλας που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ύστερα, σε αυτούς τους έρημους τόπους διαδραματίστηκε «ένα πρωτόγνωρο θέατρο, ένα θέατρο στο οποίο ο καθένας δίνει την εντύπωση ότι παίζει έναν αιώνιο ρόλο με ζήλο και οδυνηρή σχολαστικότητα», και το έκαναν με τέτοιο τρόπο, ώστε θα ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, «να διακρίνεις εδώ τους πραγματικούς τρελούς από τους δήθεν, τους αληθινούς αγίους από τους ψεύτικους» (Lacarriere).
Όλη αυτή η χριστιανική βλακεία στις έρημους της Αιγύπτου, της Αραβίας, της Συρίας προκαλούσε την περιέργεια των πιστών. Είχε δημιουργηθεί ένα αντίγραφο των «Αγίων Τόπων» (Raymond Ruyer), οιονεί κομμουνιστικές κοινότητες και εκκεντρικοί όλων των ειδών. Κι έτσι άρχισαν να πηγαίνουν προσκυνητές και σε αυτά τα μέρη, καθώς μάλιστα, για πολλούς που ταξίδευαν στους «Αγίους Τόπους», η χώρα των Φαραώ ήταν μια μικρή εκδρομή. Ήδη από το δεύτερο ήμισυ του 4ου αιώνα επισκέπτονται αναρίθμητοι πιστοί, με οποιαδήποτε κίνητρα, αλλού τους πιο γνωστούς αναχωρητές, αλλού τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα, τα μοναστήρια, στο Πίσπιρ, την Αρσινόη, την Οξύρρυγχο, την Αφροδιτόπολη, τη Βαβυλώνα, τη Μέμφιδα κ.ά. Έτσι, πήγαιναν απλοί άνθρωποι, όπως και «άνθρωποι του κόσμου». Ευγενείς, αξιωματούχοι της αυτοκρατορίας, πλούσιες κυρίες, όπως η πλούσια φίλη του Ιερώνυμου, Παύλα. Και η προσκυνήτρια Αιθερία ήταν ανάμεσα τους, και κατόπιν λαμπρές προσωπικότητες της εκκλησιαστικής ιστορίας από Ανατολή και Δύση, ο Παλλάδιος, ο Ιωάννης, ο Κασσιανός ή ο Ρουφίνος της Ακουιληίας. Και φυσικά, μεγάλα ξενοδοχεία κοντά στα μοναστήρια φρόντιζαν κι εδώ για την παρατεταμένη παραμονή των προσκυνητών.
Μέχρις εδώ πληροφορούμαστε ότι για να κερδίσει κανείς τον τίτλο «Μέγας», πρέπει να είναι εντελώς αγράμματος. Έτσι εξηγείται η αγραμματοσύνη των καλόγερων ανά τους αιώνες. Κι αν δεν προέκυπτε αργότερα η ανάγκη της ανάγνωσης, για λόγους που εξυπηρετούσαν τις χριστιανικές λειτουργίες, μάλλον θα παρέμενε η τάξη αυτή των μοναχών βουτηγμένη εντελώς στα σκοτάδια της παντελούς αγραμματοσύνης. Καθ’ όλον τον ερημικό βίο του ο Αντώνιος ουδέποτε άλλαξε ένδυμα και ουδέποτε ένιψε το σώμα του ή καν τα πόδια του με νερό! (Βίος κεφ. 47 και 95).
Δεύτερο λοιπόν χάρισμα για να αποκαλεστεί κανείς μέγας είναι η παντελής έλλειψη καθαριότητας! Τόσο δε θαύμασαν οι κατοπινοί άγιοι πατέρες την αρετή αυτή της απλυσιάς του Αντωνίου, ώστε φρόντισαν να την καθιερώσουν δια των θείων διδασκαλιών τους και κυρίως δια του επιχειρήματος ότι είναι κάκιστη χειρονομία το «μπανίζεσθαι τον μοναχόν» ένεκα τη διεγέρσεως του σεξουαλικού ενστίκτου, το οποίον τούτο κατηραμένον ένστικτο «εξανίσταται δια της αφής των χειρών επί του σώματος».
Ο Αντώνιος όχι μόνον ήταν αγράμματος αλλά υποστήριζε και θεωρητικά την αγραμματοσύνη. Διέθετε μάλιστα επιχείρημα ατράνταχτο και αδιάσειστο. Όταν λοιπόν προσήλθαν κάποιοι προς αυτόν και θέλησαν να τον πειράξουν για την αγραμματοσύνη του, τους αποστόμωσε λέγων: «Τι λέγετε, τι είναι πρώτον ο νους ή τα γράμματα και ο νους είναι αίτιον των γραμμάτων ή τα γράμματα του νου;». Όταν δε αυτοί του απάντησαν ότι προηγείται ο νους κι ότι αυτός είναι εφευρέτης των γραμμάτων, απάντησε: «Εκείνος λοιπόν όστις έχει υγιή νουν δεν έχει ανάγκη των γραμμάτων» (κ. 73).
Σε κάποιον σοφό που ρώτησε πάλι τον Αντώνιο πώς αντέχει την στέρηση της ευχαρίστησης από την ανάγνωση βιβλίων απάντησε: «Το δικό μου βιβλίο, ω φιλόσοφε, είναι η φύση των γεγονότων και μπορώ όταν θέλω να αναγινώσκω τους λόγους του Θεού».
Για να δούμε όμως τι είδους ανθρώπους παράγουν τέτοιες σκοταδιστικές διδασκαλίες. Ένα συνηθισμένο θέμα των ζωγράφων του Μεσαίωνα ήταν οι πειρασμοί του αγίου Αντωνίου. Με τον Αντώνιο εικονίζονταν συνήθως γυναίκες, ως σύμβολο των σαρκικών πειρασμών, και χοίροι, ως προσωποποίηση των δαιμόνων, τους οποίους υπερνίκησε. Από παρεξήγηση λοιπόν του συμβολισμού αυτού ο Αντώνιος θεωρήθηκε προστάτης των χοίρων και γενικώς των ζώων. Επίσης θεωρήθηκε και ως προστάτης κατά διαφόρων επιδημιών, τις οποίες νόμιζαν ότι προκαλούσαν διαβολικές επιδράσεις και μάλιστα της φοβερής πανωλικής επιδημίας, η οποία ονομάζονταν συνήθως «Αντωνιανόν Πυρ», διότι πιστεύονταν ότι θεραπεύονταν δια της επικλήσεως του ονόματος του αγίου αυτού, και εκ εξ αυτού προέκυψε το τάγμα των Αντωνιανών. Ο πρωτοπόρος τώρα της προώθησης του βρόμικου και άπλυτου σώματος Αντώνιος, γίνεται, αυτός ο ίδιος, το αντίδοτο κατά της επιδημίας που προκάλεσε. Ως προς την ανακήρυξη του αγίου ως προστάτη των χοίρων, τελικά, φαίνεται ότι αποδόθηκε μια φυσική δικαιοσύνη. Ποιος άραγε θα μπορούσε να καταλάβει δικαιότερα την θέση αυτή από έναν άνθρωπο που δεν είχε πλυθεί στη ζωή του ούτε μία φορά.
Ο άγιος ζούσε σχεδόν όλη τη ζωή του μέσα σ’ ένα πηγάδι, τρώγοντας αποκλειστικά μουχλιασμένα παξιμάδια. Μέσα εκεί ο Διάβολος του «έστελνε» διάφορους πειρασμούς για να τον δοκιμάσει όπως θηρία, πόρνες, δαίμονες, πουλιά, σκουλήκια, φίδια κ.ά. Ο άγιος όμως κατάφερνε κι «αντιστεκόταν». Απ’ την πείνα και την κακουχία πολλά είναι αυτά που μπορεί κανείς να δει… Τα πάντα όλα που λέει και ο γνωστός μας Αλέφαντος…
Οράματα σαν μελίσσια και χριστιανική παραζάλη θαυμάτων
Στους ασκητές έρχονται τα οράματα, όπως οι μέλισσες στην κυψέλη. Η παράφρων ασκητεία με την οποία κακομεταχειρίζονται σώμα και πνεύμα, η διαρκής νηστεία, οι αγρυπνίες, μια υποβόσκουσα μανία φαντασμάτων, μέσα σε συχνά τρομακτική μοναξιά, τους καθιστούν εκ των προτέρων επιρρεπείς σε «οπτασίες». Όσο περισσότερο αυτοτιμωρούνται, όσο περισσότερο παλεύουν με δαιμόνια, τόσες περισσότερες παραισθήσεις, οπτασίες, ακροάσεις έχουν και τόσο λιγότερη επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο άγιος Αντώνιος έχει τόσο συχνά επαφή με υπέργειες ή και υπόγειες δυνάμεις, ώστε ακούει την περίφημη φωνή «άνωθεν», όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, χωρίς οποιοδήποτε παράσιτο, καθώς, βλέπετε, «έχει συνηθίσει να του μιλάνε έτσι». Και στις ακροάσεις έρχονται να προστεθούν τα οράματα. Κάποτε απειλείται η ίδια του η ανάληψη στους ουρανούς από όλων των ειδών τις αισχρές λάμψεις του αέρα. Μία άλλη φορά βλέπει πώς ένας τρομακτικός δαίμονας που φτάνει μέχρι τα σύννεφα προσπαθεί να σταματήσει άλλες (φτερωτές) ψυχές που ανεβαίνουν αλλά ο Διάβολος δεν κατορθώνει «να νικήσει εκείνους οι οποίοι δεν τον υπάκουσαν».
Ο Αντώνιος «θεράπευσε» εκατοντάδες ανίατους ασθενείς. Κάποτε σε μία θεραπεία παρθένας έβγαιναν διαβολικές εκκρίσεις απ’ τα μάτια, τη μύτη και τ’ αυτιά και μεταμορφώνονταν σε σκουλήκια. Μια άλλη φορά ένας τρομακτικός δαίμονας, που έφθανε μέχρι τα σύννεφα προσπαθούσε να σταματήσει τις ευσεβείς ψυχές πεθαμένων χριστιανών να πηγαίνουν στον Παράδεισο. Ο Αντώνιος προσευχήθηκε και ο δαίμονας διαλύθηκε ως εκ θαύματος. Ο βίος του αγίου Αντωνίου είναι απ’ τους πιο εξωπραγματικούς, γεμάτος από διαβολικές περιπέτειες και οράματα! Φυσικά ο συγγραφέας του βίου του ήταν ο μαθητής του και μεγάλος πλαστογράφος της ιστορίας, ο άγιος Αθανάσιος. «Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει μια λαϊκή παροιμία.
Πάρα πολλά στοιχεία της περίφημης κακόφημης βιογραφίας του αγίου Αντωνίου που όπως προαναφέρθηκε γράφτηκε από την πέννα του αγίου πλαστογράφου Αθανάσιου –«ένα έργο παγκόσμιας λογοτεχνίας» (Staats), «ένα βιβλίο με τη μεγαλύτερη επιρροή όλων των εποχών» (Momigliano), όπως εικάζεται, γενικά το πιο επιτυχημένο παραμύθι με αγίους- επαναλαμβάνονται και σε άλλους βίους αγίων, ανάμεσα τους και πολλά οπτασιακά. Όπως π.χ. ο Αντώνιος βλέπει κατά τον θάνατο του μοναχού Αμμούν (Άμμωνα) να ανεβαίνει η ψυχή του στους ουρανούς, έτσι βλέπει και ο άγιος ηγούμενος Βενέδικτος την ψυχή της αδελφής του, κατά τον θάνατό της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στους ουρανούς με τη μορφή περιστεριού. Το κατασκεύασμα του Αλεξανδρινού πατριάρχη έγινε το χριστιανικό μπεστ σέλερ του 4ου αιώνα και αποβλάκωσε την ανθρωπότητα, όπως λίγα άλλα του είδους του, έως και σήμερα.
Η νέα αυτή τρέλα των θαυμάτων διαδίδεται παντού με αυξανόμενη μανία. Οι ταπεινόφρονες ταχυδακτυλουργοί άγιοι-μοναχοί λατρεύονται σαν οι επί γης θεοί, ή παρομοιάζονται σαν επουράνιοι άγγελοι, οι πιστοί τούς φιλούν τα πόδια, τούς παρακαλούν να τούς βοηθήσουν, ζητούν την συμβουλή τους σε κάθε θέμα και σε θέματα πίστης. Ακόμα και οι χριστιανοί αυτοκράτορες θεωρούσαν τον εαυτό τους τυχερό, να μπορούσαν να τούς είχαν στο τραπέζι τους. Σε αρκετούς έφτιαχναν εκκλησίες εν ζωή ακόμη, ενώ άλλους τους προόριζαν στο να αποκτήσουν τα λείψανά τους μετά θάνατον.
Οι επιφανέστεροι πατέρες της Εκκλησίας Αθανάσιος, Αμβρόσιος, Ιερώνυμος, Χρυσόστομος υποστήριζαν, ότι όποιος δεν πίστευε στα θαύματα αυτά ήταν πνευματικά διεστραμμένος. Οι πιο γνωστοί πατέρες της εκκλησίας υπερασπίζονταν τέτοια κείμενα ως μαρτυρίες και οι περισσότεροι αρχαίοι θεολόγοι τα θεωρούσαν εντελώς αληθινά. Ποτέ να μην ξεχνάμε επίσης, ότι και με τέτοια σκουπίδια προπαγάνδιζαν τον Χριστιανισμό και με τέτοια σκουπίδια εξαπλώθηκε και εδραιώθηκε η πνευματική και σωματική βαρβαρότητά του.
Με όλα αυτά είμαστε από ώρα χωμένοι βαθιά στο κεφάλαιο του ενός ξεχωριστού είδος μύθου: Το ψεύδος με φωτοστέφανο, την ηθοπλαστική λογοτεχνία, προ πάντων οι ιστορίες των αγίων, οι βίοι των αγίων.
Αυτό το κηφηναριό ο Χριστιανισμός προβάλλει ως πρότυπο στους νέους, ενώ θα έπρεπε να τους προβάλλει ως παραδείγματα προς αποστροφή και αποφυγή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Και τώ όντι, μήπως δεν είδομεν πολλάκις εν τοις προηγουμένοις βιβλίοις τους μοναχούς εγκαταλείποντας τον ερημικόν βίον, πληρούντας τάς οδούς και τάς οικίας των πόλεων, αναμιγνυομένους εις τα πολιτικά πράγματα και άλλως ραδιουργούντας, ακολασταίνοντας; Έν γένει προϊόντος του χρόνου ο θεμελιώδης ασκητικός του βίου τούτου χαρακτήρ κατήντησεν εξαίρεσις. Συνήθως οι μοναχοί διήγον ήδη βίον άνετον και ευπαθή εις μοναστήρια πλούσια γενόμενα διά των πολλών κινητών και ακινήτων αναθημάτων, τα οποία αφιέρωνεν είς αυτά η των ανθρώπων ευλάβεια… Το δεινόν, το μέγα δεινόν, ενέκειτο είς τα κοινώς λεγόμενα μοναστήρια, διότι μυριάδες νέων συνέρρεον κατ’ έτος είς τα ενδιαιτήματα ταύτα της απραγμοσύνης, και ενίοτε της ακολασίας, οι πλείστοι ουχί υπό ζέοντος θρησκευτικού αισθήματος ή άλλης ανάγκης φερόμενοι αλλ’ ελαυνόμενοι υπό της είς την αργίαν και την τρυφήν ροπής» (4ο τόμος, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ»).
Ο καθείς από εμάς θα πρέπει ν’ αποβάλλει όλη αυτή την θρησκευτική παραφροσύνη απ’ την ψυχή του. Μετά θ’ ακολουθήσουν και οι Ρωμιοί ταγοί μας, αν κάποτε μπορέσουν κι αυτοί και ξεφύγουν απ’ την δαγκάνα της θρησκείας. Ζούμε σε μία τριτοκοσμική χώρα, που στραγγαλίζει οτιδήποτε Ελληνικό ή άλλο πολιτισμικό στοιχείο και μας βυθίζει συνεχώς στο απόλυτο σκότος… Ας τελειώσουμε με μία σοφή φράση του φιλόσοφου Επίκουρου: «Είναι αισχρό να ζητάμε από θεούς αυτά, που μπορούμε να δώσουμε μόνοι μας στον εαυτό μας».

