Σάββατο 20 Μαΐου 2023

Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη στον Διαφωτισμό

Κάθε εποχή μελετά την κλασική αρχαιότητα ανάλογα με τα δικά της δεδομένα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της. Αντικείμενο τέτοιας αναστοχαστικής προσέγγισης είναι και ο χώρος της αρχαίας ελληνικής πολιτικής σκέψης. Όμως εύλογα θα διατυπώναμε την επιφύλαξη αν το περιεχόμενο της φράσης «αρχαία ελληνική πολιτική σκέψη» και στην περίπτωσή μας «αριστοτελική πολιτική σκέψη» είναι το ίδιο και εννοούμε το ίδιο ακριβώς, όταν το χρησιμοποιούμε εμείς με αυτό που επεξεργάστηκαν οι διαφωτιστές. Με άλλα λόγια «διάβασαν» τον ίδιο Αριστοτέλη που διαβάζουμε εμείς και ο καθένας μας; Γιατί έχω τη γνώμη ότι ελέγχεται η βεβαιότητα της ανάγνωσης και μελέτης των αρχαίων κειμένων άμεσα και όχι διαμεσολαβημένα από μελέτες και σχόλια για τα αρχικά κείμενα. Έτσι η κληρονομιά του Κικέρωνα και του Αυγουστίνου εμπεριέχει ήδη έναν τρόπο ερμηνείας του Αριστοτέλη ή του Πλάτωνα και κατευθύνει το βλέμμα του αναγνώστη – στοχαστή. Αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να επισημάνουμε και μια άλλη πτυχή αυτού του μεθοδολογικού ζητήματος. Η αναφορά και η κριτική σε έναν προηγούμενο στοχαστή, π.χ. στον Αριστοτέλη από έναν διαφωτιστή, μπορεί να μην εκφράζει την κριτική και την πολεμική στο συγκεκριμένο ακριβώς και μόνο συγγραφέα αλλά μέσω αυτού στο θεσμό ή στον κύκλο παράδοσης όπου εντάσσεται ή που δημιουργήθηκε από αυτόν. Αυτές τις επισημάνσεις χρειάζεται να τις έχουμε υπόψη μας στην αναζήτηση του διαλόγου ανάμεσα στον πολιτικό Αριστοτέλη και στον διαφωτισμό και ιδιαίτερα σε σχέση με τον εκφρασμένο αντι-αριστοτελισμό του διαφωτισμού.

Ο διαφωτισμός έχει αρκετούς λόγους να είναι «αντι-αριστοτελικός». Αρχικά το ανθρωπιστικό κίνημα κληροδότησε στο διαφωτισμό την κυριαρχία του πλούτου της ρητορικής παράδοσης έναντι της φιλοσοφικής τεχνικής των σχολαστικών. Έπειτα η επιστημονική παραγωγή του 16ου–17ου αιώνα τροφοδότησε την επίκριση και την αποδοκιμασία της «δεύτερης φιλοσοφίας» του Αριστοτέλη, δηλαδή της φιλοσοφίας της φύσης. Η γνώση της φύσης, όπως την εισηγούνται ο Κοπέρνικος και ο Γαλιλαίος, η επα-ανακάλυψη της ευκλείδειας γεωμετρίας, η νέα μαθηματική φυσική και η ανακάλυψη της επιστήμης των φυσικών σωμάτων διαμορφώνουν μια νέα φιλοσοφική βάση πάνω στην οποία συστήνεται ο νεωτερικός επιστημονικός ορθολογισμός που προσανατολίζεται στην επεξεργασία μιας βεβαιότητας με μαθηματικό πρότυπο, εγκαταλείποντας την αριστοτελική οπτική. Ο Descartes χρησιμοποιεί ως εγγύηση αυτής της βεβαιότητας την εσωτερικότητα του cogito και την πνευματική υπόσταση του Θεού. Η ορθολογική επιστημονική αναζήτηση υπαγορεύει έτσι μια διχοτόμηση ανάμεσα στον κόσμο της σκέψης και στον κόσμο της έκτασης. Η απόλυτη ορθολογικότητα γίνεται ο ορίζοντας της νέας αναζήτησης η οποία απαιτεί μια μαθηματική μέθοδο, απόλυτης βεβαιότητας και καθολική. Να ισχύει η ίδια για όλους τους επιστημονικούς χώρους. Αντίθετα ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι το ίδιο το πράγμα πρέπει να καθορίζει τη μέθοδο που μας επιτρέπει να διεισδύσουμε σε αυτό. Η ιδέα της ενιαίας μεθόδου που καταρτίζεται πριν συλληφθεί το πράγμα, αποτελεί κακή αφαίρεση.

Χρειάζεται επίσης να δούμε ότι η βαθιά λογική, φιλοσοφική και αποδεικτική σκέψη του Αριστοτέλη βρίσκεται σε αντίθεση με τον απλοϊκό, επίπεδο και αποκαλυπτικό λόγο του Ευαγγελίου. Έτσι ο Αριστοτέλης επικρίνεται ως απειλή για τη φυσική επάρκεια και την καθαρότητα της καρδιάς που αρκούν και προϋποτίθενται για την έλευση της θείας χάριτος και την ενίσχυση της πίστης. Επιπλέον η χριστιανική παράδοση κληροδοτεί στο διαφωτισμό την αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι άτομο-σε-σχέση-με-το-Θεό. Αυτή η αντίληψη θεμελιώνει έναν απόλυτο ατομικισμό και έναν απόλυτο οικουμενισμό. Η υιϊκή σχέση του ανθρώπου με τον Θεό προσδίδει στην ψυχή αιώνια αξία και προβάλλει το αίτημα της ανθρώπινης αδελφοσύνης. Ο άνθρωπος εμφανίζεται ως εξω-κόσμιο άτομο του οποίου η ουσία πραγματώνεται στον ουρανό μέσω μιας υπέρβασης που υποχρεώνεται να κάνει με τη συμμετοχή του σε μια επίγεια κοινότητα. Ο διαφωτισμός είχε να καταστήσει το άτομο ενδο-κόσμιο από εξω-κόσμιο. Αντίθετα ο Αριστοτέλης δεν αντιμετώπιζε ένα τέτοιο πρόβλημα. Ο αριστοτελικός άνθρωπος και όχι άτομο είναι ενδο-κόσμιος και τοποθετείται στην υψηλότερη θέση της φυσικής κλίμακας.

Ο Hobbes απέκρουε τη θεμελιώδη θέση της αριστοτελικής παράδοσης στην πολιτική φιλοσοφία, ότι δηλ. η αρμονική ανθρώπινη κοινότητα οφείλει να στέκει υπό την αιγίδα του Νόμου, θέτοντας το αμείλεκτο έρώτημα: ποιός θα κρίνει, ποιός θα ερμηνεύσει, ποιός θα άποφασίσει τι σημαίνει συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση ο Νόμος αυτός;

Σε αυτή λοιπόν την αντι-αριστοτελική βάση στηριζόμενος, και αυτήν εκφράζοντας, ο Hobbes επικρίνει τον Αριστοτέλη και ως προς την πολιτική θεωρία. Υποστηρίζει στο De Corpore ότι είναι ο πρώτος που εισηγείται πολιτική θεωρία αποδίδοντας στον Αριστοτέλη σωρεία σφαλμάτων και ατελειών. Η πολιτική σκέψη του Hobbes και η κριτική του στον Αριστοτέλη επηρέασαν ποικιλοτρόπως τους μετά από αυτόν διαφωτιστές και ιδιαίτερα τους Locke και Rousseau, στους οποίους κυρίως θα εστιάσουμε την προσοχή μας, αρχικά ως προς την έννοια της Πολιτικής.

Μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι ο πολιτικός στοχασμός του διαφωτισμού συνιστά έναν αναστοχασμό στην πολιτική θεωρία των κλασικών χρόνων και ιδιαίτερα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού μετασχηματισμού, των τύπων πολιτικών θεσμοθετήσεων, των νέων μορφών γνώσης, των τεχνολογικών αλλαγών και του εξορθολογισμού της γνώσης που περικλείει ο διαφωτισμός ως ιστορικό γεγονός και σύμπλοκη ιστορική διαδικασία. Παρά την άποψη του Hobbes ότι από αυτόν αρχίζει η συστηματική πολιτική σκέψη, ο διαφωτισμός δεν υπερβαίνει τα όρια που έθεσαν ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης στην πολιτική σε σχέση με τον άνθρωπο και το υπερβατικό με αφετηρία το υπάρχον. Ο Hobbes απλώς είναι ο πρώτος θεωρητικός της αστικής κοινωνίας. Ο Πλάτωνας επιχειρεί μια πολιτική θεώρηση θεμελιωμένη σε μια νοησιαρχική και υπερβατική ηθική, αντίθετη προς τη χρονικότητα και την ιστορική μεταβλητότητα, οι οποίες είναι μεν αντικείμενο παρατήρησης αλλά όχι γενετικός όρος της πολιτικής ορθοπραξίας. Γράφει στην Πολιτεία (486c) ο Πλάτωνας: «οἱ τοῦ ἀεί κατά ταὐτά ὡσαύτως ἔχοντος δυνάμενοι ἐφάπτεσθαι», δηλαδή οι φιλόσοφοι είναι ικανοί να συλλάβουν την αιώνια και αμετάβλητη ουσία του παντός. Μια ενιαία τάξη διέπει τον κόσμο. Ο άνθρωπος οφείλει να την κατακτήσει γνωστικά μέσω της νοήσεως, ώστε να δημιουργήσει το δικό του ανθρώπινο εύτακτο κόσμο του, την πολιτεία. Άλλωστε ο Πλάτωνας επιχειρεί να συμβιβάσει τη φιλοσοφία με την πολιτική, καθώς στον 5ο – 4ο π.Χ. αιώνα οι πολιτικές διώξεις των φιλοσόφων στην Αθήνα του έδειξαν μια βαθιά αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική ως πράττειν και στη φιλοσοφία ως θεωρεῖν.

Αντίθετα ο Αριστοτέλης θεμελιώνει την πολιτική του θεωρία στα ανθρώπινα και διαχωρίζει τον κόσμο της φυσικής νομοτέλειας, τον ουράνιο και τον «ὑπέρ τήν σελήνην» από τον κόσμο της ανθρώπινης καθημερινότητας, τον επίγειο, τον «ὑπό τήν σελήνην», τον κόσμο του ενδεχόμενου, του τυχαίου, του περιστασιακού και της χρονικότητας. Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τις έννοιες: πολιτική διάνοια και θεωρία. (ΙΙ, 1260b7κε), πολιτική φιλοσοφία (ΙΙΙ 1279b13κε), φιλοσοφία περί πολιτείας (IV 1288bκε), πολιτική επιστήμη (ΙΙΙ1282b, VIII1332α). Φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται την πολιτική φιλοσοφία όχι μόνο αποσκοπούσα στην πολιτική πράξη αλλά και ως επιστημονική γνώση και αιτιολογική εξήγηση της πολιτικής πράξης: «Τῷ δέ περί ἑκάστην μέθοδον φιλοσοφοῦντι καί μή μόνον ἀποβλέποντι πρός τό πράττειν οἰκεῖον ἐστί τό μή παρορᾶν μηδέν τι καταλείπειν ἀλλά δηλοῦν τήν περί ἕκαστον ἀλήθειαν» (ΙΙΙ1279b13). Η πολιτική θεώρηση του Αριστοτέλη χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο πλάτος και βάθος. Ειδικότερα στα Πολιτικά βρίσκουμε προσεγγίσεις του πολιτικού φαινομένου από οπτικές γωνίες που σήμερα θα αντιστοιχούσαν στην κοινωνιολογία της πολιτείας, στην εξελικτική κοινωνιολογία, στην κοινωνική ψυχολογία, στην επιστήμη των ηθών, στη μορφολογική κοινωνιολογία και στην πολιτική ανθρωπολογία.

Στη σύντομη αυτή αναφορά φαίνεται ότι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης οριοθετούν και οροθετούν την πολιτική θεώρηση καθοριστικά. Ο διαφωτισμός κινείται σε αυτή την οριοθέτηση και οροθέτηση άλλοτε πιο κοντά προς την πλατωνική σύλληψη (Hobbes) και άλλοτε προς την αριστοτελική (Montesquieu). Οι διαφωτιστές ανανεώνουν το περιεχόμενο της υπερβατικότητας ή του ρεαλισμού στη θεμελίωση της πολιτικής θεωρίας, αλλά δεν υπερβαίνουν ούτε την υπερβατικότητα ούτε τον ρεαλισμό. Ειδικότερα συγκρίνοντας την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη και των διαφωτιστών επισημαίνουμε τα εξής: 

-Οι διαφωτιστές στο σύνολό τους, προσθετικά, καλύπτουν το πλάτος της αριστοτελικής πολιτικής σκέψης. Δεν έχουμε όμως στον καθένα τον ολιστικό τρόπο αντιμετώπισης του πολιτικού φαινομένου που μόλις επισημάναμε στον Αριστοτέλη.

-Οι διαφωτιστές ταυτίζουν το αντικείμενο της πολιτικής θεωρίας με το πολιτικό φαινόμενο της εποχής τους. Αναπτύσσουν τον πολιτικό στοχασμό τους για να ερμηνεύσουν πολιτικά την εποχή τους. Αντίθετα στον Αριστοτέλη η πολιτική θεωρία διατυπώνεται για να ερμηνεύσει το πολιτικό φαινόμενο καθαυτό και για τον άνθρωπο μέσα στην ιστορική δυναμική.

-Στο πλαίσιο του διαφωτισμού ο άνθρωπος εμφανίζεται ως άτομο σε σχέση με το Θεό, ενώ στον Αριστοτέλη ως άτομο σε σχέση με την πόλη. Ακόμη η συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας προσεγγίζεται από τον διαφωτισμό ως ανθρώπινο φαινόμενο απέναντι στη φύση, ενώ ο Αριστοτέλης το εξετάζει ως ανθρώπινο φαινόμενο σε σχέση με τη φύση. Η σκέψη του Αριστοτέλη εστιάζεται στη φύση και στην ολότητα μέσα σε μία ιστορική προοπτική που τροφοδοτεί τον διαλεκτικό συλλογισμό, ενώ των διαφωτιστών στο Θεό και στο άτομο στο πλαίσιο κυρίως μιας καθαρής ορθολογικότητας.

-Οι διαφωτιστές μιλούν για κράτος. Η κλασική ελληνική παράδοση για πόλη. Η διαφορά δεν είναι αμελητέα, ούτε απλώς λεξιλογική. Η λέξη κράτος στην αρχαιότητα σημαίνει ωμή βία. Το κράτος των διαφωτιστών βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με την πόλη. Η αρχαία πόλη, η οργανωμένη θεσμικά ολότητα ανθρώπων δεν υφίσταται πια στην πραγματικότητα του διαφωτισμού. Τη θέση της την παίρνει το κράτος ως αφηρημένη σύλληψη εξουσίας που αποσυνδέεται από την κοινωνία. Η νέα κοινωνία, του 17ου – 18ου αιώνα, αποχωρίζεται από την οργάνωση της κυριαρχίας. Επικρατούν η ανταλλακτική αξία, η συγκεντρωτική εξουσία και η οργάνωση της διακίνησης των αγαθών γίνεται στη βάση του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι το κοινωνικό αποχωρίστηκε από το πολιτικό και η αποπολιτικοποιημένη οικονομική κοινωνία διαχωρίστηκε από το κράτος που έχει αναχθεί σε γραφειοκρατικό μηχανισμό. Γι’ αυτό στις πολιτικές αναλύσεις του 17ου, 18ου αι. διαφαίνεται μια ρήξη με την κλασική πολιτική διδασκαλία. Οι νέες πολιτικές θεωρήσεις αναφέρονται πια στην κοινωνία της πολιτικής οικονομίας και σε ένα κράτος που θεμελιώνεται στο νεότερο φυσικό δίκαιο.

Παρά το γεγονός ότι στους διαφωτιστές η πολιτική θεωρία εκφυλίζεται σε ιδεολογική υπεράσπιση της νεότερης κοινωνίας του εγωιστικού συμφέροντος, σε αυτή την πολιτική θεωρία της αστικής κοινωνίας μπορούμε να δούμε μια ιδιαίτερη αξιοποίηση της αριστοτελικής πολιτικής σκέψης. Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε πώς διαθλάται στους βασικούς στοχαστές του κοινωνικού συμβολαίου, Hobbes, Locke, Rousseau, η αριστοτελική αντίληψη για τη φύσει κοινωνία και τον φύσει πολιτικό άνθρωπο.

Η οριοθέτηση του ζητήματος αν το πολιτικό φαινόμενο είναι φύσει ή θέσει έχει γίνει ήδη από τους σοφιστές και τον Αριστοτέλη. Ο διαφωτισμός στο σύνολό του φαίνεται ότι ανανεώνει τον δημοκρίτειο, πρωταγοριανό και σοφιστικό εν γένει προβληματισμό για τη θεμελίωση του πολιτικού φαινομένου στη συμφωνία των ανθρώπων και επικρίνει την αριστοτελική θεώρηση της φυσικής ορμής. Αρχικά χρειάζεται να επισημάνουμε ότι αυτό που ονομάζουν οι διαφωτιστές φυσικό είναι διαφορετικό από αυτό που ως έννοια χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης. «Ἡ φύσις τέλος ἐστί (1252b31), οὐθέν ἡ φύσις ποιεῖ εἰς μάτην» είναι από τις πρώτες φράσεις των Πολιτικών. Δεν εννοεί την ακατέργαστη φύση, που και αυτή η διάσταση υπάρχει, αλλά τη σύσταση ενός όντος, όταν ολοκληρωθεί, τελειωθεί η ανάπτυξή του. Το ον είναι αυτό που είναι, όταν είναι όλα όσα μπορεί να είναι. Έτσι το γίγνεσθαι συνυφαίνεται με το είναι, το μεταβλητό με το αμετάβλητο, η ιστορικότητα με τη βιολογικότητα. Η πολιτική φύση του ανθρώπου υπαγορεύεται από τα στοιχεία που φέρει ως βιολογικό ον μέσα στον χρόνο και σε σχέση με τον χώρο: δηλαδή την ένδεια και τον λόγο στον οποίο οφείλεται η συνειδητοποίηση της ανάγκης μέσα στον χρόνο και οδηγεί τον άνθρωπο να βρει τρόπους αντιμετώπισής της μέσα από τη συμβίωση ομοίων, αλλά όχι ίσων.

Η κατά βάση μονιστική αντίληψη του Αριστοτέλη που συλλαμβάνει τον άνθρωπο ως ολότητα οργανική στην οποία το βιολογικό υπόβαθρο είναι αναγκαίο για την κατανόησή του, δεν είναι αρκετά οικεία στον διαφωτισμό όπου κυριαρχεί η δυϊστική αντιμετώπιση του ανθρώπου σύμφωνα με την οποία το γίγνεσθαι και το είναι, το σώμα και η ψυχή, η φύση και το πνεύμα-λόγος χωρίζονται αγεφύρωτα. Το φυσικό στους διαφωτιστές συμπίπτει κυρίως με την περιγραφή της μεταπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου. Η επίδραση της χριστιανικής διδασκαλίας τους οδηγεί να αξιοποιήσουν γνωρίσματα της προπτωτικής κατάστασης του ανθρώπου (απόλυτο αγαθό, αθωότητα) και της μεταπτωτικής (απώλεια φυσικής ειρήνης, εχθρικά συναισθήματα, εκμεταλλευτικές διαθέσεις) για να θεμελιώσουν την κοινωνική συμβίωση. Έτσι παρουσιάζουν την κοινωνική συμβίωση ως αναγκαίο κακό που αποφασίζει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει τη μεταπτωτική δυστυχία του. Στο έργο του De Cive I, 12 ο Hobbes επικρίνει τον Αριστοτέλη ότι δεν διακρίνει τη φύση από τη φυσική κατάσταση. Η φυσική κατάσταση κατά τον Hobbes χαρακτηρίζεται από τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» (bellum omnium in omnes), αμοιβαίο φόβο (metus mutuus), επιθυμία να βλάπτει ο ένας τον άλλον (mutua laedendi voluntas) και όλα αυτά υπαγορεύουν το συμβόλαιο της υποτέλειας. Όμως έτσι ο Hobbes δεν μπορεί να αποφύγει τον Αριστοτέλη παρά τον ομολογημένο αντι-αριστοτελισμό του, γιατί το χομπσιανό ανθρώπινο ζώο μέσα από τη μηχανιστική οπτική δίνει την απόδειξη της ανάγκης για εξουσία και υπακοή. Όταν ο Hobbes αναγνωρίζει την υποτέλεια του ατόμου στην κοινωνία, αναγκάζεται να αναγνωρίσει έμμεσα την κοινωνική φύση του ανθρώπου. Άλλωστε ο Hobbes, όπως και ο Αριστοτέλης, εισηγείται μια θεωρία πολιτική ως τρόπο εξέτασης ολόκληρης της κοινωνίας. Ακόμη η έννοια της υποτέλειας αντιστοιχεί σε μια πολιτική σύλληψη της κοινωνίας όπου δεν υφίσταται ούτε ιεραρχία ούτε απόλυτη ισότητα. Έτσι η χομπσιανή θεωρία προβάλλει ως ένας τρόπος πραγμάτευσης της κοινωνίας βασισμένος στον ατομικισμό και στο φυσικό δίκαιο. Ο άνθρωπος είναι αυτάρκης κατ’ εικόνα Θεού και η διαφύλαξη της ζωής, η διατήρηση της ειρήνης και τα παρόμοια είναι φυσικοί νόμοι που προσανατολίζουν τη θετική νομοθεσία του κράτους. Για τον άνθρωπο του Locke ισχύουν από τη φύση η ελευθερία, η ισότητα και η αρχή της προστασίας της ιδιοκτησίας. Ο Rousseau δεν μπορεί να αποφύγει την ιδέα της εξέλιξης στον άνθρωπο και αναγκάζεται να δεχθεί ότι ο άνθρωπος, αν και είναι ελεύθερος από τη φύση, χρειάζεται τον νόμο για να κατοχυρώσει την πολιτική του ελευθερία. Στο Rousseau βλέπουμε σε μεγάλο βαθμό μια ανανέωση της αριστοτελικής πολιτικής σκέψης σε σχέση με το γενικό καλό, την έννοια του νόμου και τις αιτίες της πολιτικής μεταβολής. Οι διαφωτιστές με αριστοτελικά υλικά π.χ. σύγκρουση–αντίθεση, ελευθερία, νόμος…, συστηματοποιούν το φυσικό δίκαιο το οποίο θεμελιώνουν στα γνωρίσματα του ανερχόμενου αστού της εποχής τους τα οποία γενικεύουν ως ανθρώπινη φύση.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η αφετηρία του φυσικού δικαίου των διαφωτιστών είναι το απομονωμένο «φυσικό» άτομο, έχουν να λύσουν το ζήτημα της συγκρότησης και της ενότητας της πολιτικής κοινωνίας. Χρησιμοποιούν την έννοια του «συμβολαίου» εργαλειακά, για να εξηγήσουν και τη συγκρότηση και την ενότητα της πολιτικής κοινωνίας. Αν και λογικά απαιτούνται δύο συμβόλαια, το κοινωνικό με το οποίο δηλώνεται η σχέση συνεταιρισμού ή της ισότητας, και το πολιτικό για να δικαιολογηθεί η υπαγωγή του ατόμου σε έναν κυβερνήτη ή σε μια κυβέρνηση, οι διαφωτιστές περιορίστηκαν σε ένα συμβόλαιο. Ο Hobbes ανήγαγε το συμβόλαιο υπαγωγής (το πολιτικό) σε αφετηρία της κοινωνική ζωής. Ο Locke το αντικατέστησε με συμβόλαιο εμπιστοσύνης (trust) και ο Rousseau με ένα συμβόλαιο του καθένα με τον εαυτό του αμφισβητώντας την αυθεντία κάθε φορέα εξουσίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο που εισηγούνται οι διαφωτιστές είναι το συμβόλαιο της συνένωσης, μιας συνένωσης σύμφωνα με την οποία μπαίνει κανείς στην κοινωνία όπως σε οποιαδήποτε εταιρεία, οικεία βουλήσει. Αυτή η κοινωνία όμως δεν είναι η κοινωνία με την ευρεία έννοια, το σύνολο δηλαδή μέσα στο οποίο γεννιέται ο άνθρωπος, πλάθεται η φύση του, διδάσκεται τη γλώσσα του, οικειοποιείται αξίες, τροφοδοτείται από αυτό και το τροφοδοτεί με την ύπαρξή του. Αυτή η σύνδεση ατόμου–κοινωνίας λείπει από τους διαφωτιστές. Φαίνεται σα να αντιστρέφουν την αριστοτελική φράση των Πολιτικών (1252 α 20–30): «Τό ὅλον πρότερον ἀναγκαῖον εἶναι του μέρους·ἀναιρουμένουγάρ τοῦ ὅλου οὐκ ἔσται πούς οὐδέ χείρ» και να υποστηρίζουν ότι «τό μέρος ἀναγκαῖον εἶναι πρότερον τοῦ ὅλου ». Το άτομο χωρίς ιδεολογία, χωρίς γλώσσα, χωρίς κοινωνικότητα παράγει κοινωνία, ιδεολογία, γλώσσα, αξίες, κοινωνικότητα. Η κοινωνία των διαφωτιστών συνιστά μια αφαίρεση, είναι η κοινωνία των ιδιωτών. Ο ατομικισμός που υιοθετούν τους αναγκάζει να αντικαταστήσουν το κοινωνικό με τις κατηγορίες του νομικού, του πολιτικού ή του οικονομικού και να οδηγηθούν στο εξής παράδοξο: Αρνούνται την κοινωνική φύση του ανθρώπου και αυτή η ίδια η μη κοινωνική φύση παράγει κοινωνία θεσμικά οργανωμένη.

Ειδικά για τον Hobbes στο Λεβιάθαν το κράτος είναι μηχανικό κατασκεύασμα, προϊόν τέχνης που είναι αναγκαίο, γιατί είναι ωφέλιμο στο άτομο. Ο Locke στο Δοκίμιο πάνω στην ανθρώπινη νόηση (βιβλ. ΙΙ, κεφ. ΧΧΙ) αποδίδει την κοινωνική συμβίωση στην έλλογη βούληση του ανθρώπου ως όντος νοήμονος και έλλογου. Ο Rousseau στο Λόγο για την καταγωγή της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι στην πρωτόγονη εποχή ζούσαν διασκορπισμένοι και δεν ήταν κοινωνικοί. Η συγκρότησή τους σε κοινότητα προϋποθέτει την ολοκληρωτική αλλοτρίωση του κάθε μέλους με όλα του τα δικαιώματα στο σύνολο της κοινότητας (Κοινωνικό Συμβόλαιο, Βιβλίο Ι, κεφ. VI). Από τις αναλύσεις τους σχετικά με τη φυσική κατάσταση του ανθρώπου φαίνεται να υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι φύσει κοινωνικός/πολιτικός αλλά είναι αναγκαία κοινωνικός/πολιτικός. Ερμηνεύουν το φαινόμενο μόνο τελεολογικά, ως προς το τελικό αίτιο, παρακάμπτουν όμως το ερώτημα του αναγκαστικού αιτίου και της διαλεκτικής είναι–γίγνεσθαι. Ο Αριστοτέλης στο Ι βιβλίο των Πολιτικών είναι σαφής: «γινομένη (ἡ πόλις) τοῦ ζῆν ἕνεκα, οὖσα δέ τοῦ εὖ ζῆν ». Η ουσία του ανθρώπου είναι κοινωνική, όμως η ύπαρξη του κοινωνικού/πολιτικού φαινομένου συμβαίνει και εξελίσσεται στο χρόνο, είναι ιστορική. Έτσι είναι γνωστή στον Αριστοτέλη και χρησιμοποιείται η έννοια του συμβολαίου ως έλλογης και ιστορικά προσδιορισμένης κίνησης που αποτελεί την απαρχή μέσα στον χρόνο του κοινωνικοπολιτικού φαινομένου. Φαίνεται ότι ο Σταγειρίτης συνθέτει την κοινωνική ορμή με την ιστορική εξέλιξη και αναγκαιότητα (Πολιτικά Ι, 2, 25-26) Γράφει: «Είναι φυσική λοιπόν η τάση του ανθρώπου να συνυπάρχει μαζί με άλλους σε μια τέτοια κοινωνία. Κι εκείνος όμως που τη συγκρότησε πρώτος, υπήρξε ένας από τους πιο μεγάλους ευεργέτες του ανθρώπου». Το φυσικό δίκαιο στον Αριστοτέλη αποτελεί αναστροφή της φύσης σε θεσμό, σε νόμο του πνεύματος από το ίδιο το πνεύμα. Η συνθετική σύλληψη του Αριστοτέλη δεν παρουσιάζει τα κενά και τις αντινομίες των θέσεων του Hobbes, του Locke, και του Rousseau.

Ακόμη μπορούμε να δούμε ότι στοιχεία της αριστοτελικής θεώρησης αξιοποιούνται μεμονωμένα και ανάλογα με τις ειδικές σκοπεύσεις από τον καθένα από τους τρεις προαναφερόμενους στοχαστές. Αυτό υπαγορεύεται από τη βασική θέση τους να συναγάγουν το κοινωνικό/πολιτικό από το ατομικό. Θα αναφερθώ σύντομα μόνο στη λειτουργία της σύγκρουσης-αντίθεσης, στον ρόλο της ιδιοκτησίας και στο αξιακό σύστημα που συνοδεύει το πολιτικό φαινόμενο.

Στον Αριστοτέλη του V βιβλίου των Πολιτικών η σύγκρουση και η αντίθεση είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα και κινητήρια πολιτική κατηγορία της πόλης–κράτους, καθώς η πόλη–κράτος δεν νοείται ως συμπαγής ομοιόμορφη ύπαρξη αλλά «συγκειμένη ἐκ μορίων» τα οποία βρίσκονται σε συνεχή αντίθεση και σύγκρουση πολιτική, κοινωνική, οικονομική, ιδεολογική. Η πόλη–κράτος του Αριστοτέλη είναι ένα πεδίο διαρκούς κίνησης και σύγκρουσης. Το αστασίαστο πολίτευμα που θα ήταν το τέλος των συγκρούσεων και η εξισορρόπηση των αντιθέσεων εγγυάται το εὖ ζῆν της πόλεως και των ανθρώπων της. Ο Hobbes αξιοποιεί τη σύγκρουση και την αντίθεση μέσα όμως σε μια ατομοκεντρική πολιτική λογική. Παρουσιάζει τη φυσική, μη κοινωνική κατάσταση του ανθρώπου ως πεδίο σύγκρουσης, «πόλεμος όλων εναντίον όλων», για να θεμελιώσει την ιδέα του κοινωνικού συμβολαίου, ειδικά του συμβολαίου υπαγωγής, ως αναγκαίο θεσμοποιημένο συλλογικό μόρφωμα προστασίας των φυσικών κατά Hobbes δικαιωμάτων της ειρήνης και της ασφάλειας. Αναμφισβήτητα ο Hobbes προσδίδει πολιτική σημασία και λειτουργία στη σύγκρουση και την αντίθεση, αλλά σε διαφορετικό πεδίο αναφοράς από εκείνο του Αριστοτέλη. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στην πολιτική, ενώ ο Hobbes στην ανθρωπολογία. Επιπλέον το χομπσιανό απολυταρχικό πολίτευμα θα αντιστοιχούσε στο αστασίαστο αριστοτελικό πολίτευμα, στο πολίτευμα της «μεσότητας». Έτσι ενώ βρίσκουμε αντιστοιχία στο επίπεδο της στόχευσης ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Hobbes, το περιεχόμενο των αναλύσεων έχει διαμετρικά αντίθετη βάση. Αντίθετα ο Locke και ο Rousseau αντιλαμβάνονται την αντίθεση και τη σύγκρουση ως εκδηλώσεις της κοινωνικής συμβίωσης που συνιστούν αλλοτρίωση και παρακμή, παραβιάσεις του φυσικού δικαίου, της ελευθερίας, της ισότητας και της ιδιοκτησίας και βρίσκονται σαφέστατα πιο κοντά στις αριστοτελικές αναλύσεις, αφού αναγνωρίζουν την αντίθεση ως διαρκή συνθήκη του κοινωνικού και πολιτικού βίου.

Επίσης ο Locke και ο Rousseau υπερασπιζόμενοι τον ατομικισμό αξιοποιούν τις παρατηρήσεις του Αριστοτέλη για τη σημασία του πολιτεύματος για το συγκεκριμένο κάθε φορά υποκείμενο. Ο Αριστοτέλης παρατηρεί ότι το εὖ ζῆν ως τελικό αίτιο του πολιτεύματος και της αποκτηθείσας αυτάρκειας της πόλης έχει νόημα, εφόσον αποτελεί προσωπική βίωση από το συγκεκριμένο υποκείμενο. Η ευτυχία και η απόλαυση δεν νοούνται αφηρημένα αλλά ως εμπειρία του υποκειμένου. Γράφει ο Rousseau στο Κοινωνικό Συμβόλαιο (Β.ΙΙ, κεφ. VII.) « Όποιος επιχειρεί να θεσμίσει (instituer) ένα λαό πρέπει να αισθάνεται ότι μπορεί να αλλάξει, κατά κάποιον τρόπο, την ανθρώπινη φύση. ότι είναι σε θέση να μετασχηματίσει κάθε άτομο, που από μόνο του είναι ένα πλήρες και μεμονωμένο όλο» Ο Locke επίσης γράφει: «Από τη φύση τους οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια κατάσταση τέλειας ελευθερίας να ενεργούν και να διαθέτουν του εαυτό τους και τα αγαθά τους όπως αυτοί θεωρούν ότι είναι ωφέλιμο, μέσα στα πλαίσια του νόμου της φύσης δίχως να έχουν ανάγκη από την άδεια ή την προαίρεση ενός άλλου ανθρώπου» (Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως Κεφ2 §4). Το συγκεκριμένο άτομο φανερώνεται ως πολιτικής σημασίας στοιχείο, μόνο που στον Αριστοτέλη βρίσκεται σε διαλεκτή σχέση με την θεσμικά οργανωμένη κοινωνία, ενώ στους διαφωτιστές σε ρήξη, καθώς περιορίζουν τη θεμελίωση του αστικού πολιτικού τρόπου στο καθ’ έκαστον το οποίο νοείται ήδη ως όλον και κάθε μεταβολή του συνιστά κατακερματισμό και αλλοτρίωσή του.

Ένας ακόμη όρος πολιτικής θεωρίας σημαντικός για τον Αριστοτέλη και τους διαφωτιστές είναι η ιδιοκτησία. Στο διαφωτισμό η ιδιοκτησία, μαζί με την ισότητα και την ελευθερία, συνιστά δικαίωμα που θεμελιώνει το κοινωνικό συμβόλαιο. Χρειάζεται αρχικά να διευκρινίσουμε ότι η σύλληψη της ιδιοκτησίας στους διαφωτιστές είναι αφηρημένη και υποστασιοποιημένη, απαραίτητη θεωρητική κατασκευή για την ιδεολογική στήριξη του αστικού κράτους. Αντίθετα η έννοια της ιδιοκτησίας στην αρχαιότητα δεν είναι αφηρημένη. Η συνήθης διατύπωση «τό ἐμόν ὑπάρχει μοι» δεν αποτελεί γλωσσικό πλατειασμό αλλά την έκφραση συγκεκριμένης πραγμάτωσης της κτητικής σχέσης προς το πράγμα. Στο ΙΙ βιβλίο των Πολιτικών ο Αριστοτέλης καταγράφει τρεις δυνατές μορφές ιδιοκτησίας και χρήσης: 

1) Την Ατομική έγγεια ιδιοκτησία με κοινή χρήση προϊόντων 
2) Κοινοκτημοσύνη με ατομική χρήση 
3) Κοινοκτημοσύνη με κοινή χρήση. 

Η ιδιοκτησία και η εργασία στην ομόρροπη είτε στην αντίρρροπη σχέση τους είναι τρόποι κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένοι για να μπορέσει το άτομο να υπερβεί την ένδειά του προς την κατεύθυνση της συλλογικής αυτάρκειας και να ικανοποιήσει την επιθυμία του ως εκδήλωση αγάπης προς τον εαυτό του. Με αυτή τη λογική ο Αριστοτέλης δεν απορρίπτει την ατομική ιδιοκτησία αλλά και δεν την υποστασιοποιεί ως φυσικό δικαίωμα, γιατί το πρόβλημα δεν είναι το ατομικό καθαυτό. Η ατομική ιδιοκτησία στο βαθμό που αποτελεί πηγή ηδονής και έμπρακτης εκδήλωσης της αρετής δεν απορρίπτεται. Δεν είναι το ατομικό που καθιστά την ιδιοκτησία καλό ή κακό αλλά η μοχθηρία και η φαυλότητα της ανθρώπινη φύσης. Εδώ έχει λόγο πια το πολίτευμα και η παιδεία. Απέναντι σε αυτή την έννοια της ιδιοκτησίας που είναι πολιτικά μεταβλητή και μεταβαλλόμενη, ο διαφωτισμός επιχειρεί να αιτιολογήσει το κοινωνικό με το ατομικό μέσω της ιδιοκτησίας ως φυσικού δικαιώματος. Ο Hobbes στο πλαίσιο του απολυταρχικού κράτους οδηγείται σε μια εγγύηση των συναλλαγών από το κράτος ανάμεσα σε απολιτικούς ιδιοκτήτες. Η ιδιοκτησία προστατεύεται πολιτικά, αλλά ο ιδιοκτήτης είναι απών πολιτικά. Στον Locke οι πολιτικοί θεσμοί επινοούνται για να εξασφαλίσουν την ιδιοκτησία με την έννοια της τήρησης του φυσικού δικαίου. Στο Rousseau η ιδιοκτησία δηλώνει το τέλος της εποχής της φυσικής ισότητας και ελευθερίας και την ίδρυση της πολιτικής κοινωνίας ως αποτέλεσμα ενός συμβολαίου του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται από τους ιδιοκτήτες (Κοινωνικό Συμβόλαιο). Γράφει στον Λόγο για την καταγωγή της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους: «όποιος έφραξε πρώτος ένα κομμάτι γης και σκέφτηκε να φωνάξει «αυτό είναι δικό μου» και βρήκε ανθρώπους τόσο απλοϊκούς που να πιστέψουν στα λόγια του, αυτός είναι ο αληθινός ιδρυτής της πολιτικής κοινωνίας». Όμως η πολιτική κοινωνία του Rousseau θεμελιώνεται στην ιδιοκτησία αλλά αντιμάχεται την ιδιοκτησία των πλουσίων. Στην ιδεατή πολιτική κοινωνία του Rousseau η ιδιοκτησία θα είναι ίση για όλους και θα στηρίζεται στην εργασία του καθενός και όχι στην εκμετάλλευσή του. Ο Rousseau φαίνεται ότι αντιμάχεται την αλλοτριωτική δύναμη του χρήματος και της ιδιοκτησίας, απορρίπτει τις συνέπειες της συγκέντρωσης του πλούτου και της κοινωνικής κινητικότητας που προκαλεί η δυναμική του επεκτεινόμενου και συγκεντρωνόμενου κεφαλαίου, χωρίς όμως να απορρίπτει τις αιτίες τους. Η ιδιοκτησία στη λογική των στοχαστών αυτών γίνεται γενετικός και απόλυτα ρυθμιστικός παράγοντας του κράτους. Το κράτος υπάρχει ή επινοείται η δημιουργία του για να προστατεύσει την ιδιοκτησία ή να την εκφράσει σε πολιτικό επίπεδο.

Με δεδομένη αυτή τη σχέση ιδιοκτησίας κράτους οι διαφωτιστές αποδεσμεύονται από την κλασική πολιτική αρετολογία και ειδικά την αριστοτελική. Η εργαλειακή εξήγηση της πολιτικής κοινωνίας που δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου, αλλά έγινε για να την προστατεύσει, ανατρέπει σε μεγάλο βαθμό το παραδοσιακό αξιακό σύστημα από το οποίο όμως αντλεί και το υλικό της η νέα αξιολογία. Ο Hobbes χρησιμοποιεί τους αριστοτελικούς όρους της έξεως, της φρονήσεως και του λόγου για να διατυπώσει το ιδεώδες της ορθοπραξίας. Όμως ο ατομικισμός που εισηγείται, περιορίζει τα ανθρώπινα κίνητρα στα πάθη και από το εύρος της αριστοτελικής ανθρωπολογίας επιλέγει μόνο την ανάλυση των παθών που κάνει ο Αριστοτέλης στο ΙΙ βιβλίο της Ρητορικής, αγνοώντας την πολιτική ανθρωπολογία των Πολιτικών και την αρετολογία των Ηθικών Νικομαχείων. Στον Locke η αρετολογία και η ηθική έλκουν την ισχύ τους από τη θρησκεία. Η ισότητα και η ελευθερία στον Locke και στον Rousseau καθίστανται αφαιρέσεις για να συνδυαστούν με την εξουσία και την ιδιοκτησία. Γιατί έχουν ακριβώς αυτή τη δυσκολία: να συνδυάσουν στο πλαίσιο της προτεινόμενης ορθοπραξίας την ελευθερία, την ισότητα, την ιδιοκτησία και την εξουσία.

Κλείνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση ενός τεράστιου θέματος μπορούμε να δούμε ότι ο πολιτικός στοχασμός του διαφωτισμού απογύμνωσε τον άνθρωπο από ζωή, δραματικότητα και ιστορικότητα. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ανθρώπινη ύπαρξη λαμβάνει συνείδηση του εαυτού της με μια δραματική οδύσσεια της συνείδησης μέσα στα φαινόμενα και στην ιστορική εξέλιξη και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικό. Επιχείρησε ο Αριστοτέλης να συμφιλιώσει το πνεύμα όπως εκδηλώνεται στην ατομική καθολικότητά του με τον χρόνο και τον χώρο. Στο διαφωτισμό παρατηρούμε ότι ο στοχασμός του επιχείρησε να συμφιλιώσει το πνεύμα με τον χώρο – σώμα και έτσι περιόρισε το πολιτικό φάσμα της αριστοτελικής ανάλυσης. Όμως σε επιμέρους θέματα του έδωσε ιδιαίτερο βάθος. Έπειτα η προσέγγιση του Αριστοτέλη δεν ήταν η ίδια από όλους τους διαφωτιστές σε όλη τη διάρκεια του διαφωτισμού. Στην αρχή του διαφωτισμού η επίδραση των ιδεών της αναγέννησης, του ανθρωπισμού και η ισχύς των χριστιανικών ιδεών επέβαλαν τον αντι-αριστοτελισμό. Όσο όμως απομακρυνόμαστε από αυτά τα δεδομένα, όσο πιο κριτικά αντιμετωπίζεται το αίτημα του Descartes για καθαρή ορθολογικότητα, όσο οι πολιτικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες φέρουν με σαφήνεια τα γνωρίσματα της βιομηχανικής εποχής και της αστικής κοινωνίας, τόσο επανέρχεται ο αριστοτελικός στοχασμός πιο άμεσος στον τρόπο αντιμετώπισης των θεμάτων της πολιτικής θεωρίας. Μορφή στην οποία δραματικά εμφανίζονται οι θεωρητικές αντιφάσεις της νέας πολιτικής σκέψης είναι ο Rousseau.

Εκτός από το Rousseau, ο Condorcet, o Diderot, o Voltaire, o Montesquieu αναστοχάζονται γόνιμα πάνω στην αριστοτελική πολιτική κατάθεση, ώστε όλο αυτό το ρεύμα να εκβάλει στον Kant, στο Hegel και στο Marx όπου ο Αριστοτέλης ανατοποθετείται στην εξέλιξη της πολιτικής σκέψης, καθώς ο άνθρωπος επανασυμφιλιώνεται σταδιακά με τη γήινη ύπαρξή του μέσω της επα-ανακάλυψης της ιστορίας. Ο 21ος αιώνας, ο αιώνας της βιογενετικής, της παγκοσμιοποίησης των διαδικτύων, της μεγάλης φτώχειας των πολλών και του τεράστιου πλούτου των ελαχίστων, της φαντασιακής δημοκρατίας και της πραγματικής ολιγαρχίας μας προκαλεί σε μια νέα ανάγνωση και του Αριστοτέλη και του διαφωτισμού.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 4.2.1–4.2.15

Ανάκληση του Αγησίλαου στην Ελλάδα – Κινήσεις του αντισπαρτιατικού συνασπισμού

Ο Αγησίλαος εισέβαλε στη Μικρή Φρυγία, όπου διαχείμασε αλλά και προκάλεσε με τις επιτυχίες του δυσχέρειες στον σατράπη της, τον Φαρνάβαζο. Ωστόσο, λόγω της απειλής από τη σύμπηξη του αντισπαρτιατικού συνασπισμού στην Ελλάδα, δεν θα προλάβει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό του για διείσδυση στα βάθη της Μ. Ασίας.


[4.2.1] Ἀγησίλαος μὲν δὴ ἐν τούτοις ἦν. οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι
ἐπεὶ σαφῶς ᾔσθοντο τά τε χρήματα ἐληλυθότα εἰς τὴν
Ἑλλάδα καὶ τὰς μεγίστας πόλεις συνεστηκυίας ἐπὶ πολέμῳ
πρὸς ἑαυτούς, ἐν κινδύνῳ τε τὴν πόλιν ἐνόμισαν καὶ στρα-
τεύειν ἀναγκαῖον ἡγήσαντο εἶναι. [4.2.2] καὶ αὐτοὶ μὲν ταῦτα
παρεσκευάζοντο, εὐθὺς δὲ καὶ ἐπὶ τὸν Ἀγησίλαον πέμπουσιν
Ἐπικυδίδαν. ὁ δ’ ἐπεὶ ἀφίκετο, τά τε ἄλλα διηγεῖτο ὡς
ἔχοι καὶ ὅτι ἡ πόλις ἐπιστέλλοι αὐτῷ βοηθεῖν ὡς τάχιστα
τῇ πατρίδι. [4.2.3] ὁ δὲ Ἀγησίλαος ἐπεὶ ἤκουσε, χαλεπῶς μὲν
ἤνεγκεν, ἐνθυμούμενος καὶ οἵων τιμῶν καὶ οἵων ἐλπίδων
ἀπεστερεῖτο, ὅμως δὲ συγκαλέσας τοὺς συμμάχους ἐδήλωσε
τὰ ὑπὸ τῆς πόλεως παραγγελλόμενα, καὶ εἶπεν ὅτι ἀναγκαῖον
εἴη βοηθεῖν τῇ πατρίδι· ἐὰν μέντοι ἐκεῖνα καλῶς γένηται,
εὖ ἐπίστασθε, ἔφη, ὦ ἄνδρες σύμμαχοι, ὅτι οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι
ὑμῶν, ἀλλὰ πάλιν παρέσομαι πράξων ὧν ὑμεῖς δεῖσθε.
[4.2.4] ἀκούσαντες ταῦτα πολλοὶ μὲν ἐδάκρυσαν, πάντες δ’ ἐψηφί-
σαντο βοηθεῖν μετ’ Ἀγησιλάου τῇ Λακεδαίμονι· εἰ δὲ
καλῶς τἀκεῖ γένοιτο, λαβόντες αὐτὸν πάλιν ἥκειν εἰς τὴν
Ἀσίαν. [4.2.5] καὶ οἱ μὲν δὴ συνεσκευάζοντο ὡς ἀκολουθήσοντες.
ὁ δ’ Ἀγησίλαος ἐν μὲν τῇ Ἀσίᾳ κατέλιπεν Εὔξενον ἁρμοστὴν
καὶ φρουροὺς παρ’ αὐτῷ οὐκ ἔλαττον τετρακισχιλίων, ἵνα
δύναιτο διασῴζειν τὰς πόλεις· αὐτὸς δὲ ὁρῶν ὅτι οἱ πολλοὶ
τῶν στρατιωτῶν μένειν ἐπεθύμουν μᾶλλον ἢ ἐφ’ Ἕλληνας
στρατεύεσθαι, βουλόμενος ὡς βελτίστους καὶ πλείστους
ἄγειν μεθ’ ἑαυτοῦ, ἆθλα προὔθηκε ταῖς πόλεσιν, ἥτις ἄριστον
στράτευμα πέμποι, καὶ τῶν μισθοφόρων τοῖς λοχαγοῖς, ὅστις
εὐοπλότατον λόχον ἔχων συστρατεύοιτο καὶ ὁπλιτῶν καὶ
τοξοτῶν καὶ πελταστῶν. προεῖπε δὲ καὶ τοῖς ἱππάρχοις,
ὅστις εὐιπποτάτην καὶ εὐοπλοτάτην τάξιν παρέχοιτο, ὡς καὶ
τούτοις νικητήριον δώσων. [4.2.6] τὴν δὲ κρίσιν ἔφη ποιήσειν,
ἐπεὶ διαβαίησαν ἐκ τῆς Ἀσίας εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐν Χερ-
ρονήσῳ, ὅπως εὖ εἰδείησαν ὅτι τοὺς στρατευομένους δεῖ
εὐκρινεῖν. [4.2.7] ἦν δὲ τὰ ἆθλα τὰ μὲν πλεῖστα ὅπλα ἐκπεπονη-
μένα εἰς κόσμον καὶ ὁπλιτικὰ καὶ ἱππικά· ἦσαν δὲ καὶ
στέφανοι χρυσοῖ· τὰ δὲ πάντα ἆθλα οὐκ ἔλαττον ἐγένοντο
ἢ ἀπὸ τεττάρων ταλάντων. τοσούτων μέντοι ἀναλωθέντων,
παμπόλλων χρημάτων ὅπλα εἰς τὴν στρατιὰν κατεσκευάσθη.
[4.2.8] ἐπεὶ δὲ διέβη τὸν Ἑλλήσποντον, κριταὶ κατέστησαν Λακε-
δαιμονίων μὲν Μένασκος καὶ Ἡριππίδας καὶ Ὄρσιππος,
τῶν δὲ συμμάχων εἷς ἀπὸ πόλεως. καὶ Ἀγησίλαος μέν,
ἐπεὶ τὴν κρίσιν ἐποίησεν, ἔχων τὸ στράτευμα ἐπορεύετο
τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἥνπερ βασιλεὺς ὅτε ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα
ἐστράτευεν.

[4.2.9] Ἐν δὲ τούτῳ οἱ μὲν ἔφοροι φρουρὰν ἔφηναν· ἡ δὲ πόλις,
ἐπεὶ Ἀγησίπολις παῖς ἔτι ἦν, Ἀριστόδημον τοῦ γένους
ὄντα καὶ πρόδικον τοῦ παιδός, ἡγεῖσθαι τῇ στρατιᾷ ἐκέλευον.
[4.2.10] ἐπεὶ δ’ ἐξῇσαν μὲν οἱ Λακεδαιμόνιοι, συνειλεγμένοι δ’ ἦσαν
οἱ ἐναντίοι, συνελθόντες ἐβουλεύοντο πῶς ἂν τὴν μάχην
συμφορώτατα σφίσιν αὐτοῖς ποιήσαιντο. [4.2.11] Τιμόλαος μὲν δὴ
Κορίνθιος ἔλεξεν· Ἀλλ’ ἐμοὶ δοκεῖ, ἔφη, ὦ ἄνδρες σύμμαχοι,
ὅμοιον εἶναι τὸ τῶν Λακεδαιμονίων πρᾶγμα οἷόνπερ τὸ τῶν
ποταμῶν. οἵ τε γὰρ ποταμοὶ πρὸς μὲν ταῖς πηγαῖς οὐ
μεγάλοι εἰσὶν ἀλλ’ εὐδιάβατοι, ὅσῳ δ’ ἂν πορρωτέρω γίγνων-
ται, ἐπεμβάλλοντες ἕτεροι ποταμοὶ ἰσχυρότερον αὐτῶν τὸ
ῥεῦμα ποιοῦσι, [4.2.12] καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι ὡσαύτως, ἔνθεν μὲν
ἐξέρχονται, αὐτοὶ μόνοι εἰσί, προϊόντες δὲ καὶ παραλαμ-
βάνοντες τὰς πόλεις πλείους τε καὶ δυσμαχώτεροι γίγνονται.
ὁρῶ δ’ ἔγωγε, ἔφη, καὶ ὁπόσοι σφῆκας ἐξαιρεῖν βούλονται,
ἐὰν μὲν ἐκθέοντας τοὺς σφῆκας πειρῶνται θηρᾶν, ὑπὸ πολ-
λῶν τυπτομένους· ἐὰν δ’ ἔτι ἔνδον ὄντων τὸ πῦρ προσφέρωσι,
πάσχοντας μὲν οὐδέν, χειρουμένους δὲ τοὺς σφῆκας. ταῦτ’
οὖν ἐνθυμούμενος ἡγοῦμαι κράτιστον εἶναι μάλιστα μὲν ἐν
αὐτῇ, εἰ δὲ μή, ὅτι ἐγγύτατα τῆς Λακεδαίμονος τὴν μάχην
ποιεῖσθαι. [4.2.13] δόξαντος δ’ εὖ λέγειν αὐτοῦ ἐψηφίσαντο ταῦτα.
ἐν ᾧ δὲ περὶ ἡγεμονίας τε διεπράττοντο καὶ διωμολογοῦντο
εἰς ὁπόσους δέοι τάττεσθαι πᾶν τὸ στράτευμα, ὅπως μὴ
λίαν βαθείας τὰς φάλαγγας ποιούμεναι αἱ πόλεις κύκλωσιν
τοῖς πολεμίοις παρέχοιεν, ἐν τούτῳ οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ δὴ
Τεγεάτας παρειληφότες καὶ Μαντινέας ἐξῇσαν τὴν ἀμφίαλον.
[4.2.14] καὶ πορευόμενοι, σχεδόν τι ἅμα οἱ μὲν περὶ τοὺς Κοριν-
θίους ἐν τῇ Νεμέᾳ ἦσαν, οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι καὶ οἱ σύμ-
μαχοι ἐν τῷ Σικυῶνι. ἐμβαλόντων δὲ αὐτῶν κατὰ τὴν
Ἐπιείκειαν, τὸ μὲν πρῶτον ἐκ τῶν ὑπερδεξίων βάλλοντες
αὐτοὺς καὶ τοξεύοντες μάλα κακῶς ἐποίουν οἱ γυμνῆτες τῶν
ἀντιπάλων. [4.2.15] ὡς δὲ κατέβησαν ἐπὶ θάλατταν, ταύτῃ προῇσαν
διὰ τοῦ πεδίου, τέμνοντες καὶ κάοντες τὴν χώραν· καὶ οἱ
ἕτεροι μέντοι ἀπελθόντες κατεστρατοπεδεύσαντο, ἔμπροσθεν
ποιησάμενοι τὴν χαράδραν· ἐπεὶ δὲ προϊόντες οἱ Λακεδαι-
μόνιοι οὐκέτι δέκα στάδια ἀπεῖχον τῶν πολεμίων, κἀκεῖνοι
αὐτοῦ στρατοπεδευσάμενοι ἡσυχίαν εἶχον.

***
Αυτά, λοιπόν, απασχολούσαν τον Αγησίλαο. Οι Λακεδαιμόνιοι ωστόσο, όταν έμαθαν με βεβαιότητα για τα χρήματα που είχαν έρθει στην Ελλάδα και για τη συμμαχία που είχαν κάνει οι μεγαλύτερες πόλεις για να τους πολεμήσουν, έκριναν ότι η πόλη τους κινδύνευε κι ότι ήταν ανάγκη ν' αναλάβουν εκστρατεία. Άρχισαν λοιπόν να ετοιμάζονται οι ίδιοι, και συνάμα έστειλαν αμέσως τον Επικυδίδα στον Αγησίλαο. Όταν έφτασε, ο Επικυδίδας περιέγραψε στον Αγησίλαο την κατάσταση και του είπε ότι η πόλη του παραγγέλνει να 'ρθει το γρηγορότερο να βοηθήσει την πατρίδα. Σαν τ' άκουσε αυτά ο Αγησίλαος σκέφτηκε πόσες δόξες κι ελπίδες θα 'χανε, και του βαρυφάνηκε· μολοντούτο συγκέντρωσε τους συμμάχους και τους ανακοίνωσε τις διαταγές που είχε πάρει από τη Σπάρτη, λέγοντας ότι ήταν ανάγκη να πάει να βοηθήσει την πατρίδα του. «Αν όμως όλα πάνε καλά», είπε, «να είστε βέβαιοι, σύμμαχοί μας, ότι δεν θα σας ξεχάσω, κι ότι θα 'ρθω ξανά πίσω να υπερασπίσω τα συμφέροντά σας».

Όταν τ' άκουσαν αυτά πολλοί δάκρυσαν, κι όλοι ψήφισαν να ενισχύσουν κι αυτοί, μαζί με τον Αγησίλαο, τη Λακεδαίμονα, κι αν πάνε καλά τα πράγματα εκεί να τον ξαναφέρουν μαζί τους στην Ασία.

Εκείνοι λοιπόν έκαναν ετοιμασίες για να τον ακολουθήσουν. Στο μεταξύ ο Αγησίλαος όρισε αρμοστή στην Ασία τον Εύξενο, αφήνοντάς του όχι λιγότερους από τέσσερις χιλιάδες άνδρες για να μπορέσει να διαφεντέψει τις πόλεις. Ωστόσο φάνηκε ότι οι πιο πολλοί στρατιώτες προτιμούσαν να μείνουν στην Ασία παρά να πάνε να πολεμήσουν Έλληνες· τότε ο Αγησίλαος, που ήθελε να πάρει μαζί του όσο γινόταν περισσότερους και καλύτερους, προκήρυξε βραβεία για την πόλη που θα έστελνε το αρτιότερο εκστρατευτικό σώμα, καθώς και για τον λοχαγό των μισθοφόρων που θα 'παιρνε μέρος στην εκστρατεία με τον καλύτερα εξοπλισμένο λόχο οπλιτών, τοξοτών ή πελταστών. Υποσχέθηκε και στους ιππάρχους ότι θα δώσει βραβεία σ' όποιον απ' αυτούς παρουσιάσει τη μονάδα με τα καλύτερα άλογα και τον καλύτερο οπλισμό. Η απονομή θα γινόταν, είπε, αφού περνούσαν από την Ασία στην Ευρώπη, στη Χερσόνησο ― για να καταλάβουν καλά ότι έπρεπε να διαλέξουν μ' επιμέλεια εκείνους που θα μετείχαν στην εκστρατεία. Τα περισσότερα βραβεία ήταν ομορφοστολισμένα όπλα για οπλίτες και καβαλάρηδες· άλλα ήταν χρυσά στεφάνια· όλα μαζί τα βραβεία άξιζαν τουλάχιστον τέσσερα τάλαντα. (Είν' αλήθεια ότι σ' αντίκρισμα αυτής της δαπάνης εφοδιάστηκε ο στρατός με όπλα πολύ μεγάλης αξίας.) Αφού πέρασε τον Ελλήσποντο, ορίστηκαν κριτές οι Λακεδαιμόνιοι Μένασκος, Ηριππίδας και Όρσιππος, καθώς κι ένας από κάθε συμμαχική πόλη. Μετά την απονομή των βραβείων, ο Αγησίλαος ξεκίνησε με τον στρατό από τον ίδιο δρόμο που είχε ακολουθήσει κι ο Βασιλεύς στην εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας.

Στο μεταξύ οι έφοροι κήρυξαν επιστράτευση, κι επειδή ο Αγησίπολις ήταν ακόμη ανήλικος, οι πολίτες ανέθεσαν την αρχηγία του στρατού στον Αριστόδημο, που ανήκε στη βασιλική οικογένεια κι ήταν κηδεμόνας του παιδιού. Ενώ ξεκινούσαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι αντίπαλοί τους ήταν κιόλας συγκεντρωμένοι κι έκαναν συμβούλιο για το πώς θα δώσουν μάχη με τις ευνοϊκότερες γι' αυτούς συνθήκες. Ο Κορίνθιος Τιμόλαος είπε:

«Κατά τη γνώμη μου, σύμμαχοι, με τους Λακεδαιμονίους συμβαίνει ό,τι και με τα ποτάμια. Όπως τα ποτάμια δεν είναι μεγάλα κοντά στις πηγές τους κι εύκολα τα διαβαίνεις, ενώ όσο μακρύτερα προχωρούν χύνονται μέσα τους άλλα ποτάμια και δυναμώνουν το ρεύμα τους, έτσι κι οι Λακεδαιμόνιοι: εκεί που βγαίνουν από τον τόπο τους είναι μόνοι, αλλά όσο προχωρούν και παίρνουν τις πόλεις με το μέρος τους πληθαίνουν ολοένα κι είναι πιο δύσκολο να τους πολεμήσεις. Βλέπω ακόμα», συνέχισε, «κι εκείνους που θέλουν να καταστρέψουν σφήκες· όταν δοκιμάζουν να τις πιάσουν καθώς βγαίνουν από τη φωλιά τους δέχονται πολλά κεντρίσματα, ενώ αν τους βάλουν φωτιά την ώρα που είναι μέσα, τις δαμάζουν δίχως να πάθουν τίποτα οι ίδιοι. Έχοντας αυτά υπόψη μου πιστεύω πως το καλύτερο απ' όλα είναι να δώσουμε μάχη μέσα στην ίδια τη Λακεδαίμονα, αν γίνεται, ή τουλάχιστον όσο πιο κοντά της μπορούμε».

Οι άλλοι βρήκαν σωστές τις απόψεις του και ψήφισαν σύμφωνα μ' αυτές. Κατόπιν βάλθηκαν να ρυθμίσουν το πρόβλημα της αρχιστρατηγίας, και να συμφωνήσουν σε πόσες σειρές έπρεπε να παραταχτεί ολόκληρο το στράτευμα, για να μην έχουν υπερβολικό βάθος οι φάλαγγες της καθεμιάς πόλης κι έτσι μπορέσει ο εχθρός να τις κυκλώσει. Στο μεταξύ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν κιόλας παραλάβει τους Τεγεάτες και τους Μαντινείς και βάδιζαν προς την Κόρινθο. Καθώς προχωρούσαν οι δύο στρατοί, έφταναν σχεδόν ταυτόχρονα οι Κορίνθιοι με τους συμμάχους τους στη Νεμέα κι οι Λακεδαιμόνιοι με τους δικούς τους στη Σικυώνα. Όταν τούτοι εισέβαλαν κοντά στην Επιείκεια, στην αρχή έπαθαν μεγάλη καταστροφή από το ελαφρύ πεζικό των αντιπάλων που τους χτυπούσε με τόξα και ακόντια από τα υψώματα στα δεξιά τους. Στη συνέχεια όμως κατέβηκαν προς τη θάλασσα και προχώρησαν παράλληλα μ' αυτήν μέσα από την πεδιάδα, καταστρέφοντας και καίγοντας τη χώρα. Τότε οι άλλοι τραβήχτηκαν κι έστησαν στρατόπεδο πίσω από μια χαράδρα· οι Λακεδαιμόνιοι πάλι, αφού προχώρησαν τόσο που να μην απέχουν ούτε δέκα στάδια από κείνους, σταμάτησαν κι έστησαν κι αυτοί στρατόπεδο εκεί.

Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 11. ΕΠΙΡΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ


§11.72. Αποτελεσματικές (ή συμπερασματικές).ονομάζονται οι επιρρηματικές προτάσεις οι οποίες δείχνουν το αποτέλεσμα ή το επακόλουθο της ενέργειας που εκπορεύεται από το ρήμα της πρότασης που προσδιορίζεται (και η οποία συνήθως προηγείται).

§11.73. Οι αποτελεσματικές προτάσεις εισάγονται με τους συμπερασματικούς συνδέσμους ὥστε, ὡς.

Πολύ συχνά στην κύρια πρόταση τίθενται λέξεις που προεξαγγέλλουν ένα συμπέρασμα, επομένως μας προετοιμάζουν ότι θα ακολουθήσει μια συμπερασματική πρόταση. Τέτοιες λέξεις είναι δεικτικές αντωνυμίες ή επιρρήματα που δηλώνουν ποσό, μέγεθος, ποιόν (π.χ. τόσος, τοσοῦτος, τηλικοῦτος, τοιοῦτος, ὅσον, οὕτω).

ΔΗΜ 13.28 οἰκοδομήματα μέν γε καὶ κόσμον τῆς πόλεως, ἱερῶν καὶ λιμένων καὶ τῶν ἀκολούθων τούτοις, τοιοῦτον καὶ τοσοῦτονκατέλιπον ἐκεῖνοι ὥστε μηδενὶ τῶν ἐπιγιγνομένων ὑπερβολὴν λελεῖφθαι || οικοδομήματα, βέβαια, και στολίδια της πόλης, των ιερών και των λιμανιών και καθενός που εξαρτάται από αυτά, τέτοιας ποιότητας και τόσης ποσότητας άφησαν εκείνοι, ώστε κανείς από τους μεταγενεστέρους να μην μπορεί να τους ξεπεράσει.

ΞΕΝ ΛακΠολ 2.5 σῖτόν γε μὴν ἔταξε τοσοῦτον ἔχοντα συμβολεύειν τὸν εἴρενα ὡς ὑπὸ πλησμονῆς μὲν μήποτε βαρύνεσθαι, τοῦ δὲ ἐνδεεστέρως διάγειν μὴ ἀπείρως ἔχειν || αλλά και τροφή όρισε τόση να συνεισφέρει κάθε έφηβος στο συσσίτιο, ώστε από τη μια από υπερβολική ποσότητα τροφής ποτέ να μη βαρύνη το στομάχι του και από την άλλη να είναι έτοιμος να ζει με στερήσεις.

ΠΛ Συμπ 215e-216a Περικλέους δὲ ἀκούων καὶ ἄλλων ἀγαθῶν ῥητόρων εὖ μὲν ἡγούμην λέγειν, τοιοῦτον δ' οὐδὲν ἔπασχον, οὐδ' ἐτεθορύβητό μου ἡ ψυχὴ οὐδ' ἠγανάκτει ὡς ἀνδραποδωδῶς διακειμένου, ἀλλ' ὑπὸ τουτουῒ τοῦ Μαρσύου πολλάκις δὴ οὕτω διετέθην ὥστε μοι δόξαι μὴ βιωτὸν εἶναι ἔχοντι ὡς ἔχω || όταν άκουγα τον Περικλή και τους άλλους καλούς ρήτορας, σχημάτιζα τη γνώμη ότι μιλούσαν ωραία, αλλά δεν πάθαινα τίποτα τέτοιο ούτε ταραζόταν η ψυχή μου ούτε αγανακτούσε σαν να ήμουν σε κατάσταση σκλάβου. Ενώ από τούτον εδώ το Μαρσύα, πολλές φορές, βέβαια, ήρθα σε τέτοια θέση, που μου φάνηκε πως δεν άξιζε να ζω στην κατάσταση που ήμουν.

§11.74. Οι συμπερασματικές προτάσεις εκφέρονται είτε (α) με τις εγκλίσεις των προτάσεων κρίσεως, δηλ. οριστική, δυνητική οριστική και δυνητική ευκτική (άρνηση οὐ) είτε (β) με απαρέμφατο (στην περίπτωση αυτή ονομάζονται απαρεμφατικές συμπερασματικές και παίρνουν άρνηση μή).

§11.75. Οι εγκλίσεις κρίσεως με τις οποίες εκφέρονται οι συμπερασματικές προτάσεις (παίρνοντας άρνηση οὐ) είναι:

• Οριστική, όταν το αποτέλεσμα παριστάνεται ως πραγματικό γεγονός.

ΞΕΝ Ελλ 6.3.16 ἀλλὰ μὴν οὐδ' ἐκείνους ἔγωγε ἐπαινῶ οἵτινες ἀγωνισταὶ γενόμενοι καὶ νενικηκότες ἤδη πολλάκις καὶ δόξαν ἔχοντες οὕτω φιλονεικοῦσιν ὥστε οὐ πρότερον παύονται, πρὶν ἂν ἡττηθέντες τὴν ἄσκησιν καταλύσωσιν || εγώ, τουλάχιστον, δεν επαινώ εκείνους που, μολονότι υπήρξαν αθλητές και έχουν νικήσει ήδη πολλές φορές και απέκτησαν δόξα, είναι τόσο φιλόδοξοι, ώστε δεν σταματούν την αγωνιστική δράση παρά όταν ηττηθούν.

ΞΕΝ Συμπ 4.36 αἰσθάνομαι δὲ καὶ τυράννους τινάς, οἳ οὕτω πεινῶσι χρημάτων ὥστε ποιοῦσι πολὺ δεινότερα τῶν ἀπορωτάτων || γνωρίζω εξάλλου και κάποιους τυράννους που έχουν τόση δίψα για χρήμα, ώστε διαπράττουν κακουργήματα φοβερότερα από τους φτωχότερους ανθρώπους του κόσμου·

• Δυνητική οριστική, όταν το αποτέλεσμα παριστάνεται ως κάτι που ήταν δυνατό στο παρελθόν, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε.

ΞΕΝ Συμπ 9.3 εὐθὺς μὲν γὰρ ἡ Ἀριάδνη ἀκούσασα τοιοῦτόν τι ἐποίησεν ὡς πᾶς ἂν ἔγνω ὅτι ἀσμένη ἤκουσε || αμέσως μόλις άκουσε κάτι τέτοιο η Αριάδνη, ενήργησε έτσι, που ο καθένας θα καταλάβαινε ότι το άκουσε με ευχαρίστηση.

ΘΟΥΚ 5.6.3 ἔστι δὲ τὸ χωρίον τοῦτο Ἀργιλίων ἐπὶ μετεώρου πέραν τοῦ ποταμοῦ͵ οὐ πολὺ ἀπέχον τῆς Ἀμφιπόλεως͵ καὶ κατεφαίνετο πάντα αὐτόθεν͵ ὥστε οὐκ ἂν ἔλαθεν αὐτὸν ὁρμώμενος ὁ Κλέων τῷ στρατῷ || αυτή η τοποθεσία ανήκει στους Αργίλιους, βρίσκεται σε ύψωμα πέρα από τον ποταμό και δεν απέχει πολύ από την Αμφίπολη. Από εκεί φαίνονταν τα πάντα, έτσι που ο Κλέωνας ξεκινώντας με τον στρατό του δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος.

• Δυνητική ευκτική, όταν το αποτέλεσμα παριστάνεται ως κάτι που είναι δυνατό και ενδέχεται, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να πραγματοποιηθεί στο παρόν ή στο μέλλον.

ΙΣΟΚΡ 6.67 ἀντὶ δὲ τῆς ἐφ' ἡμῶν ὁμονοίας καὶ τῆς παρ' ἀλλήλων εὐπορίας εἰς τοσαύτην ἀμιξίαν ἐληλύθασιν, ὥσθ' οἱ μὲν κεκτημένοι τὰς οὐσίας ἥδιον ἂν εἰς τὴν θάλατταν τὰ σφέτερ' αὐτῶν ἐκβάλοιεν ἢ τοῖς δεομένοις ἐπαρκέσειαν, οἱ δὲ καταδεέστερον πράττοντες οὐδ' ἂν εὑρεῖν δέξαιντο μᾶλλον ἢ τὰ τῶν ἐχόντων ἀφελέσθαι || και αντί για την ομόνοια που είχαν κατά την ηγεμονία μας και την αλληλοβοήθεια στα αναγκαία για την επιβίωση, τόσο πολύ έχουν απομονωθεί μεταξύ τους, ώστε όσοι από τη μια έχουν περιουσία, πολύ πιο ευχάριστα θα πετούσαν στη θάλασσα τα υπάρχοντά τους παρά θα βοηθούσαν αυτούς που τη στερούνται, ενώ, από την άλλη, εκείνοι που είναι κάπως φτωχοί, θα προτιμούσαν μάλλον να αφαιρέσουν με τη βία την περιουσία των πλουσίων παρά εκείνοι να τους την χαρίσουν.

ΛΥΣ 2.27 Μετὰ ταῦτα δὲ Ξέρξης ὁ τῆς Ἀσίας βασιλεύς, καταφρονήσας μὲν τῆς Ἑλλάδος, […] δεκάτῳ ἔτει παρασκευασάμενος διακοσίαις μὲν καὶ χιλίαις ναυσὶν ἀφίκετο, τῆς δὲ πεζῆς στρατιᾶς οὕτως ἄπειρον τὸ πλῆθος ἦγεν, ὥστε καὶ τά ἔθνη τὰ μετ' αὐτοῦ ἀκολουθήσαντα πολὺ ἄν ἔργον εἴη καταλέξαι || μετά από αυτά ο Ξέρξης, ο βασιλιάς των Ασίας, επειδή περιφρόνησε την Ελλάδα […] μετά από προετοιμασίες δέκα χρόνων έφτασε με χίλια διακόσια πλοία, ενώ το πλήθος των πεζών που οδηγούσε ήταν τόσο μεγάλο, ώστε θα ήταν δύσκολο να απαριθμήσει κανείς ακόμη και τα έθνη που τον ακολουθούσαν.

• Σπάνια ενδέχεται αντί για οριστική σε εξάρτηση από ιστορικό χρόνο να χρησιμοποιείται ευκτική του πλαγίου λόγου, για να παρουσιαστεί το αποτέλεσμα ως υποκειμενικό ή αβέβαιο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, η ευκτική μιας αποτελεσματικής πρότασης οφείλεται σε έλξη.

ΞΕΝ Οικ 1.13 εἰ γοῦν τις χρῷτο τῷ ἀργυρίῳ ὥστε πριάμενος οἷον ἑταίραν διὰ ταύτην κάκιον μὲν τὸ σῶμα ἔχοι͵ κάκιον δὲ τὴν ψυχήν͵ κάκιον δὲ τὸν οἶκον͵ πῶς ἂν ἔτι τὸ ἀργύριον αὐτῷ ὠφέλιμον εἴη; || αν λοιπόν κανείς χρησιμοποιούσε τα χρήματα έτσι που, αγοράζοντας, για παράδειγμα, μια εταίρα, να προκαλέσει ζημιά στο σώμα, την ψυχή και το σπίτι του, πώς θα του ήταν πια ωφέλιμα;

[η ευκτική της συμπερασματικής πρότασης οφείλεται στην έλξη της έγκλισης της υποθετικής πρότασης, δηλ. προκειμένου να υπάρξει συμφωνία με αυτήν, η οριστική της συμπερασματικής πρότασης τρέπεται σε ευκτική].

ΞΕΝ Ελλ 3.5.23 ἐλογίζοντο δὲ καὶ τὸ ἱππικὸν ὡς τὸ μὲν ἀντίπαλον πολύ͵ τὸ δὲ αὑτῶν ὀλίγον εἴη͵ τὸ δὲ μέγιστον͵ ὅτι οἱ νεκροὶ ὑπὸ τῷ τείχει ἔκειντο͵ ὥστε οὐδὲ κρείττοσιν οὖσι διὰ τοὺς ἀπὸ τῶν πύργων ῥᾴδιον εἴη ἀνελέσθαι || έλαβαν ακόμη υπόψη τους ότι το ιππικό των αντιπάλων ήταν πολύ, ενώ το δικό τους λιγοστό, και το σπουδαιότερο, ότι οι νεκροί κείτονταν κάτω από το τείχος, ώστε, εξαιτίας των φρουρών στους πύργους, δεν θα ήταν εύκολο να τους περισυλλέξουν, ακόμη κι αν υπερίσχυαν.

[λόγω της εξάρτησης από ιστορικό χρόνο, αντί για οριστική χρησιμοποιείται ευκτική του πλαγίου λόγου. Κάποιοι, ωστόσο, θεωρούν και αυτήν την ευκτική ως προϊόν έλξης, βλ. το εἴη των ειδικών προτάσεων].

§11.76. Απαρεμφατικές συμπερασματικές προτάσεις: λέγονται οι συμπερασματικές προτάσεις που εισάγονται με το ὥστε (αλλά και με το ὡς, όταν δηλώνεται ενδεχόμενο ή επιδιωκόμενο αποτέλεσμα) και εκφέρονται με απαρέμφατο. Πρόκειται για την παλαιότερη αλλά και πιο εύχρηστη εκφορά των συμπερασματικών προτάσεων. Το υποκείμενο των προτάσεων αυτών ακολουθεί τους κανόνες της ταυτοπροσωπίας-ετεροπροσωπίας. Στις προτάσεις αυτές τίθεται άρνηση μή, όταν όμως η προσδιοριζόμενη πρόταση περιέχει άρνηση, τίθεται μὴ οὐ:

ΞΕΝ Ελλ 4.8.32 πολεμήσειν ὑπισχνεῖτο τοῖς Ἀθηναίοις͵ ὥστε μὴ ἔχειν ἐκείνοις καλῶς τὰ ἐν Ἑλλησπόντῳ || υποσχόταν να πολεμήσει τους Αθηναίους, για να μην είναι για εκείνους ευνοϊκή η κατάσταση στον Ελλήσποντο.

ΣΟΦ Αντ 96-97πείσομαι γὰρ οὐτοσοῦτον οὐδὲν ὥστε μὴ οὐ καλῶς θανεῖν || γιατί δεν θα πάθω τίποτε τόσο φοβερό, ώστε να μην πεθάνω έντιμα.

Οι συμπερασματικές προτάσεις εκφέρονται με απαρέμφατο:

§11.77. Όταν το αποτέλεσμα παριστάνεται ως το φυσικό ή λογικό επακόλουθο αυτού που αναφέρεται στην προσδιοριζόμενη πρόταση, ως μια απλή σκέψη (με υποκειμενική χροιά) αυτού που μιλά/γράφει. Παρουσιάζεται ,με άλλα λόγια, ως κάτι το ενδεχόμενο και δυνατό και όχι ως πραγματικό γεγονός (χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται το ενδεχόμενο να πρόκειται όντως για πραγματικό γεγονός). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο ομιλητής/γράφων ήθελε να τονίσει ότι το αποτέλεσμα υπήρξε ένα πραγματικό γεγονός θα προτιμούσε την οριστική έγκλιση.

ΑΝΔΟΚ 1.7 ἔτι δὲ καὶ τόδε ἐνθυμητέον, ὅτι πολλοὶ ἤδη πολλὰ καὶ δεινὰ κατηγορήσαντες παραχρῆμα ἐξηλέγχθησαν ψευδόμενοι οὕτω φανερῶς, ὥστε ὑμᾶς πολὺ ἄν ἥδιον δίκην λαβεῖν παρὰ τῶν κατηγόρων ἢ παρὰ τῶν κατηγορουμένων || επίσης πρέπει να αναλογιστείτε και αυτό, ότι δηλαδή πολλοί μέχρι τώρα διατύπωσαν πολλές και σοβαρές κατηγορίες αλλά αποδείχθηκε αμέσως ότι έλεγαν ψέματα τόσο φανερά, ώστε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα τιμωρούσατε τους κατήγορους παρά τους κατηγορούμενους.

ΘΟΥΚ 1.136.1 δεδιέναι δὲ φασκόντων Κερκυραίων ἔχειν αὐτὸν ὥστε Λακεδαιμονίοις καὶ Ἀθηναίοις ἀπεχθέσθαι͵ διακομίζεται ὑπ' αὐτῶν ἐς τὴν ἤπειρον τὴν καταντικρύ || επειδή, όμως, οι Κερκυραίοι ισχυρίστηκαν ότι φοβούνταν να τον κρατήσουν κοντά τους, με (ενδεχόμενο) αποτέλεσμα να γίνουν μισητοί από τους Λακεδαιμόνιους και τους Αθηναίους, τον μετέφεραν στην απέναντι στεριά.

§11.78. Όταν το αποτέλεσμα παρουσιάζεται ως επιδιωκόμενο, δηλ. ουσιαστικά δηλώνεται σκοπός.

ΞΕΝ Ελλ 2.4.8 ἐκ δὲ τούτου οἱ τριάκοντα, οὐκέτι νομίζοντες ἀσφαλῆ σφίσι τὰ πράγματα, ἐβουλήθησαν Ἐλευσῖνα ἐξιδιώσασθαι, ὥστε εἶναι σφίσι καταφυγήν, εἰ δεήσειε || έπειτα απ' αυτό οι Τριάντα τύραννοι, επειδή έκριναν ότι η θέση τους ήταν πλέον επισφαλής, αποφάσισαν να προσαρτήσουν την Ελευσίνα, ώστε/για να την έχουν καταφύγιο σε ώρα ανάγκης.

ΞΕΝ Ελλ 3.1.10 ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος νόσῳ ἀπέθανε͵ παρασκευαζομένου τοῦ Φαρναβάζου ἄλλῳ δοῦναι τὴν σατραπείαν͵ Μανία ἡ τοῦ Ζήνιος γυνή͵ Δαρδανὶς καὶ αὐτή͵ ἀναζεύξασα στόλον καὶ δῶρα λαβοῦσα ὥστε καὶ αὐτῷ Φαρναβάζῳ δοῦναι καὶ παλλακίσιν αὐτοῦ χαρίσασθαι καὶ τοῖς δυναμένοις μάλιστα παρὰ Φαρναβάζῳ͵ ἐπορεύετο || μετά τον θάνατο εκείνου από αρρώστια, καθώς ο Φαρνάβαζος ετοιμαζόταν να δώσει σε άλλον τη σατραπεία, η Μανία, η γυναίκα του Ζήνη, από τα Δάρδανα και η ίδια, ξεκίνησε, αφού ετοίμασε αποστολή και πήρε δώρα, για να τα χαρίσει στον ίδιο τον Φαρνάβαζο και να τα προσφέρει στις παλλακίδες του και σε όσους είχαν μεγάλη επιρροή σ' αυτόν.

§11.79. Όταν δηλώνεται όρος, προϋπόθεση, συμφωνία. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για κάποια συνθήκη ειρήνης ή συμφωνία και προηγείται ρήμα ή φράση με τη σημασία αυτή. Μεταφράζουμε: με τον όρο να…, με την προϋπόθεση να… κ.τ.ο.

ΘΟΥΚ 5.61.5 οἱ δὲ Ὀρχομένιοι δείσαντες τήν τε τοῦ τείχους ἀσθένειαν καὶ τοῦ στρατοῦ τὸ πλῆθος καί, ὡς οὐδεὶς αὐτοῖς ἐβοήθει, μὴ προαπόλωνται, ξυνέβησαν ὥστε ξύμμαχοί τε εἶναι καὶ ὁμήρους σφῶν τε αὐτῶν δοῦναι Μαντινεῦσι καὶ οὓς κατέθεντο Λακεδαιμόνιοι παραδοῦναι || επειδή οι Ορχομένιοι φοβήθηκαν μήπως, εξαιτίας του ευάλωτου τείχους και του πλήθους των αντιπάλων και καθώς κανείς δεν τους βοηθούσε, καταστραφούν πριν έρθει βοήθεια, συνθηκολόγησαν με τον όρο να γίνουν σύμμαχοι, να δώσουν ως ομήρους κάποιους συμπολίτες τους στους Μαντινείς, καθώς και να παραδώσουν όσους είχαν τοποθετήσει εκεί οι Λακεδαιμόνιοι (ως φρουρά).

ΘΟΥΚ 3.75.1 ξύμβασίν τε ἔπρασσε καὶ πείθει ὥστε ξυγχωρῆσαι ἀλλήλοις δέκα μὲν ἄνδρας τοὺς αἰτιωτάτους κρῖναι͵ (…)͵ τοὺς δ' ἄλλους οἰκεῖν σπονδὰς πρὸς ἀλλήλους ποιησαμένους καὶ πρὸς Ἀθηναίους͵ ὥστε τοὺς αὐτοὺς ἐχθροὺς καὶ φίλους νομίζειν και πέτυχε συμβιβασμό και τους έπεισε να συμφωνήσουν από κοινού να δικάσουν δέκα άντρες, τους κατεξοχήν υπαίτιους, οι υπόλοιποι, ωστόσο, να παραμείνουν στις εστίες τους, αφού κάνουν συμφωνία μεταξύ τους και με τους Αθηναίους, με το όρο να έχουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραπάνω παράδειγμα (ΘΟΥΚ 3.75.1) έχουμε μια χρήση του ὥστε + απαρέμφατο (πείθει ὥστε ξυγχωρῆσαι) που προκαλεί, όπως και άλλες παρόμοιες, διχογνωμία: κάποιοι θεωρούν ότι η πρόταση ὥστε ξυγχωρῆσαι λειτουργεί ως αντικείμενο στο ρήμα πείθει. Κάποιοι, πάλι, πιστεύουν ότι ο σύνδεσμος απλώς πλεονάζει. Παρόμοιες συζητήσεις έχουμε στην περίπτωση εξάρτησης του ὥστε + απαρέμφατο από:

(α) απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκφράσεις

(β) ρήματα που δηλώνουν βούληση, πειθώ, απόφαση, επιθυμία

(γ) επίθετα.

Όσοι, λοιπόν, κάνουν λόγο για πρόταση θεωρούν ότι μια συμπερασματική πρόταση με ὥστε + απαρέμφατο λειτουργεί στις παραπάνω περιπτώσεις ως υποκείμενο, αντικείμενο ή προσδιορισμός της αναφοράς, αντίστοιχα. Θεωρώντας, ωστόσο, τις συμπερασματικές προτάσεις ως επιρρηματικές, συμφωνούμε με την αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο ὥστε σε αυτές τις περιπτώσεις πλεονάζει.

§11.80. Προκειμένου να δηλωθεί όρος ή συμφωνία στη θέση του ὥστε μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ἐφ' ᾧ, ἐφ' ᾧτε με απαρέμφατο.

ΞΕΝ Ελλ 6.3.18 Δοξάντων δὲ τούτων καλῶς εἰπεῖν, ἐψηφίσαντο καὶ οἱ Λακεδαιμόνιοι δέχεσθαι τὴν εἰρήνην, ἐφ' ᾧ τούς τε ἁρμοστὰς ἐκ τῶν πόλεων ἐξάγειν, τά τε στρατόπεδα διαλύειν καὶ τὰ ναυτικὰ καὶ τὰ πεζικά, τάς τε πόλεις αὐτονόμους ἐᾶν || επειδή οι Λακεδαιμόνιοι έκριναν πως αυτοί είχαν μιλήσει σωστά, αποφάσισαν κι εκείνοι να δεχτούν την ειρήνη με τους όρους ν' αποσύρουν όλοι τους αρμοστές που είχαν διορίσει σ' άλλες πόλεις, να διαλύσουν τις ναυτικές και πεζικές δυνάμεις τους και ν' αφήσουν τις πόλεις ανεξάρτητες.

ΞΕΝ Ελλ 7.4.10 συνεχώρησαν αὐτοῖς καὶ Φλειασίοις καὶ τοῖς ἐλθοῦσι μετ' αὐτῶν εἰς Θήβας τὴν εἰρήνην ἐφ' ᾧτε ἔχειν τὴν ἑαυτῶν ἑκάστους || συμφώνησαν με αυτούς και τους Φλειάσιους και όσους άλλους είχαν έρθει μαζί τους στη Θήβα να συνάψουν ειρήνη με τον όρο ο καθένας να είναι κύριος της πατρίδας του.

§11.81. Ορισμένοι συγγραφείς χρησιμοποιούν το ἐφ' ᾧ, ἐφ' ᾧτε με οριστική μέλλοντα αντί για ἐφ' ᾧ, ἐφ' ᾧτε με απαρέμφατο, προκειμένου να δηλωθεί όρος ή συμφωνία.

ΑΡΙΣΤ ΑθΠολ 34.3 τῆς εἰρήνης γενομένης αὐτοῖς ἐφ' ᾧτε πολιτεύσονται τὴν πάτριον πολιτείαν, οἱ μὲν δημοτικοὶ διασῴζειν ἐπειρῶντο τὸν δῆμον, τῶν δὲ γνωρίμων οἱ μὲν ἐν ταῖς ἑταιρείαις ὄντες καὶ τῶν φυγάδων οἱ μετὰ τὴν εἰρήνην κατελθόντες ὀλιγαρχίας ἐπεθύμουν || ενώ είχαν συνάψει ειρήνη με τον όρο να εφαρμόσουν το προγονικό τους πολίτευμα, οι δημοκρατικοί προσπαθούσαν να σώσουν τη δημοκρατία, ενώ όσοι από τους ευγενείς ήταν μέλη των πολιτικών οργανώσεων καθώς και οι φυγάδες που είχαν επιστρέψει μετά την ειρήνη, επιθυμούσαν να εγκατασταθεί ολιγαρχία.

ΘΟΥΚ 1.103 Οἱ δ' ἐν Ἰθώμῃ δεκάτῳ ἔτει͵ ὡς οὐκέτι ἐδύναντο ἀντέχειν͵ ξυνέβησαν πρὸς τοὺς Λακεδαιμονίους ἐφ' ᾧ ἐξίασιν ἐκ Πελοποννήσου ὑπόσπονδοι καὶ μηδέποτε ἐπιβήσονται αὐτῆς || όσοι πολιορκούνταν στην Ιθώμη, τον δέκατο χρόνο (της πολιορκίας), επειδή πλέον δεν μπορούσαν να αντέξουν, συνθηκολόγησαν με τους Λακεδαιμονίους με τον όρο να φύγουν από την Πελοπόννησο υπό την προστασία της ανακωχής και ποτέ πια να μην πατήσουν το πόδι τους σ' αυτήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Είναι πιθανό στην περίπτωση των συμπερασματικών απαρεμφατικών προτάσεων που δηλώνουν όρο ή συμφωνία να προηγείται στην κύρια πρόταση δεικτική έκφραση, όπως ἐπὶ τούτῳ, ἐπὶ τοῖσδε κ.τ.ό. Στην περίπτωση αυτή η συμπερασματική πρόταση λειτουργεί ως επεξήγηση στον εμπρόθετο αυτό προσδιορισμό. Παράδειγμα:

ΠΛ Απολ 29c Ὦ Σώκρατες͵ νῦν μὲν Ἀνύτῳ οὐ πεισόμεθα ἀλλ' ἀφίεμέν σε͵ ἐπὶ τούτῳ μέντοι͵ ἐφ' ᾧτε μηκέτι ἐν ταύτῃ τῇ ζητήσει διατρίβειν μηδὲ φιλοσοφεῖν || Σωκράτη, προς το παρόν δεν θα πειστούμε από τον Άνυτο, αλλά με αυτόν τον όρο σε αφήνουμε ελεύθερο, με την προϋπόθεση δηλαδή να μην ασχολείσαι πλέον με αυτήν την ερευνητική εξέταση ούτε να φιλοσοφείς.

§11.82. Μια συμπερασματική απαρεμφατική πρόταση που εισάγεται με το ἢ ὥστε, ἢ ὡς χρησιμοποιείται, όταν υπάρχει συγκριτική λέξη, ως β' όρος σύγκρισης. Δηλώνει ασύμμετρη σύγκριση, δηλαδή ότι ο α' όρος σύγκρισης είναι ασύγκριτα ανώτερος από τον β', επομένως το συμπέρασμα είναι αδύνατο.

ΑΝΤΙΦ 5.79 πολλὰ δ' ἐστὶ τὰ συμβαλλόμενα τοῖς βουλομένοις τῶν ἀλλοτρίων ἐφίεσθαι. γέρων μὲν ἐκεῖνος ὥστ' ἐμοὶ βοηθεῖν, νεώτερος δ' ἐγὼ πολλῷ ἢ ὥστε δύνασθαι ἐμαυτῷ τιμωρεῖν ἱκανῶς || πολλά είναι αυτά που ενθαρρύνουν εκείνους που επιθυμούν τα ξένα αγαθά: αφενός εκείνος είναι γέροντας, για να μπορεί να με βοηθήσει, αφετέρου εγώ είμαι τόσο νέος, ώστε είναι αδύνατο να υπερασπιστώ ικανοποιητικά τον εαυτό μου.

ΞΕΝ Απομν 3.5.17 ἐξ ὧν πολλὴ μὲν ἀτηρία καὶ κακία τῇ πόλει ἐμφύεται, πολλὴ δὲ ἔχθρα καὶ μῖσος ἀλλήλων τοῖς πολίταις ἐγγίγνεται, δι' ἃ ἔγωγε μάλα φοβοῦμαι ἀεί, μή τι μεῖζον ἢ ὥστε φέρειν δύνασθαι κακὸν τῇ πόλει συμβῇ || εξαιτίας αυτών από τη μια γεννιούνται στην πόλη μεγάλη βλάβη και κακία, κι από την άλλη δημιουργούνται πολλή έχθρα και μίσος ανάμεσα στους πολίτες, για τα οποία εγώ τουλάχιστον φοβάμαι πάντα πολύ μήπως συμβεί κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο από όσο μπορεί να υποφέρει κανείς.

§11.83. Το ὥστε μετά από τελεία ή άνω τελεία λειτουργεί παρατακτικά και εισάγει κύρια πρόταση, στην οποία το συμπέρασμα προβάλλεται με έμφαση. Η πρόταση εκφέρεται με τις εγκλίσεις κρίσεως. Το ὥστε μεταφράζεται στην περίπτωση αυτή ως: επομένως, συνεπώς, γι' αυτό κ.τ.ό.

ΞΕΝ Αγ 1.26 ἥ τε γὰρ ἀγορὰ μεστὴ ἦν παντοδαπῶν καὶ ὅπλων καὶ ἵππωνὠνίων, οἵ τε χαλκοτύποι καὶ οἱ τέκτονες καὶ οἱ σιδηρεῖς καὶ σκυτεῖς καὶ γραφεῖς πάντες πολεμικὰ ὅπλα κατεσκεύαζον· ὥστε τὴν πόλιν ὄντως ἂν ἡγήσω πολέμου ἐργαστήριον εἶναι || γιατί η αγορά ήταν γεμάτη με διάφορα όπλα και άλογα για πώληση, και όλοι όσοι κατεργάζονταν τον χαλκό και οι ξυλουργοί και οι σιδεράδες και οι υποδηματοποιοί και όλοι οι ζωγράφοι κατασκεύαζαν πολεμικά όπλα. Θα μπορούσες, επομένως, να θεωρήσεις ότι ολόκληρη η πόλη ήταν πράγματι ένα πολεμικό εργαστήριο.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.25 καὶ εἰς μὲν τὴν ὑστεραίαν οὐχ ἧκεν· ὥσθ' οἱ Ἕλληνες ἐφρόντιζον || την επόμενη ημέρα δεν ήρθε· γι' αυτό οι Έλληνες ανησυχούσαν.

Μια ασφαλή σχέση με έναν… ανασφαλή σύντροφο

Πολλοί άνθρωποι έχουν παράπονα όπως:

“Δεν καταλαβαίνω γιατί ο σύντροφός μου δυσκολεύεται τόσο πολύ να ανοιχτεί και να είναι ευάλωτος μαζί μου”.

“Τι μπορώ να κάνω για να κάνω τον σύντροφό μου να με εμπιστευτεί περισσότερο;”

“Η σύντροφός μου νιώθει ότι σπάνια αναγνωρίζω τις ανάγκες της, παρόλο που νιώθω ότι είμαι αρκετά προσεκτική στη σχέση”.

Δηλώσεις όπως αυτές μπορεί να υποδηλώνουν ότι η σύντροφός σας αισθάνεται ανασφάλεια στη σχέση σας. Η συναισθηματική ασφάλεια και η ασφάλεια αποτελούν το θεμέλιο μιας υγιούς σχέσης- συμβάλλουν σε μεγαλύτερη οικειότητα, ισχυρότερη συναισθηματική ευημερία, ακόμη και καλύτερη σωματική υγεία.

Για παράδειγμα, μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Social Psychological and Personality Science διαπίστωσε ότι όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι ο σύντροφός τους τους εκτιμά είναι πιο πιθανό να κοιμούνται καλύτερα. Μια άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Psychology and Aging αποκάλυψε ότι μια ανθυγιεινή σχέση μπορεί να σας κόψει χρόνια από τη ζωή σας, αυξάνοντας τον ρυθμό με τον οποίο γερνάτε.

Μερικές φορές, η ανασφάλεια του συντρόφου σας μπορεί να οφείλεται σε μη επεξεργασμένο τραύμα. Θα μπορούσε επίσης να οφείλεται στις δικές σας πράξεις – πράξεις που μπορεί να μην έχετε καν συνείδηση.

Ακόμη και αν η ανασφάλεια του συντρόφου σας δεν οφείλεται σε εσάς, υπάρχουν πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να κάνετε τον σύντροφό σας να νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια στη σχέση σας. Ακολουθούν τρία από αυτά.

1. Καθυστερήστε την κρίση σας

Καθώς το στάδιο του μήνα του μέλιτος φεύγει, η αγάπη που έχετε ο ένας για τον άλλον μπορεί να δοκιμαστεί με τρόπους που δεν έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν. Καθώς εσείς και η σχέση σας μεγαλώνετε, η αυξημένη άνεση και η ευπάθεια μπορεί να κάνουν τα ελαττώματα του συντρόφου σας να σας φαίνονται πιο εμφανή από ποτέ. Μπορεί ακόμη και να ανακαλύψετε άγνωστα μέχρι πρότινος και ενδεχομένως δυσάρεστα κομμάτια της προσωπικότητάς του.

Είναι σημαντικό να υπενθυμίζετε στον εαυτό σας ότι δεν χρειάζεται να διορθώνετε ή να διορθώνετε τυχόν προβλήματα που μπορεί να έχει ο σύντροφός σας. Αντίθετα, αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να “κρατήσετε χώρο”. Αν ο σύντροφός σας περνάει μια στιγμή ακραίου άγχους ή θυμού (που μπορεί να αφορά περισσότερο εκείνον παρά εσάς), προσπαθήστε με κάθε τρόπο να του δώσετε να καταλάβει ότι το αντιμετωπίζετε μαζί.

Όταν έρχεστε αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση, αντικαταστήστε τα απορριπτικά σχόλια του τύπου “Έπρεπε να ήξερες πώς να χειριστείς καλύτερα την κατάσταση” με σχόλια του τύπου “Βλέπω ότι προσπάθησες να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορούσες. Η πλοήγηση στις προκλήσεις μπορεί να είναι πραγματικά δύσκολη, αλλά μπορούμε να τα καταφέρουμε”.

Η απλή επικύρωση και αναγνώριση μπορεί να βοηθήσει πολύ στην εμπέδωση ενός αισθήματος ασφάλειας στο σύντροφό σας. Η αποδοχή είναι ένα από τα κλειδιά για μια ευτυχισμένη σχέση.

2. Εξασφαλίστε υπευθυνότητα

Μπορεί να είναι εξαντλητικό να βρίσκεστε γύρω από κάποιον που έχει συνηθίσει να προσποιείται ότι όλα είναι εντάξει μέχρι να μην μπορεί να τα συγκρατήσει άλλο. Η επαναλαμβανόμενη ασυνεπής συμπεριφορά είναι στην πραγματικότητα μια μορφή σαμποτάζ της σχέσης.

Για να σώσετε τη σχέση σας από τη διάλυση, αρχίστε να ασκείτε τη λογοδοσία. Προσπαθήστε να είστε αξιόπιστοι και φερέγγυοι, όντας συνεπείς με τα λόγια και τις πράξεις σας. Μην λέτε πράγματα που δεν εννοείτε πραγματικά. Για να κάνετε τον σύντροφό σας να νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια, πρέπει να ενεργείτε με ακεραιότητα.

Για παράδειγμα, αν έχει την τάση να υπεραντισταθμίζει μετά από έναν καυγά, φοβούμενος τι μπορεί να σκεφτείτε γι’ αυτόν, πρέπει να του δώσετε να καταλάβει ότι οι διαφωνίες είναι εντάξει και ότι το να τις έχετε δεν σημαίνει ότι ξαφνικά δεν σας αρέσει πια ο σύντροφός σας.

Επιπλέον, δείξτε ενδιαφέρον για τη ζωή του συντρόφου σας και να είστε διαθέσιμοι γι’ αυτόν. Μικρά πράγματα όπως οι γρήγορες και τακτικές βραδιές ραντεβού και οι συζητήσεις πριν πέσετε για ύπνο μπορούν να έχουν νόημα.

Μερικές φορές, το να βγαίνετε από το δρόμο σας αποδεικνύει επίσης ότι καταβάλλετε προσπάθεια και ότι είστε αφοσιωμένοι στη σχέση. Αυτά τα μικρά βήματα αθροίζονται για να οικοδομήσουν μακροχρόνια εμπιστοσύνη μεταξύ εσάς και του συντρόφου σας.

3. Κάντε συζητήσεις γύρω από τη συναισθηματική ασφάλεια

Για κάθε διαφωνία και διαφωνία που έχετε, υπάρχει μια παράλληλη ευκαιρία να κάνετε μια συμφιλιωτική συζήτηση γύρω από τη δημιουργία συναισθηματικής ασφάλειας. Οι σχέσεις συχνά δυναμώνουν μέσα από τη διαδικασία της ρήξης και της επιδιόρθωσης. Αν προσπαθούμε να παρακάμψουμε τους καβγάδες, μπορεί επίσης να χάσουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον σύντροφό μας σε βαθύτερο επίπεδο.

Χρησιμοποιήστε τον χρόνο αμέσως μετά από έναν καυγά για να ενημερώσετε τον σύντροφό σας για το πώς ακριβώς σας έκανε να νιώσετε. Μιλήστε για τους τομείς στους οποίους μπορείτε και οι δύο να εργαστείτε αντί να προσπαθείτε να επιρρίψετε ευθύνες. Ζητήστε συγγνώμη όταν είναι σκόπιμο, ή τουλάχιστον πείτε ότι αισθάνεστε άσχημα που πληγώσατε τα συναισθήματά του.

Να είστε περίεργοι και να ελέγχετε μαζί τους τι μπορείτε να κάνετε την επόμενη φορά που θα νιώσουν αγχωμένοι, ανήσυχοι ή λυπημένοι. Η γνήσια ασφάλεια προέρχεται επίσης από το να σας ακούνε και να σας καταλαβαίνουν. Μπορεί να υπενθυμίσει στον σύντροφό σας ότι, παρά τις όποιες δυσκολίες, εξακολουθείτε να θέλετε να τα καταφέρετε μαζί του.

Συμπέρασμα

Είναι απολύτως φυσιολογικό αν τα συναισθήματα των συντρόφων ο ένας για τον άλλον αλλάζουν κάθε τόσο. Αυτό όμως μπορεί να είναι μια δύσκολη εμπειρία για κάποιον που είναι ανασφαλής. Στο τέλος της ημέρας, αν η σχέση σας είναι μια ασφαλής, χωρίς κρίσεις ζώνη, και οι δύο σύντροφοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις περισσότερες δυσκολίες και να βγουν πιο δυνατοί.

Ο ανασφαλής ζει προσπαθώντας να επιβιώσει από τον ίδιο του τον εαυτό

Η ανασφάλεια, μπορεί ν’ ακούγεται μια απλή και τόσο σύντομη λέξη, αλλά για εκείνους που την έχουν αποτελεί ένα μεγάλο πρόβλημα που σίγουρα όσο περνάει ο καιρός και τα χρόνια, αν δεν το δουλέψουν, τους περιορίζει, τους δημιουργεί φθορά- ως και να τους αρρωστήσει. Πόσο επίπονη μπορεί να είναι μια ανασφάλεια, λίγο πολύ το γνωρίζουμε όλοι, όταν κοιτώντας στον καθρέφτη μας δεν μπορούμε να δούμε το σώμα ή την εικόνα που επιβραβεύουν οι γύρω μας, ή μην μπορώντας να πιστέψουμε πως αξίζουμε τη δουλειά που με κόπο πήραμε, ή τη σχέση που με αγάπη διατηρούμε.

Η αλήθεια είναι πώς η ανασφάλεια έχει την τάση να φουσκώνει τα πράγματα τόσο πολύ, που σίγουρα εκτός από το ότι καθιστά και το παρόν προβληματικό για το άτομο, καθιστά και το μέλλον, αφού προσυπογράφει μια ζωή μέσα στην καχυποψία, τα συμπλέγματα κατωτερότητας και τα κόμπλεξ. Σίγουρα είναι ένα ζοφερό συναίσθημα που ακόμα μια φορά έχει τη βάση του στην παιδική μας ηλικία, αφού σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει με το πόσο μας πρόσεξαν ή πόσο μας αμέλησαν, ακόμα και με το πόσο υπερπροστατευτικοί ήταν απέναντί μας.

Το άτομο που είναι ανασφαλές, έχει την τάση να προσκολλάται σε άτομα και το διακατέχει συχνά ένας φόβος για να μην τα χάσει. Επίσης, έχει συχνά την προκατάληψη ότι οι άλλοι είναι επιθετικοί, του ασκούν κριτική και σαφώς δεν αξίζει την ευτυχία και την αγάπη, αφού έχει όλα τα ελαττώματα του κόσμου, ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουν μόνο προτερήματα. Οι ανασφαλείς είναι άτομα που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εκφραστούν χωρίς αυτολογοκρισία επίσης, γιατί φυσικά έχουν το φόβο της απόρριψης μέσα τους σε βαθμό που προκαλεί παράλυση, οπότε απλώς αναμένουν από τους άλλους να κάνουν το πρώτο βήμα και μετά θα εκφράσουν το οτιδήποτε, διαλέγοντας μια πιο παθητική στάση ζωής.

Συνεπώς, είναι σε μια μόνιμη πίεση και σίγουρα μια ατελείωτη κούραση ζει στο μυαλό αλλά και στο σώμα τους. Φυσικά, είναι χαρακτήρες που δεν μπορούν ν’ αποφασίσουν τι θέλουν γιατί για όλα έχουν ένα φρένο κι εκατομμύρια σκέψεις από πίσω, γεγονός που τους κάνει αναποφάσιστους με αποτέλεσμα ν’ ασχολούνται με χίλια πράγματα μόνο και μόνο για να γεμίσουν το κενό τους. Ωστόσο, θα επιλέξουν να μην προχωρήσουν ουσιαστικά σε τίποτα, για να μη φορτωθούν τον φόβο μιας αποτυχίας.

Ακόμα ένα κομβικό σημείο, που αξίζει να ειπωθεί, είναι ότι λόγω της ανασφάλειας που γίνεται πια τρόπος ζωής, οι σχέσεις που δημιουργούν είναι τόσο εξαρτητικές που μπορούν να τους δημιουργήσουν ως κι επιθετικότητα, όταν κι αν αυτές δεν καταλήξουν στην ιδανική κατάσταση που οραματίζονται. Σε πιο ήπιες καταστάσεις, μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία συνήθως θα οδηγήσει σε ερωτικές αποτυχίες που θα συμβαίνουν ξανά και ξανά ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο «δε μ’ αγαπάει κανείς, θα μείνω μόνος μου, θα μείνω μόνος μου γιατί δε μ’ αγαπάει κανείς».

Ένα ακόμα αρκετά προβληματικό σημείο των ανασφαλών ατόμων είναι πως μπροστά στην τάση που έχουμε όλοι να υποκύπτουμε σε συγκρίσεις με τους γύρω μας, το μόνο που αναγνωρίζουν είναι το πόσο γεμάτοι είναι οι άλλοι και πόσο ελλιπείς είναι οι ίδιοι. Δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στους ίδιους κι αυτό μπορεί κατά περιπτώσεις να γίνει κι αιτία εκμετάλλευσης των ίδιων. Γιατί ας το παραδεχτούμε, υπάρχουν πολλοί που θέλουν κάποιον δίπλα τους που να του λέει «ναι» σε όλα ή να αισθάνεται διαρκώς υπό.

Σίγουρα τίποτα από όλα αυτά δεν είναι απόλυτο κι οπωσδήποτε μπορεί να λάβει βοήθεια για να βελτιώσει την εικόνα εαυτού του ένας ανασφαλής, με την κατάλληλη υποστήριξη. Αν προσπαθήσουμε να μπούμε λίγο στα παπούτσια τους και να το δούμε από την οπτική τους, σίγουρα είναι αρκετά επίπονο να ζεις μια τέτοια καθημερινότητα κι απόλυτα φυσιολογικό νιώθεις βεβαρημένος. Σκέψου να νιώθεις μια ζωή πως δεν είσαι αρκετά καλός για κανέναν και τίποτα. Το λες και βασανιστήριο.

O φόβος της ευθύνης

Καθώς πλησιάζουμε το φόβο, μειώνεται η απόσταση μεταξύ πραγματικού και φανταστικού. Παύει να είναι κάτι το εξιδανικευμένο, παίρνει τις πραγματικές του διαστάσεις, εξανθρωπίζεται.

Όταν αντιλαμβανόμαστε πραγματικά τις δυνατότητες μας καταλήγουμε να προσωποποιούμε το φόβο κάνοντας διάλογο μαζί του. 'Έτσι, φτάνουμε τελικά να μην τον βλέπουμε μόνο σαν απειλή αλλά ως ένα γνήσιο συνομιλητή ο οποίος εκείνη την ώρα μας δίνει πληροφορίες χρήσιμες για τον εαυτό μας.

Πότε όμως ο φόβος τελικά μας ελευθερώνει, περνάει στην αντίπερα όχθη και γίνεται θάρρος;

Θάρρος είναι να διεκδικούμε. Διεκδικούμε όταν ταλαντευόμαστε ανάμεσα στην επιθετικότητα και την παθητικότητα. Αν η διεκδίκηση γίνει υποχωρητικότητα, τότε καταλήγουμε στην παθητικότητα η οποία με την σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε καταπίεση και σε παραπάνω ένταση.

Ποια είναι λοιπόν η χρυσή τομή ανάμεσα σ αυτές τις δυο καταστάσεις;

Το θάρρος κρύβει μέσα του αυτοσεβασμό, ευθύνη, αγωνία και δέσμευση. Όλα τα αντιφατικά αυτά στοιχεία χρωματίζουν την έννοια, της δίνουν νόημα ύπαρξης και έτσι μετριάζουν το φόβο της πιθανής αποτυχίας.

Η αποτυχία τελικά δεν έχει και τόση σημασία. Έχουμε αποδεσμευτεί από αυτή την αγωνία. Παύουμε πλέον να γοητευόμαστε από τη γνώριμη αίσθηση της αναβλητικότητας και της υποχωρητικότητας. Κάτι άλλο ξαφνικά μας αφυπνίζει. Ένα άγνωστο αλλά συναρπαστικό συναίσθημα το οποίο εκφράζεται χωρίς να διασπάται σε ανεξάρτητες μικρές συνιστώσες. Αντίθετα, λειτουργεί πλέον αυτόνομα.

Γίνεται ολότητα. Και σαν ολότητα μας προικίζει με γνώση , ψυχραιμία και αυτοσεβασμό για να μπορούμε να κοιτάξουμε τον απέναντι μας ως ίσο.

Για να καταφέρουμε όμως να το κάνουμε αυτό πρέπει να είμαστε και εμείς οι ίδιοι ολόκληροι. Να υπερασπιζόμαστε την κοντινότητα και όχι την αποξένωση. Γιατί η αποξένωση βαδίζει παρέα με την ασυνέπεια. Την ασυνέπεια των επιλογών, των σκέψεων, των συναισθημάτων μας, των ιδεών μας. Αυτή η ασυνέπεια οδηγεί σ 'ένα γαϊτανάκι συγκρούσεων μεταξύ των διαφορετικών μας πλευρών. Αντί αυτές να ενώνονται για να καταλήξουν κάπου, διαχέονται ανεξέλεγκτα προς κατευθύνσεις στις οποίες φοβόμαστε να πάμε.

Η ένωση αυτή είναι που όμως λειτουργεί ως αντίδοτο στην αποξένωση. Χωρίς αυτή την προστατευτική ασπίδα υπάρχει ο κίνδυνος να καταλήξουμε να είμαστε κάτι διαφορετικό από αυτό που στην ουσία μας είμαστε.

Έτσι ξεγελιόμαστε εύκολα από το προφανές, χάνουμε τον έλεγχο των πράξεων μας, γινόμαστε μοιρολάτρες και διώχνουμε την ατομική μας ευθύνη μακριά.

Αυτό έχει συνέπειες και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Ο κατακερματισμός αυτός, η διάσπαση μας σε πολλά ξεχωριστά κομμάτια, μας αφαιρεί τη δυνατότητα να μπούμε ολόκληροι να γνωρίσουμε το καινούριο ή να ξαναγνωρίσουμε το παλιό με νέους όρους.

Κάθε φορά που ερχόμαστε σε επαφή με το μη γνώριμο, αφουγκραζόμαστε με άλλο τρόπο πως αντιδράει ο εαυτός μας στη νέα αυτή κατάσταση.

Αυτή η διαδικασία μας κάνει ενεργητικούς και μας συνδέει όλο και περισσότερο τόσο με τις πολλαπλές πλευρές του εαυτού μας όσο και με τους άλλους.

'Οντας ενεργητικοί παύουμε να είμαστε έρμαια της καθημερινότητας μας.

Επιλέγουμε να τη ζούμε.

Το αυτονόητο

Το αυτονόητο συνοδεύεται από τη γλυκύτητα της οικειότητας. Ξεκουράζει. Δεν απειλείται απ' τη λήθη, αντιθέτως ζει μέσα της.

Στους τσακωμούς μας με τους ανθρώπους που αγαπάμε αν δεν υπάρχει το αυτονόητο πρέπει να σκεφτούμε για ποιο λόγο ειπώνονται συνεχώς τα ίδια πράγματα. Αυτό σημαίνει πως αν θέλουμε να αλλάξουμε το μοτίβο κάτι θα πρέπει να κάνουμε εμείς οι ίδιοι γ' αυτό. Είναι αυτονόητο πως οι σύντροφοι μας είναι εγωιστές. Είναι αυτονόητο πως οι γονείς μας δε θέλουν να μεγαλώσουμε γιατί θέλουν να ξορκίσουν τις δικές τους υπαρξιακές αγωνίες.

Η βολική οικειότητα του αυτονόητου όμως κρύβει υπόγειες παγίδες. Το αυτονόητο ζει στο μεγαλύτερο βαθμό απομονωμένο. Δείχνει να κοιτάζει προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση αλλά στην πραγματικότητα το βλέμμα του πλανιέται. Ψάχνει να βρει το επόμενο υποψήφιο αδύναμο χαρακτηριστικό που φοβισμένο θα του υποταχθεί και θα του επιβεβαιώσει την ύπαρξη του. Οι σύντροφοί μας δεν είναι μόνο εγωιστές αλλά και εγωκεντρικοί. Ούτως ή άλλως αυτά πάντα μαζί δεν πάνε; Αν όμως πεταχθεί η παντοδυναμία της ταμπέλας μπορεί να αποκαλυφθεί πως δεν είναι στην πραγματικότητα εγωιστές αλλά φέρονται εγωιστικά. Αυτή η υπόθεση φαντάζει τόσο αποσταθεροποιητική όσο το να ζητήσει ένας "εγωιστής" συγγνώμη.

Φωτίζοντας ως αδύναμο σημείο την συμπεριφορά και όχι τη φαινομενική ιδιότητα του απέναντι μας προϋποθέτει κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Την παραδοχή του ότι δεν μπορούμε να έχουμε τον πλήρη έλεγχο σ' ό,τι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε. Ο έλεγχος αυτός συχνά αυτοεπιβεβαιώνεται μέσα από την ταμπέλα. Με τη βοήθεια του αυτονόητου η ταμπέλα αναβαθμίζεται και γίνεται λεζάντα. Έτσι, ό,τι εμπεριέχεται μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα ψευδών ταυτοτήτων έχει πλαισιωθεί εξ' αρχής από άκαμπτο υλικό. Μοιάζει με ατσάλι. Κατασκευασμένο πολύ προσεκτικά από εμάς τους ίδιους γιατί χωρίς αυτό διαχεόμαστε και δεν νιώθουμε ασφαλείς.

Συχνά κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας πως πρόκειται για όριο. Τα λειτουργικά όρια όμως είναι ξύλινα όχι ατσάλινα. Ζεσταίνουν ,προστατεύουν και φροντίζουν. Μοιάζουν άκαμπτα αλλά στην πραγματικότητα έχουν τη δική τους κρυφή πλαστικότητα. Μας δίνουν τη δυνατότητα να φτιάχνουμε το δικό μας πλαίσιο . Μέσα σ' αυτό, εμείς είμαστε αυτοί που επιλέγουμε τι θα συμπεριλάβουμε, αγνοώντας επιδεικτικά οτιδήποτε πάει να μας επιβάλλει εξουσιαστικά το αυτονόητο.

Έτσι, απελευθερώνομαστε από τη μάταιη αγωνία του ελέγχου.
Και αν συμπεριλάβουμε κάτι που νομίζουμε πως δεν μας κάνει, δεν πειράζει.
Δικό μας είναι το πλαίσιο.
Μπορούμε αν θέλουμε να το απομακρύνουμε από μέσα.
Ή ακόμα καλύτερα να του φτιάξουμε μια καινούργια χαραμάδα από την οποία θα χωράει να μπει.

Έρωτας: Εξάρτηση και αυτοκαταστροφή

Η ρομαντική αγάπη είναι μια μοναδική εμπειρία του συναισθηματικού κόσμου που δίνει στο άτομο την ευκαιρία να γνωρίσει κάποιον άλλον, να δεθεί μαζί του, να αποκτήσει οικειότητα, συντροφικότητα και, πιθανόν, να εξερευνήσει τη σεξουαλικότητά του. Η ρομαντική αγάπη, είτε συνοδεύεται από σεξ είτε όχι, προάγει την προσωπική ανάπτυξη, αφού κάθε νέα σχέση επιβάλλει διαισθητικότητα και νέα γνώση του εαυτού.

Τα πρώτα στάδια του έρωτα είναι έντονα, γεμάτα εκπλήξεις και συγκινήσεις. Η πραγματική οικειότητα όμως, αυτή που χαρακτηρίζει μια σταθερή και δυνατή σχέση, είναι κάτι που έρχεται αργότερα, εξελίσσεται με το χρόνο και είναι κάτι παραπάνω από σεξουαλικό πάθος, ένταση, και ρομαντισμό.

Είναι δύσκολο για τα άτομα που ερωτεύονται και δημιουργούν σχέσεις κανονικά να καταλάβουν πώς ο έρωτας και η σεξουαλικότητα μπορεί να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης και να μεταλλαχθούν σε καταστροφικά μοτίβα συμπεριφοράς εξάρτησης και ψυχαναγκασμού.

Όμως, για το άτομο που είναι εξαρτημένο από την αγάπη και το σεξ, ο έρωτας, η σεξουαλικότητα, η οικειότητα, τα όμορφα συναισθήματα μιας σχέσης είναι γεμάτα παγίδες, άγχος και ψυχικό πόνο. Τα άτομα αυτά ζουν σε ένα χαοτικό συναισθηματικό κόσμο απόγνωσης κι απελπισίας, με τον μόνιμο φόβο ότι θα μείνουν μόνα ή ότι θα τα απορρίψουν οι άλλοι και κυνηγούν διαρκώς την τέλεια σχέση που θα δώσει τέλος σε όλα τους τα προβλήματα.

Καθώς το εξαρτημένο από τον έρωτα άτομο βρίσκεται σε μια διαρκή αναζήτηση συντρόφου, οι ατέλειωτες ίντριγκες, φλερτ, σεξουαλικές ή ρομαντικές σχέσεις αφήνουν τα σημάδια της καταστροφής στον ψυχικό του κόσμο.

Οι σχέσεις τις οποίες τελικά συνάπτει αυτό το άτομο δεν μπορούν να το ανακουφίσουν και να ξεκαθαρίσουν τις αρνητικές συνθήκες, οπότε αυτό ξεκινά νέο κύκλο αναζητήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο απελπισίας κι απώλειας.

Ψυχολογική εξάρτηση

Αντίθετα με τον ψυχικά υγιή άνθρωπο που ψάχνει για μια σχέση που θα του συμπληρώνει τη ζωή, το άτομο με εξάρτηση από την αγάπη και το σεξ ψάχνει για κάτι έξω από τον εαυτό του -ένα άλλο άτομο, μια σχέση ή εμπειρία- που θα του προσφέρει την συναισθηματική και ψυχολογική σταθερότητα που το ίδιο δε διαθέτει.

Έτσι, όπως ο ναρκομανής χρησιμοποιεί το ναρκωτικό και ο αλκοολικός το ποτό, ο άνθρωπος με εξάρτηση από την αγάπη και τις σχέσεις, τις χρησιμοποιεί για να 'διορθώσει' τον εαυτό του και να διασφαλίσει τη συναισθηματική του ισορροπία.

Όταν όμως ο έρωτας και η σεξουαλικότητα χρησιμοποιούνται ως τρόπος για να ανταπεξέλθει κανείς στη ζωή και όχι για προσωπική ανάπτυξη, μοίρασμα και συντροφικότητα, η επιλογή του παρτενέρ συνήθως είναι λανθασμένη. Οι αποφάσεις παίρνονται βάσει κριτηρίων όπως, 'αν θα με εγκαταλείψει ή όχι', 'πόσο καλή είναι η σεξουαλική μας ζωή', 'πώς θα καταφέρω να τον/την κρατήσω'.

Τέτοιου είδους σχέσεις δημιουργούν εξάρτηση, ενοχές και συχνά κακομεταχείρηση. Επειδή το άτομο με την εξάρτηση είναι πεπεισμένο ότι δεν αξίζει, δεν αισθάνεται ότι αγαπιέται, νιώθει ότι δεν έχει αξία και δεν πιστεύει στον εαυτό του, χρησιμοποιεί τη γοητεία, τον έλεγχο, τον δόλο για να προσελκύσει και να κρατήσει τον/τη σύντροφό του.

Πάνω στην απελπισία που του δημιουργείται στη διάρκεια αυτού του κύκλου, μπορεί να παρουσιάσει επεισόδια ανορεξίας ή βουλιμίας. Η ολική αποχή από το 'παιχνίδι των σχέσεων' χρησιμοποιείται μερικές φορές χωρίς επιτυχία, αφού δε λύνει τα ψυχολογικά προβλήματα που βρίσκονται στη βάση αυτής της συμπεριφοράς.

Χαρακτηριστικά της εξάρτησης από την αγάπη

Για τους εξαρτημένους, η αγάπη:

● Είναι έμμονη ιδέα

● Ανασταλτική

● Εμπόδιο στο να πάρουν ρίσκα και να κάνουν αλλαγές

● Δεν έχει πραγματική οικειότητα

● Είναι παραπλανητική

● Είναι εξαρτημένη και παρασιτική

Τα συμπτώματα της εξάρτησης από την αγάπη και το σεξ

● Διαρκής αναζήτηση σεξουαλικού παρτενέρ, νέας σχέσης ή συντρόφου.

● Δυσκολία ή αδυναμία να μείνει μόνος/η.

● Επιλογή συντρόφου που είναι καταπιεστικός, μη διαθέσιμος συναισθηματικά, ή προσβλητικός.

● Χρησιμοποίηση του σεξ, της γοητείας και της ίντριγκας για να κρατήσει τον/την σύντροφο.

● Χρησιμοποίηση του σεξ ή μιας σχέσης για να αντέξει άλλες δύσκολες εμπειρίες ή συναισθήματα.

● Χάνει σημαντικές οικογενειακές, επαγγελματικές ή κοινωνικές εμπειρίες προκειμένου να διατηρήσει ένα σεξουαλικό ανέβασμα ή μια ρομαντική σχέση.

● Όταν έχει μια σχέση είναι αποκομμένος ή δυσαρεστημένος, όταν δεν έχει σχέση είναι απελπισμένος και μόνος.

● Αποφεύγει τις σχέσεις και το σεξ για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να 'λύσει το πρόβλημα'.

● Ανικανότητα να διαλύσει αρρωστημένες σχέσεις, παρά τις υποσχέσεις που δίνει στον εαυτό του ή σε άλλους.

● Επιστρέφει σε προηγούμενες άσχημες σχέσεις, παρά την υπόσχεση για το αντίθετο.

Για το άτομο που έχει εξάρτηση από τις σχέσεις ή το σεξ, τα παραπάνω συμπτώματα αποτελούν μοτίβο συναισθηματικής ανισορροπίας, που μοιραία οδηγεί στην απομόνωση, τον ψυχικό πόνο και την απώλεια.

Και βέβαια, το να συμφωνήσει κανείς με ή να έχει κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του 2-3 από τα παραπάνω είναι φυσικό. Όταν όμως αυτά τα συμπτώματα είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Τα άτομα που είναι εξαρτημένα από την αγάπη και το σεξ, όπως και τα άτομα που έχουν εξάρτηση από τα ναρκωτικά ή το ποτό, δε μαθαίνουν από τις συνέπειες των πράξεών τους και τα λάθη τους. Όταν ο πόνος από αυτές τις συμπεριφορές και καταστάσεις γίνει μεγαλύτερος από τον πόνο και την πρόκληση του να δημιουργούν αλλαγή, τότε ξεκινάει η απεξάρτησή τους.

Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη

Στη ζωή μας είναι γεγονός ότι περνάμε από διάφορες φάσεις.

Πότε είναι όμορφες και ευτυχισμένες και πότε είναι άσχημες και μελαγχολικές.

Το θέμα όμως, είναι να μάθουμε να αφήνουμε πίσω μας τα “τραύματά μας” και να μετατρέπουμε κάθε δυσκολία σε μάθημα ζωής.

Να εστιάζουμε λοιπόν, σε εκείνη τη φωτεινή πλευρά που μπορεί να μας χαρίσει τα πιο ωραία της χρώματα…

Παρακάτω είναι μερικά απλά και σημαντικά μαθήματα της ζωής:

1. Η ευτυχία είναι στιγμές. Μικρές απλές στιγμές που όλοι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να δημιουργήσουμε. Αρκεί να μη ξεχνάμε να τη βρίσκουμε πρώτα μέσα μας και μετά στους άλλους.

2. Η αλλαγή είναι η μόνη σταθερά σε αυτή τη ζωή. Μπορεί κάποιες φορές να ακούγεται λυπηρό ή δύσκολο αυτό αλλά είναι μια βασική αλήθεια. Κάπου είχα διαβάσει, πως “Καμιά φορά οι αλλαγές που νομίζουμε ότι είναι για κακό, είναι ότι πιο σωστό μας συμβαίνει. Δεν είναι δύσκολο να αλλάξεις. Δύσκολο είναι να το θελήσεις τόσο, ώστε να προσπαθήσεις”.

3. Η φιλία είναι μια όμορφη σχέση που ο καθένας μας χρειάζεται να έχει στη ζωή του. Είναι παρέα, συντροφιά, χαρά, εμπιστοσύνη, στήριξη και πρωτίστως σεβασμός στις ανάγκες του άλλου. Όταν όμως, αυτά, πάψουν να υφίστανται η σχέση δε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει.

4. Ο κόσμος πάντα θα βρίσκει λόγους να κρίνει, να βάζει ταμπέλες και να σχολιάζει κάθε επιλογή. Άλλωστε, είναι πολύ εύκολο να κρίνεις. Το δύσκολο είναι να σκέφτεσαι. Το θέμα είναι πως αντιδρούμε εμείς σε αυτό.

5. Ο Έρωτας δε έχει καμία σχέση με την Αγάπη. Είναι πάθος, είναι έλξη, είναι μια σωματική ανάγκη. Μια έντονη επιθυμία να βλέπεις συνέχεια τον άλλο. Είναι εκείνο το ανεξήγητο χαμόγελο που σε κάνει να τα βλέπεις όλα τέλεια και ιδανικά. Που δεν αντιλαμβάνεται ατέλειες και διαφορές και θέλει να ζήσει τα πάντα.

6. Η Αγάπη δε χωράει σε λέξεις. Ή μάλλον κάπου χωράει. Σε αριθμούς. Είναι η μόνη αριθμητική πράξη που δε διαιρείται. Μονάχα πολλαπλασιάζεται. Δε πρέπει να μας τρομάζει η Αγάπη. Μόνο να μας καθοδηγεί χρειάζεται. Να φωτίζει το δρόμο μας με τρυφερότητα και ασφάλεια.

7. Κάθε μέρα πρέπει να διεκδικούμε τα όνειρά μας. Να οραματιζόμαστε τους στόχους μας. Να εφαρμόζουμε στη πράξη αυτά που αγαπάμε. Δεν χωράει αναβολή στο όνειρο. Μονάχα τόλμη. Και κανείς δε έχει το δικαίωμα να μας εμποδίσει από τη πραγματοποίησή του.

8. Καμιά φορά οι προσδοκίες πληγώνουν. Γι’ αυτό όσο λιγότερα περιμένεις από τους άλλους, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είσαι.

9. Ποτέ μη λες “ποτέ” και για “πάντα” για τίποτα και για κανέναν. Η ζωή πάντα βρίσκει ένα τρόπο να αλλάζει τα δεδομένα.

10. Η πίστη είναι η πιο μεγάλη δύναμη που υπάρχει. Αλλάζει ριζικά το τρόπο που βλέπεις τη ζωή. Σε κάνει να αισθάνεσαι μεγάλη γαλήνη και ελπίδα. Γίνεται φάρος σε κάθε σκοτάδι.

Αριστοτέλης: η ολική και η μερική αδικία

Ο Αριστοτέλης ξεκινώντας το Ε΄ βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» θέτει τα θεμέλια για τη διερεύνηση των εννοιών της δικαιοσύνης και της αδικίας. Με δεδομένο ότι η δικαιοσύνη αποτελεί αρετή ξεκαθαρίζεται αμέσως ότι πρόκειται για μεσότητα που ισαπέχει από τα δύο άκρα: «Ενσχέσει με τη δικαιοσύνη και την αδικία πρέπει να εξετάσουμε α) μέσα σε τι είδους πράξεις κάνουν την εμφάνισή τους, β) τι είδους μεσότητα είναι η δικαιοσύνη, γ) ανάμεσα σε ποια άκρα είναι μεσότητα η δικαιοσύνη» (1129a 1, 1-4).

Κι από τη στιγμή που η αρετή είναι προϊόν έξης (εθισμού), η δικαιοσύνη δε θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό: «Βλέπουμε λοιπόν ότι όλοι οι άνθρωποι λέγοντας “δικαιοσύνη” εννοούν εκείνη την έξη που α) τους κάνει να έχουν την τάση και την ικανότητα να πράττουν ό,τι είναι δίκαιο, β) χάρη στην οποία πράττουν το δίκαιο, και γ) χάρη στην οποία θέλουν ό,τι είναι δίκαιο» (1129a 1, 5-8). Κατ’ επέκταση, με τον ίδιο τρόπο νοείται και η αδικία: «Το ίδιο και για την αδικία: λέγοντας “αδικία” εννοούν την έξη που τους κάνει να πράττουν το άδικο και να θέλουν ό,τι είναι άδικο» (1129a 1, 8-10).

Αυτό που μένει είναι να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο της έξης, το οποίο βέβαια είναι ανάλογο με την ιδιότητα ή τη δράση ή την κατάσταση που επιφέρει. Και η βαθιά γνώση για ένα πράγμα πολλές φορές διευκολύνεται από την επίγνωση του αντίθετού του: «Σε πολλές λοιπόν περιπτώσεις μια έξη μάς γίνεται γνωστή και σαφής από την αντίθετή της, και σε πολλές επίσης περιπτώσεις οι έξεις μάς γίνονται γνωστές και σαφείς από όλα αυτά που αποτελούν την πραγμάτωσή τους» (1129a 1, 18-20).

Το παράδειγμα της ευεξίας και της καχεξίας θα λειτουργήσει διαφωτιστικά: «Αν ξέρουμε, πράγματι, τι είναι η ευεξία, ξέρουμε και τι είναι η καχεξία, όπως και από όλα όσα αποτελούν πραγμάτωση της ευεξίας ξέρουμε τι είναι η ευεξία. Αν, πράγματι, η ευεξία είναι η σφιχτή και πυκνή σάρκα, υποχρεωτικά η καχεξία θα είναι η μαλακή και χαλαρή σάρκα· επίσης: πραγμάτωση της ευεξίας θα είναι η πυκνότητα της σάρκας» (1129a 1, 20-25).

Αντιλαμβανόμενοι την εννοιολογική αλληλοσυμπλήρωση των αντιθέτων είναι πιο εύκολο να φτάσουμε και στις έξεις που τα επιφέρουν. Με δεδομένο ότι η δικαιοσύνη είναι αποτέλεσμα εθισμού είναι φανερό ότι και η αδικία, ως αντίθετό της, είναι επίσης εθισμός, ο οποίος όμως έχει το ακριβώς αντίθετο περιεχόμενο. Όπως εθίζεται κανείς να είναι δίκαιος, έτσι εθίζεται να είναι άδικος. Το ζητούμενο είναι η ποιότητα του εθισμού που θα επιφέρει το ένα ή το άλλο αποτέλεσμα.

Στην περίπτωση, όμως, του αντιθετικού ζευγαριού δικαιοσύνης και αδικίας υπάρχει ένας επιπλέον παράγοντας που περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση: «Η “δικαιοσύνη”, τώρα, και η “αδικία” είναι λέξεις με περισσότερες σημασίες, καθώς όμως οι διαφορετικές αυτές σημασίες βρίσκονται πολύ κοντά η μια στην άλλη, μένουν απαρατήρητες κάτω από την κοινή λέξη και δε γίνονται τόσο φανερές όσο στις περιπτώσεις που η μεταξύ τους απόσταση είναι μεγάλη, όπως γίνεται επιπαραδείγματι (εδώ, πράγματι, υπάρχει μεγάλη διαφορά στην εξωτερική μορφή) με τη χρήση της λέξης κλειδί για το κόκαλο των ζώων που βρίσκεται κάτω από τον αυχένα τους και για το όργανο με το οποίο κλείνουμε τις πόρτες» (1129 a 1, 28-34).

Κι εδώ ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται μόνο στην πολλαπλότητα της ανθρώπινης δραστηριότητας, που εμπεριέχει πάρα πολλές εκφάνσεις δικαιοσύνης και αδικίας (κάθε αρετή – ανδρεία, σωφροσύνη κλπ – είναι μορφή δικαιοσύνης) και στη συνακόλουθη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να είναι δίκαιος σε μία από αυτές και ταυτόχρονα άδικος σε κάποια άλλη, αλλά και στη λεπτότητα των καταστάσεων που μπορούν να δημιουργηθούν, ώστε άλλος να υποστηρίζει ότι είναι δίκαιη μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, ενώ κάποιος άλλος όχι. Η διαφοροποίηση τόσο στην εκδήλωση όσο και στην αντίληψη του δικαίου μπορεί να επιφέρει τέτοια πληθώρα διαφορετικών οπτικών σαν να πρόκειται για άλλες έννοιες (απλά ομόηχες) όπως το κλειδί από τον αυχένα των ζώων και το κλειδί της πόρτας.

Αυτό που ενδιαφέρει τον Αριστοτέλη είναι να θέσει το δίκαιο και το άδικο μέσα σε συγκεκριμένες σταθερές, ώστε να τα διαχωρίσει εννοιολογικά από τις αρετές και τις κακίες που έχει ήδη αναλύσει: «Κατά την κοινή λοιπόν αντίληψη άδικος είναι και ο άνθρωπος που παραβαίνει το νόμο, αλλά και ο πλεονέκτης, που περιφρονεί το ισομοίρασμα των αγαθών. Γίνεται έτσι φανερό ότι δίκαιος θα είναι ο άνθρωπος που σέβεται το νόμο και το ισομοίρασμα των αγαθών. Το δίκαιο, επομένως, είναι η νομιμότητα και η ισότητα, ενώ το άδικο είναι η παράβαση του νόμου και η ανισότητα» (1129a 1, 35-37 και 1129b 1, 1-2).

Όμως, πλεονεξία δεν είναι μόνο να διεκδικεί κανείς μεγαλύτερο μερίδιο στα οφέλη από αυτό που του αναλογεί, αλλά και να προσπαθεί να αποφύγει ενδεχόμενες ζημιές φορτώνοντάς τες σε άλλους: «Ο άδικος, πάντως, άνθρωπος δεν επιλέγει για τον εαυτό του πάντοτε το περισσότερο, αλλά και το λιγότερο: είναι η περίπτωση των πραγμάτων που είναι αυτά καθαυτά κακά· επειδή, ωστόσο, και το λιγότερο κακό θεωρείται κατά κάποιο τρόπο αγαθό και η πλεονεξία έχει να κάνει με το αγαθό, γι’ αυτό και ο άνθρωπος αυτός θεωρείται πλεονέκτης» (1129b 1, 7-11).

Με δυο λόγια, η αδικία είναι η πραγμάτωση της πλεονεξίας, δηλαδή της ανισότιμης συμφεροντολογικής μοιρασιάς είτε πρόκειται για κέρδη είτε για ζημιές. Και κυρίως έχει να κάνει με ζητήματα διαμοίρασης πλούτου, δηλαδή υλικών αγαθών, για τα οποία ο καθένας μπορεί να έχει διαφορετικές προτεραιότητες, αφού άλλος μπορεί να προτιμά την απόλαυση του ενός κι άλλος του άλλου αγαθού: «Δεδομένου ότι ο άδικος είναι πλεονέκτης, θα είναι άδικος ενσχέσει με τα αγαθά – όχι βέβαια ενσχέσει με όλα, αλλά ενσχέσει με αυτά που εξαρτώνται από την καλή ή την κακή τύχη» (1129b 1, 2-3).

Η καλή και η κακή τύχη σηματοδοτεί τα υλικά αγαθά που διαχωρίζονται από τα «καθαυτό αγαθά», όπως είναι η υγεία, η φιλία ή η ατομική ελευθερία. Γι’ αυτό και τα πρώτα (υλικά αγαθά) δεν είναι τα ίδια για όλους, ενώ τα δεύτερα (καθαυτά αγαθά) είναι. Η προτίμηση στον πλούτο είναι ο αποπροσανατολισμός του ανθρώπου σε σχέση με τις αξίες που θα τον οδηγήσουν στην ευτυχία: «Αυτά τα αγαθά εύχονται οι άνθρωποι για τον εαυτό τους και αυτά επιδιώκουν, μολονότι δε θα έπρεπε: εκείνο που θα έπρεπε να κάνουν είναι να εύχονται, τα πράγματα που είναι αυτά καθαυτά αγαθά να είναι αγαθά και γι’ αυτούς, και ύστερα να επιλέγουν αυτά που είναι αγαθά γι’ αυτούς τους ίδιους». (1129b 1, 4-6).

Θα έλεγε κανείς ότι ο άνθρωπος εγκλωβισμένος στα «αγαθά της τύχης» θυμάται κι εκτιμά τα «καθαυτά αγαθά» μονάχα εάν τα χάσει. Κι αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, οι περισσότεροι ασχολούνται πρωτίστως με τα αγαθά που εκτιμούν «αυτοί οι ίδιοι» βάζοντας σε δεύτερη μοίρα εκείνα που αφορούν όλους και κατ’ επέκταση «και αυτούς». Η επιθυμία για τα «αγαθά της τύχης» είναι τόσο έντονη, που κάποιοι παρασύρονται σε βαθμό να διακινδυνεύουν τα «καθαυτό αγαθά» για χάρη τους. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να εκθέσουν σε κίνδυνο ακόμη και την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα, αν ο υποσχόμενος πλούτος είναι αρκούντως δελεαστικός.

Η ιστορία έχει δείξει ότι ο άνθρωπος είναι τόσο ευάλωτος στα υλικά αγαθά που μπορεί να προβεί σε κάθε αδικία και κάθε ανοσιούργημα. Κι αυτή είναι η μέριμνα του νόμου που πρέπει να λειτουργήσει αποθαρρυντικά αποσκοπώντας στην τέλεση του δικαίου προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας: «Οι νόμοι, πάλι, ορίζουν τα πάντα, με σκοπό το κοινό συμφέρον ή όλων των πολιτών ή των αρίστων ή αυτών που έχουν την εξουσία με κριτήριο την αρετή ή με κάποιο άλλο τέτοιο κριτήριο. Από μια πρώτη λοιπόν άποψη ονομάζουμε δίκαια όλα αυτά που παράγουν και διαφυλάσσουν την ευδαιμονία και τα μόριά της για την πολιτική κοινωνία» (1129b 1, 16-22).

Διευκρινίζοντας ότι άριστοι για τον Αριστοτέλη είναι οι άξιοι καθίσταται σαφές ότι η αναφορά στο «συμφέρον των αρίστων» δεν προκρίνει τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης κάστας, αλλά τη διασφάλιση της αξιοκρατίας που θα λειτουργήσει ευεργετικά στο σύνολο της πόλης, όπως και η εξουσία που ασκείται με κριτήριο την αρετή. Η δικαιοσύνη έχει χρέος να «διαφυλάσσει την ευδαιμονία» ολόκληρης της πόλης εξασφαλίζοντας την αρμονία των σχέσεων με την απόδοση στον καθένα αυτών που του αναλογούν σύμφωνα με τους μόχθους του.

Η εξάλειψη της αδικίας είναι η πραγμάτωση της ύψιστης αρετής σε συλλογικό επίπεδο. Κι αυτός είναι ο λόγος που ο νόμος έχει ως μέλημα να ωθήσει τους πολίτες προς την άσκηση της αρετής σε όλα τα επίπεδα: «Ο νόμος μάς προστάζει να ενεργούμε όπως ο ανδρείος άνθρωπος (π.χ. να μην εγκαταλείπουμε τη θέση μας στη μάχη ούτε να τρεπόμαστε σε φυγή ούτε να πετούμε τα όπλα μας), όπως ο σώφρων άνθρωπος (π.χ. να μη διαπράττουμε μοιχείες ούτε να συμπεριφερόμαστε προσβλητικά), όπως ο πράος άνθρωπος (π.χ. να μη χτυπούμε κανέναν ούτε να μιλούμε άσχημα για κανέναν) – παρόμοια και ενσχέσει με τις υπόλοιπες αρετές και κακίες» (1129b 1, 22-27).

Από αυτή την άποψη δικαιοσύνη δεν είναι μόνο να μην αδικεί κανείς τον άλλο στο προσωπικό επίπεδο των ιδιωτικών υποθέσεων, αλλά στο ευρύτερο επίπεδο του συνολικού καλού για την πόλη. Ο δειλός που εγκαταλείπει τη θέση του την ώρα της μάχης μπορεί να μην αδικεί κάποιον προσωπικά, αλλά η πράξη του είναι άδικη γιατί στρέφεται ενάντια στο συμφέρον της πόλης. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης θεωρεί τη δικαιοσύνη «αγαθό κάποιου άλλου», δίνοντας έμφαση στην κοινωνική της διάσταση: «η δικαιοσύνη θεωρείται – μόνη αυτή από όλες τις αρετές – “κάποιου άλλου αγαθό”, επειδή έχει να κάνει με τον άλλον· γιατί κάνει ό,τι είναι ωφέλιμο σε κάποιον άλλον, άρχοντα ή συμπολίτη» (1130a 1, 3-7).

Ο αλληλοσεβασμός, το ενδιαφέρον, η ανταπόδοση μιας ευεργεσίας, το φιλότιμο, το αίσθημα της ντροπής, η αναγνώριση της ανωτερότητας του άλλου σε κάποιο τομέα, με δυο λόγια η συνείδηση της αμοιβαιότητας που ξεπερνά κάθε ατομικό συμφέρον είναι η βάση της δικαιοσύνης που αναγκαστικά μεταφράζεται σε πεμπτουσία της συνύπαρξης. Χωρίς δικαιοσύνη είναι αδύνατο να υπάρξει συλλογικότητα: «Η δικαιοσύνη είναι τέλεια –στο μέγιστο βαθμό– αρετή, επειδή αποτελεί άσκηση/εφαρμογή της τέλειας αρετής· και είναι τέλεια, γιατί ο άνθρωπος που έχει αυτή την αρετή μπορεί να τη χρησιμοποιήσει και στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, όχι λοιπόν μόνο για τον εαυτό του» (1129b 1, 36-39).

Ο διπλός ρόλος της δικαιοσύνης που εμπλέκεται και στις σχέσεις με τους άλλους και στην προστασία του εαυτού καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται ούτε για παραχώρηση ούτε για διεκδίκηση, αλλά για απόδοση της μεσότητας στις σχέσεις των ανθρώπων, που ανάλογα με τις περιστάσεις μπορεί να πάρει και τις δύο μορφές (παραχώρηση – διεκδίκηση). Δίκαιος άνθρωπος είναι αυτός που ξέρει να κρατά σωστά τις ισορροπίες. Αυτός που μόνο διεκδικεί είναι άδικος, κι αυτός που μόνο παραχωρεί είναι θύμα.

Και βέβαια, δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη του δίκαιου ανθρώπου από την αδέκαστη άσκηση ενός αξιώματος: «Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι οι άνθρωποι θεωρούν σωστή τη ρήση του Βίαντα, ότι “το αξίωμα θα δείξει τον άνθρωπο”· γιατί ο άρχοντας έχει, βέβαια, να κάνει με τους άλλους και είναι μέλος μιας κοινωνίας» (1130a 1, 1-3).

Η δικαιοσύνη αυτού του είδους είναι για τον Αριστοτέλη η ολοκληρωμένη εκδοχή της αρετής (θα έλεγε κανείς η απόλυτη αρετή), αφού εμπεριέχει όλες τις άλλες εκφράζοντας την τελειότητα: «Η με αυτό λοιπόν το νόημα δικαιοσύνη δεν είναι ένα μέρος της αρετής, αλλά ολόκληρη η αρετή. Και πάλι: το αντίθετό της, η αδικία, δεν είναι ένα μέρος της κακίας, αλλά ολόκληρη η κακία» (1130a 1, 10-12).

Όμως, ο Αριστοτέλης σπεύδει να διευκρινίσει: «Αυτό, ωστόσο, που εμείς διερευνούμε είναι η δικαιοσύνη που είναι μέρος της αρετής· γιατί, όπως υποστηρίζουμε, μια τέτοια δικαιοσύνη υπάρχει. Με τον ίδιο τρόπο αντικείμενο της έρευνάς μας είναι και η αδικία ως μέρος της κακίας. Ότι κάτι τέτοιο υπάρχει ιδού η απόδειξη: ο άνθρωπος που διαπράττει τις άλλες μορφές κακίας και βέβαια αδικεί, με κανέναν όμως τρόπο δε διεκδικεί για τον εαυτό του “το πιο μεγάλο μέρος”. Τέτοιες είναι, επιπαραδείγματι, οι περιπτώσεις του ανθρώπου που πέταξε από δειλία την ασπίδα του, ή αυτού που λόγω κακού χαρακτήρα μίλησε άσχημα, ή αυτού που από τσιγγουνιά δεν πρόσφερε χρηματική βοήθεια» (1130a 2, 17-22).

Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης δεν προτίθεται να αναφερθεί στην κακία με την ευρύτερη έννοια, δηλαδή την κακία που οφείλεται στη δειλία, το θράσος, την τσιγγουνιά κτλ. Εξάλλου, όλες αυτές τις μορφές κακίας τις έχει ήδη εξηγήσει στο τέταρτο βιβλίο. Αυτό που τον ενδιαφέρει τώρα είναι η αδικία που αφορά τη διάθεση να κερδίσει κάποιος σε βάρος του άλλου, δηλαδή την αδικία που ασκείται λόγω πλεονεξίας ανατρέποντας την ισοκατανομή της μοιρασιάς. Πρόκειται για ένα συγκεκριμένο τομέα κακίας, θα έλεγε κανείς για έναν κλάδο στην άδικη συμπεριφορά, που τον αναφέρει ως «μερική» αδικία προκειμένου να τον διαχωρίσει από όλα τα υπόλοιπα είδη της «ολικής» αδικίας, που στην παρούσα φάση δε θα τον απασχολήσουν.

Αυτός είναι και λόγος που διευκρινίζει: «Όταν, αντίθετα, ενεργεί διεκδικώντας για τον εαυτό του “το πιο μεγάλο μέρος”, συχνά δεν ωθείται από καμιά από αυτές τις κακίες, ούτε φυσικά και από όλες μαζί, σίγουρα όμως ωθείται από κάποια κακία (αφού τον ψέγουμε) και από διάθεση αδικίας. Υπάρχει, επομένως, ένα άλλο είδος αδικίας ως μέρος της ολικής αδικίας, και ένα “άδικο” ως μέρος του ολικού “αδίκου”, δηλαδή του “αντίθετου προς το νόμο”» (1130a 2, 22-27).

Και για να γίνει πιο σαφής θα φέρει παραδείγματα: «αν κάποιος διέπραξε μοιχεία, η πράξη του ανάγεται στην ακολασία, αν εγκατέλειψε το σύντροφό του στη μάχη, τότε στη δειλία, αν χτύπησε κάποιον, τότε στην οργή· αν όμως ενήργησε όπως ενήργησε με μοναδικό του στόχο να κερδίσει, η πράξη του δεν ανάγεται σε καμιά κακία παρά μόνο στην αδικία» (1130a 2, 34-37).

Με δυο λόγια, άλλο να εγκαταλείψει κανείς κάποιον στη μάχη από καθαρή δειλία κι άλλο γιατί έχει να κερδίσει από αυτό. Η πρώτη περίπτωση έχει να κάνει με την πραγμάτωση μιας κακίας (δειλία) που αντικατέστησε μια αρετή (ανδρεία) για το προφανές κέρδος της σωτηρίας της ζωής, ενώ η δεύτερη με το δόλο της υστεροβουλίας κάποιου επιπρόσθετου κέρδους. Κι αυτή είναι μια άλλη μορφή αδικίας, που τη διαχωρίζει αποκαλώντας τη «μερική» αδικία.

Με τον ίδιο τρόπο αποδίδεται και η δικαιοσύνη ως κάτι διαφορετικό από την ολική αρετή. Πρόκειται αντιστοίχως για τη δικαιοσύνη που δεν έχει να κάνει με την ανδρεία ή τη σωφροσύνη ή τις άλλες αρετές, αλλά με την έκφανση του δικαίου που σχετίζεται με την ισότιμη απονομή των κερδών. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για τη δικαιοσύνη που επέρχεται ως αντίδοτο της πλεονεξίας: «Είναι λοιπόν φανερό ότι υπάρχουν περισσότερα από ένα είδη δικαιοσύνης» (πρόκειται για τις άλλες αρετές που επίσης πραγματώνουν το δίκαιο), «και ακόμη ότι υπάρχει και κάποια άλλη δικαιοσύνη δίπλα στην ολική αρετή. Τώρα πρέπει να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι αυτή η δικαιοσύνη και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» (1130b 2, 7-9).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΞΕΝ Ελλ 3.5.1–3.5.15

Προσπάθεια για την οργάνωση αντισπαρτιατικής κίνησης

[3.5.1] Ὁ μέντοι Τιθραύστης, καταμαθεῖν δοκῶν τὸν Ἀγησίλαον
καταφρονοῦντα τῶν βασιλέως πραγμάτων καὶ οὐδαμῇ δια-
νοούμενον ἀπιέναι ἐκ τῆς Ἀσίας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐλπίδας
ἔχοντα μεγάλας αἱρήσειν βασιλέα, ἀπορῶν τί χρῷτο τοῖς
πράγμασι, πέμπει Τιμοκράτην τὸν Ῥόδιον εἰς Ἑλλάδα,
δοὺς χρυσίον εἰς πεντήκοντα τάλαντα ἀργυρίου, καὶ κελεύει
πειρᾶσθαι πιστὰ τὰ μέγιστα λαμβάνοντα διδόναι τοῖς προ-
εστηκόσιν ἐν ταῖς πόλεσιν ἐφ’ ᾧτε πόλεμον ἐξοίσειν πρὸς
Λακεδαιμονίους. ἐκεῖνος δ’ ἐλθὼν δίδωσιν ἐν Θήβαις μὲν
Ἀνδροκλείδᾳ τε καὶ Ἰσμηνίᾳ καὶ Γαλαξιδώρῳ, ἐν Κορίνθῳ
δὲ Τιμολάῳ τε καὶ Πολυάνθει, ἐν Ἄργει δὲ Κύλωνί τε καὶ
τοῖς μετ’ αὐτοῦ. [3.5.2] Ἀθηναῖοι δὲ καὶ οὐ μεταλαβόντες τούτου
τοῦ χρυσίου ὅμως πρόθυμοι ἦσαν εἰς τὸν πόλεμον, νομί-
ζοντές †τε αὐτῶν ἄρχεσθαι†. οἱ μὲν δὴ δεξάμενοι τὰ χρήματα
εἰς τὰς οἰκείας πόλεις διέβαλλον τοὺς Λακεδαιμονίους· ἐπεὶ
δὲ ταύτας εἰς μῖσος αὐτῶν προήγαγον, συνίστασαν καὶ τὰς
μεγίστας πόλεις πρὸς ἀλλήλας.

[3.5.3] Γιγνώσκοντες δὲ οἱ ἐν ταῖς Θήβαις προεστῶτες ὅτι εἰ
μή τις ἄρξει πολέμου, οὐκ ἐθελήσουσιν οἱ Λακεδαιμόνιοι
λύειν τὰς σπονδὰς πρὸς τοὺς συμμάχους, πείθουσι Λοκροὺς
τοὺς Ὀπουντίους, ἐκ τῆς ἀμφισβητησίμου χώρας Φωκεῦσί
τε καὶ ἑαυτοῖς, χρήματα τελέσαι, νομίζοντες τοὺς Φωκέας
τούτου γενομένου ἐμβαλεῖν εἰς τὴν Λοκρίδα. καὶ οὐκ
ἐψεύσθησαν, ἀλλ’ εὐθὺς οἱ Φωκεῖς ἐμβαλόντες εἰς τὴν
Λοκρίδα πολλαπλάσια χρήματα ἔλαβον. [3.5.4] οἱ οὖν περὶ τὸν
Ἀνδροκλείδαν ταχὺ ἔπεισαν τοὺς Θηβαίους βοηθεῖν τοῖς
Λοκροῖς, ὡς οὐκ εἰς τὴν ἀμφισβητήσιμον, ἀλλ’ εἰς τὴν
ὁμολογουμένην φίλην τε καὶ σύμμαχον εἶναι Λοκρίδα ἐμ-
βεβληκότων αὐτῶν. ἐπεὶ δὲ οἱ Θηβαῖοι ἀντεμβαλόντες εἰς
τὴν Φωκίδα ἐδῄουν τὴν χώραν, εὐθὺς οἱ Φωκεῖς πέμπουσι
πρέσβεις εἰς Λακεδαίμονα καὶ ἠξίουν βοηθεῖν αὑτοῖς, δι-
δάσκοντες ὡς οὐκ ἤρξαντο πολέμου, ἀλλ’ ἀμυνόμενοι ἦλθον
ἐπὶ τοὺς Λοκρούς. [3.5.5] οἱ μέντοι Λακεδαιμόνιοι ἄσμενοι ἔλαβον
πρόφασιν στρατεύειν ἐπὶ τοὺς Θηβαίους, πάλαι ὀργιζόμενοι
αὐτοῖς τῆς τε ἀντιλήψεως τῆς τοῦ Ἀπόλλωνος δεκάτης ἐν
Δεκελείᾳ καὶ τοῦ ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ μὴ ἐθελῆσαι ἀκολουθῆσαι.
ᾐτιῶντο δ’ αὐτοὺς καὶ Κορινθίους πεῖσαι μὴ συστρατεύειν.
ἀνεμιμνῄσκοντο δὲ καὶ ὡς θύειν τ’ ἐν Αὐλίδι τὸν Ἀγησίλαον
οὐκ εἴων καὶ τὰ τεθυμένα ἱερὰ ὡς ἔρριψαν ἀπὸ τοῦ βωμοῦ
καὶ ὅτι οὐδ’ εἰς τὴν Ἀσίαν Ἀγησιλάῳ συνεστράτευον.
ἐλογίζοντο δὲ καὶ καλὸν καιρὸν εἶναι τοῦ ἐξάγειν στρατιὰν
ἐπ’ αὐτοὺς καὶ παῦσαι τῆς εἰς αὐτοὺς ὕβρεως· τά τε γὰρ ἐν
τῇ Ἀσίᾳ καλῶς σφίσιν ἔχειν, κρατοῦντος Ἀγησιλάου, καὶ
ἐν τῇ Ἑλλάδι οὐδένα ἄλλον πόλεμον ἐμποδὼν σφίσιν εἶναι.
[3.5.6] οὕτω δὲ γιγνωσκούσης τῆς πόλεως τῶν Λακεδαιμονίων
φρουρὰν μὲν οἱ ἔφοροι ἔφαινον, Λύσανδρον δ’ ἐξέπεμψαν
εἰς Φωκέας καὶ ἐκέλευσαν αὐτούς τε τοὺς Φωκέας ἄγοντα
παρεῖναι καὶ Οἰταίους καὶ Ἡρακλεώτας καὶ Μηλιέας καὶ
Αἰνιᾶνας εἰς Ἁλίαρτον. ἐκεῖσε δὲ καὶ Παυσανίας, ὅσπερ
ἔμελλεν ἡγεῖσθαι, συνετίθετο παρέσεσθαι εἰς ῥητὴν ἡμέραν,
ἔχων Λακεδαιμονίους τε καὶ τοὺς ἄλλους Πελοποννησίους.
καὶ ὁ μὲν Λύσανδρος τά τε ἄλλα τὰ κελευόμενα ἔπραττε καὶ
προσέτι Ὀρχομενίους ἀπέστησε Θηβαίων. [3.5.7] ὁ δὲ Παυσανίας,
ἐπεὶ τὰ διαβατήρια ἐγένετο αὐτῷ, καθεζόμενος ἐν Τεγέᾳ
τούς τε ξεναγοὺς διέπεμπε καὶ τοὺς ἐκ τῶν περιοικίδων
στρατιώτας περιέμενεν. ἐπεί γε μὴν δῆλον τοῖς Θηβαίοις
ἐγένετο ὅτι ἐμβαλοῖεν οἱ Λακεδαιμόνιοι εἰς τὴν χώραν αὐτῶν,
πρέσβεις ἔπεμψαν Ἀθήναζε λέγοντας τοιάδε.

[3.5.8] Ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἃ μὲν μέμφεσθε ἡμῖν ὡς ψηφισα-
μένων χαλεπὰ περὶ ὑμῶν ἐν τῇ καταλύσει τοῦ πολέμου, οὐκ
ὀρθῶς μέμφεσθε· οὐ γὰρ ἡ πόλις ἐκεῖνα ἐψηφίσατο, ἀλλ’
εἷς ἀνὴρ εἶπεν, ὃς ἔτυχε τότε ἐν τοῖς συμμάχοις καθήμενος.
ὅτε δὲ παρεκάλουν ἡμᾶς οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐπὶ τὸν Πειραιᾶ,
τότε ἅπασα ἡ πόλις ἀπεψηφίσατο μὴ συστρατεύειν αὐτοῖς.
δι’ ὑμᾶς οὖν οὐχ ἥκιστα ὀργιζομένων ἡμῖν τῶν Λακεδαιμονίων,
δίκαιον εἶναι νομίζομεν βοηθεῖν ὑμᾶς τῇ πόλει ἡμῶν. [3.5.9] πολὺ
δ’ ἔτι μᾶλλον ἀξιοῦμεν, ὅσοι τῶν ἐν ἄστει ἐγένεσθε, προθύμως
ἐπὶ τοὺς Λακεδαιμονίους ἰέναι. ἐκεῖνοι γὰρ καταστήσαντες
ὑμᾶς εἰς ὀλιγαρχίαν καὶ εἰς ἔχθραν τῷ δήμῳ, ἀφικόμενοι
πολλῇ δυνάμει ὡς ὑμῖν σύμμαχοι παρέδοσαν ὑμᾶς τῷ πλήθει·
ὥστε τὸ μὲν ἐπ’ ἐκείνοις εἶναι ἀπολώλατε, ὁ δὲ δῆμος οὑτοσὶ
ὑμᾶς ἔσωσε. [3.5.10] καὶ μὴν ὅτι μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, βούλοισθ’
ἂν τὴν ἀρχὴν ἣν πρότερον ἐκέκτησθε ἀναλαβεῖν πάντες ἐπι-
στάμεθα· τοῦτο δὲ πῶς μᾶλλον εἰκὸς γενέσθαι ἢ εἰ αὐτοὶ
τοῖς ὑπ’ ἐκείνων ἀδικουμένοις βοηθοῖτε; ὅτι δὲ πολλῶν
ἄρχουσι, μὴ φοβηθῆτε, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον διὰ τοῦτο θαρ-
ρεῖτε, ἐνθυμούμενοι ὅτι καὶ ὑμεῖς ὅτε πλείστων ἤρχετε, τότε
πλείστους ἐχθροὺς ἐκέκτησθε. ἀλλ’ ἕως μὲν οὐκ εἶχον ὅποι
ἀποσταῖεν, ἔκρυπτον τὴν πρὸς ὑμᾶς ἔχθραν· ἐπεὶ δέ γε
Λακεδαιμόνιοι προὔστησαν, τότε ἔφηναν οἷα περὶ ὑμῶν ἐγί-
γνωσκον. [3.5.11] καὶ νῦν γε, ἂν φανεροὶ γενώμεθα ἡμεῖς τε καὶ
ὑμεῖς συνασπιδοῦντες ἐναντία τοῖς Λακεδαιμονίοις, εὖ ἴστε,
ἀναφανήσονται πολλοὶ οἱ μισοῦντες αὐτούς. ὡς δὲ ἀληθῆ
λέγομεν, ἐὰν ἀναλογίσησθε, αὐτίκα γνώσεσθε. τίς γὰρ
ἤδη καταλείπεται αὐτοῖς εὐμενής; οὐκ Ἀργεῖοι μὲν ἀεί
ποτε δυσμενεῖς αὐτοῖς ὑπάρχουσιν; [3.5.12] Ἠλεῖοί γε μὴν νῦν
ἐστερημένοι καὶ χώρας πολλῆς καὶ πόλεων ἐχθροὶ αὐτοῖς
προσγεγένηνται. Κορινθίους δὲ καὶ Ἀρκάδας καὶ Ἀχαιοὺς
τί φῶμεν, οἳ ἐν μὲν τῷ πρὸς ὑμᾶς πολέμῳ μάλα λιπαρού-
μενοι ὑπ’ ἐκείνων πάντων καὶ πόνων καὶ κινδύνων καὶ τῶν
δαπανημάτων μετεῖχον, ἐπεὶ δ’ ἔπραξαν ἃ ἐβούλοντο οἱ
Λακεδαιμόνιοι, ποίας ἢ ἀρχῆς ἢ τιμῆς ἢ ποίων χρημάτων
μεταδεδώκασιν αὐτοῖς; ἀλλὰ τοὺς μὲν εἵλωτας ἁρμοστὰς
ἀξιοῦσι καθιστάναι, τῶν δὲ συμμάχων ἐλευθέρων ὄντων,
ἐπεὶ ηὐτύχησαν, δεσπόται ἀναπεφήνασιν. [3.5.13] ἀλλὰ μὴν καὶ
οὓς ὑμῶν ἀπέστησαν φανεροί εἰσιν ἐξηπατηκότες· ἀντὶ γὰρ
ἐλευθερίας διπλῆν αὐτοῖς δουλείαν παρεσχήκασιν· ὑπό τε
γὰρ τῶν ἁρμοστῶν τυραννοῦνται καὶ ὑπὸ δέκα ἀνδρῶν, οὓς
Λύσανδρος κατέστησεν ἐν ἑκάστῃ πόλει. ὅ γε μὴν τῆς
Ἀσίας βασιλεὺς καὶ τὰ μέγιστ’ αὐτοῖς συμβαλλόμενος εἰς
τὸ ὑμῶν κρατῆσαι νῦν τί διάφορον πάσχει ἢ εἰ μεθ’ ὑμῶν
κατεπολέμησεν αὐτούς; [3.5.14] πῶς οὖν οὐκ εἰκός, ἐὰν ὑμεῖς αὖ
προστῆτε τῶν οὕτω φανερῶς ἀδικουμένων, νῦν ὑμᾶς πολὺ
ἤδη μεγίστους τῶν πώποτε γενέσθαι; ὅτε μὲν γὰρ ἤρχετε,
τῶν κατὰ θάλατταν μόνων δήπου ἡγεῖσθε· νῦν δὲ πάντων
καὶ ἡμῶν καὶ Πελοποννησίων καὶ ὧν πρόσθεν ἤρχετε καὶ
αὐτοῦ βασιλέως τοῦ μεγίστην δύναμιν ἔχοντος ἡγεμόνες ἂν
γένοισθε. καίτοι ἦμεν πολλοῦ ἄξιοι καὶ ἐκείνοις σύμμαχοι,
ὡς ὑμεῖς ἐπίστασθε· νῦν δέ γε εἰκὸς τῷ παντὶ ἐρρωμενε-
στέρως ὑμῖν συμμαχεῖν ἡμᾶς ἢ τότε Λακεδαιμονίοις· οὐδὲ
γὰρ ὑπὲρ νησιωτῶν ἢ Συρακοσίων οὐδ’ ὑπὲρ ἀλλοτρίων,
ὥσπερ τότε, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν ἀδικουμένων βοηθήσο-
μεν. [3.5.15] καὶ τοῦτο μέντοι χρὴ εὖ εἰδέναι, ὅτι ἡ Λακεδαιμονίων
πλεονεξία πολὺ εὐκαταλυτωτέρα ἐστὶ τῆς ὑμετέρας γενομένης
ἀρχῆς. ὑμεῖς μὲν γὰρ ἔχοντες ναυτικὸν οὐκ ἐχόντων ἤρχετε,
οὗτοι δὲ ὀλίγοι ὄντες πολλαπλασίων ὄντων καὶ οὐδὲν χεῖρον
ὡπλισμένων πλεονεκτοῦσι. ταῦτ’ οὖν λέγομεν ἡμεῖς· εὖ
γε μέντοι ἐπίστασθε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι νομίζομεν ἐπὶ
πολὺ μείζω ἀγαθὰ παρακαλεῖν ὑμᾶς τῇ ὑμετέρᾳ πόλει ἢ τῇ
ἡμετέρᾳ.

***
Ο Τιθραύστης ωστόσο σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Αγησίλαος περιφρονούσε την εξουσία του Βασιλέως κι όχι μόνο δεν είχε καθόλου στον νου του να φύγει απ' την Ασία, παρά αισιοδοξούσε πολύ ότι θα νικήσει τον Βασιλέα. Μην ξέροντας λοιπόν πώς ν' αντιμετωπίσει την κατάσταση, στέλνει τον Τιμοκράτη τον Ρόδιο στην Ελλάδα με χρυσάφι αξίας ενός ταλάντου ασημιού και με την εντολή να το μοιράσει στους ηγέτες των πόλεων, εφόσον θα του εγγυηθούν σοβαρά ότι θα πολεμήσουν τους Λακεδαιμονίους. Εκείνος έρχεται στην Ελλάδα και δωροδοκεί στη Θήβα τον Ανδροκλείδα, τον Ισμηνία και τον Γαλαξίδωρο, στην Κόρινθο τον Τιμόλαο και τον Πολυάνθη, στο Άργος τον Κύλωνα και τους οπαδούς του. Οι Αθηναίοι πάλι, μ' όλο που δεν πήραν μερίδιο απ' αυτό το χρυσάφι, έδειξαν διάθεση για πόλεμο πιστεύοντας πως έτσι θ' ανακτούσαν την ηγεμονία. Όσο για κείνους που δέχτηκαν τα χρήματα, άρχισαν να συκοφαντούν τους Λακεδαιμονίους ο καθένας στην πόλη του, κι αφού πέτυχαν να τους κάνουν μισητούς στους πληθυσμούς, βάλθηκαν να οργανώσουν συμμαχία ανάμεσα στις μεγαλύτερες πόλεις.

Οι Θηβαίοι ηγέτες ήξεραν ωστόσο ότι αν δεν άρχιζε άλλος τον πόλεμο, οι Λακεδαιμόνιοι δεν θ' αποφάσιζαν να παραβιάσουν τις συμφωνίες τους με τους συμμάχους. Για τούτο έπεισαν τους Οπουντίους Λοκρούς να λεηλατήσουν περιουσίες στην περιοχή που αμφισβητούσαν αναμεταξύ τους αυτοί κι οι Φωκείς, με τη σκέψη ότι αυτό θα 'χε συνέπεια να εισβάλουν οι Φωκείς στη Λοκρίδα. Και δεν έπεσαν έξω: αμέσως εισέβαλαν οι Φωκείς στη Λοκρίδα κι άρπαξαν πολλαπλάσιο βιος. Τότε οι οπαδοί του Ανδροκλείδα δεν δυσκολεύτηκαν να πείσουν τους Θηβαίους να βοηθήσουν τους Λοκρούς, με το επιχείρημα ότι οι Φωκείς δεν είχαν εισβάλει στην αμφισβητούμενη περιοχή, αλλά στην ίδια τη Λοκρίδα, που ήταν αναγνωρισμένη σαν φίλη και σύμμαχος της Θήβας. Όταν όμως οι Θηβαίοι εισέβαλαν κι αυτοί στη Φωκίδα κι άρχισαν να λεηλατούν τη χώρα, οι Φωκείς έστειλαν αμέσως πρέσβεις στη Λακεδαίμονα ζητώντας βοήθεια κι εξηγώντας ότι δεν είχαν αρχίσει εκείνοι τον πόλεμο, παρά βρίσκονταν σ' άμυνα όταν επιτέθηκαν στους Λοκρούς.

Οι Λακεδαιμόνιοι πάλι αρπάχτηκαν πρόθυμα από το πρόσχημα που τους δινόταν για εκστρατεία κατά των Θηβαίων: ήταν καιρός που ήταν οργισμένοι μαζί τους, και επειδή οι Θηβαίοι είχαν προβάλει την αξίωση, στη Δεκέλεια, να πάρουν το δέκατο της λείας που ανήκε στον Απόλλωνα, κι επειδή είχαν αρνηθεί να τους ακολουθήσουν στην επιχείρηση εναντίον του Πειραιά. Τους κατηγορούσαν ακόμα ότι και τους Κορινθίους είχαν πείσει ν' αρνηθούν συμμετοχή σ' εκείνη την επιχείρηση. Δεν ξεχνούσαν κι ότι οι Θηβαίοι είχαν εμποδίσει τον Αγησίλαο να κάνει θυσία στην Αυλίδα, ότι είχαν πετάξει τα θυσιασμένα κιόλας εντόσθια πάνω απ' τον βωμό, κι ότι ούτε στην Ασία δέχτηκαν να εκστρατεύσουν με τον Αγησίλαο. Χώρια απ' αυτά, υπολόγισαν ότι ήταν καλή η ευκαιρία για να στείλουν στρατό να τους χτυπήσει και να δώσουν τέλος στην αυθάδη συμπεριφορά των Θηβαίων απέναντί τους: η κατάσταση στην Ασία ήταν ευνοϊκή γι' αυτούς χάρη στις νίκες του Αγησιλάου, και στην Ελλάδα δεν είχαν άλλο πόλεμο που να τους δένει τα χέρια.

Τέτοιες ήταν οι αντιλήψεις στην πόλη των Λακεδαιμονίων. Οι έφοροι κήρυξαν λοιπόν επιστράτευση κι έστειλαν τον Λύσανδρο στους Φωκείς με διαταγή να πάει στον Αλίαρτο επικεφαλής των ίδιων των Φωκέων, καθώς και των Οιταίων, των Ηρακλεωτών, των Μηλιέων και των Αινιάνων. Στο ίδιο μέρος συμφώνησε να βρίσκεται μιαν ορισμένη μέρα κι ο Παυσανίας, που θα 'ρχόταν με τους Λακεδαιμονίους και τους υπόλοιπους Πελοποννησίους και θα 'χε το γενικό πρόσταγμα. Ο Λύσανδρος εξετέλεσε τις εντολές που είχε πάρει και κατόρθωσε επιπλέον ν' αποσπάσει και τους Ορχομενίους από τη Θήβα. Στο μεταξύ ο Παυσανίας, αφού έκανε την καθιερωμένη θυσία στο πέρασμα των συνόρων, εγκαταστάθηκε στην Τεγέα κι έστελνε αξιωματικούς–συνδέσμους να παραλάβουν τις δυνάμεις των συμμάχων, ενώ ταυτόχρονα περίμενε τ' αποσπάσματα από τις άλλες πόλεις της Λακεδαίμονος.

Μόλις κατάλαβαν ωστόσο οι Θηβαίοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάζονταν να εισβάλουν στη χώρα τους, έστειλαν πρέσβεις στην Αθήνα να πουν τ' ακόλουθα:

«Όταν μας κατηγορείτε, Αθηναίοι, ότι στο τέλος του πολέμου προτείναμε σκληρά μέτρα εναντίον σας, άδικα μας κατηγορείτε: δεν ήταν η πόλη μας που έδωσε εκείνη την ψήφο, αλλά ένας μόνο άνθρωπος που έτυχε τότε να μας αντιπροσωπεύει στο συνέδριο των συμμάχων. Όταν άλλωστε μας ζήτησαν οι Λακεδαιμόνιοι να βαδίσουμε κατά του Πειραιά, η πόλη ψήφισε ομόφωνα να μη μετάσχουμε στην εκστρατεία. Επειδή λοιπόν είστε μια από τις κύριες αφορμές της οργής των Λακεδαιμονίων εναντίον μας, δίκαιο είναι ―νομίζουμε― να βοηθήσετε την πόλη μας. Πολύ περισσότερο έχουμε την απαίτηση να ξεσηκωθούν πρόθυμα να χτυπήσουν τους Λακεδαιμονίους όσοι από σας ανήκαν στην ολιγαρχική παράταξη: Οι Λακεδαιμόνιοι είναι που, αφού πρώτα σας εγκαθίδρυσαν ολιγαρχικό καθεστώς και σας έκαναν μισητούς στους δημοκράτες, ήρθαν κατόπιν με πολύ στρατό ―τάχα σαν σύμμαχοι― και σας παρέδωσαν στον λαό, έτσι που αν εξαρτιόταν απ' αυτούς η τύχη σας ήσασταν χαμένοι ― άλλο αν τούτος δω ο λαός σας έσωσε.

»Το ξέρουμε βέβαια όλοι, Αθηναίοι, ότι θα θέλατε ν' αποκτήσετε ξανά την παλιά σας ηγεμονία· με ποιον άλλο τρόπο όμως είναι πιθανότερο να το πετύχετε αυτό, παρά βοηθώντας οι ίδιοι όσους αδικούν εκείνοι; Το ότι εξουσιάζουν πολλούς δεν πρέπει να σας φοβίζει, αλλά ίσα ίσα να σας δίνει θάρρος: σκεφτείτε ότι τον καιρό που και σεις εξουσιάζατε πολλούς, είχατε και τους περισσότερους εχθρούς ― που έκρυβαν το μίσος τους για σας όσο δεν είχαν σε ποιον να προσχωρήσουν, και που μόλις μπήκαν επικεφαλής οι Λακεδαιμόνιοι έδειξαν τ' αληθινά τους αισθήματα απέναντί σας. Και τώρα λοιπόν, αν φανεί ότι εσείς κι εμείς συνασπιζόμαστε εναντίον των Λακεδαιμονίων, να το ξέρετε καλά ότι θα παρουσιαστούν πολλοί που τους μισούν.

»Λογαριάστε και θα δείτε αμέσως πόσο δίκιο έχουμε. Ποιος έχει μείνει στ' αλήθεια με το μέρος τους; Οι Ηλείοι, που έχασαν τόσα εδάφη και πόλεις, προστέθηκαν τώρα στους εχθρούς τους. Και τι να πούμε για τους Κορινθίους, για τους Αρκάδες, για τους Αχαιούς; Στον πόλεμο εναντίον σας οι Λακεδαιμόνιοι τους έπεισαν, με χίλια παρακάλια, να πάρουν μέρος σ' όλους τους μόχθους και τους κινδύνους και τις δαπάνες. Ύστερα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι πέτυχαν τον σκοπό τους, μήπως μοιράστηκαν μαζί τους εδάφη, τιμές ή χρήματα; Αντί γι' αυτό, βρίσκουν πρεπούμενο να διορίζουν είλωτες για αρμοστές ― και μόλις τους ευνόησε η τύχη επέβαλαν στους συμμάχους, που ήταν πριν ελεύθεροι, τη δεσποτεία τους. Αλλά είναι φανερό ότι ξεγέλασαν κι όσους παρακίνησαν ν' αποστατήσουν από σας, αφού αντί για ελευθερία τους έκαναν δυο φορές δούλους ― τους τυραννούν κι οι αρμοστές, κι οι Δεκαρχίες που διόρισε ο Λύσανδρος σε κάθε πόλη. Όσο για τον Βασιλέα της Ασίας, που τόσο πολύ τους βοήθησε να σας νικήσουν, μήπως τον μεταχειρίζονται διαφορετικά παρά αν είχε πολεμήσει μαζί σας εναντίον τους;

»Δεν είναι λοιπόν φυσικό, αν μπείτε και πάλι επικεφαλής αυτών που ολοκάθαρα αδικούνται, να γίνετε η μεγαλύτερη δύναμη που υπήρξε ποτέ; Γιατί όταν είχατε την ηγεμονία είναι γνωστό πως προστάζατε μονάχα τους θαλασσινούς, ενώ τώρα θα προστάζετε όλους ― κι εμάς, και τους Πελοποννησίους, κι όσους εξουσιάζατε άλλοτε, και τον ίδιο τον Βασιλέα που 'χει τη μεγαλύτερη δύναμη απ' όλους. Άλλωστε σταθήκαμε, καθώς ξέρετε, πολύ άξιοι σύμμαχοι και για κείνους· τώρα όμως είναι φυσικό να πολεμήσουμε στο πλευρό σας με περισσότερη διάθεση, από κάθε άποψη, παρά τότε στο πλευρό των Λακεδαιμονίων ― γιατί δεν θ' αγωνιζόμαστε όπως τότε γι' άλλους, νησιώτες ή Συρακουσίους, αλλά για μας τους ίδιους. Και τούτο όμως πρέπει να νιώσετε καλά, ότι πολύ πιο εύκολο είναι να πολεμηθούν οι επεκτατικές φιλοδοξίες των Λακεδαιμονίων απ' ό,τι η δική σας αλλοτινή αυτοκρατορία: εσείς είχατε ναυτικό κι εξουσιάζατε άλλους που δεν είχαν, ενώ τούτοι, λίγοι καθώς είναι, έχουν την αξίωση να εξουσιάζουν πολλούς που δεν είναι χειρότερα εξοπλισμένοι από τους ίδιους.

»Αυτά έχουμε να σας πούμε. Να το ξέρετε όμως καλά, Αθηναίοι, ότι θεωρούμε τις προτάσεις μας πολύ πιο ωφέλιμες για τη δική σας πόλη παρά για τη δική μας».