Κυριακή 7 Αυγούστου 2022
Η Ονειροχώρα του Λόρδου Ντάνσανι
“Οι Γκιμπελίν τρώνε, ως γνωστόν, τίποτα λιγότερο καλό από τον άνθρωπο. Ο κακός πύργος τους ενώνεται με την Terra Cognita, με τα εδάφη που γνωρίζουμε, με μια γέφυρα. Ο θησαυρός τους είναι πέρα από την λογική. Η φιλαργυρία δεν έχει καμία χρησιμότητα. Έχουν ξεχωριστό κελάρι για σμαράγδια και ξεχωριστό κελάρι για ζαφείρια. έχουν γεμίσει μια τρύπα με χρυσό και την σκάβουν όταν την χρειάζονται. Και η μόνη χρήση που είναι γνωστή για τον γελοίο πλούτο τους είναι να προσελκύουν στο κλουβί τους μια συνεχή προσφορά τροφής. Σε περιόδους λιμού, είναι γνωστό ότι σκορπίζουν ρουμπίνια στο εξωτερικό, ένα μικρό ίχνος από αυτά σε κάποια πόλη του Ανθρώπου, και σίγουρα, τα κελάρια τους σύντομα θα γεμίσουν ξανά”. -Λόρδος Ντάνσανι “The Hoard of the Gibbelins”
Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΟΝΕΙΡΟΧΩΡΑΣ
Ο Edward John Moreton Drax Plunkett ήταν ο 18ος Βαρώνος του Dunsany.
Ήταν ταυτόχρονα και Δημιουργός Ονειρικών Κόσμων.
Ο Έντουαρντ Τζον Μόρετον Ντραξ Πλάνκετ, γεννήθηκε στην Αγγλία από παλιά αγγλοϊρλανδική αριστοκρατική οικογένεια ευγενών. Σπούδασε στο Ίτον και το Σάντχαρστ. Υπηρέτησε στο Σώμα των Coldstream Guards. Πήγε στο Γιβραλτάρ και την Νότια Αφρική, όπου έλαβε μέρος στον πόλεμο των Μπόερς. Το 1899 διαδέχεται τον πατέρα του στον τίτλο και την κληρονομιά στο κάστρο του Μιθ στην Ιρλανδία, ένα επιβλητικό οικοδόμημα ηλικίας αρκετών αιώνων τώρα κατοικείται από το γιο του, Ράνταλ Πλάνκετ, δέκατο ένατο λόρδο, που έλαβε μέρος στην μάχη του Ελ Αλαμέιν ως διοικητής μιας μονάδας τεθωρακισμένων.
Ο Ντάνσανι πέρασε την μισή του ζωή στην Αγγλία και την άλλη μισή στην Ιρλανδία. Έθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής αλλά δεν εκλέχτηκε. Μετά την αποτυχία του και πριν στραφεί στην λογοτεχνία, ασχολήθηκε για ένα διάστημα με ασημαντότητες. Αγαπούσε με πάθος την εξοχή και πολλές φορές περνούσε όλη την ημέρα του πάνω στην σέλα. Αυτή την περίοδο, έχοντας περάσει τα είκοσι και παντρευτεί την γυναίκα του Βεατρίκη και χωρίς να ’χει αποφασίσει ακόμη τι θα κάνει στην ζωή του, περνά τον καιρό του με παιδικά παιχνίδια, κυνήγια, ταξίδια, σπορ —όλη του η ζωή ήταν γεμάτη περιπέτειες και σφαγές άγριων ζώων— ιδίως σκάκι (κάποια στιγμή μάλιστα έγινε και πρωταθλητής Ιρλανδίας), και ατέλειωτα πάρτι. Όντας οικονομικά ανεξάρτητος και χωρίς την ανάγκη ενός επαγγέλματος για να ζήσει, μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε και να γράψει ό,τι ήθελε, κι αυτό ακριβώς έκανε.
Ο A ‘ Παγκόσμιος Πόλεμος όμως ήταν μια φοβερά τραυματική εμπειρία γι ’ αυτόν η φρίκη του τον χτύπησε κατάστηθα, μπορεί να πει κανείς. Υπηρετώντας στα χαρακώματα είδε τους φίλους του να σκοτώνονται δίπλα του —οι αυτοβιογραφίες του είναι γεμάτες από τέτοια θλιβερά γεγονότα. Αυτός ο εφιάλτης μαζί με την Ιρλανδική Επανάσταση του 1916, όπου τραυματίστηκε και το κάστρο του πολιορκήθηκε, θα χρωματίσουν την όρασή του με σκοτεινά, πικρά, κυνικά και απαισιόδοξα χρώματα.
Άρχισε να γράφει νέος και φυσικά οι πρώτες του απόπειρες ήταν ποιήματα. Στα δεκαέξι του χρόνια πούλησε μάλιστα ένα απ ’ αυτά στο περιοδικό Pall Mall. Όταν φοιτούσε στο Σάντχαρστ, αποπειράθηκε να γράψει ένα πρώτο μικρό διήγημα σε συνεργασία με το φίλο του λόρδο Χάουαρντ ντε Βάλντεν, που όμως δεν το τελείωσαν ποτέ.
Ήταν ένας υγιής άνθρωπος με έμφυτη καλοσύνη, βαθιά ανθρωπιστής με την πλατιά έννοια του όρου, με φυσική ευφράδεια που τον βοήθησε στις διαλέξεις του αλλά και όταν υπαγόρευε. Ήταν όμως και ευέξαπτος και συχνά δύσκολος, σχεδόν απόλυτος στις ιδέες του και τις θέσεις του· με τον «εχθρό» δεν συμμάχησε ποτέ ούτε κι έβαλε νερό στο κρασί του.
Από την αρχή έδειξε πως διέθετε μεγάλη ικανότητα σύλληψης και οργάνωσης. Οικοδομούσε όλο το έργο μέσα του κι ύστερα καθόταν απλώς και το έγραφε χωρίς να το διορθώσει μετά. Αυτό σημαίνει ότι διαμόρφωνε τις ιστορίες του στην φαντασία του, τις οργάνωνε στο μυαλό του σε εικόνες, καταστάσεις, συγκρούσεις και ήρωες, σε τέτοιο σημείο ώστε κάποια στιγμή η ιστορία εμφανιζόταν ολοκληρωμένη.
Άλλοτε έγραφε μόνος του κι άλλοτε υπαγόρευε στην γυναίκα του. Το γραφείο του, στο σπίτι τους στο Ντάνσταλ της κομητείας του Κεντ, βρισκόταν κοντά στο παράθυρο, μας πληροφορεί ο Αι Σπρέι ντε Καμπ, που το επισκέφθηκε. Ο Ντάνσανι έγραφε με φτερό σ ’ ένα δερματόδετο σημειωματάριο το ένα και μοναδικό κείμενο της εργασίας του.
Έγραψε λογοτεχνία φαντασίας υψηλής ποιότητας χωρίς να ενδώσει ποτέ στην εμπορικότητα ούτε στο πνεύμα των καιρών. Ήταν βαθύτατα μορφωμένος με ουσιαστική γνώση της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Τα πρώτα λογοτεχνικά είδωλά του ήταν οι αδελφοί Γκριμ και ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Σ’ αυτούς θα προστεθούν αργότερα ο Ηρόδοτος, οι αρχαίοι Έλληνες τραγικοί, ο λαμπερός κόσμος της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας, τα ελληνικά κλασικά γράμματα γενικώς, τα λατινικά επίσης, η Βίβλος, και οι ιρλανδικοί μύθοι και θρύλοι της πατρίδας του. Από όλο αυτό το μνημειώδες υλικό πλουτίστηκε και η δική του γλώσσα, στην οποία αναμειγνύοντας και στοιχεία του καθημερινού ιρλανδικού λόγου, απόκτησε μελωδικότητα, μουσικότητα και μια μαγική, ονειρικά υπνωτιστική υποβλητικότητα. Και μ ’ αυτόν το θαυμαστό λόγο θα δημιουργήσει και το δικό του αστραφτερό, μυθικό σύμπαν.
Η σαγήνη του προσωπικού ύφους του, οι μεγαλόπνοες ιδέες του, το μεγαλείο της φαντασίας του, το πηγαίο ταλέντο του και η σπάνια ποιότητά του που δεν έμοιαζαν με κανενός άλλου, διαπιστώθηκαν από την πρώτη επίσημη εμφάνισή του. Τα χρόνια που ακολούθησαν απλώς επιβεβαίωσαν αυτή την άποψη.
Ο Λόρδος Ντάνσανι υπήρξε ο μεγαλύτερος συγγραφέας φάνταζι του αιώνα μας. Πολύ φυσικό όχι μόνο να επηρεάσει, να δημιουργήσει σχολή, αλλά και να κατευθύνει την εξέλιξη του φανταστικού ως τις μέρες μας. Στην σκιά του ανδρώθηκαν ο X. Φ. Λάβκραφτ, ο Φριτς Λάιμπερ, ο Κλαρκ Άστον Σμιθ, οΛι Σπρέι ντε Καμπ, ο Τζακ Βανς, ο Ρέι Μπράντμπερι, η Ούρσουλα Λε Γκεν και κυρίως ο Τζ.Ρ. Τόλκιν. Την δεξιοτεχνία του, την φυσική ικανότητα τελειότητας που διέθετε αλλά και το ποιητικό βάθος του, κανένας δεν μπόρεσε να πλησιάσει. Γι ’ αυτό και θα παραμένει πάντα ο μοναδικός.
Υπήρξε πολυγραφότατος, μια αστείρευτη πηγή, και η πλούσια παραγωγή του, στην διάρκεια της μακρόχρονης σταδιοδρομίας του, περιλαμβάνει ποίηση, θέατρο, διήγημα, μυθιστόρημα, ευθυμογράφημα, πολεμικό και πολιτικό δοκίμιο, κριτική θεάτρου και λογοτεχνίας, αυτοβιογραφικά κείμενα και διάφορες ομιλίες. Θα προσπαθήσουμε να τους ρίξουμε μια σύντομη κατατοπιστική ματιά, γιατί η μελέτη τους θα ξεπερνούσε τα όρια αυτού του απλώς πληροφοριακού κειμένου.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΜΙΚΡΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ
“Οι Θεοί της Πεγκάνα”, το πρώτο βιβλίο του που εκδόθηκε με δικά του έξοδα, κυκλοφόρησε το 1905. Είναι μια συλλογή μικρών διηγημάτων που όμοιά τους δεν υπάρχουν στην παγκόσμια λογοτεχνία. Αν κανένας ωστόσο επιχειρήσει να εντοπίσει τις βαθύτερες επιρροές που δέχτηκε ο συγγραφέας προκειμένου να οδηγηθεί στην γραφή τους, θα δυσκολευτεί αφάνταστα. Ίσως να υπάρχει μια επιπόλαιη μακρινή ανάμνηση, κι αυτή μόνο στην εξωτερική φόρμα τους, απ’ τις σύντομες ιστοριούλες του Γέιτς και του Ουάιλντ.
“Οι Θεοί της Πεγκάνα” είναι μια ανάμειξη μύθων και θρύλων, διανθισμένων με λεπτό χιούμορ-μικρά, κομψά σαν σπάνια κοσμήματα διηγήματα που μοιάζουν με χειρόγραφα κάποιας άγνωστης, μυστηριώδους θρησκείας, δεδομένου ότι περιγράφουν έναν κόσμο που υπήρξε πολύ πριν από τους θεούς του Ολύμπου, τον Βούδα και τον Αλλάχ. Δημιουργός όλων των μικρότερων θεών αυτού του κόσμου είναι ο Μάνα Γιούντ Σουσάι, που κι αυτόν πρέπει να τον έχει δημιουργήσει μια άλλη υπερδύναμη.
Είναι γραμμένα σε ύφος περίτεχνα αρχαϊκό, ένα κράμα βιβλικής, αρχαιοελληνικής και ανατολίτικης γλώσσας, αλλά χαριτωμένο, και θεωρείται ένας θρίαμβος της φαντασίας- συνδυάζει απόλυτα τον εξωτισμό με την ομορφιά —είναι ένα κομψοτέχνημα που εξαντλείται στον μουσικό εαυτό του χωρίς προεκτάσεις ή συμβολισμούς. Είναι μια πλήρης δημιουργία. Ο κόσμος της Πεγκάνα είναι αθώος και πρωτόγονος, έτσι οι θεοί της αποκτούν μεγαλύτερη αληθοφάνεια, τουλάχιστον όση και στους προϊστορικούς κόσμους. Οι προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων, χαρακτηριστικό των αρχαίων θρησκειών, έχουν κι εδώ τον πρώτο λόγο. Ο Κιντ, ο Χορηγός της Ζωής, ο Σις, ο Καταστροφέας των Ωρών, ο Μουνγκ, ο Θεός του Θανάτου, κυριαρχούν στο πάνθεον της Πεγκάνα, ενώ στην Ακρη του Κόσμου κάθεται το τέρας Θρογκούλ διαβάζοντας Το Βιβλίο που Περιέχει τα Πάντα.
Παρ ’ όλη την αίσθηση του απόκοσμου, του παραμυθιού και του μαγικού, αυτή η ψευτομυθολογία όχι μόνο συναρπάζει τον αναγνώστη αλλά τελικά κερδίζει και την αποδοχή του- γίνεται πιστευτή. Κι ας μοιάζει ο άνθρωπος αυτού του κόσμου ένα ασήμαντο παιχνίδι μπροστά στην μεγαλειότητα του κοσμικού όντος, που συγκρινόμενοι μ ’ αυτό ακόμη και οι Μικροί Θεοί είναι ασήμαντοι, ιδέα που θα καλλιεργήσει στο έπακρο ο Λάβκραφτ.
Το δεύτερο βιβλίο του είναι “Ο Χρόνος και οι Θεοί” (1906), γραμμένο με την ίδια ποιότητα και στο ίδιο ύφος. Η πλοκή και η έκταση των διηγημάτων είναι ανεπτυγμένα, το πάνθεον όμως παραμένει το ίδιο. Γοητευτικά θολό και προηγμένα διανοουμενίστικο. Θεοί και θνητοί πρωταγωνιστούν κι εδώ στο κλίμα της κλασικής βιβλικής αρχαιότητας- οι διάφορες ιστορίες εξηγούν φυσικά φαινόμενα με τον τρόπο του Οβίδιου στις Μεταμορφώσεις.
Ο τίτλος του βιβλίου προέρχεται από ένα στίχο του Σουίνμπουρν. Ο χρόνος και οι θεοί βρίσκονται σε διαμάχη, όπως παραδέχτηκε χρόνια αργότερα ο ίδιος ο Ντάνσανι.
Στο βιβλίο υπάρχουν και μερικά διηγήματα μόνο με θνητούς, που μπορούν να θεωρηθούν οι πρόδρομοι των διηγημάτων με βασιλιάδες και πολεμιστές που εξάσκησαν τόσο μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους συγγραφείς του κύκλου, Σπαθί και Μαγεία, τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Εκείνο που αποκομίζει ίσως ο αναγνώστης απ ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι δεν μπορείς να ανακτήσεις το χρόνο ούτε και να σταματήσεις την ροή του. Ο Ντάνσανι όμως δεν κάνει κήρυγμα, τον ενδιαφέρει περισσότερο η ποιητική διάσταση των καταστάσεων.
Σημαντική αλλαγή παρατηρείται στο τρίτο βιβλίο του, “Το Σπαθί του Βέλεραν” (1908). Μ’ αυτό πλησιάζει περισσότερο στην φόρμα της ηρωικής ή ψευτοηρωικής περιπέτειας. Το διήγημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, αναφέρεται σ’ ένα αγόρι που δέχεται το σπαθί ενός από τα φαντάσματα των αρχαίων ηρώων φρουρών της πόλης, για να σώσει την Μητρόπολη από τις ορδές των βαρβάρων.
Το πιο εντυπωσιακό διήγημα του βιβλίου είναι Το απόρθητο φρούριο, οχυρό για το Σάκνοθ, όπου οι διάφορες υπερβολικές καταστάσεις δημιουργούν ένα φανταστικό σύνολο απόλυτα συνεπές και πιστευτό. Ένας μάγος έρχεται στην Γη καβάλα σ ’ έναν αστεροειδή, στέλνοντας διαβολικά όνειρα στους άντρες. Στο τέλος, όταν του επιτίθενται με σπαθιά, αυτός απλώς σηκώνει το κεφάλι του με τα χέρια του για να τα αποφύγει.
Είναι ένα από τα ωραιότερα διηγήματά του που η ομορφιά του πλησιάζει την ανάλογη του διηγήματος, Η Πτώση της Μπαμπουκλούντ, όπου διάφοροι ταξιδιώτες αναφέρονται σε μιαν υπέροχη πόλη- όταν όμως φτάνουν στον προορισμό τους, η πόλη δεν υπάρχει. Την έχει καταστρέψει ο «Θεός», γιατί οι κάτοικοί της λάτρευαν τα είδωλα. Φυσικά ο καθένας αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον εβραϊκό θεό Ιεχωβά- ποιος άλλος είναι τόσο σκληρός; Η αρχαία ηρωική φαντασία, που τα ωραιότερα είδη της είναι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, ο Γκιλγκαμές, το Μπίογουλφ, ή οι Χίλιες και Μία Νύχτες, βρίσκουν εδώ την ωραιότερη έκφραση-αναβίωσή τους, σε μια λογοτεχνία πρωτότυπη, ζωντανή, χυμώδη.
Πολύ δίκαια, ο Ντάνσανι θεωρείται ο πρόδρομος της μοντέρνας ηρωικής φαντασίας, όπου στον βαρβαρισμό, την ωμότητα και την σκληρότητα άλλων, του Ρόμπερτ Χάουαρντ π.χ., αντιτάσσει την εξυπνάδα, την ποίηση, το χιούμορ, την ειρωνεία, την κυνικότητα. Τα διηγήματά του έχουν μια ονειρική, παραμυθένια ποιότητα- ένα διήγημά του μοιάζει μ ’ έναν πίνακα που τεμαχίζεται σε πολλά κομμάτια έχοντας το καθένα την δική του γοητεία και όλα μαζί συγκροτούν ένα πολύχρωμο λαμπερό σύνολο.
Οι ιδέες του ήταν φωτεινές και οι μύθοι του πλούσιοι, αλλά η πραγματική ομορφιά του ήταν ο τρόπος που χρησιμοποιούσε την γλώσσα και συνέθετε την φράση του. Σ ’ αυτό ήταν αξεπέραστος και δύσκολο να τον μιμηθεί κανείς. Τον μιμήθηκαν όμως, όπως ήταν επόμενο- ο Λάβκραφτ πιο ουσιαστικά και πιο πετυχημένα από πλήθος άλλων. Η “Σελεφαίς” του μάλιστα —στο βάθος δεν είναι τίποτε περισσότερο από το ξαναγράψιμο του διηγήματος του Ντάνσανι.
“Η στέψη του κυρίου Τόμας Σαπ”, θεωρείται καλύτερο από το πρωτότυπό του. Εξίσου εντυπωσιακή θεωρείται και η μεγάλη ντανσανική νουβέλα του, “Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ”, όπου και αναπτύσσει εκτενέστερα το σύμβολο της Ονειροχώρας.
Αυτός ο πρώιμος Ντάνσανι αποτέλεσε και μεγαλύτερο ερέθισμα για μιμήσεις. Η Ούρσουλα Λε Γκεν, θαυμάστριά του, λέει ότι είναι η φριχτή μοίρα του νέου συγγραφέα που αποφασίζει να γράψει φανταστική πεζογραφία να ξεκινήσει από τον «απλό», αρχικό Ντάνσανι. Όμως, άλλο είναι να μιμηθείς το ύφος ή την τεχνοτροπία ή τους μύθους του, κι άλλο να είσαι πράγματι πρωτότυπος. Για να γράψει κανείς ένα τέτοιο διήγημα πρέπει να είναι ιδιοφυία, δηλαδή Ντάνσανι. Και η Λε Γκεν συνεχίζει: «Ο Ντάνσανι ανακάλυψε μια στενή φλέβα που όμως ήταν γεμάτη χρυσάφι· και ήταν όλη δική του».
Ποιος μπορεί να την ξαναβρεί; Σχεδόν κανείς. Στην καλύτερη περίπτωση, τα διαμάντια του αντικαταστάθηκαν από φο μπιζού.
Ένα άλλο, επίσης ενδιαφέρον, διήγημα του βιβλίου είναι, “Οι φίλοι των Ξωτικών”, όπου αναφέρεται για πρώτη φορά στην Ιρλανδία. Το υλικό του το συγκέντρωσε τον καιρό που περιόδευε για τις εκλογές που έχασε. Επισκέφθηκε εργοστάσια και διάφορους άλλους τόπους εργασίας και μπορεί να πει κανείς ότι πήρε μια ιδέα του ανθρώπινου μόχθου και της πραγματικότητας —έτσι η ηρωίδα του είναι μια νεράιδα που έγινε θνητή, αλλά μισώντας την σκληρή ανθρώπινη εργασία θέλει να επιστρέψει στην αρχική φύση της.
Ύστερα από “Το Σπαθί του Βέλεραν”, εμφανίστηκαν “Οι ιστορίες ενός Ονειροπόλου” (1910), που είναι τοποθετημένες σε φανταστικούς τόπους ή σε μια φανταστική, ρομαντική Ανατολή και οι ήρωές τους είναι συνηθισμένοι άνθρωποι.
Υπάρχει μια συγκεκριμένη πορεία στον Ντάνσανι, που ξεκινά με την γέννηση του σύμπαντος, τους μακρινούς Θεούς, τα πρώτα βασίλεια και προφήτες, για να περάσει στην συνέχεια στο καθημερινό και συνηθισμένο. Η πορεία όμως αυτή δεν ακολουθήθηκε βάσει σχεδίου, απλώς λειτούργησε έτσι.
Το πιο διάσημο διήγημα του βιβλίου είναι “Οι ήσυχες μέρες στο Γιαν”.
Ο Γέιτς έγραψε γι ’ αυτό: «Είχα διαβάσει την «Πτώση της Μπαμπουκλούντ» και τις «Ήσυχες μέρες στο Γιαν» όταν ήμουν παιδί. Μέσα από τα διηγήματα αυτά απόκτησα την αίσθηση του Καλού και του Κακού- είναι τα πρώτα σπέρματα της δημιουργίας του κόσμου μου».
Το διήγημα ξεκινά μ ’ ένα ταξίδι στον Νείλο και είναι η περιπλάνηση στις Χώρες της Αναζήτησης. Αλλά το γήινο τοπίο και γενικά η γήινη γεωγραφία του δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Είναι προσωπική του δημιουργία στα μέτρα της Ομορφιάς όπως την αντιλαμβανόταν η αισθητική του.
Δύο άλλα διηγήματα του βιβλίου είναι πολύ όμορφα. Το Μπλάκ νταρός προσφέρει την μαγεία των επινοήσεων. Ασήμαντα αντικείμενα όπως ένας παλιός φελλός, ένα καμένο σπίρτο κι ένα παλιό παιδικό κουνιστό αλογάκι διηγούνται την ιστορία τους’ το αποτέλεσμα είναι μαγευτικό.
Αλλά πιο παράξενο είναι το δεύτερο διήγημα, “Όπου οι παλίρροιες υποχωρούν και επιστρέφουν”, από τα πλέον σκοτεινά και μελαγχολικά του, που θυμίζουν Κάφκα. Ο ήρωας έχει αθετήσει τους κανόνες μιας μυστικής κοινωνίας, γι ’ αυτό καταδικάζεται να μην βρει ανάπαυση ούτε μετά τον θάνατό του. Έτσι σε κάθε γενιά ξεθάβουν τα κόκαλά του αφήνοντάς τα στην λάσπη του Τάμεσυ κι αυτό συνεχίζεται μέχρι καταβολής κόσμου. Όταν όμως η ανθρωπότητα επανέρχεται στην Φύση, η κατάρα λύνεται. «Αμάρτησε στους ανθρώπους, λένε τα Πουλιά, αλλά εμάς αυτό δε μας ενδιαφέρει», κι ανεβάζουν την ψυχή του ψηλά στα ουράνια.
Το διήγημα αγγίζει το σουρεαλισμό, κι ενώ μοιάζει να μην συμβολίζει τίποτε, έχει ένα βαθύτατο νόημα και μια γενικότερη άποψη της απαλλοτρίωσης. Όλη η αφήγηση γίνεται από τον νεκρό και διαθέτει μια υποβλητική ατμόσφαιρα. Θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα διηγήματα που γράφτηκαν ποτέ.
Ένα άλλο διήγημά του που δείχνει τις ανανεωτικές τάσεις του είναι “Ο καημένος ο γερο-Μπιλ”. Αναφέρεται στο πλήρωμα ενός πλοίου που στασιάζει εγκαταλείποντας τον καπετάνιο του κι αυτός τους καταριέται. Το πλοίο τους δεν μπορεί να αγγίξει την Γη όσο αυτός είναι ζωντανός. Οι προμήθειες κάποτε τελειώνουν και οι ναυτικοί τρώνε ο ένας τον άλλο, ώσπου μένει μόνο ο αφηγητής.
Το τελευταίο μεγάλο βιβλίο του αυτής της περιόδου και για ορισμένους το καλύτερό του είναι “Το Βιβλίο των Θαυμάτων” (1912), που διαφέρει σημαντικά από τα προηγούμενα. Το χιούμορ και η ειρωνεία έχουν αυξηθεί πολύ εδώ, φτάνοντας πολλές φορές στα όρια του σαρκασμού. Στο βιβλίο αυτό αναπτύσσει και μια ιδέα που επρόκειτο να γίνει το χαρακτηριστικό του: “Την Άκρη του Κόσμου” Πρόκειται για την άκρη του δικού μας κόσμου, η οποία βρίσκεται εκεί που τελειώνει η Γη. Μια απότομη χαράδρα ανοίγεται από το σημείο αυτό που οδηγεί σε μια άβυσσο γεμάτη ομίχλη και αστέρια. Δύο από τα διηγήματα του βιβλίου είναι ενδεικτικά. Το ένα, “Η πιθανή περιπέτεια των Τριών Λογίων”, φέρνει τους τρεις φίλους στην “Άκρη του Κόσμου” για να κλέψουν το κουτί που περιέχει τα ωραιότερα ποιήματα τον κόσμου.
Συλλαμβάνονται όμως από το Φύλακά του, ο οποίος δεν περιγράφεται· αλλά το τι είναι, συμπεραίνεται από την αντίδραση του τρίτου που προτιμά να πηδήσει στην άβυσσο παρά να πέσει στα χέρια του. Το άλλο είναι “Ο θησαυρός των Γκίμπελιν”, σύμφωνα με το οποίο ο ιππότης Άλντερικ πηγαίνει στο κάστρο των Γκίμπελιν, που βρίσκεται στην Άκρη του Κόσμου, για να κλέψει πολύτιμους λίθους- τα Γκίμπελιν τρώνε βέβαια ανθρώπους. Όλα πάνε καλά για τον ιππότη μέχρι την στιγμή που βγαίνει από το κάστρο, οπότε τα Γκίμπελιν, που φυσικά τον περιμένουν, «χωρίς λέξη, χωρίς ούτε καν να χαμογελάσουν τον κρέμασαν προσεχτικά στον εξωτερικό τοίχο. Κι αυτή είναι μια ιστορία χωρίς ευχάριστο τέλος».
Αυτό το απότομο τέλος είναι από τα καλύτερα ευρήματα του Ντάνσανι. Κλείνει με μιά έξυπνη φραστική στροφή σαν παγίδα, και ο αναγνώστης μόλις που καταλαβαίνει ότι το διήγημα τελείωσε- παράλληλα είναι και ένα ερέθισμα για την φαντασία του μετά από όσα προηγήθηκαν.
Το δεύτερο βιβλίο του, “Ιστορίες Θαυμάτων” (1916), περιέχει επίσης αρκετά ωραία διηγήματα, παρ ’ όλο που θεωρείται κάπως κατώτερο από τα προηγούμενα. Είναι φυσικό για ένα συγγραφέα που έμοιαζε να γράφει συνέχεια, να έχει και στιγμές κάμψης, όσο πλούσια κι αν ήταν, που ήταν βεβαίως, η φαντασία του. Ωστόσο κι εδώ είναι άφθονη και πάντα ερεθιστική, όπως άφθονο είναι και το χιούμορ σε σημείο μάλιστα να προκαλεί και το γέλιο. Τα καλύτερα διηγήματα εδώ εξερευνούν παρθένες περιοχές, όχι στην Ονειροχώρα, αλλά σε θρυλικές εκδοχές του κόσμου μας. Το Μια ιστορία της Γης και της Θάλασσας π.χ. ξεκινά από την Ευρώπη και καταλήγει στην Αφρική. Το ζωντανό, σύγχρονο ύφος του γραψίματός του θα μιμηθούν αργότερα πολλοί άλλοι συγγραφείς όπως ο Τζον Κόλιερ, ο Στέφεν Βίνσεντ Μπένε, ο Μαρκ Βαν Ντόρεν, κ.α.
Οι ιστορίες των Τριών Ημισφαιρίων (1919) θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του, αλλά ο μελετητής του έργου του Ντάρελ Σβάιτσερ το απορρίπτει, ξεχωρίζοντας μόνο ορισμένα διηγήματα, όπως το Ο σάκος με τα διαμάντια, για την εντυπωσιακή ατμόσφαιρά του, το Πώς η τσάντα του ταχυδρόμου άδειασε κάτω στον κάμπο, στο Ότφορντ, για την επιδέξια ανάμειξη της ειρωνείας με τον τρόμο, Το μαγαζί στο δρόμο της Λησμονιάς και το Ο τιμωρός του Περντόνταρις, για να καταλήξει όμως ότι τελικά το βιβλίο είναι γοητευτικό.
Κατά την διάρκεια του A ‘ Παγκόσμιου Πολέμου, τα μόνα βιβλία που έγραψε είναι Οι Πολεμικές Ιστορίες (1918), και τα Δυσάρεστα μακρινά πράγματα (1919), αλλά είναι τόσο επηρεασμένα από την βρετανική προπαγάνδα περί της ορθότητας της Συνθήκης, τον ηρωισμό των Συμμάχων της εποχής του Κάιζερ ή το ανθρώπινο λίπος που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στις μηχανές τους, ώστε δεν πρέπει να τα λάβει κανείς σοβαρά υπόψη του. Αν συγκριθούν με το Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο, του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ π.χ. γίνεται αντιληπτό γιατί δεν επέζησαν.
ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ
Ο Αόρδος Ντάνσανι έγινε θεατρικός συγγραφέας ξαφνικά ένα απόγευμα της άνοιξης του 1909. Ήταν η εποχή της Αναγέννησης του ιρλανδικού θεάτρου και το Θέατρο Αμπι βρισκόταν στις δόξες του, η εποχή που ο ποιητής Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς και η Λαίδη Γκρέγκορι δημιουργούσαν την εθνική δραματουργία της Ιρλανδίας. Η μεγαλύτερη αποκάλυψή τους ήταν ο Τ.Μ. Σινγκ, κι ένα από τα ωραιότερα έργα του, “Η Ντίαρντρι των Θλίψεων”. Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, λοιπόν, ο Γέιτς ζήτησε από τον Ντάνσανι να γράψει ένα έργο. Και ο Ντάνσανι έγραψε το μεγάλο μονόπρακτο, “Η Λαμπερή Πύλη”, που ανεβάστηκε στο Θέατρο Αμπι με μεγάλη επιτυχία.
Δυο κλέφτες, μετά το θάνατό τους, βρίσκονται μπροστά στην Πύλη του Παραδείσου, αλλά όταν την ανοίγουν, τους υποδέχεται το σκοτεινό χάος κι ένα σαρκαστικό γέλιο που γεμίζει το άδειο σύμπαν ολόγυρά τους. Έχει λεχθεί ότι ο Ντάνσανι κατά βάθος ήταν αθεϊστής- το έργο αυτό το επιβεβαιώνει. Ο διάλογός του είναι ζωντανός και άμεσος, και τα δυο πρόσωπά του άνθρωποι αληθινοί και συγκινητικοί και το «κλείσιμο» του έργου σχεδόν τραγικό, προσφέροντας κάτι από το ρίγος μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.
Το επόμενο έργο του ήταν “Ο βασιλιάς Αργιμένης και ο Άγνωστος Πολεμιστής”, σε δυο πράξεις. Παίχτηκε κι αυτό στο Θέατρο Άμπι τον Ιανουάριο του 1910 με επιτυχία, και θεωρείται ένα από τα ωραιότερά του. Ο βασιλιάς Αργιμένης, σκλάβος ενός άλλου μονάρχη, βρίσκει ένα μυθικό ξίφος και με την βοήθειά του οδηγεί τους σκλαβωμένους συντρόφους του σε επανάσταση κατά του βασιλιά Ντάρνιακ. Το έργο έχει εξωτικό χρώμα και εντάσσεται στην μυθολογία του της Ονειροχώρας.
Η πλοκή του είναι περίτεχνη και καλύπτει κάπως την έλλειψη βάθους των χαρακτήρων, που όμως έτσι κι αλλιώς δεν τον ενδιέφερε. Οι ήρωές του είναι απλώς αυτό που κάνουν και αυτό που λένε, είναι η ιστορία τους έτσι όπως ακριβώς διαδραματίζεται, έτσι όπως μας την «αφηγείται» ο συγγραφέας, που λες και στέκεται σε κάποια απόσταση απ ’ όπου μπορεί να «βλέπει» και να «ακούει» τα τεκταινόμενα —οι «βαθύτερες» σκέψεις των ηρώων, ο «άλλος» εαυτός τους, κύριο και βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου ψυχολογικού θεάτρου, δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο· και ίσως αυτό να ήταν που τον εξόρισε από την σημερινή σκηνή.
Αλλά ο Ντάνσανι ξεκινούσε από την «καθαρότητα» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας που γνώριζε καλά, η οποία στην ουσία παρουσιάζει καταστάσεις και γεγονότα· και ακριβώς αυτά είναι που οικοδομούν τους ήρωες. Τα τραγικά πρόσωπα πράττουν, η σύγκρουσή τους με την μοίρα, τον κόσμο και τον εαυτό τους είναι η αρχέγονη σύγκρουση του όντος με μιαν αναπόφευκτη φύση κι ένα δεδομένο σύμπαν —και αυτό κάνουν και οι ήρωες του Ντάν σανι – αυτή εξάλλου είναι και η ομορφιά τους αλλά και η αλήθεια τους.
“Οι Θεοί του Βουνού”, έργο που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1910, και ανέβηκε στο Θέατρο Χάιμαρκετ του Λονδίνου, είναι συνθεμένο με βάση αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο. Διαδραματίζεται και αυτό σε μια φανταστική ειδωλολατρική χώρα. Μια ομάδα ζητιάνων εξαπατούν τους κατοίκους μιας πόλης, οικειοποιούμενοι τις μορφές των Θεών τους που τα είδωλά τους είναι λαξευμένα στους βράχους του κοντινού βουνού. Αλλά οι πραγματικοί Θεοί δε συγχωρούν την ύβρι. Κατεβαίνουν από τα βάθρα τους και τιμωρούν τους κλέφτες μεταμορφώνοντάς τους σε αγάλματα Θεών. Η «τραγική» (;) ειρωνεία είναι ότι οι κάτοικοι της πόλης θεωρούν τους ζητιάνους πραγματικούς Θεούς. Ο αρχαίος από μηχανής θεός της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας κάνει κι εδώ την θριαμβευτική εμφάνισή του, δηλώνοντας έτσι κι αλλιώς την παρουσία του. Το έργο είναι καλογραμμένο, τα πρόσωπα σχεδιασμένα σωστά και οι καταστάσεις αληθοφανείς.
“Ο Γελωτοποιός των Θεών” (1911), δεν ξεφεύγει από την παραπάνω ιδεολογική γραμμή και θεωρείται πιο εντυπωσιακό. Ένας βασιλιάς με τις γυναίκες του βρίσκεται στην εξοχή. Η πρώτη βασίλισσα όμως πλήττει και θέλει να επιστρέφει στην πρωτεύουσα, παρακινεί, λοιπόν, το μυστικοσύμβουλο-προφήτη του βασιλιά να πείσει την εξοχότητά του ότι πρέπει να γυρίσει στην Μητρόπολη του κράτους, διαφορετικά, αν δεν υπακούσει, οι Θεοί θα την καταστρέφουν. Ο βασιλιάς, που ανακαλύπτει το ψέμα, του αντιτάσσει ότι δεν πρόκειται να επιστρέφει, και ότι αν η πόλη δεν καταστραφεί, θα τον εκτελέσει. Και η πόλη καταστρέφεται. Δεν μπορείς να παίζεις με δυνάμεις που δεν γνωρίζεις και σε ξεπερνούν, όταν εσύ δεν είσαι παρά ένα ασήμαντο παιχνίδι στα χέρια τους, ούτε και πρέπει να χρησιμοποιείς το όνομα του Θεού επί ματαίω.
Όπως και στα προηγούμενα έργα του, ο διάλογος είναι ζωντανός και γίνεται ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους. Οι συγκρούσεις είναι έντονες και πειστικές και η εξέλιξη φυσιολογική ως το φοβερό τέλος. Το γεγονός με το τραγικό υπόβαθρό του, ξεπερνά τελικά την ιστορία και τον εξωτισμό της. Οι άνθρωποι, όποιοι κι αν είναι και ανεξάρτητα από τον χρόνο και χώρο που βιώνουν, είναι τελικά οι δημιουργοί της μοίρας τους.
“Ο Αλέξανδρος” (1924) είναι ίσως σπουδαιότερο, τουλάχιστον σε ιδεολογική βάση. Ένα πολύ «ελληνικό» έργο, όχι μόνο λόγω θέματος, αλλά και λόγω δομής και τεχνοτροπίας. Ο Μέγας Αλέξανδρος κάνει το λάθος να απαρνηθεί τον συμβουλάτορά του, ιερέα του Απόλλωνα, και πληρώνει την υπεροψία του με τον θάνατό του. Το έργο είναι τετράπρακτο, θεωρήθηκε λοιπόν λάθος ο θάνατος του Αλέξανδρου-πρωταγωνιστή στην τρίτη πράξη. Ο Ντάνσανι όμως ήθελε να δείξει μ ’ αυτό ότι ακόμη κι όταν οι κορφές γκρεμίζονται, τα είδωλα πέφτουν και οι Θεοί πεθαίνουν, η Ζωή συνεχίζεται, γιατί είναι κάτι πολύ μεγάλο, κάτι πέρα απ ’ την φθαρτότητα και την θνητότητα ανθρώπων και πραγμάτων, κάτι αιώνιο και αθάνατο.
“Οι Εχθροί της Βασίλισσας” (1917) είναι κι αυτό ένα σαρκαστικό σχόλιο πάνω στην υπεροψία της εξουσίας. Μια Αιγύπτια βασίλισσα πνίγει τους εχθρούς της σε μια υπόγεια σπηλιά, γιατί απλώς δεν υποφέρει την ιδέα να έχει εχθρούς. Αυτοί όμως συνεχίζουν να υπάρχουν.
Στα μεταπολεμικά του έργα τοποθετείται το Τσίζο (1917). Παρ ’ όλο που γράφεται σε μια περίοδο που βασιλεύει ακόμη ο ρομαντισμός, είναι πολύ κοντά στην σύγχρονη αμοραλιστική φιλοσοφία, διότι η αποκρυπτογράφηση της πραγματικότητας που επιχειρείται, μιας πραγματικότητας που δεν χαρακτηρίζεται για καμιά «ονειρική ομορφιά», είναι ενδεικτική. Ο βοηθός ενός εφημέριου καταφέρνει να παντρευτεί την κόρη ενός επιχειρηματία με δόλια μέσα. Για μια φορά ακόμη σχεδιάζεται η αιώνια πάλη του Καλού με το Κακό, μόνο που εδώ νικά το δεύτερο.
“Η ιστορία του γερο-Βασιλιά” (1917) είναι γραμμένη στο ίδιο ανατρεπτικό, αναρχικό πνεύμα. Αναφέρεται σ ’ έναν εξόριστο μονάρχη που οι Θεοί δεν του επιτρέπουν να γυρίσει στην πατρίδα του. Ένα νεαρό ζευγάρι ερωτευμένων θα συνεχίσει τον απελπισμένο αγώνα του γέροντα. Τα νιάτα, η ορμή, η φλόγα, λέει ο Ντάνσανι, μπορούν τα πάντα να νικήσουν ακόμη και τους Θεούς.
Το “Εάν” (1919) είναι εξίσου ενδιαφέρον. Η πλούσια σκηνική δράση του εναρμονίζεται με το φιλοσοφικό βάθος του. Ο ήρωας του έργου βρίσκει ένα μαγικό κρύσταλλο που έχει την ιδιότητα να σταματά το χρόνο. Θα μπλεχτεί σε διάφορες περιπέτειες με αποτέλεσμα να χάσει γυναίκα και υπάρχοντα. Το έργο δεν διαθέτει μόνο το στοιχείο της έκπληξης αλλά και κάτι βαθύτερο. Σαν τον μαθητευόμενο μάγο, μην καταπιάνεσαι με δυνάμεις που δεν μπορείς να τιθασεύσεις, και ο χρόνος δεν τιθασεύεται. Αν δεν ξέρεις να τον αξιολογήσεις, θα σε νικήσει.
Τα μεταπολεμικά έργα του Ντάνσανι, όπως φαίνεται, διαθέτουν πιο πολλά σύγχρονα στοιχεία που φτάνουν μέχρι την Ε. Φ. Το διαπιστώνει κανείς στο Στην Αγία Ρωσία (1928), Το ταξίδι της Ψυχής (1928), Ο παράξενος εραστής (1930), Ατμοσφαιρικά (1937), Ο δρόμος (1950).
ΤΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ
Το πρώτο μυθιστόρημά του είναι “Τα χρονικά του Ροντρίγκεζ” (1922). Του λείπει φανερά η ουσιαστική δομή, αλλά το δυνατό γράψιμο σε κάνει να παραβλέψεις αυτό το «ελάττωμα». Η δράση τον είναι τοποθετημένη σε μια φανταστική Ισπανία. Ο ήρωας Ντον Ροντρίγκεζ είναι νέος και άπειρος, αλλά γεμάτος ρομαντισμό και πάθος. Μετά τον θάνατο του πατέρα του κληρονομεί ένα τόξο κι ένα μαντολίνο και μ ’ αυτά τα εφόδια ρίχνεται σε ρομαντικές περιπέτειες. Στην συνέχεια θ ’ αποκτήσει έναν πύργο, γυναίκα κι ένα βοηθό τύπου Σάντσο Πάντσα. Το μυθιστόρημα, όπως φαίνεται, είναι η άποψη του Ντάνσανι —μια καθυστερημένη, ετεροχρονική απάντηση ίσως— για τον Δον Κιχώτη. Δεν έχει όμως την ικανότητα του Θερβάντες να σατιρίσει το ιπποτικό, ρομαντικό μυθιστόρημα, και δεν ήταν αυτός ο σκοπός του εξάλλου. Όπως και σε πολλά από τα διηγήματά του ή σε θεατρικά έργα, έτσι και εδώ ο από μηχανής θεός θα δώσει την λύση.
Το δεύτερο μυθιστόρημά του, “Η κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών” (1924), όμως, θεωρείται όχι μόνο ένα από τα καλύτερά του, αν όχι και το ωραιότερο, αλλά και κλασικό του είδους. Το βασικό του θέμα, που θα το εκμεταλλευτούν πλήθος άλλοι συγγραφείς, από την απλή αντιγραφή του έως την πλήρη διασκευή του, και που θα γίνει το σήμα κατατεθέν του φάνταζι, είναι η Χώρα των Ξωτικών, η περίφημη Ονειροχώρα. Αυτή δεν είναι μια χώρα που κατοικείται μόνο από νεράιδες, δαιμόνια και ξωτικά γενικώς, είναι κυρίως ένα βασίλειο έξω από το δικό μας χώρο και χρόνο· βρίσκεται κάπου πέρα από το λυκόφως —τα όριά της μπορεί να τα δει κανείς καμιά φορά στα ανατολικά, στην άκρη της χαραυγής ή πιο συχνά στις βαθιές σκιές του δειλινού.
Η Ονειροχώρα είναι γεμάτη από ασύλληπτες ομορφιές, από θαυμαστές εκπλήξεις κι από μαγικά συμβάντα. Είναι δημιούργημα του μυαλού του Νεραϊδοβασιλιά, και γι ’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί μάλλον ένας Θεός παρά ένας απλός μονάρχης που διαθέτει και υπερφυσικές ικανότητες. Φυσικό λοιπόν, οι γήινοι νόμοι να μην ισχύουν στην γεωγραφία της. Είναι επίσης μια φιλολογική, πολύπλοκη μεταφορά στην χώρα της φαντασίας, στην σφαίρα της χαμένης παιδικής αθωότητας, στην σφαίρα του οτιδήποτε που βρίσκεται πέρα από την γνώση μας, εκεί που τα πάντα μπορούν να συμβούν και όλα είναι πιθανά. Αν σταματήσεις όμως να ονειρεύεσαι, δεν μπορείς όχι μόνο να ξαναδείς πλέον τις νεραϊδοβουνοκορφές, αλλά ούτε και να ξαναεπισκεφθείς την Χώρα των Ξωτικών, γιατί, όπως ήδη ειπώθηκε, αυτή, παρ ’ όλη την υλική υπόστασή της, δεν βρίσκεται σε καμιά γήινη ήπειρο.
Τα περισσότερα μυθιστορήματα του Ντάνσανι φωτίζονται απ ’ αυτή την φιλοσοφική θέση. Σκιαγραφούν δηλαδή και αντιπαραθέτουν το ρεαλισμό με τον ρομαντισμό, την πραγματικότητα με την φαντασία, την απλή μίμηση με την γνήσια δημιουργία, ό,τι και να συνεπάγεται αυτή η τελευταία τελικά.
Ο πόλεμος βέβαια έθαψε τα υπέροχα όνειρά του, αλλά αυτός, σαν το μυθικό φοίνικα, είχε την ικανότητα να ξαναγεννιέται από την στάχτη του και να βρίσκει μέσα από τα ερείπια το δρόμο για την Ονειροχώρα, κι ίσως γι ’ αυτό “Η Κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών” είναι τελικά ο θρίαμβος του ονείρου.
Ο μύθος του, παρ’ όλο που εδώ δεν παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο, είναι ενδεικτικός. Ο πρίγκιπας Άλβερικ φεύγει απ ’ το γήινο βασίλειο του Ερλ και πηγαίνει στην Ονειροχώρα αναζητώντας την γυναίκα των ονείρων του. Την βρίσκει στο πρόσωπο της Λιραζέλ, της κόρης του Βασιλιά των Ξωτικών. Όταν όμως την παντρεύεται, της ζητά να υποταχθεί στην καθημερινότητα, ν’ απαρνηθεί τον κόσμο της, να γίνει χριστιανή και να πάψει να λατρεύει τ ’ αστέρια και τα λουλούδια. Η Λιραζέλ ενδίδει για λίγο, αλλά στο βάθος είναι δυστυχισμένη. Και κάποια στιγμή, με την μαγική βοήθεια του πατέρα της, επιστρέφει στη Νεραϊδοχώρα μαζί με τα φθινοπωρινά φύλλα, εγκαταλείποντας τον Άλβερικ. Αυτός θα την αναζητήσει και πάλι, αλλά μάταια- ό,τι χάθηκε, χάθηκε για πάντα. Φιλολογικά, γιατί ο βασιλιάς έχει εξαφανίσει τα σύνορα, μεταφορικά, γιατί στο μεταξύ ο Άλβερικ έχει μεγαλώσει κι έχει γίνει ένας πλαδαρός και νωθρός γέρος. Η Λιραζέλ όμως τον αγαπά πάντα και ζητά από τον νεραϊδοβασιλιά πατέρα της μια τελευταία ευκαιρία. Κι αυτός μεταφέρει την Ονειροχώρα πάνω στο Ερλ μαγεύοντας τα πάντα εκτός από ένα μικρό εκκλησάκι, στο οποίο μένει ένας καλόγερος και μερικοί πιστοί που δεν δέχονται να ασπαστούν τον παγανισμό.
Σαν σύλληψη το μυθιστόρημα είναι σίγουρα εκπληκτικό, όπως εκπληκτική είναι και η οικοδόμησή του. Οι περιγραφές της φύσης είναι γοητευτικές, κι αυτό είναι φυσικό για έναν άνθρωπο που ζού σε το φυσικό τοπίο, ήταν δεμένος μαζί του, ήξερε τις μυστικές ομορφιές του και τις παρθενικές πηγές του, και που, εκτός αυτού, τον χαρακτήριζε η επιδεξιότητα και η κομψότητα στο χειρισμό του λόγου. Έτσι, όλο το μυθιστόρημα διαπνέεται από μια ποιητική, τρυφερή, λυρική διάθεση, και, παρ ’ όλο το μαγικό κλίμα του, την μουσική ατμόσφαιρά του, είναι αυτή η δεξιοτεχνία του Ντάνσανι που κεντά θαρρείς την ομορφιά με σπάνια υλικά, προσφέροντάς την στον αναγνώστη σαν ένα κομψοτέχνημά υπνωτιστικής ακτινοβολίας, που τον συνεπαίρνει τελικά.
Δυο χρόνια αργότερα κυκλοφορεί “Η Σκιά της Παραδουλεύτρας” (1926). Η συνοχή και η σαφήνεια της πλοκής της Ονειροχώρας εδώ είναι πιο προχωρημένα. Δείχνει επίσης να χειρίζεται πολύ πιο σταθερά και ισορροπημένα το υλικό του. Ο μύθος είναι τοποθετημένος και πάλι στην Χρυσή Εποχή της φανταστικής Ισπανίας, και συνεχίζει την ιστορία του Ντον Ροντρίγκεζ μερικές γενιές αργότερα. Ο Ραμόν Αλόνζο Μάθιου Μαρκ Λουκ Τζον στέλνεται από τον πατέρα του σ ’ ένα μάγο να του μάθει την τέχνη της μαγείας (την ιδέα θα χρησιμοποιήσει αργότερα η Ούρσουλα Λε Γκεν στην σειρά της Θαλασσογή). Εκεί ο μάγος του κόβει την σκιά μ ’ ένα μαχαίρι και ο Ραμόν γίνεται ένας απόκληρος. Διότι, όπως είναι γνωστό, ένας άνθρωπος χωρίς σκιά είναι μολυσμένος από την Μαύρη Μαγεία (ο Ντάνσανι παίρνει την ιδέα από το μυθιστόρημα του Άντελμπερτ φον Καμίσο, Η αλλόκοτη ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ -1813). Στο σπίτι του μάγου ο Ραμόν συναντά την Παραδουλεύτρα, της οποίας ο μάγος έχει αφαιρέσει επίσης την σκιά· όταν της την ξαναδίνει, η γυναίκα γίνεται και πάλι νέα.
Οι αρετές του μυθιστορήματος είναι πολλές και μεγάλες. Κύριο προσόν του ότι όλα έχουν υπόσταση και αληθοφάνεια. Το περιβάλλον του μάγου περιγράφεται με ακρίβεια και οι σκηνές της μαγείας είναι από τις ωραιότερες της φανταστικής λογοτεχνίας. Η Ανεμώνη, η Παραδουλεύτρα, είναι μια απόλυτα πιστευτή ύπαρξη, που το πρόβλημά της, έτσι όπως εκτίθεται, συγκινεί τελικά. Η αίσθηση της μαγείας κυριαρχεί σ ’ όλο το βιβλίο και τα παγανιστικά στοιχεία συγκρούονται με τα χριστιανικά, χωρίς όμως η μαγεία να κυριεύει ολόκληρη την Γη αυτή την φορά, απλώς κάποια στιγμή εξαφανίζεται. Ο καταδικασμένος μάγος πετά μαζί με τους φίλους του στην Χώρα Που Βρίσκεται Πέρα Από Την Ανατολή του Φεγγαριού, και δεν ξαναγυρίζει ποτέ.
“Η Ευλογία του Πάνα” (1928), όμως, δε βρίσκεται στο ύψος των προηγούμενων μυθιστορημάτων του. Παρ’ όλο που οι διάλογοι είναι καλύτεροι και για πρώτη φορά περιγράφει πραγματικά τοπία, ωστόσο το μυθιστόρημα μοιάζει ν ’ αργοσέρνεται κάπως. Ο μύθος του είναι μάλλον ηθελημένα απλοϊκός. Μια μυστηριώδης, σαγηνευτική μουσική που τα απογεύματα έρχεται από τους λόφους του Κεντ, ξεσηκώνει τους αξιοπρεπείς κατοίκους της περιοχής να επιδοθούν σε άγρια, πρωτόγονα όργια. Ο ήρωας, ένας νεαρός ιερέας, ζητά την βοήθεια του Επισκόπου, αναφέροντάς του τις παγανιστικές ενδείξεις. Ο Επίσκοπος του απαντά ότι είναι κουρασμένος κι έχει παραισθήσεις. Στο τέλος όμως ο παγανισμός κυριαρχεί. Ο ιερέας θυσιάζει στον Πάνα, που δεν εμφανίζεται ποτέ, και ο θαυματουργός τάφος του Αγίου Εθελμπρούντα χάνει την δύναμή του και τις θαυματουργικές ιδιότητές του.
“Η Κατάρα της Σοφής Γυναίκας” (1933), που ακολουθεί, είναι ένα πολύ πιο ουσιαστικό και μεστό μυθιστόρημα. Κατ ’ αρχήν είναι πιο αποτελεσματικά δομημένο, και οι χαρακτήρες του ολοζώντανοι. Για πρώτη φορά πηγή έμπνευσης είναι η ζωή της Ιρλανδίας. Πριν από είκοσι χρόνια οι Γιατς, οι κύκλοι των διανοούμενων κριτικών, τον είχαν αποπέμψει από το ατομικιστικό σύστημα της Ιρλανδικής Αναγέννησης. Ο Ντάνσανι απάντησε τότε ότι αν κάποιος ήθελε να βάλει σε μια ομάδα τους ποιητές της Μεσαιωνικής Ιταλίας, θα άφηνε απ ’ έξω τον Ντάντε, σύμφωνα με την λογική τους, μια και δεν έγραψε για την Ιταλία, αλλά για «κάποιους άλλους πολύ πιο διαφορετικούς τόπους». Τώρα λοιπόν, παρουσίαζε ένα εντυπωσιακό ιρλανδικό μυθιστόρημα, αποστομώνοντας τους παρωπιδικούς εχθρούς του.
Σύμφωνα με τον μύθο, πέρα από τον Tip Ναν Ογκ, βρίσκεται η Χώρα της Νιότης. Η κελτική παράδοση αναφέρει ότι κανείς δεν την έχει δει ποτέ, γιατί κανείς δεν έφτασε ποτέ εκεί. Οι σκοτεινές κατάρες της μάγισσας της περιοχής, μια παρέα που σκοπεύει να αποξηράνει το βάλτο, εκπληκτικές σκηνές μαγείας, η Θεά του Tip Ναν Ογκ κι ένα μοναχικό αγόρι που μεγαλώνει ολομόναχο ανάμεσα στους βάλτους, δίνουν τον τόνο σ ’ αυτό το μυθιστόρημα που διαπνέεται από αθωότητα και νοσταλγία για ό,τι ωραίο χάνεται. Και, πράγμα σπάνιο για τον Ντάνσανι, το βιβλίο περιέχει και μερικά αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Το 1936 κυκλοφορούν τρία ακόμη ενδιαφέροντα μυθιστορήματά του.
Το πρώτο είναι το “Ρόρι και Μπραν”, πάλι ιρλανδικό. Ένας νέος 19 χρονών που όμως μοιάζει 12, φοβερός βιβλιοφάγος, στέλνεται από τον πατέρα του στην αγορά να πουλήσει ζώα. Αλλά το παιδί είναι ακατάλληλο γι’ αυτή την δουλειά με αποτέλεσμα να μπλεχτεί σε διάφορες περιπέτειες, απ ’ τις οποίες τον σώζει κάθε φορά ο φίλος του Μπραν που είναι προφανώς σκύλος- «προφανώς» επειδή πουθενά στο έργο δεν αναφέρεται ξεκάθαρα σαν τέτοιος- αυτό όμως εξάγεται από τα συμφραζόμενα.
Η αφήγηση είναι βέβαια μια οπτική τέχνη στα μάτια του μυαλού, αυτή όμως η «αινιγματικότητα» του έργου, η ασάφεια γι ’ άλλους, προσδίνει με την υπαινιχτικότητά της και την κρυφή γοητεία του έργου, απ’ το οποίο θα ξεκινήσει μια ολόκληρη φιλολογία, με σπουδαιότερα έργα του είδους ίσως το “Σείριος” (1944), του Όλαφ Στάπλεντον και το Ένα Αγόρι και ο Σκύλος του” (1969), του Χάρλαν Έλισον.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος του Ντάνσανι είναι πιο ανθρώπινοι τώρα και η Ονειροχώρα του μοιάζει ν’ απομακρύνεται στα βάθη του μύθου της. Οι απλοί άνθρωποί του φαίνεται να τα πηγαίνουν καλύτερα με τα πιστεύω τους και την καθημερινή ζωή τους μέσα στην φύση.
Στο δεύτερο μυθιστόρημα, “Πάνω στους Λόφους”, η μαγεία έχει εξαφανιστεί πλέον μπορεί να θεωρηθεί ο Χάκλμπερι Φιν της Ιρλανδίας, αλλά κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο από την ιστορία του Μαρκ Τουέν όταν το αγόρι-πρωταγωνιστής του Ντάνσανι τρώει το χαστούκι της πραγματικότητας, τότε είναι η πραγματικότητα που το αποδέχεται.
Ο μύθος αναφέρεται σ ’ ένα αφρικανικό κράτος που μόλις έχει αποκτήσει την ανεξαρτησία του. Θέλοντας λοιπόν ν ’ αποδείξει ότι είναι ισότιμο με τα ευρωπαϊκά κράτη που στέλνουν αρχαιολογικές εξερευνητικές αποστολές στη Μαύρη Ήπειρο, στέλνει κι αυτό τους δικούς του επιστήμονες να σκάψουν σε μια αρχαία ιρλανδική τοποθεσία. Οι Αφρικανοί αρχαιολόγοι δεν είναι και πολύ συνηθισμένοι στον ευρωπαϊκό πολιτισμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διάφορα κωμικά επεισόδια, συχνά σε βάρος των Ιρλανδών.
Οι ντόπιοι γίνονται έξω φρενών με τους μαύρους αρχαιολόγους που πασπατεύουν τα κόκαλα των αρχαίων προγόνων τους, οι μάγισσες τους καταριούνται και οι δεκαεφτάχρονος Μίκι Κόνορ ανεβαίνει στο βουνό μαζί με λίγους φίλους του κι αρχίζουν τον πόλεμο με τον επίσημο ντόπιο στρατό.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσουμε τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο μετά την εγκαθίδρυση του ελεύθερου ιρλανδικού κράτους, το 1921, μεταξύ αυτών που δέχτηκαν να συμβιβαστούν με το Όλστερ, το επίσημο δηλαδή κράτος, και αυτούς που αρνήθηκαν. Έτσι, το να συλληφθεί κανείς με όπλο ή να διατηρεί ιδιωτικό κάστρο μπορούσε να θεωρηθεί μεγάλο παράπτωμα (ήδη ο Ντάνσανι συνεχίζοντας τον «πόλεμο» στην διάρκεια αυτής της περιόδου κινδύνευε να συλληφθεί και να υποστεί βαριές νομικές κυρώσεις). Γι’ αυτό και ο «πόλεμος» του Μίκι Κόνορ δεν είναι ένα αστείο γεγονός κι ας διαδραματίζεται σ’ ένα φανταστικό έργο.
Το γράψιμό του είναι όπως πάντα υψηλό και το χιούμορ του ποιότητας, έτσι οι όποιες «απιθανότητές» του, παρ’ όλο που κινούνται μέσα στα όρια της πραγματικότητας, γίνονται δεκτές ακριβώς επειδή το έργο είναι «φανταστικό» —ο συγγραφέας φαντασιοποιούσε την πραγματικότητα ή, σωστότερα, έλεγε για μια φορά ακόμη ορισμένες πικρές αλήθειες- εναπόκειται στον αναγνώστη να «πιάσει» το πνεύμα του.
Το τρίτο μυθιστόρημα αυτού του χρόνου είναι “Οι συνομιλίες μου με τον Ντιν Σπάνλι”, και θεωρείται το σπουδαιότερο έργο της «μεγάλης κυνικής περιόδου» του Ντάνσανι, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο βιογράφος του Μαρκ Άμορι στο βιβλίο του, “Λόρδος Ντάνσανι: Μια Βιογραφία”, (1972). Περιγράφει την περίπτωση ενός πάπα, ο οποίος στην προηγούμενη ζωή του ήταν σκύλος. Τις εμπειρίες εκείνης της περιόδου τις θυμάται μόνον όταν πίνει το σπάνιο κρασί κάποιου μαχαραγιά. Ο Ντάνσανι ήταν φιλόζωος, αγαπούσε ιδιαιτέρως τα σκυλιά που γνώριζε πολύ καλά, έτσι ήταν φυσικό να πρωταγωνιστούν σε πολλά έργα του. Το μυθιστόρημα έχει πάρα πολλές συγκινητικές στιγμές και είναι καλογραμμένο.
Το 1939 κυκλοφορεί το “Η ιστορία της Μόνα Σίκι”, που θεωρείται το τελευταίο βήμα του για ν’ απομακρυνθεί από τον κόσμο της μαγείας. Αργότερα όμως θα επανέλθει σ ’ αυτήν. Οι Ιρλανδοί χωρικοί πιστεύουν ότι το κορίτσι του τίτλου είναι η κόρη της Καλής Βασίλισσας της Ονειροχώρας, αντίθετα όμως ο ιερέας υποστηρίζει πως είναι ένα πολύ ηθικό παιδί που αγωνίζεται να επιβιώσει και να γλιτώσει από τους κακούς συγγενείς του που θέλουν να του πάρουν την κληρονομιά του. Οι Τίνκερς, οι Ιρλανδοί τσιγγάνοι, κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους, όπως και οι νεράιδες και τα ξωτικά και το γοητευτικό φυσικό τοπίο, αλλά το μαγικό λυκόφως έχει εξαφανιστεί. Όλο το μυθιστόρημα ανασαίνει παιδική δροσιά, αθωότητα και γλυκύτητα. Είναι γραμμένο ανάλαφρα και η αληθοφάνειά του είναι ένα από τα θετικά στοιχεία του.
Ίσως αυτή η αληθοφάνεια, η αναζήτηση δηλαδή της πραγματικότητας, να ήταν ο ενδόμυχος πόθος του Ντάνσανι, γιατί όσο κι αν μας προκαλεί έκπληξη για έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς φαντασίας του αιώνα μας, ο Ντάνσανι αποθάρρυνε άλλους συγγραφείς ν ’ ακολουθήσουν τον δρόμο της φανταστικής λογοτεχνίας και της Ε.Φ. Σ’ ένα νεαρό εκκολαπτόμενο συγγραφέα που ο Ντάνσανι είχε γνωρίσει πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος ήθελε να γράψει εξωτικές ιστορίες Ε.Φ., συμβούλευε: «Μη γράφεις φανταστικούς μύθους. Όση ομορφιά μπορείς να βρεις σ’ αυτούς, άλλη τόση μπορείς να βρεις σ ’ όλα τα αληθινά πράγματα που σε περιτριγυρίζουν». Ευτυχώς, πάντως, που ο ίδιος δεν ακολούθησε την συμβουλή που έδινε σ’ έναν άλλο.
Η ιδέα ωστόσο πρέπει να του γεννήθηκε γύρω στα 1943, όταν ο εκδοτικός οίκος Χάινεμαν προκήρυξε ένα διαγωνισμό καλύτερου θρίλερ. Σε λιγότερο από ένα μήνα ο Ντάνσανι έγραψε τον “Αντάρτη”, που κέρδισε όχι μόνο το πρώτο βραβείο, αλλά ευτύχησε και της αποδοχής κοινού και κριτικής —το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1944, στην καρδιά δηλαδή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου κι αυτό έχει σημασία.
Είναι το πιο ρεαλιστικό μυθιστόρημα του Ντάνσανι και, λόγω θέματος φυσικά, δεν έχει κανένα απολύτως ρομαντικό ή χιουμοριστικό στοιχείο. Ο μύθος του είναι μάλλον απλός, συμβατικός θα λέγαμε, αλλά ενδεικτικός. Η δράση του είναι τοποθετημένη στην σύγχρονη υπόδουλη Ελλάδα, δείχνοντας έτσι πόσο κατανοούσε ο Ντάνσανι το ελληνικό πρόβλημα μέσα στην γενικότερη φρίκη.
Ένα Ελληνόπουλο χάνει τους γονείς του στην γερμανική κατοχή και προσχωρεί στην Αντίσταση- δεν διακατέχεται από καμιά φλογερή ιδεολογία, είναι γέννημα και δημιούργημα των καιρών. Θα αποκτήσει αυτοσυνειδησία αλλά και γνώση του περιβάλλοντος και της γενικής κατάστασης πολύ γρήγορα και πολύ γρήγορα θα ανδρωθεί. Ήταν η εποχή που τα παιδιά μεγάλωναν από την μια στιγμή στην άλλη.
Μπορεί στο μυθιστόρημα να υπάρχουν απλουστεύσεις ή εύκολες λύσεις ή ακόμη και απιθανότητες, αλλά σε τέτοιες περιόδους όλα είναι πιθανά —η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία. Ο Ντάνσανι διέθετε τρομερή δύναμη παρατηρητικότητας, ήταν επίσης βετεράνος του A ‘ Παγκόσμιου Πολέμου κι έτσι μπορούσε να εκφράσει καλύτερα αυτά που πέρασε κατά την διάρκεια όλων εκείνων των γεγονότων και να ξαναζωντανέψει όχι μόνο με την φαντασία του την Ελληνική Αντίσταση. Αν η περιγραφή της μοιάζει να ξεπερνά τα ρεαλιστικά όριά της, αυτό δεν είναι απίθανο για ένα συγγραφέα φαντασίας, όπως ήταν ο Ντάνσανι- κι έπειτα, ο οποιοσδήποτε ηρωισμός ποτέ δεν ήταν μια ρεαλιστική πράξη.
Περιγράφει εξάλλου έναν παράλογο ρεαλισμό που θα μπορούσε να είναι και τέτοιος φαινομενικά απίθανος— και πολλές φορές ήταν. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο. Μπορεί οι Γερμανοί του να είναι μονολιθικοί σαδιστές και κτηνώδεις και οι Έλληνες του ιδανικά ηρωικοί, αποφασιστικοί, παράτολμοι και μεγαλειώδεις και οι σύμμαχοι οι από μηχανής θεοί της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, αλλά όλ ’ αυτά υπαγορεύονταν από μια ανωτερότητα πνεύματος, από μια υψηλής ποιότητας θεώρηση μιας τραγωδίας που έπαιρνε παγκόσμιες διαστάσεις ξεπερνώντας τον άνθρωπο, κι ο άνθρωπος έπρεπε να μιμηθεί το Θεό για να σωθεί απ ’ την Κόλαση που ο ίδιος δημιούργησε.
Φοβάμαι ότι ο μελετητής του έργου του Ντάρελ Σβάιτσερ δεν θέλησε να κατανοήσει τίποτε απ ’ όλ ’ αυτά, απόδειξη ότι τον κατηγορεί για «κούφιο ρεαλισμό» και για έλλειψη ορθολογισμού. Αλλά ο Ντάνσανι μεταστοιχείωνε την πραγματικότητα, ακόμη κι όταν έμενε μέσα στα όριά της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε να σκιαγραφήσει την ουσία της πραγματικότητας κι αυτό έκαμε. Αν τον κατηγορούσε κάποιος για προπαγάνδα, τότε αυτή ήταν στο ύψος του ανθρωπιστικού ιδεώδους.
Το επόμενο μυθιστόρημά του, “Τα παράξενα ταξίδια του συνταγματάρχη Πόλντερς”, εμφανίζεται το 1950. Είναι ένας συνδυασμός Ντιν Σπάνλι και Γιόρκενς. Ένας Ινδός, ο Πούντιτ Σιναντριάμα κι ένας Άγγλος, ο συνταγματάρχης Πόλντερς, διαφωνούν γύρω από την μετεμψύχωση. Ο συνταγματάρχης επιμένει ότι πρόκειται για πρόληψη, ο Ινδός ισχυρίζεται το αντίθετο. Ο συνταγματάρχης είναι ανένδοτος και τότε ο Ινδός με την βοήθεια της μαγείας τον στέλνει στο σώμα ενός σκύλου, ενός σπουργιτιού, ενός ψαριού και σε διάφορα άλλα ζώα, οπότε φυσικά αυτός αλλάζει γνώμη.
Μπορεί να μην υπάρχουν σκιαγραφήσεις ηρώων στο μυθιστόρημα, γιατί το ενδιαφέρον του συγγραφέα μοιάζει να επικεντρώνεται στις περιπέτειες αυτή η ποικιλία σε συνδυασμό με την ακρίβεια της περιγραφής είναι και το βασικό προσόν του βιβλίου. Σίγουρα, η Ε.Φ. με τα αμέτρητα μεταλλαγμένα ή εργαστηριακώς δημιουργημένα ζώα της ξεκινά από τον Ντάνσανι.
Το 1951 παρουσιάζει το “Η Τελευταία Επανάσταση”, που είναι το μοναδικό μυθιστόρημα Ε. Φ. που έγραψε. Ο Ντάνσανι απεχθανόταν την Βιομηχανική Επανάσταση —τις γκρίζες πολιτείες, την αυτοματοποίηση, τους γρήγορους ρυθμούς, την αγχωτική καθημερινότητα, το δύσοσμο περιβάλλον, τον εκνευριστικό θόρυβο με βάση αυτό το θέμα έγραψε και διάφορα διηγήματα Ε.Φ. Ένα απ ’ αυτά, “Ο Καινούριος Αφέντης”, όπου το κλασικό σατανικό ρομπότ παίζοντας σκάκι εξουδετερώνει το συμπαίκτη-δημιουργό του, πρέπει να του ενέπνευσε την “Τελευταία Επανάσταση”.
Εδώ η λέξη «επανάσταση» υποδηλώνει την εξέγερση της Μηχανής εναντίον του Ανθρώπου, υπό την έννοια ότι αυτή υπήρξε πάντοτε σκλάβος του. Έτσι, όταν ο επιστήμονας Πέντερ δημιουργεί έναν τέτοιο σκεπτόμενο μηχανικό σκλάβο, αυτός θα οδηγήσει τους συναδέλφους του σε εξέγερση. Αν νικήσουν, αυτό θα σημαίνει το τέλος του κόσμου- θέμα και ιδέα που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από πλήθος συγγραφέων.
Ο Άμπροουζ Μπιρς στο Ο Άρχοντας του Μόξον (1872), ο Σάμιουελ Μπάτλερ στο Έρεβον*’ (1872), ο Χ.Τζ. Ουέλς στο Η Μηχανή του Χρόνου”* (1895), ο Άλντους Χάξλεϊ στο “Θαυμαστός Καινούριος Κόσμος” (1932), για ν’ αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο μερικούς, αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό, αν όχι και αρνητικά, την εισβολή της μηχανής στην ζωή του ανθρώπου. Ο Ντάνσανι ήταν ένας βαθιά πνευματικός άνθρωπος κι έβλεπε πολύ σωστά την μηχανοποίηση του ανθρώπου, δηλαδή την συρρίκνωση του ψυχισμού του. Τα κίνητρά του ήταν υψηλά κι όχι στενά αντιδραστικά.
Απ ’ αυτή την άποψη, ακόμη και σήμερα, ίσως ειδικά σήμερα, που ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει την παγκόσμια αλλοτρίωση του, το μυθιστόρημά του μπορεί να θεωρηθεί επίκαιρο. Πίστευε στην διαδικασία της εξέλιξης κι ότι οι μηχανές θα είναι μάλλον οι κληρονόμοι μας, και τρόμαξε, γιατί ποια μηχανή μπορεί να αντικαταστήσει τον άνθρωπο; (Την ιδέα αντλεί από το ήδη προαναφερθέν Έρεβον, του Σ. Μπάτλερ.) Πάντως η εξέλιξη αυτής της ανατριχιαστικής ιδέας, της εισβολής της μηχανής στην ζωή του σημερινού ανθρώπου, μπορεί να την δει κανείς στο Το Σπέρμα του Δαίμονα” (1974), του Ντιν Κουντζ ή στην εφιαλτική Κριστίν (1983), του Στέφεν Κινγκ.
Το τελευταίο μυθιστόρημά του είναι “Οι Άνθρωποί του” (1952). Εδώ αναζητά μια λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης μισαλλοδοξίας. Για μια φορά ακόμη ο Ντάνσανι καταπιάνεται μ’ ένα σπουδαίο θέμα. Ο νεαρός και πάλι ήρωάς του περιπλανιέται στον κόσμο αναζητώντας αυτή την φορά ένα σκοπό κι ένα νόημα κάτω από το ακατανόητο παιχνίδι της πραγματικότητας. Όταν προσηλυτίζεται σε μια αίρεση, όπου σύμφωνα με το τυπικό της είναι υποχρεωμένος ν ’ ασπαστεί όλες τις θρησκείες και να τις υπηρετήσει, αρχίζουν και τα προβλήματά του, διότι, όπως είναι επόμενο, συγκρούεται συνέχεια. Λύση φυσικά δεν υπάρχει, γιατί κανένα φιλοσοφικό δίλημμα δεν την προσφέρει- το ότι όμως το έθεσε είναι αρκετό. Το πικρό, κυνικό συμπέρασμά του είναι: «Η μισαλλοδοξία είναι κληρονομιά στο ανθρώπινο είδος και δεν θ’ αλλάξει ποτέ». Είναι το τελευταίο ιρλανδικό μυθιστόρημά του και η πιο φιλόδοξη εργασία του.
Ο Dunsany είχε και μια ιδιαίτερη σχέση με την Ελλάδα, καθώς την επισκέφθηκε το 1940 ως Καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από την χώρα μας έφυγε στις αρχές του 1941 λόγω της Γερμανικής Εισβολής.
Επινόησε ένα ασύμμετρο παιχνίδι που ονομάζεται Dunsany’s chess. Στην μετέπειτα ζωή του απέκτησε επίτιμο διδάκτορα από το Trinity College του Δουβλίνου. Αποσύρθηκε στο Shoreham του Κεντ το 1947. Το 1957 αρρώστησε όταν επισκέφθηκε την Ιρλανδία και πέθανε στο Δουβλίνο σε ηλικία 79 ετών.
Είχε δώσει εντολή να ταφεί στο προαύλιο της εκκλησίας της αρχαίας εκκλησίας του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου, Shoreham, Kent, στην μνήμη των κοινών πολέμων. Στην κηδεία του παρευρέθηκε ένα ευρύ φάσμα της οικογένειας (συμπεριλαμβανομένων των Pakenhams, Jerseys και Fingals) και του Shoreham, καθώς και εκπρόσωποι του παλιού του συντάγματος και διαφόρων σωμάτων για τα οποία είχε δείξει ενδιαφέρον. Μια επιμνημόσυνη δέηση πραγματοποιήθηκε στο Kilmessan στο Meath με την ανάγνωση του “Διασχίζοντας το μπαρ”, το οποίο σημειώθηκε ότι συνέπεσε με ένα διερχόμενο κοπάδι χηνών.
Η Lady Beatrice επέζησε από τον Λόρδο Dunsany, ζώντας κυρίως στο Shoreham, επιβλέποντας την λογοτεχνική του κληρονομιά μέχρι το θάνατό της το 1970, ενώ ο γιος τους Randal τον διαδέχθηκε στην βαρονία και τον διαδέχτηκε με την σειρά του ο εγγονός του, ο καλλιτέχνης Edward Plunkett, στον οποίο μεταβιβάστηκαν τα λογοτεχνικά δικαιώματα.
“Το Τέσσερις Ποιητές” (1986) είναι μάλλον το τελευταίο έργο που παράδωσε στον εκδότη του εν ζωή και δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του.
Ο Λόρδος Ντάνσανι κυριάρχησε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, απολαμβάνοντας την αποδοχή κοινού και κριτικών. Στα πρώτα χρόνια όμως της δεκαετίας του ’60 άρχισε να ξεχνιέται. Ήταν τότε που νεόκοποι κριτικοί και διάφοροι καθηγητές της αγγλικής λογοτεχνίας υποστήριξαν ότι ο ρεαλισμός ήταν περισσότερη σοβαρή μορφή τέχνης, ξεχνώντας ότι τα μεγάλα έργα της λογοτεχνίας είναι προϊόντα φαντασίας. Ο Όμηρος, οι Έλληνες τραγικοί, ο Ηλιόδωρος, ο Λουκιανός, ο Γκέτε, ο Αριόστο, ο Σουίφτ, το Γοτθικό και Βικτοριανό μυθιστόρημα, για ν’ αναφέρουμε μόνο ενδεικτικά μερικά ονόματα, είναι οι στιγμές εκείνες που συγκροτούν το ουσιαστικό σώμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και μια απ ’ αυτές τις ωραίες στιγμές είναι σίγουρα και ο Ντάνσανι.
Πρέπει ακόμη να ειπωθεί ότι πριν από τον A ‘ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν κανονικός συνεργάτης του αγγλικού περιοδικού Saturday Review, στο οποίο υπάρχουν πολλά διηγήματά του, όπως επίσης και φιλολογικά άρθρα, καθώς και κριτικές για θέατρο και βιβλίο. Ένα πλήθος χιουμοριστικά κείμενά του, διηγήματα, σκίτσα, ανέκδοτα και φανταστικοί διάλογοι που περιέχουν μια συναρπαστική πολλές φορές πολιτική άποψη ή ιδέα, αδημοσίευτα και αυτά σε βιβλία, υπάρχουν και στο περιοδικό Punch.
Ανάλογα κείμενά του υπάρχουν και σε περιοδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα Spectator, Stand, Tim and Tid, και σ ’ άλλα αγγλικά και αμερικάνικα περιοδικά θα συναντήσει κανείς ένα πλούσιο υλικό που αποδεικνύει το λογοτεχνικό ωκεανό που έφερνε μέσα του αυτός ο εκπληκτικός συγγραφέας, που οι μεγαλύτερες αρετές του ήταν, όπως φάνηκε, η απέραντη εύφορη φαντασία του και η καταπληκτική δεξιοτεχνία του στο γράψιμο.
Η ουσία της λογοτεχνικής εργασίας του Ντάνσανι ήταν η χρήση της γλώσσας και ο μοναδικός τρόπος αφήγησης.
Σίγουρα θα υπάρξουν και άλλοι συγγραφείς φαντασίας στο μέλλον, αλλά ποτέ δε θα ξαναγεννηθεί ένας άλλος Λόρδος Ντάνσανι.
Πλάτων: Διά-Λογος και Δια-λεκτική του βίου
Από το Έρεβος του μονο-λόγου στο Φως του δια-λόγου
§1 Διά-λογος και Δια-λεκτική
Ο Πλάτων είναι ο πρώτος φιλόσοφος στην ελληνική αρχαιότητα που έχει να μας παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη θεωρία της διαλεκτικής. Ολοκληρωμένη υπό τον εξής ορίζοντα: πρώτον συνδυάζει Λόγο και διά-Λογο για να αναπτύξει ένα δια-λέγεσθαι, που φιλοδοξεί να προσεγγίσει την ουσία της αλήθειας, χωρίς να στρεψοδικεί και να παραπλανά. Ένα δια-λέγεσθαι τόσο αριστουργηματικά φιλοτεχνημένο, που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία του πνευματικού μας πολιτισμού. Στον Παρμενίδη βρίσκουμε μια από τις μοναδικές εμφανίσεις του ρήματος διαλέγεσθαι σε ενδοσυνάφεια με το γεγονός ότι υπάρχει μια άρρηκτη σχέση μεταξύ του διαλόγου και των Ιδεών. Αυτός που δεν παραδέχεται την ύπαρξη των Ιδεών «δεν θα ξέρει πού να στρέψει τις σκέψεις του» και «θα καταστρέψει τελείως την ικανότητα του διαλόγου». Ως εκ τούτου, δεύτερον, ολοκληρωμένη υπό την έννοια της απαιτητικής οδού της αλήθειας: γόνιμη αξιοποίηση όλων των σχετικών στοιχείων της παράδοσης –μαζί με παλαιότερες διαλεκτικές συλλήψεις συν το υπαρκτό γλωσσικό και γλωσσολογικό υλικό– και απαιτητική ως προς το αψευδές του ερευνητικού της βλέμματος. Εάν αλήθεια είναι το Ἀγαθòν και τούτο είναι ο φιλοσοφικός Ἒρως για μια αυθεντική ζωή, για το ὄντως Ὄν, τότε οδός της αλήθειας είναι το κατά Λόγον εύτακτο εγχείρημα ανάβασης στην Ιδέα του Ἀγαθοῦ, η οδός που οδηγεί στην πρώτη οντολογική αρχή του ανθρώπου και τη διασφαλίζει ως τέτοια. Ολοκληρωμένη, τρίτον, ως εναρμονισμένη πλήρως με τις αναγκαιότητες της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ως επαρκής για την καλύτερη οργάνωση του βίου της πολιτείας και των ανθρώπων. Ως μια τέτοια λοιπόν ολοκληρωμένη φιλοσοφική οδός της αλήθειας συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να κατανοείται και η νεότερη διαλεκτική, της οποίας αποκορύφωση είναι η εγελιανή διαλεκτική.
§2 Η ουσία της διαλεκτικής
Η διαλεκτική είναι εκείνη η άλλη μέθοδος που επιχειρεί να συλλάβει με επιστημονικό τρόπο αυτή καθεαυτήν την ουσία κάθε πράγματος (Πολιτεία 533b). Eίναι η αληθινή φιλοσοφία, η ανώτερη επιστήμη (Σοφιστής 253d κ.εξ.), που ακολουθεί μια πορεία με κανόνες και μας οδηγεί στον τόπο της Ιδέας· στον τόπο δηλαδή που φθάνοντας κανείς είναι σαν να βρίσκει μια μοναδική ανάπαυση από τον δρόμο και σαν να έχει φτάσει στο τέλος του ταξιδιού του. Αυτό το ταξίδι είναι μακρινό και μεγάλο: Στα πρώτα βήματα είναι η ίδια η σωκρατική δια-λεκτική: η τέχνη της ερωτηματοθεσίας και της συν-ομιλίας. Κατά τη ρήση του Χάιντεγκερ, ήτοι του Χαίλντερλιν: «μια συν-ομιλία είμαστε και μπορούνε να ακούμε ο ένας τον άλλο». Μια συν-ομιλία δηλαδή που απελευθερώνει τη δύναμη του Λόγου και τη στρέφει σταθερά προς τη διερεύνηση της ουσίας του Πράγματος. Ο Πλάτων ωστόσο δεν αρκείται σε μια απλή τέχνη της ερωτηματοθεσίας και της συν-ομιλίας. Προχωρεί παραπέρα: δημιουργεί μια ιεραρχία αρχέτυπων Ιδεών, γενών και ανάγεται δι-αισθητικά στους αρχέγονους τύπους, στα ίδια τα αρχέ-τυπα, όπου συμ-μετέχουν τα όντα που συλλαμβάνει κανείς με την κατ’ αίσθηση αντίληψή του. Έτσι, Λόγος, διά-Λογος και δια-λεκτική συνιστούν γλωσσικά σήματα φωτός: εσωτερικότητας, κίνησης της ψυχής και του λογισμού. Εκκινώντας κανείς από το σωκρατικό διάλογο, στη Μοναδική του σημασία, ως οδό προσέγγισης του άλλου, ως δι-επικοινωνιακή διερεύνηση της αλήθειας, μπορεί εκ πρώτης όψεως να διαπιστώσει ότι ο διά-Λογος εισδύει ερμηνευτικά στα φαινόμενα, όχι για να μείνει σ’ αυτά, αλλά για να αναζητήσει μια κάποια πρωταρχική τους ενότητα. Πρόκειται για την περίφημη μέθ-οδο του ορισμού: τι εστί χ; Κατ’ αυτή τη φορά λοιπόν η διαλεκτική έχει να κάνει με τον Λόγο, με την κίνηση της σκέψης ‒με ένα ταξίδι (Σοφιστής 253b, Πολιτεία 532b)‒ από τα πολλά [φαινόμενα] στο Ένα, στην Ιδέα.
§3 Φιλοσοφία και Δια-λεκτική
«Σήμερα, όσοι καταγίνονται με τη φιλοσοφία είναι παιδαρέλια …που δεν έχουν ασχοληθεί ακόμη με το σπίτι τους και τον βιοπορισμό και που όταν φθάσουν στο πιο δύσκολο μέρος της φιλοσοφίας τα παρατούν στη μέση· έτσι κάνουν όσοι παριστάνουν τους πολύ φιλοσοφημένους ‒και χαρακτηρίζω ως το πιο δύσκολο μέρος τη διαλεκτική‒, και αργότερα, όταν δεχθούν, μετά από παράκληση κάποιων που ασχολούνται με τη φιλοσοφία να τους παρακολουθήσουν σε μια φιλοσοφική συζήτηση, το θεωρούν μεγάλο πράγμα, επειδή πιστεύουν πως γι’ αυτούς η φιλοσοφία πρέπει να είναι πάρεργο» (Πολιτεία 497e9-498a6).
Η φιλοσοφία είναι εκείνη η προχωρημένη έννοια, στην ύψιστη θέση της οποίας βρίσκεται η διαλεκτική· κάτι που σημαίνει δυο τινά: πρώτον, ότι μπορεί κανείς να σκεφτεί διαλεκτικά, στο βαθμό που εισχωρεί στο βάθος της φιλοσοφίας και πορεύεται προς αυτή τούτη την Ιδέα. Κάθε άλλη πρόχειρη και επιφανειακή σχέση με τη φιλοσοφία χαρακτηρίζει ανθρώπους, που θεωρούν τον εαυτό τους τέλεια φιλοσοφημένο, ενώ στην πράξη είναι εντελώς αφιλοσόφητος. Δεύτερον, όποιος είναι αντιδιαλεκτικός, δεν μπορεί να φιλοσοφήσει. Γι’ αυτό βλέπουμε τον Πλάτωνα να προχωρεί πέρα από τις επί μέρους έννοιες, με τις οποίες ασχολήθηκαν κυρίως οι Σοφιστές και ο Σωκράτης. Τις θεωρεί έκτυπα –σε αντίθεση με τα αρχέτυπα– εικόνες των εφήμερων, φθαρτών όντων και ως τέτοιες είναι και αυτές κάτι το φθαρτό, το πεπερασμένο. Οι αληθινές έννοιες είναι οι Ιδέεςˑ αυτές εδώ αντιστοιχούν στα όντως όντα και βρίσκονται πάνω από κάθε σχετική αλήθεια. Ενώ για τις σχετικές προπλατωνικές αντιλήψεις, συμπεριλαμβανομένης και της σωκρατικής, ο αληθινός/πρωταρχικός τύπος της πραγματικότητας αναζητείται στα ορατά όντα του παρόντος κόσμου και με βάση αυτά δημιουργούνται και γίνονται επεξεργάσιμες οι αντίστοιχες Ιδέες της φιλοσοφίας, της επιστήμης κ.λπ., για τον Πλάτωνα τούτα τα καθέκαστα αντικείμενα του ορατού, αισθητού κόσμου αποτελούν απλώς ένα μέρος του όντως Όντος και ως τέτοια είναι είδωλα, σκιές*.
§4 Η διαλεκτική εξευγενίζει την ψυχή
Απεναντίας, οι Ιδέες του νοητού κόσμου είναι καθολικοί τόποι, ανεξίτηλοι, ανεξάντλητοι, άφθαρτοι και ως εκ τούτου η μοναδική αδιάφθορη αλήθεια, που δεν μπορεί να κατασπαραχθεί από οπισθοδρομικούς τρόπους σκέψης, σαν αυτούς που περιγράφει ο φιλόσοφος στο ως άνω απόσπασμα. Ο άνθρωπος που είναι χωρίς καμιά φιλοσοφική γνώση και επίγνωση, απέχει πόρρω από το να φθάσει στην ποιοτικά πιο σύνθετη βαθμίδα σκέψης, τη διαλεκτική, και σβήνει πνευματικά (ό.π. 498a7). Τότε γίνεται «άριστος» υπηρέτης των διαφόρων προπαγανδιστικών ιδεολογιών και εχθρεύεται καθετί που υπερβαίνει τη δική του ασημαντότητα και ανικανότητα, πόσο μάλλον εκείνη τη φιλοσοφία που ανυψώνει τη διαλεκτική στην ύπατη αρχή Λόγου και δια-Λόγου και την οποία αυτός τη θεωρεί πάρεργο. Μόνο αυτή η αρχή είναι σε θέση
«να επαναφέρει το ευγενέστερο τμήμα της ψυχής [από το υπόγειο κατοικητήριο των σκιών] στο φως του ήλιου και να το προσανατολίσει προς τη θέα εκείνου που μέσα στα όντα συνιστά το άριστο…Μόνο η δύναμη της διαλεκτικής [=ἡ τοῦ διαλέγεσθαι δύναμις] θα μπορούσε να το αποκαλύψει σε εκείνον που κατέχει τις επιστήμες που μόλις αναφέραμε και κανένας άλλος τρόπος …Μόνο η διαλεκτική μέθοδος στρέφει τα μάτια της ψυχής από τον βαρβαρικό βούρκο [των σκιών] προς τον επάνω κόσμο [του φωτός]»
Αυτοί που δεν βγαίνουν έξω από τον βαρβαρικό βούρκο των σκιών είναι τα παντοειδή παρασιτικά στοιχεία των ποικίλων συστημάτων εξουσίας, που τα συναντάμε συνήθως μέσα σε μορφωτικά ιδρύματα, σε θεσμικούς χώρους, στα κοινοβούλια, στους δήθεν πολιτικούς, πολιτιστικούς, επιστημονικούς, δημοσιογραφικούς, γενικώς συντεχνιακούς οργανισμούς και μηχανισμούς, σε περιοχές γενικώς, όπου ευδοκιμεί το μαζικό θέαμα. Αυτούς ο Νίτσε τους χαρακτηρίζει ως εξής με τον στιβαρό του λόγο:
«Αυτοί που μας έχουν προκαλέσει τη μεγαλύτερη αηδία ως τώρα είναι τα παράσιτα του πνεύματος: τα συναντάμε ήδη παντού στην αρρωστημένη μας Ευρώπη· και μάλιστα με την ηθική τους-συνείδηση ως την καλύτερη του κόσμου. Μπορεί να είναι λίγο τεθλιμμένοι … αλλά κυρίως είναι αδηφάγοι, βρομεροί, που σκορπίζουν παντού βρομιά, καταχθόνιοι, άνθρωποι που χώνονται παντού, που ρέπουν στην κλεψιά, πρόστυχοι … Ζουν σε βάρος των άλλων ανθρώπων που διαθέτουν πνεύμα και το μοιράζουν γενναιόδωρα: ξέρουν ότι ταιριάζει σ’ αυτή τούτη τη φύση του πλούσιου πνεύματος να ζει ανιδιοτελώς, χωρίς την παραμικρή/μικρόψυχη έγνοια για το αύριο, και να σπαταλά τον εαυτό του αφρόντιστα. Γιατί το πνεύμα είναι ένας κακός διαχειριστής και δεν προσέχει διόλου το γεγονός ότι τα πάντα ζουν και τρέφονται απ’ αυτό».
Αυτό το νιτσεϊκό πνεύμα αποτυπώνει πλήρως το μίσος όλων των αντιφιλοσοφικών στοιχείων της κοινωνίας του θεάματος απέναντι στον φιλοσοφικό Λόγο. Αυτός ο βαρβαρικός βόρβορος κυριαρχεί σχεδόν παντού και περνάει για τις καθεύδουσες συνειδήσεις ως μέγιστη φιλοσοφία. Το ερώτημα λοιπόν για τον Πλάτωνα είναι τούτο: πώς μπορεί να ατενίσει η ανθρώπινη ψυχή τον αληθινό κόσμο των Ιδεών, να δει το φως που αυτός εκπέμπει και να συμμετάσχει και η ίδια στην τελειότητα που ο ίδιος υπόσχεται; Με τη διαλεκτική: ως οδό, μέθ-οδο κριτικής ανάβασης στους αναβαθμούς της γνώσης από την απλή εικασία στη δόξα, στη μαθηματική γνώση και τέλος στο ανυπόθετο. Τι είναι το ανυπόθετο; Εκείνο το από-λυτο [=το λυμένο/ απ-αλλαγμένο από περατούς δεσμούς], που δεν πνίγεται μέσα στην ετερότητα, στην αποξένωση, στον διασκορπισμό και τον σχετικισμό, αλλά γεμάτο φως δίνεται ή εκτίθεται στη θέα της ψυχής.
§5 Η διαλεκτική ως ερωτική ανάβαση
Έτσι, η διαλεκτική είναι ψυχ-αγωγία, αγωγή δηλαδή της ψυχής, ώστε να καταστεί ικανή να φτάσει στη θέα του κόσμου των Ιδεών. Και όταν φτάσει ως εκεί, προχωρεί στο επόμενο στάδιο, όπου αναστρέφεται με τις τελευταίες, δια-λέγεται μαζί τους. Το δια-λέγεσθαι τούτο δεν είναι το γνωστό σωκρατικό διαλέγεσθαι ανάμεσα σε δυο πρόσωπα, αλλά πιο εσωτερικό, περισσότερο άρρητο, για το οποίο η ψυχή σχηματίζει Ιδέα με τα έργα της και έτσι τείνει να μετα-σχηματίζεται η ίδια σε ψυχή της Ιδέας. Η διαλεκτική είναι συνεπώς, με όρους του Πλάτωνα, Ερωτική Ανάβαση από τον κόσμο των αισθητών στον κόσμο των Ιδεών. Όχι σπάνια μέσα στα κείμενά του ο μεγάλος Έλληνας διαλεκτικός χρησιμοποιεί τη λέξη λόγους, όταν αναφέρεται στη διαλεκτική οργάνωση της σκέψης. Η ανάβαση ή άνοδος από τον έναν κόσμο στον άλλο δεν συνιστά μετάβαση από την πολλαπλότητα των αισθητών σε μια πολλαπλότητα των νοητών πραγμάτων, αλλά μέθεξη στη μια Ιδέα, στο ένα νοητό Ον. Π.χ. όταν μιλάμε για τα πολλά δίκαια, τα πολλά ωραία κ.λ.π., αναζητούμε την αλήθεια τους μέσα στη μια Ιδέα του δικαίου, του ωραίου κ.λπ. Πώς την αναζητούμε; Καταφεύγοντας στους λόγους ή στον λόγο, δηλαδή στη διαλεκτική. Στη συνάφεια με τούτη τη διαλεκτική, η εμπειρία δεν εκβάλλεται από τον πλατωνικό κόσμο των Ιδεών, αλλά αποτελεί τον τόπο, όπου συντελείται η ανάμνηση: π.χ. την Ιδέα του ωραίου δεν μας την δίνει ένα ωραίο πράγμα ή αντικείμενο ή πρόσωπο, που στέκεται αντίκρυ μας, αλλά την ενατενίζει η ψυχή, όταν θεάται τα ωραία πράγματα του αισθητού κόσμου. Χωρίς τη θέαση τούτη, η ψυχή παραμένει βυθισμένη μέσα στη λήθη. Στην Πολιτεία, στο Φαίδρο, στο Συμπόσιο και σε πολλά άλλα έργα του ο φιλόσοφος μας παρουσιάζει δια-λεκτικές παραστάσεις μιας τέτοιας ανοδικής πορείας της ψυχής στο νοητό τόπο: μετ-ουσίωση από τη λήθη στην αλήθεια, δηλαδή στην ανά-μνηση της προϋπάρχουσας αλήθειας της. Αυτή η ανοδική πορεία δεν είναι μια συσσώρευση πληροφοριακής γνώσης, αλλά επιδιωκόμενη ταύτιση [=κίνηση ταύτισης] του σκεπτόμενου υποκειμένου με το νοητό ζητούμενο.
Πώς σώθηκε ένα κεφάλαιο της Ελληνικής φιλοσοφίας
Πράγματι, αποδείκνυε ότι υπήρχαν κι άλλες οδοί, όχι μόνο εκείνη των χριστιανών, για να υποβάλεις σε κριτική την παραδοσιακή θρησκεία του δωδεκάθεου. Και γνωρίζουμε όλοι πως τίποτα δεν είναι πιο μισητό απ’ ό,τι βρίσκεται πλησιέστερα σε εσένα, αλλά μπορεί να αποδειχτεί ανταγωνιστικό όσον αφορά το σκοπό σου. Μήπως δεν είμαστε πιο σκληροί απέναντι στους «αιρετικούς» παρά στους αντιπάλους μας;
Σε αυτό το πολύ δυσμενές κλίμα, φαίνεται ότι θα γλίτωνε μόνο ένας συγγραφέας με δεδηλωμένη επικούρεια πίστη, ο ποιητής Λουκρήτιος. Μυστηριώδης φυσιογνωμία, με μεγάλο κύρος στη Ρώμη του 1ου π.Χ. αιώνα, στον κύκλο του Κικέρωνα και του φίλου του Αττικού. Ένας ποιητής, λοιπόν, κι όχι κάποιος που γράφει πραγματείες. Ένας ποιητής, ο οποίος οφείλει τη σωτηρία του στη δύναμη της δημιουργίας του. Ο Βιργίλιος, ο Προπέρτιος, ο Οβίδιος, ο Οράτιος διάβασαν το έργο του. Μόνο ο Οβίδιος όμως τόλμησε να τον επαινέσει ξεκάθαρα.
Ο βησιγότθος βασιλιάς Sisebut και ο λόγιος χριστιανός Ισίδωρος από τη Σεβίλη τον μελέτησαν και τον μιμήθηκαν. Έφτασε έτσι στον Μεσαίωνα και, από καλή τύχη, δύο χειρόγραφα της εποχής του Καρλομάγνου με τα κείμενά του σώθηκαν και αντιγράφηκαν. Ο Λουκρήτιος τα κατάφερε, στον αγώνα ενάντια στο ναυάγιο των αρχαίων που δεν ήταν αγαπητοί στη νέα «μοναδική σκέψη», χάρη στην υπέροχη εξαμετρική του ποίηση και στο μεστό επιστημονικό περιεχόμενο των σελίδων του.
Στις αρχές του 4ου αιώνα, ο Lattanzio, αμείλικτος χριστιανός, τον έβριζε αποκαλώντας τον «τρελό»· κατά πάσα πιθανότητα όμως επέκρινε τον λατίνο ποιητή γιατί δεν είχε πια ένα κείμενο του Επίκουρου για να το κατηγορήσει απευθείας.
Στο τέλος του 19ου αιώνα, γάλλοι και στη συνέχεια αυστριακοί αρχαιολόγοι ανακάλυψαν σε μια παράκτια περιοχή της Μικράς Ασίας, σχεδόν απέναντι από τη Ρόδο, αποσπάσματα επιγραφών ενός άγνωστου μέχρι τότε συγγραφέα, του Διογένη από τα Oινόανδα. Στην πόλη όπου ήταν σημαντικό πρόσωπο, ο Διογένης ζήτησε να χαράξουν στο περίστυλο της κεντρικής πλατείας τα επικούρεια κείμενά του και, κυρίως, τα γραπτά του μεγάλου δασκάλου και ιδρυτή της σχολής. Σήμερα, αυτά τα αποσπάσματα είναι δέκα φορές σπουδαιότερα από τη στιγμή της ανακάλυψής τους. Μία παρατήρηση όμως επιβάλλεται: ο Διογένης είναι ένας μέτριος ερανιστής και η σωτηρία του οφείλεται στην τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως στην αρχαιολογία.
Υπήρχε όμως κι άλλος ένας λόγιος, ο οποίος δεν σταμάτησε ποτέ να ενδιαφέρει τους μελετητές και τους λογίους. Πρόσφερε σε δέκα καλογραμμένα βιβλία μια ιστορία της Ελληνικής σκέψης από τον Θαλή μέχρι τον Πύρρωνα, και επισκίαζε, με τα βιογραφικά ανέκδοτα, την παρουσίαση των διδασκαλιών: ο Διογένης ο Λαέρτιος.
Ένας λόγιος ο οποίος σώθηκε για την ιστορικο-βιογραφική συγκρότηση της κοπιώδους εργασίας του, επειδή τη θεωρούσαν «πολύτιμο εγχειρίδιο», αλλά πίσω από αυτή τη συγκρότηση έκρυβε, τρόπος του λέγειν, ή έθετε σε δεύτερο επίπεδο τη φιλοσοφική του τάση. Αφιέρωσε ολόκληρο το δέκατο βιβλίο, το τελευταίο του έργου του Βίοι φιλοσόφων, στον Επίκουρο. Έτσι, ολόκληρη η πραγματεία του κορυφώνεται με τον Επίκουρο. Και με επιδέξιο τρόπο άφηνε να αναδυθεί η επιλογή του σε ένα παιχνίδι απόψεων (η έκφραση είναι χιουμοριστική) με την περιπαθή, πλατωνική προσφώνησή του.
Τέλος πάντων, ο Διογένης ο Λαέρτιος είναι ο άλλος «μεγάλος» επικούρειος της κλασικής λογοτεχνίας. Η αφοσίωσή του στον Επίκουρο είναι τέτοια, ώστε μεταβιβάζει στους μεταγενέστερους, στο βιβλίο που του αφιερώνει, ολόκληρα έργα, μεταγράφοντας και σχολιάζοντάς τα. Δεν το κάνει για κανέναν άλλο φιλόσοφο.
Και μόνο ο Πλάτων ―ο αγαπημένος φιλόσοφος της παραλήπτριάς του― αξίζει, όπως ο Επίκουρος, ένα ολόκληρο βιβλίο. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν. Λανθασμένα οι σύγχρονοι μελετητές αποδίδουν την απουσία αυτού του ουσιώδους στοιχείου στο «ημιτελές» και στο «ατελές» του έργου του. (Υπόθεση αυθαίρετη και συχνά αναπόδεικτη, που επικρέμεται σε μεγάλο μέρος του έργου, στο οποίο αποδίδονται μειονεκτήματα κάθε είδους που συχνά τα αποδίδουν στην ανεπάρκεια του συγγραφέα.) Αυτό το όνομα δεν έπρεπε να λείπει, για τον απλούστατο λόγο ότι, περίπου στη μέση του βιβλίου για τον Πλάτωνα, ο Διογένης αναφέρεται σε αυτή τη γυναίκα φιλόσοφο λεπτομερώς, επαινώντας τη βαθιά πραγματογνωσία της και την πνευματική της περιέργεια.
Ξέρει, λοιπόν, για ποια μιλάει. Ίσως το όνομα της γυναίκας να υπήρχε στον τίτλο. Μόνο που δεν τον έχουμε, γιατί το καλύτερο χειρόγραφο (το «Βουρβονικό», το οποίο βρίσκεται σε εκείνον το θησαυρό της παρακμής, δηλαδή την Εθνική Βιβλιοθήκη της Νάπολης) είναι ελλιπές· λείπει η πρώτη σελίδα. Και τα λιγότερο αξιόπιστα χειρόγραφα μας παρέχουν τίτλους ασαφείς και αντιφατικούς. Τώρα πια μπορούμε να καταλάβουμε, αφού διαθέτουμε επιτέλους μια κριτική έκδοση για το Βίοι φιλοσόφων.
Πρόκειται για ένα κείμενο που δεν κρύβει τα πιο σημαντικά στοιχεία, εκείνα που σχετίζονται με τους υπάρχοντες τίτλους στην αρχή και στο τέλος κάθε βιβλίου, στοιχεία θεμελιώδη και πλούσια σε ενδείξεις σχετικά με την ιστορία των αρχαίων κειμένων. Ο Marcovich μας προσφέρει τα αναγκαία στοιχεία και είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι οι τίτλοι στα δικά μας χειρόγραφα, στην αρχή του έργου, δεν έχουν καμία πιθανότητα να αντιστοιχούν με εκείνους του συγγραφέα.
Ο Marcovich εισήγαγε μία άλλη σημαντική καινοτομία: χώρισε την έκδοση σε δύο τόμους. Στον πρώτο μάς δίνει το κείμενο, στον δεύτερο έχει θησαυρίσει λεπτομερώς όλες τις βυζαντινές πηγές, από τον Φώτιο μέχρι τον Σουίδα κ.ά., που αναφέρουν τον Διογένη. Επιτέλους, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πόσοι διάβασαν τον Διογένη και πώς τον χρησιμοποίησαν. Δεν θα αναφέρουμε τη σημαντική χρησιμότητα του δεύτερου τόμου για να αντλήσουμε κάθε όφελος από τον πρώτο. Το πέρασμα του Διογένη διαμέσου του ελληνικού και του λατινικού Μεσαίωνα (από τον Ενρίκο Αρίστιππο στον Walter του Burley, στον Benzo της Αλεξάνδρειας) είναι μια κεφαλαιώδης ιστορία του δυτικού πολιτισμού.
Tο επικούρειο επίστρωμα ορισμένων διηγημάτων του Chaucer δεν θα γινόταν διαφορετικά κατανοητό. Το μελέτησε πρόσφατα ένας σπουδαίος βέλγος φιλόλογος, ο Paul Mertens. Ξέρουμε για το πασίγνωστο «ταξίδι» από την ανατολή προς τη δύση του Αριστοτέλη, μέχρι τον Guglielmo του Mοerbeke και τον Θωμά τον Ακινάτη. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε το ρόλο και τη βαρύτητα του Διογένη του Λαέρτιου.
Ποιος ήταν όμως ο Διογένης; Η περίοδος της ζωής του θα καθοριζόταν αν σκεφτούμε (όπως πιστεύω ότι είναι σωστό και όπως συμβούλεψε προσεκτικά αρκετά χρόνια πριν ο Vittorio Bartoletti) ότι ο φλωρεντινός πάπυρος 1488 περιέχει ένα απόσπασμα του Διογένη του Λαέρτιου και όχι μια πηγή του. Πάντως, ήταν Αλεξανδρινός, τουλάχιστον υιοθετημένος, αν όχι εκ γενετής. Διαφορετικά δεν θα έδινε τόση σημασία, αναφέροντάς τον στο τέλος του προοιμίου του, στον Ποτάμωνα τον Αλεξανδρέα, ήσσονα εκλεκτικό φιλόσοφο, τον οποίο το Λεξικό του Σουίδα συγχέει με τον ομώνυμο ιστορικό της εποχής του Τιβέριου.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει στον πρόλογο ότι «λίγο πριν (από αυτόν) ο Ποτάμων ο Aλεξανδρεύς επέδειξε το εκλεκτικό του εγχειρίδιο» [«Έτι δε προ ολίγου και εκλεκτική τις αίρεσις εισήχθη υπό Ποτάμωνος του Αλεξανδρέως» (Bίοι φιλοσόφων, 1, 21, 1)]. Κι εμείς θα θέλαμε να μάθουμε πότε έζησε ο Ποτάμων, πέρα από τις ανακρίβειες του Σουίδα. Ένα ίχνος έχουμε σε απόσπασμα του Αλεξάνδρου του Αφροδισιέως (έζησε στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώνα), ο οποίος αναφέρει τον Ποτάμωνα με την ευκαιρία ενός χωρίου του Αριστοτέλη. Τέλος πάντων, ο Ποτάμων δεν έζησε πολύ πριν από τον σπουδαίο Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα. Κι αυτό μας βοηθάει να τοποθετήσουμε τον Διογένη τον Λαέρτιο στο μέσον του αιώνα των Αντωνίνων ― ο τελευταίος ήρεμος της αυτοκρατορίας αλλά και με ενδείξεις παρακμής, όπως σωστά διέκρινε ο Gibbon.
Ο τελευταίος κατεξοχήν συγκρητιστικός αιώνας, όπου η Πλωτίνα έβαλε να χαράξουν σε πέτρα τα γράμματα που έστελνε στον Αδριανό, τον υιοθετημένο γιο της, υποστηρίζοντας την ακόμη ζώσα και ενεργό επικούρειο σχολή. Ο ευφυής Gilles Ménage, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά αρκετές γλώσσες (και τα ιταλικά, άγνωστη σήμερα γλώσσα στην κοντινή Γαλλία), έγραψε σημειώσεις για τον αγαπητό του Διογένη Λαέρτιο (1664) και, ανάμεσα στα άλλα, ανακάλυψε ότι ο Διογένης λέει κάπου, αφηγούμενος ένα ανέκδοτο για τον Αριστοτέλη, «έδωσε ελεημοσύνη»: έκφραση που υπάρχει μόνο σε χριστιανούς συγγραφείς.
Στην Αλεξάνδρεια, λόγιοι από διαφορετικές αιρέσεις και σχολές συναντιούνταν συχνά και αλληλοεπηρεάζονταν, συμπεριλαμβανομένων και των χριστιανών. Ορίστε γιατί είναι σχεδόν σίγουρο ότι σε ένα χωρίο του Τατιανού, δραστήριου απολογητή εκείνης της εποχής, διαβάζουμε μια αναφορά για τον Λαέρτιο, αυτόν που επεξεργάστηκε την εξιστόρηση των βίων των φιλοσόφων.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΔΗΜ 8.13–18
Η παραμονή του στρατεύματος του Διοπείθη στη Χερσόνησο είναι απαραίτητη
Οι Αθηναίοι, θέλοντας να εξασφαλίσουν τα συμφέροντά τους στα στενά του Ελλησπόντου, έστειλαν στην Χερσόνησο νέους κληρούχους υπό τον στρατηγό Διοπείθη (343 π.Χ.). Οι κάτοικοι της Καρδίας αντέδρασαν και ζήτησαν τη βοήθεια του Φιλίππου, που αποδέχτηκε την πρόσκλησή τους. Ενόσω, όμως, αυτός ήταν απασχολημένος στις επιχειρήσεις εναντίον των Οδρυσσών, το μισθοφορικό στράτευμα του Διοπείθη λεηλάτησε τα ελεγχόμενα από τους Μακεδόνες θρακικά παράλια, προκαλώντας την αντίδραση του Φιλίππου, που με επιστολή του κατηγόρησε τον Αθηναίο στρατηγό για παραβίαση της "ειρήνης του Φιλοκράτη". Την υπεράσπισή του απέναντι στην απαίτηση της φιλομακεδονικής μερίδας για διάλυση του στρατεύματός του και ανάκλησή του στην Αθήνα ανέλαβε ο Δημοσθένης (341 π.Χ.). Ο ρήτορας επέρριψε την ευθύνη για την παραβίαση της ειρήνης στις ενέργειες του Μακεδόνα βασιλιά και κάλεσε τους συμπολίτες του –με τη διατήρηση της δύναμης του Διοπείθη στην περιοχή– να του στερήσουν τη δυνατότητα να ενεργεί κατά βούληση δημιουργώντας τετελεσμένα.
[13] Μὴ τοίνυν ἀγνοεῖτ’, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι καὶ τὰ νῦν
τἆλλα μέν ἐστι λόγοι ταῦτα καὶ προφάσεις, πράττεται δὲ
καὶ κατασκευάζεται τοῦτο, ὅπως ὑμῶν μὲν οἴκοι μενόντων, ἔξω
δὲ μηδεμιᾶς οὔσης τῇ πόλει δυνάμεως, μετὰ πλείστης ἡσυχίας
ἅπανθ’ ὅσα βούλεται Φίλιππος διοικήσεται. θεωρεῖτε γὰρ τὸ
παρὸν πρῶτον, ὃ γίγνεται. [14] νυνὶ δύναμιν μεγάλην ἐκεῖνος
ἔχων ἐν Θρᾴκῃ διατρίβει, καὶ μεταπέμπεται πολλήν, ὥς φασιν
οἱ παρόντες, ἀπὸ Μακεδονίας καὶ Θετταλίας. ἐὰν οὖν περι-
μείνας τοὺς ἐτησίας ἐπὶ Βυζάντιον ἐλθὼν πολιορκῇ, πρῶτον
μὲν οἴεσθε τοὺς Βυζαντίους μενεῖν ἐπὶ τῆς ἀνοίας τῆς αὐτῆς
ὥσπερ νῦν, καὶ οὔτε παρακαλεῖν ὑμᾶς οὔτε βοηθεῖν αὑτοῖς
ἀξιώσειν; [15] ἐγὼ μὲν οὐκ οἴομαι, ἀλλὰ καὶ εἴ τισι μᾶλλον
ἀπιστοῦσιν ἢ ἡμῖν, καὶ τούτους εἰσφρήσεσθαι μᾶλλον ἢ
’κείνῳ παραδώσειν τὴν πόλιν, ἄν περ μὴ φθάσῃ λαβὼν
αὐτούς. οὐκοῦν ἡμῶν μὲν μὴ δυναμένων ἐνθένδ’ ἀναπλεῦσαι,
ἐκεῖ δὲ μηδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἑτοίμου βοηθείας, οὐδὲν αὐτοὺς
ἀπολωλέναι κωλύσει. [16] νὴ Δία, κακοδαιμονῶσι γὰρ ἅνθρωποι
καὶ ὑπερβάλλουσιν ἀνοίᾳ. πάνυ γε, ἀλλ’ ὅμως αὐτοὺς δεῖ
σῶς εἶναι· συμφέρει γὰρ τῇ πόλει. καὶ μὴν οὐδ’ ἐκεῖνό γε
δῆλόν ἐστιν ἡμῖν, ὡς ἐπὶ Χερρόνησον οὐχ ἥξει· ἀλλ’ εἴγ’ ἐκ
τῆς ἐπιστολῆς δεῖ σκοπεῖν ἧς ἔπεμψε πρὸς ὑμᾶς, ἀμυνεῖσθαί
φησι τοὺς ἐν Χερρονήσῳ. [17] ἂν μὲν τοίνυν ᾖ τὸ συνεστηκὸς
στράτευμα, καὶ τῇ χώρᾳ βοηθῆσαι δυνήσεται καὶ τῶν ἐκείνου
τι κακῶς ποιῆσαι· εἰ δ’ ἅπαξ διαλυθήσεται, τί ποιήσομεν,
ἂν ἐπὶ Χερρόνησον ἴῃ; «κρινοῦμεν Διοπείθη νὴ Δία.» καὶ τί
τὰ πράγματ’ ἔσται βελτίω; «ἀλλ’ ἐνθένδ’ ἂν βοηθήσαιμεν
αὐτοί.» ἂν δ’ ὑπὸ τῶν πνευμάτων μὴ δυνώμεθα; «ἀλλὰ μὰ
Δί’ οὐχ ἥξει.» [18] καὶ τίς ἐγγυητής ἐστι τούτου; ἆρ’ ὁρᾶτε καὶ
λογίζεσθ’, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὴν ἐπιοῦσαν ὥραν τοῦ ἔτους,
εἰς ἣν ἔρημόν τινες οἴονται δεῖν τὸν Ἑλλήσποντον ὑμῶν
ποιῆσαι καὶ παραδοῦναι Φιλίππῳ; τί δ’, ἂν ἀπελθὼν ἐκ
Θρᾴκης καὶ μηδὲ προσελθὼν Χερρονήσῳ μηδὲ Βυζαντίῳ (καὶ
γὰρ ταῦτα λογίζεσθε) ἐπὶ Χαλκίδα καὶ Μέγαρ’ ἥκῃ τὸν αὐτὸν
τρόπον ὅνπερ ἐπ’ Ὠρεὸν πρώην, πότερον κρεῖττον ἐνθάδ’
αὐτὸν ἀμύνεσθαι καὶ προσελθεῖν τὸν πόλεμον πρὸς τὴν
Ἀττικὴν ἐᾶσαι, ἢ κατασκευάζειν ἐκεῖ τιν’ ἀσχολίαν αὐτῷ;
ἐγὼ μὲν οἴομαι τοῦτο.
Και κάτι άλλο ακόμη· δεν είμεθα βέβαιοι ότι δεν θα βαδίση (ο Φίλιππος) μέχρι και της Χερσονήσου. Αλλ' εάν πρέπη να κρίνωμεν από την επιστολήν που σας έστειλε, δηλώνει ότι θα εκδικηθή τους εκεί ευρισκομένους ιδικούς μας.
[17] Εάν λοιπόν διατηρήσωμεν εκεί το στράτευμα το οποίον είναι τώρα συγκεκροτημένον, θα δύναται και να βοηθήση την απειλουμένην χώραν και να κακομεταχειρισθή κάποιαν ιδικήν του κτήσιν. Εάν δε αντιθέτως το στράτευμα αυτό διαλυθή, τι θα πράξωμεν αν επιτεθή κατά της Χερσονήσου; «Μά τον θεόν, θα θέσωμεν υπό δίκην τον Διοπείθη». Και κατά τι θα βελτιωθή η κατάστασίς μας; «Αλλά θα στείλωμεν απ' εδώ βοήθειαν». Και αν οι άνεμοι μας εμποδίσουν; «Αλλ' όχι, μά τον θεόν, ο Φίλιππος δεν θα επιτεθή κατά της Χερσονήσου». [18] Και ποίος μας το εγγυάται; Άρα γε δεν βλέπετε, Αθηναίοι, δεν σκέπτεσθε ότι πλησιάζομεν την εποχήν κατά την οποίαν μερικοί άνθρωποι επιθυμούν να σας απομακρύνουν από τον Ελλήσποντον και να τον παραδώσουν εις τον Φίλιππον; Τι λοιπόν; Εάν επελθών εκ Θράκης αντί να βαδίση κατά της Χερσονήσου ή κατά του Βυζαντίου―διότι και τούτο πρέπει να έχετε υπ' όψιν― επέπιπτε κατά της Χαλκίδος και των Μεγάρων, όπως ακριβώς έκαμεν εσχάτως κατά του Ωρεού, τι θα ήτο προτιμότερον, να αμυνθώμεν κατ' αυτού ενταύθα και να αφήσωμεν τον πόλεμον να έλθη μέχρι και της Αττικής, ή να του δημιουργήσωμεν εκεί κάποιον περισπασμόν; Εγώ φρονώ ότι τούτο θα ήτο προτιμότερον.
Σάββατο 6 Αυγούστου 2022
ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (9.281-9.352)
«Νέα μέν μοι κατέαξε Ποσειδάων ἐνοσίχθων,
πρὸς πέτρῃσι βαλὼν ὑμῆς ἐπὶ πείρασι γαίης,
285 ἄκρῃ προσπελάσας· ἄνεμος δ᾽ ἐκ πόντου ἔνεικεν·
αὐτὰρ ἐγὼ σὺν τοῖσδε ὑπέκφυγον αἰπὺν ὄλεθρον.»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ οὐδὲν ἀμείβετο νηλέϊ θυμῷ,
ἀλλ᾽ ὅ γ᾽ ἀναΐξας ἑτάροις ἐπὶ χεῖρας ἴαλλε,
σὺν δὲ δύω μάρψας ὥς τε σκύλακας ποτὶ γαίῃ
290 κόπτ᾽· ἐκ δ᾽ ἐγκέφαλος χαμάδις ῥέε, δεῦε δὲ γαῖαν.
τοὺς δὲ διὰ μελεϊστὶ ταμὼν ὁπλίσσατο δόρπον·
ἤσθιε δ᾽ ὥς τε λέων ὀρεσίτροφος, οὐδ᾽ ἀπέλειπεν,
ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα μυελόεντα.
ἡμεῖς δὲ κλαίοντες ἀνεσχέθομεν Διὶ χεῖρας,
295 σχέτλια ἔργ᾽ ὁρόωντες· ἀμηχανίη δ᾽ ἔχε θυμόν.
αὐτὰρ ἐπεὶ Κύκλωψ μεγάλην ἐμπλήσατο νηδὺν
ἀνδρόμεα κρέ᾽ ἔδων καὶ ἐπ᾽ ἄκρητον γάλα πίνων,
κεῖτ᾽ ἔντοσθ᾽ ἄντροιο τανυσσάμενος διὰ μήλων.
τὸν μὲν ἐγὼ βούλευσα κατὰ μεγαλήτορα θυμὸν
300 ἄσσον ἰών, ξίφος ὀξὺ ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ,
οὐτάμεναι πρὸς στῆθος, ὅθι φρένες ἧπαρ ἔχουσι,
χείρ᾽ ἐπιμασσάμενος· ἕτερος δέ με θυμὸς ἔρυκεν.
αὐτοῦ γάρ κε καὶ ἄμμες ἀπωλόμεθ᾽ αἰπὺν ὄλεθρον·
οὐ γάρ κεν δυνάμεσθα θυράων ὑψηλάων
305 χερσὶν ἀπώσασθαι λίθον ὄβριμον, ὃν προσέθηκεν.
ὣς τότε μὲν στενάχοντες ἐμείναμεν Ἠῶ δῖαν.
Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καὶ τότε πῦρ ἀνέκαιε καὶ ἤμελγε κλυτὰ μῆλα,
πάντα κατὰ μοῖραν, καὶ ὑπ᾽ ἔμβρυον ἧκεν ἑκάστῃ.
310 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα,
σὺν δ᾽ ὅ γε δὴ αὖτε δύω μάρψας ὁπλίσσατο δεῖπνον.
δειπνήσας δ᾽ ἄντρου ἐξήλασε πίονα μῆλα,
ῥηϊδίως ἀφελὼν θυρεὸν μέγαν· αὐτὰρ ἔπειτα
ἂψ ἐπέθηχ᾽, ὡς εἴ τε φαρέτρῃ πῶμ᾽ ἐπιθείη.
315 πολλῇ δὲ ῥοίζῳ πρὸς ὄρος τρέπε πίονα μῆλα
Κύκλωψ· αὐτὰρ ἐγὼ λιπόμην κακὰ βυσσοδομεύων,
εἴ πως τισαίμην, δοίη δέ μοι εὖχος Ἀθήνη.
ἥδε δέ μοι κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή.
Κύκλωπος γὰρ ἔκειτο μέγα ῥόπαλον παρὰ σηκῷ,
320 χλωρὸν ἐλαΐνεον· τὸ μὲν ἔκταμεν, ὄφρα φοροίη
αὐανθέν. τὸ μὲν ἄμμες ἐΐσκομεν εἰσορόωντες
ὅσσον θ᾽ ἱστὸν νηὸς ἐεικοσόροιο μελαίνης,
φορτίδος εὐρείης, ἥ τ᾽ ἐκπεράᾳ μέγα λαῖτμα·
τόσσον ἔην μῆκος, τόσσον πάχος εἰσοράασθαι.
325 τοῦ μὲν ὅσον τ᾽ ὄργυιαν ἐγὼν ἀπέκοψα παραστάς,
καὶ παρέθηχ᾽ ἑτάροισιν, ἀποξῦναι δ᾽ ἐκέλευσα·
οἱ δ᾽ ὁμαλὸν ποίησαν· ἐγὼ δ᾽ ἐθόωσα παραστὰς
ἄκρον, ἄφαρ δὲ λαβὼν ἐπυράκτεον ἐν πυρὶ κηλέῳ.
καὶ τὸ μὲν εὖ κατέθηκα κατακρύψας ὑπὸ κόπρῳ,
330 ἥ ῥα κατὰ σπείους κέχυτο μεγάλ᾽ ἤλιθα πολλή·
αὐτὰρ τοὺς ἄλλους κλήρῳ πεπαλάσθαι ἄνωγον,
ὅς τις τολμήσειεν ἐμοὶ σὺν μοχλὸν ἀείρας
τρῖψαι ἐν ὀφθαλμῷ, ὅτε τὸν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι.
οἱ δ᾽ ἔλαχον τοὺς ἄν κε καὶ ἤθελον αὐτὸς ἑλέσθαι,
335 τέσσαρες, αὐτὰρ ἐγὼ πέμπτος μετὰ τοῖσιν ἐλέγμην.
ἑσπέριος δ᾽ ἦλθεν καλλίτριχα μῆλα νομεύων·
αὐτίκα δ᾽ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλασε πίονα μῆλα,
πάντα μάλ᾽, οὐδέ τι λεῖπε βαθείης ἔντοθεν αὐλῆς,
ἤ τι ὀϊσάμενος, ἢ καὶ θεὸς ὣς ἐκέλευσεν.
340 αὐτὰρ ἔπειτ᾽ ἐπέθηκε θυρεὸν μέγαν ὑψόσ᾽ ἀείρας,
ἑζόμενος δ᾽ ἤμελγεν ὄϊς καὶ μηκάδας αἶγας,
πάντα κατὰ μοῖραν, καὶ ὑπ᾽ ἔμβρυον ἧκεν ἑκάστῃ.
αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ σπεῦσε πονησάμενος τὰ ἃ ἔργα,
σὺν δ᾽ ὅ γε δὴ αὖτε δύω μάρψας ὁπλίσσατο δόρπον.
345 καὶ τότ᾽ ἐγὼ Κύκλωπα προσηύδων ἄγχι παραστάς,
κισσύβιον μετὰ χερσὶν ἔχων μέλανος οἴνοιο.
«Κύκλωψ, τῆ, πίε οἶνον, ἐπεὶ φάγες ἀνδρόμεα κρέα,
ὄφρ᾽ ἰδῇς, οἷόν τι ποτὸν τόδε νηῦς ἐκεκεύθει
ἡμετέρη· σοὶ δ᾽ αὖ λοιβὴν φέρον, εἴ μ᾽ ἐλεήσας
350 οἴκαδε πέμψειας· σὺ δὲ μαίνεαι οὐκέτ᾽ ἀνεκτῶς.
σχέτλιε, πῶς κέν τίς σε καὶ ὕστερον ἄλλος ἵκοιτο
ἀνθρώπων πολέων; ἐπεὶ οὐ κατὰ μοῖραν ἔρεξας.»
εμένα όμως, που πολλά ο νους μου κόβει,
ο δόλος δεν μου ξέφυγε, γι᾽ αυτό κι αμέσως αποκρίθηκα με δόλια λόγια:
«Α, το καράβι μου το σύντριψε ο κοσμοσείστης Ποσειδών,
στα βράχια το ᾽ριξε, πέρα στην άλλην άκρη της δικής σου χώρας·
το τσάκισε πάνω σε κάβο, όπου και το παρέσυρε ο πελαγίσιος άνεμος,
μόνος εγώ, μ᾽ αυτούς εδώ, γλίτωσα τον φριχτό χαμό.»
Έτσι του μίλησα, όμως αυτός καμιάν απόκριση δεν δίνει, άσπλαχνη καρδιά·
μόνο πετάχτηκε κι απλώνει τα δυο του χέρια στους συντρόφους,
αρπάζει δυο μαζί, και καταγής, σάμπως κουτάβια, τους χτυπά.
290 Ο εγκέφαλός τους λύθηκε, χύθηκε κάτω, μούσκεψε το χώμα,
μετά τους διαμελίζει και με τα μέλη τους στρώνει το δείπνο του·
σάμπως λιοντάρι ορεσίβιο, τους καταβρόχθιζε, τίποτε να μη μείνει
υπόλοιπο· σπλάχνα και σάρκες, κόκαλα και μεδούλι.
Εμείς, θρηνώντας, τα χέρια μας υψώναμε στον Δία,
βλέποντας μπρος στα μάτια μας έργα φριχτά, ανήμποροι
και σαν παραλυμένοι.
Ώσπου ξεχείλισε ο Κύκλωπας τη φουσκωμένη του κοιλιά,
μασώντας κρέας ανθρώπινο και καταπίνοντας άμεικτο γάλα.
Τέλος, ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στη μέση της σπηλιάς,
ανάμεσα στα πρόβατά του.
Τότε κι εγώ μελέτησα μες στη γενναία ψυχή μου
300 να τον σιμώσω και, τραβώντας κοφτερό σπαθί απ᾽ τον μηρό,
να του το μπήξω εκεί στο στήθος, όπου οι φρένες συγκρατούν το σκώτι,
το μέρος ψάχνοντας και με το χέρι· δεύτερη όμως σκέψη με συγκράτησε.
Γιατί κι εμάς φριχτός χαμός θα μας περίμενε επιτόπου·
αφού πώς θα μπορούσαμε από τις θύρες τις ψηλές, και μόνο με τα χέρια μας,
τον λίθο εκείνο τον βαρύ να τον μετακυλίσουμε,
που αυτός είχε προλάβει να τον βάλει;
Γι᾽ αυτό και περιμέναμε στενάζοντας πότε θα φέξει η θεία Αυγή.
Κι όταν, χαράζοντας την άλλη μέρα, ρόδινη φάνηκε στον ουρανό η Αυγή,
τότε κι εκείνος άναψε πυρά κι άρμεξε τα καλά του γιδοπρόβατα
όλα με τη σειρά, βάζοντας κάτω από την κάθε μάνα το μικρό της.
310 Αποτελειώνοντας, μ᾽ όση σπουδή μπορούσε, το έργο της ημέρας,
άρπαξε πάλι δυο συντρόφους, τους έφαγε για πρόγευμα,
Κι όταν απόφαγε, έβγαλε το παχύ κοπάδι του απ᾽ τη σπηλιά,
εύκολα αφαιρώντας τον βράχο της μπασιάς· ύστερα
εύκολα πάλι τον έβαλε στη θέση του, σάμπως και να ᾽βαζε
το πώμα στη φαρέτρα.
Μετά σφυρίζοντας ξέγνοιαστος ανεβάζει στο βουνό
παχιά τα γιδοπρόβατά του ο Κύκλωπας· όμως κι εγώ απομονωμένος
βυσσοδομούσα το κακό, πώς θα μπορούσα εκδίκηση να πάρω,
αν ήθελε κι η Αθηνά να με δοξάσει.
Κι όπως σκεφτόμουν μόνος μου, αυτή μου φάνηκε η πιο καλή βουλή:
ήταν εκεί του Κύκλωπα κορμός μεγάλος, αφημένος στη μέσα μάντρα,
320 χλωρός ακόμη, από ξύλο ελιάς· τον είχε κόψει, να τον κάνει ρόπαλο,
όταν στεγνώσει για καλά. Εμείς τον βλέπαμε μπροστά μας,
και φανταστήκαμε κατάρτι σε καράβι μαύρο μ᾽ είκοσι κουπιά,
πες φορτηγό ευρύχωρο, όπως αυτά που σκίζουν το μεγάλο κύμα —
τόσο το μάκρος, τόσο το πάχος του μας φάνηκε πως ήταν.
Τότε πήγα κι εγώ κοντά, κόβω, καμιάν οργιά, ένα κομμάτι,
το παραδίνω στους συντρόφους, τους είπα να το ξεφλουδίσουν·
κι αυτοί το ᾽φτιαξαν λείο· μετά στα χέρια μου το παίρνω εγώ,
το ᾽ξυσα για να γίνει μυτερό και, πιάνοντάς το από την άκρη,
το βάζω αμέσως στης φωτιάς τη φλόγα, για να σφίξει·
ύστερα το τακτοποιώ καλά, το ᾽κρυψα κάτω απ᾽ την κοπριά —
ήταν μες στη σπηλιά παντού χυμένη ή μαζεμένη
330 σε σωρούς μεγάλους και πολλούς.
Συγχρόνως παραγγέλλω κλήρωση στους άλλους μου συντρόφους,
να δείξει ποιος θα το τολμούσε, τον πάσσαλο σηκώνοντας μαζί μου,
να τον σφηνώσουμε στο μάτι του, όταν γλυκός ο ύπνος τον ναρκώσει.
Κι ο κλήρος πέφτει ακριβώς σ᾽ εκείνους που θα τους ήθελα διαλέγοντας
και μόνος· τέσσερις βγήκαν, μαζί τους λογαριάστηκα πέμπτος εγώ.
Σουρούπωσε, και φτάνει εκείνος οδηγώντας
τα μαλλιαρά βοσκήματά του· τα φέρνει γρήγορα στο μέγα σπήλαιο
παχιά τα γιδοπρόβατά του, ένα προς ένα, όλα, απέξω
ετούτη τη φορά δεν άφησε κανένα· ποιος ξέρει αν κάτι μόνος του
φαντάστηκε ή μήπως ένας θεός τον παρακίνησε για να το κάνει.
340 Μετά, ψηλά σηκώνοντας τον μέγα βράχο, την είσοδο σφραγίζει
κι ύστερα κάθησε, αρνιά και γίδια αρμέγοντας (εκείνα να βελάζουν)
όλα με τη σειρά, κι έσπρωχνε στην κάθε μάνα το μικρό της.
Τελειώνοντας με τάξη και σπουδή αυτό του το έργο,
αρπάζει πάλι δυο, κι έπιασε να τους τρώει.
Τότε κι εγώ, από πολύ κοντά, προσφώνησα τον Κύκλωπα,
στο χέρι μου κρατώντας μια γαβάθα μαύρο κρασί:
«Κύκλωπα, να, πιες το κρασί, τώρα που χόρτασες κρέας ανθρώπινο·
να δεις και μόνος σου τι θείο ποτό έχει κρυμμένο
το δικό μας το καράβι. Σου το ᾽φερνα, να κάνουμε σπονδή,
αν μ᾽ ελεούσες κι ήθελες να με στείλεις πίσω στην πατρίδα·
350 όμως εσένα σε κρατεί μανία ανήκουστη.
Σκληρέ κι απάνθρωπε! Πώς θα τολμούσε και στο μέλλον να ᾽ρθει
κοντά σου άνθρωπος απ᾽ τους πολλούς που πέρα ζουν;
Όχι, αυτά που κάνεις ξεπερνούν το κάθε μέτρο.»
Πόσο ελεύθερος νιώθεις;
Κοιτάζεις παντού στα κοινωνικά δίκτυα και βλέπεις ανθρώπους να ποστάρουν χαρούμενες φωτογραφίες, να ζουν την τέλεια ζωή, να ταξιδεύουν… ενώ η δική σου ζωή κάθε άλλο παρά τέλεια μοιάζει και συχνά μένεις να σκρολάρεις με τις ώρες στο ίνσταγκραμ και να αναρωτιέσαι πόσο άδικο είναι αυτό.
Το παραπάνω συναίσθημα είναι αρκετά γνώριμο στην εποχή μας, ονομάζεται «Fomo» (Fear of missing out) και περιγράφει αυτό ακριβώς το άγχος του να παρατηρείς τις φαινομενικά αψεγάδιαστες ζωές των άλλων στο διαδίκτυο και είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες της ανελευθερίας του πνεύματος μας.
Οι αψεγάδιαστες εικόνες του ίνσταγκραμ είναι απλά μια ψευδαίσθηση. Η ζωή δεν είναι αψεγάδιαστη, είναι γεμάτη ατέλειες και εκεί κρύβεται η ομορφιά της.
Δεν μπορούμε να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι ούτε έχει νόημα να προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πάντα.
Σε μια εποχή που όλοι καλούμαστε να βρούμε την ψευδαίσθηση της ευτυχίας στο έχειν και στην εικόνα, η φωνή των Στωικών έρχεται να μας θυμίσει να παραμείνουμε πιστοί στις ουσιαστικές αρχές που μας προσδιορίζουν, του μοναδικού δρόμου για να νιώσουμε αληθινά ελεύθεροι.
Η ελευθερία, σύμφωνα με το στωικό φιλόσοφο Επίκτητο δεν είναι ούτε νομικό καθεστώς ούτε η δυνατότητα να κυκλοφορούμε ελεύθεροι. Είναι ο πνευματικός προσανατολισμός των ανθρώπων που έχουν ανοσία στην αναστάτωση και την απογοήτευση, επειδή οι επιθυμίες και οι αποφάσεις τους εξαρτώνται από τους ίδιους και δεν αφορούν τίποτα απ’ όσα δεν μπορούν να αποκτήσουν από μόνοι τους.
Ελευθερία σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου, να επιλέγεις να πορεύεσαι με βάση τα θέλω σου και να σκέφτεσαι κριτικά όσα συμβαίνουν γύρω σου, να μη σε νοιάζει η γνώμη των άλλων.
«Όποιος θέλει να είναι ελεύθερος, δεν πρέπει να επιθυμεί ή να αποφεύγει κάτι που εξαρτάται από τους άλλους, αλλά να περιοριστεί μόνο σε εκείνα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο».
Σύμφωνα με τον Επίκτητο, μπορούμε να είμαστε εξωτερικά ελεύθεροι και εσωτερικά δούλοι.
Αντιστρόφως, θα μπορούσαμε να είμαστε κυριολεκτικά φυλακισμένοι, αλλά εσωτερικά απαλλαγμένοι από την απογοήτευση και τη δυσαρμονία, άρα στην πραγματικότητα τόσο ελεύθεροι, ώστε να είμαστε υπεύθυνοι για την ευημερία μας και να μας λείπουν ελάχιστα ή και τίποτα που δεν μπορούμε να αποκτήσουμε μόνοι μας.
Ο Επίκτητος μιλά για τη σημασία της ελευθερίας γνωρίζοντας από πρώτο χέρι πώς είναι να ζει κανείς χωρίς αυτή. Γεννήθηκε δούλος την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, δούλος ακόμα και το όνομά του το αντιπροσώπευε την ανελευθερία του (σημαίνει «αποκτηθείς»). Υπήρξε δούλος στην υπηρεσία του Επαφρόδιτου, ενός ισχυρού άνδρα στη Ρώμη του Νέρωνα.
Άρχισε να μιλά δημόσια και να διδάσκει την αξία της ελευθερίας, ήταν πολλά χρόνια μετά την απελευθέρωση του. Όμως, η εμπειρία της δουλείας άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της σε όλη τη φιλοσοφία του. Ασπάστηκε τη στωική φιλοσοφία και τα διδάγματά του είναι επίκαιρα μέχρι και σήμερα.
Πραγματικά η ζωή είναι απρόβλεπτη και δεν έχουμε κανέναν απολύτως έλεγχο σε αυτή, όμως μπορούμε να ελέγξουμε το πώς θα αντιδράσουμε σε όσα μας συμβαίνουν και εκεί κρύβεται το μυστικό της φιλοσοφίας του Επίκτητου.
Όλοι μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι, αρκεί να μάθουμε να προσδίδουμε ύψιστη αξία σε ό,τι μπορούμε να ελέγξουμε (τα κίνητρά μας και τις αντιδράσεις μας), να αντιμετωπίζουμε με ψυχραιμία ό,τι δεν μπορούμε να ελέγξουμε, και να αναζητούμε ευκαιρίες να κάνουμε το καλό και να είμαστε καλά παρά την κακοτυχία μας ή τα όσα μας συμβαίνουν ως συνέπεια των πράξεων άλλων ανθρώπων.
William James: Οτιδήποτε μπορείς να κρατήσεις σταθερά στην φαντασία σου, μπορεί να γίνει δικό σου
Γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες σε πλούσια οικογένεια. Η δεκαετία του ’70 ήταν μια κρίσιμη καμπή στην ζωή του. Πέρασε μια βαθιά συναισθηματική κρίση, παντρεύτηκε και άρχισε να δουλεύει ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1872. Από τότε, αφιερώθηκε στο να μελετήσει σε βάθος την σχέση ανάμεσα στις συνειδητές και συναισθηματικές καταστάσεις.
Το πρώτο του βιβλίο «Οι αρχές της ψυχολογίας» τον έκανε έναν πολύ σημαντικό στοχαστή. Έγινε επίσης η μεγαλύτερη συνεισφορά του στην έρευνα της ψυχολογίας. Αυτός ο συγγραφέας άφησε μια σειρά από θαυμάσια αποφθέγματα που κατέχουν μεγάλη σημασία και σοφία.
«Οτιδήποτε μπορείς να κρατήσεις σταθερά στην φαντασία σου, μπορεί να γίνει δικό σου».
Το μυαλό ως αντικείμενο γνώσης
Ο William James ίδρυσε το εργαστήριο ψυχολογίας στο Χάρβαρντ όπου ξεκίνησε την Σχολή Λειτουργικής Ψυχολογίας. Αυτό το μοντέλο επικεντρώνεται στην μελέτη του μυαλού ως ένα λειτουργικό και σημαντικά χρήσιμο μέρος του σώματος.
«Η μεγαλύτερη ανακάλυψη της γενιάς μου είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την ζωή του αλλάζοντας την στάση του.»
Έβλεπε την συνείδηση ως ποτάμι, μια συνεχόμενη ροή σκέψεων, ιδεών και νοητικών εικόνων. Γι αυτό τον λόγο, δεν υπάρχει τίποτα στο μυαλό που μπορεί να απομονωθεί ή να αποθηκευτεί για μελέτη, δεδομένου ότι τα πάντα μπορούν να κατανοηθούν μόνο σε αυτό το πλαίσιο.
«Το πιο αμετάβλητο εμπόδιο στην φύση βρίσκεται ανάμεσα στις σκέψεις ενός ανθρώπου και ενός άλλου.»
«Η πίστη δημιουργεί το πραγματικό γεγονός.»
Οι απρόσιτες σκέψεις μας
Ο William James πίστευε ότι τα πιστεύω, οι ιδέες και οι σκέψεις μας ανήκουν στον καθένα μας, πράγμα που μας καθιστά απρόσιτους στους άλλους. Αυτή η ιδέα της ιδιωτικοποίησης ή του αδιαπέραστου είχε έντονες επιπτώσεις στην φιλοσοφική μας αντίληψη για την ψυχολογία.
«Όταν δύο άτομα συναντιούνται, είναι παρόντες έξι άνθρωποι. Υπάρχει ένας άνθρωπος όπως βλέπει τον εαυτό του, ένας όπως τον βλέπει ο άλλος και ένας άλλος όπως είναι στην πραγματικότητα.»
Με κάποιον τρόπο, αυτό ήταν για να αναγνωρίσουμε έναν περιορισμό: παραδεχόμαστε ότι η πειραματική ψυχολογία δεν θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει πλήρως το πώς λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη. Έτσι, μελετώντας το ανθρώπινο μυαλό, μελετάμε στην πραγματικότητα μια αφηρημένη έννοια, τον «εαυτό».
«Η άποψη μας για τον κόσμο διαμορφώνεται από αυτό που αποφασίζουμε να ακούσουμε.»
Μια ρεαλιστική εστίαση: η λειτουργία του μυαλού
Η βασική ιδέα αυτού του μοντέλου είναι ότι η αλήθεια είναι αυτή που πραγματικά λειτουργεί. Εδώ, η έννοια «αλήθεια» βασίζεται στην χρησιμότητα. Δηλαδή, με ρεαλιστικούς όρους, αυτό που είναι αληθινό, είναι αυτό που είναι χρήσιμο. Οι συνέπειες, οι επιπτώσεις και αυτά που λαμβάνουμε από κάτι μας επιτρέπουν να το κατηγοριοποιήσουμε ως αληθινό ή ψεύτικο.
«Καθώς δεν υπάρχει χειρότερο ψέμα από μια παρεξηγημένη αλήθεια από αυτούς που την ακούν.»
Αυτό είναι ένα από τα πιο διάσημα αποφθέγματα του, αν και επιβλητικό, κάνει τις ιδέες του για την αλήθεια πολύ ξεκάθαρες. Γι' αυτόν δεν υπάρχει η απόλυτη αλήθεια, μάλλον απλές απόψεις.
«Δεν υπάρχει καμία απολύτως κοινή και καθολική άποψη».
Το επόμενο απόφθεγμα μιλά για το πώς δημιουργούμε το δικό μας νόημα για τις εμπειρίες ή τις συμπεριφορές με βάση τα αποτελέσματα. Δηλαδή, κρίνουμε τα πράγματα με τα γεγονότα, και αυτός μπορεί να είναι ένας πολύ σχετικός τρόπος για να βρούμε το νόημα.
«Αν πιστεύετε ότι με το να νιώθετε άσχημα ή με το να ανησυχείτε θα αλλάξει ένα παρελθοντικό ή ένα μελλοντικό γεγονός, τότε κατοικείτε σε έναν άλλον πλανήτη με διαφορετικό σύστημα πραγματικότητας.»
Πρότεινε μια από τις κύριες ψυχοφυσιολογικές θεωρίες για τα συναισθήματα
Είναι γνωστή ως η θεωρία James-Lange. Την πρότεινε ταυτόχρονα με -αν και ανεξάρτητα από- τον Carl Lange το 1884. Βασίζεται στην ιδέα ότι το συναίσθημα είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής αντίληψης των φυσιολογικών αλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι δεν κλαίμε γιατί είμαστε λυπημένοι, είμαστε λυπημένοι γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι κλαίμε.
«Η πράξη φαίνεται να ακολουθεί το συναίσθημα, αλλά στην πραγματικότητα η πράξη και το συναίσθημα πάνε μαζί. Και ρυθμίζοντας την πράξη που βρίσκεται υπό τον άμεσο έλεγχο της θέλησης, μπορούμε να ρυθμίσουμε έμμεσα το συναίσθημα.»
Αυτή η θεωρία είναι «ψυχοφυσιολογική» επειδή μιλά για την σχέση μεταξύ των σωματικών αλλαγών και της αντίληψης των ερεθισμάτων που προκαλούν το συναίσθημα.
Αυτά τα αποφθέγματα συμβολίζουν τα πιο αξιοσημείωτα πράγματα για τον τρόπο σκέψης του William James. Σκέψεις που για πολλούς τον έκαναν τον πατέρα της ψυχολογίας.
Ο κύκλος της ζωής επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά
Ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.
Σαν ένα αστέρι είναι ο άνθρωπος, αλλά και σαν ένα λουλούδι, μέρος αμετάκλητο και αυτός της φύσης. Ανθίζει, μαραίνεται κι έπειτα χάνεται. Γίνεται γη κι από τους σπόρους που αφήνει πίσω του δημιουργείται νέα ζωή και ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Ίσως αυτό να είναι η αθανασία. Γι' αυτό έχουμε τόσο έντονη την ανάγκη της αναπαραγωγής, το βιολογικό μας κάλεσμα να αφήνουμε πίσω μας απογόνους. Με την νέα ζωή, αφήνουμε μέρος της δίκης μας ύπαρξης, σαν την συνέχεια μας.
Τα λίγα χρόνια που έχουμε ακόμα να ζήσουμε, μοιάζουν ασήμαντα μπροστά στον απέραντο χρόνο της αιωνιότητας. Οι άνθρωποι που το κατανοούν αυτό σέβονται την ζωή. Ξέρουν πως δεν πεθαίνουν, απλά σταματούν να υπάρχουν όπως γνωρίζουν.
Όταν καταλάβει κανείς ποσό εύθραυστα και ονειρικά είναι όλα γύρω μας τόσο πιο εύκολα θα συνειδητοποιήσει την αιωνιότητα της εσωτερικής μας φύσης.
Όταν όμως βιώνουμε τον θάνατο αγαπημένων μας ανθρώπων, είναι πολύ σκληρό. Όταν συμβαίνει αυτό, πρέπει να έχουμε πίστη πως θα γίνουμε ευτυχισμένοι και πάλι μια μέρα.
Γιατί το φως είναι πιο δυνατό από το σκοτάδι.
Αντιμετωπίζοντας από κοντά τον θάνατο, πρέπει να παραδοθούμε στην θλίψη και να μην μιλάμε εάν δεν επιθυμούμε, όσο καιρό και αν χρειαστεί. Με την πάροδο του χρόνου, θα πάψουν να κυλάνε συχνά δάκρυα από το πρόσωπο μας και θα κλαίμε κρυφά μόνο τις νύχτες. Μετά από καιρό θα συμβαίνει όλο και λιγότερο ωσότου έρθει η στιγμή που θα είμαστε απλά ήσυχοι.
Το αίμα που τρέχει στις φλέβες μας θα μας κάνει και πάλι να ζήσουμε. Διότι η ζωή, είναι πιο δυνατή από τον θάνατο.
Εκείνη την μέρα που θα παραδεχτούμε πως ο θάνατος αποτελεί μέρος της ζωής θα καταφέρουμε να ζήσουμε όπως όταν ήταν κοντά μας οι άνθρωποι αυτοί. Με την διαφορά ότι από εκεί ψηλά μπορούν να κάνουν την ζωή μας ακόμα πιο φωτεινή. Τότε θα γίνουμε ευτυχισμένοι και πάλι.
Ο θάνατος μας τρομάζει μόνο επειδή δεν τον κατανοούμε. Το να φύγεις από την ζωή λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα δεν έχει καμία σημασία. Αλλά το να ζεις με θάρρος, ν´ αγαπάς, να μπορείς να διακρίνεις την ομορφιά στο κάθε τι, είναι που κάνουν την παραμονή μας στον κόσμο να αξίζει. Όσο και αν διαρκέσει.
Η ίδια η φύση μας διδάσκει πως η ζωή δεν μπορεί να υπάρχει χωρίς τον θάνατο. Όπως έρχεται η άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, έπειτα ο χειμώνας, έτσι και ο άνθρωπος, γεννιέται, αποκτά τα νιάτα του, γερνάει και πεθαίνει. Ο κύκλος της ζωής επαναλαμβάνεται, ξανά και ξανά, μέσα στους κύκλους του χρόνου.
Δεν έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε τον θάνατο, όπως η μέρα δεν έχει κανέναν λόγο να φοβάται την νύχτα. Η κάθε νέα μέρα διδάσκει την επόμενη όπως και η κάθε νέα ζωή που έρχεται στον κόσμο, διδάσκεται από την προηγούμενη.
«Κάθε φορά που γεννιέται ένας άνθρωπος το ρολόι της ανθρώπινης ζωής κουρδίζεται για μια ακόμα φορά και επαναλαμβάνει την ίδια μουσική που έχει ήδη παιχτεί αμέτρητες φορές, μοτίβο, μοτίβο και μέτρο, μέτρο, χωρίς σημαντικές παραλλαγές» -Άρθουρ Σοπενχάουερ
Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει
Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει…
Κι εσύ που φοβόσουν μην πονέσεις, κλεινόσουν όλο και περισσότερο στον εαυτό σου. Φόρεσες τη μάσκα της αδιαφορίας και έμαθες να την απαξιώνεις. Έπαψες να την εμπιστεύεσαι και μαζί μ’ αυτή και τους ανθρώπους. Άλλωστε αρκετό πόνο δεν έχεις βιώσει; Όχι, “ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω”, έλεγες συχνά στον εαυτό σου και την προσπερνούσες. Κι αν κάποιες φορές ξέφευγες λίγο και της έριχνες μια κλεφτή ματιά, με την πρώτη αναποδιά επιβεβαίωνες την αρχική σου άποψη και λάκιζες!
Η αγάπη πονάει σου έλεγαν…
Μα η καρδιά είναι ανυπότακτη σου λέω, δεν φυλακίζεται! Σπάει λουκέτα, λυγίζει σίδερα, ξεσκίζει σώματα και βγαίνει τσάρκα όποτε γουστάρει! Γιατί δημιουργήθηκε για να χτυπάει δυνατά και ν’ αγαπάει. Γιατί είναι φτιαγμένη από σπάνιο υλικό και όσο κι αν ματώνει, έχει μια μαγική ικανότητα να θεραπεύεται και να ξαναρίχνεται στη μάχη πιο δυνατή κατάλαβες; Γιατί το υλικό αυτό, λέγεται αγάπη κι εσύ αντί να αφήνεσαι, την πολεμάς!
Σου είπαν και σένα ότι η αγάπη πονάει..
Αλλά σου είπαν ψέματα! Γιατί η αγάπη θεραπεύει τον πόνο. Η αγάπη ζεσταίνει την καρδιά και το σώμα παύει να κρυώνει. Η αγάπη λυτρώνει. Η αγάπη σου χαρίζει ευτυχία και σε κάνει να γελάς. Η αγάπη σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Η αγάπη σε ομορφαίνει. Η αγάπη πολλαπλασιάζει τη δύναμή σου και σε κάνει να αντέχεις όλα αυτά που υπό άλλες συνθήκες δε θα άντεχες!
Σου λένε οι δειλοί ότι η αγάπη πονάει…
Αλλά εγώ σου λέω ότι ο εγωισμός τη σκοτώνει.
Η ατολμία τη νικά
Η προδοσία την απαξιώνει.
Η μιζέρια τη βασανίζει.
Το μίσος την αφανίζει.
Η αδιαφορία την τελειώνει.
Η αμοιβαιότητα την στέφει νικήτρια!
Κι αν σου είπαν ότι η αγάπη πονάει, εσύ άνθρωπε μην τους ακούς, αγάπα!
Κι αν σου λένε ότι η αγάπη βασανίζει, πες τους ότι εμείς οι άνθρωποι με τις πράξεις μας την κάνουμε να ματώνει, μα αυτή πάντα θα θριαμβεύει ακούς;
ΕΝΟΧΗ
Χρησιμοποιούμε, επίσης, την ενοχή για να χειριστούμε τους άλλους. Μπορούμε να γεμίσουμε με ενοχές έναν υπάλληλό μας για τα λάθη που έκανε, ή να αναγκάσουμε ένα μέλος της οικογένειάς μας να αισθάνεται ενοχές επειδή απαιτεί υπερβολικά πολλά ή προσφέρει υπερβολικά λίγα. Για τους θρησκευόμενους, η ενοχή είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ο φρουρός όλων των πράξεων τους. Και η λίστα με τις διαφορετικές αποχρώσεις της ενοχής, δεν τελειώνει εδώ.
Σε καθημερινή βάση, και με την πάροδο του χρόνου, το φορτίο της ενοχής αυξάνεται αδιάκοπα και ριζώνει τόσο βαθιά μέσα μας, ώστε γίνεται σχεδόν αδύνατον να το εξαλείψουμε.
Η ενοχή μάς φορτίζει με φόβο. Η ενοχή κατατρώει. Δαγκώνει. Επιτίθεται ανελέητα. Μοιάζει με βαρύ φορτίο. Τέτοιες είναι οι μεταφορές που της αρμόζουν.
Ανεξάρτητα του πόσο έντονη αισθανόμαστε σε προσωπικό επίπεδο την πίεση της ενοχής, είναι σχεδόν σίγουρο ότι ξοδεύουμε -ή μάλλον χάνουμε- πολύ χρόνο κλωθογυρίζοντας την στο μυαλό μας. Φανταστείτε για λίγο μια ζωή -την κοινωνική και διαπροσωπική ζωή σας- κενή από οποιαδήποτε μορφή ενοχής. Αν δεν έχετε ήδη απορρίψει τούτη τη σκέψη ως γελοία, και λαμβάνετε σοβαρά υπόψη σας τη δυνατότητα μιας ζωής χωρίς ενοχές, πιθανότατα θα σκεφτείτε: πόσο μεγάλη ανακούφιση θα ένιωθα! Αν αναλογιζόμασταν όλες τις διαφορετικές περιστάσεις και συνθήκες που μπορούν να γεννήσουν ή να παρατείνουν τις ενοχές, σίγουρα θα κερδίζαμε πολύ χρόνο και το μυαλό μας θα ηρεμούσε.
Ωστόσο, αν δεν νιώθαμε, ή δεν μπορούσαμε να νιώθουμε ενοχή, θα κάναμε διαρκώς λάθη. Δεν θα είχαμε κανένα κίνητρο να τροποποιήσουμε ή να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Θα περιφρονούσαμε οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής ή ηθικής νόρμας, θα παραβλέπαμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Οι μπαζωμένοι δολοφόνοι μάχονται με τις ενοχές τους μέχρι το τέλος της ζωής τους. Αντιθέτως, οι ψυχοπαθείς δεν αισθάνονται συχνά ενοχές. Συνεπώς, βιολογικά, η ενοχή έχει εξελιχθεί σε ένα κοινωνικό διορθωτικό εργαλείο που διασφαλίζει ότι δεν θα συμβούν ή δεν θα επαναληφθούν ορισμένες πράξεις. Σμιλεύει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Περιορίζει το προσωπικό συμφέρον και δημιουργεί χώρο για αλτρουιστικές και κοινωνικά ωφέλιμες πράξεις. Το αίσθημα της ενοχής είναι δυσάρεστο, διαρκές και εξαλείφεται δύσκολα, ωστόσο εμπνέει πράξεις που αποσκοπούν στην επανόρθωση μιας ζημιάς (για παράδειγμα, μια συγγνώμη) και επιχειρεί να σταματήσει, να αποτρέψει ή να αντισταθμίσει τις συνέπειες μιας προσβολής. Συνεπώς, η ενοχή αποτελεί ένα ισχυρό κίνητρο για να ενεργούμε με ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και να διορθώνουμε τη διαγωγή μας.
Γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους
Από όλα τούτα προκύπτει ότι στην καλύτερη κατάσταση βρίσκεται εκείνος που δεν έχει βασισθεί παρά στον εαυτό του και είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις. Επιπλέον, όσα περισσότερα έχει κανείς καθ’ εαυτόν τόσα λιγότερα μπορεί να βρει εκτός του. Ένα κάποιο αίσθημα πλήρους αυτάρκειας είναι αυτό που αποτρέπει τους ανθρώπους μ’ εσωτερική αξία κι εσωτερικό πλούτο να κάνουν τις διόλου ασήμαντες θυσίες που απαιτεί η συναναστροφή μ’ άλλους, πόσο μάλλον να την επιδιώξουν απαρνούμενοι τον εαυτό τους.
Το ακριβώς αντίθετο κάνει τους συνηθισμένους ανθρώπους τόσο κοινωνικούς και καλόβολους: γι’ αυτούς είναι ευκολότερο ν’ αντέξουν άλλους παρά τον εαυτό τους. Σε τούτα δε προστίθεται και το γεγονός πως ό,τι έχει πραγματική αξία δεν εκτιμάται από τους ανθρώπους, ενώ ό,τι εκτιμάται δεν έχει αξία. Τεκμήριο και συνάμα συνέπεια αυτού αποτελεί ο αποτραβηγμένος βίος κάθε αξιοπρεπούς και εξέχοντος ανθρώπου.
Σύμφωνα μ’ όλα τούτα, για τον άνθρωπο που έχει κάτι το αξιόλογο μέσα του, ο περιορισμός των αναγκών του, όταν τούτο απαιτείται προς διατήρηση ή επέκταση της ελευθερίας του, και, συνεπώς, ο προθυμότατος συμβιβασμός του με τα ολίγα, αφού είναι βέβαια αναπόφευκτο να συσχετίζεται με τους ανθρώπους, συνιστά αυθεντική σοφία της ζωής.
Οι φανατικοί εχθροί της μοναξιάς
Ενώ οι γνωστικοί και καλλιεργημένοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται και μελετούν τα πράγματα και οι οποίοι δεν είναι έρμαιο των παθών τους, πρόθυμα και χωρίς πρόβλημα μπορούν να μείνουν μοναχοί. Θ’ αποφύγουν είκοσι, παρέες προκειμένου να μην υποστούν την κακοφωνία, τη βλακεία και την προπέτεια, και θα προτιμήσουν το γραφείο τους ή έναν κήπο προκειμένου να μη συναντήσουν τίποτε δυσάρεστο και προσβλητικό για το καλό τους γούστο – ή ακόμα και την έρημο για ν’ αποφύγουν τη συναναστροφή με ορισμένους ανθρώπους.
Ζούμε περισσότερο άθλια ζωή λόγω της τύχης ή του ίδιου του εαυτού μας
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΤΕΡΟΝ ΤΑ ΨΥΧΗΣ
Ή ΤΑ ΣΩΜΑΤΟΣ ΠΑΘΗ ΧΕΙΡΟΝΑ
Ο Όμηρος, αφού παρατήρησε τα θνητά γένη των ζωντανών πλασμάτων και τα συνέκρινε μεταξύ τους ως προς τη ζωή και τις συνήθειές τους, διακήρυξε πως τίποτα δεν είναι το πιο αξιολύπητο από τον άνθρωπο απ’ όλα όσα ανασαίνουν και κινούνται πάνω στη γη, αποδίδοντας στον άνθρωπο το ατυχές πρωτείο στην υπεροχή των κακών.
Εμείς όμως, σαν ν’ αναγνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος είναι ο νικητής ως προς την κακοδαιμονία και έχει αναγορευτεί το πιο αξιολύπητο απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα, ας τον συγκρίνουμε με τον εαυτό του, χωρίζοντας το σώμα και την ψυχή, στον αγώνα των ξεχωριστών τους κακοδαιμονιών, έργο όχι ανώφελο αλλά κατ’ εξοχήν αναγκαίο, για να μάθουμε αν ζούμε περισσότερο άθλια ζωή λόγω της τύχης ή του ίδιου του εαυτού μας.
Ενώ, δηλαδή, η αρρώστια αναπτύσσεται στο σώμα από τύχη, η κακία και η φαυλότητα στην ψυχή είναι πρώτα έργο της ίδιας της ψυχής και μετά πάθος της. Δεν έχουμε μικρό όφελος όσο αφορά την ψυχική ηρεμία, αν το χειρότερο είναι ιάσιμο, όντας και ελαφρότερο και λιγότερο έντονο.
Η αλεπού του Αισώπου, όταν μαζί με τη λεοπάρδαλη κρινόταν δικαστικά σχετικά με το ποια από τις δύο ήταν περισσότερο πολύχρωμη, αφού η λεοπάρδαλη είχε δείξει το σώμα της με τη γυαλιστερή επιφάνεια γεμάτη βούλες και ενώ το ξανθό χρώμα της αλεπούς ήταν τραχύ και όχι ευχάριστο στην όψη, “Αν κοιτάξεις μέσα μου δικαστή”, είπε, “θα δεις πως είμαι πιο πολύχρωμη από αυτήν”, δηλώνοντας το ποικιλόμορφο του χαρακτήρα της που αλλάζει πολλές όψεις ανάλογα με την ανάγκη. Ας πούμε λοιπόν και στη δική μας περίπτωση ότι πολλά από τα νοσήματά σου και τα πάθη σου, άνθρωπε, δημιουργεί κατά φυσικό τρόπο το σώμα σου μόνο του, ενώ άλλα προκαλούνται σ’ αυτό απ’ έξω. Αν ανοίξεις τον εαυτό σου από μέσα, θα βρεις, όπως λέει ο Δημόκριτος, “αποθήκευση και συγκέντρωση κάθε λογής και μορφής κακών”, τα οποία δεν εισρέουν απ’ έξω αλλά είναι σαν να έχουν υπόγειες τις πηγές τους και σαν να βγαίνουν από τη γη, τις οποίες κάνει να ξεπηδούν η κακία, που βρίθει και αφθονεί σε πάθη. Αν, ωστόσο, οι αρρώστιες στη σάρκα γίνονται αντιληπτές με το σφυγμό και την ωχρότητα και η παρουσία τους επιβεβαιώνεται με πυρετούς και ξαφνικούς πόνους ενώ τα κακά στην ψυχή ξεφεύγουν από την προσοχή των περισσότερων ανθρώπων, για το λόγο τούτο ακριβώς είναι χειρότερα κακά, αφού στερούν την αντίληψη του πάσχοντος.
Παρ’ ότι ο λογισμός, αν είναι υγιής, αντιλαμβάνεται τις ασθένειες που προσβάλλουν το σώμα, ωστόσο, πάσχοντας και ο ίδιος από αυτά που πάσχει η ψυχή, δεν μπορεί να διαμορφώσει κρίση για τις δικές του παθήσεις, γιατί πάσχει στο μέρος με το οποίο κρίνει· από τις αρρώστιες της ψυχής, επίσης, πρέπει κάποιος να λογαριάζει πρώτη και μεγαλύτερη την άγνοια, που κάνει την ανίατη κακία να συγκατοικεί με τους περισσότερους ανθρώπους, να παραμένει μαζί τους για όλη τους τη ζωή και να πεθαίνει μαζί τους.
Αρχή της απαλλαγής από την αρρώστια είναι η συναίσθηση που οδηγεί το πάσχον μέρος στη χρήση αυτού που θα το βοηθήσει· ο άνθρωπος όμως που, επειδή δεν πιστεύει ότι πάσχει, δεν ξέρει τι χρειάζεται, αρνείται το φάρμακο που θα τον θεραπεύσει, ακόμα κι αν το έχει μαζί του.
Και για τις αρρώστιες του σώματος, δηλαδή, ισχύει ότι χειρότερες είναι κείνες που συνοδεύονται από ανικανότητα ν’ αντιληφθούμε την κατάσταση του σώματος, όπως οι λήθαργοι, οι κεφαλαλγίες, οι επιληψίες και κείνοι ακριβώς οι πυρετοί που, ανεβάζοντας τη φλεγμονή μέχρι παραληρήματος και διαταράσσοντας την αίσθηση, σαν σε μουσικό όργανο, κινούν τις ίσαμε τότε ακίνητες χορδές της καρδιάς.
Για τούτο οι γιατροί επιθυμούν, κατ’ αρχάς, να μην αρρωσταίνει ο άνθρωπος και στη συνέχεια, αν αρρωστήσει, να μην αγνοεί ότι νοσεί, πράγμα που συμβαίνει με όλα τα ψυχικά πάθη. Όταν οι άνθρωποι ενεργούν ανόητα ή ασελγούν ή αδικοπραγούν, δεν πιστεύουν πως σφάλλουν και μερικοί μάλιστα πιστεύουν πως ενεργούν σωστά.
Παρ’ ότι, δηλαδή, κανείς δεν έχει ονομάσει ποτέ τον πυρετό υγεία ούτε τη φθίση ευεξία ούτε την ποδάγρα ταχυποδία ούτε την ωχρότητα κοκκινάδα, ωστόσο πολλοί ονομάζουν την οξυθυμία ανδρεία και τον έρωτα φιλία και τον φθόνο άμιλλα και τη δειλία ασφάλεια.
Ακόμα, ενώ οι άρρωστοι στο σώμα φωνάζουν γιατρό (αφού αντιλαμβάνονται ποιον χρειάζονται για τις παθήσεις τους), ωστόσο, εκείνοι που είναι άρρωστοι στην ψυχή αποφεύγουν τους φιλοσόφους, γιατί πιστεύουν πως πράττουν σωστά σε κείνα ακριβώς τα ζητήματα που σφάλλουν.
Γεγονός είναι πως, αν ακολουθήσουμε την παραπάνω συλλογιστική, υποστηρίζουμε πως η ελαττωματική όραση είναι ελαφρότερη από τη μανία και η ποδάγρα από τη φρενίτιδα.
Ο άνθρωπος, δηλαδή, που είναι άρρωστος στο σώμα το καταλαβαίνει και φωνάζει να του φέρουν το γιατρό, και, όταν έρθει, τον αφήνει να του αλείψει τα μάτια ή να του ανοίξει τις φλέβες.
Πράγματι, αυτός που είναι άρρωστος στο σώμα υποχωρεί αμέσως και πηγαίνει στο κρεβάτι και μένει ήσυχος όσο κρατάει η θεραπεία του, ενώ, αν τύχει, όταν του ανεβαίνει ο πυρετός, να τινάζεται λίγο και να κουνιέται εδώ κι εκεί, κάποιος από αυτούς που κάθονται κοντά του του λέει μαλακά:
Μείνε, δύστυχε, ακίνητος στο στρώμα σου, (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)
κι έτσι τον σταματάει και τον εμποδίζει· εκείνοι όμως που πάσχουν από αρρώστιες της ψυχής τότε είναι πιο δραστήριοι, τότε ησυχάζουν λιγότερο.
Οι παρορμήσεις, δηλαδή, είναι η αρχή των πράξεων, και οι ανώμαλες καταστάσεις της ψυχής είναι σφοδρές παρορμήσεις. Για τούτο δεν αφήνουν την ψυχή να ησυχάσει, αλλά ακριβώς την ώρα που ο άνθρωπος χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ανάπαυση, σιωπή και χαλάρωση, τότε οι κρίσεις του θυμού, της φιλονικίας, του έρωτα και της λύπης τον τραβούν στο ύπαιθρο και τον γυμνώνουν, και εξαναγκάζεται να κάνει πολλές ανομίες και να λέει πράγματα ανάρμοστα για την περίσταση.
Όπως, λοιπόν, η καταιγίδα που εμποδίζει τον ναυτικό να μπει στο λιμάνι είναι πιο επικίνδυνη από κείνη που δεν του επιτρέπει να αποπλεύσει, έτσι πιο επικίνδυνες είναι οι καταιγίδες της ψυχής που δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να καταστείλει ή να γαληνέψει τον ταραγμένο του λογισμό· αντίθετα, ακυβέρνητος και ανερμάτιστος, σε ταραχή και άσκοπη περιπλάνηση, λοξοδρομώντας και χάνοντας την πορεία του μέσα στη παραφορά του, πέφτει σε φοβερό ναυάγιο και καταστρέφει τη ζωή του. Επομένως, και για τον λόγο τούτο επίσης είναι χειρότερο να νοσούν οι άνθρωποι στην ψυχή παρά στο σώμα· οι δεύτεροι μόνο πάσχουν, ενώ οι πρώτοι και πάσχουν και κάνουν κακό.
Τι χρειάζεται όμως να μιλάω για το πλήθος των παθών της ψυχής; Η παρούσα κατάσταση το θυμίζει από μόνη της.
Βλέπετε το τεράστιο αυτό και ανόμοιο πλήθος που σπρώχνεται και πάει και έρχεται μέσα σε σύγχυση γύρω από το βήμα και την αγορά;
Οι άνθρωποι αυτοί συγκεντρώθηκαν όχι για να θυσιάσουν στους θεούς της πατρίδας τους ούτε για να πάρουν μέρος ο ένας στις οικογενειακές τελετές του άλλου ούτε να φέρουν στον Ασκραίο Δία τους πρώτους καρπούς από τις Λυδικές σοδειές ούτε να τελέσουν προς τιμήν του Διόνυσου τη μυστική γιορτή του σε ιερές νύχτες με κοινά όργια, αλλά είναι σαν να καταλαμβάνεται η Ασία από ετήσια επιδημία που τους κάνει να συγκεντρώνονται εδώ σε καθορισμένους χρόνους για μηνύσεις και δίκες, ενώ το πλήθος, σαν ποτάμια που συρρέουν, κατακλύζει αυτήν εδώ την αγορά και κοχλάζει από μανία και φτιάχνει την αγριεμένη δίνη “εκείνων που παθαίνουν και κείνων που σκοτώνουν”.
Ποιοι πυρετοί ή ποιες θέρμες προκάλεσαν τούτο;
Ποιες αποφράξεις ή βίαιες εισβολές αίματος ή δυσκρασία θερμότητας ή ξεχείλισμα υγρών;
Αν εξετάσεις κάθε δικαστική υπόθεση σαν να ήταν άνθρωπος, για ν’ ανακαλύψεις τι τη γέννησε και από που προήλθε, θα βρεις πως πεισματική οργή γέννησε τη μια, έξαλλη φιλοδοξία την άλλη, την τρίτη άδικη επιθυμία…
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ
Η σοφία του χρήματος
Το χρήμα προσφέρει τη μοναδική πολύτιμη αξία σ’ αυτό τον κόσμο: προσφέρει χρόνο, την ανεξάντλητη αφθονία του χρόνου. Υπό αυτή την έννοια, είναι απελευθερωτικό. Όταν λείπει, η ύπαρξη συρρικνώνεται σε ένα αιώνιο παρόν που μας φυλακίζει. Ξεχώριζα πάντοτε τον βιοπορισμό από το νόημα της ζωής.
Το χρήμα είναι μια υπόσχεση που επιδιώκει τη σοφία. Η έκφραση πρέπει να γίνει κατανοητή με διπλή έννοια: είναι σοφό να έχουμε χρήματα, είναι σοφό να αναρωτιόμαστε πάνω σ’ αυτά. Το χρήμα μάς αναγκάζει σε μια μορφή διαιτησίας ανάμεσα στο τι θέλουμε, τι μπορούμε και τι οφείλουμε. Κάνει τον κάθε άνθρωπο φιλόσοφο: σκέφτεται, υπολογίζει, μαθαίνει να ξοδεύει με τον καλύτερο τρόπο για τον ίδιο και τους άλλους. Το χρήμα αποκαλύπτει τον τσιγκούνη, τον σπάταλο, τον φιλάργυρο, τον ζηλόφθονο- όλοι προδίδονται όταν βάζουν το χέρι στην τσέπη. Με το χρήμα, κανείς δεν είναι απολύτως ειλικρινής: όσοι πιστεύουν ότι το μισούν στην πραγματικότητα το εξιδανικεύουν- όσοι το εξιδανικεύουν το υπερεκτιμούν- όσοι προσποιούνται ότι το περιφρονούν λένε ψέματα στον εαυτό τους. Προβληματικός ενθουσιασμός, άτοπη αποδοκιμασία. Αυτή είναι η δυσκολία. Αλλά αν η σοφία δεν είναι να αντιμετωπίζουμε και να κατανοούμε ό,τι εμφανίζεται ως σύμβολο τρέλας, τότε σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία;
Έτσι λυτρώθηκε ο Προμηθέας
Αυτό το κρασί θα πρέπη να ήταν δώρο του Διονύσου προορισμένο απ’ τον ίδιο το θεό για τον ήρωα. Ήταν ένα επικίνδυνο δώρο, που τη φύση του δεν την ήξεραν προφανώς οι Κένταυροι. Παλιοί αγγειογράφοι παριστάνανε μ’ ευχαρίστηση τη σκηνή, πως ο Ηρακλής άντλησε πρώτος από το μεγάλο βαρέλι.
Το άρωμα του κρασιού δελέασε τώρα και τους άλλους Κενταύρους, και το κενταυρικό συμπόσιο μεταβλήθηκε σε λίγο σε κενταυρική μάχη, που πάλι παρουσίαζαν ευχαρίστως οι καλλιτέχνες και οι αφηγητές. ‘Ισχυρίστηκαν ότι η μάχη απλώθηκε από το βουνό Φολόη μέχρι τη σπηλιά του Χείρωνος στο ακρωτήριο Μαλέα. Μέχρις εκεί θα κυνήγησε ο Ηρακλής με τα δηλητηριασμένα βέλη του τους Κενταύρους. Ένα βέλος, προορισμένο για τον Έλατο, αστόχησε και χτύπησε τον θεϊκό Χείρωνα. Μάταια προσπάθησε ο ήρωας να τον γιατρέψει με χειρονικά γιατρικά: το δηλητήριο της Ύδρας ήταν πολύ δραστικό.
Τραυματισμένος στο γόνατο ο Χείρων, δεν μπορούσε ούτε να γίνη καλά, αλλά ούτε και να πεθάνη. Έτσι αποτραβήχτηκε με την αγιάτρευτη πληγή του στη σπηλιά του και βασανιζόταν εκεί, μέχρι που μπόρεσε, αντί για τον βασανιζόμενο Προμηθέα, να προσφέρη στο Δία τον εαυτό του. Έτσι πέθανε ο Χείρων και λυτρώθηκε ο Προμηθεύς. Από ένα βέλος του Ηρακλέους πέθανε επίσης ο καλός Φόλος μ’ αυτό τον τρόπο: τράβηξε το δηλητηριασμένο βέλος από κάποιο πτώμα Κενταύρου κι απορούσε πως ένα τόσο μικρό πράγμα μπόρεσε να θανατώση ένα τόσο μεγάλο πλάσμα. Τότε το βέλος έπεσε στο πόδι του και σκότωσε και τον ίδιο. Ο Ηρακλής όμως έθαψε το φίλο του και πήρε το δρόμο για τον Ερύμανθο.
Εκεί καταδίωξε τον κάπρο από την κρυψώνα του. Τον παράσυρε στα χιόνια της κορυφής, τον έπιασε με μια θηλιά κι έριξε το ζώο στους ώμους του. Μετά τράβηξε για τις Μυκήνες, παίρνοντας και το ζώο μαζί του. Τότε ακολούθησε η από παλιά γνωστή σκηνή, που οι αγγειογράφοι απεικόνιζαν πάλι μ’ ευχαρίστηση. Ο ήρωας, με τ’ αγριογούρουνο στην πλάτη, πάτησε με το ένα του πόδι στην άκρη του υποχθόνιου πιθαριού, όπου είχε γλιστρήσει ο Ευρυσθεύς. Βλέπει κανείς μόνο τα κεφάλι και τα χέρια του φοβητσιάρη. Τόσο τρόμαξε, όταν είδε τον κάπρο, λες κι έβλεπε το θάνατο.
Οι πολλαπλοί κόσμοι του Επίκουρου
Οι απόψεις αυτές του Επίκουρου περιγράφονται σε τρεις επιστολές που αποτελούν το απαύγασμα της επικούρειας φιλοσοφίας και οι οποίες έχουν διασωθεί από τον Διογένη Λαέρτιο (3ος αιώνας μ.Χ.), ενώ ιδιαίτερα βοηθητικό για την κατανόηση της επικούρειας φιλοσοφίας είναι επίσης και το περίφημο ποίημα «De Rerum Natura» (Για τη Φύση των Πραγμάτων) του επικούρειου Ρωμαίου Λουκρήτιου (94-55 π.Χ.). Σύμφωνα με τις απόψεις τού Επίκουρου, Γη και ουρανός, Σελήνη κι όλα τ’ άλλα, δεν είναι μοναδικά. Υπάρχουν αμέτρητοι κόσμοι και διαφορετικές φυλές ανθρώπων και θηρίων και για τη ζωή τους, όπως και για καθετί άλλο, έχει οριστεί ένα τέρμα.
Το παράξενο είναι ότι τις σύγχρονες αυτές αντιλήψεις για την ύπαρξη «πολλών κόσμων» είχαν και άλλοι από τους αρχαίους μας προγόνους. Πρώτος απ’ όλους στη σειρά ο Αναξίμανδρος ο Μιλήσιος (611-547 π.Χ.), ο οποίος θεωρούσε ότι το σύμπαν ήταν άπειρο σε έκταση, ενώ δεν δεχόταν κάποια κεντρική θέση της Γης σ’ ένα σύμπαν όπου υπάρχει άπειρο πλήθος άλλων κόσμων!
Παρόμοιες ιδέες για τους άπειρους κόσμους είχαν και οι ατομικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος (5ος π.Χ. αιώνας) και Δημόκριτος (~460 – 370 π.Χ.), οι οποίοι υποστήριζαν την ύπαρξη ενός άπειρου σύμπαντος, οι αναρίθμητοι κόσμοι του οποίου ήσαν γεμάτοι ζωή και από τους οποίους κάποιοι μοιάζουν με τον δικό μας κόσμο, ενώ άλλοι είναι τελείως διαφορετικοί.
«Σε μερικούς από αυτούς δεν υπάρχει ούτε ήλιος ούτε σελήνη, σε άλλους υπάρχουν με μεγαλύτερο μέγεθος και σε άλλους υπάρχουν περισσότεροι ήλιοι και σελήνες. Και άλλοι μεν από τους κόσμους βρίσκονται στη φάση ανάπτυξής τους, άλλοι δε στην ακμή τους και άλλοι στην παρακμή τους, άλλοι γεννιούνται και άλλοι εξαφανίζονται. Υπάρχουν δε και μερικοί κόσμοι έρημοι από ζώα και φυτά και χωρίς ύδατα».
Τα ίδια πίστευε και ο Μητρόδωρος ο Χίος (400-350 π.Χ.), που ήταν μαθητής του Δημόκριτου και δάσκαλος του Επίκουρου, ο οποίος υποστήριζε ότι
«είναι παράλογο να βγει ένα μόνο στάχυ σε μια ολόκληρη έκταση κι ένας μόνο κόσμος μέσα στο άπειρο. Το ότι οι κόσμοι είναι άπειροι σε πλήθος είναι φανερό από το ότι τα αίτια είναι άπειρα. Διότι, όπου είναι άπειρα τα αίτια, είναι άπειρα και τα αποτελέσματα».
Πάνω από δύο χιλιετίες μετά τον Επίκουρο και τον Λουκρήτιο, κι όλους εκείνους τους αρχαίους προσωκρατικούς φυσικούς φιλοσόφους, βρίσκουν τη δικαίωσή τους στις σύγχρονες ανακαλύψεις της Αστροφυσικής. Γιατί σήμερα, η σύγχρονη επιστήμη επιβεβαιώνει με πολλαπλές παρατηρησιακές αποδείξεις την ορθότητα των αρχαίων εκτιμήσεων για τους «πολλούς κόσμους» του σύμπαντος.
Το ήμισυ του βραβείου Νομπέλ Φυσικής του 2019 απονεμήθηκε στους ερευνητές Μισέλ Μαγιόρ και Ντιντιέ Κελό, που ανακάλυψαν το 1995 τον πρώτο εξωηλιακό πλανήτη, ο οποίος περιφέρεται γύρω από ένα άστρο παρόμοιο με τον ήλιο μας.
Οι απόψεις αυτές, μάλιστα, κάνουν τον Επίκουρο ιδιαίτερα επίκαιρο.
Έκτοτε, κάθε μήνας που περνάει προσθέτει όλο και πιο πολλούς νέους εξωηλιακούς πλανήτες που σήμερα πλέον φτάνουν τις 4.172 γύρω από 3.095 άλλα άστρα του γαλαξία μας, ενώ σύντομα αναμένεται η ανακοίνωση και μερικών χιλιάδων ακόμη εξωπλανητών από τη λειτουργία των διαστημικών τηλεσκοπίων TESS της NASA και CHEOPS της ESA, καθώς και πολλών άλλων ερευνητικών προγραμμάτων για τη μελέτη εξωηλιακών πλανητών.
Πέρα, όμως, και από την ύπαρξη εξωηλιακών πλανητών, ορισμένες θεωρητικές εκτιμήσεις που έχουμε σήμερα για την ύπαρξη «παράλληλων συμπάντων» δικαιώνουν τις θέσεις που υποστήριζε ο Επίκουρος. Γιατί τα τελευταία χρόνια αρκετοί θεωρητικοί κοσμολόγοι έχουν προτείνει μία σειρά διαφόρων θεωρήσεων για την ύπαρξη ενός «άπειρου» αριθμού συμπαντικών μανάδων και μωρών, σε διάφορες εκφάνσεις αυτού που αποκαλείται σήμερα «Πολυσύμπαν». Παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση αυτή είναι σήμερα πηγή διαφωνιών στην ευρύτερη επιστημονική κοινότητα τόσο για το αν υπάρχει όντως το «πολυσύμπαν» όσο και για το αν το «πολυσύμπαν» αποτελεί πραγματικό αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΔΗΜ 18.270–275
Επιμένοντας στην ανασκευή των ισχυρισμών του Αισχίνη περί της κακής του τύχης (βλ. και ΔΗΜ 18.252–255), ο Δημοσθένης συνέκρινε τον βίο του με αυτόν του αντιπάλου του, αποδεικνύοντας ότι υπήρξε πάντα ευτυχέστερος από εκείνον, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις ευεργεσίες του προς τους συνανθρώπους του.
[270] Βούλομαι δὲ τῶν ἰδίων ἀπαλλαγεὶς ἔτι μικρὰ πρὸς ὑμᾶς
εἰπεῖν περὶ τῶν κοινῶν. εἰ μὲν γὰρ ἔχεις, Αἰσχίνη, τῶν
ὑπὸ τοῦτον τὸν ἥλιον εἰπεῖν ἀνθρώπων ὅστις ἀθῷος τῆς
Φιλίππου πρότερον καὶ νῦν τῆς Ἀλεξάνδρου δυναστείας
γέγονεν, ἢ τῶν Ἑλλήνων ἢ τῶν βαρβάρων, ἔστω, συγχωρῶ
τὴν ἐμὴν εἴτε τύχην εἴτε δυστυχίαν ὀνομάζειν βούλει πάν-
των αἰτίαν γεγενῆσθαι. [271] εἰ δὲ καὶ τῶν μηδεπώποτ’ ἰδόντων
ἐμὲ μηδὲ φωνὴν ἀκηκοότων ἐμοῦ πολλοὶ πολλὰ καὶ δεινὰ
πεπόνθασι, μὴ μόνον κατ’ ἄνδρα, ἀλλὰ καὶ πόλεις ὅλαι καὶ
ἔθνη, πόσῳ δικαιότερον καὶ ἀληθέστερον τὴν ἁπάντων, ὡς
ἔοικεν, ἀνθρώπων τύχην κοινὴν καὶ φοράν τινα πραγμάτων
χαλεπὴν καὶ οὐχ οἵαν ἔδει τούτων αἰτίαν ἡγεῖσθαι. [272] σὺ
τοίνυν ταῦτ’ ἀφεὶς ἐμὲ τὸν παρὰ τουτοισὶ πεπολιτευμένον
αἰτιᾷ, καὶ ταῦτ’ εἰδὼς ὅτι, καὶ εἰ μὴ τὸ ὅλον, μέρος γ’ ἐπι-
βάλλει τῆς βλασφημίας ἅπασι, καὶ μάλιστα σοί. εἰ μὲν
γὰρ ἐγὼ κατ’ ἐμαυτὸν αὐτοκράτωρ περὶ τῶν πραγμάτων
ἐβουλευόμην, ἦν ἂν τοῖς ἄλλοις ῥήτορσιν ὑμῖν ἔμ’ αἰτιᾶσθαι·
[273] εἰ δὲ παρῆτε μὲν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἁπάσαις, ἀεὶ δ’ ἐν
κοινῷ τὸ συμφέρον ἡ πόλις προὐτίθει σκοπεῖν, πᾶσι δὲ ταῦτ’
ἐδόκει τότ’ ἄριστ’ εἶναι, καὶ μάλιστα σοί (οὐ γὰρ ἐπὶ εὐνοίᾳ
γ’ ἐμοὶ παρεχώρεις ἐλπίδων καὶ ζήλου καὶ τιμῶν, ἃ πάντα
προσῆν τοῖς τότε πραττομένοις ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τῆς ἀληθείας
ἡττώμενος δηλονότι καὶ τῷ μηδὲν ἔχειν εἰπεῖν βέλτιον), πῶς
οὐκ ἀδικεῖς καὶ δεινὰ ποιεῖς τούτοις νῦν ἐγκαλῶν ὧν τότ’
οὐκ εἶχες λέγειν βελτίω; [274] παρὰ μὲν τοίνυν τοῖς ἄλλοις ἔγωγ’
ὁρῶ πᾶσιν ἀνθρώποις διωρισμένα καὶ τεταγμένα πως τὰ
τοιαῦτα. ἀδικεῖ τις ἑκών· ὀργὴν καὶ τιμωρίαν κατὰ τούτου.
ἐξήμαρτέ τις ἄκων· συγγνώμην ἀντὶ τῆς τιμωρίας τούτῳ.
οὔτ’ ἀδικῶν τις οὔτ’ ἐξαμαρτάνων εἰς τὰ πᾶσι δοκοῦντα
συμφέρειν ἑαυτὸν δοὺς οὐ κατώρθωσεν μεθ’ ἁπάντων· οὐκ
ὀνειδίζειν οὐδὲ λοιδορεῖσθαι τῷ τοιούτῳ δίκαιον, ἀλλὰ συνά-
χθεσθαι. [275] φανήσεται ταῦτα πάνθ’ οὕτως οὐ μόνον ἐν τοῖς
νόμοις, ἀλλὰ καὶ ἡ φύσις αὐτὴ τοῖς ἀγράφοις νομίμοις καὶ
τοῖς ἀνθρωπίνοις ἤθεσιν διώρικεν. Αἰσχίνης τοίνυν τοσοῦ-
τον ὑπερβέβληκεν ἅπαντας ἀνθρώπους ὠμότητι καὶ συκο-
φαντίᾳ, ὥστε καὶ ὧν αὐτὸς ὡς ἀτυχημάτων ἐμέμνητο, καὶ
ταῦτ’ ἐμοῦ κατηγορεῖ.
[270] Επιθυμώ δε, αφίνων τα προσωπικά μου, να σας είπω ολίγα ακόμη περί των δημοσίων πραγμάτων. Λοιπόν, εάν μεν ημπορής, Αισχίνη, να αποδείξης, ότι κάποιος εκ των υπό τούτον τον ήλιον ανθρώπων, έστω Έλλην ή βάρβαρος, έμεινεν αβλαβής, πρότερον από την εξουσίαν του Φιλίππου, και τώρα του Αλεξάνδρου, συμφωνώ μαζί σου, ότι αιτία όλων υπήρξεν η δική μου, είτε τύχην είτε ατυχίαν, θέλεις να την ονομάσης.
[271] Εάν όμως πολλοί από εκείνους που ποτέ έως τώρα, δεν με είδον, ούτε ήκουσαν την φωνήν μου, πολλά και φοβερά έχουν πάθει, όχι μόνον τα άτομα αλλά και πόλεις ολόκληροι, και έθνη, πόσον δικαιότερον και αληθέστερον όλων είναι, ως φαίνεται, να νομίζη κανείς, ότι αιτία τούτων είναι, η κοινή τύχη των ανθρώπων, και κάποια δυσμενής εξέλιξις των πραγμάτων, και τοιαύτη, οποία δεν έπρεπε; [272] Συ λοιπόν, λησμονήσας αυτά, αιτιάσαι εμέ τον πολιτευθέντα εν μέσω αυτών εδώ, αν και ταύτα γνωρίζεις, ότι και αν μη το όλον, μέρος τουλάχιστον των κακολογιών, επιπίπτει εις όλους, και προ πάντων εις σε.
Διότι, εάν μεν εγώ απεφάσιζον περί των πραγμάτων ως μόνος άρχων, θα ήτο δυνατόν, οι άλλοι ρήτορες να με αιτιάσθε. [273] Εάν όμως παρευρίσκεσθε μεν εις όλας τας συνελεύσεις του λαού, η δε πόλις πάντοτε επρότεινε να εξετάζεται από κοινού το συμφέρον της, εις όλους δε τότε εφαίνοντο αυτά άριστα, και προ παντός εις σε, (διότι όχι βέβαια από συμπάθειαν προς εμέ, μου παραχώρεις ελπίδας, δόξαν και τιμάς, αι οποίαι όλαι ήρμοζον εις τας τότε πράξεις μου, αλλά διότι προφανώς, ενικάσο υπό της αληθείας, και διότι δεν είχες να προτείνης τίποτε καλλίτερον), πώς δεν αδικείς, και δεν πράττεις φοβερά, όταν τώρα κατηγορείς ταύτα, καλλίτερα των οποίων δεν ηδύνασο τότε να προτείνης;
[274] Βλέπω προσέτι εγώ τουλάχιστον, ότι τα τοιαύτα έχουν περίπου ούτω ρυθμισθή, και κανονισθή, μεταξύ όλων των άλλων ανθρώπων. Αδικεί τις εκουσίως, οργή και τιμωρία, σφάλλει τις άκων, συγγνώμη εις τούτον αντί τιμωρίας. Κάποιος χωρίς να αδική, χωρίς να σφάλλεται, αφού αφιέρωσε τον εαυτόν του εις εξυπηρέτησιν των παρ'όλων θεωρουμένων ως συμφερόντων, απέτυχεν με όλους μαζί· τον τοιούτον δεν είναι δίκαιον, ούτε να τον ονειδίζη, ούτε να τον υβρίζη αλλά να λυπήται μαζί του.
[275] Όλα αυτά θα φανούν ούτως, όχι μόνον μέσα εις τους γραπτούς νόμους, αλλά και αυτή αύτη η φύσις διά των αγράφων νόμων και των εθίμων των ανθρώπων, καθώρισεν. Ο Αισχίνης λοιπόν, τοσούτον υπερέβαλλεν όλους, κατά την αναισχυντίαν και την συκοφαντίαν, ώστε και εκείνα ακόμη, τα οποία ο ίδιος εμνημόνευσεν ως ατυχήματα, και αυτά τα αποδίδει εις εμέ.











