«Ήμαστε μια πολύ καλή παρέα φίλων και περνούσαμε θαυμάσια. Είχαμε φάει στην παραλία, περπατούσαμε, κουβεντιάζαμε. Η στιγμή ήταν μοναδική, μακάρι να διαρκούσε έτσι για πάντα. Ακόμη και τότε όμως, που περνούσα τόσο καλά, με δυσκολία μπορούσα να σταματήσω τις αρνητικές σκέψεις μέσα μου. Σκέφτηκα ότι κάτι μπορεί να πήγαινε στραβά στη δουλειά ή να αρρωστήσω και να μην είμαι καλά. Σαν να μην μπορούσα να μείνω στην ωραία αίσθηση απόλαυσης και ευχαρίστησης. Η χαρά που ένιωθα χάθηκε γρήγορα, εκμηδενίστηκε. Ένιωσα πάλι να πέφτω ψυχολογικά».
Γιατί αλήθεια είναι τόσο δύσκολο να μείνουμε και να απολαύσουμε αισθήματα χαράς και ευχαρίστησης; Γιατί δεν μπορούμε να κρατήσουμε περισσότερο τις ευχάριστες στιγμές και τις αφήνουμε απλώς να κυλούν και να φεύγουν σαν να μην υπήρξαν ποτέ;
Η ενοχή μπορεί να καταστρέψει πολύ ωραίες στιγμές της ζωής.
Σαν να νιώθουμε ότι είναι κακό να χαιρόμαστε και να απολαμβάνουμε, να περνάμε καλά. Σαν να πρέπει διαρκώς να μας συμβαίνει κάτι αρνητικό και να βουλιάζουμε σε άσχημες σκέψεις και εικασίες. Ίσως βέβαια να έχουμε μεγαλώσει και σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν βλέπαμε ανθρώπους γύρω μας να χαίρονται και να απολαμβάνουν τη ζωή, κι έτσι θεωρούμε απλώς ότι κι εμείς δεν το αξίζουμε αυτό. Η ενοχή μπορεί επίσης να πηγάζει και από τις πεποιθήσεις που έχουμε σχετικά με το πώς «θα έπρεπε» να είναι η ζωή μας, αλλά δεν είναι… Και έτσι τιμωρούμε τον εαυτό μας.
Η ευχαρίστηση θεωρείται συχνά αφηρημένη και αόριστη έννοια, έως και χάσιμο χρόνου, καθώς όλα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα σε ένα στόχο, έναν σκοπό, πρακτικό και χειροπιαστό και οτιδήποτε άλλο θεωρείται αφελές ή ανούσιο. Η ενασχόληση με τις τέχνες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες θεωρείται ρομαντισμός, αλλά και τα απλά καθημερινά πράγματα που μπορεί να μας δίνουν γεύσεις ηρεμίας και χαράς προσπερνιούνται ως ανούσιες λεπτομέρειες.
Συχνά όμως εκφράζονται παράπονα, όπως: «Αφού εκπλήρωσα τους στόχους μου, τις σπουδές, τη δουλειά μου, την καριέρα που ακολούθησα, το γάμο και την οικογένειά μου, γιατί δεν χαίρομαι για όλα αυτά; Γιατί δεν νιώθω ικανοποιημένος και πάντα κάτι μου λείπει;» Ίσως λείπει απλώς το να απελευθερωθεί κανείς από το ασφυκτικό πρόγραμμα και τους επίδοξους στόχους, και οι κινήσεις, οι επιδιώξεις του να αποκτήσουν ένα μεγαλύτερο νόημα και ουσία για τον ίδιον; Τι είναι αυτό που επιθυμεί κανείς πραγματικά;
Είναι φυσικό οι άνθρωποι να νιώθουν αγωνία και έντονη ανασφάλεια για το μέλλον, όταν βιώνουν καταστάσεις που απειλούν αυτή καθεαυτή την επιβίωσή τους. Το μέλλον όμως μας απασχολεί έντονα και τελικά δεν χαιρόμαστε τίποτα στο παρόν. Νόημα και αξία αποκτά μόνο ό,τι αφορά το μέλλον και την εξασφάλισή του. Η ζωή όμως έτσι περνά και μοιάζει σαν να μην τη ζούμε. Περιμένουμε διαρκώς κάτι να γίνει, κάτι να εκπληρωθεί και να ολοκληρωθεί προκειμένου τότε, ειδικά τότε, να αρχίσουμε να ζούμε κανονικά και να ευχαριστιόμαστε. Πότε όμως θα είναι αυτή η στιγμή;
Υπάρχει μια τάση καταπίεσης της ηδονής, της ευχαρίστησης που μπορεί να νιώσει κανείς ακόμη και σε απλά πράγματα. Πολλές απαγορεύσεις, πολλοί κανονισμοί, σαν να πρέπει να λειτουργούν όλα σωστά και να μην παρεκτρέπουμε, να μην παθιαζόμαστε με τίποτα. Θεωρείται σημαντικό να κάνει κανείς πάντα αυτό που «πρέπει» και όχι αυτό που «θέλει». Η άρνηση της ευχαρίστησης αναστέλλει τη δημιουργικότητά μας και, κυρίως, δεν οδηγεί πουθενά, γιατί η χαρά και η απόλαυση θυμίζουν ότι η ζωή είναι ωραία και όχι μόνο κάτι που πρέπει απλώς να το διεκπεραιώσουμε.
Όσο και αν φαίνεται παράξενο, η ικανότητα να νιώσει κανείς αλλά και να κρατήσει την ευχαρίστηση απαιτεί ανάληψη ευθύνης για τον εαυτό και τη διάθεσή του. Τι είναι όμως η ευχαρίστηση τελικά; Η ευχαρίστηση καταρχήν είναι υποκειμενική, ο καθένας μπορεί να την ορίζει με το δικό του τρόπο. Το συναίσθημα είναι ίδιο, απλώς ο τρόπος, η συνταγή για να φτάσουμε σε αυτή είναι διαφορετική για τον καθέναν.
Παράλληλα, η ευχαρίστηση είναι συνήθως μια αίσθηση παροδική και έτσι πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να την αναγνωρίσουν αλλά και να επενδύσουν περισσότερο σε αυτή. Τέλος, η ευχαρίστηση συνοδεύεται από θετική σκέψη, αίσθηση ενέργειας και δύναμης για δημιουργικότητα. Πάντως, αν τη νιώσετε, δεν θα σας διαφύγει η αίσθησή της, αν είστε αποφασισμένοι αυτή τη φορά να επενδύσετε σε αυτήν για να την κρατήσετε! Σφιχτά!
Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023
Αριστοτέλης: Τα χαρακτηριστικά του υπεράνθρωπου
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός “ιδανικού ανθρώπου” ή Υπεράνθρωπου κατά τον Αριστοτέλη;
“Όμως ο ιδανικός άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη -ο μεγαλόψυχος— δεν είναι ένας απλός μεταφυσικός φιλόσοφος.
Δεν εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο για ασήμαντους λόγους… αφού ελάχιστα είναι τα πράγματα που θεωρεί πολύτιμα. Όμως θα διακινδυνεύσει για έναν σημαντικό σκοπό, και θα είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, αφού πιστεύει ότι δεν αξίζει τον κόπο να προστατεύει κανείς τη ζωή του με οποιοδήποτε τίμημα.
Του αρέσει να ευεργετεί, αλλά ντρέπεται να τον ευεργετούν, γιατί το πρώτο είναι ένδειξη ανωτερότητας και το δεύτερο κατωτερότητας…
Δεν ανταγωνίζεται τους άλλους για τα κοινά αντικείμενα της φιλοδοξίας, ούτε πηγαίνει εκεί όπου άλλοι κατέχουν την πρώτη θέση…
Πρέπει να εκδηλώνει ανοιχτά και την αγάπη και το μίσος, αφού η απόκρυψη δείχνει δειλία…
Δεν μπορεί να αφήσει τη ζωή του να στρέφεται γύρω από κάποιον άλλο, εκτός αν είναι ένας φίλος, γιατί μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν δουλική…
Σπάνια θαυμάζει κάτι, αφού τίποτα δεν είναι σπουδαίο γι’ αυτόν…
Ούτε είναι μνησίκακος, γιατί δεν είναι ένδειξη μεγαλόψυχου ανθρώπου το να θυμάται τις αδικίες που έχει υποστεί αλλά το να τις παραβλέπει…
Δεν μιλά για τους ανθρώπους, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους, γιατί δεν επιθυμεί ούτε να επαινούν αυτόν ούτε να ψέγουν τους άλλους. Και ο ίδιος ούτε επαινεί ούτε κακολογεί, ούτε καν τους εχθρούς του, παρά μόνο αν προσβληθεί…
Για αναπόφευκτα ή ασήμαντα ζητήματα δεν διαμαρτύρεται ούτε ζητά βοήθεια, αφού μόνο όποιος τα θεωρεί σοβαρά θα φερόταν έτσι…
Η κίνησή του είναι αργή, η φωνή του βαριά και τα λόγια του μετρημένα. Γιατί δεν βιάζεται αυτός που ελάχιστα ζητήματα θεωρεί σοβαρά, ούτε εξάπτεται εκείνος που τίποτα δεν θεωρεί σπουδαίο. Γιατί στη βιασύνη και στην έξαψη οφείλεται η στριγκή φωνή και η βιασύνη…
Υπομένει κάθε είδους ατυχίες με αξιοπρέπεια, και κάνει πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες, όπως ο ικανός στρατηγός χρησιμοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του…
Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του, και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά.
Αυτός, λοιπόν, είναι ο Υπεράνθρωπος του Αριστοτέλη.
“Όμως ο ιδανικός άνθρωπος κατά τον Αριστοτέλη -ο μεγαλόψυχος— δεν είναι ένας απλός μεταφυσικός φιλόσοφος.
Δεν εκθέτει τον εαυτό του σε κίνδυνο για ασήμαντους λόγους… αφού ελάχιστα είναι τα πράγματα που θεωρεί πολύτιμα. Όμως θα διακινδυνεύσει για έναν σημαντικό σκοπό, και θα είναι έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, αφού πιστεύει ότι δεν αξίζει τον κόπο να προστατεύει κανείς τη ζωή του με οποιοδήποτε τίμημα.
Του αρέσει να ευεργετεί, αλλά ντρέπεται να τον ευεργετούν, γιατί το πρώτο είναι ένδειξη ανωτερότητας και το δεύτερο κατωτερότητας…
Δεν ανταγωνίζεται τους άλλους για τα κοινά αντικείμενα της φιλοδοξίας, ούτε πηγαίνει εκεί όπου άλλοι κατέχουν την πρώτη θέση…
Πρέπει να εκδηλώνει ανοιχτά και την αγάπη και το μίσος, αφού η απόκρυψη δείχνει δειλία…
Δεν μπορεί να αφήσει τη ζωή του να στρέφεται γύρω από κάποιον άλλο, εκτός αν είναι ένας φίλος, γιατί μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν δουλική…
Σπάνια θαυμάζει κάτι, αφού τίποτα δεν είναι σπουδαίο γι’ αυτόν…
Ούτε είναι μνησίκακος, γιατί δεν είναι ένδειξη μεγαλόψυχου ανθρώπου το να θυμάται τις αδικίες που έχει υποστεί αλλά το να τις παραβλέπει…
Δεν μιλά για τους ανθρώπους, ούτε για τον εαυτό του ούτε για τους άλλους, γιατί δεν επιθυμεί ούτε να επαινούν αυτόν ούτε να ψέγουν τους άλλους. Και ο ίδιος ούτε επαινεί ούτε κακολογεί, ούτε καν τους εχθρούς του, παρά μόνο αν προσβληθεί…
Για αναπόφευκτα ή ασήμαντα ζητήματα δεν διαμαρτύρεται ούτε ζητά βοήθεια, αφού μόνο όποιος τα θεωρεί σοβαρά θα φερόταν έτσι…
Η κίνησή του είναι αργή, η φωνή του βαριά και τα λόγια του μετρημένα. Γιατί δεν βιάζεται αυτός που ελάχιστα ζητήματα θεωρεί σοβαρά, ούτε εξάπτεται εκείνος που τίποτα δεν θεωρεί σπουδαίο. Γιατί στη βιασύνη και στην έξαψη οφείλεται η στριγκή φωνή και η βιασύνη…
Υπομένει κάθε είδους ατυχίες με αξιοπρέπεια, και κάνει πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες, όπως ο ικανός στρατηγός χρησιμοποιεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τις δυνάμεις που έχει στη διάθεσή του…
Είναι ο καλύτερος φίλος του εαυτού του, και του αρέσει η απομόνωση, ενώ ο άνθρωπος χωρίς αρετή ή ικανότητες είναι ο χειρότερος φίλος του εαυτού του και φοβάται τη μοναξιά.
Αυτός, λοιπόν, είναι ο Υπεράνθρωπος του Αριστοτέλη.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΛΑΤΑΪΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 14.56–63
Ο ομιλητής, προκειμένου να πείσει τους Αθηναίους να συνδράμουν την πατρίδα του, τις Πλαταιές, υπενθύμισε τους κοινούς δεσμούς Αθηναίων–Πλαταιέων και την παρέμβαση των πρώτων για την ταφή των Επτά επί Θήβας, καλώντας τους να δείξουν ανάλογη ευσπλαχνία και στην περίπτωση αυτή, καθώς οι Πλαταιείς βρίσκονταν τώρα (βλ. σχετικά και ΙΣΟΚΡ 14.1–6) σε δεινότερη θέση παρά οι Αργείοι τότε. Πριν περάσει στον σύντομο ἐπίλογον (14.63), προσθέτει τα παρακάτω επιχειρήματα:
[56] Ὑπὲρ ὧν ἅπαντας ὑμᾶς ἱκετεύομεν ἀποδοῦναι τὴν
χώραν ἡμῖν καὶ τὴν πόλιν, τοὺς μὲν πρεσβυτέρους ὑπομι-
μνῄσκοντες, ὡς οἰκτρὸν τοὺς τηλικούτους ὁρᾶσθαι δυστυ-
χοῦντας καὶ τῶν καθ’ ἡμέραν ἀποροῦντας, τοὺς δὲ νεωτέ-
ρους ἀντιβολοῦντες καὶ δεόμενοι βοηθῆσαι τοῖς ἡλικιώταις
καὶ μὴ περιιδεῖν ἔτι πλείω κακὰ τῶν εἰρημένων παθόντας.
[57] ὀφείλετε δὲ μόνοι τῶν Ἑλλήνων τοῦτον τὸν ἔρανον,
ἀναστάτοις ἡμῖν γενομένοις ἐπαμῦναι. καὶ γὰρ τοὺς ἡμε-
τέρους προγόνους φασὶν ἐκλιπόντων τῶν ὑμετέρων πατέ-
ρων ἐν τῷ Περσικῷ πολέμῳ ταύτην τὴν χώραν μόνους
τῶν ἔξω Πελοποννήσου κοινωνοὺς ἐκείνοις τῶν κινδύνων
γενομένους συνανασῶσαι τὴν πόλιν αὐτοῖς· ὥστε δικαίως
ἂν τὴν αὐτὴν εὐεργεσίαν ἀπολάβοιμεν ἥνπερ αὐτοὶ τυγχά-
νομεν εἰς ὑμᾶς ὑπάρξαντες.
[58] Εἰ δ’ οὖν καὶ μηδὲν ὑμῖν τῶν σωμάτων τῶν ἡμε-
τέρων δέδοκται φροντίζειν, ἀλλὰ τήν γε χώραν οὐ πρὸς
ὑμῶν ἐστὶν ἀνέχεσθαι πεπορθημένην, ἐν ᾗ μέγιστα ση-
μεῖα τῆς ἀρετῆς τῆς ὑμετέρας καὶ τῶν ἄλλων τῶν συναγω-
νισαμένων καταλείπεται· [59] τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τρόπαια
πόλει πρὸς πόλιν γέγονεν, ἐκεῖνα δ’ ὑπὲρ ἁπάσης τῆς Ἑλ-
λάδος πρὸς ὅλην τὴν ἐκ τῆς Ἀσίας δύναμιν ἕστηκεν. ἃ
Θηβαῖοι μὲν εἰκότως ἀφανίζουσι, τὰ γὰρ μνημεῖα τῶν
τότε γενομένων αἰσχύνη τούτοις ἐστίν, ὑμῖν δὲ προσήκει
διασῴζειν· ἐξ ἐκείνων γὰρ τῶν ἔργων ἡγεμόνες κατέστητε
τῶν Ἑλλήνων. [60] ἄξιον δὲ καὶ τῶν θεῶν καὶ τῶν ἡρώων
μνησθῆναι τῶν ἐκεῖνον τὸν τόπον κατεχόντων καὶ μὴ
περιορᾶν τὰς τιμὰς αὐτῶν καταλυομένας, οἷς ὑμεῖς καλ-
λιερησάμενοι τοιοῦτον ὑπέστητε κίνδυνον, ὃς καὶ τούτους
καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας Ἕλληνας ἠλευθέρωσεν. χρὴ δὲ
καὶ τῶν προγόνων ποιήσασθαί τινα πρόνοιαν καὶ μὴ παρα-
μελῆσαι μηδὲ τῆς περὶ ἐκείνους εὐσεβείας, [61] οἳ πῶς ἂν
διατεθεῖεν, εἴ τις ἄρα τοῖς ἐκεῖ φρόνησίς ἐστι περὶ τῶν
ἐνθάδε γιγνομένων, εἰ κυρίων ὑμῶν ὄντων αἴσθοιντο τοὺς
μὲν δουλεύειν τοῖς βαρβάροις ἀξιώσαντας δεσπότας τῶν
ἄλλων καθισταμένους, ἡμᾶς δὲ τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας
συναγωνισαμένους μόνους τῶν Ἑλλήνων ἀναστάτους
γεγενημένους, καὶ τοὺς μὲν τῶν συγκινδυνευσάντων
τάφους μὴ τυγχάνοντας τῶν νομιζομένων σπάνει τῶν
ἐποισόντων, Θηβαίους δὲ τοὺς τἀναντία παραταξαμένους
κρατοῦντας τῆς χώρας ἐκείνης; [62] ἐνθυμεῖσθε δ’ ὅτι Λα-
κεδαιμονίων μεγίστην ἐποιεῖσθε κατηγορίαν, ὅτι Θηβαίοις
χαριζόμενοι τοῖς τῶν Ἑλλήνων προδόταις ἡμᾶς τοὺς εὐερ-
γέτας διέφθειραν. μὴ τοίνυν ἐάσητε ταύτας τὰς βλασφη-
μίας περὶ τὴν ὑμετέραν γενέσθαι πόλιν, μηδὲ τὴν ὕβριν
τὴν τούτων ἀντὶ τῆς παρούσης ἕλησθε δόξης.
[63] Πολλῶν δ’ ἐνόντων εἰπεῖν ἐξ ὧν ἄν τις ὑμᾶς ἐπα-
γάγοι τὸ μᾶλλον φροντίσαι τῆς ἡμετέρας σωτηρίας οὐ δύνα-
μαι πάντα περιλαβεῖν, ἀλλ’ αὐτοὺς χρὴ καὶ τὰ παραλελειμ-
μένα συνιδόντας καὶ μνησθέντας μάλιστα μὲν τῶν ὅρκων
καὶ τῶν συνθηκῶν, ἔπειτα δὲ καὶ τῆς ἡμετέρας εὐνοίας
καὶ τῆς τούτων ἔχθρας, ψηφίσασθαί τι περὶ ἡμῶν δίκαιον.
Μα και αν ακόμη νομίζετε πως δεν έχετε καμμιά ανάγκη να φροντίσετε για μας, πάντως τη χώρα τουλάχιστον δεν ταιριάζει σε σας να την ανεχθήτε υποδουλωμένη, τη χώρα εκείνη όπου υπάρχουν τρανά σημεία της ανδρείας σας και της ανδρείας εκείνων που αγωνίσθηκαν μαζί σας. Διότι τα μεν άλλα τρόπαια έχουν γίνει από μία πόλη εναντίον άλλης πόλεως, ενώ εκείνα εστήθηκαν από όλη την Ελλάδα για μια νίκη που έγινε εις βάρος όλης της Ασιατικής δυνάμεως. Αυτά, οι μεν Θηβαίοι με το δίκιο τους τα καταστρέφουν, αφού τα μνημεία των κατορθωμάτων εκείνων τους ντροπιάζουν, εσείς όμως έχετε καθήκον να τα διασώζετε. Γιατί χάρις σ' αυτά τα έργα εγίνατε αρχηγοί των Ελλήνων. Αξίζει επίσης να θυμηθήτε και τους θεούς και τους ήρωες που κατέχουν εκείνο τον τόπο και να μην αδιαφορήσετε βλέποντας να καταργούνται οι τιμές (που τους γίνονταν), διότι απ' εκείνους έχοντας πάρει ευνοϊκούς οιωνούς αντιμετωπίσατε τέτοιο κίνδυνο που η εξουδετέρωσή του έφερε τη λευτεριά και σ' αυτούς και σ' όλους τους άλλους Έλληνες. Πρέπει δε και τους προγόνους σας κάπως να λογαριάσετε και να μην παραμελήτε τον σεβασμό που τους οφείλετε, <γιατί σκεφθήτε> τι θα αισθανθούν ―εφ' όσον φυσικά υπάρχει και σ' εκείνους κάποια αντίληψη <και κάποιο ενδιαφέρον> για όσα γίνονται εδώ―, όταν, ενώ σεις κυριαρχείτε, βλέπουν εκείνους μεν που καταδέχθηκαν να είναι δούλοι των βαρβάρων, να γίνωνται <τώρα> κυρίαρχοι των άλλων, εμάς δε που μόνοι από τους Έλληνες αγωνισθήκαμε μαζί σας για τη λευτεριά, να 'χουμε διωχθή απ' την πατρίδα μας,<κι' ακόμα όταν βλέπουν> τους μεν τάφους των ανθρώπων που κινδύνευσαν μαζί τους, να μην έχουν τις καθιερωμένες προσφορές, επειδή λείπουν εκείνοι που θα τις προσφέρουν, τους δε Θηβαίους που είχαν ταχθή αντιμέτωποί τους, να κυριαρχούν σ' εκείνη τη χώρα.
Σκεφθήτε δε ότι τους Λακεδαιμονίους τους κατηγορήσατε σφοδρότατα, επειδή, χαριζόμενοι στους Θηβαίους, τους προδότες των Ελλήνων, κατέστρεψαν εμάς τους ευεργέτες. Μην αφίσετε λοιπόν να γίνουν και στην πόλη σας αυτές οι προσβολές και μη προτιμήσετε την κακία <και την ανυποληψία> τούτων [των Θηβαίων] από την τωρινή σας δόξα.
Υπάρχουν βέβαια πολλά ακόμη, με τα οποία θα μπορούσε κανείς να σας πείση περισσότερο να φροντίσετε για τη σωτηρία μας, αλλά δεν μπορώ να τα περιλάβω όλα στο λόγο μου. Γι' αυτό πρέπει μόνοι σας, αντιλαμβανόμενοι όσα παρέλειψα και σκεπτόμενοι, πρωτ' απ' όλα βέβαια, τους όρκους και τις συνθήκες, έπειτα δε και τη δική μας φιλία και τούτων εδώ την έχθρα, να λάβετε μια δίκαιην απόφαση για μας
ΙΣΟΚΡ 14.56–63
Υπόμνηση της κοινής δράσης Αθηναίων–Πλαταιέων κατά τους Περσικούς πολέμους – Το χρέος των Αθηναίων απέναντι στους προγόνους τους
Ο ομιλητής, προκειμένου να πείσει τους Αθηναίους να συνδράμουν την πατρίδα του, τις Πλαταιές, υπενθύμισε τους κοινούς δεσμούς Αθηναίων–Πλαταιέων και την παρέμβαση των πρώτων για την ταφή των Επτά επί Θήβας, καλώντας τους να δείξουν ανάλογη ευσπλαχνία και στην περίπτωση αυτή, καθώς οι Πλαταιείς βρίσκονταν τώρα (βλ. σχετικά και ΙΣΟΚΡ 14.1–6) σε δεινότερη θέση παρά οι Αργείοι τότε. Πριν περάσει στον σύντομο ἐπίλογον (14.63), προσθέτει τα παρακάτω επιχειρήματα:
[56] Ὑπὲρ ὧν ἅπαντας ὑμᾶς ἱκετεύομεν ἀποδοῦναι τὴν
χώραν ἡμῖν καὶ τὴν πόλιν, τοὺς μὲν πρεσβυτέρους ὑπομι-
μνῄσκοντες, ὡς οἰκτρὸν τοὺς τηλικούτους ὁρᾶσθαι δυστυ-
χοῦντας καὶ τῶν καθ’ ἡμέραν ἀποροῦντας, τοὺς δὲ νεωτέ-
ρους ἀντιβολοῦντες καὶ δεόμενοι βοηθῆσαι τοῖς ἡλικιώταις
καὶ μὴ περιιδεῖν ἔτι πλείω κακὰ τῶν εἰρημένων παθόντας.
[57] ὀφείλετε δὲ μόνοι τῶν Ἑλλήνων τοῦτον τὸν ἔρανον,
ἀναστάτοις ἡμῖν γενομένοις ἐπαμῦναι. καὶ γὰρ τοὺς ἡμε-
τέρους προγόνους φασὶν ἐκλιπόντων τῶν ὑμετέρων πατέ-
ρων ἐν τῷ Περσικῷ πολέμῳ ταύτην τὴν χώραν μόνους
τῶν ἔξω Πελοποννήσου κοινωνοὺς ἐκείνοις τῶν κινδύνων
γενομένους συνανασῶσαι τὴν πόλιν αὐτοῖς· ὥστε δικαίως
ἂν τὴν αὐτὴν εὐεργεσίαν ἀπολάβοιμεν ἥνπερ αὐτοὶ τυγχά-
νομεν εἰς ὑμᾶς ὑπάρξαντες.
[58] Εἰ δ’ οὖν καὶ μηδὲν ὑμῖν τῶν σωμάτων τῶν ἡμε-
τέρων δέδοκται φροντίζειν, ἀλλὰ τήν γε χώραν οὐ πρὸς
ὑμῶν ἐστὶν ἀνέχεσθαι πεπορθημένην, ἐν ᾗ μέγιστα ση-
μεῖα τῆς ἀρετῆς τῆς ὑμετέρας καὶ τῶν ἄλλων τῶν συναγω-
νισαμένων καταλείπεται· [59] τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τρόπαια
πόλει πρὸς πόλιν γέγονεν, ἐκεῖνα δ’ ὑπὲρ ἁπάσης τῆς Ἑλ-
λάδος πρὸς ὅλην τὴν ἐκ τῆς Ἀσίας δύναμιν ἕστηκεν. ἃ
Θηβαῖοι μὲν εἰκότως ἀφανίζουσι, τὰ γὰρ μνημεῖα τῶν
τότε γενομένων αἰσχύνη τούτοις ἐστίν, ὑμῖν δὲ προσήκει
διασῴζειν· ἐξ ἐκείνων γὰρ τῶν ἔργων ἡγεμόνες κατέστητε
τῶν Ἑλλήνων. [60] ἄξιον δὲ καὶ τῶν θεῶν καὶ τῶν ἡρώων
μνησθῆναι τῶν ἐκεῖνον τὸν τόπον κατεχόντων καὶ μὴ
περιορᾶν τὰς τιμὰς αὐτῶν καταλυομένας, οἷς ὑμεῖς καλ-
λιερησάμενοι τοιοῦτον ὑπέστητε κίνδυνον, ὃς καὶ τούτους
καὶ τοὺς ἄλλους ἅπαντας Ἕλληνας ἠλευθέρωσεν. χρὴ δὲ
καὶ τῶν προγόνων ποιήσασθαί τινα πρόνοιαν καὶ μὴ παρα-
μελῆσαι μηδὲ τῆς περὶ ἐκείνους εὐσεβείας, [61] οἳ πῶς ἂν
διατεθεῖεν, εἴ τις ἄρα τοῖς ἐκεῖ φρόνησίς ἐστι περὶ τῶν
ἐνθάδε γιγνομένων, εἰ κυρίων ὑμῶν ὄντων αἴσθοιντο τοὺς
μὲν δουλεύειν τοῖς βαρβάροις ἀξιώσαντας δεσπότας τῶν
ἄλλων καθισταμένους, ἡμᾶς δὲ τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας
συναγωνισαμένους μόνους τῶν Ἑλλήνων ἀναστάτους
γεγενημένους, καὶ τοὺς μὲν τῶν συγκινδυνευσάντων
τάφους μὴ τυγχάνοντας τῶν νομιζομένων σπάνει τῶν
ἐποισόντων, Θηβαίους δὲ τοὺς τἀναντία παραταξαμένους
κρατοῦντας τῆς χώρας ἐκείνης; [62] ἐνθυμεῖσθε δ’ ὅτι Λα-
κεδαιμονίων μεγίστην ἐποιεῖσθε κατηγορίαν, ὅτι Θηβαίοις
χαριζόμενοι τοῖς τῶν Ἑλλήνων προδόταις ἡμᾶς τοὺς εὐερ-
γέτας διέφθειραν. μὴ τοίνυν ἐάσητε ταύτας τὰς βλασφη-
μίας περὶ τὴν ὑμετέραν γενέσθαι πόλιν, μηδὲ τὴν ὕβριν
τὴν τούτων ἀντὶ τῆς παρούσης ἕλησθε δόξης.
[63] Πολλῶν δ’ ἐνόντων εἰπεῖν ἐξ ὧν ἄν τις ὑμᾶς ἐπα-
γάγοι τὸ μᾶλλον φροντίσαι τῆς ἡμετέρας σωτηρίας οὐ δύνα-
μαι πάντα περιλαβεῖν, ἀλλ’ αὐτοὺς χρὴ καὶ τὰ παραλελειμ-
μένα συνιδόντας καὶ μνησθέντας μάλιστα μὲν τῶν ὅρκων
καὶ τῶν συνθηκῶν, ἔπειτα δὲ καὶ τῆς ἡμετέρας εὐνοίας
καὶ τῆς τούτων ἔχθρας, ψηφίσασθαί τι περὶ ἡμῶν δίκαιον.
***
Γι' αυτά λοιπόν σας παρακαλούμε όλους σας να μας ξαναδώσετε τη γη μας και την πόλη μας· θυμίζομε στους γεροντοτέρους <από σας> πόσο θλιβερό είναι να βλέπη κανείς στην ηλικία αυτή ανθρώπους να δυστυχούν και να μην έχουν το καθημερινό τους, και παρακαλούμε απ' τα βάθη της καρδιάς μας τους νεωτέρους να βοηθήσουν τους συνομηλίκους των και να μη τους αφήσουν να πάθουν ακόμα μεγαλύτερα κακά απ' όσα αναφέραμε. Εξ άλλου, μόνοι εσείς από τους Έλληνες οφείλετε σε μας αυτή τη συνδρομή, να μας υποστηρίξετε δηλαδή την ωρ' αυτή που πεταχτήκαμε από την πατρίδα μας. Διότι ―λένε― πως όταν οι πατέρες σας στον Περσικό πόλεμο εγκατέλειψαν τη χώρα αυτή, από όλους τους Έλληνες που είναι έξω απ' την Πελοπόννησο, μονάχα οι δικοί μας πρόγονοι ήρθαν να μοιρασθούν τον κίνδυνο με τους δικούς σας, κι' έτσι έσωσαν μαζί την πόλη σας. Ώστε δικαίως θα μπορούσαμε να πετύχουμε τώρα από σας την ίδια ευεργεσία που κι' εμείς έτυχε πρώτοι να σας κάνουμε.Μα και αν ακόμη νομίζετε πως δεν έχετε καμμιά ανάγκη να φροντίσετε για μας, πάντως τη χώρα τουλάχιστον δεν ταιριάζει σε σας να την ανεχθήτε υποδουλωμένη, τη χώρα εκείνη όπου υπάρχουν τρανά σημεία της ανδρείας σας και της ανδρείας εκείνων που αγωνίσθηκαν μαζί σας. Διότι τα μεν άλλα τρόπαια έχουν γίνει από μία πόλη εναντίον άλλης πόλεως, ενώ εκείνα εστήθηκαν από όλη την Ελλάδα για μια νίκη που έγινε εις βάρος όλης της Ασιατικής δυνάμεως. Αυτά, οι μεν Θηβαίοι με το δίκιο τους τα καταστρέφουν, αφού τα μνημεία των κατορθωμάτων εκείνων τους ντροπιάζουν, εσείς όμως έχετε καθήκον να τα διασώζετε. Γιατί χάρις σ' αυτά τα έργα εγίνατε αρχηγοί των Ελλήνων. Αξίζει επίσης να θυμηθήτε και τους θεούς και τους ήρωες που κατέχουν εκείνο τον τόπο και να μην αδιαφορήσετε βλέποντας να καταργούνται οι τιμές (που τους γίνονταν), διότι απ' εκείνους έχοντας πάρει ευνοϊκούς οιωνούς αντιμετωπίσατε τέτοιο κίνδυνο που η εξουδετέρωσή του έφερε τη λευτεριά και σ' αυτούς και σ' όλους τους άλλους Έλληνες. Πρέπει δε και τους προγόνους σας κάπως να λογαριάσετε και να μην παραμελήτε τον σεβασμό που τους οφείλετε, <γιατί σκεφθήτε> τι θα αισθανθούν ―εφ' όσον φυσικά υπάρχει και σ' εκείνους κάποια αντίληψη <και κάποιο ενδιαφέρον> για όσα γίνονται εδώ―, όταν, ενώ σεις κυριαρχείτε, βλέπουν εκείνους μεν που καταδέχθηκαν να είναι δούλοι των βαρβάρων, να γίνωνται <τώρα> κυρίαρχοι των άλλων, εμάς δε που μόνοι από τους Έλληνες αγωνισθήκαμε μαζί σας για τη λευτεριά, να 'χουμε διωχθή απ' την πατρίδα μας,<κι' ακόμα όταν βλέπουν> τους μεν τάφους των ανθρώπων που κινδύνευσαν μαζί τους, να μην έχουν τις καθιερωμένες προσφορές, επειδή λείπουν εκείνοι που θα τις προσφέρουν, τους δε Θηβαίους που είχαν ταχθή αντιμέτωποί τους, να κυριαρχούν σ' εκείνη τη χώρα.
Σκεφθήτε δε ότι τους Λακεδαιμονίους τους κατηγορήσατε σφοδρότατα, επειδή, χαριζόμενοι στους Θηβαίους, τους προδότες των Ελλήνων, κατέστρεψαν εμάς τους ευεργέτες. Μην αφίσετε λοιπόν να γίνουν και στην πόλη σας αυτές οι προσβολές και μη προτιμήσετε την κακία <και την ανυποληψία> τούτων [των Θηβαίων] από την τωρινή σας δόξα.
Υπάρχουν βέβαια πολλά ακόμη, με τα οποία θα μπορούσε κανείς να σας πείση περισσότερο να φροντίσετε για τη σωτηρία μας, αλλά δεν μπορώ να τα περιλάβω όλα στο λόγο μου. Γι' αυτό πρέπει μόνοι σας, αντιλαμβανόμενοι όσα παρέλειψα και σκεπτόμενοι, πρωτ' απ' όλα βέβαια, τους όρκους και τις συνθήκες, έπειτα δε και τη δική μας φιλία και τούτων εδώ την έχθρα, να λάβετε μια δίκαιην απόφαση για μας
Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 9. Ιλιάδα
9.11. Οι άλλοι θεοί
Σε διάκριση προς τον ιλιαδικό ρόλο του Δία, που είναι ρυθμιστικός, διαιτητικός και αποφασιστικός, ο ρόλος των άλλων θεών αποδεικνύεται κατά βάση παρεμβατικός, εκτελεστικός και διχαστικός (ως δίχα θυμὸν ἔχοντες ορίζονται στο πρωτότυπο, Υ 32), καθώς μοιράζονται σε συμμάχους των Αχαιών και των Τρώων. Ο πληρέστερος κατάλογός τους εμφανίζεται, όπως είδαμε, στην εικοστή ραψωδία, ενόψει της επικείμενης θεομαχίας (Υ 31-40).
Ωστόσο δεν είναι ισότιμος ο ρόλος όλων των θεών στα δρώμενα του έπους. Εξέχουν, ως αντίπαλοι μεταξύ τους, η Αθηνά και ο Απόλλων. Μικρότερο, αλλά δραστήριο επίσης, ρόλο αναλαμβάνουν στο πλευρό των Αχαιών η Ήρα και ο Ποσειδών, και στο πλευρό των Τρώων ο Άρης και η Αφροδίτη. Η παρέμβαση των λοιπών θεών είναι μάλλον ευκαιριακή. Στο παραδειγματικό πάντως ζεύγος Αθηνά-Απόλλων αναγνωρίζονται, με πληρότητα και σαφήνεια, όλες οι τυπικές μορφές της ιλιαδικής θεϊκής παρουσίας.
Οι αντίπαλοι θεοί κατεβαίνουν συχνά στο πεδίο της μάχης, αυτοπρόσωποι ή μεταμορφωμένοι, ενθαρρύνοντας ή ελέγχοντας το σύνολο του συμμαχικού τους στρατού. Συχνότερα όμως επεμβαίνουν ή για να παρασταθούν σε έναν φιλικό ή για να αντισταθούν σε έναν εχθρικό τους ήρωα. Η παράστασή τους επιμερίζεται αναλόγως προς την περίσταση: αποτρέπουν λόγου χάριν την κρίσιμη στιγμή ένα φονικό πλήγμα· καλύπτουν τον κινδυνεύοντα ήρωα με νεφέλη, που τον καθιστά αόρατο στον επιτιθέμενο· αναρπάζουν από το πεδίο της μάχης έναν δικό τους ήρωα, για να τον σώσουν από βέβαιο ή πιθανό θάνατο· παγιδεύουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον αντίπαλο ήρωα και τον καθιστούν ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του· θεραπεύουν κάποιον βαριά πληγωμένο ή συνεφέρνουν έναν λιπόθυμο· καθιστούν εύστοχη τη φιλική βολή και άστοχη τη βολή του εχθρού· εξωραΐζουν το φιλικό τους κακοποιημένο σώμα· διαμαρτύρονται στον Δία για τη θετική ή την αρνητική μεροληψία του για συγκεκριμένους ήρωες.
Αθηνά και Απόλλων εξάλλου ισορροπούν μεταξύ τους και ως προς τις συμμαχικές και εχθρικές επιλογές τους: η Αθηνά παρέχει την προστασία της κυρίως στον Διομήδη και στον Αχιλλέα και αντιμάχεται κατεξοχήν τον Έκτορα· ο Απόλλων προστατεύει προπάντων τον Αινεία και τον Έκτορα και αντιστέκεται στον Αχιλλέα και στον «αντ᾽ αυτού» Πάτροκλο. Η αντιθετική αυτή εξισορρόπηση φαίνεται καθαρότερα στις δύο κορυφαίες αναιρέσεις του έπους: του Πατρόκλου και του Έκτορα, στις οποίες εμπλέκονται, με σκανδαλιστικό μάλιστα τρόπο, στην πρώτη ο Απόλλων και στη δεύτερη η Αθηνά.
Ο Πάτροκλος, ντυμένος με την πανοπλία του Αχιλλέα, στην ακμή της αριστείας (ύστερα μάλιστα από τον φόνο του Σαρπηδόνα), έχει ξεπεράσει το εντεταλμένο από τον Αχιλλέα όριο της απώθησης των Τρώων από τα πυρπολούμενα πλοία των Αχαιών, και προχωρεί ακάθεκτος στην τειχισμένη Τροία, απειλώντας να την κυριέψει. Οπότε επεμβαίνει από ψηλά ο Απόλλων, στητός στον ψηλό πύργο του κάστρου. Τρεις φορές ο Πάτροκλος πατά το πόδι του στο αγκωνάρι του τείχους, και τρεις φορές ο θεός αποκρούει την ασπίδα του με τα αθάνατα χέρια του και τον εκσφενδονίζει προς τα πίσω. Την τέταρτη φορά τον αναγκάζει σε υποχώρηση με τη φοβερή φωνή του:
Πίσω, μην κάνεις άλλο βήμα, Πάτροκλε, κι ας είσαι φύτρα ένδοξης γενιάς. Όχι, γραφτό δεν είναι με το κοντάρι σου να πέσει περήφανη των Τρώων η πόλη· μήτε κι από του Αχιλλέα το δόρυ, που δεν συγκρίνεται η ρώμη του με τη δική σου (Π 707-709).
Έπειτα ο θεός προτρέπει και πείθει τον Έκτορα να μη διστάσει άλλο, να βγει αντιμέτωπος στον Πάτροκλο, υπόσχεται να του παρασταθεί. Όμως ο Πάτροκλος έχει κι αυτός τον νου του: αφήνοντας το άρμα του, πεζός ορμά, με δόρυ και μαρμάρινο λιθάρι, στον ηνίοχο του Έκτορα, τον Κεβριόνη, και τον εξοντώνει. Ο Έκτωρ, πληγωμένος στο φιλότιμό του, αντεπιτίθεται, κι ακολουθεί βίαιη σύγκρουση: ποιος θα τραβήξει προς το μέρος του τον νεκρό, ενώ Τρώες και Αχαιοί συμβάλλονται με δόρατα, με βέλη, λιθάρια και ασπίδες, γύρω στο σώμα του ηνιόχου, κι αυτός, φαρδύς πλατύς πεσμένος στο χώμα, έχει ξεχάσει για καλά την ιππική του τέχνη.
Η αμφίρροπη αναμέτρηση παρατείνεται, ωσότου να δύσει ο ήλιος. Τότε οι Αχαιοί παίρνουν προσώρας το πάνω χέρι, τραβώντας προς το μέρος τους το σώμα του Κεβριόνη, αφαιρώντας και τα όπλα του. Ο Πάτροκλος, στο μεταξύ, αγριεμένος σαν τον Άρη, σε τρεις εφόδους, σκοτώνει εννιά κάθε φορά πολεμιστές. Η τέταρτη όμως έφοδος θα αποδειχτεί μοιραία. Γιατί πέφτει επάνω του ο Απόλλων φοβερός, χωρίς ο ίδιος να τον πάρει είδηση, όπως τον σκέπαζε πυκνή νεφέλη. Στάθηκε πίσω του ο θεός, με την παλάμη τον χτύπησε στους ώμους και στην πλάτη, κι αυτός παραζαλίστηκε και θόλωσαν τα μάτια του. Έπειτα του πήρε απ᾽ το κεφάλι την περικεφαλαία, τη ρίχνει κάτω, κι όπως αυτή με θόρυβο κατρακυλούσε ανάμεσα στα πόδια των αλόγων, η χαίτη της μολεύτηκε στη σκόνη και στο αίμα. Συνάμα, μέσα στα χέρια του, έσπασε το μακρύ, το ασήκωτο, το χάλκινο κοντάρι, κι έφυγε απ᾽ τους ώμους, μαζί με το λουρί, η περίφημη ασπίδα του. Τον απογύμνωσε, τέλος, του Δία ο γιος, ο Απόλλων, κι από τον θώρακά του. Έμεινε τότε ο Πάτροκλος εμβρόντητος, παρέλυσαν τα μέλη του. Και πάνω εκεί ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθου, τον ακοντίζει, δεν μπόρεσε όμως και να τον σκοτώσει. Τότε επεμβαίνει ο Έκτορας και, φτάνοντας κοντά, βύθισε το δόρυ του στο κάτω μέρος της κοιλιάς, βρήκε τα σπλάχνα του, κι ο Πάτροκλος γκρεμίστηκε νεκρός (Π 777-822).
Αυτή είναι η πιο εντυπωσιακή παρουσία του Απόλλωνα μέσα στο έπος, συγκρίσιμη μόνο με την εμφάνισή του στην αρχή της πρώτης ραψωδίας. Όταν ανταποκρίνεται στην προσευχή και στην ευχή του Χρυσή, και κατεβαίνει οργισμένος από τον Όλυμπο, με τόξο και φαρέτρα στους ώμους, όμοιος με τη μαύρη νύχτα. Στήνεται αντίκρυ στο στρατόπεδο των Αχαιών, απ᾽ όπου ρίχνει φονικά τα βέλη του, πρώτα στις μούλες και στους σκύλους, μετά στα σώματα των πολεμιστών (Α 43-53).
Η δεύτερη μεγάλη αναίρεση, του Έκτορα τώρα από τον Αχιλλέα, δραματοποιείται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία. Εκεί, με δόλο πάλι, συνεργεί η θεά Αθηνά, ισορροπώντας κατά κάποιον τρόπο τον δολερό ρόλο του Απόλλωνα στην προηγούμενη αναίρεση του Πατρόκλου. Παίρνοντας τη μορφή του Δηίφοβου, πείθει τον Έκτορα να σταματήσει την πανικόβλητη φυγή του γύρω από το κάστρο της Τροίας· μαζί τα δύο αδέλφια να αντισταθούν στον Αχιλλέα, για να τον αποκρούσουν. Τα φονικά παρεπόμενα της θεϊκής αυτής απάτης τα είδαμε. Έπονται τώρα τρεις παρατηρήσεις:
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ρόλος του Απόλλωνα και της Αθηνάς στις δύο αυτές κορυφαίες αναιρέσεις του έπους είναι, συγκριτικά και απόλυτα, ενισχυμένος και έντονα δραματοποιημένος από τον ποιητή: η συμμετοχή τους στα δρώμενα αποδεικνύεται άμεση και καταλυτική, στον βαθμό που συντελεί εξ επαφής στον θάνατο δύο κορυφαίων ηρώων. Παρά ταύτα, πρόκειται για ρόλο επιτελεστικό, όχι ρυθμιστικό και αποφασιστικό. Γιατί, τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα έχουν προαποφασιστεί και κυρωθεί με τη βουλή του Δία, στην οποία υπόκειται η βουλή του ποιητή. Επομένως ο Απόλλων και η Αθηνά συνεργούν μόνο στον τρόπο πραγματοποίησης της διπλής αυτής βουλής. Με άλλα λόγια: οι δύο θεοί στην προκειμένη περίσταση αναλαμβάνουν και διεκπεραιώνουν ρόλο εργαλειακό.
Η δεύτερη παρατήρηση διατυπώνεται ως ερώτηση: η δραστική και δόλια επέμβαση των δύο θεών στις δύο αυτές αναιρέσεις μειώνει το επικό κύρος και το κλέος των θνησκόντων ηρώων; Παρά τα φαινόμενα ενδέχεται να συμβαίνει μάλλον το αντίστροφο. Αν δεχτούμε ότι τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με όρους μόνον ηρωικού ανταγωνισμού και ηρωικής αναμέτρησης. Το μέγεθος της επικής τους αρετής είναι τόσο αυξημένο, ώστε απαιτείται άμεση θεϊκή επέμβαση, για να προκύψει το θανάσιμο τέλος τους. Επομένως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, οι δύο θεοί, με τη δόλια ανάμειξή τους, συμβάλλουν στην ανάδειξη αυξημένης αρετής και αυξημένου μεταθανάτιου κλέους.
Σε διάκριση προς τον ιλιαδικό ρόλο του Δία, που είναι ρυθμιστικός, διαιτητικός και αποφασιστικός, ο ρόλος των άλλων θεών αποδεικνύεται κατά βάση παρεμβατικός, εκτελεστικός και διχαστικός (ως δίχα θυμὸν ἔχοντες ορίζονται στο πρωτότυπο, Υ 32), καθώς μοιράζονται σε συμμάχους των Αχαιών και των Τρώων. Ο πληρέστερος κατάλογός τους εμφανίζεται, όπως είδαμε, στην εικοστή ραψωδία, ενόψει της επικείμενης θεομαχίας (Υ 31-40).
Ωστόσο δεν είναι ισότιμος ο ρόλος όλων των θεών στα δρώμενα του έπους. Εξέχουν, ως αντίπαλοι μεταξύ τους, η Αθηνά και ο Απόλλων. Μικρότερο, αλλά δραστήριο επίσης, ρόλο αναλαμβάνουν στο πλευρό των Αχαιών η Ήρα και ο Ποσειδών, και στο πλευρό των Τρώων ο Άρης και η Αφροδίτη. Η παρέμβαση των λοιπών θεών είναι μάλλον ευκαιριακή. Στο παραδειγματικό πάντως ζεύγος Αθηνά-Απόλλων αναγνωρίζονται, με πληρότητα και σαφήνεια, όλες οι τυπικές μορφές της ιλιαδικής θεϊκής παρουσίας.
Οι αντίπαλοι θεοί κατεβαίνουν συχνά στο πεδίο της μάχης, αυτοπρόσωποι ή μεταμορφωμένοι, ενθαρρύνοντας ή ελέγχοντας το σύνολο του συμμαχικού τους στρατού. Συχνότερα όμως επεμβαίνουν ή για να παρασταθούν σε έναν φιλικό ή για να αντισταθούν σε έναν εχθρικό τους ήρωα. Η παράστασή τους επιμερίζεται αναλόγως προς την περίσταση: αποτρέπουν λόγου χάριν την κρίσιμη στιγμή ένα φονικό πλήγμα· καλύπτουν τον κινδυνεύοντα ήρωα με νεφέλη, που τον καθιστά αόρατο στον επιτιθέμενο· αναρπάζουν από το πεδίο της μάχης έναν δικό τους ήρωα, για να τον σώσουν από βέβαιο ή πιθανό θάνατο· παγιδεύουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον αντίπαλο ήρωα και τον καθιστούν ανίκανο να υπερασπιστεί τον εαυτό του· θεραπεύουν κάποιον βαριά πληγωμένο ή συνεφέρνουν έναν λιπόθυμο· καθιστούν εύστοχη τη φιλική βολή και άστοχη τη βολή του εχθρού· εξωραΐζουν το φιλικό τους κακοποιημένο σώμα· διαμαρτύρονται στον Δία για τη θετική ή την αρνητική μεροληψία του για συγκεκριμένους ήρωες.
Αθηνά και Απόλλων εξάλλου ισορροπούν μεταξύ τους και ως προς τις συμμαχικές και εχθρικές επιλογές τους: η Αθηνά παρέχει την προστασία της κυρίως στον Διομήδη και στον Αχιλλέα και αντιμάχεται κατεξοχήν τον Έκτορα· ο Απόλλων προστατεύει προπάντων τον Αινεία και τον Έκτορα και αντιστέκεται στον Αχιλλέα και στον «αντ᾽ αυτού» Πάτροκλο. Η αντιθετική αυτή εξισορρόπηση φαίνεται καθαρότερα στις δύο κορυφαίες αναιρέσεις του έπους: του Πατρόκλου και του Έκτορα, στις οποίες εμπλέκονται, με σκανδαλιστικό μάλιστα τρόπο, στην πρώτη ο Απόλλων και στη δεύτερη η Αθηνά.
Ο Πάτροκλος, ντυμένος με την πανοπλία του Αχιλλέα, στην ακμή της αριστείας (ύστερα μάλιστα από τον φόνο του Σαρπηδόνα), έχει ξεπεράσει το εντεταλμένο από τον Αχιλλέα όριο της απώθησης των Τρώων από τα πυρπολούμενα πλοία των Αχαιών, και προχωρεί ακάθεκτος στην τειχισμένη Τροία, απειλώντας να την κυριέψει. Οπότε επεμβαίνει από ψηλά ο Απόλλων, στητός στον ψηλό πύργο του κάστρου. Τρεις φορές ο Πάτροκλος πατά το πόδι του στο αγκωνάρι του τείχους, και τρεις φορές ο θεός αποκρούει την ασπίδα του με τα αθάνατα χέρια του και τον εκσφενδονίζει προς τα πίσω. Την τέταρτη φορά τον αναγκάζει σε υποχώρηση με τη φοβερή φωνή του:
Πίσω, μην κάνεις άλλο βήμα, Πάτροκλε, κι ας είσαι φύτρα ένδοξης γενιάς. Όχι, γραφτό δεν είναι με το κοντάρι σου να πέσει περήφανη των Τρώων η πόλη· μήτε κι από του Αχιλλέα το δόρυ, που δεν συγκρίνεται η ρώμη του με τη δική σου (Π 707-709).
Έπειτα ο θεός προτρέπει και πείθει τον Έκτορα να μη διστάσει άλλο, να βγει αντιμέτωπος στον Πάτροκλο, υπόσχεται να του παρασταθεί. Όμως ο Πάτροκλος έχει κι αυτός τον νου του: αφήνοντας το άρμα του, πεζός ορμά, με δόρυ και μαρμάρινο λιθάρι, στον ηνίοχο του Έκτορα, τον Κεβριόνη, και τον εξοντώνει. Ο Έκτωρ, πληγωμένος στο φιλότιμό του, αντεπιτίθεται, κι ακολουθεί βίαιη σύγκρουση: ποιος θα τραβήξει προς το μέρος του τον νεκρό, ενώ Τρώες και Αχαιοί συμβάλλονται με δόρατα, με βέλη, λιθάρια και ασπίδες, γύρω στο σώμα του ηνιόχου, κι αυτός, φαρδύς πλατύς πεσμένος στο χώμα, έχει ξεχάσει για καλά την ιππική του τέχνη.
Η αμφίρροπη αναμέτρηση παρατείνεται, ωσότου να δύσει ο ήλιος. Τότε οι Αχαιοί παίρνουν προσώρας το πάνω χέρι, τραβώντας προς το μέρος τους το σώμα του Κεβριόνη, αφαιρώντας και τα όπλα του. Ο Πάτροκλος, στο μεταξύ, αγριεμένος σαν τον Άρη, σε τρεις εφόδους, σκοτώνει εννιά κάθε φορά πολεμιστές. Η τέταρτη όμως έφοδος θα αποδειχτεί μοιραία. Γιατί πέφτει επάνω του ο Απόλλων φοβερός, χωρίς ο ίδιος να τον πάρει είδηση, όπως τον σκέπαζε πυκνή νεφέλη. Στάθηκε πίσω του ο θεός, με την παλάμη τον χτύπησε στους ώμους και στην πλάτη, κι αυτός παραζαλίστηκε και θόλωσαν τα μάτια του. Έπειτα του πήρε απ᾽ το κεφάλι την περικεφαλαία, τη ρίχνει κάτω, κι όπως αυτή με θόρυβο κατρακυλούσε ανάμεσα στα πόδια των αλόγων, η χαίτη της μολεύτηκε στη σκόνη και στο αίμα. Συνάμα, μέσα στα χέρια του, έσπασε το μακρύ, το ασήκωτο, το χάλκινο κοντάρι, κι έφυγε απ᾽ τους ώμους, μαζί με το λουρί, η περίφημη ασπίδα του. Τον απογύμνωσε, τέλος, του Δία ο γιος, ο Απόλλων, κι από τον θώρακά του. Έμεινε τότε ο Πάτροκλος εμβρόντητος, παρέλυσαν τα μέλη του. Και πάνω εκεί ο Εύφορβος, ο γιος του Πάνθου, τον ακοντίζει, δεν μπόρεσε όμως και να τον σκοτώσει. Τότε επεμβαίνει ο Έκτορας και, φτάνοντας κοντά, βύθισε το δόρυ του στο κάτω μέρος της κοιλιάς, βρήκε τα σπλάχνα του, κι ο Πάτροκλος γκρεμίστηκε νεκρός (Π 777-822).
Αυτή είναι η πιο εντυπωσιακή παρουσία του Απόλλωνα μέσα στο έπος, συγκρίσιμη μόνο με την εμφάνισή του στην αρχή της πρώτης ραψωδίας. Όταν ανταποκρίνεται στην προσευχή και στην ευχή του Χρυσή, και κατεβαίνει οργισμένος από τον Όλυμπο, με τόξο και φαρέτρα στους ώμους, όμοιος με τη μαύρη νύχτα. Στήνεται αντίκρυ στο στρατόπεδο των Αχαιών, απ᾽ όπου ρίχνει φονικά τα βέλη του, πρώτα στις μούλες και στους σκύλους, μετά στα σώματα των πολεμιστών (Α 43-53).
Η δεύτερη μεγάλη αναίρεση, του Έκτορα τώρα από τον Αχιλλέα, δραματοποιείται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία. Εκεί, με δόλο πάλι, συνεργεί η θεά Αθηνά, ισορροπώντας κατά κάποιον τρόπο τον δολερό ρόλο του Απόλλωνα στην προηγούμενη αναίρεση του Πατρόκλου. Παίρνοντας τη μορφή του Δηίφοβου, πείθει τον Έκτορα να σταματήσει την πανικόβλητη φυγή του γύρω από το κάστρο της Τροίας· μαζί τα δύο αδέλφια να αντισταθούν στον Αχιλλέα, για να τον αποκρούσουν. Τα φονικά παρεπόμενα της θεϊκής αυτής απάτης τα είδαμε. Έπονται τώρα τρεις παρατηρήσεις:
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ρόλος του Απόλλωνα και της Αθηνάς στις δύο αυτές κορυφαίες αναιρέσεις του έπους είναι, συγκριτικά και απόλυτα, ενισχυμένος και έντονα δραματοποιημένος από τον ποιητή: η συμμετοχή τους στα δρώμενα αποδεικνύεται άμεση και καταλυτική, στον βαθμό που συντελεί εξ επαφής στον θάνατο δύο κορυφαίων ηρώων. Παρά ταύτα, πρόκειται για ρόλο επιτελεστικό, όχι ρυθμιστικό και αποφασιστικό. Γιατί, τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα έχουν προαποφασιστεί και κυρωθεί με τη βουλή του Δία, στην οποία υπόκειται η βουλή του ποιητή. Επομένως ο Απόλλων και η Αθηνά συνεργούν μόνο στον τρόπο πραγματοποίησης της διπλής αυτής βουλής. Με άλλα λόγια: οι δύο θεοί στην προκειμένη περίσταση αναλαμβάνουν και διεκπεραιώνουν ρόλο εργαλειακό.
Η δεύτερη παρατήρηση διατυπώνεται ως ερώτηση: η δραστική και δόλια επέμβαση των δύο θεών στις δύο αυτές αναιρέσεις μειώνει το επικό κύρος και το κλέος των θνησκόντων ηρώων; Παρά τα φαινόμενα ενδέχεται να συμβαίνει μάλλον το αντίστροφο. Αν δεχτούμε ότι τόσο ο θάνατος του Πατρόκλου όσο και ο θάνατος του Έκτορα δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με όρους μόνον ηρωικού ανταγωνισμού και ηρωικής αναμέτρησης. Το μέγεθος της επικής τους αρετής είναι τόσο αυξημένο, ώστε απαιτείται άμεση θεϊκή επέμβαση, για να προκύψει το θανάσιμο τέλος τους. Επομένως, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, οι δύο θεοί, με τη δόλια ανάμειξή τους, συμβάλλουν στην ανάδειξη αυξημένης αρετής και αυξημένου μεταθανάτιου κλέους.
Γίνεσαι αυτό που αγαπάς
O ευτυχισμένος άνθρωπος δεν είναι ένας άνθρωπος χωρίς προβλήματα, αλλά κάποιος που ζει και εκτιμά το «εδώ και τώρα» του και καθημερινά βρίσκει την ευκαιρία να ευγνωμονεί, να χαίρεται, να δημιουργεί και να απολαμβάνει τα μικρά και μεγάλα δώρα που η ζωή φέρνει στο δρόμο του.
Παράλληλα, μέσα από όλα τα θετικά συναισθήματα που βιώνει, κάθε του σκέψη, απόφαση και πράξη συντελούν στο να χτίσει ένα μέλλον φωτεινό, δημιουργικό και άνετο σε όλα τα μήκη και πλάτη της ζωής του και των αναγκών του.
Υπάρχουν όμως, άνθρωποι που ενώ περνούν καλά δεν καταλήγουν να γίνονται ουσιαστικά ευτυχισμένοι. Τέτοιους ανθρώπους τους ονομάζω «καλοπερασάκηδες».
Ο καλοπερασάκιας κάνει ακριβώς το ίδιο με τον ευτυχισμένο όσον αφορά το πώς χρησιμοποιεί το παρόν του. Περνάει καλά, νιώθει καλά, χαίρεται με τη ζωή του.
Με μια σημαντική διαφορά όμως. Αδιαφορεί για το μέλλον. Δεν σκέφτεται για τις μελλοντικές επιπτώσεις που οι τωρινές του ηδονές και απολαύσεις μπορεί να έχουν. Νομίζει ότι το μέλλον από μόνο του θα είναι όπως το παρόν του. Κι εδώ είναι που κάνει το μεγάλο, το στρατηγικό, το ζωτικής σημασίας λάθος.
Δεν μπορεί να καταλάβει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «ζω καλά» και στο «περνάω καλά». H διαφορά ανάμεσα στο «περνάω καλά» και στο «ζω καλά» βρίσκεται στο αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους διαχρονικά οι πράξεις και οι εμπειρίες σου.
Αυτό ακριβώς είναι και το μήνυμα που προσπαθώ να περάσω σε ένα από τα βιβλία μου με τον τίτλο «Ζεις ή Υπάρχεις;».
Έχει μεγάλη σημασία να θυμόμαστε πως τόσο ο καλοπερασάκιας, όσο και ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος βιώνουν παρόμοια συναισθήματα.
Η ευτυχία όμως, του «καλοπερασάκια» μπορεί και να έχει ημερομηνία λήξης, ενώ η ευτυχία που βιώνει ο αληθινά ευτυχισμένος είναι διαχρονική.
Γιατί όταν κάποιος συστηματικά βιώνει θετικά συναισθήματα τότε η ζωή του γεμίζει από ιδέες, η ψυχή του δυναμώνει, τα σχέδια του αποκτούν στρατηγική υπόσταση και οι πράξεις του βιώσιμη αποτελεσματικότητα.
Πράγμα που σταδιακά, μπορεί να επιφέρει μια εύρωστη επαγγελματική και οικονομική σταθερότητα και ευημερία.
Το ίδιο δεν ισχύει για τον καλοπερασάκια. Γιατί ο καλοπερασάκιας δεν έχει και τόσο καλές σχέσεις με αυτό που ονομάζω «μακροχρόνια προοπτική». Νομίζει ότι το μέλλον του θα είναι ίδιο με το παρόν του, αγνοώντας τις σημαντικές επιπτώσεις που μπορεί να υπάρχουν από την ακατάσχετη συσσώρευση απολαύσεων χωρίς αντίκρισμα.
Με άλλα λόγια, δεν έχει τη φαντασία και τη δεξιότητα να σχεδιάσει ένα μέλλον που να υποστηρίζεται και να δημιουργείται μέσα από θετικά βήματα, σκέψεις, αποφάσεις και πράξεις σε καθημερινή βάση.
Κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που πολλοί αντιμετωπίζουν στα γεράματα τους όταν είναι φυσικά ανήμποροι να το διορθώσουν.
Γι αυτό, φίλες και φίλοι, φροντίστε να ξεκαθαρίσετε μέσα σας τι ακριβώς θέλετε από την ίδια τη ζωή.
Ο υπέρτατος «νόμος» του σύμπαντος που είναι ο Νόμος Αιτίας-Αποτελέσματος υπαγορεύει πως για κάθε τι υπάρχει αιτία. Για κάθε αποτέλεσμα που υπάρχει στη ζωή μας, υπάρχει και η αντίστοιχη αιτία.
Αυτό ακριβώς προκαθορίζει στο αν κάποιος είναι αληθινά ευτυχισμένος ή απλά «καλοπερασάκιας».
Ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος ζει τη ζωή του έτσι ώστε τα αποτελέσματα των τωρινών του πράξεων, ηδονών, ευχαριστήσεων να αντανακλούν μελλοντικά και να έχουν διάρκεια. Κάτι που δεν κάνει ο καλοπερασάκιας.
Αν θέλετε μόνο χαρές για τώρα, μπορείτε να τις έχετε. Αλλά αν το «αύριο» σας είναι γεμάτο ρωγμές από τα κενά που αφήνουν πίσω τους οι ηδονές χωρίς νόημα και προοπτική, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτείτε καλύτερα το μονοπάτι που θα ακολουθήσετε.
Γίνεσαι αυτό που αγαπάς!
H αγάπη σου για κάτι εύκολα αποδεικνύεται.
Μέσα από όλα όσα κάνεις σε σχέση με αυτό που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς. Είτε είναι άνθρωπος ή κάτι άλλο, όπως για παράδειγμα, η δουλειά σου, η υγεία σου, οι σπουδές σου, οι στόχοι σου.
Αν αγαπάς αληθινά κάτι, τότε το διεκδικείς, παλεύεις για να το κατακτήσεις! Έτσι αποδεικνύεται πόσο πολύ αγαπάς.
Αν αγαπάς να ξεκουράζεσαι περισσότερο απ’ όσο να δημιουργείς, τότε καταντάς λιγότερο ενεργητικός και αποτελεσματικός σε ότι κι αν κάνεις. Μένεις πίσω σε θέματα εργασιακά. Γίνεσαι εύκολα αναλώσιμος και ξεπερνιέσαι από τους ανταγωνιστές σου.
Αν αγαπάς να φοβάσαι περισσότερο απ’ όσο να τολμάς, τότε καταντάς να παίρνεις από τη ζωή πολύ λιγότερα από αυτά που θα μπορούσες να είχες πάρει.
Αν αγαπάς να σκέφτεσαι μονάχα τον εαυτό σου και να αδιαφορείς για τους άλλους, αργά ή γρήγορα θα μείνεις μονάχος στη ζωή.
Αργά η γρήγορα, γίνεσαι αυτό που αγαπάς. Και η αγάπη δεν είναι μονάχα κάτι το θετικό, αλλά έχει και το σκοτεινό της πρόσωπο.
Όπως η αγάπη για οκνηρία, για λαιμαργία, για ναρκωτικά, για κάθε λογής δραστηριότητα ή συνήθεια που μπορεί να σε οδηγήσουν σε δύσκολα, θλιβερά μονοπάτια και προορισμούς.
Η αγάπη για κάτι δεν μετριέται με τα λόγια, ούτε με τις υποσχέσεις. Μετριέται μόνο μέσα από τις πράξεις που κάνεις καθημερινά! Γι’ αυτό, διάλεξε σοφά τι αγαπάς. Κι αυτό που θα διαλέξεις κάνε το ανθίσει μέσα από τις πράξεις σου. Όλα όσα κάνεις γι’ αυτό καθημερινά.
Γιατί αργά ή γρήγορα, αυτό θα γίνεις!
Ένα βασικό μάθημα ζωής για τους ανθρώπους
Οι εποχές αλλάζουν και αλλάζουν ραγδαία. Το ίδιο και οι ανθρώπινες στάσεις, σχέσεις και συμπεριφορές.
Ευδοκιμεί το απρόοπτο, το αναπάντεχο και το παράλογο με όλο και περισσότερους ανθρώπους στις ημέρες μας.
Ίσως, επειδή δεν μπορούν να διαχειριστούν τις πολλαπλές αλλαγές...
Ίσως επειδή ο φόβος του αγνώστου τους έχει "γονατίσει"...
Ίσως επειδή τα ψυχικά τους αποθέματα δύναμης εξαντλούνται...
Δεν ξέρω.
Αυτό όμως, που ξέρω είναι πως στο χέρι μας είναι να φροντίσουμε να χαλυβδωνόμαστε σε καθημερινή βάση από όλα εκείνα τα άβολα, τα δύστροπα, τα εχθρικά και τα αφύσικα που μπορεί να εμφανιστούν μπροστά μας χωρίς προειδοποίηση και να απειλήσουν τις ισορροπίες μας.
Να λοιπόν, ένα πολύτιμο μάθημα ζωής που όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε, τόσο περισσότερο πόνο θα γλιτώσουμε! Μην έχεις την απαίτηση ή την ψευδαίσθηση ότι ο άλλος θα σε σεβαστεί επειδή εσύ πρώτος τον σεβάστηκες!
Είναι σαν να νομίζεις ότι το λιοντάρι δεν θα σου επιτεθεί επειδή εσύ δεν του επιτέθηκες πρώτος.
Γι’ αυτό, φρόντισε να έχεις περιορισμένες απαιτήσεις και προσδοκίες από τους άλλους και να μην εκπλήσσεσαι όταν καλοί άνθρωποι δείχνουν άσχημες συμπεριφορές.
Να μη δίνεις δεύτερες ευκαιρίες σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους αλλά να συμπονάς τους αδύναμους και τους αδαείς κάποιες φορές. Τέλος, πάνω απ’ όλα, να προστατεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό από την αφέλεια, την ευπιστία και την απόλυτη εμπιστοσύνη που ίσως, δείχνεις σε ανθρώπους που γνωρίζεις ελάχιστα.
H αξία του χτες Είναι ότι κουβαλάει τρία πράγματα μαζί του.
Εσύ φίλε και φίλη, αξίζει να τιμάς και να θυμάσαι τα δυο από αυτά. Τις χαρές και τα μαθήματα.
Το παρελθόν κουβαλάει μαζί του πόνο, αναμνήσεις χαράς και μαθήματα. Όσο θυμάσαι το παρελθόν και αναμοχλεύεις τον πόνο, μένεις κολλημένος, αποδυναμωμένος και σκοτεινός.
Νεκρώνεσαι κυριολεκτικά, γιατί το χτες δεν υπάρχει πια.
Όσο όμως, θυμάσαι τις χαρές που σου έχει δώσει, η ψυχή σου φωτίζεται, ξεκουράζεται, ανανεώνεται.
Ακόμα καλύτερα, είναι όταν παίρνεις τα "μαθήματα" που έχει να σου προσφέρει και τα χρησιμοποιείς στο να ζεις τη ζωή σου σοφά, δημιουργικά, χαρούμενα και αποτελεσματικά.
Αν θέλεις να χτίσεις ένα "αύριο" που να αξίζει να ζεις, χρειάζεται να θυμάσαι τα μαθήματα όλων εκείνων των χτες που θες να ξεχάσεις!
Γι' αυτό, μην εστιάζεσαι στον πόνο του χτες αλλά στα μαθήματα που έχει να σου δώσει και να θυμάσαι με ευγνωμοσύνη όλες εκείνες τις χαρές που ένιωσες γιατί έτσι το μυαλό σου θα μπορέσει να γεννήσει νέες φωτεινές σκέψεις που θα σε σπρώξουν να κάνεις πράγματα που θα σου δώσουν νέες χαρές!
Παράλληλα, μέσα από όλα τα θετικά συναισθήματα που βιώνει, κάθε του σκέψη, απόφαση και πράξη συντελούν στο να χτίσει ένα μέλλον φωτεινό, δημιουργικό και άνετο σε όλα τα μήκη και πλάτη της ζωής του και των αναγκών του.
Υπάρχουν όμως, άνθρωποι που ενώ περνούν καλά δεν καταλήγουν να γίνονται ουσιαστικά ευτυχισμένοι. Τέτοιους ανθρώπους τους ονομάζω «καλοπερασάκηδες».
Ο καλοπερασάκιας κάνει ακριβώς το ίδιο με τον ευτυχισμένο όσον αφορά το πώς χρησιμοποιεί το παρόν του. Περνάει καλά, νιώθει καλά, χαίρεται με τη ζωή του.
Με μια σημαντική διαφορά όμως. Αδιαφορεί για το μέλλον. Δεν σκέφτεται για τις μελλοντικές επιπτώσεις που οι τωρινές του ηδονές και απολαύσεις μπορεί να έχουν. Νομίζει ότι το μέλλον από μόνο του θα είναι όπως το παρόν του. Κι εδώ είναι που κάνει το μεγάλο, το στρατηγικό, το ζωτικής σημασίας λάθος.
Δεν μπορεί να καταλάβει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «ζω καλά» και στο «περνάω καλά». H διαφορά ανάμεσα στο «περνάω καλά» και στο «ζω καλά» βρίσκεται στο αποτύπωμα που αφήνουν πίσω τους διαχρονικά οι πράξεις και οι εμπειρίες σου.
Αυτό ακριβώς είναι και το μήνυμα που προσπαθώ να περάσω σε ένα από τα βιβλία μου με τον τίτλο «Ζεις ή Υπάρχεις;».
Έχει μεγάλη σημασία να θυμόμαστε πως τόσο ο καλοπερασάκιας, όσο και ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος βιώνουν παρόμοια συναισθήματα.
Η ευτυχία όμως, του «καλοπερασάκια» μπορεί και να έχει ημερομηνία λήξης, ενώ η ευτυχία που βιώνει ο αληθινά ευτυχισμένος είναι διαχρονική.
Γιατί όταν κάποιος συστηματικά βιώνει θετικά συναισθήματα τότε η ζωή του γεμίζει από ιδέες, η ψυχή του δυναμώνει, τα σχέδια του αποκτούν στρατηγική υπόσταση και οι πράξεις του βιώσιμη αποτελεσματικότητα.
Πράγμα που σταδιακά, μπορεί να επιφέρει μια εύρωστη επαγγελματική και οικονομική σταθερότητα και ευημερία.
Το ίδιο δεν ισχύει για τον καλοπερασάκια. Γιατί ο καλοπερασάκιας δεν έχει και τόσο καλές σχέσεις με αυτό που ονομάζω «μακροχρόνια προοπτική». Νομίζει ότι το μέλλον του θα είναι ίδιο με το παρόν του, αγνοώντας τις σημαντικές επιπτώσεις που μπορεί να υπάρχουν από την ακατάσχετη συσσώρευση απολαύσεων χωρίς αντίκρισμα.
Με άλλα λόγια, δεν έχει τη φαντασία και τη δεξιότητα να σχεδιάσει ένα μέλλον που να υποστηρίζεται και να δημιουργείται μέσα από θετικά βήματα, σκέψεις, αποφάσεις και πράξεις σε καθημερινή βάση.
Κι αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που πολλοί αντιμετωπίζουν στα γεράματα τους όταν είναι φυσικά ανήμποροι να το διορθώσουν.
Γι αυτό, φίλες και φίλοι, φροντίστε να ξεκαθαρίσετε μέσα σας τι ακριβώς θέλετε από την ίδια τη ζωή.
Ο υπέρτατος «νόμος» του σύμπαντος που είναι ο Νόμος Αιτίας-Αποτελέσματος υπαγορεύει πως για κάθε τι υπάρχει αιτία. Για κάθε αποτέλεσμα που υπάρχει στη ζωή μας, υπάρχει και η αντίστοιχη αιτία.
Αυτό ακριβώς προκαθορίζει στο αν κάποιος είναι αληθινά ευτυχισμένος ή απλά «καλοπερασάκιας».
Ο αληθινά ευτυχισμένος άνθρωπος ζει τη ζωή του έτσι ώστε τα αποτελέσματα των τωρινών του πράξεων, ηδονών, ευχαριστήσεων να αντανακλούν μελλοντικά και να έχουν διάρκεια. Κάτι που δεν κάνει ο καλοπερασάκιας.
Αν θέλετε μόνο χαρές για τώρα, μπορείτε να τις έχετε. Αλλά αν το «αύριο» σας είναι γεμάτο ρωγμές από τα κενά που αφήνουν πίσω τους οι ηδονές χωρίς νόημα και προοπτική, τότε μάλλον θα πρέπει να σκεφτείτε καλύτερα το μονοπάτι που θα ακολουθήσετε.
Γίνεσαι αυτό που αγαπάς!
H αγάπη σου για κάτι εύκολα αποδεικνύεται.
Μέσα από όλα όσα κάνεις σε σχέση με αυτό που ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς. Είτε είναι άνθρωπος ή κάτι άλλο, όπως για παράδειγμα, η δουλειά σου, η υγεία σου, οι σπουδές σου, οι στόχοι σου.
Αν αγαπάς αληθινά κάτι, τότε το διεκδικείς, παλεύεις για να το κατακτήσεις! Έτσι αποδεικνύεται πόσο πολύ αγαπάς.
Αν αγαπάς να ξεκουράζεσαι περισσότερο απ’ όσο να δημιουργείς, τότε καταντάς λιγότερο ενεργητικός και αποτελεσματικός σε ότι κι αν κάνεις. Μένεις πίσω σε θέματα εργασιακά. Γίνεσαι εύκολα αναλώσιμος και ξεπερνιέσαι από τους ανταγωνιστές σου.
Αν αγαπάς να φοβάσαι περισσότερο απ’ όσο να τολμάς, τότε καταντάς να παίρνεις από τη ζωή πολύ λιγότερα από αυτά που θα μπορούσες να είχες πάρει.
Αν αγαπάς να σκέφτεσαι μονάχα τον εαυτό σου και να αδιαφορείς για τους άλλους, αργά ή γρήγορα θα μείνεις μονάχος στη ζωή.
Αργά η γρήγορα, γίνεσαι αυτό που αγαπάς. Και η αγάπη δεν είναι μονάχα κάτι το θετικό, αλλά έχει και το σκοτεινό της πρόσωπο.
Όπως η αγάπη για οκνηρία, για λαιμαργία, για ναρκωτικά, για κάθε λογής δραστηριότητα ή συνήθεια που μπορεί να σε οδηγήσουν σε δύσκολα, θλιβερά μονοπάτια και προορισμούς.
Η αγάπη για κάτι δεν μετριέται με τα λόγια, ούτε με τις υποσχέσεις. Μετριέται μόνο μέσα από τις πράξεις που κάνεις καθημερινά! Γι’ αυτό, διάλεξε σοφά τι αγαπάς. Κι αυτό που θα διαλέξεις κάνε το ανθίσει μέσα από τις πράξεις σου. Όλα όσα κάνεις γι’ αυτό καθημερινά.
Γιατί αργά ή γρήγορα, αυτό θα γίνεις!
Ένα βασικό μάθημα ζωής για τους ανθρώπους
Οι εποχές αλλάζουν και αλλάζουν ραγδαία. Το ίδιο και οι ανθρώπινες στάσεις, σχέσεις και συμπεριφορές.
Ευδοκιμεί το απρόοπτο, το αναπάντεχο και το παράλογο με όλο και περισσότερους ανθρώπους στις ημέρες μας.
Ίσως, επειδή δεν μπορούν να διαχειριστούν τις πολλαπλές αλλαγές...
Ίσως επειδή ο φόβος του αγνώστου τους έχει "γονατίσει"...
Ίσως επειδή τα ψυχικά τους αποθέματα δύναμης εξαντλούνται...
Δεν ξέρω.
Αυτό όμως, που ξέρω είναι πως στο χέρι μας είναι να φροντίσουμε να χαλυβδωνόμαστε σε καθημερινή βάση από όλα εκείνα τα άβολα, τα δύστροπα, τα εχθρικά και τα αφύσικα που μπορεί να εμφανιστούν μπροστά μας χωρίς προειδοποίηση και να απειλήσουν τις ισορροπίες μας.
Να λοιπόν, ένα πολύτιμο μάθημα ζωής που όσο πιο γρήγορα το αντιληφθούμε, τόσο περισσότερο πόνο θα γλιτώσουμε! Μην έχεις την απαίτηση ή την ψευδαίσθηση ότι ο άλλος θα σε σεβαστεί επειδή εσύ πρώτος τον σεβάστηκες!
Είναι σαν να νομίζεις ότι το λιοντάρι δεν θα σου επιτεθεί επειδή εσύ δεν του επιτέθηκες πρώτος.
Γι’ αυτό, φρόντισε να έχεις περιορισμένες απαιτήσεις και προσδοκίες από τους άλλους και να μην εκπλήσσεσαι όταν καλοί άνθρωποι δείχνουν άσχημες συμπεριφορές.
Να μη δίνεις δεύτερες ευκαιρίες σε κακούς και μοχθηρούς ανθρώπους αλλά να συμπονάς τους αδύναμους και τους αδαείς κάποιες φορές. Τέλος, πάνω απ’ όλα, να προστατεύεις τον ίδιο σου τον εαυτό από την αφέλεια, την ευπιστία και την απόλυτη εμπιστοσύνη που ίσως, δείχνεις σε ανθρώπους που γνωρίζεις ελάχιστα.
H αξία του χτες Είναι ότι κουβαλάει τρία πράγματα μαζί του.
Εσύ φίλε και φίλη, αξίζει να τιμάς και να θυμάσαι τα δυο από αυτά. Τις χαρές και τα μαθήματα.
Το παρελθόν κουβαλάει μαζί του πόνο, αναμνήσεις χαράς και μαθήματα. Όσο θυμάσαι το παρελθόν και αναμοχλεύεις τον πόνο, μένεις κολλημένος, αποδυναμωμένος και σκοτεινός.
Νεκρώνεσαι κυριολεκτικά, γιατί το χτες δεν υπάρχει πια.
Όσο όμως, θυμάσαι τις χαρές που σου έχει δώσει, η ψυχή σου φωτίζεται, ξεκουράζεται, ανανεώνεται.
Ακόμα καλύτερα, είναι όταν παίρνεις τα "μαθήματα" που έχει να σου προσφέρει και τα χρησιμοποιείς στο να ζεις τη ζωή σου σοφά, δημιουργικά, χαρούμενα και αποτελεσματικά.
Αν θέλεις να χτίσεις ένα "αύριο" που να αξίζει να ζεις, χρειάζεται να θυμάσαι τα μαθήματα όλων εκείνων των χτες που θες να ξεχάσεις!
Γι' αυτό, μην εστιάζεσαι στον πόνο του χτες αλλά στα μαθήματα που έχει να σου δώσει και να θυμάσαι με ευγνωμοσύνη όλες εκείνες τις χαρές που ένιωσες γιατί έτσι το μυαλό σου θα μπορέσει να γεννήσει νέες φωτεινές σκέψεις που θα σε σπρώξουν να κάνεις πράγματα που θα σου δώσουν νέες χαρές!
Μποντλέρ: Έρως, η μεγάλη υπόθεση της ζωής
«Όποιος γράφει αποφθέγματα, αγαπά να τονίζει το χαρακτήρα του».
«Οι νέοι μακιγιάρονται, οι γέροι καλλωπίζονται».
«Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα.
Προς τι λοιπόν; Αν δεν είστε αληθινοί άνθρωποι, να είστε αληθινά ζώα. Να είστε ανεπιτήδευτοι, και θα είστε χωρίς άλλο χρήσιμοι ή ευχάριστοι σε κάποιους. Η καρδιά μου -έστω και στα δεξιά-, θα βρει εύκολα χίλιους συν-παρίες ανάμεσα στα τρία δισεκατομμύρια όντα που βόσκουν στις τσουκνίδες του συναισθήματος!».
«Αν αρχίζω από τον έρωτα, το κάνω γιατί ο έρωτας είναι για όλους -μάταια προσπαθούν να το αρνηθούν-, η μεγάλη υπόθεση της ζωής».
«Να θυμάστε τούτο, ότι πρέπει κυρίως να φυλάγεστε από το παράδοξο στον έρωτα. Είναι η απλότητα που σώζει, είναι η απλότητα που φέρνει ευτυχία, ακόμη κι αν η ερωμένη σας είναι άσχημη σαν τη γριά Μομπ, τη βασίλισσα των τρόμων! Γενικά, για τους ανθρώπους του κόσμου -το είπε ένας δεινός ηθογράφος-, ο έρωτας δεν είναι παρά ο έρωτας για το παιχνίδι, ο έρωτας για τη μάχη. Είναι μεγάλο λάθος· ο έρωτας πρέπει να είναι ο έρωτας· η μάχη και το παιχνίδι δεν επιτρέπονται παρά σαν πολιτική σε περίπτωση έρωτα».
«Κανόνας γενικός και συνοπτικός: στον έρωτα, φυλαχθείτε από τη σελήνη και τα αστέρια, φυλαχθείτε από την Αφροδίτη της Μήλου, από τις λίμνες, τις κιθάρες, τις σκοινένιες σκάλες και από όλα τα μυθιστορήματα -ακόμη κι από το ομορφότερο του κόσμου-, έστω κι αν είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Απόλλωνα!».
«Αλλά να αγαπάτε πολύ, σθεναρά, τολμηρά, ανατολίτικα, άγρια αυτήν που αγαπάτε· ο έρωτάς σας -έχοντας κατανοήσει την έννοια της αρμονίας- να μη βασανίζει τον έρωτα ενός άλλου· η εκλογή σας να μη διαταράζει την κατάσταση. Στους Ίνκας αγαπούσαν την αδερφή τους· αρκεστείτε στην ξαδέρφη σας. Μη σκαρφαλώνετε ποτέ στα μπαλκόνια, μην περιυβρίζετε ποτέ τα όργανα της δημοσίας τάξεως· μη στερείτε στην ερωμένη σας την ικανοποίηση να πιστεύει στους Θεούς, και όταν θα τη συνοδεύετε στον ναό, να ξέρετε να βρέχετε ευπρεπώς τα χέρια σας μέσα στο αγνό και δροσερό νερό στο αγιασματάρι».
«Επειδή κάθε ηθική μαρτυρά για την καλή θέληση των νομοθετών -επειδή κάθε θρησκεία είναι μια υπέρτατη παραμυθία για όλους τους πονεμένους, -επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, -επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα, -σέβομαι όλα αυτά τα πράγματα περισσότερο από οποιονδήποτε και καταγγέλλω ως συκοφάντη όποιον θα χρησιμοποιούσε αυτό το κομμάτι ηθικής σαν αφορμή για σταυροκοπήματα και σαν τροφή για σκάνδαλο».
«Οι νέοι μακιγιάρονται, οι γέροι καλλωπίζονται».
«Ο κόσμος, αυτό το απέραντο σύστημα αντιφάσεων -έχοντας σε μεγάλη εκτίμηση κάθε τι γερασμένο-, γρήγορα, ας σχεδιάσουμε στα πρόσωπά μας ρυτίδες· -το συναίσθημα όντας γενικά της μόδας, ας στολίσουμε την καρδιά μας με γιρλάντες σαν μια προμετωπίδα.
Προς τι λοιπόν; Αν δεν είστε αληθινοί άνθρωποι, να είστε αληθινά ζώα. Να είστε ανεπιτήδευτοι, και θα είστε χωρίς άλλο χρήσιμοι ή ευχάριστοι σε κάποιους. Η καρδιά μου -έστω και στα δεξιά-, θα βρει εύκολα χίλιους συν-παρίες ανάμεσα στα τρία δισεκατομμύρια όντα που βόσκουν στις τσουκνίδες του συναισθήματος!».
«Αν αρχίζω από τον έρωτα, το κάνω γιατί ο έρωτας είναι για όλους -μάταια προσπαθούν να το αρνηθούν-, η μεγάλη υπόθεση της ζωής».
«Να θυμάστε τούτο, ότι πρέπει κυρίως να φυλάγεστε από το παράδοξο στον έρωτα. Είναι η απλότητα που σώζει, είναι η απλότητα που φέρνει ευτυχία, ακόμη κι αν η ερωμένη σας είναι άσχημη σαν τη γριά Μομπ, τη βασίλισσα των τρόμων! Γενικά, για τους ανθρώπους του κόσμου -το είπε ένας δεινός ηθογράφος-, ο έρωτας δεν είναι παρά ο έρωτας για το παιχνίδι, ο έρωτας για τη μάχη. Είναι μεγάλο λάθος· ο έρωτας πρέπει να είναι ο έρωτας· η μάχη και το παιχνίδι δεν επιτρέπονται παρά σαν πολιτική σε περίπτωση έρωτα».
«Κανόνας γενικός και συνοπτικός: στον έρωτα, φυλαχθείτε από τη σελήνη και τα αστέρια, φυλαχθείτε από την Αφροδίτη της Μήλου, από τις λίμνες, τις κιθάρες, τις σκοινένιες σκάλες και από όλα τα μυθιστορήματα -ακόμη κι από το ομορφότερο του κόσμου-, έστω κι αν είναι γραμμένο από τον ίδιο τον Απόλλωνα!».
«Αλλά να αγαπάτε πολύ, σθεναρά, τολμηρά, ανατολίτικα, άγρια αυτήν που αγαπάτε· ο έρωτάς σας -έχοντας κατανοήσει την έννοια της αρμονίας- να μη βασανίζει τον έρωτα ενός άλλου· η εκλογή σας να μη διαταράζει την κατάσταση. Στους Ίνκας αγαπούσαν την αδερφή τους· αρκεστείτε στην ξαδέρφη σας. Μη σκαρφαλώνετε ποτέ στα μπαλκόνια, μην περιυβρίζετε ποτέ τα όργανα της δημοσίας τάξεως· μη στερείτε στην ερωμένη σας την ικανοποίηση να πιστεύει στους Θεούς, και όταν θα τη συνοδεύετε στον ναό, να ξέρετε να βρέχετε ευπρεπώς τα χέρια σας μέσα στο αγνό και δροσερό νερό στο αγιασματάρι».
«Επειδή κάθε ηθική μαρτυρά για την καλή θέληση των νομοθετών -επειδή κάθε θρησκεία είναι μια υπέρτατη παραμυθία για όλους τους πονεμένους, -επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, -επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα, -σέβομαι όλα αυτά τα πράγματα περισσότερο από οποιονδήποτε και καταγγέλλω ως συκοφάντη όποιον θα χρησιμοποιούσε αυτό το κομμάτι ηθικής σαν αφορμή για σταυροκοπήματα και σαν τροφή για σκάνδαλο».
Σαρλ Μποντλέρ, Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα
Οι ζωές μας κρύβονται μέσα σε λίγες φωτογραφίες
Κι αν οι ζωές μας κρυβόντουσαν μέσα σε φωτογραφίες θα τις φροντίζαμε σαν το απόλυτο σημαντικό μας.
Δε θα τις κρύβαμε σε ένα ντουλάπι ούτε θα σκίζαμε το άλλο μας μισό.
Δε θα τις βρίσκαμε πεταμένες όπου υπάρχει κενό στο συρτάρι, ούτε και καταχωνιασμένες.
Γιατί η ζωή μας βρίσκεται σε εκείνες τις φωτογραφίες.
Αυτές που τραβήξαμε κι αυτές που δεν τραβήξαμε αλλά θυμόμαστε ακόμα σε ένα στιγμιαίο κλικ του μυαλού μας.
Πόσο σημαντικές και οι δύο.
Μόνο που στην μία περίπτωση τις βλέπεις πάντα μπροστά σου όταν τις αγγίζεις και τις άλλες τις φέρνεις στο μυαλό σου πάντα όταν νοσταλγείς.
Όταν νοσταλγείς τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε αυτές.
Κομμάτια, μέρες, εποχές και στιγμές της ζωής σου κρατημένες σε φωτογραφίες.
Πάντα λάτρευα τις φωτογραφίες.
Μου θύμιζαν την ζωή μου μέχρι τώρα όταν ξεχνούσα τα ασήμαντα που τελικά ήταν σημαντικά.
Όλα εκείνα τα άσχημα και τα όμορφα που συνέβησαν.
Τις πιο χαρούμενες και τις πιο λυπημένες μου στιγμές.
Τους ανθρώπους που έχασα, τους ανθρώπους που κράτησα, εκείνους που έφυγαν κι εκείνους που έμειναν χωρίς να χρειαστεί να πω κουβέντα.
Εκείνους που σήμερα τους αποκαλώ ανθρώπους μου κι αγαπημένους μου.
Εκείνους που μοιραστήκαμε στιγμές, μέρες, χρόνια ολόκληρα.
Με πολλά γέλια και πολλά κλάματα, με χορούς και πάρτυ.
Με τσακωμούς και παρεξηγήσεις.
Οι άνθρωποι μου βρίσκονται σε άπειρες φωτογραφίες.
Ντυμένοι καλά και μη, κρατώντας ποτά και τσιγάρα στα χέρια, να γελάνε, να τραγουδάνε, με μαγιω και με εγκυμοσύνες, με νυφικά και στολές αποκριάτικες.
Σε νησιά, παραλίες και τα πιο κόζυ μέρη που υπάρχουν.
Άλλοι πάλι δεν έχω ιδέα που μπορεί να βρίσκονται όμως εύχομαι να αγάπησαν την διαδρομή μας όσο κι εγώ.
Οι φωτογραφίες είναι από τα ωραιότερα αποσμάσματα της ζωής μας.
Δε λένε ποτέ ψέματα και δεν μπορούν να υποκριθούν για τίποτα.
Δεν μπορείς να κρυφτείς όσο κι αν τις κρύβεις.
Όσο κι αν τις καταχωνιάζεις σε μέρη που δεν χρησιμοποιείς συχνά.
Κι αυτή είναι η γοητεία της.
Όλα αυτά τα χρώματα που έχει και που δεν ξεθωριάζουν ποτέ, ακόμα κι αν στο μυαλό σου είναι ασπρόμαυρη.
Να κρατάς τις φωτογραφίες σαν φυλαχτό, σε όλα αυτά που συνέβησαν και σε όλα όσα έρθουν.
Να τις φροντίζεις και να τις βάζεις σε όμορφα μεγάλα κάδρα πολλές-πολλές μαζί.
Κυρίως όλες εκείνες που σε έκαναν να χαμογελάς πριν το κλικ.
Όλες εκείνες που είναι αυθόρμητες κι ευτυχισμένες.
Δε θα τις κρύβαμε σε ένα ντουλάπι ούτε θα σκίζαμε το άλλο μας μισό.
Δε θα τις βρίσκαμε πεταμένες όπου υπάρχει κενό στο συρτάρι, ούτε και καταχωνιασμένες.
Γιατί η ζωή μας βρίσκεται σε εκείνες τις φωτογραφίες.
Αυτές που τραβήξαμε κι αυτές που δεν τραβήξαμε αλλά θυμόμαστε ακόμα σε ένα στιγμιαίο κλικ του μυαλού μας.
Πόσο σημαντικές και οι δύο.
Μόνο που στην μία περίπτωση τις βλέπεις πάντα μπροστά σου όταν τις αγγίζεις και τις άλλες τις φέρνεις στο μυαλό σου πάντα όταν νοσταλγείς.
Όταν νοσταλγείς τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε αυτές.
Κομμάτια, μέρες, εποχές και στιγμές της ζωής σου κρατημένες σε φωτογραφίες.
Πάντα λάτρευα τις φωτογραφίες.
Μου θύμιζαν την ζωή μου μέχρι τώρα όταν ξεχνούσα τα ασήμαντα που τελικά ήταν σημαντικά.
Όλα εκείνα τα άσχημα και τα όμορφα που συνέβησαν.
Τις πιο χαρούμενες και τις πιο λυπημένες μου στιγμές.
Τους ανθρώπους που έχασα, τους ανθρώπους που κράτησα, εκείνους που έφυγαν κι εκείνους που έμειναν χωρίς να χρειαστεί να πω κουβέντα.
Εκείνους που σήμερα τους αποκαλώ ανθρώπους μου κι αγαπημένους μου.
Εκείνους που μοιραστήκαμε στιγμές, μέρες, χρόνια ολόκληρα.
Με πολλά γέλια και πολλά κλάματα, με χορούς και πάρτυ.
Με τσακωμούς και παρεξηγήσεις.
Οι άνθρωποι μου βρίσκονται σε άπειρες φωτογραφίες.
Ντυμένοι καλά και μη, κρατώντας ποτά και τσιγάρα στα χέρια, να γελάνε, να τραγουδάνε, με μαγιω και με εγκυμοσύνες, με νυφικά και στολές αποκριάτικες.
Σε νησιά, παραλίες και τα πιο κόζυ μέρη που υπάρχουν.
Άλλοι πάλι δεν έχω ιδέα που μπορεί να βρίσκονται όμως εύχομαι να αγάπησαν την διαδρομή μας όσο κι εγώ.
Οι φωτογραφίες είναι από τα ωραιότερα αποσμάσματα της ζωής μας.
Δε λένε ποτέ ψέματα και δεν μπορούν να υποκριθούν για τίποτα.
Δεν μπορείς να κρυφτείς όσο κι αν τις κρύβεις.
Όσο κι αν τις καταχωνιάζεις σε μέρη που δεν χρησιμοποιείς συχνά.
Κι αυτή είναι η γοητεία της.
Όλα αυτά τα χρώματα που έχει και που δεν ξεθωριάζουν ποτέ, ακόμα κι αν στο μυαλό σου είναι ασπρόμαυρη.
Να κρατάς τις φωτογραφίες σαν φυλαχτό, σε όλα αυτά που συνέβησαν και σε όλα όσα έρθουν.
Να τις φροντίζεις και να τις βάζεις σε όμορφα μεγάλα κάδρα πολλές-πολλές μαζί.
Κυρίως όλες εκείνες που σε έκαναν να χαμογελάς πριν το κλικ.
Όλες εκείνες που είναι αυθόρμητες κι ευτυχισμένες.
Λάο Τσε: Πρόσεξε τη συμπεριφορά σου, γίνεται το πεπρωμένο σου
Το στοιχείο του αέρα ελέγχει το στοιχείο της φωτιάς και αλληλεπιδρά με αυτό. Χωρίς οξυγόνο, η φωτιά εξαφανίζεται, ενώ στον δυνατό άνεμο γίνεται πυρκαγιά και εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα. Ο αέρας, πιο λεπτοφυής, καθώς βρίσκεται στην ιεραρχία πιο ψηλά από τα υπόλοιπα στοιχεία, μπορεί να ασκεί έντονο έλεγχο πάνω σε αυτά.
Ομοίως και η σκέψη μας, ο νοητικός μας κόσμος έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τα συναισθήματά μας, τις πράξεις μας, τη ροή των καταστάσεων γύρω μας και την ύλη που μας αποτελεί και μας περιβάλλει. Έτσι, δημιουργούμε την πραγματικότητά μας.
Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, η πραγματικότητα που βιώνουμε αυτή τη στιγμή στη ζωή μας, είναι το αποτέλεσμα των σκέψεων του παρελθόντος. Οι σκέψεις μας προκαλούν καταστάσεις και γεγονότα, από τα πιο ασήμαντα έως τα πιο σημαντικά της ζωής μας. Η θετική σκέψη είναι απλά μια επιλογή. Είναι η επιλογή του ρεαλιστή. Ο ρεαλιστής, είναι ρεαλιστής γιατί γνωρίζει ότι η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτός ο νόμος, ο νόμος της αιτίας και του αποτελέσματος, ο νόμος της σκέψης, που είναι δημιουργική ή καταστροφική.
Η ελεύθερη βούλησή μας πηγάζει από τη δυνατότητα που έχουμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα. Είναι όμως ελεύθερος όποιος σκέφτεται ελεύθερα; Όχι φυσικά. Αν και η ελευθερία είναι μια κατάσταση που υπερβαίνει τον κόσμο της σκέψης, όποιος σκέφτεται είναι δέσμιος τουλάχιστον από τις επιπτώσεις των σκέψεών του. Αν δεν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι φυλακισμένος στη σκέψη και ότι η ίδια η σκέψη είναι μια φυλακή, ας δεχτούμε τουλάχιστον ότι είναι δέσμιος από τις επιπτώσεις της σκέψης.
Υπάρχει άραγε κάποια ανώτερη λειτουργία που εκτελεί το νοητικό σώμα μας από αυτή της θετικής δημιουργικής σκέψης; Φυσικά και υπάρχει. Υπάρχει κάτι πολύ ανώτερο που μπορούμε να κάνουμε με το νοητικό μας σώμα ακόμα και από το να σκεφτόμαστε θετικά.
Να θέτουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία του ανώτερου πιο λεπτοφυούς σώματος, να προσφέρουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία της ψυχής. Για να γίνει λοιπόν το νοητικό μας σώμα όχημα της ψυχής, θα πρέπει να εξαγνιστεί. Τα αποτυπώματα των αρνητικών σκέψεων θα πρέπει να ξεκινήσουν να εξαλείφονται, οι νοητικές παραμορφώσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν.
Όχι μόνο οι σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας θα πρέπει να είναι θετικές, αλλά και οι σκέψεις που κάνουμε για τους συνανθρώπους μας. Όταν σκεφτόμαστε αρνητικά για τους άλλους, η αρνητικότητα που δημιουργούμε, πριν εξαπολυθεί για να δημιουργήσει νοητική βλάβη στον άλλον, μολύνει πρώτα εμάς.
Ο πομπός της σκέψης λαμβάνει την ουσία της σκέψης και αλληλεπιδρά με αυτήν, αρκετά πιο πριν από τον δέκτη. Η αρνητική νοητική ενέργεια μολύνει και επιβαρύνει πρώτα την ίδια την εστία της δημιουργίας της. Έτσι, γίνεται πιο δύσκολο για τον άνθρωπο να αντικρίσει το άλλο άκρο της ύπαρξης του και να συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι η αληθινή φύση του.
Ο νους μας λοιπόν σκέφτεται και παίρνει αποφάσεις. Μπορεί να μετατραπεί σε όργανο κατώτερων ζωικών παρορμήσεων ή σε όργανο της ψυχής. Οι σκέψεις μπορεί να ενισχύουν και να ενισχύονται από τις κατώτερες ορμές μας ή από τα ανώτερα ιδανικά μας. Αυτή ακριβώς είναι η ελεύθερη βούληση που έχει να κάνει με τις σκέψεις και τις αποφάσεις μας.
Ομοίως και η σκέψη μας, ο νοητικός μας κόσμος έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τα συναισθήματά μας, τις πράξεις μας, τη ροή των καταστάσεων γύρω μας και την ύλη που μας αποτελεί και μας περιβάλλει. Έτσι, δημιουργούμε την πραγματικότητά μας.
Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, η πραγματικότητα που βιώνουμε αυτή τη στιγμή στη ζωή μας, είναι το αποτέλεσμα των σκέψεων του παρελθόντος. Οι σκέψεις μας προκαλούν καταστάσεις και γεγονότα, από τα πιο ασήμαντα έως τα πιο σημαντικά της ζωής μας. Η θετική σκέψη είναι απλά μια επιλογή. Είναι η επιλογή του ρεαλιστή. Ο ρεαλιστής, είναι ρεαλιστής γιατί γνωρίζει ότι η ίδια η πραγματικότητα είναι αυτός ο νόμος, ο νόμος της αιτίας και του αποτελέσματος, ο νόμος της σκέψης, που είναι δημιουργική ή καταστροφική.
Η ελεύθερη βούλησή μας πηγάζει από τη δυνατότητα που έχουμε να σκεφτόμαστε ελεύθερα. Είναι όμως ελεύθερος όποιος σκέφτεται ελεύθερα; Όχι φυσικά. Αν και η ελευθερία είναι μια κατάσταση που υπερβαίνει τον κόσμο της σκέψης, όποιος σκέφτεται είναι δέσμιος τουλάχιστον από τις επιπτώσεις των σκέψεών του. Αν δεν δεχτούμε ότι ο άνθρωπος είναι φυλακισμένος στη σκέψη και ότι η ίδια η σκέψη είναι μια φυλακή, ας δεχτούμε τουλάχιστον ότι είναι δέσμιος από τις επιπτώσεις της σκέψης.
Υπάρχει άραγε κάποια ανώτερη λειτουργία που εκτελεί το νοητικό σώμα μας από αυτή της θετικής δημιουργικής σκέψης; Φυσικά και υπάρχει. Υπάρχει κάτι πολύ ανώτερο που μπορούμε να κάνουμε με το νοητικό μας σώμα ακόμα και από το να σκεφτόμαστε θετικά.
Να θέτουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία του ανώτερου πιο λεπτοφυούς σώματος, να προσφέρουμε το νοητικό μας σώμα στην υπηρεσία της ψυχής. Για να γίνει λοιπόν το νοητικό μας σώμα όχημα της ψυχής, θα πρέπει να εξαγνιστεί. Τα αποτυπώματα των αρνητικών σκέψεων θα πρέπει να ξεκινήσουν να εξαλείφονται, οι νοητικές παραμορφώσεις θα πρέπει να εναρμονιστούν.
Όχι μόνο οι σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας θα πρέπει να είναι θετικές, αλλά και οι σκέψεις που κάνουμε για τους συνανθρώπους μας. Όταν σκεφτόμαστε αρνητικά για τους άλλους, η αρνητικότητα που δημιουργούμε, πριν εξαπολυθεί για να δημιουργήσει νοητική βλάβη στον άλλον, μολύνει πρώτα εμάς.
Ο πομπός της σκέψης λαμβάνει την ουσία της σκέψης και αλληλεπιδρά με αυτήν, αρκετά πιο πριν από τον δέκτη. Η αρνητική νοητική ενέργεια μολύνει και επιβαρύνει πρώτα την ίδια την εστία της δημιουργίας της. Έτσι, γίνεται πιο δύσκολο για τον άνθρωπο να αντικρίσει το άλλο άκρο της ύπαρξης του και να συνειδητοποιήσει ότι αυτή είναι η αληθινή φύση του.
Ο νους μας λοιπόν σκέφτεται και παίρνει αποφάσεις. Μπορεί να μετατραπεί σε όργανο κατώτερων ζωικών παρορμήσεων ή σε όργανο της ψυχής. Οι σκέψεις μπορεί να ενισχύουν και να ενισχύονται από τις κατώτερες ορμές μας ή από τα ανώτερα ιδανικά μας. Αυτή ακριβώς είναι η ελεύθερη βούληση που έχει να κάνει με τις σκέψεις και τις αποφάσεις μας.
- Πρόσεξε τις σκέψεις σου, γίνονται λέξεις.
- Πρόσεξε τις λέξεις σου, γίνονται πράξεις.
- Πρόσεξε τις πράξεις σου, γίνονται συνήθειες.
- Πρόσεξε τις συνήθειές σου, γίνονται συμπεριφορά.
- Πρόσεξε τη συμπεριφορά σου, γίνεται το πεπρωμένο σου…
Βαρέθηκα
Βαρέθηκα να ξυπνάω το πρωί με το μυαλό μου γεμάτο σκέψεις, σκέψεις που δεν τις κάλεσε κανείς, μα θρονιάστηκαν για τα καλά.
Βαρέθηκα να κοιτάω στον καθρέφτη και να μη βλέπω πια εκείνο το παιδί, γιατί ξέρω πολύ καλά, ότι είναι εκεί μέσα, κρυμμένο πίσω από όλα αυτά που μου φορέσανε.
Βαρέθηκα τους ανθρώπους με τα ψεύτικα χαμόγελα και τις κάλπικες αγκαλιές, άνθρωποι φοβισμένοι που δεν τολμούν να δεχτούν τον εαυτό τους.
Βαρέθηκα την υποκρισία, τα ψέμματα και τους δήθεν, όσους παριστάνουν κάτι άλλο από αυτό που είναι και ξεχνούν.
Βαρέθηκα όσους κρύβουν τα ελαττώματά τους και πιστεύουν πως είναι κάτι καλύτερο και πιο δυνατό από τον διπλανό τους.
Βαρέθηκα όσους νομίζουν ότι μπορούν να εξουσιάζουν ανθρώπους και καταστάσεις με το έτσι θέλω.
Βαρέθηκα και τους πολιτικούς που σαν γουρούνια κυλιούνται οικειοθελώς στη λάσπη, που μολύνουν χώρες ολόκληρες με ψεύτικες υποσχέσεις και πουλάνε τη σάπια τους εικόνα μιλώντας για αξίες όπως ο σεβασμός και η κατανόηση.
Βαρέθηκα που ακόμη επικαλείται τη Δημοκρατία, ένας δυτικός πολιτισμός που για να χτιστεί, πάτησε πάνω σε ό,τι εκείνη πρεσβεύει.
Βαρέθηκα και τους «ανυποψίαστους» που τρώνε τη μασημένη τροφή για καινούρια, αυτούς που σαν άβουλα όντα βλέπουν τη ζωή τους να φτιάχνεται από άλλους.
Βαρέθηκα τα άδεια βλέμματα και τις κενές ματιές, που πονάνε πιο πολύ και από το χειρότερο πόνο. Και πονάνε γιατί δεν ξέρεις πώς γιατρεύονται, απλά σε κυριεύουν.
Βαρέθηκα τους ανθρώπους που δεν εκτιμούν όσα έχουν και ψάχνουν συνεχώς να αποκτήσουν κάτι που δεν θα εκτιμήσουν ποτέ.
Βαρέθηκα τα σκυθρωπά πρόσωπα στο δρόμο, που σαν ζόμπι παραδομένα στη μαύρη τους μοίρα, απλά διεκπεραιώνουν την κάθε μέρα.
Βαρέθηκα που μας μαθαίνουν πως η ζωή είναι μόνο αγώνας και ζόρι, που όταν νιώθουμε ευτυχία νιώθουμε μαζί και φόβο.
Βαρέθηκα την αγένεια, τα ψυχρά λόγια και αυτούς που νομίζουν ότι για να μιλήσεις αρκεί απλά να ανοίξεις το στόμα σου.
Βαρέθηκα τις σχέσεις στις οποίες όλα θεωρούνται δεδομένα και κανένας δεν παλεύει πια για τίποτα.
Και τέλος, βαρέθηκα και μένα, γιατί πολλά από αυτά τα κάνω κι εγώ, κι ας το μετανιώνω μετά.
Γιατί είμαι κι εγώ ένα γρανάζι και δεν κάνω τίποτα για να το αλλάξω.
Όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία
Το ν’ αρκείται κανείς στον εαυτό του, το να είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις και να μπορεί να λέγει omnia mea mecum porto [όλα τα δικά μου τα έχω επάνω μου] είναι αναμφίβολα η ιδιότητα που προάγει την ευτυχία μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Για τον λόγο αυτό, η ρήση του Αριστοτέλη η ευδαιμονία των αυτάρκων εστί [η ευτυχία ανήκει στους αυτάρκεις] (Ηθ. Ευδ. Ζ’ 2) δεν μπορεί να τύχει ποτέ υπερβολικής επαναλήψεως· και τούτο, αφενός, διότι μόνο στον εαυτό του μπορεί να βασίζεται κανείς με αρκετή βεβαιότητα και, αφετέρου, διότι τα δεινά που συνδέονται με την κοινωνικότητα, οι κόποι και οι ζημίες, οι κίνδυνοι και οι θλίψεις – όλα τούτα είναι αναρίθμητα και αναπόφευκτα.
Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.
Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.
Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.
Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.
Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.
Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.
Επιθυμώντας σε πείσμα των ψευδαισθήσεων
Γιατί επιμένουμε στο σφάλμα; Γιατί επιμένουμε να επιδιώκουμε απατηλούς σκοπούς, να τρέφουμε ανέφικτες ή καταστροφικές επιθυμίες; Γιατί παραμένουμε μέσα σε σχέσεις αλλοτριωτικών και εξουθενωτικών συναισθηματικών εξαρτήσεων; Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας έρμαιο ανάμεσα στις συμπληγάδες του μίσους, του φθόνου, της ζήλιας, των ενοχών, των τύψεων, της χαμηλής αυτοεκτίμησης;
«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».
Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.
Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.
Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες…
Υπάρχει ένα κόκκινο νήμα που διατρέχει όλες τις συναισθηματικές περιπλανήσεις μας: Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε κάτι, έστω κι αν αυτό είναι εσφαλμένο. Έχει επίσης ανάγκη να επιθυμεί κάτι, οτιδήποτε, έστω κι αν αυτή η επιθυμία είναι μια ψευδαίσθηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ο άνθρωπος έχει ανάγκη να αγαπά κάτι, να συνδέεται με κάτι, έστω κι αν στην πραγματικότητα αυτό το κάτι τον καταστρέφει περισσότερο παρά τον προάγει, τον θλίβει παρά τον χαροποιεί. Να πώς θέτει ο Σπινόζα αυτή την αρχή:
«Το Πνεύμα, όσο μπορεί, προσπαθεί να φαντάζεται όσα αυξάνουν ή επικουρούν τη δύναμη ενέργειας του Σώματος».
Καθώς η σωματική κατάσταση αντανακλά την ψυχική μας κατάσταση και αντιστρόφως, προτιμάμε να σκεφτόμαστε ό,τι ενδυναμώνει το σώμα μας δίνοντάς του περισσότερη ενέργεια. Η παρουσία ορισμένων πραγμάτων μας δίνει χαρά, άρα αυξάνει την ενέργεια, την αυτοπεποίθηση, τις ικανότητες, με άλλα λόγια τη δύναμή μας. Έτσι ακόμη κι όταν λείπουν αυτά τα πράγματα, εμείς δεν μπορούμε να μη φανταζόμαστε μια κάποια αιτία χαράς, πραγματική ή φανταστική.
Όλοι το έχουμε ζήσει. Μια ευτυχής ερωτική γνωριμία, μια αρμονική οικογενειακή ζωή, μια φιλία που φαινόταν στέρεη μας είχαν δώσει την εντύπωση ότι επικεντρωνόμασταν στον εαυτό μας, είχαν ενισχύσει τη διάθεσή μας για ζωή, την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και στους άλλους, μας είχαν κάνει πιο δραστήριους και αποτελεσματικούς. Στη σχέση με τον σύντροφό μας για παράδειγμα είχαμε νιώσει να γινόμαστε διαφορετικοί: πιο δυνατοί, πιο συγκεντρωμένοι, ικανοί να αντλούμε από πηγές που μέχρι τότε ήταν ανεξερεύνητες για εμάς. Όταν η σχέση μας άρχισε να φθείρεται και ο σύντροφός μας να μας δίνει περισσότερη λύπη και λιγότερη χαρά, εμείς συνεχίσαμε παρ’ όλα αυτά να τον φανταζόμαστε σαν μια αιτία χαράς που αύξανε τη δύναμή μας. Ακόμη και όταν επέρχεται η ρήξη και βρισκόμαστε μόνοι, εξακολουθούμε να φανταζόμαστε μια παρόμοια αιτία χαράς, είτε νοσταλγώντας το πρόσωπο που χάσαμε είτε προβάλλοντας τα ίδια συναισθήματα και επιθυμίες σε πρόσωπα που συναντάμε τυχαία. Ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο είναι λάθος ή φανταστικό, εμείς εξακολουθούμε να έχουμε ανάγκη να προβάλλουμε τα συναισθήματά μας επάνω σε κάτι.
Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, κι αυτό επειδή πρόκειται για τη ζωτική μας δύναμη, για την ισορροπία των εσωτερικών μας δυνάμεων. Για να σταθούμε απέναντι στα εμπόδια και τους κινδύνους της ζωής, για να έχουμε το κουράγιο να τα ξεπερνάμε, φανταζόμαστε κάτι το οποίο πιστεύουμε ότι μπορεί να μας ενδυναμώσει. Και, αντιστρόφως, προσπαθούμε να αρνιόμαστε την ύπαρξη όποιου πράγματος νομίζουμε ότι μας απειλεί· να γιατί ορισμένοι έχουν ανάγκη να μισούν πάση θυσία, να αντιτίθενται σε κινδύνους ανύπαρκτους, να δίνουν φανταστικές μάχες…
Φιλοσοφώ σημαίνει κρίνω τα πράγματα καλά
Υπάρχει αλήθεια και αλήθεια.
Υπάρχει μια επιστημονική αλήθεια και μια φιλοσοφική αλήθεια. Στην αρχή, οι επιστήμες και η φιλοσοφία ήταν ένα. Η καθολική γνώση τις περιλάμβανε και τις δύο δίχως διάκριση.
Ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός Ανρύ Πουανκαρέ είπε όμως ότι η επιστήμη απαντά στο ερώτημα «Πώς;» ενώ η φιλoσοφία στο ερώτημα «Γιατί;» Για να κάνουμε σαφέστερη τη διάκριση, πρέπει να προσθέσουμε τα εξής: Η γεωμετρία αποσπάστηκε από τη φιλοσοφία τον καιρό του Ευκλείδη· η αστρονομία αποχωρίστηκε από τον κοινό κορμό με τον Πτολεμαίο, αλλά έπρεπε να περιμένουμε ως το τέλος του 17ου αιώνα (Νεύτων) για να αποσπαστεί η φυσική από τη μεταφυσική, ως το τέλος του 18ου αιώνα (Λαβουαζιέ) για να χωριστεί η χημεία από την αλχημεία, ως την αρχή του 19ου αιώνα για να ανακαλυφθεί η βιολογία από τον Λαμάρκ- το 1850 ανέπτυξε ο Αύγουστος Κοντ την κοινωνιολογία, την οποία διέκρινε από τη φιλοσοφία, ενώ η Ψυχολογία αποσπάστηκε γύρω στα 1880 από την κοινή ρίζα (χάρη στον αυθορμητισμό και χάρη σε ανθρώπους όπως ο Βέμπερ, ο Φέχνερ και ο Βουντ, που εφάρμοσαν στο εργαστήριο μια πειραματική Ψυχολογία).
Το αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση του απόλυτου. Ο Αριστοτέλης ήδη μίλησε για την «αναζήτηση των πρώτων αρχών και των πρώτων αιτίων».
Πιο κοντά σε μας βρίσκεται ο Μπιρλού, που επιστρέφει σε μια αριστοτελική έννοια και λέει: «Η φιλοσοφία ασχολείται με την αναζήτηση των πρώτων αρχών μέσω μιας ανάλυσης του πνεύματος και με την προοπτική μιας πλήρους σύνθεσης».
Ερώτηση: Μήπως η φιλοσοφία είναι η τέχνη της λεπτολογίας;
— Οι εχθροί της φιλοσοφίας την κατηγορούν ότι αναπτύσσει ιδέες τόσο γενικές, ώστε δεν είναι καθόλου χρήσιμες στην πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι σωστό. Η φιλοσοφία μάς επιτρέπει, χάρη στη λογική ή στην τέχνη της τέλειας εξαγωγής συμπερασμάτων, να αναλύουμε καταστάσεις και να προσδιορίζουμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις· μας επιτρέπει να βρούμε τη σοφία μέσω της καθυπόταξης των παθών μας, και να κρίνουμε σωστά τη θέση μας μέσα στην κοινωνία. Ο κοινός νους δεν απατάται όταν λέει ότι κάποιος παίρνει κάτι φιλοσοφικά, όταν αυτός ο κάποιος διατηρεί την ψυχραιμία του μέσα στη χειρότερη δυστυχία και δεν αφήνει να τον καταβάλουν τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας. Φιλοσοφώ σημαίνει κρίνω τα πράγματα καλά- και ο Καρτέσιος προσθέτει: «εκεί να κρίνεις σωστά, για να πράττεις σωστά».
Ο Καντ, ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος όλων των εποχών, βάφτισε το σύστημά του μ’ ένα πολύ χαρακτηριστικό όνομα: Κριτικισμός. Τα τρία σημαντικότερα έργα του ονομάζονται Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781), Κριτική του Πρακτικού Λόγου (1788) και Κριτική της Κριτικής Δύναμης (1790). Ανήγαγε όλα τα ερωτήματα της φιλοσοφίας σε τρία ερωτήματα-κλειδιά:
— Τι μπορώ να γνωρίσω;
— Τι πρέπει να κάνω;
— Σε τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;
Εδώ εκφράζεται ένα πνεύμα διαφορετικό από κείνο που αναδύεται όταν ασχολείται η θρησκεία με τα ερωτήματα αυτά. Η θρησκεία είναι συνδεδεμένη πάντα με μια ορθοδοξία, δεν αμφισβητεί τίποτα. Δεν προχωράει μέσω ερωτημάτων. Προσφέρει λύσεις, οριστικές απαντήσεις. ‘Ένας μεγάλος σύγχρονος φιλόσοφος, ο Καρλ Γιάσπερς (1883-1974), σημειώνει στην εισαγωγή του στη φιλοσοφία ότι η φιλοσοφία δε δίνει ποτέ λύσεις σε προβλήματα· γιατί «η απάντηση στο πρόβλημα θέτει καινούργια ερωτήματα». Ας πάρουμε το παράδειγμα του θανάτου: η θρησκεία μάς δίνει λύσεις κατάλληλες για όλους. Ορισμένες θρησκείες μιλούν για νιρβάνα, για μηδέν· , ο χριστιανισμός, αντίθετα, δίνει τη λύση της Δευτέρας Παρουσίας και της λύτρωσης. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, υπάρχουν τόσες λύσεις, όσοι και φιλόσοφοι. Ο καθένας πιστεύει πως έχει βρει το δικό του σύστημα. ‘Ένας σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος, ο Ζωρζ Γκισντόρφ, διευκρινίζει τούτο το γεγονός: «Καμιά φιλοσοφία δεν μπόρεσε να δώσει τέλος στη φιλοσοφία, παρόλο που αυτό είναι η κρυφή επιθυμία κάθε φιλοσοφίας».
Δε θέλουμε να δούμε τη φιλοσοφία σαν περιοχή γνώσης παρόμοια με τις άλλες, ούτε σαν καλά ταξινομημένη γνώση, βολική και πρακτική. Η φιλοσοφία είναι πάνω απ’ όλα στοχασμός, μια ερωτηματοθεσία, μια επαναερωτηματοθεσία, μια δοκιμασία και θεώρηση τον εαυτού της, μια συνεχής αναζήτηση του Είναι. Κάθε αναζήτηση δεν κατευθύνεται όμως προς ένα σκοπό;
Όχι απαραίτητα. Η φιλοσοφία είναι η αναζήτηση της αλήθειας ή μιας αλήθειας· αλλά οι φιλόσοφοι δεν πιστεύουν ότι αυτή η αλήθεια μπορεί να συλληφθεί οριστικά ή απόλυτα. Εξακολουθούν να φιλοσοφούν, παρά την ύπαρξη χιλιάδων έργων, που σωρεύονται στις βιβλιοθήκες με την προσωπική τους άποψη για το σύμπαν.
Κανένας φιλόσοφος δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστούν πλήρως οι απόψεις του. Μια γενναία μητέρα παρουσίασε μια μέρα στον Ρουσσώ ένα μικρό παιδί που είχε διαπαιδαγωγηθεί σύμφωνα με τις αρχές του Αιμιλίου. Ο Ρουσσώ φώναξε αγανακτισμένος: «Δεν κάνατε καλά, κυρία μου!» Ερωτήματα, αμφιβολία και αβεβαιότητα είναι τα καλύτερα κριτήρια της φιλοσοφικής πράξης. Ο Καντ είχε δίκιο όταν έλεγε: «Δεν υπάρχει φιλοσοφία που να μπορεί κανείς να τη μάθει· το μόνο που μπορεί να μάθει κανείς, είναι να φιλοσοφεί».
Υπάρχει μια επιστημονική αλήθεια και μια φιλοσοφική αλήθεια. Στην αρχή, οι επιστήμες και η φιλοσοφία ήταν ένα. Η καθολική γνώση τις περιλάμβανε και τις δύο δίχως διάκριση.
Ο μεγάλος Γάλλος μαθηματικός Ανρύ Πουανκαρέ είπε όμως ότι η επιστήμη απαντά στο ερώτημα «Πώς;» ενώ η φιλoσοφία στο ερώτημα «Γιατί;» Για να κάνουμε σαφέστερη τη διάκριση, πρέπει να προσθέσουμε τα εξής: Η γεωμετρία αποσπάστηκε από τη φιλοσοφία τον καιρό του Ευκλείδη· η αστρονομία αποχωρίστηκε από τον κοινό κορμό με τον Πτολεμαίο, αλλά έπρεπε να περιμένουμε ως το τέλος του 17ου αιώνα (Νεύτων) για να αποσπαστεί η φυσική από τη μεταφυσική, ως το τέλος του 18ου αιώνα (Λαβουαζιέ) για να χωριστεί η χημεία από την αλχημεία, ως την αρχή του 19ου αιώνα για να ανακαλυφθεί η βιολογία από τον Λαμάρκ- το 1850 ανέπτυξε ο Αύγουστος Κοντ την κοινωνιολογία, την οποία διέκρινε από τη φιλοσοφία, ενώ η Ψυχολογία αποσπάστηκε γύρω στα 1880 από την κοινή ρίζα (χάρη στον αυθορμητισμό και χάρη σε ανθρώπους όπως ο Βέμπερ, ο Φέχνερ και ο Βουντ, που εφάρμοσαν στο εργαστήριο μια πειραματική Ψυχολογία).
Το αντικείμενο της φιλοσοφίας είναι η αναζήτηση του απόλυτου. Ο Αριστοτέλης ήδη μίλησε για την «αναζήτηση των πρώτων αρχών και των πρώτων αιτίων».
Πιο κοντά σε μας βρίσκεται ο Μπιρλού, που επιστρέφει σε μια αριστοτελική έννοια και λέει: «Η φιλοσοφία ασχολείται με την αναζήτηση των πρώτων αρχών μέσω μιας ανάλυσης του πνεύματος και με την προοπτική μιας πλήρους σύνθεσης».
Ερώτηση: Μήπως η φιλοσοφία είναι η τέχνη της λεπτολογίας;
— Οι εχθροί της φιλοσοφίας την κατηγορούν ότι αναπτύσσει ιδέες τόσο γενικές, ώστε δεν είναι καθόλου χρήσιμες στην πραγματικότητα. Αυτό δεν είναι σωστό. Η φιλοσοφία μάς επιτρέπει, χάρη στη λογική ή στην τέχνη της τέλειας εξαγωγής συμπερασμάτων, να αναλύουμε καταστάσεις και να προσδιορίζουμε τις καλύτερες δυνατές λύσεις· μας επιτρέπει να βρούμε τη σοφία μέσω της καθυπόταξης των παθών μας, και να κρίνουμε σωστά τη θέση μας μέσα στην κοινωνία. Ο κοινός νους δεν απατάται όταν λέει ότι κάποιος παίρνει κάτι φιλοσοφικά, όταν αυτός ο κάποιος διατηρεί την ψυχραιμία του μέσα στη χειρότερη δυστυχία και δεν αφήνει να τον καταβάλουν τα σκληρά χτυπήματα της μοίρας. Φιλοσοφώ σημαίνει κρίνω τα πράγματα καλά- και ο Καρτέσιος προσθέτει: «εκεί να κρίνεις σωστά, για να πράττεις σωστά».
Ο Καντ, ο μεγαλύτερος ίσως φιλόσοφος όλων των εποχών, βάφτισε το σύστημά του μ’ ένα πολύ χαρακτηριστικό όνομα: Κριτικισμός. Τα τρία σημαντικότερα έργα του ονομάζονται Κριτική του Καθαρού Λόγου (1781), Κριτική του Πρακτικού Λόγου (1788) και Κριτική της Κριτικής Δύναμης (1790). Ανήγαγε όλα τα ερωτήματα της φιλοσοφίας σε τρία ερωτήματα-κλειδιά:
— Τι μπορώ να γνωρίσω;
— Τι πρέπει να κάνω;
— Σε τι μου επιτρέπεται να ελπίζω;
Εδώ εκφράζεται ένα πνεύμα διαφορετικό από κείνο που αναδύεται όταν ασχολείται η θρησκεία με τα ερωτήματα αυτά. Η θρησκεία είναι συνδεδεμένη πάντα με μια ορθοδοξία, δεν αμφισβητεί τίποτα. Δεν προχωράει μέσω ερωτημάτων. Προσφέρει λύσεις, οριστικές απαντήσεις. ‘Ένας μεγάλος σύγχρονος φιλόσοφος, ο Καρλ Γιάσπερς (1883-1974), σημειώνει στην εισαγωγή του στη φιλοσοφία ότι η φιλοσοφία δε δίνει ποτέ λύσεις σε προβλήματα· γιατί «η απάντηση στο πρόβλημα θέτει καινούργια ερωτήματα». Ας πάρουμε το παράδειγμα του θανάτου: η θρησκεία μάς δίνει λύσεις κατάλληλες για όλους. Ορισμένες θρησκείες μιλούν για νιρβάνα, για μηδέν· , ο χριστιανισμός, αντίθετα, δίνει τη λύση της Δευτέρας Παρουσίας και της λύτρωσης. Όσον αφορά τη φιλοσοφία, υπάρχουν τόσες λύσεις, όσοι και φιλόσοφοι. Ο καθένας πιστεύει πως έχει βρει το δικό του σύστημα. ‘Ένας σύγχρονος Γάλλος φιλόσοφος, ο Ζωρζ Γκισντόρφ, διευκρινίζει τούτο το γεγονός: «Καμιά φιλοσοφία δεν μπόρεσε να δώσει τέλος στη φιλοσοφία, παρόλο που αυτό είναι η κρυφή επιθυμία κάθε φιλοσοφίας».
Δε θέλουμε να δούμε τη φιλοσοφία σαν περιοχή γνώσης παρόμοια με τις άλλες, ούτε σαν καλά ταξινομημένη γνώση, βολική και πρακτική. Η φιλοσοφία είναι πάνω απ’ όλα στοχασμός, μια ερωτηματοθεσία, μια επαναερωτηματοθεσία, μια δοκιμασία και θεώρηση τον εαυτού της, μια συνεχής αναζήτηση του Είναι. Κάθε αναζήτηση δεν κατευθύνεται όμως προς ένα σκοπό;
Όχι απαραίτητα. Η φιλοσοφία είναι η αναζήτηση της αλήθειας ή μιας αλήθειας· αλλά οι φιλόσοφοι δεν πιστεύουν ότι αυτή η αλήθεια μπορεί να συλληφθεί οριστικά ή απόλυτα. Εξακολουθούν να φιλοσοφούν, παρά την ύπαρξη χιλιάδων έργων, που σωρεύονται στις βιβλιοθήκες με την προσωπική τους άποψη για το σύμπαν.
Κανένας φιλόσοφος δεν πιστεύει ότι είναι δυνατόν να εφαρμοστούν πλήρως οι απόψεις του. Μια γενναία μητέρα παρουσίασε μια μέρα στον Ρουσσώ ένα μικρό παιδί που είχε διαπαιδαγωγηθεί σύμφωνα με τις αρχές του Αιμιλίου. Ο Ρουσσώ φώναξε αγανακτισμένος: «Δεν κάνατε καλά, κυρία μου!» Ερωτήματα, αμφιβολία και αβεβαιότητα είναι τα καλύτερα κριτήρια της φιλοσοφικής πράξης. Ο Καντ είχε δίκιο όταν έλεγε: «Δεν υπάρχει φιλοσοφία που να μπορεί κανείς να τη μάθει· το μόνο που μπορεί να μάθει κανείς, είναι να φιλοσοφεί».
Επιστήμονες δημιούργησαν σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που δημιουργεί από το μηδέν νέες πρωτεΐνες με αντιμικροβιακή δράση
Επιστήμονες στις ΗΠΑ δημιούργησαν ένα νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης με την ονομασία ProGen, που είναι ικανό να δημιουργεί από το μηδέν πρωτεΐνες (τεχνητά ένζυμα) που καταστρέφουν βακτήρια.
Μερικά από αυτά τα ένζυμα που δοκιμάστηκαν στο εργαστήριο, αποδείχθηκε ότι δουλεύουν εξίσου καλά με αυτά της φύσης, ακόμη και όταν οι τεχνητά δημιουργημένες «αλυσίδες» (αλληλουχίες) αμινοξέων τους έχουν σημαντικές διαφορές με οποιαδήποτε γνωστή φυσική πρωτεΐνη.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή βιολογικής μηχανικής Τόμας Φρέιζερ της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», δήλωσαν ότι η νέα τεχνολογία – που δουλεύει με παρόμοιο τρόπο με τα «έξυπνα» συστήματα που παράγουν κείμενα -μπορεί να αποδειχθεί πιο ισχυρή από την υπάρχουσα τεχνολογία σχεδιασμού πρωτεϊνών. Θα δώσει έτσι νέα ώθηση στην ανάπτυξη καινοτόμων πρωτεϊνών χρήσιμων σε διάφορα πεδία, από την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών θεραπειών έως την αποδόμηση των πλαστικών στο περιβάλλον.
Οι ερευνητές τροφοδότησαν το νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης (μηχανικής μάθησης) με αλληλουχίες αμινοξέων από 280 εκατομμύρια διαφορετικές πρωτεΐνες κάθε είδους και το άφησαν να επεξεργαστεί τις πληροφορίες αυτές επί μερικές εβδομάδες.
Στη συνέχεια το «έξυπνο» σύστημα δημιούργησε ένα εκατομμύριο δικές του αλληλουχίες, από τις οποίες οι επιστήμονες επέλεξαν 100 για δοκιμή, με βάση την ομοιότητά τους με τις φυσικές πρωτεΐνες.
Τελικά κατέληξαν σε πέντε τεχνητές πρωτεΐνες που δοκιμάστηκαν σε βακτήρια E.coli και συγκρίθηκαν με τις φυσικές. Δύο από τις τεχνητές πρωτεΐνες κατέστρεψαν τους παθογόνους μικροοργανισμούς.
Παρόλο που στις φυσικές πρωτεΐνες ακόμη και μία μόνο μετάλλαξη μπορεί να κάνει μη λειτουργική την πρωτεΐνη, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω τεχνητές πρωτεΐνες (ένζυμα) ήταν λειτουργικές ακόμη και όταν μόνο το 31% της αλληλουχίας των αμινοξέων τους έμοιαζε με κάποιας γνωστής φυσικής πρωτεΐνης.
«Η ικανότητα δημιουργίας λειτουργικών πρωτεϊνών από το μηδέν δείχνει ότι εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα εποχή σχεδιασμού πρωτεϊνών, με πολλές δυνητικές θεραπευτικές εφαρμογές», δήλωσε ο κύριος ερευνητής δρ Αλί Μαντανί της νεοφυούς εταιρείας βιοτεχνολογίας Profluent της Καλιφόρνιας.
Μερικά από αυτά τα ένζυμα που δοκιμάστηκαν στο εργαστήριο, αποδείχθηκε ότι δουλεύουν εξίσου καλά με αυτά της φύσης, ακόμη και όταν οι τεχνητά δημιουργημένες «αλυσίδες» (αλληλουχίες) αμινοξέων τους έχουν σημαντικές διαφορές με οποιαδήποτε γνωστή φυσική πρωτεΐνη.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή βιολογικής μηχανικής Τόμας Φρέιζερ της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», δήλωσαν ότι η νέα τεχνολογία – που δουλεύει με παρόμοιο τρόπο με τα «έξυπνα» συστήματα που παράγουν κείμενα -μπορεί να αποδειχθεί πιο ισχυρή από την υπάρχουσα τεχνολογία σχεδιασμού πρωτεϊνών. Θα δώσει έτσι νέα ώθηση στην ανάπτυξη καινοτόμων πρωτεϊνών χρήσιμων σε διάφορα πεδία, από την ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών θεραπειών έως την αποδόμηση των πλαστικών στο περιβάλλον.
Οι ερευνητές τροφοδότησαν το νέο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης (μηχανικής μάθησης) με αλληλουχίες αμινοξέων από 280 εκατομμύρια διαφορετικές πρωτεΐνες κάθε είδους και το άφησαν να επεξεργαστεί τις πληροφορίες αυτές επί μερικές εβδομάδες.
Στη συνέχεια το «έξυπνο» σύστημα δημιούργησε ένα εκατομμύριο δικές του αλληλουχίες, από τις οποίες οι επιστήμονες επέλεξαν 100 για δοκιμή, με βάση την ομοιότητά τους με τις φυσικές πρωτεΐνες.
Τελικά κατέληξαν σε πέντε τεχνητές πρωτεΐνες που δοκιμάστηκαν σε βακτήρια E.coli και συγκρίθηκαν με τις φυσικές. Δύο από τις τεχνητές πρωτεΐνες κατέστρεψαν τους παθογόνους μικροοργανισμούς.
Παρόλο που στις φυσικές πρωτεΐνες ακόμη και μία μόνο μετάλλαξη μπορεί να κάνει μη λειτουργική την πρωτεΐνη, διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω τεχνητές πρωτεΐνες (ένζυμα) ήταν λειτουργικές ακόμη και όταν μόνο το 31% της αλληλουχίας των αμινοξέων τους έμοιαζε με κάποιας γνωστής φυσικής πρωτεΐνης.
«Η ικανότητα δημιουργίας λειτουργικών πρωτεϊνών από το μηδέν δείχνει ότι εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα εποχή σχεδιασμού πρωτεϊνών, με πολλές δυνητικές θεραπευτικές εφαρμογές», δήλωσε ο κύριος ερευνητής δρ Αλί Μαντανί της νεοφυούς εταιρείας βιοτεχνολογίας Profluent της Καλιφόρνιας.
Νέα γονίδια βρέθηκαν στο DNA: Η επιστήμη συνεχίζει να μας εκπλήσσει
Το οροπέδιο του Θιβέτ βρίσκεται 4500 χιλιάδες μίλια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και εκεί υπάρχει μόνο το 60% του οξυγόνου της ατμόσφαιρας συγκριτικά με άλλα μέρη στο ίδιο υψόμετρο. Παρ’ όλο που οι επισκέπτες δυσκολεύονται κατά την ανάβασή τους στο βουνό, οι γηγενείς Θηβετιανοί ανεβαίνουν με άνεση, χωρίς να τους επηρεάζει η έλλειψη οξυγόνου. Αυτή τους η ικανότητα δεν προέρχεται από συνήθεια ή συστηματική προπόνηση. Απλώς γεννήθηκαν έτσι. Η μετάλλαξη ενός γονίδιου -ή και περισσότερων- ευθύνεται για το ότι μπορούν αξιοποιούν την έλλειψη οξυγόνου προς όφελός τους. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει ήδη από τη γέννηση, καθώς τα μωρά σε αυτή την περιοχή εμφανίζουν μεγαλύτερο κορεσμό οξυγόνου, γεγονός που τους δίνει καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης στις συγκεκριμένες συνθήκες. Οι συγκεκριμένες γενετικές αλλαγές εκτιμάται ότι έχουν συμβεί τα τελευταία 3000 χρόνια και βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη. Συναρπαστικό, έτσι;
Σε αυτό το σημείο ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τον όρο μετάλλαξη. Οι περισσότεροι από εμάς όταν ακούμε ότι κάτι είναι αποτέλεσμα μετάλλαξης σκεφτόμαστε κατευθείαν κάτι αρνητικό. Στην πραγματικότητα όμως υπάρχουν και ωφέλιμες και βλαπτικές μεταλλάξεις και πολλές φορές δεν αρκεί μία μεμονωμένα να μας επηρεάσει, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν κι άλλες. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν τη σημερινή μορφή τους οφείλεται στον συνδυασμό πολλών μεταλλάξεων. Οπότε, μια μετάλλαξη ίσως δεν είναι και τόσο τρομακτικό τελικά.
Και μιας και μιλάμε για τους ανθρώπους σήμερα αξίζει να αναφέρουμε ότι πέρα από αποτέλεσμα μεταλλάξεων είμαστε και αποτέλεσμα εξέλιξης. Σύμφωνα με το επίσημο λεξικό του Stanford, «Η εξέλιξη, με τη σύγχρονη σημασία της στη βιολογία, αναφέρεται συνήθως στις αλλαγές στις αναλογίες των βιολογικών τύπων σε έναν πληθυσμό με την πάροδο του χρόνου». Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη μάς έχει οδηγήσει εδώ που είμαστε τώρα είναι και πολύ πιθανό να μας οδηγήσει και σε άλλες μορφές σε βάθος χρόνου. Η φύση συνεχώς αλλάζει και θα ήταν εγωιστικό να μην ακολουθούμε.
Το γενετικό μας υλικό αποκρυπτογραφήθηκε το 1953 από δύο σημαντικούς επιστήμονες, τους Watson και Crick. Στο όχι και τόσο μακρινό όμως 2003, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι αποκωδικοποίησαν κάθε σημαντική πτυχή της διπλής έλικας του DNA και ολοκληρώθηκε η αλληλουχία και η δομή της. Υποστήριξαν, επίσης, ότι κάποια μέρη της αλληλουχίας παρέμεναν άγνωστα αλλά αυτό δεν ήταν κάτι αξιοσημείωτο και δεν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της δομής της. Τα μέρη αυτά τα αποκαλούσαν «junks», δηλαδή άχρηστα.
Ξεχνούσαν όμως ότι ακόμη και στα σκουπίδια κρύβονται καμιά φορά θησαυροί. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 20 χρόνια για να αποδειχθεί ότι οι υποψίες πως αυτά τα κομμάτια έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στην ανθρώπινη υγεία και σε ένα τεράστιο φάσμα ασθενειών ήταν πραγματικότητα. Το 2022 έμελλε να είναι χρονιά – σταθμός, καθώς οι επιστήμονες προσδιόρισαν τελικά την άγνωστη αλληλουχία γονιδίων και του υπόλοιπου 8%, που ως τότε παρέμενε άγνωστο.
Η ανακάλυψη όμως δε σταμάτησε εκεί. Οι επιστήμονες βρήκαν σε αυτές τις περιοχές και ορισμένα «ορφανά γονίδια» -αυτή είναι η επιστημονική τους ονομασία. Τα ορφανά γονίδια είναι ορισμένες γενετικές αλληλουχίες που κωδικοποιούν πρωτεΐνες που δεν έχουν προφανείς προγόνους. Μερικά από αυτά -υποθέτουν οι ερευνητές- προέκυψαν αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, σε αντίθεση με άλλα που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας. Τα γονίδια αυτά είτε συνδέονται με την υγιή ανάπτυξη ενός κυττάρου είτε με μία ποικιλία παθήσεων, όπως η μυϊκή δυστροφία. Η μελέτη αυτή ήταν η πρώτη που εξέτασε την εξελικτική πορεία που ανθρώπινου γονιδιώματος και -όπως είναι φυσικό- εγείρει πολλαπλά ερωτηματικά και ανοίγει τον δρόμο για νέες ενδιαφέρουσες ερευνητικές δραστηριότητες.
Κάθε αρχή είναι δύσκολη και σε αυτό περιλαμβάνεται και η κατανόηση της λειτουργίας αυτών των γονίδιων. Η επιστήμη εξελίσσεται ραγδαία και η απάντηση αναμένεται να έρθει αργά ή γρήγορα. Εξελισσόμαστε από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας μας και θα ήταν τουλάχιστον ανόητο να πιστεύουμε ότι αυτό ξαφνικά σταματάει. Σε εκατομμύρια χρόνια η μορφή του ανθρώπου -έτσι όπως την ξέρουμε- δε θα είναι ίδια. Η Γη αλλάζει και για να επιβιώσει ένα είδος σε συγκριμένες συνθήκες οφείλει να ακολουθήσει την αλλαγή, ακριβώς όπως συνέβη και με τους Θιβετιανούς γηγενείς.
Η εξέλιξή μας ίσως απέχει πολύ από αυτό που βλέπουμε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή σε διάφορα βιντεοπαιχνίδια, όπου μας παρουσιάζουμε με υπερδυνάμεις αλλά ίσως χρειαστεί να επιβιώσουμε σε δυσμενείς συνθήκες, όπως η δραματική αύξηση της θερμοκρασίας ή σε άλλους πλανήτες, όπως ο Άρης, με τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό της Γης. Το ανθρώπινο είδος προκειμένου να εγκλιματιστεί σε αυτές τις συνθήκες και να επιβιώσει αναπόφευκτα πρέπει να εξελιχθεί.
Η έρευνα αποτελεί την εναρκτήριο δύναμη για να ανοίξουν οι δρόμοι προς νέα ενδιαφέροντα επιτεύγματα και αναμένουμε να ακούσουμε και να γράψουμε για αυτά.
Σε αυτό το σημείο ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τον όρο μετάλλαξη. Οι περισσότεροι από εμάς όταν ακούμε ότι κάτι είναι αποτέλεσμα μετάλλαξης σκεφτόμαστε κατευθείαν κάτι αρνητικό. Στην πραγματικότητα όμως υπάρχουν και ωφέλιμες και βλαπτικές μεταλλάξεις και πολλές φορές δεν αρκεί μία μεμονωμένα να μας επηρεάσει, αλλά πρέπει να συνυπάρχουν κι άλλες. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν τη σημερινή μορφή τους οφείλεται στον συνδυασμό πολλών μεταλλάξεων. Οπότε, μια μετάλλαξη ίσως δεν είναι και τόσο τρομακτικό τελικά.
Και μιας και μιλάμε για τους ανθρώπους σήμερα αξίζει να αναφέρουμε ότι πέρα από αποτέλεσμα μεταλλάξεων είμαστε και αποτέλεσμα εξέλιξης. Σύμφωνα με το επίσημο λεξικό του Stanford, «Η εξέλιξη, με τη σύγχρονη σημασία της στη βιολογία, αναφέρεται συνήθως στις αλλαγές στις αναλογίες των βιολογικών τύπων σε έναν πληθυσμό με την πάροδο του χρόνου». Στην πραγματικότητα, η εξέλιξη μάς έχει οδηγήσει εδώ που είμαστε τώρα είναι και πολύ πιθανό να μας οδηγήσει και σε άλλες μορφές σε βάθος χρόνου. Η φύση συνεχώς αλλάζει και θα ήταν εγωιστικό να μην ακολουθούμε.
Το γενετικό μας υλικό αποκρυπτογραφήθηκε το 1953 από δύο σημαντικούς επιστήμονες, τους Watson και Crick. Στο όχι και τόσο μακρινό όμως 2003, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι αποκωδικοποίησαν κάθε σημαντική πτυχή της διπλής έλικας του DNA και ολοκληρώθηκε η αλληλουχία και η δομή της. Υποστήριξαν, επίσης, ότι κάποια μέρη της αλληλουχίας παρέμεναν άγνωστα αλλά αυτό δεν ήταν κάτι αξιοσημείωτο και δεν έπαιζαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της δομής της. Τα μέρη αυτά τα αποκαλούσαν «junks», δηλαδή άχρηστα.
Ξεχνούσαν όμως ότι ακόμη και στα σκουπίδια κρύβονται καμιά φορά θησαυροί. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 20 χρόνια για να αποδειχθεί ότι οι υποψίες πως αυτά τα κομμάτια έπαιζαν πρωτεύοντα ρόλο στην ανθρώπινη υγεία και σε ένα τεράστιο φάσμα ασθενειών ήταν πραγματικότητα. Το 2022 έμελλε να είναι χρονιά – σταθμός, καθώς οι επιστήμονες προσδιόρισαν τελικά την άγνωστη αλληλουχία γονιδίων και του υπόλοιπου 8%, που ως τότε παρέμενε άγνωστο.
Η ανακάλυψη όμως δε σταμάτησε εκεί. Οι επιστήμονες βρήκαν σε αυτές τις περιοχές και ορισμένα «ορφανά γονίδια» -αυτή είναι η επιστημονική τους ονομασία. Τα ορφανά γονίδια είναι ορισμένες γενετικές αλληλουχίες που κωδικοποιούν πρωτεΐνες που δεν έχουν προφανείς προγόνους. Μερικά από αυτά -υποθέτουν οι ερευνητές- προέκυψαν αυθόρμητα κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, σε αντίθεση με άλλα που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας. Τα γονίδια αυτά είτε συνδέονται με την υγιή ανάπτυξη ενός κυττάρου είτε με μία ποικιλία παθήσεων, όπως η μυϊκή δυστροφία. Η μελέτη αυτή ήταν η πρώτη που εξέτασε την εξελικτική πορεία που ανθρώπινου γονιδιώματος και -όπως είναι φυσικό- εγείρει πολλαπλά ερωτηματικά και ανοίγει τον δρόμο για νέες ενδιαφέρουσες ερευνητικές δραστηριότητες.
Κάθε αρχή είναι δύσκολη και σε αυτό περιλαμβάνεται και η κατανόηση της λειτουργίας αυτών των γονίδιων. Η επιστήμη εξελίσσεται ραγδαία και η απάντηση αναμένεται να έρθει αργά ή γρήγορα. Εξελισσόμαστε από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας μας και θα ήταν τουλάχιστον ανόητο να πιστεύουμε ότι αυτό ξαφνικά σταματάει. Σε εκατομμύρια χρόνια η μορφή του ανθρώπου -έτσι όπως την ξέρουμε- δε θα είναι ίδια. Η Γη αλλάζει και για να επιβιώσει ένα είδος σε συγκριμένες συνθήκες οφείλει να ακολουθήσει την αλλαγή, ακριβώς όπως συνέβη και με τους Θιβετιανούς γηγενείς.
Η εξέλιξή μας ίσως απέχει πολύ από αυτό που βλέπουμε σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας ή σε διάφορα βιντεοπαιχνίδια, όπου μας παρουσιάζουμε με υπερδυνάμεις αλλά ίσως χρειαστεί να επιβιώσουμε σε δυσμενείς συνθήκες, όπως η δραματική αύξηση της θερμοκρασίας ή σε άλλους πλανήτες, όπως ο Άρης, με τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό της Γης. Το ανθρώπινο είδος προκειμένου να εγκλιματιστεί σε αυτές τις συνθήκες και να επιβιώσει αναπόφευκτα πρέπει να εξελιχθεί.
Η έρευνα αποτελεί την εναρκτήριο δύναμη για να ανοίξουν οι δρόμοι προς νέα ενδιαφέροντα επιτεύγματα και αναμένουμε να ακούσουμε και να γράψουμε για αυτά.
Πρόσεχε τους νάρκισσους ανθρώπους. Μπορούν να σε καταστρέψουν
Με την απαράμιλλη γοητεία τους οι νάρκισσοι κάνουν τα πάντα για να σε σαγηνεύσουν, να αισθανθείς τιμή που βρίσκεσαι πλάι τους. Ταπεινά, ήσυχα, πονηρά σε τυλίγουν και σε αφοπλίζουν.
Οι νάρκισσοι έχουν πλάσει μια εικόνα για τον εαυτό τους με την οποία προβάλλονται, την οποία έχουν οι ίδιοι πιστέψει, αλλά κατά βάση δεν ισχύει. Είναι μόνο μια μάσκα, πίσω από τον καθρέφτη, πίσω από το κενό που υποβόσκει μέσα τους.
Ο Νάρκισσος με βάση τον Οβίδιο, αισθάνεται ότι υπάρχει κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Αναζητά την αντανάκλαση του στο βλέμμα των άλλων. Για αυτό και προσπαθεί να γοητεύει τους γύρω του, ώστε να θαυμάζει ο ίδιος τον εαυτό του μέσα από την αντανάκλαση του.
Αν κάποιος πάψει να τον θαυμάζει και τον καταλάβει, τότε παύει να αισθάνεται την επιθυμία να είναι κοντά του. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να γίνει μέχρι αντικείμενο μίσους από την στιγμή που δεν έχει κάτι άλλο να δώσει, ή επιθυμεί να φύγει από κοντά του.
Ο νάρκισσος άνθρωπος έχει συνήθως τα παρακάτω χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
-Πιστεύει ότι είναι σπουδαίος και μοναδικός.
-Έχει ανάγκη να τον θαυμάζουν.
-Έχει την αντίληψη ότι όλοι του οφείλουν και πρέπει να τον υπηρετούν.
-Έχει ελλιπή ενσυναίσθηση.
-Εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις.
-Αισθάνεται ζήλια με την επιτυχία των άλλων και γίνεται ανταγωνιστικός.
-Είναι υπερόπτης.
-Είναι εγωκεντρικός.
-Έχει ευαισθησία στην κριτική και εκφράζει συνήθως θυμό.
Για τους νάρκισσους ανθρώπους ότι και αν προσφέρεις δεν είναι αρκετό, δεν μένουν ποτέ απόλυτα ικανοποιημένοι.
Συχνά καταλήγουν να θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα, πιστεύοντας πως είναι σχεδόν πάντα υπεύθυνη η «μητέρα» ή ο «πατέρας» το άτομο το οποίο έχουν επιλέξει και κάνουν προβολή των παιδικών βιωμάτων τους. Μέσα από τα συσσωρευμένα παιδικά τραύματα τα οποία δεν έχουν ποτέ επιλύσει, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους τέλειους, καταλήγουν να εθελοτυφλούν για την πραγματικότητα τους. Τα άλυτα αυτά εσωτερικά θέματα, τα αντικατοπτρίζουν στον άνθρωπο που επιλέγουν.
Δεν βλάπτουν σκόπιμα, προκαλούν κακό όμως σαν να ξέρουν να υπάρχουν μονάχα με αυτόν τον τρόπο. Κυριαρχώντας και καταπατώντας τους γύρω τους, δίχως σεβασμό, ώστε να αισθάνονται υπεροχή.
Όσο η σχέση αναπτύσσεται με έναν νάρκισσο, παρατηρείται άρνηση αποδοχής της προσωπικότητας του άλλου, διότι οι απόψεις και οι συμπεριφορές των υπολοίπων οφείλουν να συμβαδίζουν με την αντίληψη που έχουν.
Δεν είναι αληθινά υποκειμενικοί, διαστρεβλώνουν συχνά την πραγματικότητα των γεγονότων, έτσι καταλήγουν να είναι συνήθως ανεύθυνοι. Επιρρίπτουν εύκολα ευθύνες στους γύρω τους, αφού οι ίδιοι δεν φταίνε ποτέ, επομένως όλα τα κακά που συμβαίνουν είναι ευθύνη άλλων. Αμύνονται με τον μηχανισμό της προβολής. Η επίθεση στους άλλους είναι ο τρόπος τους για να αποφεύγουν τον πόνο. Τον πόνο που ίσως νιώσουν αν αναλάβουν την ευθύνη, μέσα από την συνειδητοποίηση, την ενοχή και την μετάνοια. Αντί αυτού και της εξέλιξης, επιλέγουν να μείνουν ασφαλείς στην ωραιοποιημένη πραγματικότητα τους.
Ενώ έχουν μειωμένους ηθικούς φραγμούς, προσπαθούν να δώσουν την εντύπωση ότι είναι ηθικοί. Φοβούνται τον χωρισμό, διότι όταν είναι μόνοι τους αισθάνονται άβολα και χρειάζονται την στήριξη των άλλων. Δεν γνωρίζουν όμως τι είναι αγάπη, αλλά πιστεύουν πως αγαπούν. Κάθε χαρά που προσφέρουν, περνάει από ένα δικό τους φίλτρο, μέσα από τις όμορφες πράξεις δηλαδή που κάνουν, έχουν ως κίνητρο να λάβουν εκείνοι πρώτιστος ευχαρίστηση.
Είναι μια ψύχωση, μια διαστροφή η οποία γίνεται δύσκολα αντιληπτή και δεν αναζητά εύκολα κάποιος θεραπεία για αυτήν. Μόνο αν ο νάρκισσος αντιληφθεί το κενό του, ίσως μπορέσει να θεραπευτεί, αφού ζητήσει βοήθεια.
Ποιός όμως μπορεί να μείνει δίπλα σε έναν νάρκισσο που έχει άρνηση για την ψυχική του κατάσταση, αν θέλει να νιώσει ουσιαστική αγάπη, όταν ο νάρκισσος παραμένει απασχολημένος να καλύπτει τις δικές του ανάγκες και αντιλαμβάνεται την δίκη του πραγματικότητα και μόνο.
Όπως το μυθικό πρόσωπο του Νάρκισσου που δεν ανταποκρίθηκε στον εκδηλούμενο έρωτα της Νύμφης Ήχους με την οποία υποτίθεται ήταν ερωτευμένος, αφήνοντας το κάλεσμα της να εξασθενεί σιγά σιγά, διότι είχε μείνει αυτοθαυμαζόμενος στο νερό του ποταμού που το χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο.
Έτσι έφυγε από την ζωή μη έχοντας ζήσει στιγμές, μη έχοντας μοιραστεί όμορφα συναισθήματα, διατηρώντας μόνο την λατρεία προς την παροδική του εικόνα. Η οποία έσβησε άδοξα, αφήνοντας πίσω του ένα όμορφο άνθος που φέρει το όνομα του και μια ορολογία για την διαταραχή αυτή της προσωπικότητας.
Οι νάρκισσοι έχουν πλάσει μια εικόνα για τον εαυτό τους με την οποία προβάλλονται, την οποία έχουν οι ίδιοι πιστέψει, αλλά κατά βάση δεν ισχύει. Είναι μόνο μια μάσκα, πίσω από τον καθρέφτη, πίσω από το κενό που υποβόσκει μέσα τους.
Ο Νάρκισσος με βάση τον Οβίδιο, αισθάνεται ότι υπάρχει κοιτάζοντας τον εαυτό του στον καθρέφτη. Αναζητά την αντανάκλαση του στο βλέμμα των άλλων. Για αυτό και προσπαθεί να γοητεύει τους γύρω του, ώστε να θαυμάζει ο ίδιος τον εαυτό του μέσα από την αντανάκλαση του.
Αν κάποιος πάψει να τον θαυμάζει και τον καταλάβει, τότε παύει να αισθάνεται την επιθυμία να είναι κοντά του. Το πρόσωπο αυτό μπορεί να γίνει μέχρι αντικείμενο μίσους από την στιγμή που δεν έχει κάτι άλλο να δώσει, ή επιθυμεί να φύγει από κοντά του.
Ο νάρκισσος άνθρωπος έχει συνήθως τα παρακάτω χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
-Πιστεύει ότι είναι σπουδαίος και μοναδικός.
-Έχει ανάγκη να τον θαυμάζουν.
-Έχει την αντίληψη ότι όλοι του οφείλουν και πρέπει να τον υπηρετούν.
-Έχει ελλιπή ενσυναίσθηση.
-Εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις.
-Αισθάνεται ζήλια με την επιτυχία των άλλων και γίνεται ανταγωνιστικός.
-Είναι υπερόπτης.
-Είναι εγωκεντρικός.
-Έχει ευαισθησία στην κριτική και εκφράζει συνήθως θυμό.
Για τους νάρκισσους ανθρώπους ότι και αν προσφέρεις δεν είναι αρκετό, δεν μένουν ποτέ απόλυτα ικανοποιημένοι.
Συχνά καταλήγουν να θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα, πιστεύοντας πως είναι σχεδόν πάντα υπεύθυνη η «μητέρα» ή ο «πατέρας» το άτομο το οποίο έχουν επιλέξει και κάνουν προβολή των παιδικών βιωμάτων τους. Μέσα από τα συσσωρευμένα παιδικά τραύματα τα οποία δεν έχουν ποτέ επιλύσει, διότι θεωρούν τους εαυτούς τους τέλειους, καταλήγουν να εθελοτυφλούν για την πραγματικότητα τους. Τα άλυτα αυτά εσωτερικά θέματα, τα αντικατοπτρίζουν στον άνθρωπο που επιλέγουν.
Δεν βλάπτουν σκόπιμα, προκαλούν κακό όμως σαν να ξέρουν να υπάρχουν μονάχα με αυτόν τον τρόπο. Κυριαρχώντας και καταπατώντας τους γύρω τους, δίχως σεβασμό, ώστε να αισθάνονται υπεροχή.
Όσο η σχέση αναπτύσσεται με έναν νάρκισσο, παρατηρείται άρνηση αποδοχής της προσωπικότητας του άλλου, διότι οι απόψεις και οι συμπεριφορές των υπολοίπων οφείλουν να συμβαδίζουν με την αντίληψη που έχουν.
Δεν είναι αληθινά υποκειμενικοί, διαστρεβλώνουν συχνά την πραγματικότητα των γεγονότων, έτσι καταλήγουν να είναι συνήθως ανεύθυνοι. Επιρρίπτουν εύκολα ευθύνες στους γύρω τους, αφού οι ίδιοι δεν φταίνε ποτέ, επομένως όλα τα κακά που συμβαίνουν είναι ευθύνη άλλων. Αμύνονται με τον μηχανισμό της προβολής. Η επίθεση στους άλλους είναι ο τρόπος τους για να αποφεύγουν τον πόνο. Τον πόνο που ίσως νιώσουν αν αναλάβουν την ευθύνη, μέσα από την συνειδητοποίηση, την ενοχή και την μετάνοια. Αντί αυτού και της εξέλιξης, επιλέγουν να μείνουν ασφαλείς στην ωραιοποιημένη πραγματικότητα τους.
Ενώ έχουν μειωμένους ηθικούς φραγμούς, προσπαθούν να δώσουν την εντύπωση ότι είναι ηθικοί. Φοβούνται τον χωρισμό, διότι όταν είναι μόνοι τους αισθάνονται άβολα και χρειάζονται την στήριξη των άλλων. Δεν γνωρίζουν όμως τι είναι αγάπη, αλλά πιστεύουν πως αγαπούν. Κάθε χαρά που προσφέρουν, περνάει από ένα δικό τους φίλτρο, μέσα από τις όμορφες πράξεις δηλαδή που κάνουν, έχουν ως κίνητρο να λάβουν εκείνοι πρώτιστος ευχαρίστηση.
Είναι μια ψύχωση, μια διαστροφή η οποία γίνεται δύσκολα αντιληπτή και δεν αναζητά εύκολα κάποιος θεραπεία για αυτήν. Μόνο αν ο νάρκισσος αντιληφθεί το κενό του, ίσως μπορέσει να θεραπευτεί, αφού ζητήσει βοήθεια.
Ποιός όμως μπορεί να μείνει δίπλα σε έναν νάρκισσο που έχει άρνηση για την ψυχική του κατάσταση, αν θέλει να νιώσει ουσιαστική αγάπη, όταν ο νάρκισσος παραμένει απασχολημένος να καλύπτει τις δικές του ανάγκες και αντιλαμβάνεται την δίκη του πραγματικότητα και μόνο.
Όπως το μυθικό πρόσωπο του Νάρκισσου που δεν ανταποκρίθηκε στον εκδηλούμενο έρωτα της Νύμφης Ήχους με την οποία υποτίθεται ήταν ερωτευμένος, αφήνοντας το κάλεσμα της να εξασθενεί σιγά σιγά, διότι είχε μείνει αυτοθαυμαζόμενος στο νερό του ποταμού που το χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο.
Έτσι έφυγε από την ζωή μη έχοντας ζήσει στιγμές, μη έχοντας μοιραστεί όμορφα συναισθήματα, διατηρώντας μόνο την λατρεία προς την παροδική του εικόνα. Η οποία έσβησε άδοξα, αφήνοντας πίσω του ένα όμορφο άνθος που φέρει το όνομα του και μια ορολογία για την διαταραχή αυτή της προσωπικότητας.
Η λογική του Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι όλα όσα έχουμε μέσα στο μυαλό μας, ως ιδέες και σκέψεις, έχει φτάσει μέχρι τη συνείδηση μας χάρη σε όλα όσα έχουμε δει κι ακούσει. Είμαστε, όμως, προικισμένοι από τη γέννησή μας και με μυαλό, που σκέφτεται λογικά. Έχουμε την ικανότητα να ταχτοποιούμε τις εμπειρίες μας και όσα αντιλαμβάνονται 0ι αισθήσεις μας με λογικό τρόπο σε κατηγορίες και είδη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, γεννιούνται μέσα στο μυαλό του ανθρώπου έννοιες όπως «πέτρα», «φυτό», «ζώο» και «άνθρωπος».
O Αριστοτέλης δεν αρνιόταν το γεγονός ότι ο άνθρωπος διαθέτει από γεννησιμιού του την ικανότητα να σκέφτεται λογικά. Αντίθετα κατά τον Αριστοτέλη, η λογική είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.
Το μυαλό μας, όμως, είναι εντελώς «αδειανό» ώσπου αρχίζουμε και το τροφοδοτούμε με εμπειρίες. O άνθρωπος, επομένως, δεν έχει «ιδέες» από γεννησιμιού του.
Αυτή ήταν μία από τις κύριες διαφωνίες που είχε ο Αριστοτέλης με τον Πλάτωνα και την Θεωρία των Ιδεών του.
H λέξη «λογική» (όχι όμως και η έννοια) ήταν άγνωστη στην εποχή του Αριστοτέλη. Τη λέξη λογική με τη σημερινή της έννοια τη χρησιμοποίησε αργότερα πρώτος ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς (δίδαξε στην Αθήνα περιπατητική φιλοσοφία το 198 έως 211 μ.Χ.)
Η λογική αναδείχθηκε σε επιστήμη από τον Αριστοτέλη. Γι αυτό και ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Καντ είπε ότι «η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά από τη λογική που ξέρουμε από την εποχή του Αριστοτέλη».
H λογική είναι μέρος ή για να το πούμε διαφορετικά εργαλείο της φιλοσοφίας. Αναφέρεται σε κάποιους συλλογισμούς που καταλήγουν σε χρήσιμα – μπορεί όμως και όχι – συμπεράσματα.
Ένα τέτοιο συμπέρασμα παρμένο και διασκευασμένο από το βιβλίο του ντε Κρεσέντο είναι το ακόλουθο.
Όταν κάνεις τη σκέψη ότι ο οπαδός μιας ομάδας, λόγω συναισθηματισμού, δεν είναι αντικειμενικός ως προς την ομάδα του και αν ξέρεις ότι ένας δημοσιογράφος είναι οπαδός του ΠΑΟ, συμπεραίνεις ότι ο δημοσιογράφος αυτός δεν σχολίασε αντικειμενικά έναν αγώνα του ΠΑΟ της προηγουμένης Κυριακής.
Αυτός είναι ένας λογικός συλλογισμός.
Η λογική για τον Αριστοτέλη δεν είναι αυτόνομη επιστήμη, είναι όμως χρήσιμη για τον πάθε επιστήμονα. Διότι η λογική είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να επισημάνει σε ποια θέματα πρέπει να αναζητήσει την απόδειξη και τι είδους απόδειξη. Επομένως, η λογική είναι ένα εργαλείο για τον κάθε επιστήμονα.
Με τη λογική ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης κυρίως στα “Αναλυτικά πρότερα”, όπου περιγράφει διάφορα σχήματα σκέψης, ενώ στα “Αναλυτικά ύστερα” περιγράφει τον επιστημονικό συλλογισμό, και στα Τοπικά το διαλεκτικό συλλογισμό.
Τι είναι όμως «συλλογισμός» κατά τον Αριστοτέλη. Συλλογισμός γι αυτόν είναι μια αλληλουχία σκέψεων που μπαίνει σε λειτουργία όταν τεθεί κάποιο ζήτημα. Με την εμφάνιση του συγκεκριμένου ζητήματος ακολουθεί κάποια σκέψη, η οποία είναι συνέπεια της αλήθειας του ζητήματος. Και αυτό συνεχίζεται χωρίς να χρειάζονται πρόσθετα (εξωτερικά) στοιχεία.
Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας αναφέρουμε μια γνωστή φράση από την γεωμετρία:
«Τα προς τρίτον τινί ίσα και αλλήλοις ίσα».
Δηλαδή, αν αποδειχθεί ότι δύο γωνίες A και B, ξεχωριστά η καθεμία, είναι ίσες με μία τρίτη Γ, τότε και οι γωνίες A και B θα είναι και μεταξύ τους ίσες.
Μια άλλη φράση, που είναι επίσης πολύ οικεία σε όλους όσους πέρασαν από το σχολείο, είναι η εξής:
«Διά της εις άτοπον απαγωγής»
Τη φράση αυτή την έχουμε χρησιμοποιήσει για επίλυση προβλημάτων γεωμετρίας και λέει ότι, μια πρόταση αποδεικνύεται αληθής, εφόσον θεωρώντας την αρχικά λανθασμένη προκύπτει συλλογιστικά κάτι ψευδές.
Είδος συλλογισμού είναι και η «επαγωγή».
Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό περί τίνος πρόκειται.
Για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι οι οχιές, τα φίδια, είναι δηλητηριώδεις, δεν είναι ανάγκη, ούτε είναι δυνατόν, να διαπιστώσεις κάτι τέτοιο με όλες τις οχιές. Εξετάζεις έναν αριθμό από αυτές και καταλήγεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες. Δηλαδή, η επαγωγή οδηγεί από τη μερική γνώση στην καθολική. Γιατί, όταν ο νους του ανθρώπου αντιληφθεί την αλήθεια για ορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μπορεί να συλλάβει τη δυνατότητα της ισχύος της αλήθειας αυτής σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.
H «απόδειξη» είναι επιστημονικός συλλογισμός, και το αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού είναι πάντα αληθινό, ενώ το αποτέλεσμα κάποιων συλλογισμών, όπως αναφέραμε πιο πριν, μπορεί να είναι ορισμένες φορές και λανθασμένο.
Είναι αδύνατο να υπάρχουν άμεσες αποδείξεις για όλα τα πράγματα. Κάτι τέτοιο θα τραβούσε επ’ άπειρον και τελικά δεν θα αποδεικνυόταν τίποτα. Επειδή, ό,τι καινούργιο προέκυπτε, θα έπρεπε και αυτό να αποδειχτεί.
Σε ό,τι αφορά τα αξιώματα που υπάρχουν στις επιστήμες θεωρούνται δεδομένα, μόνον εφόσον μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αξίωμα του Ευκλείδη:
«Αν από ίσα αφαιρεθούν ίσα, η ισότητα δεν μεταβάλλεται»
Τέλος, είναι αδύνατον δύο αντιφατικές προτάσεις για το ίδιο πράγμα να είναι συγχρόνως αληθινές και οι δύο. Είναι αδύνατον την ίδια στιγμή και να βεβαιώνουμε και να αρνούμαστε κάτι (η αντίφαση) και συγχρόνως να λέμε την την αλήθεια. Αναγκαστικά μόνο το ένα σκέλος της αντίφασης θα είναι αληθινό. Αυτό βεβαίως είναι προφανές γιατί το αντίθετο θυμίζει τη λογική τον Νασρεντίν Χότζα. O Χότζας, όντας κάποτε κατής (δικαστής), δίκαζε μια διαφορά ανάμεσα σε δύο γείτονες. Όταν άκουσε τον πρώτο, αποφάνθηκε: «Έχεις πέρα για πέρα δίκιο». Όταν μίλησε ο αντίδικος τον, ο Χότζας τον είπε: «Μα βέβαια, έχεις δίκιο». H γυναίκα τον, που παρακολουθούσε την δίκη, απόρησε: «Μα Χότζα, πώς γίνεται να λες ότι έχουν κι οι δύο δίκιο;». Κι εκείνος της αποκρίθηκε: «Σωστά, κι εσύ δίκιο έχεις».
O Αριστοτέλης δεν αρνιόταν το γεγονός ότι ο άνθρωπος διαθέτει από γεννησιμιού του την ικανότητα να σκέφτεται λογικά. Αντίθετα κατά τον Αριστοτέλη, η λογική είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου.
Το μυαλό μας, όμως, είναι εντελώς «αδειανό» ώσπου αρχίζουμε και το τροφοδοτούμε με εμπειρίες. O άνθρωπος, επομένως, δεν έχει «ιδέες» από γεννησιμιού του.
Αυτή ήταν μία από τις κύριες διαφωνίες που είχε ο Αριστοτέλης με τον Πλάτωνα και την Θεωρία των Ιδεών του.
H λέξη «λογική» (όχι όμως και η έννοια) ήταν άγνωστη στην εποχή του Αριστοτέλη. Τη λέξη λογική με τη σημερινή της έννοια τη χρησιμοποίησε αργότερα πρώτος ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς (δίδαξε στην Αθήνα περιπατητική φιλοσοφία το 198 έως 211 μ.Χ.)
Η λογική αναδείχθηκε σε επιστήμη από τον Αριστοτέλη. Γι αυτό και ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Καντ είπε ότι «η λογική δεν μπόρεσε να κάνει ούτε ένα βήμα μπροστά από τη λογική που ξέρουμε από την εποχή του Αριστοτέλη».
H λογική είναι μέρος ή για να το πούμε διαφορετικά εργαλείο της φιλοσοφίας. Αναφέρεται σε κάποιους συλλογισμούς που καταλήγουν σε χρήσιμα – μπορεί όμως και όχι – συμπεράσματα.
Ένα τέτοιο συμπέρασμα παρμένο και διασκευασμένο από το βιβλίο του ντε Κρεσέντο είναι το ακόλουθο.
Όταν κάνεις τη σκέψη ότι ο οπαδός μιας ομάδας, λόγω συναισθηματισμού, δεν είναι αντικειμενικός ως προς την ομάδα του και αν ξέρεις ότι ένας δημοσιογράφος είναι οπαδός του ΠΑΟ, συμπεραίνεις ότι ο δημοσιογράφος αυτός δεν σχολίασε αντικειμενικά έναν αγώνα του ΠΑΟ της προηγουμένης Κυριακής.
Αυτός είναι ένας λογικός συλλογισμός.
Η λογική για τον Αριστοτέλη δεν είναι αυτόνομη επιστήμη, είναι όμως χρήσιμη για τον πάθε επιστήμονα. Διότι η λογική είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να επισημάνει σε ποια θέματα πρέπει να αναζητήσει την απόδειξη και τι είδους απόδειξη. Επομένως, η λογική είναι ένα εργαλείο για τον κάθε επιστήμονα.
Με τη λογική ασχολήθηκε ο Αριστοτέλης κυρίως στα “Αναλυτικά πρότερα”, όπου περιγράφει διάφορα σχήματα σκέψης, ενώ στα “Αναλυτικά ύστερα” περιγράφει τον επιστημονικό συλλογισμό, και στα Τοπικά το διαλεκτικό συλλογισμό.
Τι είναι όμως «συλλογισμός» κατά τον Αριστοτέλη. Συλλογισμός γι αυτόν είναι μια αλληλουχία σκέψεων που μπαίνει σε λειτουργία όταν τεθεί κάποιο ζήτημα. Με την εμφάνιση του συγκεκριμένου ζητήματος ακολουθεί κάποια σκέψη, η οποία είναι συνέπεια της αλήθειας του ζητήματος. Και αυτό συνεχίζεται χωρίς να χρειάζονται πρόσθετα (εξωτερικά) στοιχεία.
Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας αναφέρουμε μια γνωστή φράση από την γεωμετρία:
«Τα προς τρίτον τινί ίσα και αλλήλοις ίσα».
Δηλαδή, αν αποδειχθεί ότι δύο γωνίες A και B, ξεχωριστά η καθεμία, είναι ίσες με μία τρίτη Γ, τότε και οι γωνίες A και B θα είναι και μεταξύ τους ίσες.
Μια άλλη φράση, που είναι επίσης πολύ οικεία σε όλους όσους πέρασαν από το σχολείο, είναι η εξής:
«Διά της εις άτοπον απαγωγής»
Τη φράση αυτή την έχουμε χρησιμοποιήσει για επίλυση προβλημάτων γεωμετρίας και λέει ότι, μια πρόταση αποδεικνύεται αληθής, εφόσον θεωρώντας την αρχικά λανθασμένη προκύπτει συλλογιστικά κάτι ψευδές.
Είδος συλλογισμού είναι και η «επαγωγή».
Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα για να γίνει κατανοητό περί τίνος πρόκειται.
Για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι οι οχιές, τα φίδια, είναι δηλητηριώδεις, δεν είναι ανάγκη, ούτε είναι δυνατόν, να διαπιστώσεις κάτι τέτοιο με όλες τις οχιές. Εξετάζεις έναν αριθμό από αυτές και καταλήγεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες. Δηλαδή, η επαγωγή οδηγεί από τη μερική γνώση στην καθολική. Γιατί, όταν ο νους του ανθρώπου αντιληφθεί την αλήθεια για ορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μπορεί να συλλάβει τη δυνατότητα της ισχύος της αλήθειας αυτής σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις.
H «απόδειξη» είναι επιστημονικός συλλογισμός, και το αποτέλεσμα αυτού του συλλογισμού είναι πάντα αληθινό, ενώ το αποτέλεσμα κάποιων συλλογισμών, όπως αναφέραμε πιο πριν, μπορεί να είναι ορισμένες φορές και λανθασμένο.
Είναι αδύνατο να υπάρχουν άμεσες αποδείξεις για όλα τα πράγματα. Κάτι τέτοιο θα τραβούσε επ’ άπειρον και τελικά δεν θα αποδεικνυόταν τίποτα. Επειδή, ό,τι καινούργιο προέκυπτε, θα έπρεπε και αυτό να αποδειχτεί.
Σε ό,τι αφορά τα αξιώματα που υπάρχουν στις επιστήμες θεωρούνται δεδομένα, μόνον εφόσον μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αξίωμα του Ευκλείδη:
«Αν από ίσα αφαιρεθούν ίσα, η ισότητα δεν μεταβάλλεται»
Τέλος, είναι αδύνατον δύο αντιφατικές προτάσεις για το ίδιο πράγμα να είναι συγχρόνως αληθινές και οι δύο. Είναι αδύνατον την ίδια στιγμή και να βεβαιώνουμε και να αρνούμαστε κάτι (η αντίφαση) και συγχρόνως να λέμε την την αλήθεια. Αναγκαστικά μόνο το ένα σκέλος της αντίφασης θα είναι αληθινό. Αυτό βεβαίως είναι προφανές γιατί το αντίθετο θυμίζει τη λογική τον Νασρεντίν Χότζα. O Χότζας, όντας κάποτε κατής (δικαστής), δίκαζε μια διαφορά ανάμεσα σε δύο γείτονες. Όταν άκουσε τον πρώτο, αποφάνθηκε: «Έχεις πέρα για πέρα δίκιο». Όταν μίλησε ο αντίδικος τον, ο Χότζας τον είπε: «Μα βέβαια, έχεις δίκιο». H γυναίκα τον, που παρακολουθούσε την δίκη, απόρησε: «Μα Χότζα, πώς γίνεται να λες ότι έχουν κι οι δύο δίκιο;». Κι εκείνος της αποκρίθηκε: «Σωστά, κι εσύ δίκιο έχεις».
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΛΑΤΑΪΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 14.42–50
Ο Ισοκράτης καλεί τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Πλαταιείς
Ο ομιλητής (βλ. ΙΣΟΚΡ 14.1–6) ανασκεύασε τα επιχειρήματα που είχαν επικαλεστεί οι Θηβαίοι, για να δικαιολογήσουν την επίθεσή τους εναντίον των Πλαταιών (374/3 π.Χ), τονίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν της αλαζονείας μιας πόλης, που, μόλις ένιωσε ισχυρή, καταστρατήγησε κάθε έννοια δικαίου. Το τελευταίο κατά τον ανώνυμο Πλαταιέα θα οδηγούσε τους Θηβαίους στην καταστροφή, όπως είχε συμβεί κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
[42] Μηδεὶς οὖν ὑμῶν ὀρρωδείτω μετὰ τοῦ δικαίου ποιού-
μενος τοὺς κινδύνους, μηδ’ οἰέσθω συμμάχων ἀπορήσειν,
ἂν τοῖς ἀδικουμένοις ἐθέλητε βοηθεῖν ἀλλὰ μὴ Θηβαίοις
μόνοις· οἷς νῦν τἀναντία ψηφισάμενοι πολλοὺς ἐπιθυμεῖν
ποιήσετε τῆς ὑμετέρας φιλίας. ἢν γὰρ ἐνδείξησθ’ ὡς
ὁμοίως ἅπασιν ὑπὲρ τῶν συνθηκῶν παρεσκεύασθε πολε-
μεῖν, [43] τίνες εἰς τοῦτ’ ἀνοίας ἥξουσιν ὥστε βούλεσθαι
μετὰ τῶν καταδουλουμένων εἶναι μᾶλλον ἢ μεθ’ ὑμῶν τῶν
ὑπὲρ τῆς αὑτῶν ἐλευθερίας ἀγωνιζομένων; Εἰ δὲ μή, τί
λέγοντες, ἢν πάλιν γένηται πόλεμος, ἀξιώσετε προσάγε-
σθαι τοὺς Ἕλληνας, εἰ τὴν αὐτονομίαν προτείνοντες ἐκδώ-
σετε πορθεῖν Θηβαίοις ἥντιν’ ἂν βούλωνται τῶν πόλεων;
[44] πῶς δ’ οὐ τἀναντία φανήσεσθε πράττοντες ὑμῖν
αὐτοῖς, εἰ Θηβαίους μὲν μὴ διακωλύσετε παραβαίνοντας
τοὺς ὅρκους καὶ τὰς συνθήκας, πρὸς δὲ Λακεδαιμονίους
ὑπὲρ τῶν αὐτῶν τούτων προσποιήσεσθε πολεμεῖν; καὶ τῶν
μὲν κτημάτων τῶν ὑμετέρων αὐτῶν ἀπέστητε, βουλόμενοι
τὴν συμμαχίαν ὡς μεγίστην ποιῆσαι, τούτους δὲ τὴν
ἀλλοτρίαν ἔχειν ἐάσετε καὶ τοιαῦτα ποιεῖν ἐξ ὧν ἅπαντες
χείρους εἶναι νομιοῦσιν ὑμᾶς;
[45] Ὃ δὲ πάντων δεινότατον, εἰ τοῖς μὲν συνεχῶς
μετὰ Λακεδαιμονίων γεγενημένοις δεδογμένον ὑμῖν ἐστὶ
βοηθεῖν, ἤν τι παράσπονδον αὐτοῖς ἐκεῖνοι προστάττωσιν,
ἡμᾶς δ’ οἳ τὸν μὲν πλεῖστον χρόνον μεθ’ ὑμῶν ὄντες διατε-
τελέκαμεν, τὸν δὲ τελευταῖον μόνον πόλεμον ὑπὸ Λακεδαι-
μονίοις ἠναγκάσθημεν γενέσθαι, διὰ ταύτην τὴν πρόφασιν
ἀθλιώτατα πάντων ἀνθρώπων περιόψεσθε διακειμένους.
[46] τίνας γὰρ ἂν ἡμῶν εὕροι τις δυστυχεστέρους, οἵτινες καὶ
πόλεως καὶ χώρας καὶ χρημάτων ἐν μιᾷ στερηθέντες ἡμέρᾳ,
πάντων τῶν ἀναγκαίων ὁμοίως ἐνδεεῖς ὄντες ἀλῆται καὶ
πτωχοὶ καθέσταμεν, ἀποροῦντες ὅποι τραπώμεθα, καὶ
πάσας τὰς οἰκήσεις δυσχεραίνοντες. ἤν τε γὰρ δυστυχοῦ-
ντας καταλάβωμεν, ἀλγοῦμεν ἀναγκαζόμενοι πρὸς τοῖς
οἰκείοις κακοῖς καὶ τῶν ἀλλοτρίων κοινωνεῖν· [47] ἤν θ’ ὡς
εὖ πράττοντας ἔλθωμεν, ἔτι χαλεπώτερον ἔχομεν, οὐ ταῖς
ἐκείνων φθονοῦντες εὐπορίαις, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν τοῖς τῶν
πέλας ἀγαθοῖς τὰς ἡμετέρας αὐτῶν συμφορὰς καθορῶντες,
ἐφ’ αἷς ἡμεῖς οὐδεμίαν ἡμέραν ἀδακρυτὶ διάγομεν ἀλλὰ πεν-
θοῦντες τὴν πατρίδα καὶ θρηνοῦντες τὴν μεταβολὴν τὴν
γεγενημένην ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν. [48] τίνα
γὰρ ἡμᾶς οἴεσθε γνώμην ἔχειν ὁρῶντας καὶ τοὺς γονέας
αὑτῶν ἀναξίως γηροτροφουμένους καὶ τοὺς παῖδας οὐκ
ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν αἷς ἐποιησάμεθα παιδευομένους, ἀλλὰ
πολλοὺς μὲν μικρῶν ἕνεκα συμβολαίων δουλεύοντας, ἄλ-
λους δ’ ἐπὶ θητείαν ἰόντας, τοὺς δ’ ὅπως ἕκαστοι δύνανται
τὰ καθ’ ἡμέραν ποριζομένους, ἀπρεπῶς καὶ τοῖς τῶν προγό-
νων ἔργοις καὶ ταῖς αὑτῶν ἡλικίαις καὶ τοῖς φρονήμασιν
τοῖς ἡμετέροις; [49] ὃ δὲ πάντων ἄλγιστον, ὅταν τις ἴδῃ
χωριζομένους ἀπ’ ἀλλήλων μὴ μόνον πολίτας ἀπὸ πολι-
τῶν, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας ἀπ’ ἀνδρῶν καὶ θυγατέρας ἀπὸ
μητέρων καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν διαλυομένην, ὃ πολ-
λοῖς τῶν ἡμετέρων πολιτῶν διὰ τὴν ἀπορίαν συμβέβηκεν·
ὁ γὰρ κοινὸς βίος ἀπολωλὼς ἰδίας τὰς ἐλπίδας ἕκαστον
ἡμῶν ἔχειν πεποίηκεν. [50] οἶμαι δ’ ὑμᾶς οὐδὲ τὰς ἄλλας
αἰσχύνας ἀγνοεῖν τὰς διὰ πενίαν καὶ φυγὴν γιγνομένας,
ἃς ἡμεῖς τῇ μὲν διανοίᾳ χαλεπώτερον τῶν ἄλλων φέρομεν,
τῷ δὲ λόγῳ παραλείπομεν, αἰσχυνόμενοι λίαν ἀκριβῶς τὰς
ἡμετέρας αὐτῶν ἀτυχίας ἐξετάζειν.
ΙΣΟΚΡ 14.42–50
Ο Ισοκράτης καλεί τους Αθηναίους να βοηθήσουν τους Πλαταιείς
Ο ομιλητής (βλ. ΙΣΟΚΡ 14.1–6) ανασκεύασε τα επιχειρήματα που είχαν επικαλεστεί οι Θηβαίοι, για να δικαιολογήσουν την επίθεσή τους εναντίον των Πλαταιών (374/3 π.Χ), τονίζοντας ότι αυτή ήταν προϊόν της αλαζονείας μιας πόλης, που, μόλις ένιωσε ισχυρή, καταστρατήγησε κάθε έννοια δικαίου. Το τελευταίο κατά τον ανώνυμο Πλαταιέα θα οδηγούσε τους Θηβαίους στην καταστροφή, όπως είχε συμβεί κατά το παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
[42] Μηδεὶς οὖν ὑμῶν ὀρρωδείτω μετὰ τοῦ δικαίου ποιού-
μενος τοὺς κινδύνους, μηδ’ οἰέσθω συμμάχων ἀπορήσειν,
ἂν τοῖς ἀδικουμένοις ἐθέλητε βοηθεῖν ἀλλὰ μὴ Θηβαίοις
μόνοις· οἷς νῦν τἀναντία ψηφισάμενοι πολλοὺς ἐπιθυμεῖν
ποιήσετε τῆς ὑμετέρας φιλίας. ἢν γὰρ ἐνδείξησθ’ ὡς
ὁμοίως ἅπασιν ὑπὲρ τῶν συνθηκῶν παρεσκεύασθε πολε-
μεῖν, [43] τίνες εἰς τοῦτ’ ἀνοίας ἥξουσιν ὥστε βούλεσθαι
μετὰ τῶν καταδουλουμένων εἶναι μᾶλλον ἢ μεθ’ ὑμῶν τῶν
ὑπὲρ τῆς αὑτῶν ἐλευθερίας ἀγωνιζομένων; Εἰ δὲ μή, τί
λέγοντες, ἢν πάλιν γένηται πόλεμος, ἀξιώσετε προσάγε-
σθαι τοὺς Ἕλληνας, εἰ τὴν αὐτονομίαν προτείνοντες ἐκδώ-
σετε πορθεῖν Θηβαίοις ἥντιν’ ἂν βούλωνται τῶν πόλεων;
[44] πῶς δ’ οὐ τἀναντία φανήσεσθε πράττοντες ὑμῖν
αὐτοῖς, εἰ Θηβαίους μὲν μὴ διακωλύσετε παραβαίνοντας
τοὺς ὅρκους καὶ τὰς συνθήκας, πρὸς δὲ Λακεδαιμονίους
ὑπὲρ τῶν αὐτῶν τούτων προσποιήσεσθε πολεμεῖν; καὶ τῶν
μὲν κτημάτων τῶν ὑμετέρων αὐτῶν ἀπέστητε, βουλόμενοι
τὴν συμμαχίαν ὡς μεγίστην ποιῆσαι, τούτους δὲ τὴν
ἀλλοτρίαν ἔχειν ἐάσετε καὶ τοιαῦτα ποιεῖν ἐξ ὧν ἅπαντες
χείρους εἶναι νομιοῦσιν ὑμᾶς;
[45] Ὃ δὲ πάντων δεινότατον, εἰ τοῖς μὲν συνεχῶς
μετὰ Λακεδαιμονίων γεγενημένοις δεδογμένον ὑμῖν ἐστὶ
βοηθεῖν, ἤν τι παράσπονδον αὐτοῖς ἐκεῖνοι προστάττωσιν,
ἡμᾶς δ’ οἳ τὸν μὲν πλεῖστον χρόνον μεθ’ ὑμῶν ὄντες διατε-
τελέκαμεν, τὸν δὲ τελευταῖον μόνον πόλεμον ὑπὸ Λακεδαι-
μονίοις ἠναγκάσθημεν γενέσθαι, διὰ ταύτην τὴν πρόφασιν
ἀθλιώτατα πάντων ἀνθρώπων περιόψεσθε διακειμένους.
[46] τίνας γὰρ ἂν ἡμῶν εὕροι τις δυστυχεστέρους, οἵτινες καὶ
πόλεως καὶ χώρας καὶ χρημάτων ἐν μιᾷ στερηθέντες ἡμέρᾳ,
πάντων τῶν ἀναγκαίων ὁμοίως ἐνδεεῖς ὄντες ἀλῆται καὶ
πτωχοὶ καθέσταμεν, ἀποροῦντες ὅποι τραπώμεθα, καὶ
πάσας τὰς οἰκήσεις δυσχεραίνοντες. ἤν τε γὰρ δυστυχοῦ-
ντας καταλάβωμεν, ἀλγοῦμεν ἀναγκαζόμενοι πρὸς τοῖς
οἰκείοις κακοῖς καὶ τῶν ἀλλοτρίων κοινωνεῖν· [47] ἤν θ’ ὡς
εὖ πράττοντας ἔλθωμεν, ἔτι χαλεπώτερον ἔχομεν, οὐ ταῖς
ἐκείνων φθονοῦντες εὐπορίαις, ἀλλὰ μᾶλλον ἐν τοῖς τῶν
πέλας ἀγαθοῖς τὰς ἡμετέρας αὐτῶν συμφορὰς καθορῶντες,
ἐφ’ αἷς ἡμεῖς οὐδεμίαν ἡμέραν ἀδακρυτὶ διάγομεν ἀλλὰ πεν-
θοῦντες τὴν πατρίδα καὶ θρηνοῦντες τὴν μεταβολὴν τὴν
γεγενημένην ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν. [48] τίνα
γὰρ ἡμᾶς οἴεσθε γνώμην ἔχειν ὁρῶντας καὶ τοὺς γονέας
αὑτῶν ἀναξίως γηροτροφουμένους καὶ τοὺς παῖδας οὐκ
ἐπὶ ταῖς ἐλπίσιν αἷς ἐποιησάμεθα παιδευομένους, ἀλλὰ
πολλοὺς μὲν μικρῶν ἕνεκα συμβολαίων δουλεύοντας, ἄλ-
λους δ’ ἐπὶ θητείαν ἰόντας, τοὺς δ’ ὅπως ἕκαστοι δύνανται
τὰ καθ’ ἡμέραν ποριζομένους, ἀπρεπῶς καὶ τοῖς τῶν προγό-
νων ἔργοις καὶ ταῖς αὑτῶν ἡλικίαις καὶ τοῖς φρονήμασιν
τοῖς ἡμετέροις; [49] ὃ δὲ πάντων ἄλγιστον, ὅταν τις ἴδῃ
χωριζομένους ἀπ’ ἀλλήλων μὴ μόνον πολίτας ἀπὸ πολι-
τῶν, ἀλλὰ καὶ γυναῖκας ἀπ’ ἀνδρῶν καὶ θυγατέρας ἀπὸ
μητέρων καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν διαλυομένην, ὃ πολ-
λοῖς τῶν ἡμετέρων πολιτῶν διὰ τὴν ἀπορίαν συμβέβηκεν·
ὁ γὰρ κοινὸς βίος ἀπολωλὼς ἰδίας τὰς ἐλπίδας ἕκαστον
ἡμῶν ἔχειν πεποίηκεν. [50] οἶμαι δ’ ὑμᾶς οὐδὲ τὰς ἄλλας
αἰσχύνας ἀγνοεῖν τὰς διὰ πενίαν καὶ φυγὴν γιγνομένας,
ἃς ἡμεῖς τῇ μὲν διανοίᾳ χαλεπώτερον τῶν ἄλλων φέρομεν,
τῷ δὲ λόγῳ παραλείπομεν, αἰσχυνόμενοι λίαν ἀκριβῶς τὰς
ἡμετέρας αὐτῶν ἀτυχίας ἐξετάζειν.
***
Κανείς λοιπόν από σας ας μη διστάση να διακινδυνεύση χάριν της δικαιοσύνης και κανείς ας μη νομίση ότι θα σας λείψουν οι σύμμαχοι, αν θέλετε να βοηθήτε τους αδικουμένους, και όχι μόνο τους Θηβαίους. Τούτων αν απορρίψετε τις προτάσεις και αποφασίσετε τα αντίθετα ακριβώς, θα κάνετε πολλούς να επιθυμήσουν τη φιλία σας. Διότι, όταν δείξετε καθαρά ότι χάριν των συνθηκών είστε έτοιμοι να πολεμήσετε για όλους με την ίδια προθυμία, ποιοι θα είναι τόσον ανόητοι, ώστε να προτιμήσουν να είναι μάλλον με τους υποδουλωτάς των παρά με σας που αγωνίζεσθε για την ελευθερία τους; Αν όμως δεν τηρήσετε αυτή τη στάση, τότε ―αν γίνη πάλι πόλεμος― με ποια επιχειρήματα θα θελήσετε να προσελκύσετε τους Έλληνες, εφ' όσον, ενώ υποστηρίζετε την αυτονομία, αφίνετε τους Θηβαίους να κυριεύουν όποια πόλη θέλουν; Και πώς δεν θα φανήτε ότι αντιφάσκετε προς τον εαυτό σας, εάν τους μεν Θηβαίους δεν τους εμποδίσετε να παραβαίνουν τους όρκους και τις συμφωνίες, ενώ προς τους Λακεδαιμονίους ―για την ίδια αιτία― θα δείξετε προθυμία να πολεμήσετε; Έπειτα, εσείς εγκαταλείψατε τα δικά σας κτήματα για να κάνετε τη συμμαχία όσο το δυνατόν ισχυροτάτη, και τώρα θα αφίσετε αυτούς να κατέχουν ξένη χώρα και να κάνουν πράγματα τέτοια που θ' αναγκάσουν όλο τον κόσμο να σας νομίση κακούς;
Το δε φοβερώτερο απ' όλα θα ήταν, εάν σας φαινόταν ότι πρέπει, εκείνους μεν που υπήρξαν συνεχώς με τους Λακεδαιμονίους, να τους βοηθήτε, όταν αυτοί τους επιβάλλουν κάτι αντίθετο προς τις συμφωνίες, εμάς όμως, που τον περισσότερο καιρό είμαστε διαρκώς μαζί σας και μόνο στον τελευταίο πόλεμο αναγκαστήκαμε να βρεθούμε με τους Λακεδαιμονίους, να μας αφίσετε ―γι' αυτόν μόνο το λόγο― να είμαστε στην πιο αξιολύπητη κατάσταση, στην οποία βρέθηκαν ποτέ άνθρωποι. Γιατί πράγματι, ποιους θα μπορούσε να βρη κανείς πιο δυστυχισμένους από μας που χάσαμε σε μια μέρα και την πατρίδα μας και τη γη μας και τα χρήματά μας, και τώρα, στερούμενοι και τα πιο αναγκαία πράγματα, γυρίζουμε σαν ζητιάνοι περιπλανώμενοι, μη ξέροντας πού να στραφούμε κι' υποφέροντας σ' όποιο μέρος κι' αν καταφύγουμε. Διότι, κι' όταν εύρωμε εκεί δυστυχισμένους ανθρώπους, πονούμε, αφού αναγκαζόμαστε, εκτός των δικών μας κακών, να συμμετέχωμε και στων άλλων τις θλίψεις· κι' όταν πάλι έλθωμε σ' ευτυχισμένους, υποφέρουμε ακόμη περισσότερο· όχι βέβαια γιατί φθονούμε τα αγαθά των άλλων, αλλά γιατί κοντά στις ευτυχίες των, αισθανόμεθα βαθύτατα τις συμφορές μας. Τις συμφορές αυτές που εξαιτίας των ούτε μια μέρα δεν περνούμε χωρίς δάκρυ, αλλά πενθούμε καθημερινά το χαμό της πατρίδας μας και θρηνούμε για την ανατροπή που μας ηύρε. <Αλήθεια>, ποια θαρρείτε πως είναι η ψυχική μας διάθεση, όταν βλέπωμε και τους γονείς μας να περνούν δυστυχισμένα γηρατειά, και τα παιδιά μας ν' ανατρέφονται όχι όπως ελπίσαμε κάποτε, παρά να γίνωνται δούλοι εξ αιτίας μικροδανείων, ή να πηγαίνουν υπηρέτες, κι' άλλα πάλι ν' αγωνίζωνται για το καθημερινό τους ψωμάκι μ' όποιο τρόπο μπορούν, με τρόπο δηλαδή που δεν ταιριάζει ούτε στα έργα των προγόνων τους, ούτε στην ηλικία τους ούτε στην ατομική μας υπερηφάνεια; Και το πιο σπαραχτικό απ' όλα, να βλέπη κανείς να χωρίζωνται όχι μόνο πολίτες από συμπολίτες, αλλά και γυναίκες απ' τους άνδρες τους και κορίτσια απ' τις μητέρες τους, κι' όλοι οι συγγενικοί δεσμοί να διαλύωνται, όπως συνέβη σε πολλούς απ' τους συμπολίτες μας λόγω της δυστυχίας. Γιατί αφού ο κοινός μας βίος χάθηκε, έκανε τον καθένα μας μονάχα στον εαυτό του να στηρίζη τις ελπίδες του. Πιστεύω δε ότι δεν αγνοείτε και τις άλλες ταπεινώσεις που φέρνει η φτώχεια κι' η εξορία, ταπεινώσεις που εμείς βέβαια μέσα στην ψυχή μας τις νιώθουμε βαρύτερ' απ' τους άλλους, αλλά στις συζητήσεις μας τις παραλείπομε, γιατί ντρεπόμαστε να εξετάζωμε τις ατυχίες μας σε όλες τους τις λεπτομέρειες.
Κανείς λοιπόν από σας ας μη διστάση να διακινδυνεύση χάριν της δικαιοσύνης και κανείς ας μη νομίση ότι θα σας λείψουν οι σύμμαχοι, αν θέλετε να βοηθήτε τους αδικουμένους, και όχι μόνο τους Θηβαίους. Τούτων αν απορρίψετε τις προτάσεις και αποφασίσετε τα αντίθετα ακριβώς, θα κάνετε πολλούς να επιθυμήσουν τη φιλία σας. Διότι, όταν δείξετε καθαρά ότι χάριν των συνθηκών είστε έτοιμοι να πολεμήσετε για όλους με την ίδια προθυμία, ποιοι θα είναι τόσον ανόητοι, ώστε να προτιμήσουν να είναι μάλλον με τους υποδουλωτάς των παρά με σας που αγωνίζεσθε για την ελευθερία τους; Αν όμως δεν τηρήσετε αυτή τη στάση, τότε ―αν γίνη πάλι πόλεμος― με ποια επιχειρήματα θα θελήσετε να προσελκύσετε τους Έλληνες, εφ' όσον, ενώ υποστηρίζετε την αυτονομία, αφίνετε τους Θηβαίους να κυριεύουν όποια πόλη θέλουν; Και πώς δεν θα φανήτε ότι αντιφάσκετε προς τον εαυτό σας, εάν τους μεν Θηβαίους δεν τους εμποδίσετε να παραβαίνουν τους όρκους και τις συμφωνίες, ενώ προς τους Λακεδαιμονίους ―για την ίδια αιτία― θα δείξετε προθυμία να πολεμήσετε; Έπειτα, εσείς εγκαταλείψατε τα δικά σας κτήματα για να κάνετε τη συμμαχία όσο το δυνατόν ισχυροτάτη, και τώρα θα αφίσετε αυτούς να κατέχουν ξένη χώρα και να κάνουν πράγματα τέτοια που θ' αναγκάσουν όλο τον κόσμο να σας νομίση κακούς;
Το δε φοβερώτερο απ' όλα θα ήταν, εάν σας φαινόταν ότι πρέπει, εκείνους μεν που υπήρξαν συνεχώς με τους Λακεδαιμονίους, να τους βοηθήτε, όταν αυτοί τους επιβάλλουν κάτι αντίθετο προς τις συμφωνίες, εμάς όμως, που τον περισσότερο καιρό είμαστε διαρκώς μαζί σας και μόνο στον τελευταίο πόλεμο αναγκαστήκαμε να βρεθούμε με τους Λακεδαιμονίους, να μας αφίσετε ―γι' αυτόν μόνο το λόγο― να είμαστε στην πιο αξιολύπητη κατάσταση, στην οποία βρέθηκαν ποτέ άνθρωποι. Γιατί πράγματι, ποιους θα μπορούσε να βρη κανείς πιο δυστυχισμένους από μας που χάσαμε σε μια μέρα και την πατρίδα μας και τη γη μας και τα χρήματά μας, και τώρα, στερούμενοι και τα πιο αναγκαία πράγματα, γυρίζουμε σαν ζητιάνοι περιπλανώμενοι, μη ξέροντας πού να στραφούμε κι' υποφέροντας σ' όποιο μέρος κι' αν καταφύγουμε. Διότι, κι' όταν εύρωμε εκεί δυστυχισμένους ανθρώπους, πονούμε, αφού αναγκαζόμαστε, εκτός των δικών μας κακών, να συμμετέχωμε και στων άλλων τις θλίψεις· κι' όταν πάλι έλθωμε σ' ευτυχισμένους, υποφέρουμε ακόμη περισσότερο· όχι βέβαια γιατί φθονούμε τα αγαθά των άλλων, αλλά γιατί κοντά στις ευτυχίες των, αισθανόμεθα βαθύτατα τις συμφορές μας. Τις συμφορές αυτές που εξαιτίας των ούτε μια μέρα δεν περνούμε χωρίς δάκρυ, αλλά πενθούμε καθημερινά το χαμό της πατρίδας μας και θρηνούμε για την ανατροπή που μας ηύρε. <Αλήθεια>, ποια θαρρείτε πως είναι η ψυχική μας διάθεση, όταν βλέπωμε και τους γονείς μας να περνούν δυστυχισμένα γηρατειά, και τα παιδιά μας ν' ανατρέφονται όχι όπως ελπίσαμε κάποτε, παρά να γίνωνται δούλοι εξ αιτίας μικροδανείων, ή να πηγαίνουν υπηρέτες, κι' άλλα πάλι ν' αγωνίζωνται για το καθημερινό τους ψωμάκι μ' όποιο τρόπο μπορούν, με τρόπο δηλαδή που δεν ταιριάζει ούτε στα έργα των προγόνων τους, ούτε στην ηλικία τους ούτε στην ατομική μας υπερηφάνεια; Και το πιο σπαραχτικό απ' όλα, να βλέπη κανείς να χωρίζωνται όχι μόνο πολίτες από συμπολίτες, αλλά και γυναίκες απ' τους άνδρες τους και κορίτσια απ' τις μητέρες τους, κι' όλοι οι συγγενικοί δεσμοί να διαλύωνται, όπως συνέβη σε πολλούς απ' τους συμπολίτες μας λόγω της δυστυχίας. Γιατί αφού ο κοινός μας βίος χάθηκε, έκανε τον καθένα μας μονάχα στον εαυτό του να στηρίζη τις ελπίδες του. Πιστεύω δε ότι δεν αγνοείτε και τις άλλες ταπεινώσεις που φέρνει η φτώχεια κι' η εξορία, ταπεινώσεις που εμείς βέβαια μέσα στην ψυχή μας τις νιώθουμε βαρύτερ' απ' τους άλλους, αλλά στις συζητήσεις μας τις παραλείπομε, γιατί ντρεπόμαστε να εξετάζωμε τις ατυχίες μας σε όλες τους τις λεπτομέρειες.
Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 9. Ιλιάδα
9.10. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ - Ἕκτορος λύτρα
Στις δύο τελευταίες ραψωδίες του έπους τα πολεμικά δρώμενα υποχωρούν. Μένουν ωστόσο ακόμη σε εκκρεμότητα τα νεκρά σώματα του Πατρόκλου και του Έκτορα. Αυτή η διπλή εκκρεμότητα ρυθμίζεται τώρα, σκοπεύοντας σε ομόλογο στόχο, που είναι η έντιμη ταφή των δύο ηρώων. Στην περίπτωση του Πατρόκλου η έντιμη τελετή καταλαμβάνει όλο το μήκος της εικοστής τρίτης ραψωδίας. Στην περίπτωση του Έκτορα εκβάλλει στο τέλος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας ως επίλογος ενός δραματοποιημένου διαλόγου ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, ο οποίος αποφασίζεται και προγραμματίζεται από τον Δία.
Η εικοστή τρίτη ραψωδία (επιγράφεται «Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ») μοιράζεται σε τρία μέρη: στο πρώτο μέρος εντοπίζονται η θρηνητική πρόθεση του νεκρού Πατρόκλου (στον θρήνο συμμετέχει και η Θέτις) και η εμφάνιση του φάσματός του στον μοναχικό, παράλιο ύπνο του Αχιλλέα· απαιτεί ο Πάτροκλος την άμεση ταφή του, προλέγοντας τον επικείμενο θάνατο του αγαπημένου εταίρου, παρακαλώντας να σμίξει τότε στην ίδια τεφροδόχο η δική του τέφρα με την τέφρα του φίλου του. Στο δεύτερο μέρος συντάσσονται όλα τα στοιχεία της ταφής: ετοιμασία της πυράς, θυσία ζώων και αιχμαλώτων, αποχαιρετισμός του νεκρού, καύση, συλλογή των οστών και της τέφρας, επιτάφιος τύμβος. Στο τρίτο και εκτενέστερο μέρος προκηρύσσονται και τελούνται τα επιτάφια άθλα με τα αντίστοιχα έπαθλα.
Στο μεταξύ, παρεμβάλλονται (Ψ 182-191) στοιχεία για τον συνεχιζόμενο εκδικητικό αικισμό του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα, ο οποίος όμως ενδιαμέσως θεραπεύεται με την προστατευτική και εξωραϊστική επέμβαση της Αφροδίτης και του Απόλλωνα: εκείνη αποδιώχνει μέρα νύχτα τα αρπαχτικά σκυλιά και μυρώνει με αθάνατο ροδέλαιο το πληγωμένο σώμα· εκείνος επιφέρει από τον ουρανό στη γη ένα γαλάζιο σύννεφο, ισκιώνοντας τον τόπο, ώστε ο αμείλικτος ήλιος να μη μαραζώσει το δέρμα, τα νεύρα και τα μέλη του νεκρού.
Αυτό εξάλλου το θέμα γεφυρώνει την εικοστή τρίτη με την εικοστή τέταρτη ραψωδία. Μετά το δείπνο όλοι πηγαίνουν για ύπνο. Μόνος, νηστικός και άγρυπνος, παραμένει ο Αχιλλέας, θρηνώντας για τον χαμό του φίλου του, κυριευμένος από τον πόθο της αρρενωπής ομορφιάς του και από την ανάμνηση των κοινών τους κατορθωμάτων και παθών. Ανίκανος να ηρεμήσει, πηγαινοέρχεται ξέφρενος στην ακρογιαλιά, περιμένοντας πότε θα ξημερώσει. Τότε προσδένει στο άρμα και διασύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τον τύμβο του Πατρόκλου, προτού το αφήσει πίστομα πάνω στη σκόνη. Μεσολαβεί όμως πάλι ο Απόλλων αποτρέποντας όλες τις βλάβες και καλύπτοντας με τη χρυσή του ασπίδα το γυμνό κορμί, για να μη γδαρθεί από τον άγριο διασυρμό (Ω 1-21).
Το αποτρόπαιο θέαμα προκαλεί τη συμπάθεια και την οργή των άλλων θεών, οι οποίοι παροτρύνουν τον Ερμή να κλέψει το διασυρόμενο σώμα. Η Ήρα όμως και η Αθηνά αντιστέκονται, επιμένοντας στο μίσος τους για την Τροία και τον Πάρη, εξαιτίας της μεροληπτικής εκείνης κρίσης του, με την οποία τις απέρριψε, ενδίδοντας από λαγνεία στη γοητεία και στην υπόσχεση της Αφροδίτης. Έντεκα μέρες οι θεοί ταλαντεύονται. Τη δωδέκατη (σε θεών αγορά, που την εποπτεύει ο Δίας) παίρνει τον λόγο ο Απόλλων: αγανακτεί με την αναλγησία των θεών για τον Έκτορα, τη γυναίκα και τον γιο του, αλλά και με την ακατανόητη ανοχή τους απέναντι στον ανελέητο Αχιλλέα, που κακοποιεί με βαναυσότητα το άψυχο σώμα ενός νεκρού. Η Ήρα εντούτοις διαφωνεί, επιμένοντας στην καταγωγική διαφορά μεταξύ Έκτορα και Αχιλλέα: θνητός ο ένας, από θνητό πατέρα και θνητή μάνα· γόνος θεάς ο άλλος, που τον γάμο της με τον θεοφίλητο Πηλέα τον επικύρωσαν με την παρουσία τους όλοι οι ολύμπιοι θεοί.
Στο σημείο αυτό επεμβαίνει πάλι ο Δίας και επιβάλλει τη δική του βουλή. Στην αρχή του λόγου του ελέγχει τη μεροληψία της Ήρας υπέρ του Αχιλλέα, εξισώνοντας τους δύο ήρωες, με κριτήριο την έμπρακτη ευσέβειά τους. Αμέσως μετά απορρίπτει ρητώς την πρόταση της απάτης (να κλέψει κρυφά από τον Αχιλλέα ο Ερμής το σώμα του Έκτορα) ως αταίριαστη στο ήθος και των δύο ηρώων. Αντ᾽ αυτού ο Δίας προβάλλει τη δική του διπλή εντολή: η Ίρις να καλέσει τη Θέτιδα στον Όλυμπο· η Ίρις να επισκεφθεί τον Πρίαμο στο κάστρο της Τροίας. Τα δύο κεφάλαια της εντολής εξειδικεύονται και εκτελούνται διαδοχικά.
Η Ίρις προσκαλεί τη Θέτιδα στον Όλυμπο από τη θαλάσσια σπηλιά της, όπου θρηνεί για τη θανάσιμη μοίρα του γιου της, μετά τον φόνο του Έκτορα. Την υποδέχεται με συμπάθεια ο Δίας, αναγνωρίζοντας το βαρύ της πένθος. Μετά την ενημερώνει: για την εξέγερση των άλλων θεών μπροστά στη συνεχιζόμενη κακοποίηση του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα· για την απόρριψη της πρότασης να κλέψει ο Ερμής το διασυρόμενο σώμα του ήρωα. Τέλος, εκθέτει τη δική του πρόταση: να βρεθεί η Θέτις, με δίχως καθυστέρηση, στο πλάι του γιου της· να του μιλήσει για την αγανάκτηση των άλλων θεών (αλλά και τη δική του), επειδή κρατεί αλύτρωτο ακόμη το σώμα του Έκτορα· να τον πιέσει να το απολυτρώσει. Στο μεταξύ, η Ίρις θα μεταβεί στην Τροία, για να πείσει τον Πρίαμο, φτάνοντας στα πλοία των Αχαιών και ικετεύοντας τον Αχιλλέα, να πάρει πίσω, αντί λύτρων, το νεκρό σώμα του γιου του.
Η Θέτις πραγματοποιεί αμέσως τη βουλή του Δία. Βρίσκει τον Αχιλλέα στη σκηνή του να στενάζει, παραμένοντας άφαγος, άγρυπνος και ανέραστος. Του ανακοινώνει το ολύμπιο μήνυμα, και εκείνος το αποδέχεται αδιαμαρτύρητα. Στη συνέχεια η Ίρις εκτελεί τη δεύτερη εντολή του Δία, διεξοδικά πάλι διατυπωμένη από τον θεό: ο Πρίαμος να επιχειρήσει την απολύτρωση του Έκτορα, προσφέροντας ανάλογα λύτρα στον Αχιλλέα· να προχωρήσει στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων συνοδευμένος μόνο από έναν κήρυκα· την καθ᾽ οδόν προστασία του θα την εξασφαλίσει ο Ερμής· ήρεμη υποδοχή θα βρει στη σκηνή του Αχιλλέα.
Φτάνοντας η Ίρις στο κάστρο της Τροίας, πέφτει σε πένθος πάνδημο. Στην αυλή του παλατιού, γύρω από τον πατέρα τους θρηνούν οι άλλοι γιοι του· στη μέση ο Πρίαμος, σφαδάζει απαρηγόρητος, καλυμμένος με κάπα, ρίχνοντας στο κεφάλι και στον λαιμό κοπριά, μαζεμένη με τα ίδια του τα χέρια. Η Ίρις τού δίνει θάρρος, δηλώνει την καλή της πρόθεση και του μεταδίδει αυτούσιο και ακέραιο το μήνυμα του Δία. Ο Πρίαμος υπακούει και εντέλλεται να ζέψουν στην άμαξα τις μούλες, να δέσουν πάνω της μια κάσα. Ο ίδιος κατεβαίνει στον μοσχομυρισμένο θάλαμο, όπου φυλάγονται τα πολύτιμα πλούτη, φωνάζει την Εκάβη και της ανακοινώνει το μήνυμα του Δία. Όταν εκείνη, με λόγια και με κλάματα, προσπαθεί να τον αποτρέψει από το επικίνδυνο αυτό διάβημα, αυτός παραμένει ανένδοτος. Δίχως χρονοτριβή ετοιμάζεται και ετοιμάζει, διαλέγοντας τα λύτρα, απωθώντας τους Τρώες που προσπαθούν να τον εμποδίσουν.
Διαπιστώνεται εύκολα η ανταπόκριση της τελευταίας αυτής ρυθμιστικής βουλής με την αρχική βουλή της πρώτης ραψωδίας. Εκεί ανεβαίνει η Θέτις στον Όλυμπο, ικετεύοντας τον Δία να εκπληρώσει το αίτημα του Αχιλλέα, και ο θεός ανταποκρίνεται, ορίζοντας την αρχή και την ενδιάμεση περιπέτεια του ιλιαδικού πολέμου. Εδώ καλείται η Θέτις στον Όλυμπο, με σκοπό να μεταφέρει στον Αχιλλέα την απόφαση του θεού για το πέρας τώρα του ιλιαδικού πολέμου. Και στις δύο σκηνές ενέχονται τα ίδια πρόσωπα, με αντίστροφη μάλιστα σειρά και φορά: Αχιλλέας-Θέτις-Δίας στη μία περίσταση· Δίας-Θέτις-Αχιλλέας στη δεύτερη· από το στρατόπεδο προς τον Όλυμπο στην πρώτη ραψωδία, από τον Όλυμπο προς το στρατόπεδο στην τελευταία ραψωδία. Ως εδώ η ανταπόκριση αφορά τη σκηνοθεσία. Μεγαλύτερη ωστόσο σημασία έχει η ουσία της.
Το ζητούμενο στην τελική αυτή καμπή είναι πώς θα περατωθεί το έπος της Ιλιάδας: αν ο ιλιαδικός μύθος και πόλεμος θα διακριθεί όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά από τον τρωικό μύθο και πόλεμο· αν και πώς θα αντισταθεί στα παραδοσιακά συμφραζόμενα που προβλέπουν νίκη των Αχαιών, άλωση και πυρπόληση της Τροίας, εξόντωση των Τρώων. Τον ρόλο αυτόν υποβάλλει ο ποιητής στον Δία, και ο θεός τον αναλαμβάνει με την, τελευταία και τελεσίδικη, βουλή του. Αντιπροτείνοντας: στην εκδίκηση τη συμφιλίωση· στον πόλεμο την αναστολή του· στη βεβήλωση του νεκρού σώματος την ταφή του· στον θανάσιμο χωρισμό τον νεκρώσιμο νόστο.
Οι ποιητικοί αυτοί στόχοι προβάλλονται στη -δραματικότερη και διεξοδικότερη- εταιρική ομιλία του έπους, ανάμεσα στον Πρίαμο και στον Αχιλλέα, που πάει να πει: ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στον πατέρα και στον φονιά του Έκτορα. Το χάσμα γεφυρώνεται από τον ομόλογο σπαραγμό των δύο ομιλητών, ο οποίος οφείλεται στο διαλυτικό μένος του πολέμου. Αυτό που δοκιμάζει, όταν δεν εξαρθρώνει, όλες τις ομιλητικές σχέσεις του έπους, με κορυφαίο παράδειγμα τη διάλυση του τριγώνου: Έκτωρ-Ανδρομάχη-Αστυάναξ. Ο Αχιλλέας έχει χάσει τον πιο αγαπημένο εταίρο του· ο Πρίαμος τον πιο αγαπημένο του γιο. Αυτή η αμοιβαία απώλεια τους φέρνει κοντά και τους συμφιλιώνει. Επιπλέον: η πατρική μορφή του Πριάμου ανακαλεί στον νου του Αχιλλέα τη μορφή του δικού του πατέρα, του Πηλέα, που έχει ξεμείνει στη Φθία και αγνοείται εδώ η τύχη του.
Έγινε λόγος για νεκρώσιμο νόστο του Έκτορα, που είδαμε ότι εφαρμόστηκε άλλη μία φορά στην περίπτωση του λύκιου Σαρπηδόνα. Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι ομόλογα και ομότροπα μεταξύ τους. Αναφέρονται και τα δύο στη βουλή του Δία, από όπου και αντλούν το τελετουργικό και ποιητικό τους κύρος. Προκύπτουν ως οριστική λύση, ύστερα από προηγούμενη διαφωνία, διατυπωμένη και τις δύο φορές από την Ήρα. Και στα δύο παραδείγματα η εντολή του νεκρώσιμου νόστου μεταδίδεται από τον Δία σε έναν θεό (στον Απόλλωνα στην περίπτωση του Σαρπηδόνα· στη Ίριδα στην περίπτωση του Έκτορα), προϋποθέτει εξωραϊσμό του νεκρού, εγγυάται ασφαλή επιστροφή και τιμητική ταφή του νεκρού.
Ο θεματικός αυτός πυρήνας επιτρέπει να μιλούμε για νεκρώσιμο νόστο, ως δραματική και συγκρίσιμη παραλλαγή του θετικού νόστου. Άποψη που υποστηρίζεται και από όσα εξαγγέλλει η Κασσάνδρα στην έξοδο της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (Ω 704-706). Αναγνωρίζοντας η κόρη του Πριάμου από τις επάλξεις του κάστρου της Τροίας τον ερχομό του πατέρα της, βλέποντας να επιστρέφει με το σώμα του Έκτορα πάνω στο άρμα του, καλεί όλους τους Τρώες που κρέμονται στα τείχη, αναφωνώντας:
Ελάτε, Τρώες και Τρωάδες, θα δουν τώρα τα μάτια σας τον Έκτορα, αν κι άλλοτε χαρούμενοι τον είδατε, από τη μάχη να γυρίζει ζωντανός (στο πρωτότυπο ακούγεται εδώ η μετοχή νοστήσαντι), καμάρι κι αγαλλίαση της πόλης και του δήμου.
Παρά τις αναλογικές ομοιότητές τους, τα δύο αυτά παραδείγματα σε κρίσιμα σημεία διαφέρουν. Ο εξωραϊσμός του Σαρπηδόνα ανατίθεται από τον Δία στον Απόλλωνα, ο οποίος καλείται επιπλέον να προνοήσει για τη μεταφορά του νεκρού στη Λυκία από τον Ύπνο και τον Θάνατο. Στην περίπτωση όμως του Έκτορα τον ρόλο του Απόλλωνα τον αναλαμβάνει ο Αχιλλέας: αυτός δίνει εντολή στις δούλες να λούσουν, να μυρώσουν και να ντύσουν το γυμνό σώμα· αυτός, με τα ίδια του τα χέρια, το απιθώνει σε μαλακό στρώμα και επιβλέπει την ώρα που το σηκώνουν οι εταίροι, για να το βάλουν πάνω στην άμαξα. Η πομπή εξάλλου του νεκρού δεν επαφίεται τη φορά αυτή στον Ύπνο και στον Θάνατο, αλλά τη διεκπεραιώνει ο ίδιος ο Πρίαμος, υπό την προστασία του Ερμή.
Η είσοδος του νεκρού Έκτορα στο κάστρο της Τροίας και η πρόθεσή του στην αίθουσα του βασιλικού παλατιού δραματοποιούνται στο έπακρο: με τους σπαρακτικούς θρήνους της Ανδρομάχης, της Εκάβης και της Ελένης· με τον κηδευτικό επίλογο του Πριάμου. Όσο για την ταφή του νεκρού (πυρά, συλλογή των οστών, εναπόθεσή τους σε χρυσή λάρνακα, τύμβος), την καταθέτει με οριακή οικονομία ο ποιητής στους τελευταίους δεκαεπτά στίχους του έπους (Ω 788-804).
Συγκρίνοντας τα δύο παραδείγματα νεκρώσιμου νόστου στην Ιλιάδα, τόσο ως προς τις ομοιότητες όσο και προπαντός ως προς τις διαφορές τους, μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο (με τα θαυματουργικά και τα τελετουργικά του στοιχεία) παραπέμπει στην αρχαιότερη επική παράδοση, ενώ το δεύτερο εκπροσωπεί τον ιλιαδικό μετασχηματισμό της, όπου το θαύμα υποχωρεί τώρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα και στη φιλάνθρωπη λύση του. Σ᾽ αυτό τον μετασχηματισμό συμβάλλει πάλι ο Δίας, με την εξελισσόμενη (θεολογική και ποιητική) βουλή του, υποβολέας της οποίας παραμένει πάντα ο ανώνυμος μέσα στο έπος ποιητής. Θεός και ραψωδός επομένως συνεργάζονται, προκειμένου να οριστούν, όχι μόνο η αρχή και η ενδιάμεση πλοκή, αλλά και το συμφιλιωτικό τέλος του ιλιαδικού πολέμου.
Στις δύο τελευταίες ραψωδίες του έπους τα πολεμικά δρώμενα υποχωρούν. Μένουν ωστόσο ακόμη σε εκκρεμότητα τα νεκρά σώματα του Πατρόκλου και του Έκτορα. Αυτή η διπλή εκκρεμότητα ρυθμίζεται τώρα, σκοπεύοντας σε ομόλογο στόχο, που είναι η έντιμη ταφή των δύο ηρώων. Στην περίπτωση του Πατρόκλου η έντιμη τελετή καταλαμβάνει όλο το μήκος της εικοστής τρίτης ραψωδίας. Στην περίπτωση του Έκτορα εκβάλλει στο τέλος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας ως επίλογος ενός δραματοποιημένου διαλόγου ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, ο οποίος αποφασίζεται και προγραμματίζεται από τον Δία.
Η εικοστή τρίτη ραψωδία (επιγράφεται «Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ») μοιράζεται σε τρία μέρη: στο πρώτο μέρος εντοπίζονται η θρηνητική πρόθεση του νεκρού Πατρόκλου (στον θρήνο συμμετέχει και η Θέτις) και η εμφάνιση του φάσματός του στον μοναχικό, παράλιο ύπνο του Αχιλλέα· απαιτεί ο Πάτροκλος την άμεση ταφή του, προλέγοντας τον επικείμενο θάνατο του αγαπημένου εταίρου, παρακαλώντας να σμίξει τότε στην ίδια τεφροδόχο η δική του τέφρα με την τέφρα του φίλου του. Στο δεύτερο μέρος συντάσσονται όλα τα στοιχεία της ταφής: ετοιμασία της πυράς, θυσία ζώων και αιχμαλώτων, αποχαιρετισμός του νεκρού, καύση, συλλογή των οστών και της τέφρας, επιτάφιος τύμβος. Στο τρίτο και εκτενέστερο μέρος προκηρύσσονται και τελούνται τα επιτάφια άθλα με τα αντίστοιχα έπαθλα.
Στο μεταξύ, παρεμβάλλονται (Ψ 182-191) στοιχεία για τον συνεχιζόμενο εκδικητικό αικισμό του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα, ο οποίος όμως ενδιαμέσως θεραπεύεται με την προστατευτική και εξωραϊστική επέμβαση της Αφροδίτης και του Απόλλωνα: εκείνη αποδιώχνει μέρα νύχτα τα αρπαχτικά σκυλιά και μυρώνει με αθάνατο ροδέλαιο το πληγωμένο σώμα· εκείνος επιφέρει από τον ουρανό στη γη ένα γαλάζιο σύννεφο, ισκιώνοντας τον τόπο, ώστε ο αμείλικτος ήλιος να μη μαραζώσει το δέρμα, τα νεύρα και τα μέλη του νεκρού.
Αυτό εξάλλου το θέμα γεφυρώνει την εικοστή τρίτη με την εικοστή τέταρτη ραψωδία. Μετά το δείπνο όλοι πηγαίνουν για ύπνο. Μόνος, νηστικός και άγρυπνος, παραμένει ο Αχιλλέας, θρηνώντας για τον χαμό του φίλου του, κυριευμένος από τον πόθο της αρρενωπής ομορφιάς του και από την ανάμνηση των κοινών τους κατορθωμάτων και παθών. Ανίκανος να ηρεμήσει, πηγαινοέρχεται ξέφρενος στην ακρογιαλιά, περιμένοντας πότε θα ξημερώσει. Τότε προσδένει στο άρμα και διασύρει το σώμα του Έκτορα γύρω από τον τύμβο του Πατρόκλου, προτού το αφήσει πίστομα πάνω στη σκόνη. Μεσολαβεί όμως πάλι ο Απόλλων αποτρέποντας όλες τις βλάβες και καλύπτοντας με τη χρυσή του ασπίδα το γυμνό κορμί, για να μη γδαρθεί από τον άγριο διασυρμό (Ω 1-21).
Το αποτρόπαιο θέαμα προκαλεί τη συμπάθεια και την οργή των άλλων θεών, οι οποίοι παροτρύνουν τον Ερμή να κλέψει το διασυρόμενο σώμα. Η Ήρα όμως και η Αθηνά αντιστέκονται, επιμένοντας στο μίσος τους για την Τροία και τον Πάρη, εξαιτίας της μεροληπτικής εκείνης κρίσης του, με την οποία τις απέρριψε, ενδίδοντας από λαγνεία στη γοητεία και στην υπόσχεση της Αφροδίτης. Έντεκα μέρες οι θεοί ταλαντεύονται. Τη δωδέκατη (σε θεών αγορά, που την εποπτεύει ο Δίας) παίρνει τον λόγο ο Απόλλων: αγανακτεί με την αναλγησία των θεών για τον Έκτορα, τη γυναίκα και τον γιο του, αλλά και με την ακατανόητη ανοχή τους απέναντι στον ανελέητο Αχιλλέα, που κακοποιεί με βαναυσότητα το άψυχο σώμα ενός νεκρού. Η Ήρα εντούτοις διαφωνεί, επιμένοντας στην καταγωγική διαφορά μεταξύ Έκτορα και Αχιλλέα: θνητός ο ένας, από θνητό πατέρα και θνητή μάνα· γόνος θεάς ο άλλος, που τον γάμο της με τον θεοφίλητο Πηλέα τον επικύρωσαν με την παρουσία τους όλοι οι ολύμπιοι θεοί.
Στο σημείο αυτό επεμβαίνει πάλι ο Δίας και επιβάλλει τη δική του βουλή. Στην αρχή του λόγου του ελέγχει τη μεροληψία της Ήρας υπέρ του Αχιλλέα, εξισώνοντας τους δύο ήρωες, με κριτήριο την έμπρακτη ευσέβειά τους. Αμέσως μετά απορρίπτει ρητώς την πρόταση της απάτης (να κλέψει κρυφά από τον Αχιλλέα ο Ερμής το σώμα του Έκτορα) ως αταίριαστη στο ήθος και των δύο ηρώων. Αντ᾽ αυτού ο Δίας προβάλλει τη δική του διπλή εντολή: η Ίρις να καλέσει τη Θέτιδα στον Όλυμπο· η Ίρις να επισκεφθεί τον Πρίαμο στο κάστρο της Τροίας. Τα δύο κεφάλαια της εντολής εξειδικεύονται και εκτελούνται διαδοχικά.
Η Ίρις προσκαλεί τη Θέτιδα στον Όλυμπο από τη θαλάσσια σπηλιά της, όπου θρηνεί για τη θανάσιμη μοίρα του γιου της, μετά τον φόνο του Έκτορα. Την υποδέχεται με συμπάθεια ο Δίας, αναγνωρίζοντας το βαρύ της πένθος. Μετά την ενημερώνει: για την εξέγερση των άλλων θεών μπροστά στη συνεχιζόμενη κακοποίηση του νεκρού Έκτορα από τον Αχιλλέα· για την απόρριψη της πρότασης να κλέψει ο Ερμής το διασυρόμενο σώμα του ήρωα. Τέλος, εκθέτει τη δική του πρόταση: να βρεθεί η Θέτις, με δίχως καθυστέρηση, στο πλάι του γιου της· να του μιλήσει για την αγανάκτηση των άλλων θεών (αλλά και τη δική του), επειδή κρατεί αλύτρωτο ακόμη το σώμα του Έκτορα· να τον πιέσει να το απολυτρώσει. Στο μεταξύ, η Ίρις θα μεταβεί στην Τροία, για να πείσει τον Πρίαμο, φτάνοντας στα πλοία των Αχαιών και ικετεύοντας τον Αχιλλέα, να πάρει πίσω, αντί λύτρων, το νεκρό σώμα του γιου του.
Η Θέτις πραγματοποιεί αμέσως τη βουλή του Δία. Βρίσκει τον Αχιλλέα στη σκηνή του να στενάζει, παραμένοντας άφαγος, άγρυπνος και ανέραστος. Του ανακοινώνει το ολύμπιο μήνυμα, και εκείνος το αποδέχεται αδιαμαρτύρητα. Στη συνέχεια η Ίρις εκτελεί τη δεύτερη εντολή του Δία, διεξοδικά πάλι διατυπωμένη από τον θεό: ο Πρίαμος να επιχειρήσει την απολύτρωση του Έκτορα, προσφέροντας ανάλογα λύτρα στον Αχιλλέα· να προχωρήσει στο στρατόπεδο των Μυρμιδόνων συνοδευμένος μόνο από έναν κήρυκα· την καθ᾽ οδόν προστασία του θα την εξασφαλίσει ο Ερμής· ήρεμη υποδοχή θα βρει στη σκηνή του Αχιλλέα.
Φτάνοντας η Ίρις στο κάστρο της Τροίας, πέφτει σε πένθος πάνδημο. Στην αυλή του παλατιού, γύρω από τον πατέρα τους θρηνούν οι άλλοι γιοι του· στη μέση ο Πρίαμος, σφαδάζει απαρηγόρητος, καλυμμένος με κάπα, ρίχνοντας στο κεφάλι και στον λαιμό κοπριά, μαζεμένη με τα ίδια του τα χέρια. Η Ίρις τού δίνει θάρρος, δηλώνει την καλή της πρόθεση και του μεταδίδει αυτούσιο και ακέραιο το μήνυμα του Δία. Ο Πρίαμος υπακούει και εντέλλεται να ζέψουν στην άμαξα τις μούλες, να δέσουν πάνω της μια κάσα. Ο ίδιος κατεβαίνει στον μοσχομυρισμένο θάλαμο, όπου φυλάγονται τα πολύτιμα πλούτη, φωνάζει την Εκάβη και της ανακοινώνει το μήνυμα του Δία. Όταν εκείνη, με λόγια και με κλάματα, προσπαθεί να τον αποτρέψει από το επικίνδυνο αυτό διάβημα, αυτός παραμένει ανένδοτος. Δίχως χρονοτριβή ετοιμάζεται και ετοιμάζει, διαλέγοντας τα λύτρα, απωθώντας τους Τρώες που προσπαθούν να τον εμποδίσουν.
Διαπιστώνεται εύκολα η ανταπόκριση της τελευταίας αυτής ρυθμιστικής βουλής με την αρχική βουλή της πρώτης ραψωδίας. Εκεί ανεβαίνει η Θέτις στον Όλυμπο, ικετεύοντας τον Δία να εκπληρώσει το αίτημα του Αχιλλέα, και ο θεός ανταποκρίνεται, ορίζοντας την αρχή και την ενδιάμεση περιπέτεια του ιλιαδικού πολέμου. Εδώ καλείται η Θέτις στον Όλυμπο, με σκοπό να μεταφέρει στον Αχιλλέα την απόφαση του θεού για το πέρας τώρα του ιλιαδικού πολέμου. Και στις δύο σκηνές ενέχονται τα ίδια πρόσωπα, με αντίστροφη μάλιστα σειρά και φορά: Αχιλλέας-Θέτις-Δίας στη μία περίσταση· Δίας-Θέτις-Αχιλλέας στη δεύτερη· από το στρατόπεδο προς τον Όλυμπο στην πρώτη ραψωδία, από τον Όλυμπο προς το στρατόπεδο στην τελευταία ραψωδία. Ως εδώ η ανταπόκριση αφορά τη σκηνοθεσία. Μεγαλύτερη ωστόσο σημασία έχει η ουσία της.
Το ζητούμενο στην τελική αυτή καμπή είναι πώς θα περατωθεί το έπος της Ιλιάδας: αν ο ιλιαδικός μύθος και πόλεμος θα διακριθεί όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά από τον τρωικό μύθο και πόλεμο· αν και πώς θα αντισταθεί στα παραδοσιακά συμφραζόμενα που προβλέπουν νίκη των Αχαιών, άλωση και πυρπόληση της Τροίας, εξόντωση των Τρώων. Τον ρόλο αυτόν υποβάλλει ο ποιητής στον Δία, και ο θεός τον αναλαμβάνει με την, τελευταία και τελεσίδικη, βουλή του. Αντιπροτείνοντας: στην εκδίκηση τη συμφιλίωση· στον πόλεμο την αναστολή του· στη βεβήλωση του νεκρού σώματος την ταφή του· στον θανάσιμο χωρισμό τον νεκρώσιμο νόστο.
Οι ποιητικοί αυτοί στόχοι προβάλλονται στη -δραματικότερη και διεξοδικότερη- εταιρική ομιλία του έπους, ανάμεσα στον Πρίαμο και στον Αχιλλέα, που πάει να πει: ανάμεσα στον θύτη και στο θύμα, στον πατέρα και στον φονιά του Έκτορα. Το χάσμα γεφυρώνεται από τον ομόλογο σπαραγμό των δύο ομιλητών, ο οποίος οφείλεται στο διαλυτικό μένος του πολέμου. Αυτό που δοκιμάζει, όταν δεν εξαρθρώνει, όλες τις ομιλητικές σχέσεις του έπους, με κορυφαίο παράδειγμα τη διάλυση του τριγώνου: Έκτωρ-Ανδρομάχη-Αστυάναξ. Ο Αχιλλέας έχει χάσει τον πιο αγαπημένο εταίρο του· ο Πρίαμος τον πιο αγαπημένο του γιο. Αυτή η αμοιβαία απώλεια τους φέρνει κοντά και τους συμφιλιώνει. Επιπλέον: η πατρική μορφή του Πριάμου ανακαλεί στον νου του Αχιλλέα τη μορφή του δικού του πατέρα, του Πηλέα, που έχει ξεμείνει στη Φθία και αγνοείται εδώ η τύχη του.
Έγινε λόγος για νεκρώσιμο νόστο του Έκτορα, που είδαμε ότι εφαρμόστηκε άλλη μία φορά στην περίπτωση του λύκιου Σαρπηδόνα. Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι ομόλογα και ομότροπα μεταξύ τους. Αναφέρονται και τα δύο στη βουλή του Δία, από όπου και αντλούν το τελετουργικό και ποιητικό τους κύρος. Προκύπτουν ως οριστική λύση, ύστερα από προηγούμενη διαφωνία, διατυπωμένη και τις δύο φορές από την Ήρα. Και στα δύο παραδείγματα η εντολή του νεκρώσιμου νόστου μεταδίδεται από τον Δία σε έναν θεό (στον Απόλλωνα στην περίπτωση του Σαρπηδόνα· στη Ίριδα στην περίπτωση του Έκτορα), προϋποθέτει εξωραϊσμό του νεκρού, εγγυάται ασφαλή επιστροφή και τιμητική ταφή του νεκρού.
Ο θεματικός αυτός πυρήνας επιτρέπει να μιλούμε για νεκρώσιμο νόστο, ως δραματική και συγκρίσιμη παραλλαγή του θετικού νόστου. Άποψη που υποστηρίζεται και από όσα εξαγγέλλει η Κασσάνδρα στην έξοδο της εικοστής τέταρτης ραψωδίας (Ω 704-706). Αναγνωρίζοντας η κόρη του Πριάμου από τις επάλξεις του κάστρου της Τροίας τον ερχομό του πατέρα της, βλέποντας να επιστρέφει με το σώμα του Έκτορα πάνω στο άρμα του, καλεί όλους τους Τρώες που κρέμονται στα τείχη, αναφωνώντας:
Ελάτε, Τρώες και Τρωάδες, θα δουν τώρα τα μάτια σας τον Έκτορα, αν κι άλλοτε χαρούμενοι τον είδατε, από τη μάχη να γυρίζει ζωντανός (στο πρωτότυπο ακούγεται εδώ η μετοχή νοστήσαντι), καμάρι κι αγαλλίαση της πόλης και του δήμου.
Παρά τις αναλογικές ομοιότητές τους, τα δύο αυτά παραδείγματα σε κρίσιμα σημεία διαφέρουν. Ο εξωραϊσμός του Σαρπηδόνα ανατίθεται από τον Δία στον Απόλλωνα, ο οποίος καλείται επιπλέον να προνοήσει για τη μεταφορά του νεκρού στη Λυκία από τον Ύπνο και τον Θάνατο. Στην περίπτωση όμως του Έκτορα τον ρόλο του Απόλλωνα τον αναλαμβάνει ο Αχιλλέας: αυτός δίνει εντολή στις δούλες να λούσουν, να μυρώσουν και να ντύσουν το γυμνό σώμα· αυτός, με τα ίδια του τα χέρια, το απιθώνει σε μαλακό στρώμα και επιβλέπει την ώρα που το σηκώνουν οι εταίροι, για να το βάλουν πάνω στην άμαξα. Η πομπή εξάλλου του νεκρού δεν επαφίεται τη φορά αυτή στον Ύπνο και στον Θάνατο, αλλά τη διεκπεραιώνει ο ίδιος ο Πρίαμος, υπό την προστασία του Ερμή.
Η είσοδος του νεκρού Έκτορα στο κάστρο της Τροίας και η πρόθεσή του στην αίθουσα του βασιλικού παλατιού δραματοποιούνται στο έπακρο: με τους σπαρακτικούς θρήνους της Ανδρομάχης, της Εκάβης και της Ελένης· με τον κηδευτικό επίλογο του Πριάμου. Όσο για την ταφή του νεκρού (πυρά, συλλογή των οστών, εναπόθεσή τους σε χρυσή λάρνακα, τύμβος), την καταθέτει με οριακή οικονομία ο ποιητής στους τελευταίους δεκαεπτά στίχους του έπους (Ω 788-804).
Συγκρίνοντας τα δύο παραδείγματα νεκρώσιμου νόστου στην Ιλιάδα, τόσο ως προς τις ομοιότητες όσο και προπαντός ως προς τις διαφορές τους, μπορούμε να πούμε ότι το πρώτο (με τα θαυματουργικά και τα τελετουργικά του στοιχεία) παραπέμπει στην αρχαιότερη επική παράδοση, ενώ το δεύτερο εκπροσωπεί τον ιλιαδικό μετασχηματισμό της, όπου το θαύμα υποχωρεί τώρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα και στη φιλάνθρωπη λύση του. Σ᾽ αυτό τον μετασχηματισμό συμβάλλει πάλι ο Δίας, με την εξελισσόμενη (θεολογική και ποιητική) βουλή του, υποβολέας της οποίας παραμένει πάντα ο ανώνυμος μέσα στο έπος ποιητής. Θεός και ραψωδός επομένως συνεργάζονται, προκειμένου να οριστούν, όχι μόνο η αρχή και η ενδιάμεση πλοκή, αλλά και το συμφιλιωτικό τέλος του ιλιαδικού πολέμου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)

















