Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, γιατί, όπως λέει η παροιμία, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους.

Ωστόσο, ο μέγας στρατηγός Σουν Τζου, που οι διδαχές του εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα, διαβεβαίωνε πως δεν μπορείς να κερδίσεις μια μάχη αν δε γνωρίζεις εκτός από τον εχθρό, και τον εαυτό σου.

“Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών” διαβεβαίωνε ο συγγραφέας του βιβλίου “Η τέχνη του πολέμου”.

Αν γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε βάθος μπορεί να τρομάξουμε, γιατί, αν ερευνήσουμε πολύ και φτάσουμε ως τις πιο βαθιές πτυχές του εαυτού μας, ίσως βρούμε πράγματα που δεν θα μας αρέσουν. Για παράδειγμα, διακινδυνεύουμε:
  • Να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές μας που απεχθανόμαστε.
  • Να θυμηθούμε τις στιγμές εκείνες που ενεργήσαμε άσχημα.
  • Να αισθανθούμε ντροπή ή ενοχή για καταστάσεις που ζήσαμε καιρό πριν.
  • Να ανακαλύψουμε ότι αυτό που έχουμε τώρα δεν είναι αυτό που θέλουμε πραγματικά.
  • Να χάσουμε ένα μέρος από την αυτοεκτίμησή μας όταν συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας.
Όλα αυτά ίσως να μας ωθήσουν ν’ αφήσουμε στη σκοτεινή κόγχη της ψυχής αυτό που δε θέλαμε να δείχνουμε στον εαυτό μας και, πολύ περισσότερο στους άλλους.

Ωστόσο, πρέπει να αποβάλουμε τον φόβο.

Όπως διαβεβαιώνουν ερευνητές και ψυχολόγοι, το πρώτο βήμα για να υπερνικάμε δυσκολίες ξεκινάει από μια πράξη ενδοσκόπησης κι από δουλειά μέσα μας προκειμένου να βελτιωθεί αυτό που υπάρχει έξω.

Η εμβάθυνση στην αυτογνωσία αυτή μπορεί να μας βοηθήσει, μεταξύ άλλων, να βελτιώσουμε τη ζωή μας εξουδετερώνοντας τις εσφαλμένες πεποιθήσεις μας, οι οποίες συχνά μας βασανίζουν και μας κρατάνε σε κατάσταση παράλυσης.

Ο ερευνητής Γκάρι Μάρκους, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, διαβεβαιώνει πως οι αναμνήσεις που έρχονται στη μνήμη μας είναι αυτές που βρίσκονται σε αρμονία με τις πεποιθήσεις μας και πως εκείνες που δε συμφωνούν με τις τωρινές μας σκέψεις είναι πιο δύσκολο να τις θυμόμαστε. Γι’ αυτό, αν κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, του είναι ευκολότερο να θυμάται μόνο τις καταστάσεις που δηλώνουν αυτή την έλλειψη. Κι όταν θυμώνουμε με κάποιον, σίγουρα μας έρχονται στον νου ένα σωρό περιπτώσεις που μας πρόσβαλε, αφήνοντας στην άκρη όλες εκείνες κατά τις οποίες έκανε καλά πράγματα για μας.

Γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ πολλών άλλων, είναι τόσο σημαντικό να φτάνουμε στη γνώση του εαυτού μας.

Το να ξέρουμε ότι απλώς είμαστε θυμωμένοι ή ότι αυτή η έλλειψη ασφάλειας επηρεάζει τα όσα πιστεύουμε και θυμόμαστε μπορεί να συμβάλει να ξεπεράσουμε μια κατάσταση ή ακόμα και να πάρουμε τα αναγκαία μέτρα για να την επιλύσουμε οριστικά.

Όπως διαβεβαιώνει ο Μάρκους στο βιβλίο του Αυτό θα σε κάνει εξυπνότερο:

“Ο νους μας είναι πεπερασμένος και απέχει πολύ από το να είναι ευγενής. Το να γνωρίζουμε τα όριά του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοούμε καλύτερα τα πράγματα”.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες

Επειδή όμως τα γηρατειά δεν έχουν όλα τα κακά, κατά τον Ευριπίδη, ούτε και η βλακεία των φίλων, πρέπει να βλέπει κανείς όχι μόνο τα σφάλματα αλλά και τις επιτυχίες τους και, μα τον Δία, να τους επαινεί αρχικά, έπειτα όμως, όπως ο σίδηρος πήζει με το πάγωμα και επιδέχεται τη στόμωση, αφού πρώτα διασταλεί και μαλακώσει με τη θερμότητα, έτσι και στους φίλους, χαλαροί καθώς είναι και θερμοί από τους επαίνους, μπορεί εύκολα κανείς να εφαρμόσει την παρρησία, σαν εμβάπτιση στο κατάλληλο υγρό. Παρουσιάζεται, πράγματι, η ευκαιρία να πει κανείς: “Αξίζουν άραγε αυτά να παραβληθούν με εκείνα; Βλέπεις τι καρπούς αποδίδει το καλό; Αυτά ζητάμε από σένα εμείς, οι φίλοι σου, αυτά σου ταιριάζουν, γι’ αυτά γεννήθηκες. Τα άλλα πρέπει να ριχτούν

στα βουνά ή στο κύμα της πολύβουης θάλασσας (ΟΜΗΡΟΣ).

Τίποτε άλλο δεν προσφέρεται περισσότερο για να λυπήσει όσο το δυνατόν λιγότερο τον αποδέκτη της παρρησίας και να το θεραπεύσει όσο το δυνατόν καλύτερα από το να μετριάζει κανείς την οργή στη συμπεριφορά του και να αντιμετωπίζει καλοπροαίρετα όσους κάνουν λάθη.

Επομένως, δεν πρέπει ούτε να τους επικρίνει κανείς άγρια, αν αρνούνται (τα λάθη τους), ούτε να τους εμποδίζει, αν θέλουν να απολογηθούν, αλλά και δικαιολογίες εύσχημες να τους βοηθάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βρουν και να απορρίπτει τη χειρότερη εξήγηση της πράξης τους, προτείνοντάς τους άλλη πιο μετριοπαθή, όπως ο Έκτωρ,

Τρελέ, καλό δεν είναι να βάζεις τέτοια οργή στην ψυχή σου, (ΟΜΗΡΟΣ)

προς τον αδερφό του, επειδή τάχα δεν ήταν λιποταξία ή δειλία η αναχώρησή του από τη μάχη αλλά αντίδραση οργής.

Και προς τον Αγαμέμνονα ο Νέστωρ:

Συ όμως στη μεγαλοπρεπή οργή σου υπάκουσες, (ΟΜΗΡΟΣ)

Πιο ψυχολογημένο, θαρρώ, είναι να πεις “φέρθηκες άσχημα” παρά “φέρθηκες άδικα”, “δεν σκέφτηκες σωστά” παρά “αδιαφόρησες”, “μην τσακώνεσαι με τον αδερφό σου” παρά “μην φθονείς τον αδερφό σου” και “απόφυγε τη γυναίκα που σε καταστρέφει” παρά “πάψε να καταστρέφεις τη γυναίκα”.

Τέτοιου είδους μέθοδο αναζητεί η επανορθωτική παρρησία, ενώ η προληπτική την αντίθετη.

Πράγματι, όταν χρειαστεί είτε να αποτρέψει κανείς ανθρώπους που πρόκειται να κάνουν λάθος είτε θελήσουμε να τονώσουμε και να παροτρύνουμε ανθρώπους που στέκονται αδρανείς απέναντι σε κάποια βίαιη αντίδραση ή είναι μαλθακοί και απρόθυμοι να κάνουν το καλό, πρέπει να αποδίδουμε το φαινόμενο σε αιτίες άτοπες και άπρεπες.

Έτσι, στο έργο του Σοφοκλή, ο Οδυσσέας, προσπαθώντας να ερεθίσει τον Αχιλλέα, δεν λέει πως η οργή του έχει να κάνει με το δείπνο, αλλά:

Τώρα είναι η θέα των επάλξεων της Τροίας που σε τρομάζει;

Και πάλι, ενώ ο Αχιλλέας αγανακτεί και λέει ότι θα αποπλεύσει:

Ξέρω εγώ τι προσπαθείς να αποφύγεις· όχι τα λόγια σε βάρος σου,
αλλά τον Έκτορα που είναι κοντά.
Ωραίο πράγμα στ’ αλήθεια, ο θυμός.

Τρομάζοντας τον ψυχωμένο άντρα με την ιδέα ότι θα αποκτήσει φήμη δειλού, τον μετρημένο και κόσμιο ακόλαστου, τον γενναιόδωρο και μεγαλόπρεπο με το ότι θα αποκτήσει φήμη μίζερου και τσιγκούνη, τους παροτρύνουν προς ωραίες πράξεις και τους αποτρέπουν από τις άσχημες, μένοντας μετρημένοι στις κριτικές τους σε περιπτώσεις ανίατες και προσθέτοντας στην παρρησία περισσότερη λύπη και συμμετοχή στον πόνο του άλλου παρά ψόγο, ενώ, όταν πρόκειται να εμποδίσουν τον άλλο να διαπράξει το λάθος ή να (τον κάνουν να) αντισταθεί στο πάθος του, είναι σφοδροί, άτεγκτοι και επίμονοι. Τούτη είναι, όντως, η ευκαιρία να φανεί η ακλόνητη αφοσίωση και η αληθινή παρρησία.

Τον ψόγο, αντίθετα, για όσα έχουν ήδη γίνει βλέπουμε να εφαρμόζουν και οι εχθροί μεταξύ τους, όπως ακριβώς έλεγε ο Διογένης ότι αυτός που είναι να σωθεί πρέπει να έχει φίλους καλούς ή σφοδρούς εχθρούς, διότι οι πρώτοι νουθετούν, οι δεύτεροι επικρίνουν.

Είναι καλύτερο όμως να πείθεται κανείς χάρη σε όσους τον συμβουλεύουν και να αποφεύγει τα σφάλματα, παρά να σφάλει και να μετανοεί λόγω αυτών που τον κακολογούν.

Για τούτο χρειάζεται τέχνη η παρρησία, στον βαθμό που είναι το μεγαλύτερο και πιο δυνατό φάρμακο στη φιλία, εφόσον χρειάζεται πάντοτε να πέφτει την κατάλληλη στιγμή και να είναι ισορροπημένη.

Επειδή λοιπόν η παρρησία, όπως έχει λεχθεί, πολλές φορές είναι από τη φύση της λυπηρή γι’ αυτόν που θεραπεύεται, πρέπει να μιμείται κανείς τους γιατρούς.

Πράγματι, ούτε εκείνοι, όταν κάνουν τομή, αφήνουν το μέρος που πάσχει να πονάει και να υποφέρει, αλλά το πλένουν μαλακά και το καταβρέχουν, ούτε όσοι νουθετούν, αφού πετάξουν διακριτικά την πικρή και δηκτική παρατήρησή τους, φεύγουν μακριά, αλλά με άλλες συζητήσεις και λόγους ευχάριστους, τους καταπραΰνουν και τους ψυχαγωγούν, όπως ακριβώς οι λιθοξόοι λειαίνουν και βερνικώνουν τα μέρη των αγαλμάτων που χτύπησαν με τη σμίλη και έκοψαν.

Αυτόν όμως που χτυπήθηκε και χαρακώθηκε από την παρρησία, αν τον αφήσεις τραχύ, με εξογκώματα και ανωμαλίες από την οργή, είναι δύσκολο να τον επαναφέρεις και να τον παρηγορήσεις.

Γι’ αυτό, τούτο είναι από τα κυριότερα που πρέπει να προσέχουν όσοι νουθετούν και να μην το παραμελούν ούτε η τελευταία γεύση που αφήνουν στη συντροφιά και την παρέα να είναι η λύπη και η πίκρα στους φίλους.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονται

Άνθρωποι που στον ύπνο τους τη νύχτα ονειρεύονται γνωρίζουν ένα ξεχωριστό είδος ευτυχίας που δεν περικλείεται στον κόσμο της ημέρας, μια γαλήνια έκσταση και άνεση στην καρδιά που είναι σαν μέλι στη γλώσσα. Γνωρίζουν επίσης ότι η πραγματική δόξα των ονείρων ενυπάρχει στην ατμόσφαιρα της απεριόριστης ελευθερίας τους. Δεν είναι η ελευθερία του δικτάτορα που επιβάλλει τη βούλησή του στον κόσμο, αλλά η ελευθερία του καλλιτέχνη που δεν έχει βούληση, που είναι ελεύθερος από βούληση. 

Η απόλαυση του αληθινού ονειροπόλου δεν έγκειται στην ουσία του ονείρου, αλλά στο ότι εκεί συμβαίνουν πράγματα στα οποία ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή ανάμειξη, και βρίσκονται εντελώς έξω από τον δικό του έλεγχο. Μεγάλα τοπία αυτοδημιουργούνται, μεγάλες εξαίσιες εικόνες, πλούσια και φίνα χρώματα, δρόμοι, σπίτια που ποτέ δεν έχει δει, ούτε ακούσει για αυτά. Ξένοι εμφανίζονται και είναι φίλοι ή εχθροί, παρότι το πρόσωπο που ονειρεύεται δεν έχει ποτέ κάνει τίποτα για αυτά. Οι ιδέες φυγής και αναζήτησης επανέρχονται στα όνειρα εξίσου γοητευτικές. Κι όλοι λένε υπέροχα πνευματώδη σχόλια. 

Είναι αλήθεια ότι, αν τα φέρει στον νου του την ημέρα, ξεθωριάζουν και χάνουν το νόημά τους γιατί ανήκουν σ’ ένα άλλο πεδίο, αλλά, μόλις αυτός που ονειρεύεται ξαπλώνει τη νύχτα, η ροή κλείνει και πάλι, κι εκείνος θυμάται πόσο υπέροχα ήταν. Περιβάλλεται διαρκώς από ένα αίσθημα απέραντης ελευθερίας που τον διατρέχει σαν αέρας, σαν φως – μια υπερκόσμια ευδαιμονία. Είναι ένα άτομο προνομιούχο όποιος δεν έχει τίποτα να κάνει, αλλά για την ανάπτυξη και την ευχαρίστησή του συμπράττουν όλα. Οι βασιλιάδες της Ταρσίδος θα του προσφέρουν δώρα. Λαμβάνει μέρος σε μια μεγάλη μάχη ή γιορτή και αναρωτιέται αν πρέπει, εν μέσω αυτών των γεγονότων, να είναι τόσο προνομιούχος, ώστε να μένει ξαπλωμένος. 

Όταν αρχίζεις να χάνεις τη συνείδηση της ελευθερίας και όταν η ιδέα της αναγκαιότητας εισβάλλει στον κόσμο, όταν υπάρχει κάτι βιαστικό και επείγον, όταν έχεις να γράψεις ένα γράμμα, να προφτάσεις το τρένο, όταν πρέπει να δουλέψεις για να μπορούν τα άλογα του ονείρου να καλπάσουν και τα τουφέκια να ρίξουν, τότε είναι που το όνειρο εξασθενεί και μετατρέπεται σε εφιάλτη – το χειρότερο και κατώτερο είδος ονείρου.

SENECA: Όσα σε έναν γίνονται, σ’ όλους μπορούν να γίνουν

Αν κάποιος επιτρέψει σ’ αυτή τη σκέψη να εισχωρήσει στην καρδιά του και, όταν βλέπει τις δυστυχίες των άλλων, που κάθε μέρα υπάρχουν εν αφθονία, αναλογίζεται ότι άνετα θα μπορούσαν να έλθουν και στον ίδιο, θα εξοπλιστεί εναντίον τους πολύ πριν αυτές τον επισκεφθούν. Είναι πολύ αργά να εφοδιάζεται κανείς για να υπομείνει τους κινδύνους όταν αυτοί είναι ήδη παρόντες. Μπορεί βέβαια να πεις: «Δεν νόμιζα ότι αυτό θα συμβεί» και «Πίστευες ποτέ ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;» Όμως γιατί όχι; Ποια είναι τα πλούτη εκείνα που δεν τα ακολουθούν κατά πόδας η φτώχεια, η πείνα και η αθλιότητα; Ποιοι αξιωματούχοι στον ποδόγυρο της εσθήτας τους, ποιοι οιωνοσκόποι στη ράβδο τους ή ποιοι πατρίκιοι στους ιμάντες των παπουτσιών τους δεν μεταφέρουν ακαθαρσίες και άθλια σκουπίδια – χιλιάδες στίγματα και σκέτη ντροπή; Ποιο βασίλειο υπάρχει για το οποίο να μην καιροφυλακτεί η καταστροφή και η ερήμωση, ο τύραννος και ο δήμιος;

Και όλα αυτά δεν χωρίζονται μεταξύ τους με τεράστια διαλείμματα χρόνου, αλλά, ανάμεσα στο θρόνο και στη γονυκλισία του βασιλιά μπροστά στα γόνατα κάποιου άλλου, κάποτε μεσολαβεί μία μόνο ώρα. Πρέπει επομένως να έχεις υπόψη σου ότι κάθε μοίρα στη ζωή είναι μεταβλητή και ό, τι συμβαίνει σε κάποιον μπορεί κάλλιστα να συμβεί και σ’ εμένα. Είσαι πλούσιος` είσαι όμως πλουσιότερος από τον Πομπήιο;

Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν είχε ούτε ψωμί και νερό όταν ο Γάιος, ένας γέρος συγγενής και καινούριος οικοδεσπότης του, του άνοιξε το σπίτι του Καίσαρα, για να έχει έτσι την ευκαιρία να του κλείσει το δικό του! Όσο κι αν ήταν ιδιοκτήτης πολυάριθμων ποταμών, που πήγαζαν από τα δικά του κτήματα και είχαν την εκβολή τους στις δικές του περιοχές, ήταν υποχρεωμένος να ζητιανεύει για μερικές σταγόνες νερό. Πέθανε από πείνα και δίψα στο ανάκτορο του συγγενούς του και, ενώ λιμοκτονούσε, ο κληρονόμος του φρόντιζε να ταφεί δημοσία δαπάνη! Έχεις αποκτήσει ύψιστα αξιώματα` απέκτησες όμως κάποιο τόσο μεγάλο, τόσο απρόσμενο και με τέτοια ευρύτητα όσο εκείνο του Σηιανού;

Και όμως, τη μέρα εκείνη που η Σύγκλητος τον συνόδευε, ο λαός τον καταξέσχιζε` από τον άνθρωπο που είχε συγκεντρώσει επάνω του ό, τι θεοί και άνθρωποι θα μπορούσαν να δώσουν τίποτα δεν έμεινε για να το σύρει στο ποτάμι ο δήμιος! Έστω ότι είσαι βασιλιάς: δεν θα σε παραπέμψω στον Κροίσο, που έζησε για να δει τη θανατική του πυρά να ανάβει και να σβήνει, που εξαναγκάστηκε να ζήσει για να δει το θάνατο του βασιλείου του, και όχι μόνο του εαυτού του, ούτε και στον Ιουγούρθα, που ο ρωμαϊκός λαός τον είδε, μέσα στον ίδιο χρόνο, αιχμάλωτο μπροστά του, ενώ πριν τον έτρεμε. Εμείς οι ίδιοι υπήρξαμε μάρτυρες της εικόνας ενός Πτολεμαίου, βασιλιά της Αφρικής, και ενός Μιθριδάτη, βασιλιά της Αρμενίας, που περιήλθαν υπό τον έλεγχο της φρουράς του Γαΐου` ο ένας στάλθηκε εξορία, ό άλλος ικέτευε να σταλεί πίσω και να του έχουν τώρα περισσότερη εμπιστοσύνη!

Αν λάβεις υπόψη σου αυτή τη φοβερή μεταβλητότητα της τύχης, που τη μια σε ανεβάζει και την άλλη σε κατεβάζει, δεν έχεις παρά να υποχωρήσεις στη δύναμη της κακοτυχίας – την οποία ο καθένας θα μπορούσε να συντρίψει, αν είχε πρώτα τη δυνατότητα να την αντιμετωπίσει καταπρόσωπο -, εκτός μόνο αν αποδεχθείς το γεγονός πως οτιδήποτε συμβαίνει είναι πιθανόν να συμβεί και σ’ εσένα.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Η αέναη μάχη του κακού με το καλό στο κάστρο του Κάμελοτ

Κάπου στην Ουαλία, μεταξύ 5ου και 6ου αιώνα μ.Χ. Ένα νέο αγόρι σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή του τραβάει το σπαθί από τον βράχο και διεκδικεί τη διαδοχή του στο θρόνο. Το είχε καρφώσει ο πατέρας του Ούθερ Πέντραγκον λίγο πριν πεθάνει. Αυτή είναι η αρχή του θρύλου για το Βασιλιά Αρθούρου και τους Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης που είναι ένας από του διασημότερους της Αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Ο Μάγος Μέρλιν, ο Λάνσελοτ και η Γκουίνεβιρ, είναι μερικοί από τους ήρωες που προβλήθηκαν, εξελίχθηκαν και συγκρούστηκαν μεταξύ τους σε αυτόν τον λογοτεχνικό μύθο που ακόμη και σήμερα κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Υπήρξε όμως ο Βασιλιάς Αρθούρος; Σίγουρα δεν υπάρχει αφήγηση χωρίς βιώματα κι εκεί βασίζονται οι ερευνητές ψάχνοντας την πραγματικότητα πίσω από τη φαντασία.

Η πρώτη αναφορά για τον Βασιλιά Αρθούρου βρίσκεται σε κείμενο του Historia Brittonum,τον 9ο αιώνα από τον Ουαλό μοναχό Nennius. Παρουσιάζεται σαν ισχυρός στρατηλάτης του 5ου αιώνα μ.Χ που αποκρούει του Σάξονες εισβολείς. Αν κοιτάξουμε λίγο πίσω στην ιστορία, σε εκείνη την περίοδο ξεκίνησε η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους Κέλτες να μένουν αφύλακτοι, μπροστά στις εισβολές των γερμανικών και δανέζικων φυλών. Στη σκοτεινή περίοδο και λίγο πριν από το Μεσαίωνα, οι μάχες για την κατοχή της Αγγλίας από Σκώτες, Πίκτες και Σάξονες ήταν πολλές και σίγουρα υπήρξαν Κέλτες πολέμαρχοι που με τις ηρωικές τους πράξεις αποτυπώθηκαν στις μνήμες των ανθρώπων. Η Βρετανία την εποχή εκείνη χρειαζόταν έναν ηγεμόνα να τους ενώσει· μέσα από τις διηγήσεις και τις λαϊκές παραδόσεις ονομάστηκε Αρθούρος. Ίσως ήταν ένας, ίσως πάλι να ήτανε πολλοί, που ένωσαν τα ανδραγαθήματά τους στο πρόσωπο ενός.

Πάντως, αν ευσταθεί ο χρόνος δράσης το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με έναν άγριο πολεμιστή με εμφανή σωματική δύναμη και άγρια όψη, παρά με τον ιππότη μέσα στη γυαλιστερή του πανοπλία που ήταν γνώρισμα του Μεσαίωνα. Παρ’ όλα αυτά ο Βασιλιάς Αρθούρος κατέλαβε την Ιρλανδία, έδιωξε τους εισβολείς από τις Βρετανικούς νήσους κι έζησε ένα μεγάλο διάστημα ειρήνης στο κάστρο του στο Κάμελοτ.

Ένα ποτάμι, ένα δάσος και μια πεδιάδα είναι η περιγραφή των συγγραφέων για το κέντρο εξουσίας του Βασιλιά Αρθούρου, που έζησε και υπήρξε όσο κι αυτός. Ένας τόπος μυσταγωγίας το Κάμελοτ με ένα γυάλινο κάστρο όπου οι Ιππότες έπαιρναν το χρίσμα της Στρογγυλής Τραπέζης. Κι ενώ ο εμπνευστής του Αρθουριανού κύκλου είναι ο Τζέφρεϊ Μονμάουθ -που έζησε το Μεσαίωνα, εξού και οι ιπποτικές πανοπλίες- ένας Αρχιδιάκονος της Οξφόρδης, που μέσα από τη φαντασία του ξεκίνησε η εξιστόρηση του μύθου, το Κάμελοτ γεννήθηκε στα κείμενα του Κρετιέν ντε Τρουά ενός Γάλλου ποιητή που βρισκόταν στην υπηρεσία της βασιλικής αυλής. Κάπου αναφέρεται ότι η ίδια η βασίλισσα Μαρία της Καμπανίας, του ζήτησε να γράψει μια ιπποτική ιστορία μόνο γι’ αυτήν και τότε το έργο «O Ιππότης με το κάρο» ή «Λάνσελοτ» έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του.

Εκεί, ο Λάνσελοτ εμφανίζεται ως ο επιστήθιος φίλος του Αρθούρου κι ερωτευμένος με την Γκουίνεβιρ. Μέσα σε όλο αυτό το πολεμικό έργο που ξεκίνησε από τις δοξασίες της κέλτικης κουλτούρας έλειπε ο έρωτας και η προδοσία. Τα τρία συστατικά μιας επιτυχημένης ιστορίας, μας δίνουν οι λογοτέχνες της εποχής εκείνης. Πόλεμος, έρωτας και προδοσία, όπου μεταγενέστεροι συγγραφείς στηρίχτηκαν και το εμπλούτισαν με την αναζήτηση του Ιερού Δισκοπότηρου και τις περιπέτειες των ιπποτών για την εύρεσή του.

Ένα τρίο δημιουργεί ο Κρετιέν και κρατάει ζωντανό το μύθο. Δίνει στους χαρακτήρες ιπποτισμό και ανδρεία σύμφωνα με τις αρχές της εποχής του και στην Γκουίνεβιρ μια εξωτική ομορφιά με μια ήρεμη καλοσύνη. Την εποχή εκείνοι οι γάμοι γινόντουσαν κυρίως για πολιτικούς λόγους και θέσεις ισχύος. Οπότε ο έρωτας δε γεννιόταν και η αγάπη έδινε αγώνα μέσα στον ήδη γάμο για να κερδηθεί. Μια νεαρή κοπέλα βρίσκεται παντρεμένη με ένα μεγαλύτερο άνδρα που είναι πολύ απασχολημένος με τις εργασίες του βασιλείου. Παραμελημένη και μοναχική, δέχεται τον έρωτα του ευγενικού και θαρραλέου ιππότη Λάνσελοτ. Κι ενώ οι εκδοχές από εδώ και πέρα είναι δύο, το σίγουρο είναι ότι κι αυτήν τον ερωτεύεται πίσω.

Στη μια κρατάνε τον έρωτά τους κρυφό και τιμούν τον Αρθούρο δείχνοντας την πίστη τους, ενώ στην άλλη δημιουργούν παράνομη σχέση την οποία μαθαίνει ο Αρθούρος και τους τιμωρεί. Το όνομα της Γκουίνεβιρ στα ουαλικά σημαίνει λευκή σκιά και ίσως και να προϋπήρχε του Αρθούρου. Οι κέλτικες φυλές ήταν άνθρωποι που αγαπούσαν τις νεράιδες, του μάγους, τα ξωτικά κι όλα τα άλυτα μυστήρια. Τους μάγευε η οφθαλμαπάτη και πίστευαν ότι ένα αντικείμενο καθώς περιστρέφεται, μεταμορφώνεται. Ο αριθμός 3 ήταν γι’ αυτούς ένα σταθερό θεμέλιο γιατί μέσα από την τριπλότητα ερευνούσαν τα φύλλα, τα ζώα και τα πρόσωπα. Η Γκουίνεβιρ στην κέλτικη μυθολογία εμφανίζεται ως τριπλή θεότητα που κατέχει την αγάπη, τη γονιμότητα και την ανάπτυξη.

Το τέλος της ιστορίας μας βρίσκει στις όχθες του ποταμού Κάμελ στην Κορνουάλη με τον Αρθούρο να θανατώνει τον Mορντρεντ που κατά τη διάρκεια της απουσίας του στη Βουργουνδία προσπάθησε να ανέβει στον θρόνο και να παντρευτεί την Γκουίνεβιρ. Στην ίδια μάχη ο Αρθούρος τραυματίζεται σοβαρά, αλλά ο Μονμάουθ αποφασίζει να τον μεταφέρει στη νήσο Άβαλον για να θεραπευτεί. Στα ουαλικά «Αvallah» σημαίνει ο τόπος των μήλων και εικάζεται ότι το Άβαλον είναι παράφραση αυτής της λέξης. Ο θάνατος του Αρθούρου δεν αναφέρεται πουθενά και σύμφωνα με τον μύθο περιμένουμε την επιστροφή του. Η Γκουίνεβιρ, ενώ δεν έχει πλέον κανένα εμπόδιο για να ζήσει τον έρωτά της με τον Λάνσελοτ, αποφασίζει να τον δει για μια τελευταία φορά πριν αναχωρήσει για το μοναστήρι.

Μονομαχίες, ίντριγκες, γενναιότητα αλλά και υπερφυσικές δυνάμεις, όλα πλεγμένα με έναν τρόπο που σε αφήνει μαγεμένο να ψάχνεις το συμβολισμό. Την αέναη μάχη του κακού με το καλό, τους ιππότες εναντίον ορατών κι αόρατων στοιχείων, τη λογική και τη διαφάνεια ενάντια σε δράκοντες και δαίμονες και την Κυρά της Λίμνης να βυθίζεται κρατώντας το Εξκάλιμπερ στο χέρι της και παίρνοντας τη δύναμη μαζί της. Είναι αποδεδειγμένο ιστορικά ότι κατά τον 5ο αιώνα ένας άνθρωπος αντιμετώπισε τους εισβολείς κι έπεσε θύμα προδοσίας. Αυτός ήταν ο Αρθούρος;

Τι συνταρακτικό συνέβηκε στην Δύση όταν ανακάλυψαν τα βιβλία του Αριστοτέλη;

Ο Αριστοτέλης και η μεσαιωνική αστρική πύλη

Μια φορά κι έναν καιρό στη Δύση, στην Ισπανία για να ακριβολογούμε, ήρθε στο φως μια συλλογή εγγράφων που βρίσκονταν στο σκοτάδι για πάνω από χίλια χρόνια, και τα αποτελέσματα της ανακάλυψης ήταν στ’ αλήθεια επαναστατικά.

Τα βιβλία του Αριστοτέλη ήταν η μεσαιωνική αστρική πύλη των χριστιανών. Για τους Ευρωπαίους του Μέσου Μεσαίωνα, η εντυπωσιακή επανεμφάνιση των χαμένων έργων του Έλληνα φιλοσόφου υπήρξε ένα γεγονός τόσο μοναδικό και με τόσο τεράστιο αντίκτυπο, ώστε να είναι ή θαυμαστό ή διαβολικό, ανάλογα με τη σκοπιά του καθενός. Η γνώση που περιεχόταν σ’ αυτά τα χειρόγραφα ήταν ταυτόχρονα «σκληρή» και «μαλακή» και εκπληκτικά κατανοητή. Οι περίπου τρεις χιλιάδες σελίδες υλικού, που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης, από βιολογία και φυσική μέχρι λογική, ψυχολογία, ηθική και πολιτική επιστήμη, φάνταζαν πραγματικά σαν κληροδότημα ενός ανώτερου πολιτισμού.

Ή μήπως θα έπρεπε να πω δυο πολιτισμών; Γιατί τα βιβλία του Αριστοτέλη δεν ανακαλύφθηκαν γραμμένα στα ελληνικά, ούτε φυλαγμένα σε πήλινα αγγεία, αλλά γραμμένα στα αραβικά και στεγασμένα στις βιβλιοθήκες μεγάλων πανεπιστημίων στη Βαγδάτη, στο Κάιρο, στο Τολέδο και στην Κόρδοβα. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την κατάρρευση της τάξης πραγμάτων στην Ευρώπη, τα έργα του Αριστοτέλη και άλλων Ελλήνων επιστημόνων έγιναν πνευματική ιδιοκτησία του πλούσιου και φωτισμένου αραβικού πολιτισμού, που κυριαρχούσε στη μεγάλη Νότια Ημισέληνο, εκτεινόμενη από την Περσία μέχρι την Ισπανία. Συνεπώς, όταν οι Δυτικοευρωπαίοι μετέφρασαν αυτά τα έργα στα λατινικά, με τη βοήθεια μουσουλμάνων και Εβραίων λογιών, μετέφρασαν επίσης τα έργα των κορυφαίων ισλαμιστών και εβραίων ερμηνευτών, φιλοσόφων παγκόσμιας εμβέλειας, όπως ο Αβικέννας, ο Αβερρόης και ο Μώυσής Μαϊμονίδης. Το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό. Σαν να έβρισκε κάποιος φυλαγμένα σε ένα αρχαίο αγγείο όχι μόνο τα έργα ενός αρχαίου Αϊνστάιν, αλλά και ερμηνείες, εφαρμογές και εκσυγχρονισμό του υλικού από τον ίδιο τον Αϊνστάιν και άλλους σύγχρονους φυσικούς. Λόγω αυτών των σχολιασμών, το έργο του Αριστοτέλη εμφανίστηκε με άμεσα χρησιμοποιήσιμη -και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη- μορφή. Για τους μεσαιωνικούς χριστιανούς, η ανάγνωση αυτών των βιβλίων για πρώτη φορά ήταν σαν να έβρισκαν μια συνταγή για διαπλανητικά ταξίδια, γραμμένες σε κάποιον αρχαίο πάπυρο. Ήταν το είδος της γνώσης που μπορούσε να ανατρέψει την υπάρχουσα κοσμοθεωρία, να προκαλέσει επανάσταση στην επιστήμη και να παράσχει στους αναγνώστες νέα πρότυπα ανθρώπινης οργάνωσης.

Γι αυτό το λόγο, η επανεμφάνιση των αριστοτελικών ιδεών στην Ευρώπη είχε μια μεταμορφωτική επίδραση εντελώς διαφορετική από οποιαδήποτε μεταγενέστερη ανακάλυψη. Δεν προκάλεσε τις εκτεταμένες αλλαγές που έλαβαν χώρα στην ευρωπαϊκή κοινωνία του Ύστερου Μεσαίωνα: την αύξηση της παραγωγής τροφίμων και του εμπορίου, την εξέλιξη των πόλεων, την εξάπλωση της μάθησης και την ανάπτυξη των λαϊκών θρησκευτικών κινήσεων. Η χρησιμότητα των μεθόδων και των εννοιών του Αριστοτέλη εξαρτιόταν από την επίτευξη ενός ορισμένου επιπέδου τεχνικής και οικονομικής προόδου, από την ανάπτυξη μιας ορισμένης πολιτισμικής ορμής εκ μέρους της κοινωνίας-αποδέκτη. Δεδομένης αυτής της ορμής, ωστόσο, οι ανακαλύψεις ήταν καταιγιστικές, επιταχύνοντας το βήμα και βαθαίνοντας την ποιότητα της επιστημονικής και φιλοσοφικής έρευνας. Στη λατινική Δύση, το ανακτημένο έργο του Αριστοτέλη ήταν το κλειδί για τις περαιτέρω εξελίξεις, που θα μετέτρεπαν την Ευρώπη από μια απομακρυσμένη, επαρχιακή περιοχή σε επίκεντρο ενός επεκτατικού παγκόσμιου πολιτισμού.

Φανταστείτε! Πάνω από τέσσερις αιώνες πριν κηρύξουν την επιστημονική επανάσταση ο Φράνσις Μπέικον και ο Καρτέσιος, μια αναγνωρίσιμα σύγχρονη προοπτική -ορθολογιστική, προσγειωμένη, ανθρωπιστική και εμπειρική- πυροδότησε πολιτιστικό πόλεμο απ’ άκρη σ’ άκρη της Δυτικής Ευρώπης, αμφισβητώντας παραδοσιακές θρησκευτικές και κοινωνικές πεποιθήσεις στον πυρήνα τους. Ο αγώνας ανάμεσα στην πίστη και τη λογική δεν άρχισε, όπως τόσο συχνά υποθέτουν, με την αμφισβήτηση της γεωκεντρικής κοσμολογίας από τον Κοπέρνικο ή με την καταδίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση, αλλά με τη διαμάχη πάνω στις ιδέες του Αριστοτέλη κατά τη διάρκεια του 12ου και του 13ου αιώνα. Εδώ και δεκαετίες, οι ειδικοί της μεσαιωνικής ιστορίας έχουν κατανοήσει ότι η αφύπνιση της Δύσης άρχισε κατά τη διάρκεια της «μεσαιωνικής αναγέννησης». Πολλοί πιστεύουν ότι η σύγκρουση μεταξύ των χριστιανών για το αν θα έπρεπε να αποδεχτούν ή να απορρίψουν την αριστοτελική επιστήμη σημαδεύει μια κρίσιμη καμπή -ίσως ΤΗΝ Κρίσιμη καμπή-στην ιστορία της δυτικής διανόησης. Αλλά αυτή η κατανόηση δεν έχει αποτελέσει μέρος της γενικά παραδεκτής πολιτισμικής μας «ιστορίας». Αντίθετα, συνεχίζουμε να λέμε την ιστορία του νεωτερισμού σαν να ξεκίνησε με την Αναγέννηση του 16ου αιώνα και με επιστήμονες όπως ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος και ο Ισαάκ Νεύτων.

Γιατί; Ένας λόγος αφορά το μύθο της πολιτισμικής αυθεντικότητας, την ιδέα -κοινή σε πολλούς πολιτισμούς- ότι ένας συγκεκριμένος πολιτισμός αναπτύχθηκε αφ’ εαυτού του, από πρωτότυπες πηγές, αντί να είναι προϊόν δανεισμού ή επιβολής από ξένους. Ο πολιτισμός «μας» είναι αυθεντικά γηγενής, υποστηρίζουν οι φανατικοί κάθε έθνους, ενώ ο «δικός τους» είναι απλώς παραγωγό ή μίμηση. Για όσους αγωνιούν να εδραιώσουν την ανωτερότητα του δυτικού πολιτισμού έναντι όλων των άλλων παραδόσεων, η ιστορία της πρώτης πνευματικής επανάστασης της Ευρώπης είναι κάτι που τους φέρνει σε δύσκολη θέση. Ο πρώτος μεταδότης αυτών των προηγμένων ιδεών ήταν όχι μόνο ένας μη ευρωπαϊκός πολιτισμός, αλλά και ένας πολιτισμός που οι χριστιανοί, εδώ και πολύ καιρό, θεωρούσαν νέμεσή τους: η Μουσουλμανική Αυτοκρατορία, που κατείχε τους Αγίους Τόπους, κυριαρχούσε στις θαλάσσιες οδούς της Μεσογείου και προκαλούσε την Ευρώπη στρατιωτικά επί χίλια σχεδόν χρόνια. Και, ακόμα χειρότερο, όπως ανακάλυψαν οι Σταυροφόροι, αυτός ο «άπιστος» πολιτισμός ήταν σαφώς πιο προηγμένος σε σημαντικούς τομείς απ’ ότι ο πολιτισμός της λατινικής Δύσης. Οι Άραβες και οι Εβραίοι όχι μόνο είχαν αποκτήσει τη φιλοσοφία και τη φυσική επιστήμη του Αριστοτέλη, αλλά είχαν επίσης αφομοιώσει τα μαθηματικά του Ευκλείδη, την αστρονομία και την οπτική του Πτολεμαίου, τις αρχές της μηχανικής του Αρχιμήδη, την ιατρική επιστήμη του Ιπποκράτη και του Γαληνού και άλλους επιστημονικούς θησαυρούς. Πέρα από το ότι είχαν μεταφράσει αυτά τα έργα, τα είχαν ερμηνεύσει, εφαρμόσει και βελτιώσει και είχαν προσθέσει και νέες, δικές τους επιστήμες, όπως η χημεία, η άλγεβρα και η ιστορία. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι Άραβες θεωρούσαν τους Σταυροφόρους βάρβαρους επιδρομείς ή που οι Ευρωπαίοι έβλεπαν τον ισλαμικό κόσμο με αυτό τον παράξενο συνδυασμό φόβου και θαυμασμού, μίσους και ζήλιας, που οι φτωχότεροι, λιγότερο «πολιτισμένοι» λαοί αισθάνονται συχνά για όσους είναι πιο πλούσιοι και εκλεπτυσμένοι απ’ ότι οι ίδιοι.

Για τους σοβινιστές μπορεί να είναι άβολο το να θυμηθούν ότι η Ευρώπη εξαρτιόταν από μουσουλμάνους και εβραίους λόγιους για την ανάκτηση της κλασικής της κληρονομιάς. Όμως, για πολλούς νεωτεριστές, μία ακόμα πηγή έντονης αμηχανίας είναι ο ηγετικός ρόλος που διαδραμάτισε σ’ αυτό το έργο της ανακάλυψης ο πιο μεσαιωνικός από τους θεσμούς, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Σήμερα έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε ότι η επιστήμη και η ορθόδοξη θρησκεία βρίσκονται εγγενώς και μονίμως σε σύγκρουση. Μία από τις αγαπημένες μας ιστορίες είναι «Ο Γαλιλαίος έναντι της Ιεράς Εξέτασης» – ένα ηθικοπλαστικό έργο στο οποίο ο θαρραλέος, δημιουργικός άνθρωπος της λογικής έρχεται αντιμέτωπος με τους δογματικούς, ρασοφόρους διώκτες του. Ωστόσο, τα πανεπιστήμια του Μεσαίωνα που βρίσκονταν υπό την αιγίδα της Εκκλησίας ήταν κατηγορηματικά αντίθετα σ’ αυτού του είδους τον αδαή σκοταδισμό. Όπως αναγνώριζε και ο ίδιος ο Γαλιλαίος, οι ανήσυχες «εξαριστοτελισμένες» σχολές των τεχνών και της θεολογίας ήταν τα φυτώρια της επιστημονικής σκέψης. Το εκπληκτικό είναι (τουλάχιστον για όσους έχουν εκπαιδευτεί να πιστεύουν ότι η εποχή της πίστης ήταν μια εποχή σκότους) ότι η αποφασιστική σύγκρουση μεταξύ ορθολογιστικού και παραδοσιοκρατικού στοχασμού δε διεξήχθη μεταξύ της μεσαιωνικής Εκκλησίας και των αντιπάλων της. Έλαβε χώρα στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου οι δυνάμεις που υποστήριζαν τη νέα αριστοτελική παιδεία έδιναν μάχη μ’ εκείνους που ήταν αντίθετοι σ’ αυτή.

Αυτή η μάχη είναι το θέμα τούτου του βιβλίου. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η έκβασή της καθόρισε σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της δυτικής διανόησης. Στην εποχή του Μεσαίωνα, φυσικά, το βασικό θέμα της διαμάχης δεν ήταν «επιστήμη» έναντι «θρησκείας». Αυτό που τώρα αποκαλούμε επιστήμη αποτελούσε μέρος μιας ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας, η οποία περιλάμβανε τη λογική, την ηθική, τη μεταφυσική, την αισθητική, ακόμα και τη θεολογία – και όλοι οι εμπλεκόμενοι στη σύγκρουση ήταν πιστοί χριστιανοί. Η αντιδικία είχε, στην πραγματικότητα, να κάνει με το κατά πόσον οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι θα αφοσιώνονταν στην αναζήτηση για λογική κατανόηση και στο πώς θα μπορούσαν να το κάνουν χωρίς να χάσουν τη θρησκευτική και πολιτισμική τους ταυτότητα. Μπορούσαν οι χριστιανοί στοχαστές, εμπνευσμένοι από τον Αριστοτέλη, να κατανοήσουν το φυσικό σύμπαν, συμπεριλαμβανομένης και της σφαίρας των ανθρώπινων κινήτρων και σχέσεων; Μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες τεχνικές σκέψης για να εξηγήσουν τη σχέση της κτίσης με το Θεό; Σε πολλούς παραδοσιοκράτες, αυτό το έργο φάνταζε αφενός επικίνδυνο και αφετέρου φιλόδοξο. Ο Αριστοτέλης ήταν ειδωλολάτρης και ορισμένες από τις ιδέες του βρίσκονταν σε δυσαρμονία με τα καθιερωμένα χριστιανικά δόγματα. Το πιο σημαντικό ήταν ότι η αριστοτελική στάση, με τον απτόητο θαυμασμό της για τον υλικό κόσμο, την αντιπάθειά της για τις υπερφυσικές εξηγήσεις και την αισιοδοξία της σχετικά με την ανθρώπινη φύση, ερχόταν σε αντίθεση με αιώνες μεταφυσικών, ασκητικών χριστιανικών αξιών και πρακτικών.

Μπορούσαν οι χριστιανοί στοχαστές να ακολουθούν τη διδασκαλία του Έλληνα σοφού, που αποκαλούσαν «Φιλόσοφο», και ταυτόχρονα να ακολουθούν και τον Ιησού Χριστό; Για έναν αιώνα σχεδόν, η απάντηση παρέμενε αμφίβολη. Λόγω της απειλής που συνιστούσαν για τους καθιερωμένους τρόπους σκέψης, τα βιβλία του Αριστοτέλη περί «φυσικής φιλοσοφίας» θεωρήθηκαν αρχικά πολύ επικίνδυνα για να διδαχτούν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Στις αρχές του 13ου αιώνα απαγορεύτηκαν και μερικοί από τους πιο παθιασμένους υποστηρικτές τους κάηκαν σαν αιρετικοί. Το 1277, η Εκκλησία καταδίκασε πολλές αριστοτελικές ιδέες που διδάσκονταν στα σχολεία, συμπεριλαμβανομένων και κάποιων προτάσεων που είχαν υιοθετηθεί από τη μεγαλύτερη ιδιοφυία του αιώνα, τον Θωμά Ακινάτη. Τελικά, όμως, οι ηγέτες της Εκκλησίας επέτρεψαν στη χριστιανική σκέψη να μεταμορφωθεί από τη νέα κοσμοθεωρία. Με τις μη αναστρέψιμες κοινωνικές αλλαγές που αναδιαμόρφωναν την ευρωπαϊκή κοινωνία, συνειδητοποίησαν ότι η Εκκλησία θα έπρεπε να προσαρμοστεί στα νέα ρεύματα, αν ήθελε να διατηρήσει τη θέση της ως πνευματικής και ηθικής ηγεσίας. Έτσι, διορατικοί πάπες και επίσκοποι έκαναν το μοιραίο βήμα που οι ισλαμιστές ηγέτες είχαν απορρίψει. Παντρεύοντας τη χριστιανική θεολογία με την αριστοτελική επιστήμη, παρέδωσαν τη Δύση σε μια ηθική ορθολογιστικής έρευνας, η οποία θα προκαλούσε μια σειρά «επιστημονικών επαναστάσεων», καθώς και απρόβλεπτες αναταραχές στην κοινωνική και θρησκευτική σκέψη.

Συνεπώς, οι πρώτοι φυσικοί επιστήμονες της Ευρώπης ήταν σχολαστικοί θεολόγοι και οι πιο καινοτόμοι κοινωνικοί στοχαστές της ήταν καθηγητές των τεχνών στα καινούρια καθολικά πανεπιστήμια. Επί τέσσερις αιώνες, οι Ευρωπαίοι φοιτητές -μια ελίτ προορισμένη για ηγετικές θέσεις στην Εκκλησία, την κυβέρνηση, την ιατρική και τα νομικά- ήταν αφοσιωμένοι σε ένα πρόγραμμα σπουδών που συνδύαζε τη λογική του Αριστοτέλη και τη φυσική φιλοσοφία με τη χριστιανική παιδεία. Η επιστημονική δραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένης και της αναλυτικής επεξεργασίας της ηθικής και της πολιτικής) είχε νομιμοποιηθεί μέσω της σύνδεσής της με τη θρησκεία, και η θεολογία -η χρήση της λογικής σε ερωτήματα πίστης- θεωρούνταν η «βασίλισσα των επιστημών». Η αριστοτελική κίνηση είχε ισχυροποιηθεί… όμως ο γάμος της πίστης με τη λογική δεν ήταν ποτέ εύκολος. Ακόμα και πριν ολοκληρώσει ο Θωμάς Ακινάτης το σπουδαίο συνθετικό έργο του Summa Theologica, οι συντηρητικοί το επέκριναν ο>ς υπερβολικά ελληνικό και οι ριζοσπαστικοί ως υπερβολικά χριστιανικό. Το 14ο αιώνα, ο λαμπρός φραγκισκανός σχολαστικός λόγιος Γουλιέλμος του Όκαμ επέμενε ότι ο Ακινάτης είχε σφάλει προσπαθώντας να διατυπώσει μια «φυσική θεολογία» και ότι θα ήταν καλύτερα τόσο για την επιστήμη όσο και για τη θρησκεία αν χώριζαν. Μέχρι να προκαλέσει κλυδωνισμούς στην Ευρώπη μια νέα επιστημονική επανάσταση την εποχή του Γαλιλαίου, οι διαδικασίες του διαζυγίου είχαν πάρει για τα καλά το δρόμο τους. Οι περισσότεροι από τους «νέους ανθρώπους» του Που αιώνα δεν αναγνώριζαν τον Αριστοτέλη ως έμπνευση, αλλά ως εχθρό.

Υπήρχαν αρκετοί λόγοι γι αυτό, κι ένας, σίγουρα, είναι ο ξεπεσμός του σχολαστικισμού. Τα πανεπιστήμια, που κάποτε ήταν η πηγή της δημιουργικής σκέψης, του πνευματικού οργασμού και των ελεύθερων συζητήσεων, τώρα συνδύαζαν τη στεγνή ορθοδοξία σε ζητήματα δόγματος με μια ανόητη θεολογική λεπτολογία. Όπως παρατήρησε ο μεγάλος καθολικός ανθρωπιστής Έρασμος, οι «επιστημονικοί» θεολόγοι των σχολών αφοσιώνονταν τώρα σε ερωτήματα του τύπου: «Θα επιτρέπεται να τρώμε και να πίνουμε μετά την ανάσταση των νεκρών;» («Παίρνουμε τις κατάλληλες προφυλάξεις κατά της πείνας και της δίψας, όσο υπάρχει ακόμα καιρός», σχολίαζε ψυχρά.) Με την Εκκλησία σε άμυνα έναντι της προτεσταντικής εξέγερσης και την αύξηση της κοσμικής εξουσίας, οι οπαδοί του Αριστοτέλη είχαν γίνει αντιδραστικοί συντηρητικοί, υπερασπιζόμενοι δουλικά κάθε συμπέρασμα του δασκάλου τους, ακόμα και μπροστά σε καινούριες αποδείξεις για το αντίθετο. Έτσι, όταν το τηλεσκόπιο του Γαλιλαίου αποκάλυψε ότι το φεγγάρι ήταν «βλογιοκομμένο» και ότι ο πλανήτης Αφροδίτη είχε χάση και φέξη όπως η Σελήνη, πολλοί λόγιοι διακήρυτταν ότι κάτι πρέπει να μην πήγαινε καλά με τους φακούς του, αφού ο Φιλόσοφος είχε υποστηρίξει ότι τα ουράνια σώματα ήταν τέλεια και αμετάβλητα και ότι η Γη, όχι ο Ήλιος, βρισκόταν στο κέντρο του Σύμπαντος. Όπως παρατηρούσε ο Γαλιλαίος, ο ίδιος ο Αριστοτέλης, με το μεγάλο σεβασμό του προς τις αποδείξεις, δε θα είχε καταλήξει ποτέ σε ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Άλλοι στοχαστές της μεταμεσαιωνικής Αναγέννησης δεν ήταν τόσο ευγενικοί όσο ο Γαλιλαίος με το μεγάλο πνευματικό τους πρόγονο. Αφού ο Κοπέρνικος και οι διάδοχοί του έθεσαν τη Γη σε κίνηση και εξάλειψαν τις περισσότερες διακρίσεις μεταξύ των νόμων που διέπουν τη γήινη και την ουράνια συμπεριφορά, οι ιδέες του Αριστοτέλη απεικονίζονταν συχνά ως βλακώδεις προκαταλήψεις – ένα απομεινάρι του σκοτεινού, μεσαιωνικού παρελθόντος. Αλλά αυτό δεν ίσχυε σε καμιά περίπτωση. Η κοσμολογία του Αριστοτέλη ήταν λανθασμένη, όχι «αντιεπιστημονική». Όπως και το υπόλοιπο σύστημά του, ήταν βασισμένη σε αρχές, εξαιρετικά αμφιλεγόμενες στην αρχή, που αργότερα έγιναν οι αποδεκτές βάσεις της επιστημονικής μεθόδου: για παράδειγμα, οι ιδέες ότι ο κόσμος που μας δείχνουν οι αισθήσεις μας είναι αληθινός, κι όχι απλώς μια σκιά της πραγματικότητας· ότι οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τη λογική τους είναι ικανοί να ανακαλύψουν μεγάλες αλήθειες σχετικά με αυτό τον κόσμο- ότι κατανόηση των φαινομένων σημαίνει κατανόηση των σχέσεων αιτίου και αιτιατού· και ότι οι φυσικές διαδικασίες είναι αναπτυξιακές και αποκαλύπτουν στους επιδέξιους ερευνητές τακτικά πρότυπα ανάπτυξης και αλλαγής. Φυσικά, η επιστήμη του Φιλοσόφου δεν ήταν όπως η δική μας. Η κοσμοθεωρία του περιέχει πολλά στοιχεία που η σύγχρονη επιστήμη απορρίπτει. Αλλά ο δογματισμός των μεταγενέστερων οπαδών του δεν ήταν δικός του. Ήταν η γεροντική εκδήλωση ενός συστήματος που, στην ακμή του, είχε φέρει επανάσταση στην ευρωπαϊκή σκέψη και της είχε δώσει πολλά από τα πιο τολμηρά και δυναμικά της χαρακτηριστικά.

Με την περαιτέρω πρόοδο της επιστήμης, την αύξηση της κοσμικής εξουσίας και τον κατακερματισμό της Εκκλησίας, το έργο του Αριστοτέλη απώλεσε τη θέση-κλειδί του για τη συμπαντική γνώση. Ταυτόχρονα, μεταξύ των Ευρωπαίων διανοούμενων, το διαζύγιο πίστης και λογικής έγινε οριστικό. Οδηγημένοι από την ανάγκη να απελευθερώσουν τη σκέψη τους από θρησκευτικούς περιορισμούς, οι απόστολοι του Διαφωτισμού σχεδίασαν το διαχωρισμό μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, αξιών και πραγματικότητας, θρησκευτικών πεποιθήσεων και επιστημονικής γνώσης, ένα διαχωρισμό που χαίρει ακόμα ευρείας αποδοχής. Ή μήπως όχι; Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, η σύγκρουση που συγκλόνισε την κοινωνία της Δύσης στο Μέσο Μεσαίωνα έχει επανεμφανιστεί σε παγκόσμια κλίμακα. Οι πιο βίαιες και δραματικές μάχες φέρνουν αντιμέτωπους τους ένθερμους υποστηρικτές των παραδοσιακών θρησκευτικών πεποιθήσεων και συμπεριφορών με τους νεωτεριστές και μετανεωτεριστές αντιπάλους τους. Αλλά δεν είναι μόνο οι «φονταμενταλιστές» που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με το σχίσμα μεταξύ επιστημονικής και θρησκευτικής σκέψης. Θεολόγοι, επιστήμονες και ανθρωπιστές διαφορετικής προέλευσης και απόψεων παλεύουν και πάλι με τα ζητήματα που έκαναν τα πανεπιστήμια και τις εκκλησίες της Ευρώπης πνευματικό (μερικές φορές, και πραγματικό) πεδίο μάχης κατά το 12ο και 13ο αιώνα.

Άραγε μπορούν οι σκεπτόμενοι άντρες και γυναίκες να κατανοήσουν τα μυστήρια του Σύμπαντος και να κυριαρχήσουν στην ανυπότακτη φύση τους; Είναι η επιστημονική τόλμη συνεπής με τη θρησκευτική πίστη; Παρεμβαίνει ο Θεός στη φύση και στις ανθρώπινες υποθέσεις; Μπορούν οι άνθρωποι να ζήσουν μια ηθική ζωή χωρίς Αυτόν; Η ανακάλυψη εκ νέου των έργων του Αριστοτέλη έφερε στο επίκεντρο της δυτικής συνείδησης παλιά ερωτήματα, πυροδοτώντας τον αγώνα για την εναρμόνιση πίστης και λογικής, που δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΟΣ ΝΙΚΟΚΛΕΑ

ΙΣΟΚΡ 2.27–35

(ΙΣΟΚΡ 2.15–35: Συμβουλές για μια χρηστή διακυβέρνηση) Συμβουλές για τον τρόπο επιλογής του περιβάλλοντος του ηγεμόνα – Η εγκράτεια, η σωφροσύνη και η τήρηση του ορθού μέτρου απαραίτητες αρετές του

[27] Φίλους κτῶ μὴ πάντας τοὺς βουλομένους, ἀλλὰ
τοὺς τῆς σῆς φύσεως ἀξίους ὄντας, μηδὲ μεθ’ ὧν ἥδιστα
συνδιατρίψεις, ἀλλὰ μεθ’ ὧν ἄριστα τὴν πόλιν διοικήσεις.
ἀκριβεῖς ποιοῦ τὰς δοκιμασίας τῶν συνόντων, εἰδὼς ὅτι
πάντες οἱ μή σοι πλησιάσαντες ὅμοιόν σε τοῖς χρωμένοις
εἶναι νομιοῦσιν. τοιούτους ἐφίστη τοῖς πράγμασιν τοῖς μὴ
διὰ σοῦ γιγνομένοις, ὡς αὐτὸς τὰς αἰτίας ἕξων ὧν ἂν ἐκεῖνοι
πράξωσιν. [28] πιστοὺς ἡγοῦ μὴ τοὺς ἅπαν ὅ τι ἂν λέγῃς ἢ
ποιῇς ἐπαινοῦντας, ἀλλὰ τοὺς τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιτι-
μῶντας. δίδου παρρησίαν τοῖς εὖ φρονοῦσιν, ἵνα περὶ ὧν
ἂν ἀμφιγνοῇς, ἔχῃς τοὺς συνδοκιμάσοντας. διόρα καὶ τοὺς
τέχνῃ κολακεύοντας καὶ τοὺς μετ’ εὐνοίας θεραπεύοντας,
ἵνα μὴ πλέον οἱ πονηροὶ τῶν χρηστῶν ἔχωσιν. ἄκουε τοὺς
λόγους τοὺς περὶ ἀλλήλων, καὶ πειρῶ γνωρίζειν ἅμα τούς
τε λέγοντας, ὁποῖοί τινές εἰσι, καὶ περὶ ὧν ἂν λέγωσιν.
[29] ταῖς αὐταῖς κόλαζε ζημίαις τοὺς ψευδῶς διαβάλλοντας,
αἷσπερ τοὺς ἐξαμαρτάνοντας.

Ἄρχε σαυτοῦ μηδὲν ἧττον ἢ τῶν ἄλλων, καὶ τοῦθ’
ἡγοῦ βασιλικώτατον, ἂν μηδεμιᾷ δουλεύῃς τῶν ἡδονῶν,
ἀλλὰ κρατῇς τῶν ἐπιθυμιῶν μᾶλλον ἢ τῶν πολιτῶν. μηδε-
μίαν συνουσίαν εἰκῇ προσδέχου μηδ’ ἀλογίστως, ἀλλ’ ἐπ’
ἐκείναις ταῖς διατριβαῖς ἔθιζε σαυτὸν χαίρειν, ἐξ ὧν αὐτός
τ’ ἐπιδώσεις καὶ τοῖς ἄλλοις βελτίων εἶναι δόξεις. [30] μὴ
φαίνου φιλοτιμούμενος ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἃ καὶ τοῖς κακοῖς
διαπράξασθαι δυνατόν ἐστιν, ἀλλ’ ἐπ’ ἀρετῇ μέγα φρονῶν,
ἧς οὐδὲν μέρος τοῖς πονηροῖς μέτεστιν. νόμιζε τῶν τιμῶν
ἀληθεστάτας εἶναι μὴ τὰς ἐν τῷ φανερῷ μετὰ δέους γιγνο-
μένας, ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ παρ’ αὑτοῖς ὄντες μᾶλλόν σου τὴν
γνώμην ἢ τὴν τύχην θαυμάζωσιν. λάνθανε μέν, ἢν ἐπί τῴ
σοι συμβῇ τῶν φαύλων χαίρειν, ἐνδείκνυσο δὲ περὶ τὰ
μέγιστα σπουδάζων.

[31] Μὴ τοὺς μὲν ἄλλους ἀξίου κοσμίως ζῆν τοὺς δὲ
βασιλεῖς ἀτάκτως, ἀλλὰ τὴν σαυτοῦ σωφροσύνην παρά-
δειγμα τοῖς ἄλλοις καθίστη, γιγνώσκων ὅτι τὸ τῆς πόλεως
ὅλης ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσιν. σημεῖον ἔστω σοι τοῦ
καλῶς βασιλεύειν, ἂν τοὺς ἀρχομένους ὁρᾷς εὐπορωτέρους
καὶ σωφρονεστέρους γιγνομένους διὰ τὴν σὴν ἐπιμέλειαν.
[32] περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς
παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος, καὶ
δόξῃ μὲν χρήματα κτητά, δόξα δὲ χρημάτων οὐκ ὠνητή, καὶ
τὰ μὲν καὶ φαύλοις παραγίγνεται, τὴν δ’ οὐχ οἷόν τε ἀλλ’ ἢ
τοὺς διενεγκόντας κτήσασθαι. τρύφα μὲν ἐν ταῖς ἐσθῆσι καὶ
τοῖς περὶ τὸ σῶμα κόσμοις, καρτέρει δ’ ὡς χρὴ τοὺς βασιλεύ-
οντας ἐν τοῖς ἄλλοις ἐπιτηδεύμασιν, ἵν’ οἱ μὲν ὁρῶντες διὰ
τὴν ὄψιν ἄξιόν σε τῆς ἀρχῆς εἶναι νομίζωσιν, οἱ δὲ συνόντες
διὰ τὴν τῆς ψυχῆς ῥώμην τὴν αὐτὴν ἐκείνοις γνώμην ἔχωσιν.

[33] Ἐπισκόπει τοὺς λόγους ἀεὶ τοὺς σαυτοῦ καὶ τὰς
πράξεις, ἵν’ ὡς ἐλαχίστοις ἁμαρτήμασιν περιπίπτῃς. κράτι-
στον μὲν τῆς ἀκμῆς τῶν καιρῶν τυγχάνειν, ἐπειδὴ δὲ δυσ-
καταμαθήτως ἔχουσιν, ἐλλείπειν αἱροῦ καὶ μὴ πλεονάζειν·
αἱ γὰρ μετριότητες μᾶλλον ἐν ταῖς ἐνδείαις ἢ ταῖς ὑπερβο-
λαῖς ἔνεισιν. [34] ἀστεῖος εἶναι πειρῶ καὶ σεμνός· τὸ μὲν
γὰρ τῇ τυραννίδι πρέπει, τὸ δὲ πρὸς τὰς συνουσίας ἁρμότ-
τει. χαλεπώτατον δὲ τοῦτο πάντων ἐστὶ τῶν προσταγμά-
των· εὑρήσεις γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τοὺς μὲν σεμνυνομένους
ψυχροὺς ὄντας, τοὺς δὲ βουλομένους ἀστείους εἶναι ταπει-
νοὺς φαινομένους. δεῖ δὲ χρῆσθαι μὲν ἀμφοτέραις ταῖς ἰδέαις
ταύταις, τὴν δὲ συμφορὰν τὴν ἑκατέρᾳ προσοῦσαν διαφεύ-
γειν. [35] ὅ τι ἂν ἀκριβῶσαι βουληθῇς ὧν ἐπίστασθαι προσή-
κει τοὺς βασιλεῖς, ἐμπειρίᾳ μέτιθι καὶ φιλοσοφίᾳ· τὸ μὲν γὰρ
φιλοσοφεῖν τὰς ὁδούς σοι δείξει, τὸ δ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἔργων
γυμνάζεσθαι δύνασθαί σε χρῆσθαι τοῖς πράγμασι ποιήσει.

***
[27] Να αποκτάς φίλους όχι όλους όσοι θέλουν την φιλίαν σου, αλλ' εκείνους που προσαρμόζονται εις τον χαρακτήρα σου, ούτε εκείνους με τους οποίους θα περάσης ευχάριστα τον χρόνον, αλλά εκείνους μετά των οποίων θα διοικήσης άριστα την πόλιν. Να ελέγχης με ακρίβειαν εκείνους που σε συναναστρέφονται με την πεποίθησιν, ότι όλοι όσοι δεν δύνανται να σε πλησιάσουν, θα πιστεύσουν ότι είσαι όμοιος με εκείνους που απολαύουν την φιλίαν σου. Εις τας υποθέσεις, που δεν διεξάγονται υπό σού, να διορίζης προς διαχείρισίν των άλλους με την ιδέαν ότι συ ο ίδιος θα ευθύνεσαι δι' όσα εκείνοι θα πράξουν. [28] Να νομίζης ως τους πλέον πιστούς σου φίλους όχι εκείνους που επαινούν παν ό,τι ήθελες είπει ή πράξει, αλλ' εκείνους που σε επικρίνουν διά τα σφάλματά σου. Να παρέχης ελευθερίαν λόγου εις τους ορθώς σκεπτομένους, διά να έχης εκείνους με τους οποίους μαζί θα εξετάσης τα ζητήματα διά τα οποία αμφιβάλλεις. Να διακρίνης τους επιτηδείους κόλακας από εκείνους, οι οποίοι προσφέρουν τας υπηρεσίας των κινούμενοι από ευμενή διάθεσιν, διά να μη ευρίσκωνται πλησίον σου εις ανωτέραν μοίραν οι κακοί από τους εναρέτους. Άκουε τους λόγους τους οποίους λέγουν οι άνθρωποι περί αλλήλων και προσπάθει να διαφωτίζεσαι συγχρόνως και δι' εκείνους που ομιλούν ποίοι είναι και δι' εκείνους διά τους οποίους ούτοι ομιλούν. [29] Με τας ιδίας τιμωρίας να τιμωρής τους συκοφάντας με τας οποίας τιμωρείς τους εγκληματούντας.

Να κυριαρχής του εαυτού σου εξ ίσου όπως εξουσιάζεις τους άλλους, και τούτο να νομίζης ότι είναι το κατ' εξοχήν προτέρημα του βασιλέως, δηλαδή να μη εξουσιάζεσαι από καμμίαν ηδονήν, αλλά περισσότερον να είσαι κυρίαρχος των παθών σου, παρά των πολιτών. Να μη συνάπτης κανένα σύνδεσμον άνευ λόγου και απερισκέπτως, αλλά να συνηθίζης τον εαυτόν σου να ευχαριστήται με εκείνας εκ των ενασχολήσεων, εκ των οποίων και συ ο ίδιος θα προοδεύσης και εις τους άλλους θα φανής ότι είσαι καλύτερος.

[30] Να μη στηρίζης την φήμην σου εις τας τοιαύτας πράξεις τας οποίας και οι κακοί δύνανται να πράξουν, αλλά να φαίνεσαι ότι είσαι υπερήφανος διά την αρετήν σου, της οποίας ουδόλως μετέχουν οι κακοί. Να νομίζης ότι αληθέσταται εκ των τιμών είναι όχι εκείναι αι οποίαι αποδίδονται εις το φανερόν και εμπνέονται από φόβον, αλλ' αι τιμαί, αι οποίαι προέρχονται από ανθρώπους, οι οποίοι ευρισκόμενοι μόνοι των θαυμάζουν μάλλον τον χαρακτήρα σου παρά την περιουσίαν σου. Να προσπαθής να μη γίνεσαι αντιληπτός, αν σου συμβή να ευχαριστηθής διά κάτι ανάξιον λόγου, να φαίνεσαι δε ότι ασχολείσαι με τα ευγενή και μεγάλα. [31] Να μη έχεις την αξίωσιν οι μεν άλλοι να ζουν κοσμίως, οι δε βασιλείς χωρίς ευπρέπειαν, αλλά την ιδικήν σου σωφροσύνην να παρέχης παράδειγμα εις τους άλλους, έχων υπ' όψιν σου ότι ο χαρακτήρ ολοκλήρου της πόλεως διαμορφούται κατά τρόπον όμοιον προς τον χαρακτήρα των αρχόντων. Ας είναι εις σε ως σημείον ότι κυβερνάς με σωφροσύνην το ότι βλέπεις τους υπηκόους σου να γίνωνται ευπορώτεροι και χρηστότεροι το ήθος διά των φροντίδων σου. [32] Να θέτης εις ανωτέραν μοίραν το να αφήσης εις τα παιδιά σου καλόν όνομα παρά μεγάλην περιουσίαν· διότι ο μεν πλούτος είναι θνητός η δε καλή φήμη αθάνατος, και διά της καλής μεν φήμης δύνανται να αποκτηθούν τα χρήματα, αλλά η καλή φήμη δεν δύναται να εξαγορασθή διά των χρημάτων· και τα μεν χρήματα έρχονται εις τας χείρας και των κακών, την δε καλήν φήμην δεν είναι δυνατόν να αποκτήσουν παρά μόνον όσοι διεκρίθησαν. Να ενδύεσαι με μεγαλοπρέπειαν και να καλλωπίζεσαι, τουναντίον δε να τηρής το μέτρον εις τας άλλας συνηθείας της ζωής, όπως αρμόζει εις τους βασιλείς, ίνα εκείνοι μεν που σε βλέπουν σε νομίζουν άξιον της αρχής κρίνοντες από την καθόλου εξωτερικήν εμφάνισιν, όσοι δε σε συναναστρέφονται, βλέποντες την δύναμιν της ψυχής σου, να έχουν την ιδίαν γνώμην περί σού με όσους κρίνουν από την εξωτερικήν σου όψιν. [33] Να εξετάζης μετά προσοχής πάντοτε τους λόγους σου και τας πράξεις σου, διά να περιπίπτης όσον το δυνατόν εις ολιγώτερα σφάλματα. Διότι άριστον μεν είναι να επιτυγχάνη κανείς το προσήκον μέτρον, αλλ' επειδή δυσκόλως γίνεται τούτο αντιληπτόν, να προτιμάς να έχης ολιγώτερα του δέοντος και όχι περισσότερα· διότι το προσήκον μέτρον (το ορθόν) ενυπάρχει μάλλον εις την έλλειψιν παρά εις την υπερβολήν.

[34] Να είσαι ευγενής εις τους τρόπους σου και σοβαρός· διότι η μεν σοβαρότης αρμόζει εις την άσκησιν της απολύτου εξουσίας, η δε ευγένεια είναι το στόλισμα της εν τη κοινωνία αναστροφής· η συμβουλή αύτη είναι η δυσκολωτάτη από όλας τας συμβουλάς· διότι θα εύρης ως επί το πολύ εκείνους μεν που είναι σοβαροί να είναι ψυχροί, εκείνοι δε που θέλουν να είναι ευγενείς, να φαίνωνται ταπεινοί· πρέπει λοιπόν να μεταχειρίζεσαι μεν και τας δύο ταύτας ιδιότητας, να αποφεύγης δε το μειονέκτημα που υπάρχει εις εκάστην εκ τούτων. [35] Ό,τι θελήσης να εξακριβώσης εξ εκείνων τα οποία πρέπει να γνωρίζουν οι βασιλείς, να το επιδιώκης συνενώνων την πείραν με την θεωρίαν· διότι η μεν θεωρία θα σου δείξη την μέθοδον της ερεύνης, το να γυμνάζεσαι δε επάνω εις αυτά τα έργα (η εμπειρία) θα σε κάμη να δύνασαι να μεταχειρίζεσαι αυτά τα πράγματα.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 10. Οδύσσεια

10.4. Αθηνά - Οδυσσεύς


Όσο για την Αθηνά, επιστρέφει στα δρώμενα του έπους μετά το τέλος των «Απολόγων», αναλαμβάνοντας πάλι προγραμματικό ρόλο, στην αιχμή μάλιστα μετάβασης από τον εξωτερικό στον εσωτερικό νόστο του ήρωα. Βρισκόμαστε στην αρχή της δέκατης τρίτης ραψωδίας. Μετά από ολοήμερη αναμονή του ήρωα, καθώς πέφτει το βράδυ, αρχίζει η ετοιμασία για την προπομπή του: αποχαιρετισμός στον Αλκίνοο και στην Αρήτη, σπονδή, κάθοδος στην παραθαλάσσια ακτή, επιβίβαση στο καράβι, ύπνος βαθύς, όμοιος με θάνατο, ταξίδι προς Ιθάκη. Σ᾽ αυτό ακριβώς το σημείο ο ποιητής παραθέτει τους επόμενους σημαδιακούς στίχους (ν 86-92):

Έτρεχε το καράβι σταθερό και σίγουρο· μήτε γεράκι,
το γοργότερο πετούμενο, δεν θα μπορούσε να το φτάσει.
Σαν το γεράκι και το πλοίο πετώντας έσχιζε το θαλάσσιο κύμα,
τον άντρα ταξιδεύοντας, που η στόχασή του έμοιαζε θεού·
ένας που τόσα πάθη πόνεσε η γενναία ψυχή του,
που πέρασε ανδρείους πολέμους, άγρια κύματα της θάλασσας,
τώρα ατάραχος κοιμόταν, λησμονώντας τ᾽ αμέτρητα παθήματά του.


Υπάρχουν πολλά σήματα, που επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε εδώ το δεύτερο προοίμιο του έπους. Πρόκειται για τομή που τέμνει το έπος στη μέση. Η διαίρεση αυτή στα δύο, με έντονη και βαθιά τη γραμμή του διαχωρισμού, ενισχύεται και με άλλα επιμέρους μοτίβα και υποδηλώσεις· στοιχεία που δείχνουν πως το πρώτο μέρος του έπους περατώθηκε και αναμένεται τώρα το δεύτερο.

Ο βαθύς, παρ᾽ ολίγον θανάσιμος, ύπνος του ήρωα λειτουργεί ως γέφυρα και συνάμα ως χάσμα ανάμεσα στα δύο μέρη του έπους· η λήθη όλων των προηγούμενων παθών από τον ίδιο τον ήρωα (λελασμένος ὅσσ᾽ ἐπεπόνθει στο πρωτότυπο) προτείνεται και στον ακροατή, ο οποίος καλείται να λησμονήσει όσα πάθη του Οδυσσέα προηγήθηκαν, για να υποδεχθεί τη δοκιμασία και τα άθλα του που θα ακολουθήσουν. Η αίσθηση εξάλλου ότι ο ποιητής συντάσσει εδώ δεύτερο προοίμιο, προκύπτει και από το γεγονός ότι σημαίνουσες λέξεις και εκφράσεις του ανακαλούν το πρώτο προοίμιο: ο στίχος, λόγου χάριν, 90 της δέκατης τρίτης ραψωδίας ὃς πρὶν μὲν μάλα πολλὰ πάθ᾽ ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξει τον στίχο 4 της πρώτης ραψωδίας: πολλὰ δ᾽ ὅ γ᾽ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν.

Αυτή την τομή, που υπόσχεται συνάμα συνέχεια, έρχεται να επικυρώσει η Αθηνά, προγραμματίζοντας, τώρα μαζί με τον Οδυσσέα, τα δρώμενα του δεύτερου μέρους, τα οποία σκοπεύουν στη μνηστηροφονία, με τα προηγούμενα και τα παρεπόμενά της.

Οι Φαίακες αφήνουν ενύπνιο τον Οδυσσέα στο λιμάνι του Φόρκυνα. Ο Οδυσσέας ξυπνά, δεν αναγνωρίζει όμως την Ιθάκη, γιατί η Αθηνά την έχει περιβάλει με θολή νεφέλη - πρώτο σήμα για τη μέθοδο της παράλλαξης, που θα ασκηθεί σε όλο το μήκος του δεύτερου μέρους, ενόψει της μνηστηροφονίας. Αμήχανος μπροστά στο παραλλαγμένο νησί, που δεν το αναγνωρίζει, νιώθει ο Οδυσσέας ανακούφιση, όταν παρουσιάζεται μπροστά του ένα νεαρό βοσκόπουλο. Είναι η Αθηνά, παραλλαγμένη κι αυτή, όπως η Ιθάκη. Στην ερώτηση του Οδυσσέα ποιος είναι ο αγνώριστος τόπος όπου βρέθηκε, η μεταμορφωμένη θεά εκθειάζει τη φήμη της Ιθάκης. Εκείνος ωστόσο δεν φανερώνει αμέσως τη δική του πραγματική ταυτότητα: διηγείται μια πλαστή ιστορία, την πρώτη στο έπος, για την οποία μιλήσαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο. Η Αθηνά χαμογελά και τον χαϊδεύει.

Έτσι προγραμματίζεται με τρία σήματα η μέθοδος που θα κριθεί αποτελεσματική για την επικείμενη μνηστηροφονία: παράλλαξη χώρου, παράλλαξη όψης, παράλλαξη λόγου. Αυτή τη μέθοδο την ορίζουν και τη συμμερίζονται η Αθηνά κι ο Οδυσσέας, με υποβολέα τον ποιητή, που τους εμπιστεύεται τη συνέχεια του έπους του. Ακολουθεί το σχέδιο εφαρμογής. Πρώτα θεά και ήρωας ανταλλάσσουν τις ενδιάμεσες εμπειρίες τους. Ασφαλίζουν μετά μαζί τα δώρα των Φαιάκων σε παραπλήσια σπηλιά. Τέλος, κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον κάτω από μια ελιά και συναποφασίζουν τον τρόπο αντίδρασης και δράσης. Και η δεκάτη τρίτη ραψωδία καταλήγει (ν 439-440):

Κι αφού τα βρήκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν,
πήρε τον δρόμο του ο καθένας.


Συμπέρασμα: τα στοιχεία που συστήνουν στην αρχή του έπους τον προγραμματικό ρόλο της Αθηνάς, εδώ επαναλαμβάνονται και συμπληρώνονται, ώστε το πρόγραμμα να ανταποκριθεί στις συνθετικές απαιτήσεις τώρα του δεύτερου μέρους. Η θεά, μεταμορφώνεται πάλι, κινείται και παρακινεί. Το θέμα ωστόσο της μεταμόρφωσης τη φορά αυτή διευρύνεται. Στη διπλή μεταμόρφωση της Αθηνάς αντιστοιχεί η παραμόρφωση του Οδυσσέα. Η σωματική παράλλαξη επεκτείνεται, όπως είδαμε, στις περιοχές του χώρου και του λόγου. Εφεξής η παράλλαξη και ο δόλος θα αποτελέσουν (αμυντικά στην αρχή, επιθετικά ύστερα) μέσα, με τα οποία ο ήρωας θα διασφαλίσει την επιτυχία της μνηστηροφονίας. Στο μεταξύ, οι πλαστές διηγήσεις του Οδυσσέα θα πολλαπλασιαστούν, ενώ ο δόλος του θα μεταβιβαστεί στη συμπεριφορά λιγότερο του Τηλεμάχου και περισσότερο της Πηνελόπης (το αγώνισμα του τόξου, με το οποίο προάγεται η μνηστηροφονία, είναι δική της ιδέα, δεύτερη μετά το προηγούμενο τέχνασμα του ιστού).

Αλλά και το θέμα της κίνησης και της μετακίνησης διπλασιάζεται: μεταφέρεται από τον Οδυσσέα στον Τηλέμαχο, με διάμεσο πάντα αγωγό την Αθηνά. Γενικότερα, στην αφετηρία και του δεύτερου μέρους ο ποιητής αναθέτει πάλι στην Αθηνά την εξαγγελία του συνθετικού του σχεδίου, τώρα όμως με συνεργό τον Οδυσσέα. Θεά και ήρωας συμβάλλονται στην κοινή αυτή υπόθεση, καθώς και οι δύο διαθέτουν εφευρετικό και πολύτροπο νου, ομόλογη, όπως ομολογεί η Αθηνά, βουλήν και μῆτιν.

Η συνεργασία αυτή ευοδώνεται και από το γεγονός ότι ο αντίπαλος θεός του νόστου, ο Ποσειδών, κάνει την τελευταία του εμφάνιση στο πρώτο μέρος της δέκατης τρίτης ραψωδίας, και μετά εξαφανίζεται (ν 125-187). Μόλις αποθέτουν κοιμισμένο τον Οδυσσέα οι φαίακες ναυτικοί στην ακτή του Φόρκυνα, ο Ποσειδών, που τους παίρνει είδηση, εξανίσταται, εκφράζοντας έντονη διαμαρτυρία στον Δία. Ισχυρίζεται πως κανείς θεός και θνητός πλέον δεν θα τον τιμήσει, εφόσον οι Φαίακες, φύτρα δική του, τον αγνόησαν, μεταφέροντας (σώο, αβλαβή, με τιμές και πολύτιμα δώρα) τον Οδυσσέα στην Ιθάκη, τον νόστο του οποίου ο ίδιος δεν τον είχε τελεσίδικα αρνηθεί, τον θέλησε όμως εμποδισμένο με πάθη και βάσανα.

Ο Δίας απορρίπτει την υπόθεση της υποτίμησης του Ποσειδώνα από τους άλλους θεούς (κάτι τέτοιο, λέει, αντιβαίνει στην εξέχουσα θέση του μέσα στο δωδεκάθεο). Αν όμως η προσβολή προέρχεται από θνητούς, δικαιούται ο Ποσειδών να αντιδράσει όπως νομίζει. Οπότε εκείνος προκρίνει να πληρώσουν οι Φαίακες με δύο ποινές την αστόχαστη προπομπή του Οδυσσέα στην Ιθάκη με δικό τους καράβι: στον γυρισμό τους, το καράβι να μαρμαρώσει καταμεσής του πελάγους· ένα ψηλό βουνό να αποκλείσει τριγύρω την πόλη τους. Ο Δίας εγκρίνει τη σκέψη του Ποσειδώνα, διαβαθμίζοντας ωστόσο τα δύο μέρη της: να προηγηθεί, λέει, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Φαιάκων το μαρμάρωμα του καραβιού· μετά να αποκλειστεί η πόλη με περίγυρο βουνό. Ως προς το πρώτο μέρος της, η απειλή του Ποσειδώνα πραγματοποιείται αμέσως. Κατάπληκτοι οι μαζεμένοι στο λιμάνι Φαίακες βλέπουν ξαφνικά το πλοίο τους γυρίζοντας να πετρώνει στην ανοιχτή θάλασσα. Μεσολαβεί όμως ο Αλκίνοος, ο οποίος αναθυμάται τώρα έναν ξεχασμένο χρησμό, που προέλεγε τη διπλή αυτή εκδίκηση του Ποσειδώνα, και προτείνει να θυσιάσουν δώδεκα ταύρους στον θυμωμένο θεό, μήπως τους λυπηθεί και δεν πλακώσει την πόλη τους μ᾽ ένα θεόρατο όρος. Η θυσία τελείται δίχως καθυστέρηση, ο ποιητής ωστόσο αφήνει τον ακροατή μετέωρο: δεν λέει λέξη για τη θετική ή την αρνητική αντίδραση του Ποσειδώνα σ᾽ αυτή τη θυσιαστική ικεσία των Φαιάκων. Ξαναγυρίζουμε τώρα στην Αθηνά.

Παιών ή Παινίωνας ο θεραπευτής των Θεών

Στην Ελληνική μυθολογία με το όνομα Παιώνας (Παιών) ή Παινίωνας είναι γνωστός ένας θεός, ανεξάρτητος αρχικώς, του οποίου το όνομα διαβάστηκε σε πινακίδες της Κνωσού. Στα ομηρικά έπη ο Παιών παρουσιάζεται ως θεραπευτής θεός και θεραπεύει τον τραυματισμένο Άδη.

Ο Παιώνας γιάτρευε με τη βοήθεια βοτάνων και ονομαζόταν «πολυφάρμακος Παιών». Βαθμιαία ο Παιώνας ταυτίσθηκε με τον θεό Απόλλωνα και το όνομά του αναφερόταν πλέον ως μία από τις πολλές επικλήσεις του Απόλλωνα.

Στην πέμπτη ραψωδία ο ποιητής αφηγείται τις πληγές των θεών από τις μάχες τους με τους θνητούς. Η Αφροδίτη, η Ήρα, ο τερατώδης Άδης ή ο Άρης αναζητούν στον Όλυμπο τον Παιώνα να θεραπεύσει τις πληγές τους.

Ποιος είναι όμως αυτός ο γιατρός που εγγυάται τη θεραπεία των θεών; Είναι η προσωποποιημένη θεραπευτική δύναμη, εξυψωμένη στον ολύμπιο ουρανό. Ο Όμηρος στην αφήγησή του βάζει μια απαραβίαστη γραμμή που οριοθετεί τον κόσμο των θνητών και τον κόσμο των αθανάτων.

Ο Χείρων, αν και θεός, είναι ευάλωτος και υποκύπτει στη σκιά του θανάτου. Το ίδιο και ο Ασκληπιός που παραμένει δεμένος με τη σφαίρα της θνητότητας. Δεν μπορούν λοιπόν να χειριστούν τον κόσμο των αθανάτων. Τούτος ο αυστηρός διαχωρισμός δεν είναι ο μοναδικός.

Η ομηρική θεολογία χαράζει την ίδια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ολύμπιους θεούς και τους μη-ολύμπιους. Ό,τι είναι Ολύμπιο προσδένεται σταθερά στο άρμα του αιώνιου φωτός. Ό,τι είναι μη-Ολύμπιο φέρει τη σκιά του θανάτου.

Ο Παιών συνδεδεμένος με τον Απόλλωνα στην Οδύσσεια, διακριτός σε άλλες αφηγήσεις, είναι η αληθινή πηγή της θεραπευτικής τέχνης. Αντιπροσωπεύει μια μορφή θεραπείας ανώτερη από εκείνη του Ασκληπιού ή του Χείρωνα, την ουσία της αφηρημένης, καθαρής θεραπευτικής δύναμης του φωτός. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που ο παιάν στους Δελφούς ακουγόταν από την άνοιξη ως τα τέλη του φθινόπωρου, όσο κρατούσε δηλαδή η επιφάνεια του φωτός.

Στην Ιλιάδα, όμως, ο γεννήτωρ της θεραπευτικής τέχνης δεν είναι ο Ασκληπιός. Ο Ασκληπιός αναφέρεται απλώς ως πατέρας των δυο γιων του. Ο ποιητής δε γνωρίζει κανέναν Ασκληπιό θεό της θεραπείας.

Τον παρουσιάζει απλά ως θνητό ιατρό που έγινε ημίθεος μετά τον θάνατό του. Πίσω από τους δύο γιους του, τον Μαχάονα και τον Ποδαλείριο στέκει μια άλλη μορφή, που η προέλευσή της χάνεται πίσω από την αχλύ του μύθου, ο αρχαϊκός Χείρων, στον οποίο επιστρέφουμε αναζητώντας τον αιτιολογικό παράγοντα του μύθου.

Ως πατέρα του Ασκληπιού ο Όμηρος δεν αναφέρει κανέναν, παρά μόνον τον Χείρωνα, τον πατρικό φίλο και δάσκαλό του, που του δίδαξε τη θεραπευτική φύση των βοτάνων. Αλλά αυτό δεν τον ξεχωρίζει από τον κύκλο των ηρώων που μαθήτευσαν με τον Χείρωνα. Ο ίδιος ο Αχιλλέας συμμετείχε στη θεραπευτική παράδοση με το χειρώνιον, το θεραπευτικό βοτάνι για τις πληγές του Πάτροκλου. Ωστόσο και ο ίδιος ο Χείρων πληγώνεται, όπως μαθαίνουμε από μεταγενέστερους μύθους.

Είναι ένας αθάνατος με αγιάτρευτη πληγή και ο μαθητής του ο Ασκληπιός έχει την ίδια τύχη. Γιατί ο Όμηρος αποσιωπά τη θεϊκή καταγωγή του δεύτερου; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στον ιατρό των θεών, τον Παιώνα ή Παιήωνα.

«Πετριχώρ», το επιστημονικό όνομα της μυρωδιάς της βροχής.

Μέτα την βροχή τα πάντα μυρίζουν πιο έντονα. Η υπέροχη οσμή του βρεγμένου εδάφους και των φυτών, έχει αποκτήσει και επιστημονικό όνομα, το οποίο οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε.

Ηδη από το 1967, δύο ερευνητές της Αυστραλίας οι Isabel Bear και Dick Thomas, σε επιστημονική δημοσίευση στο περιοδικό Nature, ονόμασαν την οσμή της βροχής ως «πετριχώρ», από των συνδυασμό των Ελληνικών λέξεων πέτρα και ιχώρ (που στην Ελληνική μυθολογία ήταν το αιθέριο χρυσό υγρό που κυλούσε στις φλέβες των θεών και των αθανάτων).

Οι δύο ερευνητές κατάληξαν στο συμπέρασμα, πώς η συγκεκριμένη οσμή αναδύεται από ένα έλαιο το οποίο παράγεται από κάποια φυτά κατά την διάρκεια των περιόδων ξηρασίας, και το οποίο απορροφάται από τα μαλακά πετρώματα του εδάφους και απελευθερώνεται όταν πέφτει η βροχή.

Ένα σημαντικό συστατικό του πετριχώρ είναι οργανική ένωση που ονομάζεται γεωσμίνη. Η οσμή έχει μεγαλύτερη ένταση ιδιαίτερα όταν οι πρώτες βροχές μιας εποχής πέσουν σε ξηρό έδαφος.

Το έλαιο φαίνεται ότι βοηθά τα φυτά να αποτρέπουν την ανάπτυξη άλλων φυτών γύρω τους σε περιόδους ξηρασίας που έχει σαν αποτέλεσμα την εξάλειψη του ανταγωνισμού για το διαθέσιμο νερό.

Πέραν του ελαίου, βρήκαν ότι σημαντικό ρόλο παίζει η παρουσία της γεωσμίνης, μιας οργανικής ένωσης που παράγεται από τους ακτινομύκητες αλλά και το όζον. Κατέληξαν πως όλες μαζί αυτές οι ενώσεις συνθέτουν το υπέροχο οσφρητικό αποτέλεσμα του πετριχώρου.

Όταν μια σταγόνα βροχής προσγειώνεται στο έδαφος, ο αέρας που βρίσκεται στους πόρους σχηματίζει μικρές φυσαλίδες που εγκλωβίζουν μέσα τους τα στερεά σωματίδια του πετριχώρου και δημιουργούν τα λεγόμενα αερολύματα. Αυτά τα αερολύματα σιγά σιγά επιπλέουν προς την επιφάνεια του νερού και απελευθερώνονται.

Μάλιστα, οι σταγόνες βροχής που κινούνται με πιο αργό ρυθμό τείνουν να παράγουν περισσότερα αερολύματα. Γι’ αυτό θα έχετε παρατηρήσει ότι σε μικρής έντασης μπόρες η μυρωδιά είναι πιο έντονη.

Επιπρόσθετα με τον πετριχώρο, πριν την έλευση καταιγίδας μπορείτε να διακρίνετε και μία άλλη οσμή στην ατμόσφαιρα που θυμίζει χλώριο. Η μυρωδιά αυτή οφείλεται στο όζον («όζει» στα αρχαία Eλληνικά σημαίνει «μυρίζει») που παράγεται από ηλεκτρικές εκκενώσεις στα νέφη (σωρειτομελανίες).

Το όζον παράγεται με τη διάσπαση διατομικών μορίων οξυγόνου με προσφερόμενη ενέργεια από τις ηλεκτρικές εκκενώσεις, και στη συνέχεια τα άτομα οξυγόνου σχηματίζουν δεσμό με διατομικά μόρια οξυγόνου, δηλαδή παράγεται ένα μόριο όζοντος κ.ο.κ. Τα ισχυρά καθοδικά ρεύματα των καταιγίδων μεταφέρουν το όζον στο έδαφος και μας προειδοποιούν (κατά μία έννοια) για την εκδήλωση καταιγίδας.

Ο έρωτας ως άλλοθι

Εγώ δεν κάνω σεξ, κάνω έρωτα - μήπως δεν κάνω τίποτα από τα δύο;

«Εγώ δεν κάνω σεξ, κάνω έρωτα» - ο έρωτας ως άλλοθι του σεξουαλικού πόθου.
«Εγώ δεν κάνω σεξ, κάνω έρωτα» - ο έρωτας ως άλλοθι του πόθου.
«Εγώ δεν κάνω σεξ, κάνω έρωτα» - έρωτας και πόθος στο μίξερ.

Η φράση αυτή, σε ένα πρώτο άκουσμα, φαίνεται σαν να «ξεκαθαρίζει» κάποια πράγματα. Όμως, ποια ακριβώς πράγματα; Και, μήπως, αντί να ξεκαθαρίζεται οτιδήποτε, πρόκειται για έναν περίτεχνο ελιγμό (ασχέτως αν υπάρχει πρόθεση ή όχι), με τον οποίο ο έρωτας χρησιμοποιείται ως άλλοθι της σεξουαλικής μας ανάγκης; Μήπως, από μία άποψη, πρόκειται για ένα ακόμη χωνεμένο και άριστα καλυμμένο ταμπού μιας πατριαρχικής νοοτροπίας;

Ας δούμε κάποιες πιθανές αναγνώσεις αυτής της δήλωσης, για όλους τους παραπάνω λόγους.
Το προφανές κυριολεκτικό και γενικό νόημα της φράσης

Φυσικά, εν πρώτοις, καταλαβαίνουμε το προφανές νόημα της φράσης, αν μείνουμε κυρίως στον απλό συνδυασμό των λέξεων. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να σημαίνει κάτι σαν: «Εγώ προτιμώ να κάνω σεξ όταν ερωτεύομαι, από το να κάνω σεξ χωρίς να είμαι ερωτευμένος». Θα δήλωνε δε κάτι καθαρό, μια επιλογή, μια στάση με προσωπική ευθύνη.

Κάτι ανάλογο ισχύει και αν κάποιος πει ότι την καταλαβαίνει ως δήλωση προθέσεων, ορίων: «Κοίτα, μη νομίζεις ότι μ’ ενδιαφέρει μια νέτη σκέτη σεξουαλική εκτόνωση» – ανεξάρτητα αν κάτι τέτοιο μπορεί πάντα να ειπωθεί σταράτα, άμεσα, χωρίς να είναι καν κρυπτογραφημένο στη φράση μας.

Και βέβαια κάποιος μπορεί να αντιληφθεί αυτήν τη φράση (όπως και κάθε φράση) με τον δικό του τρόπο, αφού είναι αυτονόητο ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς, τι και με ποια απόχρωση την εννοεί ή τι υπονοεί κάτω από τις λέξεις, εάν δεν ρωτήσει τον ίδιο.

Ωστόσο, υπάρχει μια πιθανή ανάγνωση που μπορεί να είναι εξαιρετικά «ύποπτη».

Το νόημα της φράσης σε ένα άλλο φόντο.

Χωρίς να γίνομαι ισοπεδωτικός, είμαι της άποψης ότι κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει με το νόημα αυτής της δήλωσης - ιδιαίτερα αν σκεφτούμε το σημερινό λαβυρινθώδες φόντο των συναντήσεών μας, με τον νεοσυντηρητισμό τους και τις συγχύσεις του πάμφτωχου λεξιλογίου τους. Κι αυτό είναι, πάντοτε κατά τη γνώμη μου, το εξής:

Η συγκεκριμένη έκφραση συχνότατα υπονοεί κυρίως μια προκατάληψη, έναν «ρατσισμό» ως προς τη σεξουαλική μας ανάγκη. Οπότε, αν την ακούσουμε στο φόντο της προκατάληψης αυτής, ίσως είναι δυνατόν να φέρει και τα εξής νοήματα:

Να δηλώνει ότι υπάρχει κάτι που λέγεται «σεξ», το οποίο, επειδή είναι ποταπό και φτηνιάρικο, χρειάζεται να φιλτραριστεί στο φόντο του έρωτα για να γίνει έγκριτο, αποδεκτό, αλλά τότε λέγεται «κάνω έρωτα».

Να δηλώνει ότι το «σκέτο» σεξ, χωρίς έρωτα, δεν περιλαμβάνει καθόλου συναισθήματα – ή, και αν περιλαμβάνει, το «σεξ με οποιαδήποτε άλλα συναισθήματα» διαχωρίζεται από το «σεξ με τα συναισθήματα του έρωτα».

Να εισάγει ένα είδος «κάθετης» ποιοτικής αξιολόγησης. Αν πω «εγώ δεν παίζω μπάσκετ, παίζω βόλεϊ», δεν ακούγεται κάποια ηθικού τύπου αξιολόγηση, σύμφωνα με την οποία το μπάσκετ είναι «καλύτερο», από το βόλεϊ. Σε θέματα όμως καυτά και ιδιαιτέρως φορτισμένα για τις κοινωνικές μας νόρμες, όπως είναι το σεξ, τα πράγματα αλλάζουν.

Στην εν λόγω φράση που μας απασχολεί, έτσι όπως είναι δομημένη, υπάρχει ο απόηχος μιας αόριστης ηθικής τάξης. Σύμφωνα με αυτήν, το «σεξ με έρωτα», μοιάζει να θεωρείται υψηλό, ανώτερο, σε «καλύτερη» θέση από το σεξ το οποίο συνοδεύουν οποιαδήποτε άλλα συναισθήματα, ή από το λεγόμενο «σκέτο σεξ», το οποίο συνήθως νοείται ως βρόμικο, χωρίς κανένα συναίσθημα.

Άρα, εγώ που κάνω έρωτα και όχι σεξ αποκτώ αξία στα μάτια τα δικά μου και των άλλων, δηλώνω ότι είμαι ένα ον που κινείται σε ανώτερα επίπεδα και όχι στα φτηνά του σκέτου σεξ ή του σεξ με οποιαδήποτε άλλα συναισθήματα εκτός από αυτά του έρωτα.

Ιδιαιτέρως με τη χρήση της λέξης «έρωτας», είναι σαν η φράση αυτή να μας λέει ότι «δεν κάνω ακριβώς σεξ, αλλά πραγματώνω τον έρωτά μου μέσω του σεξ, χρησιμοποιώ το σεξ ως ένα εργαλείο, ένα στοιχείο του έρωτά μου, ο οποίος παραμένει το κέντρο βάρους της εμπειρίας μου».

Η αυτονομία και η ολότητα του σεξουαλικού πόθου

Όταν μιλούμε για αγάπη, έρωτα και σεξουαλικό πόθο, εννοούμε τρεις μεγάλες ομάδες αναγκών, εκ των οποίων η κάθε μία αποτελείται από πολλές επί μέρους ανάγκες.

Οι τρεις αυτοί μεγάλοι «αστερισμοί» αναγκών, αν και σαφέστατα συναντιούνται και τέμνονται μερικώς, αντιπροσωπεύουν εν πολλοίς αυτόνομες στον πυρήνα τους εκδηλώσεις της ύπαρξής μας. Αποκτούν δε την ταυτότητά τους ως εξής:

* Στην «αγάπη» μεταξύ συντρόφων, το χρώμα δίνουν οι επί μέρους ανάγκες για ψυχική εγγύτητα, συμπόρευση, επίγνωση αλλά και αποδοχή της αναπόφευκτης διαφορετικότητάς μας.
* Στον «έρωτα», αντιθέτως, κυριαρχούν οι επί μέρους ανάγκες μας να ξεχάσουμε τη διαφορετικότητά μας, να υπερβούμε τα όρια του προσωπικού μας σύμπαντος, να χάσουμε την ατομικότητά μας βουτώντας στο ομοιογενές σύνολο που συνεπάγεται η απόλυτη, ιδανική ένωση με τον Άλλον - βλ. το σχετικό άρθρο μου «Οδεύοντας προς τον έρωτα: Πίσω από τις κουίντες».
* Στη «σεξουαλικότητά» μας, στο προσκήνιο βρίσκονται οι επί μέρους ανάγκες μας να κατέβουμε στις χθόνιες ρίζες μας, να χαρούμε το άρωμα, τον ιδρώτα, το σμήγμα, τις εκκρίσεις των ζωντανών, παλλόμενων σωμάτων, να έρθουμε σε επαφή με κύριο όχημα τη φυσική μας διάσταση, «εντός» των σωμάτων μας.

Επίσης, το σεξ (όπως και ο έρωτας και η αγάπη και κάθε άλλο βίωμά μας) είναι πάντα ένα βίωμα ολιστικό, αφού σε κάθε εμπειρία μας, λόγω της κατασκευής μας, πάντα συμπράττουν νους, σώμα συναίσθημα. Αυτό το «τριπλό ολιστικό πακέτο» πραγματώνεται έτσι κι αλλιώς κάθε φορά που κάνουμε σεξ, απλώς με διαφορετικές αναλογίες και ποιότητες, ανάλογα με την εκάστοτε κατάσταση, την ανάγκη και το νόημα που δίνουμε σε κάθε κατάσταση.

Δηλαδή, μπορεί να κάνουμε σεξ με πάμπολλα συναισθήματα που παράγονται για χίλιους λόγους: επειδή είμαστε ερωτευμένοι, επειδή αγαπούμε, επειδή απλώς ποθούμε, επειδή, επειδή, επειδή κλπ - και κάθε φορά είναι μια διαφορετική εμπειρία στο σύνολό της.

Πάντα είναι όμως σεξ με νου, σώμα, συναίσθημα, ανεξαρτήτως ποιο συναίσθημα είναι αυτό.

Μεταμοντέρνα ηθικολογία

Όπως και να το δούμε, το σώμα, τόσο κάποιου που κάνει σεξ με οποιαδήποτε συναισθήματα όσο και του ερωτευμένου, χυμάει μπροστά με ασυγκράτητη ορμή, πρωταγωνιστεί.

Ο σεξουαλικός πόθος, με ή χωρίς έρωτα, πάντα ξεχύνεται ασυγκράτητος ούτως ή άλλως από τα πρωτογενή υπόγεια, από τα σπλάχνα μας και από τους πυρήνες των κυττάρων μας. Δεν χρειάζεται γαρνίρισμα. Δεν είναι κατώτερος θεός.

Με άλλα λόγια, το σεξ μπορεί, με δική μας ευθύνη, να συμπράττει κατά βούληση με μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων και επιλογών κι όχι μόνο αυτών του έρωτα ή της αγάπης. Στην περίπτωση που η φράση «δεν κάνω σεξ αλλά κάνω έρωτα» έχει συνειδητά ή (συνήθως) ασυνείδητα την προκατάληψη για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, τότε, δεν κάνουμε ούτε σεξ ούτε έρωτα, ούτε καν αυνανιζόμαστε.

Απλώς ησυχάζουμε ενοχές και ντροπές που έχουμε ενδοβάλλει (που έχουμε «καταπιεί»).

Ο σεξουαλικός πόθος δεν ξεκινά από τα πάνω πατώματα της ύπαρξής μας. Γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να μετουσιώνεται ήδη εν τη γενέσει του στα εκλεπτυσμένα, αριστοκρατικά στρώματα της συναισθηματικής σφαίρας του ερωτευμένου.

Αλλά και γενικότερα, ο πόθος δεν χρειάζεται να μετουσιώνεται στη σφαίρα οποιωνδήποτε συναισθημάτων που υποθετικά αναλογούν σε ένα «ανώτερο» επίπεδο ύπαρξης, έτσι ώστε η «κατώτερη» σεξουαλικότητα να υπηρετεί τα όποια «ανώτερα» συναισθήματά μας.

Η ανάγκη να εξιλεώνουμε τη σεξουαλικότητά μας «καπελώνοντάς» την υποχρεωτικά με τα συναισθήματα του έρωτα ως άλλοθι για να την αποδεχτούμε, θα λέγαμε ότι είναι ένα πανίσχυρο και πολύ ύπουλο πατριαρχικό ταμπού. Ένα ταμπού άψογα καλυμμένο πίσω από αυθαίρετες βαθμολογίες συστημάτων πεποιθήσεων και αξιών.

Είναι τεράστιο το κόστος της μετάλλαξης του έρωτα και του σεξουαλικού πόθου, δύο μεγαλειωδών φαινομένων της ανθρώπινης ζωής, στριμώχνοντάς τα αμφότερα σε ένα στενό καλάθι ηθικολογίας, μεταμορφωμένης σε μεταμοντέρνα θεώρηση.

Δεν είναι δύσκολο, σε όλα αυτά, να διαπιστώσουμε αδιόρατα ίχνη βολικά σμιλεμένων χριστιανικών ιδεών, τα οποία στηρίζουν την όλη μετάλλαξη.

Ανάλογα, θα δούμε να καταλύουν τη μετάλλαξη αυτή και πολλές μεταμοντέρνες ιδέες περί πνευματικότητας. Εννοώ τα αμέτρητα πλέον ιδεολογικά κατασκευάσματα που είναι τερατωδώς δομημένα με κατάχρηση ιδεών από διάφορες παραδόσεις και θρησκείες ενώ, επίσης, οι ιδέες αυτές συνδυάζονται αφελώς με απόψεις της σύγχρονης φυσικής.

Τα αποτελέσματα; Πολλά και καταστροφικότατα. Ο υπερτονισμός της αγάπης, η καταπίεση της θετικής σκέψης, της αδιάλειπτης αισιοδοξίας, της υποχρεωτικής συγχώρεσης, της επιβεβλημένης πόλωσης θετικών και αρνητικών σκέψεων.

Και βέβαια, ανάμεσα σε όλα αυτά είναι και ο διωγμός του σώματος ως κάτι λίγο, ηθικά φτηνό, σε σχέση με την ανυπέρβλητη ηθική αξία μιας αυθαίρετα οριζόμενης πνευματικής οδού, στην οποία το υλικό μας μέρος είναι εμπόδιο και πρέπει να πεταχτεί βάναυσα στα Τάρταρα. Οπότε, αφού το σεξουαλικός πόθος έχει ως πρωταγωνιστεί το σώμα, πρέπει να εξοριστεί ή τουλάχιστον να υποστεί καθοριστική μετάλλαξη, μπαίνοντας στην υπηρεσία του έρωτα και της συναισθηματικής μας σφαίρας.

Η καταδίκη του σεξουαλικού πόθου

Για όλους τους παραπάνω λόγους, θεωρώ ότι η φράση του τίτλου αυτού του άρθρου, κάποιες φορές, τοποθετεί στο εκτελεστικό απόσπασμα τον σεξουαλικό πόθο.

Ταυτόχρονα, πυροδοτεί και μια αλυσίδα άλλων επιπλοκών στις σχέσεις, γιατί η κάθετη ηθική που πολώνει τον έρωτα και το σεξ σε «ανώτερο vs. κατώτερου», περνά και μολύνει τα πρόσωπα με τα οποία συναντιόμαστε και ψάχνουμε το πώς να χτίσουμε ένα κοινό μονοπάτι.

Για παράδειγμα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι το σεξ είναι για να «ικανοποιούμε την ανάγκη μας» και το «κάνω έρωτα» αναφέρεται σε κάποιον που αγαπούν.

Όμως, έτσι, θεωρώ ότι:

* Αδικείται το πρόσωπο με το οποίο κάποιος πάει «για να ικανοποιήσει την ανάγκη του», καθώς αυτό το πρόσωπο στριμώχνεται σε έναν συγκεκριμένο «δευτεροκλασάτο» ρόλο - «αυτός ή αυτή δεν κάνουν για άλλα πράγματα, μόνο για γούστα».

* Αδικείται το αγαπώμενο πρόσωπο, γιατί επίσης στριμώχνεται Προκρούστεια σε έναν ρόλο μαμάς - νοικοκυράς «α!, εγώ τη γυναίκα τη θέλω κυρία, σεμνή στο κρεβάτι, γιατί αν εκεί θέλει τρελά πράγματα, ποιος ξέρει με πόσους τα έκανε ήδη ή ποιον θα ψάξει να βρει να κάνει αυτά τα γούστα της», ή «καλός κουβαλητής, καλός άνθρωπος, αλλά λίγο βαρετός και δεν λέει και πολλά σαν εραστής, αλλά, πάλι, τι να κάνεις...»

* Αδικείται το ίδιο το πρόσωπο που κάνει αυτόν τον κάθετο ηθικό διαχωρισμό, καθώς τέμνει και κλείνει σε «κουτάκια» τις ανάγκες του και, παράλληλα, αδικούνται ο ίδιος ο έρωτας, η αγάπη και ο σεξουαλικός πόθος.

Άλλωστε, το «σεξ+ αγάπη/έρωτας» σε μία φάση ζωής και σε μία συγκεκριμένη συμπόρευση με κάποιον, δεν σημαίνει ότι θα είναι πάντα το ίδιο, ακόμα και μετά 3 ή 5 μόνο χρόνια σχέσης. Με τη ροή του χρόνου, ο συνδυασμός των στοιχείων της εξίσωσης αλλάζει, γιατί αλλάζουμε και εμείς και ο άλλος. Και τότε;

Τότε, αν έχουμε κλεισμένο σε τετραγωνάκια και τον εαυτό μας, τον άλλον και τη σχέση μας, να οι ενοχές και πάλι ενοχές που αλλάζω, που αλλάζεις, που αλλάζει η σύνδεσή μας, που πιθανά θέλω πλέον να παραβώ τις αγγελικές «ηθικές» μου αξίες γιατί με «τραβά» κάτω ο σατανικός πόθος.

Τελικά, όταν πολώνουμε την αναζήτηση του άλλου, όταν δηλαδή κρατούμε τον έναν συνοδοιπόρο μας σε εικόνισμα άσηπτο και άγιο και τον άλλον σε βιτρίνα πορνείου, μοιράζουμε απλώς ρόλους: σκηνοθετούμε τη ζωή μας και τις συναντήσεις μας με βάση ταμπού και προκαταλήψεις, που συχνά αλληλοενισχύονται με τραύματα και αποθηκευμένο υλικό στον μη συνειδητό χώρο της Σκιάς μας.

Στερούμε φασιστικά από εμάς και από το άλλο πρόσωπο τη δυνατότητα αλλαγής, του προχωρήματος, της συνδιαμόρφωσης της όποιας κοινής μας πορείας, της αυθεντικότητας των αλλαγών μας - άρα και της αυθεντικής μας σχέσης.

Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα

Κι έτσι, στις μέρες μας, η φράση του τίτλου ίσως γίνεται συχνά μια μοδάτη υπεκφυγή, ένα είδος ρούχου, το οποίο φορά κάποιος για να ανέβει βαθμίδες στην κλίμακα μιας ιδιάζουσας ψευδοφιλελεύθερης ηθικής των σχέσεων· ή, με άλλα λόγια, για να καλύψει κάποια υποθετικά ισχύοντα κριτήρια αξίας της εικόνας του στα δικά του μάτια ή στα μάτια των άλλων.

Εντούτοις, σημειώνω ότι με όλα αυτά δεν θέλω να πω ότι η έκφραση «κάνω σεξ» θα έπρεπε να αντικαταστήσει την έκφραση «κάνω έρωτα».

Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να φανταστώ ποια ή ποιες εκφράσεις θα ήταν καταλληλότερες.

Αυτό που όμως σίγουρα γνωρίζω, είναι ότι νους και γλώσσα χρειάζονται νέους και καθαρούς χώρους, νέες άνετες αναπνοές, για να επινοήσουν εκφράσεις που να αντικατοπτρίζουν καίρια αυτό που μπορούν να κάνουν σήμερα δύο άνθρωποι όταν χαίρονται ο ένας τον άλλον με αμέτρητους τρόπους και σε αμέτρητα πλαίσια.

Η έκφραση «κάνω έρωτα», όταν χρησιμοποιείται ως υπεκφυγή, είναι διάτρητη.

Το ίδιο όμως ισχύει αν πω «κάνω σεξ» με μια ελευθεριάζουσα χροιά ή με τη σύγχρονη ωμότητα των σεξουαλικών συναντήσεων, από την οποία σχεδόν υποχρεωτικά πρέπει να λείπει κάθε στοιχείο συναισθήματος και κομψής προσέγγισης.

Φαίνεται ότι, τελικά, όσο το λεξιλόγιό μας παραμένει φτωχό στα περί σχέσεων, η κατάσταση όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους συναντιούνται το σεξ με τον έρωτα, είναι μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Επίλογος

Μερικές πιθανά χρήσιμες ερωτήσεις στον εαυτό μας:

* Τι συναισθήματα δημιουργούνται ανάλογα με το εκάστοτε πλαίσιο στο οποίο επιλέγω να εκφράζω τη σεξουαλική μου ανάγκη;
* Πώς σχετίζονται αυτά τα συναισθήματα μεταξύ τους, κατά πόσον είναι ενδεχομένως αντιφατικά;
* Πώς διαχειρίζομαι αυτά τα συναισθήματα;
* Ποιος είναι ο τωρινός μου τρόπος διαχείρισης της σεξουαλικής μου ανάγκης και πώς είμαι εγώ με αυτόν τον τρόπο; - με εκφράζει; αυτο-καταπιέζομαι για χ ή ψ λόγους;
* Τι χρειάζομαι για να νιώσω άνετα σεξουαλικά και πώς νιώθω που χρειάζομαι αυτήν ή την άλλη συνθήκη;
* Προς τα πού χρειάζομαι και θα ήθελα να αναπτύξω τον όποιον τωρινό τρόπο με τον οποίο διαχειρίζομαι τη σεξουαλική μου ανάγκη;

Προβλήματα επικοινωνίας σε μια σχέση

Οι ερωτικές σχέσεις είναι καταπληκτικές, όταν όλα κυλούν ομαλά, αλλά όταν ξεκινούν τα προβλήματα, οι συχνά μη υγιείς τεχνικές επικοινωνίας που έχουμε με κάποιους τρόπους εγκαθιδρύσει/ συνηθίσει έρχονται στο προσκήνιο και προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά. Δυστυχώς, αυτές οι ανθυγιεινές συνήθειες μας οδηγούν σε αντιπαραγωγικούς κύκλους που φέρνουν αχρείαστες δυσκολίες και πόνο στις ερωτικές μας σχέσεις.

Αν η επικοινωνία δεν είναι το φόρτε σας, μην ανησυχείτε. Τα παρακάτω 10 σημάδια θα σας βοηθήσουν να εξετάσετε και τη δική σας ποιότητα σχέσης και στη συνέχεια, έχοντας την απαραίτητη επίγνωση, να αλλάξετε τα βλαβερά μοτίβα.

10 σημάδια που μαρτυρούν προβλήματα επικοινωνίας σε μια σχέση, σύμφωνα με ψυχολόγο

1. Κάποιος πρέπει πάντα να κερδίζει

Αν αντιληφθείτε ότι επικεντρώνεστε εσείς ή η άλλη πλευρά στη νίκη – στο να αποδειχθεί ότι κάποιος «έχει δίκιο» – όταν διαφωνείτε, τότε βαδίζετε σε λάθος μονοπάτι. Η υγιής επικοινωνία επικεντρώνεται σε μια συνεργατική στάση που κάνει χώρο για τις οπτικές και των δύο πλευρών.

2. Κατηγορούμε και δημιουργούμε ενοχές

Όταν ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι έχουν αναπτύξει τη συνήθεια του να κατηγορούν και να δημιουργούν ενοχές ο ένας στον άλλο, η επικοινωνία – και κατά συνέπεια η σχέση – έχει πάρει την κάτω βόλτα. Αντί να διαιωνίζουμε αυτή τη συμπεριφορά, είναι προτιμότερο να εστιάζουμε στη φύση του ίδιου του προβλήματος και όχι να επιτιθόμαστε στο πρόσωπο που έκανε το λάθος.

3. Κριτική αντί για υγιής ανατροφοδότηση

Αν και πολλοί άνθρωποι είναι ευαίσθητοι στη προσφορά ανατροφοδότησης, σχεδόν κανείς δεν εκτιμά την επίκριση. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μπορεί να είναι εμφανής ή διακριτική, οπότε καλύτερα προσπαθήστε να συνηθίσετε στο να προσφέρετε θετική, υγιή ανατροφοδότηση παρά αρνητική κριτική.

4. Η οπτική επαφή και η γλώσσα του σώματος χρησιμοποιούνται χειριστικά

Η γλώσσα του σώματος τις περισσότερες φορές δηλώνει πολλά, περισσότερα κι από τις λέξεις. Είναι εύκολο να αφεθούμε σε αρνητικές συνήθειες κατά τη διάρκεια των συζητήσεών μας στη σχέση. Από την αποστροφή του βλέμματος έως το ειρωνικό κούνημα του κεφαλιού και μέχρι το αμυντικό δίπλωμα των χεριών, αυτή η αρνητική γλώσσα του σώματος σηματοδοτεί ασέβεια, εκνευρισμό, θυμό και απαξίωση.

Τις περισσότερες φορές άθελά μας χρησιμοποιούμε τέτοιες εκδηλώσεις της συμπεριφοράς παθητικο-επιθετικά για να ελέγξουμε τη ροή και το αποτέλεσμα της συζήτησης. Μια υγιής συζήτηση ανάμεσα σε ένα ζευγάρι περιέχει την ειλικρινή οπτική επαφή και τον σεβασμό.

5. Το multitasking μπερδεύει τα πράγματα

Ναι, έχουμε πολυάσχολες ζωές, αλλά αυτές οι συνεχώς διακοπτόμενες συζητήσεις ενώ κάνουμε κάτι άλλο παράλληλα δεν βοηθούν στην προσοχή. Και όταν δεν υπάρχει προσοχή, δημιουργούνται παρερμηνείες και κάποιος πληγώνεται. Το multitasking επίσης στέλνει κι ένα μήνυμα στο/στη σύντροφό μας: Ό,τι άλλο θέλω ή χρειάζεται να κάνω είναι πιο σημαντικό από το να σου δώσω την αμέριστη προσοχή μου.

6. Παθητικές τακτικές και θυμός κυριαρχούν

Εκεί που ο θυμός, η παθητικο-επιθετική και παθητική συμπεριφορά είναι νόρμες, η επικοινωνία είναι σχεδόν αδύνατη. Τα οργισμένα σχόλια – λεκτικές προσβολές – είναι σημάδι προβλήματος. Ο σαρκασμός και τα αστεία που χρησιμοποιούνται ως όπλα είναι παθητικο-επιθετικές στρατηγικές που δημιουργούν περίεργα δυναμικά.

7. Το να διακόπτουμε τον συνομιλητή είναι συνηθισμένο

Η αγενής διακοπή στέλνει το μήνυμα ότι αυτό που επιθυμεί να εκφράσει ο άλλος είναι ασήμαντο ή λάθος. Αν τα μοτίβα διακοπής είναι χρόνια (ή τείνουν να γίνουν), σύγχυση και πικρία σύντομα κυριαρχούν. Η ενεργητική ακρόαση απαιτεί από εμάς να χαλαρώσουμε τους ρυθμούς μας και να ακούσουμε πραγματικά τι μας λέει ο άλλος. Όσοι διακόπτουν, στην πραγματικότητα δεν θέλουν να μπουν καν σε διάλογο, θέλουν απλώς να ακουστεί η δική τους πλευρά.

8. Οι διαφωνίες γίνονται καυγάδες

Είναι σημαντικό να παρατηρήσετε αν μια διαφορά στις απόψεις γρήγορα κλιμακώνεται σε καυγά. Ο καυγάς δημιουργεί μια πολεμική ατμόσφαιρα όπου ανθίζουν η οργή και η πικρία. Οι καυγάδες σπάνια καταλήγουν σε μια θετική λύση. Οι διαφωνίες, από την άλλη πλευρά, συχνά φέρνουν το ζευγάρι σε έναν χώρο αμοιβαίας ακρόασης και ενδιαφέροντος. Αυτά τα ζευγάρια γνωρίζουν ότι μπορούν να διαφωνούν με ασφάλεια σε θέματα χωρίς επίθεση.

9. Η τεχνολογία εμποδίζει την πραγματική επικοινωνία

Από τα κινητά τηλέφωνα και τους υπολογιστές μέχρι την οθόνη της τηλεόρασης, είναι εύκολο να χαθούμε στον κόσμο της τεχνολογίας. Αν αντιληφθείτε ότι καταφεύγετε στην τεχνολογία και αποφεύγετε την δια ζώσης επαφή με τον/τη σύντροφό σας, είναι σημάδι ότι υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ σας που χρειάζεται να συζητηθεί για να γεφυρωθεί· να βρεθείτε ξανά στον ίδιο χώρο και χρόνο.

10. Πικρία και ανεπίλυτα ζητήματα καραδοκούν στο παρασκήνιο

Αν ο ένας ή και οι δύο σύντροφοι συσσωρεύουν τα προβλήματα αντί να τα εκφράζουν και να τα φέρνουν στη συζήτηση ανοιχτά, τότε η σχέση φθείρεται με ραγδαίους ρυθμούς. Κάποιοι προτιμούν να κρατούν αυτά τα προβλήματα ώστε αργότερα να τα χρησιμοποιούν ως όπλα σε μετέπειτα διαξιφισμούς.

Και ακόμα κι όταν η άλλη πλευρά προσπαθεί να τα επιλύσει, το παθητικο-επιθετικό άτομο συχνά επιλέγει να συντηρήσει αυτά τα συσσωρευμένα προβλήματα. Άλλοι προσπαθούν τόσο πολύ να τα απωθήσουν, να τα αρνηθούν, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα υποχωρήσουν. Αν και ορισμένα μικρά ζητήματα πράγματι ξεθωριάζουν αν μείνουν ανεπίλυτα, πολλά ανακυκλώνονται και μεγεθύνονται.

Η αντανάκλαση της ενσυναίσθησης: Γιατί κάποιοι άνθρωποι σας αντιπαθούν αμέσως

Όλοι το έχουμε ζήσει. Βρισκόμαστε με κάποιους που είτε μας αντιπάθησαν από την πρώτη στιγμή, ή κάποιοι τους οποίους γνωρίζουμε λίγο ξαφνικά δυσαρεστούν μαζί μας.

Μπορεί να μην υπάρχουν ξεκάθαροι λόγοι γι αυτή την αλλαγή στην συμπεριφορά τους. Ανεξάρτητα από το πόσο προσπαθούν να κρύψουν τα συναισθήματα τους, κάποιος με ενσυναίσθηση μπορεί να αισθανθεί τα συναισθήματα τους.

Μερικές φορές, το να αντιπαθούμε κάποιον είναι ένα εντελώς φυσιολογικό και αποδεκτό κομμάτι της ζωής. Όλοι είμαστε διαφορετικοί και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν τα πάμε καλά.

Αυτό που συχνά προκαλεί σύγχυση στα άτομα με ενσυναίσθηση είναι το γιατί οι άνθρωποι τους συμπεριφέρονται άσχημα όταν ξέρουν πως είναι αγαπητά και αξιόπιστα άτομα.

Παρά το γεγονός πως κάποιοι άνθρωποι θέλουν να πάρουν το φως αυτών που λάμπουν, έχω ανακαλύψει πως υπάρχουν τρεις άλλοι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι αντιπαθούν κατευθείαν τα άτομα με ενσυναίσθηση.

Τα άτομα με ενσυναίσθηση:
  • Λειτουργούν ως καθρέφτες
  • Η δόνηση τους είναι πολύ γρήγορη
  • Η ηρεμία τους ερμηνεύεται λάθος
Οι άνθρωποι με ενσυναίσθηση είναι κάπως έτσι…

«Δεν ακούω απλώς τα λόγια σου. Ακούω το πώς χρησιμοποιείς τις λέξεις, τον τόνο σου, τις κινήσεις του σώματος σου, τα μάτια σου, τις διακριτικές εκφράσεις του προσώπου σου. Ερμηνεύω την σιωπή σου. Μπορώ να ακούσω όσα δεν λες με τα λόγια.»

Η αντανάκλαση

Είναι συνηθισμένο οι άνθρωποι να μην συμπεριφέρονται όπως πραγματικά είναι. Κρύβουν το ποιοι είναι επειδή δεν τους αρέσουν πτυχές της προσωπικότητας τους. Ένα άτομο με ενσυναίσθηση έχει την ικανότητα να τα αντανακλάσει αυτά πίσω τους.

Υπάρχουν κάποιοι που κρύβουν πτυχές της προσωπικότητας τους για να χειραγωγήσουν τους άλλους. Αλλά η πλειοψηφία που συμπεριφέρεται έτσι το κάνει για να ταιριάξει.

Ο φόβος του να τους κρίνουν ή να τους αντιπαθήσουν γι αυτά που δεν τους αρέσουν στον εαυτό τους κάνει κάποιους να φοράνε μάσκες. Ακόμα και αυτοί με ευαίσθητη φύση φοράνε μάσκες όταν είναι έξω στον κόσμο. Υπάρχουν κάποιοι ωστόσο, που ποτέ δεν βγάζουν την μάσκα τους, και βρίσκονται στην ζωή με λάθος ταυτότητα.

Όταν κάποιος βρίσκεται με ένα άτομο με ενσυναίσθηση δεν μπορεί να κρύψει αυτά τα χαρακτηριστικά: η μάσκα πέφτει. Τα χαρακτηριστικά που έχουν δουλέψει τόσο σκληρά για να κρύψουν ή αρνούνται βρίσκονται τώρα μπροστά στο πρόσωπο τους. Αυτό συχνά προκαλεί άσχημα συναισθήματα προς το άτομο με ενσυναίσθηση.

Επειδή το να βρίσκονται κοντά σε κάποιον με ενσυναίσθηση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια πολλά κρυμμένα πράγματα, ίσως προκαλεί ένα έντονο συναίσθημα δυσαρέσκειας στους άλλους. Ωστόσο, αυτοί που βιώνουν αυτή την «δυσαρέσκεια» δεν συνειδητοποιούν πως η έντονη αντιπάθεια που έχουν προς το άτομο με ενσυναίσθηση, είναι απλώς η αντανάκλαση της σκοτεινής πλευράς τους. Βλέπουν οτιδήποτε κρυμμένο με την «αντανάκλαση της ενσυναίσθησης».

Ο καθρέφτης

Επειδή αυτοί με ενσυναίσθηση μπορούν να νιώσουν τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, τις κρυμμένες συμπεριφορές και τα αληθινά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τους, μπορούν να τα προβάλλουν πίσω σε αυτόν που τα έχει όλα αυτά. Μπορούν να φορέσουν την αλήθεια που οι άλλοι κρύβουν πίσω από την μάσκα τους. Ακόμα και αν δεν γνωρίζουν πως το κάνουν.

Οτιδήποτε κρυμμένο, όπως η ανασφάλεια, η ντροπή, η ενοχή ή ο θυμός, χτίζεται όσο περισσότερο μένει κρυμμένο. Αν κάποιος έχει χαρακτηριστικά τα οποία δεν του αρέσουν, τα θυμάται με την παρουσία ατόμων με ενσυναίσθηση. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο διαμορφώνεται στιγμιαία αντιπάθεια προς τα άτομα με ενσυναίσθηση.

Αν αυτό σας έχει συμβεί, θα μπορούσε να σημαίνει πως αντανακλάτε την αλήθεια που αρνούνται. Ή θα μπορούσε να συμβαίνει για άλλον λόγο…

Σκέψη των ανθρώπων με ενσυναίσθηση:

Καλύτερα να είσαι αυτός που πραγματικά είσαι γιατί θα το αισθανθώ ούτως ή άλλως.

Η δόνηση σας είναι πολύ γρήγορη

Όπως τα άτομα με ενσυναίσθηση χρειάζονται να μην είναι με άτομα που εκπέμπουν αρνητικότητα, υπάρχουν κάποιοι που δεν αντέχουν να βρίσκονται με ανθρώπους που δονούν καθαρή ενέργεια.

Όταν βελτιώνετε τον εαυτό σας και κάνετε οποιαδήποτε θετική αλλαγή στο μυαλό, στο σώμα ή στο πνεύμα σας, γίνεστε καθαρότεροι και αγνότεροι. Αυτό μπορεί να προκαλέσει την απόρριψη από αυτούς που θέλουν βρίσκονται σε χαμηλές δονήσεις.

Μπορεί επίσης να έχετε παρατηρήσει πως όταν βρίσκεστε σε χαμηλότερη συναισθηματική κατάσταση, κάποιοι άνθρωποι σας προτιμούν έτσι. Όταν όμως κάνετε αλλαγές και είστε σε υψηλή δόνηση, αυτοί οι ίδιοι φίλοι δεν σας θέλουν. Μπορεί ίσως να προσπαθήσουν να σας κατεβάσουν και να καταστρέψουν το εσωτερικό φως και την ευτυχία σας.

Το να δονείστε σε ανώτερο επίπεδο μπορεί να απωθήσει ακόμα και αυτούς που αγαπάτε. Οι άνθρωποι αισθάνονται την αλλαγή, είτε είναι οπτικά εμφανής είτε όχι. Και νιώθουν πότε κάποιος άλλος έχει αλλάξει ή έχει ανέβει πάνω από την δική τους συχνότητα.

Δεν είναι όλοι έτοιμοι να αυξήσουν την δόνηση τους. Κάποιοι ακόμα μαθαίνουν το επίπεδο της δόνησης τους και δεν είναι έτοιμοι να προχωρήσουν. Και επειδή δεν είναι έτοιμοι , ίσως να προσπαθήσουν να σας τραβήξουν πάλι κάτω.

Επίσης, αν νιώθετε πως δεν ταιριάζετε μαζί τους πλέον, μπορεί να τους κάνει να συμπεριφέρονται εχθρικά εναντίον σας ή να τους απωθήσει.

Η ηρεμία σας ερμηνεύεται λάθος

Γι αυτούς με ανασφαλή φύση, οι ήρεμοι, και μερικές φορές απόμακροι, τρόποι σας φαίνονται ως έλλειψη σεβασμού ή ότι σνομπάρετε.

Επειδή κατά καιρούς μπορεί να φαίνεστε λίγο απόμακροι, μερικοί θεωρούν ότι έχετε ανώτερη συμπεριφορά. Υποθέτουν λάθος ότι πιστεύετε πως είστε ανώτεροι από αυτούς.

Φυσιολογικά, όταν αυτοί με ενσυναίσθηση συμπεριφέρονται λίγο απόμακρα το κάνουν επειδή είναι υπερφορτωμένοι.

Όταν έχουν δεχθεί πολλά ερεθίσματα από τους γύρω τους και θέλουν οπωσδήποτε να επαναφορτίσουν, θέλουν να είναι αόρατοι στους άλλους.

Και όταν κατευθύνονται προς την κόπωση, το τελευταίο πράγμα που θέλουν τα άτομα με ενσυναίσθηση είναι να αντιμετωπίσουν κάποιον που θέλει να τους γεμίσει με τα προβλήματα του, όπως πολλοί κάνουν. Ακόμα και οι ευγενικές συζητήσεις είναι κάτι πολύ γι αυτούς. Αυτό συχνά παρερμηνεύεται ως απόρριψη ή προσβολή.

Επειδή οι άλλοι δεν νιώθουν αυτά που αισθάνονται τα άτομα με ενσυναίσθηση, είναι δύσκολο γι αυτούς να καταλάβουν γιατί αυτά τα άτομα πρέπει να απομακρυνθούν έτσι.

Δυστυχώς, όσο περισσότερο ανασφαλής είναι κάποιος, τόσο πιο πολύ θα προσβληθεί από τους ήρεμους τρόπους σας. Αν νομίζουν ότι είστε μία κρύο, μία ζέστη, θα το θεωρήσουν ασέβεια και θα σας απορρίψουν για να σας πληγώσουν.

Έτσι, αν κάποιος σας αντιπαθεί χωρίς λόγο, θυμηθείτε να μην το πάρετε προσωπικά. Είναι απλώς η αντανάκλαση της ενσυναίσθησης.

Ο νόμος της αντεστραμμένης προσπάθειας: γιατί πετυχαίνετε το αντίθετο από αυτό που επιθυμείτε

Πετυχαίνετε το αντίθετο από αυτό που επιθυμείτε; Έχετε ακούσει ποτέ για τον νόμο της αντεστραμμένης προσπάθειας;

Ο Émile Coué, ο γνωστός Γάλλος ψυχολόγος, έχει ορίσει τον νόμο της αντεστραμμένης προσπάθειας ως τον ακόλουθο:

Η εσωτερική σύγκρουση συμβαίνει ανάμεσα στην θέληση καις την φαντασία, αλλά η φαντασία είναι πάντα δυνατότερη.

Αν για παράδειγμα, σας ζητούσαν να περπατήσετε πάνω σε μια σανίδα, θα το κάνατε χωρίς πρόβλημα. Αλλά αν η ίδια σανίδα τοποθετούνταν σε ύψος έξι μέτρων ανάμεσα σε δύο τοίχους, θα την περπατούσατε;

Η επιθυμία σας να περπατήσετε στη σανίδα θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη φαντασία ή τον φόβο που σας υπαγορεύει πως θα πέσετε. Η ιδέα που θα σας κατέβαλε και που είναι η εικόνα της πτώσης, θα κέρδιζε την μάχη. Η επιθυμία σας, η θέληση ή η προσπάθεια να περπατήσετε στη σανίδα θα αντιστρεφόταν και θα επικρατούσε η ιδέα της αποτυχίας.

Η εσωτερική προσπάθεια οδηγεί πάντα στην αποτυχία και έχει το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η αυτό-προβολή της ιδέας του ότι δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε ένα πρόβλημα κυριαρχεί στο μυαλό. Και το υποσυνείδητο σας πάντα ελέγχεται από την ιδέα που κυριαρχεί.

Μεταξύ των δύο αντιφατικών προτάσεων, το υποσυνείδητο μας θα αποδεχτεί την δυνατότερη. Ο καλύτερος τρόπος είναι αυτός που δεν περιλαμβάνει προσπάθεια.

Αν πείτε «θέλω να θεραπευτώ, αλλά δεν μπορώ», «προσπαθώ τόσο πολύ», «πιέζω τον εαυτό μου να τα καταφέρει», «βάζω όλη τη δύναμη της θέλησης μου» , πρέπει να ξέρετε πως το λάθος βρίσκεται στην προσπάθεια.

Ποτέ μην προσπαθήσετε να αναγκάσετε το υποσυνείδητο σας να αποδεχτεί μια ιδέα με την δύναμη της θέλησης σας. Τέτοιες προσπάθειες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν και οδηγούν στο αντίθετο αποτελέσματα από αυτό που ζητούσατε.

Το ακόλουθο παράδειγμα είναι μια μάλλον κοινή εμπειρία

Ένας μαθητής που έχει εξετάσεις παίρνει το διαγώνισμα και προσπαθεί να το λύσει. Τότε, βλέπει πως όλη του η γνώση τον έχει εγκαταλείψει.

Ξαφνικά, νιώθει το κεφάλι του άδειο και δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα από όσα ήξερε για το μάθημα. Και όσο πιο πολύ σφίγγει τα δόντια του και προσπαθεί να σκεφτεί, τόσο πιο δύσκολο είναι να θυμηθεί. Αλλά μόλις φεύγει από την αίθουσα εξέτασης και ανακουφίζεται από την ένταση, οι απαντήσεις των ερωτήσεων έρχονται η μία μετά την άλλη.

Η προσπάθεια να αναγκάσει τον εαυτό του να θυμηθεί ήταν η αιτία της αποτυχίας. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του νόμου της αντεστραμμένης προσπάθειας και γιατί παίρνουμε το αντίθετο από αυτό που επιθυμούμε.

Ανδρόγεως: Ο λαμπρός γιος του Μίνωα

Στην Ελληνική μυθολογία με το όνομα Ανδρόγεως αναφέρεται κυρίως ο γιος του βασιλιά της Κρήτης Μίνωα και της Πασιφάης, εγγονός του θεού Ήλιου από τη μητέρα του και αδελφός του Κατρέως, του Δευκαλίωνα (συνονόματου του Δευκαλίωνα του «κατακλυσμού») και του Γλαύκου. Επίσης είχε και 5 ετεροθαλείς αδελφούς με διαφορετικές μητέρες. Από όλα αυτά τα παιδιά του Μίνωα ο Ανδρόγεως ήταν ο πιο ρωμαλέος και επιδόθηκε στον αθλητισμό. Ως αθλητής λοιπόν πήγε στην Αθήνα και έλαβε μέρος στους «Παναθηναϊκούς Αγώνες», όπου νίκησε όλους τους άλλους συναθλητές του. Αλλά ο Αθηναίος βασιλιάς Αιγέας, ο πατέρας του Θησέα, φοβήθηκε τη φιλία που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Ανδρόγεω, μελλοντικό βασιλιά της Κρήτης, και τους αντιπάλους των Αθηναίων Παλλαντίδες. Για τον λόγο αυτό έστειλε τον Ανδρόγεω τοεναντίον του Μαραθώνιου Κάπρου, οπότε το θηρίο σκότωσε τον Ανδρόγεω. Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι τον σκότωσαν σε ενέδρα οι ανταγωνιστές του, ενώ πήγαινε στη Θήβα για να συμμετάσχει και στους αγώνες του Λαΐου.

Μόλις ο Μίνωας πληροφορήθηκε τα του θανάτου του παιδιού του, θέλοντας να εκδικηθεί ως ηγέτης της «υπερδύναμης» της εποχής του, εξεστράτευσε κατά των Αθηνών. Αρχικά κυρίευσε τα Μέγαρα και σκότωσε τον βασιλιά τους Νίσο. Στη συνέχεια άρχισε να πολιορκεί την Αθήνα, η οποία ήδη έπασχε από ένα κακό: Ο Δίας, ύστερα από κατάρα του Ανδρόγεω, προκάλεσε πείνα και θανατικό στους Αθηναίους. Αυτοί τότε, για να εξευμενίσουν τους θεούς, θυσίασαν τις κόρες του Υακίνθου, μάταια όμως. Στο μεταξύ, ο Μίνωας είχε υποβάλει τους όρους του στους Αθηναίους, οι οποίοι στην αρχή δεν τους δέχθηκαν. Καθώς όμως το θανατικό συνεχιζόταν, ρώτησαν το Μαντείο των Δελφών με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να σωθούν και πήραν την απάντηση ότι έπρεπε να αποδεχθούν τους όρους του Μίνωα, που ουσιαστικά συνοψίζονταν στο ότι θα ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν κάθε χρόνο εφτά νέους κι εφτά νέες στην Κρήτη ως τροφή του Μινώταυρου. Οι Αθηναίοι δέχθηκαν τους όρους, οπότε ο Μίνωας έλυσε την πολιορκία και έφυγε. Από αυτό τον «φόρο αίματος» για τον Ανδρόγεω απάλλαξε την Αθήνα ο Θησέας, πηγαίνοντας ως ένας από τους νέους στην Κρήτη και σκοτώνοντας τον Μινώταυρο.

Αργότερα, οι Αθηναίοι, αναγνωρίζοντας το άδικο που διέπραξαν στέλνοντας στον θάνατο τον Ανδρόγεω, τον ανεκήρυξαν ήρωα και ίδρυσαν βωμό του στο Φάληρο, ενώ τελούσαν στη μνήμη του και «επιτάφιους» αθλητικούς αγώνες στον Κεραμεικό, που τους ονόμαζαν «αγώνες επ’ Ευρυγύη».

Ωστόσο, Ανδρόγεως, ονομαζόταν και ένας Έλληνας στρατιώτης που, κατά την άλωση της Τροίας νόμισε μέσα στη νύχτα ότι η ομάδα του Αινεία ήταν ελληνικό απόσπασμα, πληρώνοντας το λάθος αυτό με τη ζωή του. Στη συνέχεια, ο σύντροφος του Αινεία Κόροιβος φόρεσε την πανοπλία του Ανδρόγεω προκειμένου να παραπλανήσει και άλλους Έλληνες. Αυτά τα αναφέρει μόνο ο Βιργίλιος στην Αινειάδα του (Βιβλίο ΙΙ)

Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν (Συνηθίζεται στους Κλαζομένιους να διαπράττουν απρέπειες)

Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν
, είναι έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει «υποτιμητικά και απαξιωτικά για κάποιον ότι είναι γνωστός για την απρεπή συμπεριφορά του, ότι δηλ. η απρέπειά του είναι σύνηθες γνώρισμα του χαρακτήρα του, ότι η απρέπεια είναι αναμενόμενη από αυτόν.» 

Η φράση έγινε παροιμιώδης έκφραση και χρησιμοποιείται σήμερα για να «χαρακτηρίσει τη ροπή κάποιου ανθρώπου στην ασχημοσύνη (απρέπεια, ακοσμία)», την έκφραση περιφρόνησης για ανθρώπους τέτοιας ποιότητας από τους οποίους είναι αναμενόμενη απρεπής συμπεριφορά.

Από τον Κλαύδιο Αιλιανό συγγραφέα του 2ου μ.Χ. αιώνα, στο έργο του Ποικίλη Ιστορία